Αρχείο για Νοέμβριος 2010

28
Νοέ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 78

Πέτερ Χάντκε, Χειμωνιάτικο ταξίδι στους ποταμούς Δούναβη, Σάβο, Μοράβα και Δρίνο ή Δικαιοσύνη για τη Σερβία. Καλοκαιρινό συμπλήρωμα στο χειμωνιάτικο ταξίδι, εκδ. Εξάντας, 1998, μτφ. Θεοδώρα Τσόκα, σ. 74-75 (Peter Handke, Eine winterliche Reise zu den Flüssen Donau, Save, Morawa und Drina oder Gerechtigkeit für Serbien. Sommerlicher Nachtag zu einer winterliche Reise, 1996).

Περίεργος ο ήχος του κουδουνιού, όταν χτυπήσαμε αργότερα στην πόρτα μιας πολυκατοικίας, στον κεντρικό δρόμο αυτής της ήσυχης, το βράδυ της Κυριακής, επαρχιακής πόλης της Γιουγκοσλαβίας· βρισκόμουν για πρώτη φορά εδώ, κι όμως είχε κάτι το οικείο (και θυμάμαι τώρα ότι κάπως έτσι βρέθηκα και πριν από τριάντα χρόνια μπροστά στην πόρτα μιας φίλης μου, βαθιά μέσα στην Κροατία). Περάσαμε μέσα: τρία φωτεινά και, πολύ σπάνιο για τη Σερβία, ζεστά δωμάτια (…)· η οικοδέσποινα είχε σπουδάσει αρχαιολογία στο Βελιγράδι και τώρα ήταν γραμματέας στο εργοστάσιο ηλεκτρισμού στον Δρίνο (…)· κάθε τόσο έριχνε, μέσα από τις καλοκλεισμένες κουρτίνες, μια ματιά στην αυλή, με την οποία συνόρευαν κι άλλες παρόμοιες πολυκατοικίες· χιόνι, χιόνι, κι όλο χιόνιζε κι άλλο.

Η Όλγα, η ντόπια, η γυναίκα από την Μπάνια Μπάστα, που γνώριζε όλες σχεδόν όλες τις κινηματογραφικές ταινίες του κόσμου, διηγιόταν τώρα πως δεν είχε πάρει είδηση ο κόσμος εδώ από τον πόλεμο που είχε ξεσπάσει σ’ ένα μόλις χιλιόμετρο απόσταση. Υπήρχαν πάντα οι φήμες ότι κατέβαιναν πλήθος από πτώματα κάθε τόσο το ποτάμι, αλλά δεν γνώριζε κανέναν που να τα είχε δει με τα μάτια του. Κανείς βέβαια, έτσι μας είπε, δεν κολυμπούσε πια στον Δρίνο· πριν από τον πόλεμο το ποτάμι ήταν, κι από τις δυο μεριές, κι από τη Σερβία κι από τη Βοσνία, γεμάτο κολυμβητές που περνούσαν από τη μια μεριά στην άλλη και πάλι απέναντι· τώρα είχαν σταματήσει κι οι εκδρομές με το πλοίο. (…)

Διότι αυτός ήταν ο πόλεμος στη Βοσνία, αν κι άλλες φορές σε μικρότερη, πολύ μικρότερη κλίμακα: τη μια νύχτα έπεφταν οι δολοφόνοι σ’ ένα μουσουλμανικό χωριό και την άλλη σ’ ένα σερβικό. Και τώρα είχαν μείνει εδώ, σ’ αυτή την πόλη πάνω στα σύνορα, οι Σέρβοι αναμεταξύ τους, και κανένας δεν ήξερε πώς να φερθεί στον άλλο.

Στον Μιχάλη Φακίνο

27
Νοέ.
10

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 14

Maria Moreno, Vida de vivos. Conversaciones incindentales y retratos sin retocar (2005)

Η κασέτα ως περιεχόμενο: μεταφορέας πολύτιμων συνομιλιών. Η κασέτα ως αντικείμενο: συγκινησιακό, πλέον, φορτίο άλλων εποχών.

