Αρχείο για Απρίλιος 2011

30
Απρ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 31

Stephen Amidon, Security. A novel (2009)

Πάλλευκος οφθαλμός και ολόμαυρη κόρη στο βαθύτατο μπλε. Μια άποψη για το πλέον διεισδυτικό βλέμμα. Που άραγε λάμπει περισσότερο στο σκοτάδι;

Advertisements
29
Απρ.
11

Ολιβιέ Ρολέν – Πορτ-Σουδάν

Ήμουν στο Πορτ-Σουδάν όταν πληροφορήθηκα τον θάνατο του Α. κάμποσο καιρό μετά γράφει ο αφηγητής πάνω στο τραχύ χαρτί ενός τετραδίου αγορασμένου στο Χαρτούμ, γράφει για να επιβιώσει, καθώς φαντάζεται πως δεν υπάρχει άλλος λόγος για να γράφουμε. Είχαν γνωριστεί καμιά εικοσιπενταριά χρόνια νωρίτερα, μοιραζόμενοι τις μεγάλες και αόριστες προσδοκίες της αλλαγής του κόσμου και την προσμονή της περιπετειώδους ζωής. Αργότερα εκείνος διάλεξε τη λογοτεχνία κι ο αφηγητής τη θάλασσα, περιφερειακές και αβέβαιες δραστηριότητες που δεν πρόδιδαν εντελώς την ατέλειωτη ονειροπόληση. Έπεσαν μέσα: από τις κακές αυτές επιλογές χωρίς μέλλον, δεν θα συνέρχονταν ποτέ.

Μετά από χρόνια μεταφοράς φορτίων που σάπιζαν στις ακτές της Αφρικής, εξόκειλε εδώ στη στεριά, harbour manager σε ναυαγισμένο λιμάνι, όπου σιχαμερά υβρίδια σκύλου και ύαινας αναζητούν εντόσθια ψαριών κατά μήκος της όχθης, όπου συμμορίες λεηλατούν τα ριγμένα στον πορθμό πλοία. Όλη κι όλη η μετεωρολογία του είναι ο κλίβανος των σύννεφων, οι στρόβιλοι της τριζάτης άμμου από την έρημο της Νουβίας, η πόλη με τις αφυδατωμένες σάρκες σαν της μούμιας. Στο μοναδικό σουδανέζικο λιμάνι που μπορεί να δεχτεί μεγάλα πλοία, τα οποία όμως όλο και σπανιότερα κάνουν σκάλα εδώ, σ’ ένα τόπο με αναθυμιάσεις νεοαποικιοκρατίας, σαν μια τεράστια μαλθακή μηχανή που πασχίζει για την εξόντωση της σκέψης, μετράει τα ναυάγια γύρω του, αυτά τα καταφαγωμένα απ’ τη σκουριά μνημεία που μοιάζουν να σχηματίζουν μια γραμμή παμπάλαιων οχυρών που προστατεύουν μια νεκρόπολη. Σ’ αυτά τα ερείπια όμως βρίσκει γαλήνη, μόνος ή με συντροφιά με κάποια γυναίκα.

Πάντα αγαπούσα τα ναυάγια, είναι οι ματαιοδοξίες μου. Σύχναζα όσο πιο τακτικά μπορούσα σ’ εκείνα που φύλαγαν φρουρά μπροστά από τις στέγες, τις αποθήκες, τους γερανούς, τους τηλεγραφικούς πυλώνες του Πορτ – Σουδάν… Η παλίρροια, γεμίζοντας κι έπειτα αδειάζοντας αυτά τα κάστρα από λαμαρίνα, δημιουργούσε μια παράξενη και βάρβαρη μουσική, μια σύνθεση ρόγχων, σφυριγμάτων, θορύβων πιτσιλίσματος, που εναλλάσσονταν με υπόκωφους κρότους. Σμέρνες κολυμπούσαν …ξετυλίγοντας σαν μακριά πιτσιλωτά μαστίγια τους γλοιώδεις δακτυλίους τους που σύντομα τους τύλιγαν στην κοιλότητα κάποιας μηχανής…

Η καθαρίστρια του φίλου του Α. έμοιαζε σαν να περίμενε από καιρό την άφιξή του. Κι αρχίζει να του μιλάει για μια γυναίκα με κλίση περισσότερο στον ρεμβασμό παρά στο λόγο, μια γυναίκα «ημιπενθή», μια ensimistada (κλεισμένη στον εαυτό της). Έρμαιο των φόβων που δεν θα μπορούσε να τους προσδιορίσει, αλλά που ίσως είχε μάθει να τους χειρίζεται, ακόμη και να τους καλλιεργεί ως το πιο αναμφισβήτητο κομμάτι του εαυτού της. Τα πράγματά της έμοιαζαν ανά πάσα στιγμή έτοιμα για αναχώρηση ή ήταν τακτοποιημένα σαν να είχε μόλις επιστρέψει από ταξίδι. Λες και ήταν η εγκατάστασή της στο σπίτι του Α. σε μόνιμη αμφισβήτηση, σα να είχε στήσει έναν καταυλισμό όπως ένας νομάδας δίπλα σε πηγή που αμέσως μόλις εξαντληθεί θα την εγκαταλείψει ανεπιστρεπτί. Όσο για τον Α., θυμάται η καθαρίστρια, απομονωνόταν συχνά για να γράψει, και τότε έμοιαζε πως σαν να κατοικούσε με φόβο και δέος στην κατοικία ενός νεκρού. Τι τον συνέδεε άραγε με τον Α. και την προ εικοσαετίας Γαλλία;

Τότε δεν υπήρχε «κοινή γνώμη», είχαμε κρίσεις – δηκτικές συχνά, αποτελούσαν όμως έτσι, μου φαίνεται τουλάχιστον, πράξεις που δέσμευαν το πνεύμα, συχνά μάλιστα και το σώμα. Δεν πλέαμε μέσα σ’ αυτόν τον πλειοψηφικό πλακούντα που έβλεπα να τρέφει ένα μαλθακό πλήθος, ένα τεράστιο ζελέ διανοούμενων εμβρύων. Αντλούσαμε δύναμη και περηφάνια ανήκοντας στη μειοψηφία, προχωρώντας πίσω από σημαίες που τις κρατούσαν οι μεγάλοι παρίες. Η μοναξιά δεν ήταν ντροπή Λέξεις όπως τόλμη και θάρρος μας φαίνονταν ωραίες, υιοθετούσαμε, με φόβο, το σύνθημα σύμφωνα με το οποίο δεν είναι αναγκαίο να ελπίζεις για να επιχειρήσεις, ούτε να πετύχεις για να επιμένεις. Μ’ αυτόν τον τρόπο, δεν αποφεύγαμε πάντοτε την γελοιότητα, αλλά τουλάχιστον γλιτώναμε από τον κομφορμισμό.

Στο σπίτι του Α. βλέπει παντού τριγύρω τα σβησμένα τσιγάρα, ελάχιστα καπνισμένα, λεπτές φολίδες στάχτης, καρτέλες από φάρμακα, με τις άδειες πλαστικές κυψέλες τους, μπουκάλια παραταγμένα σε πυκνές γραμμές και φύλλα χαρτιού ζαρωμένα, σχεδιάσματα επιστολών που απηύθυνε σ’ εκείνη, εξορκίζοντάς την να συλλογιστεί καλύτερα το ανεπανόρθωτο που ετοιμαζόταν να διαπράξει, κι ένα ανεπίδοτο γράμμα του προς την παλιά τους φιλία, που τον έφερε ως εδώ. Ποτέ δεν αντικαθιστούσε τους λαμπτήρες όταν καίγονταν κι έτσι από βδομάδα σε βδομάδα το σκοτάδι κατακτούσε καινούργια εδάφη μες στο σπίτι.

Στο κρεβάτι απ’ το οποίο είχε λιποτακτήσει εκείνη, ο Α., όσο καιρό έζησε – και ήταν περίπου έξι μήνες – δεν άλλαξε ποτέ σεντόνια. Κανείς δεν ήξερε αν έπρεπε να αποδοθεί ετούτη η αμέλεια σε κάποιου είδους παράξενο φετιχισμό που θέλησε να συγκρατήσει και να αγαπήσει πέρα απ’ την απουσία, πάνω σ’ αυτό που είχε γίνει το καταγέλαστο μνημείο του νεκρού του έρωτα, το αποτύπωμα ενός σώματος που για καιρό είχε λατρέψει ή απλώς στην ξαφνική αδιαφορία του για το καθετί…

Στο νοσοκομείο όπου έφτασε ο Α., ρημαγμένος από την ανάμειξη αλκοόλ και αντικαταθλιπτικών χαπιών, ο αφηγητής γνωρίζει την νεαρή του νοσοκόμα, την Ούρια. Πρέπει να την βεβαιώσει πως δεν θα σοκαριστεί από τίποτα, πως γνωρίζει ότι «ο πόνος δεν είναι επίσημο δείπνο, ούτε ελεγειακή ποίηση, πως είναι αίμα και ιδρώτας και σκατά». Εκείνη που φρόντιζε τον Α. λέει τώρα στον αφηγητή πως «κάθε άνθρωπος φέρει μέσα του από τη γέννησή του, τοποθετημένες φύρδην μίγδην σαν ανακατεμένα τραπουλόχαρτα, τις αιτίες που μπορούν να προκαλέσουν είτε το χαμό του είτε την ευτυχία του». Πως όλοι οι άνθρωποι έχουν μια διπλή κλίση: σε κάποιους όμως είναι τόσο αμυδρή, ώστε τα νερά, απ’ όποια πλευρά κι αν κυλούν, ακολουθούν έναν γαλήνιο ρου, ενώ σε άλλους η παραμικρή βροχή γεννάει χείμαρρους που παρασύρουν τα πάντα στο πέρασμά τους.

Πριν έρθουν να τον μπουκώσουν με υπνωτικά, ο Α. πάσχιζε να ξαναβρεί την παλιά του οικειότητα με τις λέξεις. Όμως, έλεγε στην Ούρια, αυτές τον είχαν εγκαταλείψει, γιατί είναι κι οι ίδιες μια σωματική υπόθεση. Είχε συνηθίσει από την εφηβεία να ζει μαζί τους, να πολεμάει μαζί τους, να τις υποτάσσει και να υποτάσσεται, να τις νιώθει με όλο τον μηχανισμό του σώματός του. Όμως αυτές δεν ανταποκρίνονταν πλέον στα καλέσματά του, δεν έσπευδαν στη μάχη, δεν απαντούσαν πια στην πρόκληση. Τον άφηναν αποκλεισμένο από το σημείο απ’ όπου άλλοτε περνούσε το ρεύμα του λόγου.  Αλλά έχει κι ο αφηγητής τη δική του τραγική ιστορία με μια γυναίκα, με «μια προδοσία που δεν αφήνει τίποτα ακέραιο, ακόμα και το παρελθόν του οποίου αντιστρέφει και δηλητηριάζει εντελώς τη σημασία».

