Αρχείο για Ιανουαρίου 2011

31
Ιαν.
11

Ράινχαρτ Κλάιστ – Johnny Cash

Φυλακές Φόλσομ, αίθουσα εστίασης. Ένας φύλακας της πτέρυγας 3 με αντάλλαγμα ένα τσιγάρο μαρτύρησε το μυστικό σ’ έναν κρατούμενο: εδώ μέσα σε λίγες μέρες θα παίξει ο Τζόνυ Κας. Ελάχιστοι τον πιστεύουν, αλλά τελικά δεν τους φαίνεται απίθανο: Ξέχνα τον Έλβις. Αυτός ο ψευτόμαγκας δεν θα έπαιζε ποτέ εδώ. Ο Κας είναι δικός μας άνθρωπος. Ξέρει πως είναι να περνάς από την κόλαση. Ζει τα τραγούδια του. Έτσι είναι: ο Τζόνυ νιώθει πως είναι να είσαι μέσα, κι ας μην μπήκε ποτέ.

Παιδικά χρόνια σε καλύβα χωρίς θέρμανση και τζάμια, καταρρακτώδεις βροχές, ο φόβος των πλημμύρων, δυο αγαπημένα αδέλφια, σκληρή δουλειά στις οικογενειακές βαμβακοφυτείες: «χωρίς αυτές δεν θα υπήρχε κάντρι μουσική. Το χίλμπιλι, το μπλούγκρας και το ροκαμπίλι έχουν τις ρίζες τους εκεί. Οι εργάτες τους τραγουδούσαν τα γκόσπελ και τα μπλουζ των Hank Williams, Charlie Fethers, Jimmy Rogers». Η γη δεν αποδίδει κι ο Τζόνυ μετακομίζει στο Ντιτρόιτ για να δουλέψει όπως τόσοι άλλοι σε εργοστάσιο αυτοκινήτων. Αλλά η μουσική έχει φωλιάσει μέσα του. Γνωρίζει την Βίβιαν, ψάχνει σπίτι στο Μέμφις, που έχει ακούσει ως Μέκκα της Μουσικής, πιάνει δουλειά στην εταιρεία ηλεκτρικών ειδών Home Equipment Company, γνωρίζει τους μουσικούς του companieros.

Παίζουν, δένουν, κολλάνε. Αναμονή για τον χτύπο του τηλεφώνου αλλά ποιος να τους ψάξει σε μια πόλη που ακόμα και οι οδοκαθαριστές έχουν συγκρότημα; Κι όμως ο πολύς Σαμ Φίλιπς της Sun Records τον δέχεται και μόνο για τα χίλια τηλεφωνήματα που δεχόταν από εκείνο τον επίμονο νέο. Τον ακούει να παίζει Χανκ Σνόου, Κάρτερ Φάμιλι, Τζίμι Ρότζερς: o ακατέργαστος ήχος της μπάντας τον ενδιαφέρει, οι Johnny Cash and The Tennessee Two είναι γεγονός και η τριάδα ξεκινά περιοδεία με μια παλιά Πλύμουθ. Σφαίρα για το Ράιμαν του Νάσβιλ, το ναό της κάντρι, απ’ όπου πέρασαν όλες οι μορφές. Ο Τζόνυ άκουγε από μικρό παιδί την ραδιοφωνική εκπομπή Grande Ole Opry, που ηχογραφούνταν εκεί μπροστά στο κοινό. Εκεί γνωρίζει και την Τζουν Κάρτερ. Βενζεδρίνη, δεξεδρίνη, εκουανίλ, όλες οι αμφεταμίνες για να κρατηθεί ξύπνιος στις νυχτερινές τους οδηγήσεις…Ξέρει τους δρόμους καλύτερα απ’ το σπίτι του. Χωρίς πλάκα, αρκεί να ρίξω μια ματιά απ’ το παράθυρο του λεωφορείου και ξέρω πού είμαι. Ούτε πέντε μίλια έξω δεν πέφτω.

Αρχίζει να παίζει με την Τζουν. Because you’re mine, I walk the line. Ολόκληρη η Αμερική γνωρίζει τα τραγούδια του και δυναμώνει τον ήχο όταν παίζουν στο ραδιόφωνο. Το 1962 στο Κάρνεγκι Χολ αποδίδει φόρο συναυλιακής τιμής στο είδωλό του Τζίμι Ρότζερς, τον «τραγουδιστή των τρένων» και ανεβαίνει στη σκηνή με ρούχα σιδηροδρομικού και το φανάρι που κρατούσαν υποχρεωτικά οι τροχοπεδητές. Δολιοφθορές στα ξενοδοχεία, αμελείς πυρκαγιές – το όνομά του τον γλιτώνει από δικαστικές εμπλοκές. Η Κου Κλουξ Κλαν διαδίδει πως η Βίβιαν είναι έγχρωμη, για να τον δυσφημίσουν στο συντηρητικό κοινό. Ούτως ή άλλως η συμπάθειά του για τις μειονότητες δεν χειροκροτείται απ’ όλους, ενώ από την αντίθετη πλευρά κάποιοι δεν δέχονται το γεγονός πως δεν παίρνει ξεκάθαρη θέση απέναντι στους βρόμικους πολέμους της Αμερικής, παρά τραγουδά για τους εκείνους που της έδωσαν την ζωή του.

