Αρχείο για Νοέμβριος 2010

28
Νοέ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 78

Πέτερ Χάντκε, Χειμωνιάτικο ταξίδι στους ποταμούς Δούναβη, Σάβο, Μοράβα και Δρίνο ή Δικαιοσύνη για τη Σερβία. Καλοκαιρινό συμπλήρωμα στο χειμωνιάτικο ταξίδι, εκδ. Εξάντας, 1998, μτφ. Θεοδώρα Τσόκα, σ. 74-75 (Peter Handke, Eine winterliche Reise zu den Flüssen Donau, Save, Morawa und Drina oder Gerechtigkeit für Serbien. Sommerlicher Nachtag zu einer winterliche Reise, 1996).

Περίεργος ο ήχος του κουδουνιού, όταν χτυπήσαμε αργότερα στην πόρτα μιας πολυκατοικίας, στον κεντρικό δρόμο αυτής της ήσυχης, το βράδυ της Κυριακής, επαρχιακής πόλης της Γιουγκοσλαβίας· βρισκόμουν για πρώτη φορά εδώ, κι όμως είχε κάτι το οικείο (και θυμάμαι τώρα ότι κάπως έτσι βρέθηκα και πριν από τριάντα χρόνια μπροστά στην πόρτα μιας φίλης μου, βαθιά μέσα στην Κροατία). Περάσαμε μέσα: τρία φωτεινά και, πολύ σπάνιο για τη Σερβία, ζεστά δωμάτια (…)· η οικοδέσποινα είχε σπουδάσει αρχαιολογία στο Βελιγράδι και τώρα ήταν γραμματέας στο εργοστάσιο ηλεκτρισμού στον Δρίνο (…)· κάθε τόσο έριχνε, μέσα από τις καλοκλεισμένες κουρτίνες, μια ματιά στην αυλή, με την οποία συνόρευαν κι άλλες παρόμοιες πολυκατοικίες· χιόνι, χιόνι, κι όλο χιόνιζε κι άλλο.

Η Όλγα, η ντόπια, η γυναίκα από την Μπάνια Μπάστα, που γνώριζε όλες σχεδόν όλες τις κινηματογραφικές ταινίες του κόσμου, διηγιόταν τώρα πως δεν είχε πάρει είδηση ο κόσμος εδώ από τον πόλεμο που είχε ξεσπάσει σ’ ένα μόλις χιλιόμετρο απόσταση. Υπήρχαν πάντα οι φήμες ότι κατέβαιναν πλήθος από πτώματα κάθε τόσο το ποτάμι, αλλά δεν γνώριζε κανέναν που να τα είχε δει με τα μάτια του. Κανείς βέβαια, έτσι μας είπε, δεν κολυμπούσε πια στον Δρίνο· πριν από τον πόλεμο το ποτάμι ήταν, κι από τις δυο μεριές, κι από τη Σερβία κι από τη Βοσνία, γεμάτο κολυμβητές που περνούσαν από τη μια μεριά στην άλλη και πάλι απέναντι· τώρα είχαν σταματήσει κι οι εκδρομές με το πλοίο. (…)

Διότι αυτός ήταν ο πόλεμος στη Βοσνία, αν κι άλλες φορές σε μικρότερη, πολύ μικρότερη κλίμακα: τη μια νύχτα έπεφταν οι δολοφόνοι σ’ ένα μουσουλμανικό χωριό και την άλλη σ’ ένα σερβικό. Και τώρα είχαν μείνει εδώ, σ’ αυτή την πόλη πάνω στα σύνορα, οι Σέρβοι αναμεταξύ τους, και κανένας δεν ήξερε πώς να φερθεί στον άλλο.

Στον Μιχάλη Φακίνο

27
Νοέ.
10

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 14

Maria Moreno, Vida de vivos. Conversaciones incindentales y retratos sin retocar (2005)

Η κασέτα ως περιεχόμενο: μεταφορέας πολύτιμων συνομιλιών. Η κασέτα ως αντικείμενο: συγκινησιακό, πλέον, φορτίο άλλων εποχών.

26
Νοέ.
10

Josh Ritter – So Runs The World Away (Pytheas, 2010)

 

O Ritter δεν βγαίνει απλώς απ’ την καλύτερη παράδοση της φολκ (Hank Williams, Τ. Van Zandt, N. Drake, L. Cohen, B. Dylan, B. Springsteen, N. Young) αλλά και την βγάζει κάθε φορά ασπροπρόσωπη με τα νέα του στοιχήματα. Στην ουσία συγκαλύπτει έντεχνα όλους τους γεννήτορες, εντάσσοντας τον εαυτό του σε μια σύγχρονη παράδοση εξαιρετικών singer – songwriters που μπλεντάρουν τα πάντα και τίποτα.

Από το 1999 και την πρώτη φερώνυμη αυτοκυκλοφορία του μέχρι το έκτο φετινό προσπαθεί να πάει λίγο πιο πέρα το πολύπαθο είδος, με δίσκους άρτιους, ενδιαφέροντες, ενίοτε πολύ γοητευτικούς. Παραμένω πιστός στο Animal Years του 2006 αλλά βλέπω πως με ξεπερνά ο Στήβεν Κινγκ που σε άρθρο του το είχε επιλέξει ως τον καλύτερο δίσκο του έτους (όχι ότι θα αρχίσουμε να υπολογίσουμε τις επευφημίες των συγγραφέων, αλλά αν μη τι άλλο ο συγκεκριμένος ακούει τόνους αμερικάνικης μουσικής) και μάλλον εξεπλάγην από την μικρή πτώση του αντιπροπέρσινου The Historical Conquests of Josh Ritter που όπως γράφτηκε, ερχόταν κατευθείαν απ’ την παράδοση του Tin Pan Alley.

Είναι αδύνατο να μιλάμε για Ritter και να μην κάνουμε λόγο για τις ιστορίες του. Ο Αϊνταχίτης βιβλιοφάγος φίλος μας αλιεύει χαρακτήρες από σελίδες, μύθους και παγκόσμια ιστορία, και τους αφήνει ελεύθερους να τρέξουν στις συνθέσεις του. Όπως η αρχαιολόγος που ερωτεύεται έναν χιλιόχρονο ταριχευμένο φαραώ στο υπόγειο βαλσάκι The Curse, που ήταν το πρώτο κομμάτι που αναδύθηκε μετά το τρίχρονο μουσικό του μπλοκάρισμα. Ήταν να μην ξεμπλοκάρει: το επόμενο κομμάτι ήταν τόσο μεγάλο ώστε κατέληξε …μυθιστόρημα, έτοιμο προς έκδοση το επόμενο καλοκαίρι (Bright’s Passage).

Ισομερής περιπατητής μεταξύ Νότιας και Μεσοδυτικής Americana, ο Ritter συνεχίζει το ταξίδι με τους άδειους συρμούς του Southern Pacifica (η μαγικότητα του οποίου μάλλον θα αναδεικνυόταν με μια βραχνότερη, βαθύτερη φωνή) ως την δική του Annabel Lee, που είναι ένα πλοίο που αναγκάζεται συντετριμμένος ένας πολικός εξερευνητής να καταστρέψει για να επιβιώσει από το κρύο – σε μια στοιχειωτική επταλεπτάδα. Αλλού διαμοιράζει συναισθήματα και ιδέες, από την AOR του Paul Simon στο Lark ως την έγκληση των Tom Waits, Soulsaves και St Vincent στο Rattling Locks. Ο ίδιος δήλωσε πως πρόκειται για μια νέα περίοδο (κλισέ), με μακρύτερα τραγούδια (σωστό) με περισσότερες λεπτομέρειες (κι αυτό σωστό).

Πώς να καταφέρω τώρα να τον πείσω πως όταν αφήνει τις φολκ ηρεμίες και δυναμώνει την ένταση, κυριολεκτικά θαυματουργεί! Όπως στο βραδυφλεγές Change of Time ή το σταδιακά κλιμακούμενο Lantern. Ακόμα και στο ατόφιο σπιριτο-ρόκι Orbital, που οπωσδήποτε έπρεπε να παρατείνει το πιάνο στο τέλος. Η μοναδική διασκευή είναι αυστηρώς επιλεγμένη: μέσα στο παραδοσιακό Mississippi John Hurt (μετατρεπόμενο σε μια κλασική σε απλότητα και διαχρονικότητα ιρλανδική μπαλάντα) συναντιούνται με διόλου αναίμακτα αποτελέσματα μερικές φαντασματικές μορφές των murder ballad (Louis Collins, Delia, Stagger Lee). Αρχίζω όμως και εκνευρίζομαι με το φαινόμενο των άχρηστων (συνήθως εναρκτήριων) ινστρουμένταλ που αναιδώς αυξάνουν τον αριθμό των κομματιών – κοροϊδεύοντας ποιους πλέον; Από τον επόμενο δίσκο θα αφαιρείται μισός βαθμός.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

24
Νοέ.
10

Φίλιπ Ροθ – Η ταπείνωση

… όταν πια έφτανε στο θέατρο, ένιωθε εξαντλημένος, έντρομος που θα έβγαινε στη σκηνή. / Όλα όσα είχαν συντελέσει στο να γίνει αυτό που ήταν, τώρα δούλευαν εναντίον του, κάνοντάς τον να δείχνει σχεδόν ανισόρροπος./ Τώρα σκεφτόταν το κάθε τι, και κάθε τι αυθόρμητο και ζωντανό είχε πεθάνει: προσπαθώντας να το ελέγξει με τη σκέψη το κατέστρεφε.

Αρκούν αυτές οι τρεις προτάσεις, αλιευμένες από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, για να εκφράσουν την κατάσταση του Σάιμον Άξλερ. Ο φτασμένος θεατρικός ηθοποιός αρχίζει να κατηφορίζει με ταχύτητα από τις κορυφές της ζωής του: την υποκριτική, την δημιουργία, την καθημερινότητα. Η ικανότητα να απευθύνεται και να του απευθύνονται πάνω στη σκηνή είχε χαθεί, η μια λανθασμένη ερμηνεία διαδέχεται την άλλη. Παρατηρεί την προσωπική του κατάρρευσή, όπως άλλοτε την ηθοποιία του: παίζοντας τον ρόλο της ίδιας του της διάλυσης. Τώρα μοιάζει αυτός να βρίσκεται στο επίκεντρο εκείνου του παλιού ανέκδοτου με τον ηθοποιό που του υποδείκνυαν να μην πίνει κι εκείνος απαντούσε: Τι, και να βγω εκεί έξω μόνος μου; Ή στην παράκληση του Ολίβιε προς τους άλλους ηθοποιούς: Μη μ’ αφήνετε μόνο μου εκεί έξω.

Ακόμα και η ικανότητα επικοινωνίας με τις γυναίκες ξεθωριάζει, χάνεται. Εκείνος που κάποτε τις μάγευε εντός κι εκτός σκηνής, αποκαλύπτοντάς τους ότι είχαν τη δική τους ιστορία, τη δική τους φωνή κι ένα στυλ που δεν ανήκε σε καμία άλλη έχει μπλοκάρει οριστικά. Τώρα ο μόνος ρόλος που νοιώθει πως του ταιριάζει είναι ο ρόλος ενός ανθρώπου που παίζει έναν ρόλο. Ή ενός ανθρώπου που δεν συνοψίζει παρά τα μειονεκτήματά του, ενός υποψήφιου αυτόχειρα. Ο Άξλερ δεν αντέχει να περάσει άλλη μια μέρα απογυμνωμένος από τα χαρίσματά του.

