Αρχείο για Ιανουαρίου 2011

31
Ιαν.
11

Ράινχαρτ Κλάιστ – Johnny Cash

Φυλακές Φόλσομ, αίθουσα εστίασης. Ένας φύλακας της πτέρυγας 3 με αντάλλαγμα ένα τσιγάρο μαρτύρησε το μυστικό σ’ έναν κρατούμενο: εδώ μέσα σε λίγες μέρες θα παίξει ο Τζόνυ Κας. Ελάχιστοι τον πιστεύουν, αλλά τελικά δεν τους φαίνεται απίθανο: Ξέχνα τον Έλβις. Αυτός ο ψευτόμαγκας δεν θα έπαιζε ποτέ εδώ. Ο Κας είναι δικός μας άνθρωπος. Ξέρει πως είναι να περνάς από την κόλαση. Ζει τα τραγούδια του. Έτσι είναι: ο Τζόνυ νιώθει πως είναι να είσαι μέσα, κι ας μην μπήκε ποτέ.

Παιδικά χρόνια σε καλύβα χωρίς θέρμανση και τζάμια, καταρρακτώδεις βροχές, ο φόβος των πλημμύρων, δυο αγαπημένα αδέλφια, σκληρή δουλειά στις οικογενειακές βαμβακοφυτείες: «χωρίς αυτές δεν θα υπήρχε κάντρι μουσική. Το χίλμπιλι, το μπλούγκρας και το ροκαμπίλι έχουν τις ρίζες τους εκεί. Οι εργάτες τους τραγουδούσαν τα γκόσπελ και τα μπλουζ των Hank Williams, Charlie Fethers, Jimmy Rogers». Η γη δεν αποδίδει κι ο Τζόνυ μετακομίζει στο Ντιτρόιτ για να δουλέψει όπως τόσοι άλλοι σε εργοστάσιο αυτοκινήτων. Αλλά η μουσική έχει φωλιάσει μέσα του. Γνωρίζει την Βίβιαν, ψάχνει σπίτι στο Μέμφις, που έχει ακούσει ως Μέκκα της Μουσικής, πιάνει δουλειά στην εταιρεία ηλεκτρικών ειδών Home Equipment Company, γνωρίζει τους μουσικούς του companieros.

Παίζουν, δένουν, κολλάνε. Αναμονή για τον χτύπο του τηλεφώνου αλλά ποιος να τους ψάξει σε μια πόλη που ακόμα και οι οδοκαθαριστές έχουν συγκρότημα; Κι όμως ο πολύς Σαμ Φίλιπς της Sun Records τον δέχεται και μόνο για τα χίλια τηλεφωνήματα που δεχόταν από εκείνο τον επίμονο νέο. Τον ακούει να παίζει Χανκ Σνόου, Κάρτερ Φάμιλι, Τζίμι Ρότζερς: o ακατέργαστος ήχος της μπάντας τον ενδιαφέρει, οι Johnny Cash and The Tennessee Two είναι γεγονός και η τριάδα ξεκινά περιοδεία με μια παλιά Πλύμουθ. Σφαίρα για το Ράιμαν του Νάσβιλ, το ναό της κάντρι, απ’ όπου πέρασαν όλες οι μορφές. Ο Τζόνυ άκουγε από μικρό παιδί την ραδιοφωνική εκπομπή Grande Ole Opry, που ηχογραφούνταν εκεί μπροστά στο κοινό. Εκεί γνωρίζει και την Τζουν Κάρτερ. Βενζεδρίνη, δεξεδρίνη, εκουανίλ, όλες οι αμφεταμίνες για να κρατηθεί ξύπνιος στις νυχτερινές τους οδηγήσεις…Ξέρει τους δρόμους καλύτερα απ’ το σπίτι του. Χωρίς πλάκα, αρκεί να ρίξω μια ματιά απ’ το παράθυρο του λεωφορείου και ξέρω πού είμαι. Ούτε πέντε μίλια έξω δεν πέφτω.

Αρχίζει να παίζει με την Τζουν. Because you’re mine, I walk the line. Ολόκληρη η Αμερική γνωρίζει τα τραγούδια του και δυναμώνει τον ήχο όταν παίζουν στο ραδιόφωνο. Το 1962 στο Κάρνεγκι Χολ αποδίδει φόρο συναυλιακής τιμής στο είδωλό του Τζίμι Ρότζερς, τον «τραγουδιστή των τρένων» και ανεβαίνει στη σκηνή με ρούχα σιδηροδρομικού και το φανάρι που κρατούσαν υποχρεωτικά οι τροχοπεδητές. Δολιοφθορές στα ξενοδοχεία, αμελείς πυρκαγιές – το όνομά του τον γλιτώνει από δικαστικές εμπλοκές. Η Κου Κλουξ Κλαν διαδίδει πως η Βίβιαν είναι έγχρωμη, για να τον δυσφημίσουν στο συντηρητικό κοινό. Ούτως ή άλλως η συμπάθειά του για τις μειονότητες δεν χειροκροτείται απ’ όλους, ενώ από την αντίθετη πλευρά κάποιοι δεν δέχονται το γεγονός πως δεν παίρνει ξεκάθαρη θέση απέναντι στους βρόμικους πολέμους της Αμερικής, παρά τραγουδά για τους εκείνους που της έδωσαν την ζωή του.

Ο Κας έχει φτάσει ήδη τα όριά του. Μια σκιά του μιλάει πίσω απ’ τις κουρτίνες, τον τυφλώνουν τα φώτα της σκηνής, εκτός ελέγχου καρφώνεται με το αυτοκίνητο πάνω σε στύλους. Στο απροχώρητο πηγαίνει στο Nickajack Cave. Του λένε πως το σπήλαιο έχει τόσες πολλές διακλαδώσεις που, αν χαθεί, δεν πρόκειται να βρει την έξοδο. Και απαντάει τότε είναι ό,τι πρέπει. Κάπου μέσα εκεί συνομιλεί με τον νεκρό του αδελφό και βγαίνει λυτρωμένος. Κοίταξες τους δαίμονές σου ίσια στα μάτια, ολομόναχος του λέει η Τζουν, που τον βοήθησε ν’ απαλλαχτεί από τον δαίμονα των εξαρτήσεων (χάπια, αλκοόλ, νικοτίνη) και έμεινε ολόψυχα δίπλα του και δική του.

Θέλω να κάνω κάτι σαν κάντρι όπερα. Με τραγούδια για φυλακισμένους, ανθρακωρύχους, ξυλοκόπους, Ινδιάνους, επαρχιακούς γιατρούς, την αληθινή Αμερική δηλαδή. Η ραχοκοκαλιά του άλμπουμ θα είναι ένα τρένο που θα διασχίζει τη χώρα. Ride this train, φίλε!

Λίγο μετά έρχεται η πρόταση για το λάιβ της φυλακής, με κοινό τα πιο σκληροτράχηλα παιδιά της χώρας. Ο Κας πηγαίνει να παίξει και τρέμουν τα χέρια του – ποτέ δεν είχε τόσο άγχος: ένδειξη απεριόριστου σεβασμού σ’ όλους εκεί μέσα… Ο έγκλειστος που του είχε στείλει ένα κομμάτι σε μαγνητοταινία είχε πει κάποια στιγμή: Ψάχνω την αλήθεια και τη βρίσκω στον ήχο της φωνής του Τζόνυ. Ξέρει καλά πως φυλακισμένος δεν νιώθει κανείς μόνο πίσω από τα κάγκελα. Κι όταν ο Κας τελικά το παίζει μονολογεί: Έτσι λοιπόν είναι η στιγμή που περίμενες όλη τη γαμοζωή σου! Οι τοίχοι του Φόλσομ είχαν τρία μέτρα πάχος αλλά εκείνη τη νύχτα όλοι πέρασαν μέσα τους. Ένα χρόνο μετά θα εμφανιστεί στο κολαστήριο του Σεντ Κουέντιν, για άλλη μια φορά στο αληθινό κοινό του: τους ξεγραμμένους, τους έγκλειστους, τους παρίες.

«Η μπασοβαρύτονη φωνή, η ματιά των ανοιχτών οριζόντων, το πρόσωπο άοπλου προφήτη, η πάντα παρούσα σκιά θλίψης και μελαγχολίας, το βλέμμα αυτού που όλα τα είδε, γεύτηκε, αισθάνθηκε, ο εθισμός στην αγάπη και στη μουσική (εντέλει στην μουσική της αγάπης και στην αγάπη της μουσικής)», όλα είναι ο Τζόνυ Κας, όπως γράφει ο προλογιστής. Κι εγώ πάντα θα θυμάμαι πως ο ίδιος που σπαράζει για τα χτυπήματα της ζωής και τα πληγώματα του έρωτα, είναι ο ίδιος σου προ(σ)φέρει τραγουδιστά τους τρόπους αντοχής και ξεπεράσματός τους.

Εδώ τα πάντα είναι ασπρόμαυρα, στο παλιό κλασικό κόμικς στιλ, ενώ πολλά κάδρα του χαρακώνονται από στίχους τραγουδιών που τραγούδησε ή άκουγε ο Κας. Ο Γερμανός κομικίστας (γενν. 1970) γεννήθηκε κοντά στην Κολονία, ζει στο Βερολίνο, έφτιαξε άλμπουμ για Lovecraft, Elvis, Castro, εικονογράφησε βιβλία των G.J. Ballard και H.C. Artmann, φιλοτέχνησε εξώφυλλα δίσκων (Terrorgruppe, Bear Family Records) και προσόψεις βερολινέζικων κτιρίων. Ιστοσελίδα του εδώ = http://www.reinhard-kleist.de. /Εκδ. Οξύ, 2009, μτφ. Γεωργία Σακάτου (Reihard Kleist – Johnny Cash. I see darkness, 2006).

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, εδώ.

30
Ιαν.
11

η Νόρα…μετά

Θέατρο ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟύ

Χορεύεις για να γεμίσεις την ερημιά και την ακινησία, τραγουδάς γιατί δεν αντέχεις την σιωπή. Μπογιατίζεσαι γιατί δεν αντέχεις τον καθρέφτη. Βρίσκεις την τέχνη για σωσίβιο και κρατιέσαι για να μη σε ρουφήξει ο βυθός…

Η Ιψενική Νόρα τα είχε βροντήξει κι είχε φύγει. Για πάντα; Αν ξαναβλέπαμε τον μύθο της με τα σημερινά μας μάτια, στην καμένη αυτή εποχή των «επαναστατικών αποτυχιών και των υπαρξιακών απογοητεύσεων»; Αν ξαναμπούμε σ’ ένα Κουκλόσπιτο «πειραγμένο» πώς θα είναι η Νόρα τώρα, δηλαδή μετά – θα έκανε το ίδιο;

Να ’την λοιπόν ξανά παγιδευμένη στο Σπίτι. Εύθραυστη, ευάλωτη, εξαρτημένη, ετεροκαθορισμένη. Πάντα ξυπόλητη γιατί είναι αδύνατο να φύγει. Κι ας πρέπει αυτά τα πόδια δεν πρέπει μόνο να χορεύουν αλλά και να μάθουν να κλωτσούν και να φεύγουν. Αλλά με γυμνά πόδια πώς να περπατήσεις; Η λεωφόρος είναι καυτή και τα μονοπάτια γεμάτα τσουκνίδες. Και άλλωστε με τι στηρίγματα, αφού κανόνες, θεοί και ιδέες δεν είναι δικές της, είναι αλλονών. Γύρω της τρεις ανδρικές φιγούρες που καθορίζουν αποκλειστικά την ζωή της: σύζυγος Τόρβαλτ (και δυνάστης και εκπρόσωπος των καθιερωμένων αξιών), γιατρός (και πολιορκητής και τροφοδότης της φιλαρέσκειάς της), πιστωτής (και προσωποποίηση της απειλής) – όλοι συνεχώς παρόντες σε κάθε σκηνή, ακόμα και απόμερα, προβάλλοντες έμμεσα τις δικές τους επιθυμίες. Τι της μένει να κάνει αφού αυτή ποτέ δεν θα γίνει αυτή;

Παραλογισμένη να παίζει και να ξαναπαίζει το ίδιο έργο σ’ ένα pop up σκηνικό, να θεριεύει τους άντρες σε τεράστιες τερατικές μαριονέτες ή να τους τυποποιεί σε φύλλα τράπουλας, αγαπημένο της παιχνίδι μαζί με τα μικρά μοντελικά σπιτάκια που επιπλώνει με ανθρωπάκια προτού τους βάλει φωτιά. Αφού και στο δικό της Κουκλόσπιτο εκείνη αποτελεί έγκλειστο διακοσμητικό στοιχείο. Ένας καθρέφτης και μια κάσκα κομμωτηρίου είναι ό,τι έχει μάθει πως της χρειάζεται. Η ζωή της είναι μια μακέτα παράστασης, κι εκείνη μια μηχανική κούκλα που παίζει με τον εαυτό της κι άλλες κούκλες, μια κούκλα η ίδια για όλους, μια ανθρώπινη καρικατούρα. Μεταιχμιακή διαταραχή προσωπικότητας, κυκλοθυμία, γονίδια, απώλεια μνήμης, διαταραχές ψυχικής οργάνωσης, κρίση ταυτότητας, αυτοκτονικές τάσεις, φόβος εγκατάλειψης, μονολογεί ο γιατρός σε κάθε της φράση. Η μόνη της αταξία είναι μπροστά του να ψιθυρίζει: «να πάνε να γαμηθούνε όλοι τους».

Το Σπίτι έχει ρόλους προδιαγεγραμμένους για τον καθένα. Η Νόρα πρέπει να αποτελεί συζυγική σκιά, οικοκυρά μητρότητας, μηχανή ανατροφής. Μόνο που πιο κάτω από το σάπιο έδαφος των ρόλων υπάρχει δεύτερο ύπουλο υπέδαφος: το σύστημα του προτεσταντικού ασκητισμού. Η αδιάκοπη εργασία ελκύει την θεϊκή εύνοια και γίνεται αυτοσκοπός, το επάγγελμα μετατρέπεται σε ηθική δραστηριότητα και οι ευσυνείδητοι εργάτες εργάζονται για την δόξα του καλού Θεού – όλως τυχαίως με χαμηλά ημερομίσθια. Οι νόμοι της καπιταλιστικής οικονομίας μεταποιούνται σε θεϊκές επιταγές, τη θέση του Ναού καταλαμβάνει η Τράπεζα, οι νόμοι της χρηματοπιστωτικής οικονομίας αντικαθιστούν τις δέκα εντολές. Αλίμονο σε όποιον τους καταπατήσει, και πόσο μάλλον αν είναι γυναίκα… Η παρεκκλίνουσα Νόρα δανείστηκε χρήματα με εγγύηση ένα πλαστογραφημένο ομόλογο για να σώσει τον Τόρβαλτ, ξεπερνώντας τα επιτρεπτά όρια: φερόμενη ως άντρας. Θα υποστεί τις συνέπειες, ποινικές, χριστιανικές αλλά και παγανιστικές εφόσον θα αρνηθεί τη Χάρη αποδεχόμενη την πτώση.

Η Νόρα αποδίδεται με μια συγκλονιστική γλωσσολογία σώματος. Τα γυμνά της πόδια έχουν το δικό τους λεξιλόγιο, το σώμα κινείται διαρκώς χαμηλωμένο, σχεδόν σα να σέρνεται, σα να θέλει απεγνωσμένα να βρει μια δική της ζωτική επικράτεια. Άλλοτε μοιάζει να αιωρείται προς κάθε κατεύθυνση, λες και πασχίζει να πετάξει από έναν αποπνικτικό κόσμο που δεν επέλεξε. Προσπαθώντας στο τέλος να φύγει, βάζει παπούτσια αλλά έχουν όλα καρφιά και την κρατούν στο πάτωμα. Όμως ακόμα κι αν ο Τόρβαλτ της λέει πως έξω δεν υπάρχει τίποτα και πως εδώ μέσα είναι όλα, οικογένεια, ηθική, προορισμός, καθήκον, Θεός, εγώ εκείνη είναι σίγουρη: Το σπίτι δεν με χωράει πια, δεν έχει μέρος να κρυφτώ εδώ μέσα. Έξω η μεγάλη λεωφόρος πυρωμένη από τον ήλιο. Αυτή θα περπατήσω για να μου κάψει τα πόδια, να βγάλω άλλο δέρμα, καινούργιο.

Το άψογο πρόγραμμα της παράστασης περιλαμβάνει ολόκληρο το κείμενο, τις διαφορετικές οπτικές πέντε θεατρολόγων και άλλα κείμενα. Κάπου εκεί διαβάζω πως ο αναρχικός ατομιστής Ίψεν θεωρούσε υπέρτατη αλήθεια της ζωής την ελευθερία και πως όλοι έχουν το δικαίωμα να επαναστατούν ενάντια στους θρησκευτικούς, ηθικούς και κοινωνικούς καταναγκασμούς. Και σκέφτομαι πως αν οι Νόρες, εκείνη και ετούτη, αποτελούσαν μια πρώιμη κραυγή για τα γυναικεία δικαιώματα, σήμερα σφαδάζουν για όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όλες οι πλαστογραφημένες προσωπικότητες πρέπει να ελευθερωθούν και οι πλαστογραφίες μιας ολόκληρης ζωής να λήξουν.

Μτφρ. και δραματουργική επιμ.: Νίκος Καμτσής – Έρικ Λάρσον, Σκηνοθ.: Νίκος Καμτσής, σκην.: Νίκος Καμτσής – Μίκα Πανάγου, Κοστ.: Μίκα Πανάγου, μους.: Χρήστος Ξενάκης, κούκλες – ομοιώματα – ειδικές κατασκευές: Djordje Petrovic, κιν.-χορογρ.: Ναταλία Στυλιανού. / Παίζουν: Μαρλέν Σαΐτη, Νίκος Αλεξίου, Πολύκαρπος Πολυκάρπου, Γιώργος Κροντήρης, Γεωργία Μαυρογεώργη / 100΄ / Πε – Σα: 21:00, Κυ: 19:30 / Κεφαλληνίας 17 & Κυκλάδων, Αθήνα, 210 – 8656004, 8624392 / http://www.topos-allou.gr/.

Δημοσίευση και σε mic.gr.

29
Ιαν.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 19

 

Julio Cortazar, Hopscotch (1963)

Όλα τετραγωνισμένα, όπως ο κόσμος της λογικής μας. Αλλά αρκεί μια ακανόνιστη υπογραφή και η ανεπαίσθητη κλίση της φωτογραφίας για να αρχίσει αυτή η τετραγωνικότητα να μπάζει…

28
Ιαν.
11

Blood Axis – Born Again (Storm / Tesco, 2010)

 

Ο ορισμός της αναγέννησης ή της μεταμόρφωσης; Ο τίτλος και τα στοιχεία συνηγορούν στο πρώτο, η μουσική ενισχύει το δεύτερο. Το δεδομένο είναι πως ο δίσκος είναι ο δεύτερος «μεγάλος» τους μετά το ντεμπούτο The Gospel of Inhumanity, ύστερα από – όχι δυο, ούτε τέσσερα, με τίποτα έξι, βάλε πάνω από δέκα, άστο στα δεκαπέντε – χρόνια! Κατά τη διάρκεια των οποίων οι Blood Axis υπήρχαν κανονικά, συνεργάζονταν με σειρά σχημάτων (Alraune, Amber Asylum, Backworld, Birch Book, Club Moral, Cotton Ferox, Douglas P./Death in June, The Electric Hellfire Club, Ernte, Fire + Ice, Human Head Transplant), κι άφησαν μόνο σκόρπια ίχνη του ονόματός τους, όπως ένα limited ζωντανό (BLOT: Sacrifice in Sweden, 1998) και δυο σπλιτ δίσκους με τους Les Joyeaux de la Princesse.

Η διαφορά με το παρελθόν είναι χαώδης. Εκείνο ήταν στην γνωστή και δυστυχώς τελματωμένη πεπατημένη του dark – electro – industrial στιλ: ηχητικά κολλάζ, βιομηχανικές λούπες, θόρυβοι και ψίθυροι, κοινώς οτιδήποτε μπορεί να πλαστεί, μεταπλαστεί και αναπαραχθεί από keyboards. Κάποτε μια πρωτοτυπία αλλά για πόσο; Σύντομα το στιλ έγινε επανάληψη, κοροϊδία, α-δημιουργία. Ευτυχώς τίποτα από την απατεωνίστικη αυτή ηχητική δεν επιβιώνει εδώ. Στην ουσία το μόνο στοιχείο που διατηρείται είναι το πνευματικό υπόστρωμα, καθώς τότε έβαζε πάνω απ’ τα samples τα Cantos του Pound και τους στίχους από Νίτσε, Λονγκφέλλου και Κίπλινγκ.

