Αρχείο για Μαρτίου 2011

31
Μαρ.
11

The Athens Review of Books, τεύχος 16 (Μάρτιος 2011)

Το τεύχος ξεκινάει με συνέντευξη του Ρόμπερτ Σίλβερς, διευθυντή της New York Review of Books, την πιο φημισμένη και έγκυρη πνευματική επιθεώρηση του αγγλοσαξονικού κόσμου (με την οποία σχετίζεται και συνεργάζεται η ARB, βλ. περισσότερα εδώ). Το έντυπο γεννήθηκε από ένα συλλογικό σχέδιο το 1963, επωφελούμενη από μια τρίμηνη απεργία στους New York Times. Η αρχική ομάδα φίλων (όπου ανήκε και ο ποιητής Ρόμπερτ Λόουελ) είχε την πεποίθηση ότι το επίπεδο της λογοτεχνικής κριτικής ήταν μέτριο και έλλειπε η ίδια η αίσθηση της λογοτεχνίας. Η αφετηριακή ιδέα υπήρξε ο θαυμασμός τους για συγγραφείς όπως οι Γ.Χ. Όντεν, Νόρμαν Μέιλερ, Γουίλιαμ Στάιρον, Αϊζάια Μπερλίν, Έντμουντ Γουίλσον, Τρούμαν Καπότε. Άλλωστε το έντυπο μέχρι σήμερα δίνει θέση σε εξαιρετικούς συγγραφείς που αποδεικνύονται και οξυδερκέστατοι κριτικοί, όπως ο τακτικός συνεργάτης Τζ. Μ. Κουτσί.

Μια από τις σταθερές της NYRB είναι η εκστρατεία καταγγελίας κάθε περίπτωσης συστηματικής παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (π.χ. στη Λατινική Αμερική, τη Σοβιετική Ένωση, την Κούβα, το Ιράν επί Σάχη και Χομεϊνί κ.ά.). Οι έρευνες συχνά ανατίθενται όχι σε επαγγελματίες ρεπόρτερ αλλά σε συγγραφείς όπως η Σούζαν Σόνταγκ, ο Β.Σ.Νάιπολ ή η Τζόαν Ντίντιον, που επισκέφτηκε και έγραψε για το Σαλβαδόρ την εποχή του καταπιεστικού καθεστώτος που υποστηριζόταν από τη Ουάσινγκτον, ενώ η Μέρι Μακάρθι είχε γράψει για το Γουότεργκεϊτ. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της στάσης ως προς το Βιετνάμ: η δημοσίευση μιας παρέμβασης του Ρόναλντ Ντουόρκιν σχετικά με το δικαίωμα άρνησης στράτευσης σ’ έναν πόλρμο που χαρακτήρισε παράνομο προκάλεσε την οργή της κυβέρνησης και πλήθος αντιδράσεων. Πιο πρόσφατα το άρθρο ενός (αν και Ρεπουμπλικάνου) ανώτατου δικαστικού σχετικά με την αντισυνταγματικότητα και την παρανομία της θανατικής ποινής άσκησε πελώρια επίδραση.
Δυο κείμενα εκκινούν από ισάριθμες εκδόσεις από και για τον Φερνάντο Πεσσόα. Ο Βίκτωρ Ιβάνοβιτς εξετάζει «Τα μπαούλα των ποιητών και τα αφηγηματικά ετερώνυμα του Πεσσόα». Στα πρώτα ανήκουν τόσο τα ιδεατά όσο και τα υπαρκτά – από τα οποία ο συντάκτης επιλέγει δυο: του Ρουμάνου δικαστικού υπαλλήλου Δημητρίου Δημητρέσκου – Μπουζάου, αυτόχειρα συγγραφέα των «Αλλόκοτων σελίδων», «πρόδρομο του Υπερρεαλισμού και της λογοτεχνίας του παραλόγου» και του Λόρκα, απ’ όπου ξεπήδησαν «Η μητέρα του Σαρλώ» και τα «Σονέτα του Σκοτεινού Έρωτα». Το περιώνυμο κιβώτιο του Πεσσόα (απ’ όπου αποκαλύφθηκαν και τα ετερώνυμά του) εβδομήντα πέντε έτη μετά τον θάνατό του εξακολουθεί, ως υστερική μήτρα, να γεννοβολάει, προς χαρά των αναδόχων pessoanos. Μια εξ αυτών, η βασική μεταφράστρια και μελετήτρια του έργου του Μαρία Παπαδήμα, («Κ.Π.Καβάφης – Φ. Πεσσόα: το χρονικό ενός μύθου») εξετάζει τις εκλεκτικές συγγένειες των δυο ποιητών που ενέπνευσαν ήδη μια ταινία, ένα βιβλίο, ένα κείμενο, εμπλούτισαν τις συγκρίσεις του Πορτογάλου λογοτέχνη με άλλους ομότεχνους, και τις ήδη υπάρχουσες διακειμενικές και διαπροσωπικές μυθοπλασίες, συνομιλίες, αφηγήματα και θεατρικές παραστάσεις.
Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πεντασέλιδο κείμενο 30 ευσύνοπτων ενοτήτων του Χρήστου Χρυσόπουλου («Το «κογκνιταριάτο» και η ιεράρχηση της πληροφορίας. Ένα επιχείρημα για το ηλεκτρονικό βιβλίο, την ψηφιακή υπόσχεση και τον ρόλο των διανοούμενων») προσθέτει (και ξεκαθαρίζει πολλά ζητήματα) στην συζήτηση γύρω από το ηλεκτρονικό βιβλίο. Αφετηρία αποτελεί η κριτική των Αγκάμπεν, Μπεράρντι, Ντην και Ζίζεκ και άλλων σχετικά με τους κινδύνους του διαφαινόμενου πληροφοριακού καπιταλισμού, που υποτίθεται πως κερδίζει την ψυχή των διανοούμενων, οι οποίοι επενδύουν άμεσα στον ψηφιακό κόσμο τις πιο μύχιες, ποιητικές, «ανθρώπινες» ιδιότητές τους, δραστηριοποιούνται κατεξοχήν στους νέους τόπους ψηφιακής διασύνδεσης και φαντασιώνονται πως εκεί προάγονται ζωτικές δημοκρατικές αξίες (ανοιχτή πρόσβαση, ελεύθερη συζήτηση, ίση συμμετοχή κλπ.), όλα προς όφελος της επιχείρησης της διαδικτυακής πλατφόρμας. Έτσι οι διανοούμενοι πέφτουν θύματα της πλάνης ενός δήθεν δημοκρατικού διαλόγου, χειραφέτησης και διασποράς των ιδεών.
Ο Χρυσόπουλος εκκινεί από τη θεμελιώδη συνθήκη αυτού που ο Ρίτσαρντ Σένετ ονόμασε Ευέλικτος Καπιταλισμός (Flexible Capitalism), που οδηγεί στη διαρκή αναζήτηση τεχνολογικών καινοτομιών. Την ίδια στιγμή τίθεται η ανάγκη οριοθέτησης ακόμα και αναστολής τους, ώστε να διατηρηθεί ο έλεγχος των διαδικασιών παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης. Ο Γιόζεφ Σουμπέτερ έχει μιλήσει εκτενώς γι’ αυτές τις Περιοριστικές Πρακτικές (κατοχύρωση πνευματικής ιδιοκτησίας, πατέντες, μονοπωλιακές πρακτικές) που ελέγχουν το εύρος και το ρυθμό διάχυσης της τεχνολογίας. Οι παραπάνω αντίρροπες δυνάμεις δεν αποτελούν διαλεκτική αντίφαση αλλά μάλλον συστατική του καπιταλισμού αντίθεση.
Ποια θα όφειλε να είναι η στάση των διανοούμενων απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα; Οι συγγραφείς καλούνται να διαχειριστούν μια διεκδικητική θέση ανάμεσα στους δυο πόλους της δημιουργικότητας και του ελέγχου, με γνώμονα την διασφάλιση των δικαιωμάτων του δημιουργού, την δυνατότητα ελεύθερης έκφρασης και διάδρασης με το ψηφιακό κοινό και την ελεύθερη διάνοιξη νέων τρόπων έκφρασης. Ο Φράνκο (Μπίφο) Μπεράρντι μίλησε για προσωρινές αυτόνομες ζώνες, ανοιχτό κώδικα (open source), δωρεάν περιεχόμενο (freeware). Καθώς η ψηφιοποίηση έχει πλέον άρει το δίλημμα πρωτότυπο/αντίγραφο και αμφισβητείται το δικαίωμα ελέγχου του πνευματικού προϊόντος, το δίλημμα αφορά συγγραφείς και εκδότες και τίθεται ανάμεσα στον κλειστό («κλείδωμα» αρχείων) ή ανοιχτό ψηφιακό περιεχόμενο (που στα καθ’ ημάς τολμήθηκε μόνο από τις εκδ. Καστανιώτη).
Η δεύτερη πρακτική βασίζεται στην οικονομία του δώρου, στην διαπίστωση ότι το ψηφιακό προϊόν μπορεί κανείς να το δωρίσει δίχως να το απολέσει, δημιουργώντας έτσι ένα πεδίο κοινοκτημοσύνης (intellectual commons), ενώ η έννοια του κατοχυρωμένου δικαιώματος (copyright) μεταλλάσσεται σε άδεια χρήσης (copy left). O συντάκτης αναπτύσσει τις προϋποθέσεις και τις παραμέτρους της παραπάνω επιλογής, με βάση και την περίπτωση του βιβλίου του «Ο βομβιστής του Παρθενώνα», η ηλεκτρονική μορφή του οποίου έχει δημιουργήσει ένα διαρκώς εμπλουτιζόμενο «επαυξημένο» σύνολο (βιβλίο – ebook – blog – forum) που δεν ανταγωνίζεται αλλά συνυπάρχει με το παραδοσιακό βιβλίο.
Ακόμα: Ξεθωριάζει το Όνειρο της Ευρώπης (Ορχάν Παμούκ), Ιστορία και ατομική μοίρα (Σταύρος Ζουμπουλάκης για τον Τελευταίο Βαρλάμη του Θανάση Βαλτινού) και ορισμένοι ενδεικτικοί τίτλοι παρουσιάσεων βιβλίων και θεμάτων: Φάρος, μοντέλο ή εξαίρεση; Οι εξεγέρσεις στον αραβικό κόσμο και η Αίγυπτος / Αδελφοί Μουσουλμάνοι και δημοκρατία / Μια φιλελεύθερη θεώρηση της νεώτερης ελληνικής ιστορίας / Φιλοσοφίας γένος. Από τη σοφία στη φιλοσοφία./ Πέντε μύθοι για την καινοτομία / Η κρίση στην Ελλάδα / Η «ιδρυτική διακήρυξη» της «Σπίθας» και γιατί πρέπει να διαβαστεί (όπου ασκείται έντονη αρνητική κριτική στο κείμενο) κ.ά.
Στην φωτογραφίες: ένας από τους Πεσσόες και η Τζόαν Ντίντιον το 1981, την εποχή του Σαλβαντόρ και…κάπως έτσι είναι το ηλεκτρονικό βιβλίο;
Advertisements
30
Μαρ.
11