Η «ανοικοδόμηση» της ζωής του θα προέλθει μέσα από τον έρωτα. Η σχέση του με την Πεγκίην όμως φέρει εξαρχής τα σπέρματα της τριβής. Εκείνη είναι κόρη οικογενειακών φίλων, κατά εικοσαετία νεαρότερη, με τις δικές της παρελθοντικές απορρίψεις και με δεκαεπτά χρόνια λεσβιακής ερωτικής ζωής. Ο Άξλερ επιδίδεται στην μεταμόρφωσή της ως εμφανίσιμης, ελκυστικής γυναίκας – τίποτα δεν του δίνει μεγαλύτερη χαρά. Στην ουσία όμως την κάνει την γυναίκα που θα ήθελε ο ίδιος, σαν να υποδυέται κάποια εντελώς διαφορετική απ’ ότι πραγματικά ήταν, ξένη προς την δική της αυτοαίσθηση. Το ζεύγος πειραματίζεται ερωτικά (αν και κάπως βεβιασμένα) σαν μια απεγνωσμένη προσπάθεια επανα-ζωής και προσπαθεί να αγνοήσει την αντίθεση των γονέων της Πεγκίην αλλά και το φάσμα της φθοράς που τους υπενθυμίζεται διαρκώς.

Έχουμε τυπικό Ροθ εδώ; Και ναι και όχι. Από τη μία η έκταση είναι σύντομη, ο λόγος ξεγυμνωτικά απλός, εβραϊκότητες και αυτοσαρκασμοί ξεχνιούνται για λίγο. Από την άλλη ο Ροθ συνεχίζει επίμονα να γράφει για την σωματική και πνευματική φθορά, τα γηρατειά και τον θάνατο, σ’ έναν ακόμα κρίκο στην αλυσίδα των τελευταίων του βιβλίων. Υπήρξε τόσο αυτοαναφορικός συγγραφέας που πιθανώς τώρα που βρίσκεται μπροστά τους δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, ίσως ψάχνει κι αυτός τις απαντήσεις του. Είτε διακρίνει πόσο σχετικά είναι τα πράγματα (στο Ζώο που Ξεψυχά τελικά δεν πέθαινε ο μεγαλύτερος σε ηλικία ήρωας αλλά η νεαρότερη ερωμένη του), είτε καταλήγει πως μόνο ο έρωτας σώζει, είτε απλώς συνεχίζει ως γερόλυκος που δεν εγκαταλείπει τον αγώνα, είτε αυτοκτονεί. Τελικά η μαγεία της υποκριτικής χάνεται χωρίς να υπάρχει κανένας σοβαρός λόγος. Δεν υπάρχει σοβαρός λόγος για οτιδήποτε συμβαίνει – όλα είναι ένα καπρίτσιο της τύχης, η πιθανότητα της ανατροπής. Συνεπώς ως συγγραφέας θριαμβεύει στα αυτονόητα. To θέμα είναι κατά πόσο αυτή η ιστορία θα διαβαζόταν (και θα εκθειαζόταν) εξίσου αν προερχόταν από άλλον συγγραφέα, εφόσον το θέμα έχει ήδη χιλιογραφτεί.

Οι καλύτερες στιγμές βρίσκονται σε δυο σημεία. Στους διαλόγους μεταξύ του ζεύγους (όπου η σκληρότητα του να μαθαίνει κανείς τα πάντα υπερτερεί της συναινετικής σιωπής) και μεταξύ του Σάιμον και της πρώην φίλης της Πεγκίην. Κυρίως όμως στις περί αυτοχειρίας σελίδες, κατά την περιγραφή της συνύπαρξής του στο ψυχιατρικό νοσοκομειακό εντευκτήριο με μια παρέα παραλίγο αυτοχείρων ασθενών, βυθισμένων ακόμα στο μεγαλείο της αυτοκτονίας, μαγεμένων από την εξουσίαση του ίδιου του θανάτου. Όλοι χρησιμοποιούν το λεξιλόγιο της λαϊκής ψυχολογίας ή της περιθωριακής αισχρολογίας, της χριστιανικής οδύνης, της παρανοϊκής παθολογίας. Εκεί ανακαλεί όλους τους αυτόχειρες ήρωες των δραμάτων όπου η αυτοκτονία εισβάλλει συχνά, λες και αποτελεί την καταστατική συνθήκη του θεάτρου: Έντα Γκάμπλερ, Δεσποινίς Τζούλια, Φαίδρα, Ιοκάστη, Λόμαν στον Εμποράκο, Σάιμον στη Μικρή μας Πόλη, Οφηλία, Οθέλλος, Ιβάνοφ, Κονσταντίν στο Γλάρο, Έντβιγκ στην Αγριόπαπια, Κρίστιν στο πένθος της Ηλέκτρας, Αίας και τόσοι άλλοι. Να είσαι σε θέση να πάρεις την απόφαση να φέρεις σε πέρας την πιο δύσκολη πράξη που υπάρχει. / Η αυτοκτονία είναι το μόνο πράγμα που μπορείς να ελέγξεις. Κάτι έχει στο μυαλό του – προς το παρόν όχι ο Ροθ, αλλά ο χαρακτήρας του.

Εκδ. Πόλις, 2010, σ. 170, μτφ. – σημ: Κατερίνα Σχινά (Philip Roth, The Humbling, 2009)

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ, υπό τον τίτλο: Μπολάνιο ή Ροθ; Μπόθ!.

22
Νοέ.
10

Ρομπέρτο Μπολάνιο – Οι άγριοι ντέτεκτιβ

Η λογοτεχνία δεν είναι αθώα (σ. 179)

1975, Πόλη του Μεξικού. Ο Χουάν Γκαρσία Μαδέρο αφηγητής μας και διακαώς εκκολαπτόμενος ποιητής βιώνει την μετεφηβική του έξαψη ακολουθώντας και παρατηρώντας με δέος τους Αρτούρο Μπελάνο και Ουλίσες Λίμα. Οι πληροφορίες για τις δυο αυτές μορφές είναι συγκεχυμένες: μακρυμάλληδες πλάνητες, αδιάντροποι πειραματιστές με ουσίες, κλέφτες βιβλίων, ερωτύλοι, συζητητές, φευγαλέοι ποιητές, απρόσιτοι αφοριστές, αυτόκλητοι αναβιωτές του «Ενστικτορεαλισμού» (Realismo visceral), ενός αγριεμένου λογοτεχνικού κινήματος που επιθυμεί να διαφύγει από την αυτοκρατορία του Νερούδα και κυρίως ανατινάξει τον Οκτάβιο Πας (με τον οποίον θα συναντηθούν αργότερα, σε κάποιες υποβλητικές σελίδες).

Κατά την μύησή του στον ιδιόμορφο ποιητικό κύκλο εμπλέκεται με πλήθος αινιγματικών προσώπων, με τις σερβιτόρες στο στέκι τους Μπρίχιδα και Ροσάριο και κυρίως με τις δυο μυστηριώδεις, διαφορετικά ερωτικές αδελφές Ανχέλικα και Μαρία Φοντ που κατοικούν στο σπίτι – χώρο συγκέντρωσης, όπου ένας σκοτεινός κήπος προκαλεί ιδιαίτερες αισθήσεις (δεν γίνεται να μην θυμηθώ, έτσι αδικαιολόγητα και αυθαίρετα, τις αδελφές Οκάμπο της παρέας του Μπόρχες).

Όπως το κίνημα τρέχει προς τους γκρεμούς του σουρεαλισμού, έτσι θα τρέξει και το αυτοκίνητο που δανείζονται οι Μπελάνο και Λίμα για να σώσουν την εκπορνευόμενη Λούπε από τον καταδυνάστη της, κι ενώ έχει προηγηθεί ένας αποκλεισμός του σπιτιού (που θυμίζει τα εντασιακά συναισθήματα της αντίστοιχης κατάστασης στη Γλυκειά Συμμορία). Θα ξαναβρούμε το αμάξι στο τρίτο μέρος του βιβλίου, ξεχυμένο στην έρημο της Σονόρα να αναζητά την εξαφανισμένη Σεσάρεα Τιναχέρο / Τιχάνα (αλλοτινή ψυχή του κινήματος), σε δρόμους όπου όλα μπορούν να συμβούν, σ’ εκείνους και σ’ εμάς. Αυτοί λοιπόν είναι οι Άγριοι Ντετέκτιβ; Αυτοί που του λένε κάποια στιγμή πως μαζί θα αλλάξουν την λατινοαμερικάνικη ποίηση και που «βάζουν τις τελευταίες πινελιές σε μια υπόθεση που θα αφήσει τους πάντες με ανοιχτό το στόμα»;

Εκεί που περιμέναμε ο συγγραφέας να συμπίπτει με τον αφηγητή, με διάφορους τρόπους αντιλαμβανόμαστε πως ο Μπολάνιο «είναι» ο Μπελάνιο. Αλλά τι σημαίνει είναι, στη γλώσσα του τόσο σαγηνευτικού χιλιανού συγγραφέα; Ποιος θα μας πει ποιος ήταν ο ίδιος και ποιος θα μας πει ποιος είναι αυτός που μας λέει; Αφού κι εδώ, στο δεύτερο και απογειωτικότερο μέρος, δεκάδες πρόσωπα – αυτόπτες περαστικοί της εικοσαετίας όπου πλέον διαδραματίζεται (1976 – 1996), με μόνο κοινό την διασταύρωση των πορειών τους με το μυστηριώδες δίδυμο, προσπαθούν να το προσωπογραφήσουν σε κάποιον υποτιθέμενο ερωτητή τους. Δίδυμο που με τη σειρά του χανόταν σε πορείες σκοτεινές και σχεδόν απελπισμένες, απλωμένες σε Ευρώπη, Ισραήλ και πάντα στην πολύπαθη Λατινική Αμερική.

Όπως πάντα αναρίθμητοι λογοτέχνες (Χοσέ Λεσάμα Λίμα, Μαξ Άουμπ, Πιερ Πάολο Παζολίνι, Ρειμόν Κενώ, Νικανόρ Πάρα, Αλφόνσο Κορτές, Λεονόρα Κάρινγκτον, Άλις Τόκλας, Τζόις Μανσούρ, Μαξ Ζακόμπ, Ρομπέρ Νεσνός, Αλφόνσο Ρέγες, Αντρέ Μπρετόν, Ρίτσαρντ Μπρόντιγκαν, Τζον Τζιόρνο, Βελιμίρ Χλέμπνικοφ) περνάνε από τις συνομιλίες μυητών, μυημένων, έτερων και εταίρων εντός κι εκτός κύκλου, όλων αυτών των «διπλωματούχων της θλίψης», συνήθως αιρετικά, απαξωτικά κι επικριτικά, καθώς η νεότητα κοχλάζει σε φλέβες και νευρώνες και τα πάντα αμφισβητούνται. Από απέναντι και η ρήση του δον Κρισπίν: το πρόβλημα με τη λογοτεχνία, όπως και με τη ζωή, είναι ότι πάντα στο τέλος καταλήγουν όλοι να μετατρέπονται σε μαλάκες.