Τώρα όμως έφτασε η ώρα και για μουσική: επική, ιπποτική, μεγαλειώδη. Με όλα τα δυνατά ηλεκτρικά – ακουστικά όργανα (μέχρι μπάντζο και μπουζούκι), με κλασικές «highland bagpipes» και «Γαλικιανές» γκάιντες, το παραδοσιακό ιρλανδικό drum (bodhrán) και το μυστηριώδες Annabel-a-tron. Και φυσικά τη φωνή του Michael Moynihan το βιολί και τους φωνητισμού της Annabel Lee και την πρωτεϊκή, όπως χαρακτηρίζουν, κιθάρα του Robert Ferbrache. Στο Song Of The Comrade το melodeon ζωγραφίζει τη μελωδία αλλά είναι η ποστ πανκ οχλαγωγή από πίσω που την απογειώνει. Ένας συναρπαστικός dark wave ύμνος, έστω και πολεμοχαρής. Ο α λα Death In June συλλαβισμός βρίσκει θαλπωρή στο βιολί του Wulf And Eadwacer. Οι σκοτεινές στιγμές θυμίζουν Boyd Rise and Friends – με τον BR άλλωστε πρωτοξεκίνησε ο ΜΜ – ενώ όταν οι πνοές ιρλανδικής μουσικής είναι ιδιαίτερα έντονες – όπως στο Born Again – θυμίζουν τις Goddodin / Terra Ferma στιγμές των Test Department.

Αρκεί μια πινελιά κάθε φορά να δώσει εθιστικό χαρακτήρα στις συνθέσεις: ένα στοιχειωτικό πιάνο στο The Vortex, ένα διαβολικό βιολί στο Erwachen In Der Nacht, το στρατιωτικό εμβατηρίασμα του Churning And Churning, η νεραϊδική φωνή του ρεφρέν στο The Dream. Εννοείται πως θεματικά εδώ διατρέχονται μύθοι, διαπερνώνται ρομάντζα και διατρανώνονται σπουδαίες επικές στιγμές. Αρχαία ποίηση, στοιχειωμένοι θρήνοι και ερωτικές τραγωδίες τραγουδιούνται σε σύγχρονα αγγλικά και γερμανικά αλλά και σε αντίστοιχες παλαιότερες, μεσαιωνικές μορφές τους (από 10ο έως 13ο αιώνα). Ο δίσκος ηχογραφήθηκε σπαστά σε ένα μεγάλο υπερετήσιο διάστημα σε διάφορα μέρη. Ο Moynihan παραμένει μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, έχοντας στο ενεργητικό του ένα βιβλίο για το … Νορβηγικό Black Metal και την έκδοση μιας εφημερίδας (Tyr) για την προχριστιανική Ευρώπη. Αλλά το βέβαιο είναι πως έβγαλε έναν υποδειγματικό, υποβλητικότατο dark folk δίσκο.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

26
Ιαν.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 36. Διαμαντής Αξιώτης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.
Μακρύς ο κατάλογος, κοινός λίγο πολύ, φαντάζομαι, πολλών ομότεχνων. Αναφέρω τον Ηράκλειτο, τον Πλίνιο. Τον Φιοντόρ Ντοστογέφσκυ για τη στιβαρότητα των γραπτών του, τον Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ για το ευφάνταστο των μύθων του, την Βιρζίνια Γουλφ για τα πολλά επίπεδα της γλώσσας της. Τον Τόμας Μαν, τον Τζόζεφ Κόνραντ, τον Μισέλ Ουελμπέκ, τον Άλαν Χόλινγκχερστ, τον Γκιγιέρμο Αριάγα.
Τον Κ. Π. Καβάφη από του οποίου τις επιρροές δύσκολα απαγκιστρώθηκα. Τον ταραγμένο λόγο του κήρυκα Χειμωνά· τη φαντασμαγορία του.
Όντως μακρύς και ατελείωτος ο κατάλογος.
Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.
Αδελφοί Καραμαζώφ και Έγκλημα και τιμωρία του Ντοστογέφσκυ, Μαντάμ Μποβαρύ του Φλομπέρ, Το κόκκινο και το μαύρο του Σταντάλ, Το τενεκεδένιο ταμπούρλο του Γκ. Γκας, Λολίτα του Ναμπόκοφ, Αδριανού απομνημονεύματα της Γιουρσενάρ, Μεταμόρφωση και Δίκη του Κάφκα, Η κυρία Νταλαγουέι και Ορλάντο της Γουλφ, Η σειρήνα του Λαμπεντούζα, Το ζώο που ξεψυχά του Ροθ. Και άλλα πολλά που, την περίοδο της ανάγνωσής τους, μου προσέφεραν προσωπικές απολαύσεις.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Άπαντα του Τσέχωφ, όλα του Πόε, του Τουρνιέρ, του Κάρβερ. Παπαδιαμάντης για πάντα. Γονατάς, Παπαδημητρακόπουλος.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Μάρω Δούκα, Ιωάννα Καρυστιάνη, Ρέα Γαλανάκη, η πρώτη Ζατέλη, Λένα Κιτσοπούλου, Έλενα Μαρούτσου.
Όλες γυναίκες· τυχαίο;

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όταν γράφω, εγώ και οι ήρωές μου αγγίζουμε σημάδια, χαράγματα, ουλές. Το παιχνίδι αλήθεια – ψέματα παίζεται αενάως, με διαφορετικό, κάθε φορά, νόημα. Σβήνει και επιστρέφει σαν μαρμαρυγή ή υπόμνηση του χρέους. Όμως, εκείνο που πάντα διατηρούμε είναι το χαρακτηριστικό της ουλής. Ούτως ώστε, το κείμενο που θα προκύψει ούτε να κρύβει ούτε να φανερώνει, αλλά να σημαίνει. Ίσως γι αυτό έχω την αίσθηση ότι αιωρούμαστε επάνω σε κάποιο ρήγμα της γης. Εκεί όπου συνορεύουν η πραγματικότητα και ο ρεμβασμός. Κίνηση αθώα και συνάμα ένοχη, αγοραία και ακριβή, μοιάζει με ‘κείνη των άστρων. Των αντισωμάτων γύρω από το τραύμα, κατά τον συναγερμό της έμπνευσης.
Αυτή η σχέση με τους ήρωές μου, και μέχρι εδώ. Από κει και ύστερα τραβούν αυτοί το δρόμο τους κι εγώ τον δικό μου. Μας περιμένουν καινούργιοι έρωτες.

Αγαπημένος λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Το δωμάτιο όπου γράφω βρίσκεται στο πίσω μέρος του σπιτιού μου. Δεν βλέπει κήπο, βουνό ή θάλασσα. Είναι σώμα. Ο χώρος όπου κρύβομαι για να γράψω συμμετέχει στη σκηνοθεσία διάφορων σκηνών, όπου η αλήθεια και το ψέμα παίζεται αενάως, κάθε φορά με διαφορετικό νόημα. Υποχωρεί ώσπου να εξαχνωθεί ή εισβάλει σκιρτώντας με μιαν όψη πρωτότυπη, επειδή ήρθε η στιγμή ενός είδους βαθύτερης κατανόησης.
Στο σκοτάδι, λοιπόν, στο σκοτάδι. Πού αλλού θα βρω παρόμοιο κλίμα, παρόμοιες συνθήκες;

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Προσφιλέστερη όλων, η σιωπή. Μου είναι αδιανόητο να ακούγεται οτιδήποτε όταν διαβάζω, κυρίως όταν γράφω. Με αποσυντονίζει. Βέβαια, ανάλογα με την εποχή που κινούνται οι ήρωές μου, τον γεωγραφικό τόπο κ.λπ., φροντίζω να δημιουργώ ένα είδος μουσικού περίγυρου, στον οποίο εισχωρώ σε ώρες περισυλλογής ή σχόλης.
Όσον αφορά τις γενικότερες μουσικές προτιμήσεις μου, αυτές είναι αταξινόμητες: Της Ανατολής και παλιά ρεμπέτικα. Σοστακόβιτς και Σούμπερτ. Χατζιδάκις, η καταφυγή.

Έχετε γράψει ποίηση και πεζογραφία. H δεύτερη επικράτησε οριστικά της πρώτης;

Σε πρώτη ανάγνωση, ναι, εφόσον έχω να παρουσιάσω ποιητικά δείγματα εδώ και είκοσι, σχεδόν, χρόνια. Όμως, το σαράκι της ποίησης δεν με εγκατέλειψε, και δεν θα με εγκαταλείψει, κατά πως δείχνουν τα πράγματα, ποτέ. Εφόσον στο υπόβαθρο των πεζών μου η ποίηση ζει και βασιλεύει. Εις βάρος πολλές φορές, φοβάμαι, της άρτιας πεζογραφικής επιδίωξης.

«Το ελάχιστον της ζωής του» ήταν ένα από τα συναρπαστικότερα μυθιστορήματα που διάβασα ποτέ. Ο όρος υπόδειγμα ιστορικού μυθιστορήματος φοβάμαι πως το περιορίζει, όμως ο συνδυασμός Ιστορίας και Μυθοπλασίας ήταν σπάνιος. Νωρίτερα (Το Μισό των Κενταύρων, Ξόβεργα με μέλι) και αργότερα (Πλωτές γυναίκες, Μοιρασμένα χιλιόμετρα) μας κοινωνήσατε διαρκώς διαφορετικές γραφές, και από μορφική άποψη. Θα μπορούσαμε να έχουμε μια παρουσίασή όλων αυτών των έργων σας, γράφοντας π.χ. για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες, εμπνεύσεις και πόθους συνεγράφησαν;

Ευχαριστώ για τα τόσο επαινετικά, για το πρώτο μου τουλάχιστον μυθιστόρημα, «Το ελάχιστον της ζωής του». Του οποίου οι τετρακόσιες δέκα σελίδες προέκυψαν… ανεπαισθήτως, το 1999. Της μικρής φόρμας και κοφτής αναπνοής μέχρι τότε, [«Το Μισό των Κενταύρων», «Ξόβεργα με μέλι»], ούτε που το κατάλαβα πως κάτι δυνατό με τραβούσε από το μανίκι – ή από τη μύτη; – για να με οδηγήσει σε έναν συγγραφικό ποταμό. Αφορμή στάθηκε ένα δημοσίευμα στον τοπικό Τύπο που ο συντάκτης του ζητούσε από τις Αρχές, ούτε λίγο ούτε πολύ, να γκρεμιστεί το άγαλμα του Μωχάμετ Άλη, ώστε να μην υπάρχει στην πόλη κανένα ίχνος του αλλόθρησκου! Θύμωσα και άρχισα να ερευνώ. Παλιά δημοσιεύματα, γραπτά στην τουρκική και αιγυπτιακή που καλοπληρώθηκε η μετάφρασή τους, επιστολές Γάλλων υποπρόξενων και τίτλοι του Ιδρυτή της Αιγυπτιακής Δυναστείας στοιβάζονταν στο γραφείο μου, περιμένοντας την αξιοποίηση τους. Πέντε ετών προσπάθειες έφεραν το αποτέλεσμα που αναφέρετε στην εισήγησή σας. Για να μάθω, πρώτος εγώ, το τι σημαίνει η ζωή ενός Οθωμανού γεννημένου το 1769 στα παράλια της Μακεδονίας. Η χριστιανική γαλουχία που του προσφέρθηκε στο νησί της Θάσου. Η συναναστροφή με επιφανείς Γάλλους υποπρόξενους. Έλληνες καπνέμπορους και αξιωματικούς του τουρκικού στρατού. Με ποιο τρόπο θα τον καταδυναστεύει και θα τον σώζει, παράλληλα, αυτό το ελάχιστον της ζωής του κατά τη θριαμβευτική και οδυνηρή μετέπειτα πορεία του. Όταν θα εξορμά στις χώρες της ερήμου, θα κατακτά κίτρινα εδάφη και θα αφήνεται στις ηδονές των χαρεμιών. Όταν, στρατηλάτης του Νείλου, θα δοξαστεί και θα ονομαστεί Μέγας.
Το επόμενο μυθιστόρημα, «Πλωτές γυναίκες» το 2002, πολυσέλιδο κι αυτό, προέκυψε από την έντονη επιθυμία μου να αναφερθώ στο καπνικό ζήτημα, όχι μόνο της πόλης μου αλλά όλης της Ελλάδας. Παράλληλα, μεγαλωμένος εγώ σε έναν κόσμο γυναικών, ήθελα να μιλήσω για τις πλωτές γυναίκες που επιπλέουν στα νερά κάποιου ποταμού, χωρίς να βρουν ποτέ τη δύναμη να αντισταθούν, επιτρέποντας παράλληλα να λεηλατούν το σώμα και την ψυχή τους ανεπιθύμητες συνθήκες και βάρβαρες καταστάσεις. Οι γυναίκες μου, όμορφες, αγέρωχες, σχεδόν βασιλικές, σχεδιάζουν ένα κοσμοπολίτικο μέλλον με το βλέμμα στραμμένο προς το αμφιβόλου αίγλης παρελθόν τους. Παραμένουν ακίνητες ανάμεσα στην πικρή μυρωδιά της επεξεργασίας του καπνού που σκεπάζει τις βακχικές γιορτές ενός τόπου που ακμάζει πλωτός και φωτεινός. Σπαταλούν αλόγιστα τον χρόνο, μέχρις ότου η ζωή τους τμηθεί από το απρόοπτο· εκείνη τη στροφή που επιφυλάσσει η μοίρα ή σκηνοθετεί η απόγνωση.
Μετά από αυτά τα δύο ιστορικά μυθιστορήματα θέλησα να κάνω ένα… διάλειμμα χαράς. Έτσι, το 2004, προέκυψε το «Μοιρασμένα χιλιόμετρα». Το πλέον ερωτικό και άκρως προκλητικό, όπως το χαρακτήρισαν, βιβλίο μου. Ήρωές του δύο απεγνωσμένα πλάσματα, διαφορετικής ηλικίας, οικονομικής και κοινωνικής τάξης. Εκείνη ώριμη, ευκατάστατη, πλάνης του έρωτα, επιφορτισμένη να εκπαιδεύει τους εκάστοτε εραστές της. Εκείνος νέος, λαϊκός τύπος, άνεργος, τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο. Συναντιούνται σε μια ερημική παραλία και εισβάλουν ο ένας στον κόσμο του άλλου. Μοιράζουν για ένα καλοκαίρι, ανισομερώς, χιλιόμετρα, προσφορές και συναισθήματα. Στοιχειώνουν τις συναντήσεις τους με μικρά και μεγάλα ψέματα. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στις μαγικές αποστάσεις που ξέρουν όλα τα μυστικά μας. Στη Σφίγγα που σκοτώνει όσους δε λύνουν το αίνιγμα.

Ναι, έχετε δίκαιο, διαφορετικές γραφές, άλλη μορφική άποψη. Επιδίωξή μου να αλλάζω θεματολογία, ύφος, αφηγηματικά ευρήματα· συγγραφικά τερτίπια.

Στο τέλος εκείνου του μυθιστορήματος [«Το ελάχιστον της ζωής του»] παραθέτετε τις λέξεις, τις φράσεις και τα αποσπάσματα που εντάξατε οργανικά στο κείμενο (πλην όμως ευδιάκριτα, με πλαγιογράμματη γραφή) σε ένα σπάνιο μοίρασμα ορισμένων εμπνευστικών σας αναγνώσεων αλλά κι ενός θαυμαστού ενιαίου της μυθοπλασίας εν γένει. Μέχρι τότε δεν είχα ξαναδεί τέτοια κοινωνία με τον αναγνώστη (αλλά και έκτοτε, θυμάμαι ελάχιστες περιπτώσεις).

Από την έρευνα, στην οποία είχα επιδοθεί, γοητεύτηκα και ξιπάστηκα. Με αποτέλεσμα, η πρώτη γραφή εκείνου του μυθιστορήματος να φτάσει στις… χίλιες σελίδες. Τρόμαξα και άρχισα την ευλογημένη αφαίρεση. Εντάσσοντας οργανικά και με τον πρέποντα σεβασμό, στο κείμενο τα πολύτιμα ευρήματα. Πέντε χρόνια αυτή η εμμονή. Ευχαριστώ που την χαρακτηρίζετε επιτυχή.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου μυθιστόρημα, λάθος λύκο, 2010, από τις εκδόσεις Κέδρος – όπως και τα τρία προηγούμενα – είναι το πιο «παράξενο» γραπτό μου. Με στοιχεία, απροόπτως, αστυνομικού μυθιστορήματος, μεταφυσικής ατμόσφαιρας, εμπεριέχει φόνους, παρανοϊκές καταστάσεις, συμπλέγματα. Αποτρόπαιες πράξεις διαταραγμένων ψυχικά ανθρώπων.
Και για να γίνω πιο σαφής: Χρόνια πολλά συνέλεγα από τον Τύπο δημοσιεύματα που αφορούσαν παρόμοια με αυτά του μυθιστορήματος συμβάντα. Μέχρι που το 2000 στην Τέριταουν της Νέας Ορλεάνης, με τη λήξη της χιλιετηρίδας και κατά την αλλαγή του αιώνα ακριβώς, κάποιος Έρικ Μπέιλ έσπασε την πόρτα ενός διαμερίσματος και με την καραμπίνα του σκότωσε έναν εβδομηντάχρονο, τη σύζυγο και την εγγονή τους, γιατί είχε πληροφορηθεί ότι ήταν… ειδωλολάτρες. Πριν πυροβολήσει τους ρωτούσε αν πίστευαν στο Θεό! Δεκάδες παρόμοιων περιστατικών ανά την υφήλιο άρχισαν να στοιβάζονται στο γραφείο μου, διεκδικώντας την ιδιαίτερη προσοχή μου και κατά συνέπεια την συγγραφική από μένα προσέγγιση. Κάπως έτσι άρχισε η μυθοπλαστική ανάπτυξη του λύκου, μεταφέροντας τη δράση στην Καβάλα, την μυθοπλαστική Λυκομήδεια, δηλώνοντας πως, τα πρόσωπα και η ιστορία αυτού του μυθιστορήματος είναι φανταστικά, χωρίς να αποκλίνουν από παρόμοια συμβάντα ανά την Υφήλιο

Μας έχετε ξεναγήσει με πολλούς τρόπους στον τόπο όπου γεννηθήκατε και ζείτε, την Καβάλα. Τόσο με δικά σας κείμενα, όσο και με ανθολογήσεις σχετικών κειμένων. Ανεξάντλητος τόπος έμπνευσης, μήτρα της ζωής σας ή απλώς προσωπική πατρίδα;

Η Καβάλα είναι ο τόπος που γεννήθηκα, που τον κατοικώ και με κατοικεί. Η ιστορία και τα αλλεπάλληλα πολύχρωμα στρώματα των επιχωματώσεων που έχουν επικαθίσει επάνω στο σώμα της. Ο άλλος τρόπος φωτισμού που την φωτίζω, σε διαφορετικές στιγμές της ζωής μου, ώστε να την καταστήσω αλλιώτικη, κι ανάλογα με τις διαθέσεις μου αγαπητή, μισητή, μα πάντα φανταστική. Αυτός, ο ιδιαίτερος για μένα χώρος, είναι όλα αυτά μαζί και το κάθε ένα χωριστά που με βοηθά να συνομιλήσω μαζί του για γέννηση, έρωτα και θάνατο.
Έτσι, αδυνατώντας να πράξω διαφορετικά, καρφώνω τα κείμενά μου στον τόπο και στο χρόνο – για να παραφράσω τη δήλωση του συμπολίτη μου, Γιώργου Χειμωνά: Έχω την ψυχολογία της καρφωμένης σημαίας, και τα καρφιά με εμποδίζουν να κυματίσω. Ναι, αυτά τα συγκεκριμένα στοιχεία [η πόλη της Καβάλας, ορισμένες μορφές οικείες, γνώριμες] είναι ακριβώς τα καρφιά που καρφώνουν το κείμενό μου πάνω στη γη. Αλλιώς είναι χαμένο.

