Αρχείο για Φεβρουαρίου 2011

28
Φεβ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 23

George Orwell, Animal Farm (1945)
Έντονες χρωματικές βαθύτητες για όλα τα ανθρώπινα και ζωικά βάθη. Κι όμως, σε μια απλή άτιτλη αφίσα, η εικόνα θα ήταν ειδυλλιακή…

24
Φεβ.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 40. Μαρλέν Σαΐτη

Η ερμηνεία σας στη «Νόρα Μετά» υπήρξε ιδιαίτερα φορτισμένη. Πώς αισθανθήκατε το ρόλο, τι σας προβλημάτισε, τι σας οδήγησε σε μια τέτοια έντονη βίωση;

Το έργο δόθηκε από μια διαφορετική οπτική γωνία από το κλασσικό έργο όπου η ηρωίδα είναι ανυποψίαστη για το τι γίνεται. Δεν μπορούσα λοιπόν να αφήσω αυτή την αναταραχή στο συρτάρι και να την βγάζω όταν οι εντάσεις είναι οφθαλμοφανείς π.χ. όταν διαβάζει ο άντρας της το γράμμα κι αυτή τρελαίνεται. Όχι, η ηρωίδα μας ξεκινάει ξέροντας ήδη τι έχει συμβεί. Είναι σα να μιλάει στις ψυχές όλων των θεατών που έρχονται κάθε μέρα σα να τους λέει «ξέρω ότι κι εσείς έχετε ένα πρόβλημα». Η δική μας ηρωίδα περνάει τον δικό της Γολγοθά. Δεν μπορούσα να την αφήσω στην ανεμελιά της. Βλέπω ότι μιλάμε για μια γυναίκα η οποία ήδη ξέρει το τέλος. Εύλογο ερώτημα: γιατί το ξαναβιώνει; Η επανάληψη είναι απαραίτητη διότι λειτουργεί ως μία μορφή κάθαρσης από την οποία αντλέι δύναμη για την επόμενη μέρα.

Η δυσκολία του ρόλου σε συνδυασμό με την έλλειψη εμπειριών με ώθησε στο να κάνω εκτενή έρευνα που πέραν της σχετικής βιβλιογραφίας και επικεντρώθηκε στο να μιλήσω με πολλές γυναίκες. Γυναίκες πονεμένες που έχουν προσφέρει πολλά και εισπράτουν αχαριστία και αποπομπή. Εντύπωση μου έκανε η προσπάθεια πολλών γυναικών που με νύχια και με δόντια προσπαθούν να κρατήσουν το μικρόκοσμο της οικογένειας.

Όπως γράψαμε στην σχετική παρουσίαση, εμπλουτίσατε την ερμηνεία σας με μια ιδιαίτερη σωματικότητα, με μια συγκλονιστική, προσωπική γλωσσολογία σώματος. Επρόκειτο για σκηνοθετική οδηγία ή για δική σας επιλογή;

Το θέατρο είναι κάτι ζωντανό, φτιάχνεται εκείνη τη στιγμή και ο κάθε άνθρωπος το καθετί το δικαιολογεί και το εισπράττει διαφορετικά, ανάλογα με τις εμπειρίες του, τη ματιά του, τα διαβάσματά του… Όσον αφορά τη γλωσσολογία του σώματος που αναφέρεις, σύμφωνα με τη σκηνοθετική οδηγία η Νόρα βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση λόγω φόρτισης: τρέχει, φεύγει από τη μια κούκλα και πάει στην άλλη, ανεβαίνει στο μπαούλο, ξανακάθεται κάτω, τρέχει να κρυφτεί… Αυτό το πήρα και το εξέλιξα όσον αφορά τα πολυεπίπεδα που έχει το κάθε σώμα: την τάση προς τα εμπρός (επιθετική), προς τα πίσω (αμυντική), την κορδωμένη στάση (υπερηφάνεια, γείωση). Αυτή η κοπέλα έχει περάσει τόσα πολλά που δεν νομίζω πως θα μπορούσε να έχει τόσο ξεκάθαρους αυτούς τους τρεις άξονες, οπότε προσπάθησα, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του ρόλου και της ιστορίας που αφηγείται, να πειραματιστώ με διάφορα επίπεδα. Έτσι δε θα μπορούσα να αφήσω το σώμα μου ξύλινο ή να είναι απλώς το σώμα μιας δεσποσύνης. Σεβόμενη την σκηνοθετική οδηγία και τις δεσμεύσεις της αποφάσισα να εξελίξω τα όρια του ρόλου. Καθώς εξελίσσεις το ρόλο, το ίδιο το σώμα λειτουργεί πλέον μόνο του.

Η Νόρα Μετά βασίζεται στο κείμενο της Ιψενικής Νόρας αλλά μεταλλάσσεται σε νέο έργο, δια χειρός Νίκου Καμτσή, για να παρακολουθήσει τη Νόρα…μετά. Μπορούμε να επεμβαίνουμε σε έργα παγιωμένα στο χρόνο; Σας γοητεύει η ιδέα της συνέχισης της ζωής τους/των χαρακτήρων τους; Σκέφτεστε κάποιο έργο που θα σας ενδιέφερε να δείτε …Μετά;

Σε έργα παγιωμένα στο χρόνο η επέμβαση είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα, ίσως δυσκολότερο από την συγγραφή ενός έργου από την αρχή και απαιτεί ταλέντο και ιδιαίτερη δημιουργικότητα. Όταν το αποτέλεσμα είναι επιτυχές, τότε η συνέχιση της ζωής των χαρακτήρων για μένα είναι ιδιαίτερα γοητευτική.

Μπαίνετε άραγε και εσείς, ως ηθοποιός σε μια τέτοια πρόκληση; Να μεταπλάσετε ένα κείμενο ή έναν χαρακτήρα στο μετά, στο σήμερα ή έστω να τον στρέψετε προς έναν άλλο δρόμο και σαν δικό σας παιχνίδι;

Ναι, στην διαδικασία να βρω το ρόλο μου, στη διαδρομή. Από εκεί και πέρα σαν ηθοποιό στη παρούσα περίοδο δε με αφορούν τα «πειράματα».

Πιθανώς αυτό ενδιαφέρει πολύ περισσότερο τους σκηνοθέτες;

Εδώ πράγματι έχουμε διαφορά σκηνοθέτη – ηθοποιού: για έναν ηθοποιό δεν έχει σημασία αν ένας ρόλος έχει χιλιοπαιχτεί, γιατί έχει χιλιοπαιχτεί από άλλους. Η σχέση του ρόλου με τον ηθοποιό έχει μια μοναδικότητα. Τη μοναδικότητα της δικής του ερμηνείας όπως αυτός και μόνον αυτός τη βιώνει. Όταν ένας σκηνοθέτης πάρει ένα κείμενο, έχει δει το όραμα των άλλων σκηνοθετών. Είναι, νομίζω, διαφορετική η σκοπιά και γι’ αυτό ίσως έλκεται με νέες αναγνώσεις και θέλει να βάλει το δικό του στίγμα, τη δική του υπογραφή.

Εσείς αφήνεστε στα χέρια του σκηνοθέτη; Τι συμβαίνει όταν υπάρχει διαφωνία, όταν ο ρόλος σας μιλάει «διαφορετικά»;

Αυτή είναι μια εξαιρετική ερώτηση. Η επιλογή μου είναι να αφήνομαι αλλά αυτό έχει το μειονέκτημα να περιορίζει τον ηθοποιό στα όρια τα οποία έχει ο σκηνοθέτης. Η ύπαρξη διαφωνίας ηθοποιού-σκηνοθέτη πιστεύω ότι είναι μία γόνιμη σχέση. Γιατί όπως δεν είναι απριόρι ότι η σκηνοθετική άποψη έιναι η καλύτερη δυνατή το ίδιο συμβαίνει και με τη διάθεση που έχει ο ηθοποιός απέναντι στο ρόλο.

Ο καθένας βγάζει τη δημιουργικότητά του, αλλά στο δικό του κομμάτι. Θα είναι, πιθανώς, πολλαπλάσια δουλειά να ικανοποιήσει το όραμά του και να σκάψει και τα υποκριτικά βάθη του ηθοποιού.

Συμφωνώ.

Ρόλος που θα ονειρευόσασταν να παίξετε ή να πειραματιστείτε πάνω του;

Πάντα μ’ ενδιέφερε πολύ το αυτοβιογραφικό στοιχείο, να παίξω τη ζωή μιας μεγάλης προσωπικότητας και επίσης να ερμηνεύσω τραγικούς χαρακτήρες. Στο θέατρο ειδικότερα, Δοξα τω Θεό, μέχρι στιγμής έχω αγγίξει αρκετά πράγματα και με οδηγεί το ενστικτό μου.

Επιστρέφοντας στη Νόρα: η διαφορετικότητά της μεταφράζεται ως παράνοια, η προσωπική της γνώμη ως ψυχοπάθεια.

Εξαρτάται ποιος από το περιβάλλον της τη κρίνει και πως αυτός ερμηνεύει τη διαφορετικότητά της αποδίδοντας τις έννοιες της παράνοιας ή της ψυχοπάθειας. Η τρέλα δε παίζεται και πολλές φορές αυτοί που θεωρούνται κοινωνικά σωστοί είναι οι συντελεστές της κατάστασης που βρίσκεται η Νόρα.

Βέβαια με τους σύγχρονους πλέον ψυχιατρικούς όρους, οι αρσενικοί χαρακτήρες του έργου αποτελούν κλινικές περιπτώσεις. Σκέφτομαι όμως πως τόσα χρόνια μετά τη Νόρα η γυναίκα ετεροκαθορίζεται. Ο κόσμος δεν διδάχτηκε τίποτε από τον Ίψεν, από το θέατρο; Το θέατρο βρίσκεται απλώς εκεί για να εντοπίζουμε τους εαυτούς μας και να ανακουφιζόμαστε για ένα δίωρο;

Ακόμα και ο Ίψεν δε θα μπορούσε απόλυτα να εξαλείψει τους κοινωνικούς ετεροκαθορισμούς. Έιναι όμως από τους πρώτους που μπόρεσε να τους καταγγείλει, και ουσιαστικά να αποτελέσει την αφετηρία στην εξέλιξη της γυναικείας ανεξαρτησίας. Το θέατρο πιστεύω, ακόμα και ως απλή ψυχαγωγική διαδικασία, δρα παιδευτικά σε πάρα πολλές εκφάνσεις της προσωπικότητάς μας και του είναι μας και κατά συνέπεια, δεν είναι απλή διαδικασία ανακούφισης.

Τρέμω με την ιδέα πως το Κουκλόσπιτο της Νόρας, η συρρίκνωση όλου του κόσμου της στον οικιακό μικρόκοσμο σήμερα είναι πλέον καθολική. Το σπίτι γίνεται το φρούριό μας, το έξω τρομάζει, η τηλεόραση γίνεται το μοναδικό μας παράθυρο, ενίοτε και πόρτα. Υπάρχει άραγε αυτή η δια-φυλική, δια-χρονική διάσταση στο έργο;

Σαφώς και ξεπερνάει τα γυναικεία δικαιώματα. Και ο άντρας θα σκεφτεί τον δικό του το ρόλο – στην οικογένεια, στην κοινωνία. Αλλά ούτε η Νόρα είναι αθώα, εφόσον χρησιμοποιεί τον γιατρό για να καταφέρει αυτό που θέλει. Το έργο εκφράζει μια γενικότερη φιλοσοφία που παρουσιάζεται τόσο στο πρόλογο όσο και στον επίλογο. Εκεί η ηρωίδα κοιτάει κατάματα τον θεατή και λέει «ζητάς απ’ τον ήλιο να λάμψει πιο πολύ και καίγεσαι», «τραγουδάς γιατί δεν αντέχεις τη σιωπή, χορεύεις για να γεμίσεις την ερημιά και την ακινησία». Οι έννοιες αυτές αγγίζουν το καθένα ανεξάρτητα από το επίπεδο της παιδείας του μιλώντας στις ψυχές όλων των ανθρώπων. Ανοίγοντας τα μάτια μας στο πρόβλημα του διπλανού μας, δεν αντλούμε μόνο δύναμη αλλά αντιμετωπίζουμε καλύτερα και το δικό μας πρόβλημα. Γι’ αυτό πιστεύω ότι ο κάθε άνθρωπος που θα έρθει στην παράσταση, θα βρει ένα κομμάτι που τον αφορά.

Είστε ευχαριστημένη από τις ελληνικές θεατρικές εκδόσεις; Τι σας λείπει;

Οι επιλογές των ελληνικών θεατρικών εκδόσεων περιορίζονται κατά κύριο λόγο στις εκδόσεις Δωδώνη, Κάκτος,Ύψιλον, Επικαιρότητα. Ειδικά για το Κουκλόσπιτο στην έρευνά μου βρήκα μόνο 2 μεταφράσεις όπου ο λόγος ήταν παρωχημένος. Το κείμενο που μας έφερε ο κ. Καμτσής έτοιμο ήταν σε καθαρό και στρωτό λόγο. Στην Ελλάδα στο θέατρο οι μεταφράσεις γίνονται κατόπιν αναθέσεων για τα καινούρια έργα. Έχω τη τύχη να μπορώ να δουλεύω με έργα από την Αμερική και από την Ισπανία στην αγγλική τους έκδοση και δε χρειάζεται να χρησιμοποιώ ελληνικές μεταφράσεις.

Διαβάζετε θέατρο ή για το θέατρο; Κάποιες εκδόσεις άξιες αναφοράςνα αναφερθούν;

Μου αρέσει να διαβάζω καινούργια θεατρικά έργα και βιβλία για την υποκριτική. Έχω μια μεγάλη βιβλιοθήκη που ανατρέχω συνέχεια. Ενδεικτικά:
Acting, The First Six Lessons by Richard Boleslavsky
On Method Acting by Edward Dwight Easty
Acting in Film by Michael Caine
The Intent to Live by Larry Moss
On the Technique of Acting by Michael Chechov

Στην Αμερική υπάρχει ένα φοβερό βιβλιοπωλείο, το Samuel French, εξαιρετικό για το θέατρο, για τον κινηματογράφο και για την τηλεόραση. Εκεί λοιπόν βρίσκω παρά πολλά έργα. Βρήκα διασκευές πάνω στη Νόρα κι έτσι διάβασα διάφορες εκδοχές. Δε σημαίνει πως μου άρεσαν όλες, έχει όμως ενδιαφέρον να βλέπεις διαφορετικές παραμέτρους. Μακάρι και στην Ελλάδα να υπήρχε ένα τέτοιο βιβλιοπωλείο.

Πότε διαβάζει ένας ηθοποιός; Αν υποθέσουμε πως μελετά τον ρόλο του και διαβάζει για το θεατρικό έργο όπου συμμετέχει, πότε μένει χρόνος να επεκταθεί αλλού;

Την εποχή που διαβάζω ένα ρόλο, δεν διαβάζω τίποτε άλλο. Ξεκινάω την έρευνά μου, ψάχνω άλλες παρουσιάσεις, σκηνοθετικές απόψεις, εντρυφώ σε φιλοσοφικές θεωρίες που αναφέρονται στο έργο, στον πολιτισμό της περιόδου, είμαι απόλυτα αποροφημένη και διοχετεύω την ενέργειά μου αποκλειστικά εκεί. Όταν οι παραστάσεις μπουν στη πορεία τους, ηρεμώ και κάνω τα διαβάσματά μου.

Το βράδυ που είδα την παράσταση η Αθήνα είχε βραχυκυκλώσει για άλλη μια φορά κι εσείς βρεθήκατε ακινητοποιημένη, μακριά από το θέατρο. Μου φάνηκε αδιανόητη η εικόνα: η Νόρα ξέμεινε στο Ζάππειο σε απόλυτα περιοριστικές συνθήκες αλλά μετά από λίγο οφείλει να αιωρηθεί πάνω στη σκηνή.

Πράγματι ήταν μια δύσκολη παράσταση για μένα, επειδή χρειάζομαι τουλάχιστον μιάμιση ώρα πριν από κάθε παράσταση για να προετοιμαστώ. Βέβαια την απόδοση ενός ρόλου ανεξάρτητα από το πόσες φορές έχει παιχτεί προσπαθώ να την έχω σε επίπεδο ακραίο. Δε μπορώ βέβαια κάθε μέρα να είμαι η ίδια. Παίζω με τα δάκρυα μου, τα συναισθήματά μου, με όλο μου το είναι.

Προηγούμενοι ρόλοι;
Στο θέατρο από τότε που ήρθα στην Ελλάδα πριν τρία χρόνια: Βερολίνο 1989, Ιστορίες μιας πόλης, από το βιβλίο του Δημήτρη Γκενεράλη, σε σκηνοθεσία Άρη Τρουπάκη, (Απλό Θέατρο, Νέα Σκηνή). Έπειτα ήρθε Το Φεγγάρι που Ματώνει, του Νίκολας Καζάν (Θέατρο Τόπος Αλλού). Και μετά ο μονόλογος, Ιφιγένεια της Ευρυπίδου, της Σοφίας Διονυσοπούλου (Θέατρο Φούρνος) που γράφτηκε επηρεασμένος από τα Δεκεμβριανά του 2008.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας θεατρικός συγγραφέας;

Ο Βασίλης Κατσικονούρης.

Σας ακολούθησε ποτέ κάποιος ρόλος σας μετά την ολοκλήρωση των παραστάσεων; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι ρόλοι που περισσότερο μαθαίνεις τα νέα τους είναι αυτοί που γίνονται στην τηλεόραση ή στον κινηματογράφο, άρα ενδέχεται κάποιος να έρθει και να σου πει ότι σε είχε δει. Έναν ρόλο που έχει τελειώσει, συνήθως τον κλειδώνω, τον αφήνω, του ξεφεύγω, πάω για άλλα.

Πώς βιοπορίζεστε;

Με τις ίδιες δυσκολίες που βιοπορίζονται όλοι οι ηθοποιοί.

Παρουσίαση της παράστασης: εδώ.

22
Φεβ.
11

Urban Native Integrated Nations of Europe (UNITE) – The Gathering of Strangers (Mule Satellite, 2010)

 

Μουσικοί που τραγουδάνε την εξορία. Μουσική που δεν εξορίζεται ποτέ.

Πέρα από το αυτονόητο ενδιαφέρον που έχει μια συλλογή κομματιών από και για την Μετανάστευση και την Εξορία (που σήμερα πλέον έχουν νέα πρόσωπα και ευρύτερη μορφή), το στοίχημα – πρόκληση για μια τέτοια κυκλοφορία είναι η μουσική που θα προτείνει. Η πολιτισμική ποικιλία είναι δεδομένη – θα πρόκειται όμως δηλαδή για τη συνηθισμένη παράθεση «εθνικών» μουσικών ή για καμιά πιο δουλεμένη ανακάτεψή τους;

Το εν λόγω πρότζεκτ αποτελεί ιδέα των Hamid Man Tu και Tim Whelan από τους Trans Global Underground και η συλλογή συλλέγει, όπως είναι αναμενόμενο, μουσικούς και σχήματα από πολλές χώρες. Το ενδιαφέρον δεν είναι όμως αυτή η ετερόκλιτη συγκέντρωση ειδών (ιδιαίτερα συνηθισμένη εδώ και χρόνια) αλλά το γεγονός πως αυτά πλέον έχουν ανοίξει φράκτες και σύνορα για να μετατραπούν σε νέα χαρμάνια. Σύμφωνοι, συχνά η στουντιακή επεξεργασία, τα «πειράγματα» μπορεί συχνά να ισοπεδώνουν τις ατόφιες παραδοσιακές δημιουργίες, όμως αποτελεί κι αυτός ένας τρόπος να μεταφερθούν αυτές στο σήμερα. Άλλωστε η αμιγώς παραδοσιακή μορφή τους υπάρχει πάντα σε μύριους ειδικούς δίσκους, δεν χάνεται. Αλλά ούτε και διασπείρεται σε ευρύτερα κοινά, παρά παραμένει σ’ ένα κύκλο ειδικών ακροατών.

Οι Πολωνοί Village Kollektiv (I have sold my field) κάνουν την πρώτη διασκεδαστική ανακάτωση. Η φωνολογία είναι βαλκανική, αλλά τα γρήγορα ροκ ντραμς και η τρεχαλητή ερμηνεία δείχνουν την αναπάντεχη συγγένεια με το πανκ! Αντίστοιχο ενδιαφέρον αλλά από άλλη θύρα το αμέσως επόμενο Keranka, όπου η μνημειακή φωνή της Βουλγάρας Yanka Rupkina χορεύει στα κάρβουνα μιας ηλεκτρονικής ντραμς ρυθμ σέξιον. Αξιοσημείωτο: και τα δυο αυτά κομμάτια απλώνονται σε έκταση, αφιερώνοντας τα τελευταία τους λεπτά σε έναν μονόλογο των οργάνων σε αποσιώπηση της φωνής.

