Αρχείο για Φεβρουαρίου 2011

28
Φεβ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 23

George Orwell, Animal Farm (1945)
Έντονες χρωματικές βαθύτητες για όλα τα ανθρώπινα και ζωικά βάθη. Κι όμως, σε μια απλή άτιτλη αφίσα, η εικόνα θα ήταν ειδυλλιακή…

Advertisements
24
Φεβ.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 40. Μαρλέν Σαΐτη

Η ερμηνεία σας στη «Νόρα Μετά» υπήρξε ιδιαίτερα φορτισμένη. Πώς αισθανθήκατε το ρόλο, τι σας προβλημάτισε, τι σας οδήγησε σε μια τέτοια έντονη βίωση;

Το έργο δόθηκε από μια διαφορετική οπτική γωνία από το κλασσικό έργο όπου η ηρωίδα είναι ανυποψίαστη για το τι γίνεται. Δεν μπορούσα λοιπόν να αφήσω αυτή την αναταραχή στο συρτάρι και να την βγάζω όταν οι εντάσεις είναι οφθαλμοφανείς π.χ. όταν διαβάζει ο άντρας της το γράμμα κι αυτή τρελαίνεται. Όχι, η ηρωίδα μας ξεκινάει ξέροντας ήδη τι έχει συμβεί. Είναι σα να μιλάει στις ψυχές όλων των θεατών που έρχονται κάθε μέρα σα να τους λέει «ξέρω ότι κι εσείς έχετε ένα πρόβλημα». Η δική μας ηρωίδα περνάει τον δικό της Γολγοθά. Δεν μπορούσα να την αφήσω στην ανεμελιά της. Βλέπω ότι μιλάμε για μια γυναίκα η οποία ήδη ξέρει το τέλος. Εύλογο ερώτημα: γιατί το ξαναβιώνει; Η επανάληψη είναι απαραίτητη διότι λειτουργεί ως μία μορφή κάθαρσης από την οποία αντλέι δύναμη για την επόμενη μέρα.

Η δυσκολία του ρόλου σε συνδυασμό με την έλλειψη εμπειριών με ώθησε στο να κάνω εκτενή έρευνα που πέραν της σχετικής βιβλιογραφίας και επικεντρώθηκε στο να μιλήσω με πολλές γυναίκες. Γυναίκες πονεμένες που έχουν προσφέρει πολλά και εισπράτουν αχαριστία και αποπομπή. Εντύπωση μου έκανε η προσπάθεια πολλών γυναικών που με νύχια και με δόντια προσπαθούν να κρατήσουν το μικρόκοσμο της οικογένειας.

Όπως γράψαμε στην σχετική παρουσίαση, εμπλουτίσατε την ερμηνεία σας με μια ιδιαίτερη σωματικότητα, με μια συγκλονιστική, προσωπική γλωσσολογία σώματος. Επρόκειτο για σκηνοθετική οδηγία ή για δική σας επιλογή;

Το θέατρο είναι κάτι ζωντανό, φτιάχνεται εκείνη τη στιγμή και ο κάθε άνθρωπος το καθετί το δικαιολογεί και το εισπράττει διαφορετικά, ανάλογα με τις εμπειρίες του, τη ματιά του, τα διαβάσματά του… Όσον αφορά τη γλωσσολογία του σώματος που αναφέρεις, σύμφωνα με τη σκηνοθετική οδηγία η Νόρα βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση λόγω φόρτισης: τρέχει, φεύγει από τη μια κούκλα και πάει στην άλλη, ανεβαίνει στο μπαούλο, ξανακάθεται κάτω, τρέχει να κρυφτεί… Αυτό το πήρα και το εξέλιξα όσον αφορά τα πολυεπίπεδα που έχει το κάθε σώμα: την τάση προς τα εμπρός (επιθετική), προς τα πίσω (αμυντική), την κορδωμένη στάση (υπερηφάνεια, γείωση). Αυτή η κοπέλα έχει περάσει τόσα πολλά που δεν νομίζω πως θα μπορούσε να έχει τόσο ξεκάθαρους αυτούς τους τρεις άξονες, οπότε προσπάθησα, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του ρόλου και της ιστορίας που αφηγείται, να πειραματιστώ με διάφορα επίπεδα. Έτσι δε θα μπορούσα να αφήσω το σώμα μου ξύλινο ή να είναι απλώς το σώμα μιας δεσποσύνης. Σεβόμενη την σκηνοθετική οδηγία και τις δεσμεύσεις της αποφάσισα να εξελίξω τα όρια του ρόλου. Καθώς εξελίσσεις το ρόλο, το ίδιο το σώμα λειτουργεί πλέον μόνο του.

Η Νόρα Μετά βασίζεται στο κείμενο της Ιψενικής Νόρας αλλά μεταλλάσσεται σε νέο έργο, δια χειρός Νίκου Καμτσή, για να παρακολουθήσει τη Νόρα…μετά. Μπορούμε να επεμβαίνουμε σε έργα παγιωμένα στο χρόνο; Σας γοητεύει η ιδέα της συνέχισης της ζωής τους/των χαρακτήρων τους; Σκέφτεστε κάποιο έργο που θα σας ενδιέφερε να δείτε …Μετά;

Σε έργα παγιωμένα στο χρόνο η επέμβαση είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα, ίσως δυσκολότερο από την συγγραφή ενός έργου από την αρχή και απαιτεί ταλέντο και ιδιαίτερη δημιουργικότητα. Όταν το αποτέλεσμα είναι επιτυχές, τότε η συνέχιση της ζωής των χαρακτήρων για μένα είναι ιδιαίτερα γοητευτική.

Μπαίνετε άραγε και εσείς, ως ηθοποιός σε μια τέτοια πρόκληση; Να μεταπλάσετε ένα κείμενο ή έναν χαρακτήρα στο μετά, στο σήμερα ή έστω να τον στρέψετε προς έναν άλλο δρόμο και σαν δικό σας παιχνίδι;

Ναι, στην διαδικασία να βρω το ρόλο μου, στη διαδρομή. Από εκεί και πέρα σαν ηθοποιό στη παρούσα περίοδο δε με αφορούν τα «πειράματα».

Πιθανώς αυτό ενδιαφέρει πολύ περισσότερο τους σκηνοθέτες;

Εδώ πράγματι έχουμε διαφορά σκηνοθέτη – ηθοποιού: για έναν ηθοποιό δεν έχει σημασία αν ένας ρόλος έχει χιλιοπαιχτεί, γιατί έχει χιλιοπαιχτεί από άλλους. Η σχέση του ρόλου με τον ηθοποιό έχει μια μοναδικότητα. Τη μοναδικότητα της δικής του ερμηνείας όπως αυτός και μόνον αυτός τη βιώνει. Όταν ένας σκηνοθέτης πάρει ένα κείμενο, έχει δει το όραμα των άλλων σκηνοθετών. Είναι, νομίζω, διαφορετική η σκοπιά και γι’ αυτό ίσως έλκεται με νέες αναγνώσεις και θέλει να βάλει το δικό του στίγμα, τη δική του υπογραφή.

Εσείς αφήνεστε στα χέρια του σκηνοθέτη; Τι συμβαίνει όταν υπάρχει διαφωνία, όταν ο ρόλος σας μιλάει «διαφορετικά»;

Αυτή είναι μια εξαιρετική ερώτηση. Η επιλογή μου είναι να αφήνομαι αλλά αυτό έχει το μειονέκτημα να περιορίζει τον ηθοποιό στα όρια τα οποία έχει ο σκηνοθέτης. Η ύπαρξη διαφωνίας ηθοποιού-σκηνοθέτη πιστεύω ότι είναι μία γόνιμη σχέση. Γιατί όπως δεν είναι απριόρι ότι η σκηνοθετική άποψη έιναι η καλύτερη δυνατή το ίδιο συμβαίνει και με τη διάθεση που έχει ο ηθοποιός απέναντι στο ρόλο.