Στο πιο επιτυχημένο του (εν ζωή) βιβλίο του ο Μπολάνιο (1953-2003) γίνεται για άλλη μια φορά υποβλητικός, εξαιρετικός αναπαραστάτης μιας ατμόσφαιρας (συγκεκριμένης εποχής, ασαφούς μυστηρίου, θλιμμένης νεότητας), ενός σκοτεινού ερωτισμού, μια διάχυτης – αδιόρατα εφιαλτικής – πολιτικής ατμόσφαιρας, μιας γοητευτικής λογοτεχνικής αρχειομανίας, με όλα αυτά τα περιοδικά, τα δυσεύρετα έντυπα, τις χέρι με χέρι εκδόσεις, τα σκόρπια ποιήματα, τις περίφημες φήμες. Από τη μια, λες πως αυτές οι τρυφερές μετεφηβικές ηλικίες που καθορίζουν και παραμορφώνουν τα πάντα ή έστω τα καθοριστικότερα των πάντων είναι που διαθλούν τις πραγματικότητες σε τέτοιο βαθμό ώστε να παρουσιάζονται όλα όπως παρουσιάζονται. Από την άλλη δεν είναι δυνατό να αγνοήσεις την ίδια την Λατινική Αμερική: εκεί που συμβαίνουν αυτά τα πράγματα και είναι καλύτερο να μη σπάει κανείς το κεφάλι του ψάχνοντας λογική απάντηση όταν μερικές φορές δεν υπάρχει λογική απάντηση (σ. 177). Είναι στιγμές που οι χαρακτήρες επαληθεύουν μια από τις προϋποθέσεις της ενστικτορεαλιστικής ποιητικής γραφής: την «παροδική αποσύνδεση από έναν ορισμένο τύπο της πραγματικότητας». Ή όπως γράφει κάποια στιγμή ο Μαδέρο: Όλα μου φάνηκαν σαν μια παγίδα, σαν ένα παιγνιώδες σχόλιο για την ίδια μου την ύπαρξη (σ. 107).

Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ. Κώστας Αθανασίου, σελ.711 (Roberto Bolaño, Los detectives salvajes, 1997)

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

21
Νοέ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 77

Εδγάρδο Κοζαρίνσκι, Ο Μολδαβός σωματέμπορος, εκδ. Πάπυρος, 2008, μτφ. Αλίκη Βασώνη, θεώρηση μτφ. Δήμητρα Παπαβασιλείου, σελ. 45 (Edgardo Cozarinsky, El rufián moldavo, 2004).

Υπάρχει κάτι το ιδιαίτερα πνιγηρό στα χειμωνιάτικα απογεύματα στο Μπουένος Άιρες, στο φως που φθίνει, στην υγρασία∙ κενά κυριακάτικα απογεύματα, που σε καλούν μονάχα να βρεις καταφύγιο σε μια εμμονή. Πιστεύω πως σε μερικούς δίνεται η ευκαιρία για έρωτα, για χάδια, για γλυκόλογα στ’ αυτό, για περιπτύξεις μέσα σε τέσσερις τοίχους και ζεστά σεντόνια, προτού βγουν μέσα στη νύχτα∙ για άλλους υπάρχει η παράλληλη ζωή των μυθιστορημάτων ή του κινηματογράφου. Αναγνωρίζω πως είμαι υπερβολικά ντροπαλός για το πρώτο, που το δοκίμασα ελάχιστες φορές και με αδέξιο τρόπο∙ αλλά και υπερβολικά απαιτητικός για το δεύτερο, που μου αιχμαλωτίζει την προσοχή για λίγο μόνο, αφήνοντάς μου μια έντονη αίσθηση ανικανοποίητου.

Στην Έφη Καλογεροπούλου

 Υ.Γ. Ο Δαίμων του Λογοτεχνείου είμαστε εμείς. Αλλά οι Άγγελοι της Διόρθωσης είναι άλλοι, ευτυχώς για μας. Ευχαριστούμε.

20
Νοέ.
10

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 13

Patrick White, The tree of man (1955)

Όταν μάθουμε να σκιτσάρουμε και να σκιαγραφούμε το δέντρο μας, συνειδητοποιώντας πως η απλότητα αρκεί για μια ζωή, τότε, πιθανώς, θα έχουμε την βλάστηση που μας αξίζει.

18
Νοέ.
10

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 512 (Νοέμβριος 2010)

 

Αφιέρωμα Ίαν ΜακΓιούαν

Ο μοντερνισμός οδήγησε σ’ ένα αδιέξοδο. Απουσία χαρακτήρων, πλοκής. Τίποτε δεν συμβαίνει. Πιστεύω ότι αυτό είναι ανιαρό. Μπορείς να έχεις όλη την ανασφάλεια του κόσμου, μυθιστορήματα που αναδιπλώνονται, αλλά παράλληλα μπορείς να έχεις και ιστορίες, χαρακτήρες. Αυτός που εκφράζει, είμαι σίγουρος, τις σκέψεις πάρα πολλών από εμάς είναι ο Ίαν ΜακΓιούαν, αλλοτινό μέλος της χρυσής γενιάς (golden generation) των 70ς/80ς (Έιμις, Ισιγκούρο, Μπαρνς, Κάρεϊ), ένας από τους σπουδαιότερους εν ζωή βρετανός συγγραφέας και μάλλον σπάνιος συνδυασμός λογοτεχνικών αξιώσεων και δημοφιλίας. Για τον ΜακΓιούαν το μυθιστόρημα οφείλει να κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Το πρόβλημα του μυθιστορήματος, λέει, είναι ότι συχνά γίνεται βαρετό, σε βαθμό που σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι για το πώς επιβιώνει ως φόρμα. Πες τα χρυσο(γενια)στομε!

Γι’ αυτό και όχι μόνο εφοδίασε τους χαρακτήρες του με θέματα σκοτεινά, σεξουαλικότητα νοσηρή και ξεσπάσματα βίαια (διόλου τυχαίο το παρατσούκλι ΜακΆμπρ) αλλά και φρόντιζε να κλιμακώνει την ένταση έντεχνα και βασανιστικά. Η πρώτη του περίοδος υπήρξε περισσότερο θριλερική, με ιστορίες σαν «καλοστημένα νοητικά πειράματα ενός κυνικού και ψύχραιμου ανατόμου», ενώ στην δεύτερη τα γνώριμα θέματά του (η διαμάχη θρησκείας – επιστήμης / πίστης – ορθολογισμού και κυρίως η σαρωτική επίδραση ενός τυχαίου, συνήθως ακραίου συμβάντος στη ζωή των ηρώων) γίνονται πειστικότερα και αληθοφανή. Κι είναι ένας ακόμα συγγραφέας που βγήκε από τα μαθήματα δημιουργικής γραφής των Μάλκολμ Μπράντμπερι και Άνγους Ουίλσον (ήταν μάλιστα ο μόνος που το παρακολουθούσε – πώς αλλάζουν οι καιροί…)! Το αφιέρωμα επιμελήθηκε ο Λευτέρης Καλοσπύρος, εμπλουτίστηκε από την Μαρία Ξυλούρη (αμφότεροι έχουν απογειώσει τα αφιερώματα του περιοδικού) και συμπληρώθηκε με μια συζήτηση από την εκπομπή της Μικέλας Χαρτουλάρη και του Ανταίου Χρυσοστομίδη (απ’ όπου και το παράθεμα).

Ας σημειωθεί ακόμα η πλήρης δημοσίευση δυο εκτεταμένων ομιλιών από λογοτεχνικές εκδηλώσεις, του Αλέξη Ζήρα για την Ρέα Γαλανάκη και του Βίκτωρα Ιβάνοβιτς για τον Νάνο Βαλαωρίτη. Είναι κρίμα γενικώς ομιλίες (που αν μη τι άλλο έχουν υποστεί την ευγενή βάσανο της επεξεργασίας εκ μέρους των ομιλητών) να μην δημοσιεύονται αργότερα σε συναφή έντυπα και να χάνονται στην ασθενή μνήμη των ακροατών τους και μόνο. Η Ευγενία Φακίνου μάς συστήνει το πρωταγωνιστικό ασύμβατο δίδυμο του φρέσκου της πονήματος, το «κομικό» Peanuts έγινε 60 χρονών αλλά κι εμείς τώρα τελευταία δεν αισθανόμαστε πολύ καλά…Αλλά οι χαρακτήρες του νέου ΜακΓιούαν (Solar) θα περάσουν μάλλον χειρότερα…

 

17
Νοέ.
10

The Walkmen – Lisbon (2010)

Αν ρωτήσεις 100 ανθρώπους να σου πουν ποιο κομμάτι θα κρατήσουν απ’ τους Walkmen στην βαλίτσα με τα οριστικά τραγούδια, οι 95 θα πουν το The Rat. Φαίνεται πως και εδώ η ορμή υπερισχύει της εσωτερικότερης έντασης, γι’ αυτό μάλλον λίγους θα συνεπάρει το συναρπαχτικό Stranded. Ίσως πρέπει να είναι κανείς πολύ απογοητευμένος από το ροκ εντ ρολ για συγκλονίζεται από έναν σχεδόν λατινογενή θρήνο, τραγουδισμένο από έναν (ξανά) ζαλισμένο ντυλανικό φωνάρχη, που σέρνει τα βήματά του δίπλα σε εμβατηριακά πνευστά σαν σε νεκρώσιμη πομπή. Ενώ τέσσερις νότες των χάλκινων έτσι όπως είναι ριγμένες, μοιάζουν με ένα σημείο του …. ιταλικού εθνικού ύμνου. Και μόνο για το Stranded δηλαδή παραμένουμε Λισαβώνα.

Λίγοι θα έπαιρναν στο βαλιτσάκι το Another One Goes By από το Α Hundred Miles Off που στο προσωπικό μου πηχολόγιο αποτελεί τον δίσκο που καλούνται κάθε φορά να ξεπεράσουν. Αλλά ήδη νοιώθω να τους αδικώ: πώς γίνεται να περιμένεις εξέλιξη σε ένα σχήμα που εξαρχής χάραξε τα όρια του ράντσου του; Στο δικό τους ακίνητο τα δεδομένα είναι ακίνητα: ένα ροκ εντ ρολ με συγκεκριμένη πηγή και φυσιογνωμία, ο αμερικανικός ήχος και ο απανταχού νότος, η μεμψιμοιρία και η ήρεμη αποδοχή μιας ζωής που δεν είναι αυτό που υποσχέθηκε. Γι’ αυτό και εξ ορισμού οι Walkmen δεν θα αλλάξουν. Θα παραμένουν το ίδιο γοητευτικά παράφωνο σχήμα, με κομμάτια που σχεδόν ποτέ δεν σκάνε ή δεν σε ανεβάζουν αλλά συνεχίζουν ακόμα κι εκτροχιασμένα απ’ το δρόμο, μέχρι να σβήσει η βενζίνη. Θα προτείνουν από ένα έως κανένα χάιλαιτ αλλά δίσκους που ακούγονται ολόκληροι, ρέοντες, συνεκτικοί, χωρίς τίποτε περιττό, που ορισμένες φορές θες να τους πετάξεις από την επανάληψη της καμπανιστής τους γκρίνιας κι άλλες ξέρεις πως θα σε συντροφεύσουν στην απόγνωσή σου, παιγμένοι στο τέρμα, όταν ψάχνεις τις χαμένες απλότητες του ροκ.