Όσο για τη λογοτεχνία…Είχα κάποιες φορές την εντύπωση ότι οι άνθρωποι ήταν σαν μεγάλα κούφια αγάλματα και ότι στο εσωτερικό τους βούιζε ένας μανιασμένος θόρυβος, κατακερματισμένος απ’ τον άτακτο πολλαπλασιασμός των αντηχήσεων: και η γραφή ήταν μια προσπάθεια να ενορχηστρωθεί αυτή η καθαρή βουή του χάους…Η γραφή θα πρέπει να ήταν η σύνθεση μιας μουσικής ανάμεσα στο πανδαιμόνιο και την αιώνια σιωπή.

Αν αυτό είναι λογοτεχνία, τότε ο Ολιβιέ Ρολέν πράγματι την συγγράφει. Είναι ο μόνος μέχρι συγγραφέας που έχει προσκληθεί τρεις φορές στο ταπεινό μας πανδοχείο (με την Μερόη και τα Τοπία Καταγωγής, ενώ έπεται και μια τέταρτη, για την Χάρτινη Τίγρη, βιβλία που μάς τα γνώρισε η Άγρα). Αν γινόμουν ποτέ συγγραφέας, θα ήθελα να γράφω σαν κι αυτόν. / Εκδ. Άγρα, 2001, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σ. 131 (Olivier Rolin, Port-Soudan, 1994)

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr

28
Απρ.
11

Lykke Li – Wounded rhymes (LL Recordings, 2011)

Λύκκε Λύκκε είσαι εδώ;

Girl, you’ll be a woman, soon… Τι; Έγινε κιόλας; Μα βέβαια: όταν η Σουηδή Li Lykke Timotej Zachrissonhas άρχισε να ηχογραφεί το παρθενικό της Youth Novels (κυκλοφ. 2008) ήταν 20 χρονών, τώρα έφτασε στα 25. Κι όχι ότι έκοψε τα θηλυκά θρηνάκια, αλλά αυτή τη φορά οι (στιχουργημένες) «εμπειρίες» είναι περισσότερες και τραυματικότερες, εμπνέοντας συνθέσεις περισσότερο οξείες. Ζώντας πλέον στο Los Angeles και κινούμενη ως την άλλη άκρη της Νέας Υόρκης μέσω ερήμων, έγραψε τα τραγούδια μαζί με τον παραγωγό της Bjorn Yttling (τον μεσαίο των Peter Bjorn and John), ο οποίος, γνώστης της πλούσιας ποπ παραγωγής, δεν τσιγκουνεύτηκε σε προϋπολογισμό πιατινιών, ξυλόφωνων, κρουστών, κρυστάλλινων κιθαρών και άλλων καμπανιστών.

Η Lykke ακούγεται ευχάριστα, αλλά μοιάζει πολύ μπλεγμένη. Σχεδόν πηδάει απ’ το ένα είδος στο άλλο κι από μια προσπάθεια προσωπικού ήχου στον εμπορικό πολτό. Το εναρκτήριο Youth Knows No Pain αμέσως χαιρετάει τα girl group των 60s αλλά γλιστράει στο χειρότερη μετεξέλιξή τους στο 70s (Runaways) και τα 80s (Bangles). Ξέρω πόσο ξενερωτικό και απομυθοποιητικό είναι να θυμίζει κανείς δυσάρεστες συνδέσεις σε υποτιθέμενα φρέσκα ονόματα αλλά οφείλουμε να είμαστε δίκαιοι. Ομοίως και το δεύτερο. Το Love Out Of Lust μας προσφέρει το πρώτο όμορφο αξιάκουστο πεντάλεπτο. Απηχεί ωραία την θηλυκή απόκοσμη ποπ των 50/60s (June June είσαι εδώ;) αλλά και [σ’ εμάς τους γαλουχημένους στα 80s την ποπ που παίχτηκε κατά κόρον από] τις Tallulah Gosh και τα δεκάδες άλλα ποπ γυναικεία σχήματα από τις ανεξάρτητες εταιρείες της εποχής.

Το Unrequited Love πάει προς τη μεριά που στοιχημάτιζα και στοιχηματίζω (με λιγότερα αυτή τη φορά) πως θα κινηθεί η LL.: μια δική της εκδοχή altamericanas, με «σκονισμένη» ακουστική κιθάρα και ‘shoo wop’ backing vocals. Πάνω που λες πως εδώ θα βολοδέρνει ψάχνοντας τον εαυτό της, έρχεται το Get Some, η επιλογή του οποίου ως σινγκλ επιβεβαιώνει τον αιώνιο κανόνα (: στο μεγαλύτερο ποσοστό επιλέγεται το εμπορικότερο κομμάτι του δίσκου, δηλαδή το χειρότερο). Μου φάνηκε πως ακούω Belle Stars, για να μην πω Bananarama…

Μιας και περιδιαβαίνονται όλα τα είδη που περπάτησαν γυναικείες φωνές, κρίμα είναι να μείνει απ’ έξω το garage. Ή τουλάχιστο έτσι μας μοιάζει με τις πρώτες νότες απ’ το οργανάκι του Rich Kids Blues. Στην συνέχεια το πράγμα κάπως λειαίνεται και παραμένει οριακά μόνο πίσω από την γκαραζόπορτα. Το Sadness Is A Blessing αποτελεί την δεύτερη αδιαφιλονίκητη συνθεσάρα, που σε ωθεί να βεβαιωθείς πως δεν πρόκειται για Σπεκτορική διασκευή των Ronettes, των Shangri-Las, των Shirelles (των οποίων άλλωστε συχνά διασκευάζει το Will You Still Love Me Tomorrow?). To συμπαθητικούλι Jerome καλύπτει το είδος της female σουηδοπόπ (που ελλείψει άλλων φάρων, συνηθίσαμε να παραπέμπουμε στις … Camera Obscura).

Το Wounded Rhymes αποτελείται σχεδόν ολοκληρωτικά από ιστορίες χαμένου ή καμένου έρωτα. Στο Sadness Is A Blessing η Λυκκία υποτάσσεται εθελοντικά, φιλοσοφικά και αναγεννητικά στην Θλίψη, γενόμενη το boyfriend και το girl της, ενώ στο Silent My Song τραγουδά πως δεν μπορεί να πει αν ζει ή αν απλά συνεχίζει (θυμίζοντάς μου μια σοφή κουβέντα που κάποτε μου δίδαξαν, μερικές φορές δεν χρειάζεται να χτυπιέσαι διαρκώς, αρκεί απλώς να επιβιώνεις). Αλλά οι φιλοδοξίες της φιλόδοξης δεσποσύνης μοιάζουν πολύ περισσότερες απ’ το να φτιάξει έναν απλό λυπημένο δίσκο ποπ αισθητικής ή έναν πλήρη ποπ δίσκο της αισθητικής της λύπης. Τη μία λάμπει στο βόρειο σέλας στις περιοχές των Royksopp (των οποίων τραγούδησε το Miss It So Much), την άλλη θέλει να ταιριάξει σε νεανικά ταινιάκια σαν το Twilight (στο οποίο περιλαμβανόταν κομμάτι της). Αν έμενε στην Σουηδία θα ήταν ένα μικρό αστράκι στον αχανή γαλαξία της σουηδικής indie-pop. Τώρα στην Δυτική Ακτή μέχρι και ποπ ειδωλάκι μπορεί να γίνει, με λίγη βοήθεια απ’ το μοντελάτο λουκ. Που με τη σειρά της προκαταλαμβάνει (αρνητικά) άλλους. Εύκολοι και δύσκολοι καιροί για δεσποινάρια σαν την Λ.Λ. [6.5/10]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

27
Απρ.
11

Εντουάρντο Γκαλεάνο – Καθρέφτες. Μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία

 Υπέρ Αδυνάτων

Αν η Μνήμη της Φωτιάς αποτελούσε την Άγραφη Ιστορία της αληθινής Αμερικής, οι Καθρέφτες αντανακλούν τις σκηνές που τέθηκαν στο περιθώριο της Επίσημης Ιστορίας (από τις απαρχές του κόσμου ως σήμερα)· τα γεγονότα και τις εκδοχές που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Ο Γκαλεάνο γράφει με τον γνωστό του τρόπο: τα αφηγήματά του είναι σύντομα αλλά περιεκτικότατα, η γλώσσα του απλή αλλά όχι χωρίς ποίηση, τα ιστοριογραφικά του σχόλια βασίζονται στη λογική αλλά εκφράζονται με πεντακάθαρη, σχεδόν παιδική ματιά – σα να προσκαλεί στη θέση του αφηγητή οποιονδήποτε «απλό» άνθρωπο. Ειρωνεία, ευφυείς παραλληλισμοί, αναλογίες και αντιστροφές συνδέουν περιπτώσεις που μπορεί να τις χωρίζουν αιώνες. Αυτή τη φορά η τεράστια σε όγκο βιβλιογραφία των πηγών αναπόφευκτα παραλείπεται.

Πολιτική, θρησκεία, τέχνη, ήθη, νομική, όλα τέθηκαν με κάθε δυνατό τρόπο στην υπηρεσία της εκάστοτε εξουσίας. Οι αρχαίες γιορτές των κύκλων της φύσης άλλαξαν όνομα, στις πλατείες που ηχούσαν τα ξεκαρδιστικά γέλια του κόσμου τώρα ακούγονται εδάφια από την Αγία Γραφή όπου κανείς ποτέ δεν γελά. Κανείς δεν αναρωτιέται γιατί οι σημερινοί Θεοί είναι ζηλιάρηδες και ανησυχούν για τον συναγωνισμό, εφόσον Εκείνοι είναι οι μόνοι αληθινοί. Μένουν οι επινοήσεις της Χριστιανικής Εκκλησίας (Καθαρτήρια, υποχρεωτικές εξομολογήσεις, άμμωμες συλλήψεις και η αιώνια ψησταριά της κόλασης – η απειλή της οποίας υπήρξε πάντα αποτελεσματικότερη των παραδείσων), μένουν οι εξακόσιες χιλιάδες φράσεις που αποδίδονται στον Μωάμεθ, από τις οποίες όσες καταριούνται τις γυναίκες μετατρέπονται σε αδιαμφισβήτητες ουράνιες αλήθειες.

Οι εθνικοί ύμνοι διακηρύσσουν την ταυτότητα του έθνους μέσα από απειλές, ύβρεις, αυτοπροβολή, δοξολογίες στον πόλεμο και το ιερό καθήκον να σκοτώσεις και να σκοτωθείς. Ο Διάβολος είναι κατά περίσταση μουσουλμάνος, Εβραίος, μαύρος, γυναίκα, ξένος, ομοφυλόφιλος, Τσιγγάνος, Ινδιάνος. Όταν ο Δαίμονας εμφανίστηκε με τη μορφή μιας υποτρόφου στο Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου, ο πρόεδρος Κλίντον δεν ανέτρεξε στην απαρχαιωμένες μεθόδους της Εκκλησίας αλλά επί τρεις μήνες χτυπούσε το Κακό βομβαρδίζοντας ανηλεώς τη Γιουγκοσλαβία.