Ο καθένας βγάζει τη δημιουργικότητά του, αλλά στο δικό του κομμάτι. Θα είναι, πιθανώς, πολλαπλάσια δουλειά να ικανοποιήσει το όραμά του και να σκάψει και τα υποκριτικά βάθη του ηθοποιού.

Συμφωνώ.

Ρόλος που θα ονειρευόσασταν να παίξετε ή να πειραματιστείτε πάνω του;

Πάντα μ’ ενδιέφερε πολύ το αυτοβιογραφικό στοιχείο, να παίξω τη ζωή μιας μεγάλης προσωπικότητας και επίσης να ερμηνεύσω τραγικούς χαρακτήρες. Στο θέατρο ειδικότερα, Δοξα τω Θεό, μέχρι στιγμής έχω αγγίξει αρκετά πράγματα και με οδηγεί το ενστικτό μου.

Επιστρέφοντας στη Νόρα: η διαφορετικότητά της μεταφράζεται ως παράνοια, η προσωπική της γνώμη ως ψυχοπάθεια.

Εξαρτάται ποιος από το περιβάλλον της τη κρίνει και πως αυτός ερμηνεύει τη διαφορετικότητά της αποδίδοντας τις έννοιες της παράνοιας ή της ψυχοπάθειας. Η τρέλα δε παίζεται και πολλές φορές αυτοί που θεωρούνται κοινωνικά σωστοί είναι οι συντελεστές της κατάστασης που βρίσκεται η Νόρα.

Βέβαια με τους σύγχρονους πλέον ψυχιατρικούς όρους, οι αρσενικοί χαρακτήρες του έργου αποτελούν κλινικές περιπτώσεις. Σκέφτομαι όμως πως τόσα χρόνια μετά τη Νόρα η γυναίκα ετεροκαθορίζεται. Ο κόσμος δεν διδάχτηκε τίποτε από τον Ίψεν, από το θέατρο; Το θέατρο βρίσκεται απλώς εκεί για να εντοπίζουμε τους εαυτούς μας και να ανακουφιζόμαστε για ένα δίωρο;

Ακόμα και ο Ίψεν δε θα μπορούσε απόλυτα να εξαλείψει τους κοινωνικούς ετεροκαθορισμούς. Έιναι όμως από τους πρώτους που μπόρεσε να τους καταγγείλει, και ουσιαστικά να αποτελέσει την αφετηρία στην εξέλιξη της γυναικείας ανεξαρτησίας. Το θέατρο πιστεύω, ακόμα και ως απλή ψυχαγωγική διαδικασία, δρα παιδευτικά σε πάρα πολλές εκφάνσεις της προσωπικότητάς μας και του είναι μας και κατά συνέπεια, δεν είναι απλή διαδικασία ανακούφισης.

Τρέμω με την ιδέα πως το Κουκλόσπιτο της Νόρας, η συρρίκνωση όλου του κόσμου της στον οικιακό μικρόκοσμο σήμερα είναι πλέον καθολική. Το σπίτι γίνεται το φρούριό μας, το έξω τρομάζει, η τηλεόραση γίνεται το μοναδικό μας παράθυρο, ενίοτε και πόρτα. Υπάρχει άραγε αυτή η δια-φυλική, δια-χρονική διάσταση στο έργο;

Σαφώς και ξεπερνάει τα γυναικεία δικαιώματα. Και ο άντρας θα σκεφτεί τον δικό του το ρόλο – στην οικογένεια, στην κοινωνία. Αλλά ούτε η Νόρα είναι αθώα, εφόσον χρησιμοποιεί τον γιατρό για να καταφέρει αυτό που θέλει. Το έργο εκφράζει μια γενικότερη φιλοσοφία που παρουσιάζεται τόσο στο πρόλογο όσο και στον επίλογο. Εκεί η ηρωίδα κοιτάει κατάματα τον θεατή και λέει «ζητάς απ’ τον ήλιο να λάμψει πιο πολύ και καίγεσαι», «τραγουδάς γιατί δεν αντέχεις τη σιωπή, χορεύεις για να γεμίσεις την ερημιά και την ακινησία». Οι έννοιες αυτές αγγίζουν το καθένα ανεξάρτητα από το επίπεδο της παιδείας του μιλώντας στις ψυχές όλων των ανθρώπων. Ανοίγοντας τα μάτια μας στο πρόβλημα του διπλανού μας, δεν αντλούμε μόνο δύναμη αλλά αντιμετωπίζουμε καλύτερα και το δικό μας πρόβλημα. Γι’ αυτό πιστεύω ότι ο κάθε άνθρωπος που θα έρθει στην παράσταση, θα βρει ένα κομμάτι που τον αφορά.

Είστε ευχαριστημένη από τις ελληνικές θεατρικές εκδόσεις; Τι σας λείπει;

Οι επιλογές των ελληνικών θεατρικών εκδόσεων περιορίζονται κατά κύριο λόγο στις εκδόσεις Δωδώνη, Κάκτος,Ύψιλον, Επικαιρότητα. Ειδικά για το Κουκλόσπιτο στην έρευνά μου βρήκα μόνο 2 μεταφράσεις όπου ο λόγος ήταν παρωχημένος. Το κείμενο που μας έφερε ο κ. Καμτσής έτοιμο ήταν σε καθαρό και στρωτό λόγο. Στην Ελλάδα στο θέατρο οι μεταφράσεις γίνονται κατόπιν αναθέσεων για τα καινούρια έργα. Έχω τη τύχη να μπορώ να δουλεύω με έργα από την Αμερική και από την Ισπανία στην αγγλική τους έκδοση και δε χρειάζεται να χρησιμοποιώ ελληνικές μεταφράσεις.

Διαβάζετε θέατρο ή για το θέατρο; Κάποιες εκδόσεις άξιες αναφοράςνα αναφερθούν;

Μου αρέσει να διαβάζω καινούργια θεατρικά έργα και βιβλία για την υποκριτική. Έχω μια μεγάλη βιβλιοθήκη που ανατρέχω συνέχεια. Ενδεικτικά:
Acting, The First Six Lessons by Richard Boleslavsky
On Method Acting by Edward Dwight Easty
Acting in Film by Michael Caine
The Intent to Live by Larry Moss
On the Technique of Acting by Michael Chechov

Στην Αμερική υπάρχει ένα φοβερό βιβλιοπωλείο, το Samuel French, εξαιρετικό για το θέατρο, για τον κινηματογράφο και για την τηλεόραση. Εκεί λοιπόν βρίσκω παρά πολλά έργα. Βρήκα διασκευές πάνω στη Νόρα κι έτσι διάβασα διάφορες εκδοχές. Δε σημαίνει πως μου άρεσαν όλες, έχει όμως ενδιαφέρον να βλέπεις διαφορετικές παραμέτρους. Μακάρι και στην Ελλάδα να υπήρχε ένα τέτοιο βιβλιοπωλείο.

Πότε διαβάζει ένας ηθοποιός; Αν υποθέσουμε πως μελετά τον ρόλο του και διαβάζει για το θεατρικό έργο όπου συμμετέχει, πότε μένει χρόνος να επεκταθεί αλλού;

Την εποχή που διαβάζω ένα ρόλο, δεν διαβάζω τίποτε άλλο. Ξεκινάω την έρευνά μου, ψάχνω άλλες παρουσιάσεις, σκηνοθετικές απόψεις, εντρυφώ σε φιλοσοφικές θεωρίες που αναφέρονται στο έργο, στον πολιτισμό της περιόδου, είμαι απόλυτα αποροφημένη και διοχετεύω την ενέργειά μου αποκλειστικά εκεί. Όταν οι παραστάσεις μπουν στη πορεία τους, ηρεμώ και κάνω τα διαβάσματά μου.