Τι με νοιάζει αν ο τύπος τους συνεχίζει με τον ίδιο και απαράλλακτο τρόπο να αντηχεί σαν ένας Ντύλαν ενός Ολοκαίνουργιου Κόσμου (Brave New World, ή όπως το μετέφραζαν παλιά οι αδαείς Γενναίος Νέος Κόσμος, αλλά σ’ έναν τέτοιο πρέπει να σταθεί και να πουλήσει!) ενίοτε τόσο απροκάλυπτα και συχνότερα τόσο ύπουλα; Τι με κόφτει που το ανώτεμπο ριφ του Woe Is Me θα το αβαντάραμε περισσότερο αν προερχόταν από τους Go Betweens ή τόσους άλλους απόντες; Τι με πειράζει που το Torch song είναι διαιώνισμα τόσων και τόσων δεκαετιών αν μπορώ μ’ αυτό έστω να ονειρευτώ πως θα χορέψω αγκαλιστί με την κυρά του δικού μου σαλουνιού;

Η μπάντα επισκέφθηκε δις την πόλη της ονοματοδοσίας του δίσκου, σε εποχή πλήρη βροχοπτώσεων, πράγμα που δεν τους εμπόδισε να συνεπαρθούν και να (της τον) αφιερώσουν. Φυσικά ουδεμία ιβηρική επιρροή δεν προστέθηκε στον ήχο τους: οι Walkmen ανέκαθεν υπήρξαν σχήμα λατινογενούς ροκ έμπνευσης. Φέτος έκλεισαν δεκαετία, και πώς μετράται άραγε η ενηλικίωση ενός σχήματος; Αντίστοιχα μ’ ενός σκύλου; Πάντως το αίμα τους παραμένει πάντα μπλε, (μάρτυράς μου το έκτο κομμάτι), μπλε της μοναξιάς και του αχανούς ουρανού.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Για τους προ-προηγούμενους Walkmen εδώ. Στις φωτογραφίες: οι 5 νέοι προτού περάσει το απορριματοφόρο και η εμπνέουσα πόλη.

16
Νοέ.
10

Περιοδικό Κλήδονας, τεύχος 4 (Μάιος 2010)

 

Αφιέρωμα στη Συνάντηση

Μπορείτε να πείτε ποια υπήρξε η κεφαλαιώδης συνάντηση της ζωής σας; — Μέχρι ποιο σημείο αυτή η συνάντηση σας έδωσε, σας δίνει την εντύπωση του τυχαίου; Του αναγκαίου; Αυτό ήταν το θέμα μιας έρευνας που δημοσιεύτηκε το 1933 στο υπερρεαλιστικό περιοδικό Minotaure. Στη συνάντηση λοιπόν, «ένα από τα προνομιακά πεδία άσκησης και καταγραφής της υπερρεαλιστικής εμπειρίας», που ο υπερρεαλισμός έβλεπε ως συνάντηση της εξωτερικής αναγκαιότητας και της εσω­τερικής επιθυμίας είναι αφιερωμένο το τρέχον κληδονισμένο περιοδικό. Σ’ αυτή τη στιγμή που δεν είναι κατ’ ανάγκην ερωτική και που πλέον περιλαμβάνει και ένα λαβύρινθο δυνητικών συναντήσεων, π.χ. διαδικτυακών, που ταυτόχρονα είναι τυχαία και αναγκαία και μπορεί αιφνίδια να αλλάξει τις ζωές.

Ανθολογούνται (και συναντιούνται) κείμενα πλούσια πλείστων πλουμιστών υπερρεαλιστών (André Breton, Benjamin Péret, Paul Éluard, Jean Schuster, Mary Low, Ody Saban, Rafet Arslan, Vicente Gutierrez Escudero και Eugenio Castro), μέλη και φίλοι της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών κατά – γράφουν, -θέτουν και -φέρνουν να εκφράσουν προσωπικές συναντήσεις και κατα-λυτικές εμπειρίες αλλά και μοιράζονται τα σατανικά τους παιχνίδια. Παλιά βιβλία Βίπερ Νόρα βγαίνουν από το Μπαούλο με τα Βίπερ και ξαναδιαβάζονται «αλλιώς»

Η παρέμβαση του ανθρώπου μέσα στη ζωή των λέξεων υλοποιείται ως μία πράξη απόλυτου έρωτα που πραγματοποιείται διά του βιασμού και διαπράττεται διά του σοδομισμού έγραφε ο Γάλλος υπερρεαλιστής Guy Cabanel, που κυκλοφορούσε τις συλλογές του εκτός εμπορίου με σίγουρο όμως αναγνώστη και εκθειαστή τον Μπρετόν, διατηρούσε συχνές επαφές με μέλη της παρισινής υπερρεαλιστικής ομάδας χωρίς όμως ποτέ να ενταχθεί σε αυτήν, χρησιμοποίησε μια προσωπική μορφή «φωνητικής και γλωσσικής Καμπάλα» και άσκησε μια ποίηση αυτοματική, συνειρμική, συνεπαρμένη και παραισθησιακή. Αυτή η ποίηση μεταφράζεται εδώ από τον Σωτήρη Λιόντο, όπως κι ένα αφήγημα της Annie le Brun, ενώ με αφορμή τον πρόσφατο θάνατό του κορυφαίου Αμερικάνου υπερρεαλιστή της Ομάδας του Σικάγο Franklin Rosemont ο Νίκος Σταμπάκης μας εισάγει στην προσωπικότητά του και μας μεταφράζει 2 κείμενά του.

Κλείνω ξανά με τον Cabanel: Αφήνω τις λέξεις να ερωτεύονται. Τις ερωτεύομαι. Έρχονται με βροντώδη πληθώρα. Πολλές είναι νεκρές. Ακούω αυτές που επέζησαν…Όταν γράφω, ελπίζω σε μιαν αποκάλυψη που εκείνη τη στιγμή δεν θα ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί με διαφορετικό τρόπο, ενώ με κάθε μία από τις λέξεις που οριστικά τοποθετώ στο χαρτί, μου ανοίγεται ένας καινούργιος ορίζοντας. [σελ. 112]

15
Νοέ.
10

Ντον Ντελίλλο – Άνθρωπος σε πτώση

Ο λευκός θόρυβος της 11/9

«Σε τι παλιούς νεκρούς πολέμους μαχόμαστε. Νομίζω ότι τούτες τις μέρες χάσαμε χιλιάδες χρόνια» (σ. 60).

Η προοικονομημένη ματιά του σπουδαίου αμερικανού μυθοπλάστη στην καταστροφή της 11/9 εξετάζει όπως πάντα την εμπλοκή και διείσδυση του δημόσιου στο ιδιωτικό αλλά εστιάζει περισσότερο στο δεύτερο: στην μετατραυματική ψυχογράφηση μιας σειράς προσώπων που καλούνται να επιβιώσουν κυρίως ψυχοσυναισθηματικά μετά το εκκωφαντικό ξέσπασμα του πολιτικού τρόμου. Με ποιο τρόπο μπορεί κανείς να συνεχίσει να ζει και να δικαιολογήσει την ύπαρξή του αρχικά σ’ ένα κόσμο βουής, σκόνης και αιθάλης κι έπειτα κατάρρευσης, δέους και διάχυτου φόβου;

Οι χαρακτήρες (η παραμορφωτική οπτική των οποίων διασπείρεται με άτακτη σειρά σε προ-σχηματικά κεφάλαια) αναζητούν ο καθένας τον δικό του τρόπο σωτηρίας ή «διαφυγής». Ο Κηθ επιστρέφει στην συζυγική εστία, αδυνατώντας να ζήσει στα στενά όρια της ζωής που είχε επιλέξει και επικεντρώνεται στο πόκερ, στην μόνη βεβαιότητα των περιστάσεων που βίωσε δραματικά: την τύχη. Πολύ περισσότερο αναζητά την ανάσα μέσα στις «διασταυρούμενες αναμνήσεις» με μια επιζώσα γυναίκα. Η «ζαλιστική πραγματικότητα» που μοιράστηκαν στο κλιμακοστάσιο του πύργου δημιουργεί έναν αόρατο δεσμό που καθορίζει κάθε συναισθηματική τους επιλογή. Η σύζυγός του Λιάν επαληθεύει την φράση του Κίρκεγκωρ «Ολόκληρη η ύπαρξη με φοβίζει» και αναζητά την θεραπεία στον λόγο, μελετώντας την δική του διαχείριση της επίθεσης και καθοδηγώντας ανθρώπους με αλτσχάιμερ (τους μελλοντικούς αμνήμονες της Ιστορίας;) σε συνεδρίες αφήγησης ιστοριών, «στο σημείο συνάντησης ενόρασης και μνήμης που επιτρέπει η πράξη της συγγραφής», αλλά και η αποσιώπηση.

Ο Ντέιβιντ Τζάνιακ υποδύεται τον Άνθρωπο σε Πτώση (τον ανώνυμο υπάλληλο που, όπως δεκάδες άλλοι, βούτηξε στο χάος από το παράθυρο του γραφείου του), σε μια αμφιλεγόμενη καλλιτεχνική παράσταση αιώρησης στο κενό, υποδεικνύοντας την μοναδική δυνατότητα ξορκισμού ή κατανόησης του ακατανόητου: μέσω της τέχνης. Τα παιδιά αφομοιώνουν τον τρόμο με μυστικοπάθεια και αγωνιώδη επιφυλακή για το κακό. Η εκδοχή της άλλης πλευράς, πέρα από την υπενθύμιση της ματαιότητας της εθελοτυφλίας ως προς τα αίτια της τρομοκρατίας, εκφράζεται από τον Μάρτιν, πρώην «δυτικό» τρομοκράτη, τους Αμίρ και Χαμάντ, μουσουλμάνους που φέρουν την εσαεί πληγωμένη αξιοπρέπεια της θρησκευτικής τους κοινότητας και τους εκκολαπτόμενους τρομοκράτες που «απηχούν την κραυγή της ιστορίας, την εξιστόρηση της ήττας και χιλιάδες χρόνια δρώμενων, που αιωρούνται πάντα στην ατμόσφαιρα». Όλοι αναζητούν μια υπαρξιακή επιβεβαίωση, όπως η παράδοσή του χαρτοφύλακα των ερειπίων από τον Κηθ στην κάτοχο, που ψελλίζει: «Αναρωτιέσαι ποια ιστορία πηγαίνει μαζί με τον χαρτοφύλακα. Εγώ είμαι η ιστορία».