Μίκης Θεοδωράκης – Άξιος Εστί. Από τον μεσοπόλεμο στη χρεοκοπία

 Τα άγραφα σάουντρακ

Θα μπορούσα να το κάνω, αν είχε τελείως άλλη ζωή και άλλες προτεραιότητες, οι οποίες δεν ήταν μουσικές τότε, ήταν καθαρά πολιτικές. Και έτσι εγκατέλειψα αυτή την προοπτική, που θα ήταν για μένα πραγματικά μια απογείωση. Το αντιλαμβάνομαι τώρα, γιατί εκτιμώ πάρα πολύ τον κινηματογράφο, και ακούγοντας τις μουσικές επενδύσεις κάποιων ταινιών, ξέρω ότι θα μπορούσα να γράψω θείες μουσικές. Αλλά – δυστυχώς – μετά την Ηλέκτρα, ακόμη και με τον Ζορμπά, είχα μπει για καλά μέσα στους Λαμπράκηδες και δεν μπόρεσα να ασχοληθώ όσο ήθελα με αυτό το υπέροχο πράγμα που είναι ο κινηματογράφος. Ακόμα και το Ζ το έγραψα στη Ζάτουνα και φυσικά και πάλι άλλος το ενορχήστρωσε. Μετά, όταν ηχογραφούσα τη μουσική για την Κατάσταση Πολιορκίας στο Παρίσι, το μυαλό μου δεν ήταν εκεί, μα στις συνεδριάσεις για την αντίσταση. Η αντίσταση έφαγε όλη την καριέρα που θα μπορούσα να κάνω στον κινηματογράφο, όχι μόνο εμπορική αλλά κυρίως μουσική. Γιατί είχα ιδέες, λάτρευα τον κινηματογράφο…Οι Αμερικανοί μου έδιναν όλα τα μέσα. Αυτό είναι το μείον της ζωής μου, το ομολογώ… (σ. 694)

Η φορτισμένη εξομολόγηση του Μίκη Θεοδωράκη μού λύνει μια απορία χρόνων, ακούγοντας την μουσική από το Σέρπικο (στην οποία άλλωστε αναφέρεται). Πώς και δεν ασχολήθηκε περισσότερο με την κινηματογραφική μουσική ο κατεξοχήν εικονοποιητικός συνθέτης. Μαζί με την γλυκόπικρη παραδοχή μας μένει η ιστορία του συγκεκριμένου σάουντρακ: πρόταση του σκηνοθέτη Σίντνεϊ Λιούμετ που είχε ερωτευτεί το κομμάτι Δρόμοι Παλιοί κι ήθελε όλη η μουσική της ταινίας να γραφτεί πάνω τους, ευγενής προσέγγιση σ’ έναν Μίκη που δεν γνώριζε καν αγγλικά και νόμιζε πως του μιλούσε κάποιος βοηθός, γράψιμό της στα διάφορα ξενοδοχεία – σταθμούς της αμερικάνικης περιοδείας του. Αλλά πολύ περισσότερο (και) σ’ αυτό το απόσπασμα κυριαρχεί ο διττός πυρήνας και συνάμα διχασμός της ύπαρξής του: ένα θυελλικό μουσικό «ταλέντο» και μια ασυγκράτητη επιθυμία πολιτικής δράσης και ηθικών στόχων. Ο Μ. υπέταξε το πρώτο στα δεύτερα και δεν διαχώρισε τις μουσικές του δημιουργίες από το προσωπικό ιδανικό της καλύτερης χώρας και του καλύτερου κόσμου, χωρίς παράπλευρες σκοπιμότητες.
Βίος ασυμβίβαστος
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Μίκης βιογράφει και βιογραφείται. Σε τόμους ολόκληρους απομνημονευμάτων και πολλές άλλες εκδόσεις (θυμάμαι ακόμα και δεκάδες σελίδες διηγήσεων σε παλιά Ποπ και Ροκ, στην πρώτη περίοδο του περιοδικού) μάς έχει κοινωνήσει πλείστες φορές την δική του συγκλονιστική ζωή, μονίμως στη δίνη του δημιουργικού-μουσικού και κοινωνικού-πολιτικού κυκλώνα. Πάντα μέσα, ποτέ έξω. Η συγκεκριμένη έκδοση όμως (όπου επανεκδίδονται δυο παλαιότεροι τόμοι [2004, 2005] και ενοποιούνται σε έναν, μαζί με πρόσθετο τρίτο κεφάλαιο με κείμενα για το σήμερα) έχει την μορφή μιας ποταμώδους, σχεδόν χιλιοσέλιδης συνομιλίας μαζί του. Αυτή το στοιχείο πέρα από την απολαυστική προφορικότητα έχει και το μέγιστο αναγνωστικό πλεονέκτημα να μπορείς να ξεκινήσεις το διάβασμα απ’ οπουδήποτε ή ν’ απολαύσεις ένα μεμονωμένο κομμάτι χωρίς χάσματα από τα πριν και μετά. Ο γνώριμος πρωτογενής και ηφαιστειώδης «συμφωνικός» του λόγος ως συνήθως δεν υπακούει σε καμία υποχρεωτική γραμμικότητα, αλλά κάνει όσα άλματα θέλει, μη ξεχνώντας να επιστρέψει στο συζητούμενο.