Από τις αμιγώς παραδοσιακές φόρμες ξεχωρίζει η Βουλγάρα («Λονδρέζα» πλέον) Eugenia Georgieva που έχει ήδη δοκιμαστεί στα ρουμάνια της βουλγαρικής παραδοσιακής / φολκ (και με τους London Bulgarian Choir), σήμερα τραγουδάει και στο «Balkan/electro/klezmer» project Max Pashm Band και αποτελεί το ένα τρίο του τρίο Perunika που τραγουδάει ακαπέλλα την ευρύτερη σλαβική – ρωσική παράδοση και το οποίο μας περιμένει πιο κάτω με ηλεκτρονικό αυτή τη φορά υπόβαθρο. Παρά το νεαρό της ηλικίας της η φωνή της μοιάζει διαχρονική και τα διαβολικά «βουκολικά» πνευστά θυμίζουν το «Πριν τη Βροχή»…

Καθώς η βρετανική φολκ του Jim Noray (πολυοργανίστας φολκίστας, με δίσκους την τελευταία δεκαετία) αρχίζει τον διάλογο με την παραδοσιακή της Ουγγαρέζας Nori Kovacs (με διάφορα συμβολάκια πάνω από τα γράμματα), μια αμήχανη ντραμς και μπας προσπαθεί να δώσει ένα μοντέρνο στιλ στα είδη – αλλά δεν αρκεί. Ξαναβρίσκουμε την Kovacs σ’ άλλα δυο κομμάτια (8 και 11) κι εδώ προφανώς αποτελεί φάουλ η επανάληψη της ίδιας ιδέας σε τρία τραγούδια. Τι παιχνίδια παίζει η μνήμη…. Μου θύμισε λίγο το Urgh! A music war: Όλοι από ένα κομμάτι, οι Police τρία! Νόρι, Νόρι, Νόρι, μπας κι έχεις άκρες κι εσύ με τον Copeland; Από τραγούδια μετανάστευσης και περιπλάνησης δεν θα μπορούσε να λείπει η Ιρλανδέζικη φωνή κι εδώ την εκπροσωπεί κάλλιστα ο Martin Furey αλλά σχεδόν δεν καταλαβαίνεις πότε γίνεται η μετάβαση από το ιρλανδικό στο αφρικάνικο, με τον Σενεγαλέζο Bourama Badji. Ενδιαφέρουσα η παγίδα! Αντίρρηση εδώ η ίδια τα μονότονα ξύλινα (στουντιακά) κρουστά από πίσω. Τρίτος αγγλόφωνος της παρέας, ο Stuart Staples των Tindersticks δεν χρειάζεται συστάσεις και διαθέτει ήδη φωνή «εξόριστου» για το θλιμμένο του βαλσάκι.

Όταν το βάρος δίνεται στα ηλεκτρονικά, το παιχνίδι αποκτά περισσότερο ενδιαφέρον. Τα βαλκανικά πνευστά επιτέλους κυνηγιούνται από τα κόλπα και τις λούπες του DJ Lepe από τους Ελληνο-Ούγγρους Balkan Fanatik, σχετικά-με-το-θέμα φωνητικά sample εμποτίζουν οι τσέχοι Side 9000 στο δικό τους αμιγές dubster, ένα παλιό tune (σαν από ανατολικό ραδιόφωνο) λουπάρεται εξαιρετικά στο ανυπόγραφο Devet Deset και το κλειστήριο οργανικό προξενεύει την ρέγγε με το λούνα παρκ. Η μεγάλη έκπληξη βέβαια προέρχεται από το προτελευταίο κομμάτι. Είναι πράγματι οι Autopsia, εκείνο το πρωτοποριακό ηλεκτρονικό, αβαντ γκαρντ σχήμα από την «Γιουγκοσλαβία», που συνεχίζει να βγάζει δίσκους και να διασπέρνει projects μέχρι σήμερα! Θα τα ξαναπούμε σύντομα με δαύτους.

Ιδανικό συντροφικό του δίσκου ανάγνωσμα θα ήταν η συλλογή του Αντόνιο Μουνιόθ Μολίνα «Το βιβλίο της εξορίας» (εκδ. Πατάκη, 2003), όπου ο συγγραφέας δανείζεται τις «φωνές» πλείστων εξόριστων: Πρίμο Λέβι, Μίλενα Γεζένσκα (ο μεγάλος έρωτας του Κάφκα), Εουτζένια Γκίνσμπουργκ, Βάλτερ Μπένγιαμιν κ.ά. Και γράφω «θα ήταν» γιατί απ’ όσο γνωρίζω το βιβλίο βρίσκεται πλέον δύσκολα η φουρνιά του έχει εξαντληθεί.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ, ιστοσελίδα τους εδώ, στις φωτογραφίες: Village Kollektiv, Autopsia, Stuart Staples.

20
Φεβ.
11

Χόρχε Λουίς Μπόρχες – Ερνέστο Σάμπατο – Διάλογοι

«Συζητώντας υπάρχει κίνδυνος να συμφωνήσουμε».

Ο Ορλάντο Μπαρόνε (1937, δημοσιογράφος, συγγραφέας, πανεπιστημιακός καθηγητής) ονειρεύτηκε μια συζήτηση ανάμεσα στους δυο αγαπημένους του λογοτέχνες, Μπόρχες και Σάμπατο, στην ουσία μια σύμπλευση δυο πλευρών της αργεντινής λογοτεχνίας. Όταν πρότεινε στον Μπόρχες να επιλέξει εκείνος τον δεύτερο συντονιστή των διαλόγων, ο Μπόρχες του απάντησε: «Δεν χρειάζεται, σας έχω τυφλή εμπιστοσύνη». Οι συναντήσεις των τριών έγιναν στο κέντρο του Μπουένος Άιρες, στο διαμέρισμα του αριθμού 900 της οδού Μαϊπού (αλλά και στο μπαρ της γωνίας Μαϊπού και Κόρδοβα), μεταξύ Δεκεμβρίου 1974 και Μαρτίου 1975. Εκτός από τις κορυφές της λογοτεχνίας, Μπόρχες και Σάμπατο συνυπήρξαν και στις παρυφές της, όπως π.χ. στις σελίδες του περιοδικού Sur και τις βραδιές στο σπίτι της Σιλβίνα Οκάμπο και του Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες – αλλά φίλοι δεν υπήρξαν ποτέ.

Ο μόνος κανόνας του παιχνιδιού ήταν να μην συζητηθούν θέματα πολιτικής επικαιρότητας. Η εποχή ούτως ή άλλως ήταν ταραγμένη, όλη η σύγχρονη αργεντινική ιστορία είναι διαταραγμένη, πολιτικές διαφορές είχαν ήδη απομακρύνει αμφοτέρους, (αν και συμφώνησαν λίγο αργότερα στη χειραψία προς τον δικτάτορα Βιντέλα, όπως διασώζει μια λυπηρή φωτογραφία, αλλά αυτό είναι μια τεράστια συζήτηση). Ένας λόγος παραπάνω η μεταξύ τους συζήτηση να στερείται εκατέρωθεν φιλοφρονήσεων και αλληλολιβανίσματος, και να αγγίζει πυρήνες ουσιαστικής διαφωνίας και αντίθεσης.

Η συμπαρουσία του Μπαρόνε στη σκηνή (που επικρίθηκε από κομμάτι της κριτικής) είναι, κατά προσωπική μου αίσθηση, ευπρόσδεκτη, εφόσον ο ίδιος υπήρξε ο αρχιτέκτονας της γέφυρας αλλά κυρίως επειδή αποδίδει το κλίμα των συζητήσεων, με σύντομες περιγραφές του τόπου, των διαθέσεων, της ατμόσφαιρας. Πώς μπορεί π.χ. να αγνοηθεί η πληροφορία πως κάποιες συζητήσεις έγιναν με μόνιμη υπόκρουση το ουρλιαχτό των σειρήνων, καθώς έχουν προηγηθεί οι δολοφονίες του διανοούμενου και πολιτικού ακτιβιστή Σίλβιο Φρόντιτσι και του στρατηγού Κάρλος Πρατς, αντιπροέδρου της Χιλής επί Αλιέντε; Αμφότεροι οι συνομιλητές συζητούν απλά, αυθόρμητα, χωρίς την φορτωμένη σκευή των λογοτεχνικών και δοκιμιακών τους κειμένων, αλλά με το ίδιο βάθος και την ίδια σημασία. Υπάρχει μια διάθεση αυτοσαρκασμού και απομυθοποίησης, ακόμα και λεπτεπίλεπτων ειρωνικών πειραγμάτων. Συχνά οι διάλογοι ξεδιπλώνονται συνειρμικά, η μια πρόταση οδηγεί σε μια θύμηση, που αρπάζει ο έτερος συνομιλητής και την πηγαίνει σε δικές του περιοχές.

Και συζητούν για τα πάντα! Για την λογοτεχνία (Μ.: «Η λογοτεχνία δεν είναι λιγότερο πραγματική απ’ αυτό που ονομάζεται πραγματικότητα»), την διδασκαλία της (Σ.: «η λογοτεχνία θα έπρεπε να διδάσκεται ανάποδα, ξεκινώντας από τους σύγχρονους συγγραφείς που είναι πιο κοντά στη γλώσσα και στα προβλήματα των νέων και καταλήγοντας στους κλασικούς»), το μυθιστόρημα (Σ.: «είναι σαν μια ήπειρος. Για να φτάσεις σ’ ένα όμορφο μέρος, καλείσαι ξαφνικά να διασχίσεις λίμνες ή απέραντες ελώδεις εκτάσεις, να διατρέξεις ατελεύτητους δρόμους, γεμάτους σκόνη και λάσπη…όποιος θέλει να βρει ένα θησαυρό στο Μάτο Γκρόσο θα πρέπει να αντιμετωπίσει πολλούς κινδύνους»), το γράψιμο (Μ.: «με ανακουφίζει, με βοηθάει να λησμονήσω τον εαυτό μου, τις συνθήκες της ζωής μου»), την μετάφραση (Σ: «Στην πραγματικότητα κάθε μετάφραση είναι αποτυχημένη, αφού δεν υπάρχουν ακριβείς αντιστοιχίες», Μ.: «Γι’ αυτό φταίνε τα λεξικά, που κάνουν τον κόσμο να πιστεύει πως υπάρχουν ισοδύναμα, ενώ δεν υπάρχουν», Σ.: «είναι προτιμότερο ένας συγγραφέας να μεταφράζεται από κάποιον λιγότερο αναγνωρίσιμο συγγραφέα χωρίς ιδιαίτερο προσωπικό ύφος»).

Συνομιλούν για την τέχνη (Σ.: «το έργο της τέχνης υπερβαίνει τους κανόνες του δημιουργού του»), την καλλιτεχνική ελευθερία (Σ.: «Οι επαναστάσεις είναι συντηρητικές στον τομέα της τέχνης. Ο καλλιτέχνης είναι ο κατεξοχήν επαναστάτης γι’ αυτό και οι επαναστάσεις δεν τα ’χουν καλά μαζί του»), την κινηματογραφική μεταφορά της λογοτεχνίας (Μ.: «με βρήκαν προκειμένου να γυρίσουν τον «Νεκρό». Τους είπα να μη σεβαστούν το κείμενο του διηγήματος. Τους θύμισα πως άλλο πράγμα είναι η λογοτεχνία και άλλο ο κινηματογράφος…Επέμεινα να χρησιμοποιήσουν το διήγημα ως αφετηρία και τίποτε περισσότερο, και ν’ αφήσουν τη φαντασία τους να πετάξει. Τους ζήτησα, επίσης, να μη γραφτεί τ’ όνομά μου, ή να γράψουν απλώς «βασισμένο στο διήγημα…»). Συχνά εξειδικεύουν σ’ εκείνους που διάβασαν περισσότερο και διαρκώς: τον Δον Κιχώτη (Μ.: «ο χαρακτήρας είναι πιο σημαντικός απ’ όσα του συμβαίνουν»), τον Στίβενσον (Σ.: «ό,τι αποσιωπά συχνά είναι πιο σημαντικό απ’ ό,τι λέει ρητά»), τον Μαρτίν Φιέρρο, τον Μασεδόνιο Φερνάντες, τον Εστεμπάν Ετσεβερρία. Και φυσικά δεν θα μπορούσαν ποτέ να λείπουν η αυτοκτονία, η τρέλα, ο θάνατος.

Οι συζητήσεις κάποτε έπρεπε να τελειώσουν (αλλιώς το βιβλίο θα ήταν αιώνιο, όπως ειρωνεύτηκε χαρακτηριστικά ο Μπόρχες). Ο Μπαρόνε μελαγχολεί καθώς το παμπάλαιο μαγνητόφωνο General Electric και οι ηχογραφήσεις – αντικείμενο επεξεργασίας στην κονσόλα του παλιού ραδιοφωνικού σταθμού σώπασαν και τα αρνητικά του φωτογράφου φαίνονται οριστικά χαμένα. Όμως έχτισε για λίγο μια γέφυρα ανάμεσα σε δυο όχθες της αργεντινής λογοτεχνίας. Μπορεί «τα λεγόμενα του ενός να φαίνονται ασύνδετα μ’ εκείνα του άλλου. Ωστόσο, ένα αδιόρατο πλέγμα, ένα κρυφό υφάδι τα ενώνει… αποφεύγουν τις αβρότητες όπως και τη σύγκρουση γιατί ο θησαυρός είναι και των δύο ή κανενός». Σαν «δυο θηρευτές που κυνηγούν διαφορετικά θηράματα σε διαφορετικές περιοχές και που ποτέ δεν θα συναντηθούν. Δεν ακολουθούν διαφορετικά μονοπάτια αλλά ενοικούν διαφορετικά σύμπαντα». Πράγματι, οι συγγραφείς ξανασυναντήθηκαν μονάχα μια φορά. Αλλά κάθε συνάντηση που έχει το περιεχόμενο, τα βάθη, την αξιοπρέπεια και τον αλληλοσεβασμό των δικών τους, είναι άξια ύπαρξης, ακόμα κι αν συμβεί μονάχα μια φορά.

Κάθε φορά που οι θεωρητικοί επικαλούνται τον Άνθρωπο με άλφα κεφαλαίο, θα πρέπει να φοβάται κανείς: είτε αποκεφαλίζουν χιλιάδες ανθρώπους με άλφα μικρό είτε τους βασανίζουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. (Σάμπατο, σ. 45)

[Περί Θεού] Πρόκειται για την κορυφαία επινόηση της φανταστικής λογοτεχνίας. Τα γεννήματα της φαντασίας του Γουέλς, του Κάφκα ή του Πόε ωχριούν μπροστά στο επινόημα της θεολογίας. Η ιδέα ενός τέλειου, παντοδύναμου όντος είναι κατεξοχήν φανταστική. (Μπόρχες, σ. 46)

Εκδ. Printa, [Σειρά Εκ Βαθέων], 2010, Καταγραφή: Ορλάντο Μπαρόνε, μτφ.: Δήμητρα Παπαβασιλείου, με 186 σημειώσεις της μεταφράστριας, 255 σελ. (Jorge Luis Borges – Ernesto Sabato, Diálogos, 1976).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr. Στην τελευταία φωτογραφία: σκίτσο του Μπόρχες για το τανγκό – το οποίο φυσικά δεν λείπει από την συζήτηση…

19
Φεβ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 22

 

J.G. Ballard – High/Rise (1975)
Λέξεις αμφι-λεγόμενες. Κάθετος λοξή. Κενά στο σχέδιο, κενά στην κατασκευή. Σκίσιμο στο μαυρόασπρο. Κρύψιμο των σύννεφων. Δηλαδή όπως στις ιστορίες του Μπάλλαρντ: τα κανονικά παύουν να είναι κανονικά. 

18
Φεβ.
11

Νέα Εστία, τεύχος 1839 (Δεκέμβριος 2010)

Αφιέρωμα στον Γκυστάβ Φλωμπέρ
Εκατόν τριάντα χρόνια από το θάνατό του

Ο μύθος, η περιπέτεια σ’ ένα μυθιστόρημα δεν με απασχολεί καθόλου. Η έγνοιά μου, όταν γράφω μυθιστόρημα, είναι να αποδώσω ένα χρώμα, έναν τόνο. Λόγου χάριν, στο μυθιστόρημά μου για την Καρχηδόνα [Σαλαμπώ], θέλω να δείξω κάτι το πορφυρό. Όσο για τα υπόλοιπα, χαρακτήρες, πλοκή, όλα είναι λεπτομέρειες. Στη Μαντάμ Μποβαρύ, η μόνη μου έγνοια ήταν αποδώσω ένα γκρίζο τόνο, αυτό το μουχλιασμένο χρώμα που έχουν οι σκολόπενδρες.

… έγραφε ο Φλωμπέρ, που ανεξάρτητα από την επιθυμία του κατόρθωσε πολύ περισσότερα. Το παραπάνω παράθεμα μας κοινωνεί η Λίζυ Τσιριμώκου που στρέφει το μικροσκόπιό της προς τον Κύριο Μποβαρύ. Ο Σαρλ απέχει παρασάγγες από τον ιδεότυπο του «ντελικάτου εραστή» που έχει πλάσει ο νους της Έμμας (ο Φλωμπέρ γελοιογραφεί τον ρομαντισμό και τον ρεαλισμό συνάμα, την ανεδαφικότητα του ενός και την αφόρητη πεζότητα του άλλου, εκθέτοντας τη μωρία αμφοτέρων) και διακρίνεται από παθητικότητα και ατολμία, εναποθέτει την ευτυχία και το μέλλον του στα χέρια της, καθίσταται σκλάβος της, ένας κύριος της κυρίας.

Τίποτε δεν συμβαίνει στο επαρχιακό πλαίσιο της ευφάνταστης Έμμας, αλλά αυτό το χρόνιο τίποτε σαρκώνεται προοδευτικά σε κάτι βαρύ, πιεστικό και απειλητικό. Η μετάβαση από τη σκοπιά του Σαρλ στη σκοπιά της Έμμας συντελείται σταδιακά, σχεδόν αόρατα κι εμείς συνεχίζουμε να παρακολουθούμε τις κινήσεις του μέσω της δικής της ματιάς. Έτσι ο συγγραφέας καθίσταται βιρτουόζος της τέχνης της μετατοπιζόμενης εστίασης. Κι αν το κείμενο του Φλωμπέρ ενίσχυσε το κύρος της ρεαλιστικής γραφής, η απομυθευτική λογική του αναιρούσε στην πράξη κάθε σχετικό στύλωμα, λειτουργώντας ως πρώιμο αντιμυθιστόρημα, υπονομεύοντας και αποδομώντας το περίγραμμα του παραδοσιακού μυθιστορήματος

Ο Σωτήρης Παρασχάς (Η αποτυχία της ιδιοφυΐας στο Μπουβάρ και Πεκυσέ) εστιάζει στην αμφίσημη σχέση του συγγραφέα με τους δυο χαρακτήρες, η ιστορία των οποίων, εκ πρώτης όψεως, μοιάζει με μια ιστορία διαδοχικών και γελοίων αποτυχιών, ενώ η υποτυπώδης, σχεδόν ανύπαρκτη πλοκή τους καθιστά ως αλληγορίες ή ενσαρκώσεις αφηρημένων εννοιών – άλλωστε η αφέλεια και η ανοησία αποτελούν πάγια χαρακτηριστικά των ηρώων του συγγραφέα. Σε αντίθεση όμως με τους άλλους φλωμπερικούς χαρακτήρες, εκείνοι δεν βιώνουν την πραγματικότητα από δεύτερο χέρι: τα βιβλία δεν αποτελούν πηγή εμπειρίας αλλά απλώς (ελαττωματικά) όπως αποδεικνύεται) εργαλεία για να κατανοήσουν και να αλλάξουν την πραγματικότητα. Η αποτυχία όλων των δημιουργικών προσπαθειών τούς στρέφει στην αντιγραφή, δημιουργώντας ένα σώμα αποσπασμάτων που δηλώνει την αδυναμία δημιουργίας ενός οργανικού όλου, έναν κέντρωνα της ανθρώπινης ανοησίας. Αλλά έχει ήδη σηματοδοτηθεί η αποτυχία της ίδιας της έννοιας της ρομαντικής ιδιοφυίας του συγγραφέα, που αντικαθίσταται πλέον από τον συγγραφέα – χειροτέχνη.

