Αρχείο για Απρίλιος 2011

30
Απρ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 31

Stephen Amidon, Security. A novel (2009)

Πάλλευκος οφθαλμός και ολόμαυρη κόρη στο βαθύτατο μπλε. Μια άποψη για το πλέον διεισδυτικό βλέμμα. Που άραγε λάμπει περισσότερο στο σκοτάδι;

29
Απρ.
11

Ολιβιέ Ρολέν – Πορτ-Σουδάν

Ήμουν στο Πορτ-Σουδάν όταν πληροφορήθηκα τον θάνατο του Α. κάμποσο καιρό μετά γράφει ο αφηγητής πάνω στο τραχύ χαρτί ενός τετραδίου αγορασμένου στο Χαρτούμ, γράφει για να επιβιώσει, καθώς φαντάζεται πως δεν υπάρχει άλλος λόγος για να γράφουμε. Είχαν γνωριστεί καμιά εικοσιπενταριά χρόνια νωρίτερα, μοιραζόμενοι τις μεγάλες και αόριστες προσδοκίες της αλλαγής του κόσμου και την προσμονή της περιπετειώδους ζωής. Αργότερα εκείνος διάλεξε τη λογοτεχνία κι ο αφηγητής τη θάλασσα, περιφερειακές και αβέβαιες δραστηριότητες που δεν πρόδιδαν εντελώς την ατέλειωτη ονειροπόληση. Έπεσαν μέσα: από τις κακές αυτές επιλογές χωρίς μέλλον, δεν θα συνέρχονταν ποτέ.

Μετά από χρόνια μεταφοράς φορτίων που σάπιζαν στις ακτές της Αφρικής, εξόκειλε εδώ στη στεριά, harbour manager σε ναυαγισμένο λιμάνι, όπου σιχαμερά υβρίδια σκύλου και ύαινας αναζητούν εντόσθια ψαριών κατά μήκος της όχθης, όπου συμμορίες λεηλατούν τα ριγμένα στον πορθμό πλοία. Όλη κι όλη η μετεωρολογία του είναι ο κλίβανος των σύννεφων, οι στρόβιλοι της τριζάτης άμμου από την έρημο της Νουβίας, η πόλη με τις αφυδατωμένες σάρκες σαν της μούμιας. Στο μοναδικό σουδανέζικο λιμάνι που μπορεί να δεχτεί μεγάλα πλοία, τα οποία όμως όλο και σπανιότερα κάνουν σκάλα εδώ, σ’ ένα τόπο με αναθυμιάσεις νεοαποικιοκρατίας, σαν μια τεράστια μαλθακή μηχανή που πασχίζει για την εξόντωση της σκέψης, μετράει τα ναυάγια γύρω του, αυτά τα καταφαγωμένα απ’ τη σκουριά μνημεία που μοιάζουν να σχηματίζουν μια γραμμή παμπάλαιων οχυρών που προστατεύουν μια νεκρόπολη. Σ’ αυτά τα ερείπια όμως βρίσκει γαλήνη, μόνος ή με συντροφιά με κάποια γυναίκα.

Πάντα αγαπούσα τα ναυάγια, είναι οι ματαιοδοξίες μου. Σύχναζα όσο πιο τακτικά μπορούσα σ’ εκείνα που φύλαγαν φρουρά μπροστά από τις στέγες, τις αποθήκες, τους γερανούς, τους τηλεγραφικούς πυλώνες του Πορτ – Σουδάν… Η παλίρροια, γεμίζοντας κι έπειτα αδειάζοντας αυτά τα κάστρα από λαμαρίνα, δημιουργούσε μια παράξενη και βάρβαρη μουσική, μια σύνθεση ρόγχων, σφυριγμάτων, θορύβων πιτσιλίσματος, που εναλλάσσονταν με υπόκωφους κρότους. Σμέρνες κολυμπούσαν …ξετυλίγοντας σαν μακριά πιτσιλωτά μαστίγια τους γλοιώδεις δακτυλίους τους που σύντομα τους τύλιγαν στην κοιλότητα κάποιας μηχανής…

Η καθαρίστρια του φίλου του Α. έμοιαζε σαν να περίμενε από καιρό την άφιξή του. Κι αρχίζει να του μιλάει για μια γυναίκα με κλίση περισσότερο στον ρεμβασμό παρά στο λόγο, μια γυναίκα «ημιπενθή», μια ensimistada (κλεισμένη στον εαυτό της). Έρμαιο των φόβων που δεν θα μπορούσε να τους προσδιορίσει, αλλά που ίσως είχε μάθει να τους χειρίζεται, ακόμη και να τους καλλιεργεί ως το πιο αναμφισβήτητο κομμάτι του εαυτού της. Τα πράγματά της έμοιαζαν ανά πάσα στιγμή έτοιμα για αναχώρηση ή ήταν τακτοποιημένα σαν να είχε μόλις επιστρέψει από ταξίδι. Λες και ήταν η εγκατάστασή της στο σπίτι του Α. σε μόνιμη αμφισβήτηση, σα να είχε στήσει έναν καταυλισμό όπως ένας νομάδας δίπλα σε πηγή που αμέσως μόλις εξαντληθεί θα την εγκαταλείψει ανεπιστρεπτί. Όσο για τον Α., θυμάται η καθαρίστρια, απομονωνόταν συχνά για να γράψει, και τότε έμοιαζε πως σαν να κατοικούσε με φόβο και δέος στην κατοικία ενός νεκρού. Τι τον συνέδεε άραγε με τον Α. και την προ εικοσαετίας Γαλλία;

Τότε δεν υπήρχε «κοινή γνώμη», είχαμε κρίσεις – δηκτικές συχνά, αποτελούσαν όμως έτσι, μου φαίνεται τουλάχιστον, πράξεις που δέσμευαν το πνεύμα, συχνά μάλιστα και το σώμα. Δεν πλέαμε μέσα σ’ αυτόν τον πλειοψηφικό πλακούντα που έβλεπα να τρέφει ένα μαλθακό πλήθος, ένα τεράστιο ζελέ διανοούμενων εμβρύων. Αντλούσαμε δύναμη και περηφάνια ανήκοντας στη μειοψηφία, προχωρώντας πίσω από σημαίες που τις κρατούσαν οι μεγάλοι παρίες. Η μοναξιά δεν ήταν ντροπή Λέξεις όπως τόλμη και θάρρος μας φαίνονταν ωραίες, υιοθετούσαμε, με φόβο, το σύνθημα σύμφωνα με το οποίο δεν είναι αναγκαίο να ελπίζεις για να επιχειρήσεις, ούτε να πετύχεις για να επιμένεις. Μ’ αυτόν τον τρόπο, δεν αποφεύγαμε πάντοτε την γελοιότητα, αλλά τουλάχιστον γλιτώναμε από τον κομφορμισμό.

Στο σπίτι του Α. βλέπει παντού τριγύρω τα σβησμένα τσιγάρα, ελάχιστα καπνισμένα, λεπτές φολίδες στάχτης, καρτέλες από φάρμακα, με τις άδειες πλαστικές κυψέλες τους, μπουκάλια παραταγμένα σε πυκνές γραμμές και φύλλα χαρτιού ζαρωμένα, σχεδιάσματα επιστολών που απηύθυνε σ’ εκείνη, εξορκίζοντάς την να συλλογιστεί καλύτερα το ανεπανόρθωτο που ετοιμαζόταν να διαπράξει, κι ένα ανεπίδοτο γράμμα του προς την παλιά τους φιλία, που τον έφερε ως εδώ. Ποτέ δεν αντικαθιστούσε τους λαμπτήρες όταν καίγονταν κι έτσι από βδομάδα σε βδομάδα το σκοτάδι κατακτούσε καινούργια εδάφη μες στο σπίτι.

Στο κρεβάτι απ’ το οποίο είχε λιποτακτήσει εκείνη, ο Α., όσο καιρό έζησε – και ήταν περίπου έξι μήνες – δεν άλλαξε ποτέ σεντόνια. Κανείς δεν ήξερε αν έπρεπε να αποδοθεί ετούτη η αμέλεια σε κάποιου είδους παράξενο φετιχισμό που θέλησε να συγκρατήσει και να αγαπήσει πέρα απ’ την απουσία, πάνω σ’ αυτό που είχε γίνει το καταγέλαστο μνημείο του νεκρού του έρωτα, το αποτύπωμα ενός σώματος που για καιρό είχε λατρέψει ή απλώς στην ξαφνική αδιαφορία του για το καθετί…

Στο νοσοκομείο όπου έφτασε ο Α., ρημαγμένος από την ανάμειξη αλκοόλ και αντικαταθλιπτικών χαπιών, ο αφηγητής γνωρίζει την νεαρή του νοσοκόμα, την Ούρια. Πρέπει να την βεβαιώσει πως δεν θα σοκαριστεί από τίποτα, πως γνωρίζει ότι «ο πόνος δεν είναι επίσημο δείπνο, ούτε ελεγειακή ποίηση, πως είναι αίμα και ιδρώτας και σκατά». Εκείνη που φρόντιζε τον Α. λέει τώρα στον αφηγητή πως «κάθε άνθρωπος φέρει μέσα του από τη γέννησή του, τοποθετημένες φύρδην μίγδην σαν ανακατεμένα τραπουλόχαρτα, τις αιτίες που μπορούν να προκαλέσουν είτε το χαμό του είτε την ευτυχία του». Πως όλοι οι άνθρωποι έχουν μια διπλή κλίση: σε κάποιους όμως είναι τόσο αμυδρή, ώστε τα νερά, απ’ όποια πλευρά κι αν κυλούν, ακολουθούν έναν γαλήνιο ρου, ενώ σε άλλους η παραμικρή βροχή γεννάει χείμαρρους που παρασύρουν τα πάντα στο πέρασμά τους.

Πριν έρθουν να τον μπουκώσουν με υπνωτικά, ο Α. πάσχιζε να ξαναβρεί την παλιά του οικειότητα με τις λέξεις. Όμως, έλεγε στην Ούρια, αυτές τον είχαν εγκαταλείψει, γιατί είναι κι οι ίδιες μια σωματική υπόθεση. Είχε συνηθίσει από την εφηβεία να ζει μαζί τους, να πολεμάει μαζί τους, να τις υποτάσσει και να υποτάσσεται, να τις νιώθει με όλο τον μηχανισμό του σώματός του. Όμως αυτές δεν ανταποκρίνονταν πλέον στα καλέσματά του, δεν έσπευδαν στη μάχη, δεν απαντούσαν πια στην πρόκληση. Τον άφηναν αποκλεισμένο από το σημείο απ’ όπου άλλοτε περνούσε το ρεύμα του λόγου.  Αλλά έχει κι ο αφηγητής τη δική του τραγική ιστορία με μια γυναίκα, με «μια προδοσία που δεν αφήνει τίποτα ακέραιο, ακόμα και το παρελθόν του οποίου αντιστρέφει και δηλητηριάζει εντελώς τη σημασία».

Όσο για τη λογοτεχνία…Είχα κάποιες φορές την εντύπωση ότι οι άνθρωποι ήταν σαν μεγάλα κούφια αγάλματα και ότι στο εσωτερικό τους βούιζε ένας μανιασμένος θόρυβος, κατακερματισμένος απ’ τον άτακτο πολλαπλασιασμός των αντηχήσεων: και η γραφή ήταν μια προσπάθεια να ενορχηστρωθεί αυτή η καθαρή βουή του χάους…Η γραφή θα πρέπει να ήταν η σύνθεση μιας μουσικής ανάμεσα στο πανδαιμόνιο και την αιώνια σιωπή.

Αν αυτό είναι λογοτεχνία, τότε ο Ολιβιέ Ρολέν πράγματι την συγγράφει. Είναι ο μόνος μέχρι συγγραφέας που έχει προσκληθεί τρεις φορές στο ταπεινό μας πανδοχείο (με την Μερόη και τα Τοπία Καταγωγής, ενώ έπεται και μια τέταρτη, για την Χάρτινη Τίγρη, βιβλία που μάς τα γνώρισε η Άγρα). Αν γινόμουν ποτέ συγγραφέας, θα ήθελα να γράφω σαν κι αυτόν. / Εκδ. Άγρα, 2001, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σ. 131 (Olivier Rolin, Port-Soudan, 1994)

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr

28
Απρ.
11

Lykke Li – Wounded rhymes (LL Recordings, 2011)

Λύκκε Λύκκε είσαι εδώ;

Girl, you’ll be a woman, soon… Τι; Έγινε κιόλας; Μα βέβαια: όταν η Σουηδή Li Lykke Timotej Zachrissonhas άρχισε να ηχογραφεί το παρθενικό της Youth Novels (κυκλοφ. 2008) ήταν 20 χρονών, τώρα έφτασε στα 25. Κι όχι ότι έκοψε τα θηλυκά θρηνάκια, αλλά αυτή τη φορά οι (στιχουργημένες) «εμπειρίες» είναι περισσότερες και τραυματικότερες, εμπνέοντας συνθέσεις περισσότερο οξείες. Ζώντας πλέον στο Los Angeles και κινούμενη ως την άλλη άκρη της Νέας Υόρκης μέσω ερήμων, έγραψε τα τραγούδια μαζί με τον παραγωγό της Bjorn Yttling (τον μεσαίο των Peter Bjorn and John), ο οποίος, γνώστης της πλούσιας ποπ παραγωγής, δεν τσιγκουνεύτηκε σε προϋπολογισμό πιατινιών, ξυλόφωνων, κρουστών, κρυστάλλινων κιθαρών και άλλων καμπανιστών.

