Αρχείο για Μαρτίου 2011

31
Μαρ.
11

The Athens Review of Books, τεύχος 16 (Μάρτιος 2011)

Το τεύχος ξεκινάει με συνέντευξη του Ρόμπερτ Σίλβερς, διευθυντή της New York Review of Books, την πιο φημισμένη και έγκυρη πνευματική επιθεώρηση του αγγλοσαξονικού κόσμου (με την οποία σχετίζεται και συνεργάζεται η ARB, βλ. περισσότερα εδώ). Το έντυπο γεννήθηκε από ένα συλλογικό σχέδιο το 1963, επωφελούμενη από μια τρίμηνη απεργία στους New York Times. Η αρχική ομάδα φίλων (όπου ανήκε και ο ποιητής Ρόμπερτ Λόουελ) είχε την πεποίθηση ότι το επίπεδο της λογοτεχνικής κριτικής ήταν μέτριο και έλλειπε η ίδια η αίσθηση της λογοτεχνίας. Η αφετηριακή ιδέα υπήρξε ο θαυμασμός τους για συγγραφείς όπως οι Γ.Χ. Όντεν, Νόρμαν Μέιλερ, Γουίλιαμ Στάιρον, Αϊζάια Μπερλίν, Έντμουντ Γουίλσον, Τρούμαν Καπότε. Άλλωστε το έντυπο μέχρι σήμερα δίνει θέση σε εξαιρετικούς συγγραφείς που αποδεικνύονται και οξυδερκέστατοι κριτικοί, όπως ο τακτικός συνεργάτης Τζ. Μ. Κουτσί.

Μια από τις σταθερές της NYRB είναι η εκστρατεία καταγγελίας κάθε περίπτωσης συστηματικής παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (π.χ. στη Λατινική Αμερική, τη Σοβιετική Ένωση, την Κούβα, το Ιράν επί Σάχη και Χομεϊνί κ.ά.). Οι έρευνες συχνά ανατίθενται όχι σε επαγγελματίες ρεπόρτερ αλλά σε συγγραφείς όπως η Σούζαν Σόνταγκ, ο Β.Σ.Νάιπολ ή η Τζόαν Ντίντιον, που επισκέφτηκε και έγραψε για το Σαλβαδόρ την εποχή του καταπιεστικού καθεστώτος που υποστηριζόταν από τη Ουάσινγκτον, ενώ η Μέρι Μακάρθι είχε γράψει για το Γουότεργκεϊτ. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της στάσης ως προς το Βιετνάμ: η δημοσίευση μιας παρέμβασης του Ρόναλντ Ντουόρκιν σχετικά με το δικαίωμα άρνησης στράτευσης σ’ έναν πόλρμο που χαρακτήρισε παράνομο προκάλεσε την οργή της κυβέρνησης και πλήθος αντιδράσεων. Πιο πρόσφατα το άρθρο ενός (αν και Ρεπουμπλικάνου) ανώτατου δικαστικού σχετικά με την αντισυνταγματικότητα και την παρανομία της θανατικής ποινής άσκησε πελώρια επίδραση.
Δυο κείμενα εκκινούν από ισάριθμες εκδόσεις από και για τον Φερνάντο Πεσσόα. Ο Βίκτωρ Ιβάνοβιτς εξετάζει «Τα μπαούλα των ποιητών και τα αφηγηματικά ετερώνυμα του Πεσσόα». Στα πρώτα ανήκουν τόσο τα ιδεατά όσο και τα υπαρκτά – από τα οποία ο συντάκτης επιλέγει δυο: του Ρουμάνου δικαστικού υπαλλήλου Δημητρίου Δημητρέσκου – Μπουζάου, αυτόχειρα συγγραφέα των «Αλλόκοτων σελίδων», «πρόδρομο του Υπερρεαλισμού και της λογοτεχνίας του παραλόγου» και του Λόρκα, απ’ όπου ξεπήδησαν «Η μητέρα του Σαρλώ» και τα «Σονέτα του Σκοτεινού Έρωτα». Το περιώνυμο κιβώτιο του Πεσσόα (απ’ όπου αποκαλύφθηκαν και τα ετερώνυμά του) εβδομήντα πέντε έτη μετά τον θάνατό του εξακολουθεί, ως υστερική μήτρα, να γεννοβολάει, προς χαρά των αναδόχων pessoanos. Μια εξ αυτών, η βασική μεταφράστρια και μελετήτρια του έργου του Μαρία Παπαδήμα, («Κ.Π.Καβάφης – Φ. Πεσσόα: το χρονικό ενός μύθου») εξετάζει τις εκλεκτικές συγγένειες των δυο ποιητών που ενέπνευσαν ήδη μια ταινία, ένα βιβλίο, ένα κείμενο, εμπλούτισαν τις συγκρίσεις του Πορτογάλου λογοτέχνη με άλλους ομότεχνους, και τις ήδη υπάρχουσες διακειμενικές και διαπροσωπικές μυθοπλασίες, συνομιλίες, αφηγήματα και θεατρικές παραστάσεις.
Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πεντασέλιδο κείμενο 30 ευσύνοπτων ενοτήτων του Χρήστου Χρυσόπουλου («Το «κογκνιταριάτο» και η ιεράρχηση της πληροφορίας. Ένα επιχείρημα για το ηλεκτρονικό βιβλίο, την ψηφιακή υπόσχεση και τον ρόλο των διανοούμενων») προσθέτει (και ξεκαθαρίζει πολλά ζητήματα) στην συζήτηση γύρω από το ηλεκτρονικό βιβλίο. Αφετηρία αποτελεί η κριτική των Αγκάμπεν, Μπεράρντι, Ντην και Ζίζεκ και άλλων σχετικά με τους κινδύνους του διαφαινόμενου πληροφοριακού καπιταλισμού, που υποτίθεται πως κερδίζει την ψυχή των διανοούμενων, οι οποίοι επενδύουν άμεσα στον ψηφιακό κόσμο τις πιο μύχιες, ποιητικές, «ανθρώπινες» ιδιότητές τους, δραστηριοποιούνται κατεξοχήν στους νέους τόπους ψηφιακής διασύνδεσης και φαντασιώνονται πως εκεί προάγονται ζωτικές δημοκρατικές αξίες (ανοιχτή πρόσβαση, ελεύθερη συζήτηση, ίση συμμετοχή κλπ.), όλα προς όφελος της επιχείρησης της διαδικτυακής πλατφόρμας. Έτσι οι διανοούμενοι πέφτουν θύματα της πλάνης ενός δήθεν δημοκρατικού διαλόγου, χειραφέτησης και διασποράς των ιδεών.
Ο Χρυσόπουλος εκκινεί από τη θεμελιώδη συνθήκη αυτού που ο Ρίτσαρντ Σένετ ονόμασε Ευέλικτος Καπιταλισμός (Flexible Capitalism), που οδηγεί στη διαρκή αναζήτηση τεχνολογικών καινοτομιών. Την ίδια στιγμή τίθεται η ανάγκη οριοθέτησης ακόμα και αναστολής τους, ώστε να διατηρηθεί ο έλεγχος των διαδικασιών παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης. Ο Γιόζεφ Σουμπέτερ έχει μιλήσει εκτενώς γι’ αυτές τις Περιοριστικές Πρακτικές (κατοχύρωση πνευματικής ιδιοκτησίας, πατέντες, μονοπωλιακές πρακτικές) που ελέγχουν το εύρος και το ρυθμό διάχυσης της τεχνολογίας. Οι παραπάνω αντίρροπες δυνάμεις δεν αποτελούν διαλεκτική αντίφαση αλλά μάλλον συστατική του καπιταλισμού αντίθεση.
Ποια θα όφειλε να είναι η στάση των διανοούμενων απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα; Οι συγγραφείς καλούνται να διαχειριστούν μια διεκδικητική θέση ανάμεσα στους δυο πόλους της δημιουργικότητας και του ελέγχου, με γνώμονα την διασφάλιση των δικαιωμάτων του δημιουργού, την δυνατότητα ελεύθερης έκφρασης και διάδρασης με το ψηφιακό κοινό και την ελεύθερη διάνοιξη νέων τρόπων έκφρασης. Ο Φράνκο (Μπίφο) Μπεράρντι μίλησε για προσωρινές αυτόνομες ζώνες, ανοιχτό κώδικα (open source), δωρεάν περιεχόμενο (freeware). Καθώς η ψηφιοποίηση έχει πλέον άρει το δίλημμα πρωτότυπο/αντίγραφο και αμφισβητείται το δικαίωμα ελέγχου του πνευματικού προϊόντος, το δίλημμα αφορά συγγραφείς και εκδότες και τίθεται ανάμεσα στον κλειστό («κλείδωμα» αρχείων) ή ανοιχτό ψηφιακό περιεχόμενο (που στα καθ’ ημάς τολμήθηκε μόνο από τις εκδ. Καστανιώτη).
Η δεύτερη πρακτική βασίζεται στην οικονομία του δώρου, στην διαπίστωση ότι το ψηφιακό προϊόν μπορεί κανείς να το δωρίσει δίχως να το απολέσει, δημιουργώντας έτσι ένα πεδίο κοινοκτημοσύνης (intellectual commons), ενώ η έννοια του κατοχυρωμένου δικαιώματος (copyright) μεταλλάσσεται σε άδεια χρήσης (copy left). O συντάκτης αναπτύσσει τις προϋποθέσεις και τις παραμέτρους της παραπάνω επιλογής, με βάση και την περίπτωση του βιβλίου του «Ο βομβιστής του Παρθενώνα», η ηλεκτρονική μορφή του οποίου έχει δημιουργήσει ένα διαρκώς εμπλουτιζόμενο «επαυξημένο» σύνολο (βιβλίο – ebook – blog – forum) που δεν ανταγωνίζεται αλλά συνυπάρχει με το παραδοσιακό βιβλίο.
Ακόμα: Ξεθωριάζει το Όνειρο της Ευρώπης (Ορχάν Παμούκ), Ιστορία και ατομική μοίρα (Σταύρος Ζουμπουλάκης για τον Τελευταίο Βαρλάμη του Θανάση Βαλτινού) και ορισμένοι ενδεικτικοί τίτλοι παρουσιάσεων βιβλίων και θεμάτων: Φάρος, μοντέλο ή εξαίρεση; Οι εξεγέρσεις στον αραβικό κόσμο και η Αίγυπτος / Αδελφοί Μουσουλμάνοι και δημοκρατία / Μια φιλελεύθερη θεώρηση της νεώτερης ελληνικής ιστορίας / Φιλοσοφίας γένος. Από τη σοφία στη φιλοσοφία./ Πέντε μύθοι για την καινοτομία / Η κρίση στην Ελλάδα / Η «ιδρυτική διακήρυξη» της «Σπίθας» και γιατί πρέπει να διαβαστεί (όπου ασκείται έντονη αρνητική κριτική στο κείμενο) κ.ά.
Στην φωτογραφίες: ένας από τους Πεσσόες και η Τζόαν Ντίντιον το 1981, την εποχή του Σαλβαντόρ και…κάπως έτσι είναι το ηλεκτρονικό βιβλίο;
30
Μαρ.
11

Μίκης Θεοδωράκης – Άξιος Εστί. Από τον μεσοπόλεμο στη χρεοκοπία

 Τα άγραφα σάουντρακ

Θα μπορούσα να το κάνω, αν είχε τελείως άλλη ζωή και άλλες προτεραιότητες, οι οποίες δεν ήταν μουσικές τότε, ήταν καθαρά πολιτικές. Και έτσι εγκατέλειψα αυτή την προοπτική, που θα ήταν για μένα πραγματικά μια απογείωση. Το αντιλαμβάνομαι τώρα, γιατί εκτιμώ πάρα πολύ τον κινηματογράφο, και ακούγοντας τις μουσικές επενδύσεις κάποιων ταινιών, ξέρω ότι θα μπορούσα να γράψω θείες μουσικές. Αλλά – δυστυχώς – μετά την Ηλέκτρα, ακόμη και με τον Ζορμπά, είχα μπει για καλά μέσα στους Λαμπράκηδες και δεν μπόρεσα να ασχοληθώ όσο ήθελα με αυτό το υπέροχο πράγμα που είναι ο κινηματογράφος. Ακόμα και το Ζ το έγραψα στη Ζάτουνα και φυσικά και πάλι άλλος το ενορχήστρωσε. Μετά, όταν ηχογραφούσα τη μουσική για την Κατάσταση Πολιορκίας στο Παρίσι, το μυαλό μου δεν ήταν εκεί, μα στις συνεδριάσεις για την αντίσταση. Η αντίσταση έφαγε όλη την καριέρα που θα μπορούσα να κάνω στον κινηματογράφο, όχι μόνο εμπορική αλλά κυρίως μουσική. Γιατί είχα ιδέες, λάτρευα τον κινηματογράφο…Οι Αμερικανοί μου έδιναν όλα τα μέσα. Αυτό είναι το μείον της ζωής μου, το ομολογώ… (σ. 694)

Η φορτισμένη εξομολόγηση του Μίκη Θεοδωράκη μού λύνει μια απορία χρόνων, ακούγοντας την μουσική από το Σέρπικο (στην οποία άλλωστε αναφέρεται). Πώς και δεν ασχολήθηκε περισσότερο με την κινηματογραφική μουσική ο κατεξοχήν εικονοποιητικός συνθέτης. Μαζί με την γλυκόπικρη παραδοχή μας μένει η ιστορία του συγκεκριμένου σάουντρακ: πρόταση του σκηνοθέτη Σίντνεϊ Λιούμετ που είχε ερωτευτεί το κομμάτι Δρόμοι Παλιοί κι ήθελε όλη η μουσική της ταινίας να γραφτεί πάνω τους, ευγενής προσέγγιση σ’ έναν Μίκη που δεν γνώριζε καν αγγλικά και νόμιζε πως του μιλούσε κάποιος βοηθός, γράψιμό της στα διάφορα ξενοδοχεία – σταθμούς της αμερικάνικης περιοδείας του. Αλλά πολύ περισσότερο (και) σ’ αυτό το απόσπασμα κυριαρχεί ο διττός πυρήνας και συνάμα διχασμός της ύπαρξής του: ένα θυελλικό μουσικό «ταλέντο» και μια ασυγκράτητη επιθυμία πολιτικής δράσης και ηθικών στόχων. Ο Μ. υπέταξε το πρώτο στα δεύτερα και δεν διαχώρισε τις μουσικές του δημιουργίες από το προσωπικό ιδανικό της καλύτερης χώρας και του καλύτερου κόσμου, χωρίς παράπλευρες σκοπιμότητες.
Βίος ασυμβίβαστος
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Μίκης βιογράφει και βιογραφείται. Σε τόμους ολόκληρους απομνημονευμάτων και πολλές άλλες εκδόσεις (θυμάμαι ακόμα και δεκάδες σελίδες διηγήσεων σε παλιά Ποπ και Ροκ, στην πρώτη περίοδο του περιοδικού) μάς έχει κοινωνήσει πλείστες φορές την δική του συγκλονιστική ζωή, μονίμως στη δίνη του δημιουργικού-μουσικού και κοινωνικού-πολιτικού κυκλώνα. Πάντα μέσα, ποτέ έξω. Η συγκεκριμένη έκδοση όμως (όπου επανεκδίδονται δυο παλαιότεροι τόμοι [2004, 2005] και ενοποιούνται σε έναν, μαζί με πρόσθετο τρίτο κεφάλαιο με κείμενα για το σήμερα) έχει την μορφή μιας ποταμώδους, σχεδόν χιλιοσέλιδης συνομιλίας μαζί του. Αυτή το στοιχείο πέρα από την απολαυστική προφορικότητα έχει και το μέγιστο αναγνωστικό πλεονέκτημα να μπορείς να ξεκινήσεις το διάβασμα απ’ οπουδήποτε ή ν’ απολαύσεις ένα μεμονωμένο κομμάτι χωρίς χάσματα από τα πριν και μετά. Ο γνώριμος πρωτογενής και ηφαιστειώδης «συμφωνικός» του λόγος ως συνήθως δεν υπακούει σε καμία υποχρεωτική γραμμικότητα, αλλά κάνει όσα άλματα θέλει, μη ξεχνώντας να επιστρέψει στο συζητούμενο.

Μεγαλώνοντας στον ελληνικό Μεσοπόλεμο, κρητικές καταβολές, Γκεστάπο, Ενάτη, Χριστιανισμός, Σοσιαλισμός, Κατοχή, Μυρτώ, Δεκεμβριανά, ΕΑΜ, ένας συμφωνικός συνθέτης στη Μακρόνησο, πώς γεννιέται ένα μεγάλο όραμα, ένας ξαφνικός έρωτας με τη λαϊκή μουσική στην Ικαρία, από την ΕΟΝ στην ΕΠΟΝ («βάλαμε ένα Π και πήγαμε να σκοτωθούμε»), ζώντας κυνηγημένος στην Αθήνα, διδάσκοντας το Ρέκβιεμ του Μότσαρτ στους φυλακισμένους, καταπίνοντας μπαρούτι στην Αλεξανδρούπολη, Παρίσι, Μόσχα, Επιτάφιος, Βουκουρέστι, Αριστεράς Διχασμός, Κομσομόλ, Τσε, Νεολαία Λαμπράκη, Μακάριος, Ιουλιανά, Δικτατορία, Ζάτουνα, Ωρωπός, Τασκένδη, Μεταπολιτεύσεις, Λύση Καραμανλή, Καντάφι, 89, Σήμερα, Κρίση, Σήμερα: Δεν είναι παρά ελάχιστοι τίτλοι και υπότιτλοι των αμέτρητων κεφαλαίων του βιβλίου, απλώς και μόνο ενδεικτικά οδοσήματα της ζωής ενός ανθρώπου που δεν σταμάτησε να παίρνει θέση, να πολεμάει για ό,τι έκρινε ως καλύτερο, προκαλώντας σχεδόν πάντα αντιδράσεις.