Μεγαλώνοντας στον ελληνικό Μεσοπόλεμο, κρητικές καταβολές, Γκεστάπο, Ενάτη, Χριστιανισμός, Σοσιαλισμός, Κατοχή, Μυρτώ, Δεκεμβριανά, ΕΑΜ, ένας συμφωνικός συνθέτης στη Μακρόνησο, πώς γεννιέται ένα μεγάλο όραμα, ένας ξαφνικός έρωτας με τη λαϊκή μουσική στην Ικαρία, από την ΕΟΝ στην ΕΠΟΝ («βάλαμε ένα Π και πήγαμε να σκοτωθούμε»), ζώντας κυνηγημένος στην Αθήνα, διδάσκοντας το Ρέκβιεμ του Μότσαρτ στους φυλακισμένους, καταπίνοντας μπαρούτι στην Αλεξανδρούπολη, Παρίσι, Μόσχα, Επιτάφιος, Βουκουρέστι, Αριστεράς Διχασμός, Κομσομόλ, Τσε, Νεολαία Λαμπράκη, Μακάριος, Ιουλιανά, Δικτατορία, Ζάτουνα, Ωρωπός, Τασκένδη, Μεταπολιτεύσεις, Λύση Καραμανλή, Καντάφι, 89, Σήμερα, Κρίση, Σήμερα: Δεν είναι παρά ελάχιστοι τίτλοι και υπότιτλοι των αμέτρητων κεφαλαίων του βιβλίου, απλώς και μόνο ενδεικτικά οδοσήματα της ζωής ενός ανθρώπου που δεν σταμάτησε να παίρνει θέση, να πολεμάει για ό,τι έκρινε ως καλύτερο, προκαλώντας σχεδόν πάντα αντιδράσεις.

Εξουσίες/Αντεξουσίες

Ο Μ. πάντα πάλευε γι’ αυτό που πίστευε και ουδέποτε συμβιβάστηκε. Όσο πιο δύσκολες ήταν οι καταστάσεις, τόσο πιο σκληρή και συγκρουσιακή υπήρξε η δική του θέση. Κι όντως μέχρι σήμερα συγκρούστηκε περίπου με τους πάντες: με Δεξιά και Αριστερά σε όλες τις εκδοχές της, με Αμερική και Σοβιετική Ένωση, με κόμματα, δικτατορίες, πολιτικούς. Ιδού ένα μείζον στοιχείο της προσωπικότητάς του: η ανυποταξία σε κανόνες, δομές, δυνάμεις, καθεστώτα, σχήματα, και ταυτόχρονα ο λόγος που ολόκληρο το πολιτικό σύστημα δεν μπόρεσε ούτε να τον κατατάξει ούτε να τον χρησιμοποιήσει ούτε και να τον αγνοήσει, ούτε να μην τον σεβαστεί.

Ήταν ο πρώτος που κατηγόρησε ευθέως τη Φρειδερίκη ως ηθική αυτουργό της δολοφονίας του Λαμπράκη, ενώ στην κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου κατηγόρησε τους Σοβιετικούς ως «σύγχρονους πρίγκιπες» προκαλώντας παγκόσμιο σάλο. Με το Τραγούδι του νεκρού αδελφού έβαλε έναν κομμουνιστή κι ένα χωροφύλακα να σφίγγουν τα χέρια πάνω απ’ το πτώμα της μάνας τους γεφυρώνοντας τις δυο πλευρές του εμφυλίου (οπότε και καθαιρέθηκε από την Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη, ενώ την είχε ιδρύσει και ήταν πρόεδρός της!). Για τα είχε αλλεπάλληλα φλερτ και διαζύγια με πολιτικούς χώρους στην μεταπολιτευτική περίοδο λέει: Δεν άλλαξα εγώ, τα κόμματα άλλαξαν.

Στο βάθος πιστεύω ένας εξουσιαστής κρύβει μέσα του μια τεράστια ανασφάλεια, ένα κενό – και η ανασφάλεια είναι από τα πιο δυνατά ένστικτα του ανθρώπου. Αν ο άνθρωπος είναι ένα πορτοκάλι, ο πολιτισμένος άνθρωπος είναι η φλούδα του κι όλο το εσωτερικό του είναι η ανασφάλειά του./ … άμα το εξετάσεις, όσο πιο πολύ ανεβαίνεις στην πυραμίδα, τόσο πιο δυστυχής γίνεσαι. Πότε θα καταλάβει ο άνθρωπος ότι η ζωή είναι κάτι πεπερασμένο; / Βρίσκομαι εις τα δυσμάς του βίου μου, δεν ήμουν ποτέ στην εξουσία, δεν είχα ποτέ ουσιαστική εξουσία. Αν με ρωτήσεις τι θα προτιμούσα, αυτή τη ζωή που έχω κάνει ή μια άλλη στην οποία να συμμετείχα σε μια εξουσία θα έλεγα «Όχι, προτιμώ αυτή που έχω κάνει».

Χιλή/Canto General

Αναπόφευκτα μέσα από τις διηγήσεις για το Θεοδωρακικό Canto General και τις αναρίθμητες ανά τον κόσμο ιστορίες του, ξεχωρίζει η Χιλιανή. Οι Χιλιανοί άλλωστε το γνώριζαν ήδη από την δικτατορία τους, καθώς τύπωναν τους δίσκους με άλλο εξώφυλλο κι ετικέτες (γνώριμη κι εδώ τακτική). Ειρωνεία: όταν ελευθερωνόταν η Ελλάδα, η Χιλή άρχιζε τον δικό της ανήφορο. Ο συνθέτης είχε λάβει ως δώρο από τον «ιδεαλιστή αιθεροβάμμονα» Αλιέντε τους δυο τόμους του Κάντο από την βιβλιοθήκη του. Ο ίδιος του είχε πει πως ο καλύτερος συνομιλητής του στο στρατό ήταν ο … Πινοσέτ, στον οποίο μάλιστα είχε εξομολογηθεί πως σκόπευε να αναλάβει την ηγεσία του στρατού. Η συνέχεια γνωστή…

Εδώ ενδιαφέρουσα η διαπίστωση σχετικά με την μέγιστη δημοτικότητα του Πινοσέτ: είχε γαλουχήσει μια ολόκληρη γενιά, που δεν γνώριζε τίποτε άλλο. Ιδού πώς μπορεί ένας δικτάτορας να ανεβάσει ποσοστά: αναθρέφοντας μια γενιά που τον έχει ως μόνη εικόνα και πρότυπο. Εξαιρετικά κινηματογραφικές οι εικόνες από τα οικήματα – παράγκες του Νερούντα, με τα κρεμασμένα απ’ το ταβάνι πρωραία παλιών πλοίων, με τις αιωρούμενες γοργόνες και η στιγμή όπου βρίσκονται στον τάφο του ποιητή έτοιμοι να παίξουν στο μαγνητόφωνο – παλιό τάμα– το έργο: καθώς ακούγεται το Έρχονται τα πουλιά κι η μουσική σμίγει με τους ήχους των κυμάτων του Ειρηνικού, ακούγεται ένας γδούπος και ένα πολύχρωμο πουλί πέφτει και νεκρώνεται πάνω στον τάφο…

Φιντέλ  Ιδιαίτερα απολαυστικές είναι οι σελίδες «Με τον Φιντέλ στην Κούβα». Πριν την παρουσίαση του Κάντο Χενεράλ ο Μίκης ζητάει από τον δήμαρχο να ανοίξει τις πόρτες του τεράστιου καθεδρικού της πλατείας, να τον φωταγωγήσει και να χτυπήσουν οι καμπάνες. Ο δήμαρχος δεν διανοείται να το τολμήσει αλλά ο Μίκης τον ψήνει πως θα το πάρει πάνω του. Τη στιγμή του πρώτου κομματιού γίνεται το παγώνουν όλοι, σηκώνεται ο Κάστρο, έτοιμος να τραβήξει το πιστόλι του, τον αγκαλιάζει ο Μ., ησύχασε, εγώ το έκανα. «Τι μου κάνατε! Αλλά πάλι καλά. Μπορεί να πιστεύουν ότι εδώ γινόταν αντεπανάσταση»…

