Αρχείο για Ιανουαρίου 2011

31
Ιαν.
11

Ράινχαρτ Κλάιστ – Johnny Cash

Φυλακές Φόλσομ, αίθουσα εστίασης. Ένας φύλακας της πτέρυγας 3 με αντάλλαγμα ένα τσιγάρο μαρτύρησε το μυστικό σ’ έναν κρατούμενο: εδώ μέσα σε λίγες μέρες θα παίξει ο Τζόνυ Κας. Ελάχιστοι τον πιστεύουν, αλλά τελικά δεν τους φαίνεται απίθανο: Ξέχνα τον Έλβις. Αυτός ο ψευτόμαγκας δεν θα έπαιζε ποτέ εδώ. Ο Κας είναι δικός μας άνθρωπος. Ξέρει πως είναι να περνάς από την κόλαση. Ζει τα τραγούδια του. Έτσι είναι: ο Τζόνυ νιώθει πως είναι να είσαι μέσα, κι ας μην μπήκε ποτέ.

Παιδικά χρόνια σε καλύβα χωρίς θέρμανση και τζάμια, καταρρακτώδεις βροχές, ο φόβος των πλημμύρων, δυο αγαπημένα αδέλφια, σκληρή δουλειά στις οικογενειακές βαμβακοφυτείες: «χωρίς αυτές δεν θα υπήρχε κάντρι μουσική. Το χίλμπιλι, το μπλούγκρας και το ροκαμπίλι έχουν τις ρίζες τους εκεί. Οι εργάτες τους τραγουδούσαν τα γκόσπελ και τα μπλουζ των Hank Williams, Charlie Fethers, Jimmy Rogers». Η γη δεν αποδίδει κι ο Τζόνυ μετακομίζει στο Ντιτρόιτ για να δουλέψει όπως τόσοι άλλοι σε εργοστάσιο αυτοκινήτων. Αλλά η μουσική έχει φωλιάσει μέσα του. Γνωρίζει την Βίβιαν, ψάχνει σπίτι στο Μέμφις, που έχει ακούσει ως Μέκκα της Μουσικής, πιάνει δουλειά στην εταιρεία ηλεκτρικών ειδών Home Equipment Company, γνωρίζει τους μουσικούς του companieros.

Παίζουν, δένουν, κολλάνε. Αναμονή για τον χτύπο του τηλεφώνου αλλά ποιος να τους ψάξει σε μια πόλη που ακόμα και οι οδοκαθαριστές έχουν συγκρότημα; Κι όμως ο πολύς Σαμ Φίλιπς της Sun Records τον δέχεται και μόνο για τα χίλια τηλεφωνήματα που δεχόταν από εκείνο τον επίμονο νέο. Τον ακούει να παίζει Χανκ Σνόου, Κάρτερ Φάμιλι, Τζίμι Ρότζερς: o ακατέργαστος ήχος της μπάντας τον ενδιαφέρει, οι Johnny Cash and The Tennessee Two είναι γεγονός και η τριάδα ξεκινά περιοδεία με μια παλιά Πλύμουθ. Σφαίρα για το Ράιμαν του Νάσβιλ, το ναό της κάντρι, απ’ όπου πέρασαν όλες οι μορφές. Ο Τζόνυ άκουγε από μικρό παιδί την ραδιοφωνική εκπομπή Grande Ole Opry, που ηχογραφούνταν εκεί μπροστά στο κοινό. Εκεί γνωρίζει και την Τζουν Κάρτερ. Βενζεδρίνη, δεξεδρίνη, εκουανίλ, όλες οι αμφεταμίνες για να κρατηθεί ξύπνιος στις νυχτερινές τους οδηγήσεις…Ξέρει τους δρόμους καλύτερα απ’ το σπίτι του. Χωρίς πλάκα, αρκεί να ρίξω μια ματιά απ’ το παράθυρο του λεωφορείου και ξέρω πού είμαι. Ούτε πέντε μίλια έξω δεν πέφτω.

Αρχίζει να παίζει με την Τζουν. Because you’re mine, I walk the line. Ολόκληρη η Αμερική γνωρίζει τα τραγούδια του και δυναμώνει τον ήχο όταν παίζουν στο ραδιόφωνο. Το 1962 στο Κάρνεγκι Χολ αποδίδει φόρο συναυλιακής τιμής στο είδωλό του Τζίμι Ρότζερς, τον «τραγουδιστή των τρένων» και ανεβαίνει στη σκηνή με ρούχα σιδηροδρομικού και το φανάρι που κρατούσαν υποχρεωτικά οι τροχοπεδητές. Δολιοφθορές στα ξενοδοχεία, αμελείς πυρκαγιές – το όνομά του τον γλιτώνει από δικαστικές εμπλοκές. Η Κου Κλουξ Κλαν διαδίδει πως η Βίβιαν είναι έγχρωμη, για να τον δυσφημίσουν στο συντηρητικό κοινό. Ούτως ή άλλως η συμπάθειά του για τις μειονότητες δεν χειροκροτείται απ’ όλους, ενώ από την αντίθετη πλευρά κάποιοι δεν δέχονται το γεγονός πως δεν παίρνει ξεκάθαρη θέση απέναντι στους βρόμικους πολέμους της Αμερικής, παρά τραγουδά για τους εκείνους που της έδωσαν την ζωή του.

Ο Κας έχει φτάσει ήδη τα όριά του. Μια σκιά του μιλάει πίσω απ’ τις κουρτίνες, τον τυφλώνουν τα φώτα της σκηνής, εκτός ελέγχου καρφώνεται με το αυτοκίνητο πάνω σε στύλους. Στο απροχώρητο πηγαίνει στο Nickajack Cave. Του λένε πως το σπήλαιο έχει τόσες πολλές διακλαδώσεις που, αν χαθεί, δεν πρόκειται να βρει την έξοδο. Και απαντάει τότε είναι ό,τι πρέπει. Κάπου μέσα εκεί συνομιλεί με τον νεκρό του αδελφό και βγαίνει λυτρωμένος. Κοίταξες τους δαίμονές σου ίσια στα μάτια, ολομόναχος του λέει η Τζουν, που τον βοήθησε ν’ απαλλαχτεί από τον δαίμονα των εξαρτήσεων (χάπια, αλκοόλ, νικοτίνη) και έμεινε ολόψυχα δίπλα του και δική του.

Θέλω να κάνω κάτι σαν κάντρι όπερα. Με τραγούδια για φυλακισμένους, ανθρακωρύχους, ξυλοκόπους, Ινδιάνους, επαρχιακούς γιατρούς, την αληθινή Αμερική δηλαδή. Η ραχοκοκαλιά του άλμπουμ θα είναι ένα τρένο που θα διασχίζει τη χώρα. Ride this train, φίλε!

Λίγο μετά έρχεται η πρόταση για το λάιβ της φυλακής, με κοινό τα πιο σκληροτράχηλα παιδιά της χώρας. Ο Κας πηγαίνει να παίξει και τρέμουν τα χέρια του – ποτέ δεν είχε τόσο άγχος: ένδειξη απεριόριστου σεβασμού σ’ όλους εκεί μέσα… Ο έγκλειστος που του είχε στείλει ένα κομμάτι σε μαγνητοταινία είχε πει κάποια στιγμή: Ψάχνω την αλήθεια και τη βρίσκω στον ήχο της φωνής του Τζόνυ. Ξέρει καλά πως φυλακισμένος δεν νιώθει κανείς μόνο πίσω από τα κάγκελα. Κι όταν ο Κας τελικά το παίζει μονολογεί: Έτσι λοιπόν είναι η στιγμή που περίμενες όλη τη γαμοζωή σου! Οι τοίχοι του Φόλσομ είχαν τρία μέτρα πάχος αλλά εκείνη τη νύχτα όλοι πέρασαν μέσα τους. Ένα χρόνο μετά θα εμφανιστεί στο κολαστήριο του Σεντ Κουέντιν, για άλλη μια φορά στο αληθινό κοινό του: τους ξεγραμμένους, τους έγκλειστους, τους παρίες.