Η γραφειοκρατία του πόνου βασανίζει στο όνομα της εξουσίας, έτσι ώστε η εξουσία να κρατιέται στη θέση της. Η ομολογία του βασανισμένου δεν αξίζει πολλά ή δεν αξίζει τίποτα. Αντίθετα η εξουσία ξεσκεπάζει το πρόσωπό της στις αίθουσες βασανισμούς. Όταν η εξουσία βασανίζει, ομολογεί πως τρέφεται από φόβο. (σ. 96). Η εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ, βασισμένη σε ομολογίες αιχμαλώτων πως εκπαιδεύτηκαν εκεί για τη χρήση χημικών και βιοχημικών όπλων το επιβεβαιώνουν. Ο Τομά Σανκάρα που άλλαξε το όνομα της Άνω Βόλτα σε Μπουρκίνα Φάσο, γη των ενάρετων ανθρώπων, είπε: «Η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μας αρνούνται τους πόρους γα να βρούμε νερό στα εκατό μέτρα, αλλά διατίθενται να σκάψουν πηγάδια τριών χιλιάδων μέτρων για την εξαγωγή πετρελαίου». Η Παραγουάη αφανίστηκε μέσω εξολόθρευσης δασκάλων και μαθητών, εξαφάνισης του εθνικού της αρχείου και υπέρογκου δανεισμού.

Ιστορίες που δεν θα μάθουμε ποτέ, που μας αφορούν ακόμα και σήμερα όσο ποτέ. Όταν γύρω στο 1890 ένας ταξιδιώτης επισκέφθηκε την πρωτεύουσα της Ουρουγουάης μίλησε κολακευτικά για «την πόλη όπου υπερισχύουν τα ζωηρά χρώματα». Τα σπίτια διέθεταν ακόμα προσόψεις κόκκινες, κίτρινες, γαλάζιες… Οι ειδήμονες εξήγησαν ότι παρόμοια βάρβαρη συνήθεια δεν ήταν αντάξια ευρωπαϊκής χώρας. Για να είσαι Ευρωπαίος έπρεπε να είσαι πολιτισμένος, δηλαδή σοβαρός, συνοφρυωμένος. Έκτοτε η πόλη ενδύθηκε με νόμο το γκρι χρώμα, το χρώμα που έχουν όλες οι μεγάλες πόλεις που μας απαγορεύουν να αναπνέουμε, να περπατάμε και να συνευρισκόμαστε. Ο συχνά αφηρημένος Πολ Γκογκέν έβαλε την υπογραφή του σ’ ένα δυο γλυπτά από το Κονγκό, ένα λάθος μεταδοτικό που επανέλαβαν οι Πικάσο, Μοντιλιάνι, Κλέε, Τζακομέτι, Ερνστ, και μάλιστα αρκετά συχνά, «γεννώντας» την μοντέρνα τέχνη. Η Ωδή στην Ελευθερία του Μπετόβεν λογοκρίθηκε κι έγινε Ωδή στη Χαρά, η Κόκα Κόλα έβαψε κόκκινο τον Άη Βασίλη.

Ηττημένοι και αδύναμοι υπήρξαν εσαεί απόντες από κάθε Ιστορία. Αμέτρητες γυναίκες υπέφεραν, εξ’ ορισμού εξόριστες από αυτήν, τα πάνδεινα. Η Έμιλυ Ντίκινσον, τέκνο μιας εποχής όπου οι άνδρες ασχολούνταν με την πολιτική και το εμπόριο και οι γυναίκες διαιώνιζαν το είδος και αρρώσταιναν, γόνος μιας τάξης που απαγόρευε να μιλήσει για τον εαυτό της, κλεισμένη στο δωμάτιό της επινοούσε ποιήματα που παραβίαζαν τους νόμους, τους κανόνες της γραμματικής και της έγκλειστης ζωής. Όλοι οι πρώτοι ρώσοι επαναστάτες αφανίστηκαν, η μορφή τους σβήστηκε από τις ιστορικές φωτογραφίες, το όνομά τους από τα βιβλία ιστορίας. Ο απαγορευμένος συγγραφέας Ισαάκ Μπάμπελ που κάποτε είπε: «επινόησα ένα νέο [λογοτεχνικό] είδος: τη σιωπή» δικάστηκε μέσα σε είκοσι λεπτά, αλλά η γυναίκα του πληροφορήθηκε την εκτέλεσή του δεκαπέντε χρόνια αργότερα. Οι ολυμπιονίκες Σμιθ και Κάρλος (Μεξικό 1968) που ύψωσαν τη σφιγμένη γροθιά με μαύρα γάντια, Μαύροι Πάνθηρες που καταγγέλλουν τον ρατσισμό στις ΗΠΑ, διώχθηκαν από τους αγώνες, αποκλείστηκαν από κάθε διοργάνωση, έμειναν άνεργοι, ο δεύτερος έπλενε αυτοκίνητα για ένα φιλοδώρημα.

Τόσες λανθασμένες ονομασίες («φυσικές» καταστροφές, λες και η φύση είναι ο θύτης κι όχι το θύμα, Ισπανικός «εμφύλιος»…), τόσες ειρωνείες: ο γιος του ποιητή Λουγκόνες επινόησε τα βασανιστήρια με ηλεκτροσόκ και σαράντα χρόνια αργότερα, η εγγονή του ποιητή, Πιρί Λουγκόνες, υπέφερε από βασανιστήρια από τις ανακαλύψεις του πατέρα της στις αίθουσες μιας άλλης δικτατορίας που εξαφάνισε χιλιάδες Αργεντινούς. Καθώς ηγέτες ακούνε φωνές από το υπερπέραν και σπεύδουν να απελευθερώσουν χώρες και λαούς ακόμα και στην άλλη άκρη της γης, ο Αμβρόσιος Μπιρς διαπίστωνε: Ο πόλεμος είναι ο δρόμος που επέλεξε ο Θεός για να μας μάθει γεωγραφία.

Σ’ έναν κόσμο όπου οι κατακτητές έχουν το άσυλο που τους παρέχει η ιστορία και την ατιμωρησία που τους εγγυάται η εξουσία υπάρχει χώρος για ομορφιά και δικαιοσύνη. Ένας τυφλός ταξιδιώτης έβλεπε με τα πόδια, ο Τζάνγκο Ράινχαρντ έκανε μυστική συμφωνία με την κιθάρα του (κάθε φορά που παίζει να του χαρίζονται τα δάχτυλα που του έφαγε η φωτιά στο τροχόσπιτο), ο Δον Κιχώτης, άλλη μια περιπέτεια της ελευθερίας που γεννήθηκε στις φυλακές (όπου βρισκόταν για χρέη ο Θερβάντες) περιφέρεται ακόμα στον κόσμο και στο τελευταίο γράμμα του στους γονείς του: Νοιώθω και πάλι στις φτέρνες μου τα πλευρά του Ροσινάντη. Ξαναπαίρνω τους δρόμους με την ασπίδα στο χέρι. Κι όπως είπε ο Λουμούμπα, κατηγορώντας την αυτοκρατορία της σιωπής: κάποια μέρα η Ιστορία θα πάρει το λόγο.

Εμείς είμαστε τα ανθρωπάκια: οι εξολοθρευτές των πάντων, οι διώκτες του πλησίον μας, τα μόνα ζώα που εφευρίσκουν τις μηχανές που επινοούν, τα μόνα που δηλητηριάζουν το νερό που πίνουν και τη γη που τα θρέφει, τα μόνα που βασανίζουν αλλά και τα μόνα που δημιουργούν λέξεις, για να μη χαθεί η πραγματικότητα και η μνήμη της, γράφει ο συγγραφέας. Και παρά την αφάνταστη σκληρότητα ζωής και θανάτου των αδυνάτων, μένει το ύστατο μάθημα ζωής από τον Ομάρ Καγιάμ (που προτιμούσε την ταβέρνα απ’ το τζαμί): για μας τους εφήμερους θνητούς, η μόνη αιωνιότητα είναι η στιγμή, και είναι προτιμότερο να την πιείς παρά να την κλάψεις.

Εκδ. Πάπυρος, 2009, μτφ. Ισμήνη Κανσή, σ. 373, με ευρετήριο (Eduardo Galeano, Espejos, 2008)

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 25 (άνοιξη 2011), Αφιέρωμα Literatura Latinoamericana [Λατινοαμερικανική Λογοτεχνία]. Στις φωτογραφίες: μια αυλή κάπου στην Αγκόλα, μια σχολική αίθουσα στην Καμπούλ.

26
Απρ.
11

Athens Review of Books τεύχος 17 (Απρίλιος 2011)

Ίσως αυτό δεν είναι ποίημα αλλά θα πω τουλάχιστον ό,τι νιώθω

Τώρα που πραγματικά χρειάζεται μια επανάσταση

όσοι υπήρξαν ένθερμοι οπαδοί της αδιαφορούν.

Την ώρα που η χώρα δολοφονείται και βιάζεται

η Ευρώπη αντί ν’ ανταποκριθεί στις εκκλήσεις για βοήθεια χασμουριέται.

Ενώ οι πολιτικοί επιλέγουν την αθλιότητα,

καμιά φωνή δεν τολμάει να τη στιγματίσει.

Η εξέγερση των νέων που ζητούσαν έναν νέο κόσμο ήταν απάτη,

η γενιά εκείνη υπέγραψε τη θανατική της καταδίκη.

Ακούει με απάθεια τις κραυγές όσων χάνονται

αφού δεν είναι παρά βάρβαροι που αλληλοσφάζονται

[…]

Αν το ποίημα Σεράγεβο αποτελεί το τελευταίο άκρο της σπουδαίας γραφής του Τσέσλαβ Μίλος, σίγουρα η ψυχή της βρίσκεται στην Αιχμάλωτη σκέψη, στο δοκίμιο που έγραψε το 1951 (έκδ. 1953) όταν εγκατέλειψε την διπλωματική υπηρεσία της Πολωνίας και ζήτησε πολιτικό άσυλο στη Γαλλία και στο οποίο αναλύονται οι εμπειρίες του από τους κύκλους των διανοούμενων στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και τη βαθμιαία προσαρμογή τους στο ολοκληρωτικό σύστημα και απομυθοποιείται κάθε ιδεολογική τους ψευδαίσθηση. Το κεντρικό κείμενο του τεύχος («Ο σταλινισμός ως φυσική καταστροφή και η αιχμάλωτη σκέψη», του Λεωνίδα Χατζηπροδρομίδη) αφιερώνεται στο μείζον αυτό έργο.