Εξουσίες/Αντεξουσίες

Ο Μ. πάντα πάλευε γι’ αυτό που πίστευε και ουδέποτε συμβιβάστηκε. Όσο πιο δύσκολες ήταν οι καταστάσεις, τόσο πιο σκληρή και συγκρουσιακή υπήρξε η δική του θέση. Κι όντως μέχρι σήμερα συγκρούστηκε περίπου με τους πάντες: με Δεξιά και Αριστερά σε όλες τις εκδοχές της, με Αμερική και Σοβιετική Ένωση, με κόμματα, δικτατορίες, πολιτικούς. Ιδού ένα μείζον στοιχείο της προσωπικότητάς του: η ανυποταξία σε κανόνες, δομές, δυνάμεις, καθεστώτα, σχήματα, και ταυτόχρονα ο λόγος που ολόκληρο το πολιτικό σύστημα δεν μπόρεσε ούτε να τον κατατάξει ούτε να τον χρησιμοποιήσει ούτε και να τον αγνοήσει, ούτε να μην τον σεβαστεί.

Ήταν ο πρώτος που κατηγόρησε ευθέως τη Φρειδερίκη ως ηθική αυτουργό της δολοφονίας του Λαμπράκη, ενώ στην κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου κατηγόρησε τους Σοβιετικούς ως «σύγχρονους πρίγκιπες» προκαλώντας παγκόσμιο σάλο. Με το Τραγούδι του νεκρού αδελφού έβαλε έναν κομμουνιστή κι ένα χωροφύλακα να σφίγγουν τα χέρια πάνω απ’ το πτώμα της μάνας τους γεφυρώνοντας τις δυο πλευρές του εμφυλίου (οπότε και καθαιρέθηκε από την Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη, ενώ την είχε ιδρύσει και ήταν πρόεδρός της!). Για τα είχε αλλεπάλληλα φλερτ και διαζύγια με πολιτικούς χώρους στην μεταπολιτευτική περίοδο λέει: Δεν άλλαξα εγώ, τα κόμματα άλλαξαν.

Στο βάθος πιστεύω ένας εξουσιαστής κρύβει μέσα του μια τεράστια ανασφάλεια, ένα κενό – και η ανασφάλεια είναι από τα πιο δυνατά ένστικτα του ανθρώπου. Αν ο άνθρωπος είναι ένα πορτοκάλι, ο πολιτισμένος άνθρωπος είναι η φλούδα του κι όλο το εσωτερικό του είναι η ανασφάλειά του./ … άμα το εξετάσεις, όσο πιο πολύ ανεβαίνεις στην πυραμίδα, τόσο πιο δυστυχής γίνεσαι. Πότε θα καταλάβει ο άνθρωπος ότι η ζωή είναι κάτι πεπερασμένο; / Βρίσκομαι εις τα δυσμάς του βίου μου, δεν ήμουν ποτέ στην εξουσία, δεν είχα ποτέ ουσιαστική εξουσία. Αν με ρωτήσεις τι θα προτιμούσα, αυτή τη ζωή που έχω κάνει ή μια άλλη στην οποία να συμμετείχα σε μια εξουσία θα έλεγα «Όχι, προτιμώ αυτή που έχω κάνει».

Χιλή/Canto General

Αναπόφευκτα μέσα από τις διηγήσεις για το Θεοδωρακικό Canto General και τις αναρίθμητες ανά τον κόσμο ιστορίες του, ξεχωρίζει η Χιλιανή. Οι Χιλιανοί άλλωστε το γνώριζαν ήδη από την δικτατορία τους, καθώς τύπωναν τους δίσκους με άλλο εξώφυλλο κι ετικέτες (γνώριμη κι εδώ τακτική). Ειρωνεία: όταν ελευθερωνόταν η Ελλάδα, η Χιλή άρχιζε τον δικό της ανήφορο. Ο συνθέτης είχε λάβει ως δώρο από τον «ιδεαλιστή αιθεροβάμμονα» Αλιέντε τους δυο τόμους του Κάντο από την βιβλιοθήκη του. Ο ίδιος του είχε πει πως ο καλύτερος συνομιλητής του στο στρατό ήταν ο … Πινοσέτ, στον οποίο μάλιστα είχε εξομολογηθεί πως σκόπευε να αναλάβει την ηγεσία του στρατού. Η συνέχεια γνωστή…

Εδώ ενδιαφέρουσα η διαπίστωση σχετικά με την μέγιστη δημοτικότητα του Πινοσέτ: είχε γαλουχήσει μια ολόκληρη γενιά, που δεν γνώριζε τίποτε άλλο. Ιδού πώς μπορεί ένας δικτάτορας να ανεβάσει ποσοστά: αναθρέφοντας μια γενιά που τον έχει ως μόνη εικόνα και πρότυπο. Εξαιρετικά κινηματογραφικές οι εικόνες από τα οικήματα – παράγκες του Νερούντα, με τα κρεμασμένα απ’ το ταβάνι πρωραία παλιών πλοίων, με τις αιωρούμενες γοργόνες και η στιγμή όπου βρίσκονται στον τάφο του ποιητή έτοιμοι να παίξουν στο μαγνητόφωνο – παλιό τάμα– το έργο: καθώς ακούγεται το Έρχονται τα πουλιά κι η μουσική σμίγει με τους ήχους των κυμάτων του Ειρηνικού, ακούγεται ένας γδούπος και ένα πολύχρωμο πουλί πέφτει και νεκρώνεται πάνω στον τάφο…

Φιντέλ  Ιδιαίτερα απολαυστικές είναι οι σελίδες «Με τον Φιντέλ στην Κούβα». Πριν την παρουσίαση του Κάντο Χενεράλ ο Μίκης ζητάει από τον δήμαρχο να ανοίξει τις πόρτες του τεράστιου καθεδρικού της πλατείας, να τον φωταγωγήσει και να χτυπήσουν οι καμπάνες. Ο δήμαρχος δεν διανοείται να το τολμήσει αλλά ο Μίκης τον ψήνει πως θα το πάρει πάνω του. Τη στιγμή του πρώτου κομματιού γίνεται το παγώνουν όλοι, σηκώνεται ο Κάστρο, έτοιμος να τραβήξει το πιστόλι του, τον αγκαλιάζει ο Μ., ησύχασε, εγώ το έκανα. «Τι μου κάνατε! Αλλά πάλι καλά. Μπορεί να πιστεύουν ότι εδώ γινόταν αντεπανάσταση»…

Άλλες σπαρταριστές διηγήσεις εδώ: οι κοινές περιπλανήσεις με τον Κάστρο πάντα με το βαλιτσάκι του με το κόκκινο τηλέφωνο (καθώς πάντα αναμενόταν κάποια απόβαση), ο τρόπος που υποτάχθηκε στα παράπονα μιας γυναίκας και της ζητούσε συγνώμη, η επίσκεψη στην περίφημη vaca (αγελάδα) που παράγει πάνω από εκατό κιλά γάλα τη μέρα και στις μελέτες για τις αμερικανικές επιθέσεις μικροβίων μέσω αέρα και κουνουπιών, η παράκληση ενός ταπεινού έλληνα ψαρά να μεσολαβήσει σε συνάντηση με τον Φιντέλ (που τελικά αποδεικνύεται …πράκτορας των Ανατολικογερμανών).
Ο Κάστρο τού παραπονιέται για την δήλωσή του πως οι χώρες του σοσιαλισμού έχουν εκφυλιστεί σε σύγχρονες μοναρχίες κι ο Μ. δεν μασάει τα λόγια του, σε σημείο ο ηγέτης να συμφωνήσει. Ο Κάστρο ήταν ένας φιλελεύθερος αστός, αλλά η βλακεία των Αμερικανών τον έσπρωξε να γίνει αυτός που ξέρουμε όλοι σήμερα. Αλλά ήδη από τότε ο Μ. δεν ανησυχούσε για την μετα-Κάστρο εποχή, πιστεύοντας στην ίδια τη νοοτροπία του Κουβανικού λαού, βλέποντας πως παρά τους τόσους αποκλεισμούς, κανείς δεν ξεσηκώνεται, σε αντίθεση με ότι θα συνέβαινε σε άλλους λαούς.
Ε.Τ.
Ολόκληρο κεφάλαιο αφιερώνεται στο θέμα της ελληνοτουρκικής φιλίας, που ο Θ. γνώριζε πως θα ξεκινούσε μόνο από τα λαϊκά στρώματα, εφόσον οι κυβερνήσεις θα ήταν εφ’ όρου ζωής μπλοκαρισμένες. Συνέλαβε την ιδέα σε μια παραβοσπόρεια ταβέρνα, έχοντας απέναντι τον γνωστό κουρδικής καταγωγής τούρκο συγγραφέα Γιασάρ Κεμάλ (που ο Μιτεράν με κάθε ευκαιρία τον συμβουλευόταν). Όπως οι περισσότερες ιδέες του συνάντησε κι αυτή πολιτικές αντιδράσεις αλλά μετέπειτα εφαρμογή: όταν ο Αντρέας αιφνιδιαστικά συναντά τον Οζάλ στο Νταβός όλοι υπερθεματίζουν. Οι γνώστες απορούν, υπενθυμίζουν στον Θ. πως προηγήθηκε, πως θα έπρεπε να έχει ένα μερίδιο στο εύψυχο κλίμα. Εκείνος όπως πάντα επιδεικνύει ανωτερότητα, αδιαφορεί για το «σχολικό», όπως λέει, «εγώ ήρθα πρώτος». Ο ίδιος ο Ανδρέας κατ’ ιδίαν του το παραδέχεται: «Εσύ είδες, εγώ όχι». Για άλλη μια φορά αποδεικνύεται πως οι αντιθέσεις του με τα σημαντικά πολιτικά πρόσωπα της εξουσίας ήταν πολιτικές, όχι προσωπικές.

Κλασικά Ηχογραφημένα

…έχω μέσα στο νου μου ένα εκατομμύριο νότες που πρέπει να τιθασεύσω… 

Σύντομα θα κλείσουν σαράντα χρόνια από την μαζική μεταπολιτευτική παραγωγή των απαγορευμένων του τραγουδιών, τότε που το εργοστάσιο της Κολούμπια (που είχε το μεγαλύτερο ποσοστό τους κι είχε κρύψει τις μήτρες σε κρύπτες) δούλευε τρεις βάρδιες, κόβοντας συνεχώς βινύλια. Αλλά ο συνθέτης που έβαλε την ποίηση στο τραγούδι και θεώρησε πως «η μελοποίηση των ποιητών είναι μια πράξη κατεξοχήν πολιτική» θέλησε να πάει ακόμα παραπέρα: στις όπερες, τα ορατόρια και τις συμφωνίες. Η φόρμα του τραγουδιού του είναι πλέον λίγη, έχει ιδέες ακόμα και για την μουσική μεταγραφή αρχαιοελληνικών κειμένων αλλά του λείπει μια αίθουσα, μια υποδομή για την παρουσίαση όλων αυτών. Η επιθυμία του έχει μείνει απραγματοποίητη καθώς το κράτος προτιμά να διαθέτει όλο το χρήμα σε ξένους συνθέτες. Το ιδιαίτερο κεφάλαιο της ελληνικής συμφωνικής μουσικής και όπερας παραμένει αναφομοίωτο στη χώρα μας. Χρόνια πριν οι Σουηδοί είχαν μετατρέψει σε όπερα ακόμα και τη φράση που είχε πει στον Λαδά: «Όταν τα τανκς θα έχουν σκουριάσει, τα τραγούδια μου θα ζουν». Αλλάζουν κι οι εποχές. Το 1975 όλοι τραγουδούσαν «τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις» αλλά το 1984 δεν άκουγε πια κανείς το «τη Ρωμιοσύνη τώρα να την κλαις» από το έργο Διόνυσος.

Ποια έργα άραγε προκρίνει ο συνθέτης από το παρελθόν της κλασικής; Σοστακόβιτς, Στραβίσνκι, Κατά Λουκάν του Πεντερέσκι, Μεταστάσεις του Ξενάκη. Στον εγκλεισμό του στο Βραχάτι όταν είχε χάσει τις μεταπολιτευτικές εκλογές άκουγε ορατόρια του Μπαχ. Το σύστημα τονάλ βρίσκεται πιο κοντά στο μονοθεϊσμό, που είναι το αντίπαλο δέος στο ιδανικό της ελληνικές σκέψης και δημιουργίας, της «Λαϊκής Δημοκρατίας» και του πανθεϊσμού των Ελλήνων, που αντιστοιχεί στη μουσική μοντάλ, γιατί στην κλίμακα των αρχαίων Ελλήνων, στον τρόπο τον δωρικό, τον ιωνικό, το λυδικό όπως τους ονόμαζαν, δεν μπορούμε να πούμε ότι σε εφτά νότες υπήρχε μια κυρίαρχη. Θεωρητικά όλες οι νότες της κλίμακας ήταν ισότιμες. Με το τονικό σύστημα, που επιβεβαιώνει ο Μπαχ με «Το καλώς Συγκερασμένο Κλειδοκύμβαλο» περνάμε στο μονοθεϊσμό.

Ζάτουνα/Αρκαδίες

Ένα Θεοδωρακικό Κεφάλαιο που δεν βαριέμαι να διαβάζω και να ξαναδιαβάζω. Ακόμα θυμάμαι την προ ετών επίσκεψή μου εκεί, σ’ ένα καφενείο πνιγμένο στις «παλιατσαρίες», ανέγγιχτο απ’ το χρόνο και το βάρος του. Νυχτερινή οδήγηση στην Αρκαδία, ο Θ. είναι βέβαιος πως θα τον πετάξουν σε κάποια απ’ τις χαράδρες έξω από τη Δημητσάνα, σε μια πεσμένη πινακίδα βλέπει το όνομα του χωριού που θα γίνει ίσως η πιο ιδιόμορφη εξορία του. Σ’ ένα σπίτι, με είκοσι φρουρούς, με προβολείς ΔΕΗ διαρκώς αναμμένους τη νύχτα και αιφνιδιαστικές επισκέψεις στη μέση της καταιγίδας. Απογοήτευση που από το κρυφό τρανζίστορ αντιλαμβάνεται πως το Ράδιο Μόσχα σιωπά για την σύλληψή του. Η περίφημη μεταφορά του πιάνου με φορτηγό, παίξιμο των τραγουδιών του που τα παρουσιάζει σαν …χατζηδακικά, οι φιλίες με τους χωροφύλακες, ορισμένοι γίνονται και η χορωδία του, ο ενωμοτάρχης του δίνει το δικό του ραδιοφωνάκι, κάποιοι του προτείνουν να ξεκινήσει από τη Ζάτουνα η ελεύθερη Ελλάδα και κάνουν ασκήσεις στο δρόμο…

Ανταλλαγές μηνυμάτων με αόρατη μελάνη σε περιτυλίγματα φρούτων και σχέδια απόδρασης (νύχτες αναμονής ενός ελικοπτέρου στο αλώνι) ή κρυφής φωτογράφησης, όπως εκείνο με τον δημοσιογράφο του Paris Match που ήρθε νύχτα στο χωριό χάρη σε χάρτη που έφτιαξε από μνήμης η μικρή Μαργαρίτα αλλά σταμάτησε σ’ ένα δέντρο πίσω απ’ το σπίτι λόγω επίθεσης σκυλιών (!). Εκεί γεννήθηκαν οι Αρκαδίες, από εκεί έφυγε η πρώτη, με ταινίες ενσωματωμένες στα πέντε κουμπιά στο πανωφόρι του μικρού του γιου, για να τις ακούσει αργότερα ηχογραφημένες απ’ το ραδιοφωνάκι, και να νοιώθει την μεγάλη κρυφή νίκη. Ο Μάνος Ελευθερίου ήταν ο μόνος ποιητής που δεν είχε φοβηθεί να του δώσει καινούργιους στίχους. Όταν πλέον τέλος είχε σαγηνεύσει όλους τους φύλακες, η μεταφορά στον Ωρωπό κρίθηκε απαραίτητη, με 4 διαφορετικές συνοδείες, μην τις μαγέψει κι αυτές.

Σελίδα 1000 – τέρμα

Τελικά ίσως αυτή είναι η ζηλευτή ζωή: να την μπλέξεις με την πορεία ενός τόπου, να είσαι φίλος και συνομιλητής μερικών από τους καθοριστικότερους ηγέτες του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, να μιλάς για τις γύρες σου ανά τον πλανήτη σα να μιλάς για βόλτες σ’ ένα νομό, να φτιάξεις μοναδική σχέση με ολόκληρους λαούς μέσα από τη μουσική σου, να αποτελείς ζωντανό μήνυμα ελευθερίας και αξιοπρέπειας ανά τον κόσμο.

Σ’ αυτόν άλλωστε ανήκε ολοκληρωτικά ο στίχος του Μιχάλη Γκανά στους Δρόμους του Αρχάγγελου απ’ το Ασίκικο Πουλάκη: Χάλκινο το τραγούδι μας στο στόμα/τίποτα δεν το φίμωσε ακόμα.

Εκδ. Κυριακίδη, 2010, 942 σελ. + 110 σελ. φωτογραφίες. Υπότιτλος: Ο συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του στον Γιάννη Π. Μαλούχο και μιλά για την ιστορία της νεότερης Ελλάδας. [Ο Γ.Μ. είναι δημοσιογράφος, παλαιότερα συνεργάτης, μεταξύ άλλων, ΣΚΑΪ και Καθημερινής, σήμερα ΕΡΤ και Βήματος].

Στις φωτογραφίες: Με συνεξόριστους στην Ικαρία (1947), στη Μακρόνησο, στη Χιλή με Πάμπλο Νερούντα, σε συντροφική ομήγυρη στην Κούβα, στην πίσω αυλή του σπιτιού στη Ζάτουνα. Και ο δίσκος με τον αγνοημένο στίχο «Την Ρωμιοσύνη τώρα να την κλαις».