«Η μπασοβαρύτονη φωνή, η ματιά των ανοιχτών οριζόντων, το πρόσωπο άοπλου προφήτη, η πάντα παρούσα σκιά θλίψης και μελαγχολίας, το βλέμμα αυτού που όλα τα είδε, γεύτηκε, αισθάνθηκε, ο εθισμός στην αγάπη και στη μουσική (εντέλει στην μουσική της αγάπης και στην αγάπη της μουσικής)», όλα είναι ο Τζόνυ Κας, όπως γράφει ο προλογιστής. Κι εγώ πάντα θα θυμάμαι πως ο ίδιος που σπαράζει για τα χτυπήματα της ζωής και τα πληγώματα του έρωτα, είναι ο ίδιος σου προ(σ)φέρει τραγουδιστά τους τρόπους αντοχής και ξεπεράσματός τους.

Εδώ τα πάντα είναι ασπρόμαυρα, στο παλιό κλασικό κόμικς στιλ, ενώ πολλά κάδρα του χαρακώνονται από στίχους τραγουδιών που τραγούδησε ή άκουγε ο Κας. Ο Γερμανός κομικίστας (γενν. 1970) γεννήθηκε κοντά στην Κολονία, ζει στο Βερολίνο, έφτιαξε άλμπουμ για Lovecraft, Elvis, Castro, εικονογράφησε βιβλία των G.J. Ballard και H.C. Artmann, φιλοτέχνησε εξώφυλλα δίσκων (Terrorgruppe, Bear Family Records) και προσόψεις βερολινέζικων κτιρίων. Ιστοσελίδα του εδώ = http://www.reinhard-kleist.de. /Εκδ. Οξύ, 2009, μτφ. Γεωργία Σακάτου (Reihard Kleist – Johnny Cash. I see darkness, 2006).

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, εδώ.

Advertisements
30
Ιαν.
11

η Νόρα…μετά

Θέατρο ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟύ

Χορεύεις για να γεμίσεις την ερημιά και την ακινησία, τραγουδάς γιατί δεν αντέχεις την σιωπή. Μπογιατίζεσαι γιατί δεν αντέχεις τον καθρέφτη. Βρίσκεις την τέχνη για σωσίβιο και κρατιέσαι για να μη σε ρουφήξει ο βυθός…

Η Ιψενική Νόρα τα είχε βροντήξει κι είχε φύγει. Για πάντα; Αν ξαναβλέπαμε τον μύθο της με τα σημερινά μας μάτια, στην καμένη αυτή εποχή των «επαναστατικών αποτυχιών και των υπαρξιακών απογοητεύσεων»; Αν ξαναμπούμε σ’ ένα Κουκλόσπιτο «πειραγμένο» πώς θα είναι η Νόρα τώρα, δηλαδή μετά – θα έκανε το ίδιο;

Να ’την λοιπόν ξανά παγιδευμένη στο Σπίτι. Εύθραυστη, ευάλωτη, εξαρτημένη, ετεροκαθορισμένη. Πάντα ξυπόλητη γιατί είναι αδύνατο να φύγει. Κι ας πρέπει αυτά τα πόδια δεν πρέπει μόνο να χορεύουν αλλά και να μάθουν να κλωτσούν και να φεύγουν. Αλλά με γυμνά πόδια πώς να περπατήσεις; Η λεωφόρος είναι καυτή και τα μονοπάτια γεμάτα τσουκνίδες. Και άλλωστε με τι στηρίγματα, αφού κανόνες, θεοί και ιδέες δεν είναι δικές της, είναι αλλονών. Γύρω της τρεις ανδρικές φιγούρες που καθορίζουν αποκλειστικά την ζωή της: σύζυγος Τόρβαλτ (και δυνάστης και εκπρόσωπος των καθιερωμένων αξιών), γιατρός (και πολιορκητής και τροφοδότης της φιλαρέσκειάς της), πιστωτής (και προσωποποίηση της απειλής) – όλοι συνεχώς παρόντες σε κάθε σκηνή, ακόμα και απόμερα, προβάλλοντες έμμεσα τις δικές τους επιθυμίες. Τι της μένει να κάνει αφού αυτή ποτέ δεν θα γίνει αυτή;

Παραλογισμένη να παίζει και να ξαναπαίζει το ίδιο έργο σ’ ένα pop up σκηνικό, να θεριεύει τους άντρες σε τεράστιες τερατικές μαριονέτες ή να τους τυποποιεί σε φύλλα τράπουλας, αγαπημένο της παιχνίδι μαζί με τα μικρά μοντελικά σπιτάκια που επιπλώνει με ανθρωπάκια προτού τους βάλει φωτιά. Αφού και στο δικό της Κουκλόσπιτο εκείνη αποτελεί έγκλειστο διακοσμητικό στοιχείο. Ένας καθρέφτης και μια κάσκα κομμωτηρίου είναι ό,τι έχει μάθει πως της χρειάζεται. Η ζωή της είναι μια μακέτα παράστασης, κι εκείνη μια μηχανική κούκλα που παίζει με τον εαυτό της κι άλλες κούκλες, μια κούκλα η ίδια για όλους, μια ανθρώπινη καρικατούρα. Μεταιχμιακή διαταραχή προσωπικότητας, κυκλοθυμία, γονίδια, απώλεια μνήμης, διαταραχές ψυχικής οργάνωσης, κρίση ταυτότητας, αυτοκτονικές τάσεις, φόβος εγκατάλειψης, μονολογεί ο γιατρός σε κάθε της φράση. Η μόνη της αταξία είναι μπροστά του να ψιθυρίζει: «να πάνε να γαμηθούνε όλοι τους».

Το Σπίτι έχει ρόλους προδιαγεγραμμένους για τον καθένα. Η Νόρα πρέπει να αποτελεί συζυγική σκιά, οικοκυρά μητρότητας, μηχανή ανατροφής. Μόνο που πιο κάτω από το σάπιο έδαφος των ρόλων υπάρχει δεύτερο ύπουλο υπέδαφος: το σύστημα του προτεσταντικού ασκητισμού. Η αδιάκοπη εργασία ελκύει την θεϊκή εύνοια και γίνεται αυτοσκοπός, το επάγγελμα μετατρέπεται σε ηθική δραστηριότητα και οι ευσυνείδητοι εργάτες εργάζονται για την δόξα του καλού Θεού – όλως τυχαίως με χαμηλά ημερομίσθια. Οι νόμοι της καπιταλιστικής οικονομίας μεταποιούνται σε θεϊκές επιταγές, τη θέση του Ναού καταλαμβάνει η Τράπεζα, οι νόμοι της χρηματοπιστωτικής οικονομίας αντικαθιστούν τις δέκα εντολές. Αλίμονο σε όποιον τους καταπατήσει, και πόσο μάλλον αν είναι γυναίκα… Η παρεκκλίνουσα Νόρα δανείστηκε χρήματα με εγγύηση ένα πλαστογραφημένο ομόλογο για να σώσει τον Τόρβαλτ, ξεπερνώντας τα επιτρεπτά όρια: φερόμενη ως άντρας. Θα υποστεί τις συνέπειες, ποινικές, χριστιανικές αλλά και παγανιστικές εφόσον θα αρνηθεί τη Χάρη αποδεχόμενη την πτώση.