Υπήρξατε υπεύθυνος δυο εξαιρετικών λογοτεχνικών περιοδικών (Υπόστεγο, Σκαπτή Ύλη). Θα μας ξεναγήσετε στην εν λόγω περιπέτεια; Τι πνευματικές τέρψεις και τι βάσανα προσφέρει η έκδοση ενός λογοτεχνικού περιοδικού;

Τέρψεις και βάσανα δίκαια μοιρασμένα. Η χαρά μιας διαφορετικής δημιουργίας, η επαφή και επικοινωνία με επιφανείς των γραμμάτων μας που γενναιόδωρα μας επιστέφτηκαν τα γραπτά τους. Η πανελλήνια απήχηση, τόσο που το Υπόστεγο χαρακτηρίστηκε ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα και ανατρεπτικά έντυπα της εποχής του.
Από την άλλη, διαρκές τρέξιμο, άγχος και αγωνία για την έγκαιρη εξασφάλιση κειμένων και χρημάτων. Δεν ανοίγονταν εύκολα οι οικονομικοί κρουνοί της περιφέρειας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Μέχρι πρότινος έμπορος σιδηρικών και ειδών κιγκαλερίας. Αντικείμενο που έθετε σε… αμφισβήτηση τις πνευματικές ενασχολήσεις και συγγραφικές επιδιώξεις μου.
Τώρα, αξιοπρεπής συνταξιούχος.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, Περί της αρχαίας ελληνικής ζωγραφικής. Νεφελώδες το αποτέλεσμα και η μυθιστορηματική του εκμετάλλευση.
Στα κενά, Ρετόρνο 201 του Μεξικανού Γκιγιέρμο Αριάγα.

Τι γράφετε τώρα;

Δεν γράφω. Ερευνώ και σημειώνω.

25
Ιαν.
11

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 514 (Ιανουάριος 2011)

 

O άκριτος αναγνώστης, όπως ο καταναλωτής της μαζικής κουλτούρας, γενικότερα, είναι μνημείο ταύτισης. Αχειραγώγητος από την καλλιέργεια, περνά από την αθωότητα στον συναισθηματισμό. Οι χαρακτήρες που συναντά στο μετα-Άρλεκιν ανάγνωσμα είναι πάντα αυτός ο ίδιος, ή μοιάζουν εντυπωσιακά με τα πρόσωπα που ακούει και βλέπει. Ανάμεσα στο κείμενο και σ’ αυτόν είναι αδιανόητη οποιαδήποτε δημιουργική σχέση, η στροφή στα ενδότερα, η «διαστολή του εαυτού», που έλεγε ο Μπλουμ. Δεν επικοινωνεί με καμιά ετερότητα, αφού βρίσκεται απέναντι σε μια περίπου αυτοβιογραφική συνθήκη. Το κείμενο κι ο αναγνώστης του έχουν κοινό κέντρο, οι διάλογοι των προσώπων είναι και δική του πείρα, οι πράξεις τους είναι προβλέψιμοι καθημερινοί κώδικες. Εισπράττει από ένα ταμείο που εισφέρει ο ίδιος.

…ευστοχεί για άλλη μια φορά η πένα του Κώστα Μαυρουδή σχετικά με το δημοφιλές μυθιστόρημα της παραλογοτεχνίας (αποδιδόμενο με τον νεολογισμό «ευπώλητο»). Σύμφωνοι, τα αφιερώματα σε συγγραφείς, χώρες, ειδικές λογοτεχνίες και τα συναφή έχουν το αναμφισβήτητο και ακόρεστο ενδιαφέρον τους, όμως παραδίπλα υπάρχουν ορισμένα άλλα θέματα με τα οποία ακόμα καθημερινά συναπαντιόμαστε (πρακτικά ή θεωρητικά) αλλά ουδείς εστιάζει προς αυτά τον φακό του. Αυτή την εδώ και μήνες προσωπική σκέψη λες και διάβασε η συντακτική ομάδα του περιοδικού, προσφέροντας δυο εξ’ αυτών σε αφιερωματικό περιτύλιγμα. Στο προαναφερθέν πρώτο («Γιατί αρέσει η παραλογοτεχνία;») προσθέτουν σκέψεις κι ερμηνείες, εκτός του Μαυρουδή, οι Ρέα Γαλανάκη, Γιώργος Ξενάριος και Γιώργος Δαρδανός, προσπαθώντας να βρουν απαντήσεις μέσα στην άπνοια των ιδεών, την ανύπαρκτη λογοτεχνικότητα, την πρωτοβάθμια εν γένει αφήγηση, τι είναι αυτό που την καθιστά «γοητευτική» και τι αναζητά ο αναγνώστης εκεί μέσα.

Στην τακτική στήλη «Βιβλιοθήκες» ο Νάσος Χριστογιαννόπουλος μας μεταφέρει στο βιβλιοπωλείο «Δεύτερο χέρι» (Βρυξέλλες). Ευρηματική κατάταξη τίτλων, πολυγλωσσία, ιδέες και εξυπηρέτηση – σιγά τη διαφορά δηλαδή με τα εδώ βιβλιοπωλεία μεταχειρισμένων, της ανύπαρκτης οργάνωσης, της εγγυημένης βρωμιάς, των εξαφανισμένων τιμών (ώστε ο κλασικός εμποράκος να σε κόψει απ’ τη φάτσα και να στο κοστολογήσει την ιδανική στιγμή: καθώς βρίσκεσαι έτοιμος προ ταμείου). Όμως έστω και καθυστερημένα – φυλλομετρώ προς τα πίσω τις σελίδες του τεύχους – γνωρίζουμε τις «ζωντανές βιβλιοθήκες», όπου οι προσερχόμενοι αναγνώστες επιλέγουν ανθρώπους με διάθεση να μοιραστούν τις εμπειρίες τους, καταπολεμώντας τις προκαταλήψεις κι ενισχύοντας την ποικιλομορφία.

Δεύτερο αξιοερεύνητο θέμα: τι διαβάζουν τα σημερινά μικρά παιδιά, των δωματίων με παράθυρο την τηλεόραση, των τεσσάρων τοίχων και πολλαπλάσιων περιορισμών; Ένας δάσκαλος και τρεις μαθητές της πέμπτης δημοτικού ανοίγουν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση που μας ανεβάζει και μας κατεβάζει, σίγουρα όμως δίνει μια εικόνα των αυριανών αναγνωστών ή μη αναγνωστών. Τα βιβλία δε θέλω να έχουν εικόνες, για να μπορώ εγώ να φαντάζομαι την περιπέτεια, να ταξιδεύω και να βρίσκομαι εκεί, που συμβαίνουν όλα αυτά που διαβάζω. Θέλω να φτιάχνω εγώ τις εικόνες με τη φαντασία μου. [Ιωάννης] / Όταν διαβάζω μια ιστορία μου φαίνεται πως βρίσκομαι κι εγώ εκεί αλλά οι άλλοι δε με βλέπουν, είμαι δηλαδή αόρατη. Θέλω όμως τα προβλήματά μου να τα έχουν και οι ήρωες, για να βλέπω πώς νιώθουν εκείνοι και τι κάνουν για να τα ξεπεράσουν. [Μαριαλένα]. Μη βιαστείτε να χαρείτε, κάποια στιγμή όλα συμφωνούν: τίποτα όμως δεν είναι όπως η τηλεόραση… Κι όπως ομολογεί η τρίτη συνομιλήτρια, Ιωάννα: Το μεσημέρι που οι γονείς μου πάνε να κοιμηθούν, μου ζητάνε να τους πω την ιστορία που διάβασα για να τους πάρει ο ύπνος… Να τους ευχηθούμε κι εμείς με τη σειρά μας καλό ύπνο.

24
Ιαν.
11

Συλλογικό – Οικοεγκλήματα. 14 διηγήματα

 Βαθύ πράσινο σχεδόν μαύρο

Οι θεματικές συλλογές διηγημάτων έχουν πάντα ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αφενός καταδεικνύουν πολλές και διαφορετικές πλευρές του εκάστοτε «επίκεντρου» με πλάγιους ή ευθύγραμμους φωτισμούς και υπό ποικίλες γωνίες σκόπευσης, αφετέρου αποτελούν ιδανική ευκαιρία για τους συμμετέχοντες συγγραφείς να πειραματιστούν με τη φόρμα και την γραφή εν γένει. Οι αναγνώστες εξάλλου έχουν την πρόσθετη δυνατότητα για μια γενικότερη εποπτεία ενός μέρους της σύγχρονης λογοτεχνικής μας συγκυρίας και για μια σύγκριση πενών πάνω σε κοινό «πεδίο δοκιμών». Ένα τέτοιο, μέχρι πρότινος παρθένο έδαφος αποτελεί η ευρύτερη κατηγορία των εγκλημάτων κατά της φύσης και του περιβάλλοντος, ορισμένα από τα οποία δεν έχουν ακόμα αποκτήσει νομοτυπική μορφή με σαφή αντικειμενική υπόσταση.

Η τυπολογία των φυσικών και ηθικών αυτουργών διαφέρει πλέον από εκείνη των «παραδοσιακών» εγκλημάτων, εφόσον οι παραβατικοί χαρακτήρες προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από την σφαίρα του δημόσιου βίου, ο δε αριθμός τους έχει διευρυνθεί σημαντικά. «Η Μεγαλόχαρη» του Ανδρέα Αποστολίδη αποτελεί αντιπροσωπευτικό παράδειγμα, καθώς μονές, σωματεία, αδελφότητες και εκκλησιαστικές ή μη οργανώσεις, δικηγόροι και υποθηκοφύλακες, δασάρχες, κτηματομεσίτες και κατασκευαστικές εταιρείες εμπλέκονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε ένα έγκλημα από την φύση του πολύπλοκο, καθώς κατακερματίζεται σε άλλα επιμέρους αδικήματα: υπεξαίρεση χρημάτων από κοινοτικά προγράμματα και αγροτικές επιδοτήσεις, παύση κάθε απόπειρας αναδάσωσης, νομιμοποίηση καταπατήσεων γης. Η ψυχρή ενορχήστρωσή του με καταμερισμό των παράνομων εργασιών και η διάδοση της «τέχνης του ελεγχόμενου εμπρησμού», στοιχεία δυστυχώς μιας σύγχρονης πραγματικότητας, καθιστούν το διήγημα ένα από τα πλέον ρεαλιστικά της συλλογής.

Η αλαζονική αντιμετώπιση των κανόνων της φύσης τιμωρείται υποδειγματικά από τον Γιάννη Ευσταθιάδη («Η σαρδέλα θα κολυμπήσει στην κονσέρβα»). Ένας μεγαλομανής επιχειρηματίας συλλαμβάνει την ιδέα παραγωγής ενός τροφίμου που θα φτάνει πραγματικά ζωντανό στον καταναλωτή: μια σαρδέλα που σπαρταρά στην κονσέρβα. Η σύλληψη της ιδέας του κυριολεκτικά ζωντανού προϊόντος με την αρχέτυπη γεύση (που βασίζεται στην προσέλκυση των ψαριών από ισχυρούς ηλεκτρομαγνήτες σε ειδικές εγκαταστάσεις και την διατήρησή τους στη ζωή με ένα εμφυτευμένο τσιπάκι) τον οδηγεί σε εξωφρενικότερα όνειρα για θαλασσινά, πουλερικά, πτηνά και λαχανικά «φρέσκα του θανάτου» – κατά τον στίχο του Γιάννη Βαρβέρη. Όμως προτού οι κονσέρβες καταστούν μικροσκοπικά ενυδρεία, θα γίνει ο ίδιος βορά στις ζωικές δυνάμεις της φύσης, αλλά και εμπορικό προϊόν σαν εκείνο που επιχείρησε να λανσάρει. Τα περί φυσικής εκδίκησης θίγονται και στο διήγημα του Νεοκλή Γαλανόπουλου («Ένας βουβός μάρτυρας») ως την πειστικότατη ανατροπή τους, καθώς οι τέσσερεις νεκροί δεν αποτελούν τελικά θύματα της «αδιάφορης θεότητας» αλλά της προσωπικής τους βλακείας.

Η σκηνογράφηση ενός ρημαγμένου περιβάλλοντος ως του πλέον κατάλληλου φόντου για μια άλλη παράλογη ιστορία προτείνεται από τον Χρήστο Χαρτοματσίδη («Ο Super G από την Καλκάντζα») και θυμίζει μερικές έξοχες μετακομμουνιστικές βαλκανικές ταινίες. Ένα «ιερό» παιδί θαυματουργεί δίπλα στο βρώμικο ποτάμι και τους σκουπιδότοπους της τσιγγάνικης συνοικίας, καθώς μια περίεργη χημική σκόνη κατακλύζει την ατμόσφαιρα και τα ζώα μεταλλάσσονται ή αποδεκατίζονται από ασθένειες. Η ζοφερή εικόνα της μετατροπής της χώρας σε αποθετήριο τοξικών αποβλήτων αποτελεί τον καμβά και της αστυνομικής ιστορίας του Ανδρέα Μιχαηλίδη («Έγκλημα διπλής αντικατάστασης»). Άραγε οι νέες πόλεις – χωματερές θα αποτελούν απλώς το ιδανικό σκηνικό ανάλογων σουρεαλιστικών ιστοριών ή μήπως θα μπορούν και να τις «προκαλέσουν»;

Στους «Ιππόκαμπους» της Νένης Ευθυμιάδη δυο αδελφές αντιπροσωπεύουν τις διαφορετικές και ουδέποτε εφαπτόμενες ιδεολογικές κοσμοθεάσεις του προβλήματος. Η μεγαλύτερη αδυνατεί να καταλάβει την ανεξήγητη συμπεριφορά της μικρότερης, φιλοξενούμενης στη συζυγική της εστία, που πενθεί για άγνωστα πρόσωπα και θλίβεται για το επερχόμενο τέλος του κόσμου. Βέβαιη για την σχιζοφρένειά της αποπειράται τρόπους «ευσπλαχνικής» δολοφονίας της. Για άλλη μια φορά η εικόνα για τον άλλο αποδεικνύεται λανθασμένη: η ψυχολογική συντριβή της νεαρής ερείδεται στον τρόμο για τις κλιματολογικές αλλαγές, τον θρήνο για πρόσωπα υπαρκτά και τον οίκτο για το ζεύγος που αρνιέται την πραγματικότητα αναζητώντας «μικρές καραμέλες ευτυχίας». Όταν ο πλανήτης υποστεί ανεπανόρθωτη καταστροφή και οι ιππόκαμποι κινηθούν στα όρη και στα βουνά προς ένα νέο καταφύγιο, μέχρι πότε η ζωή θα «ανακαλύπτει λύσεις εναλλακτικές για να προσαρμοστεί»;

Η ηρωίδα της Ελένης Γκίκα («Κάκτος σε σχήμα καμέλιας»), περιπατήτρια αγρών και ανθοκηπίων, ζει και αναπνέει με τα λουλούδια, με βάση τα οποία ταξινομεί διαθέσεις, τόπους, συγγραφείς. Όταν μια σπάνιας μορφής αλλεργία καθιστά απαγορευτική την οποιαδήποτε επαφή μαζί τους, αναζητά άλλες προσομοιωτικές ψευδαισθήσεις ανθοφορίας όπως η αφή φωτογραφιών και η γραφή. Καθώς όμως ο «ολάνθιστος κήπος στο κεφάλι της» θεριεύει, επιλέγει τις δυο πλέον ακραίες εξόδους από το αναπάντεχο στερητικό: την καθολική ρύπανση του αττικών εξοχών και την αυτοκτονική της μετάλλαξη από τα αλλεργιογόνα άνθη. Το ρομαντικό – λυρικό στοιχείο της αυτοθυσίας στο δηλητήριο της χλωροφύλλης ακυρώνεται από την εφιαλτική διαπίστωση του ακαριαία ευάλωτου της χλωρίδας: ένας ολιγόλεπτος αεροψεκασμός αρκεί για να ερημώσει ένα ολόκληρο τοπίο.

Οι παλαιότερες πλην διαχρονικές περιβαλλοντικές επενέργειες των μικρών συνοικιακών εργοστασίων ή εργαστηρίων επαναφέρονται στο διήγημα του Τάσου Καλούτσα («Το χυτήριο»). Ο άλλοτε επίφοβος και απαγορευμένος τόπος που εμπότιζε με μυριάδες κόκκους σκόνης τα σώματα και τα πνευμόνια των εργατών παραμένει αποπνικτικός για το θυμικό του αφηγητή, «σαν την μολυσματική ατμόσφαιρα της χύτευσης», ενώ το μαυρισμένο χώμα του λάκκου μοιάζει να καθρεφτίζει τα ακάθαρτα μνημονικά υποστρώματα της παιδικής του ηλικίας. Εμπνευσμένη από άρθρα εγχώριου και ξένου Τύπου, η «Επιχείρηση “βακτήρια”» της Χρύσας Σπυροπούλου (που επιμελήθηκε τον τόμο) υπενθυμίζει την πλέον σύγχρονη μορφή με την οποία η γνώση και οι φορείς της μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο μιας παραβατικής συμπεριφοράς. Η απαγωγή ενός επιστήμονα με σκοπό την παράνομη εμπορία του έργου του (δημιουργία τεχνητών μικροοργανισμών για την παραγωγή βιοκαυσίμων) υποδεικνύει την υποκατάσταση της πολεμικής τεχνολογίας από την πράσινη επιστήμη στον κατάλογο των απειλούμενων αγαθών. Στο άμεσο και απώτερο μέλλον, με λιγότερα ή περισσότερα στοιχεία φαντασίας κινούνται και τα υπόλοιπα διηγήματα των Δ. Κούρτοβικ, Ν. Γ. Ξυδάκη, Γ. Πανούση, Μ. Πανώριου και Γ. Ρηγάτου.

Από μορφολογική άποψη διαπιστώνεται μια γενικότερη διάθεση πειραματισμού με τη φόρμα, συχνά με διάσπαση των διηγημάτων σε επιμέρους ενότητες, παραπομπές σε πηγές και εμπνεύσεις, εναλλαγές αφηγηματικών φωνών και κειμενικών ειδών, ακόμα και φωτογραφία και σκίτσο (της «καινοτομίας» του Γ. Ευσταθιάδη). Θεματολογικά η προαναφερθείσα χρονολογική αναγωγή των περισσότερων ιστοριών σε μελλοντικά ή φαντασιακά κλίματα, αφήνει απ’ έξω μια σειρά από «οικολογικά» εγκλήματα του άμεσου παρόντος να περιμένουν την λογοτεχνική τους αποκρυστάλλωση. Μένει η σχετική, τραγικά επίκαιρη κραυγή της ηρωίδας των «Ιππόκαμπων»: Παράδοξο, αλλά ποτέ δε φανταστήκαμε πως η ολική καταστροφή αφορά τη γενιά μας. Στην δράση μας παραμείναμε οι ρομαντικοί μελλοντολόγοι, νομίζαμε ότι μαχόμαστε για χάρη των παιδιών που πρόκειται να γεννηθούν και ποτέ δεν υποψιαστήκαμε πως η απειλή στρεφόταν εναντίον μας.

Εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 2009, σελ. 452.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 24 (χειμώνας 2010-2011). Οι φωτογραφίες από Κασπία, Λάγκος (Νιγηρία), Οχάιο, Ρουάντα.

23
Ιαν.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 83

Μπενουά Ντυτέρτρ, Το κοριτσάκι και το τσιγάρο, εκδ. Εστία, 2008, μτφ. Λίνα Σιπητάνου, σ. 66 (Benoit Duteurtre, La petite fille et la cigarette, 2005)

O πραγματικός κίνδυνος εμφανίζεται τις στιγμές της βεβαιότητας, όταν δεν φοβάμαι πια. Όντας εκ φύσεως ντροπαλός και χωρίς καθόλου αυτοπεποίθηση, κινούμαι προσεκτικά προς κάποιες μικρές νίκες. Όμως τη στιγμή της πληρότητας, τότε που σηκώνω περήφανα το κεφάλι, η γελοιοποίηση που κρύβεται στη σκιά, δεν αργεί ποτέ να με σκεπάσει. Εκατό φορές το είχα διαπιστώσει. Μην εμπιστεύεσαι την υπερβολική αυτοπεποίθηση, το νικητήριο αίσθημα, αντιστάσου σε εκείνες τις σαγηνευτικές φωνές που σου επαναλαμβάνουν να μην το παίζεις πια μικρός, επιφυλακτικός, ταπεινός, ντροπαλός. Ήθελαν να με πείσουν ότι τα πάντα είναι δυνατά, και εγώ μεθώ με το φαρμακερό τους άρωμα. Προελαύνω περήφανα στο πεδίο της δόξας, αποφασισμένος να ξεχάσω τη ντροπή της μετριότητας και τότε είναι που ο κουβάς με τα λύματα πέφτει στο κεφάλι μου.