26
Νοέ.
10

Josh Ritter – So Runs The World Away (Pytheas, 2010)

 

O Ritter δεν βγαίνει απλώς απ’ την καλύτερη παράδοση της φολκ (Hank Williams, Τ. Van Zandt, N. Drake, L. Cohen, B. Dylan, B. Springsteen, N. Young) αλλά και την βγάζει κάθε φορά ασπροπρόσωπη με τα νέα του στοιχήματα. Στην ουσία συγκαλύπτει έντεχνα όλους τους γεννήτορες, εντάσσοντας τον εαυτό του σε μια σύγχρονη παράδοση εξαιρετικών singer – songwriters που μπλεντάρουν τα πάντα και τίποτα.

Από το 1999 και την πρώτη φερώνυμη αυτοκυκλοφορία του μέχρι το έκτο φετινό προσπαθεί να πάει λίγο πιο πέρα το πολύπαθο είδος, με δίσκους άρτιους, ενδιαφέροντες, ενίοτε πολύ γοητευτικούς. Παραμένω πιστός στο Animal Years του 2006 αλλά βλέπω πως με ξεπερνά ο Στήβεν Κινγκ που σε άρθρο του το είχε επιλέξει ως τον καλύτερο δίσκο του έτους (όχι ότι θα αρχίσουμε να υπολογίσουμε τις επευφημίες των συγγραφέων, αλλά αν μη τι άλλο ο συγκεκριμένος ακούει τόνους αμερικάνικης μουσικής) και μάλλον εξεπλάγην από την μικρή πτώση του αντιπροπέρσινου The Historical Conquests of Josh Ritter που όπως γράφτηκε, ερχόταν κατευθείαν απ’ την παράδοση του Tin Pan Alley.

Είναι αδύνατο να μιλάμε για Ritter και να μην κάνουμε λόγο για τις ιστορίες του. Ο Αϊνταχίτης βιβλιοφάγος φίλος μας αλιεύει χαρακτήρες από σελίδες, μύθους και παγκόσμια ιστορία, και τους αφήνει ελεύθερους να τρέξουν στις συνθέσεις του. Όπως η αρχαιολόγος που ερωτεύεται έναν χιλιόχρονο ταριχευμένο φαραώ στο υπόγειο βαλσάκι The Curse, που ήταν το πρώτο κομμάτι που αναδύθηκε μετά το τρίχρονο μουσικό του μπλοκάρισμα. Ήταν να μην ξεμπλοκάρει: το επόμενο κομμάτι ήταν τόσο μεγάλο ώστε κατέληξε …μυθιστόρημα, έτοιμο προς έκδοση το επόμενο καλοκαίρι (Bright’s Passage).

Ισομερής περιπατητής μεταξύ Νότιας και Μεσοδυτικής Americana, ο Ritter συνεχίζει το ταξίδι με τους άδειους συρμούς του Southern Pacifica (η μαγικότητα του οποίου μάλλον θα αναδεικνυόταν με μια βραχνότερη, βαθύτερη φωνή) ως την δική του Annabel Lee, που είναι ένα πλοίο που αναγκάζεται συντετριμμένος ένας πολικός εξερευνητής να καταστρέψει για να επιβιώσει από το κρύο – σε μια στοιχειωτική επταλεπτάδα. Αλλού διαμοιράζει συναισθήματα και ιδέες, από την AOR του Paul Simon στο Lark ως την έγκληση των Tom Waits, Soulsaves και St Vincent στο Rattling Locks. Ο ίδιος δήλωσε πως πρόκειται για μια νέα περίοδο (κλισέ), με μακρύτερα τραγούδια (σωστό) με περισσότερες λεπτομέρειες (κι αυτό σωστό).