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

29
Μαρ.
11

The Athens Review of Books, τεύχος 15 (Φεβρουάριος 2011)

 

Έχεις βρει, καλότυχε, τον «ωραίο θάνατό» σου και θα τον πετύχεις. Μα εγώ, πώς πρέπει να πεθάνω, για να πεθάνω «ωραία»; έγραφε ο Μ. Καραγάτσης στον Ν. Καββαδία (17.10.1939), ζηλεύοντας την έξοδό του στους ωκεανούς, μακαρίζοντάς τον για τον υγρό τάφο που θα τον περίμενε. O Δημήτρης Ραυτόπουλος («Επιστολική Μούσα. Καραγάτσης Καββαδίας: πολύτροποι – πολύπλαγκτοι άντρες») με την ευκαιρία της πρόσφατα εκδοθείσας αλληλογραφίας τους δράττεται της ευκαιρίας, πέραν της παρουσίασής της, να μας μυήσει στην επιστολογραφία, το ενδιαφέρον της οποίας δεν περιορίζεται στη σημασία της ως παρακειμένου του έργου αλλά έχει και αυτοτελώς λογοτεχνική αξία (θυμίζοντάς μας τις χιλιάδες επιστολές των Βολταίρου, Φλωμπέρ, Μότσαρτ, Κοραή, Λεοπάρντι, Προυστ, Σταντλαλ, Ρίλκε, Κάφκα και τόσων άλλων).
«Η ενθουσιώδης πορεία προς τον ολοκληρωτισμό» του Λεωνίδα Χατζηπροδρομίδη αφορά μια οχτασέλιδη παρουσίαση του μείζονος έργου του Λέσεκ Κολακόφσκι, Τα κύρια ρεύματα του μαρξισμού [Leszek Kolakowski, Main Currenst of Marxism: The Founders, The Golden Age, The Breakdown (2005)]. Το έργο (που ο Κολακόφσκι άρχισε να γράφει στη Βαρσοβία το 1968 και όταν εκδιώχθηκε από το πανεπιστήμιο το ολοκλήρωσε σε Καναδά, ΗΠΑ και Οξφόρδη το 1976) ερευνά τις διάφορες μορφές του μαρξισμού ως κινήματος που κατέληξε στον ολοκληρωτισμό του Λένιν, του Στάλιν και του Μάο, σε μια προσπάθεια κατανόησης της περίεργης μοίρας των ιδεών που αρχίζουν από τον προμηθεϊκό άνθρωπο και καταλήγουν στην τερατώδη σταλινική τυραννία.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο Γ΄ τόμος, όπου απογυμνώνεται η σταλινική εξουσία και η απλουστευτική αλλά πανίσχυρη δομή της, Η εξίσωση «αλήθεια = κοσμοθεωρία του προλεταριάτου = μαρξισμός = κοσμοθεωρία του κόμματος = σκέψεις του ηγέτη» μετεξελίσσεται στον μαρξισμό-λενινισμό, στην ουσία σ’ ένα σταλινικό δόγμα μαζί με τη χρηστομάθεια τσιτάτων από Λένιν, Μαρξ και Έγκελς και φυσικά μόνο εκείνων που ενέκρινε ο ηγέτης. Την εποχή του Στάλιν όλη η πνευματική ζωή των λαών της Σοβιετικής Ένωσης βυθίστηκε στην πλημμύρα του καθολικού ψέματος ενώ σταδιακά εξαφανίστηκαν όλα τα οικονομικά και στατιστικά περιοδικά αλλά και οι σχετικοί επιστήμονες. Ακολούθησαν διώξεις εκατομμυρίων και εκτελέσεις εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων. Με τις δίκες της Μόσχας «αποδείχθηκε» ότι όλο το παλιό κομματικό στελεχικό δυναμικό, μαζί με τους στενότερους συνεργάτες του Λένιν αποτελούνταν από κατασκόπους, πράκτορες του ιμπεριαλισμού και εχθρούς του λαού.

Η ερμηνεία που δίνει ο Κολακόσφκσι βρίσκεται στην «αρχή του συστήματος σύμφωνα με την οποία ο πολίτης είναι ιδιοκτησία του κράτους και δεν του επιτρέπεται να υπακούει αλλού, έστω κι αν πρόκειται για την ιδεολογία του κράτους, την οποία άλλωστε κανείς δεν δικαιούται να την επικαλείται αυθαίρετα», Οι δίκες της Μόσχας επιδοκιμάστηκαν από ανθρώπους όπως ο Ρομέν Ρολάν και ο Ανρί Μπαρμπύς, ενώ, σπάνια εξαίρεση, ο Αντρέ Ζιντ μίλησε για το καθολικό ψέμα, για τον μεγάλο θρίαμβο της ιδεολογίας πάνω στην κριτική σκέψη και τον κοινό νου. Η αλήθεια ήταν κομματική, συνεπώς κάθε ψέμα μπορούσε να γίνει αλήθεια. Στην δεκαετία του ’30 η διανοητική ζωή εξαλείφθηκε και η λογοτεχνία μετατράπηκε σε πολιτικό προπαγανδιστικό μέσο που στόχο είχε τον εγκωμιασμό του σοβιετικού συστήματος και τους πανηγυρικούς υπέρ του ηγέτη. Ο Σοβιετικός αναγνώστης εκτός από τα ολιγάριθμα προπαγανδιστικά έργα Δυτικών μαρξιστών είχε πλήρη άγνοια για το τι συνέβαινε στη λογοτεχνία, το θέατρο, τη φιλοσοφία. Ο Μαρξισμός είχε μετατραπεί σε παρωδία της θρησκείας: όλα τα χαρακτηριστικά της λαϊκής θρησκευτικότητας επέστρεψαν παραμορφωμένα: οι εικόνες, οι συλλογικές παρακλήσεις, οι εξομολογήσεις (η αποκαλούμενη αυτοκριτική), η λατρεία του ηγέτη).

Στον επίλογο του πολιτικού του έργου ο Κολακόφσκι γράφει ότι ο μαρξισμός ήταν η μεγαλύτερη φαντασίωση του αιώνα μας, οφείλοντας σημαντικό μέρος της επιτυχίας του στη σύνδεση των μεσσιανικών φαντασιώσεων με τα πραγματικά κοινωνικά προβλήματα. Το μεγάλο του δράμα άρχισε όταν στο όνομά του εγκαταστάθηκε η εξουσία του κόμματος. Η ιστορία του μαρξισμού γίνεται πλέον η ιστορία της εξουσίας που τον επικαλείται. Τουλάχιστον η συμβολή του στη διανοητική ιστορία υπήρξε σημαντική. Η παρουσίαση του μέγιστου έργου, αλλά και των ειδικότερων κεφαλαίων του (π.χ. για Γκράμσι, Λούκατς, Μπλοχ) με πολλά παραθέματα είναι εξαντλητική και αξιανάγνωστη. Αντιγράφω από την τελευταία παράγραφο: πόσο δυνατή είναι η ανθρώπινη σκέψη, ακόμα κι όταν συγκρούεται με πανίσχυρες ιδεολογίες.

Παραμένουμε στα βορειοανατολικά άκρα, για ένα κείμενο του Άνταμ Μίχνικ για τον Αντρέι Ζαχάροφ [ορθότερα: Σάχαροφ] (1921-1989), κρίσιμη φυσιογνωμία για τα δημοκρατικά κινήματα στο σοβιετικό μπλοκ, ένα ρώσο πατριώτη του τύπου ενός Τσέχοφ και ενός Γκέρτσεν που προειδοποίησε για την απειλή πυρηνικού πολέμου, καταδίκασε την σοβιετική επέμβαση στην Τσεχοσλοβακία το 1968 και στο Αφγανιστάν το 1979 και διαμαρτυρόταν ενάντια στις αθέμιτες πολιτικές της κυβέρνησης – στοιχεία που στη Σοβιετική Ένωση απαιτούσαν ηρωισμό. Πλήρωσε πολύ υψηλό τίμημα: κατέστη θύμα μιας μανιώδους συκοφαντικής εκστρατείας, διακρίσεων κατά του ίδιου και της οικογένειάς του και απομόνωσης στο Γκόρκι, υπό συνεχή αστυνομική επίβλεψη. Όλα αυτά υπονόμευσαν την υγεία του και οδήγησαν στον πρόωρο θάνατό του. Δεν ήταν άνθρωπος μονίμως δυσαρεστημένος, ούτε είχε την έμμονη ιδέα της εκδίκησης και μέχρι τέλος παρέμεινε αδέσμευτος από δόγματα και ελεύθερος απ’ όλους τους –ισμούς. Ο Μίχνικ κλείνει με τα λόγια του προαναφερθέντος Κολακόσφκσι, πεπεισμένος πως αντανακλούν την άποψη του Ζαχάροφ: Καμιά νίκη δεν είναι αμετάκλητη, καμιά ήττα δεν είναι οριστική. Αυτό είναι που κάνει τη ζωή να αξίζει να τη ζεις.

Δυτικότερα αλλά πάντα στην Ανατολή σ’ ένα δοκίμιο «πολιτικής» μυθανάλυσης («Η πόλη, το σπίτι και τα μετα-φόρα τους») ο Βίκτωρ Ιβάνοβιτς εκκινεί από το μυθιστόρημα της Γκαμπριέλα Αδαμεστεάνου («Χαμένο πρωινό»), αντιπροσωπευτικό μιας γενιάς εγχώριων λογοτεχνών που αναδείχθηκε και ωρίμασε επί παλαιού καθεστώτος και της αναλογεί η διαχείριση της κληρονομιάς του, και επεκτείνεται στους τόπους και μετα-τόπους του Βουκουρεστίου αλλά και παλαιότερων ρουμανικών έργων. Το βιβλίο μας μεταφέρει στον απόλυτα αδρανή χρόνο του υπαρκτού σοσιαλισμού, στην τυπική απελπιστική βραδύτητα ενός χαμένου πρωινού παρατεταμένου για μισόν αιώνα, «στην καρδιά ενός γερασμένου χρόνου, ο οποίος μουχλιάζει και ξεφτίζει καθηλωμένος επιτόπου», όπου «τίποτα δεν λαμβάνει χώρα, παρά ο χώρος». Η συγγραφέας έλαβε ενεργό μέρος στην αυτοοργάνωση και πολιτική δραστηριοποίηση της κοινωνίας των πολιτών στη μετακομμουνιστική Ρουμανία, διευθύνοντας το περιοδικό 22 και θυσιάζοντας την δημιουργική της υπόσταση στο βωμό του εκδημοκρατισμού της χώρας. Μακριά από το 1975 και την απαράλλακτη διαδρομή κάθε ημέρας, όπως ήταν ο τίτλος του πρώτου της μυθιστορήματος.

Στο εισαγωγικό σημείωμα ο Πίτερ Μάκριτζ γράφει για το γλωσσικό πρόγραμμα του Κοραή και η ύλη συμπληρώνεται με τις συνήθεις εκτενείς παρουσιάσεις βιβλίων και ευρύτερων θεμάτων. Οι τίτλοι των κειμένων ενδεικτικοί: Οι ΔΕΚΟ είναι η αρένα μιας γενικότερης πάλης, Κρίση και ελληνικός εξαιρετισμός, Σερβίροντας (επικίνδυνες) κοινοτοπίες. Ο στοχαστής των τριών ηπείρων και των είκοσι πέντε πανεπιστημίων, Η «λεύκανση» των Ελλήνων μεταναστών, Μήπως αυτοχειριάζεται η Δημοκρατία;, Η αδυσώπητη απειλή για τα Βρετανικά Πανεπιστήμια, Φονταμενταλιστικός Προτεσταντισμός.

Εντός της βδομάδας, παρουσίαση του τεύχους του Μαρτίου. Ηλεκτρονικό επισκεπτήριο, επιλογή αναρτημένων κειμένων και παλαιότερα τεύχη εδώ. Στις φωτογραφίες: Κολακόφσκι, Σάχαροφ, Αδαμεστεάνου.

27
Μαρ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 87

Γκράχαμ Σουίφτ, Εσαεί, εκδ. Εστία, 1999, μτφ. Αλέξης Εμμανουήλ, σ. 290, 294-295 (Graham Swift, Ever after, 1992).

Πόσες διαδρομές με ταξί; Πόσα σελίνια στο ταξίμετρο; Πόσα ταξίδια, τόσο σύντομα όλα, μέσα από τους έρημους δρόμους, μέσα από τις νυχτερινές, ντροπαλές ώρες του έρωτα, πριν καν τολμήσουμε να ξεστομίσομε τις μαγικές λέξεις; Ίσως η αγάπη να είναι περισσότερο από το άθροισμα δυο ανθρώπων. Ίσως η αγάπη να είναι ένα τρίτο πράγμα, που χορηγείται με τρόπο μυστηριώδη, πολύτιμο κι εύθραυστο, σαν κάποιο σπάνιο, ζεστό αβγό. Ευχόμασταν και φοβόμασταν να την επισπεύσουμε. Τη φροντίσαμε σαν επιμελείς θεματοφύλακες, περιμένοντας την ωρίμανση του φορτίου μας. Ο καιρός θα ερχόταν όταν (…) η στενόχωρη γεωγραφία των ζωών μας θα συστελλόταν στην εκστατική γεωγραφία ενός μοιρασμένου κρεβατιού (για ν’ ακριβολογούμε, ενός στρώματος στο πάτωμα).

Δεν παριστάνω τον επηρμένο, αλλά ξέρω τι σημαίνει, καθισμένος εδώ σε αυτό τον μισοσκότεινο κήπο, να μην είσαι βέβαιος για το ποιος είσαι. Λένε πως οι ηθοποιοί είναι αληθινά ακαθόριστοι, μισοσχηματισμένοι, άυλοι άνθρωποι. Πεισμωμένοι εξαιτίας της μη ικανοποιητικής αίσθησης ταυτότητας κι από μια έλλειψη προσωπικότητας, προσπαθούν να ανταπεξέλθουν παλεύοντας να γίνουν αυτοί οι άλλοι άνθρωποι. Όμως γιατί να μην αρχίσουμε από την άλλη υπόθεση; Πως δηλαδή οι ηθοποιοί έχουν περίσσευμα προσωπικότητας: γι’ αυτό τη σκορπάνε τριγύρω. Και γιατί να μην εκκινήσουμε από την υπόθεση – θα ήταν λογικό και δίκαιο και όμορφο, ακόμα κι αν ολοφάνερα δεν είναι έτσι – ότι η φύση έχει προικίσει τον καθένα μας με μια ισοδύναμη, καθορισμένη και επαρκή προσωπικότητα;

Στην Λένα Κιτσοπούλου

26
Μαρ.
11

The Athens Review of Books, τεύχος 14 (Ιανουάριος 2011)

 

Δεν θεωρώ τον εαυτό μου φιλοπαλαιστίνιο. Είμαι φιλειρηνιστής. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στους Ισραηλινούς και τους Παλαιστίνιους είναι μια αντιπαράθεση ανάμεσα στο δίκιο και στο δίκιο, ανάμεσα σε δυο λαούς που διεκδικούν το ίδιο οικόπεδο, που ανήκει και στους δυο. Πρόκειται για μια τραγωδία με την αρχαία σημασία της λέξης.

Στον εικοστό αιώνα οι περισσότερες συγκρούσεις ήταν μαυρόασπρες. Φασισμός και αντιφασισμός, αποικιοκρατία και αντιαποικιοκρατία, (…) καλοί και κακοί. Η ισραηλινοπαλαιστινιακή σύγκρουση δεν είναι μαυρόασπρη. Πρόκειται για μια τραγική σύγκρουση ανάμεσα σε δυο λαούς που κανένας τους δεν έχει άλλη γη να πάει.

Αμφότεροι λαοί είναι θύματα της Ευρώπης και η Ευρώπη θα έπρεπε να το θυμάται αυτό. Οι Άραβες μέσω του ιμπεριαλισμού, της εκμετάλλευσης και της ταπείνωση, οι Εβραίοι μέσω των φυλετικών διακρίσεων, των διωγμών και της γενοκτονίας. Πρόκειται λοιπόν για μια σύγκρουση ανάμεσα σε δυο θύματα της Ευρώπης.

…σταχυολογώ από τις απόψεις του Άμος Οζ και την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνομιλία με τον Ιάκωβο Σιμπή. Ο συγγραφέας για άλλη μια φορά υποστηρίζει πως η μόνη λύση είναι η ίδια λύση που βρήκε η Τσεχοσλοβακία, να χωριστεί ειρηνικά σε δυο κράτη έχοντας βέβαια επίγνωση πως ο ιστορικός συμβιβασμός θα είναι επώδυνος και στις δυο πλευρές και η μοιρασιά της χώρας θα είναι δύσκολη και τρομακτική.

Η συζήτηση βέβαια επεκτείνεται και στην ευρύτερη διεθνή σκηνή (το δράμα που εικοστού πρώτου αιώνα είναι ο πόλεμος ανάμεσα στους φανατικούς και την υπόλοιπη ανθρωπότητα) αλλά και για τη λογοτεχνία (το καλύτερο ταξίδι σε άλλη χώρα είναι να διαβάσεις ένα καλό μυθιστόρημα / Όσο περισσότερο επαρχιακή, ενοριακή, τοπικιστική είναι μια λογοτεχνία, τόσο περισσότερο οικουμενική. Αντίθετα, λογοτεχνία που προσπαθεί να γίνει οικουμενική, είναι συνήθως κακή λογοτεχνία). Η πολυσέλιδη «αναφορά» στον Άμος Οζ συμπληρώνεται με κριτική για το (επανακυκλοφορόν) βιβλίο του Το μαύρο κουτί από την Φραγκίσκη Αμπατζόγλου, η οποία ξαναδιαβάζοντάς το αναγνωρίζει και μια άλλη, πιο ουσιαστική, βαθύτερα πολιτική διάσταση, πέραν της προβεβλημένης κοινωνικής – ψυχολογικής – ερωτικής.

