Στο αίθριο του Πανδοχείου, 23. Νίκος Κουνενής

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Θερβάντες, Ραμπελαί, Στερν, Ροίδης, Μέλβιλ, Χάσεκ, Κάφκα, Αλεξάνδρου, Τσίρκας, Ντίρενματ και πολλοί σύγχρονοι.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Δον Κιχώτης, Γαργαντούας, Η πάπισσα Ιωάννα, Μόμπι Ντικ, Η δίκη, Η μεταμόρφωση, Το κιβώτιο, Ακυβέρνητες πολιτείες και πολλά σύγχρονα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Πολλά και διάφορα, κυρίως του Τσέχωφ, του Κάφκα, του Ροίδη, του Παπαδιαμάντη του Βιζυηνού και αρκετών συγχρόνων.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Περισσότεροι του αναμενομένου, αν και προτιμώ να μην αναφερθώ σε συγκεκριμένα ονόματα, ξεχνώντας ενδεχομένως κάποια άλλα που επίσης αξίζουν να αναφερθούν. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο δεν αναφέρθηκα ονομαστικά στους σύγχρονους συγγραφείς και στις προηγούμενες ερωτήσεις.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.
Αγαπημένοι ο Δον Κιχώτης και ο Γιόζεφ Κ. Ζηλευτός κανένας.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Όχι. Ως σατιρικές καρικατούρες περιορίζονται φυλακισμένοι στις σελίδες των βιβλίων. Συνηθίζω πάντως να επαναφέρω κάποιους ήρωες παλαιότερων βιβλίων μου σε καινούρια, σε δευτεραγωνιστικούς ρόλους αυτή τη φορά.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Τα δυο πρώτα βιβλία μου, απολύτως χειροποίητα, τα έγραψα σχεδόν εξ ολοκλήρου σε διάφορα «καφέ». Τώρα που χρησιμοποιώ υπολογιστή γράφω κυρίως στο σπίτι, αν και κάποιες φορές συνεχίζω την παλιά χειρωνακτική συνήθεια εκτός αυτού, πληκτρολογώντας εκ των υστέρων το χειρόγραφο.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Ξεκινώ από μια βασική ιδέα και μαθαίνω και ο ίδιος την εξέλιξη κατά τη διάρκεια της συγγραφής. Η σατιρική γραφή είναι ένα παιχνίδι συνεχών παιγνίων και ανακαλύψεων και ως εκ τούτου, κατά τη γνώμη μου πάντα, δύσκολα εγκλωβίζεται σε προσχέδια και υποχρεωτικές νόρμες. Ως εκ τούτου παγιδεύω τις ιδέες μου στιγμιαία, κατά τις ώρες της συγγραφής και στα μεσοδιαστήματα μεταξύ αυτών.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Αποφεύγω να ακούω μουσική όταν γράφω γιατί με αποπροσανατολίζει. Ακούω κυρίως κλασικό ροκ, ρεμπέτικα και έντεχνο ελληνικό τραγούδι.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Δημόσια Εγγραφή (Κοχλίας 2002): Τέσσερα διηγήματα που σατιρίζουν κατά σειρά τις απάτες στο χρηματιστήριο, το ντόπινγκ στον αθλητισμό, τις ανούσιες διαμάχες πομπωδών μεταμοντέρνων φιλοσόφων και την κρατική καταστολή.
Ζωντανή Σύνδεση (Κοχλίας 2003): Δέκα διηγήματα που σατιρίζουν την τηλεόραση, τους γιάπηδες, τον δικομματισμό, τις επεμβάσεις των ΗΠΑ κ.ά.
Ω του θαύματος! (Μεταίχμιο 2006): Μυθιστόρημα που σατιρίζει την εκκλησιαστική αγυρτεία και την αφελή θρησκοληψία των πιστών.
ΥποΚριτικά κείμενα: σατιρικό παιχνίδι κακών προθέσεων (ΚΨΜ 2007): Παιγνιώδη «κριτικά» κείμενα πάνω σε ανύπαρκτα έργα λογοτεχνίας, γλυπτικής, φιλοσοφίας, μαγειρικής κ.λπ

