Αρχείο για Δεκέμβριος 2010

30
Δεκ.
10

Αντώνης Σουρούνης – Νύχτες με ουρά

 

Ο Σουρούνης παραμένει ένας τζογαδόρος των ιστοριών του: τις ξεκινάει ρισκάροντας, χωρίς να γνωρίζει πού θα καταλήξουν, ούτε βέβαια κι εμείς (καμιά φορά μόνο ψυλλιαζόμαστε απ’ τον μαρτυριάρη τίτλο), όπως άλλωστε σε τόσες άλλες περιπτώσεις τζόγαρε στη ζωή του. Άλλωστε συνεχίζει να εντοπίζει και τους έμμονους του είδους, όπως για παράδειγμα τον συνονόματο φίλο «που παίζει μόνος του τα ξημερώματα, καθώς πηγαίνει με το λεωφορείο στη δουλειά του, μονά ζυγά. Πόσοι επιβάτες είναι και πόσοι θ’ ανέβουν στην επόμενη στάση, αν υπερέχουν οι άντρες ή οι γυναίκες, πόσα κόκκινα θα τους σταματήσουν…». Ή σε κερδοφόρες (για εμάς) παρομοιώσεις: «Η τηλεόραση μοιάζει με ρουλέτα (…) μπορεί να πέσεις σε κάτι εξαιρετικό όμως τις περισσότερες φορές κάθεσαι αντίκρυ της χάνοντας την ώρα σου, το κέφι σου, τα λεφτά σου, κι εξακολουθείς να περιμένεις κάτι που δε σ’ ενδιαφέρει πια…».

Αλλά και το παιχνίδι με τις λέξεις δεν πάει πίσω: το ψάξιμο της τροχιάς τους στην καθημερινότητα ή την μνημικότητα, όπως π.χ. γιατί μια νύχτα να μην αποκτήσει κι αυτή ουρά ή τι μπορεί να σημαίνει σήμερα ο τίτλος Λεωφορείον ο Πόθος. Ένα λεωφορείο που σ’ αφήνει ακριβώς έξω απ’ το σπίτι σου, τον φυσικό χώρο των εφαψιών, άντε και καμιά ασπρόμαυρη ταινία; Η Οδός Μουσσών όμως θα γραφτεί με δύο σίγμα «γιατί έτσι είναι γραμμένο πάνω στις τενεκεδένιες ταμπέλες που βρίσκονται ακόμα καρφωμένες στις γωνίες από τα ελάχιστα παλιά σπίτια που απέμειναν στο δρόμο», κι ας είναι σήμερα χωρίς τις μούσες, κι είναι πλέον ο δρόμος για λύπηση, «όπως λυπόμαστε μια όμορφη γυναίκα όταν την στολίζουν με ρούχα στενά και παρδαλά, που δεν είναι του γούστου της αλλά του γούστου των άλλων». Η οδός Μουσσών πάντως, που άλλωστε έχει την τιμητική της στο αυτοβιογραφικό του Μονοπάτι στη θάλασσα, έχει και για μένα μια άλλη ιδιαιτερότητα: την έπαιρνα απ’ την στενή αρχή της ως το τέλος της, όπου βρισκόταν το ημιυπόγειο του Ράδιο Κιβωτός ενώ λίγα χρόνια μετά μια αντίστοιχη πινακίδα βρισκόταν καταχωνιασμένη στην εγκαταλειμμένη μονοκατοικία απέναντι στη δική μας – πηγαίναμε και απλώς τη θαυμάζαμε, έμφοβοι για την παράνομη παρουσία της.

Και μια και μιλάμε για σπίτια, ο συγγραφέας δεν χάνει την ευκαιρία για μια τρισέλιδη ανασκόπηση: οι λόγοι αποχωρισμού ενός σπιτιού ήταν κάθε φορά διαφορετικοί, ενώ οι γυναίκες που τον χώριζαν είχαν σχεδόν πάντα τον ίδιο λόγο: ότι νοιάζεται περισσότερο το βιβλίο που γράφει παρά εκείνες. Και είχαν δίκιο. «Οι Συμπαίχτες» πάντως γράφτηκαν σ’ ένα παγωμένο σπίτι, ο συγγραφέας χτυπούσε τη γραφομηχανή φορώντας γάντια (αλλά– δεύτερη σύμπτωση – κι εγώ το διάβασα σ’ ένα αντίστοιχης θερμοκρασίας σπίτι στην Άνω Πόλη φορώντας γάντια και κασκόλ). Τουλάχιστον στην δική του περίπτωση, ένας τεχνίτης που ήρθε να περάσει το τηλέφωνο, βλέποντας τους οικόσιτους τέσσερις να βγαίνουν ένας ένας από τις τρύπες τους κουκουλωμένοι είπε: «Ρε παιδιά, νομίζω ότι ζω σε βιβλίο του Ντοστογιέφσκι»…

Αυτός ο συγγραφέας περιπατητής που αγαπά να ταρακουνάει την πλαστική τσάντα με τον φρεσκοκομμένο καφέ σαν θυμιατό στο δρόμο και να εντοπίζει τους ανθρώπους με τις ωραίες λευκές σκέψεις, ο επαγγελματίες επιβάτης ταξί, ο διακριτικός παρακολουθητής των «φτωχών και πλούσιων καουμπόις» που συνεχίζουν να ζουν φωτισμένοι απ’ το προσωπικό τους όνειρο (σαν τον Αξιουπολίτη που κατασκεύασε μόνος του το προσωπικό του όνειρο αλλά χώρεσε σ’ αυτό και άλλους) φτιάχνει τις μικροκοσμικές του ιστορίες στο γνωστό του στιλ, ίσως λίγο ψυχραιμότερος, τρυφερότερος, υπομονετικότερος, που πάντα δηλαδή ήταν, απλώς το κάλυπτε κάτω απ’ το στρώμα της ρεαλιστικής πλοκής.

Ο εφημεριδικός μα διόλου εφήμερος λόγος τους είναι εμφανής: πρόκειται άλλωστε για τα κείμενα της στήλης Μερόνυχτα Σαββάτου που δημοσιεύτηκαν στην Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία από 29/3/2008 έως 31/10/2009 (άρα συνεχίζοντας τον ρου των «Κυριακάτικων Ιστοριών» και του «Υπ’ όψιν της Λίτσας», 8 και 18 χρόνια πριν, αντίστοιχα). Αυτός ο εξομολογητικός, βιωματικός και βιωμένος λόγος λείπει σήμερα απ’ τις εφημερίδες κι έχει, ευτυχώς, περάσει στα μπλογκς. Όχι όμως και η καθημερινή ματιά του λογοτέχνη – κι αυτήν πού θα την βρίσκουμε;

Εκδ. Καστανιώτη, 2010, σελ. 248.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Advertisements
28
Δεκ.
10

Underworld – Barking (Cooking Vinyl, 2010)

 

Αυτό που κανείς δε μπορεί να αρνηθεί στους Underworld είναι το ότι αποτελούν μαΐστορες στην δημιουργία ενός ηλεκτρονικού σύμπαντος όπου τα πλήκτρα είναι τα μόνα εργαλεία που μοιάζουν να υπάρχουν, τα μοναδικά που μπορούν να αποδώσουν τις εικόνες ενός πολύχρωμου πολυτροπικού κόσμου, εικονικού και μη. Ακόμα κι όταν παίζουν τις πλέον προφανείς και παιγμένες εκδοχές του συνθετικής pop/dance, το κάνουν σαν να μην υπάρχει άλλη επιλογή, σαν το είδος να είναι το μοναδικό διαθέσιμο. Εξίσου κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την έξυπνη βόλτα τους σε διάφορα είδη, τσιμπολογώντας αποδοχές από δω κι από κει (γι’ αυτό και χαίρουν μέγιστης εκτίμησης μεταξύ των φίλους της electro-pop, του dance, της αμιγούς electronica, του περιοδικού Wire).Αυτό όμως που τους αρνούμαι, έστω δύσκολα, είναι η ετικέτα των νεωτεριστών. Σίγουρα οι πιστοί των άνω ειδών θα τους ήθελαν εξαρχής μεσσίες νέων δοξασιών, αλλά όσο περισσότερο βουτάς εδώ, τόσο περισσότερο βλέπεις στον βυθό τα κλοπιμαία. Κι όμως, ακόμα γοητεύουν τα πλήθη – μήπως είναι ο τρόπος, οι μείξεις, οι ενθυμήσεις από άλλες ακουστικές ζωές;