Στον Φίλιππο Δρακονταειδή

22
Ιαν.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 18

 

Tom Stoppard, Plays, 1 (1996)

Για άλλη μια φορά σ’ ένα βρετανικό σαλόνι, κάποιος αισθάνεται διακοσμητικός. Ή κάποιος θέλει να κρύψει τον εαυτό του.

21
Ιαν.
11

Danielle de Picciotto & Alexander Hacke – Hitman’s Heel (Potomak, 2010)

 

I am the man behind the curtains…τραγουδούσε στο Teenage Theater ο Bleine Reininger σχεδόν αποχαιρετώντας εκείνο το ολοδικό του στιλ μιας βαριετέ ποπ που έμοιαζε να βγαίνει από σκοτεινά τσίρκο για-ανθρώπους-μόνο. Το Rise and Converge επανασυνδέει το κομμένο νήμα με το είδος, με μια φωνή που θυμίζει τον ίδιο τον Bleine. Ήδη με την έναρξη The Circuit ο Hacke σαν άλλος υποχθόνιος κονφερασιέ μας υποδέχεται υποσχόμενος για όλα τα θαυμαστά και τα τέρατα που μας περιμένουν κάτω απ’ την χρωματιστή «τέντα» του και που μάλλον σκοπεύει να βγάλει από μέσα μας.

Από μια άποψη, μιλάμε για project ανάμεσα σε δυο ανήσυχους πολύ-μουσικούς και παραπολυ-οργανίστες, μέλος των Einstürzende Neubauten ο ένας, τραγουδιάρα των Space Cowboys και Ocean Club, και συνιδρύτρια του Love Parade, η άλλη. Από άλλη άποψη, μιλάμε για δυο περσόνες που σκάβουν στο Βερολινέζικου underground για πολλά χρόνια: ο Hacke έπαιξε αριστερός bass σε πολλές μπάντες, έγραψε μουσική για ταινίες, πρωταγωνίστησε στο Crossing the bridge του Fatih Akin, η de Picciotto έχει μεγάλο παρελθόν σε κάθε είδους καλλιτεχνικές, φιλμικές και εικαστικές εκδηλώσεις. Από τρίτη και καλύτερη, δεν είναι παρά η ευτυχής καλλιτεχνική ένωση δυο ήδη ψυχοπνευματικώς διαπλεγμένων με τα γαμήλια δεσμά.

Εδώ γίνονται πολλά, άτακτα και ακατάτακτα. Όπως και στην περίπτωση των Dead Man’s Bones (συμπτωματικά: εξίσου οικογενειακή), έχουμε πρώτα ένα ανορθόδοξο ταξίδι στην Αμερικάνα, απ’ τους παράδρομους όμως (και κάθε άλλη ομοιότητα σταματά εδώ). 1-2 λουστραρισμένα μπλουζ, με φτηνό βερνίκι να γυαλίζουν κρύβοντας το κάρβουνο που καίει από κάτω, μιουζικαλίστικα οινοπνευματώδη της ποτοποιίας Tom Waits και Nick Cave. To φάντασμα του Κουρτ Βάιλ κρυφοκοιτάζει από τις κουίντες στο Flowers (τόσο νοσηρό, και τόσο γνωστό μας), το Time is Passing προσκαλεί στην σκονισμένη σκηνή όλους τους γκαλά τραγουδιστές των 70ς (Tom Jones, εσείς πρώτος).

Προφανώς ο τύπος μπορεί να τραγουδήσει τα πάντα προσαρμόζοντάς τα στο στιλ του, εξ ου και το κομμάτι Hitman’s Heel που υμνεί το ψυχεδελικό ροκ των 60ς και την μεταλλαγή του στα 70ς. Δεν ξέρω αν «Iron Butterfly meets Led Zeppelin», αλλά εδώ νομίζεις πως σε λίγο θ’ ακουστεί η επωδός Take me in, tender woman….Αντίθετα η τύπισσα παραμένει σε περισσότερο θεατρικά φωνήεντα, στο On the Road μοιάζει με αλαφιασμένη Kate Bush, αλλού λίγο Rose McDowall, ανακάλυψα κι ένα παραλληλισμό με την των Miranda Sex Garden. Φυσικά όταν ντουετάρουν, όπως στο Ballad of the Lonely Fish, θυμίζουν τρεκλίζοντες Walkabouts αλλά γίνονται ευτυχώς πολύ πιο μελοδραματικοί. Η παρουσίαση των κομματιών που περιφέρονται γύρω από τον νομαδισμό συνοδεύεται, όπως και τα προηγούμενα projects τους (Sanctuary, The History of Electricity, Mountains of Madness, The Ship of Fools) με Αλεξανδρινά visuals.

Αν οι Mummers πριν δυο χρόνια μας έδωσαν την ονειρική εκδοχή ενός φασματικού ποπ καμπαρέ, ετούτοι εδώ μας δείχνουν την περιπαθώς αναμενόμενη ροκ εκδοχή. Αν οι Black Heart Procession έριχναν χρυσόσκονη στο κρασί τους, θα ήταν προσκεκλημένοι. Μένει το μαγικό μαγευτικό μαγεμένο πιανιστικό ινστρουμένταλ Bikers Lullaby. Θα μπορούσαν να διασκευάσουν Residents σ’ ένα επαρχιακό πανηγύρι, θα μπορούσαν να έχουν την δική τους παρέλαση σε μια λευκότερη ροκ εντ ρολλ Νέα Ορλεάνη, θα τους καλούσα στο γάμο μου να παίξουν μεθυσμένοι κι ο περισσότερο μεθυσμένος να είμαι εγώ. Αν έριχναν ακόμα περισσότερο βρωμιά σ’ αυτά τα ψευτοσκονισμένα διαμάντια, αν έβλεπα λίγο παραπάνω τα λευκά τους δόντια στο σκοτάδι, τότε θα παραληρούσα. Αλλά και τώρα παραμένω σε υπερδιέγερση, κι ας μην ανεβάζει ταχύτητα αυτή η μουσική. Τελευταία γιορτινή παράσταση προτού τα φωτάκια σβήσουν; Μα αυτοί σα να λένε πως θα τα κρατάνε ένα χρόνο ανοιχτά!

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στην τελευταία φωτογραφία, έργο της D.d.P.

 

19
Ιαν.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 35. Τάσος Καλούτσας

 

Tι θυμάστε από τις μέρες των πρώτων συλλογών διηγημάτων (Το κελεπούρι, 1987), Το Κλαμπ (1990) στις εκδόσεις Διαγώνιος; Λίγο αργότερα (1994) γράψατε και τη μελέτη «Αλήθεια και βίωμα στα διηγήματα της “Κάτω Βόλτας”» του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Τι σας ώθησε να επιλέξετε τον συγκεκριμένο συγγραφέα και θέμα;

Ας πούμε ότι τα χρόνια που γράφτηκαν οι δύο πρώτες συλλογές μου ήταν μια γόνιμη περίοδος μαθητείας, ως καρπός και της γνωριμίας μου με τον Χριστιανόπουλο που μετά το 1985 παρακολουθούσε με στοργή τα γραπτά μου και μου πρότεινε κάποια στιγμή να τα εκδώσω από τη Διαγώνιο. Το κλίμα που επέβαλλαν οι καθημερινές βιοτικές ανάγκες, η δύσκολη εμπειρία από τη δημιουργία οικογένειας, η ίδια η φύση της δουλειάς μου που έπρεπε να είναι υπεύθυνη με πίεζαν τότε πολύ και το γράψιμο ήταν μια λυτρωτική διέξοδος. Απ’ όλη αυτή τη συνεργασία μαζί του προέκυψε και η βούληση να τον γνωρίσω καλύτερα, εμβαθύνοντας τόσο στο χαρακτήρα του όσο και στο έργο του (κυρίως τα διηγήματα). Κι εδώ θέλω να σταθώ λίγο. Ο Ντίνος έχει τη δική του φιλοσοφία και τον δικό του «τρόπο» γραφής, που τον έχει διαμορφώσει με πολύ κόπο και είναι συνυφασμένος με τον προσωπικό αξιακό του κώδικα και τις ηθικές αρχές που διέπουν τη ζωή του. Έχω ξαναπεί πως η πορεία του προς το προσωπικό του ύφος ισοδυναμεί με πορεία ηθική, μας μετατοπίζει δηλαδή από το πλαίσιο της τέχνης στο πεδίο της πραγματικής ζωής. Παράλληλα, ως δυνατή προσωπικότητα μπορεί εξ ενστίκτου να λειτουργήσει ως ένα είδος Γκόρντον Λις (εννοώ τον επιμελητή, editor, του Ρ. Κάρβερ). Εγκυμονείται, λοιπόν, ο κίνδυνος να σε αφομοιώσει, αν οι αντιστάσεις σου δεν είναι σθεναρές. Όμως από την εν γένει στάση του, εξάγεται, κατ’ εμέ, και μία άλλη ‘οδηγία προς ναυτιλλομένους’, και αυτήν εγώ προσπάθησα να οικειοποιηθώ. Η άλλη αυτή οδηγία λέει: «Να γίνεις αυτό που είσαι. Μην προδώσεις τον πυρήνα των βιωμάτων σου, αλλά εσύ γίνε ο εαυτός σου!». Με άλλα λόγια, σε προειδοποιεί να μην τον μιμηθείς, αφού ο δικός του σύνθετος τρόπος είναι, κατ’ ουσίαν, απολύτως προσωποπαγής.

Συνεργάζεστε συχνά με λογοτεχνικά περιοδικά. Θα μας αναφέρετε κάποια αγαπημένα σας μαζί με τους λόγους που σας ελκύουν σε αυτά; Όσον αφορά εκείνα που δεν υπάρχουν πια, τι σας μένει από τις μέρες του Τραμ και της Παραφυάδας;

Η συνεργασία με τα περιοδικά είναι λαχτάρα μέχρι να γίνει η δημοσίευση του κειμένου σου. Μετά για τους περισσότερους η υπόθεση έχει λήξει. Ωστόσο, για μένα δεν είναι ακριβώς έτσι. Μου αρέσει να ξαναδουλεύω το δημοσιευμένο κείμενο, σε σημείο που το οριστικό, του βιβλίου, να διαφέρει καμιά φορά πολύ. Αρκετά από τα υπάρχοντα αξιόλογα λογοτεχνικά περιοδικά μου έχουν κάνει την τιμή να ζητήσουν συνεργασία μου. Κάποια άλλα που δεν εκδίδονται πια δεν τα ξεχνώ. Από τις σελίδες των «Ρευμάτων», για παράδειγμα, εισέπραξα αρκετή ποσότητα αλλά και ποιότητα καλομεταφρασμένης σύγχρονης αμερικανικής λογοτεχνίας. «Το παραμιλητό», που στέγαζε ένα στενό πυρήνα ταλαντούχων πεζογράφων, το κυκλοφορούσε, με προσωπικές θυσίες και πολύ μεράκι, ένας συνάδελφος εκπαιδευτικός, ο Δημ. Παναγιωτόπουλος. Για μας τότε είχαν ανεπιφύλακτα ανοιχτές τις πόρτες τους, το Τραμ ή η Παραφυάδα. Στην πόλη μας όμως υπήρχε και το «Εντευκτήριο» που αποδείχθηκε ανθεκτικότερο και σπουδαίο φυτώριο λογοτεχνών τα κατοπινά χρόνια, και συνεχίζει.

Αγαπημένοι παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς;

Είναι τόσοι πολλοί… Δεν μπλέκω πάντως τους Έλληνες με τους ξένους – είναι διαφορετική η πρόσληψη. Στα νιάτα μου με είχαν συνεπάρει ο Τσέχωφ, ο Κάφκα και ο Φώκνερ, ενώ η περίπτωση του Σάλιντζερ με γοήτευε με τον κρυπτικό της χαρακτήρα. Τελευταία, με έχουν κερδίσει ο Μπολάνιο και ο Αμανίτι. Από τους Έλληνες, που είναι η ζωντανή γλώσσα κι η πατρίδα μας –πέρα από τους κλασικούς– έχω δηλώσει κι άλλες φορές μια αδυναμία σε κάποιους συγγραφείς της πρώτης αλλά κυρίως της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, μερικοί από τους οποίους δίνουν ακόμη το ώριμο έργο τους.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος Έλληνας λογοτέχνης;

Βεβαίως… Αν και δεν τους ξέρω βέβαια όλους. Εάν το βιβλίο κάποιου με συγκινεί του το λέω αμέσως χωρίς περιστροφές. Πάντως απ’ όσους σχετικά νεότερους (όχι στην ηλικία, φυσικά) γνωρίζω, νομίζω ότι σύντομα θα γίνει πάλι λόγος για τη Μαρία Κουγιουμτζή και το Μάκη Καραγιάννη.

Αγαπημένα σας διηγήματα;

Είναι τόσο δύσκολο να αποφασίσεις, όταν είναι μερικές εκατοντάδες τα ελληνικά και τα ξένα μαζί. Ας μείνω σε κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα, που επειδή ίσως ήμουν νέος, έχουν εγγραφεί δυνατά στη συνείδησή μου. Δεκαεφτά περίπου χρονών «έκλεψα» από έναν ξεχαρβαλωμένο τόμο της Δημοτικής Βιβλι-οθήκης ένα διήγημα του Φώκνερ που λεγόταν «Καπνός» και με είχε εντυπωσιάσει με τη δεξιοτεχνική σύνθεσή του. Το κρατάω ακόμα φυλαγμένο, κιτρινισμένο από το χρόνο, θέλοντας να πιστεύω ότι «το’ σωσα». Στην παγκόσμια ανθολογία των εκδ. Αυλός του 1960, πρωτοδιάβασα και το αριστουργηματικό διήγημα του Χέμινγουεη «Οι Φονιάδες». Όταν αργότερα έμαθα ότι, μαζί με άλλα δυο από τα καλύτερά του, τα έγραψε μέσα σε μία μέρα, έμεινα κυριολεκτικά άφωνος. Δέος μου προκάλεσε και «Η μεταμόρφωση» του Κάφκα. Είχα τελειώσει το γυμνάσιο και σκέφτηκα ότι κανείς δεν μας είχε μιλήσει για τέτοιου είδους λογοτεχνία. Αρκετές φορές έχω μιλήσει και δημόσια για παλιότερους ή νέους συγγραφείς μας που μου άρεσε πολύ η δουλειά τους. Επίμονα μ’ ενδιέφερε η διηγηματογραφία τους. Όσο για τους κλασικούς μας, να πω ότι μέχρι πέρσι, που δούλευα στο σχολείο, συνήθιζα να διαβάζω στα παιδιά, τις γιορτές, «Το μοιρολόι της Φώκιας» του Παπαδιαμάντη. Στο τέλος με το ζόρι συγκρατούσα τα δάκρυά μου.

Έχετε επιλέξει το είδος του διηγήματος αντί για κείνο του μυθιστορήματος. Πώς κατάφερε το διήγημα να σας κρατήσει δικό του; Η επιλογή σας είναι οριστική;

Ο Μάρκες είπε ότι η προσπάθεια που καταβάλλεις για να γράψεις ένα σύντομο διήγημα είναι τόσο έντονη όπως για ν’ αρχίσεις ένα μυθιστόρημα. Να μη μιλήσω για την ηδονή του γραψίματος και άλλα τέτοια τετριμμένα που σε καθηλώνουν μέχρι να το τελειώσεις και σε κάνουν να μη λογαριάζεις την κούραση. Πρόκειται για έναν χώρο που με το χρόνο τον οικειώνεσαι και νιώθεις άνετα μέσα του, όπως στο σπίτι σου. Με τη διαφορά ότι δεν σου εξασφαλίζει κανένα ρίσκο, πρέπει να παλέψεις για να ανταμειφθείς. Δεν υπάρχουν εδώ κανόνες και συνταγές, εάν είναι να βγει το διήγημα, θα βγει. Συνήθως κρατώ σημειώσεις και κάνω σκαριφήματα στα οποία κατά καιρούς επιστρέφω. Αυτό συμβαίνει τις στιγμές που νιώθεις μια ευφορική διάθεση, κάτι έχει σαπίσει μέσα σου και καταλαβαίνεις ότι θέλει να βγει στο φως, αναγεννημένο. Ή κάποιο αναπάντεχο ερέθισμα έχει απασφαλίσει τη μυστική δίοδο, απ’ όπου ξεπηδούν πια, αναβρύζοντας, οι λέξεις. Σε αποζημιώνει μόνον όταν πετύχεις ένα καλό αποτέλεσμα. Πάντως, δεν νομίζω ότι η επιλογή μου μπορεί να είναι οριστική. Ήδη έχω περάσει και στη νουβέλα. Ίσως έχει να κάνει και με άλλους παράγοντες και παραμέτρους (που αφορούν, ενδεχομένως, ολόκληρη τη γενιά μου)• είναι κάτι που το σκέφτομαι, αφήστε όμως να σας μιλήσω κάποια άλλη φορά γι’ αυτό.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των διηγημάτων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Πολλές φορές. Οι ήρωες όμως της καθημερινής ζωής, οι άνθρωποι ίσως της διπλανής πόρτας που γλιστράνε και μέσα στα γραπτά μας, αφήνουν πρώτα έξω την ταυτότητά τους, πριν δρασκελίσουν το κατώφλι. Θέλω να πω ότι πρόκειται για διαφορετικά πλάσματα. Οι διηγηματικοί ήρωες έχουν συνήθως συντεθεί για να εξυπηρετήσουν έναν αισθητικό στόχο που μπορεί να μην έχει καμιά σχέση με την πραγματική τους υπόσταση. Μερικούς πάλι τους κουβαλάμε μέσα μας από παλιά, μέχρι που η πραγματικότητα μας έδειξε το αντίγραφό τους και μας βοήθησε έτσι να τους αναπλάσουμε «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν».

Θα μας συνοδεύσετε ως τη θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Στην «Ωραιότερη μέρα της» κυριαρχούν οι ανθρώπινες σχέσεις, ο έρωτας, ο διχασμός της ανθρώπινης ψυχής, οι ενοχές για πράξεις ανομολόγητες, η φιλία. Με απασχολεί όμως και το γεγονός ότι όλοι εμείς που βιώνουμε τον ιδιωτικό μικρόκοσμό μας, παθητικά πλέον, έχουμε ενταχθεί σε ένα ευρύτερο σύνολο, σε ένα απειλητικό συλλογικό ή παγκόσμιο σκηνικό, υπομένοντας τις όποιες οδυνηρές συνέπειες. Στη «γειτονιά» μας ή έστω λίγο μακρύτερα συμβαίνουν κάθε τόσο συνταρακτικά γεγονότα, ενίοτε δε ξεσπούν άγριοι πόλεμοι και χάνονται εκατοντάδες ψυχές αθώων (το ενενήντα τοις εκατό των θυμάτων πολέμου σήμερα είναι άμαχοι). Μέσα σ’ αυτό το γενικότερο τρομοκρατικό κλίμα (που εσχάτως δηλητηριάζεται κι από την απειλή της οικονομικής παράλυσης) τάχα τι περιμένουμε; Τη σειρά μας;

Τι διαβάζετε και τι γράφετε αυτόν τον καιρό;

Από το καλοκαίρι μέχρι τώρα διάβασα τρία μυθιστορήματα του Σαραμάγκου (μου άρεσε ιδιαίτερα το «Όλα τα ονόματα»), δύο συλλογές διηγημάτων, δυο ή τρεις ποιητικές συλλογές (η μία του Γ. Βαρβέρη) καθώς και δυο μελέτες για θέματα που με ενδιέφεραν (Ν. Αποστολίδου, Δ. Κόκορης). Τώρα διαβάζω τα διηγήματα του Ουίλιαμ Τρέβορ. Μου άρεσε επίσης το βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη («Ο γύρος του θανάτου»). Απ’ τα βιβλία που μου στέλνουν επιλέγω ό,τι μου φαίνεται αξιόλογο, αλλά μ’ αρέσει ν’ ανακαλύπτω και μόνος μου. Όλα αυτά βέβαια με πολύ αργούς ρυθμούς. Κατά τα άλλα δεν γράφω τίποτα αυτό τον καιρό. Κρατώ μονάχα σημειώσεις κι αφήνω τα πράγματα να σαπίσουν μέσα μου.