Ο Μιχαήλ Πασχάλης («Κάλπαζε σαν το ελάφι»: η ιπποποδία και ο σπαραγμός του Ιππολύτ Τωταίν) ερευνά πρωτογενώς την λογοτεχνική καταγωγή του Τωταίν, του κουτσού σταβλίτη του πανδοχείου «Το Χρυσό Λιοντάρι» στην Μαντάμ Μποβαρύ και καταλήγει στον μυθικό Ιππόλυτο. Τόσο ο Ιππόλυτος του Ευριπίδη και του Σενέκα όσο και ο Ιππολύτ του Φλωμπέρ αποτελούν «αποκλίνουσες» περιπτώσεις (ανέραστοι και μισογύνηδες οι πρώτοι, σωματικά αδύναμος – δύσμορφος ο δεύτερος) και τιμωρούνται γι’ αυτό. Αν όμως εκείνοι διαπράττουν ύβρη, ο φλωμπερικός ήρωας είναι ευτυχής όπως είναι –η κοινωνία δεν αποδέχεται την στρεβλότητα του ποδιού του και επιχειρεί να το ισιώσει. Για άλλη μια φορά η κοινωνία αναλαμβάνει να διορθώσει αυτό που τολμά να αποκλίνει από τον κανόνα της, σκέφτομαι καθώς διαβάζω την εξαιρετική πρωτογενή σημασιολογική έρευνα του γράφοντος.

Τρεις ακόμα φλωμπερικές καταθέσεις συμπληρώνουν ένα σύνολο κειμένων ευανάγνωστο και αξιανάγνωστο: Απηχήσεις του γερμανικού ιδεαλισμού στην αισθητική σκέψη του Γουσταύου Φλωμπέρ (Δημήτρης Πολυχρονάκης) Ο Ζιντ αναγνώστης του Φλωμπέρ (Γιάννης Δημητρακάκης) και Η Μαντάμ Μποβαρύ και η κριτική, Α΄1857 – 1880 (Σ.Ν. Φιλιππίδης), Γκυστάβ Φλωμπέρ (1821 – 1880). Μια επιστολή στον Μωπασσάν (Οντέν Βαρών – Βασάρ).

Τέλος, αναπόσπαστο κομμάτι της Νέας Εστίας εδώ και κάποια τεύχη και για αρκετά επόμενα αποτελεί η δοκιμιακή κατάθεση του Χρήστου Χρυσόπουλου σχετικά με την έννοια της «Επιτελεστικής Λογοτεχνίας» («Ο δανεισμένος λόγος»), που προσεγγίζεται κάθε φορά και από διαφορετική σκοπιά. Πρόκειται για έναν όρο που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να μιλήσει για το σύγχρονο μυθιστόρημα και οποίος θα αποτελέσει τον πυρήνα ενός προσεχούς δοκιμιακού βιβλίου. Αυτή τη φορά στο επίκεντρο τίθεται ο αφελής αναγνώστης, που απαίδευτος αναζητά την «αυθεντικότητα» και επιδιώκει την «ταύτιση», γίνεται ο εντολοδόχος ενός κυρίαρχου νοήματος και απαρνείται κάθε αυτόνομη ιδιότητα, έτσι ώστε να ταυτιστεί με τον γενικό νόμο της υποταγής στη ροή των προτάσεων του μυθιστορήματος. Αποφασίζοντας να προσέλθει στο κείμενο, δεσμεύει και τα δύο μέρη (το μυθιστόρημα και τον εαυτό του) με ένα αναγνωστικό συμβόλαιο και ακολουθεί μια εμπορευματική λογική: «πλήρωσα» με την ανάγνωση και «αναμένω» το αντίτιμο. Στο ενδιαφέρον αυτό κείμενο μεταφράζονται και παραφράζονται οι τρεις βασικές συνθήκες της βιβλιομανίας του Μίλαν Κούντερα, που σκιαγραφούν την αγοραία αναγνωστική πεποίθηση του «πελάτη που έχει πάντα δίκιο» και προσεγγίζεται η ψύχωση με τα βιβλία που ο Ονέττι ονόμασε Literatosis και ο Βίλα Μάτας Νόσο του Μοντάνο.

Στην τελευταία φωτογραφία, ένα σχέδιο για τους Μπουβάρ και Πεκυσέ. Εκτός αν πρόκειται για τους αφελείς αναγνώστες του τελευταίου δοκιμίου. Ή τους ίδιους τους Μπουβάρ και Πεκυσέ ως αφελείς αναγνώστες…

 

16
Φεβ.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 39. Γιώργος Χ. Θεοχάρης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μέλβιλ, Πάστερνακ, Στεντάλ, Γιόζεφ Ροτ, Τσβάιχ, Πόε, Χένρυ Μίλερ, Καλβίνο, Παβέζε, Λαμπεντούζα, Κάρσον ΜακΚάλερς, Φράνκ ΜακΚόρτ, Σάλιντζερ, Αχμάτοβα, Μπόρχες, Ζόρζ Περέκ, Μπενζαμέν Περέ, Σελίν, Βιζυηνός, Παπαδιαμάντης, Θεοτόκης, Βουτυράς, Άρης Αλεξάνδρου, Μέλπω Αξιώτη, Λορεντζάτος, Ε. Χ. Γονατάς, Γιάννης Πάνου, Παπαδημητρακόπουλος, Γκόρπας, Δάλλας, Μέσκος, Γκανάς.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

«Το γεφύρι στο Δρίνο» του Ίβο Άντριτς, «Ο κόσμος του χθες» του Στέφαν Τσβάιχ, «Κοντά στην άγρια καρδιά» της Κλαρίσε Λισπέκτορ,

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Ο Μπαλάφας στον Παράδεισο» του Δημοσθένη Βουτυρά, «Οι καρφίτσες» του Όμηρου Πέλλα, «Το άλλοθι» του Ντόλη Νίκβα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο νέος ποιητής Γιάννης Δούκας για την ωριμότητα της ποίησής του στο βιβλίο του «Στα μέσα σύνορα» που μόλις κυκλοφόρησε.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ετιέν στο «Ζερμινάλ» του Ζολά.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει στον χώρο της επαγγελματικής μου απασχόλησης, αλλά και σε δωμάτια ξενοδοχείων καθώς και σε κάμπινγκ.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τους στίχους σας;

Σημειώνω οπουδήποτε κι αν βρεθώ, εφ’ όσον μου δοθεί το ερέθισμα, γράφω όμως, αποτελεσματικότερα, στο τραπέζι της κουζίνας του σπιτιού μου, απ’ όπου αντικρίζω την ευεργετική εικόνα της θάλασσας του Κορινθιακού, κάθε φορά που αφήνω το μολύβι για να συλλογιστώ.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Γράφω έχοντας εξασφαλίσει ησυχία, όταν όμως διεκπεραιώνω ζητήματα του περιοδικού που έχουν να κάνουν με κείμενα (διορθώσεις, αναδιάταξη της ύλης, κλπ) ακούω έλληνες συνθέτες, με πρώτη επιλογή τον Σταύρο Ξαρχάκο και ιδιαιτέρως το έργο του «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας».

Θα μας τιμήσετε με προσωπικές σας μινιατούρες παρουσίασης των βιβλίων σας;;

Η συλλογή «Πτωχόν Μετάλλευμα» εκδόθηκε από το περιοδικό Εμβόλιμον το 1990 με ποιήματα για τον έρωτα και το θάνατο καθώς και ποιήματα ποιητικής.
Η συλλογή «Αμειψισπορά» εκδόθηκε το 1996 από την Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Λεβαδείας και περιέχει ποιήματα υπαρξιακά και ποιήματα ποιητικής, ακόμη μια φορά.
Η συλλογή «Ενθύμιον» κυκλοφόρησε το 2004 στις εκδόσεις Καστανιώτη και το περιεχόμενό της έχει να κάνει με την ευεργετική τυραννία της μνήμης.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Στο τέλος του 2010 από τις εκδόσεις Μελάνι κυκλοφόρησε η συλλογή «Από μνήμης». Στο μεγαλύτερο μέρος της αποτελείται από ποιητικές πρόζες ανασυρμένες, και πάλι, από το αποθετήριο της μνήμης, μια κήδευση νεκρών από τις μικρές προσωπικές τραγωδίες που συντελέστηκαν, ως μέρος του ελληνικού τραγικού όλου, στην αγροτική περιοχή της γενέτειράς μου στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Υπάρχουν επίσης και ποιήματα διακειμενικής συνομιλίας με έργα ποιητών.

Έχετε γράψει μόνο ποίηση; Η πεζογραφία πολεμάει καθόλου να σας πάρει με το μέρος της;

Μου είναι προσιτή η μικρή φόρμα. Ίσως στο μέλλον κατορθώσω σύντομα διηγήματα. Ωστόσο το 2010 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις του βιβλιοπωλείου «Σύγχρονη Έκφραση», στη Λιβαδειά, το βιβλίο μου «Δίστομο 10 Ιουνίου 1944 – το Ολοκαύτωμα» που είναι το αποτέλεσμα έρευνάς μου δύο δεκαετιών σχετικά με το τραγικό γεγονός της Σφαγής από τους Γερμανούς στο Δίστομο της Βοιωτίας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Από το τέλος του 2008 είμαι συνταξιούχος του ιδιωτικού τομέα (εργάστηκα 35 χρόνια ως τεχνικός στην Μηχανολογική Συντήρηση του εργοστασίου παραγωγής αλουμίνας και αλουμινίου, στα Άσπρα Σπίτια) και απολαμβάνω την ευτυχία που μου προσφέρει η παρούσα κυβέρνηση με την αφαίρεση δύο συντάξεων κατ’ έτος και την κατακράτηση υπέρ ΛΑΦΚΑ μηνιαίως.

Εκδίδετε το λογοτεχνικό περιοδικό Εμβόλιμον, που έφτασε ήδη τα 60 τεύχη. Θα μας διηγηθείτε σχετικά με την εν λόγω περιπέτεια; Πώς σκεφτήκατε το όνομά του;

Τον Χειμώνα του 1988 επιχειρήσαμε –μια μικρή παρέα εργαζομένων στην βιομηχανία παραγωγής αλουμινίου που κάτι γράφαμε παράλληλα με τη βιοποριστική μας ενασχόληση- να παρεμβάλουμε και την δική μας ελάχιστη παρουσία στον συνωστισμό του έντυπου λόγου.
Την συντροφιά αποτελούσαν οι: Δημήτρης Φαφούτης, Μάνια Πάσσου, Αργύρης Λιόλιος, Δημήτρης Τζουβάλης, Δημήτρης Πρωταίος, Αρσινόη Τζουβάλη, Γιώργος Θεοχάρης, καθώς και η Άννα Μαρία Καρβώνη και ο Νίκος Ατζιάρας που ανέλαβαν την ευθύνη οργάνωσης των εκδηλώσεων και την οικονομική διαχείριση.
Στα χρόνια που ακολούθησαν επήλθαν οι αναγκαίες ρήξεις και αποχωρήσεις, όπως συμβαίνει σε κάθε περιοδικό. Κάποιοι έφυγαν γιατί διαφώνησαν, κάποιοι άλλοι γιατί συνταξιοδοτήθηκαν και έπρεπε να εγκαταλείψουν την πόλη (η τραγική μας μοίρα βλέπετε: μεταναστεύσαμε από τους τόπους της καταγωγής μας όταν πιάσαμε δουλειά και με τη σύνταξη μεταναστεύουμε ακόμα μια φορά προς τις γενέτειρές μας όπου πια δεν ξέρουμε σχεδόν κανέναν).
Έτσι στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού μετείχαν συν τω χρόνω και οι: Διονύσης Βυθούλκας, Νίκος Λαμπρόπουλος, Τάκης Κοντογιάννης και Νίκος Κελέρμενος.
Στην δυτική άκρη της Βοιωτίας, στον Κόλπο της Αντίκυρας, εκείνη την εποχή συμπληρωνόταν μία 25ετία έντονης βιομηχανικής δραστηριότητας και ξέραμε πως είχε αφήσει χαρακιές και σημάδια μέσα μας, έτσι ώστε να μπορούμε να ισχυριστούμε εντύπως, και συνεπώς δημοσίως, ότι ο χώρος στον οποίο ζούσαμε και δουλεύαμε δεν θα έπρεπε να συστήνεται στην ελληνική κοινωνία μονάχα με την τεχνολογική του ταυτότητα και την συνεισφορά του στο Α. Ε. Π., ούτε μονάχα με την εντύπωση από τις επιδράσεις της βιομηχανίας στο περιβάλλον και τον απόηχο των εργατικών και κοινωνικών αγώνων, αλλά και με ό,τι πνευματικό είχε να δώσει, με όποιους φθόγγους Λόγου μπορούσε να συλλαβίσει, με ό,τι «άφωνο» ποδοβολούσε μέσα στις ψυχές των κατοίκων.
Ονομάσαμε το περιοδικό Εμβόλιμον ακριβώς για να σηματοδοτήσουμε την πρόθεσή μας να εμβολίσουμε την αγκυλωτικήν αγκίστρωση της μικρής μας κοινότητας στους παγετώνες της βιομηχανικής μας καθημερινότητας.

Σε τι διαφέρει το Εμβόλιμον από τα άλλα λογοτεχνικά περιοδικά; Η έκδοση ενός λογοτεχνικού περιοδικού τι πνευματικές τέρψεις και τι βάσανα προσφέρει;

Ξεκινήσαμε θέλοντας κατ’ αρχήν να πείσουμε τους συντοπίτες μας για την αναγκαιότητα αυτής της εκδοτικής παρουσίας, ν’ αγγίξουμε τον ψυχισμό τους. Να μην θεωρήσουν το περιοδικό ξένο σώμα και το απορρίψουν.
Αφού το κατορθώσαμε, προχωρήσαμε σε πρόσκληση και παραίνεση, με κουβέντα πολλή, σε όσους ξέραμε πως είχαν γραπτά στο συρτάρι τους και τα κρατούσαν εκεί μη θεωρώντας τα σπουδαία. Τους καλέσαμε να ‘ρθούν μαζί μας, να τα δούμε μαζί, να μετρήσουμε την ποιότητα της συγκίνησης που θα προξενήσουν στην φιλική μας ανάγνωση και όσα διαλέξουμε να πάρουν θέση στις σελίδες του περιοδικού.
Ξεκινήσαμε λοιπόν κάνοντας τη σύμβαση πως ακόμη κι αν κάποια κείμενα είχαν αδυναμίες και εξ’ αιτίας τους το επίπεδο ποιότητας της ύλης χαμήλωνε, εμείς οφείλαμε να τα δημοσιεύουμε έχοντας την πεποίθηση πως μακροπρόθεσμα η επιλογή μας θα λειτουργούσε υπέρ της γραφής, επειδή είναι σημαντικό να πείσεις έστω και έναν συντοπίτη σου να βάλει στο χαρτί τις μνήμες και τα συναισθήματά του που στριμώχτηκαν σε άφωτους, μυστικούς χώρους, που καταχωνιάστηκαν σε κλειδωμένα συρτάρια αυτοεγκλεισμού από έλλειψη αυτοπεποίθησης.
Πιστέψαμε πως όταν ακούς τη σιωπή του διπλανού σου να χλιμιντρίζει και να σκάβει με τις οπλές την περίφραξη της ατολμίας, οφείλεις να του δείξεις μία διέξοδο, εκείνη που χαράσσει η πέννα, ώστε να βγει, ν’ ανασάνει στην άπλα της έκφρασης.
Πετύχαμε εκείνο το στοίχημα. Δεκάδες δημιουργοί από τον γεωγραφικό χώρο που ορίζεται στο πολύεδρο Άμφισσα – Λαμία – Θήβα – Λειβαδιά συντάχτηκαν μαζί μας και κάποιοι συνεχίζουν, αφού όλοι τους σιγά σιγά κατάλαβαν πώς οριοθετείται η γραμμή που χωρίζει την αγαθή προαίρεση από την ποιότητα της γραφής.
Φυσικά εξασφαλίζουμε συνεργασίες από λογοτέχνες δόκιμους, όμως δεν θέσαμε αυτή την επιλογή ως προτεραιότητα.

Η έκδοση ενός λογοτεχνικού περιοδικού προσφέρει χίλιες τέρψεις κι ένα, μονάχα, μεγάλο βάσανο: το διαρκές άγχος της εξασφάλισης πόρων για την έκδοση.

Το περιοδικό εκδίδεται στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας. Στα δικά μας αυτιά αυτό ακούγεται σαν μια απρόσμενη νησίδα πνευματικής αντίστασης. Πώς ανταποκρίνεται η ευρύτερη περιοχή; Εντάσσεται στην πολιτιστική ταυτότητα της εν λόγω περιφέρειας ή απλώς τυγχάνει να εκδίδεται στο μέρος όπου ζείτε;

Εντάσσεται, αναντίρρητα, και στηρίζεται από τους φιλαναγνώστες της πόλης και της επαρχίας μας. Γύρω από το περιοδικό δραστηριοποιείται η ομάδα των «Φίλων του Λόγου», οι οποίοι βοηθούν και στις πρακτικές εργασίες που προκύπτουν, π.χ. τοποθέτηση του περιοδικού στους φακέλους προκειμένου να ταχυδρομηθεί. Υπάρχει, εξάλλου, ένας πυρήνας φίλων, πλαισιούμενος και από άλλους που εναλλάσσονται κατά περίπτωση, που σταθερά παρακολουθούν τις παρουσιάσεις βιβλίων στο εντευκτήριο του περιοδικού. Σημειώστε ότι από το 1989 μέχρι σήμερα έχουν έρθει στο εντευκτήριό μας πάνω από 250 πεζογράφοι, ποιητές, φιλόσοφοι, δοκιμιογράφοι, ζωγράφοι, μουσικοί, φωτογράφοι.
Πολύ σημαντική, υποστήριξη, υλική και οικονομική, δεχόμαστε από την εταιρεία «Αλουμίνιον της Ελλάδος», τη βιομηχανία του χώρου μας, οι υπεύθυνοι κοινωνικού απολογισμού της οποίας θεωρούν το περιοδικό στοιχείο της πολιτισμικής ταυτότητας του χώρου. Μας παρέχει υποδομές, για τη στέγαση των γραφείων του περιοδικού και του εντευκτηρίου, για τη φιλοξενία των δημιουργών, κ. ά., καθώς και μόνιμη διαφημιστική καταχώρηση, που μπαίνει στο τέλος της ύλης, τη μοναδική, αφού είναι πολύ δύσκολο για μας να κυνηγάμε τη διαφήμιση κατεβαίνοντας στην Αθήνα.

Ασχολείστε και με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Δεν γράφω κατά παραγγελία (και φυσικά δεν αμείβομαι), αλλά επιλέγω να προσεγγίσω βιβλία και κείμενα που με άγγισαν στην πρώτη ανάγνωση, συνεπώς όχι μόνο δεν μου κλέβει συγγραφικό χρόνο αλλά είναι μία άσκηση γραφής.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Επειδή διαβάζω σε τρία επίπεδα καθημερινά (σαν ανάγνωση 3D δεν ακούγεται;!), το πρωί διαβάζω βιβλία ελλήνων λογοτεχνών για τα οποία πρέπει να μιλήσω σε δημόσιες παρουσιάσεις ή να δημοσιεύσω την εντύπωσή μου, το απόγευμα διαβάζω, αυτή την περίοδο, τις «Συνομιλίες με τον καθηγητή Υ» του Σελίν και το βράδυ τα τομίδια για τον ελληνικό Εμφύλιο που επιμελήθηκε ο Παντελής Βούλγαρης και διανέμονται από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ.

Τι γράφετε τώρα;

Αυτές τις μέρες γράφω ένα κείμενο για την ποίηση του Γιώργου Σαραντάρη το οποίο θα δημοσιευθεί στο περιοδικό «Πάροδος», ένα εξαιρετικό περιοδικό της επαρχίας, που εκδίδει ο φίλος μου ποιητής Κώστας Ριζάκης στη Λαμία.

Σημ. Το περιοδικό Εμβόλιμον έχει φτάσει στο 60ό τεύχος. Τα τελευταία του τεύχη θα φιλοξενηθούν σύντομα στο Πανδοχείο.