Πώς να καταφέρω τώρα να τον πείσω πως όταν αφήνει τις φολκ ηρεμίες και δυναμώνει την ένταση, κυριολεκτικά θαυματουργεί! Όπως στο βραδυφλεγές Change of Time ή το σταδιακά κλιμακούμενο Lantern. Ακόμα και στο ατόφιο σπιριτο-ρόκι Orbital, που οπωσδήποτε έπρεπε να παρατείνει το πιάνο στο τέλος. Η μοναδική διασκευή είναι αυστηρώς επιλεγμένη: μέσα στο παραδοσιακό Mississippi John Hurt (μετατρεπόμενο σε μια κλασική σε απλότητα και διαχρονικότητα ιρλανδική μπαλάντα) συναντιούνται με διόλου αναίμακτα αποτελέσματα μερικές φαντασματικές μορφές των murder ballad (Louis Collins, Delia, Stagger Lee). Αρχίζω όμως και εκνευρίζομαι με το φαινόμενο των άχρηστων (συνήθως εναρκτήριων) ινστρουμένταλ που αναιδώς αυξάνουν τον αριθμό των κομματιών – κοροϊδεύοντας ποιους πλέον; Από τον επόμενο δίσκο θα αφαιρείται μισός βαθμός.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

24
Νοέ.
10

Φίλιπ Ροθ – Η ταπείνωση

… όταν πια έφτανε στο θέατρο, ένιωθε εξαντλημένος, έντρομος που θα έβγαινε στη σκηνή. / Όλα όσα είχαν συντελέσει στο να γίνει αυτό που ήταν, τώρα δούλευαν εναντίον του, κάνοντάς τον να δείχνει σχεδόν ανισόρροπος./ Τώρα σκεφτόταν το κάθε τι, και κάθε τι αυθόρμητο και ζωντανό είχε πεθάνει: προσπαθώντας να το ελέγξει με τη σκέψη το κατέστρεφε.

Αρκούν αυτές οι τρεις προτάσεις, αλιευμένες από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, για να εκφράσουν την κατάσταση του Σάιμον Άξλερ. Ο φτασμένος θεατρικός ηθοποιός αρχίζει να κατηφορίζει με ταχύτητα από τις κορυφές της ζωής του: την υποκριτική, την δημιουργία, την καθημερινότητα. Η ικανότητα να απευθύνεται και να του απευθύνονται πάνω στη σκηνή είχε χαθεί, η μια λανθασμένη ερμηνεία διαδέχεται την άλλη. Παρατηρεί την προσωπική του κατάρρευσή, όπως άλλοτε την ηθοποιία του: παίζοντας τον ρόλο της ίδιας του της διάλυσης. Τώρα μοιάζει αυτός να βρίσκεται στο επίκεντρο εκείνου του παλιού ανέκδοτου με τον ηθοποιό που του υποδείκνυαν να μην πίνει κι εκείνος απαντούσε: Τι, και να βγω εκεί έξω μόνος μου; Ή στην παράκληση του Ολίβιε προς τους άλλους ηθοποιούς: Μη μ’ αφήνετε μόνο μου εκεί έξω.

Ακόμα και η ικανότητα επικοινωνίας με τις γυναίκες ξεθωριάζει, χάνεται. Εκείνος που κάποτε τις μάγευε εντός κι εκτός σκηνής, αποκαλύπτοντάς τους ότι είχαν τη δική τους ιστορία, τη δική τους φωνή κι ένα στυλ που δεν ανήκε σε καμία άλλη έχει μπλοκάρει οριστικά. Τώρα ο μόνος ρόλος που νοιώθει πως του ταιριάζει είναι ο ρόλος ενός ανθρώπου που παίζει έναν ρόλο. Ή ενός ανθρώπου που δεν συνοψίζει παρά τα μειονεκτήματά του, ενός υποψήφιου αυτόχειρα. Ο Άξλερ δεν αντέχει να περάσει άλλη μια μέρα απογυμνωμένος από τα χαρίσματά του.

