Ελισάβετ Κοτζιά – Ιδέες και αισθητική. Μεσοπολεμικοί και μεταπολεμικοί πεζογράφοι 1930 – 1974

Πλούσια και χορταστική μελέτη που βουτάει στον ωκεανό των ιδεών και της αισθητικής και στο βυθό μιας μεγάλης ιστορικής περιόδου για να συλλέξει κάθε στοιχείο που μπορεί να εξαχθεί από το μελετητικό, δοκιμιακό, κριτικό και επιφυλλιδογραφικό έργο των πεζογράφων του μεσοπολέμου και του μεταπολέμου. Οι λογοτεχνικές, ιδεολογικές, αισθητικές και άλλες αντιπαραθέσεις ανάμεσα στους δύο κόσμους αλλά και στους εντός αυτών πρεσβύτερους και νεότερους συχνά ήταν έντονες.

Στο πρώτο, «μεσοπολεμικό» τμήμα του βιβλίου αναπτύσσονται οι ιδεολογικοί προβληματισμοί και οι συλλογικές διαθέσεις της εποχής, η αισιόδοξη ή απαισιόδοξη στάση, ο διαπαιδαγωγητικός ρόλος και η παρεμβατική βούληση, οι ιδέες και οι απόψεις τόσο των φιλελεύθερων πεζογράφων Γιώργου Θεοτοκά και Άγγελου Τερζάκη, του αριστερού και κατόπιν μεταστραφέντος προς τον φιλελευθερισμό Αιμίλιου Χουρμούζιου και του αριστερού περιοδικού Νέοι Πρωτοπόροι. Οι ίδιες προβληματικές αναπτύσσονται και στο δεύτερο, «μεταπολεμικό» μέρος, με επίκεντρο τους φιλελεύθερους συγγραφείς Αλέξανδρο Κοτζιά και Σπύρο Πλασκοβίτη, τον αριστερό Δημήτρη Χατζή και τα αριστερά περιοδικά Επιθεώρηση Τέχνης και Κριτική. Η γοητευτική αποσπασματικότητα της έρευνας δεν είναι τυχαία, καθώς υιοθετείται η άποψη του Erich Auerbach, ότι δεν μπορούμε να αναπαραστήσουμε ολοκληρωμένα την μακρά ακολουθία των γεγονότων που συνθέτουν μια εποχή, με ταυτόχρονη συναγωγή των ουσιωδών χαρακτηριστικών της, εφόσον αυτά τελικώς εξαφανίζονται μέσα στον κυκεώνα των πληροφοριών.

Μέσα στο πλήθος των κειμένων η κριτικός παρακολουθεί τις απόψεις των μεν και δε πάνω σε ζητήματα της εθνικής συνέχειας και ελληνικότητας, της ηθικής δέσμευσης και της επαναστατική στράτευσης αλλά και της στάσης απέναντι στην καλλιτεχνική νεωτερικότητα. Στο τελευταίο θέμα εστιάζει ιδιαίτερα ο ερευνητικός της φακός: στον αγώνα της απομάκρυνσης της ελληνικής λογοτεχνίας από τις παλαμικές ή τις μαρξιστικές αρχές και στην οικείωση του μοντερνισμού. Εννοείται βέβαια πως η προσφυγή στην εξωλογοτεχνική κατηγορία της πολιτικής επιλογής υπήρξε αναγκαία, εφόσον η ιδεολογική τοποθέτηση των Ελλήνων συγγραφέων επηρέασε το έργο τους αλλά και η μείζων ιδεολογική και πολιτική διχοτομία χαρακτήριζε την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του περιβάλλοντός τους και καθόρισε την πνευματική του(ς) ιδιοσυστασία.

Είναι αξιοσημείωτο ότι, ανεξάρτητα από τις ιδεολογικοπολιτικές αυτές διαφορές, οι μεσοπολεμικοί φιλελεύθεροι, συντηρητικοί και αριστεροί πεζογράφοι και οι κριτικοί τους παρουσίασαν μια ενιαία εικόνα ως προς ορισμένα κρίσιμα κοσμοθεωρητικά και καλλιτεχνικά ζητήματα. Εμφάνισαν ένα αισιόδοξο πρόσωπο και επένδυσαν σε συλλογικές οντότητες. Η «πεζογραφική προσωπικότητα» της εποχής απέρριψε ολοσχερώς την πεζογραφική παράδοση, έδωσε έμφαση στο περιεχόμενο και όχι στη μορφή αλλά και απέρριψε τον μοντερνισμό των αρχών του 20ού αιώνα, προκρίνοντας μια ρεαλιστική απεικόνιση της πραγματικότητας.