Αδιάφορο. Το (οριστικά πλέον) ντουέτο των Karl Hyde και Rick Smith, στα 53 και 51 αντίστοιχα, στο 8ο στουντιακό, πρώτο εδώ και τρία χρόνια, δίσκο του επιστέφει στην τραγουδιστική, ας πούμε, «φόρμα» και συνεχίζει την αγαστή συνεργασία του με επιλεγμένους μηχανικούς του είδους – τώρα τους Lincoln Barrett/ High Contrast, Dubfire (Deep Dish), Mark Knight, D. Ramirez, Paul Van Dyk. Η εμπλοκή όλων αυτών είναι εμφανής στην ρυθμολογημένη συμπαγή ταπετσαρία των Always Loved A Film, Between Stars και τρίτου και καλύτερου Diamond Jigsaw – έξοχα στο είδος τους αλλά μήπως ακούω Chicane εδώ; Ούτως ή άλλως ο μυελός αυτής της μουσικής είναι οι μελωδικές γραμμές των πλήκτρων και όχι η τοιχοποιΐα τους. Γι’ αυτό και το αστραφτερό μελωδικό χαστούκι του Scribble θριαμβεύει σαν ουελσικός ύμνος για ένα νέο Trainspotting, γι’ αυτό και τα λέιζερ του κυκλωτικού Moon In Water δεν σ’ αφήνουν να ξεμακρύνεις απ’ τον κύκλο τους.

Στο ενδιάμεσο στέκονται τα Bird I και Grace: το πρώτο ραγίζει με μια εικαστική πινελιά την μονοτονία του στο 3ο λεπτό και 47ο δευτερόλεπτο, το δεύτερο αναπολεί μια Erasure/Vince Clark εκδοχή. Αν έλειπαν ένα εκτός κλίματος αποδομημένο ινστρουμένταλ (Hamburg Hotel, με συνεργασία Appleblim – Al Tourettes), η αδιαφορότατη – αδιαφοροποίητη μπαλάντα (Louisiana) και η συνηθισμένη αμπιεντούρα με κάτι απόμακρες φωνές και καμπάνες (Simple Peal) θα είχαμε ένα συμπαγέστατο και διεγερτικότατο χορευτικό δίσκο.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

 

24
Δεκ.
10

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 34. Βασίλης Αμανατίδης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.
Ο Ευριπίδης: η μεγαλοφυΐα που προετοίμασε όλη τη σύγχρονη αντίληψη περί δραματουργίας. Ο Beckett: ένα μυστήριο για μένα, και το κλειδί για τον 21ο αιώνα. Από κει και πέρα, όπως μου έρχονται: Ο Poe και ο Κafka: σου μαθαίνουν τι θα πει σύντομη φόρμα. Ο Lewis Carroll με τις δύο Αλίκες του: γιατί δείχνει πως τα μαθηματικά και η λογική προοικονομούν, μεταξύ άλλων πολλών, την ψυχανάλυση και το «παράλογο». Η Emily Dickinson: πρόσωπο και ποιήματα, ένα και το αυτό. Ο Καβάφης: απόδειξη πως ζούμε σε νέα ελληνιστική εποχή. Ο Cummings: εφηύρε μία πολύτροπη νέα γλώσσα. Ο Gombrowicz: το υπαρξιακό γκροτέσκο του παραμένει αξεπέραστο, σε πείσμα κάθε μινιμαλιστικής τάσης. Η Anne Carson: σου δείχνει ότι ο ποιητής της εποχής μας είναι όλες οι εποχές μαζί και όλες οι τέχνες μαζί. Ο Jean Echenoz: για τη χαρίεσσα πρόζα του, τη λοξή ειρωνεία του, το φαινομενικά μικρό του «δέμας». Από σύγχρονους Έλληνες: Ο Χειμωνάς, αν και δεσμευτικός για όποιον γράφει (οφείλεις να τον ξεπεράσεις γρήγορα), κι ούτε αγαπιέται εύκολα. Η Καραπάνου, γιατί δεν ανήκε ποτέ πουθενά. Και άλλοι.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.
Τα υπαινίχθηκα μέσω των συγγραφέων τους. Αλλά και: «Ο μαιτρ και η Μαργαρίτα» (Bulgakov), «Ο παλαιός των ημερών» (Μάτεσις), «Η φόνισσα» (Παπαδιαμάντης), «Ανεμοδαρμένα ύψη» (Brontë), «Το λεξικό των Χαζάρων» (Pavic), «Ιστορία του γερασμένου παιδιού» (Erpenbeck), «Σατυρικόν» (Πετρώνιος). Βγάλτε συμπέρασμα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Ο αμετανόητος μοντερνιστής μέσα μου θα ήθελε μάλλον να δώσει καμιά άλλη απάντηση, τελικά όμως τα λιγοστά διηγήματα του Βιζυηνού υπερισχύουν κατά κράτος. Για αντίστοιχους συναισθηματικούς λόγους, αγαπώ ακόμη τα «παραμύθια» του Oscar Wilde.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Ναι, ασφαλώς, όχι λίγοι. Το θέμα είναι άλλο: Τα τελευταία χρόνια δεν αποζητώ τόσο τα κείμενα που με γοητεύουν (συνήθως μας γοητεύει ό,τι ήδη κάπως περιέχουμε), αλλά αυτά που θα με βοηθήσουν να μετατοπίσω τον τρόπο που αντιμετωπίζω την τέχνη, πιθανόν και τη ζωή. Επομένως, ό,τι δεν περιέχω ή δεν γνώριζα πως το περιέχω, κάτι παντελώς «ξένο», που αφού πρώτα με συντρίψει, με ξαναφέρει πίσω αλλαγμένο. Μάλλον ζητώ πολλά. Τέτοια κείμενα δεν βρίσκω όσο θα το ήθελα στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, είτε δεν είμαι ικανός να τα δω.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Μου τυχαίνει καμιά φορά όταν γνωρίσω έναν άνθρωπο, που ως τη στιγμή εκείνη μου ήταν άγνωστος, να νιώσω ότι ήδη τον έχω γράψει σε κάποιο διήγημα. Πρόκειται ασφαλώς για διαστροφή. Δείχνει, υποθέτω, πως θεωρώ φυσικότερο τόπο την γραφή (ή και τον εαυτό μου). Ίσως όταν –και αν– γράψω μεγαλύτερη φόρμα, να με ακολουθήσει και μένα κανένας αυτονομημένος ήρωάς μου, όπως όλους τους καθωσπρέπει συγγραφείς. Αν και έχω την εξής εντύπωση: το πιθανότερο είναι να με κυνηγάει απλώς ζητώντας μου τα ρέστα. Ίσως θα θέλει να τον έχω γράψει αλλιώς. Πρωθύστερες υποθέσεις κάνω μόνο.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.
Ο Οδυσσέας (όχι του Joyce, του Ομήρου) – δεν υπάρχει άλλος σαν κι αυτόν. Ο Ιησούς της «Καινής Διαθήκης». Έχουμε, ελπίζω, την εξωθρησκευτική πολυτέλεια να αντιμετωπίζουμε τέτοια πράγματα ως λογοτεχνία… Αν ναι, τότε τα Ευαγγέλια δεν είναι παρά μία συναρπαστική σπασμένη αφήγηση πάνω σε ένα συγκλονιστικό πρόσωπο, φωτισμένο και σκιασμένο εξίσου και αναλόγως.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Φυσικά, ωστόσο για να γράψω τη θέλω τη βολή μου: Λάπτοπ, γραφείο, σημειώσεις, καφέ, ησυχία, μοναξιά, και τα λοιπά.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Ως συγγραφέας, έχεις θέσει τον εαυτό σου σε διαθεσιμότητα και διαρκή εγρήγορση, ώστε να μπορείς να συλλαμβάνεις το κάθε τι που υποπτεύεσαι πως θα σου φανεί χρήσιμο. Με την έννοια αυτή, δουλεύεις συνεχώς, ακόμη και όταν δεν γράφεις. Μα για να δημιουργήσεις ένα σώμα κειμένου, θέλει πειθαρχία, στρώσιμο, δέος, όχι φόβο. Ακολουθούν ατελείωτες ώρες: οθόνη, πληκτρολόγιο, ιδέα + ιδέα + ιδέα, όπου εσύ απλώνεις λέξεις, πυκνώσεις, δομές, που όλο σβήνονται και ξαναπλώνονται. Ύστερα, τυπώνεις, προχωράς σε χειρόγραφες αλλαγές (οι λέξεις όταν παραμένουν στην οθόνη μοιάζουν αβαρείς και σαν εξατμισμένες), ξαναπερνάς τις αλλαγές στον υπολογιστή. Συνεχίζεις με τον ίδιο τρόπο, ευχόμενος στο τέλος να έχει μείνει κάτι. Αλλά την κάθε επόμενη ημέρα, πρέπει να αντέχεις να είσαι πάλι εκεί. Αλλιώς δεν γίνεται τίποτα.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Την ώρα που κάθομαι να δουλέψω και η μουσική θόρυβος είναι. Πλήρης ησυχία αν γίνεται, παρακαλώ. Όσο για τις υπόλοιπες ώρες: ασκούμαι τελευταία στην ελεύθερη πτώση σε ό,τι τυχαία προκρίνουν οι εικονικοί φίλοι στο facebook. Το youtube να ’ναι καλά. Είναι και ένας τρόπος να αφεθώ στην καλοσύνη των ξένων ή του τυχαίου. Αν κάτι με στενοχωρεί είναι που δεν ακούω πια pop όπως στα 18 μου – η σημερινή μού φαίνεται χαζή. Από την άλλη, θα θεωρούσα είδος ξεπεσμού να έχω κολλήσει στους Siouxsie and the Banshees και στους Smiths των πρώτων νιάτων μου. Από τα παλιότερα έχουν απομείνει τρεις μόνο και καλοί: Λένα Πλάτωνος, Χατζιδάκις, Björk. Κατά τα άλλα, ας πούμε, Shostakovitch, Ligeti, industrial, noise, cabaret-punk, πειραγμένη electronica. Προ πάντων, προσδοκώ –όπως σε όλα– μία ανθηρή avant-garde, με την οποία να χτυπιέμαι ή να ακινητώ (αναλόγως τον στόχο που θα έχει θέσει), ακόμη και αν χρειαστεί να περιμένω για τον ερχομό της τα 80 μου.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
1999: «Υπνωτήριο – Εννιά νυχτικές παραβολές»: πρώτο βιβλίο ποίησης, στα 29 μου, με συσσωρευμένο υλικό ετών, με πρόθεση σύνθεσης, αλλά και ανάγκη αποκάλυψης όλων των πρώιμων πυρήνων και θεματικών μοτίβων μου. Το αποκαλώ «βιβλίο της ομορφιάς». Πίστευα τότε, μαγεμένος και εγώ από την τέχνη, στη μαγική και παραμυθητική διάσταση της τέχνης (όχι μόνο της γραφής).