Άλλες σπαρταριστές διηγήσεις εδώ: οι κοινές περιπλανήσεις με τον Κάστρο πάντα με το βαλιτσάκι του με το κόκκινο τηλέφωνο (καθώς πάντα αναμενόταν κάποια απόβαση), ο τρόπος που υποτάχθηκε στα παράπονα μιας γυναίκας και της ζητούσε συγνώμη, η επίσκεψη στην περίφημη vaca (αγελάδα) που παράγει πάνω από εκατό κιλά γάλα τη μέρα και στις μελέτες για τις αμερικανικές επιθέσεις μικροβίων μέσω αέρα και κουνουπιών, η παράκληση ενός ταπεινού έλληνα ψαρά να μεσολαβήσει σε συνάντηση με τον Φιντέλ (που τελικά αποδεικνύεται …πράκτορας των Ανατολικογερμανών).
Ο Κάστρο τού παραπονιέται για την δήλωσή του πως οι χώρες του σοσιαλισμού έχουν εκφυλιστεί σε σύγχρονες μοναρχίες κι ο Μ. δεν μασάει τα λόγια του, σε σημείο ο ηγέτης να συμφωνήσει. Ο Κάστρο ήταν ένας φιλελεύθερος αστός, αλλά η βλακεία των Αμερικανών τον έσπρωξε να γίνει αυτός που ξέρουμε όλοι σήμερα. Αλλά ήδη από τότε ο Μ. δεν ανησυχούσε για την μετα-Κάστρο εποχή, πιστεύοντας στην ίδια τη νοοτροπία του Κουβανικού λαού, βλέποντας πως παρά τους τόσους αποκλεισμούς, κανείς δεν ξεσηκώνεται, σε αντίθεση με ότι θα συνέβαινε σε άλλους λαούς.
Ε.Τ.
Ολόκληρο κεφάλαιο αφιερώνεται στο θέμα της ελληνοτουρκικής φιλίας, που ο Θ. γνώριζε πως θα ξεκινούσε μόνο από τα λαϊκά στρώματα, εφόσον οι κυβερνήσεις θα ήταν εφ’ όρου ζωής μπλοκαρισμένες. Συνέλαβε την ιδέα σε μια παραβοσπόρεια ταβέρνα, έχοντας απέναντι τον γνωστό κουρδικής καταγωγής τούρκο συγγραφέα Γιασάρ Κεμάλ (που ο Μιτεράν με κάθε ευκαιρία τον συμβουλευόταν). Όπως οι περισσότερες ιδέες του συνάντησε κι αυτή πολιτικές αντιδράσεις αλλά μετέπειτα εφαρμογή: όταν ο Αντρέας αιφνιδιαστικά συναντά τον Οζάλ στο Νταβός όλοι υπερθεματίζουν. Οι γνώστες απορούν, υπενθυμίζουν στον Θ. πως προηγήθηκε, πως θα έπρεπε να έχει ένα μερίδιο στο εύψυχο κλίμα. Εκείνος όπως πάντα επιδεικνύει ανωτερότητα, αδιαφορεί για το «σχολικό», όπως λέει, «εγώ ήρθα πρώτος». Ο ίδιος ο Ανδρέας κατ’ ιδίαν του το παραδέχεται: «Εσύ είδες, εγώ όχι». Για άλλη μια φορά αποδεικνύεται πως οι αντιθέσεις του με τα σημαντικά πολιτικά πρόσωπα της εξουσίας ήταν πολιτικές, όχι προσωπικές.

Κλασικά Ηχογραφημένα

…έχω μέσα στο νου μου ένα εκατομμύριο νότες που πρέπει να τιθασεύσω… 

Σύντομα θα κλείσουν σαράντα χρόνια από την μαζική μεταπολιτευτική παραγωγή των απαγορευμένων του τραγουδιών, τότε που το εργοστάσιο της Κολούμπια (που είχε το μεγαλύτερο ποσοστό τους κι είχε κρύψει τις μήτρες σε κρύπτες) δούλευε τρεις βάρδιες, κόβοντας συνεχώς βινύλια. Αλλά ο συνθέτης που έβαλε την ποίηση στο τραγούδι και θεώρησε πως «η μελοποίηση των ποιητών είναι μια πράξη κατεξοχήν πολιτική» θέλησε να πάει ακόμα παραπέρα: στις όπερες, τα ορατόρια και τις συμφωνίες. Η φόρμα του τραγουδιού του είναι πλέον λίγη, έχει ιδέες ακόμα και για την μουσική μεταγραφή αρχαιοελληνικών κειμένων αλλά του λείπει μια αίθουσα, μια υποδομή για την παρουσίαση όλων αυτών. Η επιθυμία του έχει μείνει απραγματοποίητη καθώς το κράτος προτιμά να διαθέτει όλο το χρήμα σε ξένους συνθέτες. Το ιδιαίτερο κεφάλαιο της ελληνικής συμφωνικής μουσικής και όπερας παραμένει αναφομοίωτο στη χώρα μας. Χρόνια πριν οι Σουηδοί είχαν μετατρέψει σε όπερα ακόμα και τη φράση που είχε πει στον Λαδά: «Όταν τα τανκς θα έχουν σκουριάσει, τα τραγούδια μου θα ζουν». Αλλάζουν κι οι εποχές. Το 1975 όλοι τραγουδούσαν «τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις» αλλά το 1984 δεν άκουγε πια κανείς το «τη Ρωμιοσύνη τώρα να την κλαις» από το έργο Διόνυσος.

Ποια έργα άραγε προκρίνει ο συνθέτης από το παρελθόν της κλασικής; Σοστακόβιτς, Στραβίσνκι, Κατά Λουκάν του Πεντερέσκι, Μεταστάσεις του Ξενάκη. Στον εγκλεισμό του στο Βραχάτι όταν είχε χάσει τις μεταπολιτευτικές εκλογές άκουγε ορατόρια του Μπαχ. Το σύστημα τονάλ βρίσκεται πιο κοντά στο μονοθεϊσμό, που είναι το αντίπαλο δέος στο ιδανικό της ελληνικές σκέψης και δημιουργίας, της «Λαϊκής Δημοκρατίας» και του πανθεϊσμού των Ελλήνων, που αντιστοιχεί στη μουσική μοντάλ, γιατί στην κλίμακα των αρχαίων Ελλήνων, στον τρόπο τον δωρικό, τον ιωνικό, το λυδικό όπως τους ονόμαζαν, δεν μπορούμε να πούμε ότι σε εφτά νότες υπήρχε μια κυρίαρχη. Θεωρητικά όλες οι νότες της κλίμακας ήταν ισότιμες. Με το τονικό σύστημα, που επιβεβαιώνει ο Μπαχ με «Το καλώς Συγκερασμένο Κλειδοκύμβαλο» περνάμε στο μονοθεϊσμό.

Ζάτουνα/Αρκαδίες

Ένα Θεοδωρακικό Κεφάλαιο που δεν βαριέμαι να διαβάζω και να ξαναδιαβάζω. Ακόμα θυμάμαι την προ ετών επίσκεψή μου εκεί, σ’ ένα καφενείο πνιγμένο στις «παλιατσαρίες», ανέγγιχτο απ’ το χρόνο και το βάρος του. Νυχτερινή οδήγηση στην Αρκαδία, ο Θ. είναι βέβαιος πως θα τον πετάξουν σε κάποια απ’ τις χαράδρες έξω από τη Δημητσάνα, σε μια πεσμένη πινακίδα βλέπει το όνομα του χωριού που θα γίνει ίσως η πιο ιδιόμορφη εξορία του. Σ’ ένα σπίτι, με είκοσι φρουρούς, με προβολείς ΔΕΗ διαρκώς αναμμένους τη νύχτα και αιφνιδιαστικές επισκέψεις στη μέση της καταιγίδας. Απογοήτευση που από το κρυφό τρανζίστορ αντιλαμβάνεται πως το Ράδιο Μόσχα σιωπά για την σύλληψή του. Η περίφημη μεταφορά του πιάνου με φορτηγό, παίξιμο των τραγουδιών του που τα παρουσιάζει σαν …χατζηδακικά, οι φιλίες με τους χωροφύλακες, ορισμένοι γίνονται και η χορωδία του, ο ενωμοτάρχης του δίνει το δικό του ραδιοφωνάκι, κάποιοι του προτείνουν να ξεκινήσει από τη Ζάτουνα η ελεύθερη Ελλάδα και κάνουν ασκήσεις στο δρόμο…