15
Φεβ.
11

Διαβάζω, τεύχος 515 (Φεβρουάριος 2011)

Δεν θα ξεκινήσω από το (αναμενόμενα χορταστικό) αφιέρωμα στον Ρέιμοντ Κάρβερ αλλά από ένα εξαιρετικό κείμενο του Κώστα Λογαρά που κοσμεί το τεύχος («Οι ενοχές ενός αναγνώστη»). Ο συγγραφέας αναρωτιέται πώς γίνεται κάποιοι αναγνώστες να είναι ενημερωμένοι για οτιδήποτε κυκλοφορεί στην αγορά και να εκφράζουν τεκμηριωμένη άποψη, ενώ οι δικές του ντάνες βιβλίων παραμένουν στοιβαγμένες κι αδιάβαστες, προκαλώντας ενοχές. Αν όμως η αναγνωστική συνήθεια αποτελεί εντελώς προσωπική απόλαυση, σκέφτεται, δεν μπορεί να είναι ούτε αγχωτική ούτε ενοχική.

Άλλο είναι η ενημέρωση κι άλλο η κατάκτηση ενός κειμένου· άλλο πράγμα η πληροφόρηση και διαφορετικό η μέθεξη σε μιαν άλλη οπτική. Αυτή η διαδικασία απαιτεί χρόνο, όχι καταναλωτική νοοτροπία και αντίληψη. Δεν είναι δίκαιο λοιπόν να εξομοιώνεται ο αναγνώστης – κοκοράκι με το άλλον, των αργών ρυθμών, που υπογραμμίζει ή κρατάει σημειώσεις, αναστοχάζεται και καταγράφει σκέψεις και σχόλια στο χαρτί, απολαμβάνοντας αργά αργά το κείμενο. Άλλωστε είναι πολύ σημαντικό ν’ ανακαλύψει ο αναγνώστης το tempo που επιλέγει ο συγγραφέας.

Ας γνωρίζει ο εκλεκτός συγγραφέας πως όσα τον απασχόλησαν αποτέλεσαν και δικούς μας προβληματισμούς και πως κι εμείς κάποια στιγμή όχι απλώς αγνοήσαμε τέτοιες σειρήνες αλλά μάθαμε ν’ απολαμβάνουμε και την απάντηση: όχι, εδώ κι ένα μήνα διαβάζω μόνο το εξής βιβλίο… Πόσο μάλλον τώρα που θα έχουμε στο μυαλό μας ετούτο το άτυπο μνημονικό μανιφέστο, να μας θυμίζει πως ένα βιβλίο επιζητεί ιδιαίτερη διαδικασία ανάγνωσης όπως ακριβώς ένα σώμα εξαιρετικής ωραιότητας απαιτεί, αφεαυτού, ιδιαίτερη προσέγγιση στην ερωτική διαδικασία.

Άραγε ο Κάρβερ πώς διαβάζεται; Είναι ένα ζήτημα – αλλά σίγουρα οι τρεις αφιερωματιστές μας δίνουν πολλές ιδέες. Η Μαρία Ξυλούρη τον καλοπιάνει με ένα εκτενές χρονολόγιο και ο Λευτέρης Καλοσπύρος μουτζουρώνεται μέσα στο βρώμικο αμερικανικό ρεαλισμό του συγγραφέα εντοπίζοντας βασικά του στοιχεία: την λανθάνουσα καλοσύνη των χαρακτήρων, το μυθιστορηματικό του παρόν ως κλειστοφοβική σκηνή αλκοολούχων αναθυμιάσεων, τις ιστορίες που θα μπορούσαν να συμβούν στον οποιονδήποτε, την επιλογή του επιθέτου που χρωματίζει το εκμαγείο του λογοτεχνικού ρεαλισμού, τα σπίτια που γίνονται «πισίνες αναμνήσεων και θερμοκήπια δυνητικά λανθασμένων επιλογών». Ο Τάσος Γουδέλης τολμά μια προσωπικότερη ανάγνωστη του συγγραφέα, πράγμα που δικαιούται περισσότερο απ’ όλους εφόσον τιτλοφόρησε κείμενα της τελευταίας του διηγηματικής συλλογής Με τον τρόπο του Ρέιμοντ Κάρβερ και η προαναφερθείσα Μ.Ξ. ολοκληρώνει την κύκλωση του περίφημου διηγηματογράφου ψάχνοντας αυτά που μένουν στα γραπτά του μετά την «απομάκρυνση» του εκδότη – επιμελητή Λις. Μήπως ο Λις μας στέρησε έναν μη καρβερικό Κάρβερ; Αλλά είπαμε: το θέμα είναι να αναμετρηθεί ο καθένας τώρα με την ανάγνωση – και αυτού του συγγραφέα.

Φεύγουμε; Όχι προτού διαβάσουμε ξανά τον δεκάλογο του Νόαμ Τσόμσκι για τις βασικές τακτικές χειραγώγησης της ανθρώπινης δράσης από τους ανάλογους μηχανισμούς (αναδημοσιεύει ο Αλέξης Ζήρας). Προσοχή όμως στα ιδιαίτερα αδιόρατα σημεία 3 και 9: την στρατηγική της σταδιακής εφαρμογής και την ενίσχυση της αυτοενοχής. Τι μας θυμίζουν, τι μας θυμίζουν… [96 σ.]

13
Φεβ.
11

Η αδυναμία απόλαυσης της διαδικτυακής λογοτεχνίας

1. Οι αχανείς κειμενοθήκες
Διάκειμαι θετικότατα απέναντι σε οιοδήποτε κείμενο. Ακόμα περισσότερο με γοητεύει η αναζήτηση και ο εντοπισμός ενός αξιανάγνωστου κειμένου ακόμα και στις πιο απίθανες πηγές. Έχω απολαύσει περίφημα κείμενα σε «επαρχιακά» λογοτεχνικά ή άλλα περιοδικά, σε τοπικά έντυπα, σε άγνωστες εκδόσεις. Ένα λογοτέχνημα μπορεί να κρύβεται σε στήλες εφημερίδας, επιστημονικά εγχειρίδια, θεατρικά προγράμματα, μπροσούρες, φυλλάδια, φανζίν, ακόμα και σε επαγγελματικές επιθεωρήσεις και τεχνικά φυλλάδια. Κανένα είδος φετιχισμού εδώ – απλώς επιτείνεται η αίσθηση μιας περιπετειώδους αναζήτησης, η τέρψη μιας απρόβλεπτης ανακάλυψης: το συναρπαστικό κείμενο είναι πανταχόθεν αλιεύσιμο! Η αχανής διαδικτυακή κειμενοθήκη πολλαπλασίασε τους δυνάμει τόπους ανασκαφής: ιστοσελίδες, blogs, φόρα, ηλεκτρονικά περιοδικά, portals. Εννοείται πως πάνω απ’ όλα και σε κάθε περίπτωση παραμένουν τα κριτήρια που έχω διαμορφώσει ως (φλογισμένος) αναγνώστης. Γιατί λοιπόν στον τομέα της «ηλεκτρονικής» ελληνικής λογοτεχνίας, και ιδίως της πεζογραφίας, τα ευρήματα είναι τόσο πενιχρά και η ικανοποίησή μου σχεδόν ανύπαρκτη;

2. Μια λογοτεχνία διαδικτυωμένη: δικαιολογημένη. Δικαιωμένη;

Μιλάω για την Λογοτεχνία στο Διαδίκτυο, ή, καλύτερα, την Διαδικτυωμένη (ή Διαδικτυακή) Λογοτεχνία. Οι όροι είναι κάπως συγκεχυμένοι αλλά, τουλάχιστον, ο δεύτερος εστιάζει περισσότερο στην ιδιότητά της κατάθεσης και ανάρτησής της στο ιντερνετικό άυλο, ενώ ο πρώτος μοιάζει να αφορά γενικά κι αόριστα την παρουσία της στον κυβερνοχώρο, με οποιαδήποτε μορφή, π.χ. κριτική, παρουσίαση κλπ. Κάπως έτσι μας μπέρδεψε και ο εξίσου ευρύς όρος «λογοτεχνικά ιστολόγια», ενώ ακόμα πιο άστοχος «βιβλιοφιλικά ιστολόγια», που επικεντρώνει στο μέσον (με υποψίες, κι εδώ, φετιχισμού) και όχι στο περιεχόμενο. Με την ίδια λογική όλοι όσοι αγαπούν τη μουσική πρέπει να λέγονται … δισκόφιλοι ή σιντόφιλοι, τα δε «μουσικά» ιστολόγια … σιντοφιλικά ιστολόγια.

3. Η άστοργος δωρεά

Ποιο είναι το πρώτο, υποτίθεται ελκυστικό στοιχείο στην λογοτεχνία αυτής της μορφής; Η ευθεία και αδιαμεσολάβητη εγχείριση του κειμένου από τον συγγραφέα προς τον αναγνώστη, χωρίς την μεσιτεία του εκδοτικού οίκου, συνεπώς χωρίς τη βάσανο και το βασανιστήριο της έγκρισης και αποδοχής από τους εμπλεκόμενους της εκδοτικής διαδικασίας· χωρίς, με άλλα λόγια, την εξάρτηση από πλείστα άλλα πρόσωπα. Πρόσωπα που συχνά κάνουν άριστα τη δουλειά τους αλλά και εξίσου συχνά αποτελούν τυχαίες και ακατάλληλες παρουσίες που ασκούν την μικροεξουσία τους απορρίπτοντας χειρόγραφα ή ζητώντας ανταλλάγματα. Για να μην αναφερθούμε στην δεδομένη κοστολόγηση, δηλαδή επιβάρυνση του ίδιου του δημιουργού για την έκδοση του έργου του. Αρκεί όμως αυτή η προσφορά (που δεν στοιχίζει «υλικά» στον αναγνώστη, ούτε βέβαια και στον συγγραφέα) για να στέρξει κανείς με ζέση να διαβάσει το προσφερόμενο κείμενο;

Προσπαθώ να κάνω κάποιες συσχετίσεις με μια αντίστοιχη αίσθηση, καθώς αναπόφευκτα όλες οι ελεύθερες προσβάσεις σε πολιτισμικά προϊόντα ρίχνονται προς βράση στο ίδιο καζάνι. Έχοντας αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου στην ακρόαση πλείστων «ειδών» μουσικής, στεκόμουν πάντοτε καχύποπτος απέναντι σε κάθε εταιρική υπογραφή, ομπρέλα, περιορισμό. Όλοι οι μεσολαβητές, στην ουσία επιχειρηματίες ή έμποροι, ευνόητα επέλεγαν τα προϊόντα τους κυρίως με επιχειρηματικά – εμπορικά κριτήρια. Έτσι όσοι στραφήκαμε στις λεγόμενες ανεξάρτητες εταιρείες βρήκαμε εκεί σε μεγάλο βαθμό αυτό που ψάχναμε, μέχρι να γίνουν κι αυτές στάτους, με τους ίδιους ακριβώς κανόνες (εξ ου και οι αστείες ταμπέλες: είδος μουσικής: «εναλλακτικό» (!), κατάλογος επιτυχιών «indie» (!) – σαν μια Β΄ Εθνική). Συνεπώς το επόμενο βήμα για όσους είδαν την γελοιότητα της κατάστασης αλλά και για όσους έμειναν έξω από την θαλπωρή των εταιριών, στράφηκαν στο διαδίκτυο, πολλαπλασίασαν τις επιλογές μας, διεύρυναν τα γούστα μας, έλκυσαν και έθελξαν.

Στην αρχή απολαύσαμε την «ελεύθερη διακίνηση των πνευματικών προϊόντων» (τουλάχιστο στο βαθμό που ο ίδιος ο καλλιτέχνης είχε το όφελος κι όχι οι αναρίθμητοι ενδιάμεσοι), μετά πνιγήκαμε απ’ την πληθώρα της υπερπροσφοράς και κυρίως από την έλλειψη ποιότητας που, όπως παντού, υπήρχε κι εδώ. Βρεθήκαμε ανάμεσα στις συμπληγάδες της άπειρης ποσότητας και της δύσμοιρης ποιότητας. Πολύ χειρότερα στη λογοτεχνία η εξεύρεση του θελκτικού έργου μέσα στο διαδίκτυο απαιτεί ακόμα περισσότερο χρόνο και άπειρες δοκιμές σε αμφίβολης ποιότητας γραπτά μέχρι να καταλήξεις. Και μάλιστα, μια και πλέον μιλάμε για διαδικτυακό χρόνο που ο καθένας καθημερινά διαθέτει σε συγκεκριμένη ποσότητα εν μέσω απειράριθμων επιλογών, πώς μπορεί κανείς να αφιερώσει μέρος του σε τέτοιες αναγνώσεις; Η μουσική μπορεί να ακουστεί ευκαιριακά, συγκυριακά, δοκιμαστικά – εννοείται προτού δούμε πως μας αφορά, συνεπώς της δώσουμε μια πρόκριση. Κατά πόσο είναι δυνατόν η λογοτεχνία να διαβάζεται φευγαλέα; Κατά πόσο μπορεί κανείς εν μέσω διαφόρων δραστηριοτήτων να διαβάσει στα πεταχτά 2-3 μυθιστορηματικές παραγράφους; Μπορούμε, άραγε, αυτό ακριβώς να αποφύγουμε, να γίνει δηλαδή αυτό το είδος να αποτελέσει μια «δεύτερη» κατηγορία λογοτεχνίας;

4. Η μυρωδιά τους με κάνει να λέω…

Είναι η ίδια η φύση του ηλεκτρονικού μέσου, που, προσωπικά, με εκβιάζει σε ταχύρρυθμη ανάγνωση, σε μια αίσθηση κυνηγημένης προσοχής, σε μια προσπάθεια να ξεπετάξω στα γρήγορα οποιοδήποτε κείμενο, να περιοριστώ στα βασικά του, για να πάω στα χιλιάδες επόμενα. Με υποχρεώνει να πολλαπλασιάσω τον χρόνο μου στην καρέκλα του γραφείου, το δε χέρι μου λειτουργεί μόνο του, το δάχτυλο βρίσκεται διαρκώς στο Page Down – είναι το ίδιο χέρι που ντρέπεται να ξεφυλλίσει στα γρήγορα τις σελίδες των βιβλίων αλλά δεν έχει κανένα πρόβλημα να κυλήσει το ποντίκι προς τα κάτω ή προς οπουδήποτε αλλού. Κάθε διαδικτυακό κείμενο εμπεριέχει την βιαστική ανάγνωσή του, λες και αποτελεί μέρος της «φύσης» του. Η δυνατότητα άμεσης αποθήκευσης σε φάκελο ή, ακόμα ταχύτερα, η εντοίχιση στα «αγαπημένα» για μελλοντική χρήση αποτελεί μια πρόσθετη θνησιγενή ιδιότητα – «ας το αφήσουμε εκεί για άλλη φορά!». Όσο γρήγορα εντάσσεται σε αυτό το εκεί, τόσο εύκολα θα σβηστεί σε κάποιο ξεκαθάρισμα. Και η λίστα με τα αγαπημένα δεν αποτελεί γοητευτική βιβλιοθήκη. Αρκεί – κι εδώ – ένα απειροελάχιστο ποσοστό δευτερολέπτου για να την ρίξει στο πυρ το εξώτερο. Ιδού ο μεγάλος αυτονόητος αντίπαλος των ψηφιακών γραπτών: το πλήκτρο.

Ίσως παραμένω παραδοσιακός αναγνώστης (ενώ έχω αντικαταστήσει δεκάδες άλλες δραστηριότητες με την ηλεκτρονική τους διάσταση: το μέιλ αντί τηλεφώνου, την γραπτή εξομολόγηση αντί της προφορικής κλπ.). Αισθάνομαι πως ένα βιβλίο, ακόμα κι αν το πλησιάσουμε με αρνητική διάθεση, βρίσκεται πάντα εκεί. Διεκδικεί ένα δεύτερο ξεφύλλισμα, μια διαφορετική συγκυρία αναγνωστικής ετοιμότητας. Το διαδικτυακό κείμενο σε περιμένει στον χώρο του, αλλά τα μάτια σου θα προσπεράσουν πολύ ευκολότερα το δικό του ράφι, που λέγεται address. Έχουν γραφτεί τόσα πολλά για την συμμετοχή αισθήσεων και συναισθημάτων στην επαφή με το παραδοσιακό βιβλίο αλλά και σχετικά με την ηλεκτρονική ή την παραδοσιακή ανάγνωση εν γένει που δεν χρειάζεται να επεκταθώ.

5. Η εξύμνηση του αυτονόητου

Το μεγαλύτερο μέρος της διαδικτυωμένης ελληνικής λογοτεχνίας θέλγει και θέλγεται από μια αυτάρεσκη εσωστρέφεια. Έχοντας εξ ορισμού δεδομένες τις κατακτήσεις της «ανεξαρτησίας», της ελευθερίας κινήσεων και έκφρασης και της αμεσότητας, αρκείται στην αίγλη τους και διεκδικεί την προσοχή του αναγνώστη ακριβώς και μόνο λόγω του πρωτότυπου μέσου. Ιδού, φωνάζει, η προσωπική μου έκφραση αυτοπροσώπως, ιδού το προϊόν μου, αγνό και αδιαμεσολάβητο, νομιμοποιούμενο, συνεπώς, να αποκτήσει την προσοχή σου. Οι ίδιες οι προσκλήσεις ανάγνωσης, έτσι όπως διατυπώνονται, μοιάζουν να εστιάζει στα νέα τούτα ήθη: «Διαβάστε το νέο μου μυθιστόρημα, ελεύθερο σε τούτη τη σελίδα! Κατεβάστε εδώ το πρώτο κεφάλαιο! Τυπώστε το σε μορφή pdf!». Φαντάζομαι αν υπήρχε διαδικτυακή διαφήμιση με τους όρους της τηλεόρασης, τι σποτάκια θα είχαμε να υποστούμε! Προς τι τα θαυμαστικά; Για ποιο λόγο ακριβώς θα έπρεπε να ανταποκρινόμαστε στον ενθουσιασμό του λογοτέχνη; Επειδή μας προσφέρει το (αυτονόητο στο διαδίκτυο) δωρεάν έργο του; Σπανίζει η απλή υποδήλωση, η διακριτική γνωστοποίηση, μια σεμνή πρόταση ανάγνωσης. Και πολύ περισσότερο εδώ είναι εμφανής η έλλειψη που παρατηρείται και στις διάφορες παρουσιάσεις βιβλίων σε κοινωνικούς χώρους: κανείς δεν μας λέει για ποιο λόγο θα έπρεπε να το διαβάσουμε, σε τι μας αφορά, ποια θέματα πραγματεύεται. Ούτε καν ο ίδιος ο συγγραφέας, πόσο βασανίστηκε για να το γράψει, πώς το σκέφτηκε, τι διαόλους αντιμετώπισε, πόσο τον ταλαιπώρησε, από ποιες αναγνώσεις έχει περάσει, ποιος αναγνώστης είναι. Ένας λόγος παραπάνω εδώ! Του δίδεται μια πρωτοφανής ευκαιρία να προσπεράσει την σιωπή των μέσων, την ανυπαρξία συζητήσεων με συγγραφείς, εκδιδόμενους ή ανέκδοτους, να μιλήσει για το έργο του κι εκείνος απλώς το πετάει στην αρένα.

6. Νέα φόρμα: παρακαλώ περιμένετε

Πολύ περισσότερο, εδώ μοιάζει να χάνεται μια άλλη ευκαιρία. Η διαδικτυακή φύση μπορεί πραγματικά να προσφέρει μια νέα λογοτεχνική φάρμα, κοινώς μια διαφορετική λογοτεχνική φόρμα. Φωτογραφίες αλλά και βίντεο (ακόμα και δημιουργημένα επί τούτου) μπορούν να σταθούν δίπλα στο κείμενο, όχι ως δευτερεύοντα στοιχεία εμπλουτισμού αλλά ως ισότιμοι συνομιλητές. Σύνδεσμοι, directories, sub-directories, ηλεκτρονικές παραπομπές και συσχετίσεις μπορούν να πολλαπλασιάσουν τα είδωλά του και να οδηγήσουν σε πολλαπλάσιους λογοτεχνικούς ή άλλους τόπους, που μπορεί να υποδέχονται τον αναγνώστη κατ’ επιλογή του. Όπως σε κάθε βιβλιοθήκη κάθε βιβλίο μπορεί και πρέπει να οδηγεί σε άλλα βιβλία, έτσι και το κάθε κείμενο μπορεί να ανοίγει διαδρόμους προς άλλα κείμενα, είτε του ίδιου του λογοτέχνη (που μπορεί εκεί να περιλαμβάνει, ενδεικτικά, διαφορετικές εκδοχές της ιστορίας, προβληματισμούς, σημειώσεις, δευτερεύουσες ιδέες, πρόσθετες αναπτύξεις κ.ο.κ.) είτε όχι. Για όλα αυτά, η διαδικτυακή φόρμουλα αποτελεί τον άριστο χώρο και πλείστοι συγγραφείς στο εξωτερικό το γνωρίζουν καλά.