2001: «Σπίτι από πάγο όλο»: δεύτερο ποιητικό βιβλίο. Το flipside του πρώτου: υλικό άγριο, εξημμένο, κρυπτικό. Υποπτεύομαι ότι εδώ απελευθέρωσα την επιθετική φαντασμαγορία μιας παρατεταμένης εφηβείας. Μονόχορδοι πρωταγωνιστές του βιβλίου: το τραύμα, η υστερία και ο πανικός, με χρυσοποίκιλτες μπαρόκ ενδυμασίες. Το πιο απρόσιτο βιβλίο μου, ακόμη και για μένα τον ίδιο.

2003: «Τριαντατρία»: τρίτο βιβλίο ποίησης. Μία λοξή, πολυπρόσωπη και πολυφωνική αυτοβιογραφία, μέχρι την πεισιθάνατη ηλικία των τριάντα τριών (καθόλου τυχαία, τόσο ήμουν όταν το βιβλίο βγήκε). Ήταν η απόπειρά μου να βρω μία φωνή ισχύουσα μέσα μου. Τη βρήκα, παραδόξως, μέσα από την αποδοχή στοιχείων, που τότε ακόμη διατηρούσαν ένα κάποιο αρνητικό πρόσημο. Έτσι, η γραφή του βιβλίου περιελίχθηκε γύρω από: την αποδοχή του ναρκισσισμού, την υποδοχή ακόμη και του κιτς ή του γελοίου, τη διάσπαση του ποιητικού εγώ, τη χρήση του υδραργυρισμού αλλά και ενός έντονου υβριδισμού ειδών και τρόπων. Καταφέρνω, για πρώτη φορά, την αποκρυστάλλωση ενός ύφους, αν και φτιαγμένου από θραύσματα. Αφού είδα κιόλας πως δεν πέθανα μετά την έκδοσή του, συνέχισα να γράφω ακάθεκτος.

2004: «Καλοκαίρι στο σπίτι + έξι αποδείξεις ικανοτήτων»: ένα βιβλιαράκι – «ημιώροφος» μεταξύ του προηγούμενο και του επόμενου ποιητικού. Πείραμα στη ρεαλιστική γραφή, μία ποιητική arte povera. Βουτηγμένο ακόμη μέσα στο πηγάδι του «Τριαντατρία», επιχειρεί να αποτινάξει τα στοιχειά που κατοικούσαν σε εκείνο το πηγάδι.

2005: «Μη με φας»: πρώτη συλλογή διηγημάτων. Τρία χρόνια δουλειάς, με εμένα ηδονικά παρασυρμένο από νέο ηδονικό παιχνίδι: τη μεγαλύτερη και πιο επικοινωνιακή φόρμα της πεζογραφίας. Θέματα: ο πάσης φύσεως εγκλωβισμός, η πολύτροπη οικογενειακή βία, το ανομολόγητο, το θαύμα σε αντίξοες και παράδοξες συνθήκες. Ήρωες: λαμπερά σκοτεινοί τύποι, που προσδοκούν ανάσταση εν ζωή. Ειρωνεία και χιούμορ είναι παρόντα ως απαραίτητοι συμπαραστάτες της γραφής. Γι’ αυτό και, τελικά, είναι ένα μάλλον αγαπησιάρικο βιβλίο.

2006: «4-D: Ποιήματα τεσσάρων διαστάσεων»: πέμπτο ποιητικό βιβλίο, με ενιαίο εφεύρημα τις σημειωτικές παραθέσεις. Κοινώς, 21 ποιήματα με σημειώσεις, και ένα πείραμα πάνω στη σύνθεση και στη διάλυση της φόρμας και των ποιητικών προσωπείων. Κρυφό όραμα: να πλησιάσω σε μια γλυπτική διάσταση του ποιητικού λόγου, στην ποίηση ως περίοπτη τέχνη. Ταυτόχρονα, εισδύει ξεκάθαρα στην ποίηση που φτιάχνω το στοιχείο του χρόνου και της ζωντανής τέχνης, καθώς προσπαθώ να καταλάβω τι θα μπορούσε να είναι η performance ενός βιβλίου, αν υποθέσουμε πως αυτό παίρνει το ρόλο και τη θέση ενός πραγματικού σώματος στον χώρο. Εδώ, ένιωσα για πρώτη φορά ότι κρυφό απωθημένο μου είναι η δραματουργία και η σκηνοθεσία. Μέσα στο βιβλίο αυτό, αντηχεί το άτσαλο ή ταιριαστό «τζιζ» που προκαλείται όταν με όχημα τη λογοτεχνία προβαίνεις σε συνένωση ή αντιπαράθεση των υπόλοιπων τεχνών.

2008: «Ο σκύλος της Χάρυβδης»: δεύτερο βιβλίο διηγημάτων. Θέμα: το ανοιχτό τέλος, το μετέωρο και ανολοκλήρωτο όλων των πραγμάτων (και των ιστοριών). Ήρωες: λίγο πολύ ανάλογης θερμοκρασίας με τους αντίστοιχους του «Μη με φας», που όμως εδώ μαθαίνουν πια πως δεν χρειάζονται τα γκραν φινάλε για να μπορέσουν να υπάρξουν. Ένας ιστός ενώνει αδιόρατα τα πλάσματα του βιβλίου, αφήνοντας την υποψία πως πρόκειται μάλλον για μία σπασμένη νουβέλα με συσκοτισμένο ή ανεύρετο θέμα. Μαζί με το «4-D», είναι, νομίζω, το καλύτερο βιβλίο μου από άποψη συγγραφικής εποπτείας και συνέπειας στόχου-αποτελέσματος.