Ανταλλαγές μηνυμάτων με αόρατη μελάνη σε περιτυλίγματα φρούτων και σχέδια απόδρασης (νύχτες αναμονής ενός ελικοπτέρου στο αλώνι) ή κρυφής φωτογράφησης, όπως εκείνο με τον δημοσιογράφο του Paris Match που ήρθε νύχτα στο χωριό χάρη σε χάρτη που έφτιαξε από μνήμης η μικρή Μαργαρίτα αλλά σταμάτησε σ’ ένα δέντρο πίσω απ’ το σπίτι λόγω επίθεσης σκυλιών (!). Εκεί γεννήθηκαν οι Αρκαδίες, από εκεί έφυγε η πρώτη, με ταινίες ενσωματωμένες στα πέντε κουμπιά στο πανωφόρι του μικρού του γιου, για να τις ακούσει αργότερα ηχογραφημένες απ’ το ραδιοφωνάκι, και να νοιώθει την μεγάλη κρυφή νίκη. Ο Μάνος Ελευθερίου ήταν ο μόνος ποιητής που δεν είχε φοβηθεί να του δώσει καινούργιους στίχους. Όταν πλέον τέλος είχε σαγηνεύσει όλους τους φύλακες, η μεταφορά στον Ωρωπό κρίθηκε απαραίτητη, με 4 διαφορετικές συνοδείες, μην τις μαγέψει κι αυτές.

Σελίδα 1000 – τέρμα

Τελικά ίσως αυτή είναι η ζηλευτή ζωή: να την μπλέξεις με την πορεία ενός τόπου, να είσαι φίλος και συνομιλητής μερικών από τους καθοριστικότερους ηγέτες του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, να μιλάς για τις γύρες σου ανά τον πλανήτη σα να μιλάς για βόλτες σ’ ένα νομό, να φτιάξεις μοναδική σχέση με ολόκληρους λαούς μέσα από τη μουσική σου, να αποτελείς ζωντανό μήνυμα ελευθερίας και αξιοπρέπειας ανά τον κόσμο.

Σ’ αυτόν άλλωστε ανήκε ολοκληρωτικά ο στίχος του Μιχάλη Γκανά στους Δρόμους του Αρχάγγελου απ’ το Ασίκικο Πουλάκη: Χάλκινο το τραγούδι μας στο στόμα/τίποτα δεν το φίμωσε ακόμα.

Εκδ. Κυριακίδη, 2010, 942 σελ. + 110 σελ. φωτογραφίες. Υπότιτλος: Ο συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του στον Γιάννη Π. Μαλούχο και μιλά για την ιστορία της νεότερης Ελλάδας. [Ο Γ.Μ. είναι δημοσιογράφος, παλαιότερα συνεργάτης, μεταξύ άλλων, ΣΚΑΪ και Καθημερινής, σήμερα ΕΡΤ και Βήματος].

Στις φωτογραφίες: Με συνεξόριστους στην Ικαρία (1947), στη Μακρόνησο, στη Χιλή με Πάμπλο Νερούντα, σε συντροφική ομήγυρη στην Κούβα, στην πίσω αυλή του σπιτιού στη Ζάτουνα. Και ο δίσκος με τον αγνοημένο στίχο «Την Ρωμιοσύνη τώρα να την κλαις».

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

29
Μαρ.
11

The Athens Review of Books, τεύχος 15 (Φεβρουάριος 2011)

 

Έχεις βρει, καλότυχε, τον «ωραίο θάνατό» σου και θα τον πετύχεις. Μα εγώ, πώς πρέπει να πεθάνω, για να πεθάνω «ωραία»; έγραφε ο Μ. Καραγάτσης στον Ν. Καββαδία (17.10.1939), ζηλεύοντας την έξοδό του στους ωκεανούς, μακαρίζοντάς τον για τον υγρό τάφο που θα τον περίμενε. O Δημήτρης Ραυτόπουλος («Επιστολική Μούσα. Καραγάτσης Καββαδίας: πολύτροποι – πολύπλαγκτοι άντρες») με την ευκαιρία της πρόσφατα εκδοθείσας αλληλογραφίας τους δράττεται της ευκαιρίας, πέραν της παρουσίασής της, να μας μυήσει στην επιστολογραφία, το ενδιαφέρον της οποίας δεν περιορίζεται στη σημασία της ως παρακειμένου του έργου αλλά έχει και αυτοτελώς λογοτεχνική αξία (θυμίζοντάς μας τις χιλιάδες επιστολές των Βολταίρου, Φλωμπέρ, Μότσαρτ, Κοραή, Λεοπάρντι, Προυστ, Σταντλαλ, Ρίλκε, Κάφκα και τόσων άλλων).
«Η ενθουσιώδης πορεία προς τον ολοκληρωτισμό» του Λεωνίδα Χατζηπροδρομίδη αφορά μια οχτασέλιδη παρουσίαση του μείζονος έργου του Λέσεκ Κολακόφσκι, Τα κύρια ρεύματα του μαρξισμού [Leszek Kolakowski, Main Currenst of Marxism: The Founders, The Golden Age, The Breakdown (2005)]. Το έργο (που ο Κολακόφσκι άρχισε να γράφει στη Βαρσοβία το 1968 και όταν εκδιώχθηκε από το πανεπιστήμιο το ολοκλήρωσε σε Καναδά, ΗΠΑ και Οξφόρδη το 1976) ερευνά τις διάφορες μορφές του μαρξισμού ως κινήματος που κατέληξε στον ολοκληρωτισμό του Λένιν, του Στάλιν και του Μάο, σε μια προσπάθεια κατανόησης της περίεργης μοίρας των ιδεών που αρχίζουν από τον προμηθεϊκό άνθρωπο και καταλήγουν στην τερατώδη σταλινική τυραννία.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο Γ΄ τόμος, όπου απογυμνώνεται η σταλινική εξουσία και η απλουστευτική αλλά πανίσχυρη δομή της, Η εξίσωση «αλήθεια = κοσμοθεωρία του προλεταριάτου = μαρξισμός = κοσμοθεωρία του κόμματος = σκέψεις του ηγέτη» μετεξελίσσεται στον μαρξισμό-λενινισμό, στην ουσία σ’ ένα σταλινικό δόγμα μαζί με τη χρηστομάθεια τσιτάτων από Λένιν, Μαρξ και Έγκελς και φυσικά μόνο εκείνων που ενέκρινε ο ηγέτης. Την εποχή του Στάλιν όλη η πνευματική ζωή των λαών της Σοβιετικής Ένωσης βυθίστηκε στην πλημμύρα του καθολικού ψέματος ενώ σταδιακά εξαφανίστηκαν όλα τα οικονομικά και στατιστικά περιοδικά αλλά και οι σχετικοί επιστήμονες. Ακολούθησαν διώξεις εκατομμυρίων και εκτελέσεις εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων. Με τις δίκες της Μόσχας «αποδείχθηκε» ότι όλο το παλιό κομματικό στελεχικό δυναμικό, μαζί με τους στενότερους συνεργάτες του Λένιν αποτελούνταν από κατασκόπους, πράκτορες του ιμπεριαλισμού και εχθρούς του λαού.

Η ερμηνεία που δίνει ο Κολακόσφκσι βρίσκεται στην «αρχή του συστήματος σύμφωνα με την οποία ο πολίτης είναι ιδιοκτησία του κράτους και δεν του επιτρέπεται να υπακούει αλλού, έστω κι αν πρόκειται για την ιδεολογία του κράτους, την οποία άλλωστε κανείς δεν δικαιούται να την επικαλείται αυθαίρετα», Οι δίκες της Μόσχας επιδοκιμάστηκαν από ανθρώπους όπως ο Ρομέν Ρολάν και ο Ανρί Μπαρμπύς, ενώ, σπάνια εξαίρεση, ο Αντρέ Ζιντ μίλησε για το καθολικό ψέμα, για τον μεγάλο θρίαμβο της ιδεολογίας πάνω στην κριτική σκέψη και τον κοινό νου. Η αλήθεια ήταν κομματική, συνεπώς κάθε ψέμα μπορούσε να γίνει αλήθεια. Στην δεκαετία του ’30 η διανοητική ζωή εξαλείφθηκε και η λογοτεχνία μετατράπηκε σε πολιτικό προπαγανδιστικό μέσο που στόχο είχε τον εγκωμιασμό του σοβιετικού συστήματος και τους πανηγυρικούς υπέρ του ηγέτη. Ο Σοβιετικός αναγνώστης εκτός από τα ολιγάριθμα προπαγανδιστικά έργα Δυτικών μαρξιστών είχε πλήρη άγνοια για το τι συνέβαινε στη λογοτεχνία, το θέατρο, τη φιλοσοφία. Ο Μαρξισμός είχε μετατραπεί σε παρωδία της θρησκείας: όλα τα χαρακτηριστικά της λαϊκής θρησκευτικότητας επέστρεψαν παραμορφωμένα: οι εικόνες, οι συλλογικές παρακλήσεις, οι εξομολογήσεις (η αποκαλούμενη αυτοκριτική), η λατρεία του ηγέτη).