Η «ανοικοδόμηση» της ζωής του θα προέλθει μέσα από τον έρωτα. Η σχέση του με την Πεγκίην όμως φέρει εξαρχής τα σπέρματα της τριβής. Εκείνη είναι κόρη οικογενειακών φίλων, κατά εικοσαετία νεαρότερη, με τις δικές της παρελθοντικές απορρίψεις και με δεκαεπτά χρόνια λεσβιακής ερωτικής ζωής. Ο Άξλερ επιδίδεται στην μεταμόρφωσή της ως εμφανίσιμης, ελκυστικής γυναίκας – τίποτα δεν του δίνει μεγαλύτερη χαρά. Στην ουσία όμως την κάνει την γυναίκα που θα ήθελε ο ίδιος, σαν να υποδυέται κάποια εντελώς διαφορετική απ’ ότι πραγματικά ήταν, ξένη προς την δική της αυτοαίσθηση. Το ζεύγος πειραματίζεται ερωτικά (αν και κάπως βεβιασμένα) σαν μια απεγνωσμένη προσπάθεια επανα-ζωής και προσπαθεί να αγνοήσει την αντίθεση των γονέων της Πεγκίην αλλά και το φάσμα της φθοράς που τους υπενθυμίζεται διαρκώς.

Έχουμε τυπικό Ροθ εδώ; Και ναι και όχι. Από τη μία η έκταση είναι σύντομη, ο λόγος ξεγυμνωτικά απλός, εβραϊκότητες και αυτοσαρκασμοί ξεχνιούνται για λίγο. Από την άλλη ο Ροθ συνεχίζει επίμονα να γράφει για την σωματική και πνευματική φθορά, τα γηρατειά και τον θάνατο, σ’ έναν ακόμα κρίκο στην αλυσίδα των τελευταίων του βιβλίων. Υπήρξε τόσο αυτοαναφορικός συγγραφέας που πιθανώς τώρα που βρίσκεται μπροστά τους δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, ίσως ψάχνει κι αυτός τις απαντήσεις του. Είτε διακρίνει πόσο σχετικά είναι τα πράγματα (στο Ζώο που Ξεψυχά τελικά δεν πέθαινε ο μεγαλύτερος σε ηλικία ήρωας αλλά η νεαρότερη ερωμένη του), είτε καταλήγει πως μόνο ο έρωτας σώζει, είτε απλώς συνεχίζει ως γερόλυκος που δεν εγκαταλείπει τον αγώνα, είτε αυτοκτονεί. Τελικά η μαγεία της υποκριτικής χάνεται χωρίς να υπάρχει κανένας σοβαρός λόγος. Δεν υπάρχει σοβαρός λόγος για οτιδήποτε συμβαίνει – όλα είναι ένα καπρίτσιο της τύχης, η πιθανότητα της ανατροπής. Συνεπώς ως συγγραφέας θριαμβεύει στα αυτονόητα. To θέμα είναι κατά πόσο αυτή η ιστορία θα διαβαζόταν (και θα εκθειαζόταν) εξίσου αν προερχόταν από άλλον συγγραφέα, εφόσον το θέμα έχει ήδη χιλιογραφτεί.