Η Lykke ακούγεται ευχάριστα, αλλά μοιάζει πολύ μπλεγμένη. Σχεδόν πηδάει απ’ το ένα είδος στο άλλο κι από μια προσπάθεια προσωπικού ήχου στον εμπορικό πολτό. Το εναρκτήριο Youth Knows No Pain αμέσως χαιρετάει τα girl group των 60s αλλά γλιστράει στο χειρότερη μετεξέλιξή τους στο 70s (Runaways) και τα 80s (Bangles). Ξέρω πόσο ξενερωτικό και απομυθοποιητικό είναι να θυμίζει κανείς δυσάρεστες συνδέσεις σε υποτιθέμενα φρέσκα ονόματα αλλά οφείλουμε να είμαστε δίκαιοι. Ομοίως και το δεύτερο. Το Love Out Of Lust μας προσφέρει το πρώτο όμορφο αξιάκουστο πεντάλεπτο. Απηχεί ωραία την θηλυκή απόκοσμη ποπ των 50/60s (June June είσαι εδώ;) αλλά και [σ’ εμάς τους γαλουχημένους στα 80s την ποπ που παίχτηκε κατά κόρον από] τις Tallulah Gosh και τα δεκάδες άλλα ποπ γυναικεία σχήματα από τις ανεξάρτητες εταιρείες της εποχής.

Το Unrequited Love πάει προς τη μεριά που στοιχημάτιζα και στοιχηματίζω (με λιγότερα αυτή τη φορά) πως θα κινηθεί η LL.: μια δική της εκδοχή altamericanas, με «σκονισμένη» ακουστική κιθάρα και ‘shoo wop’ backing vocals. Πάνω που λες πως εδώ θα βολοδέρνει ψάχνοντας τον εαυτό της, έρχεται το Get Some, η επιλογή του οποίου ως σινγκλ επιβεβαιώνει τον αιώνιο κανόνα (: στο μεγαλύτερο ποσοστό επιλέγεται το εμπορικότερο κομμάτι του δίσκου, δηλαδή το χειρότερο). Μου φάνηκε πως ακούω Belle Stars, για να μην πω Bananarama…

Μιας και περιδιαβαίνονται όλα τα είδη που περπάτησαν γυναικείες φωνές, κρίμα είναι να μείνει απ’ έξω το garage. Ή τουλάχιστο έτσι μας μοιάζει με τις πρώτες νότες απ’ το οργανάκι του Rich Kids Blues. Στην συνέχεια το πράγμα κάπως λειαίνεται και παραμένει οριακά μόνο πίσω από την γκαραζόπορτα. Το Sadness Is A Blessing αποτελεί την δεύτερη αδιαφιλονίκητη συνθεσάρα, που σε ωθεί να βεβαιωθείς πως δεν πρόκειται για Σπεκτορική διασκευή των Ronettes, των Shangri-Las, των Shirelles (των οποίων άλλωστε συχνά διασκευάζει το Will You Still Love Me Tomorrow?). To συμπαθητικούλι Jerome καλύπτει το είδος της female σουηδοπόπ (που ελλείψει άλλων φάρων, συνηθίσαμε να παραπέμπουμε στις … Camera Obscura).

Το Wounded Rhymes αποτελείται σχεδόν ολοκληρωτικά από ιστορίες χαμένου ή καμένου έρωτα. Στο Sadness Is A Blessing η Λυκκία υποτάσσεται εθελοντικά, φιλοσοφικά και αναγεννητικά στην Θλίψη, γενόμενη το boyfriend και το girl της, ενώ στο Silent My Song τραγουδά πως δεν μπορεί να πει αν ζει ή αν απλά συνεχίζει (θυμίζοντάς μου μια σοφή κουβέντα που κάποτε μου δίδαξαν, μερικές φορές δεν χρειάζεται να χτυπιέσαι διαρκώς, αρκεί απλώς να επιβιώνεις). Αλλά οι φιλοδοξίες της φιλόδοξης δεσποσύνης μοιάζουν πολύ περισσότερες απ’ το να φτιάξει έναν απλό λυπημένο δίσκο ποπ αισθητικής ή έναν πλήρη ποπ δίσκο της αισθητικής της λύπης. Τη μία λάμπει στο βόρειο σέλας στις περιοχές των Royksopp (των οποίων τραγούδησε το Miss It So Much), την άλλη θέλει να ταιριάξει σε νεανικά ταινιάκια σαν το Twilight (στο οποίο περιλαμβανόταν κομμάτι της). Αν έμενε στην Σουηδία θα ήταν ένα μικρό αστράκι στον αχανή γαλαξία της σουηδικής indie-pop. Τώρα στην Δυτική Ακτή μέχρι και ποπ ειδωλάκι μπορεί να γίνει, με λίγη βοήθεια απ’ το μοντελάτο λουκ. Που με τη σειρά της προκαταλαμβάνει (αρνητικά) άλλους. Εύκολοι και δύσκολοι καιροί για δεσποινάρια σαν την Λ.Λ. [6.5/10]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

27
Απρ.
11

Εντουάρντο Γκαλεάνο – Καθρέφτες. Μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία

 Υπέρ Αδυνάτων

Αν η Μνήμη της Φωτιάς αποτελούσε την Άγραφη Ιστορία της αληθινής Αμερικής, οι Καθρέφτες αντανακλούν τις σκηνές που τέθηκαν στο περιθώριο της Επίσημης Ιστορίας (από τις απαρχές του κόσμου ως σήμερα)· τα γεγονότα και τις εκδοχές που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Ο Γκαλεάνο γράφει με τον γνωστό του τρόπο: τα αφηγήματά του είναι σύντομα αλλά περιεκτικότατα, η γλώσσα του απλή αλλά όχι χωρίς ποίηση, τα ιστοριογραφικά του σχόλια βασίζονται στη λογική αλλά εκφράζονται με πεντακάθαρη, σχεδόν παιδική ματιά – σα να προσκαλεί στη θέση του αφηγητή οποιονδήποτε «απλό» άνθρωπο. Ειρωνεία, ευφυείς παραλληλισμοί, αναλογίες και αντιστροφές συνδέουν περιπτώσεις που μπορεί να τις χωρίζουν αιώνες. Αυτή τη φορά η τεράστια σε όγκο βιβλιογραφία των πηγών αναπόφευκτα παραλείπεται.

Πολιτική, θρησκεία, τέχνη, ήθη, νομική, όλα τέθηκαν με κάθε δυνατό τρόπο στην υπηρεσία της εκάστοτε εξουσίας. Οι αρχαίες γιορτές των κύκλων της φύσης άλλαξαν όνομα, στις πλατείες που ηχούσαν τα ξεκαρδιστικά γέλια του κόσμου τώρα ακούγονται εδάφια από την Αγία Γραφή όπου κανείς ποτέ δεν γελά. Κανείς δεν αναρωτιέται γιατί οι σημερινοί Θεοί είναι ζηλιάρηδες και ανησυχούν για τον συναγωνισμό, εφόσον Εκείνοι είναι οι μόνοι αληθινοί. Μένουν οι επινοήσεις της Χριστιανικής Εκκλησίας (Καθαρτήρια, υποχρεωτικές εξομολογήσεις, άμμωμες συλλήψεις και η αιώνια ψησταριά της κόλασης – η απειλή της οποίας υπήρξε πάντα αποτελεσματικότερη των παραδείσων), μένουν οι εξακόσιες χιλιάδες φράσεις που αποδίδονται στον Μωάμεθ, από τις οποίες όσες καταριούνται τις γυναίκες μετατρέπονται σε αδιαμφισβήτητες ουράνιες αλήθειες.

Οι εθνικοί ύμνοι διακηρύσσουν την ταυτότητα του έθνους μέσα από απειλές, ύβρεις, αυτοπροβολή, δοξολογίες στον πόλεμο και το ιερό καθήκον να σκοτώσεις και να σκοτωθείς. Ο Διάβολος είναι κατά περίσταση μουσουλμάνος, Εβραίος, μαύρος, γυναίκα, ξένος, ομοφυλόφιλος, Τσιγγάνος, Ινδιάνος. Όταν ο Δαίμονας εμφανίστηκε με τη μορφή μιας υποτρόφου στο Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου, ο πρόεδρος Κλίντον δεν ανέτρεξε στην απαρχαιωμένες μεθόδους της Εκκλησίας αλλά επί τρεις μήνες χτυπούσε το Κακό βομβαρδίζοντας ανηλεώς τη Γιουγκοσλαβία.

Η γραφειοκρατία του πόνου βασανίζει στο όνομα της εξουσίας, έτσι ώστε η εξουσία να κρατιέται στη θέση της. Η ομολογία του βασανισμένου δεν αξίζει πολλά ή δεν αξίζει τίποτα. Αντίθετα η εξουσία ξεσκεπάζει το πρόσωπό της στις αίθουσες βασανισμούς. Όταν η εξουσία βασανίζει, ομολογεί πως τρέφεται από φόβο. (σ. 96). Η εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ, βασισμένη σε ομολογίες αιχμαλώτων πως εκπαιδεύτηκαν εκεί για τη χρήση χημικών και βιοχημικών όπλων το επιβεβαιώνουν. Ο Τομά Σανκάρα που άλλαξε το όνομα της Άνω Βόλτα σε Μπουρκίνα Φάσο, γη των ενάρετων ανθρώπων, είπε: «Η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μας αρνούνται τους πόρους γα να βρούμε νερό στα εκατό μέτρα, αλλά διατίθενται να σκάψουν πηγάδια τριών χιλιάδων μέτρων για την εξαγωγή πετρελαίου». Η Παραγουάη αφανίστηκε μέσω εξολόθρευσης δασκάλων και μαθητών, εξαφάνισης του εθνικού της αρχείου και υπέρογκου δανεισμού.

Ιστορίες που δεν θα μάθουμε ποτέ, που μας αφορούν ακόμα και σήμερα όσο ποτέ. Όταν γύρω στο 1890 ένας ταξιδιώτης επισκέφθηκε την πρωτεύουσα της Ουρουγουάης μίλησε κολακευτικά για «την πόλη όπου υπερισχύουν τα ζωηρά χρώματα». Τα σπίτια διέθεταν ακόμα προσόψεις κόκκινες, κίτρινες, γαλάζιες… Οι ειδήμονες εξήγησαν ότι παρόμοια βάρβαρη συνήθεια δεν ήταν αντάξια ευρωπαϊκής χώρας. Για να είσαι Ευρωπαίος έπρεπε να είσαι πολιτισμένος, δηλαδή σοβαρός, συνοφρυωμένος. Έκτοτε η πόλη ενδύθηκε με νόμο το γκρι χρώμα, το χρώμα που έχουν όλες οι μεγάλες πόλεις που μας απαγορεύουν να αναπνέουμε, να περπατάμε και να συνευρισκόμαστε. Ο συχνά αφηρημένος Πολ Γκογκέν έβαλε την υπογραφή του σ’ ένα δυο γλυπτά από το Κονγκό, ένα λάθος μεταδοτικό που επανέλαβαν οι Πικάσο, Μοντιλιάνι, Κλέε, Τζακομέτι, Ερνστ, και μάλιστα αρκετά συχνά, «γεννώντας» την μοντέρνα τέχνη. Η Ωδή στην Ελευθερία του Μπετόβεν λογοκρίθηκε κι έγινε Ωδή στη Χαρά, η Κόκα Κόλα έβαψε κόκκινο τον Άη Βασίλη.

Ηττημένοι και αδύναμοι υπήρξαν εσαεί απόντες από κάθε Ιστορία. Αμέτρητες γυναίκες υπέφεραν, εξ’ ορισμού εξόριστες από αυτήν, τα πάνδεινα. Η Έμιλυ Ντίκινσον, τέκνο μιας εποχής όπου οι άνδρες ασχολούνταν με την πολιτική και το εμπόριο και οι γυναίκες διαιώνιζαν το είδος και αρρώσταιναν, γόνος μιας τάξης που απαγόρευε να μιλήσει για τον εαυτό της, κλεισμένη στο δωμάτιό της επινοούσε ποιήματα που παραβίαζαν τους νόμους, τους κανόνες της γραμματικής και της έγκλειστης ζωής. Όλοι οι πρώτοι ρώσοι επαναστάτες αφανίστηκαν, η μορφή τους σβήστηκε από τις ιστορικές φωτογραφίες, το όνομά τους από τα βιβλία ιστορίας. Ο απαγορευμένος συγγραφέας Ισαάκ Μπάμπελ που κάποτε είπε: «επινόησα ένα νέο [λογοτεχνικό] είδος: τη σιωπή» δικάστηκε μέσα σε είκοσι λεπτά, αλλά η γυναίκα του πληροφορήθηκε την εκτέλεσή του δεκαπέντε χρόνια αργότερα. Οι ολυμπιονίκες Σμιθ και Κάρλος (Μεξικό 1968) που ύψωσαν τη σφιγμένη γροθιά με μαύρα γάντια, Μαύροι Πάνθηρες που καταγγέλλουν τον ρατσισμό στις ΗΠΑ, διώχθηκαν από τους αγώνες, αποκλείστηκαν από κάθε διοργάνωση, έμειναν άνεργοι, ο δεύτερος έπλενε αυτοκίνητα για ένα φιλοδώρημα.

Τόσες λανθασμένες ονομασίες («φυσικές» καταστροφές, λες και η φύση είναι ο θύτης κι όχι το θύμα, Ισπανικός «εμφύλιος»…), τόσες ειρωνείες: ο γιος του ποιητή Λουγκόνες επινόησε τα βασανιστήρια με ηλεκτροσόκ και σαράντα χρόνια αργότερα, η εγγονή του ποιητή, Πιρί Λουγκόνες, υπέφερε από βασανιστήρια από τις ανακαλύψεις του πατέρα της στις αίθουσες μιας άλλης δικτατορίας που εξαφάνισε χιλιάδες Αργεντινούς. Καθώς ηγέτες ακούνε φωνές από το υπερπέραν και σπεύδουν να απελευθερώσουν χώρες και λαούς ακόμα και στην άλλη άκρη της γης, ο Αμβρόσιος Μπιρς διαπίστωνε: Ο πόλεμος είναι ο δρόμος που επέλεξε ο Θεός για να μας μάθει γεωγραφία.