Η New York Review of Books (ιδρ. 1963), το εγκυρότερο αμερικανικό περιοδικό κριτικής βιβλίου, με κορυφαία θέση μεταξύ των εντύπων υψηλής ποιότητας, δεν αποτελεί μόνο υψηλό πρότυπο και ζηλευτό υπόδειγμα για την ARB στην εδώ κι ένα χρόνο πορεία της, αλλά είναι πλέον και ο εκλεκτός της «εταίρος», εφόσον η αναγνώριση των προσπαθειών της επισφραγίστηκε με συμφωνία συνεργασίας. Έτσι η Αθηναϊκή Επιθεώρηση θα συνεχίσει μεν να γράφεται από Έλληνες συνεργάτες, αλλά θα αντλεί και ό, τι καλύτερα από την πνευματική δεξαμενή του νεοϋορκέζικου εντύπου, που άλλωστε ανέκαθεν φιλοξενεί κείμενα από παρατηρητήρια της παγκόσμιας κουλτούρας.

Η NYRB πρωτοστάτησε, διαβάζουμε στην εισαγωγή του τεύχους, σε κρίσιμες πνευματικές και πολιτικές μάχες (π.χ. αντίθεση στον πόλεμο του Βιετνάμ, του Ιράκ, στην αυταρχική πολιτική της νεοσυντηρητικής Δεξιάς αλλά και υπέρ των Σοβιετικών διαφωνούντων και των αγώνων για ελευθερία στην ΕΣΣΔ και τις άλλες κομμουνιστικές χώρες). Σήμερα συνεχίζει να αποτελεί πνευματικό εργαστήρι αναζήτησης και πειραματισμών, ένα προνομιακό φόρουμ μιας διαρκούς και ζωηρής συζήτησης για τα προβλήματα και τις επιλογές τα Αμερικής, για το παρόν και το μέλλον του κόσμου.

Το έντυπο λειτούργησε ως μεγάλη γέφυρα μεταξύ της υψηλής κουλτούρας και κορυφαίων διανοούμενων με το παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό. Ευνόησε το κριτικό δοκίμιο για το βιβλίο αντί της σύντομης βιβλιοπαρουσίασης, εξυψώνοντας έτσι τη βιβλιοκριτική σε τέχνη του λόγου υψηλών προδιαγραφών, μετατρέποντας τη συζήτηση για τα βιβλία σε ερεθιστική και παρεμβατική διανοητική δραστηριότητα, σε μορφή ζωηρού πνευματικού διαλόγου και επικοινωνίας. Εδώ η βιβλιοκριτική γίνεται το αρχικό ερέθισμα, η αφετηρία για να μελετηθούν φαινόμενα, να συζητηθούν προβλήματα, να ανιχνευθούν νέες τάσεις. Επιβεβαιώνεται έτσι ότι μέσα από τα βιβλία μπορούμε να βλέπουμε βαθύτερα και πιο διεισδυτικά την πολιτική, την κοινωνία, την παγκόσμια σκηνή και να διακρίνουμε καθαρότερα κοινωνικές αδικίες, άδικους πολέμους, ανελεύθερα καθεστώτα, κοινωνικές διακρίσεις και αποκλεισμούς.

Ξεφυλλίζοντας λοιπόν τις σελίδες της ARB διαπιστώνει κανείς πως πράγματι προτιμάται η εκτενής βιβλιοκριτική (το πιο σύντομο κείμενο καταλαμβάνει μια ολόκληρη «μεγάλη» σελίδα «εφημερίδας»), που διατυπώνει συχνά ενδιαφέρουσες αντιρρήσεις, όπως π.χ. τα κείμενα των Λεωνίδα Λουλούδη (για το Κοινωνικό και Πολιτικό Λεξικό της δεκαετίας του ’80) και Δημήτρη Φύσσα (για την Οδύσσεια των διδύμων του Αλέξη Πάρνη). Δυο βιβλία που κυκλοφόρησαν έξω σχετικά με το Google και το Internet εν γένει (των Ken Auletta και Nicholas Carr) δίνουν την ευκαιρία στον Τσαρλς Πέτερσεν να παρουσιάσει μια πλήρη εικόνα καταστάσεων και συμφερόντων του σύγχρονου διαδικτύου. Εξίσου εκτενής είναι η παρουσίαση του Μαύρου Κύκνου της Χρηματοοικονομικής, του μείζονος έργου του Nassim Nicholas Tabb για τον Αντίκτυπο του Εξαιρετικά Απρόβλεπτου, που οι Times χαρακτήρισαν «ένα από τα δώδεκα βιβλία με την μεγαλύτερη επιρροή από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο».

Υποδοχέας μας στις πρώτες σελίδες ο Δημήτρης Ραυτόπουλος μ’ ένα ευρύ κείμενο για τον κριτικό – ιστορικό Αλέξανδρο Αργυρίου, η Τιτίκα Δημητρούλα προβαίνει σε συγκριτική/παράλληλη ανάγνωση δυο βιβλίων της Έρσης Σωτηροπούλου, η Ρέα Γαλανάκη γράφει για την «εμβληματική» συναυλία της 13.12 στον Άγιο Παντελεήμονα Αχαρνών, ο Γιάννης Σπράος περί «Οικονομικής κρίσης και ασφαλιστικού», ο Μανόλης Βασιλάκης, εκδότης της εφημερίδας, για τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο, ο Ρόλανλτ Ντουόρκιν για τις ιστορικές ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ, κ.ά. πολλά. [62 σελ.]

Ηλεκτρονικό επισκεπτήριο και αρχειοφυλάκιο προηγούμενων τευχών: http://www.booksreview.gr/. Στις αρχές της επόμενης βδομάδας ακολουθούν αναρτήσεις για τα νεότερα τεύχη της ARB, 15 (Φεβρουάριος 2011) και 16 (Μάρτιος 2011). Στην τελευταία φωτογραφία, κάποιος ανοίγει ένα παράθυρο στον τοίχο του τείχους. Άλλα παράθυρα στον κόσμο ανοίγουν και τα αναφερόμενα έντυπα.

 

25
Μαρ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 26

David MacFadyen, Joseph Brodsky and the Baroque (1988)
Η έκφραση σκεπτική (;), κουρασμένη (;) ή αδιάφορη (;) και το άγαλμα ακίνητο (;) ή συμβολικό (;). Στον ρέοντα και ρευστό του Μπρόντσκι κανείς δεν υπήρξε βέβαιος για τίποτα – ακόμα και το τίποτα δεν ήταν σίγουρο.

23
Μαρ.
11

The Dears – Degeneration Street (Dangerbird, 2011)

 

Κάποτε το περιοδικό Ήχος μας γνώρισε το διαδεδομένο έξω διασκεδαστικό παιχνίδι της πρόσκλησης μουσικών και της ακρόασης κομματιών χωρίς ετικέτα («Ιανός των ήχων»). Η διαδικασία εξέθετε ανεπανόρθωτα την παροιμιώδη ασχετοσύνη των παλιοροκάδων – εντεχνάδων σε αντίθεση με την πλήρη ενημέρωση των μουσικών των σύγχρονων τότε εναλλακτικών σχημάτων. Λοιπόν, αν παίζαμε εδώ και τώρα το παιχνίδι (που ζωντάνεψε εδώ στο Mic στη στήλη «Ανοιχτή Ακρόαση» με πολύ πιο υποψιασμένους δημιουργούς) και βάζαμε στ’ ακουστικά κάποιον στοιχειώδη γνώστη, το τελευταίο που θα μάντευε θα ήταν πως το εν λόγω πράμα αποτελεί το νέο δίσκο των Dears. Αντίθετα, θα έβρισκε πλείστες ευκαιρίες να θυμηθεί την παρακμιακότερη έκφραση που γνώρισε ποτέ το εμπορικό (ψευτο)ροκ. Κάντε το παιχνίδι σε κάποιον, θα έχει ενδιαφέρον τι θα θυμηθεί ο καθένας!

Πλήρης σύγχυσις κατακλύζει τους Αγαπητούς Αγαπητούς. Ο έγχρωμος τραγουδιστής προφανώς αισθανόμενος τύψεις που τα τραγούδια του ως τώρα δεν συμβάδιζαν με το χρώμα του, είπε να ξεκινήσει μ’ ένα ελαφρύ σοουλάκι (Omega Dog). Το δίλημμά του είναι «Smokey Robinson ή Lionel Richie»; Αμέσως μετά πιάνουν οι τύψεις για το παρατημένο τους βρετανιάρικο post pop των πρώτων τους πονημάτων και προσπαθούν να πείσουν πως δεν το ξέχασαν με τα 5 Chords και Thrones. Αλλά μέχρι εκεί. Το Blood μένει μετέωρο μεταξύ Radiohead και … Rush. Κι έρχεται η φρικιαστική δεινόσαυρη στιγμή του Lamentation για να μας κοιμίσει για ένα τετραλεπτάκι. Το Galactic Tides ξεκινάει ραδιοχεντικά, φλοϋδικά και πορκιουπαϊνικά και δείχνει τόσο μα τόσο να βαριέται (εμείς να δει…) μέχρι να εξελιχθεί σε μια μπαλάντα ιδανική για τον David Coverdale (ειδικά αυτά τα αααα πίσω είναι τόσο μακρυμάλλικα…).

Yesteryear και ώρα για λίγο τουίστ ρε παιδί μου, μια και καιρό είχαμε ν’ ακούσουμε λίγο Jackson Browne, Bryan Adams μην κρύβεστε, ω κι εσύ εδώ Billy Joel; Τι, δεν είστε εσείς αλλά κάποιος που σας μιμείται για τις απόκριες; Εντάξει, κανείς δεν έχει πρόβλημα για λίγο ακόμα καλό ΑORίστου χρόνου άλλωστε μεγαλώσαμε πια. Το Stick w, Me Kid δεν είναι απλώς η υπενθύμιση των 80ς ταινιών με τον Εμίλιο Εστεβέζ και τα παιδιά με τις άσπρες πετσετένιες κάλτσες. Είναι η επιστροφή του John Cougar Mellencamp! Φυλαχτείτεεεεεεεεεεεε!

Τα Tiny Man και Easy Suffering προσπαθούν να ρίξουν τους τόνους, φορτώνοντάς μας με νέους τόνους νεύρων με την αβάσταχτη φαλτσέτο φαλτσέτα του τύπου. Το κλείσιμο του δίσκου είναι τόσο μα τόσο AORούρα, στο πλέον εκφυλισμένο είδος (ούτε καν Journey αλλά … Mr Mister – Κύριε Ελέησον μας) που σχεδόν τους φαντάζομαι με αφάνες, κουστούμια με βάτες (και σηκωμένα τα μανίκια) και τριγωνικές κιθάρες. Ο τίτλος του δίσκου αποτελεί υπόδειγμα αυτογνωσίας: «στον Δρόμο της Παρακμής». Μην διανοηθεί κανείς να περιγράψει ως μοντέρνο δίσκο ή νέα “indie” μουσική αυτό το τυρόπηγμα, γιατί θα τον στείλω ν’ ακούσει τον πιο βλάχικο σταθμό της Βόρειας Ντακότα.

Και κάτι ακόμα: είναι τουλάχιστον άτιμο να φεύγουν τα 5 από τα 7 μέλη (ήδη από τον προηγούμενο δίσκο, βλ. εδώ) κι εσύ να συνεχίζεις με το ίδιο όνομα εντελώς διαφορετική μουσική. Με την ίδια λογική, ας φύγει και το εναπομείναν ζεύγος, να έρθουν άλλοι ολοκαίνουργιοι, να παίξουν ντίσκο ή φανκ και να συνεχίζουν να ονομάζονται dears.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

21
Μαρ.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 41. Βαγγέλης Μπέκας

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.
Ντοστογιέφσκι, γιατί με έσπρωξε να ξεκινήσω το παιχνίδι της γραφής. Τζακ Λόντον, γιατί μαζί του η λογοτεχνία πήρε τους δρόμους. Καρυωτάκης, γιατί γεννήθηκα στην Πρέβεζα. Τον διάβασα, τον αγάπησα, επηρεάστηκα βαθιά. Όργουελ, γιατί έχει γράψει σπουδαία βιβλία. Σπουδαία για την ανθρωπότητα, όχι μόνο για τις πανεπιστημιακές έδρες. Ιονέσκο, γιατί έξω από το παράθυρο περνούν ακόμα ρινόκεροι. Καζαντζάκης, γιατί ο Ζορμπάς μού έμαθε να πετώ. Κέρουακ, γιατί έβγαλε τη λογοτεχνία από τα σαλόνια. Καστοριάδης, γιατί κοιτά στο παρελθόν και δείχνει το μέλλον. Τομ Ρόμπινς, γιατί στο λογοτεχνικό του έργο η συνειδητοποίηση, το χιούμορ, η ελευθερία και η φαντασία βρίσκονται στην εξουσία. Σεπουλβέντα και Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο 2, γιατί ασκούν κοινωνική κριτική με το χαμόγελο στα χείλη και οι ήρωές τους σε καλούνε να τους ακολουθήσεις σε περιπέτειες στη Λατινική Αμερική.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.
«Το υπόγειο» (Ντοστογιέφσκι), «Μάρτιν Ήντεν» (Τζακ Λόντον), «1984» (Όργουελ), «Ο χορός των επτά πέπλων» (Τομ Ρόμπινς). Τέσσερα βιβλία από όπου πηγάζει το λογοτεχνικό μου σύμπαν.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Θα πω μόνο ένα που με είχε πραγματικά συγκλονίσει. Ο «Πανικός» του Μωπασάν. Είχα σκεφτεί μάλιστα να το κάνω ταινία μικρού μήκους, αλλά τελικά δεν προχώρησε. Ίσως μελλοντικά.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Θα αναφερθώ μόνο σε νέους πεζογράφους, γιατί είναι το πεδίο μου. Τους τρεις πρώτους που ήρθαν στη σκέψη μου. Ηλίας Μαγκλίνης για την τόλμη του. Δημήτρης Σωτάκης για τη φαντασία του. Χρήστος Οικονόμου για το συνδυασμό λογοτεχνικότητας και κοινωνικού προβληματισμού.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Με ακολουθούν παντού για όσο καιρό γράφω την ιστορία τους. Με την έκδοση του βιβλίου φυλακίζονται στις σελίδες του. Ελπίζω να τους απελευθερώσει η αναγνωστική φαντασία.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.
Ρασκόλνικοφ από το «Έγκλημα και τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι. Μάλιστα τον έχω χρησιμοποιήσει σε ένα διήγημά μου. Σιγά μην τον άφηνα ήσυχο…

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας
Γράφω πολύ. Γράφω παντού. Προτιμώ βέβαια να γράφω στο σπίτι.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Παρακολουθώ μια ταινία, μια έκθεση ζωγραφικής, μια συναυλία, περπατώ αμέριμνος στο δρόμο και ξαφνικά οι ιδέες μου ορμάνε πισώπλατα και με παγιδεύουν.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Εξαρτάται από την ιστορία που γράφω. Γράφοντας το «Ο Τζιμ Μόρισον χτυπάει πάντα δυο φορές», αν δεν άκουγα Doors, θα μου την έπεφτε ο Τζιμ από τον άλλο κόσμο. «Το 13ο υπόγειο» γράφτηκε αποκλειστικά με τζαζ, ο πρωταγωνιστής μου είναι τρομπετίστας, βλέπετε. Όταν έγραφα το «Φετίχ» δεν θυμάμαι να άκουγα κάτι συγκεκριμένο. Άκουγα ροκ, τζαζ, dup, διάφορα. Όταν διαβάζω, δεν μπορώ να ακούσω ούτε μία νότα. Αυτομάτως η φαντασία μου ταξιδεύει μακριά από το βιβλίο.

Θα μας τιμήσετε με μινιατούρες παρουσίασης των δυο σας βιβλίων;

Το νέο μου μυθιστόρημα με τίτλο «Φετίχ» (Φεβρουάριος, 2011):

Ο Παύλος έκλεβε τους Νομπελίστες ποιητές, άλλαζε λέξεις, φράσεις, νοήματα, κι έτοιμο το διαφημιστικό. Η υψηλή λογοτεχνία στην υπηρεσία του πελάτη. Όχι πια. Από τότε που η κυβερνητική οδηγία υποχρέωσε τα βιβλιοπωλεία να μην τοποθετούν στα ράφια τους ποίηση, δεν είχε από πού να εμπνευστεί.
Αυτό ήταν μόνο ένα από τα αλλεπάλληλα νέα μέτρα της κυβέρνησης. Μέτρα για την ενίσχυση της παραγωγικότητας. Προϊόντα νοσηρής φαντασίας. Οι πλούσιες συνοικίες άδειαζαν, οι φτωχές ασφυκτιούσαν.
Ποιος ο ρόλος του Ινστιτούτου, του μυστηριώδους συμμάχου της κυβέρνησης, σε όλα τούτα; Η Δανάη μπλέκεται με το Ινστιτούτο, θέλει να μάθει τι τους κρύβουν. Ζητά τη βοήθεια του Παύλου και η ιδιόμορφη σχέση τους ξεκινά…

Όσο για «Το 13ο υπόγειο» (Φεβρουάριος, 2009):

Το εμπορικό κέντρο New Bios απλώνεται σαν κισσός μες στην πρωτεύουσα και κατασπαράσσει καθημερινώς νέα τετράγωνα του πολεοδομικού ιστού. Οι εργαζόμενοι στο New Bios (νέα ζωή;) δίνουν λόγο μόνο στα εταιρικά δικαστήρια και υπακούουν μόνο στο καταστατικό λειτουργίας της εταιρείας. Εκείνοι που υποκύπτουν σε αλλεπάλληλα παραπτώματα, καταδικάζονται και πέφτουν όλο και πιο βαθιά, σε υπόγεια όπου η ακραία εκμετάλλευση βασιλεύει. Πρόκειται για μια αλληγορία του παγκοσμιοποιημένου οικονομικού συστήματος. Στο επίκεντρο μια ερωτική ιστορία. Γιατί οι άνθρωποι αγαπάνε ακόμα. Ευτυχώς.