Ο Κας έχει φτάσει ήδη τα όριά του. Μια σκιά του μιλάει πίσω απ’ τις κουρτίνες, τον τυφλώνουν τα φώτα της σκηνής, εκτός ελέγχου καρφώνεται με το αυτοκίνητο πάνω σε στύλους. Στο απροχώρητο πηγαίνει στο Nickajack Cave. Του λένε πως το σπήλαιο έχει τόσες πολλές διακλαδώσεις που, αν χαθεί, δεν πρόκειται να βρει την έξοδο. Και απαντάει τότε είναι ό,τι πρέπει. Κάπου μέσα εκεί συνομιλεί με τον νεκρό του αδελφό και βγαίνει λυτρωμένος. Κοίταξες τους δαίμονές σου ίσια στα μάτια, ολομόναχος του λέει η Τζουν, που τον βοήθησε ν’ απαλλαχτεί από τον δαίμονα των εξαρτήσεων (χάπια, αλκοόλ, νικοτίνη) και έμεινε ολόψυχα δίπλα του και δική του.

Θέλω να κάνω κάτι σαν κάντρι όπερα. Με τραγούδια για φυλακισμένους, ανθρακωρύχους, ξυλοκόπους, Ινδιάνους, επαρχιακούς γιατρούς, την αληθινή Αμερική δηλαδή. Η ραχοκοκαλιά του άλμπουμ θα είναι ένα τρένο που θα διασχίζει τη χώρα. Ride this train, φίλε!

Λίγο μετά έρχεται η πρόταση για το λάιβ της φυλακής, με κοινό τα πιο σκληροτράχηλα παιδιά της χώρας. Ο Κας πηγαίνει να παίξει και τρέμουν τα χέρια του – ποτέ δεν είχε τόσο άγχος: ένδειξη απεριόριστου σεβασμού σ’ όλους εκεί μέσα… Ο έγκλειστος που του είχε στείλει ένα κομμάτι σε μαγνητοταινία είχε πει κάποια στιγμή: Ψάχνω την αλήθεια και τη βρίσκω στον ήχο της φωνής του Τζόνυ. Ξέρει καλά πως φυλακισμένος δεν νιώθει κανείς μόνο πίσω από τα κάγκελα. Κι όταν ο Κας τελικά το παίζει μονολογεί: Έτσι λοιπόν είναι η στιγμή που περίμενες όλη τη γαμοζωή σου! Οι τοίχοι του Φόλσομ είχαν τρία μέτρα πάχος αλλά εκείνη τη νύχτα όλοι πέρασαν μέσα τους. Ένα χρόνο μετά θα εμφανιστεί στο κολαστήριο του Σεντ Κουέντιν, για άλλη μια φορά στο αληθινό κοινό του: τους ξεγραμμένους, τους έγκλειστους, τους παρίες.

«Η μπασοβαρύτονη φωνή, η ματιά των ανοιχτών οριζόντων, το πρόσωπο άοπλου προφήτη, η πάντα παρούσα σκιά θλίψης και μελαγχολίας, το βλέμμα αυτού που όλα τα είδε, γεύτηκε, αισθάνθηκε, ο εθισμός στην αγάπη και στη μουσική (εντέλει στην μουσική της αγάπης και στην αγάπη της μουσικής)», όλα είναι ο Τζόνυ Κας, όπως γράφει ο προλογιστής. Κι εγώ πάντα θα θυμάμαι πως ο ίδιος που σπαράζει για τα χτυπήματα της ζωής και τα πληγώματα του έρωτα, είναι ο ίδιος σου προ(σ)φέρει τραγουδιστά τους τρόπους αντοχής και ξεπεράσματός τους.