Σ’ έναν κόσμο όπου οι κατακτητές έχουν το άσυλο που τους παρέχει η ιστορία και την ατιμωρησία που τους εγγυάται η εξουσία υπάρχει χώρος για ομορφιά και δικαιοσύνη. Ένας τυφλός ταξιδιώτης έβλεπε με τα πόδια, ο Τζάνγκο Ράινχαρντ έκανε μυστική συμφωνία με την κιθάρα του (κάθε φορά που παίζει να του χαρίζονται τα δάχτυλα που του έφαγε η φωτιά στο τροχόσπιτο), ο Δον Κιχώτης, άλλη μια περιπέτεια της ελευθερίας που γεννήθηκε στις φυλακές (όπου βρισκόταν για χρέη ο Θερβάντες) περιφέρεται ακόμα στον κόσμο και στο τελευταίο γράμμα του στους γονείς του: Νοιώθω και πάλι στις φτέρνες μου τα πλευρά του Ροσινάντη. Ξαναπαίρνω τους δρόμους με την ασπίδα στο χέρι. Κι όπως είπε ο Λουμούμπα, κατηγορώντας την αυτοκρατορία της σιωπής: κάποια μέρα η Ιστορία θα πάρει το λόγο.

Εμείς είμαστε τα ανθρωπάκια: οι εξολοθρευτές των πάντων, οι διώκτες του πλησίον μας, τα μόνα ζώα που εφευρίσκουν τις μηχανές που επινοούν, τα μόνα που δηλητηριάζουν το νερό που πίνουν και τη γη που τα θρέφει, τα μόνα που βασανίζουν αλλά και τα μόνα που δημιουργούν λέξεις, για να μη χαθεί η πραγματικότητα και η μνήμη της, γράφει ο συγγραφέας. Και παρά την αφάνταστη σκληρότητα ζωής και θανάτου των αδυνάτων, μένει το ύστατο μάθημα ζωής από τον Ομάρ Καγιάμ (που προτιμούσε την ταβέρνα απ’ το τζαμί): για μας τους εφήμερους θνητούς, η μόνη αιωνιότητα είναι η στιγμή, και είναι προτιμότερο να την πιείς παρά να την κλάψεις.

Εκδ. Πάπυρος, 2009, μτφ. Ισμήνη Κανσή, σ. 373, με ευρετήριο (Eduardo Galeano, Espejos, 2008)

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 25 (άνοιξη 2011), Αφιέρωμα Literatura Latinoamericana [Λατινοαμερικανική Λογοτεχνία]. Στις φωτογραφίες: μια αυλή κάπου στην Αγκόλα, μια σχολική αίθουσα στην Καμπούλ.

26
Απρ.
11

Athens Review of Books τεύχος 17 (Απρίλιος 2011)

Ίσως αυτό δεν είναι ποίημα αλλά θα πω τουλάχιστον ό,τι νιώθω

Τώρα που πραγματικά χρειάζεται μια επανάσταση

όσοι υπήρξαν ένθερμοι οπαδοί της αδιαφορούν.

Την ώρα που η χώρα δολοφονείται και βιάζεται

η Ευρώπη αντί ν’ ανταποκριθεί στις εκκλήσεις για βοήθεια χασμουριέται.

Ενώ οι πολιτικοί επιλέγουν την αθλιότητα,

καμιά φωνή δεν τολμάει να τη στιγματίσει.

Η εξέγερση των νέων που ζητούσαν έναν νέο κόσμο ήταν απάτη,

η γενιά εκείνη υπέγραψε τη θανατική της καταδίκη.

Ακούει με απάθεια τις κραυγές όσων χάνονται

αφού δεν είναι παρά βάρβαροι που αλληλοσφάζονται

[…]

Αν το ποίημα Σεράγεβο αποτελεί το τελευταίο άκρο της σπουδαίας γραφής του Τσέσλαβ Μίλος, σίγουρα η ψυχή της βρίσκεται στην Αιχμάλωτη σκέψη, στο δοκίμιο που έγραψε το 1951 (έκδ. 1953) όταν εγκατέλειψε την διπλωματική υπηρεσία της Πολωνίας και ζήτησε πολιτικό άσυλο στη Γαλλία και στο οποίο αναλύονται οι εμπειρίες του από τους κύκλους των διανοούμενων στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και τη βαθμιαία προσαρμογή τους στο ολοκληρωτικό σύστημα και απομυθοποιείται κάθε ιδεολογική τους ψευδαίσθηση. Το κεντρικό κείμενο του τεύχος («Ο σταλινισμός ως φυσική καταστροφή και η αιχμάλωτη σκέψη», του Λεωνίδα Χατζηπροδρομίδη) αφιερώνεται στο μείζον αυτό έργο.

Ας ακολουθήσουμε ένα νήμα προς τον αιχμαλωτισμένο νου. Στο μυθιστόρημα του Στάνισλαβ Ιγνάτσι Βίτκιεβιτς Η απληστία (Βαρσοβία, 1932) οι ήρωες είναι δυστυχισμένοι, δεν έχουν καμία πίστη ούτε νιώθουν το νήμα της δραστηριότητά τους.  Αυτή η ατμόσφαιρα αδράνειας και έλλειψη νοήματος διαχέεται σε όλη τη χώρα, μέχρι που εμφανίζονται έμποροι – μυστικοί πωλητές του χαπιού Μούρτι – Μπινγκ, που φέρνει γαλήνη και ευτυχία. Η επίδραση της Νέας Πίστης στους διανοούμενους αναλύεται από τον Μίλος με βάση δυο κομβικά σημεία: αφενός το Κενό (που δημιουργείται από την έλλειψη θρησκείας, τη θέση της οποίας φιλοδοξεί να καλύψει η νέα φιλοδοξία), αφετέρου την Αναγκαιότητα (που χαρακτηρίζεται από το φόβο της σκέψης και την συνακόλουθη υποταγή του συγγραφέα).

Και κάπου εδώ εμφανίζεται ο όρος Κέτμαν, που ο Μίλος άντλησε από το βιβλίο του Γκομπινώ Les religions et les philosophies dans l’Asie centrale [Θρησκείες και φιλοσοφίες στην Κεντρική Ασία]. Πρόκειται για έναν τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς σε ολοκληρωτικά καθεστώτα, όπου η απόκρυψη της πραγματικής σκέψης, η διχασμένη προσωπικότητα, η διπλή ζωή ανάμεσα στη δημόσια εκφρασμένη άποψη και στο ατομικό πιστεύω απαιτούν μέγιστη επιδεξιότητα και συνεχή αφύπνιση. Αυτή η προσποίηση, η ηθοποιία στις χώρες των Λαϊκών Δημοκρατιών γίνεται στο δρόμο, στο γραφείο, στο εργοστάσιο ακόμα και στο δωμάτιο που κατοικείς. Στις χώρες των Λαϊκών Δημοκρατιών εμφανίζεται η περίπτωση της συνειδητής μαζικής ηθοποιίας. Ένα είδος ηθικού Κέτμαν αποτελεί ο χαφιεδισμός, που στον πολιτισμό της Νέας Πίστης συνιστάται ως αρετή του καλού πολίτη. Να λοιπόν Η Αιχμάλωτη Σκέψη: ανελεύθερη και κατευθυνόμενη, έχει ανάγκη το Μούρτι – Μπινγκ και χρησιμοποιεί το Κέτμαν για να επιβιώσει από τον φόβο και την βιαιότητα της εξουσίας. Και δυστυχώς ο άνθρωπος αποδεικνύεται ένα αδύναμο ον που έχει ανάγκη και τα δύο, για να ισορροπήσει σε τέτοιες συνθήκες.

Ο Μίλος ανήκει στους σπάνιους εκείνους διανοητές που δρουν, κρίνουν και αποφασίζουν παρά τα περιβάλλον τους και εναντίον του, σε αντίθεση μ’ εκείνους που δεν μπορούν να ξεφύγουν από το χάιδεμα και το χειροκρότημα της ομήγυρής τους: Τα λόγια μου είναι ισοδύναμα με διαμαρτυρία. Αρνούμαι το δικαίωμα στο Δόγμα να δικαιολογεί τα εγκλήματα που έγιναν στο όνομά του. Στον σύγχρονο άνθρωπο που λησμονεί πόσο άθλιος είναι σε σύγκριση με αυτό που μπορεί να είναι, αρνούμαι το δικαίωμα να κρίνει το μέλλον και το παρελθόν με τα δικά του μέτρα.

Ένα άλλο βιβλίο από τα ίδια ψυχρά κλίματα (François Fejto, Histoires des démocraties populaires) εξετάζεται από τον Νίκο Μαραντζίδη. Ο Φεϊτό υπήρξε βαθύς γνώστης της ιστορίας του κομμουνιστικού συστήματος, και ειδικότατος στα θέματα της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Εδώ ως σύστημα εννοείται το πολύπλοκο δίκτυο των κομμάτων – κρατών της ΕΣΣΔ και της Ανατολικής Ευρώπης, των κομμάτων του δυτικού κοινοβουλευτικού κόσμου και των κινημάτων που ελέγχονταν από κομμουνιστικά κόμματα. Παρά τις όποιες διαφορές, το πυκνό αυτό δίκτυο διαμόρφωσε κοινές συμπεριφορές και στρατηγικές, με ελάχιστο κοινό παρανομαστή την ευθυγράμμιση με τις στρατηγικές της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής και το ιδεολογικό μοντέλο πολιτικής ανάπτυξης. Δημιουργείται λοιπόν μια διαρκής διελκυστίνδα ανάμεσα στην ομοιομορφία και την διαφορετικότητα, μια σύγκρουση ανάμεσα στην διεθνιστική λειτουργία και την εθνική στρατηγική [δηλ. την συστημική /τελεολογική / ιδεολογική και την ειδικότερη ιστορική / κοινωνική / εθνική διάσταση] που απέκτησε το χαρακτήρα διλήμματος ανάμεσα στο καθήκον για την προάσπιση της ΕΣΣΔ και την υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων.

Η μεταπολεμική μετατροπή των κρατών της Ανατολικής Ευρώπης σε Λαϊκές Δημοκρατίες υπό τον απόλυτο έλεγχο της ΕΣΣΔ και η πλήρης ευθυγράμμιση των κομμουνιστικών κομμάτων (με εξαίρεση την Γιουγκοσλαβία) στις αποφάσεις της Διεθνούς και της Μόσχας δεν απέτρεψε μια νέα διάσταση που το διεθνές κίνημα δεν ήταν έτοιμο να αντιμετωπίσει: την μετατροπή του κόμματος σε κρατική οντότητα και την συνακόλουθη διάρρηξη της διεθνούς του ενότητας (η βαλκανική ρωγμή του Τίτο, η πρώτη αμφισβήτηση του Στάλιν). Ακολούθησε η (αρχικώς) μυστική έκθεση του Χρουστσόφ, τα γεγονότα της Ουγγαρίας, η συνειδητοποίηση πως η αποσταλινοποίηση δεν μπορούσε να οδηγήσει σε αμφισβήτηση του γεωπολιτικού συστήματος που ο ίδιος ο Στάλιν είχε εφαρμόσει, η σοβιετο – κινεζική σύγκρουση και η απομάκρυνση της Αλβανίας και της Ρουμανίας από την σοβιετική επιρροή, ενώ η Άνοιξη της Πράγας και η εμφάνιση ενός αντίθετου από το σοβιετικό μοντέλο σοσιαλισμού άνοιξε το κουτί της Πανδώρας για την ενότητα του κομμουνιστικού κόσμου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η παρουσίαση βιβλίου του Χρήστου Χρυσόπουλου Ο Βομβιστής του Παρθενώνα από την Δέσποινα Μαργωμένου [«Βέβηλα θραύσματα;»], που φιλοδοξεί την αρχαιολογική του ανάγνωση, αποφεύγοντας τις ήδη κατατεθειμένες από τις σκοπιές της λογοτεχνίας, της ιστορίας της τέχνης ή της σύνδεσης με σύγχρονες πράξεις βίας (κατά μνημείων ή γενικά). Οδηγό στην ανάγνωση αυτή αποτελεί η διαπίστωση πως από το Παρελθόν (που μέχρι σήμερα τόσο αισιόδοξα οι αρχαιολόγοι ανασυνέθεταν κι εξιστορούσαν με βάση τα υπολείμματά του) τελικά αποκλείονταν άλλα παρελθόντα, φωνές, ανθρώπους και ιστορίες, ενώ τα τέχνεργα – και όχι τα καλλιτεχνήματα ή τα μοναδικά αντικείμενα/μνημεία – εντάσσονται πλέον σε πολλαπλές αφηγήσεις προκαλώντας φωνές που δεν είχαν μέχρι τώρα θέση στην Ιστορία. Όπως ο σύγχρονος αρχαιολογικός λόγος σέβεται την αποσπασματικότητα του κειμένου κι αντιστέκεται στον πειρασμό της ανασύνδεσης, έτσι και τα θραύσματα προσώπων και γεγονότων (στα οποία προσδίδονται έντεχνα και παραπλανητικά «υλικές» διαστάσεις) που παραδίδει το κείμενο του Χρυσόπουλου είναι αδύνατο να ερμηνευτούν και να ενταχθούν σε κάποια ενιαία αφήγηση.