Το βράδυ που είδα την παράσταση η Αθήνα είχε βραχυκυκλώσει για άλλη μια φορά κι εσείς βρεθήκατε ακινητοποιημένη, μακριά από το θέατρο. Μου φάνηκε αδιανόητη η εικόνα: η Νόρα ξέμεινε στο Ζάππειο σε απόλυτα περιοριστικές συνθήκες αλλά μετά από λίγο οφείλει να αιωρηθεί πάνω στη σκηνή.

Πράγματι ήταν μια δύσκολη παράσταση για μένα, επειδή χρειάζομαι τουλάχιστον μιάμιση ώρα πριν από κάθε παράσταση για να προετοιμαστώ. Βέβαια την απόδοση ενός ρόλου ανεξάρτητα από το πόσες φορές έχει παιχτεί προσπαθώ να την έχω σε επίπεδο ακραίο. Δε μπορώ βέβαια κάθε μέρα να είμαι η ίδια. Παίζω με τα δάκρυα μου, τα συναισθήματά μου, με όλο μου το είναι.

Προηγούμενοι ρόλοι;
Στο θέατρο από τότε που ήρθα στην Ελλάδα πριν τρία χρόνια: Βερολίνο 1989, Ιστορίες μιας πόλης, από το βιβλίο του Δημήτρη Γκενεράλη, σε σκηνοθεσία Άρη Τρουπάκη, (Απλό Θέατρο, Νέα Σκηνή). Έπειτα ήρθε Το Φεγγάρι που Ματώνει, του Νίκολας Καζάν (Θέατρο Τόπος Αλλού). Και μετά ο μονόλογος, Ιφιγένεια της Ευρυπίδου, της Σοφίας Διονυσοπούλου (Θέατρο Φούρνος) που γράφτηκε επηρεασμένος από τα Δεκεμβριανά του 2008.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας θεατρικός συγγραφέας;

Ο Βασίλης Κατσικονούρης.

Σας ακολούθησε ποτέ κάποιος ρόλος σας μετά την ολοκλήρωση των παραστάσεων; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι ρόλοι που περισσότερο μαθαίνεις τα νέα τους είναι αυτοί που γίνονται στην τηλεόραση ή στον κινηματογράφο, άρα ενδέχεται κάποιος να έρθει και να σου πει ότι σε είχε δει. Έναν ρόλο που έχει τελειώσει, συνήθως τον κλειδώνω, τον αφήνω, του ξεφεύγω, πάω για άλλα.

Πώς βιοπορίζεστε;

Με τις ίδιες δυσκολίες που βιοπορίζονται όλοι οι ηθοποιοί.

Παρουσίαση της παράστασης: εδώ.

22
Φεβ.
11

Urban Native Integrated Nations of Europe (UNITE) – The Gathering of Strangers (Mule Satellite, 2010)

 

Μουσικοί που τραγουδάνε την εξορία. Μουσική που δεν εξορίζεται ποτέ.

Πέρα από το αυτονόητο ενδιαφέρον που έχει μια συλλογή κομματιών από και για την Μετανάστευση και την Εξορία (που σήμερα πλέον έχουν νέα πρόσωπα και ευρύτερη μορφή), το στοίχημα – πρόκληση για μια τέτοια κυκλοφορία είναι η μουσική που θα προτείνει. Η πολιτισμική ποικιλία είναι δεδομένη – θα πρόκειται όμως δηλαδή για τη συνηθισμένη παράθεση «εθνικών» μουσικών ή για καμιά πιο δουλεμένη ανακάτεψή τους;

Το εν λόγω πρότζεκτ αποτελεί ιδέα των Hamid Man Tu και Tim Whelan από τους Trans Global Underground και η συλλογή συλλέγει, όπως είναι αναμενόμενο, μουσικούς και σχήματα από πολλές χώρες. Το ενδιαφέρον δεν είναι όμως αυτή η ετερόκλιτη συγκέντρωση ειδών (ιδιαίτερα συνηθισμένη εδώ και χρόνια) αλλά το γεγονός πως αυτά πλέον έχουν ανοίξει φράκτες και σύνορα για να μετατραπούν σε νέα χαρμάνια. Σύμφωνοι, συχνά η στουντιακή επεξεργασία, τα «πειράγματα» μπορεί συχνά να ισοπεδώνουν τις ατόφιες παραδοσιακές δημιουργίες, όμως αποτελεί κι αυτός ένας τρόπος να μεταφερθούν αυτές στο σήμερα. Άλλωστε η αμιγώς παραδοσιακή μορφή τους υπάρχει πάντα σε μύριους ειδικούς δίσκους, δεν χάνεται. Αλλά ούτε και διασπείρεται σε ευρύτερα κοινά, παρά παραμένει σ’ ένα κύκλο ειδικών ακροατών.

Οι Πολωνοί Village Kollektiv (I have sold my field) κάνουν την πρώτη διασκεδαστική ανακάτωση. Η φωνολογία είναι βαλκανική, αλλά τα γρήγορα ροκ ντραμς και η τρεχαλητή ερμηνεία δείχνουν την αναπάντεχη συγγένεια με το πανκ! Αντίστοιχο ενδιαφέρον αλλά από άλλη θύρα το αμέσως επόμενο Keranka, όπου η μνημειακή φωνή της Βουλγάρας Yanka Rupkina χορεύει στα κάρβουνα μιας ηλεκτρονικής ντραμς ρυθμ σέξιον. Αξιοσημείωτο: και τα δυο αυτά κομμάτια απλώνονται σε έκταση, αφιερώνοντας τα τελευταία τους λεπτά σε έναν μονόλογο των οργάνων σε αποσιώπηση της φωνής.

Από τις αμιγώς παραδοσιακές φόρμες ξεχωρίζει η Βουλγάρα («Λονδρέζα» πλέον) Eugenia Georgieva που έχει ήδη δοκιμαστεί στα ρουμάνια της βουλγαρικής παραδοσιακής / φολκ (και με τους London Bulgarian Choir), σήμερα τραγουδάει και στο «Balkan/electro/klezmer» project Max Pashm Band και αποτελεί το ένα τρίο του τρίο Perunika που τραγουδάει ακαπέλλα την ευρύτερη σλαβική – ρωσική παράδοση και το οποίο μας περιμένει πιο κάτω με ηλεκτρονικό αυτή τη φορά υπόβαθρο. Παρά το νεαρό της ηλικίας της η φωνή της μοιάζει διαχρονική και τα διαβολικά «βουκολικά» πνευστά θυμίζουν το «Πριν τη Βροχή»…

Καθώς η βρετανική φολκ του Jim Noray (πολυοργανίστας φολκίστας, με δίσκους την τελευταία δεκαετία) αρχίζει τον διάλογο με την παραδοσιακή της Ουγγαρέζας Nori Kovacs (με διάφορα συμβολάκια πάνω από τα γράμματα), μια αμήχανη ντραμς και μπας προσπαθεί να δώσει ένα μοντέρνο στιλ στα είδη – αλλά δεν αρκεί. Ξαναβρίσκουμε την Kovacs σ’ άλλα δυο κομμάτια (8 και 11) κι εδώ προφανώς αποτελεί φάουλ η επανάληψη της ίδιας ιδέας σε τρία τραγούδια. Τι παιχνίδια παίζει η μνήμη…. Μου θύμισε λίγο το Urgh! A music war: Όλοι από ένα κομμάτι, οι Police τρία! Νόρι, Νόρι, Νόρι, μπας κι έχεις άκρες κι εσύ με τον Copeland; Από τραγούδια μετανάστευσης και περιπλάνησης δεν θα μπορούσε να λείπει η Ιρλανδέζικη φωνή κι εδώ την εκπροσωπεί κάλλιστα ο Martin Furey αλλά σχεδόν δεν καταλαβαίνεις πότε γίνεται η μετάβαση από το ιρλανδικό στο αφρικάνικο, με τον Σενεγαλέζο Bourama Badji. Ενδιαφέρουσα η παγίδα! Αντίρρηση εδώ η ίδια τα μονότονα ξύλινα (στουντιακά) κρουστά από πίσω. Τρίτος αγγλόφωνος της παρέας, ο Stuart Staples των Tindersticks δεν χρειάζεται συστάσεις και διαθέτει ήδη φωνή «εξόριστου» για το θλιμμένο του βαλσάκι.