Δεν αγαπώ ακριβώς τα βιβλία μου. Τρέφω για όλα τους ίσες δόσεις απορίας, άρνησης, συγκατάβασης και αποδοχής. Με αυτή τη σειρά. Δεν μπορούσαν να είναι αλλιώς, αυτά είναι. Στο τέλος, ό,τι απομένει είναι ένα συναίσθημα που μοιάζει με αναγκαστικό καμάρι. Τα βιβλία είναι οι δοκιμαστικοί σωλήνες του εαυτού μου. Δεν ξέρω αν εγώ είμαι ο εφευρέτης τους ή αν αυτά με εφευρίσκουν. Έτσι θέλω να συνεχίσω να ζω.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Έχω μόλις ολοκληρώσει ένα νέο ποιητικό βιβλίο. Λέγεται «7: ποίηση για video games», θα είναι το εναρκτήριο της νέας σειράς ποίησης «ΤΤΤ» των εκδόσεων «Νεφέλη». Η σειρά, υπό τη διεύθυνση του Δούκα Καπάνταη, έχει τη διάθεση να δει με ποιους τρόπους η ποίηση ενσωματώνει τις υπόλοιπες τέχνες ή αντιπαρατίθεται σε αυτές, τι θα μπορούσε να είναι την εποχή αυτή ποίηση, ποιητικό βιβλίο κλπ. Είμαι ενθουσιασμένος από τη συνεργασία. Με τον Περικλή Δουβίτσα της «Νεφέλης» προχωρούμε στη δημιουργία ενός βιβλίου με όρους αντικειμένου. Ο λόγος είναι κυρίως πεζός ή θεατρικός, αλλά πυκνωμένος και επεξεργασμένος με τους όρους της ποίησης. Βασικό θέμα του «7»: οι πολλαπλές πραγματικότητες και η διαχείρισή τους, η όραση και η (επ)αφή μέσα σε έναν κόσμο πολύ διασπασμένο. Προσπάθησα να μιλήσω για το πώς επιδρά ο ένας πάνω στον άλλον, οι ποικίλες γλώσσες πάνω σε κάθε έναν μας, όλοι μας πάνω στις ποικίλες γλώσσες. Αν και το βιβλίο οργανώνεται με αρκετά σύνθετες ή και λαβυρινθώδεις υπερδομές, επιθυμεί ξεκάθαρα και μία έξοδο: την οριστική αποδοχή της πολυπλοκότητας, αλλά και ένα είδος συμφιλίωσης με την απλότητα. Θα κυκλοφορήσει στις αρχές του 2011.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Ταυτόχρονα, τα “Dead Europe” του Τσιόλκα, τη μετάφραση του «Άσματος Ασμάτων» από τον μπαμπά μου, Δαμιανό Αμανατίδη, το “Nox” της Anne Carson. Μακάρι μέχρι να δημοσιευτεί η συνέντευξη αυτή, να τα έχω τελειώσει. Διαβάζω πια πολύ αργά.

Τι γράφετε τώρα;
Εδώ και καιρό σχεδιάζω μια πεζογραφική ιστορία μεγαλύτερης φόρμας, ένα «μυθιστόρημα». Έχω γράψει κομμάτια του, έχει περάσει από αρκετά κύματα, μπορεί σαράντα. Μετά την παράδοση του «7», είμαι πια έτοιμος για πλήρη καταβύθιση σε αυτό υλικό. Πρόκειται για μία μελλοντολογική πολυφωνική ιστορία, τοποθετημένη σε μία νέα «Ρώμη». Θέμα: η αντικατάσταση του χρήματος από τα ανθρώπινα σώματα και την εικόνα τους. Το καλοκαίρι που μας πέρασε βρήκα τίτλο – αυτό είναι πάντα ένα είδος φυλαχτού και οδηγού για μένα. Είναι, όμως, πολύ νωρίς ακόμη. Θα δούμε.

Έχετε γράψει κείμενα για την λογοτεχνία και την γραφή γενικότερα. Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της ποιο θα επιλέγατε;
Οι μονογραφίες, αν και έχουν τη γοητεία τους, μου φαίνονται κάπως παρωχημένες. Από την άλλη, έχω χάσει κάθε «επιστημονικό» ενδιαφέρον για συνδυαστικότερα εγχειρήματα. Άρα; Γνωρίζω, νομίζω, αρκετά καλά την πεζογραφία και το θέατρο του Παύλου Μάτεσι. Μπορεί στο μέλλον να τολμήσω κάτι συνθετικό γύρω από το έργο του – θεωρώ τον Μάτεσι πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Καθώς, όμως, πια έχω ένδοξα και οριστικά παρατήσει ένα διδακτορικό στην ιστορία της τέχνης (θέμα του: «Το ανθρώπινο σώμα ως εκφραστικό μέσο στην ελληνική τέχνη μετά το 1970»), πιθανότερο θεωρώ να γράψω κάποτε ένα δοκίμιο για τον Δημήτρη Παπαϊωάννου, κομβικό visual artist της χώρας αυτής από πολλές απόψεις. Αλλά αυτά θέλουν αφοσίωση και πολλή δουλειά, και εγώ έχω (προς το παρόν;) αποποιηθεί τον επιστήμονα από μέσα μου. Όχι όμως και τον δοκιμιογράφο.

Ασχολείστε επισταμένα με την μετάφραση λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;
Ναι, τα τελευταία χρόνια, η μετάφραση είναι η δύσκολη, χρονοβόρα, ηδονική δουλειά μου. Έχω μεταφράσει πεζογραφία (Oates, Singer κ.ά.), ποίηση (Carson, Cummings – το βιβλίο, μάλιστα, που βγήκε πρόσφατα πάνω στην ποίησή του το θεωρώ και δικό μου κατ’ ουσίαν). Με τη μετάφραση συμβαίνει το εξής: έχεις χρέος να εξαφανιστείς –όσο γίνεται περισσότερο– πίσω από το κείμενο του άλλου, ενώ εκείνος που το ανασταίνει στη νέα γλώσσα είσαι εσύ, όχι ένας άλλος. Όλα εδώ είναι ένας αργός βηματισμός πάνω στην κόψη του ξυραφιού, είναι λοιπόν στο χέρι σου κατόπιν να διαχειριστείς τις αναγκαστικές αμυχές ή και τα τραύματα που απομένουν. Συνήθως, η αναμέτρηση με ισχυρά κείμενα, αφού σε βυθίσει πρώτα σε προσωπικές ανασφάλειες, μακροπρόθεσμα σου μαθαίνει σεμνότητα, συνομιλία, λογοτεχνία. Τώρα μεταφράζω ένα αριστούργημα του Witold Gombrowicz, το «Cosmos», γίνομαι ο ερμηνευτής, η φωνή του. Στη μετάφραση, παίρνεις και δίνεις. Έτσι, ακόμη και αν ο συγγραφέας του πρωτότυπου το αγνοεί, ο μεταφραστής μαθαίνει τι σημαίνει δυαδική σχέση. Καμία δυαδική σχέση δεν είναι εύκολη. Και ούτε πρέπει να είναι.

Έχετε γράψει πεζογραφία και ποίηση. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί του άλλου;
Η λογοτεχνία είναι το μόνο παιχνίδι που έχω μάθει να παίζω. Όσο δύσκολο, σοβαρό ή κρίσιμο, παραμένει ευτυχώς για μένα παιχνίδι. Έτσι, οι όροι πεζογραφία ή ποίηση, ή ό,τι άλλο, λίγα πράγματα κατά βάθος μου λένε. Στο ενιαίο παιχνίδι της λογοτεχνίας, ασφαλώς και αλλάζουν κάποιοι κανόνες ανά είδη. Αλλά οι κανόνες είναι κάπως προσχηματικοί, παραμένουν για τη συνέχιση του παιχνιδιού και μόνο. Το να θολώνω ή να παραποιώ πού και πού τους κανόνες αυτούς, χωρίς να παραβαίνω ωστόσο τις εντελώς θεμελιώδεις αρχές τους (θα ήταν ασέβεια προς το Παιχνίδι), το θεωρώ χρέος μου απέναντι στην ίδια την τέχνη, απέναντι στο στυγερό φαινόμενο της ανίας, αλλά και απέναντι στις αυτάρεσκες βεβαιότητες και παγιώσεις, που μου μυρίζουν πάντα θάνατο. Όσο υπάρχω και γράφω, λοιπόν, θα βγάζω πάντα ένα βιβλίο «ποίησης» και ύστερα ένα άλλο «πεζογραφίας», προβαίνοντας σε ό,τι αλλοιώσεις ή αντιμεταχωρήσεις επιθυμώ. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος που ξέρω για να ποιήσω υβρίδια, και τα υβρίδια τα αγαπώ, γιατί κόβουν μια και καλή τη συζήτηση περί διπόλων, είναι τουλάχιστον πιο ελεύθερα και φιλειρηνικά και ανεξίθρησκα. Αλλά τι συζητάμε τελικά για διακρίσεις και είδη; Το πρώτο «μυθιστόρημα» που έγινε ποτέ είναι ένα ποίημα: η «Οδύσσεια».