Να προσθέσω ότι, στο τέλος, η New Bios καταλαμβάνει όλη την πόλη και η Βουλή γίνεται μουσείο εμπορίου και διαφήμισης.

Πώς βιοπορίζεστε;
Ετοιμάζω on-line βιβλιοπωλείο. Fairbooks.gr. Έντυπα βιβλία αλλά και δωρεάν e-books. Έχεις να αγοράσεις, αγοράζεις. Δεν έχεις μία, κατεβάζεις free.

Ασχολείστε με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Τα κείμενα που γράφω για βιβλία δεν είναι κριτικές, αλλά παρουσιάσεις. Γράφω ως αναγνώστης που θέλει να περιγράψει στους υποψήφιους αναγνώστες τι είναι πάνω-κάτω αυτό που διάβασε. Κρατάω λοιπόν σημειώσεις κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης και στο τέλος γράφω το κείμενο-παρουσίαση για το βιβλίο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
«Διακηρύξεις Ανεξαρτησίας» του Χάουαρντ Ζιν. Ο Ζιν δεν έμεινε ουδέτερος σε όσα συμβαίνουν γύρω μας. Συμφωνώ μαζί του, η βολική ουδετερότητα είναι συνενοχή. Οι πνευματικοί άνθρωποι οφείλουν να πάρουν θέση.

Τι γράφετε τώρα;
Λίγες μόλις μέρες μετά την έκδοση του «Φετίχ», πιστέψτε με, αισθάνομαι τελείως άδειος. Πρέπει πρώτα να γεμίσω τις μπαταρίες με νέες εμπειρίες. Μπήκε η άνοιξη, έρχεται καλοκαίρι…

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία-παρουσίαση κάποιου προσώπου ποιο θα επιλέγατε;
Τον Τέο Ρόμβο χωρίς δεύτερη σκέψη. Στο «Φετίχ» τον τοποθετώ μπροστά στον παραμορφωτικό καθρέφτη. Οφείλω μια επανόρθωση.

Ιστολόγιο Barouak. Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν; Με ποιες επιθυμίες δημιουργήσατε το μπλογκ, με ποιες συνεχίζετε;
Το blog άνοιξε σε εμένα και τον Βασίλη Κυριάκη, τον έταιρο Barouak, τον καλλιτεχνικό μας δρόμο στη γραφή, αλλά και στο βίντεο. Πειραματιστήκαμε καλλιτεχνικά, επικοινωνήσαμε ιδέες, δικτυωθήκαμε, γνωρίσαμε ενδιαφέροντες ανθρώπους, κάναμε μαζί πολλά πράγματα. Συνεχίζουμε να το ενημερώνουμε όταν έχουμε να πούμε κάτι σημαντικό. Μια έκδοση βιβλίου, κάποια δράση, ένα βίντεο. Σε επίπεδο καθημερινότητας γράφουμε πλέον στο Αcidart.gr. Εκεί η καλλιτεχνική μας παρέα έχει μεγαλώσει. Ευτυχώς ή δυστυχώς είμαι ρομαντικός, πιστεύω στη συλλογικότητα, την αλληλεγγύη των καλλιτεχνών, την επικοινωνία των διαφορετικών τεχνών.

Acidart – Κόμβος τέχνης και πολιτισμού. Τι φιλοδοξεί να προσθέσει στους ήδη υπάρχοντες ανάλογους ιστοχώρους;
Στο Αcidart.gr γράφουμε για τέχνες, δίνουμε το στίγμα μας πέρα από τη mainstream κουλτούρα που αναπαράγει η TV. Δεν είμαστε δημοσιογράφοι. Είμαστε καλλιτέχνες. Μια καλλιτεχνική ομάδα που επιχειρεί να αφήσει το δικό της αποτύπωμα στην πόλη.
Στόχος μας είναι να χτίσουμε μια καλλιτεχνική συλλογικότητα, να προβάλουμε την τέχνη που θεωρούμε ότι αξίζει, τα βιβλία που αγαπήσαμε, τις ιδέες που μας συνεπήραν, να παρουσιάσουμε –πέρα από τους καταξιωμένους καλλιτέχνες– και νέες φωνές, οι οποίες κυοφορούν το καινούργιο, το διαφορετικό, έστω και σε λανθάνουσα κατάσταση.
Να χαρτογραφήσουμε το πολιτιστικό γίγνεσθαι, να αναζητήσουμε την Τέχνη από Οξύ.

Στον παραπάνω ιστοχώρο παρουσιάζονται, εκτός των άλλων, μαγνητοσκοπημένες συνομιλίες με σύγχρονους έλληνες συγγραφείς. Με ποιους έχετε ως σήμερα μιλήσει και για ποιο λόγο τους επιλέξατε;

Νικολαΐδου, Μαγκλίνης, Μακριδάκης, Μαρούτσου, Δαββέτας, Κοροβέσης, Γρηγοριάδης, Σωτάκης, Κουνενής, Μιχαηλίδης. Τους επιλέξαμε γιατί μας κέρδισε το έργο τους.

Συμπόσιο Ποίησης στο Δρόμο, Λογοτεχνική Σκυταλοδρομία, Ποίηση στην Εποχή της Εκποίησης, Διήγημα Δρόμου. Περί τίνος πρόκειται, πώς εμπλέκεστε, τι σας προσφέρουν;

Οι εποχές έχουν αλλάξει. Η τέχνη δεν μπορεί να είναι κλεισμένη στο καβούκι της ενώ τριγύρω συμβαίνουν τρομερά γεγονότα. Κυκλοφορούμε, συμμετέχουμε, επικοινωνούμε με τους απλούς ανθρώπους, χρησιμοποιούμε τη φαντασία για να αποδράσουμε από την καθημερινότητα και τη μιζέρια, αναζητούμε νέους καλλιτεχνικούς δρόμους, αναζητούμε διέξοδο. Η «Performance Διήγημα Δρόμου», η Λογοτεχνική Σκυταλοδρομία, το Συμπόσιο Ποίησης στο Δρόμο είναι οι πρώτες στάσεις της καλλιτεχνικής ομάδας του Acidart.gr σε αυτή την πορεία εξωστρέφειας.

20
Μαρ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 86

Γιενς Κρέστιαν Γκρένταλ, «Η πεζογραφία μου δεν αφορά τα γεγονότα αλλά τη συνειδησιακή ροή», συνέντευξη στον Σωκράτη Καμπουρόπουλο, περιοδικό Διαβάζω, τ. 516 (Μάρτιος 2011), σ. 27-28 (Jens Christian Groendahl).

Το πρόβλημα με τη νεωτερικότητα είναι ότι οι ταυτότητες δεν είναι σταθερές, ότι το υποκείμενο συγκροτεί μόνο του την ταυτότητά του. Αλλά αυτό που επιλέγουμε ως «ταυτότητα» είναι ρευστό, αλλάζει με τη ροή των γεγονότων και αυτό είναι που μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον, λογοτεχνικά. Η πεζογραφία μου δεν εδράζεται στα ίδια τα γεγονότα, αλλά στις σκέψεις και στη συνείδηση των ηρώων μου που εξελίσσεται διαρκώς, κάτω από την επίδραση των γεγονότων. Ό,τι νομίζουμε ότι είμαστε δεν μένει το ίδιο. Το μόνο που μένει είναι η εκ των υστέρων αφήγηση των γεγονότων. Στην ταινία Στο πέρασμα του χρόνου του Βιμ Βέντερς, που ο τίτλος της ήταν προμετωπίδα στο πρώτο μου βιβλίο, ο πρωταγωνιστής λέει: “ich bin mein gesicht” («είμαι η ιστορία μου»).

Μνήμη Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη.

19
Μαρ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 25

Nick Hornby, Fever Pitch (1992)
H συμβολιστική των γηπέδων, η σημειολογία της ομάδας, η χρωματική της αφοσίωσης, η σπερματική του φανατισμού. Η απλώς όλα τα Highbury του κόσμου.

17
Μαρ.
11

Διαβάζω, τεύχος 516 (Μάρτιος 2011)

Τώρα που έκανα τα πνευμόνια μου μαύρα καπνίζοντας παλιοτσίγαρα το ’να πάνω στο άλλο. Με την ίδια φωνή, τη νεανική, πήγα κρεσέντο. Τώρα που ωρίμασα μαζί με το νεφρό μου που έσκασε καρπούζι στον ήλιο… Κοβαλτιώθηκα, μπούχτησα, τσουρουφλίστηκα ολόκληρος. Μόλις ώρα φτάνω στων δασκάλων την κόλαση. Όχι εξωτερικά, λέγοντας Ρίλκε και Μπέκετ, μιμούμενος φράσεις τους, όχι. Ξεκινώντας από τη δική μου ζωή, λαχαίνω τις σκέψεις μου μες στα γραφτά τους κι αυτή ας πούμε η σύμπτωση με κάνει να χαίρομαι και να σκυλιάζω ταυτόχρονα. Χαίρομαι, γιατί ο δρόμος που τράβηξα, που μόνος μου διάλεξα, που η ίδια η ζωή μου καθόρισε, δεν είναι άγονος αφού κι άλλοι και μάλιστα δάσκαλοι φτάσαν στο ίδιο επίτευγμα…Απ’ την άλλη μεριά σκυλιάζω γιατί πρόλαβαν αυτοί και κατέγραψαν τον ανθρώπινο πόνο κι εγώ τώρα πρέπει να πάω πιο πέρα δίνοντας ίσως και τ’ άλλο νεφρό.

…έγραφε ο Μάριος Χάκκας στο Τρίτο Νεφρό από τον Μπιντέ και τις Άλλες Ιστορίες, κι ορισμένοι από εμάς δεν ξεχνούμε ποτέ τις λέξεις του και δεν χάνουμε ευκαιρία να τον «ξαναδιαβάσουμε» έστω και μέσα από τις τριάντα και παραπάνω σελίδες του τρέχοντος αφιερώματος. Ο αφηγηματικός μοντερνισμός του Χάκκα υπήρξε κατακλυσμικός (εξ ου και ο τίτλος του ενός από τα δύο κείμενα του Αλέξη Ζήρα, που επιμελείται το κόρπους). Ο συνειρμικός του λόγος οφείλει πολλά στην ποίησή του και τα λιγοσέλιδά του διηγήματα αν δεν εγκαινίασαν, οπωσδήποτε ενίσχυσαν το είδος των υβριδικών κειμένων, μεταξύ ποίησης και πρόζας. Κι όμως, μέσα στα μινιμαλιστικά ψυχογραφήματα των πρωτοπρόσωπων κειμένων του (φαινομενικά αναρχικών, χωρίς αρχή, μέση και τέλος) αποδιδόταν το αληθειακό πεδίο εμπειριών, βιωμάτων και ισχυρών πνευματικών καταστάσεων. Γράφουν ακόμα οι Γιώργος Χ. Ρεπούσης (δυο εκτενή κείμενα) και Θανάσης Κορακάκης, ενώ ο ζωγράφος Τάκης Σιδέρης, που φιλοτέχνησε εκδόσεις του συγγραφέα, καταγράφει μνήμες από την κοινή τους Καισαριανή.

Ζωή θέλω, ζωή να τη σπαταλήσω πίσω από τις φράσεις, ζωή να χτίσω παραγράφους, να οικοδομήσω ένα έργο δίνοντας στο λόγο μια τρίτη διάσταση γιατί τη δεύτερη τη βρήκαν οι άλλοι, την καταγράψαν οι δάσκαλοι κι εγώ πρέπει να πάω παραπέρα…

Φιλοξενούμενος ξένος συγγραφέας του τεύχους είναι ο Γιενς Κρέστιαν Γκρένταλ (φωτ.), ένας εκ των πλέον ποιοτικών δανών συγγραφέων, που εδώ γνωρίσαμε από τα Βιρτζίνια και Ο ήχος της καρδιάς. Στο τελευταίο αναφερόταν στα ιαπωνικά χαρακτικά ukiyo – e, για τα οποία μας λέει: «ukiyo – e» σημαίνει «εικόνες του ρευστού κόσμου. Είναι αυτή η έννοια που μ’ ενδιαφέρει πολύ, που μου φαίνεται συναρπαστική σ’ αυτές τις λεπταίσθητες, τεχνικά άψογες αναπαραστάσεις ανθρώπων, της ζωής τους, του τοπίου, του όρους Φούτζι στο βάθος …

Στο πάντα ενδιαφέρον δισέλιδο των διεθνών βιβλιοθηκών, ο Νάσος Χριστογιαννόπουλος μας ξεναγεί στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Κουένκα (τρίτη πόλη του Ισημερινού). Η ανάγνωση της εκάστοτε μηνιαίας ξενάγησης ακολουθεί όλες τις συναισθηματικές διακυμάνσεις, από την απόλαυση των καταστάσεων (η βιβλιοθήκη παρά την οικονομική στενότητα είναι γεμάτη κάθε μέρα, καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας της!) μέχρι την οργή, για τις αντιστοιχίες στα καθ’ ημάς. Και ξαναθυμόμαστε τον Χάκκα, για άλλη μια φορά: αυτό το παγερό στερέωμα που φέρνει σβούρα από πάνω μας τυχαία και άσκοπα να το μετατρέψω σ’ ένα απέραντο λούνα παρκ. [112 σ.]

16
Μαρ.
11

Destroyer – Kaputt (Merge, 2011)

Κάποιες φορές ξεκινάω τους δίσκους από το κομμάτι με τον τίτλο που με τραβάει περισσότερο. Και ένα Suicide Demo For Kara Walker αυτονόητα μου έκλεψε την προσοχή περισσότερο από μια Savage Night At The Opera. Μέσα στα 8 λεπτά και τα 6 δευτερόλεπτά του το είδα να ζωγραφίζεται αργά και απολαυστικά: μ’ ένα συνθεσάιζερ να φτιάχνει πρώτα τον ουρανό, μερικές λέξεις από κιθάρα κι άλλες, ομορφότερες από πλήκτρα πιάνου να τον χρωματίζουν κι ένα αλησμόνητο σαξόφωνο να φυσάει μακριά τα σύννεφα. Τι δυομισάλεπτη εισαγωγή! Μετά ρυθμός και φωνή, αργότερα μπιτ και δεύτερη φωνή (η συν-Βανκουβερίτισσα Sibel Thrasher) συνταξιδεύουν με τη μελωδία στους δικούς τους αιθέρες. Ήξερα πως δεν υπάρχει περίπτωση τα άλλα κομμάτια να είναι καλύτερα.

Ο υπερενεργητικός Dan Bejar στον….ένατό του δίσκο (χωρίς φυσικά να υπολογίζουμε εκείνους με τους New Pornographers και τους Swan Lake) αποκορυφώνει μια χρυσή στροφή στο γκλαμ που ξεκίνησε ήδη από το Thief του 2000. Τα δυο πρώτα τραγούδια είναι ενδεικτικότατα του τι είναι το Kaputt: τραγουδιών που άλλοτε θα ανήκαν σε ακουστική φολκ, μπολιάζονται με αέρινα σαξόφωνα, λαμπρά μπρούτζινα, ταξιδιάρικα σύνθια, ambient πινελιές, μαλακή τζαζ, λουσάτο easy listening, κινηματογραφική ατμόσφαιρα, σοφτ ροκ και ενίοτε την soul soprano φωνή της Thrasher.

Roxy Music και Gil Evans (που αναφέρουν όλοι στις κριτικές τους αλλά είναι απλούστατα τα ονόματα που ο …ίδιος ανέφερε ως επιρροές του στον δίσκο), Steely Dan, Al Stewart, Chuck Mangione, Style Council….γυροφέρνω ονόματα αλλά νομίζω πως χάνω την ουσία των πολλαπλών επιρροών εδώ. Το Savage Night at the Opera πάλι, κοιτάει πίσω στην εποχή που οι New Order έβγαιναν ξανά στην ζωή (γι’ αυτό και κάπως διαφωνώ με όσους βλέπουν αλλεπάλληλους καθρέφτες των 80ς – εδώ μιλάμε για τέλη των 80ς και πρώτο μισό των 90ς) αλλά τελικά στέκεται μόνο του ως άψογος euro-pop παιάνας. Τελικά αυτό μόνο: η ιδιαίτερη ιδιοσυγκρατική πνοή του Bejar, σαν ξανά νέου Bowie, και τραγούδια που γυαλίζουν από το γλάσο και τρεμοσβήνουν σαν φωτάκια εσπερινού δρόμου. Σ’ ετούτο τον μάταιο (ποπ) κόσμο αυτό το παιδί θα έπρεπε να είναι ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας!

Φυσικά όποτε μιλάμε για Destroyer οφείλουμε να ακούμε διαβάζοντας και να διαβάζουμε ακούγοντας τους στίχους. Ο ίδιος ο τίτλος αφορά το φερώνυμο βιβλίο του ιταλογερμανού Κούρτσιο Μαλαπάρτε που έγραψε την ιστορία του Μεγάλου Πολέμου απ’ την πλευρά των χαμένων. Η Kara Walker παραμένει μια ιδιαίτερη καλλιτέχνης των φυλετικών διακρίσεων, ενώ ένα αρχικό demo του κομματιού θύμισε στον Bejar τους …Suicide, εξού και ο οριστικός τίτλος ενός τραγουδιού για μια ακόμα βίαιη ιστορία του Σκληρού Νότου. Αλλά κάθε τραγούδι έχει την δική του ποιητική που είναι δύσκολο να αναφερθεί σε τρεις γραμμές. Και δεν είναι μόνο Ο Κόλπος των Χοίρων και το Τραγούδι για την Αμερική τα μόνα «πολιτικά» τραγούδια– και τα υπόλοιπα γλυκόπιοτα μελουργήματα εδώ μέσα στιχουργούν ανελέητα την αμερικάνικη παρακμή. Μα αυτά είναι τραγούδια για ρομάντζα ρε συ Dan! Αναρωτιέμαι: είμαστε έτοιμοι για μια τόσο λουστραρισμένη εκδοχή πολιτικού τραγουδιού; Γιατί όχι, σκέφτομαι από τη μία. Από την άλλη πάλι, η ίδια η κομψευόμενη φωταψία σε προδιαθέτει για άλλες, περισσότερο προσωπικά και ηδονικές χρήσεις.