Οι καλύτερες στιγμές βρίσκονται σε δυο σημεία. Στους διαλόγους μεταξύ του ζεύγους (όπου η σκληρότητα του να μαθαίνει κανείς τα πάντα υπερτερεί της συναινετικής σιωπής) και μεταξύ του Σάιμον και της πρώην φίλης της Πεγκίην. Κυρίως όμως στις περί αυτοχειρίας σελίδες, κατά την περιγραφή της συνύπαρξής του στο ψυχιατρικό νοσοκομειακό εντευκτήριο με μια παρέα παραλίγο αυτοχείρων ασθενών, βυθισμένων ακόμα στο μεγαλείο της αυτοκτονίας, μαγεμένων από την εξουσίαση του ίδιου του θανάτου. Όλοι χρησιμοποιούν το λεξιλόγιο της λαϊκής ψυχολογίας ή της περιθωριακής αισχρολογίας, της χριστιανικής οδύνης, της παρανοϊκής παθολογίας. Εκεί ανακαλεί όλους τους αυτόχειρες ήρωες των δραμάτων όπου η αυτοκτονία εισβάλλει συχνά, λες και αποτελεί την καταστατική συνθήκη του θεάτρου: Έντα Γκάμπλερ, Δεσποινίς Τζούλια, Φαίδρα, Ιοκάστη, Λόμαν στον Εμποράκο, Σάιμον στη Μικρή μας Πόλη, Οφηλία, Οθέλλος, Ιβάνοφ, Κονσταντίν στο Γλάρο, Έντβιγκ στην Αγριόπαπια, Κρίστιν στο πένθος της Ηλέκτρας, Αίας και τόσοι άλλοι. Να είσαι σε θέση να πάρεις την απόφαση να φέρεις σε πέρας την πιο δύσκολη πράξη που υπάρχει. / Η αυτοκτονία είναι το μόνο πράγμα που μπορείς να ελέγξεις. Κάτι έχει στο μυαλό του – προς το παρόν όχι ο Ροθ, αλλά ο χαρακτήρας του.

Εκδ. Πόλις, 2010, σ. 170, μτφ. – σημ: Κατερίνα Σχινά (Philip Roth, The Humbling, 2009)

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ, υπό τον τίτλο: Μπολάνιο ή Ροθ; Μπόθ!.

22
Νοέ.
10

Ρομπέρτο Μπολάνιο – Οι άγριοι ντέτεκτιβ

Η λογοτεχνία δεν είναι αθώα (σ. 179)

1975, Πόλη του Μεξικού. Ο Χουάν Γκαρσία Μαδέρο αφηγητής μας και διακαώς εκκολαπτόμενος ποιητής βιώνει την μετεφηβική του έξαψη ακολουθώντας και παρατηρώντας με δέος τους Αρτούρο Μπελάνο και Ουλίσες Λίμα. Οι πληροφορίες για τις δυο αυτές μορφές είναι συγκεχυμένες: μακρυμάλληδες πλάνητες, αδιάντροποι πειραματιστές με ουσίες, κλέφτες βιβλίων, ερωτύλοι, συζητητές, φευγαλέοι ποιητές, απρόσιτοι αφοριστές, αυτόκλητοι αναβιωτές του «Ενστικτορεαλισμού» (Realismo visceral), ενός αγριεμένου λογοτεχνικού κινήματος που επιθυμεί να διαφύγει από την αυτοκρατορία του Νερούδα και κυρίως ανατινάξει τον Οκτάβιο Πας (με τον οποίον θα συναντηθούν αργότερα, σε κάποιες υποβλητικές σελίδες).

Κατά την μύησή του στον ιδιόμορφο ποιητικό κύκλο εμπλέκεται με πλήθος αινιγματικών προσώπων, με τις σερβιτόρες στο στέκι τους Μπρίχιδα και Ροσάριο και κυρίως με τις δυο μυστηριώδεις, διαφορετικά ερωτικές αδελφές Ανχέλικα και Μαρία Φοντ που κατοικούν στο σπίτι – χώρο συγκέντρωσης, όπου ένας σκοτεινός κήπος προκαλεί ιδιαίτερες αισθήσεις (δεν γίνεται να μην θυμηθώ, έτσι αδικαιολόγητα και αυθαίρετα, τις αδελφές Οκάμπο της παρέας του Μπόρχες).