Το 2007 παρουσιάστηκε το θεατρικό σας έργο Ο Νιπτήρας. Ένα άλλο είδος γραφής διεκδικεί θέση ανάμεσα στα προηγούμενα δυο;
Και το 2008, μία ομάδα στη Θεσσαλονίκη, το «Σχήμα εκτός άξονα», παρουσίασε στο θέατρο μία δική του σύνθεση από ήδη υπάρχοντα κείμενά μου («ποίηση» – «πεζογραφία»), υπό τον τίτλο «Μπλομ!». Το λέω αυτό γιατί έχω την αίσθηση πως φυσικός χώρος της γραφής μου είναι το θέατρο, αλλά με την πολύ πιο ευρεία έννοιά του. Για την ποιότητα ενός κειμένου, έχω πάντα δύο βασικά κριτήρια. Το ένα: αν διαθέτει επείγον αίτημα ανακοίνωσης και αποκάλυψης μπροστά στο βλέμμα του κάθε άλλου. Το δεύτερο: αν έχει ακροαματική λειτουργία και ισχυρά στοιχεία προφορικότητας. Γι’ αυτό και ό,τι γράφω το δοκιμάζω (πρώτα μόνος μου, ύστερα μπροστά σε άλλους) μέσα από τη δική μου σωματική φωνή. Μόνο αν ο εξερχόμενος ήχος στέκει, μόνο αν το ποίημα ή το διήγημα μπορεί και εμψυχώνεται μέσα από τα ποικίλματα, τη ρυθμολογία και τα ηχοχρώματα της φωνής, αν δηλαδή έχει αποτυπωθεί πάνω και μέσα του κάτι από την άγραφτη και άρρητη «γλώσσα» του σώματος, αποφασίζω ότι το κείμενό μου είναι «σωστό» και μπορεί να δημοσιευτεί. Μιλώ, βέβαια, πάντα για μία προφορική διάσταση πολύ επεξεργασμένη, για εξισορρόπηση ανάμεσα στη φωνητική ομιλία και στη σύμβαση της σιωπηρής ανάγνωσης. Πάντως ναι, έχω έτοιμο και ένα ακόμη θεατρικό έργο (δηλαδή: κάτι που έγραψα με τη σκέψη πως προτιμώ να παιχτεί εξαρχής στο θέατρο), όπως και ένα-δυο ακόμη θεατρικά σχέδια, μάλλον αρκετά απώτερα αυτά. Εξακολουθεί να με προβληματίζει, πάντως, το εξής: δεν είμαι καθόλου, μα καθόλου, βέβαιος τι μπορεί να είναι σήμερα ένα «θεατρικό έργο». Δύσκολα με ικανοποιεί το θέατρο του λόγου, όπως ακόμη συνήθως το εννοούμε, γι’ αυτό και θα προτιμούσα να γράφω για συγκεκριμένους ανθρώπους στο πλαίσιο μιας ομάδας. Μέχρι να πειστώ και να ξεφοβηθώ και να το αποφασίσω, προτιμώ μάλλον να γίνομαι –όταν και όπου μπορώ– εγώ ο ίδιος performer των κειμένων μου: Μπροστά σε κοινό, μετατρέπεσαι ολόκληρος στο κείμενό σου, είσαι μαζί το τύμπανο αλλά και ο τυμπανιστής.

Σημ.: Οι τρεις πρώτες φωτογραφίες του συγγραφέα είναι από τους: Γιάννη Ισιδώρου, Greek Gay Lolita και Κατερίνα Ηλιοπούλου αντίστοιχα.

23
Δεκ.
10

Εντευκτήριο, τεύχος 90 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2010, κυκλοφ. 25 Νοεμβρίου 2010)

Στο μυθιστόρημα του Κούντερα Η βραδύτητα περιγράφεται ένας Τσέχος ο οποίος, ενώ συμμετέχει σε ένα διεθνές συνέδριο, δεν χάνει ευκαιρία να περιγράφει «πώς είναι τα πράγματα στη χώρα μου» ώστε τελικά καταντά γραφικός. Γίνεται άξιος περιφρόνησης επειδή δεν νοιάζεται για τίποτε πέρα από τη δική του πατρίδα και έτσι αδυνατεί να αντιληφθεί τη στενή σχέση της δικής του ανθρώπινης υπόστασης και της υπόλοιπης ανθρωπότητας. Όταν όμως διάβαζα τη Βραδύτητα δεν τάχθηκα μ’ αυτούς που περιφρονούσαν τον τύπο που δεν σταματούσε να μιλά για «τη χώρα μου» αλλά αντίθετα ταυτίστηκα με τον περίεργο χαρακτήρα το. Απλά συνέβη, χωρίς υποχρεωτικά να θέλω να μοιάσω σ’ αυτόν τον καταγέλαστο άνθρωπο. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 συνειδητοποίησα ότι εάν ήθελα να «γίνω ο εαυτός μου» – για να δανειστώ μία φράση από το μυθιστόρημα Το μαύρο βιβλίο – έπρεπε να πάψω να περιγελώ τους «μιμητές» του Νάιπουλ για όσα έκαναν προκειμένου να ξεπεράσουν τους επαρχιώτικους τρόπους τους ή την κατάθλιψή τους και, αντίθετα, να ταυτιστώ μαζί τους

… γράφει ο Ορχάν Παμούκ (φωτ. 1) σ’ ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον εκτενές κείμενο με τίτλο «Η τουρκική βιβλιοθήκη μου», που δημοσιεύτηκε στο The New York Review of Books και αποσπάσματα του οποίου μεταφράζονται εδώ. Ο συγγραφέας μιλάει για τα αγαπημένα βιβλία του στην γλώσσα του: συλλογές των ποιητών του λεγόμενου Πρώτου και Δεύτερου Κύματος, έργα του Ναζίμ Χικμέτ, του Ορχάν Κεμάλ, του Κεμάλ Ταχίρ, βιβλία για τον Ατατούρκ κ.ά.

Το τεύχος κοσμείται με: ανοιχτή επιστολή της Κικής Δημουλά προς Γιώργο Κορδομενίδη (αναστοχαστική της σχέσης της μαζί του, επιφυλακτική προς τα αφιερώματα, διαλεκτική απέναντι σε συγκεκριμένο μελέτημα που επίσης δημοσιεύεται), αφήγημα του Χρήστου Τσιόλκα, κείμενο του Μάριο Βάργκας Λιόσα, διηγήματα των Κώστα Λογαρά, Κοσμά Χαρπαντίδη και Παύλου Γεωργιάδη (οικοδόμου το επάγγελμα), ποίηση των Χόκαν Σαντέλλ, Αργύρη Παλούκα, Γιώργου Βέλτσου, Γιάννη Τζανετάκη, Παναγιώτη Πετραντωνάκη, χαρακτικά της Τόνιας Νικολαΐδη. Στις φωτογραφίες της «Μαύρης θάλασσας» της Αγγλίδας Βανέσα Ουίνσιπ (φωτ. 3), η καθημερινότητα αναδύεται «μέσα από περιοχές που έχουν στιγματιστεί και χαρακτηριστεί από βίαια κι οδυνηρά γεγονότα», «σε μέρη που έχουν πληγεί στο παρελθόν ή πλήττονται ακόμη από καταστροφικές έριδες» αλλά συνεχίζουν να ζουν ακόμα κι αισιόδοξα.

Στο Καπνιστήριο που δεν επιδέχεται καμία απαγόρευση, ο Άκης Παπαντώνης γράφει για τον σερ Τζον Φρανκ Κέρμοντ (1919-2010), λογοτεχνίας κριτικό και θεωρητικό συνεργάτη του Times Literary Supplement και πρωτεργάτη των London Review of Books και Literary Review. Στο απέναντι τραπέζι η Βάλια Τσάιτα-Τσιλιμένη σκιαγραφεί την περίπτωση του Αλμπέρ Καμύ, με αφορμή την εκδοτικό οργασμό για το ιωβηλαίο του θανάτου του. Στις σελίδες αλληλογραφίας, ένας αναγνώστης θιγμένος από το σχετικό ξεκαρδιστικό δίδυμο σημείωμα Παπαρρήγα – Καψάλη (βλ. προηγούμενο τεύχος, εδώ), κρίνοντας την καψάλεια αντίδραση ως αντικομμουνιστική, ανακοινώνει ελαφρώς πομπωδώς την αποχώρησή του από το σώμα των συνδρομητών. Απορώ: κατά την προσωπική μου άποψη, ένας αναγνώστης που θίγεται από μια ένθερμη (πλην πλήρως εμπεριστατωμένη) αμφισβήτηση των εικονισμάτων αγίων ανωνύμων ή μη, υπήρξε ανέκαθεν εκτός Εντευκτηριαστών. Απλώς δεν το γνώριζε.