Σημ. Η πρώτη φωτογραφία είναι του Γιάννη Βανίδη. Στην δεύτερη, ο συγγραφέας σε ιδιαίτερα αγαπημένο του τόπο, τη λίμνη Βόλβη.
17
Ιαν.
11

Συλλογικό – Οπαδική βία και άλλες πτυχές της βίας στον αθλητισμό

Ασκήσεις επί χόρτου, Γ΄

Το σύνθετο φαινόμενο της βίας στον αθλητικό χώρο και ιδίως στο ποδόσφαιρο εξετάζεται από διάφορες πλευρές στον παρούσα συλλογή κειμένων, δια της γραφίδας των Θρησκευόμενων Κόκκινων Επιστημόνων (ομάδας συγγραφέων, καλλιτεχνών και επιστημόνων – οπαδών του Ολυμπιακού) και έτερων προσκεκλημένων. Το ποδόσφαιρο έχει μετατραπεί σε νέα λαϊκή θρησκεία, έχοντας αντικαταστήσει έναν κενό από την πολιτική και τις μεγάλες θρησκείες συμβολικό δεσμό. Απέναντι στη διάλυση των παραδοσιακών δικτύων συμμετοχής και ταύτισης, όπως έγραψε ο Hobsbawm, φέρει σε επαφή ανθρώπους που διαφορετικά στερούνται οργανικών και κοινωνικών και οικονομικών δεσμών και επιτρέπει την εκπλήρωση λαϊκών αξιών που είναι αδύνατο να υλοποιηθούν στο πλαίσιο της ανταγωνιστικής κοινωνίας της αγοράς (συλλογικότητα, ομαδικό πνεύμα, αλληλεγγύη, ισότητα ευκαιριών, πρωτοβουλία). Όμως νέοι κώδικες αξιών περιβάλλουν το άθλημα, απορρέοντας από την σύγχρονη εμπορική-βιομηχανική του διάσταση. Η νίκη δεν αποτελεί πλέον επιθυμητή έκβαση ενός παιχνιδιού αλλά μεταλλάσσεται σε αναγκαίο στοιχείο οικονομικού ανταγωνισμού.

Η βία δεν πηγάζει από τον αθλητισμό (όπως τα δάκρυα δεν βγαίνουν από το μαντίλι, σύμφωνα με τον Εντουάρντο Γκαλεάνο). Το ποδόσφαιρο δεν πυροδοτεί την βία αλλά αποκαλύπτει μια κρίση. Ο Διονύσης Ελευθεράτος καταδεικνύει θεσμοθετημένες μορφές βαναυσότητας που νομοτελειακά οδηγούν στην οπαδική βία. Η δράση των χούλιγκαν είναι ευθέως ανάλογη προς την εξοικείωση μιας κοινωνίας με αντιδημοκρατικές μεθόδους επιβολής. Η θεσμική βία προσφέρει περισσότερη νομιμοποίηση στην περιθωριακή, τουλάχιστον στη συνείδηση των αυτουργών της. Από την άλλη, όπως γράφει ο Βασίλης Καρδάσης, το κράτος ενισχύει τη διάχυση της κοινωνικής όξυνσης μέσα στα γήπεδα, όπου εκρήγνυνται ο θυμός των μαζών και εκπνέει ως ατμός χύτρας ταχύτητας η αντιμετώπιση κρίσιμων ζητημάτων. Το γήπεδο λειτουργεί ως κυματοθραύστης πραγματικών κοινωνικών συγκρούσεων, ένα ακίνδυνο για το κράτος πεδίο εκτόνωσης της λαϊκής οργής. Η βία των απόκληρων συνυπάρχει με εκείνη των εύπορων, των οργανωμένων και των δικτυωμένων.

Παρά την δεδομένη πολιτιστική όσμωση της εποχής μας η ένταξη σε συλλογικές ομάδες (όπως οι οργανώσεις φιλάθλων) συνεπάγεται την υιοθέτηση της παραδοσιακής κουλτούρας της αντιπαλότητας. Η σύγκρουση εμπεριέχει ως απαραίτητο στοιχείο την αντιμετώπιση του αντιπάλου ως (πολιτισμικά) κατώτερου· η διάκριση καταλήγει σε ρατσισμό. Οι αθλητικές εφημερίδες έχουν μερίδιο στην έξαρση της αντιπαράθεσης φιλάθλων και στην δημιουργία κλίματος όξυνσης· άλλωστε ο φανατισμός συχνά αποτελεί κριτήριο αποδοχής για τους τελευταίους. Το δήθεν δημοκρατικό περιβάλλον των αθλητικών ραδιοσταθμών ανατροφοδοτεί το συγκεκριμένο κλίμα, οι διοικήσεις έχουν κάθε συμφέρον να διατηρούν τους μάχιμους στρατούς των οργανωμένων, όπως και το κράτος να θωπεύει τους φιλάθλους – εκλογείς. Σε κάθε περίπτωση οι οπαδοί εθίζονται σε νέα αξιακά πρότυπα.

Όταν όμως πανηγυρίζουμε νίκες επί ισχυρών αντιπάλων, γράφει ο Γιώργος Κεντρωτής, εκφράζουμε σεβασμό προς αυτούς, πλην λεληθότως. Ετούτη η συνειδητοποίηση θα αποτελέσει μέγιστο βήμα προς την καταπολέμηση της βίας εφόσον εξουδετερώνει την τύφλωση από το φάσμα και το αποτέλεσμα της ήττας. Η λεκτική ελευθεριότητα διαφέρει από την χυδαιότητα, που αποτελεί βασικό σπόρο βλάστησης του χουλιγκανισμού. Η απόσταση από το verbum στην actio είναι ελάχιστη και εύκολα διανυτή. Ο αγώνας αποτελεί εορταστικό πόλεμο, ο σεβασμός του αντιπάλου προσδίδει αξία στην νίκη, η κοσμιότητα είναι αρετή με την αρχετυπική σημασία της ανδρείας, η έντιμη ήττα είναι προτιμότερη από την άτιμη νίκη. Ο πεπαιδευμένος οπαδός είναι η καλύτερη διαχρονική μετεγγραφή μιας ομάδας.

Εκδ. Νόβολι, 2010, σ. 187.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 637, 8.1.2011 (και εδώ)

16
Ιαν.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 82

Κλαούντιο Μάγκρις, Δούναβης, εκδ. Πόλις, 2001, μτφ. Μπάμπης Λυκούδης, σ. 507 (Claudio Magris, Dunabio, 1986).

Ίσως μια αρχαιολογία των απορριμάτων και των υπονόμων να μας έδινε μια κρυφή και αντεστραμμένη ιστορία των πόλεων, όπως εκείνη η σπουδαία που μας έδωσε ο Ερνέστο Σάμπατο στο μυθιστόρημά του Περί ηρώων και τάφων.
Αυτός όμως ο κόσμος δεν είναι μόνο ο κολαστήριος εκείνος κοπρώνας που περιγράφει ο αργεντινός συγγραφέας. Ανάμεσα στα απόβλητα και τα κόπρανα αναπηδά η στιλβηδόνα ενός θησαυρού, που κάποια ξωτικά τον αποσπούν από τα σπλάχνα της γης. Στα παιδικά μας χρόνια, όταν ένα μολυβένιο στρατιωτάκι ή το περιτύλιγμα μιας σοκολάτας εξαφανίζονταν μυστηριωδώς, σκεφτόμασταν ότι θα είχαν γλιστρήσει σε κάποια σχισμάδα και από εκεί θα είχαν πάει κάτω, σ’ εκείνη την άγνωστη χώρα….

Στον Αντώνη Σουρούνη

15
Ιαν.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 17

Neal Pollack, Alternadad (2007)

Τίποτε δε σε σώζει αμήχανε/κατάπληκτε νέε πατέρα. Ούτε καν το σκουλαρίκι στο παιδικό παιχνίδι – που σίγουρα θα κολυμπήσει καλύτερα από σένα.

14
Ιαν.
11

GPO is the Law

 

gpo είναι ο μαρκαδόρος που κόβει το πινέλο. H θλιβερή εικόνα της πόλης αποτελειώνεται με τις υπαίθριες διαφημίσεις. Δεν έφτανε η απροχώρητη ασχήμια των κτιρίων αλλά έπρεπε και να συνδυαστεί με τις ελεεινές πλύσεις εγκεφάλου που ψάχνουν απεγνωσμένα να χωθούν σε ατομικά και συλλογικά συνείδητα, υποσυνείδητα, ασυνείδητα. Πέρα από την ούτως ή άλλως ανύπαρκτη χρησιμότητά τους, το ίδιο το διαφημιζόμενο προϊόν είναι σ’ όλες τις περιπτώσεις ένα υποβαλλόμενο άχρηστο (και συνήθως κακοκατασκευασμένο) πράμα ή υπηρεσία που ευελπιστεί να σε καταστήσει άφραγκο κι εξαρτημένο. Σα να μην έφτανε αυτό οι «επιχειρήσεις» την έβγαζαν στο τσάμπα τόσα χρόνια, καρφώνοντας πινακίδες σε δρόμους, ταράτσες και χωράφια, ώστε το κέρδος να μην έχει το παραμικρό έξοδο. gpo δεν είναι κρίση. gpo είναι να έχεις κρίση.

gpo είναι ο επικίνδυνος διάλογος. Η δραματικά καθυστερημένη απαγόρευση των παράνομων διαφημίσεων απλώς έκανε τους διαφημιζόμενους ψεύτες να αποσυρθούν, αφήνοντας τα ταμπλό καρφωμένα εκεί που βρίσκονταν. Έκπληξη: λευκά πεδία σε γκριζόμαυρη βρωμούπολη; Μεγάλη πρόκληση… Σ’ αυτούς τους «λευκούς καμβάδες» των άδειων billboard της Αθήνας παρεμβαίνουν τους τελευταίους μήνες τα μέλη της ομάδας gpo. gpo είναι να χρησιμοποιείς ό,τι είναι φαινομενικά άχρηστο.

gpo είναι η μπογιά που ομορφαίνει τη μέρα μας. Ένας κακότεχνος αρχαιοελληνικός ναός με κίονες που μοιάζουν με φαλλούς, ένα πετσοκομμένο δέντρο (με το γνωστό πολιτικό στιλ κοψίματος), η λέξη Φύγε στάζει και μοιάζει με Ψυγε… Ένας άνθρωπος – κινητή προϊοντοθήκη (κάθε ρούχο και μια μάρκα, κάθε σημείο του σώματός του κι ένα προϊόν), High Voltage, Metadata, Youth against Youth, Welcome to Athens. Κομικόμορφα, κωμικόμορφα, «κακότεχνα», αυτοσχέδια «μαρκαδώρα» που αποτελούν τις μόνες καμπύλες γραμμές σ’ ένα τραγικά οριζοντιοκάθετο περιβάλλον. gpo δεν είναι ο Duchamp που έκανε τον καμπινέ τέχνη.

gpo είναι περιστατικά φαντασίας. Οι φράσεις με τα πλάγια γράμματα προέρχονται από το εισαγωγικό φρασεολόγιο του βιβλίου (που αφιερώνεται «στα θύματα της αμέλειας, της αδιαφορίας και του κέρδους») δια χειρός Voltnoi brege*, «μέλους του αυτοσχεδιαστικού σχήματος drog_A_tek και τους real time cinema group The Erasers»/ Εκδ. Μεταίχμιο, 2010, σελ. 108.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

13
Ιαν.
11

Κώστας Μπλιάτκας – Λυπάμαι, χάσατε!

Ασκήσεις επί χόρτου, Β΄

«Sorry you missed the sixties» τιτλοφορήθηκε η έκθεσή του κορυφαίου φωτογράφου Φίλιπ Τάουσεντ και το συλλυπητήριο τούτο σκώμμα μεταφέρεται στα γήπεδα αλλοτινών δεκαετιών. Αυτό που χάθηκε εδώ και αναζητήθηκε στην στήλη Ημερολόγιο Ποδοσφαίρου της αθλητικής εφημερίδας Sportday (2008-2010) είναι η αθωότητα και η μαγεία του ποδοσφαίρου της ερασιτεχνικής και ημιεπαγγελματικής εποχής. Οι συγκρίσεις του χθες με το σήμερα είναι αναπόφευκτες: διαφορετικοί άσοι μεγαλουργούσαν στο ξερό γήπεδο χωρίς την τηλεοπτική χρυσόσκονη, οι αντίπαλοι οπαδοί κάθονταν μαζί στις εξέδρες με τα τσιμεντένια καθίσματα και τα φελιζόλ. Ήταν «εποχές θριάμβου για το μελάνι και το χαρτί»: δημοσιογράφοι «έγραφαν ματς» από το σκάμμα ή τα υποτυπώδη θεωρεία, φωτογράφοι αποτύπωναν τις κορυφαίες στιγμές (όπως η μονομαχία Κούδα – Καψή που κοσμεί τα προποτζίδικα της Θεσσαλονίκης) και τις επίμαχες φάσεις με τις «γκράνφλεξ». Ο θεσμός του Κυπέλλου Ελλάδος προκαλούσε δέος αντίστοιχο με το ογκώδες τρόπαιο, οι αρχηγοί ενέπνεαν σεβασμό. Σήμερα οι ομάδες δεν έχουν σταθερό κορμό αλλά είναι μιας ή δυο χρήσεων: οι νεοαποκτηθέντες διώκονται ή μοσχοπουλιούνται ακυρώνοντας κάθε συναισθηματική αφομοίωση των οπαδών, η κοινή κοινωνική εμφάνιση παικτών αντίπαλων ομάδων θεωρείται έγκλημα, ντέρμπι συχνά γίνονται με οπαδούς της μιας ομάδας ή σε άδειες κερκίδες.

Αναπόφευκτα το βάρος της μνήμης πέφτει στις μεγάλες θεσσαλονικιώτικες ομάδες που, αντίθετα με τις αντίστοιχες αθηναϊκές που διεκδικούν την χαρά της νίκης «αορίστου χρόνου», αντιπαραθέτουν τις δικές τους άτυπες πρωτιές, ελκύοντας φιλάθλους, όπως ο Ηρακλής τον Αλμπέρτο Ναρ, από το στοιχείο της μη αναγνωρισμένης αυθεντίας, της μειοψηφίας που διώκεται αλλά επιμένει να υπάρχει, του περιπλανώμενου που συνεχίζει χωρίς ελπίδα στεγαστικής αποκατάστασης. Η μυθολογία τους άλλωστε θερμαίνεται από τους λογοτέχνες της πόλης: ο Μανόλης Αναγνωστάκης φεύγει τελευταίος από το γήπεδο, περιμένοντας με τους φίλους του έξω από τα αποδυτήρια τους παίκτες με την μπριγιαντίνη στο μαλλί, ώστε να τους «αναλύσουν» μετά στα σκαλάκια της Παναγίας των Χαλκέων, ο Περικλής Σφυρίδης ως γιατρός του Άρη τρυπώνει στα αποδυτήρια του ΠΑΟΚ για να μιλήσει με τον Κούδα, ο Πάνος Θεοδωρίδης αναζητά τους παλαίμαχους στα ταπεινά μαγαζιά τους και στις αναλογίες με τους ποιητές: Θα με ξεχάσουν σαν τον Καπερνέκα./Όταν η φλόγα μου μπλαβιάσει, θα παίρνουν κάποιοι τον στίχο μου για μια αναφορά.

Προσωπικές μνήμες (Χιώτης, Καζαντζίδης και Νιλ Σεντάκα στα μεγάφωνα, σαββατιάτικες μεταδόσεις στο ασπρόμαυρο ΕΙΡΤ, γειτονικά ντέρμπι μικρών πόλεων) εμπλέκονται με μυθοποιητικές ιστορίες: ο Αντωνιάδης έχει ως μόνη παρέα έναν περιπτερά της Λεωφόρου, ο Μίμης Παπαιωάννου επί δοκιμή τραγουδιστής στη Στουτγάρδη κάνει ντρίπλες στα δέντρα μιας αλάνας, οι οπαδοί του ΠΑΟΚ μένοντας ακόμα στα προσφυγικά τολ χρηματοδοτούν την κατασκευή της Τούμπας. Η συναισθηματική γραφή του Μπλιάτκα συγκρατείται από ένα «δημοσιογραφικό», χωρίς ίχνος λογοτεχνικότητας ύφος οδηγώντας σε μια ευγενή ισορροπία προσωπικού ενθυμήματος και ιστορικού χρονογραφήματος, διανθισμένης με μαυρόασπρες φωτογραφίες. Ήταν άραγε όλα τόσο μαγικά ή εξιδανικεύονται από την νεότητα; Στο απόσπασμα αδημοσίευτου διηγήματος του Γιώργου Σκαμπαρδώνη ο έφηβος συγγραφέας συμμετέχει στο παιχνίδι των πέναλτι σε μεγάλους τερματοφύλακες στο λούνα παρκ της Διεθνούς Έκθεσης. Ένα γκολ στον Νίκο Χρηστίδη το κρατά μαζί του για χρόνια, μέχρι να μάθει από τον ίδιο πως αφηνόταν που και που κάποιο σουτ να μπει στα δίχτυα. Τελικά να παραμένει κανείς πιστός σε προσωπικούς και συλλογικούς μύθους;

Υ.Γ. Ιστορίες για την Αμερική του Αλκέτα, τον Μπόμπι Μουρ και τον Τζιάνι Ριβιέρα, το Γουέμπλεϊ, από το πρώτο γήπεδο του ΠΑΟΚ στο Συντριβάνι, με φόντο το Επταπύργιο και μια υπόγεια στοά να οδηγεί από την Ηλεκτρική Εταιρεία στα άθλια αλλά ιστορικά αποδυτήρια, από τα εγκαίνια της Τούμπας με την ντακότα της πολεμικής αεροπορίας να πετά μπάλες στο γήπεδο. Η μπάντα του Παπαφείου στα εγκαίνια του Καυταντζογλείου, η νύχτα (του Ιουνίου 1976) που «χάθηκε η μπάλα» – το μοναδικό κύπελλο του Ηρακλή, ο πατέρας του Ντίνου Χριστιανόπουλου με αυτοσχέδιο πανό που έγραφε «Μπιτζίμ ΠΑΟΚ» (Να ζήσει ο ΠΑΟΚ) και το οποίο, όταν γυρνούσε από ήττα, καταχώνιαζε λυπημένος. Κάποιος στη γιορτή κρασιού στο Άλσος της Νέας Ελβετίας βρήκε μπάλα που έφτασε μέχρι εκεί από σουτ του Καπερνέκα. Εκείνος που τον έλεγαν Πέμπτο Μπητλ (φωτ.) κι ήταν ο Καλύτερος, οι σπουδαίοι Μίμηδες και τόσοι ανώνυμοι: όλα κι όλοι περνούν για λίγο από δω.

Εκδ. Τόπος, 2010, σ. 259.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 637, 8.1.2011 (και εδώ), εκτός από το υστερόγραφο, που προστίθεται αποκλειστικά στο Πανδοχείο.

12
Ιαν.
11

Ντάριο Φο – Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού

Θέατρο «Αλέκος Αλεξανδράκης»

Ελάχιστες σημερινές παραστάσεις σε αποχαιρετούν με σφιγμένο στομάχι, κι ας είναι πειστικές, κι ας αποτελούν τέλεια δείγματα μιας σκληρής εποχής όπως αυτή. Που δεν σε αφήνουν απλώς προβληματισμένο (συμπληρώνοντας έναν ούτως ή άλλως καθημερινό προβληματισμό) αλλά σου καρφώνουν ύπουλα το ερώτημα: πόσο πιο Άδικη μπορεί να είναι η Δικαιοσύνη; Αυτή η παράσταση ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία: είναι σπαρταριστή κωμωδία αλλά σου παγώνει το γέλιο στα χείλη. Ρίχνει σαν πολυβόλο τις σπαρταριστές ατάκες αλλά δεν τολμάς να σκεφτείς ότι αυτά συνέβησαν, συμβαίνουν και θα συμβαίνουν. Άρα τι κάνουμε, σοβαρεύουμε ή ξεκαρδιζόμαστε;

O Φο πάντα προτείνει την εναλλαγή σοβαρού και αστείου. Υπήρξε ανέκαθεν ενοχλητικός και ανεπιθύμητος σε κάθε εξουσία ήδη από την δεκαετία του ’50, οπότε και ακυρώθηκε η ραδιοφωνική του εκπομπή στη RAI (Κοκορίκο, με σατιρικούς μονολόγους που μετέτρεπαν βιβλικές ιστορίες σε πολιτική σάτιρα) κι αργότερα απαγορεύτηκε κάθε εμφάνισή του στο κανάλι για τα επόμενα 15 χρόνια. Στη συνέχεια κινούνταν διαρκώς κυνηγημένος και απειλούμενος, η θεατρική του ομάδα δεν έβρισκε θέατρο να παίξει, αντιμετώπισε τις λογοκρισίες όλου του κόσμου αλλά δεν υποτάχθηκε ποτέ. Αντίθετα, όσα και να τράβηξε, τους έπαιρνε πάντα τα σώβρακα, μετατρέποντας ακόμα και τις πραγματικές του συλλήψεις σε πνευματικές συλλήψεις πνευματωδών έργων. Ο Φο γνωρίζει πως δεν υπάρχει υποταγή του χιούμορ σε καμία αρχή και σε κανένα νόμο. Η συνεχής επιβολή του νόμου πάνω στον ίδιο και στον Γελωτοποιό του τον έκανε ατρόμητο απέναντί του. «Από εδώ και πέρα η γλώσσα μου θα τρυπάει και θα καθαρίζει σα μαχαίρι, θα ξαναδώσει το δικαίωμα στο γέλιο».