Ας ακολουθήσουμε ένα νήμα προς τον αιχμαλωτισμένο νου. Στο μυθιστόρημα του Στάνισλαβ Ιγνάτσι Βίτκιεβιτς Η απληστία (Βαρσοβία, 1932) οι ήρωες είναι δυστυχισμένοι, δεν έχουν καμία πίστη ούτε νιώθουν το νήμα της δραστηριότητά τους.  Αυτή η ατμόσφαιρα αδράνειας και έλλειψη νοήματος διαχέεται σε όλη τη χώρα, μέχρι που εμφανίζονται έμποροι – μυστικοί πωλητές του χαπιού Μούρτι – Μπινγκ, που φέρνει γαλήνη και ευτυχία. Η επίδραση της Νέας Πίστης στους διανοούμενους αναλύεται από τον Μίλος με βάση δυο κομβικά σημεία: αφενός το Κενό (που δημιουργείται από την έλλειψη θρησκείας, τη θέση της οποίας φιλοδοξεί να καλύψει η νέα φιλοδοξία), αφετέρου την Αναγκαιότητα (που χαρακτηρίζεται από το φόβο της σκέψης και την συνακόλουθη υποταγή του συγγραφέα).

Και κάπου εδώ εμφανίζεται ο όρος Κέτμαν, που ο Μίλος άντλησε από το βιβλίο του Γκομπινώ Les religions et les philosophies dans l’Asie centrale [Θρησκείες και φιλοσοφίες στην Κεντρική Ασία]. Πρόκειται για έναν τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς σε ολοκληρωτικά καθεστώτα, όπου η απόκρυψη της πραγματικής σκέψης, η διχασμένη προσωπικότητα, η διπλή ζωή ανάμεσα στη δημόσια εκφρασμένη άποψη και στο ατομικό πιστεύω απαιτούν μέγιστη επιδεξιότητα και συνεχή αφύπνιση. Αυτή η προσποίηση, η ηθοποιία στις χώρες των Λαϊκών Δημοκρατιών γίνεται στο δρόμο, στο γραφείο, στο εργοστάσιο ακόμα και στο δωμάτιο που κατοικείς. Στις χώρες των Λαϊκών Δημοκρατιών εμφανίζεται η περίπτωση της συνειδητής μαζικής ηθοποιίας. Ένα είδος ηθικού Κέτμαν αποτελεί ο χαφιεδισμός, που στον πολιτισμό της Νέας Πίστης συνιστάται ως αρετή του καλού πολίτη. Να λοιπόν Η Αιχμάλωτη Σκέψη: ανελεύθερη και κατευθυνόμενη, έχει ανάγκη το Μούρτι – Μπινγκ και χρησιμοποιεί το Κέτμαν για να επιβιώσει από τον φόβο και την βιαιότητα της εξουσίας. Και δυστυχώς ο άνθρωπος αποδεικνύεται ένα αδύναμο ον που έχει ανάγκη και τα δύο, για να ισορροπήσει σε τέτοιες συνθήκες.

Ο Μίλος ανήκει στους σπάνιους εκείνους διανοητές που δρουν, κρίνουν και αποφασίζουν παρά τα περιβάλλον τους και εναντίον του, σε αντίθεση μ’ εκείνους που δεν μπορούν να ξεφύγουν από το χάιδεμα και το χειροκρότημα της ομήγυρής τους: Τα λόγια μου είναι ισοδύναμα με διαμαρτυρία. Αρνούμαι το δικαίωμα στο Δόγμα να δικαιολογεί τα εγκλήματα που έγιναν στο όνομά του. Στον σύγχρονο άνθρωπο που λησμονεί πόσο άθλιος είναι σε σύγκριση με αυτό που μπορεί να είναι, αρνούμαι το δικαίωμα να κρίνει το μέλλον και το παρελθόν με τα δικά του μέτρα.

Ένα άλλο βιβλίο από τα ίδια ψυχρά κλίματα (François Fejto, Histoires des démocraties populaires) εξετάζεται από τον Νίκο Μαραντζίδη. Ο Φεϊτό υπήρξε βαθύς γνώστης της ιστορίας του κομμουνιστικού συστήματος, και ειδικότατος στα θέματα της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Εδώ ως σύστημα εννοείται το πολύπλοκο δίκτυο των κομμάτων – κρατών της ΕΣΣΔ και της Ανατολικής Ευρώπης, των κομμάτων του δυτικού κοινοβουλευτικού κόσμου και των κινημάτων που ελέγχονταν από κομμουνιστικά κόμματα. Παρά τις όποιες διαφορές, το πυκνό αυτό δίκτυο διαμόρφωσε κοινές συμπεριφορές και στρατηγικές, με ελάχιστο κοινό παρανομαστή την ευθυγράμμιση με τις στρατηγικές της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής και το ιδεολογικό μοντέλο πολιτικής ανάπτυξης. Δημιουργείται λοιπόν μια διαρκής διελκυστίνδα ανάμεσα στην ομοιομορφία και την διαφορετικότητα, μια σύγκρουση ανάμεσα στην διεθνιστική λειτουργία και την εθνική στρατηγική [δηλ. την συστημική /τελεολογική / ιδεολογική και την ειδικότερη ιστορική / κοινωνική / εθνική διάσταση] που απέκτησε το χαρακτήρα διλήμματος ανάμεσα στο καθήκον για την προάσπιση της ΕΣΣΔ και την υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων.

Η μεταπολεμική μετατροπή των κρατών της Ανατολικής Ευρώπης σε Λαϊκές Δημοκρατίες υπό τον απόλυτο έλεγχο της ΕΣΣΔ και η πλήρης ευθυγράμμιση των κομμουνιστικών κομμάτων (με εξαίρεση την Γιουγκοσλαβία) στις αποφάσεις της Διεθνούς και της Μόσχας δεν απέτρεψε μια νέα διάσταση που το διεθνές κίνημα δεν ήταν έτοιμο να αντιμετωπίσει: την μετατροπή του κόμματος σε κρατική οντότητα και την συνακόλουθη διάρρηξη της διεθνούς του ενότητας (η βαλκανική ρωγμή του Τίτο, η πρώτη αμφισβήτηση του Στάλιν). Ακολούθησε η (αρχικώς) μυστική έκθεση του Χρουστσόφ, τα γεγονότα της Ουγγαρίας, η συνειδητοποίηση πως η αποσταλινοποίηση δεν μπορούσε να οδηγήσει σε αμφισβήτηση του γεωπολιτικού συστήματος που ο ίδιος ο Στάλιν είχε εφαρμόσει, η σοβιετο – κινεζική σύγκρουση και η απομάκρυνση της Αλβανίας και της Ρουμανίας από την σοβιετική επιρροή, ενώ η Άνοιξη της Πράγας και η εμφάνιση ενός αντίθετου από το σοβιετικό μοντέλο σοσιαλισμού άνοιξε το κουτί της Πανδώρας για την ενότητα του κομμουνιστικού κόσμου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η παρουσίαση βιβλίου του Χρήστου Χρυσόπουλου Ο Βομβιστής του Παρθενώνα από την Δέσποινα Μαργωμένου [«Βέβηλα θραύσματα;»], που φιλοδοξεί την αρχαιολογική του ανάγνωση, αποφεύγοντας τις ήδη κατατεθειμένες από τις σκοπιές της λογοτεχνίας, της ιστορίας της τέχνης ή της σύνδεσης με σύγχρονες πράξεις βίας (κατά μνημείων ή γενικά). Οδηγό στην ανάγνωση αυτή αποτελεί η διαπίστωση πως από το Παρελθόν (που μέχρι σήμερα τόσο αισιόδοξα οι αρχαιολόγοι ανασυνέθεταν κι εξιστορούσαν με βάση τα υπολείμματά του) τελικά αποκλείονταν άλλα παρελθόντα, φωνές, ανθρώπους και ιστορίες, ενώ τα τέχνεργα – και όχι τα καλλιτεχνήματα ή τα μοναδικά αντικείμενα/μνημεία – εντάσσονται πλέον σε πολλαπλές αφηγήσεις προκαλώντας φωνές που δεν είχαν μέχρι τώρα θέση στην Ιστορία. Όπως ο σύγχρονος αρχαιολογικός λόγος σέβεται την αποσπασματικότητα του κειμένου κι αντιστέκεται στον πειρασμό της ανασύνδεσης, έτσι και τα θραύσματα προσώπων και γεγονότων (στα οποία προσδίδονται έντεχνα και παραπλανητικά «υλικές» διαστάσεις) που παραδίδει το κείμενο του Χρυσόπουλου είναι αδύνατο να ερμηνευτούν και να ενταχθούν σε κάποια ενιαία αφήγηση.

Τα υπόλοιπα ευρύχωρα μονοσέλιδα έως και εξασέλιδα της εφημερίδας τιτλοφορούνται: Η Κύπρος και η βάσανος της ιστορίας, Διάλογος (προς ένα νέο ομηρικό ζήτημα), Χέρμαν Μέλβιλ και Μοντερνισμός, Και όμως η Goldman Sachs δεν κυβερνάει τον κόσμο, Ο μονοπωλιακός συνδικαλισμός και η ωφελιμότητά του, Ο τυφλός αντιαμερικανισμός και μερικές από τις συνέπειές του, Ποίηση και εθνικη ιδεολογία, Ο Καντάφι, το λιβυκό αίνιγμα και η Διεθνής Κοινότητα, Η πορεία των Ελλήνων Εβραίων από τον θάνατο στη ζωή, Φιλελευθερισμός τότε και τώρα, Ποιος είναι ευτυχής και πότε (Τόμας Νέιγκελ), Τι σημαίνει καλή ζωή; (Ρόναλντ Ντουόρκιν) κ.ά.

Σε τι χρησιμεύει η ποίηση μετά το Άουσβιτς; Τι νόημα έχει η ποίηση μετά τη Σρεμπρέντισα, την Κολίμα, τη Σάμπρα και Σατίλα, την Καμπότζη, τη Ρουάντα, τη Νέα Υόρκη [11/9]; Και όμως, ακριβώς λόγω των παραπάνω και πολλών άλλων φρικαλεοτήτων στις οποίες νικήθηκε η ανθρώπινη ουσία, αυτό το ερώτημα θα μπορούσαμε να το θέσουμε με εντελώς διαφορετικό τρόπο: Και τι θα γινόταν αν δεν υπήρχε η ποίηση; Αν δε φυσούσε ο άνεμος, όλη τη Γη θα την κάλυπτε αφόρητη δυσοσμία. Τι νόημα έχει η ποίηση που δεν σώζει λαούς και ανθρώπους; (Τσ. Μίλος)

Στις φωτογραφίες: ο Ceslav Milosz, το εξώφυλλο μιας έκδοσης του Αιχμάλωτου Νου και ο François Fejto (ανάμεσα στους François Bondy και Ignazio Silone). Μτφ. των στίχων του Μίλος: Χάρης Βλαβιανός.

25
Απρ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 91

ter Esterházy, Μια γυναίκα, εκδ. Ποταμός, 2003, μτφ. Μανουέλα Μπέρκι, σ. 48, 17-18.