Όπως το κίνημα τρέχει προς τους γκρεμούς του σουρεαλισμού, έτσι θα τρέξει και το αυτοκίνητο που δανείζονται οι Μπελάνο και Λίμα για να σώσουν την εκπορνευόμενη Λούπε από τον καταδυνάστη της, κι ενώ έχει προηγηθεί ένας αποκλεισμός του σπιτιού (που θυμίζει τα εντασιακά συναισθήματα της αντίστοιχης κατάστασης στη Γλυκειά Συμμορία). Θα ξαναβρούμε το αμάξι στο τρίτο μέρος του βιβλίου, ξεχυμένο στην έρημο της Σονόρα να αναζητά την εξαφανισμένη Σεσάρεα Τιναχέρο / Τιχάνα (αλλοτινή ψυχή του κινήματος), σε δρόμους όπου όλα μπορούν να συμβούν, σ’ εκείνους και σ’ εμάς. Αυτοί λοιπόν είναι οι Άγριοι Ντετέκτιβ; Αυτοί που του λένε κάποια στιγμή πως μαζί θα αλλάξουν την λατινοαμερικάνικη ποίηση και που «βάζουν τις τελευταίες πινελιές σε μια υπόθεση που θα αφήσει τους πάντες με ανοιχτό το στόμα»;

Εκεί που περιμέναμε ο συγγραφέας να συμπίπτει με τον αφηγητή, με διάφορους τρόπους αντιλαμβανόμαστε πως ο Μπολάνιο «είναι» ο Μπελάνιο. Αλλά τι σημαίνει είναι, στη γλώσσα του τόσο σαγηνευτικού χιλιανού συγγραφέα; Ποιος θα μας πει ποιος ήταν ο ίδιος και ποιος θα μας πει ποιος είναι αυτός που μας λέει; Αφού κι εδώ, στο δεύτερο και απογειωτικότερο μέρος, δεκάδες πρόσωπα – αυτόπτες περαστικοί της εικοσαετίας όπου πλέον διαδραματίζεται (1976 – 1996), με μόνο κοινό την διασταύρωση των πορειών τους με το μυστηριώδες δίδυμο, προσπαθούν να το προσωπογραφήσουν σε κάποιον υποτιθέμενο ερωτητή τους. Δίδυμο που με τη σειρά του χανόταν σε πορείες σκοτεινές και σχεδόν απελπισμένες, απλωμένες σε Ευρώπη, Ισραήλ και πάντα στην πολύπαθη Λατινική Αμερική.

Όπως πάντα αναρίθμητοι λογοτέχνες (Χοσέ Λεσάμα Λίμα, Μαξ Άουμπ, Πιερ Πάολο Παζολίνι, Ρειμόν Κενώ, Νικανόρ Πάρα, Αλφόνσο Κορτές, Λεονόρα Κάρινγκτον, Άλις Τόκλας, Τζόις Μανσούρ, Μαξ Ζακόμπ, Ρομπέρ Νεσνός, Αλφόνσο Ρέγες, Αντρέ Μπρετόν, Ρίτσαρντ Μπρόντιγκαν, Τζον Τζιόρνο, Βελιμίρ Χλέμπνικοφ) περνάνε από τις συνομιλίες μυητών, μυημένων, έτερων και εταίρων εντός κι εκτός κύκλου, όλων αυτών των «διπλωματούχων της θλίψης», συνήθως αιρετικά, απαξωτικά κι επικριτικά, καθώς η νεότητα κοχλάζει σε φλέβες και νευρώνες και τα πάντα αμφισβητούνται. Από απέναντι και η ρήση του δον Κρισπίν: το πρόβλημα με τη λογοτεχνία, όπως και με τη ζωή, είναι ότι πάντα στο τέλος καταλήγουν όλοι να μετατρέπονται σε μαλάκες.