Η Νόρα αποδίδεται με μια συγκλονιστική γλωσσολογία σώματος. Τα γυμνά της πόδια έχουν το δικό τους λεξιλόγιο, το σώμα κινείται διαρκώς χαμηλωμένο, σχεδόν σα να σέρνεται, σα να θέλει απεγνωσμένα να βρει μια δική της ζωτική επικράτεια. Άλλοτε μοιάζει να αιωρείται προς κάθε κατεύθυνση, λες και πασχίζει να πετάξει από έναν αποπνικτικό κόσμο που δεν επέλεξε. Προσπαθώντας στο τέλος να φύγει, βάζει παπούτσια αλλά έχουν όλα καρφιά και την κρατούν στο πάτωμα. Όμως ακόμα κι αν ο Τόρβαλτ της λέει πως έξω δεν υπάρχει τίποτα και πως εδώ μέσα είναι όλα, οικογένεια, ηθική, προορισμός, καθήκον, Θεός, εγώ εκείνη είναι σίγουρη: Το σπίτι δεν με χωράει πια, δεν έχει μέρος να κρυφτώ εδώ μέσα. Έξω η μεγάλη λεωφόρος πυρωμένη από τον ήλιο. Αυτή θα περπατήσω για να μου κάψει τα πόδια, να βγάλω άλλο δέρμα, καινούργιο.

Το άψογο πρόγραμμα της παράστασης περιλαμβάνει ολόκληρο το κείμενο, τις διαφορετικές οπτικές πέντε θεατρολόγων και άλλα κείμενα. Κάπου εκεί διαβάζω πως ο αναρχικός ατομιστής Ίψεν θεωρούσε υπέρτατη αλήθεια της ζωής την ελευθερία και πως όλοι έχουν το δικαίωμα να επαναστατούν ενάντια στους θρησκευτικούς, ηθικούς και κοινωνικούς καταναγκασμούς. Και σκέφτομαι πως αν οι Νόρες, εκείνη και ετούτη, αποτελούσαν μια πρώιμη κραυγή για τα γυναικεία δικαιώματα, σήμερα σφαδάζουν για όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όλες οι πλαστογραφημένες προσωπικότητες πρέπει να ελευθερωθούν και οι πλαστογραφίες μιας ολόκληρης ζωής να λήξουν.

Μτφρ. και δραματουργική επιμ.: Νίκος Καμτσής – Έρικ Λάρσον, Σκηνοθ.: Νίκος Καμτσής, σκην.: Νίκος Καμτσής – Μίκα Πανάγου, Κοστ.: Μίκα Πανάγου, μους.: Χρήστος Ξενάκης, κούκλες – ομοιώματα – ειδικές κατασκευές: Djordje Petrovic, κιν.-χορογρ.: Ναταλία Στυλιανού. / Παίζουν: Μαρλέν Σαΐτη, Νίκος Αλεξίου, Πολύκαρπος Πολυκάρπου, Γιώργος Κροντήρης, Γεωργία Μαυρογεώργη / 100΄ / Πε – Σα: 21:00, Κυ: 19:30 / Κεφαλληνίας 17 & Κυκλάδων, Αθήνα, 210 – 8656004, 8624392 / http://www.topos-allou.gr/.

Δημοσίευση και σε mic.gr.

29
Ιαν.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 19

 

Julio Cortazar, Hopscotch (1963)

Όλα τετραγωνισμένα, όπως ο κόσμος της λογικής μας. Αλλά αρκεί μια ακανόνιστη υπογραφή και η ανεπαίσθητη κλίση της φωτογραφίας για να αρχίσει αυτή η τετραγωνικότητα να μπάζει…

28
Ιαν.
11

Blood Axis – Born Again (Storm / Tesco, 2010)

 

Ο ορισμός της αναγέννησης ή της μεταμόρφωσης; Ο τίτλος και τα στοιχεία συνηγορούν στο πρώτο, η μουσική ενισχύει το δεύτερο. Το δεδομένο είναι πως ο δίσκος είναι ο δεύτερος «μεγάλος» τους μετά το ντεμπούτο The Gospel of Inhumanity, ύστερα από – όχι δυο, ούτε τέσσερα, με τίποτα έξι, βάλε πάνω από δέκα, άστο στα δεκαπέντε – χρόνια! Κατά τη διάρκεια των οποίων οι Blood Axis υπήρχαν κανονικά, συνεργάζονταν με σειρά σχημάτων (Alraune, Amber Asylum, Backworld, Birch Book, Club Moral, Cotton Ferox, Douglas P./Death in June, The Electric Hellfire Club, Ernte, Fire + Ice, Human Head Transplant), κι άφησαν μόνο σκόρπια ίχνη του ονόματός τους, όπως ένα limited ζωντανό (BLOT: Sacrifice in Sweden, 1998) και δυο σπλιτ δίσκους με τους Les Joyeaux de la Princesse.

Η διαφορά με το παρελθόν είναι χαώδης. Εκείνο ήταν στην γνωστή και δυστυχώς τελματωμένη πεπατημένη του dark – electro – industrial στιλ: ηχητικά κολλάζ, βιομηχανικές λούπες, θόρυβοι και ψίθυροι, κοινώς οτιδήποτε μπορεί να πλαστεί, μεταπλαστεί και αναπαραχθεί από keyboards. Κάποτε μια πρωτοτυπία αλλά για πόσο; Σύντομα το στιλ έγινε επανάληψη, κοροϊδία, α-δημιουργία. Ευτυχώς τίποτα από την απατεωνίστικη αυτή ηχητική δεν επιβιώνει εδώ. Στην ουσία το μόνο στοιχείο που διατηρείται είναι το πνευματικό υπόστρωμα, καθώς τότε έβαζε πάνω απ’ τα samples τα Cantos του Pound και τους στίχους από Νίτσε, Λονγκφέλλου και Κίπλινγκ.

Τώρα όμως έφτασε η ώρα και για μουσική: επική, ιπποτική, μεγαλειώδη. Με όλα τα δυνατά ηλεκτρικά – ακουστικά όργανα (μέχρι μπάντζο και μπουζούκι), με κλασικές «highland bagpipes» και «Γαλικιανές» γκάιντες, το παραδοσιακό ιρλανδικό drum (bodhrán) και το μυστηριώδες Annabel-a-tron. Και φυσικά τη φωνή του Michael Moynihan το βιολί και τους φωνητισμού της Annabel Lee και την πρωτεϊκή, όπως χαρακτηρίζουν, κιθάρα του Robert Ferbrache. Στο Song Of The Comrade το melodeon ζωγραφίζει τη μελωδία αλλά είναι η ποστ πανκ οχλαγωγή από πίσω που την απογειώνει. Ένας συναρπαστικός dark wave ύμνος, έστω και πολεμοχαρής. Ο α λα Death In June συλλαβισμός βρίσκει θαλπωρή στο βιολί του Wulf And Eadwacer. Οι σκοτεινές στιγμές θυμίζουν Boyd Rise and Friends – με τον BR άλλωστε πρωτοξεκίνησε ο ΜΜ – ενώ όταν οι πνοές ιρλανδικής μουσικής είναι ιδιαίτερα έντονες – όπως στο Born Again – θυμίζουν τις Goddodin / Terra Ferma στιγμές των Test Department.