(16)

Η αλήθεια είναι ότι εγώ δεν θεωρούσα καταστροφικό το γεγονός ότι τα κορμιά μας δεν λαμπαδιάζουν πλέον, αφού ακόμα και από μια απροθυμία μπορούν να ξεπηδήσουν ωραία πράγματα. Επιπλέον εγώ τη βρίσκω ακόμα και να είμαι απλά ξαπλωμένος δίπλα της και το χέρι μου να κρέμεται στον κόρφο της. Εκείνη δεν μιλάει γι’ αυτό, εκείνη μιλάει πάντα για το συνολικό θέμα, ενώ εγώ πάντοτε για τις λεπτομέρειες, και οι λεπτομέρειες από τη φύση τους είναι εν μέρει πάντα εντάξει, το σύνολο όμως δεν είναι.

(6)

Γι’ αυτό και μόλις τις αντικρίσω σε πεδίο κατάλληλο για φιλιά, και την σήμερον σπανίζουν τα μέρη που υπόκεινται σε απαγορεύσεις προβολής του ατομικού ή δημοσίου αισθήματος, της αρετής ή της ευλάβειας, τότε αρχίζω να τρέχω αμέσως προς το μέρος της σαν φιγούρα κινούμενου σχεδίου, με τα πόδια στο σβέρκο, και μπαμ, τρακάροντας πάνω της, πέφτοντας με φόρα ο ένας πάνω στον άλλο, χωρίς να κοντοσταθώ, γιατί ξέρω πως τότε θα με χτυπήσει, θα μου ορμήσει αυτό το ταγκιασμένο κενό, η κλούβια απουσία της απουσίας, το σαπισμένο τίποτα…

Μνήμη Γιώργου Κάτου

24
Απρ.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 45. Μιχάλης Μοδινός

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Να πούμε καλύτερα «καθοριστικοί»; Λοιπόν από Έλληνες ο Ροΐδης, ο Καραγάτσης και κυρίως ο Άρης Αλεξάνδρου με το Κιβώτιό του. Τώρα, οι μεγάλες μου επιρροές υπήρξαν ο Ουίλλιαμ Φώκνερ και ο Μαξ Φρις. Το ύφος τους και η θεματική τους με στοίχειωναν ακόμη και στην «επιστημονική» μου περίοδο. Ακόμη δεν ξέρω αν έχω ανεξαρτητοποιηθεί. Άλλοι καθοριστικοί και αγαπημένοι μαζί: Φλωμπέρ, Μέλβιλλ Κόνραντ, Τόμας  Μαν, Καμύ, Ντος Πάσσος, Μίσιμα, Χάινριχ Μπελλ, Ναμπόκοφ, Κάρσον ΜακΚάλλερς, Νόρμαν Μέηλερ. Κι από τους πιο σύγχρονους, Ούγκο Κλάους, Τζούλιαν Μπαρνς, Τζ. Μ. Κουτσί, Τζων Μπάνβιλλ, Χανίφ Κιουρέισι, Μπολάνιο…η λίστα είναι μεγάλη.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Τώρα εδώ θα χρειάζονταν σελίδες. Ας πούμε τα καλύτερα των πιο πάνω αγαπημένων συγγραφέων. Καθοριστικά για μένα το Χώκλμπερρυ Φινν, το Μόμπυ Ντικ, το Ο Φύλακας στη Σίκαλη, και σε ενήλικη φάση το Homo Faber, ο Οδυσσέας, το Ομαδικό Πορτρέτο με μια Κυρία, το Μαγικό Βουνό, τα λεγόμενα «romans durs» του Σιμενόν όπως το Βρώμικο Χιόνι. Από την πιο σύγχρονη παραγωγή η Ατίμωση του Κουτσί, Ο Παπαγάλος του Φλωμπέρ του Μπαρνς, η Εξιλέωση του ΜακΓιούαν, το Εμπάιρ Φολλς του Ρίτσαρντ Ρούσσο, οι Άγριοι Ντετέκτιβ του Μπολάνιο, η Θάλασσα του Μπάνβιλλ.    

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Ο Συριανός Σύζυγος του Ροΐδη. Όλος ο Τσέχοφ. Ο Σαμ Σέπαρντ και ο Ρέημοντ Κάρβερ. Τα ταξίδια με τη θεία μου του Γκράχαμ Γκρην. Πάντως έχουμε εσχάτως μια άνθιση της μικρής φόρμας και στην Ελλάδα με εντυπωσιακά παραδείγματα την Μαρία Κουγιουμτζή, τον Θανάση Οικονόμου, αλλά και τους πλέον κλασσικούς στο είδος Αχιλλέα Κυριακίδη και Τάσο Γουδέλη.    

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Βασιλική Γεωργιάδου.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Διαρκώς αναρωτιέμαι τι κάνουν, πού βρίσκονται. Κάποτε νοιώθω πως έχουν  γίνει η σκιά μου αν και ουδέποτε αποκαλύπτονται για να μου πουν τα νέα τους. Ευτυχώς κάποιοι είναι αμετάκλητα νεκροί όπως ο Στρατής Ταταράκης του Μεγάλου Αμπάι και η κυρία Ζεπαρντιέ της Σχεδίας. Σ’ ό,τι αφορά τα φαντάσματά τους, ας το αφήσουμε για μια άλλη φορά. Κάπου θα περιφέρονται..

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Βάλτερ Φάμπερ του Homo Faber. Φυσικά η Μαντάμ Μποβαρύ και η Άννα Καρέννινα. Ο Κουρτς του Κόνραντ στην Καρδιά του σκότους. Ο Στέφεν Ντένταλους του Οδυσσέα. Ο ίδιος ο Οδυσσέας. Ο δικός μου Νικ της Χρυσής Ακτής.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Μα βέβαια. Γράφω υπό τις πλέον αντίξοες συνθήκες.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Οι ιδέες έρχονται αποκλειστικά στο γραφείο, μετά από εντατικό διάβασμα. Το αγωνιώδες ερώτημα είναι πάντα αν η αρχική σύλληψη συνιστά θέμα προς πραγμάτευση – αν δηλαδή μπορεί να απολήξει στην ευγενή μορφή του βιβλίου που έλεγε και ο Βιντάλ – Νακέ. Μετά έρχονται οι προκαταρκτικές ενοχές: μα αξίζει να ταλαιπωρώ το κοινό με τις ιστορίες μου; Έχω να προσθέσω κάτι; Θα υπέχει προστιθέμενη αξία στο τέλος της πορείας; Πάντως όταν επιτέλους καθίσω να γράψω η ιδέα έχει ωριμάσει και γίνομαι ταχύτατος. Η πρώτη γραφή μένει για μήνες ή και χρόνια στο συρτάρι μέχρι να σιγοψηθεί σε χαμηλή φωτιά. Προστίθενται άπειρα υλικά, γίνονται αλλαγές αλλά πρόκειται συνήθως για γαρνιτούρα. Το βασικό μενού παραμένει  το ίδιο με την πρώτη στιγμή της σύλληψης.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν υπάρχει ειδική διαδικασία. Παλιά άκουγα τζαζ όταν δούλευα, τώρα πια δεν με βοηθάει η μουσική, το αντίθετο. Ακούω –και παίζω- κυρίως μουσική με μαύρες επιρροές από το μπλουζ ως την σόουλ.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Ας περιοριστούμε στα μυθιστορήματά μου και ας αφήσουμε τη θεωρητική μου δουλειά για άλλη φορά. Είναι όλα τους παιδιά μου αν και αγαπώ κάπως περισσότερο την Χρυσή Ακτή ως πρωτότοκο αλλά και ως εξαιρετικά επίκαιρο. Εκδόθηκε κάπως νωρίς -το 2005- και είναι κρίμα γιατί τώρα είναι που έχει δραματική επικαιρότητα καθώς απεικονίζει τον εκφυλισμό της ελληνικής κοινωνίας και την φθορά των ευρωπαϊκών ιδεών. Είναι ένα προείκασμα της κρίσης και ταυτόχρονα μια προαναγγελία κάθαρσης. Το μακέλεμα των αρχετύπων του νου είναι ίσως η κεντρική ιδέα του βιβλίου, όπως υλοποιείται μέσω του πόθου για φυγή του κεντρικού ήρωά μου.

Ο Μεγάλος Αμπάι είναι η δική μου εκδοχή της Καρδιάς του Σκότους. Συχνά θυμίζει ταξιδιωτικό χρονικό, άλλοτε επιστημονικό δοκίμιο, κι άλλοτε ιστορική μαρτυρία για την πρώιμη αποικιοκρατία. Είναι ένα μεικτό είδος στο μεταίχμιο μυθοπλασίας και δοκιμιογραφίας αλλά παραμένει ένα κλασσικό μετααποικιακό μυθιστόρημα με θέμα την αναζήτηση των πηγών του Νείλου, και τις συγκρούσεις Φύσης -Πολιτισμού, Ευρώπης –Αφρικής, Επιστήμης – ιστορίας, γραμμικότητας και κυκλικότητας στη σύλληψη της ιστορίας. Το επιστημολογικό παράδοξο της ανακάλυψης των πηγών στοιχειώνει τους ήρωες. Οι αντιλήψεις για τη φύση και τους Αγρίους εξελίσσονται στη διάρκεια αυτού του μεγάλου οδοιπορικού που είναι εντέλει και μια κλασσική περιπέτεια.

Η Επιστροφή είναι ένα εξαντλητικό χρονικό της κατάρρευσης της ελληνικής περιφέρειας. Εξαιρετικά επίκαιρο αφού εξελίσσεται σε παρόντα χρόνο, απεικονίζει την Ελλάδα των σκανδάλων, της κυριαρχίας των ΜΜΕ, της γήρανσης του πληθυσμού της υπαίθρου, της υποπαραγωγικότητας και της αυθαιρεσίας. Ο διωκόμενος από τα μήντια και τις διαψεύσεις της ζωής ήρωάς μου καταφεύγει στο πατρογονικό σπίτι στο Νότιο Πήλιο για να ξεφύγει από τους διώκτες του και να επαναβαπτισθεί στις φυσικές συντεταγμένες και τη μνήμη. Βασικός αφηγητής ένας ιδιότυπος χορός γερόντων που μιλά σε πρώτο πληθυντικό. Πρόκειται για μια Οδύσσεια όπου η Ιθάκη αποδεικνύεται πως είναι το εφαλτήριο για μια επανεκκίνηση. Η ανθρώπινη περιπέτεια δεν έχει τέλος.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Εδώ θα γίνω πιο αναλυτικός μιας και μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη η Σχεδία. Το κεντρικό ερώτημα με το οποίο καταπιάνεται το βιβλίο είναι πώς γίνεται η καταστροφή τέχνη; Τι μένει εκτός του πλαισίου του ζωγραφικού πίνακα. Τι έχει προηγηθεί. Και ποια η συνέχεια της ανθρώπινης περιπέτειας μετά τα χτυπήματα της μοίρας.