Εδώ τα πάντα είναι ασπρόμαυρα, στο παλιό κλασικό κόμικς στιλ, ενώ πολλά κάδρα του χαρακώνονται από στίχους τραγουδιών που τραγούδησε ή άκουγε ο Κας. Ο Γερμανός κομικίστας (γενν. 1970) γεννήθηκε κοντά στην Κολονία, ζει στο Βερολίνο, έφτιαξε άλμπουμ για Lovecraft, Elvis, Castro, εικονογράφησε βιβλία των G.J. Ballard και H.C. Artmann, φιλοτέχνησε εξώφυλλα δίσκων (Terrorgruppe, Bear Family Records) και προσόψεις βερολινέζικων κτιρίων. Ιστοσελίδα του εδώ = http://www.reinhard-kleist.de. /Εκδ. Οξύ, 2009, μτφ. Γεωργία Σακάτου (Reihard Kleist – Johnny Cash. I see darkness, 2006).

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, εδώ.

30
Ιαν.
11

η Νόρα…μετά

Θέατρο ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟύ

Χορεύεις για να γεμίσεις την ερημιά και την ακινησία, τραγουδάς γιατί δεν αντέχεις την σιωπή. Μπογιατίζεσαι γιατί δεν αντέχεις τον καθρέφτη. Βρίσκεις την τέχνη για σωσίβιο και κρατιέσαι για να μη σε ρουφήξει ο βυθός…

Η Ιψενική Νόρα τα είχε βροντήξει κι είχε φύγει. Για πάντα; Αν ξαναβλέπαμε τον μύθο της με τα σημερινά μας μάτια, στην καμένη αυτή εποχή των «επαναστατικών αποτυχιών και των υπαρξιακών απογοητεύσεων»; Αν ξαναμπούμε σ’ ένα Κουκλόσπιτο «πειραγμένο» πώς θα είναι η Νόρα τώρα, δηλαδή μετά – θα έκανε το ίδιο;

Να ’την λοιπόν ξανά παγιδευμένη στο Σπίτι. Εύθραυστη, ευάλωτη, εξαρτημένη, ετεροκαθορισμένη. Πάντα ξυπόλητη γιατί είναι αδύνατο να φύγει. Κι ας πρέπει αυτά τα πόδια δεν πρέπει μόνο να χορεύουν αλλά και να μάθουν να κλωτσούν και να φεύγουν. Αλλά με γυμνά πόδια πώς να περπατήσεις; Η λεωφόρος είναι καυτή και τα μονοπάτια γεμάτα τσουκνίδες. Και άλλωστε με τι στηρίγματα, αφού κανόνες, θεοί και ιδέες δεν είναι δικές της, είναι αλλονών. Γύρω της τρεις ανδρικές φιγούρες που καθορίζουν αποκλειστικά την ζωή της: σύζυγος Τόρβαλτ (και δυνάστης και εκπρόσωπος των καθιερωμένων αξιών), γιατρός (και πολιορκητής και τροφοδότης της φιλαρέσκειάς της), πιστωτής (και προσωποποίηση της απειλής) – όλοι συνεχώς παρόντες σε κάθε σκηνή, ακόμα και απόμερα, προβάλλοντες έμμεσα τις δικές τους επιθυμίες. Τι της μένει να κάνει αφού αυτή ποτέ δεν θα γίνει αυτή;

Παραλογισμένη να παίζει και να ξαναπαίζει το ίδιο έργο σ’ ένα pop up σκηνικό, να θεριεύει τους άντρες σε τεράστιες τερατικές μαριονέτες ή να τους τυποποιεί σε φύλλα τράπουλας, αγαπημένο της παιχνίδι μαζί με τα μικρά μοντελικά σπιτάκια που επιπλώνει με ανθρωπάκια προτού τους βάλει φωτιά. Αφού και στο δικό της Κουκλόσπιτο εκείνη αποτελεί έγκλειστο διακοσμητικό στοιχείο. Ένας καθρέφτης και μια κάσκα κομμωτηρίου είναι ό,τι έχει μάθει πως της χρειάζεται. Η ζωή της είναι μια μακέτα παράστασης, κι εκείνη μια μηχανική κούκλα που παίζει με τον εαυτό της κι άλλες κούκλες, μια κούκλα η ίδια για όλους, μια ανθρώπινη καρικατούρα. Μεταιχμιακή διαταραχή προσωπικότητας, κυκλοθυμία, γονίδια, απώλεια μνήμης, διαταραχές ψυχικής οργάνωσης, κρίση ταυτότητας, αυτοκτονικές τάσεις, φόβος εγκατάλειψης, μονολογεί ο γιατρός σε κάθε της φράση. Η μόνη της αταξία είναι μπροστά του να ψιθυρίζει: «να πάνε να γαμηθούνε όλοι τους».