Στον επίλογο του πολιτικού του έργου ο Κολακόφσκι γράφει ότι ο μαρξισμός ήταν η μεγαλύτερη φαντασίωση του αιώνα μας, οφείλοντας σημαντικό μέρος της επιτυχίας του στη σύνδεση των μεσσιανικών φαντασιώσεων με τα πραγματικά κοινωνικά προβλήματα. Το μεγάλο του δράμα άρχισε όταν στο όνομά του εγκαταστάθηκε η εξουσία του κόμματος. Η ιστορία του μαρξισμού γίνεται πλέον η ιστορία της εξουσίας που τον επικαλείται. Τουλάχιστον η συμβολή του στη διανοητική ιστορία υπήρξε σημαντική. Η παρουσίαση του μέγιστου έργου, αλλά και των ειδικότερων κεφαλαίων του (π.χ. για Γκράμσι, Λούκατς, Μπλοχ) με πολλά παραθέματα είναι εξαντλητική και αξιανάγνωστη. Αντιγράφω από την τελευταία παράγραφο: πόσο δυνατή είναι η ανθρώπινη σκέψη, ακόμα κι όταν συγκρούεται με πανίσχυρες ιδεολογίες.

Παραμένουμε στα βορειοανατολικά άκρα, για ένα κείμενο του Άνταμ Μίχνικ για τον Αντρέι Ζαχάροφ [ορθότερα: Σάχαροφ] (1921-1989), κρίσιμη φυσιογνωμία για τα δημοκρατικά κινήματα στο σοβιετικό μπλοκ, ένα ρώσο πατριώτη του τύπου ενός Τσέχοφ και ενός Γκέρτσεν που προειδοποίησε για την απειλή πυρηνικού πολέμου, καταδίκασε την σοβιετική επέμβαση στην Τσεχοσλοβακία το 1968 και στο Αφγανιστάν το 1979 και διαμαρτυρόταν ενάντια στις αθέμιτες πολιτικές της κυβέρνησης – στοιχεία που στη Σοβιετική Ένωση απαιτούσαν ηρωισμό. Πλήρωσε πολύ υψηλό τίμημα: κατέστη θύμα μιας μανιώδους συκοφαντικής εκστρατείας, διακρίσεων κατά του ίδιου και της οικογένειάς του και απομόνωσης στο Γκόρκι, υπό συνεχή αστυνομική επίβλεψη. Όλα αυτά υπονόμευσαν την υγεία του και οδήγησαν στον πρόωρο θάνατό του. Δεν ήταν άνθρωπος μονίμως δυσαρεστημένος, ούτε είχε την έμμονη ιδέα της εκδίκησης και μέχρι τέλος παρέμεινε αδέσμευτος από δόγματα και ελεύθερος απ’ όλους τους –ισμούς. Ο Μίχνικ κλείνει με τα λόγια του προαναφερθέντος Κολακόσφκσι, πεπεισμένος πως αντανακλούν την άποψη του Ζαχάροφ: Καμιά νίκη δεν είναι αμετάκλητη, καμιά ήττα δεν είναι οριστική. Αυτό είναι που κάνει τη ζωή να αξίζει να τη ζεις.

Δυτικότερα αλλά πάντα στην Ανατολή σ’ ένα δοκίμιο «πολιτικής» μυθανάλυσης («Η πόλη, το σπίτι και τα μετα-φόρα τους») ο Βίκτωρ Ιβάνοβιτς εκκινεί από το μυθιστόρημα της Γκαμπριέλα Αδαμεστεάνου («Χαμένο πρωινό»), αντιπροσωπευτικό μιας γενιάς εγχώριων λογοτεχνών που αναδείχθηκε και ωρίμασε επί παλαιού καθεστώτος και της αναλογεί η διαχείριση της κληρονομιάς του, και επεκτείνεται στους τόπους και μετα-τόπους του Βουκουρεστίου αλλά και παλαιότερων ρουμανικών έργων. Το βιβλίο μας μεταφέρει στον απόλυτα αδρανή χρόνο του υπαρκτού σοσιαλισμού, στην τυπική απελπιστική βραδύτητα ενός χαμένου πρωινού παρατεταμένου για μισόν αιώνα, «στην καρδιά ενός γερασμένου χρόνου, ο οποίος μουχλιάζει και ξεφτίζει καθηλωμένος επιτόπου», όπου «τίποτα δεν λαμβάνει χώρα, παρά ο χώρος». Η συγγραφέας έλαβε ενεργό μέρος στην αυτοοργάνωση και πολιτική δραστηριοποίηση της κοινωνίας των πολιτών στη μετακομμουνιστική Ρουμανία, διευθύνοντας το περιοδικό 22 και θυσιάζοντας την δημιουργική της υπόσταση στο βωμό του εκδημοκρατισμού της χώρας. Μακριά από το 1975 και την απαράλλακτη διαδρομή κάθε ημέρας, όπως ήταν ο τίτλος του πρώτου της μυθιστορήματος.

Στο εισαγωγικό σημείωμα ο Πίτερ Μάκριτζ γράφει για το γλωσσικό πρόγραμμα του Κοραή και η ύλη συμπληρώνεται με τις συνήθεις εκτενείς παρουσιάσεις βιβλίων και ευρύτερων θεμάτων. Οι τίτλοι των κειμένων ενδεικτικοί: Οι ΔΕΚΟ είναι η αρένα μιας γενικότερης πάλης, Κρίση και ελληνικός εξαιρετισμός, Σερβίροντας (επικίνδυνες) κοινοτοπίες. Ο στοχαστής των τριών ηπείρων και των είκοσι πέντε πανεπιστημίων, Η «λεύκανση» των Ελλήνων μεταναστών, Μήπως αυτοχειριάζεται η Δημοκρατία;, Η αδυσώπητη απειλή για τα Βρετανικά Πανεπιστήμια, Φονταμενταλιστικός Προτεσταντισμός.

Εντός της βδομάδας, παρουσίαση του τεύχους του Μαρτίου. Ηλεκτρονικό επισκεπτήριο, επιλογή αναρτημένων κειμένων και παλαιότερα τεύχη εδώ. Στις φωτογραφίες: Κολακόφσκι, Σάχαροφ, Αδαμεστεάνου.

27
Μαρ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 87

Γκράχαμ Σουίφτ, Εσαεί, εκδ. Εστία, 1999, μτφ. Αλέξης Εμμανουήλ, σ. 290, 294-295 (Graham Swift, Ever after, 1992).

Πόσες διαδρομές με ταξί; Πόσα σελίνια στο ταξίμετρο; Πόσα ταξίδια, τόσο σύντομα όλα, μέσα από τους έρημους δρόμους, μέσα από τις νυχτερινές, ντροπαλές ώρες του έρωτα, πριν καν τολμήσουμε να ξεστομίσομε τις μαγικές λέξεις; Ίσως η αγάπη να είναι περισσότερο από το άθροισμα δυο ανθρώπων. Ίσως η αγάπη να είναι ένα τρίτο πράγμα, που χορηγείται με τρόπο μυστηριώδη, πολύτιμο κι εύθραυστο, σαν κάποιο σπάνιο, ζεστό αβγό. Ευχόμασταν και φοβόμασταν να την επισπεύσουμε. Τη φροντίσαμε σαν επιμελείς θεματοφύλακες, περιμένοντας την ωρίμανση του φορτίου μας. Ο καιρός θα ερχόταν όταν (…) η στενόχωρη γεωγραφία των ζωών μας θα συστελλόταν στην εκστατική γεωγραφία ενός μοιρασμένου κρεβατιού (για ν’ ακριβολογούμε, ενός στρώματος στο πάτωμα).