Τα δραματικά γεγονότα, τα ιστορικά πρόσωπα και οι κοινωνικές συγκρούσεις που συνοδεύουν την παραγωγή του περίφημου πίνακα του Τεοντόρ Ζερικώ Η Σχεδία του Μέδουσα στη μεταναπολεόντεια Γαλλία –εμπνευσμένος από ένα ναυάγιο στα ανοιχτά της Αφρικής και το πολιτικό σκάνδαλο που ακολούθησε- είναι το θέμα του βιβλίου, όπως τα αφηγείται στο ημερολόγιό της μια γυναίκα – Ροβινσώνας, η κυρία Ζεπαρντιέ. Ταυτόχρονα, λειτουργώντας ως Μούσα του πατέρα του κινήματος του Ρομαντισμού, τροφοδοτεί τον ζωγράφο με υλικό από την περιπετειώδη ζωή της αλλά και με εισροές για το πολιτικό πλαίσιο της εποχής, την διάδοση των ιδεών του Διαφωτισμού και την αποικιοποίηση του κόσμου. Αν και φαινομενικά άσχετο με τις τελικές επιλογές του καλλιτέχνη, το υλικό αυτό προσδίδει στο έργο τέχνης την αρχετυπική του αξία και στους θεατές την κάθαρση. Η μορφή του πίνακα που επιβίωσε ως τις μέρες μας προϋπέθεσε γενναίες αποφάσεις και απόρριψη των αδόκιμων μυθοπλαστικών εκδοχών.

Η ιστορία έχει λοιπόν ως εξής: Η κυρία Ζεπαρντιέ, επισκέπτεται τον νεαρό ζωγράφο Τεοντόρ Ζερικώ, στο εργαστήρι του στην Μονμάρτρη. Έχει πολλά να του αφηγηθεί για τη ζωή της και, κυρίως, την ιστορία του ναυαγίου της βασιλικής φρεγάτας Μέδουσα που είχε σαλπάρει τον Ιούνιο του 1816, επικεφαλής ενός στολίσκου, για την ίδρυση μιας γαλλικής αποικίας στην Σενεγάλη, στις δυτικές ακτές της Αφρικής. Πρόκειται για ένα μείζον πολιτικό σκάνδαλο που απασχόλησε επί πολύ την  μεταναπολεόντεια Γαλλία της Παλινόρθωσης και των Βουρβόνων. Όχι μόνο γιατί το Μέδουσα ήταν το καμάρι  του βασιλικού ναυτικού, αλλά διότι με μια σειρά παραλήψεων και λαθών αποκαλύφθηκε  η ανεπάρκεια της μετεπαναστατικής διοίκησης, και η αδιαφορία των αρχών για τους ναυαγούς. Πράγματι, οι μη ευνοούμενοι του νέου καθεστώτος αφέθηκαν στην τύχη τους να επιβιώσουν πάνω σε μια σχεδία στα ανοιχτά της Μαυριτανίας, με ελάχιστα εφόδια, χωρίς όργανα ναυσιπλοΐας και χάρτες, ενώ οι επίσημοι διέφυγαν με τις ναυαγοσωστικές τους λέμβους. Το αποτέλεσμα ήταν να επακολουθήσει αλληλοσφαγή, θάνατοι από πείνα και δίψα ακόμη και καννιβαλισμός, μέχρι να περισωθούν ελάχιστοι από τους ναυαγούς.

Πώς όμως η καταστροφή γίνεται τέχνη; Πώς η ιστορία της σχεδίας του Μέδουσα μπορεί να απεικονίσει την ανθρώπινη περιπέτεια; Ο Ζερικώ αποφασίζει ότι αυτό είναι το μεγάλο θέμα που θα του χαρίσει την αιώνια φήμη. Απομονώνεται στο εργαστήριο του και προσλαμβάνει την κυρία Ντεπαρντιέ ως αφηγητή των δραματικών γεγονότων και όχι μόνο. Η γυναίκα- Ροβινσώνας υποχρεώνεται να εξιστορήσει μεγάλο μέρος της ζωής της – την διαβίωσή της στην ολλανδική αποικία της Σουρινάμ, την απώλεια του συζύγου και του  γιου της, την φυγή της στην Μπαΐα της Βραζιλίας, την μεταφορά των μηνυμάτων του Διαφωτισμού στις αποικίες, την διαβίωσή της σε ένα ερημονήσι με τον πιστό της αφρικανό υπηρέτη, τέλος τα περιστατικά που προηγήθηκαν του ναυαγίου του Μέδουσα. Πρόκειται για θραύσματα μιας αφήγησης που παραμένουν εκτός πλαισίου του πίνακα, για στοιχεία μιας ζωής που ο Ζερικώ αξιοποιεί χωρίς να ζωγραφίζει.

Παράλληλα η κυρία Ζεπαρντιέ καταγράφει στο προσωπικό της ημερολόγιο τις μέρες της κοντά στον Ζερικώ μέχρι την μεγάλη Έκθεση του 1819 στο Λούβρο, που παρά τις διχογνωμίες, θα εγκαθίδρυε τον πίνακα ως απαρχή του κινήματος του ρομαντισμού και τον ζωγράφο ως πατέρα του. Πράγματι ο Ζερικώ, αξιοποιώντας στα προσχέδιά του τις αφηγήσεις των επιζώντων, κατάφερε να προδώσει διαχρονικότητα στην ανθρώπινη τραγωδία, υπερβαίνοντας την πολιτική συγκυρία,  δίνοντας προτεραιότητα στο συναίσθημα και αφήνοντας ανοιχτά τα ενδεχόμενα για μια συνέχεια στην περιπέτεια του ανθρώπου που τελικά δεν λυγίζει από τα χτυπήματα της μοίρας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Έχω δουλέψει ως μηχανικός στον Τρίτο Κόσμο, ως εμπειρογνώμονας διεθνών οργανισμών, ως περιβαλλοντολόγος, ως πανεπιστημιακός, ως δημοσιογράφος, ως εκδότης, ως μέλος μη κυβερνητικών οργανώσεων, ως δημόσιος λειτουργός. Το κράτος προσέφερε ανέκαθεν μια στοργική αγκάλη στη χώρα μας και όχι μόνο. Να δούμε μέχρι πότε.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Διαπιστώνουμε πως προτιμάτε ιδιαίτερα να παρουσιάζετε, μεταξύ άλλων, έργα που σχετίζονται με ταξιδιωτική λογοτεχνία ή αφορούν τις λιγότερο «προβεβλημένες» περιοχές του κόσμου και τους αντίστοιχους πολιτισμούς.

 Δεν είναι εντελώς αλήθεια αυτό. Έχω ασχοληθεί ιδιαίτερα με την αμερικανική λογοτεχνία και γενικότερα με τα κυρίαρχα αγγλοσαξωνικά πολιτισμικά ρεύματα. Μ’ ενδιαφέρει πάρα πολύ η σχολή του Southern Gothic (ΜακΚάλλερς, Φώκνερ, Τέννεσσι Γουίλλιαμς, Σέργουντ Άντερσον) ενώ έχω ασχοληθεί συστηματικά και με την λατινοαμερικάνικη παραγωγή.  

Η ενασχόληση με την επιστήμη σας αλλά και με την κριτική λογοτεχνίας σάς κλέβουν συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνονται «συγγραφικά» με κάποιο τρόπο;

Καλή ερώτηση. Η επί πολλά χρόνια ενασχόληση με το περιβάλλον, τον Τρίτο Κόσμο  και την ανάπτυξη έδωσαν πολλά βιβλία που έγιναν μπεστ σέλλερ στον καιρό τους με πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα το Μύθοι της Ανάπτυξης στους Τροπικούς και το Από τη Εδέμ στο Καθαρτήριο. Το γεγονός ότι πρόκειται για δοκίμια ή βιβλία ερευνητικού χαρακτήρα που κινούνται στο μεταίχμιο εθνολογίας, γεωγραφίας, ταξιδιωτικών εντυπώσεων και περιβαλλοντικής έρευνας με οδήγησαν σ’ ένα πρωτότυπο είδος γραφής με χρήση της πρωτοπρόσωπης αφήγησης παρά το ότι το αντικείμενο των βιβλίων μου εκείνων ήταν «επιστημονικό». Το είδος αυτό τιτλοφορήθηκε «Οικογεωγραφία» και άνοιξε το δρόμο για μια σύντηξη του παρατηρητή με το αντικείμενο της αφήγησης παρόμοια με αυτής που υιοθετείται στη σύγχρονη ανθρωπολογική έρευνα. Από κει και πέρα, η στροφή προς την μυθοπλασία ήταν εύκολη αν και απαίτησε χρόνια συστηματικής δουλειάς, εντρύφηση στους κλασσικούς από τον Σταντάλ ως τον Ντοστογιέφσκι, συστηματικό ξαναδιάβασμα έργων που καθόρισαν τη νεότητά μου.

Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και σήμερα αντλώ υλικό από προγενέστερες έρευνές μου και κάνω μια λογοτεχνία που θέλω να έχει αναπαραστατική ακρίβεια. Αυτό έκανα στον Μεγάλο Αμπάι που είναι προϊόν δεκαετούς έρευνας στην Αφρική και ειδικότερα στη λεκάνη απορροής του Γαλάζιου Νείλου. Ή Στην Επιστροφή που αναλύει την ελληνική περιφέρεια και ειδικότερα το Νότιο Πήλιο. Οι τόποι με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα και πιστεύω ότι στην καλή λογοτεχνία έχουν πάντα κεντρικό ρόλο στην αφήγηση. Δεν ξέρω τι θα ήταν η Μαντάμ Μποβαρύ χωρίς καλή γνώση της επαρχιακής Γαλλίας, ή το Φως τον Αύγουστο χωρίς εξαντλητική καταγραφή της ανθρωπογεωγραφίας του Αμερικανικού Νότου. Σκεφθείτε τον Τουαίν τον Μέλλβιλλ ή στις μέρες μας τον Μάρκες, τον περίφημο εκείνο Παραγουανό τον Αουγκούστο Ρόα Μπάστος. Η γεωγραφία είναι παρούσα και καθορίζει την πορεία των ηρώων. Αποκορύφωμα του θριάμβου της γεωγραφίας στην μοίρα των ηρώων είναι φυσικά η μυθική Κομητεία Γιοκναπατάουφα του Φώκνερ. Με άλλα λόγια τίποτα δεν θα ήταν στη λογοτεχνία αυτό που είναι αν άλλαζαν οι χωρικές συντεταγμένες. Ακόμη και στη πεζογραφία «δωματίου» οι απόηχοι του έξω κόσμου έχουν τη σημασία τους.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Νέα Εστία για τον κλασσικισμό και τη μακροβιότητά της. Αλλά υπάρχουν και άλλα εξαιρετικά λογοτεχνικά έντυπα όπως το Πλανόδιον, Το Δένδρο, η Λέξη, η Οδός Πανός, το Εντευκτήριο… Νομίζω πάντως ότι ένα είδος επανάστασης στο χώρο του βιβλίου και γενικότερα των ιδεών έχουν επιφέρει με την έκδοσή τους τα δίδυμα έντυπα Athens Review of Books και The Books Journal.