Και τελικά … υπάρχει κάτι απατηλό εδώ, κάτι κομφορμιστικό και κακοφορμισμένο. Αυτό που μας ενθουσιάζει ως προερχόμενο από έναν πανέξυπνο, διαβασμένο κι αποδεδειγμένα υπερανήσυχο ικανό μουσικό δεκάδων ειδών, πιθανώς θα μας εξόργιζε αν το όνομα στην ταμπέλα ήταν διαφορετικό. Δεν θα μπορούσαν, για παράδειγμα, έναν τέτοιο δίσκο – έστω από μουσική άποψη – να τον έβγαζαν κάποιοι πανώριμοι Pet Shop Boys; Ακούστε το ομώνυμο και αποφανθείτε. Άλλωστε οι στιχουργικές αναφορές σε…Sounds, Smash Hits, Melody Maker και NME πιθανώς αποφάνθηκαν ήδη. Και ακόμα δεν αποφάσισα αν θα προτιμούσα να τον δω να τουρνεύει όπως κάνει με … οκταμελή ορχήστρα ή να τον ακούω στο lounge ενός ξενοδοχείο στο κέντρο της νύχτας.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Παλαιότερος Destroyer: εκεί. Στην δεύτερη φωτογραφία η Kara Walker.

14
Μαρ.
11

Τζόναθαν Κόου – Ο ιδιωτικός βίος του Μάξουελ Σιμ

Ήταν σαν εκείνα τα κουτάκια που πρέπει να τσεκάρεις όταν αγοράζεις κάτι από το δίκτυο και συμφωνείς με τους όρους και τις προϋποθέσεις που κανένας δεν μπαίνει στον κόπο να διαβάσει. Δεν έχεις άλλη επιλογή παρά μόνο να συμφωνήσεις. Ή τουλάχιστον, σου δίνεται η ψευδαίσθηση της επιλογής, αλλά μέχρι εκεί. Ίσως τελικά έτσι να είναι συνήθως τα πράγματα. (σ. 216)

Ο 48χρονος Μάξουελ Σιμ βρίσκεται υπόθερμος μέσα στο αυτοκίνητό του στις ερημιές του Αμπερντίν, μαζί με 400 οδοντόβουρτσες και μια κούτα καρτ ποστάλ από την Άπω Ανατολή. Όχι, δεν είναι τρελός, ούτε θρηνεί κάποιον τελειωμένο έρωτα. Αλλά δικαιολογημένα έφτασε ως εδώ, ως όλα αυτά…Θα μας τα διηγηθεί όλα με τη σειρά ή όχι, θα μας αποκρύψει μερικά, θα μας κοροϊδέψει σε μια περίπτωση (αλλά θα το παραδεχτεί αμέσως μετά), θα μας φτάσει πέρα από την Βόρεια Αγγλία μέσω …Αυστραλίας.

Ο Μάξουελ Σιμ είναι ένας άνθρωπος μόνος. Γευματίζει σε περιβάλλον μόνιμου λυκόφωτος στη φορμάικα του μελαγχολικού κυλικείου στο πολυκατάστημα όπου εργάζεται – σ’ ένα τέτοιο τραπέζι γνώρισε την γυναίκα του Κάρολαϊν. Τώρα εγκαταλειμμένος από εκείνη και την κόρη τους και (κα)τεθλιμμένος από την δουλειά του πηγαίνει στην Αυστραλία να συμφιλιωθεί με τον πατέρα του. Αποτυχία κι εκεί. Μια Κινέζα που απολαμβάνει με την κόρη της μια ευχάριστη βραδιά σ’ ένα εστιατόριο τού ξυπνούν απρόσμενα την ανάγκη για επαφή, την επιθυμία να τους γνωστοποιήσει την ύπαρξή του. Αλλά αδυνατεί: αυτές βρίσκονται στο ένα άκρο της ανθρώπινης επικοινωνίας, εκείνος στο άλλο. Το τείχος της εγγύτητάς τους είναι προστατευτικό και απροσπέλαστο. Αυτός που αδυνατεί να κάνει μια φυσιολογική κουβέντα, τώρα αναζητά απεγνωσμένα μερικές ανταλλαγές λέξεων, έστω και στο γκισέ του αεροδρομίου. Ο μόνος άνθρωπος στον οποίο καταφέρνει τελικά να μιλήσει (μονολογώντας για τον εγκλωβισμό του στο Ουότφορντ) παθαίνει έμφραγμα. Η σειρά κωμικοτραγικών αποτυχιών, κακοτυχιών και ατυχιών είναι ατέλειωτη.

Η επιστροφή στο σπίτι του είναι απογοητευτικότερη: κανένα γράμμα, κανένα ηλεκτρονικό μήνυμα από φίλο, παρά μόνο διαφημιστικά από φαρμακευτικές εταιρείες, η γνωστή «επιμήκυνση», οι κλασικές πορνοσελίδες. Ευτυχώς υπάρχουν οι φίλοι του facebook (οι περισσότεροι από τους οποίους του είναι παντελώς άγνωστοι) αλλά τίποτε κι εκεί – ούτε καν στον «τοίχο»! Αν ένας φίλος του βλέπει τα αυτοκίνητα στους δρόμους ως «μια ατέλειωτη σειρά από παραλίγο ατυχήματα», ο ίδιος τα συσχετίζει με τους ανθρώπους: Κάθε μέρα γυρνάνε γύρω-γύρω, πάνε κι έρχονται όλο βιασύνη, πλησιάζουμε ελάχιστα εκατοστά από τους άλλους και φτάνουμε σχεδόν να τους αγγίξουμε αλλά η πραγματική επαφή είναι ελάχιστη.

Κι όμως, υπάρχει μια φίλη: η γυναίκα του. Μόνο που για να της μιλάει (και για να μαθαίνει τα νέα των αλλοτινών γυναικών της ζωής του), παριστάνει κι αυτός την μητέρα, στο διαδικτυακό κόμβο Mumsnet…Από τη μια οργίζεται που εκείνη γράφει ζεστά λόγια σε μια γυναίκα εντελώς άγνωστη και ανύπαρκτη, από την άλλη αντιλαμβάνεται ότι έχει την ευκαιρία να δει άλλες της πλευρές, απροσπέλαστες κατά τη διάρκεια του γάμου. Ή τελικά μπορεί αυτός να ήταν ο πραγματικός ξένος… Το γεγονός ότι η Κάρολαϊν συνάπτει στενή φιλία με έναν άνθρωπο που δεν είναι παρά αποκύημα της φαντασίας της δικής του φαντασίας είναι εξοργιστικό, όσο και η σαγήνη με την οποία εκείνος αλληλογραφεί μαζί της διεστραμμένη. Οι άνθρωποι θα μεταλλαχθούν σε μια δεύτερη γενιά κοσμικών όντων που θα σχετίζονται μεταξύ τους με έναν τρόπο εντελώς μη σωματικό, μη υλικό.

Μόνος είπαμε; Τι σόι μοναξιά είναι αυτή όταν είσαι ορατός από παντού και ανιχνεύσιμος από τους πάντες; Αν, όπως είχε διαβάσει, πέντε ζευγάρια δορυφορικά μάτια σε παρακολουθούν αδιαλείπτως από το παρατηρητήριό τους ψηλά στον ουρανό, η σκέψη είναι παρήγορη ή τρομακτική; Δεν υπάρχει ιδιωτική ζωή πια, ποτέ δεν είμαστε πραγματικά μόνοι. Τον παλιό καιρό μπορούσες να γράψεις μια ερωτική επιστολή και ο μοναδικός μάρτυρας να είναι το άτομο που θα σε έβλεπε να την ρίχνεις στο γραμματοκιβώτιο. Την σήμερον ημέρα, στέλνεις δύο γραπτά μηνύματα με το κινητό και την επόμενη στιγμή τα βλέπεις στον αναλυτικό λογαριασμό… Όσα e-mail κι αν διαγράψεις από τον υπολογιστή σου, θα παραμένουν πάντα αποθηκευμένα κάπου, σε κάποιον μεγάλο κεντρικό υπολογιστή στη μέση του πουθενά.

Και κάπου εδώ αυγαταίνει η εμμονή (σε σημείο ταύτισης) του Σιμ με την αληθινή ιστορία του Ντόναλντ Κρόουχερστ. Ο Κ. είχε συμμετάσχει ως ερασιτέχνης στον θαλάσσιο γύρο του κόσμου το 1968 – στην ουσία είχε επιλεγεί ως ναυτικός υπερήρωας για να ενσαρκώσει την αντοχή της μεσαίας τάξης της αγγλικής επαρχίας. Εντελώς ανέτοιμος για κάτι τέτοιο, συνειδητοποίησε πως δεν θα τα κατάφερνε κι έτσι άρχισε να ψεύδεται πλαστογραφώντας την πορεία του, ενώ όταν συνειδητοποίησε πως ούτε κι αυτό μπορούσε να κάνει, τρελάθηκε κι αυτοκτόνησε. Νωρίτερα είχε βρει βρήκε παρηγοριά στην σιωπηρή επικοινωνία με το χαρτί (η προϊούσα τρέλα του καταγράφεται στα ημερολόγιά του) αλλά τελικά ο ίδιος ο τρομερός ιδιωτικός του βίος, στα όρια του σκάφους του, τον ρούφηξε σαν δίνη.

Πώς θα ξεχαστεί απ’ όλα αυτά; Η ευκαιρία του δίνεται με τη συμμετοχή σε ένα πρότζεκτ ως ένας εκ τεσσάρων πωλητών – πλασιέ οικολογικής οδοντόβουρτσας, που θα κινηθούν προς τα πιο απομακρυσμένα σημεία του ορίζοντα του UK (οι σελίδες όπου περιγράφεται το σύντομο μπρίφινγκ με την εταιρεία, οι τεχνητές επαγγελματικές φιλίες και το ιλαρό κλίμα είναι απολαυστικές).

Αναλαμβάνει το βόρειο άκρο και ξεκινάει: Μ4 ανατολικά, Α404 (Μ) βόρεια, A461, Μ90 – αυτοκινητόδρομοι που σε κάνουν να θέλεις να οδηγείς πιο γρήγορα, σε υποχρεώνουν για να ξεφύγεις από την ανία τους. Ένα οδικό δίκτυο σχεδιασμένο με σκοπό να αποτρέπει ακριβώς την συνάντηση με τους άλλους, να εξασφαλίσουν ότι δεν θα βρεθείς ποτέ κοντά σε μέρη συνάθροισης ανθρώπων. Γύρω τους μια ολόκληρη επαρχία από εταιρείες που ειδικεύονται σε έπιπλα μπάνιου, εμπορικά καταστήματα, σταθμοί εστιατορίων. Αλλά ο φίλος μας αγαπάει τα απρόσωπα μέρη, χωρίς χαρακτήρα, που δεν σε υποχρεώνουν να επιλέξεις, δεν σου προσφέρουν το άγνωστο αλλά αυτό που έχεις κάνει εκατοντάδες φορές. Του αρέσει ακόμα και η προσδοκία των ανθρώπων την ώρα που παίρνουν τους δίσκους με το φαγητό. Είναι τα μόνα μέρη που νοιώθει άνετα. Σε μια τέτοια ουτοπική κοινότητα των αποκλειστικά απαραίτητων (φαγητό, ύπνο, ψώνια) ονειρεύεται να ζήσει: σε μια όαση αστικής κοινοτοπίας στη μέση μιας εντυπωσιακής υπαίθρου.

Αλλά όλοι τον κριτίκαραν γι’ αυτό, όπως και για τα πάντα. Υπάρχει κανείς που δεν το κάνει; Μα ναι: η όμορφη γυναικεία φωνή του πλοηγού του εταιρικού του αυτοκινήτου, η Miss GPS της οθόνης του. Μια φωνή χωρίς ίχνος αμφιταλάντευσης και αβεβαιότητας, του μεταδίδει την αίσθηση πως τα πάντα είναι μέλι γάλα και του εμπνέει εμπιστοσύνη. Και το κυριότερο: μπορεί να την ακούει οποτεδήποτε απλώς πατώντας ένα κουμπί. Οι χιλιομετρικές αναφορές και οι παύσεις της του μοιάζουν με ποιητική απαγγελία. Δεν έχει σημασία που εκείνη λέει τα δικά της (στρίψτε αριστερά, συνεχίστε ίσια) κι αυτός τα δικά του. Κουβέντα να γίνεται. Θα την λέει Έμα. Κάποιες φορές διασκεδάζει προσπαθώντας να την μπερδέψει, κάνοντας κύκλους. Εκείνη παραμένει ψύχραιμη, δεν υψώνει καμιά φωνή. Έρωτας προ των πυλών….

Ταξιδεύοντας ο Μάξουελ θα συναντηθεί με διάφορα πρόσωπα του ευρύτερου περιβάλλοντός του, πάντα στην γνωστή του loser ατμόσφαιρα: δεν είναι τόσο η αποτυχημένη συνάντηση με σύζυγο (η συγκαταβατική φιλικότητα της οποίας είναι ό,τι χειρότερο για εκείνον) όσο η τραγελαφική έξοδος με την έφηβη πλέον κόρη του (ένα μείγμα αμηχανίας, πλαστής ευθυμίας και αβυσσαλέας ασυμβατότητας που ο ίδιος αποδίδει σε ό,τι δεν έμαθε από τον πατέρα του). Αλλά κυρίως είναι τα τρία αναδυόμενα απ’ το παρελθόν κείμενα (γραμμένα από τη γυναίκα του, μια παιδική φίλη – ανεκδήλωτο έρωτα και από τον πατέρα του) που αναιρούν βασικά σημεία της ζωής του και αναποδογυρίζουν ακόμα και τον άθλιο του κόσμο. Εκεί που έλεγε πως η ζωή δεν μπορεί να γίνει πιο απογοητευτική, μαθαίνει πως κανονικά δε θα έπρεπε καν να έχει ζωή.

Ο δρόμος για τον Βορρά μετατρέπεται σε δρόμο για το Πουθενά. Άλλος ένας σταθμός εξυπηρέτησης, άλλο ένα σάντουιτς, άλλος ένας μονο-διάλογος με την Έμα, που τον βιάζει να εκστομίσει φράσεις που δεν τολμούσε ο ίδιος να πει στον εαυτό του και κυρίως να αποδεχτεί τις δικές του αναίσχυντες πράξεις. Μόνο που σε λίγο η βενζίνη θα σβήσει κι η Έμα θα σιωπήσει. Πανικός. Πανικός ή….;;;;

Θα διαφωνήσω με όσους βλέπουν στον συγγραφέα ειδικό χιούμορ ή ιδιαίτερο βρετανικό φλέγμα. Αυτό το χιούμορ μου φαίνεται πανανθρώπινο, πανεθνικό, διαβρωτικό, ευφυές και απλό, πάρα πολύ απλό. Το μόνο μη πειστικό σημείο του βιβλίο είναι η κάπως αισιόδοξη στροφή του χαρακτήρα προς το τέλος. Φοβάμαι πως στην πράξη μια συνειδητοποίηση σαν τη δική του (πως πέρασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του σ’ ένα τούνελ) δεν αρκεί για να δεις τη ζωή αλλιώς. Ευτυχώς η τελευτική συνάντηση με την Κινέζα (που έχει πλέον εξελιχθεί σε «σύμβολο – τοτέμ για το πώς θα έπρεπε να είναι μια πραγματική σχέση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, σε μια εποχή που οι άνθρωποι μοιάζουν να χάνουν την ικανότητα να επικοινωνούν») είναι περισσότερο ρεαλιστική και καταλήγει σε γλυκόπικρο φιασκάκι. Αλλά η αναζήτηση ενός ευρηματικού τέλους, που προφανώς απασχόλησε τον Κόου, καταλήγει σε μια πραγματικά απρόσμενη συνάντηση του ήρωα με τον συγγραφέα (του)!

Ένα έξοχο ανάγνωσμα. Βέβαια το κορυφαίο έργο του Κόου παραμένει, κατά προσωπική άποψη, το Τι ωραίο πλιάτσικο!. Το Σπίτι του Ύπνου βρίσκεται αμέσως μετά και δίπλα του παίρνει θέση κι ο Μάξουελ Σιμ. Πέρα από τις θεματολογικές του επιλογές, ο Κόου παραμένει ένας συγγραφέας που πραγματικά διηγείται ιστορίες. Και τις διηγείται εξαιρετικά, χωρίς να τον βαριέσαι ποτέ. Κι ας τις έχεις σκεφτεί ήδη, κι ας είσαι μέσα σ’ όλες. Αυτός σε προλαβαίνει.

Πάντα θεωρούμε πως οι καθοριστικές, οι πιο πολύτιμες εμπειρίες της ζωής μας χαράσσονται ανεξίτηλα στη μνήμη μας· κι όμως, για κάποιο λόγο, συχνά αυτές ακριβώς είναι που χάνονται και θαμπώνουν πρώτες (σ. 357).

Εκδ. Πόλις, μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, 2010, με τετρασέλιδες σημειώσεις της μεταφράστριας, σ. 506 (Jonathan Coe, The Terrible Privacy of Maxwell Sim, 2010)

Και φυσικά, το πλέον ταιριαστό τραγούδι δεν είναι τόσο το Lonely, Mr Lonely του Bobby Vinton … όσο το: Lonely is a man without love – Engelbert Humberdinck.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ. Στις φωτογραφίες οι αυτοκινητόδρομοι M4, M1 SW Dodworth και M5 Somerset.