Αρκεί μια πινελιά κάθε φορά να δώσει εθιστικό χαρακτήρα στις συνθέσεις: ένα στοιχειωτικό πιάνο στο The Vortex, ένα διαβολικό βιολί στο Erwachen In Der Nacht, το στρατιωτικό εμβατηρίασμα του Churning And Churning, η νεραϊδική φωνή του ρεφρέν στο The Dream. Εννοείται πως θεματικά εδώ διατρέχονται μύθοι, διαπερνώνται ρομάντζα και διατρανώνονται σπουδαίες επικές στιγμές. Αρχαία ποίηση, στοιχειωμένοι θρήνοι και ερωτικές τραγωδίες τραγουδιούνται σε σύγχρονα αγγλικά και γερμανικά αλλά και σε αντίστοιχες παλαιότερες, μεσαιωνικές μορφές τους (από 10ο έως 13ο αιώνα). Ο δίσκος ηχογραφήθηκε σπαστά σε ένα μεγάλο υπερετήσιο διάστημα σε διάφορα μέρη. Ο Moynihan παραμένει μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, έχοντας στο ενεργητικό του ένα βιβλίο για το … Νορβηγικό Black Metal και την έκδοση μιας εφημερίδας (Tyr) για την προχριστιανική Ευρώπη. Αλλά το βέβαιο είναι πως έβγαλε έναν υποδειγματικό, υποβλητικότατο dark folk δίσκο.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

26
Ιαν.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 36. Διαμαντής Αξιώτης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.
Μακρύς ο κατάλογος, κοινός λίγο πολύ, φαντάζομαι, πολλών ομότεχνων. Αναφέρω τον Ηράκλειτο, τον Πλίνιο. Τον Φιοντόρ Ντοστογέφσκυ για τη στιβαρότητα των γραπτών του, τον Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ για το ευφάνταστο των μύθων του, την Βιρζίνια Γουλφ για τα πολλά επίπεδα της γλώσσας της. Τον Τόμας Μαν, τον Τζόζεφ Κόνραντ, τον Μισέλ Ουελμπέκ, τον Άλαν Χόλινγκχερστ, τον Γκιγιέρμο Αριάγα.
Τον Κ. Π. Καβάφη από του οποίου τις επιρροές δύσκολα απαγκιστρώθηκα. Τον ταραγμένο λόγο του κήρυκα Χειμωνά· τη φαντασμαγορία του.
Όντως μακρύς και ατελείωτος ο κατάλογος.
Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.
Αδελφοί Καραμαζώφ και Έγκλημα και τιμωρία του Ντοστογέφσκυ, Μαντάμ Μποβαρύ του Φλομπέρ, Το κόκκινο και το μαύρο του Σταντάλ, Το τενεκεδένιο ταμπούρλο του Γκ. Γκας, Λολίτα του Ναμπόκοφ, Αδριανού απομνημονεύματα της Γιουρσενάρ, Μεταμόρφωση και Δίκη του Κάφκα, Η κυρία Νταλαγουέι και Ορλάντο της Γουλφ, Η σειρήνα του Λαμπεντούζα, Το ζώο που ξεψυχά του Ροθ. Και άλλα πολλά που, την περίοδο της ανάγνωσής τους, μου προσέφεραν προσωπικές απολαύσεις.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Άπαντα του Τσέχωφ, όλα του Πόε, του Τουρνιέρ, του Κάρβερ. Παπαδιαμάντης για πάντα. Γονατάς, Παπαδημητρακόπουλος.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Μάρω Δούκα, Ιωάννα Καρυστιάνη, Ρέα Γαλανάκη, η πρώτη Ζατέλη, Λένα Κιτσοπούλου, Έλενα Μαρούτσου.
Όλες γυναίκες· τυχαίο;

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όταν γράφω, εγώ και οι ήρωές μου αγγίζουμε σημάδια, χαράγματα, ουλές. Το παιχνίδι αλήθεια – ψέματα παίζεται αενάως, με διαφορετικό, κάθε φορά, νόημα. Σβήνει και επιστρέφει σαν μαρμαρυγή ή υπόμνηση του χρέους. Όμως, εκείνο που πάντα διατηρούμε είναι το χαρακτηριστικό της ουλής. Ούτως ώστε, το κείμενο που θα προκύψει ούτε να κρύβει ούτε να φανερώνει, αλλά να σημαίνει. Ίσως γι αυτό έχω την αίσθηση ότι αιωρούμαστε επάνω σε κάποιο ρήγμα της γης. Εκεί όπου συνορεύουν η πραγματικότητα και ο ρεμβασμός. Κίνηση αθώα και συνάμα ένοχη, αγοραία και ακριβή, μοιάζει με ‘κείνη των άστρων. Των αντισωμάτων γύρω από το τραύμα, κατά τον συναγερμό της έμπνευσης.
Αυτή η σχέση με τους ήρωές μου, και μέχρι εδώ. Από κει και ύστερα τραβούν αυτοί το δρόμο τους κι εγώ τον δικό μου. Μας περιμένουν καινούργιοι έρωτες.

Αγαπημένος λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Το δωμάτιο όπου γράφω βρίσκεται στο πίσω μέρος του σπιτιού μου. Δεν βλέπει κήπο, βουνό ή θάλασσα. Είναι σώμα. Ο χώρος όπου κρύβομαι για να γράψω συμμετέχει στη σκηνοθεσία διάφορων σκηνών, όπου η αλήθεια και το ψέμα παίζεται αενάως, κάθε φορά με διαφορετικό νόημα. Υποχωρεί ώσπου να εξαχνωθεί ή εισβάλει σκιρτώντας με μιαν όψη πρωτότυπη, επειδή ήρθε η στιγμή ενός είδους βαθύτερης κατανόησης.
Στο σκοτάδι, λοιπόν, στο σκοτάδι. Πού αλλού θα βρω παρόμοιο κλίμα, παρόμοιες συνθήκες;

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Προσφιλέστερη όλων, η σιωπή. Μου είναι αδιανόητο να ακούγεται οτιδήποτε όταν διαβάζω, κυρίως όταν γράφω. Με αποσυντονίζει. Βέβαια, ανάλογα με την εποχή που κινούνται οι ήρωές μου, τον γεωγραφικό τόπο κ.λπ., φροντίζω να δημιουργώ ένα είδος μουσικού περίγυρου, στον οποίο εισχωρώ σε ώρες περισυλλογής ή σχόλης.
Όσον αφορά τις γενικότερες μουσικές προτιμήσεις μου, αυτές είναι αταξινόμητες: Της Ανατολής και παλιά ρεμπέτικα. Σοστακόβιτς και Σούμπερτ. Χατζιδάκις, η καταφυγή.

Έχετε γράψει ποίηση και πεζογραφία. H δεύτερη επικράτησε οριστικά της πρώτης;

Σε πρώτη ανάγνωση, ναι, εφόσον έχω να παρουσιάσω ποιητικά δείγματα εδώ και είκοσι, σχεδόν, χρόνια. Όμως, το σαράκι της ποίησης δεν με εγκατέλειψε, και δεν θα με εγκαταλείψει, κατά πως δείχνουν τα πράγματα, ποτέ. Εφόσον στο υπόβαθρο των πεζών μου η ποίηση ζει και βασιλεύει. Εις βάρος πολλές φορές, φοβάμαι, της άρτιας πεζογραφικής επιδίωξης.