Αν δεν συνέβαινε όμως εκείνο θα ζούσαν όλοι κανονικά κι ευτυχισμένα; Ή το γεγονός απλώς ανατίναξε τους ψυχισμούς προς ένα συλλογικότερο (έστω και ψευδαισθητικά) τοπίο; Άραγε ο Πίπτων Άνθρωπος εφάρμοσε την τελευταία εναπομείνασα πράξη ελευθερίας, την επιλογή του τρόπου ενός δεδομένου θανάτου; Η φαντασίωση της καταστροφής αντικαθρεφτίζει εκείνη του πλούτου και της δύναμης; Μήπως η στάσιμη καταβαράθρωση του καλλιτέχνη υποδεικνύει την προσωπική τους πτώση από κάθε αξία και νόημα ζωής, γι’ αυτό και είναι τόσο ανεπιθύμητη; Ιδού ο μοντέρνος Υπέργειος και Υπέργηρος Κόσμος κατά ΝτεΛίλλο: η πόλη σε οιονεί πολιορκία, τα κτίσματα ως νεκρή φύση, ο Θεός σε αποθέωση ή απόρριψη, άδεια πουκάμισα και κόλλες χαρτί σε αιώρηση στον ουρανό, και άνθρωποι που αδυνατούν να αφομοιώσουν την Ιστορία τους, που έχει όμως πλέον εισχωρήσει στον οργανισμό τους. Ακριβώς όπως τα «οργανικά θραύσματα», τα μικρά καρούμπαλα που αναπτύσσονται ύστερα από καιρό στους επιζώντες εξαιτίας μικροσκοπικών κομματιών σάρκας και οστών που εκτοξεύονται με τέτοια δύναμη και ταχύτητα, που παγιδεύονται στο πλησιέστερο σώμα.

Εκδ. Εστία, 2010, μτφ. Έφη Φρυδά, σελ. 313 (Don DeLillo, Falling Man, 2007)

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 629, 13.11.2020 (και εδώ).

14
Νοέ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 76

Τζακ Κέρουακ – Ο γυρισμός του ταξιδευτή, εκδ. Απόπειρα, 2007, εισαγ. – μτφ. Γιάννης Λειβαδάς, σ. 165 (Jack Kerouac, Passing through, από το βιβλίο Desolation Angels, 1965).

Ένα πλήθος Αμερικανοί αρρωστημένοι ξαφνικά σε ξένες χώρες πρέπει να νοιώθουν την ίδια κάψα για την παιδική τους ηλικία, όπως ο Γουλφ θυμάται εξαιρετικά βασανισμένος σε κάποιο δωμάτιο της Οξφόρδης το μοναχικό ήχο του μπουκαλιού του γαλατά το ξημέρωμα στη Βόρεια Καρολίνα, η ο Χέμινγουεϋ βλέπει ξαφνικά τα φθινοπωρινά φύλλα του Ανν Άρμπορ σ’ ένα μπουρδέλο στο Βερολίνο. Ο Σκοτ Φιτζ με δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια του στην Ισπανία σαν σκέφτεται τα παλιά παπούτσια του πατέρα του στην πόρτα του αγροτικού σπιτιού. Ο Τζώννυ Σμιθ ο Τουρίστας ξυπνάει μεθυσμένος σ’ ένα δωμάτιο με ρωγμές στην Κωνσταντινούπολη κλαίγοντας για παγωτό με σόδα την Κυριακή το Απόγευμα στο Ρίτσμοντ Χιλλ Σέντερ.

Στην Δήμητρα Κολλιάκου

13
Νοέ.
10

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 12

                                                    Malcolm Bradbury, Eating people is wrong (1959)

Άραγε το σκίτσο στο εξώφυλλο (που θυμίζει τις γελοιογραφίες παλαιών ελληνικών περιοδικών) προσπαθεί να συναγωνιστεί την ελαφρότητα ή τον παραλογισμό του τίτλου; Ή η κωμική προκάλυψη είναι ό,τι ιδανικότερο για μια διόλου κωμική συνέχεια;

12
Νοέ.
10

Αλμπέρτο Μοράβια – Περιπλάνηση στην Αφρική

Εδώ έχουμε μια εκλογή ημερολογιακών γραπτών και ανταποκρίσεων (για την εφημερίδα Corrierre della Sera, μεταξύ των ετών 1983 και 1986) από τα αφρικανικά ταξίδια του Μοράβια, που συνολικά κράτησαν δεκαοχτώ χρόνια. Πρόκειται για κείμενα όπου ο χρόνος κατανέμεται σε μέρη και ώρες ημέρας και νύχτας, και όχι με ενδείξεις μήνα ή χρόνου. Διαβάζοντας τα βιβλία του Καπισίνσκι και του Μοράβια για την Αφρική έχει κανείς την αίσθηση ότι έχουν δει δυο διαφορετικές ηπείρους. Σε σχετική παρατήρηση, ο Καπισίνσκι απαντά (μάλλον διπλωματικά) πως ο Μοράβια ταξίδεψε ως συγγραφέας, ενώ εκείνος ως αιχμάλωτος της δουλειάς του. Τα ταξίδια στις όμορφες φύσεις της υποχώρησαν μπροστά στην αναγκαιότητα να βρίσκεται στα κέντρα των βραστών εξελίξεων. Ιδού λοιπόν μια θεμελιώδης διαφορά: ο Μοράβια εστίασε σχεδόν αποκλειστικά τη μαγεία της μαύρης ηπείρου.

Ήδη από την πρώτη σελίδα παραδέχεται πως δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τα πολιτικο-κοινωνικο-ιδεολογικά ζητήματα της Αφρικής λόγω της μεγάλης του αγάπης. Την παραλληλίζει με μια όμορφη γυναίκα που λατρεύει και που προτιμά να μιλήσει για την ομορφιά της παρά για τις πολιτικές της απόψεις ή την οικονομική της κατάσταση. Γι’ αυτό και στέκεται περισσότερο ως παρατηρητής παρά ως εμπλεκόμενος, χωρίς να αρνείται τα αυτονόητα, όπως π.χ. όταν βλέπει πως ο επίγειος παράδεισος των εθνικών πάρκων αποτελεί εμπόρευμα που καταναλώνεται, πως τα «οικολογικά άδυτα» συντηρούνται με τεράστια έξοδα (Ο Αδάμ και η Εύα επιστρέφουν στον επίγειο Παράδεισο αλλά επί πληρωμή) ή διακρίνει την αποικιοκρατική ή εξωτική χροιά της λέξης «ανακαλύπτω» λες και οι δυτικές «ανακαλύψεις» δεν υπήρχαν από πάντα, λες κι ένας τόπος πρέπει να αποκτήσει όνομα για να υπάρξει. Οι Αφρικανοί δεν έχουν καμιά ανάγκη να ονομάσουν τις λίμνες τους.

Ο Μοράβια γράφει με την έκπληξη του παρθενικού δυτικού επισκέπτη και ενδιαφέρεται περισσότερο για το θρησκευτικό δέος παρά για τα νέα πρόσωπα που πασχίζει να αποκτήσει η ήπειρος, και πιο πολύ για την φύση παρά για τους ανθρώπους. Αισθάνεται πως βρίσκεται μέσα σε αφρικανικό παραμύθι του Νιγηριανού Άμος Τουτουόλα, σαν το My life in the bush of ghosts (ένας τίτλος που έφτασε στα δικά μας αυτιά μέσω Brian Eno και David Byrne), πως μ’ αυτούς τους έναστρους ουρανούς βρίσκεται σε πίνακα του Βαν Γκογκ. Αντιμετωπίζει με στωικότητα την απρόθυμη έως εχθρική υποδοχή στα καταλύματα των ιεραποστολών, με σκυλιά που γαβγίζουν και φρουρούς με ναπολεόντεια τουφέκια να αρνούνται την φιλοξενία, τα ξενοδοχεία που μπορεί να ονομάζονται Εξέλσιορ αλλά είναι ισόγειες παράγκες με σιδεριές αντί για τζάμια στις πόρτες και τα παράθυρα εφόσον το γυαλί παραείναι ακριβό, το συνηθισμένο «μποτιλιάρισμα» ακίνητων, βυθισμένων στη λάσπη φορτηγών και αυτοκινήτων. Δεν τον ενοχλεί η γνώριμη βασανιστική επαναληπτικότητα του τοπίου, η δυσκολία του ύπνου από το γνωστό νυχτερινό ζωολογικό πανδαιμόνιο της Αφρικής ή η παραπλάνηση από την αφρικανική αγορά, που σε μεθάει επειδή «προσποιείται την πιο ξέφρενη αφθονία μέσα σε μια ήπειρο όπου η σπάνις αποτελεί τον κανόνα».

Ο συγγραφέας επιλέγει να διαβάζει για …πλήρη αντίθεση Λουκρήτιο και Λεοπάρντι (που επίσης μίλησαν για την φοβερή αλλά διαφορετική φύση), τους Πράσινους Λόφους της Αφρικής του Χεμινγουέι (τον οποίο χαρακτηρίζει «εστέτ της εξόντωσης»), την αφρικανική εμπειρία του Σελίν στο Καμερούν (Όσο μακρύτερα, τόσο καλύτερα!) αλλά οι πιο ενδιαφέρουσες γραμμές βγαίνουν από το βιβλίο του Ρενέ Ντυμόν (Η μαύρη Αφρική έκανε κακή αρχή) ο οποίος είχε μιλήσει περί νοτιοαμερικανοποίησης της Αφρικής καθώς οι χώρες της συχνά αποτελούν πόλεις – βιτρίνες, πίσω από τις οποίες όμως το μαγαζί είναι άδειο, αλλά και πόλεις – βαμπίρ, που ρουφούν ανθρώπους και πρώτες ύλες από τη χώρα και στέλνουν τους πρώτους στις παραγκουπόλεις και τις δεύτερες στο εξωτερικό.

Τανζανία, Ζαΐρ, Γκαμπόν, Ζιμπάμπουε: το ταξίδι συνεχίζεται σε «πεδιάδες ατέλειωτης και αδιατάρακτης ελευθερίας», στην πρωτεύουσα του Μπουρούντι με τα φώτα των πολυάριθμων δρόμων που έχουν χαραχτεί κι οι οποίοι παραμένουν άδειοι από αυτοκίνητα, μέσα στα ζώα και στη φύση με το απειλητικό βάρος ιδιότροπης και απρόβλεπτης θεότητας, εκεί «όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν». Ο Μοράβια ταξίδευε με φίλους, συχνά δε με τον Πιερ Πάολο Παζολίνι (φωτ.) ο οποίος, πάντα με τις αισθήσεις σε επιφυλακή και ουδέποτε κουρασμένος, μετά το δείπνο εξαφανιζόταν για τα βραδινά του κυνήγια, από τα οποία γυρνούσε μες στη μαύρη νύχτα, με τα μάτια του διεσταλμένα και την ανάσα του κομμένη. (…) Ποτέ δεν διαμαρτυρόταν που τον ξυπνούσαμε τόσο άγριες ώρες. Παρέμενε μονάχα μια στιγμή ακίνητος, κάρφωνε το βλέμμα στο ηλιόλουστο πρωινό σαν ένας τυφλός χωρίς ελπίδα κι έπειτα ξανάπαιρνε ένα από τα πιο φιλικά και γλυκά του χαμόγελα. «Ώρα να συνεχίσουμε το ταξίδι, το ξέρω, ναι, πάμε, θα είμαι έτοιμος σε μια στιγμή».