Τα υπόλοιπα ευρύχωρα μονοσέλιδα έως και εξασέλιδα της εφημερίδας τιτλοφορούνται: Η Κύπρος και η βάσανος της ιστορίας, Διάλογος (προς ένα νέο ομηρικό ζήτημα), Χέρμαν Μέλβιλ και Μοντερνισμός, Και όμως η Goldman Sachs δεν κυβερνάει τον κόσμο, Ο μονοπωλιακός συνδικαλισμός και η ωφελιμότητά του, Ο τυφλός αντιαμερικανισμός και μερικές από τις συνέπειές του, Ποίηση και εθνικη ιδεολογία, Ο Καντάφι, το λιβυκό αίνιγμα και η Διεθνής Κοινότητα, Η πορεία των Ελλήνων Εβραίων από τον θάνατο στη ζωή, Φιλελευθερισμός τότε και τώρα, Ποιος είναι ευτυχής και πότε (Τόμας Νέιγκελ), Τι σημαίνει καλή ζωή; (Ρόναλντ Ντουόρκιν) κ.ά.

Σε τι χρησιμεύει η ποίηση μετά το Άουσβιτς; Τι νόημα έχει η ποίηση μετά τη Σρεμπρέντισα, την Κολίμα, τη Σάμπρα και Σατίλα, την Καμπότζη, τη Ρουάντα, τη Νέα Υόρκη [11/9]; Και όμως, ακριβώς λόγω των παραπάνω και πολλών άλλων φρικαλεοτήτων στις οποίες νικήθηκε η ανθρώπινη ουσία, αυτό το ερώτημα θα μπορούσαμε να το θέσουμε με εντελώς διαφορετικό τρόπο: Και τι θα γινόταν αν δεν υπήρχε η ποίηση; Αν δε φυσούσε ο άνεμος, όλη τη Γη θα την κάλυπτε αφόρητη δυσοσμία. Τι νόημα έχει η ποίηση που δεν σώζει λαούς και ανθρώπους; (Τσ. Μίλος)

Στις φωτογραφίες: ο Ceslav Milosz, το εξώφυλλο μιας έκδοσης του Αιχμάλωτου Νου και ο François Fejto (ανάμεσα στους François Bondy και Ignazio Silone). Μτφ. των στίχων του Μίλος: Χάρης Βλαβιανός.

25
Απρ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 91

ter Esterházy, Μια γυναίκα, εκδ. Ποταμός, 2003, μτφ. Μανουέλα Μπέρκι, σ. 48, 17-18.

(16)

Η αλήθεια είναι ότι εγώ δεν θεωρούσα καταστροφικό το γεγονός ότι τα κορμιά μας δεν λαμπαδιάζουν πλέον, αφού ακόμα και από μια απροθυμία μπορούν να ξεπηδήσουν ωραία πράγματα. Επιπλέον εγώ τη βρίσκω ακόμα και να είμαι απλά ξαπλωμένος δίπλα της και το χέρι μου να κρέμεται στον κόρφο της. Εκείνη δεν μιλάει γι’ αυτό, εκείνη μιλάει πάντα για το συνολικό θέμα, ενώ εγώ πάντοτε για τις λεπτομέρειες, και οι λεπτομέρειες από τη φύση τους είναι εν μέρει πάντα εντάξει, το σύνολο όμως δεν είναι.

(6)

Γι’ αυτό και μόλις τις αντικρίσω σε πεδίο κατάλληλο για φιλιά, και την σήμερον σπανίζουν τα μέρη που υπόκεινται σε απαγορεύσεις προβολής του ατομικού ή δημοσίου αισθήματος, της αρετής ή της ευλάβειας, τότε αρχίζω να τρέχω αμέσως προς το μέρος της σαν φιγούρα κινούμενου σχεδίου, με τα πόδια στο σβέρκο, και μπαμ, τρακάροντας πάνω της, πέφτοντας με φόρα ο ένας πάνω στον άλλο, χωρίς να κοντοσταθώ, γιατί ξέρω πως τότε θα με χτυπήσει, θα μου ορμήσει αυτό το ταγκιασμένο κενό, η κλούβια απουσία της απουσίας, το σαπισμένο τίποτα…

Μνήμη Γιώργου Κάτου

24
Απρ.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 45. Μιχάλης Μοδινός

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Να πούμε καλύτερα «καθοριστικοί»; Λοιπόν από Έλληνες ο Ροΐδης, ο Καραγάτσης και κυρίως ο Άρης Αλεξάνδρου με το Κιβώτιό του. Τώρα, οι μεγάλες μου επιρροές υπήρξαν ο Ουίλλιαμ Φώκνερ και ο Μαξ Φρις. Το ύφος τους και η θεματική τους με στοίχειωναν ακόμη και στην «επιστημονική» μου περίοδο. Ακόμη δεν ξέρω αν έχω ανεξαρτητοποιηθεί. Άλλοι καθοριστικοί και αγαπημένοι μαζί: Φλωμπέρ, Μέλβιλλ Κόνραντ, Τόμας  Μαν, Καμύ, Ντος Πάσσος, Μίσιμα, Χάινριχ Μπελλ, Ναμπόκοφ, Κάρσον ΜακΚάλλερς, Νόρμαν Μέηλερ. Κι από τους πιο σύγχρονους, Ούγκο Κλάους, Τζούλιαν Μπαρνς, Τζ. Μ. Κουτσί, Τζων Μπάνβιλλ, Χανίφ Κιουρέισι, Μπολάνιο…η λίστα είναι μεγάλη.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Τώρα εδώ θα χρειάζονταν σελίδες. Ας πούμε τα καλύτερα των πιο πάνω αγαπημένων συγγραφέων. Καθοριστικά για μένα το Χώκλμπερρυ Φινν, το Μόμπυ Ντικ, το Ο Φύλακας στη Σίκαλη, και σε ενήλικη φάση το Homo Faber, ο Οδυσσέας, το Ομαδικό Πορτρέτο με μια Κυρία, το Μαγικό Βουνό, τα λεγόμενα «romans durs» του Σιμενόν όπως το Βρώμικο Χιόνι. Από την πιο σύγχρονη παραγωγή η Ατίμωση του Κουτσί, Ο Παπαγάλος του Φλωμπέρ του Μπαρνς, η Εξιλέωση του ΜακΓιούαν, το Εμπάιρ Φολλς του Ρίτσαρντ Ρούσσο, οι Άγριοι Ντετέκτιβ του Μπολάνιο, η Θάλασσα του Μπάνβιλλ.    

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Ο Συριανός Σύζυγος του Ροΐδη. Όλος ο Τσέχοφ. Ο Σαμ Σέπαρντ και ο Ρέημοντ Κάρβερ. Τα ταξίδια με τη θεία μου του Γκράχαμ Γκρην. Πάντως έχουμε εσχάτως μια άνθιση της μικρής φόρμας και στην Ελλάδα με εντυπωσιακά παραδείγματα την Μαρία Κουγιουμτζή, τον Θανάση Οικονόμου, αλλά και τους πλέον κλασσικούς στο είδος Αχιλλέα Κυριακίδη και Τάσο Γουδέλη.    

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Βασιλική Γεωργιάδου.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Διαρκώς αναρωτιέμαι τι κάνουν, πού βρίσκονται. Κάποτε νοιώθω πως έχουν  γίνει η σκιά μου αν και ουδέποτε αποκαλύπτονται για να μου πουν τα νέα τους. Ευτυχώς κάποιοι είναι αμετάκλητα νεκροί όπως ο Στρατής Ταταράκης του Μεγάλου Αμπάι και η κυρία Ζεπαρντιέ της Σχεδίας. Σ’ ό,τι αφορά τα φαντάσματά τους, ας το αφήσουμε για μια άλλη φορά. Κάπου θα περιφέρονται..

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Βάλτερ Φάμπερ του Homo Faber. Φυσικά η Μαντάμ Μποβαρύ και η Άννα Καρέννινα. Ο Κουρτς του Κόνραντ στην Καρδιά του σκότους. Ο Στέφεν Ντένταλους του Οδυσσέα. Ο ίδιος ο Οδυσσέας. Ο δικός μου Νικ της Χρυσής Ακτής.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Μα βέβαια. Γράφω υπό τις πλέον αντίξοες συνθήκες.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Οι ιδέες έρχονται αποκλειστικά στο γραφείο, μετά από εντατικό διάβασμα. Το αγωνιώδες ερώτημα είναι πάντα αν η αρχική σύλληψη συνιστά θέμα προς πραγμάτευση – αν δηλαδή μπορεί να απολήξει στην ευγενή μορφή του βιβλίου που έλεγε και ο Βιντάλ – Νακέ. Μετά έρχονται οι προκαταρκτικές ενοχές: μα αξίζει να ταλαιπωρώ το κοινό με τις ιστορίες μου; Έχω να προσθέσω κάτι; Θα υπέχει προστιθέμενη αξία στο τέλος της πορείας; Πάντως όταν επιτέλους καθίσω να γράψω η ιδέα έχει ωριμάσει και γίνομαι ταχύτατος. Η πρώτη γραφή μένει για μήνες ή και χρόνια στο συρτάρι μέχρι να σιγοψηθεί σε χαμηλή φωτιά. Προστίθενται άπειρα υλικά, γίνονται αλλαγές αλλά πρόκειται συνήθως για γαρνιτούρα. Το βασικό μενού παραμένει  το ίδιο με την πρώτη στιγμή της σύλληψης.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν υπάρχει ειδική διαδικασία. Παλιά άκουγα τζαζ όταν δούλευα, τώρα πια δεν με βοηθάει η μουσική, το αντίθετο. Ακούω –και παίζω- κυρίως μουσική με μαύρες επιρροές από το μπλουζ ως την σόουλ.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Ας περιοριστούμε στα μυθιστορήματά μου και ας αφήσουμε τη θεωρητική μου δουλειά για άλλη φορά. Είναι όλα τους παιδιά μου αν και αγαπώ κάπως περισσότερο την Χρυσή Ακτή ως πρωτότοκο αλλά και ως εξαιρετικά επίκαιρο. Εκδόθηκε κάπως νωρίς -το 2005- και είναι κρίμα γιατί τώρα είναι που έχει δραματική επικαιρότητα καθώς απεικονίζει τον εκφυλισμό της ελληνικής κοινωνίας και την φθορά των ευρωπαϊκών ιδεών. Είναι ένα προείκασμα της κρίσης και ταυτόχρονα μια προαναγγελία κάθαρσης. Το μακέλεμα των αρχετύπων του νου είναι ίσως η κεντρική ιδέα του βιβλίου, όπως υλοποιείται μέσω του πόθου για φυγή του κεντρικού ήρωά μου.

Ο Μεγάλος Αμπάι είναι η δική μου εκδοχή της Καρδιάς του Σκότους. Συχνά θυμίζει ταξιδιωτικό χρονικό, άλλοτε επιστημονικό δοκίμιο, κι άλλοτε ιστορική μαρτυρία για την πρώιμη αποικιοκρατία. Είναι ένα μεικτό είδος στο μεταίχμιο μυθοπλασίας και δοκιμιογραφίας αλλά παραμένει ένα κλασσικό μετααποικιακό μυθιστόρημα με θέμα την αναζήτηση των πηγών του Νείλου, και τις συγκρούσεις Φύσης -Πολιτισμού, Ευρώπης –Αφρικής, Επιστήμης – ιστορίας, γραμμικότητας και κυκλικότητας στη σύλληψη της ιστορίας. Το επιστημολογικό παράδοξο της ανακάλυψης των πηγών στοιχειώνει τους ήρωες. Οι αντιλήψεις για τη φύση και τους Αγρίους εξελίσσονται στη διάρκεια αυτού του μεγάλου οδοιπορικού που είναι εντέλει και μια κλασσική περιπέτεια.

Η Επιστροφή είναι ένα εξαντλητικό χρονικό της κατάρρευσης της ελληνικής περιφέρειας. Εξαιρετικά επίκαιρο αφού εξελίσσεται σε παρόντα χρόνο, απεικονίζει την Ελλάδα των σκανδάλων, της κυριαρχίας των ΜΜΕ, της γήρανσης του πληθυσμού της υπαίθρου, της υποπαραγωγικότητας και της αυθαιρεσίας. Ο διωκόμενος από τα μήντια και τις διαψεύσεις της ζωής ήρωάς μου καταφεύγει στο πατρογονικό σπίτι στο Νότιο Πήλιο για να ξεφύγει από τους διώκτες του και να επαναβαπτισθεί στις φυσικές συντεταγμένες και τη μνήμη. Βασικός αφηγητής ένας ιδιότυπος χορός γερόντων που μιλά σε πρώτο πληθυντικό. Πρόκειται για μια Οδύσσεια όπου η Ιθάκη αποδεικνύεται πως είναι το εφαλτήριο για μια επανεκκίνηση. Η ανθρώπινη περιπέτεια δεν έχει τέλος.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Εδώ θα γίνω πιο αναλυτικός μιας και μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη η Σχεδία. Το κεντρικό ερώτημα με το οποίο καταπιάνεται το βιβλίο είναι πώς γίνεται η καταστροφή τέχνη; Τι μένει εκτός του πλαισίου του ζωγραφικού πίνακα. Τι έχει προηγηθεί. Και ποια η συνέχεια της ανθρώπινης περιπέτειας μετά τα χτυπήματα της μοίρας.