Το πολυσέλιδο αφιέρωμα του περιοδικού «ανήκει» στον Πάνο Θασίτη (1923 – 2008) (φωτ.2), τον ολιγογράφο ποιητή και οξυδερκή δοκιμιογράφο και κριτικό, που γραμματολογικά έχει καταχωρηθεί στην «τριάδα των ποιητών της ήττας» (μαζί με τον Μανόλη Αναγνωστάκη και τον Κλείτο Κύρου). Πρόκειται όμως για φωνές ομογάλακτες, όχι όμοιες. Ο Θασίτης υπήρξε πιο νοησιαρχικός αλλά και εκλεκτικός ως προς τις θεωρητικές του ενασχολήσεις και ευκρινείς είναι οι εσωτερικές διαφοροποιήσεις τους ως προς την γλώσσα και την τεχνική αλλά και σε άλλα στοιχεία που εντοπίζει ο Αλέξης Ζήρας. Μεταξύ των υπόλοιπων κειμένων ξεχωρίζει η δια χειρός Μιλτιάδη Δ. Πολυβίου παρουσίαση τεκμηρίων από την πολιτική δράση και τις διώξεις του από μια εποχή «στην οποία το να είσαι αριστερός διανοούμενος δεν ήταν ανέξοδη ρητορική αλλά συνεπαγόταν βαρύ προσωπικό τίμημα».

Στις «Επιστολές στον Πάνο Θασίτη» περιλαμβάνονται [απαντητικά σε αποστολή βιβλίων του] γράμματα και σημειώματα από τους Κοσμά Πολίτη, Αλέξανδρο Αργυρίου, Μελισσάνθη, Γιάννη Ρίτσο (φίλου από τα χρόνια της κοινής τους εξορίας), Οδυσσέα Ελύτη, Στρατή Τσίρκα (είχα ένα ρίγος σχεδόν καφκικό όταν βρέθηκα σ’ ένα γραφείο μ’ αναμμένα όλα τα φώτα, που πολλά ίχνη μαρτυρούσαν πως να τώρα δα δούλευαν άνθρωποι εδώ μέσα), Γιώργο Ιωάννου, Δ. Π. Παπαδίτσα, Μανόλη Αναγνωστάκη. Οι σελίδες συμπληρώνονται από ανέκδοτα ποιήματά του και με απόσπασμα ενός εξ’ αυτών («Η δίκη θα χαθεί») αποχωρώ: Τη στυγερή του αίματος γραμμή/θα σύρω πάλι στον αιθέρα/και θα σαλπίσω προσκλητήριο των αστών./Να βγουν από τα χώματα να εγερθούν/οι αποδεκατισμένες λαϊκές ταξιαρχίες/-μαρμαρωμένα ούρια προδομένα, σημαίες/κατασχισμένες!/Και τη στιγμή που κάνει το σημείο ο ουρανός/και τα πουλιά τα οιωνοφόρα πάρουν φωτιά ψηλά/και καταπέσουν/θα βγάλω από τις μυστικές μου κρύπτες/όλες τις σφραγισμένες μαρτυρίες.

Εδώ η ύλη αλλιώς.

22
Δεκ.
10

Εντευκτήριο τεύχος 89 (Απρίλιος – Ιούνιος 2010)

 

Αντίκρισες την Ιστορία με την μυθοπλασία για άλλη μια φορά, δείχνοντας πως η λογοτεχνία έχει δόντια, νύχια και εκτόπισμα. Καταπίνει την Ιστορία, φωτίζει τη στιγμή, δείχνει την πληγή με το δάχτυλο. Είναι παμφάγα τέχνη γράφει/λέει η Σοφία Νικολαΐδου στην προφορική της επιστολή προς τον απόντα Τάσο Χατζητάτση, στην προς τιμήν του εκδήλωση του Underground Εντευκτηρίου. Ξέρω πως κάποιοι μισοδιαβασμένοι ή παντελώς αδιάβαστοι σε χαρακτήρισαν «μεταμοντέρνο» Υποθέτω δεν έχουν διαβάσει Οδύσσεια. (…) Αυτό το άτιμο, το χωρίς κανόνες παιχνίδι είναι λογοτεχνία. / Οι ήρωές σου δεν έχουν απλώς ονοματεπώνυμο. Έχουν ζωή, παρελθόν, πρόσωπο και φωνή. Κι αυτή είναι, ίσως, η μπαγκέτα σου. Η ριψοκίνδυνη ισορροπία ανάμεσα σ’ έναν πεζογραφικό ρεαλισμό, που πάει κόκαλα, και στο αιφνίδιο πέταγμα του ποιητή συνεχίζει η συγγραφέας, πιστή στην ζωή των βιβλίων και την ανελέητη δικαιοσύνη της τέχνης, η πραγματική ζωή της οποίας, επιμένει, αρχίζει μετά θάνατον.

Οι αφιερωμένες Σελίδες για τον Τάσο Χατζητάτση (1945 – 2008) περιλαμβάνουν και το εκτενέστατο δοκίμιο της Μαίρης Μικέ. Συνοδοιπορία του προσωπικού με το πολιτικό και αδιάκοπη συνύφανσή τους, διακυμάνσεις στις ζωές των ανθρώπων από τις συνέπειες της αιματοσταγούς ιστορίας, μονόλογοι πολλαπλών αφηγητών, ποικίλες εστιάσεις και οπτικές γωνίες, ανάμειξη υφών και συμπαρουσίαση αφηγηματικών γλωσσών, ανάδειξη συγκρουσιακών φωνών του παρελθόντος, συνεχής αναθεώρηση και ανακατασκευή του παρελθόντος, μια διαρκής διαδικασία επανερμηνείας: ιδού ορισμένα μόνο από τα στοιχεία της συναρπαστικής γραφής του συγγραφέα που πρωτογνωρίσαμε χάρη στις εκδόσεις του Εντευκτηρίου (Έντεκα σικελικοί εσπερινοί (1997), Στη σφενδόνη (2000)) και παρά την ολιγόχρονη παρουσία του (μια δεκαετία περίπου) άφησε ένα ευδιάκριτο λογοτεχνικό στίγμα.

Κυρίες και Κύριοι/Θα ήθελα να σας εξομολογηθώ τον εθισμό μου/Είμαι κλεπτομανής/Κλέβω το οξυγόνο των λέξεων/Εισπνέω τις φωνές τους/Γιατί μόνον έτσι αναπνέω γράφει η Έλσα Κορνέτη στην Ποίηση δωματίου και η χορεία των ποιητών συμπληρώνεται από τους Χριστόφορο Λιοντάκη, Δημήτρη Λεοντζάκο, Ανθή Μαρωνίτη, Lou Andreas – Salomé, Κώστα Ριζάκη και Χλόη Κουτσουμπέλη. Αλεξάνδρα Δεληγιώργη (με απόσπασμα από μέλλον μυθιστόρημα), Άκης Δήμου, Μαρία Καραγιάννη, Μαρία Κουγιουμτζή, Βαγγέλης Μπέκας, Άκης Παπαντώνης, Sam Sephard, Mark Sluka γειτνιάζουν στις πεζογραφικές σελίδες. Εκεί ο Τάσος Καλούτσας μας προσφέρει μια δια παιδικών ματιών αφήγηση των εγκαινίων του σιδηροδρομικού σταθμού της Περσεφόνης Σερρών από τον βασιλιά και ο Σπύρος Καρυδάκης μια σκληρή ιστορία μεταναστευμένης ζωής.