Κάπως έτσι μετατρέπει τις πάσης φύσεως αντίξοες συνθήκες σε απολαυστική διασκέδαση ο «τυχαίος» σχιζοφρενής πρωταγωνιστής που εξαπατά τον κόσμο παριστάνοντας διάφορους κοινωνικούς ρόλους και συνεπώς μπαινοβγαίνει στα αστυνομικά τμήματα, έχοντας όμως την ασφάλεια του ακαταλόγιστου. Του αρέσει να παίζει θέατρο, κι επειδή «το θέατρό του είναι το θέατρο της πραγματικότητας,» θέλει οι «συνάδελφοι ηθοποιοί» να είναι πραγματικοί άνθρωποι, να παίζουν στα έργα του αλλά χωρίς να το ξέρουν. Κάποια στιγμή βρίσκεται μόνος του σε ένα γραφείο, όπου αναμένεται η ανάκριση για τον «τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού».

Τα (και πραγματικά) γεγονότα: Τέλη του 1969 το ιταλικό κράτος μέσω μυστικών υπηρεσιών και ακροδεξιών κύκλων, στο πλαίσιο της «στρατηγικής της έντασης» (συνομωσία δυσφήμησης αναρχικών και εργατικών οργανώσεων μέσω απόδοσης κατευθυνόμενων τρομοκρατικών ενεργειών σε αυτούς), πυροδότησε μια βόμβα στην τράπεζα στην πλατεία Φοντάνα στο Μιλάνο σκοτώνοντας 19 άτομα. Για την βόμβα συνελήφθησαν οι αναρχικοί Πιέτρο Βαλπρέντα και Τζιουζέπε «Πίνο» Πινέλι. Ο δεύτερος εκπαραθυρώθηκε από τον τέταρτο όροφο – οι αυτόπτες μάρτυρες είδαν την πτώση 12 και 2 αλλά το ασθενοφόρο είχε δεχτεί κλήση…5 λεπτά νωρίτερα… Ο πρώτος φορτώθηκε την ιστορία, δικάστηκε, φυλακίστηκε, απελευθερώθηκε με κλονισμένη υγεία, έγινε σύμβολο σαν τους Σάκο και Βαντσέτι. Στην αποτεφρωτική του κηδεία παίχτηκαν κλασική και τζαζ μουσική και αναρχικά τραγούδια, όπως το είχε ζητήσει.

Πίσω στο έργο: ο τρελός εκμεταλλεύεται και προσποιείται τον δικαστικό που έρχεται να ερευνήσει το θέμα, απλά και μόνο για να διασκεδάσει. Αλλά ακόμα κι αυτός διακρίνει την βρωμιά κι εκεί αρχίζει το πρώτο μεγάλο πανηγύρι: μαζεύει τους μπλεγμένους αστυνομικούς και τους ψαρώνει, ξεγυμνώνει, εκθέτει, τρομάζει, ταπώνει, μπερδεύει, πανικοβάλλει, εξαναγκάζει σε αναπαράσταση των συμβάντων, σε αλληλοκατηγορίες, σε γελοιοποίηση. Ειρωνεύεται την ξαφνική τους φιλαλήθεια, τους κάνει να μην γνωρίζουν πότε σοβαρολογεί και πότε κοροϊδεύει, να παίξουν τρενάκι όλοι μαζί, να τραγουδήσουν την bandiera rossa – όλα με την αμυδρή υπόσχεση πως μόνο έτσι θα τους σώσει και θα σωθούν. Ακόμα κι όταν τους λέει «Εγώ στη θέση σας θα πήδαγα απ’ το παράθυρο» εκείνοι το σκέφτονται.

Στο δεύτερο μέρος ο τρελός κυριολεκτικά «αφιερώνει». Εισέρχεται ως διαφορετικά μεταμφιεσμένος αξιωματούχος, μονόφθαλμος, μονόχειρ και μονομανής, κι αρχίζει με γλώσσα ροδάνι και τρυπάνι, να δουλεύει αυτή τη φορά την δημοσιογράφο, αλλά με τρόπο χειρουργικά μελετημένο και κοφτερό, οδηγώντας εκείνη στην αλήθεια και τα πάντα στο χάος. Ο Σ. Παπαδόπουλος ενσαρκώνει αγρίως κωμικά τον αεικίνητο και διαρκώς ομιλούντα σχιζοφρενή, που τελικά είναι ο λογικότερος και δικαιότερος μεταξύ απατεώνων. Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Θέατρο της Κομούνας στο Μιλάνο το 1970 και ο τρόπος που αντιμετώπισε το αληθινό εκείνο γεγονός βοήθησε στην καθοδήγηση της κοινής γνώμης για την διαλεύκανση πολιτικών και άλλων εγκλημάτων της ίδιας περιόδου. Για την ιστορία (και παραπλεύρως του έργου): το 1972 ο ύποπτος επιθεωρητής Καλαμπρέζι δολοφονείται από πυρά αγνώστων, όπως νωρίτερα κι ο ταξιτζής που ενοχοποίησε τον Βαλπρέντα, το 1988 κάποιοι βολικοί συνελήφθησαν ως υπαίτιοι, το 2001 ένα δικαστήριο καταδίκασε τρία άτομα για εκείνη την εκπαραθύρωση, ο τέταρτος ανήκε στην CIA και την γλίτωσε.

Σημ.: Καθημερινά 30 θέσεις για την παράσταση προσφέρονται σε ανέργους. Κυψέλης 54, Αθήνα, τηλ. 7707227, 8827000. Παίζουν: Σπύρος Παπαδόπουλος, Κώστας Αποστολάκης, Αντώνης Καρυστινός, Αλέξανδρος Καλπακίδης, Στέλιος Πέτσος, Δήμητρα Στογιάννη. / Σκηνοθ. Σπύρος Παπαδόπουλος, μτφ. Άννα Βαρβαρέσου, σκην. – κοστ. Σάββας Πασχαλίδης, μουσ.- τραγ. Κίτρινα ποδήλατα, φωτ. Ανδρέας Μπέλλης.

[Dario Fo – Morte accidentale di un anarchico, 1970]

Πρώτη δημοσίευση: micgr, εδώ.

11
Ιαν.
11

The Coral – Butterfly House (Deltasonic,2010)

 

Καθώς ακούω τους Κοραλένιους φίλους μου αναθυμούμαι κι αναθυμώνω μ’ εκείνους που πομπώδικα αντιδρούσαν στην αναβίωση της ψυχεδέλειας και του γκαράζ εκεί γύρω στα μέσα των 80ς. «Τι αναχρονισμός, τι αντιγραφή, τι μιμητισμός, τι έλλειψη προσαρμογής στο σήμερα, μουσικώς και περιβαλλοντικώς», έσκιζαν σχεδόν όλοι τα ρούχα τους. Τώρα οι ίδιοι ακριβώς χύνουν (μελάνι κυρίως) με τους διάφορους νεωκόρους του 2010, και είναι η σειρά μου να βάλω τα γέλια. Κοιτώ λοιπόν τις λίστες με τα καλύτερα της χρονιάς, έστω τις προτάσεις που βγαίνουν από τον μέσο όρο εντύπων, μπλογκς και συναφών εξωτερικεύσεων. Εδώ δε μιλάμε μόνο για ανυπαρξία τραγουδιών αλλά και για ωμέγα ποιότητος αντιγραφή μιας εποχής που πλάκα πλάκα είναι κι αυτή πίσω, αλλά όχι απλώς 20 (όπως ήταν η νεοψυχεδέλεια του 85) αλλά 30 χρόνια πριν!

Ε όχι. Αν είναι να υποστώ τους ανυπόφορους αναχρονισμούς των διαφόρων Drums. Yeasayer, Vampire Weekend, Hot Chip, These New Puritans, Gorillaz, MGMT, Caribou που βλέπω πως κοσμούν τις απελπισμένες ετήσιες ανασκοπήσεις, χίλιες φορές οι ευάεροι, ευήλιοι, μπουμπουκιασμένοι, ψυχεδελιασμένοι και ψυλλιασμένοι περί της σωστής ψυχεδελικής ποπ Coral. Χίλιες φορές η 60ς κομψοτεχνουργία τους, παρά η όποια επιλογή μεταξύ τόσο ξεκαρδιστικών κυκλοφοριών. Αυτοεξαιρούμαι από κάθε Ανασκόπηση του τίποτα.

Στον πέμπτο του δίσκο λοιπόν (χωρίς να υπολογίσουμε βέβαια την συλλογή με τα singles ούτε το ξεσαλωτικό μινάκι Nightfreak and the Sons of Becker) ύστερα από δίχρονη πίεση συνθέσεων και ετοιμασιών, το σχήμα απ’ το Merseyside, Wirral (στην παραέξω πλευρά του Liverpool) συνεχίζει μ’ έναν κιθαρίστα μείον (ο Bill Ryder-Jones έφυγε μετά το Roots and Echoes) αν και δεν διέκρινα καμία απολύτως διαφορά στις κιθάρες. Τα πέντε μέλη βρίσκονται ακόμα στην δεύτερη δεκαετία της ζωής τους: καμία έκπληξη, αυτή η μουσική πάντα έβγαινε από πολύ νεανικές καρδιές.

Απολαμβάνω λοιπόν τον συνδυασμό Αριζονικής σκόνης και αλαζονικής χίπικης αυθάδειας του More Than A Lover, το α λα The Byrds καμπάνισμα του Roving Jewel, την ελάττωση ταχύτητας αλλά αύξηση παλμών του Walking In The Winter. Ακούω μια κλασική βρετανική μπάντα ακριβώς του μέσου της δεκαετίας του 60, που αραδιάζει τρίλεπτα που μένουν στο μυαλό, κατρακυλάν προς τα χείλη, ανοίγουν χρώματα και ουρανούς. Ακούω δυο τυπικά σούπερ σινγκλάκια (Sandhills, Two Faces), αλλά τι λέω; Σχεδόν όλα εδώ μέσα είναι υποψήφια σιγκλάκια (με την έννοια των 60ς), με εξαίρεση τελικά αυτό που βγήκε ως σινγκλάκι, το 1000 Years. Μου μυρίζουν περάσματα από Beach Boys, Zombies, Scott Walker, μου αρέσει η ηρεμία της ταραχής τους με φολκ και κάντρι επιρροές. Και προσοχή στους πιτσιρικάδες που θυμούνται, λέει, τους Stone Roses. Δεν έχουν ακούσει ποτέ Love, δεν ξέρουν τι ακουγόταν στο San Francisco του 1967, δεν έμαθαν ποτέ για Mersey Ρεύματα και Βρετανικές Εισβολές.

Πολλοί αποδίδουν εύσημα στον παράγωντα (με ωμέγα πάντα) John Leckie αλλά δε μπορώ να φανταστώ τι παραπάνω έκανε ο τύπος απ’ το τυπικό καθήκον.Σε τέτοιου είδους μπάντες η θέση του κόουτς είναι απλώς να συγκρατεί τις ορμές των κιθαριστών, να ισορροπεί τα όργανα, να φροντίζει για τη σωστή δόση εφέ και φυσικά να λουστράρει τον ήχο. Μια περιορισμένη έκδοση του δίσκου περιλαμβάνει μια εξάδα κομματιών προς φολκ κατεύθυνση.

Βέβαια όπως πάντα το θέμα αλλάζει αν έχω να διαλέξω γενικώς δίσκους απ’ το είδος. Για άλλη μια φορά το πρωτότυπο κυριαρχεί οριστικά, και είναι τόσο ανεξάντλητη τη δεξαμενή του, είναι τόσο αχανής η παραγωγή τέτοιων δίσκων στα 60ς και στα 70ς, και πιστέψτε με, εκεί βρίσκονται ακόμα άγνωστα αριστουργήματα, που τα ακούει κανείς και αναρωτιέται τι κάνουμε μ’ όλους τους «σύγχρονους» εδώ μέσα….

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

10
Ιαν.
11

Τζόναθαν Γουίλσον – Αντιστρέφοντας την Πυραμίδα. Η ιστορία του ποδοσφαίρου, των τακτικών και των συστημάτων του

Ασκήσεις επί χόρτου, Α΄
Η μεγάλη παρανόηση γύρω από το παιχνίδι είναι πως πρόκειται πάνω απ’ όλα για τη νίκη (…) ενώ πρόκειται για τη δόξα, για το ύφος (…) και τη μεγαλοπρέπεια είπε κάποτε ο Ντάνι Μπλαντσφλάουερ, επιζών του ατυχήματος της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Γύρω από αυτή την «παρανόηση» και την επιλογή της νίκης ή του θεάματος καταστρώθηκαν δεκάδες συστήματα που προσέδωσαν στο ποδόσφαιρο ποικίλες φυσιογνωμίες και τέρψεις. Οι σχετικές θεωρητικές αναπτύξεις του παρόντος ιστορικού εγχειριδίου διανθίζονται με πορτρέτα παικτών και προπονητών, σχεδιαγράμματα αγωνιστικής παράταξης κορυφαίων συναντήσεων και πλήθος απόψεων από μια τεράστια ποδοσφαιρική βιβλιογραφία (ένα σύμπαν εντελώς άγνωστο στα καθ’ ημάς).

Ήταν 1973 όταν μια καίρια αγωνιστική αλλαγή αποφασίστηκε σ’ ένα δωμάτιο στην άκρη των αποδυτηρίων του Άνφιλντ (που αποτελούσε ένα είδος βάσης δεδομένων για την Λίβερπουλ, καθώς προπονητές, μάνατζερ και γυμναστές συζητούσαν για κάθε βιβλίο προπονητικής και τακτικής). Η επιστροφή ενός χαφ δίπλα στον κεντρικό αμυντικό, η κατάργηση του στόπερ, η έναρξη της επίθεσης απ’ την άμυνα και η αντικατάσταση του κλασικού «κλότσα και τρέχα» από ένα υπομονετικό «πάσινγκ γκέιμ» θα οδηγούσαν στην ευρωπαϊκή κυριαρχία των αγγλικών ομάδων στο τέλος της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές του ’80. Λίγο νωρίτερα η συνύπαρξη ατομικότητας και συστήματος και η διεύρυνση του αγωνιστικού χώρου μέσω κατοχής της μπάλας είχαν οδηγήσει στο «ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο» του Ρίνους Μίχελς. Οι παίκτες δικαίωναν την παρουσία τους μόνο μέσω γρήγορης εναλλαγής θέσεων και αλληλοκάλυψης· κάθε επιθετικός μπορούσε να αμυνθεί και το αντίστροφο. Το τεχνητό οφσάιντ έγινε επιθετικό: η πίεση των αντιπάλων ξεκινούσε από ψηλά και το ενστικτώδες, αυτόματο παιχνίδι του Άγιαξ και της Εθνικής Ολλανδίας του ’70 ήταν απολαυστικό.

Αργότερα ο Βαλερί Λομπανόφκσι εφάρμοσε στην Δυναμό Κιέβου τις τεχνικές της Κυβερνητικής Μηχανικής και των μαθηματικών μοντέλων πρόβλεψης που διδάχθηκε στο Ινστιτούτο Επιστημών της πόλης. Η ομάδα αντιμετωπιζόταν σαν ένα δυναμικό σύστημα με σκοπό την παραγωγή της υψηλότερης δυνατής ενέργειας· για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν υπολογιστές για λεπτομερή ανάλυση των στατιστικών στοιχείων κάθε παιχνιδιού. Η ποδοσφαιρική του αντίληψη, σε ευθεία συνάρτηση με την κρατική ιδεολογία, αποτέλεσε την επίσημη έκφραση του σοβιετικού ποδοσφαίρου: η φιλοσοφία βασιζόταν στην ομάδα και στην εξέλιξη του «συλλογικού παιχνιδιού» και η ατομικότητα είχε αξία μόνο αν χρησιμοποιούνταν προς όφελος του συνόλου.

Ο Αρίγκο Σάκι αμφισβήτησε την ιταλική αμυντική ηττοπάθεια και κατάργησε το ατομικό μαρκάρισμα, μοιράζοντας την ευθύνη του σε όλους τους παίκτες. Η Μίλαν που στη δεκαετία του ’60 θριάμβευσε με την εισαγωγή του λίμπερο, τώρα τον αντικαθιστούσε με άμυνα ζώνης. Για τον Σάκι ένας καλός μάνατζερ είναι σεναριογράφος και σκηνοθέτης ταυτόχρονα: οφείλει να εφοδιάσει τους παίκτες με όσο το δυνατόν περισσότερες γνώσεις, εργαλεία και εναλλακτικές, ώστε να αποφασίσουν κατάλληλα, ακολουθώντας πάντα το σενάριο. Αν θες να μείνεις στην ιστορία, έλεγε, δεν μπορείς μόνο να κερδίζεις, πρέπει και να παίζεις ωραίο ποδόσφαιρο. Η δική του ομάδα έμεινε στη μνήμη περισσότερο από την πρόσφατη και πιο πετυχημένη Μίλαν του Καπέλο.

Τι μένει ακόμα να συμβεί σ’ ένα άθλημα τόσο συστηματοποιημένο; Οι κλασικές ατομικές θέσεις (ακραίος, πλέι μέικερ, φουνταριστός) εξαφανίζονται, η συλλογικότητα επικρατεί της ατομικότητας, οι παίκτες γίνονται πολυ–λειτουργικοί (διαρκής υπενθύμιση του Μουρίνιο). Η φυσική κατάσταση φτάνει στο απροχώρητο, «το μέλλον θα είναι μια καθολικότητα όπου όλοι θα τα κάνουν όλα». Θα διατηρηθεί άραγε η αντιπαλότητα ανάμεσα στην ομορφιά και την σκοπιμότητα, ανάμεσα στο ποδόσφαιρο «της τέχνης» και «των αποτελεσμάτων», σαν αντικαθρέφτισμα της αντίθεσης ρομαντισμού και ρεαλισμού;

Μέρος Β΄ – Προσθήκες

Στο δωματιάκι εκείνο του Άνφιλντ γινόταν μια συζήτηση πολύ πιο πλατιά και ανοιχτή απ’ όσο στο διοικητικό συμβούλιο της ομάδας, όπως παραδέχτηκε ο Πέισλι. Η συζήτηση έγινε την επομένη της ήττας της Λίβερπουλ από τον Εθνικό Αστέρα στο Κύπελλο Πρωταθλητριών (πριν τα προημιτελικά). Ο Μπιλ Σάνκλι πάντα προτιμούσε το ποδοσφαιρικό στιλ της ηπειρωτικής Ευρώπης αλλά έπρεπε να αντικατασταθεί από τον Πέισλι το 1974 για να αποκτήσει η ομάδα το νέο της πρόσωπο, που ακολούθησε και η Νότιγχαμ Φόρεστ του Μπράιαν Κλαφ. Η εκδοχή του Γκράχαμ Τέιλορ (που ο Έλτον Τζον του πρόσφερε την θέση του μάνατζερ της Γουότφορντ) με πρέσινγκ πάνω στην μπάλα όπου κι αν βρισκόταν και συνεχή επίθεση οδήγησε την ομάδα σε άνοδο τεσσάρων κατηγοριών σε πέντε χρόνια και σε υψηλότατα σκορ.