«Το ελάχιστον της ζωής του» ήταν ένα από τα συναρπαστικότερα μυθιστορήματα που διάβασα ποτέ. Ο όρος υπόδειγμα ιστορικού μυθιστορήματος φοβάμαι πως το περιορίζει, όμως ο συνδυασμός Ιστορίας και Μυθοπλασίας ήταν σπάνιος. Νωρίτερα (Το Μισό των Κενταύρων, Ξόβεργα με μέλι) και αργότερα (Πλωτές γυναίκες, Μοιρασμένα χιλιόμετρα) μας κοινωνήσατε διαρκώς διαφορετικές γραφές, και από μορφική άποψη. Θα μπορούσαμε να έχουμε μια παρουσίασή όλων αυτών των έργων σας, γράφοντας π.χ. για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες, εμπνεύσεις και πόθους συνεγράφησαν;

Ευχαριστώ για τα τόσο επαινετικά, για το πρώτο μου τουλάχιστον μυθιστόρημα, «Το ελάχιστον της ζωής του». Του οποίου οι τετρακόσιες δέκα σελίδες προέκυψαν… ανεπαισθήτως, το 1999. Της μικρής φόρμας και κοφτής αναπνοής μέχρι τότε, [«Το Μισό των Κενταύρων», «Ξόβεργα με μέλι»], ούτε που το κατάλαβα πως κάτι δυνατό με τραβούσε από το μανίκι – ή από τη μύτη; – για να με οδηγήσει σε έναν συγγραφικό ποταμό. Αφορμή στάθηκε ένα δημοσίευμα στον τοπικό Τύπο που ο συντάκτης του ζητούσε από τις Αρχές, ούτε λίγο ούτε πολύ, να γκρεμιστεί το άγαλμα του Μωχάμετ Άλη, ώστε να μην υπάρχει στην πόλη κανένα ίχνος του αλλόθρησκου! Θύμωσα και άρχισα να ερευνώ. Παλιά δημοσιεύματα, γραπτά στην τουρκική και αιγυπτιακή που καλοπληρώθηκε η μετάφρασή τους, επιστολές Γάλλων υποπρόξενων και τίτλοι του Ιδρυτή της Αιγυπτιακής Δυναστείας στοιβάζονταν στο γραφείο μου, περιμένοντας την αξιοποίηση τους. Πέντε ετών προσπάθειες έφεραν το αποτέλεσμα που αναφέρετε στην εισήγησή σας. Για να μάθω, πρώτος εγώ, το τι σημαίνει η ζωή ενός Οθωμανού γεννημένου το 1769 στα παράλια της Μακεδονίας. Η χριστιανική γαλουχία που του προσφέρθηκε στο νησί της Θάσου. Η συναναστροφή με επιφανείς Γάλλους υποπρόξενους. Έλληνες καπνέμπορους και αξιωματικούς του τουρκικού στρατού. Με ποιο τρόπο θα τον καταδυναστεύει και θα τον σώζει, παράλληλα, αυτό το ελάχιστον της ζωής του κατά τη θριαμβευτική και οδυνηρή μετέπειτα πορεία του. Όταν θα εξορμά στις χώρες της ερήμου, θα κατακτά κίτρινα εδάφη και θα αφήνεται στις ηδονές των χαρεμιών. Όταν, στρατηλάτης του Νείλου, θα δοξαστεί και θα ονομαστεί Μέγας.
Το επόμενο μυθιστόρημα, «Πλωτές γυναίκες» το 2002, πολυσέλιδο κι αυτό, προέκυψε από την έντονη επιθυμία μου να αναφερθώ στο καπνικό ζήτημα, όχι μόνο της πόλης μου αλλά όλης της Ελλάδας. Παράλληλα, μεγαλωμένος εγώ σε έναν κόσμο γυναικών, ήθελα να μιλήσω για τις πλωτές γυναίκες που επιπλέουν στα νερά κάποιου ποταμού, χωρίς να βρουν ποτέ τη δύναμη να αντισταθούν, επιτρέποντας παράλληλα να λεηλατούν το σώμα και την ψυχή τους ανεπιθύμητες συνθήκες και βάρβαρες καταστάσεις. Οι γυναίκες μου, όμορφες, αγέρωχες, σχεδόν βασιλικές, σχεδιάζουν ένα κοσμοπολίτικο μέλλον με το βλέμμα στραμμένο προς το αμφιβόλου αίγλης παρελθόν τους. Παραμένουν ακίνητες ανάμεσα στην πικρή μυρωδιά της επεξεργασίας του καπνού που σκεπάζει τις βακχικές γιορτές ενός τόπου που ακμάζει πλωτός και φωτεινός. Σπαταλούν αλόγιστα τον χρόνο, μέχρις ότου η ζωή τους τμηθεί από το απρόοπτο· εκείνη τη στροφή που επιφυλάσσει η μοίρα ή σκηνοθετεί η απόγνωση.
Μετά από αυτά τα δύο ιστορικά μυθιστορήματα θέλησα να κάνω ένα… διάλειμμα χαράς. Έτσι, το 2004, προέκυψε το «Μοιρασμένα χιλιόμετρα». Το πλέον ερωτικό και άκρως προκλητικό, όπως το χαρακτήρισαν, βιβλίο μου. Ήρωές του δύο απεγνωσμένα πλάσματα, διαφορετικής ηλικίας, οικονομικής και κοινωνικής τάξης. Εκείνη ώριμη, ευκατάστατη, πλάνης του έρωτα, επιφορτισμένη να εκπαιδεύει τους εκάστοτε εραστές της. Εκείνος νέος, λαϊκός τύπος, άνεργος, τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο. Συναντιούνται σε μια ερημική παραλία και εισβάλουν ο ένας στον κόσμο του άλλου. Μοιράζουν για ένα καλοκαίρι, ανισομερώς, χιλιόμετρα, προσφορές και συναισθήματα. Στοιχειώνουν τις συναντήσεις τους με μικρά και μεγάλα ψέματα. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στις μαγικές αποστάσεις που ξέρουν όλα τα μυστικά μας. Στη Σφίγγα που σκοτώνει όσους δε λύνουν το αίνιγμα.

Ναι, έχετε δίκαιο, διαφορετικές γραφές, άλλη μορφική άποψη. Επιδίωξή μου να αλλάζω θεματολογία, ύφος, αφηγηματικά ευρήματα· συγγραφικά τερτίπια.

Στο τέλος εκείνου του μυθιστορήματος [«Το ελάχιστον της ζωής του»] παραθέτετε τις λέξεις, τις φράσεις και τα αποσπάσματα που εντάξατε οργανικά στο κείμενο (πλην όμως ευδιάκριτα, με πλαγιογράμματη γραφή) σε ένα σπάνιο μοίρασμα ορισμένων εμπνευστικών σας αναγνώσεων αλλά κι ενός θαυμαστού ενιαίου της μυθοπλασίας εν γένει. Μέχρι τότε δεν είχα ξαναδεί τέτοια κοινωνία με τον αναγνώστη (αλλά και έκτοτε, θυμάμαι ελάχιστες περιπτώσεις).