Τα δραματικά γεγονότα, τα ιστορικά πρόσωπα και οι κοινωνικές συγκρούσεις που συνοδεύουν την παραγωγή του περίφημου πίνακα του Τεοντόρ Ζερικώ Η Σχεδία του Μέδουσα στη μεταναπολεόντεια Γαλλία –εμπνευσμένος από ένα ναυάγιο στα ανοιχτά της Αφρικής και το πολιτικό σκάνδαλο που ακολούθησε- είναι το θέμα του βιβλίου, όπως τα αφηγείται στο ημερολόγιό της μια γυναίκα – Ροβινσώνας, η κυρία Ζεπαρντιέ. Ταυτόχρονα, λειτουργώντας ως Μούσα του πατέρα του κινήματος του Ρομαντισμού, τροφοδοτεί τον ζωγράφο με υλικό από την περιπετειώδη ζωή της αλλά και με εισροές για το πολιτικό πλαίσιο της εποχής, την διάδοση των ιδεών του Διαφωτισμού και την αποικιοποίηση του κόσμου. Αν και φαινομενικά άσχετο με τις τελικές επιλογές του καλλιτέχνη, το υλικό αυτό προσδίδει στο έργο τέχνης την αρχετυπική του αξία και στους θεατές την κάθαρση. Η μορφή του πίνακα που επιβίωσε ως τις μέρες μας προϋπέθεσε γενναίες αποφάσεις και απόρριψη των αδόκιμων μυθοπλαστικών εκδοχών.

Η ιστορία έχει λοιπόν ως εξής: Η κυρία Ζεπαρντιέ, επισκέπτεται τον νεαρό ζωγράφο Τεοντόρ Ζερικώ, στο εργαστήρι του στην Μονμάρτρη. Έχει πολλά να του αφηγηθεί για τη ζωή της και, κυρίως, την ιστορία του ναυαγίου της βασιλικής φρεγάτας Μέδουσα που είχε σαλπάρει τον Ιούνιο του 1816, επικεφαλής ενός στολίσκου, για την ίδρυση μιας γαλλικής αποικίας στην Σενεγάλη, στις δυτικές ακτές της Αφρικής. Πρόκειται για ένα μείζον πολιτικό σκάνδαλο που απασχόλησε επί πολύ την  μεταναπολεόντεια Γαλλία της Παλινόρθωσης και των Βουρβόνων. Όχι μόνο γιατί το Μέδουσα ήταν το καμάρι  του βασιλικού ναυτικού, αλλά διότι με μια σειρά παραλήψεων και λαθών αποκαλύφθηκε  η ανεπάρκεια της μετεπαναστατικής διοίκησης, και η αδιαφορία των αρχών για τους ναυαγούς. Πράγματι, οι μη ευνοούμενοι του νέου καθεστώτος αφέθηκαν στην τύχη τους να επιβιώσουν πάνω σε μια σχεδία στα ανοιχτά της Μαυριτανίας, με ελάχιστα εφόδια, χωρίς όργανα ναυσιπλοΐας και χάρτες, ενώ οι επίσημοι διέφυγαν με τις ναυαγοσωστικές τους λέμβους. Το αποτέλεσμα ήταν να επακολουθήσει αλληλοσφαγή, θάνατοι από πείνα και δίψα ακόμη και καννιβαλισμός, μέχρι να περισωθούν ελάχιστοι από τους ναυαγούς.

Πώς όμως η καταστροφή γίνεται τέχνη; Πώς η ιστορία της σχεδίας του Μέδουσα μπορεί να απεικονίσει την ανθρώπινη περιπέτεια; Ο Ζερικώ αποφασίζει ότι αυτό είναι το μεγάλο θέμα που θα του χαρίσει την αιώνια φήμη. Απομονώνεται στο εργαστήριο του και προσλαμβάνει την κυρία Ντεπαρντιέ ως αφηγητή των δραματικών γεγονότων και όχι μόνο. Η γυναίκα- Ροβινσώνας υποχρεώνεται να εξιστορήσει μεγάλο μέρος της ζωής της – την διαβίωσή της στην ολλανδική αποικία της Σουρινάμ, την απώλεια του συζύγου και του  γιου της, την φυγή της στην Μπαΐα της Βραζιλίας, την μεταφορά των μηνυμάτων του Διαφωτισμού στις αποικίες, την διαβίωσή της σε ένα ερημονήσι με τον πιστό της αφρικανό υπηρέτη, τέλος τα περιστατικά που προηγήθηκαν του ναυαγίου του Μέδουσα. Πρόκειται για θραύσματα μιας αφήγησης που παραμένουν εκτός πλαισίου του πίνακα, για στοιχεία μιας ζωής που ο Ζερικώ αξιοποιεί χωρίς να ζωγραφίζει.

Παράλληλα η κυρία Ζεπαρντιέ καταγράφει στο προσωπικό της ημερολόγιο τις μέρες της κοντά στον Ζερικώ μέχρι την μεγάλη Έκθεση του 1819 στο Λούβρο, που παρά τις διχογνωμίες, θα εγκαθίδρυε τον πίνακα ως απαρχή του κινήματος του ρομαντισμού και τον ζωγράφο ως πατέρα του. Πράγματι ο Ζερικώ, αξιοποιώντας στα προσχέδιά του τις αφηγήσεις των επιζώντων, κατάφερε να προδώσει διαχρονικότητα στην ανθρώπινη τραγωδία, υπερβαίνοντας την πολιτική συγκυρία,  δίνοντας προτεραιότητα στο συναίσθημα και αφήνοντας ανοιχτά τα ενδεχόμενα για μια συνέχεια στην περιπέτεια του ανθρώπου που τελικά δεν λυγίζει από τα χτυπήματα της μοίρας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Έχω δουλέψει ως μηχανικός στον Τρίτο Κόσμο, ως εμπειρογνώμονας διεθνών οργανισμών, ως περιβαλλοντολόγος, ως πανεπιστημιακός, ως δημοσιογράφος, ως εκδότης, ως μέλος μη κυβερνητικών οργανώσεων, ως δημόσιος λειτουργός. Το κράτος προσέφερε ανέκαθεν μια στοργική αγκάλη στη χώρα μας και όχι μόνο. Να δούμε μέχρι πότε.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Διαπιστώνουμε πως προτιμάτε ιδιαίτερα να παρουσιάζετε, μεταξύ άλλων, έργα που σχετίζονται με ταξιδιωτική λογοτεχνία ή αφορούν τις λιγότερο «προβεβλημένες» περιοχές του κόσμου και τους αντίστοιχους πολιτισμούς.

 Δεν είναι εντελώς αλήθεια αυτό. Έχω ασχοληθεί ιδιαίτερα με την αμερικανική λογοτεχνία και γενικότερα με τα κυρίαρχα αγγλοσαξωνικά πολιτισμικά ρεύματα. Μ’ ενδιαφέρει πάρα πολύ η σχολή του Southern Gothic (ΜακΚάλλερς, Φώκνερ, Τέννεσσι Γουίλλιαμς, Σέργουντ Άντερσον) ενώ έχω ασχοληθεί συστηματικά και με την λατινοαμερικάνικη παραγωγή.  

Η ενασχόληση με την επιστήμη σας αλλά και με την κριτική λογοτεχνίας σάς κλέβουν συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνονται «συγγραφικά» με κάποιο τρόπο;

Καλή ερώτηση. Η επί πολλά χρόνια ενασχόληση με το περιβάλλον, τον Τρίτο Κόσμο  και την ανάπτυξη έδωσαν πολλά βιβλία που έγιναν μπεστ σέλλερ στον καιρό τους με πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα το Μύθοι της Ανάπτυξης στους Τροπικούς και το Από τη Εδέμ στο Καθαρτήριο. Το γεγονός ότι πρόκειται για δοκίμια ή βιβλία ερευνητικού χαρακτήρα που κινούνται στο μεταίχμιο εθνολογίας, γεωγραφίας, ταξιδιωτικών εντυπώσεων και περιβαλλοντικής έρευνας με οδήγησαν σ’ ένα πρωτότυπο είδος γραφής με χρήση της πρωτοπρόσωπης αφήγησης παρά το ότι το αντικείμενο των βιβλίων μου εκείνων ήταν «επιστημονικό». Το είδος αυτό τιτλοφορήθηκε «Οικογεωγραφία» και άνοιξε το δρόμο για μια σύντηξη του παρατηρητή με το αντικείμενο της αφήγησης παρόμοια με αυτής που υιοθετείται στη σύγχρονη ανθρωπολογική έρευνα. Από κει και πέρα, η στροφή προς την μυθοπλασία ήταν εύκολη αν και απαίτησε χρόνια συστηματικής δουλειάς, εντρύφηση στους κλασσικούς από τον Σταντάλ ως τον Ντοστογιέφσκι, συστηματικό ξαναδιάβασμα έργων που καθόρισαν τη νεότητά μου.

Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και σήμερα αντλώ υλικό από προγενέστερες έρευνές μου και κάνω μια λογοτεχνία που θέλω να έχει αναπαραστατική ακρίβεια. Αυτό έκανα στον Μεγάλο Αμπάι που είναι προϊόν δεκαετούς έρευνας στην Αφρική και ειδικότερα στη λεκάνη απορροής του Γαλάζιου Νείλου. Ή Στην Επιστροφή που αναλύει την ελληνική περιφέρεια και ειδικότερα το Νότιο Πήλιο. Οι τόποι με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα και πιστεύω ότι στην καλή λογοτεχνία έχουν πάντα κεντρικό ρόλο στην αφήγηση. Δεν ξέρω τι θα ήταν η Μαντάμ Μποβαρύ χωρίς καλή γνώση της επαρχιακής Γαλλίας, ή το Φως τον Αύγουστο χωρίς εξαντλητική καταγραφή της ανθρωπογεωγραφίας του Αμερικανικού Νότου. Σκεφθείτε τον Τουαίν τον Μέλλβιλλ ή στις μέρες μας τον Μάρκες, τον περίφημο εκείνο Παραγουανό τον Αουγκούστο Ρόα Μπάστος. Η γεωγραφία είναι παρούσα και καθορίζει την πορεία των ηρώων. Αποκορύφωμα του θριάμβου της γεωγραφίας στην μοίρα των ηρώων είναι φυσικά η μυθική Κομητεία Γιοκναπατάουφα του Φώκνερ. Με άλλα λόγια τίποτα δεν θα ήταν στη λογοτεχνία αυτό που είναι αν άλλαζαν οι χωρικές συντεταγμένες. Ακόμη και στη πεζογραφία «δωματίου» οι απόηχοι του έξω κόσμου έχουν τη σημασία τους.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Νέα Εστία για τον κλασσικισμό και τη μακροβιότητά της. Αλλά υπάρχουν και άλλα εξαιρετικά λογοτεχνικά έντυπα όπως το Πλανόδιον, Το Δένδρο, η Λέξη, η Οδός Πανός, το Εντευκτήριο… Νομίζω πάντως ότι ένα είδος επανάστασης στο χώρο του βιβλίου και γενικότερα των ιδεών έχουν επιφέρει με την έκδοσή τους τα δίδυμα έντυπα Athens Review of Books και The Books Journal.

Υπήρξατε ιδρυτής και εκδότης του μηνιαίου περιοδικού Νέα Οικολογία (1984 – 1997), που είχε εισάγει νέα ήθη στην τότε ελληνική πραγματικότητα. Τι θυμάστε από εκείνη την εμπειρία, τι σας μένει σήμερα;

Πολλά.. σχεδόν τα πάντα. Τι να πρωτοαναφέρω; Η Νέα Οικολογία υπήρξε ένα εργαστήρι ιδεών, ένας πρωτοποριακός φορέας που εισήγαγε στην τόπο την οικολογική προβληματική, την κριτική της ανάπτυξης, την νέα πολιτική ατζέντα. Έδωσε επίσης το εναρκτήριο λάκτισμα στο πράσινο κίνημα. Θλίβομαι με το υποβάθμιση της περιβαλλοντικής πραγματικότητας σήμερα και συχνά αναρωτιέμαι τι δεν κάναμε σωστά και το οικολογικό κίνημα κατάντησε εκεί όπου κατάντησε σήμερα ενώ το ελληνικό περιβάλλον φθίνει ραγδαία.

Έχετε γράψει πολλά θεωρητικά έργα σχετικά με την αναπτυξιακή διαδικασία και την οικολογική προβληματική. Θα προτείνατε κάποια γενικότερα έργα για τον ενδιαφερόμενο αναγνώστη; Τα παραπάνω θέματα τυγχάνουν λογοτεχνικής επεξεργασίας από σύγχρονους συγγραφείς; Θα μας προτείνετε κάποιους;

Αυτό απαιτεί μια ξεχωριστή συνέντευξη. Σ’ ότι αφορά την πραγμάτευση της σχέσης οικολογίας και ανάπτυξης θα συστήσω στον Έλληνα αναγνώστη το δικό μου Η Αρχαιολογία της Ανάπτυξης, που εκδόθηκε το 1996 από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Σ’ ότι αφορά πάντως την λογοτεχνική επεξεργασία της οικολογικής προβληματικής, έκανα πρόσφατα μια αποδελτίωση των λογοτεχνικών έργων όπου το περιβάλλον καταλαμβάνει προεξέχουσα θέση, αν και παρεμβαίνει και σε χιλιάδες άλλα πρόσφατα έργα με τη μία ή την άλλη μορφή. Ιδού λοιπόν μια αυθαίρετη κωδικοποιημένη επιλογή:

Ρίτσαρντ Ρούσσο, Εμπάιρ Φαλλς, Μεταίχμιο 2002.

Ρύπανση ποταμού, ενεργειακό ζήτημα, ιδιοκτησιακές συγκρούσεις, διαχείριση των νερών, η άνοδος και η πτώση μιας μικρής πόλης λειτουργούν ως υπόστρωμα για το οικογενειακό δράμα. (Βραβείο Πούλιτζερ)

Τζων Λε Καρρέ, Ο επίμονος κηπουρός, BELL 2004.