7. Καταναγκαστικά έργα

Πολλά ιντερνετικά λογοτεχνικά κείμενα, εξάλλου, συχνά αποπνέουν απόρριψη από εκδοτικούς οίκους (υποδεικνύοντας άθελά τους πλην απλόχερα τους λόγους αυτής της απόρριψης) ή απεγνωσμένη επιθυμία να αποτελέσουν όχημα προβολής, δικτύωσης, απόκτησης κοινωνικού προσώπου, ή προσωπικής αυτοέκφρασης (που ορθώς αφορά τον δημιουργό αλλά εμάς καθόλου, γιατί δεν είναι δυνατό να είμαστε διαρκώς διαθέσιμοι υποδοχείς της έκφρασης του καθενός). Το κυριότερο όμως είναι πως συχνότατα πρόκειται για κείμενα χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η περιδιάβαση σε τέτοιες λογοτεχνικές σελίδες έχει τα ίδια αποτελέσματα με την τυχαία λήψη ενός βιβλίου από ένα οποιοδήποτε ράφι βιβλιοπωλείου. Πόσες πιθανότητες έχεις να σε αφορά άμεσα, πόσες πιθανότητες να σε αρπάξει απ’ το μυαλό μια σελίδα, μια φράση;

Υπάρχει δε μια ιδιαίτερη κατηγορία διαδικτυωμένων κειμενογράφων (δεν γράφω λογοτεχνών), που χαρακτηρίζονται από μια λυσσασμένη, μανιασμένη επιθυμία να δημοσιευτούν σε όσο γίνεται περισσότερες ιστοσελίδες. Σε βομβαρδίζουν από παντού. Ακόμα θυμάμαι μερικούς γραφικούς τύπους που στην απεγνωσμένη τους επιθυμία να δημοσιοποιήσουν τις ασυνάρτητες μπούρδες τους τις έστελναν (σεντόνι ολόκληρο) ως δήθεν σχόλια σε ιστολογικές μου αναρτήσεις. Ακόμα κι αν κάποιο κείμενο αξίζει μια ανάγνωση, και μόνο το γεγονός ότι ο αυτουργός του το επιβάλλει με τέτοιο τρόπο, το κατευθύνει αμέσως στον κάλαθο της ανακύκλωσης. Σαν να έρχεται ο οιοσδήποτε να σου τρίβει στη μούρη το νέο του γραπτό. Και ακόμα χειρότερα: να επιβάλλει την παρουσία του στον δικό σου χώρο. Ας ξεκαθαριστεί μια για πάντα: ένα ιστολόγιο και μια προσωπική ηλεκτρονική σελίδα δεν αποτελούν το (περι)πατητήριο του καθενός. Άλλωστε διόλου τυχαία πολλές τέτοιες περιπτώσεις βρίσκουν ως φυσικό τους χώρο το facebook. Η γνωστοποίηση ενός κειμένου, ούτως ή άλλως, είναι, βέβαια, θεμιτή. Αλλά ποιος θα είχε το σθένος να αποκλείσει τα σχόλια που θα ακολουθήσουν («Τι ωραία που τα λες») και τα απειράριθμα «Μου αρέσει»; Κανείς.

7. Οι εξαίρετες εξαιρέσεις

Όπως είναι ευνόητο, οι παραπάνω σκέψεις δεν επιδιώκουν ούτε ενδιαφέρονται να ενδυθούν οιαδήποτε αξιολογική – αντικειμενική κρίση. Πρόκειται για μια απόλυτα προσωπική αναγνωστική εμπειρία, που άλλωστε έχει και τις εξαιρέσεις της. Υπάρχουν πράγματι και στον κυβερνοχώρο ενδιαφέροντα κείμενα, γραφές, τρόποι, ύφη. Είναι όμως η αναλογία αποκαρδιωτική.

Η ποίηση στο διαδίκτυο αποτελεί μια άλλη ιστορία. Σαφώς και υπόκειται σε όλους τους προαναφερθέντες κινδύνους, καχυποψίες, ερμηνείες και παρερμηνείες. Υπάρχει όμως μια διαφορά: ένα ποίημα αναρτημένο στο διαδίκτυο επιζητεί αλλιώς την προσοχή σου, την διεκδικεί και την αρπάζει διαφορετικά, εκεί τα αισθήματα λειτουργούν ακαριαία, η ανατροφοδότηση μπορεί να συμβεί και σε κλάσματα δευτερολέπτου. Άλλωστε η ποίηση είναι δραματικά αποκλεισμένη από τα βιβλιοπωλεία, ο αναγνώστης υποχρεούται να σκύψει το κεφάλι του σε περιορισμένο αριθμό ραφιών για να ευθυγραμμιστεί με τις ισχνές ράχες των ποιητικών συλλογών, η μερίδα της κριτικής προσοχής είναι πολύ μικρότερη. Συνεπώς εδώ «δικαιωματικά» διεκδικεί ένα «δικαιολογημένο» (τι άκομψη λέξη!) μερίδιο προσοχής.

Ούτε βέβαια αναφερόμαστε στην δευτερογενή παρουσίαση ήδη εκδοθείσας λογοτεχνίας, όπως π.χ. αποσπάσματα από έργα, ανθολογημένα κομμάτια, σύντομα διηγήματα, επανεγγραφές παλαιότερων κειμένων κλπ. που αναδημοσιεύονται σε πολλούς δικτυότοπους και τα οποία αποτελούν αυτόνομες προτάσεις, που δεν στέκονται απλώς αυτοτελώς απέναντι στον επισκέπτη τους αλλά και αποτελούν προτάσεις περαιτέρω ανάγνωσης του έργου του, ανοίγματα χαραμάδας προς αυτό. Αλλά ήδη βρεθήκαμε σε άλλα χωράφια.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 24 (χειμώνας 2010 – 2011), αφιέρωμα: 2001-2010: τα πρώτα δέκα χρόνια. [Ενότητα: On Line Λογοτεχνία, σ. 36-41]. Στις φωτογραφίες, 6 αναγνώστες που επιμένουν στην χάρτινη λογοτεχνία (και μοιάζουν να την απολαμβάνουν) κι ένας που προσπαθεί να συνδυάσει τα δυο είδη…

12
Φεβ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 21

 

John Kenny – John Banville [Visions and Revisions. Irish Writers in their Time] (2008)
Ο συγγραφέας μπροστά στην αμηχανία, την απραξία, την αγραφία. Από πού να αρχίσει, πώς να συνεχίσει – εν τέλει, γιατί και για ποιον να το κάνει…

11
Φεβ.
11

OMD (Orchestral Manoeuvres in the Dark) – History of modern (100% Records, 2010)

Δεν υποδεχόμαστε οποιονδήποτε βγαίνει από τους θαλάμους της κρυογενετικής για να διεκδικήσει ολίγη μερίδα απ’ την τεράστια πίτα της ηλεκτρονικής ποπκρατορίας, αλλά υποκλινόμαστε όταν οι πάλιουρες που κάποτε μας έμπασαν σε χώρους (συχνά) ένοχης ευδαιμονίας σκάνε μύτη κι οι νεόκοποι συνάδελφοι τρώνε τη σκόνη τους. Οι Orchestral Manoeuvres In The Dark εξαρχής στέκονταν μεταξύ σεβασμού και αδιαφορίας. Οι διαφορές ανάμεσα στους πρώτους τρεις σημαντικούς δίσκους (αλλά και μεταξύ αυτών) και σ’ όλους τους υπόλοιπους ήταν χαώδεις. Απορούσα για την σιωπή τους, ειδικά σε τέτοιες εποχές: σχεδόν οσφραινόμουν την επιστροφή, πιθανότερα με λουστραρισμένη ηλεκτροπόπ του χορού και του εμπορίου, αλλά κρατούσα και μια πισινή (ελπίδα) για κάτι πειραματικότερο – που πάντα υπέκρυπταν οι αρχικές τους δουλειές.

11ος δίσκος, 14 χρόνια μετά τον τελευταίο Liberator και 20 χρόνια ξανά μαζί με το αρχικό σχήμα: ο ίδιος πυρήνας (Andy McCluskey/Paul Humphreys) με τους ίδιους σεσσιονάδες αλλά μονιμάδες Martin Cooper/Malcolm Holmes. Φωνητικά δεν άλλαξε τίποτα: ναι, η χαρακτηριστική φωνή του McCluskey παραμένει κατάλληλη για το αδαμαντωρυχείο του είδους και όχι, η εμπλοκή του με Atomic Kitten δεν άλλαξε τίποτα. Μερικές φορές αισθάνεσαι κιόλας πως τους βλέπεις στα σούρουπα του Λίβερπουλ, όταν έβγαιναν από τις γειτονιές του post punk που, με την ευκαιρία, αναθυμάται το εναρκτήριο New Babies New Toys έτσι όπως που γκαζώνει με νεοκυματικό πεντάλ, προτού το If You Want It τους ανακαλέσει σε Ημέρες Αρχιτεκτονικής και Ηθικής.

Εδώ αποδεικνύεται πού «έγραψαν» οι OMD: στον εσωτερισμό της ηλεκτρονικής μουσικής και στην εξωστρέφεια της εύληπτης πλευράς της. Στην πρώτη και σκοτεινότερη περίπτωση είναι βαθύτεροι: στις στιγμές ηλεκτρονικής σκοτεινιάς (Bondage Of Fate), στα βήματα που αντηχούν στο δάπεδο του New Holy Ground απηχώντας τις μπαλάντες που λείαναν κάπως τις αιχμηρές των νεορομαντικών ηλεκτροπιστών, στο The Right Side, μια χειραψία του Europe Endless των Kraftwerk με το Your silent face των New Order και μια – θα μπορούσε να είναι – εξαγωγή απ’ το Organisation.

Από την άλλη ξέρουν πως οι διάνα μελωδίες είναι που θα τους ξαναφέρουν στη λάμψη. Το Sister Marie Says θα μπορούσε να προέρχεται τόσο από 80ς όσο και 90ς και τελικά…όντως προέρχεται! Βλέπετε ήταν στα περίσσεια του Universal και κρίθηκε πολύ πιασάρικο για τότε, προφανώς όχι για τώρα. Ίσως καλύτερα: συνοψίζει όλη την εξωστρεφή τους πορεία, όπως και το History of Modern (Part I). Κάπου στη μέση το RFWK και η απόδειξη του πώς η μοτορική δομή των Kraftwerk ενέπνευσε εκείνα τα σχήματα τότε στις αρχές του 80 – τώρα ξέρετε σε ποιους ανήκουν τα 4 αρχικά. Στις ατυχείς στιγμές το The Future, The Past, and Forever After δεν ξεχνάει το κλασικό Moroder μπάσο, το Pulse την r-n-b τσιχλόφουσκα, το Sometimes πάει να κλέψει λίγη μαύρη αίγλη με την εμπλοκή του Motherless Child.

Η αμερικανική έκδοση περιλαμβάνει και το Save Me, ένα bonus track που συμπλέκει το φερώνυμο χιτ της Aretha Franklin (1967) με το δικό τους Messages (1980), το εξώφυλλο σχεδίασε ο Peter Saville (βλ. τα περισσότερα Joy Division, New Order, A Certain Ratio, Ultravox, China Crisis, Suede, πολύ Factory εν γένει, εννοείται OMD – χαζέψτε εδώ) και ο τίτλος σύμφωνα με τον Paul Humphreys αναφέρεται στο γεγονός πως οι ηλεκτρονικοί pioneers αποτέλεσαν το τελευταίο αληθινή μοντερνιστικό κίνημα στη μουσική. Με άλλα λόγια: τώρα που οι μοντέρνοι έγιναν παλαιομοντέρνοι, έκατσαν να γράψουν την ιστορία του μοντέρνου. Καταλάβατε;

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
09
Φεβ.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 38. Σπύρος Γιανναράς

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Διαβάζω πολύ περισσότερο ξένη λογοτεχνία και κυρίως παλιότερους συγγραφείς. Εξάλλου τα σπουδαία βιβλία δεν έχουν ηλικία. Παλεύω, ωστόσο, να καλύψω και τα κενά μου στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία και στην ιστορία. Τα φιλοσοφικά μου διαβάσματα είναι σποραδικά και ανάκατα. Αναφέρω κάποια από τα ονόματα που με σφράγισαν· που με επηρέασαν βαθιά. Ήμουν άλλος, δηλαδή πριν τους διαβάσω και άλλος μετά. Η αναγκαστική επιλογή μεταξύ πολυαγαπημένων έργων είναι βασανιστήριο: Ντοστογιέφσκι, Αλμπέρ Καμύ, Πωλ Γκαντέν, Φλωμπέρ, Μπαλζάκ, Παπαδιαμάντης, Κόρμακ Μακ Κάρθυ, Ζορζ Ντυτουί (Georges Duthuit), Ζαν Κλερ, Πασκάλ, Σεφέρης, Χάνα Αρεντ, Κάλβος, Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, Μπόρχες, Γιόζεφ Ροτ, Βίτκενστάιν, Τόμας ντε Κουίνσι, Αννα Σέγκερς, Μπωντλέρ, Αντόνιο Πόρτσια, Κωστής Παπαγιώργης.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Δαιμονισμένοι, Αδελφοί Καραμάζοφ και Εγκλημα και Τιμωρία του Ντοστογιέφσκι, το Tolstoï or Dostoievskï του Τζόρτζ Στάινερ, Αναμνήσεις από την Κολυμά του Βαρλαάμ Σαλάμωφ, Ιλιάδα του Ομήρου, Η γραμμή του Ορίζοντος του Χρήστου Βακαλόπουλου, Τα άνθη του κακού του Μπωντλέρ, Ο Έρως και η Δύση του Ντενί ντε Ρουζμόν (αποκάλυψη!). Η τύφλωση του Κανέττι, το Éxegèse des lieux communs του Λεόν Μπλουά, Οι δοκιμές και οι μέρες του Σεφέρη, ο Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ το Λάδια Ξύδια και το Γειά σου Ασημάκη του Παπαγιώργη, Η ανθρώπινη κατάσταση της Χάνα Αρεντ, Σκιές στον ποταμό Χάντσον και Ο Σκλάβος του Σίνγκερ, οι Μελέτες & τα Collectanea του Λορεντζάτου, Οι προσανατολισμοί, Τα Ελεγεία της Οξώπετρας, τα Ανοιχτά Χαρτιά και το Εν Λευκώ του Ελύτη, Λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου του Αρανίτση, Οι απόψεις ενός Κλόουν, του Χάινριχ Μπέλλ και το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας του Σελίν…

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Είναι πάμπολλα, καθώς το διήγημα είναι το είδος στο οποίο μαθητεύω. Όλος ο Μπόρχες, – τι να ξεχωρίσω; Όλα τα διηγήματα του Καμύ, του Χώθορν, του Ιβο Αντριτς, του Μαρσέλ Αιμέ, του Μπέρναρντ Μάλαμουντ, του Ρομπέρτο Μπολάνιο, του Τολστόι (Ο πατήρ Σέργιος κι η Σονάτα του Κρότσερ με συγκλόνισαν, δεν μπορούσα να συνέλθω από τη γητειά τους για καιρό). Οι συλλογές A Crown of Feathers, The image and other stories, Gimpel the Fool, η πλύστρα από το Στο δικαστήριο του πατέρα μου του Σίνγκερ. Το Ποιος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου, τον Μοσκώβ-Σελίμ και το Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως του Βιζυηνού, οι Histoires désobligeantes του Λεόν Μπλουά. Ο Αη Γιώργης, η Νήσος Άνυδρος, η Ωρα της Φυρονεριάς, οι Ανυπεράσπιστοι, Ο Σιούλας ο Ταμπάκος και ο ντέτεκτιβ του Χατζή. Οπωσδήποτε το εκπληκτικό εγχείρημα του Αρανίτση, Ιστορίες που άρεσαν σε μερικούς ανθρώπους που ξέρω. Τελευταία απόλαυσα τα διηγήματα του Αμερικανο-αρμένη Ουίλιαμ Σαρογιάν. Το σπίτι της Ματριόνα του Σολζενίτσιν, είναι από τα καλύτερα που έχω ποτέ διαβάσει (ευτυχώς όχι στις μετριότατες μεταφράσεις του Δημήτρη Τριανταφυλλίδη), όπως και Ο κύριος από το Σαν Φρανσίσκο του Ιβάν Μπούνιν.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Βέβαια. Ο Γιάννης Αστερής, ο Ηλίας Μαγκλίνης, ο Ηλίας Παπαμόσχος, ο Γιάννης Μακριδάκης, ο Πέτρος Κουτσιαμπασάκος, ο Κώστας Καβανόζης, ο εξαφανισμένος Παντελής Κοντογιάννης (με την πολύ καλή συλλογή διηγημάτων Οι Συνεπιβάτες) και ο Πάνος Τσίρος με το επίσης πολύ καλό Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα. Πρόσφατα ο Χρήστος Οικονόμου. Από τους λίγο παλιότερους η Νίκη Αναστασέα, η Ελεωνόρα Σταθοπούλου, η Μαρία Μήτσορα, η Θεοφανώ Καλογιάννη. Λίγο πιο πίσω ο Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος και ο Λουκάς Κούσουλας.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των γραπτών σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Τους κουβαλάω όσο καιρό γράφω γι’ αυτούς.
Μπορεί, βέβαια, να ξεμυτίσουν σε ανύποπτες στιγμές χωρίς κανένα άλλοθι. Τελευταία, ας πούμε, που ετοιμάζαμε μια νέα συλλογή διηγημάτων, ξαναβγήκαν στην επιφάνεια.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Τρέφω από μικρός μεγάλη αγάπη στον Εντμόν Νταντές, τον ήρωα του συναρπαστικότερου μυθιστορήματος του Αλέξανδρου Δουμά, Ο Κόμης Μοντεχρίστος. Άλλος επίσης πολυαγαπημένος χαρακτήρας είναι οπωσδήποτε ο Αδριανός της ιλιγγιώδους Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, που κακόπαθε στη μεταφορά της στα ελληνικά.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σε σπίτια φίλων, παλιών και νεότερων…

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Έχω πάντα μαζί μου ένα τεφτέρι όπου σημειώνω ανά πάσα στιγμή, όποτε δηλαδή προκύψουν – στον δρόμο ή στο κρεβάτι μου αν τύχει και αστράψει κάτι μέσα στο κεφάλι μου, ακόμα και στις 4 το πρωί – ιδέες για διηγήματα, ατάκες, σκέψεις πιθανών ηρώων, δικές μου σκέψεις ή αποσπάσματα από βιβλία που μπορεί να μου χρησιμεύσουν. Έχω κι ένα δεύτερο στο οποίο μαζεύω λέξεις. Λέξεις που κορφολογώ από δω κι από κει, από διαβάσματα, συζητήσεις ή (σπανιότερα) ξένες κουβέντες. Από μια αρχική ιδέα μπορεί να προκύψει, στην καλύτερη περίπτωση η αρχική εικόνα ενός ολόκληρου διηγήματος με αρχή μέση τέλος ή ένας χαρακτήρας, ένα περιστατικό, η απαρχή μιας ιστορίας. Στη συνέχεια καθώς γράφω και προσπαθώ να στήσω στα πόδια της την πρότασή μου, ανατρέχω και στο τετράδιο με τις λέξεις. Υπάρχουν περιπτώσεις που σκαλώνοντας πιάνομαι, όπως ο πνιγμένος από οποιαδήποτε σανίδα σωτηρίας, από μια και μόνη λεξούλα, απ’ όπου αναβλύζει σαν τρεχούμενο νεράκι όλη η συνέχεια.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Και στις δύο περιπτώσεις, όπου από κάποια στιγμή του βυθίσματος μέσα στο κείμενο και πέρα παύω να αντιλαμβάνομαι τους ήχους. Έχω περιορισμένα μουσικά γούστα. Ακούω κατά κόρον κλασική και ιδιαίτερα προκλασική μουσική – πολλά θρησκευτικά φωνητικά έργα – λίγα πράγματα από κλασική και σύγχρονη τζαζ και παραδοσιακές εθνικές μουσικές, τη λεγόμενη ελληνιστί και Ethnic. Λατρεύω το ούτι, το νέι, την περσική και την τούρκικη μουσική.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του Λοξία;

Δεν ξέρω αν είμαι ο καταλληλότερος για να σας την ανοίξω. Η πρώτη και ομώνυμη ιστορία της συλλογής είναι ένας στοχασμός σχετικά με τα όρια και στις συνέπειες της απόλυτης, οιονεί θεϊκής, εξουσίας του δεσμείν και λύειν που διαθέτει ο συγγραφέας. Ο Φατσέας μια αλληγορία με θέμα την αυτονόμηση της επιθυμίας της ισχύος. Τέλος η Φυγή είναι η κλασική ιστορία του ανθρώπου των Νεότερων χρόνων που ασφυκτιά εξίσου εντός, αλλά και εκτός σχέσης, ειδομένη με φόντο τρία ομόκεντρα διηγήματα: Γουέικφιελντ του Χώθορν, Ο γάμος του Αύγουστου Εσμπορν του Αλεξάντερ Γκριν και ο Άνθρωπος του πλήθους του Πόου. Αυτή είναι η πιο πρόσφατη εκδοχή τους ή οποία έχει τόση σχέση μαζί τους όσο και τα ρούχα μας με τον εαυτό μας. Αυτή την εποχή ο Λοξίας ντύνεται στα καφέ.