 

13
Μαρ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 85

Αναΐς Νιν, [απόσπασμα από γράμμα στην Τζουν, κείμενο που παραδίδει η Νανά Ησαΐα, «Διαμέσου ενός ημερολογίου»], Περιοδικό Η λέξη, (Αφιέρωμα: Το ημερολόγιο), τεύχος 59-60 (Νοέμβρης – Δεκέμβρης 1986), σ. 1185.

Ο συγγραφέας είναι ο μονομάχος που ποτέ δεν δίνει τη μάχη στην ώρα που έχει ορισθεί γι’ αυτήν, που τυλίγει και παίρνει μαζί του μια προσβολή, σαν να ήταν ένα οποιοδήποτε περίεργο αντικείμενο, το κομμάτι ενός συλλέκτη, την ξεδιπλώνει πάνω στο γραφείο του αργότερα, και μετά αρχίζει να μονομαχεί λεκτικά μαζί της. Ορισμένοι το αποκαλούν αυτό αδυναμία. Εγώ το αποκαλώ αναβολή. Αυτό που αποτελεί μια αδυναμία για τον άνθρωπο μεταβάλλεται σε μια ποιότητα για τον συγγραφέα. Γιατί διαφυλάσσει, συλλέγει αυτό που θα εκραγεί αργότερα μέσα στο έργο του. Γι’ αυτό το λόγο ο συγγραφέας είναι ο πιο μοναχικός άνθρωπος στον κόσμο· επειδή ζει, μάχεται, πεθαίνει, ξαναγεννιέται πάντοτε μόνος· όλοι του οι ρόλοι παίζονται πίσω από ένα παραπέτασμα. Μέσα στη ζωή παρουσιάζει μια αταίριαστη μορφή σε σχέση με όλα όσα υπάρχουν γύρω.

Μνήμη Νένης Ευθυμιάδη

11
Μαρ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 24

La Pàgina, 13 y 14

Μια άδεια πολυθρόνα, το βαθύ μπλε της απομόνωσης, μερικά σπουδαία «ονόματα»: ο ιδανικός τρόπος να σε προσκαλέσει ένα λογοτεχνικό περιοδικό.

09
Μαρ.
11

World’s End Girlfriend – Seven Idiots (Virgin Babylon, 2010)

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση ο Ιάπων Katsuhiko Maeda: αλλάζει διαρκώς (μουσικές) φόρμες (ηχητικής) παραλλαγής, περνώντας από μινιμαλισμό, σε πειραματισμό και μετά σε πιο «στρέιτ» κατασκευές. Στην ουσία κανένας δίσκος του δεν μοιάζει με τον προηγούμενο, όλοι όμως έχουν το στοιχείο της εξερεύνησης και του απρόβλεπτου. Εδώ στην δέκατη κυκλοφορία του και σε δική του πλέον εταιρεία, ανεβάζει το ρελαντί στο πενταπλάσιο, υψώνει τα κρεσέντα, δαιμονίζει τα βιολιά, παραμορφώνει τα σαξόφωνα. Αυτή τη φορά η Φιλενάδα του Τέλους του Κόσμου είναι αλλοπρόσαλλη, φασαριόζα και τρικάτη. Έχει κυκλοθυμικές διαθέσεις και οξεία νευρική εκφραστικότητα. Οι Επτά Ηλίθιοι μετατρέπονται σε 13 φανφαρόνους με 3 αναπληρωματικούς και κάνουν τα θελήματά της σ’ ένα πανηγύρι ήχων, οργάνων και υπερβολής. Καμία σχέση με τις παρελθοντικά άμπιεντ ρομάντζα, τον αγαπημένο των περισσοτέρων δίσκο του Dreams End Come True ή την σπλίτ κυκλοφορία με Mono (Palmless Prayer).

Τα περισσότερα όργανα τώρα παίζονται ζωντανά και το όλο σύνολο συχνά μοιάζει με ηλεκτρονικό σάουντρακ για κάποιο φρενιασμένο video-game (και τελικά το έχει συνθέσει και το σκοράκι του για το animé film Air Doll). Στο Les Enfants du Paradis θαρρείς τζαμάρουν ακριβώς δυο πρέσβεις του ηλεκτρονικού οργανωμένου χάους: Fuck Tarots και Dan Deacon. Το TEEN AGE ZIGGY επιχειρεί εκ νέου προσβολή του είδους με μπαχαρικά κιθαριστικά σολάκια (χμ, πάει, δεν πάει, πάει…). Το ULYSSES GAZER υποδειγματικά κινηματογραφεί κατασκοπευτικό φιλμ: ένα δραματικό πιάνο πίσω, κοφτά έγχορδα για τις σπινιές του αυτοκινήτου, κιθαρίσματα σκληρά για την ένταση – αλλά και εγκοπές για κάτι πιο σημερινό. Το GALAXY KID 666 μοιάζει με υπερταχεία έγχορδων πάνω σε drum and bass σιδηροτροχιές – και είναι γνωστό τι παθαίνουν οι υπερταχείες που δεν γνωρίζουν τι εστί φρένο: εκτροχιάζονται. Αλλά εκτροχιάζονται θεαματικά. Το Bohemian Purgatory Part.1 σχεδόν περιγελά την κλασική πιανική μουσική, μ’ ένα σαξόφωνο να γλείφει τρυφερά κι ένα ντραμ μασίν ρυθμισμένο στο ταχύτερο δυνατό, ενώ στο δεύτερο μέρος οι φωνές αποτελούν προσθετικά μηχανικά όργανα.

Μιλάμε για 9λεπτα και 10λεπτα κομμάτια που κυριολεκτικά σε εξαπατούν καθώς κυλάνε σα νεράκι και σου δίνουν άλλη διάσταση του χρόνου. Είναι σαφές πως τα τραγούδια αυτά δύσκολα περιγράφονται κι ακόμα πιο δύσκολα ακούγονται αν το αυτί δεν είναι εξασκημένο και προτιμά το εύηχο τρίλεπτο κουπλορεφρέν. Παραδόξως η τριάδα πριν το φινάλε μοιάζει να ήρθε από άλλο δρόμο, ανέκδοτο, πλανήτη: ηλεκτρονική κακοφωνία, τυχαία πληκτρολογία, το γκρουτς κλατς μπλιμπ λάπτοπ στιλάκι που – το έχουμε ξαναπεί – το παίζουμε και μόνοι μας, δεν χρειάζεται και να το «αγοράζουμε». Απ’ τα τρία bonus το Anne αδικείται κατάφωρα: ένα τέτοιο απειλητικό πιάνο πάνω σε ambient βαμβάκι θα αποτελούσε ιδανικό σάουντρακ τελειώματος. Κάθε τελειώματος.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

07
Μαρ.
11

Φίλιπ Γκούρεβιτς (επιμ.) – Η τέχνη της γραφής. 10 κορυφαίοι συγγραφείς αποκαλύπτουν τα μυστικά της τέχνης τους στο Paris Review

Υποθέτω πως όλοι μας έχουμε μέσα μας έναν πρωτόγονο υποβολέα ή σχολιαστή, ο οποίος από την τρυφερή ηλικία ακόμα δεν παύει να μας συμβουλεύει, να μας λέει πώς είναι ο αληθινός κόσμος. Υπάρχει ένας τέτοιος σχολιαστής μέσα μου. Πρέπει να προλειαίνω το έδαφος γι’ αυτόν. Από αυτή την πηγή προέρχονται οι λέξεις, οι φράσεις, οι συλλαβές· κάποιες φορές μόνο οι ήχοι, τους οποίους προσπαθώ να ερμηνεύω, άλλες φορές ολόκληροι παράγραφοι, ακόμα και ως προς τα σημεία στίξης. Όταν ο Ε.Μ. Φόρστερ είπε: «Πώς να ξέρω τι σκέφτομαι αν δεν δω τι λέω;» ενδεχομένως αναφερόταν στον δικό του υποβολέα. Υπάρχει μέσα μας εκείνο το όργανο παρατήρησης – στην παιδική ηλικία τουλάχιστον. Στη θέα ενός προσώπου, στη θέα των παπουτσιών ενός ανθρώπου, του χρώματος του φωτός, του στόματος μιας γυναίκας ή ίσως του αυτιού της, συλλαμβάνει κανείς μια λέξη, μια φράση, κάποιες φορές τίποτε άλλο πέρα από μια ακατάληπτη συλλαβή που του μεταδίδει ο πρωτόγονος σχολιαστής.

… εξομολογείται ο Σόλ Μπέλοου σε μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες συνομιλίες που περιλαμβάνονται εδώ. Σήμερα όλο και περισσότερες τέτοιες συζητήσεις με συγγραφείς δημοσιεύονται σε μορφή βιβλίου καθώς η σημαντικότητα των προσώπων συμβαδίζει με το ενδιαφέρον των λόγων τους. Η συνέντευξη πράγματι έχει εξελιχθεί σε (έστω και ψευδεπίγραφο) λογοτεχνικό είδος, αποκαλύπτοντας έναν παράλληλο, προφορικό λόγο του ερωτώμενου, το εργαστήριό του, αλλά και διάφορες ενδιαφέρουσες πλευρές μιας ούτως ή άλλως ιδιαίτερης προσωπικότητας.

To Paris Review εξελίχθηκε σε κορυφαίο έντυπο του είδους, καθώς δημιουργήθηκε (στις αρχές της δεκαετίας του ’50 στο Παρίσι) από μια ομάδα αμερικανών διανοουμένων που επιθυμούσαν ακριβώς να δώσουν το λόγο στους ίδιους τους συγγραφείς και να προτιμήσουν μια «κουβεντιαστή» εξέταση του έργου τους. Ο τόμος περιλαμβάνει συζητήσεις με τους Τ. Σ. Ελιοτ, Τρούμαν Καπότε, Σολ Μπέλοου, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Γκράχαμ Γκριν, Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Ουίλιαμ Φόκνερ, Τζον Στάινμπεκ, Έρνεστ Χέμινγουεϊ και τον κριτικό Χάρολντ Μπλουμ, όλες μεταξύ των ετών 1957 και 1991. Ο επιμελητής υπήρξε διευθυντής του περιοδικού από το 2005 έως το 2010.

Περισσότερο κυνικός και γωνιώδης όλων, ο Φώκνερ καθίσταται απομυθοποιητής του εαυτού του: Αν δεν είχα υπάρξει, κάποιος άλλος θα είχε γράψει τα έργα μου, του Χέμινγουεϊ, του Ντοστογέφσκι, όλων μας. Απόδειξη γι’ αυτό αποτελεί το γεγονός ότι υπάρχουν τρεις υποψήφιοι που διεκδικούν την πατρότητα των θεατρικών έργων του Σέξπιρ. Εκείνο που έχει σημασία, συνεχίζει, δεν είναι ποιος τα έγραψε αλλά ότι κάποιος το έκανε. Καθ’ όλη την συνομιλία o Φώκνερ παραμένει απόλυτος όσον αφορά τη συγγραφή (Αν ο συγγραφέας δεν είναι κορυφαίος, ξεγελάει τον εαυτό του λέγοντας πως δεν έχει χρόνο ή οικονομική ανεξαρτησία. Τίποτα δεν μπορεί να καταστρέψει έναν καλό συγγραφέα) και την ανάγνωση (-Κάποιοι λένε ότι δεν καταλαβαίνουν τη γραφή σας, ακόμα και μετά από δύο η τρεις αναγνώσεις. Πώς θα τους προτείνατε να προσεγγίσουν τα γραπτά σας; -Να τα διαβάσουν τέσσερις φορές).

Στην ερώτηση ποιο θα ήταν το καταλληλότερο περιβάλλον για έναν συγγραφέα απαντά: Την τέχνη δεν την απασχολεί ούτε το περιβάλλον· δεν τη νοιάζει πού βρίσκεται. Αν εννοείτε για μένα, η καλύτερη δουλειά που μου είχαν ποτέ προσφέρει ήταν να γίνω επιστάτης σε πορνείο. Κατά τη γνώμη μου, είναι ο τέλειος χώρος για να δουλέψει ένας καλλιτέχνης. Το μέρος είναι ήσυχο τις πρωινές ώρες, δηλαδή το καλύτερο διάστημα της μέρας για δουλειά. Υπάρχει αρκετή κοινωνική ζωή τα βράδια, αν επιθυμεί να συμμετέχει, για να μη βαριέται. Από την προσωπική μου εμπειρία κατέληξα στο ότι τα εργαλεία που χρειάζομαι για την τέχνη μου είναι χαρτί, καπνός, τροφή και λίγο ουίσκι. Εξίσου ενδιαφέρουσα η εξομολόγησή του πως διαβάζει τους αγαπημένους του συγγραφείς τόσο συχνά, που δεν αρχίζει πάντα από την πρώτη σελίδα, ούτε φτάνει ως το τέλος, αλλά πως μπορεί να διαβάσει μόνο μια σκηνή ή για έναν χαρακτήρα, όπως ακριβώς θα συναντούσε και θα μιλούσε σε έναν φίλο για λίγα λεπτά.

Ιδιαίτερη έκπληξη δοκιμάζει κανείς όταν κάποιοι συγγραφείς αδυνατούν να χειριστούν ερωτήσεις που καίνε. Ο Γκρέιαμ Γκριν π.χ. αδυνατεί να δώσει πειστική απάντηση στα σχόλια πως αυτό που αποκομίζει κανείς από το διαμέρισμά του είναι πως «το εκλεπτυσμένο γούστο βασιλεύει στο χώρο του και όχι η τραγωδία» κι ότι δείχνει πολύ πιο ευτυχισμένος απ’ ότι περίμεναν. Καθώς τον ρωτούν πώς είναι δυνατόν στη δική του ζωή να ζει με την οξυμμένη αντίληψη που απαιτεί από τους χαρακτήρες του, εκείνος απαντάει πως η ερώτηση είναι δύσκολη, ζητά την …ανάλυσή της και στο τέλος αρκείται σ’ ένα: «δεν είναι παρά η τρύπα που έχω ανοίξει στο χώμα. Να μείνουμε σε αυτό». Καθώς το στρίμωγμα συνεχίζεται («Γνωρίσατε ποτέ προσωπικά πώς είναι η ζωή των φτωχών ή των ανήθικων ανθρώπων»;) ο Γκριν απαντά ένα «όχι, πάρα πολύ λίγο», προτού κάνει έναν σχετικά αποδεκτό ελιγμό: κανείς δεν ξέρει αρκετά για κάποιους χαρακτήρες στην πραγματική ζωή για να τους βάλει στο μυθιστόρημα. Για άλλη μια φορά ένα φλέγον ζήτημα με πλήθος διαβαθμίσεων: η συμφωνία έργου και ζωής. Τουλάχιστο το βρετανικό φλέγμα δεν τον εγκαταλείπει: Λίγοι συγγραφείς είναι πολύ καλοί μου φίλοι, αλλά για έναν συγγραφέα το να περνάει πολύ χρόνο κάνοντας παρέα με συγγραφείς είναι μια μορφή αυνανισμού.

Βέβαια οι πρώτες σελίδες που επισκέφθηκα ανυπομόνως ήταν του Ι. Μ. Σίνγκερ ο οποίος την εποχή της συνέντευξης (1968) είχε ακόμα το όνομά του καταχωρισμένο στον τηλεφωνικό κατάλογο του Μανχάταν και δεχόταν καθημερινά τηλεφωνήματα από άγνωστους αναγνώστες που επιθυμούσαν να συζητήσουν μαζί του και τους οποίους συνήθως καλούσε για καφέ. Πιστός της «παραδοσιακής» αφήγησης τονίζει πόσο του αρέσει μια ιστορία να είναι ιστορία, με αρχή και τέλος – να είναι ιστορία όπου ο αναγνώστης ακούει και θέλει να μάθει τι γίνεται παρακάτω. Ο Σίνγκερ εξακολουθεί να ασπάζεται την ιδέα πως μας περιβάλλουν όλων των ειδών οι μυστηριώδεις δυνάμεις που παίζουν σημαντικό ρόλο σε όλα όσα κάνουμε, όπως και η τηλεπάθεια κι η ενόραση σε κάθε ερωτική ιστορία (Ο φόβος του υπερφυσικού υπάρχει στον καθένα. Κι εφόσον όλοι το φοβόμαστε, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην το αξιοποιούμε. Επειδή αν φοβάσαι κάτι, το γεγονός και μόνο ότι το φοβάσαι, δείχνει ότι έχεις παραδεχτεί την ύπαρξή του) καταλήγοντας με το τρομερό: Εκείνο που για σας είναι σκοταδιστικό, για μένα είναι πραγματικό.

Ο Σίνγκερ ποτέ δεν έτρεφε αυταπάτες: Τίποτα δεν θα μας σώσει. Θα κάνουμε πολλές προόδους αλλά θα συνεχίσουμε να υποφέρουμε και δεν θα υπάρξει ποτέ τέλος σ’ αυτό. Πάντα θα επινοούμε νέες πηγές βασάνων. Η ιδέα ότι ο άνθρωπος πρόκειται να σωθεί είναι μια πέρα για πέρα θρησκευτική ιδέα και ακόμα κι οι θρησκευτικοί ηγέτες ποτέ δεν υποστήριξαν ότι θα σωθούμε σε αυτή τη γη… Το να είναι κανείς απαισιόδοξος σημαίνει να είναι ρεαλιστής. Και ήταν μόλις 1966 όταν ο Μπέλοου έβλεπε την ασθένεια της επόμενης πεντηκονταετίας: Υπάρχει μια σύγχρονη διαταραχή – η νόσος των ανθρώπων που ζουν βάσει της εικόνας του εαυτού τους την οποία έχουν δημιουργήσει οι εφημερίδες, η τηλεόραση…ή η ανάγκη του κόσμου για διασημότητες. Προσωπικά αποφεύγω αυτές τις «εικόνες». Επιθυμώ βαθιά, όχι την απόλυτη αφάνεια – παραείμαι εγωιστής για κάτι τέτοιο – αλλά την γαλήνη και την ελευθερία από παρεμβάσεις τρίτων. Μακάρι η σειρά να συμπληρωθεί με νέες φουρνιές συνεντεύξεων, από μεταγενέστερους συγγραφείς, μέχρι να φτάσουμε στους σημερινούς «επιτυχημένους». Όλοι θα είχαν ενδιαφέροντα και αμφιλεγόμενα πράγματα να πουν.