Από την έρευνα, στην οποία είχα επιδοθεί, γοητεύτηκα και ξιπάστηκα. Με αποτέλεσμα, η πρώτη γραφή εκείνου του μυθιστορήματος να φτάσει στις… χίλιες σελίδες. Τρόμαξα και άρχισα την ευλογημένη αφαίρεση. Εντάσσοντας οργανικά και με τον πρέποντα σεβασμό, στο κείμενο τα πολύτιμα ευρήματα. Πέντε χρόνια αυτή η εμμονή. Ευχαριστώ που την χαρακτηρίζετε επιτυχή.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου μυθιστόρημα, λάθος λύκο, 2010, από τις εκδόσεις Κέδρος – όπως και τα τρία προηγούμενα – είναι το πιο «παράξενο» γραπτό μου. Με στοιχεία, απροόπτως, αστυνομικού μυθιστορήματος, μεταφυσικής ατμόσφαιρας, εμπεριέχει φόνους, παρανοϊκές καταστάσεις, συμπλέγματα. Αποτρόπαιες πράξεις διαταραγμένων ψυχικά ανθρώπων.
Και για να γίνω πιο σαφής: Χρόνια πολλά συνέλεγα από τον Τύπο δημοσιεύματα που αφορούσαν παρόμοια με αυτά του μυθιστορήματος συμβάντα. Μέχρι που το 2000 στην Τέριταουν της Νέας Ορλεάνης, με τη λήξη της χιλιετηρίδας και κατά την αλλαγή του αιώνα ακριβώς, κάποιος Έρικ Μπέιλ έσπασε την πόρτα ενός διαμερίσματος και με την καραμπίνα του σκότωσε έναν εβδομηντάχρονο, τη σύζυγο και την εγγονή τους, γιατί είχε πληροφορηθεί ότι ήταν… ειδωλολάτρες. Πριν πυροβολήσει τους ρωτούσε αν πίστευαν στο Θεό! Δεκάδες παρόμοιων περιστατικών ανά την υφήλιο άρχισαν να στοιβάζονται στο γραφείο μου, διεκδικώντας την ιδιαίτερη προσοχή μου και κατά συνέπεια την συγγραφική από μένα προσέγγιση. Κάπως έτσι άρχισε η μυθοπλαστική ανάπτυξη του λύκου, μεταφέροντας τη δράση στην Καβάλα, την μυθοπλαστική Λυκομήδεια, δηλώνοντας πως, τα πρόσωπα και η ιστορία αυτού του μυθιστορήματος είναι φανταστικά, χωρίς να αποκλίνουν από παρόμοια συμβάντα ανά την Υφήλιο

Μας έχετε ξεναγήσει με πολλούς τρόπους στον τόπο όπου γεννηθήκατε και ζείτε, την Καβάλα. Τόσο με δικά σας κείμενα, όσο και με ανθολογήσεις σχετικών κειμένων. Ανεξάντλητος τόπος έμπνευσης, μήτρα της ζωής σας ή απλώς προσωπική πατρίδα;

Η Καβάλα είναι ο τόπος που γεννήθηκα, που τον κατοικώ και με κατοικεί. Η ιστορία και τα αλλεπάλληλα πολύχρωμα στρώματα των επιχωματώσεων που έχουν επικαθίσει επάνω στο σώμα της. Ο άλλος τρόπος φωτισμού που την φωτίζω, σε διαφορετικές στιγμές της ζωής μου, ώστε να την καταστήσω αλλιώτικη, κι ανάλογα με τις διαθέσεις μου αγαπητή, μισητή, μα πάντα φανταστική. Αυτός, ο ιδιαίτερος για μένα χώρος, είναι όλα αυτά μαζί και το κάθε ένα χωριστά που με βοηθά να συνομιλήσω μαζί του για γέννηση, έρωτα και θάνατο.
Έτσι, αδυνατώντας να πράξω διαφορετικά, καρφώνω τα κείμενά μου στον τόπο και στο χρόνο – για να παραφράσω τη δήλωση του συμπολίτη μου, Γιώργου Χειμωνά: Έχω την ψυχολογία της καρφωμένης σημαίας, και τα καρφιά με εμποδίζουν να κυματίσω. Ναι, αυτά τα συγκεκριμένα στοιχεία [η πόλη της Καβάλας, ορισμένες μορφές οικείες, γνώριμες] είναι ακριβώς τα καρφιά που καρφώνουν το κείμενό μου πάνω στη γη. Αλλιώς είναι χαμένο.

Υπήρξατε υπεύθυνος δυο εξαιρετικών λογοτεχνικών περιοδικών (Υπόστεγο, Σκαπτή Ύλη). Θα μας ξεναγήσετε στην εν λόγω περιπέτεια; Τι πνευματικές τέρψεις και τι βάσανα προσφέρει η έκδοση ενός λογοτεχνικού περιοδικού;

Τέρψεις και βάσανα δίκαια μοιρασμένα. Η χαρά μιας διαφορετικής δημιουργίας, η επαφή και επικοινωνία με επιφανείς των γραμμάτων μας που γενναιόδωρα μας επιστέφτηκαν τα γραπτά τους. Η πανελλήνια απήχηση, τόσο που το Υπόστεγο χαρακτηρίστηκε ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα και ανατρεπτικά έντυπα της εποχής του.
Από την άλλη, διαρκές τρέξιμο, άγχος και αγωνία για την έγκαιρη εξασφάλιση κειμένων και χρημάτων. Δεν ανοίγονταν εύκολα οι οικονομικοί κρουνοί της περιφέρειας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Μέχρι πρότινος έμπορος σιδηρικών και ειδών κιγκαλερίας. Αντικείμενο που έθετε σε… αμφισβήτηση τις πνευματικές ενασχολήσεις και συγγραφικές επιδιώξεις μου.
Τώρα, αξιοπρεπής συνταξιούχος.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, Περί της αρχαίας ελληνικής ζωγραφικής. Νεφελώδες το αποτέλεσμα και η μυθιστορηματική του εκμετάλλευση.
Στα κενά, Ρετόρνο 201 του Μεξικανού Γκιγιέρμο Αριάγα.

Τι γράφετε τώρα;

Δεν γράφω. Ερευνώ και σημειώνω.

25
Ιαν.
11

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 514 (Ιανουάριος 2011)

 

O άκριτος αναγνώστης, όπως ο καταναλωτής της μαζικής κουλτούρας, γενικότερα, είναι μνημείο ταύτισης. Αχειραγώγητος από την καλλιέργεια, περνά από την αθωότητα στον συναισθηματισμό. Οι χαρακτήρες που συναντά στο μετα-Άρλεκιν ανάγνωσμα είναι πάντα αυτός ο ίδιος, ή μοιάζουν εντυπωσιακά με τα πρόσωπα που ακούει και βλέπει. Ανάμεσα στο κείμενο και σ’ αυτόν είναι αδιανόητη οποιαδήποτε δημιουργική σχέση, η στροφή στα ενδότερα, η «διαστολή του εαυτού», που έλεγε ο Μπλουμ. Δεν επικοινωνεί με καμιά ετερότητα, αφού βρίσκεται απέναντι σε μια περίπου αυτοβιογραφική συνθήκη. Το κείμενο κι ο αναγνώστης του έχουν κοινό κέντρο, οι διάλογοι των προσώπων είναι και δική του πείρα, οι πράξεις τους είναι προβλέψιμοι καθημερινοί κώδικες. Εισπράττει από ένα ταμείο που εισφέρει ο ίδιος.

…ευστοχεί για άλλη μια φορά η πένα του Κώστα Μαυρουδή σχετικά με το δημοφιλές μυθιστόρημα της παραλογοτεχνίας (αποδιδόμενο με τον νεολογισμό «ευπώλητο»). Σύμφωνοι, τα αφιερώματα σε συγγραφείς, χώρες, ειδικές λογοτεχνίες και τα συναφή έχουν το αναμφισβήτητο και ακόρεστο ενδιαφέρον τους, όμως παραδίπλα υπάρχουν ορισμένα άλλα θέματα με τα οποία ακόμα καθημερινά συναπαντιόμαστε (πρακτικά ή θεωρητικά) αλλά ουδείς εστιάζει προς αυτά τον φακό του. Αυτή την εδώ και μήνες προσωπική σκέψη λες και διάβασε η συντακτική ομάδα του περιοδικού, προσφέροντας δυο εξ’ αυτών σε αφιερωματικό περιτύλιγμα. Στο προαναφερθέν πρώτο («Γιατί αρέσει η παραλογοτεχνία;») προσθέτουν σκέψεις κι ερμηνείες, εκτός του Μαυρουδή, οι Ρέα Γαλανάκη, Γιώργος Ξενάριος και Γιώργος Δαρδανός, προσπαθώντας να βρουν απαντήσεις μέσα στην άπνοια των ιδεών, την ανύπαρκτη λογοτεχνικότητα, την πρωτοβάθμια εν γένει αφήγηση, τι είναι αυτό που την καθιστά «γοητευτική» και τι αναζητά ο αναγνώστης εκεί μέσα.