Η μεταπολεμική συγκυρία όμως κλόνισε εκ θεμελίων την μεσοπολεμική αισιοδοξία, την εμπιστοσύνη στις συλλογικότητες, τα ολιστικά ερμηνευτικά μοντέλα και τις παλαιότερες κοσμοθεωρίες. Ο Παγκόσμιος, ο Εμφύλιος και ο Ψυχρός Πόλεμος διαμόρφωσαν μια νέα πεζογραφική συνείδηση, γεμάτη αγωνία, οργή και φόβο. Η προσωπική ευθύνη εμφανίστηκε πλήρης, η υποχρέωση ατομικής παρέμβασης επιτακτική, η σύγκρουση του εγώ ακόμα και εντός της δικής του κοινότητας, συχνά, αναπόφευκτη. Η στροφή προς τον εσώτερο εαυτό και η καταφυγή στην καλλιέργεια βιωματικών αισθήσεων έδωσε προτεραιότητα στην προσωπική εμπειρική ιχνηλασία και η λογοτεχνία από διαπαιδαγωγητικό όργανο θεωρήθηκε όργανο διαμαρτυρίας, που λογοδοτεί όμως μόνο απέναντι στην ατομική συγγραφική ηθική.

Είναι προφανές πως η Κοτζιά (την γραφή της οποίας αυθαίρετα συναρμολογήσαμε για το παρόν σημείωμα) αναμετρήθηκε με ένα τεράστιο υλικό και οικοδόμησε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και πολλαπλώς διαφωτιστική για την πνευματική μας ιστορία εργασία. Αναρωτιέμαι αν θα ήταν ποτέ δυνατό να έχουμε ανάλογη αναγνωστική τύχη και όσον αφορά το κομμάτι της κατεξοχήν μυθοπλασίας – για το οποίο σίγουρα δεν θα αρκούσε ένας τόμος.

Εκδ. Πόλις, 2006, σελ. 408, με εκτενή επιλογή βιβλιογραφίας και ευρετήριο.

Το Δέντρο, τεύχος 177-178 (χειμώνας 2010)

Αφιέρωμα Νίκος Καρούζος

Έγραψα ποίηση· μ’ άλλα λόγια συνεργάστηκα με το μηδέν.

Ο αφιερωματικός λόγος του εισαγωγικού εκδοτικού σημειώματος μας προετοιμάζει ως αρκεί: στην περίπτωση του Νίκου Καρούζου (1926-1990) ο αναγνώστης εισέρχεται σε μια μεγάλη αναγνωστική περιπέτεια, προσκαλούμενος στην εμπειρία μιας παράδοξης ανάφλεξης· στο κέντρο ενός λόγου σχεδόν εκστατικού, λίγο πριν από τη σιωπή. Το παρόν του Καρούζου είναι φτιαγμένο σύμφωνα με μια πολύ εκλεπτυσμένη τεχνολογία θανάτου, που αυτόματα καταργεί και παρελθόν και μέλλον και τα μετατρέπει όλα σε απόλυτο παρόν. Είναι το παρόν που είναι δυναστικό, όχι ο χρόνος, γράφει η εκ των δικαίων συνδαιτημόνων του Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ και ακόμα αιωρούνται τα δικά του λόγια: Αυτό που ονομάζουμε “χρόνο” είναι μια ανάγκη της σκέψης για να επιβάλει στα φαινόμενα μια οργάνωση. Είναι ένα μέσο. Τίποτ’ άλλο.

Το μέλλον είναι μια μορφή ταλαιπωρίας του παρόντος.

Ο Μάνος Στεφανίδης τον θυμάται συνεχώς αγχωμένο – αγχωτικό, να μασουλάει μια περίεργη λέξη στο στόμα, σαν συμβολικό πασατέμπο (ψυχόλεθρος, λυπομανία, εαροκρατία…), έναν έμφοβο της ύπαρξης, εντέλει συμφιλιωμένο με το κενό και με το τίποτα, που γνώριζε πως η ποίηση ορίζεται σαν το διάκενο ανάμεσα στον στοχασμό και την παράνοια. (Σ’) ένα έπος χωρίς ήρωες, με τον ποιητή σπαρασσόμενο και κατακαιόμενο όχι όπως ο Μαλόι αλλά σαν ένας Μωυσής ξεχασμένος στην πλατεία Μαβίλη, που του δόθηκαν μεν οι εντολές αλλά εκείνος τα έχασε (Ή, τις πετάξει στα σκουπίδια, οι βιογράφοι διίστανται).

Σαχ και ματ κάνει πάντα η πραγματικότητα.