Εκδ. Κέδρος, 2010 [Σειρά Τerra incognita], μτφ. Παναγιώτης Σκόνδρας, 268 σ., με βασική βιβλιογραφία και πλήρες χρονολόγιο του συγγραφέα (Alberto Moravia, Passegiate africane, 1987).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

11
Νοέ.
10

Hawkwind – Blood Of The Earth (Eastworld Recordings, 2010)

 

Οι Hawkwind αποτελούν μια σπάνια, ιδιάζουσα περίπτωση με την οποίο είναι αδύνατο να ξεμπερδέψεις με τρεις αράδες. Ακόμα κι αν επιθυμεί κανείς να περιοριστεί αποκλειστικά σε κάποιο δίσκο, είναι αδύνατο να εστιάσει μόνο στη μουσική, από τη στιγμή που κάθε έργο τους αποτελεί ένα σύνολο ήχων, εικόνων, εικαστικών, ιδεών, σημειώσεων και κειμένων, τα οποία άλλωστε αποτυπώνονται στις εκπληκτικές τους εκδόσεις (πολύ περισσότερο στο άπλετο χώρο των βινυλιακών εσώφυλλων) ή αναζητούνται «με άλλο τρόπο». Συνεπώς πάντα θα αποφαινόμαστε απολύτως υποκειμενικά και θα υποκλινόμαστε απολύτως εθελοντικά.

Όλα είναι Hawkwind εδώ: από τους τίτλους και το εξώφυλλο, ως το μεδούλι της δημιουργίας τους. Δεν μοιάζει να έχει υπάρξει μεγάλη διαφορά από πλείστους παρελθοντικούς δίσκους τους, αλλά για έναν εξειδικευμένο χωκγουιντολόγο οι διακρίσεις είναι εμφανείς όπως για έναν εντομολόγο ακόμα κι οι πλέον όμοιες πεταλούδες έχουν θαυμαστές διαφορές. Ο Dave Brock (φωτ.) πέρασε τα … 70 και μάλλον τιμητικά μπαίνει πρώτος στον αγωνιστικό χώρο με δυο εισιτήρια κομμάτια. Ο ακροατής βέβαια θα ηλεκτριστεί αργότερα από το Sweet Obsession με αέρα και φως κλασικού, μόνο που πρόκειται για την δεύτερη ζωή ενός τριαντάχρονου κομματιού από το πρώτο σόλο του Brock (Earthened to the Ground, 1984). Που μαζί με το You’d Better Believe It από το θρυλικό 74άρι τους Hall of the Mountain Grill συμπληρώνουν μια δυάδα επανεκτέλεσης – επανασύνδεσης με τα πρώτα τους διασημό – πλοια.

Ο Jason Stuart δεν ζει πια στην Γη, αλλά φεύγοντας έχει αφήσει την καταληκτήρια σύνθεση, σαν ηχητική συνοδεία στον κοσμικό του θάνατο. Οι Alan Davey και Arthur Brown έφυγαν, νέο αίμα καλείται να αποδείξει ότι αξίζει να βρίσκεται στο πλήρωμα, το οποίο άλλωστε έχει κοινά δικαιώματα στην σύνθεση. Ο Tim Blake διαπράττει την πρώτη του συνθετική εμπλοκή στο σχήμα εδώ και …30 χρόνια, ο Mr Dibs είναι πιο αποδοτικός, αλλά είναι ο Niall Hone που βγάζει εις πέρας την αποστολή «Εκτυφλωτικό Ορχηστρικό» (Green Machine). Η κοσμική τους σκηνογραφία περιλαμβάνει ακόμα, όπως πάντα, μια παρολίγον (ανατολίζουσα) ψυχοτροπική εκτροπή (Comfey Chair) και μερικές επικές σάγκες, τα ξέρετε αυτά.

Διαπιστώνεται μια έλλειψη υπερβολής που πάντα κυκλοφορούσε ανάμεσα στα τραγούδια, το καθαρό ροκ εντ ρολλ υπόστρωμα σβήνει περιττά λίπη, ορισμένες συνθέσεις μοιάζουν να γράφτηκαν χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία (εξ ου και ο δίσκος περισσότερο ελκύει λόγω ονόματος και κοσμικής αίγλης παρά ως αυτό καθεαυτό αριστείο), άλλα μοιάζουν να έχουν ήδη διανύσει χιλιόμετρα σκηνής σε live κι απλώς στο ρελαντί να παρκάρουν στο στούντιο. Εντύπωση κάνουν τα καθαρά post punk φωνητικά του Wraith – κάποιος νεαρότερος τραγουδιστής εμβαπτίζεται εδώ στην γαλαξιακή τους σκόνη. Ένας δεύτερος live δίσκος συμπληρώνει την περιορισμένη CD έκδοση με 7 κομμάτια (μαζί με το Long Gone του Syd Barrett και μια φετινή συνέντευξη).

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

10
Νοέ.
10

Ρίσαρντ Καπισίνσκι – Αυτοπροσωπογραφία ενός ρεπόρτερ

Με ρωτούσαν συχνά εάν έχω σκοπό να μεταναστεύσω. Και απαντούσα: Μα έχω ήδη μεταναστεύσει. Το σπίτι μου είναι κάπου αλλού, σε κάποια άλλη χώρα.

Έχουμε ήδη γνωρίσει τον Καπισίνσκι από τρία έργα που πέρσι συγκεντρώθηκαν και σε ενιαίο τόμο: Έβενος. Το χρώμα της Αφρικής, Ο πόλεμος του ποδοσφαίρου, Ταξίδια με τον Ηρόδοτο (από τις ίδιες εκδ.). Στα πρώτα δύο πλησίασε «γράφοντας» την Αφρική ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον – στο δεύτερο τριγύρισε και την Λατινική Αμερική. Στο τρίτο δοκίμασε μια ηροδότεια πλεύση του «μακρινού» κόσμου, προσεγγίζοντας την Ασία. Υπήρξε ο πρώτος μόνιμος πολωνός ανταποκριτής στην Αφρική κι ένας από τους πλέον αξιανάγνωστους ταξιδευτές δημοσιογράφους – συγγραφείς. Η επιμελήτρια του βιβλίου ζήτησε και πήρε από τον ίδιο ένα τεράστιο πάκο κειμένων, τα περισσότερα από τα οποία ήταν – συχνά δυσεύρετες – πολωνικές δημοσιεύσεις (κυρίως συνεντεύξεις, αλλά και διαλέξεις, συζητήσεις κλπ.) ώστε να επιλέξει τα πλέον ενδιαφέροντα κομμάτια τους και να συγκεντρώσει το απόσταγμα τόσων χρόνων ταξιδιών και εμπειρίας.

Υπεύθυνος για πενήντα αφρικανικές χώρες, αυτόπτης μάρτυρας είκοσι επτά επαναστάσεων, με πάνω από σαράντα χρόνια «στο δρόμο» ο Καπισίνσκι ήταν ανέκαθεν περίεργος για τον κόσμο και πάντα ανήσυχος όταν άφηνε οποιοδήποτε μέρος του «ανεπίσκεπτο». Ακόμα κι όταν βρισκόταν σε μια χώρα, αναρωτιόταν μήπως έπρεπε να βρίσκεται κάπου αλλού. Δεν πήγαινε πουθενά χωρίς βαριά θεωρητική προετοιμασία, δεν είχε άλλο κίνητρο από το πάθος. Είχε πάντα στο νου του πως μπορεί να μην ξαναβρισκόταν ποτέ στο ίδιο μέρος, γνώριζε πως στο ταξίδι οφείλει κανείς να είναι μόνος. Έβλεπε πάντα τη δουλειά του ως προορισμό, ως αποστολή. Δεν θα εξέθετε τον εαυτό του σε τόσους κινδύνους αν δεν ένιωθε πως επρόκειτο για κάτι σημαντικό που ένιωθε υποχρεωμένος να το μεταδώσει. Έβλεπε πως η εξαθλίωση δεν κλαίει, δεν έχει φωνή, υπομένει σιωπηλά, δεν επαναστατεί. Οι εξαθλιωμένοι δεν εξεγείρονται, οπότε χρειάζονται κάποιον να μιλήσει γι’ αυτούς. Δεν είχε αυταπάτες: γνώριζε πως ο ρους της ιστορίας δεν αλλάζει, αλλά μπορεί κανείς να περιορίσει τη φρίκη της.

Ο Καπισίνσκι αισθανόταν καλύτερα στα πιο απομακρυσμένα σημεία του κόσμου – στην Αφρική, την Λατινική Αμερική, την Ασία. Στον Τρίτο Κόσμο πάνω απ’ όλα προσαρμοζόταν από τη δεύτερη μέρα. Τα ξενοδοχεία τρίτης κατηγορίας που άλλοτε ήταν μια αναγκαιότητα, αργότερα αποτελούσαν συνειδητή επιλογή, αφού εκεί συναντούσε πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους (Στα πιο φτωχά ξενοδοχεία μπορείς συχνά να πέσεις πάνω σε συναρπαστικές προσωπικότητες). Σ’ ένα σημείο ήταν τυχερός: ο Τρίτος Κόσμος αποτελούσε πεδίο όπου οι ιδεολογικές πιέσεις από την πλευρά της εξουσίας ήταν πολύ μικρότερες απ’ αυτές που ασκούνταν π.χ. στον ανταποκριτή της Μόσχας ή της Πράγας. Η κατάσταση στη Ρουάντα ή στο Τσαντ σε καμιά περίπτωση δεν απειλούσε την εξουσία.

Μια διαρκής αντίφαση ενυπάρχει στην δουλειά του: από τη μια ανακαλύπτει έναν συναρπαστικό, άγνωστο κόσμο, από την άλλη το δημοσιογραφικό τέλεξ είναι τόσο επιφανειακό και ατελές που χάνεται όλη η πληρότητα και η διαφορετικότητα αυτού του κόσμου. Γι’ αυτό και ξεκίνησε να γράφει βιβλία: για να ακυρωθεί ο παροδικός και κοινότοπος χαρακτήρας της δημοσιογραφίας του πρακτορείου ειδήσεων. Στον τύπο, στην τηλεόραση όλα κλίνουν προς τη συντόμευση – κανείς χώρος για τον πλούτο των αποχρώσεων. Σε μια εφημερίδα δεν έχουν θέση το περιβάλλον, το κλίμα και η ατμόσφαιρα ενός δρόμου, τα κουτσομπολιά που κυκλοφορούν σε μια πόλη, χιλιάδες στοιχεία που συνιστούν την αλήθεια ενός γεγονότος.

Στην Αφρική εκρήγνυνται η αποκάλυψη μιας ασυνήθιστης αλήθειας – ότι δεν είμαστε μόνοι σ’ αυτό τον κόσμο, ότι ανήκουμε στην μεγάλη πολυπληθή ανθρώπινη οικογένεια και «μας ενώνουν πολλές κλωστές και καλώδια που απλώνονται προς κάθε κατεύθυνση». Ο Κ. προσπαθεί να μιλήσει για την συναίσθηση αυτής της τεράστιας χωρικής αλλά κυρίως πολιτισμικής απεραντοσύνης που είναι αδύνατο να καταγραφεί. Ήδη από το 1912 ο πολωνός ανθρωπολόγος Μαλινόφσκι είχε (βλάσφημα για την εποχή) γράψει πως ο κόσμος των πολιτισμών δεν είναι ιεραρχικός και πως όλοι είναι ίσοι. Σήμερα η νοοτροπία μας παραμένει ευρωκεντρική – λες και επιστρέφουμε στον 19ο αιώνα όπου οι άνθρωποι σκέφτονταν σε επίπεδο λαού, περιφέρειας ή ηπείρου. Κι ας γνωρίζουμε με βεβαιότητα πως οι πολιτισμοί του κόσμου είναι ατέλειωτοι. Ήμουν σ’ ένα πόλεμο που διαρκεί εδώ και σαράντα χρόνια, στο Σουδάν, παρόλο που πολύ λίγοι άνθρωποι τον γνωρίζουν, κι αν τον γνωρίζουν, ανήκει στους «ασήμαντους» ή «ξεχασμένους.