Πώς βιοπορίζεστε;

Εργάζομαι στο πολιτιστικό τμήμα της Καθημερινής και υποκρίνομαι ότι τα βγάζω πέρα με ένα χιλιάρικο και μένοντας στο νοίκι. Όμως μια ενδεχόμενη δεύτερη δουλειά – υποτιθέστω ότι θα έφτανε η μέρα – θα αφάνιζε τις λίγες ώρες για διάβασμα και γράψιμο που ξεκλέβω κάθε μέρα.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Την συναρπαστική και απολαυστική (βρετανικότατη τω φλέγματι) αυτοβιογραφία του φίλου και συντρόφου του λόρδου Βύρωνα, του Πέρσυ Σέλλεϋ και του Οδυσσέα Ανδρούτσου, Εντουαρντ Τρελόνι Με τον Βύρωνα και τον Ανδρούτσο (εκδ. Θύραθεν) σε θεσπέσια μετάφραση και επιμέλεια του Σπύρου Μαρκέτου. Μερικά από τα όμορφα κατασταλαγμένα και βαθιά στοχαστικά δοκίμια του σπουδαίου Κύπριου ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη (εκδ. Αγρα). Έχω δυστυχώς αφήσει στη μέση (πάνω από τη μέση) το μυριοσέλιδο πολιτικό νουάρ του πολλά βαρύ Τζέημς Ελλροϊ Το αίμα δεν σταματάει ποτέ (πάλι από την Άγρα) αλλά σκοπεύω πολύ σύντομα να το πάρω από την αρχή…

Τι γράφετε τώρα;

Ένα αυτοβιογραφικό διήγημα με θέμα τους πολλαπλούς εαυτούς που αλλάζουμε μέσα στον χρόνο. Για τον έφηβο που αφήνουμε πίσω μας, ενώ τον κουβαλάμε ταυτόχρονα μέσα μας.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Επισταμένα είναι μια βαριά, σχεδόν ασήκωτη λέξη για τους δικούς μου ανώριμους ακόμα ώμους. Είναι σίγουρα αυτό που μπορώ να κάνω καλύτερα σε μια εφημερίδα. Είναι κάτι που μου δίνει άφατη ευχαρίστηση. Να ξεκλειδώνω, ενίοτε να παραβιάζω λογοτεχνικά κείμενα, προσφέροντας στον αναγνώστη μια πίσω ή και πιο κεντρική πόρτα εισόδου σε έναν άγνωστο για εκείνον ακόμα χώρο. Ή να φωτίζω αποκαλύπτοντας λεπτομέρειες ή απόκρυφες αίθουσες ενός περπατημένου σπιτιού. Το μεγαλύτερο ίσως δώρο που αποκόμισα από τις σπουδές μου – σπούδασα γαλλική φιλολογία στη Γαλλία – είναι ότι το όποιο «κριτικό ένστικτο» λειτουργεί σε κάθε ανάγνωση. Διαβάζοντας ένα λογοτεχνικό κείμενο παρακολουθώ ταυτόχρονα με την εξέλιξη της ιστορίας, το δέσιμο της πλοκής, το χτίσιμο των χαρακτήρων, των διαλόγων, το στήσιμο ολόκληρου του οικοδομήματος. Μαζί με την πρόσοψη βλέπω και την σκαλωσιά. Η κριτική είναι λοιπόν κομμάτι του διαβάσματος, το οποίο με τη σειρά του είναι η προϋπόθεση και ο τροφοδότης της γραφής. Μακάρι να ήμουν τόσο καλός συγγραφέας, όσο είμαι και αναγνώστης. Όσο όμως βελτιώνομαι ως αναγνώστης, θα βελτιώνομαι και ως γραφιάς.

Χρήστος Γιανναράς. Επιρροή ή απόδραση; Πώς διαχειρίζεστε την βαρύτιμη σκιά του;

Η απόδραση είναι προϋπόθεση της επιρροής. Μόνο φεύγοντας μακριά υπάρχει περίπτωση να συναντήσεις κάπου και κάποτε τον εαυτό σου. Και μόνο αν συναντήσεις τον εαυτό σου και πατήσεις στα πόδια του μπορεί να καταφέρεις να συναντηθείς μια μέρα και με τον πατέρα. Ο πατέρας μου είναι – σε αντίθεση με αυτό που μοιάζει να πιστεύουν πολλοί – ένας πολύ γλυκός και βαθιά αγαπητικός άνθρωπος. Δεν ευθύνεται, ούτε ελέγχει το μέγεθος ή αν θέλετε το βάρος της σκιάς του. Κανείς μας δεν την ελέγχει.
Τα μαθητικά μου χρόνια ήταν δύσκολα καθώς εντασσόμουν σταδιακά σε μια κοινωνία που στις περισσότερες εκφάνσεις τις με αντιμετώπιζε αποκλειστικά και μόνο ως γιο του Γιανναρά. Του ευρύτερου οικογενειακού μου περιβάλλοντος συμπεριλαμβανομένου. Επέρριπταν, δηλαδή, επάνω μου μια φανταστική εικόνα που είχαν χαλκέψει στο μυαλό τους (με τι μπορεί να μοιάζει ο γιος του Γιανναρά;) η οποία προέκυπτε από την εντελώς ασαφή ή μονομερή εικόνα που είχαν σχηματίσει για τον πατέρα μου.
Εγώ δε, συνήθως έμοιαζα με αυτή όσο ο Ντόναλντ Ντακ με μια αληθινή πάπια. Κι αφού μου κρεμούσαν την όποια ταμπέλα, δεν έμπαιναν ποτέ στον κόπο να δουν αν είχα καμιά σχέση με αυτή, να ανακαλύψουν ποιος είμαι. Θυμάμαι μάλιστα πως κάποιος ένθερμος θιασώτης του πατέρα μου, μού είχε πει κάποτε οργισμένος ότι δεν αξίζω να είμαι γιος του! Μια φιλόλογος στο γυμνάσιο ότι δεν θα βάλει ποτέ καλό βαθμό στον γιο του Γιανναρά! Παρόλα αυτά με σήκωνε περιστασιακά στον πίνακα να διαβάζω τις εκθέσεις μου. Και μετά μου έβαζε απαρέγκλιτα 11!
Ευτυχώς αρκετά νωρίς, στα 19 μου, βρέθηκα στη Γαλλία, όπου μπορούσα μακριά από τους Έλληνες να βρω τον εαυτό μου. Τα πρώτα βήματα σε αυτή την κατεύθυνση τα έκανα νωρίτερα παίζοντας μπάσκετ – σε ένα πλαίσιο που δεν είχε καμία σχέση με τον πατέρα μου. Εκεί έχτισα τις πρώτες γερές φιλίες.
Τον εαυτό μου τον βρήκα μέσα από τη λογοτεχνία. Στα συγκοινωνούντα δοχεία της φιλοσοφίας, της θεολογίας, του δοκιμίου συνάντησα μακριά από τη σκιά του και πάλι τον πατέρα μου. Κι ήταν πραγματικά μεγάλο δώρο Θεού. Έκτοτε η σχέση μου μαζί του προσφέρει διαρκώς καρπούς και στους δυο μας. Οι συζητήσεις μας, οι ανταλλαγές διαβασμάτων, οι κρίσεις για τα γραπτά του ενός από τον άλλο (στο μέτρο του δικού μου τουλάχιστον δυνατού) είναι απερίγραπτο για μένα δώρο. Σήμερα, μετά τον θάνατο της μάνας μου ανακαλύπτω τα δικά της κομμάτια που κουβαλώ πάνω μου. Τα δώρα και τα άχθη μιας σκιάς που δεν μου καταμαρτύρησε ποτέ κανείς.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε;

Αν θα καταφέρω ποτέ να έχω από κάπου ένα εισόδημα που θα μου επιτρέψει να αφοσιωθώ πλήρως στο διάβασμα και στην γραφή.

Ε, απαντήστε την!

Δεν έχω απάντηση.

Σημ. Πανδοχέα: Το δεύτερο βιβλίο του Σπύρου Γιανναρά («Ζωή χαρισάμενη») μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις.   

08
Φεβ.
11

Ο Ιάκωβος και ο αφέντης του

Μπρελ, από τις Βρυξέλλες στις Μαρκησίες
Μέγαρο Μουσικής Αθηνων
5/2/2011

Δεν ήταν λίγες οι φορές που κατά τη διάρκεια του μουσικοθεατρικού αφιερώματος στον Ζακ Μπρελ μου ερχόταν στο νου ο Ιάκωβος του μνημειώδους εκείνου θεατρικού του Κούντερα (που τιμούσε τον μοιρολάτρη συνονόματο του Ντιντερό) και οι εσωτερικοί κι εξωτερικοί αφέντες που προσπαθούσαν να τον ορίζουν. Ο δικός μας Ιάκωβος πολεμούσε και είχε μόνο έναν αφέντη: τον εαυτό του.

Είναι η δεύτερη (μετά το αφιέρωμα στην Έντι Πιαφ – Piaf, une vie en rose et noir) μουσική βιογραφία που προτείνει η τριμελής ομάδα των Nathalie Lhermitte, Jacques Pessis, Aurélien Noël. Εκεί που μια αντρική φωνή αναπόφευκτα θα προσπαθούσε να τον μιμηθεί, εκείνη απλά με την έμψυχη ερμηνεία της επιχειρεί να προσεγγίσει την ιστορία του. Ο Πεσίς αναλαμβάνει τον ρόλο του παραμυθά – κονφερασιέ, ο Νοέλ παίρνει θέση με το ακορντεόν δίπλα σ’ ένα πικάπ με δυο εξώφυλλα βινυλίων του Μπρελ. Πίσω τους μικροί μονόχρωμοι φωτισμοί.

1. Bruxelles
Η γυναίκα φτάνει στο σταθμό κρατώντας μια βαλίτσα. Ένας άντρας την υποδέχεται για να εργαστεί στο γραφείο του. Εκείνη άκουσε για τον Μπρελ, τον ρωτάει, εκείνος την βεβαιώνει πως ήταν στο θάλαμο ηχογράφησης του τελευταίου του δίσκου το 1977 κι αρχίζει την διήγηση, εναλλάξ με τα τραγούδια εκείνου που έλεγε Οι όμορφες ιστορίες αρχίζουν με μια αποτυχία.

2. La Quete
Ο αμίλητος πατέρας του έλεγε «δε μ’ αρέσει να μιλάω γιατί δε θέλω να λέω αδιάφορα πράγματα». Ο Μπρελ θα βρει τον δικό του τρόπο να μιλάει, ακόμα και μέσα στην θανάσιμη ανία του ως έμπορος χαρτονιού στην οικογενειακή επιχείρηση. Διαβάζει φανατικά τον Τζακ Λόντον, γράφει τραγούδια, στίχους, ιστορίες, αναζητά χώρους να τα παρουσιάσει. Βρίσκει σ’ ένα πατάρι 30 θέσεων, στο Μαύρο Ρόδο, δίπλα στις Τηγανιτές Πατάτες του Ευγένιου.

3. Rosa
Πρέπει να κυνηγάς την έμπνευση μ’ ένα ρόπαλο. Ο αυτοαποκαλούμενος τραγουδιστής – διασκεδαστής βγάζει τον πρώτο του δίσκο 78 στροφών. Πουλάει 200 αντίτυπα. Ποιοι είναι αυτοί οι διακόσιοι που τον αγόρασαν;

4. Le Plat Pays
Και ποια είναι η επίπεδη χώρα; H γη που ενώνει τις Βρυξέλλες με το Παρίσι; Το τρένο για την φωτόπολη σήμερα διαρκεί μια ώρα, τότε έξι. Ο Μπρελ βρίσκει ένα διαμέρισμα στο Κλισύ αλλά δεν περνά Ήσυχες Μέρες στο Κλισύ. Κάθε φορά που δεν καταφέρνει να αποτυπώσει τις σκέψεις του σε χαρτί ή νότες, νοιώθει έναν φυσικό πόνο. Ένα καμπαρέ του δίνει χρόνο για 4 τραγούδια. Στο διπλανό καμαρίνι ένας άλλος τραγουδοποιός των καταγωγίων τον ενθαρρύνει. Το όνομά του, George Brassens. Τον αποκαλεί Αββά Μπρέλ, έτσι όπως φοράει το μαύρο του ζιβάγκο. Κάποιοι άλλοι αλλού άλλοτε επιμένουν να τον λένε «εξερευνητή του πνεύματος».

5. Quand on n’ a que l’ amour
Η επιτυχία έρχεται το 1957 κι εκείνος γυρίζει δεκάδες χιλιάδες χιλιόμετρα να παίξει μουσική παντού, οδηγώντας ο ίδιος τον Βάτραχo Σιτροέν του. Στο πορτ μπαγκάζ του πάντα μια βαλίτσα και δυο φώτα για τη σκηνή (ποτέ δεν τον ικανοποιούσε ο φωτισμός των άλλων). Καπνίζει πενήντα τσιγάρα τη μέρα, εκείνα με το κίτρινο τσιγαρόχαρτο, τα πιο βαριά. Πριν από κάθε εμφάνιση σκέφτεται: αυτό θα είναι το τελευταίο μου γκαλά. Κι έτσι διαχύνει όλο του το πάθος στη σκηνή.

6. La valse a mille temps
Κάθε φορά 45 λεπτά «ζωντανός», 13 τραγούδια, 800 γραμμάρια απώλεια… Ο κονφερασιέ ζητά τη βοήθειά μας να υπολογίσει πόσο βάρος έχασε όλα αυτά τα χρόνια: τόνους ολόκληρους! Κι όμως ποτέ δεν είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, ούτε το θράσος του λατρευτού καλλιτέχνη. Είμαι ένας απλός κομιστής μηνυμάτων, επαναλάμβανε, είμαι ένας ταχυδρόμος. 13 τραγούδια θα έχει και η αποψινή βραδιά, με μια μικρή ζαβολιά.

7. Les bonbons
Χωρίς τις γυναίκες θα ήταν χαμένος, χωρίς τις γυναίκες του (μια σύζυγος, τρεις κόρες) θα ήταν – είπε κάποτε – αλήτης. Πάντα αμήχανος μπροστά σε κάθε γυναίκα, προτιμούσε να μένει στη μνήμη τους με τα ωραία, χωρίς τριβή. Η τραγουδίστρια ψάχνει έναν άντρα απ’ το κοινό να μοιραστούν τις καραμέλες της. Προτείνει σε μερικούς από τις πρώτες σειρές αλλά εκείνοι έντρομοι μαζεύονται στο κάθισμά τους. Όμως η γενιά που τώρα ξεπετάγεται είναι πιο θαρραλέα: ένα μικρό αγόρι τολμά κι ανεβαίνει στη σκηνή, άνετο μέσα στην αμηχανία του. Κάπως έτσι αρπάζει το χειροκρότημα όλων – και το σακουλάκι με τις καραμέλες.

8. Les flamandes
Ο Μπρελ μοίραζε πλάκες και πειράγματα σε όλους. Δεν πιστεύω στο Θεό αλλά κάνω την προσευχή μου όποτε μπω στο αμάξι του Τζόνι Χαλιντέι. Τουλάχιστο ο Σαρλ Αζναβούρ είναι ο μόνος που μπορεί να μπει όρθιος σε μια Ρολς Ρόις. Αλλά όταν αναφέρεται στον Σαρλ Τρενέ σοβαρεύει: ήταν η έμπνευσή του. Χωρίς αυτόν θα ήμασταν όλοι λογιστές.

9. Les vieux
Κάποτε στέλνει το On a oublie rien στην Έντιθ Πιαφ, που το απορρίπτει χωρίς καμία αιτιολογία. Κι έτσι οι δυο τους δεν συναντήθηκαν ποτέ. Τι θα γινόταν αν συνέβαινε, αν συνεργάζονταν; Μια Πιαφ ανεβαίνει στη σκηνή, συνομιλούν. Τι μπορούμε να κάνουμε μετά από εσάς; της λέει εκείνος. Διάβαζα κι εγώ τον Τζακ Λόντον του λέει εκείνη. Και θέλετε κι εσείς, όπως κι εγώ, πάντα να φτάνετε στα άκρα.

10. La chanson de vieux amants
Δεν μπορεί να κοιμηθεί πριν τις 7 και τριγυρνάει την πόλη. Μαζί του πάντα κομματάκια χαρτί για να γράφει, οι εμπνεύσεις βρίσκονται παντού: στα κυλικεία των σταθμών, στα ανοιχτά νυχτερινά μαγαζιά, στα καμπαρέ. Είχε ορκιστεί πως θα σταματήσει μόλις το αποφασίσει. Το 1966 συγκέντρωσε τους φίλους του στο ξενοδοχείο και τους το ανακοίνωσε. Φοβάμαι μην γίνω παραγωγός συγκινήσεων. Τελευταία εμφάνιση στο Ολυμπιά. Επτά συν ένα ανκόρ, 15 χρόνια παρουσίας, τέλος. Αλλά «οφείλει» και μερικά κεκρυμμένα εμφανισιακά υπόλοιπα: επιστρέφει στους ιδιοκτήτες των μαγαζιών που πρώτοι του έδωσαν μπίρα να πιεί και πάλκο να τραγουδήσει. Προτού φύγει έχει τηρήσει κάθε συμβόλαιό του.

11. Vesoul
Η τραγουδίστρια ετοιμάζεται να παρατήσει τη δουλειά που μόλις ανέλαβε. «Με ξεσηκώσατε, δεν έπρεπε να μου μιλήσετε για τον Μπρελ. Η ζωή στο γραφείο σας δεν κάνει για μένα». Θέλει να τραβήξει και τον εξιστορητή έξω στη ζωή, στην περιπέτεια. Όπως ο Μπρελ, που έφυγε απ’ τη σκηνή για να ζήσει, να μην σπαταλήσει και την παραμικρή ευκαιρία για περιπέτεια. Ο Δον Κιχώτης της μουσικής θα υποδυθεί τον Δον Κιχώτη στο μιούζικαλ L’ Homme de la Mancha (Ο Άνθρωπος της Μάντσα), σε 100 εξουθενωτικές βραδιές. Στα φιλμ ψάχνει τη νέα του ζωή: έπαιξε, σκηνοθέτησε, το 1973 αφήνει και το σινεμά – κι ένα κομμάτι από τον καπνισμένο του πνεύμονα.

1975, ένα σχέδιο για ιστιοπλοϊκό γύρο του κόσμου, μια στάση στο αρχιπέλαγος των Μαρκησίων, στη Γαλλική Πολυνησία. Εκεί βρήκε τον Παράδεισό του, εκεί αντιστοιχούσε σε κάθε πιρόγα κι από μια ανάμνησή του. Μοιράζεται το δικινητήριο αεροπλάνο του με τους κατοίκους του νησιού, σαν ταξί για αγορές προϊόντων και φαρμάκων από μέρη που βρίσκονται σε απόσταση ωρών.

Επιστροφή στη Γαλλία, ένας τελευταίος δίσκος το 1977 αλλά αυτή τη φορά όλοι του φαίνονται ανυπόφοροι. Μην αντέχοντας το κυνηγητό των δημοσιογράφων κρύβεται στις τουαλέτες του αεροδρομίου όπου παθαίνει πνευμονική εμβολή. Νωρίτερα ένας αναξιογράφος του είχε πει χαιρέκακα: πότε θα σας δούμε στο σανίδι; Κι εκείνος του απάντησε Σύντομα, γιατί μου ετοιμάζουν ένα άλλου είδους σανίδι.