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Ο μύθος του Ηρακλή Σπίλου (Μεταίχμιο 2009): Ο διάσημος τηλεοπτικός δημοσιογράφος Ηρακλής Γαρυφαλλίδης ή Σπίλος δολοφονείται και ένα δίδυμο ντετέκτιβ της συμφοράς ονόματι Ιεροκλή Χλομός και Ιωάννης Βίσων (παρωδία των Σέρλοκ Χολμς και Γουώτσον) αναλαμβάνουν να εξιχνιάσουν την υπόθεση για λογαριασμό ενός φαιδρού σατιρικού συγγραφέα, ο οποίος θέλει να μάθει τον δολοφόνο, προκειμένου να γράψει το τελευταίο κεφάλαιο του ημιτελούς βιβλίου του, το οποίο παρατίθεται ως «μυθιστόρημα μέσα στο μυθιστόρημα», με θέμα του βίο και την πολιτεία του νεκρού. Ο δημοσιογράφος κατ’ εντολήν του εργοδότη του, Ευρυσθέα Γιαρμά, είχε ήδη ολοκληρώσει προ της δολοφονίας του δώδεκα ηράκλειους τηλεοπτικούς άθλους, μέσα στην εξέλιξη των οποίων ο Χλομός και ο Βίσων αναζητούν τον ένοχο. Η λύση, ωστόσο, θα τους διαψεύσει.

Πώς βιοπορίζεστε;
Ποικιλοτρόπως. Από τις αμοιβές για τα βιβλία και τις συνεργασίες μου με εφημερίδες και περιοδικά και από τη διδασκαλία, τρεις μέρες την εβδομάδα, ως μισθωτός καθηγητής σε φροντιστήρια.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Έχω έναν βασικό τρόπο εργασίας που όμως διαφοροποιείται αισθητά, ανάλογα με το είδος (λογοτεχνία, δοκίμιο κ.λπ) και την ιδιαιτερότητα κάθε βιβλίου. Μου κλέβει κάποιο χρόνο από τη συγγραφή αλλά με βοηθάει και/ ή με διδάσκει ταυτόχρονα, καθώς με κρατά σε διαρκή επαφή με τη διανοητική και καλλιτεχνική δημιουργία στον χώρο του γραπτού λόγου.

Ταξιδεύσατε στην Βενεζουέλα ως μέλος πολυπληθούς αποστολής. Θα μας διηγηθείτε σχετικά με αυτή την εμπειρία;
Το ταξίδι έγινε το 2005, περίοδο κατά την οποία η Βενεζουέλα είχε ανοίξει ήδη τον δρόμο της αποδέσμευσης από το άρμα των ΗΠΑ και της ευδιάκριτης αριστερής στροφής, που σηματοδότησε παρόμοιες εξελίξεις σε αρκετές χώρες της Λατινικής Αμερικής, αλλάζοντας άρδην το τοπίο σε αυτή την περιοχή του κόσμου. Ήταν μια εξαιρετική εμπειρία καθώς με έφερε σε επαφή με σειρά ριζοσπαστικών κοινωνικοπολιτικών τομών που ξαναφέρνουν τους λαούς στο προσκήνιο και αναζωογονούν διεθνώς τα οράματα της Αριστεράς. Το μάλλον αυταρχικό προσωπικό στυλ του Τσάβες δεν είναι κατά τη γνώμη μου ό,τι καλύτερο (προτιμώ προσωπικότητες σαν τον Έβο Μοράλες της Βολιβίας) αλλά αυτό δεν είναι σε καμία περίπτωση το σημαντικότερο από ό,σα πραγματικά εντυπωσιακά και ελπιδοφόρα συμβαίνουν σε αυτή τη γωνιά του πλανήτη, την ίδια ώρα που ο υπόλοιπος κόσμος συνεχίζει να βασανίζεται από έναν αδηφάγο νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Ένα εξαιρετικό- και πλέον κλασικό- μυθιστόρημα, το «Τρεις ταλαίπωροι τίγρεις» του Γκιγιέρμο Καμπρέρα Ινφάντε, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Τόπος», σε μετάφραση του Γιώργου Ρούβαλη.