Η κυριαρχία των πολυεθνικών, η υπανάπτυξη, η βιομηχανία φαρμάκων και η σύγχρονη ιατρική, ο ρόλος των Μ. Κ.Ο. σε ένα συναρπαστικό θρίλλερ με άφθονα τοπιογραφικά στοιχεία της Κένυα και του Νότιου Σουδάν.

Μάρμπαρα Κινγκσόλβερ, Άγριες Πεταλούδες, Μεταίχμιο 2003.

Άγρια Φύση, βιοκαλλιεργητές και κυνηγοί σε άγρια αντιπαράθεση κάπου στα αγροτικά Απαλλάχια.

Της ίδιας και το μάλλον μέτριο Δηλητηριώδης Βίβλος, Μελάνι 2010, όπου η μετααποικιακή Αφρική αποτελεί το πεδίο πολιτισμικής σύγκρουσης μεταξύ ιθαγενών και μιας οικογένειας από τον αμερικανικό Νότο.

Μπάρρυ Άνσγουωρθ, Ιερή Πείνα, Νεφέλη 1991.

Το δουλεμπόριο σε όλο του το βάθος. Από τη Λίβερπουλ στην Χρυσή Ακτή και από κει στη Φλόριντα. Η Δύση κατακτά τον κόσμο και τα ηθικά διλήμματα τίθενται με ευκρίνεια.

Tζ. Μ. Κουτσί,  Ατίμωση, Λιβάνης 2003. Η αγάπη για τα ζώα και ο αναχωρητισμός ως προσωπική λύτρωση στη Νότια Αφρική του Απαρτχάιντ.

W. G, Sebald, Οι δακτύλιοι του Κρόνου, ΑΓΡΑ, 2009.

Ερειπωμένα τοπία, ανθρώπινη παρακμή, και η έννοια της καταστροφής σε ένα συγκλονιστικό οδοιπορικό στην  Ανατολική Αγγλία με προεκτάσεις στον υπόλοιπο πλανήτη.

Τζόναθαν Σουίφτ, Υδάτινη Χώρα, Εστία ,1998

Οι υγρότοποι της Ανατολικής Αγγλίας, η διαχείριση των υδάτων και η τιθάσευση της φύσης υπό το φως της επαναδιατύπωσης της ανθρώπινης ιστορίας. Η φύση έχει εντέλει το πάνω χέρι, όπως και η φυσική ιστορία.

Φραν Ρέι, Ο σπόρος, Κέδρος 2010,

Σύγχρονο κοσμοπολίτικο θρίλερ για το διατροφικό ζήτημα. Η γενετική μηχανική ως προσχηματική απάντηση στην πείνα, τις επιδημίες και την περιβαλλοντική υποβάθμιση.

Κόρμακ ΜακΚάρθυ, Ο δρόμος, Καστανιώτης 2007.

Το τέλος του κόσμου έχει έρθει ως συνέπεια ενός συνδυασμού χημικής ρύπανσης και κλιματικής αλλαγής. Ένας πατέρας με τον γιό του αναζητούν το δρόμο προς τη θάλασσα εν μέσω  απανθρωποποιημένων  ορδών.

Φρανκ Σέτσινγκ, Το Σμήνος, Καστανιώτης 2007.

Το κλασσικό οικολογικό θρίλερ σε ρυθμούς …Χόλυγουντ. Όπου η απειλούμενη θαλάσσια ζωή αποκτά συλλογική νοημοσύνη και στρέφεται κατά της ανθρωπότητας σε ένα είδος ανάστροφης δαρβινικής εξέλιξης. Τσουνάμι και κλιματική αλλαγή ενισχύουν το εφιαλτικό σενάριο.

Ντον Ντελίλλο, Κοσμόπολις Εστία 2007 & Λευκός Θόρυβος, Εστία 2000.

Όλο το έργο του αμερικανού συγγραφέα διαθέτει οικολογικούς υπαινιγμούς από την παγκοσμιοποίηση μέχρι την  ρύπανση και από την πυρηνική ενέργεια μέχρι τα χημικά ατυχήματα μεγάλης κλίμακας.

Τζων Μπάνβιλλ, Η Θάλασσα, Καστανιώτης 2006.

Επιστροφή στην εποχή της ενηλικίωσης. Οι ταξικές διαφορές και ο περίπου ανέλπιδος έρωτας καταβροχθίζονται από τα όρια της φύσης – εν προκειμένω της θάλασσας.

Μαξ Φρις, HOMO FABER, Κάλβος 1972, επαν. Πατάκη 2003. Τεχνοκρατία εναντίον παράδοσης και ορθολογισμός εναντίον σεβασμού προς τις φυσικές συντεταγμένες στην πορεία ενός σύγχρονου Οιδίποδα προς την αυτογνωσία και τον θάνατο. Εξαίρετη τοπιογραφική αναπαραστατικότητα από Μεξικό και Γουατεμάλα μέχρι Ιταλία και Ελλάδα.

Μισέλ Ουελμπέκ, Η δυνατότητα ενός νησιού, ΕΣΤΙΑ 2007.

Μελλοντολογικό μυθιστόρημα για μια κοινωνία όπου έχει επιτευχθεί η αθανασία μέσω της σύγχρονης τεχνολογίας (κλωνοποίηση) με αντίτιμο την ερωτική και συναισθηματική απεμπλοκή. Προκλητική καταγγελία της σύγχρονης κοινωνίας από έναν ιδιοφυή «αναρχικό της δεξιάς» όπως αυτοαποκαλείται. Κατά κάποιο τρόπο συνέχεια του Τα στοιχειώδη σωματίδια (ΕΣΤΙΑ 1993).

Άπτον Σίνκλαιρ, Πετρέλαιο, Καστανιώτης 2008.

Το κλασσικό αριστούργημα του Αμερικανού σοσιαλιστή συγγραφέα (γνωστότερό του Η Ζούγκλα) που θίγει προφητικά τον ανταγωνισμό για τα πετρελαϊκά αποθέματα  με επίκεντρο την Καλιφόρνια της δεκαετίας του ’20.

Μισέλ Τουρνιέ, Παρασκευάς ή στις Μονές του Ειρηνικού, Εξάντας 1987.

Ο ανάστροφος Ροβινσώνας. Ο Βορράς στα μάτια του Νότου, ο πολιτισμός υπό την οπτική του πρωτογονισμού, ο Ροβινσώνας υπό την οπτική του άγριου Παρασκευά. Ποικίλες εκδοχές της φύσης.

Μισέλ Τουρνιέ, Τα Μετεωρολογικά, Εξάντας 1988.

Η «σκουπιδιλαγνεία» και οι χωματερές ως επιφανές ερευνητικό πεδίο για τους μελλοντικούς αρχαιολόγους που θα ξεφλουδίζουν τα στρώματα της ανάπτυξης του εικοστού αιώνα.

Τόμας Πύντσον, Μέησον και Ντίξον, Ωκεανίδα 2000.

Η μέτρηση και ο εγκιβωτισμός του κόσμου. Η επιστήμη στην υπηρεσία της κατάκτησης της φύσης και της …Δύσης. Η γεωγραφία ως επιστήμη της κυριαρχίας και της διαίρεσης σε Βορρά και Νότο.

Tζόναθαν Φράνζεν, Ελευθερία, Ωκεανίδα 2011.

Έξοχη πραγμάτευση της ιστορίας των οικολογικών συγκρούσεων στην Αμερική. Κουφαηδόνι και ορυχεία, εθνικά πάρκα και Νότια Αμερική, άγρια φύση και όρια της ανάπτυξης, ΜΚΟ και εταιρείες, πόλεμος και ειρήνη υπό τις επιταγές της ανάπτυξης

Πέδρο Μαϊράλ, Η χρονιά της ερήμου, ΠΟΛΙΣ 2010.

Από τον πολιτισμό στη βαρβαρότητα με φόντο την κρίση της Αργεντινής (και με προφανείς αναφορές στα καθ’ ημάς). Η Κοσμοχαλασιά σαρώνει τα πάντα, οι βάρβαροι είναι προ των πυλών, ο σύγχρονος πολιτισμός καταρρέει και η αγριότητα  (η έρημος) εκδικείται.

Γουίλλιαμ Μπόιντ, Τοπικές Καταιγίδες, Μεταίχμιο 2010.

Κλιματική Αλλαγή και αστική υποβάθμιση στο σύγχρονο Λονδίνο των κοινωνικών αντιθέσεων.

Ίαν ΜακΓιούαν, Solar, Πατάκης 2010

Το θερμοκήπιο και οι συγκρούσεις περί αυτό. ΑΠΕ, συμφέροντα και κέρδη. «Μην ανησυχείτε, η καταστροφή επίκειται..!» λέει ένας εκ των ηρώων

Χόρχε Βόλπι, Η εποχή της στάχτης, ΩΚΕΑΝΙΔΑ 2011

Τσερνόμπιλ, Τσάλλαντζερ, Ρέηνμποου Γουόρριορ, βιολογικοί πόλεμοι και βιοϊατρική, 3ος Κόσμος, ΔΝΤ κ. ά.  κατά και μετά τη  διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου

…….και τα δικά μου

Μιχάλης Μοδινός,

1. Χρυσή Ακτή, Καστανιώτης 2005. Ένας αναπτυξιακός εμπειρογνώμονας των Βρυξελλών, απογοητευμένος απ’ τη δουλειά του καταφεύγει στην Κρήτη για να βρει την κάθαρση. Όμως αυτή δεν θα ’ρθει με τη μορφή του έρωτα. Οι τοπικές αναπτυξιακές και άλλες συγκρούσεις θα τον αποβάλλουν σαν ξένο σώμα ώσπου να βρει καταφυγή στο νεανικό του όραμα της κάποτε αμόλυντης Αφρικής. Ζωοφιλία, τοπιογραφία, ρύπανση παρελαύνουν εν μέσω της πορείας φυγής του ήρωα.

2. Ο Μεγάλος Αμπάι, Καστανιώτης 2007. Η σύγκρουση φύσης –πολιτισμού σε μια τοιχογραφία εποχής. Όπου η αναζήτηση για τις πηγές του Νείλου γίνεται αφορμή για μια επική τοπιογραφία, με τον ίδιο τον ιερό ποταμό να είναι ο πραγματικός ήρωας της αφήγησης. Επιστήμη, απομάγευση του κόσμου, ιστορική ανθρωπολογία, οικολογία, κυκλικότητα του χρόνου, κι ακόμη η πλήρωση των κενών του χάρτη και η τιθάσευση των φυσικών δυνάμεων παρελαύνουν για να μας εισάγουν στην εποχή της αποικιοκρατίας.

3. Επιστροφή, Καστανιώτης 2009.  Μια σύγχρονη Οδύσσεια. Η παρακμασμένη ελληνική περιφέρεια με τα μάτια ενός ατιμασμένου αρχαιολόγου που επιστρέφει στα πατρογονικά εδάφη στο Πήλιο διωκόμενος από τα μήντια. Ο χορός των γερόντων του χωριού τον παρακολουθεί σε κάθε του βήμα, καθώς επανανακαλύπτει το παρελθόν μέσω της επαναβάπτισης στις φυσικές συντεταγμένες και …στον έρωτα. Μεταναστεύσεις φυσικά τοπία,  η επέλαση του τουρισμού, οι μεταναστεύσεις, η αστικοποίηση και η παραγωγική παρακμή της υπαίθρου λειτουργούν ως πλαίσιο αναφοράς. Η «Ιθάκη» στα μάτια του αρχαιολόγου γίνεται το εφαλτήριο για την επιβίωση  και την διαιώνιση της ανθρώπινης περιπέτειας.

και τα Κλασσικά

Ντάνιελ Ντεφόε, Ροβινσώνας Κρούσος.

Το αρχετυπικό βιβλίο για την ανθρώπινη περιπέτεια την τιθάσευση της άγριας φύσης και την διαπολιτισμικότητα.

Μαρκ Τουαίν,  Χώκλμπερρυ Φινν.

Η ιστορία μιας φυγής και κυρίως ενός ποταμού  – Μισσισσίππι. Φύση και πολιτισμός σε σύμπνοια. Συνέχεια του Τομ Σώγιερ.

Χέρμαν Μέλβιλλ,  Μόμπυ Ντικ.

Ο άνθρωπος και οι εμμονές του για τιθάσευση της φύσης. Φάλαινες και φαλαινοθηρία, ωκεανοί και κατάκτηση του κόσμου, ο Νέος και ο παλιός κόσμος. Αριστούργημα.

Τζόζεφ Κόνραντ, Η καρδιά του σκότους.

Ο ανάπλους ενός ποταμού (του Κόνγκο) κατά τις απαρχές της αποικιοκρατίας ως αρχετυπικός μύθος επιστροφής στον πρωτογονισμό, την αθωότητα και την .. βαρβαρότητα. Αναπαραστατική και βαθύτατη λογοτεχνία, που βυθίζεται ως τις απαρχές της ύπαρξης.

Τζων Στάιμπεκ, Τα σταφύλια της οργής.

Το έπος της κατάκτησης της Δύσης από μια άλλη σκοπιά, αυτήν των απόκληρων του Μιντγουέστ λόγω του καταστροφικού φαινομένου του Νταστ Μπόουλ, της υποβάθμισης και εμπορευματοποίησης της γης τους. Μόνο που φτάνουν κάπως αργά στη Γη της Επαγγελίας..

Τζακ Λόντον Το κάλεσμα της άγριας φύσης κ. ά……πολλά.

Διάλογος φύσης πολιτισμού σε όλο του το έργο. Όπου συχνά η φύση νικά σώζοντας τον άνθρωπο.

Έντουαρντ Γκόλντινγκ, Ο άρχοντας των μυγών.