12. Ne me quitte pas
……
……
……

13. Amsterdam
Κάποιος τραγουδάει για πρώτη φορά για την προβλήτα του λιμανιού όπου αργοπεθαίνουν πόρνες και ναυτικοί. Το τραγούδι δεν θα ηχογραφηθεί ποτέ σε στούντιο – θα μείνει μόνο από τη ζωντανή εκτέλεση του 1964. Τελειώσαμε: ο Μπρελ δεν ήθελε ανκόρ. Ζητάνε ποτέ από έναν θεατρικό συγγραφέα να παρατείνει το έργο του; Αλλά είπαμε, ο ίδιος θα γελούσε με το σπάσιμο των κανόνων, όπως γελούσε πάντα με όλα. Madeleine λοιπόν, 14ο και τελευταίο.

Κι εμείς σήμερα αναζητούμε τον Ιάκωβο κι όποτε θελήσουμε τον βρίσκουμε πάντα – στο άστρο που έχει το όνομά του, στην μουσική του που δεν ακούγεται πια από τους πολλούς γιατί είναι πολύ γαλλική για να είναι ροκ και πολύ ταραγμένη για να συνοδεύει τα στερεότυπά μας περί γαλλικού τραγουδιού, στα στιχουργημένα του ποιήματα που σατίριζαν, κριτίκαραν, δραματοποιούσαν και αποκάλυπταν αυτόν κι εμάς. Υπάρχει ακόμα στις ζωές μας, γιατί μας τον περιέχει ο Scott Walker, μας τον εισέφερε ο Leonard Cohen, μας τον θυμίζει ο David Bowie, μας τον υπονοεί ο Serge Gainsbourg και κάθε φορά που το μυαλό μας πάει στο Παρίσι (με λίγη βοήθεια από Μπορίς Βιαν, Χένρι Μίλλερ, Μπλεζ Σαντράρ, Ζ.Π. Σαρτρ, Ζακ Πρεβέρ, Αλαίν Ρομπ Γκριγιέ, Ζορζ Περέκ) η πόλη του θα παίρνει την έκφραση του καπνισμένου χαμόγελου. Κι εκείνος θα μας περιμένει στις Τηγανιτές Πατάτες του Ευγένιου.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
06
Φεβ.
11

Anna Funder – Stasiland. Ιστορίες πίσω από το τείχος του Βερολίνου

Το τείχος μέσα στο κεφάλι

Μέρος Α΄

Το ότι μιλάς για την ιστορία σου σημαίνει ότι απελευθερώνεσαι απ’ αυτή; Ή μήπως ότι οδεύεις προς τα μέλλον σου αλυσοδεμένος; (σ. 110)

Αν ζούσαμε σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς κι έπρεπε να επιλέξουμε ανάμεσα στο να δώσουμε πληροφορίες για τους φίλους μας ή να αποχωριστούμε δια παντός σύζυγο και παιδιά τι θα επιλέγαμε; Πόσοι από εμάς θα έμεναν ηθικά ακέραιοι; Μετά την πτώση τέτοιων καθεστώτων οι φάκελοι των πολιτών θα πρέπει παραδίδονται στους ίδιους, να καίγονται ή να ανοίγονται έπειτα από πολλά χρόνια ή μετά τον θάνατό τους; Τα κτίρια των μαρτυρίων να γίνονται μνημεία του παρελθόντος, να κατεδαφίζονται απαλλάσσοντας τον τόπο από το βάρος τους ή να υφίστανται «ιδεολογική ανακαίνιση» με σοβάντισμα και μετονομασία; Πιο επικίνδυνη είναι η γνώση ή το να αγνοείς το παρελθόν και να ξαναρχίζεις από την αρχή, με διαφορετικές σημαίες, διαφορετικά φουλάρια και κράνη;

Ιδού μερικά από τα ερωτήματα που εξακολουθούν να απασχολούν όσους έζησαν υπό το καθεστώς της πρώην Ανατολικής Γερμανίας ακόμα και σήμερα, είκοσι σχεδόν χρόνια μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Η Φάντερ (γεν. 1966) δίνει τον λόγο και στις δυο πλευρές του καθεστώτος: τόσο στους ανθρώπους της Στάζι όσο και στα θύματά τους. Δεν περιορίζεται στις αυτονόητες επισκέψεις σε αρχεία, σημεία του τείχους ή στα πνιγμένα στο λινόλαιο και τις αποχρώσεις του καφέ δημόσια κτίρια που έχουν ακόμα «την οσμή των γέρων» κυβερνητών ή του καθαρού φόβου. Αναζητά η ίδια τους συνομιλητές της μέσω αγγελίας και συζητά ακόμα και με τους περίφημους ανεπίσημους συνεργάτες (ΙΜ – Inoffizielle Mitarbeiter), δηλαδή μυστικούς καταδότες συγγενών και φίλων. Οργανώνει το υλικό της υπό μορφή ταξιδιωτικού χρονικού με στοιχεία ρεπορτάζ, ενσωματώνοντας σύντομα ιστορικά της κατασκευής και πτώσης του τείχους και μικρές προσωπογραφίες των Χόνεκερ και Μίλκε (αρχηγού της Στάζι), και θίγει αποσιωπημένα ζητήματα, όπως η αποκλειστική σύνδεση του Ναζισμού με την Δυτική Γερμανία, που χαρακτηρίζεται ως ένας από τους ευφυέστερους αθωωτικούς ελιγμούς του εικοστού αιώνα.

Το «ανατολικογερμανικό σύστημα» δεν είχε απλώς τα γνωστά χαρακτηριστικά των δικτατοριών (γραφειοκρατία, τεράστιος όγκος εγγράφων, παθολογική εμμονή στις λεπτομέρειες). Ήταν πιθανώς το πιο τελειοποιημένο κράτος παρακολούθησης όλων των εποχών: ένας πράκτορας της Στάζι αντιστοιχούσε σε είκοσι τρεις ανθρώπους. Στην υπηρεσία τους επικουρούνταν από μικρόφωνα κρυμμένα σε διακοσμητικά λουλούδια, ποτιστήρια ή στις πόρτες των Τράμπαντ, από «δείγματα οσμής» του κάθε ανθρώπου (που σήμερα κανείς δεν γνωρίζει σε ποια χέρια βρίσκονται) και σπρέι με χειροκίνητες αντλίες που ψέκαζαν τα άτομα στο πλήθος ή στις ανακρίσεις – μήπως έτσι πέθαναν από ένα σπάνιο είδος καρκίνου οι αντιφρονούντες συγγραφείς Γύργκεν Φουκς και Ρούντολφ Μπάρο;

Σε μια κοινωνία όπου οι πάντες υποπτεύονταν τους πάντες και η δυσπιστία που απέρρεε απ’ αυτό αποτελούσε θεμέλιο της κοινωνικής ύπαρξης, οι πολίτες αισθάνονταν ότι το μέλλον τους εξαρτάται από τη συμφωνία τους με όσα λέει και κάνει το κράτος. Έπρεπε, συνεπώς, να μάθουν να ζουν σε μια σχέση «εσωτερικής εχθρότητας αλλά εξωτερικής συμμόρφωσης προς το κράτος». Εξασκήθηκαν στην αυτο–λογοκρισία και βίωσαν μια εσωτερική ψυχολογική εξορία. Αντιλαμβανόταν την κατάσταση αλλά προσπαθούσαν να μη δίνουν σημασία σ’ αυτή την πραγματικότητα για να μην τρελαθούν. Αν ήθελες να διατηρήσεις την πνευματική σου υγεία, έπρεπε να αποδέχεσαι και ταυτόχρονα να αγνοείς «τη λογική της ΛΔΓ». Αν παίρναμε τα πράγματα τόσο σοβαρά όσο νόμιζε ο κόσμος στη Δύση, θα αυτοκτονούσαμε όλοι!

Η γελοιότητα αποτελεί κοινό στοιχείο των ολοκληρωτικών συστημάτων. Συχνά εκπονούνταν διατριβές με θέμα «Περί των πιθανών αιτίων της ψυχολογικής παθολογίας της επιθυμίας παραβίασης των συνόρων», ενώ επινοήθηκε ο χορός Λίπσι, άχαρος, αλύγιστος και χωρίς αγγίγματα, προερχόμενος τάχα από τη νεολαία, ως ένα αντίδοτο στο ξενόφερτο ροκ. Όταν πράκτορες εντόπισαν σε βιβλιοθήκη αντίτυπο της απαγορευμένης Φάρμας των Ζώων, χαμογέλασαν χαρούμενοι καθώς είδαν στο εξώφυλλο γουρούνια που κρατούσαν μια κόκκινη σημαία!

Βασικό κορμό του Stasiland αποτελούν οι συνομιλίες της Φάντερ (δημοσιογράφου αλλά και δικηγόρου διεθνών υποθέσεων) με απλούς, «καθημερινούς» ανθρώπους των οποίων η ζωή καθορίστηκε ολοκληρωτικά από το γεγονός ότι θεωρήθηκαν εχθροί του κράτους, ακόμα και εξαιτίας ενός τυχαίου συμβάντος. Η Μίριαμ θεωρήθηκε εχθρός του κράτους από τα 16 της ενώ μέχρι σήμερα συναντά εμπόδια αναζητώντας την αλήθεια για την υποτιθέμενη αυτοκτονία του συζύγου της στη φυλακή. Θέλουν να πάψουν να σκέφτονται το παρελθόν. Θέλουν να προσποιηθούν πως αυτά δεν υπήρξαν. Η Γιούλα καλούνταν συχνά στα γραφεία της Στάζι για να ερμηνεύσει λέξεις που έγραφε στα γράμματά που αντάλλαζε με τον Ιταλό εραστή της, ενώ στο τέλος των παρακολουθούμενων υπεραστικών κλήσεων μεταξύ τους έλεγε «καληνύχτα σε όλους». Η φράου Πάουλ αρνήθηκε να προδώσει το πρόσωπο που της υπέδειξαν, χάνοντας το αντάλλαγμα να βρεθεί κοντά στο άρρωστο παιδί της στην άλλη πλευρά του τείχους. Άλλοι δεν άφησαν τον εαυτό τους να διαλυθεί, αντιμετωπίζοντας με χιούμορ τα παθήματά τους, όπως ο Κλάους Ρενφτ, αρχηγός του δημοφιλέστερου ροκ συγκροτήματος της χώρας, που αφανίστηκε ολοκληρωτικά από το προσκήνιο λόγω ανυπακοής. Ο Ρενφτ θεωρεί ως μικρή του νίκη την κρυφή μαγνητοφώνηση της υπαλλήλου που τους ανακοινώνει από σήμερα σας πληροφορούμε πως δεν υπάρχετε και δηλώνει: Για τις λεπτομέρειες της ζωής μου μπορώ σήμερα να ανατρέξω στους φακέλους κι αυτό είναι ευτύχημα.

Στην απέναντι πλευρά, αρκετοί δέχονταν να γίνουν πληροφοριοδότες, «άλλοτε γιατί πίστευαν στην υπόθεση, άλλοτε γιατί ένοιωθαν πως θα γίνουν κάποιοι, πως κάποιος θα τους ακούει με προσοχή». Ο Χάγκεν Κοχ επιμένει πως διδάχτηκε από πολύ μικρός ότι η χώρα τους είναι θρησκεία, με το δικό της κλειστό σύστημα πίστης, δική της κόλαση, παράδεισο και άφεση αμαρτιών. Πολλοί παραμένουν αμετανόητοι, όπως ο Καρλ Έντουαρντ φον Σνίτσλερ που σε ειδική τηλεοπτική εκπομπή ασκούσε κριτική σε αποσπάσματα από την δυτική τηλεόραση ή απλώς διακατέχονται από την νοσταλγία της Ανατολής (Ostalgie). Είναι αξιοσημείωτο πως οι πρώην πράκτορες σταδιοδρομούν ως ασφαλιστές, τηλεπωλητές ή μεσίτες, ακριβώς δηλαδή σε επαγγέλματα που απαιτούν την τέχνη του να πείθεις κάποιον να κάνει κάτι παρά την επιθυμία του ή τα ενδιαφέροντά του. Πολλοί συναντιούνται μεταξύ τους ακόμα και με ημερήσια διάταξη ή συμμετέχουν στον μυστικό σύλλογο πρώην ανδρών της Στάζι (Insiderkomitee), όπου ασκούν πιέσεις για παραχωρήσεις δικαιωμάτων, γράφουν την δική τους άποψη για την Ιστορία και αλληλοϋποστηρίζονται σε δίκες, ενώ λέγεται πως παρενοχλούν όσους εργάζονται για να μαθευτούν τα πάντα για τις ενέργειές της.

Μπορεί πλέον να μην υπάρχουν παρά ελάχιστα απομεινάρια του τείχους, ένα άλλο τείχος όμως παραμένει σε πιο δύσβατη περιοχή. Η έκφραση Mauer im Kopf (τείχος στο κεφάλι) δεν υποδηλώνει μόνο την συνεχιζόμενη διάκριση των Γερμανών σε Ανατολικούς και Δυτικούς, αλλά και την διαιώνιση της ύπαρξης του στον μυαλό των μεν νοσταλγών ως ελπίδα, των δε θυμάτων ως εφιαλτικό ενδεχόμενο.

Σήμερα στο πρώην αρχηγείο της Στάζι πηγαίνουν άνθρωποι για να διαβάσουν τις βιογραφίες τους, ενώ σε άλλο τμήμα οι «συναρμολογήτριες» συγκολλούν μεταξύ τους όσα κατεστραμμένα αρχεία δεν πρόφτασαν να κάψουν ή να πολτοποιήσουν. Θα χρειαστούν 375 χρόνια με 40 εργαζόμενους για να αποκατασταθούν, αλλά η συμβολική σημασία είναι δεδομένη. Πώς είναι άραγε να περιμένεις να συναρμολογηθεί ένα κομμάτι της ζωής σου;

Μέρος Β΄

Τι απέγινε το δημοφιλέστερο ροκ συγκρότημα της Ανατολικής Γερμανίας (δηλ. της περίφημης Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας) Klaus Renft Combo όταν το 1975 υπερέβη τα όρια; Ήταν πολύ διάσημοι για να συλληφθούν, συνεπώς κλήθηκαν από μια αξιωματούχο που απλά τους ανακοίνωσε: από σήμερα σας πληροφορούμε πως δεν υπάρχετε. Στην ερώτηση του αρχηγού Κλάους αν είναι πλέον απαγορευμένοι, διευκρίνισε: Δεν είπαμε ότι είστε απαγορευμένοι. Είπαμε ότι δεν υπάρχετε. Οι δίσκοι τους εξαφανίστηκαν σε μια νύχτα, ο Τύπος σταμάτησε να τους αναφέρει, το ραδιόφωνο να τους παίζει. Η δισκογραφική AMIGA ανατύπωσε ολόκληρο τον κατάλογό της χωρίς αυτούς. Κατασκεύασαν και τους αντικαταστάτες τους Carousel, καθαρούς αντιγραφείς των KRC χωρίς τα κακά λογάκια φυσικά. Όμως ο Κλάους είναι μια αληθινή ροκ εντ ρολλ ψυχή: έχοντας προβλέψει τις εξελίξεις, κόλλησε ένα κασετοφωνάκι στο λουρί της κιθάρας και κατέγραψε τα λόγια της «συντρόφισσας» κατσίκας έτσι για ηχητικό εφφέ – μπορείτε σήμερα να ακούσουμε στον δίσκο 40 Years Klaus Renft Combo (1997).

Λίγα χρόνια πριν, μια νεαρή κοπέλα καλείται κάθε τόσο στα γραφεία της Στάζι για να τους εξηγήσει ορισμένα σημεία των ερωτικών επιστολών που ανταλλάζει με τον Ιταλό φίλο της- φανταστείτε την τραγελαφική σκηνή, όπου ο αξιωματικός την ρωτάει για λέξεις που δεν μπορεί να βρει στο μικροσκοπικό του λεξικάκι – μήπως δεν είναι τρυφερότητες αλλά συνθηματικές κατά του κράτους; Όταν δεν τής φράζονται όλοι οι επαγγελματικοί δρόμοι, επειδή αρνήθηκε να γίνει πληροφοριοδότρια, κι εκείνη δηλώνει στο Γραφείο Εργασίας πως είναι άνεργη, η ένστολη υπεύθυνη ουρλιάζει «δεν είστε άνεργη, απλώς ψάχνετε δουλειά!», αντιλαμβάνεται πως βρίσκεται μεταξύ μύθου και πραγματικότητας της ΛΔΓ, στο απόλυτο κενό.

Όταν ζητήθηκε από τους διαδηλωτές που κατέλαβαν το κτίριο της Στάζι (4.12.89) να δείξουν στους φρουρούς τις ταυτότητές τους, σαν μια παράδοξη παρωδία ελέγχου που έχαναν εκείνη τη στιγμή, εκείνοι αιφνιδιασμένοι το έκαναν υπάκουα, προτού καταλάβουν το κτίριο!

Το συναρπαστικό αυτό βιβλίο- καταγραφή μαρτυριών είναι γεμάτο από παρόμοιες ανατριχιαστικές και πολύ σκληρές ιστορίες. Ανθρώπων που έπρεπε να επιλέξουν ανάμεσα στην προδοσία φίλων και την ζωή της οικογένειάς τους, που συνειδητοποίησαν πως το κράτος δεν ήταν ο καλός πατέρας που είχαν στο μυαλό τους. Κι έτσι όπως ο ορισμός του «εχθρού» διευρυνόταν όλο και περισσότερο, καριέρες καταστρέφονταν προτού καν αρχίσουν, σχέσεις διαλύονταν, συνειδήσεις κατατρώγονταν.

Παρά την παθολογική της εμμονή στην λεπτομέρεια (ή μήπως εξαιτίας της;), η Στάζι απέτυχε τελείως να προβλέψει το τέλος του κομμουνισμού και της χώρας. Μεταξύ 1989 και 1990, από σταλινική κατασκοπευτική μονάδα τη μία μέρα, μουσείο την επόμενη. Αναλογίζομαι τον περιβόητο διοικητή της Στάζι Μίλκε, την στιγμή που αντιλαμβάνεται πως ο μηχανισμός που έχει δημιουργήσει είναι τόσο τέλειος, ώστε κάπου, κάποιος παρακολουθούσε στενά και τον ίδιο.

Όμως οι άνθρωποι – ερείπια που άφησε προσπαθούν να συνεχίσουν τη ζωή τους, ενώ οι πρώην καθεστωτικοί παραμένουν αμετανόητοι και πρέπει να νοιώθουν πολύ τυχεροί που οι Γερμανοί αντέδρασαν με σύνεση και ψυχραιμία. Σε άλλη χώρα, θα τους είχαν κατακρεουργήσει.
Εκδ. Οκτώ, 2008, μτφ.: Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, σελ. 334, με σημειώσεις για τις πηγές. (Anna Funder – Stasiland: Stories from Behind the Berlin Wall, 2003).
Πρώτη δημοσίευση: Α’ μέρος: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 24, χειμώνας 2011. Β ‘ μέρος: εδώ.
05
Φεβ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 20

Monica Ali, In the kitchen (2009)
Ιδού μια καθαρά συγγραφική γωνία λήψης: Ψηλά, πίσω, μακριά, κρυμμένη. Ο περίφημος «παντογνώστης αφηγητής» τελικά μπορεί απλώς να κρύβεται στο πάνω διάζωμα.

04
Φεβ.
11

Asobi Seksu – Fluorescence (Polyvinyl, 2011)

Τόσα χρόνια ψάχνω τη μουσική που θα πλησιάσει έστω και στο ελάχιστο την θύμηση των Cocteau Twins. Δεν αναφέρομαι αποκλειστικά στην μουσική τους – αυτό κι αν είναι αδύνατον, αλλά και για την ακουστική εκείνη εμπειρία της εισόδου σ’ έναν άλλο κόσμο. Από την δική μας δε ζωή, οι προσωπικές αισθήσεις που άφηναν ξέρω πως δεν θα ξαναγυρίσουν, ούτε η απερίγραπτη αίσθηση ενός καινούργιου ήχου. Ήχου που από τη μία θλιβόσουν που θα μείνει εγκληματικά άγνωστος, κι από την άλλη έλεγες καλύτερα να παραμείνει φυλαγμένος, πεντακάθαρος από μαζικές χρήσεις.