Τι γράφετε τώρα;
Επειδή βρίσκομαι στην αρχή και δεν ξέρω ακόμα αν «θα μου βγει», προτιμώ να μην το αποκαλύψω ακόμα.

Δημοσίευση και εδώ.

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης – Γραφή κατοχής. Το ανέκδοτο «Χειρόγραφο 1943» μαζί με άλλα συναφή και παρεμφερή κείμενα

Ο θάνατος ως συνέχεια και δικαίωση της ζωής

Έχω ένα κουτί μυστικά προσωπικά αισθήματα
μελετώ της γέννησης την ταυτότητα με το θάνατο
προσπαθώ την πολιτεία στο διάστημα να διακρίνω του χρόνου (…)

Φωτογραφίες, 7 (στ. 1-3)

Ο κατεξοχήν θησαυριστής του ανεξάντλητου αρχειακού υλικού αισθημάτων, εικόνων και εντυπώσεων Νικόλαος Γαβριήλ Πεντζίκης μας κοινωνεί απρόσμενα τούτο το σπάνιο σύνολο κτερισμάτων από το έργο του, με τη μορφή «επετειακής έκδοσης για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση και τα δεκαπέντε έτη από την εκδημία του», διαμεσολαβούντος αγγελιοφόρου – επιμελητή του υιού Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκη.

Το «Χειρόγραφο 1943» περιέχει το Ποίημα της 14ης Ιουλίου 1943, σημειώσεις για την «πρώτη ύλη» της σύνθεσης, ολόκληρη την σειρά ποιημάτων Φωτογραφίες (γνωστή μέχρι σήμερα μόνο από τη δημοσίευση δύο εξ αυτών ή από μνείες σε άλλα έργα) και λεπτομερή κατάλογο αναγνωσμάτων. Η έκδοση περιλαμβάνει το πανομοιότυπο του χειρογράφου (γραμμένου σε σελίδες εμπορικού κατάστιχου), επίμετρο του επιμελητή, εργοβιογραφικό χρονολόγιο αλλά και δώδεκα ανέκδοτα και δημοσιευμένα «συναφή και παρεμφερή κείμενα», ως μια πρώτη απόπειρα θεματικής παρουσίασης και ανθολόγησης κειμένων του συγγραφέα. Οι 119 στίχοι του Ποιήματος αναπτύσσονται γύρω από τέσσερα ιστορικά γεγονότα χρονικής έκτασης τριών και πλέον αιώνων: τη δολοφονία του Κοντσίνο Κοντσίνι από τον Λουδοβίκο ΙΓ΄το 1617 («δικαιολογημένη» πράξη λαϊκής δικαιοσύνης), τη Σφαγή του Κατύν (μαζική εκτέλεση Πολωνών πολιτών από τις σοβιετικές αρχές το 1940) και δυο ομαδικές εκτελέσεις ομήρων από τους Γερμανούς στη Θεσσαλονίκη το 1943.