Δεν παριστάνω τον επηρμένο, αλλά ξέρω τι σημαίνει, καθισμένος εδώ σε αυτό τον μισοσκότεινο κήπο, να μην είσαι βέβαιος για το ποιος είσαι. Λένε πως οι ηθοποιοί είναι αληθινά ακαθόριστοι, μισοσχηματισμένοι, άυλοι άνθρωποι. Πεισμωμένοι εξαιτίας της μη ικανοποιητικής αίσθησης ταυτότητας κι από μια έλλειψη προσωπικότητας, προσπαθούν να ανταπεξέλθουν παλεύοντας να γίνουν αυτοί οι άλλοι άνθρωποι. Όμως γιατί να μην αρχίσουμε από την άλλη υπόθεση; Πως δηλαδή οι ηθοποιοί έχουν περίσσευμα προσωπικότητας: γι’ αυτό τη σκορπάνε τριγύρω. Και γιατί να μην εκκινήσουμε από την υπόθεση – θα ήταν λογικό και δίκαιο και όμορφο, ακόμα κι αν ολοφάνερα δεν είναι έτσι – ότι η φύση έχει προικίσει τον καθένα μας με μια ισοδύναμη, καθορισμένη και επαρκή προσωπικότητα;

Στην Λένα Κιτσοπούλου

26
Μαρ.
11

The Athens Review of Books, τεύχος 14 (Ιανουάριος 2011)

 

Δεν θεωρώ τον εαυτό μου φιλοπαλαιστίνιο. Είμαι φιλειρηνιστής. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στους Ισραηλινούς και τους Παλαιστίνιους είναι μια αντιπαράθεση ανάμεσα στο δίκιο και στο δίκιο, ανάμεσα σε δυο λαούς που διεκδικούν το ίδιο οικόπεδο, που ανήκει και στους δυο. Πρόκειται για μια τραγωδία με την αρχαία σημασία της λέξης.

Στον εικοστό αιώνα οι περισσότερες συγκρούσεις ήταν μαυρόασπρες. Φασισμός και αντιφασισμός, αποικιοκρατία και αντιαποικιοκρατία, (…) καλοί και κακοί. Η ισραηλινοπαλαιστινιακή σύγκρουση δεν είναι μαυρόασπρη. Πρόκειται για μια τραγική σύγκρουση ανάμεσα σε δυο λαούς που κανένας τους δεν έχει άλλη γη να πάει.

Αμφότεροι λαοί είναι θύματα της Ευρώπης και η Ευρώπη θα έπρεπε να το θυμάται αυτό. Οι Άραβες μέσω του ιμπεριαλισμού, της εκμετάλλευσης και της ταπείνωση, οι Εβραίοι μέσω των φυλετικών διακρίσεων, των διωγμών και της γενοκτονίας. Πρόκειται λοιπόν για μια σύγκρουση ανάμεσα σε δυο θύματα της Ευρώπης.

…σταχυολογώ από τις απόψεις του Άμος Οζ και την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνομιλία με τον Ιάκωβο Σιμπή. Ο συγγραφέας για άλλη μια φορά υποστηρίζει πως η μόνη λύση είναι η ίδια λύση που βρήκε η Τσεχοσλοβακία, να χωριστεί ειρηνικά σε δυο κράτη έχοντας βέβαια επίγνωση πως ο ιστορικός συμβιβασμός θα είναι επώδυνος και στις δυο πλευρές και η μοιρασιά της χώρας θα είναι δύσκολη και τρομακτική.

Η συζήτηση βέβαια επεκτείνεται και στην ευρύτερη διεθνή σκηνή (το δράμα που εικοστού πρώτου αιώνα είναι ο πόλεμος ανάμεσα στους φανατικούς και την υπόλοιπη ανθρωπότητα) αλλά και για τη λογοτεχνία (το καλύτερο ταξίδι σε άλλη χώρα είναι να διαβάσεις ένα καλό μυθιστόρημα / Όσο περισσότερο επαρχιακή, ενοριακή, τοπικιστική είναι μια λογοτεχνία, τόσο περισσότερο οικουμενική. Αντίθετα, λογοτεχνία που προσπαθεί να γίνει οικουμενική, είναι συνήθως κακή λογοτεχνία). Η πολυσέλιδη «αναφορά» στον Άμος Οζ συμπληρώνεται με κριτική για το (επανακυκλοφορόν) βιβλίο του Το μαύρο κουτί από την Φραγκίσκη Αμπατζόγλου, η οποία ξαναδιαβάζοντάς το αναγνωρίζει και μια άλλη, πιο ουσιαστική, βαθύτερα πολιτική διάσταση, πέραν της προβεβλημένης κοινωνικής – ψυχολογικής – ερωτικής.

Η New York Review of Books (ιδρ. 1963), το εγκυρότερο αμερικανικό περιοδικό κριτικής βιβλίου, με κορυφαία θέση μεταξύ των εντύπων υψηλής ποιότητας, δεν αποτελεί μόνο υψηλό πρότυπο και ζηλευτό υπόδειγμα για την ARB στην εδώ κι ένα χρόνο πορεία της, αλλά είναι πλέον και ο εκλεκτός της «εταίρος», εφόσον η αναγνώριση των προσπαθειών της επισφραγίστηκε με συμφωνία συνεργασίας. Έτσι η Αθηναϊκή Επιθεώρηση θα συνεχίσει μεν να γράφεται από Έλληνες συνεργάτες, αλλά θα αντλεί και ό, τι καλύτερα από την πνευματική δεξαμενή του νεοϋορκέζικου εντύπου, που άλλωστε ανέκαθεν φιλοξενεί κείμενα από παρατηρητήρια της παγκόσμιας κουλτούρας.

Η NYRB πρωτοστάτησε, διαβάζουμε στην εισαγωγή του τεύχους, σε κρίσιμες πνευματικές και πολιτικές μάχες (π.χ. αντίθεση στον πόλεμο του Βιετνάμ, του Ιράκ, στην αυταρχική πολιτική της νεοσυντηρητικής Δεξιάς αλλά και υπέρ των Σοβιετικών διαφωνούντων και των αγώνων για ελευθερία στην ΕΣΣΔ και τις άλλες κομμουνιστικές χώρες). Σήμερα συνεχίζει να αποτελεί πνευματικό εργαστήρι αναζήτησης και πειραματισμών, ένα προνομιακό φόρουμ μιας διαρκούς και ζωηρής συζήτησης για τα προβλήματα και τις επιλογές τα Αμερικής, για το παρόν και το μέλλον του κόσμου.

Το έντυπο λειτούργησε ως μεγάλη γέφυρα μεταξύ της υψηλής κουλτούρας και κορυφαίων διανοούμενων με το παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό. Ευνόησε το κριτικό δοκίμιο για το βιβλίο αντί της σύντομης βιβλιοπαρουσίασης, εξυψώνοντας έτσι τη βιβλιοκριτική σε τέχνη του λόγου υψηλών προδιαγραφών, μετατρέποντας τη συζήτηση για τα βιβλία σε ερεθιστική και παρεμβατική διανοητική δραστηριότητα, σε μορφή ζωηρού πνευματικού διαλόγου και επικοινωνίας. Εδώ η βιβλιοκριτική γίνεται το αρχικό ερέθισμα, η αφετηρία για να μελετηθούν φαινόμενα, να συζητηθούν προβλήματα, να ανιχνευθούν νέες τάσεις. Επιβεβαιώνεται έτσι ότι μέσα από τα βιβλία μπορούμε να βλέπουμε βαθύτερα και πιο διεισδυτικά την πολιτική, την κοινωνία, την παγκόσμια σκηνή και να διακρίνουμε καθαρότερα κοινωνικές αδικίες, άδικους πολέμους, ανελεύθερα καθεστώτα, κοινωνικές διακρίσεις και αποκλεισμούς.