Στην τακτική στήλη «Βιβλιοθήκες» ο Νάσος Χριστογιαννόπουλος μας μεταφέρει στο βιβλιοπωλείο «Δεύτερο χέρι» (Βρυξέλλες). Ευρηματική κατάταξη τίτλων, πολυγλωσσία, ιδέες και εξυπηρέτηση – σιγά τη διαφορά δηλαδή με τα εδώ βιβλιοπωλεία μεταχειρισμένων, της ανύπαρκτης οργάνωσης, της εγγυημένης βρωμιάς, των εξαφανισμένων τιμών (ώστε ο κλασικός εμποράκος να σε κόψει απ’ τη φάτσα και να στο κοστολογήσει την ιδανική στιγμή: καθώς βρίσκεσαι έτοιμος προ ταμείου). Όμως έστω και καθυστερημένα – φυλλομετρώ προς τα πίσω τις σελίδες του τεύχους – γνωρίζουμε τις «ζωντανές βιβλιοθήκες», όπου οι προσερχόμενοι αναγνώστες επιλέγουν ανθρώπους με διάθεση να μοιραστούν τις εμπειρίες τους, καταπολεμώντας τις προκαταλήψεις κι ενισχύοντας την ποικιλομορφία.

Δεύτερο αξιοερεύνητο θέμα: τι διαβάζουν τα σημερινά μικρά παιδιά, των δωματίων με παράθυρο την τηλεόραση, των τεσσάρων τοίχων και πολλαπλάσιων περιορισμών; Ένας δάσκαλος και τρεις μαθητές της πέμπτης δημοτικού ανοίγουν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση που μας ανεβάζει και μας κατεβάζει, σίγουρα όμως δίνει μια εικόνα των αυριανών αναγνωστών ή μη αναγνωστών. Τα βιβλία δε θέλω να έχουν εικόνες, για να μπορώ εγώ να φαντάζομαι την περιπέτεια, να ταξιδεύω και να βρίσκομαι εκεί, που συμβαίνουν όλα αυτά που διαβάζω. Θέλω να φτιάχνω εγώ τις εικόνες με τη φαντασία μου. [Ιωάννης] / Όταν διαβάζω μια ιστορία μου φαίνεται πως βρίσκομαι κι εγώ εκεί αλλά οι άλλοι δε με βλέπουν, είμαι δηλαδή αόρατη. Θέλω όμως τα προβλήματά μου να τα έχουν και οι ήρωες, για να βλέπω πώς νιώθουν εκείνοι και τι κάνουν για να τα ξεπεράσουν. [Μαριαλένα]. Μη βιαστείτε να χαρείτε, κάποια στιγμή όλα συμφωνούν: τίποτα όμως δεν είναι όπως η τηλεόραση… Κι όπως ομολογεί η τρίτη συνομιλήτρια, Ιωάννα: Το μεσημέρι που οι γονείς μου πάνε να κοιμηθούν, μου ζητάνε να τους πω την ιστορία που διάβασα για να τους πάρει ο ύπνος… Να τους ευχηθούμε κι εμείς με τη σειρά μας καλό ύπνο.

24
Ιαν.
11

Συλλογικό – Οικοεγκλήματα. 14 διηγήματα

 Βαθύ πράσινο σχεδόν μαύρο

Οι θεματικές συλλογές διηγημάτων έχουν πάντα ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αφενός καταδεικνύουν πολλές και διαφορετικές πλευρές του εκάστοτε «επίκεντρου» με πλάγιους ή ευθύγραμμους φωτισμούς και υπό ποικίλες γωνίες σκόπευσης, αφετέρου αποτελούν ιδανική ευκαιρία για τους συμμετέχοντες συγγραφείς να πειραματιστούν με τη φόρμα και την γραφή εν γένει. Οι αναγνώστες εξάλλου έχουν την πρόσθετη δυνατότητα για μια γενικότερη εποπτεία ενός μέρους της σύγχρονης λογοτεχνικής μας συγκυρίας και για μια σύγκριση πενών πάνω σε κοινό «πεδίο δοκιμών». Ένα τέτοιο, μέχρι πρότινος παρθένο έδαφος αποτελεί η ευρύτερη κατηγορία των εγκλημάτων κατά της φύσης και του περιβάλλοντος, ορισμένα από τα οποία δεν έχουν ακόμα αποκτήσει νομοτυπική μορφή με σαφή αντικειμενική υπόσταση.

Η τυπολογία των φυσικών και ηθικών αυτουργών διαφέρει πλέον από εκείνη των «παραδοσιακών» εγκλημάτων, εφόσον οι παραβατικοί χαρακτήρες προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από την σφαίρα του δημόσιου βίου, ο δε αριθμός τους έχει διευρυνθεί σημαντικά. «Η Μεγαλόχαρη» του Ανδρέα Αποστολίδη αποτελεί αντιπροσωπευτικό παράδειγμα, καθώς μονές, σωματεία, αδελφότητες και εκκλησιαστικές ή μη οργανώσεις, δικηγόροι και υποθηκοφύλακες, δασάρχες, κτηματομεσίτες και κατασκευαστικές εταιρείες εμπλέκονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε ένα έγκλημα από την φύση του πολύπλοκο, καθώς κατακερματίζεται σε άλλα επιμέρους αδικήματα: υπεξαίρεση χρημάτων από κοινοτικά προγράμματα και αγροτικές επιδοτήσεις, παύση κάθε απόπειρας αναδάσωσης, νομιμοποίηση καταπατήσεων γης. Η ψυχρή ενορχήστρωσή του με καταμερισμό των παράνομων εργασιών και η διάδοση της «τέχνης του ελεγχόμενου εμπρησμού», στοιχεία δυστυχώς μιας σύγχρονης πραγματικότητας, καθιστούν το διήγημα ένα από τα πλέον ρεαλιστικά της συλλογής.

Η αλαζονική αντιμετώπιση των κανόνων της φύσης τιμωρείται υποδειγματικά από τον Γιάννη Ευσταθιάδη («Η σαρδέλα θα κολυμπήσει στην κονσέρβα»). Ένας μεγαλομανής επιχειρηματίας συλλαμβάνει την ιδέα παραγωγής ενός τροφίμου που θα φτάνει πραγματικά ζωντανό στον καταναλωτή: μια σαρδέλα που σπαρταρά στην κονσέρβα. Η σύλληψη της ιδέας του κυριολεκτικά ζωντανού προϊόντος με την αρχέτυπη γεύση (που βασίζεται στην προσέλκυση των ψαριών από ισχυρούς ηλεκτρομαγνήτες σε ειδικές εγκαταστάσεις και την διατήρησή τους στη ζωή με ένα εμφυτευμένο τσιπάκι) τον οδηγεί σε εξωφρενικότερα όνειρα για θαλασσινά, πουλερικά, πτηνά και λαχανικά «φρέσκα του θανάτου» – κατά τον στίχο του Γιάννη Βαρβέρη. Όμως προτού οι κονσέρβες καταστούν μικροσκοπικά ενυδρεία, θα γίνει ο ίδιος βορά στις ζωικές δυνάμεις της φύσης, αλλά και εμπορικό προϊόν σαν εκείνο που επιχείρησε να λανσάρει. Τα περί φυσικής εκδίκησης θίγονται και στο διήγημα του Νεοκλή Γαλανόπουλου («Ένας βουβός μάρτυρας») ως την πειστικότατη ανατροπή τους, καθώς οι τέσσερεις νεκροί δεν αποτελούν τελικά θύματα της «αδιάφορης θεότητας» αλλά της προσωπικής τους βλακείας.