Όταν το βάρος δίνεται στα ηλεκτρονικά, το παιχνίδι αποκτά περισσότερο ενδιαφέρον. Τα βαλκανικά πνευστά επιτέλους κυνηγιούνται από τα κόλπα και τις λούπες του DJ Lepe από τους Ελληνο-Ούγγρους Balkan Fanatik, σχετικά-με-το-θέμα φωνητικά sample εμποτίζουν οι τσέχοι Side 9000 στο δικό τους αμιγές dubster, ένα παλιό tune (σαν από ανατολικό ραδιόφωνο) λουπάρεται εξαιρετικά στο ανυπόγραφο Devet Deset και το κλειστήριο οργανικό προξενεύει την ρέγγε με το λούνα παρκ. Η μεγάλη έκπληξη βέβαια προέρχεται από το προτελευταίο κομμάτι. Είναι πράγματι οι Autopsia, εκείνο το πρωτοποριακό ηλεκτρονικό, αβαντ γκαρντ σχήμα από την «Γιουγκοσλαβία», που συνεχίζει να βγάζει δίσκους και να διασπέρνει projects μέχρι σήμερα! Θα τα ξαναπούμε σύντομα με δαύτους.

Ιδανικό συντροφικό του δίσκου ανάγνωσμα θα ήταν η συλλογή του Αντόνιο Μουνιόθ Μολίνα «Το βιβλίο της εξορίας» (εκδ. Πατάκη, 2003), όπου ο συγγραφέας δανείζεται τις «φωνές» πλείστων εξόριστων: Πρίμο Λέβι, Μίλενα Γεζένσκα (ο μεγάλος έρωτας του Κάφκα), Εουτζένια Γκίνσμπουργκ, Βάλτερ Μπένγιαμιν κ.ά. Και γράφω «θα ήταν» γιατί απ’ όσο γνωρίζω το βιβλίο βρίσκεται πλέον δύσκολα η φουρνιά του έχει εξαντληθεί.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ, ιστοσελίδα τους εδώ, στις φωτογραφίες: Village Kollektiv, Autopsia, Stuart Staples.

20
Φεβ.
11

Χόρχε Λουίς Μπόρχες – Ερνέστο Σάμπατο – Διάλογοι

«Συζητώντας υπάρχει κίνδυνος να συμφωνήσουμε».

Ο Ορλάντο Μπαρόνε (1937, δημοσιογράφος, συγγραφέας, πανεπιστημιακός καθηγητής) ονειρεύτηκε μια συζήτηση ανάμεσα στους δυο αγαπημένους του λογοτέχνες, Μπόρχες και Σάμπατο, στην ουσία μια σύμπλευση δυο πλευρών της αργεντινής λογοτεχνίας. Όταν πρότεινε στον Μπόρχες να επιλέξει εκείνος τον δεύτερο συντονιστή των διαλόγων, ο Μπόρχες του απάντησε: «Δεν χρειάζεται, σας έχω τυφλή εμπιστοσύνη». Οι συναντήσεις των τριών έγιναν στο κέντρο του Μπουένος Άιρες, στο διαμέρισμα του αριθμού 900 της οδού Μαϊπού (αλλά και στο μπαρ της γωνίας Μαϊπού και Κόρδοβα), μεταξύ Δεκεμβρίου 1974 και Μαρτίου 1975. Εκτός από τις κορυφές της λογοτεχνίας, Μπόρχες και Σάμπατο συνυπήρξαν και στις παρυφές της, όπως π.χ. στις σελίδες του περιοδικού Sur και τις βραδιές στο σπίτι της Σιλβίνα Οκάμπο και του Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες – αλλά φίλοι δεν υπήρξαν ποτέ.

Ο μόνος κανόνας του παιχνιδιού ήταν να μην συζητηθούν θέματα πολιτικής επικαιρότητας. Η εποχή ούτως ή άλλως ήταν ταραγμένη, όλη η σύγχρονη αργεντινική ιστορία είναι διαταραγμένη, πολιτικές διαφορές είχαν ήδη απομακρύνει αμφοτέρους, (αν και συμφώνησαν λίγο αργότερα στη χειραψία προς τον δικτάτορα Βιντέλα, όπως διασώζει μια λυπηρή φωτογραφία, αλλά αυτό είναι μια τεράστια συζήτηση). Ένας λόγος παραπάνω η μεταξύ τους συζήτηση να στερείται εκατέρωθεν φιλοφρονήσεων και αλληλολιβανίσματος, και να αγγίζει πυρήνες ουσιαστικής διαφωνίας και αντίθεσης.

Η συμπαρουσία του Μπαρόνε στη σκηνή (που επικρίθηκε από κομμάτι της κριτικής) είναι, κατά προσωπική μου αίσθηση, ευπρόσδεκτη, εφόσον ο ίδιος υπήρξε ο αρχιτέκτονας της γέφυρας αλλά κυρίως επειδή αποδίδει το κλίμα των συζητήσεων, με σύντομες περιγραφές του τόπου, των διαθέσεων, της ατμόσφαιρας. Πώς μπορεί π.χ. να αγνοηθεί η πληροφορία πως κάποιες συζητήσεις έγιναν με μόνιμη υπόκρουση το ουρλιαχτό των σειρήνων, καθώς έχουν προηγηθεί οι δολοφονίες του διανοούμενου και πολιτικού ακτιβιστή Σίλβιο Φρόντιτσι και του στρατηγού Κάρλος Πρατς, αντιπροέδρου της Χιλής επί Αλιέντε; Αμφότεροι οι συνομιλητές συζητούν απλά, αυθόρμητα, χωρίς την φορτωμένη σκευή των λογοτεχνικών και δοκιμιακών τους κειμένων, αλλά με το ίδιο βάθος και την ίδια σημασία. Υπάρχει μια διάθεση αυτοσαρκασμού και απομυθοποίησης, ακόμα και λεπτεπίλεπτων ειρωνικών πειραγμάτων. Συχνά οι διάλογοι ξεδιπλώνονται συνειρμικά, η μια πρόταση οδηγεί σε μια θύμηση, που αρπάζει ο έτερος συνομιλητής και την πηγαίνει σε δικές του περιοχές.

Και συζητούν για τα πάντα! Για την λογοτεχνία (Μ.: «Η λογοτεχνία δεν είναι λιγότερο πραγματική απ’ αυτό που ονομάζεται πραγματικότητα»), την διδασκαλία της (Σ.: «η λογοτεχνία θα έπρεπε να διδάσκεται ανάποδα, ξεκινώντας από τους σύγχρονους συγγραφείς που είναι πιο κοντά στη γλώσσα και στα προβλήματα των νέων και καταλήγοντας στους κλασικούς»), το μυθιστόρημα (Σ.: «είναι σαν μια ήπειρος. Για να φτάσεις σ’ ένα όμορφο μέρος, καλείσαι ξαφνικά να διασχίσεις λίμνες ή απέραντες ελώδεις εκτάσεις, να διατρέξεις ατελεύτητους δρόμους, γεμάτους σκόνη και λάσπη…όποιος θέλει να βρει ένα θησαυρό στο Μάτο Γκρόσο θα πρέπει να αντιμετωπίσει πολλούς κινδύνους»), το γράψιμο (Μ.: «με ανακουφίζει, με βοηθάει να λησμονήσω τον εαυτό μου, τις συνθήκες της ζωής μου»), την μετάφραση (Σ: «Στην πραγματικότητα κάθε μετάφραση είναι αποτυχημένη, αφού δεν υπάρχουν ακριβείς αντιστοιχίες», Μ.: «Γι’ αυτό φταίνε τα λεξικά, που κάνουν τον κόσμο να πιστεύει πως υπάρχουν ισοδύναμα, ενώ δεν υπάρχουν», Σ.: «είναι προτιμότερο ένας συγγραφέας να μεταφράζεται από κάποιον λιγότερο αναγνωρίσιμο συγγραφέα χωρίς ιδιαίτερο προσωπικό ύφος»).