Στις φωτογραφίες της Marialba Rousso (Ερημίας οικειότητα) η μελέτη του τοπίου πράγματι αποτελεί «πρόσφορο έδαφος για την ανάδειξη μεταφορών και συμβολισμών», ο Ντίνος Χριστιανόπουλος παρουσιάζει από την συλλογή του ελληνικές εκδόσεις στην Θεσσαλονίκη επί τουρκοκρατίας και ο Αλέξης Ζήρας επιστολές από βορειοελλαδίτες ποιητές από το αρχείο του Νάσου Νικόπουλου (που δημοσίευε κριτικά κείμενα και άρθρα στην Επιθεώρηση Τέχνης, τον Νεοελληνικό Λόγο, τις Θερμοπύλες και επί μια δεκαετία στην Αυγή).

Μέχρι σήμερα το Πανδοχείο έχει αποφύγει να λερώσει το δάπεδό του με κούφιες ή κουφιοκέφαλες δηλώσεις πολιτικών αλλά εδώ θα κάνει μια εξαίρεση, εφόσον τέτοια άγνωστα διαμάντια σπανίως μας χαρίζονται. Γράφει λοιπόν σε κάποιον Ριζοσπάστη του 1980 η Αλέκα Παπαρήγα: Μπορεί να σκεφθεί κανείς ποια θα είναι τα αποτελέσματα αν, π.χ., στις εργάτριες ενός εργοστασίου, από τα τοπικά σωματεία ή την Επιτροπή, έμπαινε κύριος στόχος η σεξουαλική απελευθέρωση ή σε ίση μοίρα με τα προβλήματα απασχόλησης. Οι περισσότερες από αυτές, αν όχι όλες, θα μετέφεραν την πάλη τους από το εργοστάσιο στο σπίτι, πράγμα φυσικά που ταιριάζει απόλυτα με τα συμφέροντα, όχι μόνο της συγκεκριμένης εργοδοσίας αλλά και της άρχουσας τάξης και των μονοπωλίων…

Αθάνατοι ολοκληρωτισμοί, πόσο τρέμετε την ύπαρξη και μόνο του Ερωτισμού… Εις το εξής πάντως, για να μην αποσπώ τις α-δεξιές από τα αληθινά τους καθήκοντα, θα σχετίζομαι μόνο με δεξιές ερωμένες (όχι βέβαια με την έννοια του φερώνυμου μυθιστορήματος του Πάνου Θεοδωρίδη…). Και θα παρηγορούμαι με την απέναντι δημοσίευση μιας πληρωμένης, πανάκριβης, απάντησης ενός συντετριμμένου Διονύση Καψάλη, από έναν Πολίτη της ίδιας χρονιάς.

Η ύλη από άλλo σκόπευτρο, εδώ. Στις φωτογραφίες ο αγαπημένος συγγραφέας κι ένα τοπίο (της Μ. Rousso) που ταιριάζει στη γραφή του.

 

21
Δεκ.
10

Εντευκτήριο τεύχος 88 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2010)

Ο Imants Ziedonis, σπουδαίος εν ζωή ποιητής της Λετονίας, έχασε εξαιτίας ενός εγκεφαλικού την ικανότητά του να γράφει και να διαβάζει, αλλά και να μιλήσει με ευκρίνεια. Παρ’ όλα αυτά αποφάσισε να γράψει για την παιδική του ηλικία, βρίσκοντας πρόθυμη αρωγό την πεζογράφο Nora Ikstena. Η συνεργασία τους ήταν δύσκολη: φράσεις, παράγραφοι και κεφάλαια έπρεπε να δομηθούν με σπαράγματα λέξεων, με βρυχηθμούς, με απεγνωσμένες κινήσεις. Με παρα-γλωσσικά και εξω-λογικά σημεία. Ο Κωνσταντίνος Μπούρας που συνάντησε την Ikstena και διάβασαν μαζί στο πλαίσιο της συμμετοχής τους στην 2η Διεθνή Λογοτεχνική Συνάντηση στο Underground Εντευκτήριο στη Θεσσαλονίκη και στο Café Dasein στην Αθήνα μεταφέρει την σχετική εμπειρία ενώ το κείμενο της ίδιας («Το Ακαθόριστο Ήταν», από το φερώνυμο βιβλίο με τον Ziedonis) είναι συγκλονιστικό: έπρεπε να επινοήσουμε μια επικοινωνιακή γλώσσα, έτσι ώστε να μετασχηματίσουμε τα γεγονότα σε ιστορίες. (…) να αντλήσουμε από αποθέματα διαίσθηση που γνωρίζαμε ότι διαθέταμε, και, – συν τω χρόνω- προέκυψε ανάμεσά μας ένας ιδιότυπος επικοινωνιακός χώρος.

Ο ποιητής κάθισε μπροστά σε μια κενή σελίδα και προσπάθησε να γράψει το όνομά του. ήταν πολύ δύσκολο, σχεδόν ακατόρθωτο, κι όμως εκείνος χάραζε επίμονα τεθλασμένες γραμμές στο χαρτί […] Τότε η γλώσσα έμοιαζε να παλινδρομεί πίσω την εποχή όταν και εκείνη και ο ποιητής ήταν μόνο παιδιά.

Στην ευρεία αυτή Λογοτεχνική Συνάντηση, που προσκάλεσε συγγραφείς από το εξωτερικό, τους έφερε σε επικοινωνία με Έλληνες συναδέλφους τους και δημιούργησε έναν χώρο συνομιλίας για την λογοτεχνία αλλά και τοποθέτησε την ίδια τη λογοτεχνία στο προσκήνιο, διερευνώντας τη σχέση της με άλλες τέχνες και γνωστικά πεδία, μας εισάγει ο εμπνευστής της Χρήστος Χρυσόπουλος (σ.σ.: το Πανδοχείο παρουσίασε μια όψη της εκδήλωσης και φιλοξένησε δυο ενοίκους της εδώ κι εκεί), ενώ δημοσιεύονται και οι λογοτεχνικές καταθέσεις των Ingrid Storcholmen, Gustav Murin, Ηλία Μαγκλίνη, Χάρη Βλαβιανού και Παναγιώτη Ευαγγελίδη.

Ένα άλλο εκτενές κείμενο μου προκάλεσε μεγάλη ικανοποίηση, και όχι μόνο για το περιεχόμενό του. Ο Μένης Κουμανταρέας («Πες μου ποιους διαβάζεις να σου πω ποιος είσαι») προβαίνει σε μια παρουσίαση αλλά και προσωπική ανάγνωση ενός βιβλίου του Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου (Αποκείμενα, Νεφέλη 2000). Να λοιπόν που σε πείσμα της μανιώδους εξάρτησης της παρουσίασης ενός βιβλίου από την ημερομηνία κυκλοφορίας του, δεν αφιερώνονται απλώς σελίδες βιβλιοκριτικής (ούτως ή άλλως το Εντευκτήριο και άλλα λογοτεχνικά περιοδικά το κάνουν) αλλά και ένα πολυσέλιδο κείμενο. Για τον Κουμανταρέα το παρόν ανήκει στα «βιβλία που πέφτουν από τα ράφια της βιβλιοθήκης, παραπονεμένα που έμειναν σκονισμένα κι αδιάβαστα» κι έτσι ξεκινά έναν κανονικό διάλογο με τα κείμενα, προβαίνει στην δική του κατάταξη σε αυθαίρετες, όπως γράφει, ενότητες, αντιπαραθέτει την δική του γνώμη για τους παρουσιαζόμενους από τον Η.Χ.Π. (από τον Όμηρο Πέλλα στον Νάσο Θεοφίλου κι από τον Αλέξανδρο Ρίζο Ραγκαβή και τον Νίκο Επισκοπόπουλο στον Σκαρίμπα, τον Μποστ, τον Πεντζίκη) αλλά και τις προσωπικές του μνήμες από εκείνους, όπου υπάρχουν. Για να προσθέσω και την δική μου γνώμη στο βιβλίο που αγόρασα 4-5 χρόνια πριν και πραγματικά απόλαυσα τα κείμενα και τη γραφή, συμφωνώ με τον Μ.Κ: μοιάζει τούτος ο τόμος με δονκιχωτική χειρονομία προς μια λογοτεχνία άγνωστη ή φθίνουσα και προς μια γλώσσα που σχεδόν κανείς δεν γράφει πια και δεν ενδιαφέρεται να διαβάσει και ομολογώ πως κι εμένα με έβαλε τότε σε πειρασμό ν’ αναζητήσω κάποιους από εκείνους τους συγγραφείς.