Ο Γουίλσον, εξαιρετικός γνώστης του θέματος, γράφει με ενθουσιασμό και πειθώ, ακόμα κι όταν συνδέει το ολλανδικό ποδόσφαιρο με την σουρεαλιστική και αναρχική ατμόσφαιρα των Πρόβο στο Άμστερνταμ του ’60 ή διαπιστώνει μια σχέση ανάμεσα στην παγερή ευφυΐα υψηλής ακρίβειας του Ντένις Μπέργκαμπ με την τέχνη του … του Πιτ Μοντριάν.

Ο Σάκι, ένας πωλητής στο οικογενειακό εργοστάσιο παπουτσιών που ποτέ δεν έπαιξε μπάλα, έπαιξε την άμυνα ζώνης όσο το δυνατόν καλύτερα, βασισμένη στους τέσσερις αμυντικούς που έπαιζαν όχι με λίμπερο αλλά στην ευθεία – ένα είδος κυρτού σύρτη (πρωτοποριακό για την Ιταλία). Δεν ήθελα ποδοσφαιριστές σολίστες, έλεγε, αλλά μια ορχήστρα με μουσικούς ικανούς να πάρουν γρήγορη και σωστή απόφαση. Ο Μαλντίνι είχε παραδεχτεί ότι η Μίλαν του 1989 ήταν η καλύτερη ομάδα στην οποία έπαιξε ποτέ

Ο Γιόχαν Κρόιφ έδωσε καλλιτεχνική χροιά στο παιχνίδι και διεκδίκησε να πληρώνεται όσο άξιζε. Ο Μίχελς μετέφερε το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο στην Μπαρτσελόνα ενώ ο διάδοχος Κόβατς δίνοντας την ελευθερία στην ομάδα να φτάσει στο ποδοσφαιρικό της απόγειο, προετοίμασε και την πτώση της. Οι ολλανδικές ομάδες του totaalvoetbal έχασαν δυο τελικούς Μουντιάλ την δεκαετία του ’70, όπως και η περίφημη Ουγγαρία του 1954…

Ένα ολόκληρο κεφάλαιο αφιερώνεται στο κατενάτσιο («το δίκαιο του αδύνατου»)και στον υπέρτατο εκφραστή του, τον Χελένιο Χερέρα. Εκείνος ο τελειομανής, ολοκληρωμένος σύγχρονος μάνατζερ (όπως ο Φέργκιουσον και ο Βενγκέρ) έδινε πρωτόγνωρη έμφαση στην φυσική κατάσταση και την ψυχολογία αλλά και στην απόλυτη πειθαρχία, καταπνίγοντας την παραμικρή αμφισβήτηση της εξουσίας του (γνωστή η άποψή του περί υποχρεωτικού πολυήμερου εγκλεισμού στο προπονητικό κέντρο). Όμως το όνομά του συνδέθηκε με κατηγορίες για φαρμακευτική υποστήριξη στους ποδοσφαιριστές· παροιμιώδης έμεινε ο περίφημος «καφές Χερέρα». Μπορεί τα καλοσχεδιασμένα προγράμματα φαρμακευτικής βοήθειας των Σοβιετικών να συγκέντρωσαν τη δεκαετία του ’70 την προσοχή του κόσμου αλλά δεν ήταν τα μόνα.

Εκδ. Polaris 2010, μτφ. Χρίστος Χαραλαμπόπουλος, εισαγωγή Αντώνης Καρπετόπουλος, σ. 505 (Jonathan Wilson, Inverting the Pyramid. A history of football tactics, 2008).

Πρώτη δημοσίευση: Α΄ μέρος: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 637, 8.1.2011 (και εδώ). Στην εφημερίδα ο τίτλος Ασκήσεις επί χόρτου μετατράπηκε για ακατανόητο λόγο σε Ασκήσεις επί χόρτου πάντα (!). Ίσως ο στοιχειοθέτης είχε μια κάποια ποιητική έκλαμψη! Το Β΄ μέρος δημοσιεύεται πρώτη φορά εδώ. Στις φωτογραφίες: Μπιλ Σάνκλι, Χελένιο Χερρέα, Χορευτής Κρόιφ, Ρϊνους Μίχελς, συγγραφέας.

09
Ιαν.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 81

 Bill Drummond, Ας αλέσουμε ή «Πώς η Κ2 Plant Hire άρχισε να δουλεύει», στο: Συλλογικό – Disco 2000. Διηγήματα για το τέλος της χιλιετίας, εκδ. Οξύ, 1999, μτφ. Χρήστος Μιχαλάτος, (Disco 2000, ed. Sarah Champion, 1999)

Τα τελευταία δέκα χρόνια, είχαμε διαρκώς την ιδέα ότι κάτι έπρεπε να γίνει με το Στόουνχετζ. Είτε κάποιος έπρεπε να το επισκευάσει ή έπρεπε να καταστραφεί ολοσχερώς σαν μη επιδεχόμενο εκμετάλλευση. Θα μπορούσα εύκολα να εξαπολύσω μια επίθεση στην πολιτιστική κληρονομιά, αλλά αυτό είναι καλύτερα να το αφήσω στους δημοσιογράφους των φυλλάδων που ξέρουν πώς  να παρουσιάσουν ένα λογικό επιχείρημα.

Νομίζω πως έχουμε αυτή την έλξη για τις πέτρες, όχι εξαιτίας κάποιου είδους καινούργιου παγανιστικού πόθου στις ψυχές μας, αλλά περισσότερο επειδή φαίνονται να συμβολίζουν για μας κάτι που ζει σ’ αυτά τα νησιά. Ένα συνεχές που μας έλκει περισσότερο και βαθύτερα απ’ ότι η Εθνική Σημαία, η βασιλική οικογένεια, η μητέρα μας των κοινοβουλίων, οι νίκες μας στον πόλεμο, η γλώσσα μας, το εθνικό μας νόμισμα ή ακόμη και η ποπ μουσική μας. Δεν μας έχουν αναγκάσει να τα «φάμε» στο σχολείο. Δεν απεικονίζονται στα νομίσματα που έχουμε στις τσέπες μας. Δεν προσπαθούν να μας πουν τι να κάνουμε, ή να μας κάνουν να νιώθουμε ένοχοι. Απλά βρίσκονται εκεί, από γενιά σε γενιά.

Μνήμη Γιώργου Β. Μακρή

Κοινοποίηση σε: Χρήστο Χρυσόπουλο και Βομβιστή του Παρθενώνα

Συνοδευτικό άκουσμα: Julian Cope – Bill Drummond Said (Fried LP, 1984)

08
Ιαν.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 16

 

Andres Trapiello, Mania (2008)

16 μορφές μανίας και άλλες τόσες απόκρυψής της. Το προαιώνιο ερώτημα παραμένει: οι μάσκες κρύβουν το πρόσωπό μας ή το αποκαλύπτουν οριστικά;

06
Ιαν.
11

Σώτη Τριανταφύλλου – Ο χρόνος πάλι

Συχνά νιώθω σαν εργαστήριο ανακύκλωσης: είμαι πεπεισμένη πως όσα βλέπω, ακούω, διαβάζω, μυρίζω και αισθάνομαι τα έχουν δει, ακούσει, διαβάσει, μυρίσει και αισθανθεί άλλοι πριν από μένα· τα έχουν αγγίξει· καμιά φορά, τα έχουν κρατήσει με τόση δύναμη για τόσο πολύ καιρό ώστε κείτονται ολόγυρά μου φθαρμένα, ξεφτισμένα και άχρηστα. (…) Όλα έχουν ειπωθεί, όλα έχουν γραφτεί· ο κόσμος δεν με χρειάζεται, είμαι περιττή, έχω βαθιά επίγνωση της ασημαντότητάς μου. (…) Αν δεν γελούσα τόσο εύκολα μπροστά στο παράλογο του κόσμου, ίσως να πετύχαινα περισσότερο στην τέχνη της μυθοπλασίας: αλλά, όπως και τότε, έτσι και τώρα δεν παίρνω τίποτα στα σοβαρά. (σ. 228, 229)

Violently happy
Η Σώτη Τριανταφύλλου γεννήθηκε εκστατικά ευτυχισμένη. Η χαρά της ήταν προσβλητική, η φιλαρέσκεια της άσεμνη. Αγαπούσε την καλή ζωή, τη ζωή. Θυμάται τον εαυτό της να χορεύει με το τρανζίστορ στο αυτί, να τραγουδάει και να πέφτει από τα γέλια στο πάτωμα. Και είναι γνωστό τι αντιδράσεις προκαλούν η ευτυχία, η αυτάρκεια και ο ενθουσιασμός. Τι επικίνδυνο ζώο: χορεύει. Ο όρος καλοπέραση προφέρεται με ειρωνεία, με απόχρωση υποτιμητική. Οφείλεις να υποφέρεις όπως οι άγιοι της ιουδαϊκοχριστιανικής θρησκείας. Παρότι απαγορευόταν η ευτυχία, η αποτυχία ήταν εξίσου απαράδεκτη: η διαφορά ανάμεσα στον ονειρεμένο και στον πραγματοποιημένο στόχο όφειλε να ισούται με μηδέν.

Φυσικά το «σπίτι» αποτελεί τον πρώτο αντιδραστήρα μιας τέτοιας ξεδιάντροπης αυτάρκειας. Η δική της οικογένειά της στην καλύτερη περίπτωση υπήρξε «κοσμοβριθές τρελοκομείο», το οικογενειακό τραπέζι μια πολεμική ζώνη (μάζωξη φυλής, παράταξη στρατευμάτων), η ζωή στο σπίτι ένα είδος στρατιωτικής θητείας που τελείωνε με λιποταξία ή τρελόχαρτο. Η μητέρα ανησυχούσε για το σώμα της και το στόμα της, ο πατέρας (που «η ολοκληρωτική και χωρίς όρους ένταξη στο ΚΚΕ τον είχε μετατρέψει σε γελοιογραφία») αγόραζε ανατολικοευρωπαϊκά προϊόντα χαμηλών προδιαγραφών (κατά καιρούς όλα στο σπίτι ήταν χαλασμένα) και στο τέλος πέθανε λυπημένος και γεμάτος αμφιβολίες χωρίς φίλους, μόνο με συντρόφους, και δη πρώην.

Sex, books and rock’n’roll
Δεν αναγνωρίζω καμιά πατρίδα· θα ήμουν ευτυχισμένη αν μπορούσα να κινούμαι πάνω από τα σύνορα χωρίς διαβατήριο, ταυτότητα, άδεια οδήγησης. Πατρίδα μου είναι η αγγλική και η ελληνική γλώσσα· το ροκ εντ ρολ· (…) δε μπορώ να τα αραδιάσω όλα· δεν φτάνει το χαρτί και ο χρόνος. Η πατρίδα, όπως γίνεται αντιληπτή από άλλους, συνεπάγεται αίσθημα εγκλωβισμού· η ξενιτειά αίσθημα απεραντοσύνης.

Ο Κίγκεργκαρντ όμως είχε ήδη ονομάσει το συναίσθημά της, είχε ήδη εξηγήσει την ατομιστική της τάση στην οποία επέμενε κι ας την έκανε και την κάνει αντιπαθητική: δεν θα γίνω μέλος ενός είδους, δεν θα «ανήκω» πουθενά. Το μόνο που ήθελε ήταν να είναι «ελεύθερη μέσα στον κόσμο» και να ζήσει μια μικρή ζωή φτιαγμένη από βιβλία, βινύλια και φιλιά. Η βιβλιοθήκη ενός κομμουνιστή ο οποίος ευτυχώς μπέρδευε την σοβιετοφιλία με την ρωσοφιλία ήταν μια καλή αρχή. Η αγάπη για τα βιβλία υπερέβαινε τα σύνορα των πολιτικών ιδεών και στον Αστερίξ βρίσκονταν οι απαντήσεις για όλα τα προβλήματα της ζωής.

Για τι άλλο να ζει κανείς; Για τη θρησκεία; Μα η θρησκεία, φρονούν οι άθεοι σαν εμένα, είναι σαν τις πυγολαμπίδες: για να λάμψει χρειάζεται το σκοτάδι. Και μπορεί να της άρεσαν τα παραληρηματικά, πολυαίμακτα πολυσέλιδα αναγνώσματα, άρα και τα βιβλικά, αλλά πάντα απορούσε πώς κάποιος μπορεί να τα αγιοποιεί, να τα ανάγει σε ηθικό κώδικα. Οι κομμουνιστές πάλι προτιμούσαν την προσωπολατρία. Κινεζόφιλοι, σοβιετόφιλοι, ρουμανόφιλοι, τροτσκιστές της φαίνονταν εν δυνάμει πολιτικοί εγκληματίες: ήταν πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν εναντίον των τυράννων τα μέσα των τυράννων.

Μια ζωή γεμάτη λογοτεχνία, μια ζωή λογοτεχνία. Το Μόντοκ του Μαξ Φρις της φαίνεται πως μιλάει για την ίδια και τον τρόπο με τον οποίο βλέπει την ιδιωτική ζωή, ενώ διαβάζοντας τις Οικείες απιστίες (Intimacy) του Χανίφ Κιουρέισι αναφωνεί πόσο σε ξέρω Χανίφ, χωρίς να σε ξέρω. Φτιάχνει στιγμιαίες λίστες με τις δικές της λογοτεχνικές κορυφές: Μπόουλς, Χάρντυ, Ντάρρελ, Λόουρυ, αλλάζουν λίγο μετά με Πεσσόα, Μπέρνχαρντ, ΝτεΛίλλο, Βόννεγκατ, Έιμις. Μέσα η Ατίμωση του Κούτσι για την οποία γράφτηκαν πολλά αλλά όχι αρκετά, ο υποτιμημένος Μπελ, οι Γκριν και Μοράβια που θεωρούνται «ελαφροί» αλλά δεν είναι, οι συγγραφείς του αμερικάνικου νότου: Γιουντόρα Γουέλτυ, Φλάννερυ Ο’ Κόννορ, Κάρσον ΜακΚάλλερς. Δεν ξεχνάει κορυφαίους ξεχασμένους: τον Βαρλάμ Σαλαμόφ, τον Αλέξανδρο Κερένσκυ.
Η πλουσιότερη πηγή έμπνευσης είναι το ατέρμονο χρονικό της ανθρώπινης απώλειας αυτό που ο Τόμας Γουλφ ονόμαζε «πικρή μαγεία της ζωής» . Αδιάφορη την αφήνουν οι υπερτιμημένες Ντιράς και Μέρντοχ, οι Μαν και Σαρτρ που ίσως δεν αντέξουν στο χρόνο και αρκετά με το λογοτεχνικό ψιλολόι, τη γαλλική μικρολογία, τις φράσεις – σαρανταποδαρούσες του Χένρι Τζέιμς, την χωρίς γυναίκες καβάφεια ποίηση, τα λιόδεντρα του Σεφέρη!

H ιστορία της ζωής μου είναι μισός αιώνας ροκ εντ ρολ. Αν δεν υπήρχε το ροκ εντ ρολ θα ήμουν μια άλλη. Δε ξέρω ποια άλλη. Το ροκ εντ ρολ συμβόλιζε μια σκανδαλώδη προσωπική εξέγερση, μια σωτηρία χωρίς τίμημα. Ακόμα κι όταν το ’77 έφυγαν Έλβις και Μπόλαν, εκείνη κράτησε το Easy Rider σακάκι με τα κρόσια κι έμεινε πιστή στον ήχο του Σαν Φρανσίσκο. Αλλά η εμβληματική της χρονιά παρέμεινε το 1970: Moondance, Cosmo’s factory, Gasoline Alley, η θαμπή φωνή του Ρον Στούαρτ. Και το Goodbye Yellow Brick Road ήταν ένας από τους καλύτερους δίσκους της ποπ, και τα 96 tears (? and the Mysterians) και ESP Reader (Kim Fowley) από τα καλύτερα ροκ τραγούδια. Το θέμα ήταν να αποφευχθεί η σταδιακή ολίσθηση από τον Φρανκ Ζάππα στον Φρανκ Σινάτρα. Ζήσε τώρα· αύριο θα σε χτυπήσει ο κεραυνός.

To Cool, calm & collected των Stones περιέγραφε την ψεύτικη ταυτότητά της: εφόσον στην πραγματικότητα διατελούσε έμφοβη και πανικόβλητη, διαβάζοντας Σιοράν, Μισίμα, Παβέζε, Μαγιακόφσκυ, Κρέιν – εισχωρούσε δηλαδή στην λέσχη των αυτοχείρων. Η αυτοκτονία αναβαλλόταν για πρακτικούς λόγους και για λόγους αναμονής, εφόσον τα πράγματα θα μπορούσαν να χειροτερεύσουν κι άλλο. Αφιερώνει τη Φτωχή Μάργκο στους Los Lobos, αλληλογραφεί με τον Ντέιβιντ Κρόσμπυ που βρίσκεται σε τεξανική φυλακή. Και νομίζει πως έγραψε το Εργοστάσιο των μολυβιών για το πώς είναι να ζεις σε ασυμφωνία με όλους.

Leftfield
Στο κείμενο «Η ανεπανόρθωτη ενοχής της αριστεράς» που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντί το 1990 και αναδημοσιεύεται εδώ, η συγγραφέας κατακρίνει το κομμουνιστικό κίνημα (ή, καλύτερα την κομμουνιστική ακινησία) που δυσφημεί την αριστερή ιδεολογία, κομματικούς ηγέτες – ομοιώματα σταλινοειδών, τα στελέχη που αναδείχτηκαν μέσα από τις πιο προσβλητικές διαδικασίας, αρχηγούς, μέλη και οπαδούς που είναι δεξιοί τόσο από πολιτική όσο και από πολιτιστική άποψη. Δεν συνδέσαμε ποτέ το πολιτικό μας όνειρο με το βαναυσούργημα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ο αληθινός σοσιαλισμός απλώς δεν υπήρξε ποτέ, αν και στο όνομά του τα καλύτερα παιδιά εξοβελίστηκαν στο πυρ το εξώτερο, με παράλληλη απαίτηση αυτοθυσίας και «παλληκαριάς». Αλλά πώς να συμφιλιωθείς με τόσες αυταπάτες; Αυτό είναι που (την) εξόργιζει περισσότερο: η εθελοτυφλία του κομμουνιστή, η παθητική συνέργεια, τα κλειστά μάτια. Κι ας αφιερώνει εδώ ένα γεμάτο κείμενο στον Πάμπλο Νερούντα.

Στην θλιβερή πραγματικότητα των ελληνικών 70s όταν κάποιος δεν έπινε ή δεν κάπνιζε, όπως εκείνη, θεωρούνταν χάρτινος μικροαστός. Το 1975 ζούσαμε πάλι σε κλίμα εμφυλίου: ήταν απαραίτητο να «ανήκεις» κάπου, οπουδήποτε. Οι γυναίκες έμοιαζαν με μάνες – άλλωστε αυτό προορίζονταν να γίνουν. Στη Φυσικομαθηματική δεν γίνονταν μαθήματα αλλά στήνονταν καβγάδες, δήθεν πολιτικοί – στις καταλήψεις δεν τολμούσες να αντιμιλήσεις (δεν ήξεραν τι είναι δημοκρατία, ούτε σκόπευαν να μάθουν). Οι έλληνες φοιτητές, μια φυλή απολίτιστη, όταν δεν καθυβρίζονταν για θέματα διεθνούς πολιτικής και απώτερης Ιστορίας ξημεροβραδιάζονταν στα καφενεία με φραπέ και τάβλι, δεν μάθαιναν τίποτα και μετά το πτυχίο προσδοκούσαν μια ήσυχη δουλίτσα. Το ελληνικό φοιτητικό κίνημα μετά το ’74 ήταν η συμμόρφωση: η οριστική προσχώρηση στον πουριτανισμό. Επανάσταση ναι, αλλά υπό όρους: πατρίς, θρησκεία, οικογένεια. Μη μου λες για τι είσαι έτοιμος να πεθάνεις, πες μου για τι είσαι έτοιμος να ζήσεις.