Συνομιλούν για την τέχνη (Σ.: «το έργο της τέχνης υπερβαίνει τους κανόνες του δημιουργού του»), την καλλιτεχνική ελευθερία (Σ.: «Οι επαναστάσεις είναι συντηρητικές στον τομέα της τέχνης. Ο καλλιτέχνης είναι ο κατεξοχήν επαναστάτης γι’ αυτό και οι επαναστάσεις δεν τα ’χουν καλά μαζί του»), την κινηματογραφική μεταφορά της λογοτεχνίας (Μ.: «με βρήκαν προκειμένου να γυρίσουν τον «Νεκρό». Τους είπα να μη σεβαστούν το κείμενο του διηγήματος. Τους θύμισα πως άλλο πράγμα είναι η λογοτεχνία και άλλο ο κινηματογράφος…Επέμεινα να χρησιμοποιήσουν το διήγημα ως αφετηρία και τίποτε περισσότερο, και ν’ αφήσουν τη φαντασία τους να πετάξει. Τους ζήτησα, επίσης, να μη γραφτεί τ’ όνομά μου, ή να γράψουν απλώς «βασισμένο στο διήγημα…»). Συχνά εξειδικεύουν σ’ εκείνους που διάβασαν περισσότερο και διαρκώς: τον Δον Κιχώτη (Μ.: «ο χαρακτήρας είναι πιο σημαντικός απ’ όσα του συμβαίνουν»), τον Στίβενσον (Σ.: «ό,τι αποσιωπά συχνά είναι πιο σημαντικό απ’ ό,τι λέει ρητά»), τον Μαρτίν Φιέρρο, τον Μασεδόνιο Φερνάντες, τον Εστεμπάν Ετσεβερρία. Και φυσικά δεν θα μπορούσαν ποτέ να λείπουν η αυτοκτονία, η τρέλα, ο θάνατος.

Οι συζητήσεις κάποτε έπρεπε να τελειώσουν (αλλιώς το βιβλίο θα ήταν αιώνιο, όπως ειρωνεύτηκε χαρακτηριστικά ο Μπόρχες). Ο Μπαρόνε μελαγχολεί καθώς το παμπάλαιο μαγνητόφωνο General Electric και οι ηχογραφήσεις – αντικείμενο επεξεργασίας στην κονσόλα του παλιού ραδιοφωνικού σταθμού σώπασαν και τα αρνητικά του φωτογράφου φαίνονται οριστικά χαμένα. Όμως έχτισε για λίγο μια γέφυρα ανάμεσα σε δυο όχθες της αργεντινής λογοτεχνίας. Μπορεί «τα λεγόμενα του ενός να φαίνονται ασύνδετα μ’ εκείνα του άλλου. Ωστόσο, ένα αδιόρατο πλέγμα, ένα κρυφό υφάδι τα ενώνει… αποφεύγουν τις αβρότητες όπως και τη σύγκρουση γιατί ο θησαυρός είναι και των δύο ή κανενός». Σαν «δυο θηρευτές που κυνηγούν διαφορετικά θηράματα σε διαφορετικές περιοχές και που ποτέ δεν θα συναντηθούν. Δεν ακολουθούν διαφορετικά μονοπάτια αλλά ενοικούν διαφορετικά σύμπαντα». Πράγματι, οι συγγραφείς ξανασυναντήθηκαν μονάχα μια φορά. Αλλά κάθε συνάντηση που έχει το περιεχόμενο, τα βάθη, την αξιοπρέπεια και τον αλληλοσεβασμό των δικών τους, είναι άξια ύπαρξης, ακόμα κι αν συμβεί μονάχα μια φορά.

Κάθε φορά που οι θεωρητικοί επικαλούνται τον Άνθρωπο με άλφα κεφαλαίο, θα πρέπει να φοβάται κανείς: είτε αποκεφαλίζουν χιλιάδες ανθρώπους με άλφα μικρό είτε τους βασανίζουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. (Σάμπατο, σ. 45)

[Περί Θεού] Πρόκειται για την κορυφαία επινόηση της φανταστικής λογοτεχνίας. Τα γεννήματα της φαντασίας του Γουέλς, του Κάφκα ή του Πόε ωχριούν μπροστά στο επινόημα της θεολογίας. Η ιδέα ενός τέλειου, παντοδύναμου όντος είναι κατεξοχήν φανταστική. (Μπόρχες, σ. 46)

Εκδ. Printa, [Σειρά Εκ Βαθέων], 2010, Καταγραφή: Ορλάντο Μπαρόνε, μτφ.: Δήμητρα Παπαβασιλείου, με 186 σημειώσεις της μεταφράστριας, 255 σελ. (Jorge Luis Borges – Ernesto Sabato, Diálogos, 1976).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr. Στην τελευταία φωτογραφία: σκίτσο του Μπόρχες για το τανγκό – το οποίο φυσικά δεν λείπει από την συζήτηση…

19
Φεβ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 22

 

J.G. Ballard – High/Rise (1975)
Λέξεις αμφι-λεγόμενες. Κάθετος λοξή. Κενά στο σχέδιο, κενά στην κατασκευή. Σκίσιμο στο μαυρόασπρο. Κρύψιμο των σύννεφων. Δηλαδή όπως στις ιστορίες του Μπάλλαρντ: τα κανονικά παύουν να είναι κανονικά. 

18
Φεβ.
11

Νέα Εστία, τεύχος 1839 (Δεκέμβριος 2010)

Αφιέρωμα στον Γκυστάβ Φλωμπέρ
Εκατόν τριάντα χρόνια από το θάνατό του

Ο μύθος, η περιπέτεια σ’ ένα μυθιστόρημα δεν με απασχολεί καθόλου. Η έγνοιά μου, όταν γράφω μυθιστόρημα, είναι να αποδώσω ένα χρώμα, έναν τόνο. Λόγου χάριν, στο μυθιστόρημά μου για την Καρχηδόνα [Σαλαμπώ], θέλω να δείξω κάτι το πορφυρό. Όσο για τα υπόλοιπα, χαρακτήρες, πλοκή, όλα είναι λεπτομέρειες. Στη Μαντάμ Μποβαρύ, η μόνη μου έγνοια ήταν αποδώσω ένα γκρίζο τόνο, αυτό το μουχλιασμένο χρώμα που έχουν οι σκολόπενδρες.

… έγραφε ο Φλωμπέρ, που ανεξάρτητα από την επιθυμία του κατόρθωσε πολύ περισσότερα. Το παραπάνω παράθεμα μας κοινωνεί η Λίζυ Τσιριμώκου που στρέφει το μικροσκόπιό της προς τον Κύριο Μποβαρύ. Ο Σαρλ απέχει παρασάγγες από τον ιδεότυπο του «ντελικάτου εραστή» που έχει πλάσει ο νους της Έμμας (ο Φλωμπέρ γελοιογραφεί τον ρομαντισμό και τον ρεαλισμό συνάμα, την ανεδαφικότητα του ενός και την αφόρητη πεζότητα του άλλου, εκθέτοντας τη μωρία αμφοτέρων) και διακρίνεται από παθητικότητα και ατολμία, εναποθέτει την ευτυχία και το μέλλον του στα χέρια της, καθίσταται σκλάβος της, ένας κύριος της κυρίας.