Γράφω για πολέμους και ονειρεύομαι την ειρήνη. Όταν όμως βρίσκεσαι σε πόλεμο (ο οποίος ούτως ή άλλως είναι αδύνατο να περιγραφεί)), η ίδια η κατάσταση σε κάνει να εμπλέκεσαι τόσο συναισθηματικά, ώστε τελικά να ταυτίζεσαι με την πλευρά στην οποία βρίσκεσαι. Η ίδια η πολεμική κατάσταση, γράφει, γεννάει μια υποκειμενικότητα. Εδώ ήταν η μεγάλη δυσκολία: να τραβήξει τη γραμμή ανάμεσα στην προσωπική συμμετοχή και στην περιγραφή. Διόλου τυχαία αναφέρει το πείραμα που έκανε Έλενα Πονιατόφσκα ως άριστο παράδειγμα των προβλημάτων μιας τέτοιας δημοσιογραφίας. Η μεξικανή συγγραφέας έγραψε το χρονικό της σφαγής εκατοντάδων φοιτητών το 1968 στην πλατεία Τλατελόλκο χρησιμοποιώντας διηγήσεις πάνω από εκατό ανθρώπων που ήταν αυτόπτες μάρτυρες: όλες διαφέρουν εντελώς η μία από την άλλη.

Κάθε φορά που βρισκόταν με τους νομάδες στη Σαχάρα έβλεπε πως ελάχιστα μπορούσε να τον βοηθήσει ολόκληρος ο ευρωπαϊκός πολιτισμός. Όλες του οι γνώσεις, όλος ο Καντ και ο Σπινόζα ήταν άχρηστοι μπροστά στο χάος της Σαχάρας. Δεν υπάρχει Σπινόζα στη Σαχάρα. Από την ομάδα των ρεπόρτερ που ταξίδευαν στον κόσμο την δεκαετία του ’60 μόνο αυτός απέμεινε να τριγυρνάει χωρίς τέλος. Οι άλλοι έγιναν επικεφαλής δικτύων, σταθμών, οίκων, τύπων, παρέμειναν ακίνητοι. Εκείνος αισθανόταν άσχημα κάθε φορά που βρισκόταν σε σταθερό ή ανιαρό περιβάλλον. Για να γράψει ρεπορτάζ χρειαζόταν δυνατά συναισθήματα και βιώσεις. Πάντα ήταν γεμάτος «άγραφες», όπως έλεγε, ιστορίες και αναρωτιέμαι τώρα που μας έχει αφήσει, πόσες από αυτές παρέμειναν άγραφες.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2010, επιλογή κειμένων και εισαγωγή: Κριστίνα Στρόντσεκ, μτφ. από τα πολωνικά: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, σελ. 172 (Ryszard Kapuściński, Autoportret reportera, 2003).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr. Το «μπαρ» της τελευταίας φωτογραφίας σερβίρει βενζίνη. Ο Καπισίνσκι αναφέρει συχνά περίπτωση προμήθειας βενζίνης από κάποιο κρυφό δωμάτιο όπου τον οδήγησε μια …έγκυος Μασάι.

07
Νοέ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 75

Auguste Strindberg, Απόκρυφο ημερολόγιο, μτφ. Κατερίνα Σουμπασάκου, περιοδικό Η Λέξη, αφιέρωμα Το ημερολόγιο, τ. 59-60 (Νοέμβρης  – Δεκέμβρης 1986), σ. 1174 (χωρίς περαιτέρω ενδείξεις).

[25, 26, 27, 28 Σεπτεμβρίου]

Το παρελθόν μου; Μπορεί κανείς να ξεμπερδέψει τα νήματα της ζωής ενός ποιητή; Έχει κανείς το δικαίωμα να μετανοιώσει για το παρελθόν από το οποίο άντλησε μαθήματα; Και από το γεγονός ότι δεν έβγαλε τον εαυτό του στη σκηνή; Ζήσαμε όπως μπορέσαμε – όχι όπως το θελήσαμε! Το να σέρνεται κανείς στη λάσπη, όπως εγώ, είναι από μόνο του μια τιμωρία! Ό,τι κακό έχω κάνει, στο μεγαλύτερο μέρος του, το έκανα από άγνοια και σε στιγμή πάθους – όπως και άλλα πολλά! Και μήπως δεν τιμωρήθηκα αρκετά; (Δες «Στη Δαμασκό», Τρίτο Μέρος).

Στον Μανόλη Ξεξάκη

06
Νοέ.
10

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 11

Isaac Bashevis Singer, Gimbel the fool (1953)

Αυτές δεν είναι εκφράσεις ή μάσκες ενός, έστω και εν τίτλω, ηλιθίου. Είναι όψεις οιουδήποτε προσώπου, που προσπαθεί να αποκτήσει «πρόσωπο» διαφορετικό από το αληθινό του.

05
Νοέ.
10

Club 8 – The People’s Record (Labrador, 2010)

 

Όταν το φορμάτ της Σουηδικής ποπ αναδεύεται από ζουμερές αναταράξεις δυτικοαφρικανικών και καραϊβικών ρυθμών, τότε κάνουμε μια στάση να δούμε τι γεύση έχει το χαρμάνι. Κι όταν μιλάμε για την εμπλοκή του ντουέτου με την αυρίσια θηλυκιά φωνή τότε πρέπει να ετοιμαζόμαστε για τις εντονότερες χρωματικές αποχρώσεις. Έκπληξη λοιπόν: Ο έβδομος δίσκος της Johan και της Karolina αφήνει τα συννεφιάσματα και κοιτάζει κατάματα τον ήλιο του νότου. Όχι ότι είχαν ποτέ κανένα φόβο για τις ρυθμικές αναμίξεις· και την bossanova αγκάλιασαν, και κάτι χορευτικότητες θώπευσαν, αλλά εδώ μιλάμε για κάτι διαφορετικό: ένα υβρίδιο αφρο-κουβανέζικης, βραζιλιάνικης και αφρικανικής πολυρρυθμίας.

Λοιπόν, τους πάνε τα οργιαστικά κρουστά (βλέπε Κουβανός περκασιονίστας), και αφήνονται να παρασυρθούν απ’ τον κυματιστό ρυθμό. Βέβαια δεν είναι ο συναρπαστικός δίσκος που θα σε ξετινάξει από την καρέκλα και θα σε ρίξει σε διακαή κινησιολογία. Όχι μόνο εξαιτίας του αυτονόητου το πρωτότυπο να υπερτερεί του αντίγραφου αλλά κι επειδή το είδος δεν είναι τόσο απλό όσο φαντάζεται κανείς. Αντίθετα, περιέχει παγίδες που χάσκουν μπροστά τους: δεν σμιλεύουν διαφορές ανάμεσα στα τραγούδια αλλά αφήνουν το ένα να αποτελεί συνέχεια κι επέκταση του άλλου, λες και φοβούνται μην διαταράξουν τον χορό. Έτσι υπάρχει μια έντονη ομοιογένεια που καταλήγει ισοπεδωτική.

Αλλά ιδού κι η κατάρα όλων εμάς των παλαιών καραβανών, που λιώσαμε στη μουσική και τώρα όλα μας φαίνονται déjà vu και déjà attendu. Όταν έχεις αγαπήσει τους Weekend και την Alison Statton, έστω στην πιο light εκδοχή της έγχρωμου/μαύρου κόσμου, τότε ακόμα κι αυτός ο συνδυασμός ανεξάρτητης – κιθαριστικής – θηλυκής ποπ ακούγεται δευτερογενής. Αλλά παραμένει ο απόλυτος θερινός ήχος!

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
Για τον προηγούμενο δίσκο των Club 8 πετάξου εδώ.

03
Νοέ.
10

Κοσμάς Χαρπαντίδης – Μανία πόλεως

Ξεφυλλίζοντας στερήσεις

Ήδη από την αρχή ένας από τους αφηγητές ομολογεί πως η σιγανή αναταραχή των χιλιάδων περασμένων κατοίκων της πόλης τον έπεισε πως δεν έστεργαν ν’ αφηγηθούν την ιστορία της, γιατί ποτέ δε θεώρησαν τις αφηγήσεις προνόμιο της δικής τους τάξης – πόσο μάλλον μετά την εξάντληση της πολύωρης καπνεργασίας ή του φορτώματος των πλοίων με τόνους παστάλια. Άρα έπρεπε ο ίδιος αυτοπροσώπως να φροντίσει να μη μείνει πέτρα χωρίς σημάδια, προειδοποιώντας μας πως ο ρυθμός δεν θα είναι ενιαίος (και όντως δεν είναι, ευτυχώς) αλλά εναλλασσόμενος: πότε άρρυθμο μπλουζ της Φορντ, πότε αργό μακεδονίτικο, πότε μπαγλαμάς του καλντεριμιού, πότε βαλς και σονατίνες.

Αυτοί που σήκωσαν την πόλη στα χέρια θα σταθούν τώρα δίπλα στην γραφίδα του. Όμως τι θα έχουν απέναντί τους, τώρα που στη θέση των καπνομάγαζων και των αρχοντικών που τους φόβιζαν οικοδόμησαν την άδεια τους ψυχή σε μια πόλη που δεν μπόρεσε ποσώς ν’ αντισταθεί και που το βράδυ κρύβει τις ατέλειές της κάτω από μισοκρυμμένους φωτισμούς; Δεν υπάρχουν σκοτεινές γωνιές και μυστήριο (…) Και φυσικά, όταν βρέχει, η Ομονοίας, χωρίς ανθρώπους να την περπατούν, πλαγιάζει μόνη, σκοτεινή και θλιβερή.

Η φωνή του δεν ακούγεται απ’ τους περαστικούς αλλά τουλάχιστο η σκυτάλη της αφήγησης αθόρυβα αλλάζει χέρια και χείλια: ενός πρόσφυγα, μιας γάτας, ενός αλλοτινού μαθητή, κάποιου που φρόντιζε να στοιβάζονται τα κομούνια σε σαπιοκάραβα για τα ξερονήσια, του μικρού παιδιού που (δεν) έμαθε να ζει με τα βήματα και τη σκιά του χαφιέ. Κατόπιν αναλαμβάνουν κι άλλοι: ένα κορίτσι που μετατέθηκε στο νότο, κάποιος που επιθυμεί να μιλήσουν οι φωνές που τον κατοικούν, ο γνωστός πάντα εξομολόγος που λέγοντας πως θέλει να φύγει αναζητά στηρίγματα και δικαιολογίες να μείνει, κι εκείνοι που με τα χέρια έσκαψαν το κοίλο των Φιλίππων για να καθίσουν οι πρώτοι θεατές, που έρχονταν με φακούς και κεριά να δουν τους ηθοποιούς να βγαίνουν από τα αρχαία χαλάσματα και να μιλούν τον αρχαίο λόγο, χωρίς σκηνικά και φωτισμούς.