Τα σκέφτομαι όλα αυτά γιατί οι Asobi Seksu μου έχουν δημιουργήσει εκείνη την αίσθηση (όπως και παλαιότερα κάποια σκόρπια κομμάτια των άφημων Jack Or Jive). Τα σκέφτομαι επίσης διαβάζοντας τις λακωνικές διαδικτυακές κριτικές τους (για τον παρόντα δίσκο κανείς λόγος ακόμα – κυκλοφορεί στα μέσα Φεβρουαρίου). Δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στην Elizabeth και τους δυο Ιππότες της, παρά μόνο αμήχανες περιγραφές τετριμμένων όρων (shoegaze, noise pop, dream pop) που επειδή χρησιμοποιούνται για εκατοντάδες διαφορετικά σχήματα αδυνατούν να τα εξατομικεύσουν. Άντε να αναφερθεί και κανένα σχήμα όπως οι My Bloody Valentine (πολύ τυχεροί τελικά: οι υστεροφημικές αναφορές τους προηγούνται του έργου τους και διαρκούν περισσότερο από την ίδια του τη θύμηση). Το δυσάρεστο δεν είναι πως όλοι όσοι τους ακούνε σήμερα και προσπαθούν να τους περιγράψουν μόνο με επιθετικούς προσδιορισμούς αποτυγχάνουν στην περιγραφή – το δυσάρεστο είναι ότι δεν τους άκουσαν τότε κι ούτε θα τους γνωρίσουν τώρα.

Υπάρχουν λοιπόν εδώ διάχυτες αισθήσεις και αισθήματα του κοκτω – ιανού ήχου, με πρώτο το επτάλεπτο Leave the Drummer Out There με τις φωνητικές ακροβασίες της Yuki Chikudate και τα κατηφορικά κατρακυλίσματα της κιθάρας του James Hanna, ένα έπος που στη μέση του επιβραδύνει και μελώνει σε άλλα σκοτάδια και μετά επιταχύνει σε τρίτα. Δεύτερο το Trails (παράδοξη επιλογή ως σίνγκλ) που μας στέλνει οριστικά στους πρώτους δυο δίσκους των CT (γιατί γι’ αυτούς κυρίως μιλάμε τόση ώρα), άντε και την εποχή των 12ιντσων. Και ποιος είναι ο αγενής που κόβει τόσο γρήγορα – πάνω στο δίλεπτο – το ζαλιστικότατο ινστρουμένταλ Deep Weird Sleep; Να βυθίζεται σ’ όλη του τη ζωή σε βαθύ παράξενο ύπνο!

Δυο άλλα μαργαριτάρια συνάπτουν Επικίνδυνες Σχέσεις με την εμπορικότητα: το Sighs (με κιθάρες και ρυθμ σέξιον των Cure της μετά-86 εποχής, με φωνητικές πτήσεις Siouxsie απ’ το Kiss in a dreamhouse) και το Perfectly Crystal μ’ ένα μπητ που κινδυνεύει να το ρίξει στα ραδιόφωνα που θα το λιώσουν στο παίξιμο και θα του λιώσουν την γλυκύτητα. Όπως έκαναν στους Saint Etienne και τους Heart Throbs –μια και τους θυμήθηκα: εδώ όντως She is in a trance. Ανάμεσα στις δυο κατηγορίες τα In my head και Ocean, που ενώνουν κι αυτά τον παλιό με τον μεταγενέστερο ήχο της 4AD. Τα κομψοτεχνήματα συμπληρώνονται από τέσσερα αδιαφορήματα: το Counterglow (το μόνο αντρόφωνο) μοιάζει με low profile OMD, το Coming Up είναι το πλησιέστερο στην προαναφερθείσα σχολή των Bloody Βαλεντίνων, τα Coming Up και Trance Out παίζουν με τη γιαπωνέζικη ποπ, που για τους περισσότερους μοιάζει παιδική και για ορισμένους παραπέμπει μόνο στους Pizzicato Five αλλά αποτελεί από μόνη της ένα ολόκληρο σύμπαν.

Η Μπρουκλυνέζικη μπάντα λειτουργεί σαν ντούο – εκτός των προαναφερθέντων η Yuki αναλαμβάνει και τα κήμπορντς – αλλά συναυλιάζεται ως τετράδα, με μπασίστα και ντραμίστα να αλλάζουν κατά καιρούς, έβγαλε δύο δίσκους στην Friendly Fire και μαζί μ’ αυτόν άλλους δυο στην Πολυβινυλικη ΑΕ, πρόπερσι δοκίμασε ακουστικές εκτελέσεις κομματιών του στον δίσκο Rewolf, το όνομά τους υποτίθεται πως είναι Τοκυανή slang για το «playful sex».

Η δίγλωσση δεσποσύνη θρηνεί και κανακεύει σε άπταιστη Ιαπωνική (καταγωγής) και ικανοποιητική Αγγλική (διαμονής), ενίοτε με ειδίκευση στην νεραϊδική διάλεκτο. Εδώ βρίσκεται μουσική που μάθαμε να χαρακτηρίζουμε «όμορφη», σ’ εκείνες από τις ελάχιστες στιγμές που ο όρος ξεγλιστρά από τα αποκλειστικά υποκειμενικά του συμφραζόμενα και αποκτά αντικειμενική υπόσταση, και κάπως όλοι συνεννοούμαστε πως είναι και ονειρική, αλλόκοσμη και παραμυθένια αλλά υψώνει και υψηλότατες αδρεναλίνες.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

02
Φεβ.
11

Γκιγιέρμο Καμπρέρα Ινφάντε – Τρεις ταλαίπωροι τίγρεις

Ένας καφές στη γωνία 12 και 23, ξημερώματα, ο αέρας του πρωινού και του Μαλεκόν στο πρόσωπο, παλεύοντας με τις αισθήσεις μου και την ταχύτητα (…) εγώ ο ίδιος κολλημένος προφίλ και ανφάς σ’ αυτή την πρωινή αύρα, το αδειανό στομάχι κι η κούραση να σου θυμίζουν το σώμα, με την ευτυχή διαύγεια της αϋπνίας μπροστά μου και πίσω μου μια νύχτα, μια νύχτα-γεμάτη-μουρμουρίσματα-και-μουσική-υπόκρουση, είναι τότε λοιπόν που ο καφές, ένας απλός καφές των τριών σεντάβο, σκέτος, χωρίς ζάχαρη, που πίνω όταν Ο Κοκαλιάρης, εκείνη η μακρόστενη μοναχική σκιά τελειώνει τη νυχτερινή του βάρδια έχοντας σκανδαλίσει τους ξενύχτηδες, τους εργάτες που πάνε νωρίς στη δουλειά, τους κουρασμένους νυχτοφύλακες, τις πουτάνες τις νοτισμένες από τη δροσιά και το σπέρμα, όλους αυτούς, την πανίδα του νυχτερινού ζωολογικού κήπου… (σ. 340)

Σ’ αυτό το προσκλητήριο της νυχτερινής πανίδας της ακοίμητης και αεικίνητης Αβάνας οι πάντες είναι παρόντες κι όλοι βουτάνε ως το κεφάλι μέσα στην κουβανέζικη μυθολογία και πραγματικότητα, όπου η μουσική είναι οργιαστική, η μέθη ακατάπαυστη, η περιπλάνηση ζωτική και ο έρωτας πανταχού παρών. Οι δε τρεις ταλαίπωροι τίγρεις συμπληρώνουν (διόλου τυχαία) τετράδα και αδυνατούν να κάνουν οτιδήποτε στα σοβαρά, ούτε καν να συζητήσουν, γιατί κάθε τους προσπάθεια σκοντάφτει σε αλκοολούχες γουλιές, ερωτοβόλα βλέμματα και φιλήδονες σκέψεις, κυνήγι ερωτικών συντρόφων και λατρεία γυναικών, άντε και μερικές απόπειρες φιλοσοφικών συμπερασμάτων για όλα αυτά.

Όμως δεν είναι μόνο ο συγγραφέας Σιλβέστρε, ο τηλεπαρουσιαστής Αρσένιο, ο μουσικός Εριμπό και ο καμπαρεφωτογράφος Κόντακ που τρεκλίζουν στην πόλη, χωρίς να βιάζονται να μπουν αμέσως στην ιστορία ή να συστηθούν. Είναι και οι «δεύτερες» φιγούρες που συναντιούνται μαζί τους, όπως ο αγαπητός μου Βουστροφηδόν που διαστρέφει τις λέξεις δημιουργώντας δικές του, ένας Νάρκισσος που άφηνε να πέφτουν οι λέξεις του στη λιμνούλα της συζήτησης κι ακουγόταν ευχαριστημένος στα ηχητικά κύματα που δημιουργούσε, οι θαμώνες του Σαλούν των Απορριφθέντων, o Κουτσός με τις Γαρδένιες, και βέβαια η υπέρβαρη, ερωτοφλεγής Εστρέγια Ροδρίγες που τραγουδάει μονάχα μπολερό και χωρίς μουσική υπόκρουση, ακόμα και μέχρι τα ξημερώματα, προτού επιστρέψει στα σπίτια που … αυτοφιλοξενείται – προσπαθώ να σκεφτώ κάποια φιγούρα του Μποτέρο. Όλοι στρατευμένοι σε μια συνεχή ηδονιστική ζωή, από τα καμπαρέ ως τις στοές των δρόμων.

Όταν μπήκα, το πρώτο που αισθάνθηκα ήταν μια μυρωδιά, ωραία, φαγητού. Σκέφτηκα, θα με καλέσουν άραγε να φάω; Είχα τουλάχιστον τρεις μέρες που έτρωγα μονάχα καφέ με γάλα και καμιά φορά ψωμί με λάδι. Είδα μπροστά μου έναν νεαρό (όταν μπήκα στεκόταν δίπλα μου, αλλά στράφηκα) με όψη κουρασμένη, ανακατεμένα μαλλιά και θαμπά μάτια. Ήταν κακοντυμένος, με το πουκάμισο βρόμικο και τη γραβάτα χαλαρή, να κρέμεται απ’ το ξεκούμπωτο κολάρο δίχως κουμπί. Χρειαζόταν ξύρισμα και στις άκρες του στόματός του έπεφτε ένα μουστάκι ίσιο και κακοκομμένο. Σήκωσα το χέρι για να του το δώσω κλίνοντας λίγο το κεφάλι κι αυτός έκανε το ίδιο. Είδα ότι χαμογελούσε κι ένιωσα πως κι εγώ επίσης χαμογελούσα. Το καταλάβαμε κι οι δυο ταυτόχρονα: ήταν ένας καθρέφτης. (σ. 70)

Η Σιέρα Μαέστρα αρχίζει να κατακλύζεται από επαναστάτες, η δικτατορία του Μπατίστα νομίζει πως θα κρατήσει για πάντα αλλά τίποτα απ’ αυτά δεν ενδιαφέρει τον Ινφάντε (και δεν είναι διόλου απολιτικός εφόσον οι κομμουνιστές γονείς του ήρθαν στην Αβάνα για αποφύγουν τις διώξεις κι ο ίδιος συμμετείχε ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα). Η μουσική εδώ υπερβαίνει την πολιτική ή αποτελεί από μόνη της την πρώτη προϋπόθεση. Ούτως ή άλλως ο καθένας βρίσκεται μόνος του ακόμα και σ’ αυτόν τον καρνιβαλισμένο κόσμο. Όλοι εδώ μέσα ξέρουν πως η επαφή κρατάει όσο είναι ηλεκτρισμένη, φωταγωγημένη απ’ τη νύχτα. Μετά ο καθένας θα επιστρέψει στον εαυτό του. Άρα η ηδονισμένη επιβίωση μετράει πάνω απ’ όλα, τώρα που η ζωή γυρίζει, βράζει και σε παίρνει ακόμα.

Γκράφιτι: Οι συστάσεις είναι σαν τα συλλυπητήρια, τυποποιημένα μουρμουρίσματα // Ο αναστεναγμός είναι η πορδή της ψυχής // Ο καιρός περνούσε και γερνούσα κι οι μέρες κυλούσαν και μετατρέπονταν σε ημερομηνίες και τα χρόνια μετατρέπονταν σε επετείους.

Αντί για οποιαδήποτε πλοκή ο Ινφάντε (1929-2005) προτιμά γλωσσική διαπλοκή και κινηματογραφική οπτική (το μοντάζ ανάβει, οι εικόνες τρέχουν, οι διάλογοι κόβουν και ράβουν, οι φιλμογραφικές αναφορές παίζουν διαρκώς). Η γραφή του κρίθηκε με τον προσωπικό της τρόπο συγγενικώς Τζοϋσική, Στερνική, μοντέρνα και μεταμοντέρνα – προσωπικά δεν μπορώ να μη σκεφτώ και τόσες άλλες αναφορές, από Χένρι Μίλλερ και Ντεμπόρ ως τους μπητ. Αλλά είναι το κολασμένο χιούμορ και η διόλου «δύσκολη» γραφή που τον διαφοροποιεί απ’ όλα αυτά, αν εξαιρέσει κανείς τις συνεχείς παγίδες που μας βάζει ως προς το ποιος μιλάει σε ποιον.

Ο συγγραφέας εκτός της συγγραφικής τέχνης άσκησε την μεταφραστική, την κριτική κινηματογράφου και την σεναριογραφία (Vanishing Point (Richard C. Sarafian), The Lost City (Andy Garcia)). Στην Φιντέλ Κάστρο εποχή ανέλαβε το Ινστιτούτο Κινηματογράφου της Αβάνας και το λογοτεχνικό ένθετο Lunes της Revolucion, αλλά οι λογοκριτικές επεμβάσεις τον καταχώρησαν στους ανεπιθύμητους και εξορίστηκε «επαγγελματικά» στις Βρυξέλες. Φυσικά πήρε στα χέρια του την δική του αυτοεξορία σε Μαδρίτη και Λονδίνο, κόβοντας κάθε σχέση με το κουβανικό καθεστώς και τον σταλινικό του, όπως έλεγε, χαρακτήρα. Οι ΤΤΤ εκδόθηκαν στην … δεύτερη γραφή τους και απαγορεύτηκαν στην Κούβα ενώ όσοι έγραψαν θετικά σχόλια φυλακίστηκαν. Όσο κι αν προσπάθησαν οι κονδυλοφόροι του Κάστρο να σβήσουν το όνομά του από την λογοτεχνία απέτυχαν: στην Κούβα οι εκδόσεις του κυκλοφορούν σε παράνομη, «σαμιζντάτ» μορφή, με φωτοτυπίες κλπ και οι Τίγρεις αποτελούν μια από τις κορυφές της κουβανέζικης και λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας. Μεταφέρθηκαν με τον ίδιο τίτλο και στον κινηματογράφο (Raoul Rouiz, 1968).

Καθόμουν λοιπόν εκεί και σκεφτόμουνα ότι παίζοντας το μπονγκό ή την τούμπα ή την πάιλα ή τα ντραμς ήταν σα να ’μαι μόνος, αλλά κι όχι τελείως μόνος, σαν να πετάω, λέγω εγώ, που δεν έχω ταξιδέψει με αεροπλάνο παρά ως εκεί δίπλα στο Ίσλα δε Πίνος, σαν επιβάτης, σαν να πετάω λέω σαν πιλότος, σ’ ένα αεροπλάνο, βλέποντας το τοπίο ισοπεδωμένο, σε μια μόνο διάσταση κάτω, γνωρίζοντας όμως ότι οι διαστάσεις σε τυλίγουν και πως το όργανο, το αεροπλάνο, τα ταμπούρλα, είναι η σύνδεση, η συνάφεια, αυτό που επιτρέπει να πετάς χαμηλά και να βλέπεις τα σπίτια και τον κόσμο ή να πετάς ψηλά και να βλέπεις τα σύννεφα και να βρίσκεσαι μεταξύ ουρανού και γης, αιωρούμενος, δίχως διάσταση, σε όλες όμως τις διαστάσεις, κι εγώ εκεί να χτυπάω, να ξαναχτυπάω, να κοπανάω, κάνοντας αντίστιξη, κρατώντας με το πόδι τον ρυθμό, μετρώντας νοερά τον ρυθμό, προσέχοντας εκείνον τον εσωτερικό ρυθμό που ακούγεται ακόμα, που ηχεί σαν μουσικό ξυλάκι παρ’ όλο που δεν βρίσκεται πια στην ορχήστρα, μετρώντας τη σιωπή, τη σιωπή μου… (σ. 127)

Εκδ. Τόπος, 2009, μτφ. Γιώργος Ρούβαλης, επιμ. Στράτος Ιωαννίδης, με πλήρως διαφωτιστική εισαγωγή του μεταφραστή, σελ. 467 (Guillermo Cabrera Infante, Tres tristes tigres, 1967). Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ. Λιμπρόφιλη Γνωμοδότηση: εκεί.

01
Φεβ.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 37. Δημήτρης Σωτάκης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Χούλιο Κορτάσαρ, Φερνάντο Πεσσόα, Φραντς Κάφκα, Χορχέ Λουίς Μπόρχες και από τους σύγχρονους δικούς μας, Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης, Παύλος Μάτεσις, Αριστείδης Αντωνάς, Χρήστος Αστερίου, Θανάσης Χειμωνάς, Πάνος Τσίρος.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Το βιβλίο της ανησυχίας, Η Δίκη, Κάτω από τη Γη (Μικ Τζάκσον) και πολλά άλλα…

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Είναι στ’ αλήθεια πολλά. Αγαπώ πολύ τα διηγήματα ως λογοτεχνική φόρμα

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Πάνος Τσίρος, ένας συγγραφέας που πρέπει να ανακαλύψετε, το βιβλίο του «Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα» είναι μια εκπληκτική συλλογή διηγημάτων.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Είναι όλοι τους καλά, οι περισσότεροι νοσηλεύονται σε ψυχιατρικές κλινικές.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ε΄ Δούκας του Πόρτλαντ, από το «Κάτω από τη Γη», του προαναφερθέντος βιβλίου

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σε γραφεία και σπίτια άλλων ανθρώπων.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Η ιδέα είναι μια απροσδιόριστη έννοια, σε σχέση με την έμπνευση και την λογοτεχνική προδιάθεση για μία σκέψη. Συνήθως παίρνω αφορμές από ασήμαντα-φαινομενικά-ζητήματα και εκ των υστέρων ξεδιπλώνω την ιστορία και τη θέση μου πάνω στο θέμα.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι, δε θέλω να γράφω με μουσική, είναι μια καταστροφική διαδικασία. Σε φορτίζει με λανθάνουσες συναισθηματικές εξάρσεις, οι οποίες αντανακλούν υποσυνείδητα στο κείμενο. Μεγάλωσα με αγγλική pop μουσική, προτιμώ την αγγλική σκηνή.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Η πράσινη πόρτα-ένα βιβλίο εισαγωγή στις εμμονές. Το θυμάμαι πάντα με τρυφερότητα.

Έντεκα ερωτικοί θάνατοι-μου φαίνεται μακρινό, ποτέ δεν δέθηκα συναισθηματικά μαζί του, ωστόσο μου αρέσουν ακόμα αρκετά μερικά διηγήματα από αυτή τη συλλογή.

Η Παραφωνία-έχει καταμετρηθεί στη συνείδησή μου ως το πρώτο καλό βιβλίο που έγραψα. Μια πραγματική αφετηρία στη λογοτεχνική μου ζωή.

Ο Άνθρωπος Καλαμπόκι- Το αγαπημένο μου βιβλίο. Μην το χάσετε.

Το θαύμα της Αναπνοής-Η επιτυχία του ξεπέρασε τις προσδοκίες μου, στ’ αλήθεια δεν περίμενα να κάνει την πορεία που έκανε. Δεν παραπονιέμαι γι’ αυτό.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Θα έλεγα ότι είναι μια προσέγγιση απ’ την πλευρά μου, για τον τρόπο που διαχειριζόμαστε τη ζωή μας. Για όσα περιμένουμε μάταια να έρθουν.

Πώς βιοπορίζεστε;

Κυρίως από το εμπόριο όπλων.

Τι διαβάζετε και τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Γράφω ένα βιβλίο που θα κυκλοφορήσει μάλλον το φθινόπωρο του 2011. Δε διαβάζω όταν γράφω.

Ένας συγγραφέας σε μουσικό γκρουπ. Πώς σας φαίνεται η ιδέα; Γνωρίζετε τέτοιες περιπτώσεις; Έχετε ακουστά τους Snob; Ομολογήστε τα όλα!

Οι Snob-αυτό το μεγάλο συγκρότημα-είναι μια ευχάριστη δραστηριότητα μου, με τον φίλο και συναγωνιστή Θανάση Χειμωνά. Ήμουν, είμαι και θα παραμείνω συγγραφέας.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε;

Οι ερωτήσεις ήταν θαυμάσιες, εύγε!

Ε, απαντήστε την!

Σας την έσκασα.

Ιστοσελίδα του συγγραφέα: εδώ.




Φεβρουαρίου 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28  

Blog Stats

  • 1.035.340 hits

Αρχείο