Η επανίδρυση της κοινωνίας από παιδιά χαμένα σ’ ένα νησί των Τροπικών. Εξωτισμός, τιθάσευση της φύσης, κυνήγι, εγκαθίδρυση εξουσίας και ανείπωτη βία ως προϋποθέσεις της απόσπασης από τον φυσικό περίγυρο και άρα της κοινωνικοποίησης.

Αυτά, ενδεικτικά έστω.

Ελληνική έκδοση «Κατάστασης του Πλανήτη», Θερινό Οικολογικό Πανεπιστήμιο. Τι αφορούν, πώς σχετίζεστε, ποια τα «οφέλη»;

Τα ξεκίνησα. Το Θερινό Οικολογικό Πανεπιστήμιο που συνδιευθύνω με τον Ηλία Ευθυμιόπουλο μετρά ήδη δώδεκα συλλογικούς τόμους με ποικιλία θεμάτων από την βιοποικιλότητα και τη βιώσιμη ανάπτυξη μέχρι τα νερά τα δάση και τις θάλασσες. (Εκδόσεις Στοχαστής και Ελληνικά Γράμματα).

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Αν πρέπει να αναφέρω ένα μόνο, ας πούμε με τον Μαξ Φρις. Ακολούθησα κατά πόδας τον Βάλτερ Φάμπερ του και είμαι εξοικειωμένος με τους τόπους στους οποίους αναφέρεται – Μεξικό, Κούβα, Καράκας, Ζυρίχη, Νέα Υόρκη …και Αθήνα- αλλά και με την προβληματική του. Αν δεν επρόκειτο αναγκαστικά για μυθιστοριογράφο θα μου άρεσε να κάνω μια μονογραφία για τον Κλωντ Λεβί-Στρως και ειδικά για την «βραζιλιανή» του εμπειρία που απέληξε στους Θλιμμένους Τροπικούς του.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης ή ταινία;

Πολύ κοντά στην προβληματική μου κινείται, όπως φαντάζεσθε, …Αλλά από τον Μπέργκμαν και τον Αλαίν Ρενέ ως τον Γούντυ Άλλεν ο δρόμος είναι μακρύς. Το σινεμά, παρά την εντελώς άλλη γλώσσα του μπορεί συχνά να δώσει εναύσματα στη λογοτεχνία. Και φυσικά το αντίστροφο.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την.

Μα με έχετε ήδη εξαντλήσει. Ας πω μόνο πως στις μέρες των διαψεύσεων που ζούμε η λογοτεχνία προσφέρει την κάθαρση που άλλοτε προσέφεραν οι μεγάλες αφηγήσεις.

Πώς και δεν γράψατε ποίηση;

Με τρομάζει η μικρή φόρμα. Προτιμώ να ενσωματώνω ποιητικά στοιχεία στην πεζογραφία μου. Βέβαια ποίηση είναι και η Ιλιάδα. Θα δούμε, θα δούμε.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Κουτσί. Φράνζεν. Βόλπι. Μπάνβιλλ. Γεοσούα. Ξαναδιαβάζω όλο τον Ζέμπαλντ, τον Σβέβο, τον Κόνραντ. Και ρίχνω καμμιά ματιά και στον Τζόϋς.

Τι γράφετε τώρα;

Α! είναι μυστικό. Κάτι εξαιρετικά φιλόδοξο που έχει στο φόντο την σχέση ΗΠΑ και Ελλάδας. Ένα μυθιστόρημα δρόμου, μια απομυθοποίηση της ανάπτυξης, μια ερωτική ιστορία τον καιρό της παγκοσμιοποίησης. Όλα αυτά σε ένα – και να δούμε πώς θα τα εισπράξει η κατατονική Ελλάδα των ημερών του Μνημονίου. Άλλα δεν μπορώ να σας πω κάτι περισσότερο προς το παρόν. Μπορώ όμως να υποσχεθώ μια προδημοσίευση όταν έρθει η ώρα.

Παραδώστε στη ρεσεψιόν έντυπο βιογραφικό σημείωμα, έκτασης 8μιση ιστολογιακών γραμμών.

Περιβαλλοντολόγος, γεωγράφος και μηχανικός, ο Μιχάλης Μοδινός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950.  Θεωρητικός και ακτιβιστής του οικολογικού κινήματος, συνεργάσθηκε με διεθνείς οργανισμούς, δίδαξε σε ακαδημαϊκά ιδρύματα ανά τον κόσμο ενώ υπήρξε εκδότης της Νέας Οικολογίας και πρόεδρος του Εθνικού  Κέντρου Περιβάλλοντος. Το 1990 ήταν υποψήφιος δήμαρχος  Αθηναίων. Στο πλούσιο δοκιμιακό και ερευνητικό του έργο περιλαμβάνονται τα βιβλία Μύθοι της Ανάπτυξης στους Τροπικούς, Από την Εδέμ στο Καθαρτήριο, Το Παιγνίδι της Ανάπτυξης, Τοπογραφίες και Η Αρχαιολογία της Ανάπτυξης. Από το 2005 στράφηκε οριστικά στην λογοτεχνία και την κριτική της. Στις εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν τα  μυθιστορήματά του Χρυσή Ακτή, Ο Μεγάλος Αμπάι, Επιστροφή και Η Σχεδία.

Σημ. Στις φωτογραφίες ο Πίνακας και ο Ζωγράφος από τη Σχεδία. Βλ. επίσης μια  παρουσίαση του Μεγάλου Αμπάι εδώ.

23
Απρ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 30

José Saramago, O Evangelho Segundo Jesus Cristo (1991)
Τέσσερα διαφορετικά χρώματα, τέσσερις εικαστικές εκδοχές ως περιτύλιγμα σ’ ένα μοναδικό Ευαγγέλιο.
22
Απρ.
11

Συλλογικό – Luis Bunuel

Πλάνα από σελίδες, πλάνες, Δ΄. [Στο πλαίσιο του αφιερώματος της Βιβλιοθήκης της Ελευθεροτυπίας «Κινηματογράφος και Λογοτεχνία»]

Πώς μπορούμε να ελπίζουμε ότι η συνείδηση του θεατή θα πραγματοποιήσει πρόοδο, όταν ταινίες που αγγίζουν τα όρια της πιο κακόγουστης αστειότητας μάς κάνουν πλύση εγκεφάλου επαναλαμβάνοντας διαρκώς ότι οι κοινωνικές δομές μας, οι ιδέες μας για την Πατρίδα, τη θρησκεία, την Αγάπη και τα λοιπά είναι αν όχι τέλειες, πάντως μοναδικές και απαραίτητες; αναρωτιόταν ο σπουδαίος σκηνοθέτης (σ. 55) που ενσάρκωσε την αντιφατική συνάντηση Καθολικισμού και Σουρεαλισμού, μετουσιώνοντάς την σε άσβεστο καύσιμο της καλλιτεχνικής του ύπαρξης. Η σουρεαλιστική σύγχυση της πραγματικότητας αποτέλεσε το ιδανικότερο δίχτυ ασφαλείας για τον αμφισβητία που έπεφτε απ’ τις αγκάλες της πίστης. Ο «αγνωστικιστής ντεσπεράντο», που προτιμούσε να αποκαλείται σκηνοθέτης μεγάλης απλότητας παρά ανανεωτής της κινηματογραφικής γλώσσας, μετέτρεψε σε πλάνα την παρακμή των αστικών αντιλήψεων περί ηθικής, τις νευρωτικές φαντασιώσεις του υποσυνείδητου και κόσμους ολόκληρους φετιχισμών, εμμονών και αρνητικών ηρώων. Στα κινηματογραφικά του ποιήματα η λογική τίθεται συνεχώς εκτός ισχύος  και τα όνειρα και οι επιθυμίες έχουν τον ίδιο χαρακτήρα πραγματικότητας.

Το τομίδιο περιλαμβάνει κείμενα των Κ. Eder, P.W. Jansen, H.H. Prinzler, M. Michel, R. Saint-Jean και συνομιλίες με τον σκηνοθέτη.

Εκδ. Πλέθρον, Α΄ έκδ. 1984, Β΄ έκδ. 2003, σελ. 191, μτφ. Μαρία Αγγελίδου [Πρόσωπα και Ιδέες. Κινηματογράφος / 8] [ΚlausEder, Peter W. Jansen, Hans Helmut Prinzler, Manuel Michel, Roxanne Saint-Jean].

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 649, 2.4.2010, αφιέρωμα: Λογοτεχνία και Κινηματογράφος  (και εδώ).

21
Απρ.
11

Εντουάρντο Γκαλεάνο – Μνήμη της φωτιάς. Ι. Η ΑΡΧΗ.

Κατά αμνησίας

Στο «Σημείο Εκκίνησης» ο συγγραφέας δηλώνει τις κακές του σχέσεις με το μάθημα της Ιστορίας, μιας επινόησης ούτως ή άλλως κάποιων άλλων, μιας οντότητας που έχει πάψει να αναπνέει, έχει φυλακιστεί στα μουσεία κι έχει θαφτεί με στεφάνια. Σ’ αυτή την Ιστορία επιθυμεί να ξαναδώσει ανάσα, ελευθερία, λόγο. Αδιάφορος για τα ειδολογικά σύνορα του πονήματός του και τους «τελωνοφύλακες της λογοτεχνίας» ο Γκαλεάνο δεν φιλοδοξεί να γράψει ένα αντικειμενικό έργο αλλά μια προσωπική ανάγνωση υπαρκτών ντοκουμέντων. Η Μνήμη της Φωτιάς αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας και χωρίζεται σε δυο μέρη: στους μύθους των πρώτων κατοίκων της προκολομβιανής Αμερικής («Οι πρώτες φωνές») και στην αμερικανική ιστορία από το 1492 – 1700 («Γηραιός νέος κόσμος»). Κάθε κείμενο έχει δυο βασικές σημάνσεις: στην αρχή σημειώνεται ο τόπος και ο χρόνος του περιστατικού και στο τέλος ένας αριθμός που παραπέμπει στη αναγραφόμενη στο τέλος βιβλιογραφία 227 πηγών – κειμένων.

Ως Κέντρο αυτής της Ιστορίας επιλέγεται η Λατινική Αμερική, από την οποία «όλους αυτούς τους αιώνες δεν άρπαζαν μόνο τον πλούτο της αλλά σφετερίστηκαν τη μνήμη της», καταδικάζοντάς την σε αμνησία. Πολύ περισσότερο στην περίπτωση της πολύπαθης ηπείρου είναι ορατή η ιστορία της Κατάκτησης και της εξαφάνισης ολόκληρων λαών και πολιτισμών μέσω προαιώνιων θεσμών και μηχανισμών. Γι’ αυτό και δεν επιστρατεύτηκε μόνο ο γνωστός Ανώτατος Θεός – τιμωρός που δεν αγαπάει αλλά μισεί τους ανθρώπους αλλά κι ένας ακόμα αιώνιος, παγκόσμιος θεός που δεν αναφέρεται σε κείμενα ή τραγούδια και βασιλεύει τον κόσμο ορίζοντας αφέντες και σκλάβους και αποφασίζοντας ο ίδιος για όλους– ο θεός του Φόβου. Κι όμως, ήταν μόλις 1515 όταν ο Τόμας Μουρ στην προκυμαία της Αμβέρσας συνάντησε ή επινόησε τον Ραφαέλ Χιθλοντέι που ισχυρίζεται πως ανακάλυψε το νησί της Ουτοπίας σε κάποια ακτή της Αμερικής, όπου δεν γνωρίζουν την αρπαγή (δημιούργημα του φόβου), ούτε ξέρουν τι θα πει πείνα, ο λαός εκλέγει και καθαιρεί τους ηγεμόνες του και η θρησκεία δεν προσβάλλει τη λογική και αποτρέπει τις ανώφελες ταπεινώσεις και τον βίαιο προσηλυτισμό.

Τέσσερα χρόνια μετά ο Μιχαήλ Άγγελος θα σημείωνε κάτω από έργο του: Το αίμα του Χριστού πωλείται με το κουτάλι. Άλλωστε συγχωροχάρτια, αφορισμοί, τίτλοι ευγένειας είχαν όλα την τιμή τους. Ευτυχώς που παπικό διάταγμα του 1537 αποφάνθηκε πως οι Ινδιάνοι είναι πράγματι ανθρώπινες υπάρξεις, που διαθέτουν λογική και ψυχή, αλλά σχεδόν έναν αιώνα αργότερα δεν έλεγαν να εγκαταλείψουν τα έθιμά τους, γι’ αυτό και το 1625 απαγορεύονται οι «νοσηροί» χοροί των Ινδιάνων της Γουατεμάλας που άλλωστε ξοδεύουν τα λεφτά για φτερά, ρούχα και μάσκες και χάνουν πολύτιμο χρόνο σε γιορτές και μεθύσια, με αποτέλεσμα να μην αποδίδουν στη δουλειά τους, να μην πληρώνουν φόρους και να μην μπορούν να συντηρήσουν τα σπίτια τους.