Μιλούν για πρόσφυγες που αναζητούσαν κρυψώνες για να παστωθούν, για άντρες που ψήθηκαν στη στέρηση, καπνέμπορους που προτίμησαν να χαθούν παρά να ξεπέσουν, λαδωτές και λαδωμένους, για ένα ζεύγος αυτοχείρων που το έπνιγε η ζωή, για ταλαντούχους ηθοποιούς που παιδεύονταν τα κυριακάτικα απογεύματα σε δωμάτια με χαλασμένες σόμπες, ψάχνοντας κάτι παραπάνω από το χειροκρότημα μιας σχολικής απαγγελίας. Διανύουν τα μέρη όπου αντηχούσαν οι φωνές τους και τους συναντούν να ξεπηδούν από φτηνά και ευτελή προγράμματα παραστάσεων, χιονισμένους απ’ τη λήθη. Στέκουν απορημένοι κάτω από ένα δέντρο που φυσάει και ξεφυλλίζουν τις στερήσεις και τους ρόλους που δεν έπαιξαν.

Στα 31 σύντομα αφηγήματα (σε συμπληρωμένη επανέκδοση, μετά την αρχική των εκδ. Επικαιρότητα 1993) επιστρατεύονται όλοι οι δυνατοί τρόποι διήγησης, θύμησης και αναθύμησης: άλλοτε αρκεί η γραμμική ιστορία ενός κτιρίου, άλλοτε οι αθόρυβες βιογραφίες των απλών ανθρώπων ή ο κατάλογος των συνεργατών μιας «έγκριτης» τοπικής έκδοσης και βέβαια οι πάντα συνομιλούσες φωτογραφίες, εδώ του Αρχείου του Λαογραφικού Μουσείου και του Ιστορικού Αρχείου του Δήμου Καβάλας αλλά και σύγχρονων φωτογράφων. Άλλωστε οι λέξεις τώρα αποτελούν το μόνο χειροπιαστό υπόλειμμα από τις μονόχωρες γειτονιές που πνίγηκαν στα λύματα και στα ποντίκια και πρέπει να (ξε)σκεπάσουν τις αναθυμιάσεις θειούχων λιπασμάτων, την μούχλα, την τσίκνα, τον καπνό που δεν εξαφάνισε καμία άσφαλτος και καμία πολυκατοικία και πάνω απ’ όλα τη σιωπή: Σιωπή, σιωπή, σιωπή. Σαν αρρώστια, σαν ιός, επιβεβλημένη, με ρόπαλα και σκούρα γυαλιά, με φαρμακερές ματιές, με λόγια – ατσάλι που δεν ειπώθηκαν, αλλά αιωρήθηκαν για μια στιγμή και τα εισέπραξαν οι ηττημένοι. Ποιος πληρώνει το αντίτιμο της σιωπής και ποιος λόγος είναι ο νικητής; (…) Χρόνια μετά κατάλαβα πως μία επίπτωση της ήττας ήταν και η σιωπή. Και πως όλοι οι μεγάλοι σιωπηλοί ήταν οι χαμένοι αριστεροί που τότε αναζητούσα. Και ήταν πολλοί τότε, γιατί η πόλη βούλιαζε στη σιωπή κι άλλον ήχο δε γνώριζε. (σ. 80)

Ο Κοσμάς Χαρπαντίδης (Κάτω Νευροκόπι Δράμας, 1959) ζει από το 1986 στην Καβάλα όπου εργάζεται ως δικηγόρος και αποτελεί μια από τις πλέον αντιπροσωπευτικές λογοτεχνικές φωνές της πόλης (βλ. την ευρύτερη θέση του στην Λογοτεχνική της Χωροταξία και τις σχετικές επισημάνσεις στο βιβλίο «Παλίμψηστο Καβάλας. Ανθολόγιο μεταπολεμικών λογοτεχνικών κειμένων», σε εισαγωγή, επιμέλεια και ανθολόγηση των Ευρυπίδη Γαραντούδη και Μαίρης Μικέ, Αθήνα – Καβάλα, Καστανιώτης – Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας, 2009). Μιας Καβάλας που καθρεφτίζεται σε μια λογοτεχνική αποτύπωση όπου συνυπάρχουν η σωματικότητα και η μνημονικότητα, μιας αλλοτινής καπνούπολης που πλέον έγινε πόλη δημοσίων υπαλλήλων, πόλη χωρίς πρόσωπο, αντίγραφο τόσων άλλων. Μόνο τη θάλασσα δεν τόλμησαν ν’ αλλάξουν οι νέοι άποικοι. Αυτήν την θεώρησαν υπεράνω πάσης υποψίας.

Εκδ. Κέδρος 2010, σελ. 109.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 23, φθινόπωρο 2010. Οι φωτογραφίες (Έξοδος καπνεργατών του οίκου «Μ.Λ. Έρζοκ και Σα» και Αναγνωστήριον Σωματείου Καπνεργατών Η Ευδαιμονία) είναι από την εξαιρετική ιστοσελίδα του Ιστορικού και Λογοτεχνικού Αρχείου Καβάλας.

01
Νοέ.
10

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 33. Κυριάκος Αθανασιάδης

 

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.
Παλαιοί πολλοί. Δεν έχω αλλάξει γούστα από δεκαετίες τώρα. Πολύ ανάκατα, και για να αναφέρω μόνο δέκα: Σαίξπηρ, Κάφκα, Πόε, Ντοστογιέφσκι, Μέλβιλ, Χόθορν, Μαν, Παπαδιαμάντης, Λιούις Κάρολ, Λάβκραφτ. Από συγχρόνους ο Μπόρχες, υπερβολικά. Και ο Μπάροουζ, πάρα πολύ. Από ζώντες (μολονότι δε διαβάζω πολλούς) ο Κόρμακ Μακάρθι. Περισσότερο όμως από καθετί απολαμβάνω την παλπ πεζογραφία τρόμου, κυρίως του πρώτου μισού τού 20ού αιώνα (αλλά και τη σύγχρονη).

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.
Το πιο αγαπημένο μου από παλιά: ο «Τρίστραμ Σάντι», περισσότερο κι από τον «Δον Κιχώτη». Σχεδόν όλος ο Ντοστογιέφσκι. Πολλά ακόμα, και μάλιστα και αρκετά «φτηνά» επίσης. Από τωρινά δεν έχω άποψη, δυστυχώς – η γνώση μου της σύγχρονης λογοτεχνίας είναι εξαιρετικά ελλιπής.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Του Πόε. Του Όσκαρ Γουάιλντ. Του Μπράντμπερι. Τα υπέροχα «Βιβλία του Αίματος» του Κλάιβ Μπάρκερ και το συγκλονιστικό «Εργοστάσιο Εφιαλτών» του Τόμας Λιγκότι από σύγχρονα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Ο Θανάσης Τριαρίδης, στα αμιγώς λογοτεχνικά κείμενά του.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Όχι, ποτέ. Ξεχνώ αμέσως ό,τι και να γράψω.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.
Ο Δον Κιχώτης.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Όχι, ποτέ.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Έγραφα πάντα από την αρχή ώς το τέλος ό,τι έγραφα, χωρίς σκελετό ή σημειώσεις. – Από σκέψεις της στιγμής, τίποτε ιδιαίτερο.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Δεν άκουγα τίποτε (κανέναν ήχο) όταν έγραφα. Δεν έχω καμία ιδιαίτερη προτίμηση, είμαι απολύτως άμουσος.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
«Ιστορίες υπερβολής»: πρωτόλεια διηγήματα, επηρεασμένα από μια μάλλον «γκόθικ» ατμόσφαιρα. «Δώδεκα»: Επιστημονικής Φαντασίας – κάθε Κεφάλαιο είναι γραμμένο σε διαφορετικό ύφος του Φανταστικού. «Μικροί Κόσμοι»: μυθιστόρημα μέσα σε μυθιστόρημα μέσα σε μυθιστόρημα, όλα τους ατελή και, αν μου επιτρέπεται, καθώς καταπιάνονται με επίδοξους συγγραφείς, «φιλολογικού τρόμου». «Το Σάβανο της Χιονάτης»: η προσπάθεια ενός συγγραφέα να γράψει το απόλυτο αριστούργημα. «Το Βασίλειο του Αποχαιρετισμού»: ίδιο θέμα με το προηγούμενο, απλώς εδώ ο συγγραφέας αυτοπροσδιορίζεται ο ίδιος ως έργο τέχνης – το πιο αιματοβαμμένο μου βιβλίο και εξ αυτού και το «πιο αγαπημένο». «Πανταχού Απών»: η ιστορία ενός σίριαλ κίλερ – το πιο παλπ βιβλίο μου και με την περισσότερη «graphic violence».

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
«Κακορραφίες»: πολύ στενάχωρα διηγήματα «φαντασίας και τρόμου», γραμμένα μέσα σε μία εικοσαετία.

Πώς βιοπορίζεστε;
Δύσκολα… Είμαι επιμελητής εκδόσεων από τα είκοσί μου – φριλάνσερ εδώ και έναν χρόνο.

Ασχολείστε επισταμένα με την επιμέλεια λογοτεχνικών κειμένων αλλά και την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβουν συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Η δουλειά μου μου κλέβει πολύ χρόνο γενικώς, αλλά και άλλες δραστηριότητές μου με αποσπούν πολύ από πράγματα που θα ήθελα να κάνω – ουσιαστικά δεν έχω (ή αδυνατώ να βρω) χρόνο για γράψιμο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Ντρέπομαι, αλλά τίποτε. Ας πούμε τον «Μέλμοθ» του Μάτσουριν, που επιμελούμαι.

Τι γράφετε τώρα;
Τίποτε, εδώ και καιρό.

Άρης Θεσσαλονίκης. Καλύπτετε καίρια πόστα, όπως της εξέδρας και της μέγιστης ψυχικής εμπλοκής. Πότε θα διαβάσουμε περί αυτών; Έχει (γενικότερα) ο Άρης τη λογοτεχνική κάλυψη που του αρμόζει;
Καμία ομάδα δεν έχει, αλλά δεν πειράζει. Αρθρογραφώ τον τελευταίο χρόνο σε μία εφημερίδα, προσπαθώντας να μιλήσω για τον ΑΡΗ ως Τέχνη και ως «απορία» και «ανάγκη». Το κόρπους των άρθρων αυτών υπερβαίνει τις 300.000 λέξεις, και δεν απασχολείται ιδιαιτέρως με το ποδόσφαιρο καθαυτό – αλλά με τα άλλα που προείπα. Είμαι ευχαριστημένος από τη δραστηριότητά μου αυτή, που άλλωστε τη θεωρώ λογοτεχνική.

Παραμένουμε στα ανοιχτά γήπεδα. Σε γνωστή διαδικτυακή πλατεία βρήκαμε μια δίδυμη φωτογραφία σας με την κιτρινόμαυρη φανέλα, τότε και τώρα. Τι άλλαξε, τι μένει ίδιο;
Τίποτε δεν άλλαξε – και τίποτε δεν έμεινε ίδιο. Δεν είναι ευφυολόγημα, κυριολεκτώ.

Δημοσίευση και εδώ.

Αναρτήθηκε από πανδοχείον στις 7:04 μ.μ.



Νοέμβριος 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
2930  

Blog Stats

  • 1.046.987 hits

Αρχείο