Καταλήγω πως η μια αλήθεια είναι το χιούμορ της άλλης. Αυτό το χιούμορ στην ποίησή του σκιτσάρει ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, εκείνη την συνειδητή του προσπάθεια να την αποφορτίσει από την απόγνωση που γεννάει η ύπαρξη. Πόσο μάλλον όταν Όλα είναι τραγικά πλην του τράγου, πόσο μάλλον όταν Είμαστε ακόμη στην προϊστορία του χιούμορ. Αναπάντεχο κομμάτι, μια εκτενής συζήτηση μεταξύ του ποιητή και του τουμπίστα και πεζογράφου Γ. Ζουγανέλη το 1986 (κάποια στιγμή ο ποιητής, μανιώδης των δώρων, του χαρίζει την Ιστορία της Τζαζ, του Τζον Τσίλτον) ενώ νωρίτερα μας έχει κάπως ησυχάσει: Η αλαζονεία ενός καλλιτέχνη θα βγει στο έργο, θα τιμωρηθεί μέσα στο έργο. Μαρία Αρμύρα, Ανδρέας Βεργιόπουλος, Τάσος Γουδέλης, Γιάννης Ευσταθιάδης, Νίκος Κουφάκης, Μαίρη Μεϊμαράκη, Νίκος Αλ. Μηλιώνης, Σάββας Μιχαήλ, Εύα Μπέη, Αθηνά Παπαδάκη, Μανόλης Πρατικάκης, Πάνος Σταθογιάννης, Σταύρος Στρατηγάκος, Κώστας Δ. Υφαντής, Θέμος Χαραμής, Κώστας Χατζηαντωνίου και Βαγγέλης Χατζηβασιλείου οι έτεροι αφιερωτές.

Δεν ξέραμε πως ο έρωτας είναι σαν την ποίηση και πως όλοι οι εραστές πιστεύουν ότι καινοτομούν, έγραφε ο Raymond Radiguet Με τον Διάβολο στο Κορμί και είναι εμφανές πως βρισκόμαστε ήδη στην στήλη facebook του Κώστα Μαυρουδή, που μας τρέφει ευθύβολες επισημάνσεις και λοξόβολες ματιές, ενίοτε μέσα από τελευταίες φράσεις διηγημάτων, ένα χατζιδακικό εγκώμιο στην ήττα ή μια απρόσμενα ανθεκτική επισήμανση του Σουρή για τους Έλληνες (που ασκούν «πανελευθέρως» τα δικαιώματα «του Συνέρχεσθαι και του Ουρείν εις όποιο θέλει μέρος»).

Όλα αυτά τα ευγενή ρινίσματα σκέψης και κρίσης είναι δικά μας, εντελώς δικά μας, απλώς δεν έβρισκαν τις λέξεις, τις συνδέσεις. Πόσο μοιάζουν οι κοινοβουλευτικοί (αλλά και οι υποψήφιοι δήμαρχοι, θα προσθέσω) με τους σκυλαδικούς αοιδούς, πόσο ίδιοι μοιάζουν οι hipsters των free press, καθώς διαβάζουν Lifo, αγαπούν τα εικαστικά (δηλαδή τα γκράφιτι), πιστεύουν ότι η Αθήνα είναι γεμάτη με (κρυμμένους) θησαυρούς και φωτογραφίζουν έκθαμβοι τα στένσιλ στους τοίχους του Ψυρρή. Κατά τα άλλα η Καταλωνία απαγόρευσε τις ταυρομαχίες αφήνοντας για άλλη μια φορά την υπόλοιπη Ισπανία εκτεθειμένη, οι Κούροι (παρεμπιπτόντως πληκτικότατες μορφές) σιωπούν πληθωρικά κι εγώ σταματώ για να μην χαλάσω την εναλλαγή αναγνωστικής ευφορίας και οργής που προσφέρει αφειδώς η ευτυχώς διπλασιασμένη στήλη.

Από τα υπόλοιπα γραπτά, δυο έξοχα διηγήματα επαληθεύουν την ιδιότητα των πίσω κειμένων ως πολύτιμων λιθο-σελίδων. Η γυναίκα που κατασκόπευε τον εαυτό της του (Πολωνού) Μάριους Σζίγκιελ βρίσκει καταφύγιο στην γραφή, για να ζήσει τον δεύτερο εαυτό της, σε μια κατ’ εξοχήν πράξη αποξένωσης, ενώ ο τρισέλιδος Χουάν Μαρσέ (τελευτ. φωτ.) ας μιλήσει μόνος του: …δεν ήταν σε θέση να διακρίνουν σ’ εκείνο το ωραίο μέτωπο την ντελικάτη απάθεια που προηγείται των ακραίων αποφάσεων, ούτε στα μάτια που έμοιαζαν με οργισμένα αστέρια την αόριστη εκείνη σκοτεινιά, ενδεικτική βασανιστικών σκέψεων που θα μπορούσαν ακόμα και να δικαιολογήσουν ηθικά τη διάπραξη εγκλήματος…

Επιστροφή στον εκδοτήριο «λόγο επικαιρότητας» και στην πραγματικότητα όπου ο ανειδοποίητος αναγνώστης γίνεται μεταπράτης και κομιστής των τηλεοπτικών και παραδημοσιογραφικών αξιών, η κοινωνική εικόνα των συγγραφέων υπερβαίνει το έργο τους, τα βιβλιοπωλεία προτείνουν ένα θεαματικό πρόσωπο προσκαλώντας καταναλωτές ενός τυχαίου εμπορεύματος, οι παρουσιάσεις βιβλίων θυμίζουν κοσμικό γεγονός και το «ιδιαίτερο» υποχωρεί μπροστά στο «δημοφιλές».