Η σκηνογράφηση ενός ρημαγμένου περιβάλλοντος ως του πλέον κατάλληλου φόντου για μια άλλη παράλογη ιστορία προτείνεται από τον Χρήστο Χαρτοματσίδη («Ο Super G από την Καλκάντζα») και θυμίζει μερικές έξοχες μετακομμουνιστικές βαλκανικές ταινίες. Ένα «ιερό» παιδί θαυματουργεί δίπλα στο βρώμικο ποτάμι και τους σκουπιδότοπους της τσιγγάνικης συνοικίας, καθώς μια περίεργη χημική σκόνη κατακλύζει την ατμόσφαιρα και τα ζώα μεταλλάσσονται ή αποδεκατίζονται από ασθένειες. Η ζοφερή εικόνα της μετατροπής της χώρας σε αποθετήριο τοξικών αποβλήτων αποτελεί τον καμβά και της αστυνομικής ιστορίας του Ανδρέα Μιχαηλίδη («Έγκλημα διπλής αντικατάστασης»). Άραγε οι νέες πόλεις – χωματερές θα αποτελούν απλώς το ιδανικό σκηνικό ανάλογων σουρεαλιστικών ιστοριών ή μήπως θα μπορούν και να τις «προκαλέσουν»;

Στους «Ιππόκαμπους» της Νένης Ευθυμιάδη δυο αδελφές αντιπροσωπεύουν τις διαφορετικές και ουδέποτε εφαπτόμενες ιδεολογικές κοσμοθεάσεις του προβλήματος. Η μεγαλύτερη αδυνατεί να καταλάβει την ανεξήγητη συμπεριφορά της μικρότερης, φιλοξενούμενης στη συζυγική της εστία, που πενθεί για άγνωστα πρόσωπα και θλίβεται για το επερχόμενο τέλος του κόσμου. Βέβαιη για την σχιζοφρένειά της αποπειράται τρόπους «ευσπλαχνικής» δολοφονίας της. Για άλλη μια φορά η εικόνα για τον άλλο αποδεικνύεται λανθασμένη: η ψυχολογική συντριβή της νεαρής ερείδεται στον τρόμο για τις κλιματολογικές αλλαγές, τον θρήνο για πρόσωπα υπαρκτά και τον οίκτο για το ζεύγος που αρνιέται την πραγματικότητα αναζητώντας «μικρές καραμέλες ευτυχίας». Όταν ο πλανήτης υποστεί ανεπανόρθωτη καταστροφή και οι ιππόκαμποι κινηθούν στα όρη και στα βουνά προς ένα νέο καταφύγιο, μέχρι πότε η ζωή θα «ανακαλύπτει λύσεις εναλλακτικές για να προσαρμοστεί»;

Η ηρωίδα της Ελένης Γκίκα («Κάκτος σε σχήμα καμέλιας»), περιπατήτρια αγρών και ανθοκηπίων, ζει και αναπνέει με τα λουλούδια, με βάση τα οποία ταξινομεί διαθέσεις, τόπους, συγγραφείς. Όταν μια σπάνιας μορφής αλλεργία καθιστά απαγορευτική την οποιαδήποτε επαφή μαζί τους, αναζητά άλλες προσομοιωτικές ψευδαισθήσεις ανθοφορίας όπως η αφή φωτογραφιών και η γραφή. Καθώς όμως ο «ολάνθιστος κήπος στο κεφάλι της» θεριεύει, επιλέγει τις δυο πλέον ακραίες εξόδους από το αναπάντεχο στερητικό: την καθολική ρύπανση του αττικών εξοχών και την αυτοκτονική της μετάλλαξη από τα αλλεργιογόνα άνθη. Το ρομαντικό – λυρικό στοιχείο της αυτοθυσίας στο δηλητήριο της χλωροφύλλης ακυρώνεται από την εφιαλτική διαπίστωση του ακαριαία ευάλωτου της χλωρίδας: ένας ολιγόλεπτος αεροψεκασμός αρκεί για να ερημώσει ένα ολόκληρο τοπίο.

Οι παλαιότερες πλην διαχρονικές περιβαλλοντικές επενέργειες των μικρών συνοικιακών εργοστασίων ή εργαστηρίων επαναφέρονται στο διήγημα του Τάσου Καλούτσα («Το χυτήριο»). Ο άλλοτε επίφοβος και απαγορευμένος τόπος που εμπότιζε με μυριάδες κόκκους σκόνης τα σώματα και τα πνευμόνια των εργατών παραμένει αποπνικτικός για το θυμικό του αφηγητή, «σαν την μολυσματική ατμόσφαιρα της χύτευσης», ενώ το μαυρισμένο χώμα του λάκκου μοιάζει να καθρεφτίζει τα ακάθαρτα μνημονικά υποστρώματα της παιδικής του ηλικίας. Εμπνευσμένη από άρθρα εγχώριου και ξένου Τύπου, η «Επιχείρηση “βακτήρια”» της Χρύσας Σπυροπούλου (που επιμελήθηκε τον τόμο) υπενθυμίζει την πλέον σύγχρονη μορφή με την οποία η γνώση και οι φορείς της μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο μιας παραβατικής συμπεριφοράς. Η απαγωγή ενός επιστήμονα με σκοπό την παράνομη εμπορία του έργου του (δημιουργία τεχνητών μικροοργανισμών για την παραγωγή βιοκαυσίμων) υποδεικνύει την υποκατάσταση της πολεμικής τεχνολογίας από την πράσινη επιστήμη στον κατάλογο των απειλούμενων αγαθών. Στο άμεσο και απώτερο μέλλον, με λιγότερα ή περισσότερα στοιχεία φαντασίας κινούνται και τα υπόλοιπα διηγήματα των Δ. Κούρτοβικ, Ν. Γ. Ξυδάκη, Γ. Πανούση, Μ. Πανώριου και Γ. Ρηγάτου.

Από μορφολογική άποψη διαπιστώνεται μια γενικότερη διάθεση πειραματισμού με τη φόρμα, συχνά με διάσπαση των διηγημάτων σε επιμέρους ενότητες, παραπομπές σε πηγές και εμπνεύσεις, εναλλαγές αφηγηματικών φωνών και κειμενικών ειδών, ακόμα και φωτογραφία και σκίτσο (της «καινοτομίας» του Γ. Ευσταθιάδη). Θεματολογικά η προαναφερθείσα χρονολογική αναγωγή των περισσότερων ιστοριών σε μελλοντικά ή φαντασιακά κλίματα, αφήνει απ’ έξω μια σειρά από «οικολογικά» εγκλήματα του άμεσου παρόντος να περιμένουν την λογοτεχνική τους αποκρυστάλλωση. Μένει η σχετική, τραγικά επίκαιρη κραυγή της ηρωίδας των «Ιππόκαμπων»: Παράδοξο, αλλά ποτέ δε φανταστήκαμε πως η ολική καταστροφή αφορά τη γενιά μας. Στην δράση μας παραμείναμε οι ρομαντικοί μελλοντολόγοι, νομίζαμε ότι μαχόμαστε για χάρη των παιδιών που πρόκειται να γεννηθούν και ποτέ δεν υποψιαστήκαμε πως η απειλή στρεφόταν εναντίον μας.

Εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 2009, σελ. 452.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 24 (χειμώνας 2010-2011). Οι φωτογραφίες από Κασπία, Λάγκος (Νιγηρία), Οχάιο, Ρουάντα.




Ιανουαρίου 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Δεκ.   Φεβ. »
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Blog Stats

  • 990.905 hits

Αρχείο

Advertisements