Υπήρξατε ιδρυτής και εκδότης του μηνιαίου περιοδικού Νέα Οικολογία (1984 – 1997), που είχε εισάγει νέα ήθη στην τότε ελληνική πραγματικότητα. Τι θυμάστε από εκείνη την εμπειρία, τι σας μένει σήμερα;

Πολλά.. σχεδόν τα πάντα. Τι να πρωτοαναφέρω; Η Νέα Οικολογία υπήρξε ένα εργαστήρι ιδεών, ένας πρωτοποριακός φορέας που εισήγαγε στην τόπο την οικολογική προβληματική, την κριτική της ανάπτυξης, την νέα πολιτική ατζέντα. Έδωσε επίσης το εναρκτήριο λάκτισμα στο πράσινο κίνημα. Θλίβομαι με το υποβάθμιση της περιβαλλοντικής πραγματικότητας σήμερα και συχνά αναρωτιέμαι τι δεν κάναμε σωστά και το οικολογικό κίνημα κατάντησε εκεί όπου κατάντησε σήμερα ενώ το ελληνικό περιβάλλον φθίνει ραγδαία.

Έχετε γράψει πολλά θεωρητικά έργα σχετικά με την αναπτυξιακή διαδικασία και την οικολογική προβληματική. Θα προτείνατε κάποια γενικότερα έργα για τον ενδιαφερόμενο αναγνώστη; Τα παραπάνω θέματα τυγχάνουν λογοτεχνικής επεξεργασίας από σύγχρονους συγγραφείς; Θα μας προτείνετε κάποιους;

Αυτό απαιτεί μια ξεχωριστή συνέντευξη. Σ’ ότι αφορά την πραγμάτευση της σχέσης οικολογίας και ανάπτυξης θα συστήσω στον Έλληνα αναγνώστη το δικό μου Η Αρχαιολογία της Ανάπτυξης, που εκδόθηκε το 1996 από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Σ’ ότι αφορά πάντως την λογοτεχνική επεξεργασία της οικολογικής προβληματικής, έκανα πρόσφατα μια αποδελτίωση των λογοτεχνικών έργων όπου το περιβάλλον καταλαμβάνει προεξέχουσα θέση, αν και παρεμβαίνει και σε χιλιάδες άλλα πρόσφατα έργα με τη μία ή την άλλη μορφή. Ιδού λοιπόν μια αυθαίρετη κωδικοποιημένη επιλογή:

Ρίτσαρντ Ρούσσο, Εμπάιρ Φαλλς, Μεταίχμιο 2002.

Ρύπανση ποταμού, ενεργειακό ζήτημα, ιδιοκτησιακές συγκρούσεις, διαχείριση των νερών, η άνοδος και η πτώση μιας μικρής πόλης λειτουργούν ως υπόστρωμα για το οικογενειακό δράμα. (Βραβείο Πούλιτζερ)

Τζων Λε Καρρέ, Ο επίμονος κηπουρός, BELL 2004.

Η κυριαρχία των πολυεθνικών, η υπανάπτυξη, η βιομηχανία φαρμάκων και η σύγχρονη ιατρική, ο ρόλος των Μ. Κ.Ο. σε ένα συναρπαστικό θρίλλερ με άφθονα τοπιογραφικά στοιχεία της Κένυα και του Νότιου Σουδάν.

Μάρμπαρα Κινγκσόλβερ, Άγριες Πεταλούδες, Μεταίχμιο 2003.

Άγρια Φύση, βιοκαλλιεργητές και κυνηγοί σε άγρια αντιπαράθεση κάπου στα αγροτικά Απαλλάχια.

Της ίδιας και το μάλλον μέτριο Δηλητηριώδης Βίβλος, Μελάνι 2010, όπου η μετααποικιακή Αφρική αποτελεί το πεδίο πολιτισμικής σύγκρουσης μεταξύ ιθαγενών και μιας οικογένειας από τον αμερικανικό Νότο.

Μπάρρυ Άνσγουωρθ, Ιερή Πείνα, Νεφέλη 1991.

Το δουλεμπόριο σε όλο του το βάθος. Από τη Λίβερπουλ στην Χρυσή Ακτή και από κει στη Φλόριντα. Η Δύση κατακτά τον κόσμο και τα ηθικά διλήμματα τίθενται με ευκρίνεια.

Tζ. Μ. Κουτσί,  Ατίμωση, Λιβάνης 2003. Η αγάπη για τα ζώα και ο αναχωρητισμός ως προσωπική λύτρωση στη Νότια Αφρική του Απαρτχάιντ.

W. G, Sebald, Οι δακτύλιοι του Κρόνου, ΑΓΡΑ, 2009.

Ερειπωμένα τοπία, ανθρώπινη παρακμή, και η έννοια της καταστροφής σε ένα συγκλονιστικό οδοιπορικό στην  Ανατολική Αγγλία με προεκτάσεις στον υπόλοιπο πλανήτη.

Τζόναθαν Σουίφτ, Υδάτινη Χώρα, Εστία ,1998

Οι υγρότοποι της Ανατολικής Αγγλίας, η διαχείριση των υδάτων και η τιθάσευση της φύσης υπό το φως της επαναδιατύπωσης της ανθρώπινης ιστορίας. Η φύση έχει εντέλει το πάνω χέρι, όπως και η φυσική ιστορία.

Φραν Ρέι, Ο σπόρος, Κέδρος 2010,

Σύγχρονο κοσμοπολίτικο θρίλερ για το διατροφικό ζήτημα. Η γενετική μηχανική ως προσχηματική απάντηση στην πείνα, τις επιδημίες και την περιβαλλοντική υποβάθμιση.

Κόρμακ ΜακΚάρθυ, Ο δρόμος, Καστανιώτης 2007.

Το τέλος του κόσμου έχει έρθει ως συνέπεια ενός συνδυασμού χημικής ρύπανσης και κλιματικής αλλαγής. Ένας πατέρας με τον γιό του αναζητούν το δρόμο προς τη θάλασσα εν μέσω  απανθρωποποιημένων  ορδών.

Φρανκ Σέτσινγκ, Το Σμήνος, Καστανιώτης 2007.

Το κλασσικό οικολογικό θρίλερ σε ρυθμούς …Χόλυγουντ. Όπου η απειλούμενη θαλάσσια ζωή αποκτά συλλογική νοημοσύνη και στρέφεται κατά της ανθρωπότητας σε ένα είδος ανάστροφης δαρβινικής εξέλιξης. Τσουνάμι και κλιματική αλλαγή ενισχύουν το εφιαλτικό σενάριο.

Ντον Ντελίλλο, Κοσμόπολις Εστία 2007 & Λευκός Θόρυβος, Εστία 2000.

Όλο το έργο του αμερικανού συγγραφέα διαθέτει οικολογικούς υπαινιγμούς από την παγκοσμιοποίηση μέχρι την  ρύπανση και από την πυρηνική ενέργεια μέχρι τα χημικά ατυχήματα μεγάλης κλίμακας.

Τζων Μπάνβιλλ, Η Θάλασσα, Καστανιώτης 2006.

Επιστροφή στην εποχή της ενηλικίωσης. Οι ταξικές διαφορές και ο περίπου ανέλπιδος έρωτας καταβροχθίζονται από τα όρια της φύσης – εν προκειμένω της θάλασσας.

Μαξ Φρις, HOMO FABER, Κάλβος 1972, επαν. Πατάκη 2003. Τεχνοκρατία εναντίον παράδοσης και ορθολογισμός εναντίον σεβασμού προς τις φυσικές συντεταγμένες στην πορεία ενός σύγχρονου Οιδίποδα προς την αυτογνωσία και τον θάνατο. Εξαίρετη τοπιογραφική αναπαραστατικότητα από Μεξικό και Γουατεμάλα μέχρι Ιταλία και Ελλάδα.

Μισέλ Ουελμπέκ, Η δυνατότητα ενός νησιού, ΕΣΤΙΑ 2007.

Μελλοντολογικό μυθιστόρημα για μια κοινωνία όπου έχει επιτευχθεί η αθανασία μέσω της σύγχρονης τεχνολογίας (κλωνοποίηση) με αντίτιμο την ερωτική και συναισθηματική απεμπλοκή. Προκλητική καταγγελία της σύγχρονης κοινωνίας από έναν ιδιοφυή «αναρχικό της δεξιάς» όπως αυτοαποκαλείται. Κατά κάποιο τρόπο συνέχεια του Τα στοιχειώδη σωματίδια (ΕΣΤΙΑ 1993).

Άπτον Σίνκλαιρ, Πετρέλαιο, Καστανιώτης 2008.

Το κλασσικό αριστούργημα του Αμερικανού σοσιαλιστή συγγραφέα (γνωστότερό του Η Ζούγκλα) που θίγει προφητικά τον ανταγωνισμό για τα πετρελαϊκά αποθέματα  με επίκεντρο την Καλιφόρνια της δεκαετίας του ’20.

Μισέλ Τουρνιέ, Παρασκευάς ή στις Μονές του Ειρηνικού, Εξάντας 1987.

Ο ανάστροφος Ροβινσώνας. Ο Βορράς στα μάτια του Νότου, ο πολιτισμός υπό την οπτική του πρωτογονισμού, ο Ροβινσώνας υπό την οπτική του άγριου Παρασκευά. Ποικίλες εκδοχές της φύσης.

Μισέλ Τουρνιέ, Τα Μετεωρολογικά, Εξάντας 1988.

Η «σκουπιδιλαγνεία» και οι χωματερές ως επιφανές ερευνητικό πεδίο για τους μελλοντικούς αρχαιολόγους που θα ξεφλουδίζουν τα στρώματα της ανάπτυξης του εικοστού αιώνα.

Τόμας Πύντσον, Μέησον και Ντίξον, Ωκεανίδα 2000.

Η μέτρηση και ο εγκιβωτισμός του κόσμου. Η επιστήμη στην υπηρεσία της κατάκτησης της φύσης και της …Δύσης. Η γεωγραφία ως επιστήμη της κυριαρχίας και της διαίρεσης σε Βορρά και Νότο.

Tζόναθαν Φράνζεν, Ελευθερία, Ωκεανίδα 2011.

Έξοχη πραγμάτευση της ιστορίας των οικολογικών συγκρούσεων στην Αμερική. Κουφαηδόνι και ορυχεία, εθνικά πάρκα και Νότια Αμερική, άγρια φύση και όρια της ανάπτυξης, ΜΚΟ και εταιρείες, πόλεμος και ειρήνη υπό τις επιταγές της ανάπτυξης

Πέδρο Μαϊράλ, Η χρονιά της ερήμου, ΠΟΛΙΣ 2010.

Από τον πολιτισμό στη βαρβαρότητα με φόντο την κρίση της Αργεντινής (και με προφανείς αναφορές στα καθ’ ημάς). Η Κοσμοχαλασιά σαρώνει τα πάντα, οι βάρβαροι είναι προ των πυλών, ο σύγχρονος πολιτισμός καταρρέει και η αγριότητα  (η έρημος) εκδικείται.

Γουίλλιαμ Μπόιντ, Τοπικές Καταιγίδες, Μεταίχμιο 2010.