Το Σπίτι έχει ρόλους προδιαγεγραμμένους για τον καθένα. Η Νόρα πρέπει να αποτελεί συζυγική σκιά, οικοκυρά μητρότητας, μηχανή ανατροφής. Μόνο που πιο κάτω από το σάπιο έδαφος των ρόλων υπάρχει δεύτερο ύπουλο υπέδαφος: το σύστημα του προτεσταντικού ασκητισμού. Η αδιάκοπη εργασία ελκύει την θεϊκή εύνοια και γίνεται αυτοσκοπός, το επάγγελμα μετατρέπεται σε ηθική δραστηριότητα και οι ευσυνείδητοι εργάτες εργάζονται για την δόξα του καλού Θεού – όλως τυχαίως με χαμηλά ημερομίσθια. Οι νόμοι της καπιταλιστικής οικονομίας μεταποιούνται σε θεϊκές επιταγές, τη θέση του Ναού καταλαμβάνει η Τράπεζα, οι νόμοι της χρηματοπιστωτικής οικονομίας αντικαθιστούν τις δέκα εντολές. Αλίμονο σε όποιον τους καταπατήσει, και πόσο μάλλον αν είναι γυναίκα… Η παρεκκλίνουσα Νόρα δανείστηκε χρήματα με εγγύηση ένα πλαστογραφημένο ομόλογο για να σώσει τον Τόρβαλτ, ξεπερνώντας τα επιτρεπτά όρια: φερόμενη ως άντρας. Θα υποστεί τις συνέπειες, ποινικές, χριστιανικές αλλά και παγανιστικές εφόσον θα αρνηθεί τη Χάρη αποδεχόμενη την πτώση.

Η Νόρα αποδίδεται με μια συγκλονιστική γλωσσολογία σώματος. Τα γυμνά της πόδια έχουν το δικό τους λεξιλόγιο, το σώμα κινείται διαρκώς χαμηλωμένο, σχεδόν σα να σέρνεται, σα να θέλει απεγνωσμένα να βρει μια δική της ζωτική επικράτεια. Άλλοτε μοιάζει να αιωρείται προς κάθε κατεύθυνση, λες και πασχίζει να πετάξει από έναν αποπνικτικό κόσμο που δεν επέλεξε. Προσπαθώντας στο τέλος να φύγει, βάζει παπούτσια αλλά έχουν όλα καρφιά και την κρατούν στο πάτωμα. Όμως ακόμα κι αν ο Τόρβαλτ της λέει πως έξω δεν υπάρχει τίποτα και πως εδώ μέσα είναι όλα, οικογένεια, ηθική, προορισμός, καθήκον, Θεός, εγώ εκείνη είναι σίγουρη: Το σπίτι δεν με χωράει πια, δεν έχει μέρος να κρυφτώ εδώ μέσα. Έξω η μεγάλη λεωφόρος πυρωμένη από τον ήλιο. Αυτή θα περπατήσω για να μου κάψει τα πόδια, να βγάλω άλλο δέρμα, καινούργιο.

Το άψογο πρόγραμμα της παράστασης περιλαμβάνει ολόκληρο το κείμενο, τις διαφορετικές οπτικές πέντε θεατρολόγων και άλλα κείμενα. Κάπου εκεί διαβάζω πως ο αναρχικός ατομιστής Ίψεν θεωρούσε υπέρτατη αλήθεια της ζωής την ελευθερία και πως όλοι έχουν το δικαίωμα να επαναστατούν ενάντια στους θρησκευτικούς, ηθικούς και κοινωνικούς καταναγκασμούς. Και σκέφτομαι πως αν οι Νόρες, εκείνη και ετούτη, αποτελούσαν μια πρώιμη κραυγή για τα γυναικεία δικαιώματα, σήμερα σφαδάζουν για όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όλες οι πλαστογραφημένες προσωπικότητες πρέπει να ελευθερωθούν και οι πλαστογραφίες μιας ολόκληρης ζωής να λήξουν.

Μτφρ. και δραματουργική επιμ.: Νίκος Καμτσής – Έρικ Λάρσον, Σκηνοθ.: Νίκος Καμτσής, σκην.: Νίκος Καμτσής – Μίκα Πανάγου, Κοστ.: Μίκα Πανάγου, μους.: Χρήστος Ξενάκης, κούκλες – ομοιώματα – ειδικές κατασκευές: Djordje Petrovic, κιν.-χορογρ.: Ναταλία Στυλιανού. / Παίζουν: Μαρλέν Σαΐτη, Νίκος Αλεξίου, Πολύκαρπος Πολυκάρπου, Γιώργος Κροντήρης, Γεωργία Μαυρογεώργη / 100΄ / Πε – Σα: 21:00, Κυ: 19:30 / Κεφαλληνίας 17 & Κυκλάδων, Αθήνα, 210 – 8656004, 8624392 / http://www.topos-allou.gr/.

Δημοσίευση και σε mic.gr.




Ιανουαρίου 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Blog Stats

  • 1.129.064 hits

Αρχείο