Τίποτε δεν συμβαίνει στο επαρχιακό πλαίσιο της ευφάνταστης Έμμας, αλλά αυτό το χρόνιο τίποτε σαρκώνεται προοδευτικά σε κάτι βαρύ, πιεστικό και απειλητικό. Η μετάβαση από τη σκοπιά του Σαρλ στη σκοπιά της Έμμας συντελείται σταδιακά, σχεδόν αόρατα κι εμείς συνεχίζουμε να παρακολουθούμε τις κινήσεις του μέσω της δικής της ματιάς. Έτσι ο συγγραφέας καθίσταται βιρτουόζος της τέχνης της μετατοπιζόμενης εστίασης. Κι αν το κείμενο του Φλωμπέρ ενίσχυσε το κύρος της ρεαλιστικής γραφής, η απομυθευτική λογική του αναιρούσε στην πράξη κάθε σχετικό στύλωμα, λειτουργώντας ως πρώιμο αντιμυθιστόρημα, υπονομεύοντας και αποδομώντας το περίγραμμα του παραδοσιακού μυθιστορήματος

Ο Σωτήρης Παρασχάς (Η αποτυχία της ιδιοφυΐας στο Μπουβάρ και Πεκυσέ) εστιάζει στην αμφίσημη σχέση του συγγραφέα με τους δυο χαρακτήρες, η ιστορία των οποίων, εκ πρώτης όψεως, μοιάζει με μια ιστορία διαδοχικών και γελοίων αποτυχιών, ενώ η υποτυπώδης, σχεδόν ανύπαρκτη πλοκή τους καθιστά ως αλληγορίες ή ενσαρκώσεις αφηρημένων εννοιών – άλλωστε η αφέλεια και η ανοησία αποτελούν πάγια χαρακτηριστικά των ηρώων του συγγραφέα. Σε αντίθεση όμως με τους άλλους φλωμπερικούς χαρακτήρες, εκείνοι δεν βιώνουν την πραγματικότητα από δεύτερο χέρι: τα βιβλία δεν αποτελούν πηγή εμπειρίας αλλά απλώς (ελαττωματικά) όπως αποδεικνύεται) εργαλεία για να κατανοήσουν και να αλλάξουν την πραγματικότητα. Η αποτυχία όλων των δημιουργικών προσπαθειών τούς στρέφει στην αντιγραφή, δημιουργώντας ένα σώμα αποσπασμάτων που δηλώνει την αδυναμία δημιουργίας ενός οργανικού όλου, έναν κέντρωνα της ανθρώπινης ανοησίας. Αλλά έχει ήδη σηματοδοτηθεί η αποτυχία της ίδιας της έννοιας της ρομαντικής ιδιοφυίας του συγγραφέα, που αντικαθίσταται πλέον από τον συγγραφέα – χειροτέχνη.

Ο Μιχαήλ Πασχάλης («Κάλπαζε σαν το ελάφι»: η ιπποποδία και ο σπαραγμός του Ιππολύτ Τωταίν) ερευνά πρωτογενώς την λογοτεχνική καταγωγή του Τωταίν, του κουτσού σταβλίτη του πανδοχείου «Το Χρυσό Λιοντάρι» στην Μαντάμ Μποβαρύ και καταλήγει στον μυθικό Ιππόλυτο. Τόσο ο Ιππόλυτος του Ευριπίδη και του Σενέκα όσο και ο Ιππολύτ του Φλωμπέρ αποτελούν «αποκλίνουσες» περιπτώσεις (ανέραστοι και μισογύνηδες οι πρώτοι, σωματικά αδύναμος – δύσμορφος ο δεύτερος) και τιμωρούνται γι’ αυτό. Αν όμως εκείνοι διαπράττουν ύβρη, ο φλωμπερικός ήρωας είναι ευτυχής όπως είναι –η κοινωνία δεν αποδέχεται την στρεβλότητα του ποδιού του και επιχειρεί να το ισιώσει. Για άλλη μια φορά η κοινωνία αναλαμβάνει να διορθώσει αυτό που τολμά να αποκλίνει από τον κανόνα της, σκέφτομαι καθώς διαβάζω την εξαιρετική πρωτογενή σημασιολογική έρευνα του γράφοντος.

Τρεις ακόμα φλωμπερικές καταθέσεις συμπληρώνουν ένα σύνολο κειμένων ευανάγνωστο και αξιανάγνωστο: Απηχήσεις του γερμανικού ιδεαλισμού στην αισθητική σκέψη του Γουσταύου Φλωμπέρ (Δημήτρης Πολυχρονάκης) Ο Ζιντ αναγνώστης του Φλωμπέρ (Γιάννης Δημητρακάκης) και Η Μαντάμ Μποβαρύ και η κριτική, Α΄1857 – 1880 (Σ.Ν. Φιλιππίδης), Γκυστάβ Φλωμπέρ (1821 – 1880). Μια επιστολή στον Μωπασσάν (Οντέν Βαρών – Βασάρ).

Τέλος, αναπόσπαστο κομμάτι της Νέας Εστίας εδώ και κάποια τεύχη και για αρκετά επόμενα αποτελεί η δοκιμιακή κατάθεση του Χρήστου Χρυσόπουλου σχετικά με την έννοια της «Επιτελεστικής Λογοτεχνίας» («Ο δανεισμένος λόγος»), που προσεγγίζεται κάθε φορά και από διαφορετική σκοπιά. Πρόκειται για έναν όρο που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να μιλήσει για το σύγχρονο μυθιστόρημα και οποίος θα αποτελέσει τον πυρήνα ενός προσεχούς δοκιμιακού βιβλίου. Αυτή τη φορά στο επίκεντρο τίθεται ο αφελής αναγνώστης, που απαίδευτος αναζητά την «αυθεντικότητα» και επιδιώκει την «ταύτιση», γίνεται ο εντολοδόχος ενός κυρίαρχου νοήματος και απαρνείται κάθε αυτόνομη ιδιότητα, έτσι ώστε να ταυτιστεί με τον γενικό νόμο της υποταγής στη ροή των προτάσεων του μυθιστορήματος. Αποφασίζοντας να προσέλθει στο κείμενο, δεσμεύει και τα δύο μέρη (το μυθιστόρημα και τον εαυτό του) με ένα αναγνωστικό συμβόλαιο και ακολουθεί μια εμπορευματική λογική: «πλήρωσα» με την ανάγνωση και «αναμένω» το αντίτιμο. Στο ενδιαφέρον αυτό κείμενο μεταφράζονται και παραφράζονται οι τρεις βασικές συνθήκες της βιβλιομανίας του Μίλαν Κούντερα, που σκιαγραφούν την αγοραία αναγνωστική πεποίθηση του «πελάτη που έχει πάντα δίκιο» και προσεγγίζεται η ψύχωση με τα βιβλία που ο Ονέττι ονόμασε Literatosis και ο Βίλα Μάτας Νόσο του Μοντάνο.