Εντασσόμενη στην ογκώδη κατοχική συγγραφική παραγωγή του, η Γραφή Κατοχής μοιάζει να περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία του πεντζίκειου λόγου: την αποθέωση της εικονοπλαστικής γραφής, την πληθώρα κειμενικών ή άλλων αναλόγων, την συρραφή αλλεπάλληλων μνημονικών και αισθητικών εντυπώσεων. Όμως, αν ο Πεντζίκης ως κατεξοχήν μοντερνιστής αφηγητής επικεντρωνόταν στην απόπειρα εξερεύνησης ενός αποσυνθεμένου εσωτερικού κόσμου, στο Ποίημα της 14ης Ιουλίου 1943 κυριαρχεί, παράλληλα, μια απεγνωσμένη καταγραφή ενός διαμελισμένου εξωτερικού κόσμου, γεμάτου εκτελέσεις, σφαγές, νεκρούς. Η δεδομένη αδυναμία της μοντερνιστικής γραφής να οργανώσει και να εξαντλήσει το θέμα της εδώ εμφανίζεται αντεστραμμένη: κάθε στίχος από μόνος του αποτελεί μια συμπυκνωμένη ιστορία. Εκείνος που κάποτε είπε είναι αμάρτημα να μην είσαι παρών σ’ αυτό που συμβαίνει μέσα σου, στην προκείμενη συγκυρία μοιάζει υποχρεωμένος να καταγράψει, μέσω μιας γνώριμής του «ποιητικής της μνήμης»  όσα διαδραματίζονται γύρω του – πολύ δε περισσότερο εφόσον: δεν αρνιέται τα ατομικά αισθήματα ο ποιητής / προσπαθεί σ’  έννοιες καθολικές να τα ευρύνει (στ. 17-18 του Ποιήματος).

Όμως είναι και η δημοσίευση των πρώτων υλών των συνθέσεών του, αυτής της βαθύτατης δεξαμενής έμπνευσης και σταχυολόγησης, που με δεδομένη την αρχειοθετική του βουλιμία, αποτελούν από μόνες τους συναρπαστικό αναγνωσματάριο που μας προσφέρεται ως μια «εσωτερική» πλευρά του έργου, ταυτοχρόνως κειμενική και εξωκειμενική. Έτσι η διαδικασία της γραφής, που αποτέλεσε για τον μοντερνιστή Πεντζίκη κεντρικό θεματικό πυρήνα, μας παραδίδεται τώρα μέσω μιας άμεσης αποθησαυρισμένης πηγής του εργαστηρίου του συγγραφέα και ως ένα υπερπολύτιμο εφόδιο για την προσπέλαση και βίωση του κειμένου. Σε αυτό το μνημονικό κόρπους θέση έχει οτιδήποτε ενεργοποίησε τις αισθήσεις του συγγραφέα από την περίοδο του πολέμου που «άλλαξε τη διάθεση του χρόνου στο βίο» του (όπως επακριβώς πεζολογούσε στον Κοχλία): πληροφορίες, αφηγήσεις, συζητήσεις, εικόνες περιοδικών, ένα «θύμωμα» με τον Γιώργο Κιτσόπουλο και τον Γιάννη Σβορώνο (συνεκδότες του προαναφερθέντος περιοδικού), μια εντύπωση της άκρης της πόλης, οι όψεις των περαστικών, οι εντυπώσεις από τον κόσμο που παρακολουθεί τις κηδείες, οι βυζαντινές τοιχογραφίες, έργα των Ουναμούνο, Φρανς, Λόρκα, Ξενόπουλου, Μαίτερλιγκ, Ντ’ Ανούντσιο, Ταφραλή και Ψελλού.

Αν το Ψιλή ή περισπωμένη αποτελούσε, σύμφωνα με παλαιότερο κείμενο της Μάρης Θεοδοσοπούλου «βιβλιάριον εθνικής ανατάσεως», το Ποίημα της 14ης Ιουλίου 1943 έχει στοιχεία, τολμώ να πω, «σημειωματάριου εθνικής οδύνης», όπου ο κατεξοχήν συναξαριστής του παραμυθητικού λόγου επιχειρεί να προσεγγίσει την τραγική ουσία της ιστορικής συγκυρίας προτού καταλήξει: η παράσταση τελειώνει όμως η ζωή δε σταματά (στ. 99 του Ποιήματος). Για άλλη μια φορά στο ανεξάντλητο σώμα του πεντζίκειου λόγου, τα οστά του οποίου εδώ τυγχάνουν καθαγιασμένης ανακομιδής και λιτάνευσης, η ζωή δεδικαίωται και μέσω του θανάτου.

Εκδ. Άγρα, επιμέλεια – σχόλια – επίμετρο Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης, σελ. 175

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 586, 15.1.2010 (και εδώ).