Εκδ. Τόπος, 2010, πρόλ.: Φ. Γκούρεβιτς, εισαγ.: Ορχάν Παμούκ, μτφ. Μαρίνα Τουλγαρίδου, επίβλ. Άρτεμις Λόη, 275 σελ. (Philip Gourevitch, Paris Review Interview Anthology, 2006)

Αποτύχαμε όλοι μας να εκπληρώσουμε το όνειρό μας περί τελειότητας. Άρα μας βαθμολογώ με βάση την εξαίσια αποτυχία μας να κάνουμε το αδύνατο. (Φώκνερ)

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και εδώ. Στις δυο τελευταίες εικόνες: Ι.Μ. Σίνγκερ, Γ. Γκριν.

06
Μαρ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 84

Τζακ Λόντον, Μάρτιν Ίντεν, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2η έκδ., 1993, μτφ. Έλλη Φιλοκύπρου, σ. 189 (Jack London, Martin Eden, 1909)

Σπάνιες όμως ήταν οι στιγμές που ο Μάρτιν κατόρθωνε να σκεφτεί. Το σπίτι της σκέψης ήταν κατάκλειστο, τα παράθυρά του σφραγισμένα κι αυτός ήταν ο ίσκιος-φύλακάς του. Ήταν ένας ίσκιος. Ο Τζόε είχε δίκιο. Ήταν κι οι δυο ίσκιοι που βρίσκονταν στην ατέλειωτη κόλαση του μόχθου. Ή μήπως ήταν όνειρο; Μερικές φορές μέσα στη ζέστη και στους ατμούς, καθώς περνούσε τα βαριά σίδερα πάνω απ’ τα ασπρόρουχα, πίστευε πως όλα ήταν όνειρο. Σε λίγο ή μετά από χίλια χρόνια θα ξυπνούσε μέσα στο μικρό του δωμάτιο με το μελανωμένο του τραπέζι και θα ξανάπιανε το γράψιμό του από ’κει που το ’χε αφήσει την προηγούμενη μέρα. Εκτός κι αν ήταν κι εκείνο ένα όνειρο, οπότε θα ξυπνούσε όταν θ’ άλλαζαν οι βάρδιες και θα πεταγόταν απ’ την κουκέτα του, θα διέσχιζε τρεκλίζοντας την καμπίνα του, θ’ ανέβαινε στο κατάστρωμα κάτω από τ’ άστρα του τροπικού και θα ’πιανε στα χέρια του το τιμόνι, ενώ το ψυχρό μελτέμι θα του τρυπούσε τη σάρκα.

Στον Θανάση Σκρούμπελο

04
Μαρ.
11

Sieben – Star Wood Brick Firmament (Redroom, 2010)

 

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση ο Ιανός φίλος μας. Όταν βγάζει οργανικούς δίσκους χρησιμοποιεί το ονοματεπώνυμό του (Matt Howden), όταν μετατρέπεται σε αυτοσχέδιο ενορχηστρωτή της φωνής του (χρησιμοποιώντας ένα βιολί κι ένα κουτάκι ηλεκτρονικών) γίνεται Sieben. Στην πρώτη περίπτωση, αναγκασμένος να χρησιμοποιήσει μερικούς συμβατικούς όρους, αυτοκατατάσσεται στο neo-classical/ soundtrack. Η δεύτερη περίπτωση είναι όλη δική μας εδώ. Έχει βγάλει αρκετούς δίσκους κι απ’ τις δυο πλευρές στην δική του Redroom Records μαθαίνοντας κι απολαμβάνοντας όλα τα στάδια της δισκογραφικής δημιουργίας, ενώ γράφει και για φιλμ και τηλεόραση. Από μια πρόχειρη έρευνα στο διαδίκτυο είδα πως δύσκολα βρίσκει κανείς στοιχεία αλλά η προσωπική του ιστοσελίδα είναι υπεραρκετή (http://www.matthowden.com/).

Στα πρώτα κομμάτια φαίνεται να ξεκαθαρίζει κάποιες προθέσεις: να τραγουδήσει στη φολκ, με όλα τα ευγενή υλικά της μπαλάντας, αλλά με ηλεκτρονικότατη ενορχήστρωση και συναρμολογημένα κρουστά. Ακολουθεί όμως μια υπέροχη τετράδα που αλλάζει τις ρότες. Πρώτα το Build You A Song, χαρακτηρισμένο από τον ίδιο στην track to track περιγραφή του σάιτ σαν «ένα DIY για εραστές», μας συνεπαίρνει με το βιολί του. Κατόπιν το up-tempo Long Live the Post Romantic Empire φωνολογεί τον Bowie μέχρι και την πρώτη δεκαετία της χιλιετίας και τα διαβολικά βιολιά του We Wait For Them δείχνουν με το δοξάρι εμφανείς συγγένειες με Patrick Wolf και Andrew Bird. Και σαν να μην έφταναν αυτά, η παραπατούσα ερμηνεία στο Donald αντιλαλεί την συνάδελφη του Matt Elliott. Ακολουθεί επαναφορά στην ιδιάζουσα ηλεκτρονική φολκ, ενώ το Can’t Stop This κάλλιστα «τρέχει» στην πίστα.

Η φωνή του είναι χαρακτηριστική (και χαρακτηριστικά «βρετανική») και μοιάζει να δηλώνει πως πρώτη θα βγαίνει στη σκηνή και τελευταία θα φεύγει. Ο συνδυασμός της με το βιολί και το loop pedal – ακριβώς όπως βγαίνει και στα λάιβ – δημιουργεί το εξής ένα παράδοξο: από τη μια κυριαρχεί η αίσθηση πως ο μαγικοκουτικός ήχος γίνεται ο αρχικός καμβάς πάνω στον οποίο θα κολυμπήσει φωνητικά. Άλλες φορές όμως (στα ίδια κομμάτια!) αισθάνεσαι ακριβώς το αντίθετο: πως πάνω απ’ όλα είναι η φωνή που ακαταμάχητα οδηγεί την κούρσα και τα υπόλοιπα όργανα απλώς γίνονται γομολάστιχες της μονοκρατορίας της.

Τα δυο τελευταία κομμάτια του δίσκου (There, We wait) είναι ρεμιξαρισμένα από την Darkhearted κι ο Sieben παραδέχεται πως ειδικά το πρώτο τον έκανε να το προτιμήσει από την δική του, αρχική εκδοχή. Υποθέτω είναι ό,τι τιμητικότερο για έναν remixer. Παλαιότερα, ο δίσκος του The Matter of Britain (ως Matt Howden) γράφτηκε εξ’ ολοκλήρου για να συνοδεύσει την ανάγνωση ποιημάτων του πατέρα του από τον ίδιο τον ποιητή. Υποθέτω είναι ό,τι τιμητικότερο για έναν πατέρα.

Στιχουργικά ο Howden επιλέγει να γράψει για τις ελάσσονες ιστορίες απλών ανθρώπων που τον ενέπνευσαν. Το Minack theatre αφορά το ανοιχτό θέατρο που κατασκευάστηκε στους βράχους της Κορνουάλης από την Rowena Cade, που για να βοηθήσει μια τοπική θεατρική ομάδα αρχικά πρόσφερε τον κήπο της που είχε θέα τη θάλασσα, και σταδιακά τον μετέτρεπε σε θέατρο για να φιλοξενεί όλες τους τις παραστάσεις. Τα Donald και Crowhurst είναι αφιερωμένα στον … Donald Crowhurst που συμμετείχε στον περίφημο ιστιοπλοϊκό γύρο του κόσμου των Sunday Times, έκανε μια απεγνωσμένη κούρσα στις θάλασσες, αλλά δεν άντεξε, άρχισε να δίνει ψεύτικα στοιχεία νίκης και να εισχωρεί σ’ έναν κόσμο φαντασιοπληξίας μέχρι την παράνοια και τον θάνατο. Η ιστορία του ενέπνευσε τους Third Eye Foundation (Donald Crowhurst, από το Ghost), τους I Like Trains (Deception, από το Elegies…) αλλά και τον Τζόναθαν Κόου που συμπτωματικά απολαμβάνω αυτή την εποχή, καθώς η ιστορία του D.H. αποτελεί για διάφορους λόγους την εμμονή του κεντρικού χαρακτήρα στο εξαιρετικό βιβλίο του, Ο ιδιωτικός βίος του Μάξουελ Σιμ. Κόου και Σιμ αναμένονται στο πανδοχείο μας μέσα στον επόμενο μήνα.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

02
Μαρ.
11

Κώστας Μαυρουδής – Η ζωή με εχθρούς και άλλα κείμενα

Τα στάσιμα μιας ανεξάντλητης πνευματικής περιπλάνησης

Αν ο συγγραφέας οφείλει να φωτίζει τις πλευρές εκείνες του καθημερινού, που είναι λιγότερο προφανείς και με τη μεταφορά τους να τις ανάγει σε λογοτεχνική αντίληψη όπως γράφει ο ίδιος ο Μαυρουδής (εδώ με αφορμή μια μυστική γλώσσα εντός της Μπαλζακικής Ευγενίας Γκραντέ), τότε ο εν λόγω τόμος αποτελεί έναν πλήρη φωτεινό θάλαμο εμφάνισης (στη μνήμη), προβολής (στην πραγματωμένη λογοτεχνία και τέχνη) και εκτύπωσης (στην σύγχρονη πραγματικότητα) όλων αυτών των πλευρών, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τα προγενέστερα πεζόμορφα έργα του ποιητή. Πρόκειται για κείμενα δημοσιευμένα στις πίσω σελίδες του Δέντρου (1985 – 1995), και σε άλλα περιοδικά και εφημερίδες, ορισμένα από τα οποία έχουν συμπεριληφθεί σε παλαιότερη έκδοση (Δελφίνι, 1988). Η αναθεωρημένη και επαυξημένη έκδοσή τους πιστώνεται στην πεποίθηση του συγγραφέα πως κάθε κείμενο τελικά επιδέχεται ποικίλες αναψηλαφήσεις και πως κάθε ανάγνωση απειλεί να συμπληρώνει εσαεί το «ολοκληρωμένο» αλλά πάντα δεκτικό σε «βελτιώσεις» κείμενο, πόσο μάλλον όταν η μεταγενέστερη στάθμιση αλλά και φυσική ωρίμανσή του το καθιστά φρέσκο και επαναναγνώσιμο.

Η θέση σε λειτουργία όλων των μνημονικών, συνειρμικών και συγκινησιακών τροχών της ύπαρξης, που περιπλανώνται τόσο πάνω σε ένα περίτεχνα ανθολογημένο παρελθόν όσο και ένα ζοφερότερο παρόν, μπορεί να έχει ως αφετηρία της οποιαδήποτε καθημερινή εικόνα, τυχαία πρόταση, κινηματογραφική σκηνή, λογοτεχνημένη σελίδα, μουσική φράση, ταξιδευτική ανάμνηση. Και να σκεφτεί κανείς πως αυτό ακριβώς το μνημονικό φορτίο – και κυρίως η απουσία του – είναι που καθιστά την παιδική ηλικία ως μια αναπότρεπτη πατρίδα κι έναν συνεχή τόπο επιστροφής του Μαυρουδή. Ο λόγος του ούτως ή άλλως διαπερνά τις μεθορίους της αυτοβιογραφικής, κριτικής, ημερολογιακής, δοκιμιακής, αφοριστικής, αφηγηματικής, ρεαλιστικής, φιλοσοφικής και ταξιδιωτικής γραφής. Οι δύσβατες πορείες των λογοτεχνικών περιοδικών, οι ποιητές που πηγαίνουν να διαβάσουν τα ποιήματά τους σε απομακρυσμένους τόπους, τα συναισθήματα που προκαλούν σημειώσεις και αφιερώσεις πάνω στα μεταχειρισμένα βιβλία, οι υπογραμμίσεις φράσεων που μας αιφνιδίασαν τερπνά κατά την ανάγνωση ενός βιβλίου (ένα κριτήριο για την αξία του;), μνήμες σιδηροδρομικών ταξιδιών και οδικών περιπλανήσεων, μια πινακίδα που δεν απλοποιεί έναν τύπο γραφής αλλά προσθέτει σε αυτόν, τα πάντα έχουν την διακεκριμένη θέση τους εδώ, μέχρι και μια γενναία γενεαλογία του εστετισμού, ισόποσα μοιρασμένη ανάμεσα στην αυτοσαρκαζόμενη αυτοβιογράφηση και την ευγενή αποποίηση.

Ιδιαίτερο στοιχείο στο κειμενικό πανόραμά του Μαυρουδή αποτελούν οι παλαιότερες και νέες αναγνώσεις της σπουδαίας λογοτεχνίας, στις οποίες ταξινομούνται, όπως αναφέρει ο ίδιος (αυτή τη φορά με αφορμή ένα κείμενο του Ρολάν Μπαρτ), συγγενή αισθήματα και επιβεβαιώνονται παραστάσεις του δικού του βλέμματος, με τις οποίες έχει συναντηθεί στο παρελθόν και τώρα τις βλέπει ως κρυσταλλώσεις ενός ξένου λόγου. Τα γραπτά αυτά μνημεία που ακτινοβολούν μια «εκθαμβωτική πνευματικότητα» επανέρχονται μέσω μιας σύγχρονης ανάγνωσης αλλά και των συναισθημάτων που προκάλεσαν και αναψηλαφώνται με νέες οπτικές και προβληματισμούς, είτε πρόκειται για την ανίχνευση των σκέψεων και των βλεμμάτων του Θανάτου στη Βενετία κατά την βισκοντική του μεταφορά, είτε για την διαπίστωση στον κατά Τσβάιχ Κόσμο του Χθες ενός υψηλού ευρωπαϊσμού (με την έννοια ενός κοινού αλφάβητου ανθρωπιστικού και αισθητικού πνεύματος) αλλά και ενός πνεύματος μιας πρώιμης παγκοσμιότητας

Από την άλλη πλευρά, δεν θα μπορούσε ούτε τώρα να λείπει η αμείλικτη, απολαυστικά σαρκαστική παρατήρηση των σύγχρονων εθνικών ηθών. Με κάθε ευκαιρία οι ακλόνητες εθνικές, φυλετικές και προσωπικές βεβαιότητες και μύθοι που χαρακτηρίζουν την νεοελληνική συνθήκη, την εθνική Ιστορία και την «κοινή γνώμη» υφίστανται ανελέητες ρηγματώσεις, όπως άλλωστε και κάθε δόγμα που με τις τακτικές του μας εμποδίζει να δούμε κριτικά τον κόσμο (όπως λόγου χάρη η παραμυθία της θρησκευτικότητας). Και εδώ ο εντοπισμός παραλληλισμών, π.χ. στη σκέψη του Λαμπεντούζα όσον αφορά τον λαό που πιστεύει πως είναι τέλειος και η ματαιοδοξία του οποίου είναι ισχυρότερη από την εξαθλίωσή του, ενώ κάθε ξένη παρέμβαση διαταράσσει την φαντασίωση της κατεκτημένης τελειότητας, δεν μπορεί παρά να είναι ερεθιστική, όπως και, αλλού, η ευθύβολη απορία Ευρωπαίου ελληνιστή παραθεριστή: Είστε ένας καφκικός, ένας καταδιωκόμενος λαός ή μήπως μια ασήμαντη ζωή με εχθρούς αποκτά σοβαρότερο περιεχόμενο;

Πάντα επιφυλακτικός απέναντι στον άνευ ορίων μοντερνισμό, την αφαίρεση και την νεωτερικότητα, ο Μαυρουδής διατηρεί έναν λόγο πεντακάθαρο και σαφή, διαρκώς εμπλουτιζόμενο από ένα ανεξάντλητο θησαυροφυλάκιο λέξεων και εκφράσεων. Επιλέγοντας τη μορφή των μικρόσχημων λεκτικών αρχιτεκτονημάτων υπαινικτικού λόγου, διαβρωτικού χιούμορ και αφοριστικής διάθεσης μας οδηγεί άμεσα και ακαριαία στην επιφάνεια μιας ποιητικής ατμόσφαιρας και στον βυθό ενός αποσταγμένου νοήματος. Τα πάντα μπορούν να μετατραπούν σε «είδη μικρών πνευματικών περιπετειών», πολύ περισσότερο όταν μπορούν να οδηγήσουν στη συνομιλία αισθημάτων και αισθητικής, στον εντοπισμό της αναντίλεκτης ομορφιάς, σε αστείρευτους προβληματισμούς περί τέχνης και γραφής, σε εικαστικές αποδόσεις των υπαρξιακών βασάνων.

Αν ό,τι απομακρύνεται είναι ποίηση τότε ό,τι καταγράφεται αξίζει επανανάγνωση. Και αντιστρόφως θα προσθέσω: οτιδήποτε αξίζει να ειπωθεί και να ξαναδιαβαστεί, πρέπει και να καταγράφεται. Έτσι ο ποιητής, που γίνεται ικανός πεζογράφος, εξοφλεί το χρέος προς ό, τι παρήλθε, ασκούμενος συγχρόνως στην τέχνη του να θυμάται.

Εκδόσεις Μελάνι, 2008, σελ. 308.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 91, Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2010 (κυκλοφ. 21.2.2011). Στην τελευταία φωτογραφία ένας εκ των εκλεκτικών συγγενών – συνομιλητών του συγγραφέα (Στέφαν Τσβάιχ).




Μαρτίου 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 1.035.341 hits

Αρχείο