Στην τελευταία φωτογραφία, ένα σχέδιο για τους Μπουβάρ και Πεκυσέ. Εκτός αν πρόκειται για τους αφελείς αναγνώστες του τελευταίου δοκιμίου. Ή τους ίδιους τους Μπουβάρ και Πεκυσέ ως αφελείς αναγνώστες…

 

16
Φεβ.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 39. Γιώργος Χ. Θεοχάρης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μέλβιλ, Πάστερνακ, Στεντάλ, Γιόζεφ Ροτ, Τσβάιχ, Πόε, Χένρυ Μίλερ, Καλβίνο, Παβέζε, Λαμπεντούζα, Κάρσον ΜακΚάλερς, Φράνκ ΜακΚόρτ, Σάλιντζερ, Αχμάτοβα, Μπόρχες, Ζόρζ Περέκ, Μπενζαμέν Περέ, Σελίν, Βιζυηνός, Παπαδιαμάντης, Θεοτόκης, Βουτυράς, Άρης Αλεξάνδρου, Μέλπω Αξιώτη, Λορεντζάτος, Ε. Χ. Γονατάς, Γιάννης Πάνου, Παπαδημητρακόπουλος, Γκόρπας, Δάλλας, Μέσκος, Γκανάς.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

«Το γεφύρι στο Δρίνο» του Ίβο Άντριτς, «Ο κόσμος του χθες» του Στέφαν Τσβάιχ, «Κοντά στην άγρια καρδιά» της Κλαρίσε Λισπέκτορ,

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Ο Μπαλάφας στον Παράδεισο» του Δημοσθένη Βουτυρά, «Οι καρφίτσες» του Όμηρου Πέλλα, «Το άλλοθι» του Ντόλη Νίκβα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο νέος ποιητής Γιάννης Δούκας για την ωριμότητα της ποίησής του στο βιβλίο του «Στα μέσα σύνορα» που μόλις κυκλοφόρησε.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ετιέν στο «Ζερμινάλ» του Ζολά.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει στον χώρο της επαγγελματικής μου απασχόλησης, αλλά και σε δωμάτια ξενοδοχείων καθώς και σε κάμπινγκ.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τους στίχους σας;

Σημειώνω οπουδήποτε κι αν βρεθώ, εφ’ όσον μου δοθεί το ερέθισμα, γράφω όμως, αποτελεσματικότερα, στο τραπέζι της κουζίνας του σπιτιού μου, απ’ όπου αντικρίζω την ευεργετική εικόνα της θάλασσας του Κορινθιακού, κάθε φορά που αφήνω το μολύβι για να συλλογιστώ.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Γράφω έχοντας εξασφαλίσει ησυχία, όταν όμως διεκπεραιώνω ζητήματα του περιοδικού που έχουν να κάνουν με κείμενα (διορθώσεις, αναδιάταξη της ύλης, κλπ) ακούω έλληνες συνθέτες, με πρώτη επιλογή τον Σταύρο Ξαρχάκο και ιδιαιτέρως το έργο του «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας».

Θα μας τιμήσετε με προσωπικές σας μινιατούρες παρουσίασης των βιβλίων σας;;

Η συλλογή «Πτωχόν Μετάλλευμα» εκδόθηκε από το περιοδικό Εμβόλιμον το 1990 με ποιήματα για τον έρωτα και το θάνατο καθώς και ποιήματα ποιητικής.
Η συλλογή «Αμειψισπορά» εκδόθηκε το 1996 από την Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Λεβαδείας και περιέχει ποιήματα υπαρξιακά και ποιήματα ποιητικής, ακόμη μια φορά.
Η συλλογή «Ενθύμιον» κυκλοφόρησε το 2004 στις εκδόσεις Καστανιώτη και το περιεχόμενό της έχει να κάνει με την ευεργετική τυραννία της μνήμης.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Στο τέλος του 2010 από τις εκδόσεις Μελάνι κυκλοφόρησε η συλλογή «Από μνήμης». Στο μεγαλύτερο μέρος της αποτελείται από ποιητικές πρόζες ανασυρμένες, και πάλι, από το αποθετήριο της μνήμης, μια κήδευση νεκρών από τις μικρές προσωπικές τραγωδίες που συντελέστηκαν, ως μέρος του ελληνικού τραγικού όλου, στην αγροτική περιοχή της γενέτειράς μου στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Υπάρχουν επίσης και ποιήματα διακειμενικής συνομιλίας με έργα ποιητών.

Έχετε γράψει μόνο ποίηση; Η πεζογραφία πολεμάει καθόλου να σας πάρει με το μέρος της;

Μου είναι προσιτή η μικρή φόρμα. Ίσως στο μέλλον κατορθώσω σύντομα διηγήματα. Ωστόσο το 2010 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις του βιβλιοπωλείου «Σύγχρονη Έκφραση», στη Λιβαδειά, το βιβλίο μου «Δίστομο 10 Ιουνίου 1944 – το Ολοκαύτωμα» που είναι το αποτέλεσμα έρευνάς μου δύο δεκαετιών σχετικά με το τραγικό γεγονός της Σφαγής από τους Γερμανούς στο Δίστομο της Βοιωτίας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Από το τέλος του 2008 είμαι συνταξιούχος του ιδιωτικού τομέα (εργάστηκα 35 χρόνια ως τεχνικός στην Μηχανολογική Συντήρηση του εργοστασίου παραγωγής αλουμίνας και αλουμινίου, στα Άσπρα Σπίτια) και απολαμβάνω την ευτυχία που μου προσφέρει η παρούσα κυβέρνηση με την αφαίρεση δύο συντάξεων κατ’ έτος και την κατακράτηση υπέρ ΛΑΦΚΑ μηνιαίως.

Εκδίδετε το λογοτεχνικό περιοδικό Εμβόλιμον, που έφτασε ήδη τα 60 τεύχη. Θα μας διηγηθείτε σχετικά με την εν λόγω περιπέτεια; Πώς σκεφτήκατε το όνομά του;

Τον Χειμώνα του 1988 επιχειρήσαμε –μια μικρή παρέα εργαζομένων στην βιομηχανία παραγωγής αλουμινίου που κάτι γράφαμε παράλληλα με τη βιοποριστική μας ενασχόληση- να παρεμβάλουμε και την δική μας ελάχιστη παρουσία στον συνωστισμό του έντυπου λόγου.
Την συντροφιά αποτελούσαν οι: Δημήτρης Φαφούτης, Μάνια Πάσσου, Αργύρης Λιόλιος, Δημήτρης Τζουβάλης, Δημήτρης Πρωταίος, Αρσινόη Τζουβάλη, Γιώργος Θεοχάρης, καθώς και η Άννα Μαρία Καρβώνη και ο Νίκος Ατζιάρας που ανέλαβαν την ευθύνη οργάνωσης των εκδηλώσεων και την οικονομική διαχείριση.
Στα χρόνια που ακολούθησαν επήλθαν οι αναγκαίες ρήξεις και αποχωρήσεις, όπως συμβαίνει σε κάθε περιοδικό. Κάποιοι έφυγαν γιατί διαφώνησαν, κάποιοι άλλοι γιατί συνταξιοδοτήθηκαν και έπρεπε να εγκαταλείψουν την πόλη (η τραγική μας μοίρα βλέπετε: μεταναστεύσαμε από τους τόπους της καταγωγής μας όταν πιάσαμε δουλειά και με τη σύνταξη μεταναστεύουμε ακόμα μια φορά προς τις γενέτειρές μας όπου πια δεν ξέρουμε σχεδόν κανέναν).
Έτσι στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού μετείχαν συν τω χρόνω και οι: Διονύσης Βυθούλκας, Νίκος Λαμπρόπουλος, Τάκης Κοντογιάννης και Νίκος Κελέρμενος.
Στην δυτική άκρη της Βοιωτίας, στον Κόλπο της Αντίκυρας, εκείνη την εποχή συμπληρωνόταν μία 25ετία έντονης βιομηχανικής δραστηριότητας και ξέραμε πως είχε αφήσει χαρακιές και σημάδια μέσα μας, έτσι ώστε να μπορούμε να ισχυριστούμε εντύπως, και συνεπώς δημοσίως, ότι ο χώρος στον οποίο ζούσαμε και δουλεύαμε δεν θα έπρεπε να συστήνεται στην ελληνική κοινωνία μονάχα με την τεχνολογική του ταυτότητα και την συνεισφορά του στο Α. Ε. Π., ούτε μονάχα με την εντύπωση από τις επιδράσεις της βιομηχανίας στο περιβάλλον και τον απόηχο των εργατικών και κοινωνικών αγώνων, αλλά και με ό,τι πνευματικό είχε να δώσει, με όποιους φθόγγους Λόγου μπορούσε να συλλαβίσει, με ό,τι «άφωνο» ποδοβολούσε μέσα στις ψυχές των κατοίκων.
Ονομάσαμε το περιοδικό Εμβόλιμον ακριβώς για να σηματοδοτήσουμε την πρόθεσή μας να εμβολίσουμε την αγκυλωτικήν αγκίστρωση της μικρής μας κοινότητας στους παγετώνες της βιομηχανικής μας καθημερινότητας.