Το τεύχος περιλαμβάνει ακόμα, μεταξύ άλλων, έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα φάκελο για την Σύγχρονη Κολομβιανή Ποίηση (με εισαγωγή και μετάφραση ποιημάτων Γιάννη Καράτζογλου), διηγήματα των Μαρίας Κέντρου – Αγαθοπούλου, Ελιάνας Χουρμουζιάδου, Νόρας Πυλόρωφ – Προκοπίου, Κωνσταντίνου Ματσούκα, ποίηση των Μιχαήλ Μήτρας, Γιάννη Γκούμα, Μυρτώς Αναγνωστοπούλου και τις φωτογραφίες – «δευτερόλεπτες εικόνες» του Στράτου Ντόντση.

Αναχωρούμε με τον απόηχο του Γιώργο Βέλτσου ο οποίος, μιλώντας στην Ανάμνηση της Γιώτας Κραβαρίτου κι έχοντας νωρίτερα συλλαβίσει το ερώτημα «τι δεν [της] επέτρεψε να γίνει η καλλιτέχνιδα που όφειλε να γίνει» προσπαθεί να επανεναρμονιστεί με το θεσσαλονίκειο σώμα αλλά η επιστροφή εδώ, στην Θεσσαλονίκη, δεν συντελείται. Κάθε φορά που, με ένα κείμενο, νομίζω πως επιστρέφω, ίδιος με τότε, τα μεγάφωνα του σιδηροδρομικού σταθμού, λίγα μέτρα πιο κάτω, αναγγέλλουν ότι έχω φύγει προ πολλού.

Στις φωτογραφίες: Imants Ziedonis, Nora Ikstena και μια «δευτερόλεπτη εικόνα» από την Ισπανία.

20
Δεκ.
10

Εντευκτήριο τεύχος 87 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2009)

Αφιέρωμα: Γύρω από το τραπέζι

Πάνω σ’ αυτή την αργασμένη ράχη, τη γεμάτη ρόζους από καψίματα και τσιγάρα, αμέτρητες φορές ζυμώθηκαν ψωμιά και φύλλα ανοίχτηκαν για πίτες και σκαλτσούνια, κρέατα τεμαχίστηκαν ποτίζοντας με το είναι τους τις ίνες της, σάλτσες καυτές, κρασιά χαράς, δάκρυα πένθους και καφέδες της παρηγοριάς χυθήκανε, σκεύη μόλις κατεβασμένα απ’ τη φωτιά, νύχια ανυπόμονα νευρικά, γροθιές οργής, αγώνες που στηρίξανε τη σκέψη, την απόγνωση ή την ονειροπόληση αφήσαν, ανεξίτηλα, τα ίχνη τους, ποιήματα θνησιγενή και άλλα, θνητά κι αυτά αλλά μακροβιότερα, χαράχτηκαν… γράφει ο Αργύρης Χιόνης για ένα τραπέζι που από κληροδότης των παραπάνω, καθίσταται το ίδιο με τη σειρά του … κληρονόμος.

Γύρω από το τραπέζι – αφιέρωμα του τεύχους συγκεντρώνεται πλήθος ετερόκλιτων συγγραφέων γράφοντας ακριβώς για την περίσταση: Βασίλης Αμανατίδης, Γιάννης Ατζακάς, Γιάννης Βαρβέρης, Κατερίνα Δασκαλάκη, Άκης Δήμου, Μάρω Δούκα, Παναγιώτης Κουσαθανάς, Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης, Δημήτρης Νόλλας (απόσπασμα από ανέκδοτο μυθιστόρημα), Μανόλης Ξεξάκης, Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Σάκης Σερέφας, Στρατής Χαβιαράς, κ.ά. Ακόμη, κομμάτια από παλαιότερα βιβλία, μεταφράσεις (όπως ο Ευαγγελιστής Ματθαίος από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο), επανενθυμήσεις και ο κατάλογος δεν τελειώνει εδώ, ούτε και τα τραπέζια, τα τραπεζώματα και οι τραπεζοσυνάξεις.

Στο δισέλιδο κείμενό του όμως ο Πάνος Θεοδωρίδης (Η λέξη που λείπει) αφού παραδεχτεί πως αδυνατεί να φτιάξει δωρεάν μια μυθοπλασία ή να επισημάνει κάτι ουσιαστικό, χωρίς το ύφος του να παραμείνει ανεπηρέαστο από τα τραπέζια όπου κατέθετε κείμενα για μπλογκ, επφυλλίδες και χρονογραφήματα, καταλήγει πως σε όλη αυτήν την ιστορία με τα τραπέζια, μια λέξη είναι μυστική, αόρατη και εκκρεμής, χωρίς την οποία το τραπέζι και η τράπεζα έχουν μια ματαιότητα. (Σ.Σ. αλλαγή παραγράφου) Πρόκειται για την λέξη καρέκλα. Υποδεικνύοντας, πιθανώς, την θεματολογία ενός άλλου, βραχυμέλλοντος, ελπίζουμε, αφιερώματος.

Αν βρήκα κάτι κι απ’ τη δική μου ζωή, αυτό βρίσκεται στο κείμενο του Σπύρου Γιανναρά. Το δικό του τραπέζι βρίσκεται αντικριστά στην κουζίνα, στον νεροχύτη και στο ψυγείο: Εκεί με πρωτοδιάβασε η μάνα μου τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, εκεί σχεδιάσαμε και χρωματίσαμε μαζί τις πρώτες ιχνογραφίες (…) εκεί ολοκλήρωσα την πρώτη μεγάλη σχολική εργασία πάνω στο Λάθος του Σαμαράκη. Στο ίδιο πάντα τραπέζι κατέφευγα (…) κι άπλωνα σε όλη του την επιφάνεια βιβλία, χαρτιά, χρώματα και μπογιές (…) σαν μοναχικός κολυμβητής που δοκιμάζει τις πρώτες απλωτές πριν ξαμοληθεί στα βαθιά – απολαμβάνοντας το σκίρτημα της απομόναχης ιδιωτικής ευτυχίας. Η ευτυχία δεν ξεχνιέται, ακόμα κι αν το ίδιο τραπέζι ολοκληρώσει τον αρχικό εκείνο κύκλο με διαφορετικές κι ενίοτε πολύ σκληρές χρήσεις.

Στο καπνιστήριο οι Γιάννης Βούλγαρης, Ηλίας Μαγκλίνης, Βάλια Τσάιτα – Τσιλιμενη και Άννα Μαρία Παράσχου, στις φωτογραφίες ο Παναγιώτης Πλουμής, στις βιβλιοκρίσεις εκλεκτοί συνεργάτες και για τον δρόμο μια άλλη αξέχαστη αίσθηση δια χειρός Jan Henrik Swahn: Μια γλυκερή μυρωδιά ξεχύνεται στην ατμόσφαιρα που δεν έχει καθόλου να κάνει με παιδικά χρόνια, καθώς απλώνουμε μια κουβέρτα πάνω από το τραπέζι και χωνόμαστε από κάτω, στη μυστική φωλιά, πίνοντας λεμονάδα. Ο χώρος αυτός είναι το καταφύγιό μας. Χασκογελώντας λέμε κακές κουβέντες στη θεία μας και τρέχουμε να κρυφτούμε κάτω από το τραπέζι. Τέσσερα κολωνάκια και μια σκεπή αρκούν για να έχεις ένα τραπέζι. Μια θαυμάσια προστασία ενάντια στη βροχή και τον κόσμο.

ΥΓ. Το έχουμε ξαναγράψει και θα το γράφουμε διαρκώς: η παρουσίαση παλαιότερων τευχών κορυφαίων λογοτεχνικών περιοδικών, όπως είναι το Εντευκτήριο, αποτελεί μέγιστη τιμή και απόλαυση για το Πανδοχείο. Τα λογοτεχνικά περιοδικά από τη φύση τους δεν αποτελούν επικαιρικά προϊόντα περιορισμένα στον χρόνο έκδοσής τους αλλά διαρκή θησαυροφυλάκια λογοτεχνίας, πόσο μάλλον όταν είναι προσβάσιμα και στην ίδια την εκδοτική τους πηγή. Αυτή τη βδομάδα παρουσιάζονται τα τέσσερα τελευταία τεύχη του περιοδικού.

Όπως πάντα, εικονικές και πραγματικές θυρίδες επικοινωνίας στο ιστολόγιο του περιοδικού. Στις φωτογραφίες: Αργύρης Χιόνης, Γιαν Χένρικ Σβαν.




Δεκέμβριος 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοέ.   Ιαν. »
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Blog Stats

  • 951.016 hits

Αρχείο

Advertisements