Ξεφυλλίζοντας λοιπόν τις σελίδες της ARB διαπιστώνει κανείς πως πράγματι προτιμάται η εκτενής βιβλιοκριτική (το πιο σύντομο κείμενο καταλαμβάνει μια ολόκληρη «μεγάλη» σελίδα «εφημερίδας»), που διατυπώνει συχνά ενδιαφέρουσες αντιρρήσεις, όπως π.χ. τα κείμενα των Λεωνίδα Λουλούδη (για το Κοινωνικό και Πολιτικό Λεξικό της δεκαετίας του ’80) και Δημήτρη Φύσσα (για την Οδύσσεια των διδύμων του Αλέξη Πάρνη). Δυο βιβλία που κυκλοφόρησαν έξω σχετικά με το Google και το Internet εν γένει (των Ken Auletta και Nicholas Carr) δίνουν την ευκαιρία στον Τσαρλς Πέτερσεν να παρουσιάσει μια πλήρη εικόνα καταστάσεων και συμφερόντων του σύγχρονου διαδικτύου. Εξίσου εκτενής είναι η παρουσίαση του Μαύρου Κύκνου της Χρηματοοικονομικής, του μείζονος έργου του Nassim Nicholas Tabb για τον Αντίκτυπο του Εξαιρετικά Απρόβλεπτου, που οι Times χαρακτήρισαν «ένα από τα δώδεκα βιβλία με την μεγαλύτερη επιρροή από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο».

Υποδοχέας μας στις πρώτες σελίδες ο Δημήτρης Ραυτόπουλος μ’ ένα ευρύ κείμενο για τον κριτικό – ιστορικό Αλέξανδρο Αργυρίου, η Τιτίκα Δημητρούλα προβαίνει σε συγκριτική/παράλληλη ανάγνωση δυο βιβλίων της Έρσης Σωτηροπούλου, η Ρέα Γαλανάκη γράφει για την «εμβληματική» συναυλία της 13.12 στον Άγιο Παντελεήμονα Αχαρνών, ο Γιάννης Σπράος περί «Οικονομικής κρίσης και ασφαλιστικού», ο Μανόλης Βασιλάκης, εκδότης της εφημερίδας, για τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο, ο Ρόλανλτ Ντουόρκιν για τις ιστορικές ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ, κ.ά. πολλά. [62 σελ.]

Ηλεκτρονικό επισκεπτήριο και αρχειοφυλάκιο προηγούμενων τευχών: http://www.booksreview.gr/. Στις αρχές της επόμενης βδομάδας ακολουθούν αναρτήσεις για τα νεότερα τεύχη της ARB, 15 (Φεβρουάριος 2011) και 16 (Μάρτιος 2011). Στην τελευταία φωτογραφία, κάποιος ανοίγει ένα παράθυρο στον τοίχο του τείχους. Άλλα παράθυρα στον κόσμο ανοίγουν και τα αναφερόμενα έντυπα.

 

25
Μαρ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 26

David MacFadyen, Joseph Brodsky and the Baroque (1988)
Η έκφραση σκεπτική (;), κουρασμένη (;) ή αδιάφορη (;) και το άγαλμα ακίνητο (;) ή συμβολικό (;). Στον ρέοντα και ρευστό του Μπρόντσκι κανείς δεν υπήρξε βέβαιος για τίποτα – ακόμα και το τίποτα δεν ήταν σίγουρο.

23
Μαρ.
11

The Dears – Degeneration Street (Dangerbird, 2011)

 

Κάποτε το περιοδικό Ήχος μας γνώρισε το διαδεδομένο έξω διασκεδαστικό παιχνίδι της πρόσκλησης μουσικών και της ακρόασης κομματιών χωρίς ετικέτα («Ιανός των ήχων»). Η διαδικασία εξέθετε ανεπανόρθωτα την παροιμιώδη ασχετοσύνη των παλιοροκάδων – εντεχνάδων σε αντίθεση με την πλήρη ενημέρωση των μουσικών των σύγχρονων τότε εναλλακτικών σχημάτων. Λοιπόν, αν παίζαμε εδώ και τώρα το παιχνίδι (που ζωντάνεψε εδώ στο Mic στη στήλη «Ανοιχτή Ακρόαση» με πολύ πιο υποψιασμένους δημιουργούς) και βάζαμε στ’ ακουστικά κάποιον στοιχειώδη γνώστη, το τελευταίο που θα μάντευε θα ήταν πως το εν λόγω πράμα αποτελεί το νέο δίσκο των Dears. Αντίθετα, θα έβρισκε πλείστες ευκαιρίες να θυμηθεί την παρακμιακότερη έκφραση που γνώρισε ποτέ το εμπορικό (ψευτο)ροκ. Κάντε το παιχνίδι σε κάποιον, θα έχει ενδιαφέρον τι θα θυμηθεί ο καθένας!

Πλήρης σύγχυσις κατακλύζει τους Αγαπητούς Αγαπητούς. Ο έγχρωμος τραγουδιστής προφανώς αισθανόμενος τύψεις που τα τραγούδια του ως τώρα δεν συμβάδιζαν με το χρώμα του, είπε να ξεκινήσει μ’ ένα ελαφρύ σοουλάκι (Omega Dog). Το δίλημμά του είναι «Smokey Robinson ή Lionel Richie»; Αμέσως μετά πιάνουν οι τύψεις για το παρατημένο τους βρετανιάρικο post pop των πρώτων τους πονημάτων και προσπαθούν να πείσουν πως δεν το ξέχασαν με τα 5 Chords και Thrones. Αλλά μέχρι εκεί. Το Blood μένει μετέωρο μεταξύ Radiohead και … Rush. Κι έρχεται η φρικιαστική δεινόσαυρη στιγμή του Lamentation για να μας κοιμίσει για ένα τετραλεπτάκι. Το Galactic Tides ξεκινάει ραδιοχεντικά, φλοϋδικά και πορκιουπαϊνικά και δείχνει τόσο μα τόσο να βαριέται (εμείς να δει…) μέχρι να εξελιχθεί σε μια μπαλάντα ιδανική για τον David Coverdale (ειδικά αυτά τα αααα πίσω είναι τόσο μακρυμάλλικα…).

Yesteryear και ώρα για λίγο τουίστ ρε παιδί μου, μια και καιρό είχαμε ν’ ακούσουμε λίγο Jackson Browne, Bryan Adams μην κρύβεστε, ω κι εσύ εδώ Billy Joel; Τι, δεν είστε εσείς αλλά κάποιος που σας μιμείται για τις απόκριες; Εντάξει, κανείς δεν έχει πρόβλημα για λίγο ακόμα καλό ΑORίστου χρόνου άλλωστε μεγαλώσαμε πια. Το Stick w, Me Kid δεν είναι απλώς η υπενθύμιση των 80ς ταινιών με τον Εμίλιο Εστεβέζ και τα παιδιά με τις άσπρες πετσετένιες κάλτσες. Είναι η επιστροφή του John Cougar Mellencamp! Φυλαχτείτεεεεεεεεεεεε!

Τα Tiny Man και Easy Suffering προσπαθούν να ρίξουν τους τόνους, φορτώνοντάς μας με νέους τόνους νεύρων με την αβάσταχτη φαλτσέτο φαλτσέτα του τύπου. Το κλείσιμο του δίσκου είναι τόσο μα τόσο AORούρα, στο πλέον εκφυλισμένο είδος (ούτε καν Journey αλλά … Mr Mister – Κύριε Ελέησον μας) που σχεδόν τους φαντάζομαι με αφάνες, κουστούμια με βάτες (και σηκωμένα τα μανίκια) και τριγωνικές κιθάρες. Ο τίτλος του δίσκου αποτελεί υπόδειγμα αυτογνωσίας: «στον Δρόμο της Παρακμής». Μην διανοηθεί κανείς να περιγράψει ως μοντέρνο δίσκο ή νέα “indie” μουσική αυτό το τυρόπηγμα, γιατί θα τον στείλω ν’ ακούσει τον πιο βλάχικο σταθμό της Βόρειας Ντακότα.

Και κάτι ακόμα: είναι τουλάχιστον άτιμο να φεύγουν τα 5 από τα 7 μέλη (ήδη από τον προηγούμενο δίσκο, βλ. εδώ) κι εσύ να συνεχίζεις με το ίδιο όνομα εντελώς διαφορετική μουσική. Με την ίδια λογική, ας φύγει και το εναπομείναν ζεύγος, να έρθουν άλλοι ολοκαίνουργιοι, να παίξουν ντίσκο ή φανκ και να συνεχίζουν να ονομάζονται dears.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.




Μαρτίου 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Φεβ.   Απρ. »
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 980.580 hits

Αρχείο

Advertisements