Σε τι διαφέρει το Εμβόλιμον από τα άλλα λογοτεχνικά περιοδικά; Η έκδοση ενός λογοτεχνικού περιοδικού τι πνευματικές τέρψεις και τι βάσανα προσφέρει;

Ξεκινήσαμε θέλοντας κατ’ αρχήν να πείσουμε τους συντοπίτες μας για την αναγκαιότητα αυτής της εκδοτικής παρουσίας, ν’ αγγίξουμε τον ψυχισμό τους. Να μην θεωρήσουν το περιοδικό ξένο σώμα και το απορρίψουν.
Αφού το κατορθώσαμε, προχωρήσαμε σε πρόσκληση και παραίνεση, με κουβέντα πολλή, σε όσους ξέραμε πως είχαν γραπτά στο συρτάρι τους και τα κρατούσαν εκεί μη θεωρώντας τα σπουδαία. Τους καλέσαμε να ‘ρθούν μαζί μας, να τα δούμε μαζί, να μετρήσουμε την ποιότητα της συγκίνησης που θα προξενήσουν στην φιλική μας ανάγνωση και όσα διαλέξουμε να πάρουν θέση στις σελίδες του περιοδικού.
Ξεκινήσαμε λοιπόν κάνοντας τη σύμβαση πως ακόμη κι αν κάποια κείμενα είχαν αδυναμίες και εξ’ αιτίας τους το επίπεδο ποιότητας της ύλης χαμήλωνε, εμείς οφείλαμε να τα δημοσιεύουμε έχοντας την πεποίθηση πως μακροπρόθεσμα η επιλογή μας θα λειτουργούσε υπέρ της γραφής, επειδή είναι σημαντικό να πείσεις έστω και έναν συντοπίτη σου να βάλει στο χαρτί τις μνήμες και τα συναισθήματά του που στριμώχτηκαν σε άφωτους, μυστικούς χώρους, που καταχωνιάστηκαν σε κλειδωμένα συρτάρια αυτοεγκλεισμού από έλλειψη αυτοπεποίθησης.
Πιστέψαμε πως όταν ακούς τη σιωπή του διπλανού σου να χλιμιντρίζει και να σκάβει με τις οπλές την περίφραξη της ατολμίας, οφείλεις να του δείξεις μία διέξοδο, εκείνη που χαράσσει η πέννα, ώστε να βγει, ν’ ανασάνει στην άπλα της έκφρασης.
Πετύχαμε εκείνο το στοίχημα. Δεκάδες δημιουργοί από τον γεωγραφικό χώρο που ορίζεται στο πολύεδρο Άμφισσα – Λαμία – Θήβα – Λειβαδιά συντάχτηκαν μαζί μας και κάποιοι συνεχίζουν, αφού όλοι τους σιγά σιγά κατάλαβαν πώς οριοθετείται η γραμμή που χωρίζει την αγαθή προαίρεση από την ποιότητα της γραφής.
Φυσικά εξασφαλίζουμε συνεργασίες από λογοτέχνες δόκιμους, όμως δεν θέσαμε αυτή την επιλογή ως προτεραιότητα.

Η έκδοση ενός λογοτεχνικού περιοδικού προσφέρει χίλιες τέρψεις κι ένα, μονάχα, μεγάλο βάσανο: το διαρκές άγχος της εξασφάλισης πόρων για την έκδοση.

Το περιοδικό εκδίδεται στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας. Στα δικά μας αυτιά αυτό ακούγεται σαν μια απρόσμενη νησίδα πνευματικής αντίστασης. Πώς ανταποκρίνεται η ευρύτερη περιοχή; Εντάσσεται στην πολιτιστική ταυτότητα της εν λόγω περιφέρειας ή απλώς τυγχάνει να εκδίδεται στο μέρος όπου ζείτε;

Εντάσσεται, αναντίρρητα, και στηρίζεται από τους φιλαναγνώστες της πόλης και της επαρχίας μας. Γύρω από το περιοδικό δραστηριοποιείται η ομάδα των «Φίλων του Λόγου», οι οποίοι βοηθούν και στις πρακτικές εργασίες που προκύπτουν, π.χ. τοποθέτηση του περιοδικού στους φακέλους προκειμένου να ταχυδρομηθεί. Υπάρχει, εξάλλου, ένας πυρήνας φίλων, πλαισιούμενος και από άλλους που εναλλάσσονται κατά περίπτωση, που σταθερά παρακολουθούν τις παρουσιάσεις βιβλίων στο εντευκτήριο του περιοδικού. Σημειώστε ότι από το 1989 μέχρι σήμερα έχουν έρθει στο εντευκτήριό μας πάνω από 250 πεζογράφοι, ποιητές, φιλόσοφοι, δοκιμιογράφοι, ζωγράφοι, μουσικοί, φωτογράφοι.
Πολύ σημαντική, υποστήριξη, υλική και οικονομική, δεχόμαστε από την εταιρεία «Αλουμίνιον της Ελλάδος», τη βιομηχανία του χώρου μας, οι υπεύθυνοι κοινωνικού απολογισμού της οποίας θεωρούν το περιοδικό στοιχείο της πολιτισμικής ταυτότητας του χώρου. Μας παρέχει υποδομές, για τη στέγαση των γραφείων του περιοδικού και του εντευκτηρίου, για τη φιλοξενία των δημιουργών, κ. ά., καθώς και μόνιμη διαφημιστική καταχώρηση, που μπαίνει στο τέλος της ύλης, τη μοναδική, αφού είναι πολύ δύσκολο για μας να κυνηγάμε τη διαφήμιση κατεβαίνοντας στην Αθήνα.

Ασχολείστε και με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Δεν γράφω κατά παραγγελία (και φυσικά δεν αμείβομαι), αλλά επιλέγω να προσεγγίσω βιβλία και κείμενα που με άγγισαν στην πρώτη ανάγνωση, συνεπώς όχι μόνο δεν μου κλέβει συγγραφικό χρόνο αλλά είναι μία άσκηση γραφής.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Επειδή διαβάζω σε τρία επίπεδα καθημερινά (σαν ανάγνωση 3D δεν ακούγεται;!), το πρωί διαβάζω βιβλία ελλήνων λογοτεχνών για τα οποία πρέπει να μιλήσω σε δημόσιες παρουσιάσεις ή να δημοσιεύσω την εντύπωσή μου, το απόγευμα διαβάζω, αυτή την περίοδο, τις «Συνομιλίες με τον καθηγητή Υ» του Σελίν και το βράδυ τα τομίδια για τον ελληνικό Εμφύλιο που επιμελήθηκε ο Παντελής Βούλγαρης και διανέμονται από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ.

Τι γράφετε τώρα;

Αυτές τις μέρες γράφω ένα κείμενο για την ποίηση του Γιώργου Σαραντάρη το οποίο θα δημοσιευθεί στο περιοδικό «Πάροδος», ένα εξαιρετικό περιοδικό της επαρχίας, που εκδίδει ο φίλος μου ποιητής Κώστας Ριζάκης στη Λαμία.

Σημ. Το περιοδικό Εμβόλιμον έχει φτάσει στο 60ό τεύχος. Τα τελευταία του τεύχη θα φιλοξενηθούν σύντομα στο Πανδοχείο.




Φεβρουαρίου 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν.   Μαρ. »
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28  

Blog Stats

  • 950.984 hits

Αρχείο

Advertisements