Στο πιο επιτυχημένο του (εν ζωή) βιβλίο του ο Μπολάνιο (1953-2003) γίνεται για άλλη μια φορά υποβλητικός, εξαιρετικός αναπαραστάτης μιας ατμόσφαιρας (συγκεκριμένης εποχής, ασαφούς μυστηρίου, θλιμμένης νεότητας), ενός σκοτεινού ερωτισμού, μια διάχυτης – αδιόρατα εφιαλτικής – πολιτικής ατμόσφαιρας, μιας γοητευτικής λογοτεχνικής αρχειομανίας, με όλα αυτά τα περιοδικά, τα δυσεύρετα έντυπα, τις χέρι με χέρι εκδόσεις, τα σκόρπια ποιήματα, τις περίφημες φήμες. Από τη μια, λες πως αυτές οι τρυφερές μετεφηβικές ηλικίες που καθορίζουν και παραμορφώνουν τα πάντα ή έστω τα καθοριστικότερα των πάντων είναι που διαθλούν τις πραγματικότητες σε τέτοιο βαθμό ώστε να παρουσιάζονται όλα όπως παρουσιάζονται. Από την άλλη δεν είναι δυνατό να αγνοήσεις την ίδια την Λατινική Αμερική: εκεί που συμβαίνουν αυτά τα πράγματα και είναι καλύτερο να μη σπάει κανείς το κεφάλι του ψάχνοντας λογική απάντηση όταν μερικές φορές δεν υπάρχει λογική απάντηση (σ. 177). Είναι στιγμές που οι χαρακτήρες επαληθεύουν μια από τις προϋποθέσεις της ενστικτορεαλιστικής ποιητικής γραφής: την «παροδική αποσύνδεση από έναν ορισμένο τύπο της πραγματικότητας». Ή όπως γράφει κάποια στιγμή ο Μαδέρο: Όλα μου φάνηκαν σαν μια παγίδα, σαν ένα παιγνιώδες σχόλιο για την ίδια μου την ύπαρξη (σ. 107).

Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ. Κώστας Αθανασίου, σελ.711 (Roberto Bolaño, Los detectives salvajes, 1997)

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

21
Νοέ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 77

Εδγάρδο Κοζαρίνσκι, Ο Μολδαβός σωματέμπορος, εκδ. Πάπυρος, 2008, μτφ. Αλίκη Βασώνη, θεώρηση μτφ. Δήμητρα Παπαβασιλείου, σελ. 45 (Edgardo Cozarinsky, El rufián moldavo, 2004).

Υπάρχει κάτι το ιδιαίτερα πνιγηρό στα χειμωνιάτικα απογεύματα στο Μπουένος Άιρες, στο φως που φθίνει, στην υγρασία∙ κενά κυριακάτικα απογεύματα, που σε καλούν μονάχα να βρεις καταφύγιο σε μια εμμονή. Πιστεύω πως σε μερικούς δίνεται η ευκαιρία για έρωτα, για χάδια, για γλυκόλογα στ’ αυτό, για περιπτύξεις μέσα σε τέσσερις τοίχους και ζεστά σεντόνια, προτού βγουν μέσα στη νύχτα∙ για άλλους υπάρχει η παράλληλη ζωή των μυθιστορημάτων ή του κινηματογράφου. Αναγνωρίζω πως είμαι υπερβολικά ντροπαλός για το πρώτο, που το δοκίμασα ελάχιστες φορές και με αδέξιο τρόπο∙ αλλά και υπερβολικά απαιτητικός για το δεύτερο, που μου αιχμαλωτίζει την προσοχή για λίγο μόνο, αφήνοντάς μου μια έντονη αίσθηση ανικανοποίητου.

Στην Έφη Καλογεροπούλου

 Υ.Γ. Ο Δαίμων του Λογοτεχνείου είμαστε εμείς. Αλλά οι Άγγελοι της Διόρθωσης είναι άλλοι, ευτυχώς για μας. Ευχαριστούμε.

20
Νοέ.
10

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 13

Patrick White, The tree of man (1955)

Όταν μάθουμε να σκιτσάρουμε και να σκιαγραφούμε το δέντρο μας, συνειδητοποιώντας πως η απλότητα αρκεί για μια ζωή, τότε, πιθανώς, θα έχουμε την βλάστηση που μας αξίζει.




Νοέμβριος 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.   Δεκ. »
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
2930  

Blog Stats

  • 1.001.862 hits

Αρχείο