Κλιματική Αλλαγή και αστική υποβάθμιση στο σύγχρονο Λονδίνο των κοινωνικών αντιθέσεων.

Ίαν ΜακΓιούαν, Solar, Πατάκης 2010

Το θερμοκήπιο και οι συγκρούσεις περί αυτό. ΑΠΕ, συμφέροντα και κέρδη. «Μην ανησυχείτε, η καταστροφή επίκειται..!» λέει ένας εκ των ηρώων

Χόρχε Βόλπι, Η εποχή της στάχτης, ΩΚΕΑΝΙΔΑ 2011

Τσερνόμπιλ, Τσάλλαντζερ, Ρέηνμποου Γουόρριορ, βιολογικοί πόλεμοι και βιοϊατρική, 3ος Κόσμος, ΔΝΤ κ. ά.  κατά και μετά τη  διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου

…….και τα δικά μου

Μιχάλης Μοδινός,

1. Χρυσή Ακτή, Καστανιώτης 2005. Ένας αναπτυξιακός εμπειρογνώμονας των Βρυξελλών, απογοητευμένος απ’ τη δουλειά του καταφεύγει στην Κρήτη για να βρει την κάθαρση. Όμως αυτή δεν θα ’ρθει με τη μορφή του έρωτα. Οι τοπικές αναπτυξιακές και άλλες συγκρούσεις θα τον αποβάλλουν σαν ξένο σώμα ώσπου να βρει καταφυγή στο νεανικό του όραμα της κάποτε αμόλυντης Αφρικής. Ζωοφιλία, τοπιογραφία, ρύπανση παρελαύνουν εν μέσω της πορείας φυγής του ήρωα.

2. Ο Μεγάλος Αμπάι, Καστανιώτης 2007. Η σύγκρουση φύσης –πολιτισμού σε μια τοιχογραφία εποχής. Όπου η αναζήτηση για τις πηγές του Νείλου γίνεται αφορμή για μια επική τοπιογραφία, με τον ίδιο τον ιερό ποταμό να είναι ο πραγματικός ήρωας της αφήγησης. Επιστήμη, απομάγευση του κόσμου, ιστορική ανθρωπολογία, οικολογία, κυκλικότητα του χρόνου, κι ακόμη η πλήρωση των κενών του χάρτη και η τιθάσευση των φυσικών δυνάμεων παρελαύνουν για να μας εισάγουν στην εποχή της αποικιοκρατίας.

3. Επιστροφή, Καστανιώτης 2009.  Μια σύγχρονη Οδύσσεια. Η παρακμασμένη ελληνική περιφέρεια με τα μάτια ενός ατιμασμένου αρχαιολόγου που επιστρέφει στα πατρογονικά εδάφη στο Πήλιο διωκόμενος από τα μήντια. Ο χορός των γερόντων του χωριού τον παρακολουθεί σε κάθε του βήμα, καθώς επανανακαλύπτει το παρελθόν μέσω της επαναβάπτισης στις φυσικές συντεταγμένες και …στον έρωτα. Μεταναστεύσεις φυσικά τοπία,  η επέλαση του τουρισμού, οι μεταναστεύσεις, η αστικοποίηση και η παραγωγική παρακμή της υπαίθρου λειτουργούν ως πλαίσιο αναφοράς. Η «Ιθάκη» στα μάτια του αρχαιολόγου γίνεται το εφαλτήριο για την επιβίωση  και την διαιώνιση της ανθρώπινης περιπέτειας.

και τα Κλασσικά

Ντάνιελ Ντεφόε, Ροβινσώνας Κρούσος.

Το αρχετυπικό βιβλίο για την ανθρώπινη περιπέτεια την τιθάσευση της άγριας φύσης και την διαπολιτισμικότητα.

Μαρκ Τουαίν,  Χώκλμπερρυ Φινν.

Η ιστορία μιας φυγής και κυρίως ενός ποταμού  – Μισσισσίππι. Φύση και πολιτισμός σε σύμπνοια. Συνέχεια του Τομ Σώγιερ.

Χέρμαν Μέλβιλλ,  Μόμπυ Ντικ.

Ο άνθρωπος και οι εμμονές του για τιθάσευση της φύσης. Φάλαινες και φαλαινοθηρία, ωκεανοί και κατάκτηση του κόσμου, ο Νέος και ο παλιός κόσμος. Αριστούργημα.

Τζόζεφ Κόνραντ, Η καρδιά του σκότους.

Ο ανάπλους ενός ποταμού (του Κόνγκο) κατά τις απαρχές της αποικιοκρατίας ως αρχετυπικός μύθος επιστροφής στον πρωτογονισμό, την αθωότητα και την .. βαρβαρότητα. Αναπαραστατική και βαθύτατη λογοτεχνία, που βυθίζεται ως τις απαρχές της ύπαρξης.

Τζων Στάιμπεκ, Τα σταφύλια της οργής.

Το έπος της κατάκτησης της Δύσης από μια άλλη σκοπιά, αυτήν των απόκληρων του Μιντγουέστ λόγω του καταστροφικού φαινομένου του Νταστ Μπόουλ, της υποβάθμισης και εμπορευματοποίησης της γης τους. Μόνο που φτάνουν κάπως αργά στη Γη της Επαγγελίας..

Τζακ Λόντον Το κάλεσμα της άγριας φύσης κ. ά……πολλά.

Διάλογος φύσης πολιτισμού σε όλο του το έργο. Όπου συχνά η φύση νικά σώζοντας τον άνθρωπο.

Έντουαρντ Γκόλντινγκ, Ο άρχοντας των μυγών.

Η επανίδρυση της κοινωνίας από παιδιά χαμένα σ’ ένα νησί των Τροπικών. Εξωτισμός, τιθάσευση της φύσης, κυνήγι, εγκαθίδρυση εξουσίας και ανείπωτη βία ως προϋποθέσεις της απόσπασης από τον φυσικό περίγυρο και άρα της κοινωνικοποίησης.

Αυτά, ενδεικτικά έστω.

Ελληνική έκδοση «Κατάστασης του Πλανήτη», Θερινό Οικολογικό Πανεπιστήμιο. Τι αφορούν, πώς σχετίζεστε, ποια τα «οφέλη»;

Τα ξεκίνησα. Το Θερινό Οικολογικό Πανεπιστήμιο που συνδιευθύνω με τον Ηλία Ευθυμιόπουλο μετρά ήδη δώδεκα συλλογικούς τόμους με ποικιλία θεμάτων από την βιοποικιλότητα και τη βιώσιμη ανάπτυξη μέχρι τα νερά τα δάση και τις θάλασσες. (Εκδόσεις Στοχαστής και Ελληνικά Γράμματα).

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Αν πρέπει να αναφέρω ένα μόνο, ας πούμε με τον Μαξ Φρις. Ακολούθησα κατά πόδας τον Βάλτερ Φάμπερ του και είμαι εξοικειωμένος με τους τόπους στους οποίους αναφέρεται – Μεξικό, Κούβα, Καράκας, Ζυρίχη, Νέα Υόρκη …και Αθήνα- αλλά και με την προβληματική του. Αν δεν επρόκειτο αναγκαστικά για μυθιστοριογράφο θα μου άρεσε να κάνω μια μονογραφία για τον Κλωντ Λεβί-Στρως και ειδικά για την «βραζιλιανή» του εμπειρία που απέληξε στους Θλιμμένους Τροπικούς του.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης ή ταινία;

Πολύ κοντά στην προβληματική μου κινείται, όπως φαντάζεσθε, …Αλλά από τον Μπέργκμαν και τον Αλαίν Ρενέ ως τον Γούντυ Άλλεν ο δρόμος είναι μακρύς. Το σινεμά, παρά την εντελώς άλλη γλώσσα του μπορεί συχνά να δώσει εναύσματα στη λογοτεχνία. Και φυσικά το αντίστροφο.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την.

Μα με έχετε ήδη εξαντλήσει. Ας πω μόνο πως στις μέρες των διαψεύσεων που ζούμε η λογοτεχνία προσφέρει την κάθαρση που άλλοτε προσέφεραν οι μεγάλες αφηγήσεις.

Πώς και δεν γράψατε ποίηση;

Με τρομάζει η μικρή φόρμα. Προτιμώ να ενσωματώνω ποιητικά στοιχεία στην πεζογραφία μου. Βέβαια ποίηση είναι και η Ιλιάδα. Θα δούμε, θα δούμε.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Κουτσί. Φράνζεν. Βόλπι. Μπάνβιλλ. Γεοσούα. Ξαναδιαβάζω όλο τον Ζέμπαλντ, τον Σβέβο, τον Κόνραντ. Και ρίχνω καμμιά ματιά και στον Τζόϋς.

Τι γράφετε τώρα;

Α! είναι μυστικό. Κάτι εξαιρετικά φιλόδοξο που έχει στο φόντο την σχέση ΗΠΑ και Ελλάδας. Ένα μυθιστόρημα δρόμου, μια απομυθοποίηση της ανάπτυξης, μια ερωτική ιστορία τον καιρό της παγκοσμιοποίησης. Όλα αυτά σε ένα – και να δούμε πώς θα τα εισπράξει η κατατονική Ελλάδα των ημερών του Μνημονίου. Άλλα δεν μπορώ να σας πω κάτι περισσότερο προς το παρόν. Μπορώ όμως να υποσχεθώ μια προδημοσίευση όταν έρθει η ώρα.

Παραδώστε στη ρεσεψιόν έντυπο βιογραφικό σημείωμα, έκτασης 8μιση ιστολογιακών γραμμών.

Περιβαλλοντολόγος, γεωγράφος και μηχανικός, ο Μιχάλης Μοδινός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950.  Θεωρητικός και ακτιβιστής του οικολογικού κινήματος, συνεργάσθηκε με διεθνείς οργανισμούς, δίδαξε σε ακαδημαϊκά ιδρύματα ανά τον κόσμο ενώ υπήρξε εκδότης της Νέας Οικολογίας και πρόεδρος του Εθνικού  Κέντρου Περιβάλλοντος. Το 1990 ήταν υποψήφιος δήμαρχος  Αθηναίων. Στο πλούσιο δοκιμιακό και ερευνητικό του έργο περιλαμβάνονται τα βιβλία Μύθοι της Ανάπτυξης στους Τροπικούς, Από την Εδέμ στο Καθαρτήριο, Το Παιγνίδι της Ανάπτυξης, Τοπογραφίες και Η Αρχαιολογία της Ανάπτυξης. Από το 2005 στράφηκε οριστικά στην λογοτεχνία και την κριτική της. Στις εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν τα  μυθιστορήματά του Χρυσή Ακτή, Ο Μεγάλος Αμπάι, Επιστροφή και Η Σχεδία.

Σημ. Στις φωτογραφίες ο Πίνακας και ο Ζωγράφος από τη Σχεδία. Βλ. επίσης μια  παρουσίαση του Μεγάλου Αμπάι εδώ.




Απρίλιος 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μαρ.   Μάι. »
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930  

Blog Stats

  • 984.468 hits

Αρχείο

Advertisements