Η Σώτη Στις Πόλεις
Μεγάλο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται στις πόλεις, βιωμένες και μη. Στη Νέα Υόρκη του 1982 οι φίλες της ψάχνουν για σύζυγο, εκείνη κάποιον για να χορεύει μαζί της. Μένει στο Άλφαμπετ Σίτυ, δυο τετράγωνα πιο πέρα από τον Θέρστον Μουρ (Sonic Youth) – άρα βλέπουν το ίδιο Κακό Φεγγάρι ν’ Ανατέλλει από το ίδιο παγκάκι του πάρκου. Στο Ντιτρόιτ ακούει «Σειρήνες που ουρλιάζουν μες στη βραδινή μελαγχολία» από άλλον αγαπημένο δίσκο, το Aladdin Sane. Στο Μπρονξ βλέπει πως ο ρομαντικός καθηγητής που τιθασεύει την απείθαρχη τάξη δεν υπάρχει – όμως το προσπαθεί για τρία χρόνια. Νωρίτερα στο Παρίσι κατοικοεδρεύει στις βιβλιοθήκες και ζει ένα Χρονικό των φτωχών εραστών. Αλλά πώς να αγνοηθούν η αγγλική εξοχή, οι κοιλάδες του Σερ Γουόλτερ Σκοτ, τα κάστρα του Σέφφιλντ, οι τυχοδιώκτες του Θάκερεϋ, ο Μπάρρυ Λύντον, Μπλέικ, Γέιτς, Λόρενς, Χιουζ, οι γκρίζες βιομηχανικές πόλεις;

Ταξιδεύοντας χάνεις τις αυταπάτες σου. Δεν ξέρω τι κερδίζεις: ίσως ένα είδος ταπεινότητας· τη συναίσθηση ότι σφάλλεις διαρκώς, κι ότι όλα – οι πόλεις, οι αυτοκινητόδρομοι, τα ποτάμια, οι άνθρωποι· κυρίως οι άνθρωποι – σου διαφεύγουν. Ταξιδεύοντας κανείς δεν είναι ευχαριστημένος από τον εαυτό του: η ήσυχη συνείδηση είναι συνήθως αποτέλεσμα αμνησίας («Ντιτρόιτ», σ. 175). Τριγύρισμα στη Βρώμικη Λεωφόρο του Λου Ριντ, στους χωματόδρομους όπου σκουριάζουν οι παλιές Ντοτζ των σερίφηδων, στη μαγική λατέρνα του Λος Άντζελες, στην Καλιφόρνια με τους αργοπορημένους χίππις και τους γερασμένους καουμπόυς. Κανείς δεν μας αναζητούσε, κι αν μας αναζητούσε δεν θα μας έβρισκε. Η Route 66 γίνεται το τελευταίο της μεγάλο ταξίδι: όχι επειδή κουράστηκε κουραστεί αλλά επειδή είχε ξεκουραστεί.

Γκράφιτι
Οι άλλοι θέλουν να βρισκόμαστε μαζί στην ίδια κατάσταση, να ισορροπούμε στο όριο της δυστυχίας. Οι περισσότεροι από μας δεν αξίζουμε την αφοσίωση κανενός. Δεν χρειάζεται να ενοχοποιούμε τον εαυτό μας: γι’ αυτό, φροντίζουν οι άλλοι. Κανείς δεν μπορεί να μας καταστρέψει εκτός από τον ίδιο μας τον εαυτό. Άσκοπη περιπλάνηση [λένε] – αλλά κάθε τι μπορεί να θεωρηθεί άσκοπο. Τα ψέματα είναι μια μορφή καλοσύνης, μας προστατεύουν από αβάσταχτα γεγονότα. Στην Ελλάδα μπορείς να εκφράζεις τη γνώμη σου, αρκεί να είναι σωστή, αρκεί να συμφωνούμε μαζί σου. Όταν συμφωνείς είσαι στα καλά σου, όταν εναντιώνεσαι είσαι επικίνδυνη και για δέσιμο. Όταν ο άνθρωπος βλέπει με τα δικά του μάτια, τον χαρακτηρίζουν αιρετικό.

Auto – strada
Στο θεατρικό έργο της ζωής μας θα έπρεπε να δικαιούμαστε όχι μόνο μια δεύτερη πράξη, σαν εκείνη που σχολιάζει ο Φ.Σ. Φιτζέραλντ μιλώντας για τον αμερικανικό τρόπο ζωής, αλλά μια δεύτερη ζωή, ώστε να τα κάνουμε όλα διαφορετικά. Άλλωστε η μοναδική διαφορά ανάμεσα στην κωμωδία και στην τραγωδία είναι το πού αποφασίζεις να βάλεις την τελεία. Ας πέσει το βάρος στον «αισθητικό» όχι στον «ηθικό» άνθρωπο: εκείνον που χρησιμοποιεί όλα τα δυνατά τεχνάσματα για να μετατρέψει την καθημερινή ανία σε ποίηση και τη βαθύτερη απελπισία στην πιο ακλόνητη ελπίδα.

Είμαι αποτυχημένη συγγραφέας αλλά επιτυχημένη αναγνώστρια. Άρα μπορεί να μιλήσει γι’ αυτό στο οποίο λέει πως αποτυγχάνει, για την τέχνη της μυθοπλασίας. Στο άλλο άκρο βρίσκεται η autofiction: το καταφύγιο του συγγραφέα – απατεώνα που ασχολείται με τον εαυτό του και πιστεύει πως ό,τι γράφει είναι βαρυσήμαντο, βαθυστόχαστο, μπαίνει δε σε πειρασμό να μεταδώσει όλη αυτή την πολύτιμη πείρα σε εργαστήριο δημιουργικής γραφής όπου συμμετέχουν αποκλειστικά γυναίκες. Το κλειδί της αποτυχίας είναι να θέλεις να αρέσεις σε όλους διαρκώς.

Και κάπως έτσι, με σύντομα ή μακρύτερα κομμάτια, ψήγματα και αποσπάσματα μιας ζωής (έξω ή μέσα στο κεφάλι) αποχωρούμε από μια «κουζίνα» που μας αφορά, ανεξάρτητα από την άποψή μας απέναντι στην μυθοπλασία της, παίρνοντας και 4 διηγήματα από παλαιότερες συλλογές. Και την αφήνουμε πιστή στο μπητνικό: Υπάρχει κι άλλο, υπάρχει παρακάτω…ο δρόμος δεν τελειώνει πουθενά…

Εκδ. Πατάκη, [Η κουζίνα του συγγραφέα, 9], 2009, σελ. 382, με 24σέλιδο φωτογραφιών.

Πρώτη δημοσίευση: (εκτός του κομματιού «Leftfield») εδώ. Στις «άλλες» φωτογραφίες ένας πιστός λογοτεχνικός και μουσικός σύντροφός της αντίστοιχα: Μαξ Φριτς, Βαν Μόρρισον.

05
Ιαν.
11

Anderson / Wakeman – The Living Tree (Voiceprint, 2010)

 

Υπήρξα τέκνο των 80s, συνεπώς η γνωριμία μου με τον Jon Anderson δεν έγινε από τους Yes (τους οποίους άλλωστε εκπαιδευτήκαμε να απορρίπτουμε ως δεινοσαύρους του τεχνορόκ των 70s) αλλά μέσω εκείνου του ιδιαίτερα ενδιαφέροντος και μάλλον παραγνωρισμένου διδύμου με τον Vangelis (Παπαθανασίου). Το The Friends of Mr Cairo υπήρξε ένας από τους πρώτους δίσκους που αγόρασα, μια απροσδόκητη συναστρία δυο μουσικών από διαφορετικούς κόσμους – ή έτσι μου φαινόταν τότε. Η μετρονομημένη, κρυφά επική μουσική του ενός προσπαθούσε να τιθασεύσει την ανάλαφρη, ξεφεύγουσα φωνή του αλλουνού. Θα έλεγα πως εκείνη η συνεργασία ίσως ήταν η καλύτερη στιγμή του αν και για πολλούς δύσκολα αντιπαραβάλλεται με το μέγεθος των Yes (που πάντα μου φαίνονταν υπερβολικά φλύαροι – απ’ όλη την progressive φουρνιά πρώτης γραμμής προτιμούσα το πιο παραμυθένιο χάσιμο των Moody Blues).

O Anderson συνέχισε όλα αυτά τα χρόνια να συνεργάζεται με δίδυμες μουσικές ψυχές αλλά πρώτη φορά μουσικολογεί αποκλειστικά με τον Rick Wakeman (χωρίς βέβαια να συμπεριληφθούν οι δίσκοι των Yes αλλά και οι δυο κυκλοφορίες ως τετράδας μαζί με τους Bruford και Howe). Περιττό να πούμε πως ο δεύτερος αναλαμβάνει πιάνο, πλήκτρα, έγχορδα, φλάουτα, όλα για την φωνή του χρόνιου φίλου του. Το αποτέλεσμα είναι ένα ηρεμιστικό, αρμονικό songbook, με τραγούδια που μοιάζουν να υπακούουν σε μια φυσική ροή και να κυλάνε το ένα μετά το άλλο, σαν ένα φυσικό τοπίο που δεν έχει πολλές εναλλαγές αλλά ανεπαίσθητες μεταβολές που αναδεικνύουν την ουσία του. Κανένα τραγούδι δεν στέκεται πάνω απ’ τα υπόλοιπα, όπως και κανένα δεν φιλοδοξεί να σφυριχτεί στο δρόμο ή στο πρωινό ξύπνημα – αν και τα ομότιτλα κι ένα δυο ακόμα ξεχωρίζουν κατά τι.

Φυσικά το αποτέλεσμα οφείλει πολλά στην αγγελική, απόκοσμη φωνή του Anderson, που αναγνωρίζεις ανάμεσα σε χίλιες, που δεν μπερδεύεις με καμία άλλη. Ο δίσκος αποτελεί ένα βαθιά προσωπικό και πνευματικό concept album, με επίκεντρο τον «Κήπο» (“The Garden”), έναν ιδεατό φιλοσοφημένο χώρο φιλοσοφίας και γαλήνης που τον θεράπευσε όταν το 2008 βρέθηκε πολύ κοντά στον θάνατο, από οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια, που την ακολούθησε μακρά νοσηλεία. Ο Jon δεν μπορούσε να τραγουδήσει για 6 μήνες – απλώς ζωγράφιζε ή άκουγε και παρακολουθούσε τη φύση. Συνεχίζεται δηλαδή εδώ το πολύχρονο θεματολογικό ενδιαφέρον του σε θέματα της φύσης, του πλανήτη, της ψυχικής σύνδεσης με την γη, της γαλήνης με τον εαυτό.

H δημιουργία του Living Tree ήταν, όπως πλέον σε πολλές περιπτώσεις, τρανσατλαντική: ο Wakeman έστελνε μουσική από το ένα άκρο της θάλασσας κι ο Anderson άρχιζε να τραγουδά πάνω της, συχνά μάλιστα χωρίς να ακούει ολόκληρο το κομμάτι αλλά μόνο τις πρώτες νότες. Οι στίχοι γράφονταν με τον ίδιο τρόπο, με την «έναρξη» της φωνητικής έκφρασης, στην πρώτη ακρόαση. O J. εδώ και μια επταετία εργάζεται έτσι, με ανθρώπους από παντού στον κόσμο. Η τελική εννιάδα επιλέχτηκε από ένα πολύ μεγαλύτερο κατάλογο κομματιών, ενώ το αρχικό πλάνο περιελάμβανε και ορισμένα κομμάτια των Yes παιγμένα αλλιώς, που ήδη παίχτηκαν σε κοινή τουρ (Anderson/Wakeman Project 360).

Από την Αγγλία ο Rick, από τις ΗΠΑ ο Jon συναντιούνται στην κορυφή ενός προσωπικού διηπειρωτικού αγωνίσματος με μουσική ιδανική για περισυλλογή και αποκάθαρση των εντάσεων. Όσο κι αν ο κυνισμός μέσα μου με τραβάει μακριά από τέτοιες ηρεμισμένες μουσικές και πολυφορεμένες θεματικές, δεν μπόρεσα να μη σταθώ λίγο εδώ, να ακούσω τον δίσκο πολλές φορές και να μου φανεί σαν βάλσαμο μέσα στην φρικιαστική φετινή κακοφωνία.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

03
Ιαν.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 80

Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Το ζωντανό πόδι, εφημ. Ελευθεροτυπία 25.9.1994 (και στο: Πάλι κεντάει ο στρατηγός, εκδ. Καστανιώτη, 1996) 

O Μονοκύλινδρος μετά το ατύχημα δεν παραπονέθηκε ποτέ, δεν αποθαρρύνθηκε, δεν άλλαξε καθόλου συμπεριφορά. Συνεχίζει πάντα να είναι ο ίδιος και χειρότερος, οδηγάει μηχανάκια και μηχανές όλο και μεγαλύτερες, όλο και περισσότερων κυβικών. Λίγο καιρό μετά τον ακρωτηριασμό άρχισε να εκπαιδεύεται κι έφτασε, ενώ περνάει καβάλα στην «HONDA» του δίπλα από σκουπίδια, ν’ απλώνει το ξύλινο πόδι και, με μια κυκλική, αριστοτεχνική κίνηση, να μαγκώνει τις μαύρες, γεμάτες σακούλες και να τις πετάει ψηλοκρεμαστά πίσω, καταπάνω στα αυτοκίνητα που έρχονται – μια φορά πάει να δοκιμάσει το ίδιο κόλπο με το γερό πόδι, πέφτει πάνω σε σακούλα γεμάτη  μάρμαρα και σπάει και το πόδι το καλό.

Πριν από τρεις μήνες περίπου, μεθυσμένος, καβάλησε το πεζοδρόμιο και μπήκε μέσα στο ζαχαροπλαστείο «ΗΒΗ», εδώ παρακάτω, κατέβασε ολόκληρη τη βιτρίνα, μπουκάρισε με τη μηχανή μες τα ψυγεία κι αιμόφυρτος απ’ τα σπασμένα τζάμια σωριάστηκε στο δάπεδο, τρέχει ένα γκαρσόν, του λέει με αγωνία: «Πώς είσαι, είσαι καλά;»

«Μια χαρά είμαι», απαντάει ο Μονοκύλινδρος, μέσα στα αίματα, «φέρε μου ένα προφιτερόλ» (…)

Ξεκινάει αναστατωμένος και απρόσεκτος, οδηγώντας τη μηχανή με το ένα χέρι και κοιτάζοντας, σκυμμένος, το πόδι του (…) κάνει μερικά ζιγκ ζαγκ και στα εκατό μέτρα γλιστράει η «HONDA» πλάγια και ο Μονοκύλινδρος πέφτει κάτω, του φεύγει το ξύλινο πόδι μαζί με το παπούτσι, σέρνεται για καμιά εικοσαριά μέτρα στην άσφαλτο και πάει στριφογυρίζοντας μόνο του και σταματάει στο κέντρο της διασταύρωσης. Είναι ένα σωρό κόσμος γύρω που κοιτάζει άναυδος, ανατριχιάζοντας, το πόδι, όλοι νομίζουν ότι είναι ζωντανό και κόπηκε με το πέσιμο – σηκώνεται ψύχραιμα ο Μονοκύλινδρος και, χοροπηδώντας χαρωπά με το καλό πόδι, σαν να παίζει κουτσό, πάει, μαζεύει το ψεύτικο και το ξαναφοράει άνετα φωνάζοντας «μη φοβάστε, παιδιά, ταινία γυρίζουμε».

Μνήμη Νάσου Θεοφίλου

01
Ιαν.
11

2010/10 [Ανασκόπηση]

Τραγούδια
1. Get Well Soon – 5 steps 7 words
2. John Grant – TC and Honeybear
3. I Am Kloot – Northern Skies
4. Damien Jurado – Cloudy Shoes
5. Hugo Race – Coming Over
6. Teenage Fanclub – Baby Lee
7. The Acorn – Crossed Wires
8. The Midnight Juggernauts – This New Technology
9. The Walkmen – Stranded
10. Underworld – Scribble

Δίσκοι
1. Beach House – Teen Dream
2. Blood Axis – Born Again
3. Coral – Buttefly House
4. Alexander Hacke & Danielle De Picciotto – Hitman’s Heel
5. Larrnakh – Now, Will You Believe
6. Micah P. Hinson & The Pioneer Saboteurs – St
7. Josh Ritter – So Runs The World Away
8. The Radio Dept – Clinging To A Scheme
9. Yann Tiersen – Dust Lane
10. World’s End Girlfriend – Seven Idiots

Ξένη πεζογραφία
1. Γκαλεάνο Εντουάρντο– Καθρέφτες. Μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία [Πάπυρος]
2. Γκρούνμπεργκ Άρνολντ – Τίρζα, η βασίλισσα του ήλιου [Καστανιώτης]
3. Ινφάντε Γκιγιέρμο Καμπρέρα – Τρεις ταλαίπωρες τίγρεις [Τόπος]
4. Κάρβερ Ρέιμοντ – Αρχάριοι [Μεταίχμιο]
5. Λοτζ Ντέιβιντ – Ανήκουστος βλάβη [Bell]
6. Μπάλαρντ Τζέι Τζι – Θαύματα της ζωής. Αυτοβιογραφία [Οξύ]
7. Συλλογικό – Γοτθικές Ιστορίες από Βικτoριανές Συγγραφείς [Ars Nocturna]
8. Τραπέγιο Αντρές – Μέρες και νύχτες. Το ημερολόγιο του Χούστο Γκαρθία Βάγιε [Πόλις]
9. Τσιόλκας Χρήστος – Νεκρή Ευρώπη [Printa]
10. Χόρνμπυ Νικ – Η Τζούλιετ γυμνή [Πατάκης]

Ελληνική πεζογραφία
1. Αξιώτης Διαμαντής – Λάθος λύκο [Κέδρος]
2. Γρηγοριάδης Θεόδωρος – Ο χορευτής και ο δερβίσης [Πατάκης]
3. Γουδέλης Τάσος – Η παρουσία [Κέδρος]
4. Καβανόζης Κώστας – Του κόσμου ετούτου [Κέδρος]
5. Κολλιάκου Δήμητρα – Η αρρώστια των βουνών [Πατάκης]
6. Νικολαΐδου Σοφία – Απόψε δεν έχουμε φίλους [Μεταίχμιο]
7. Ξυλούρη Μαρία – Rewind [Καλέντης]
8. Σερέφας Σάκης – Θα σε πάρει ο δρόμος [Κέδρος]
9. Συλλογικό – To βιβλίο του κακού [Μαγικό Κουτί]
10. Χρυσόπουλος Χρήστος – Ο βομβιστής του Παρθενώνα [Καστανιώτης]

Μικτό Δοκίμιο
1. Βλαβιανός Χάρης – Χρυσόπουλος Χρήστος – Το διπλό όνειρο της γραφής [Πατάκης]
2. Γουίλσον Τζόναθαν – Αντιστρέφοντας την Πυραμίδα. Η ιστορία του ποδοσφαίρου, των τακτικών και των συστημάτων του [Polaris]
3. Ελευθεράτος Διονύσης – Εξουσία, τι μπάλα παίζεις; [Τόπος]
4. Θέμπρον Κόλιν – Στη σκιά του Δρόμου του Μεταξιού [Πάπυρος]
5. Ίγκλετον Τέρρυ – Κείμενα για τη ζωή, την ποίηση, την πολιτική [Το Πέρασμα]
6. Μπόρχες Χόρχε Λουίς – Σάμπατο Ερνέστο – Διάλογοι [Printa]
7. Ντεμπρέ Ρεζί– Οδοιπορικό στις χώρες της Βίβλου [Πόλις]
8. Συλλογικό – Η τέχνη της γραφής [Τόπος]
9. Συλλογικό – Η Ελλάδα στη δεκαετία του ’80 [Το Πέρασμα]
10. Χίτσενς Κρίστοφερ – Ο Θεός δεν είναι μεγάλος. Πώς η θρησκεία δηλητηριάζει τα πάντα [Scripta]

Όπως πάντα η σειρά είναι αλφαβητική, ενώ στη λίστα των τραγουδιών ευνόητα δεν περιλαμβάνονται κομμάτια από την λίστα των δίσκων. Περιλαμβάνονται και οι 2-3 τελευταίοι μήνες του 2009. Πρώτη δημοσίευση στο σχετικό Αφιέρωμα – Ανασκόπηση του 2010 του Mic.gr εδώ.

Η λίστα κατασκευάστηκε εν πλω, χωρίς καμία γραπτή βοήθεια, σκονάκι, ημερολόγιο ή ό,τι άλλο. Γι’ αυτό και ξεχάστηκαν άλλα τόσα αλλά δεν έχει σημασία: ό, τι βρήκαμε άξιο παρουσίασης, θα παρουσιαστεί με τον γνωστό μας τρόπο. Ευχές για ηδονικές αναγνώσεις και γραφές.

Στις φωτογραφίες: Damien Jurado, World’s End Girlfriend, Eduardo Galeano, Χρήστος Χρυσόπουλος (φωτ. Κώστας Ισιδώρου), Regis Debray.




Ιανουαρίου 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Blog Stats

  • 1.035.362 hits

Αρχείο