Σύμφωνα με την «Μαρτυρία του πουριτανού Τζον Άντερχιλ από το Κονέκτικατ, για τη σφαγή των Ινδιάνων Πεκότ» η θέα του αίματος και των νεκρών κορμιών των Ινδιάνων (που αγνοούσαν παντελώς την άφιξη του στρατού του) στάθηκε τρομερή δοκιμασία για τους στρατιώτες του. Τουλάχιστον ο Θεός τους είχε απαλλάξει από τον οίκτο και ο Λόγος του καθοδήγησε τις πράξεις τους, προς τη σωτηρία λαών που είχαν βυθιστεί στην αμαρτία (1637). Περισσότερο έκπληκτος ο Φρανσίθκο ντε Άβιλα διαπιστώνει πως ούτε ένας από τις χιλιάδες Ινδιάνους που ανέκρινε δεν βρέθηκε να μην είναι αιρετικός, συνεπώς η καταστροφή ναών και κεφαλιών υπήρξε ενδεδειγμένη ώστε ο αέρας της χριστιανικής πίστης να εξαγνίσει το Περού (1641). Εξάλλου την ίδια σχεδόν εποχή (1647) ο ταγματάρχης δον Μαρτίν ντε Μουχίκα ανακοινώνει την απαγόρευση ενός παιχνιδιού των Ινδιάνων της Χιλής διότι με το να τρέχουν πίσω από μια μπάλα εξασκούνται στον πόλεμο και συχνά προκαλούνται καβγάδες ενώ είναι απαράδεκτο να θεωρούν πως λίγα φτερά τους φέρνουν τύχη. «Η πρώτη φωνή διαμαρτυρίας» του δομινικανού μοναχού Αντόνιο ντε Μοντεσίνος που κατήγγελε από τον άμβωνα τη γενοκτονία των Ινδιάνων (1511), έκπληκτος για το ανεφάρμοστο «Αγαπάτε αλλήλους», δεν ακούστηκε ποτέ, όπως και κάθε επόμενη.

Ο συγγραφέας (που έζησε εξόριστος στην Αργεντινή (1973-1977) κι αργότερα στην Ισπανία (1977-1985) προτού επιστρέψει στην Ουρουγουάη) άντλησε από ένα αστείρευτο υλικό: επίσημες και λαϊκές πηγές, συλλογές μύθων και θρύλων, παραδόσεις και παραμύθια, τοπικές ιστορίες, ιερά κείμενα, λαογραφικές έρευνες, ανθρωπολογικές μελέτες, πανεπιστημιακές διατριβές για πολιτισμούς και θεσμούς, λαϊκές βιογραφίες, ποιητικές ανθολογίες, αλλά και εκδόσεις σπουδαίων λογοτεχνών, όπως οι Μιγκέλ Άνχελ Αστούριας (Leyendas de Guatemala), Αλέχο Καρπεντιέρ (El arma y la sombra, ελλ. Η άρπα και η σκιά), Μπενζαμίν Περέ (Anthologie des mythes, légends et contes populaires d’ Amerique), Αλφόνσο Ρέγιες (Medallones), Αουγκούστο Ρόα Μπάστος (Las culturas condemadas) και Οράσιο Σάλας (La Espana Barocca).

Εκδ. Πάπυρος, [Σειρά Letras. Ισπανόφωνοι και πορτογαλόφωνοι συγγραφείς], 2009, μτφ. Ισμήνη Κανσή, σ. 429, με ευρετήριο (Eduardo Galeano, Memoria del fuego. I. LOS NACIMIENTOS, 1982)

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 25 (άνοιξη 2011), Αφιέρωμα Literatura Latinoamericana [Λατινοαμερικανική Λογοτεχνία]. Η εικονιζόμενη μάσκα: από την φυλή Haida των γηγενών της βορειοδυτικής Αμερικής.

20
Απρ.
11

Jeanne Moreau & Etienne Daho – Le Condamné à Mort (De Jean Genet) (Radical Pop Music, 2010)

couv_condamne_serie_1

Ο Ζαν Ζενέ έγραψε το μεγάλο σε έκταση ποίημα Ο Καταδικασμένος σε Θάνατο (Le Condamné à Mort) κατά την διάρκεια της φυλάκισής του στο Fresnes, έχοντας συγκλονιστεί από την ιστορία του Maurice Pilorge που φυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο επειδή δολοφόνησε τον εραστή του (αποκεφαλίστηκε το 1939, στη ηλικία των είκοσι πέντε). H εκατονταετία από τη γέννηση αυτού του σπάνιου συγγραφέα έδωσε την αφορμή σε τρεις αναγνώστες – διακριτικούς εκτιμητές του να προχωρήσουν στη μελοποίησή του έργου. Η συνθέτρια Hélène Martin έχει κάνει κάτι ανάλογο και με έργα των Νερούντα και Αραγκόν (περισσότερα εδώ) ενώ ο E.D. έχει εδώ και καιρό εντάξει μόνιμα στο ρεπερτόριό του το Sur Mon Cou. Η Μορώ είχε στενή σχέση με τον Ζενέ, χτυπήθηκε πάνω στη σκηνή σε έργα του αλλά και σε φιλμ, αν και εκείνος ήταν αρνητικός, όπως θυμάται, σε οποιαδήποτε οπτική ή ακουστική αναπαράστασή του.

MI0003133997

Ακούγοντας την ερμηνεία του γεννημένου στην Αλγερία Daho έχει κανείς την εντύπωση πως θα πρόκειται για ένα τυπικό τέκνο της «σοβαρής» Γαλλικής τραγουδοποιίας. Καμία σχέση: ο σημερινός ποπ σταρ της Γαλλίας αποτελεί γέννημα θρέμμα του δικού της πανκ, ξεκίνησε τα μεθεόρτιά του με το Mythomane του 1981, έχει περάσει τους 20 δίσκους, συνεργάστηκε με Saint Etienne του 1995 (Reserection EP, με το He’s On the Phone) και γενικώς πέρασε απ’ όλα τα είδη και τα στιλ. Γνωρίζει δε καλά και να προσελκύει τις διαχρονικές μούσες να συνεισφέρουν σε κομμάτια του, όπως η Marianne Faithful ή η Charlotte Gainsbourg. Η Radical Pop Music είναι δική του. Για την Ζαν Μορώ κάθε λόγος μοιάζει περιττός. Είναι για πάντα στο μυαλό μας ως ερωτική μούσα στο Ζυλ και Ζιμ, ως μοιραία γυναίκα στο Ασανσέρ για Δολοφόνους, ως πληγωμένη χήρα στο Η νύφη φορούσε μαύρα. Οι ερμηνείες της μέχρι σήμερα είναι πλήρως αισθαντικές, σχεδόν βιωματικές.

1041129422-2

Στην ουσία οι δυο περσόνες μοιράζονται τον δίσκο: ο Daho τραγουδά τις μελοποιήσεις, η Moreau διαβάζει στίχους ανάμεσά τους, στο Élève-Toi Dans L’Air απαγγέλουν μαζί. Ήδη από την αρχή (αφήνοντας το πρώτο κομμάτι που δεν είναι παρά πέντε εισαγωγικά δευτερόλεπτα), το Le Vent Qui Roule Un Coeur έχει μια υφέρπουσα, ακαταμάχητη γοητεία. Η φωνή της Μορώ σε περιβάλλει, η ανεπαίσθητα επαναλαμβανόμενη μελωδία σε υποβάλλει. Το Ô La Douceur Du Bagne μοιάζει με παραλλαγή του και πέρασαν πολλές ακροάσεις μέχρι να αντιληφθώ τα πανάλαφρα σαν τσιγαρόχαρτο αλλά εμβατηριακά κρουστά. Η τετράδα από την οποία πρέπει να περάσετε και να δοκιμάστε, για να αποφασίσετε αν θα εισχωρήσετε στα ενδότερα, συμπληρώνεται με τα Sur mon cou και Pardonnez-Moi Mon Dieu. Τα κομμάτια κυλάνε χωρίς εξάρσεις, στο «ήρεμο» γαλλικό τραγουδιστικό στιλ. Είναι αυτονόητο πως σε τέτοιες περιπτώσεις, και ειδικά όταν πρόκειται για τον Ζενέ, πρέπει κανείς να διεισδύσει στο κείμενο, να ακολουθήσει τον συγγραφέα στις γνωστές επίπονες διαδρομές του. Ιδού λοιπόν και μια αγγλική μετάφραση δια χειρός Mark Spitzer, εδώ. [7/10]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

19
Απρ.
11

Δημήτρης Κολιοδήμος – Cineλόγιο. Ένα γεγονός – μια ταινία

 Πλάνα από σελίδες, πλάνες, Γ΄. [Στο πλαίσιο του αφιερώματος της Βιβλιοθήκης της Ελευθεροτυπίας «Κινηματογράφος και Λογοτεχνία»]

Κριτικό – εικονογραφικό ανθολόγιο όπου εγγράφονται ταινίες κάθε εποχής, είδους και ποιότητας με οποιαδήποτε ημερολογιακή αφορμή. Η Σύγχρονη Ιστορία συμπλέει με τον Αιώνιο Κινηματογράφο: στις 11 Σεπτεμβρίου Βρέχει στο Σαντιάγκο (σύνθημα της ανατροπής του Αλιέντε, ταινία του Έ.Σότο), το πολιτικό σινεμά Μιας Σκληρής Λευκής Εποχής συνδέεται με τις ταραχές του Κέιπ Τάουν, ο Τζο Όρτον του Φρήαρς (Τεντώστε τα αυτιά σας) με την απαρχή του κινήματος Pride. Το κινητοσκόπιο του Έντισον με το Σινεμά ο Παράδεισος όπου ζωντανεύουν τα όνειρά μας στην οθόνη, η αναγγελία του πρωτοποριακού Τάκερ με την φερώνυμη ταινία-ύμνο στο άτομο αλλά και διάψευση του αμερικανικού ονείρου. Η Σάρκα της ορχιδέας του Π. Σερό αντιστοιχεί στον θάνατο του Τζέιμς Τσέιζ που επέστρεψε το έγκλημα στους λόγους διάπραξής του, το Γκόθικ υπενθυμίζει την συνάντηση Μπάιρον και Σέλεϊ που γέννησε κορυφαία λογοτεχνία τρόμου, ο Φιτζκαράλντο δίνει υπόσταση στο ανέφικτο όραμα και την συντριβή του κι όλοι απευχόμαστε τον μαρασμό των κινηματογραφικών αιθουσών (Σπλέντορ).

Άλλοτε οι επέτειοι αφορούν ημερομηνίες γέννησης είτε συγγραφέων τα έργα των οποίων ενέπνευσαν ταινίες, όπως ο Ευγένιος Ο’ Νιλ (Το μακρύ ταξίδι της μέρας μέσα στη νύχτα, όπου οι δεσμοί αγάπης δεν νοούνται χωριστά από τις σχέσεις μίσους) ή ο Μάικλ Οντάατζε, είτε σκηνοθετών σαν τον Πίτερ Γκριναγουέι (Ο Μάγειρας, ο Κλέφτης, η Γυναίκα του και ο Εραστής του) ο εικονιστικός πλούτος του οποίου δεν σκέπασε την πολιτική σημασία του σεξ και τον ρόλο του στην άσκηση εξουσίας. Αναπόφευκτα και οι θάνατοι παίρνουν θέση στο επετειολόγιο: δεν ξεχνιέται Η Δολοφονία του Τρότσκυ με την υποδειγματική αφήγηση του Τ. Λόουζυ, Ο Ταχυδρόμος (η αποθέωση της μεταμόρφωσης δυο ανθρώπων μέσω της επαφής τους, ένα μυθιστόρημα του Σκαρμέτα (και) για τον Νερούντα) «τιμάται» την ημέρα θανάτου του πρωταγωνιστή Μάσιμο Τροΐζι, το εστετικό ποίημα Μπάρρυ Λύντον στην αντίστοιχη του σκηνοθέτη του Σ. Κιούμπρικ. Εδώ και πάντα εδώ η Γλυκειά Συμμορία του Ν. Νικολαΐδη, με τα καταραμένα πρόσωπα, τα αφοσιωμένα το ένα στο άλλο, που επικοινωνούν με εκφράσεις, βλέμματα και αντικείμενα και δεν θέλουν να προδώσουν το ελάχιστο κάτι στο οποίο βρήκαν να πιστέψουν.

Στις φωτογραφίες: Α) ο Κλάους Κίνσκι ως Φιτζκαράλντο του Βέρνερ Χέρζογκ: ο άνθρωπος που πέρασε ένα ατμόπλοιο μέσα από την ζούγκλα, μάγεψε τους Ινδιάνους με τις ηχογραφήσεις του Καρούζο, ονειρεύτηκε το χτίσιμο ενός λυρικού θεάτρου στην καρδιά του περουβιανού Αμαζονίου και συνετρίβη κάτω από το ανέφικτο ουτοπικό ή καμουφλαρισμένα αποικιοκρατικό όραμα. Β) Ο Μάγειρας και ο Κλέφτης, – χωρίς την Γυναίκα του δεύτερου και τον Εραστή της – μνημεία βίαιης γλώσσας και ολύμπιας ηρεμίας αντίστοιχα. Γ) Δάσκαλος και Μαθητής. Η Μύηση στον Παράδεισο του Σινεμά.

Εκδ. Οξύ, 2008, σ. 403. Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 649, 2.4.2010, αφιέρωμα: Λογοτεχνία και Κινηματογράφος  (και εδώ). Η δεύτερη παράγραφος και φυσικά τα περί φωτογραφιών προστέθηκαν εδώ.

18
Απρ.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 44. Φίλιππος Δρακονταειδής

Αγαπημένοι  παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Καθώς τα χρόνια περνούν, το τσουβάλι με τα βιβλία αδειάζει. Τώρα έχουν μείνει ο Παπαδιαμάντης, ο Βιζυηνός, ο Μητσάκης, ο Ροΐδης, ο Καβάφης, ο Κάλβος, ο Σολωμός. Μαζί τους ο Τσέχοφ και ο Λόρενς Στερν. Όλοι τους παλαιοί, δηλαδή σύγχρονοι.

Αγαπημένα παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Τα έργα του Γκι ντε Μοπασάν, του Καμύ, του Μάρκες, του Χουάν Ρούλφο (που είχα την τύχη να μεταφράσω και να μελετήσω). Ο Προυστ και ο Ντοστογιέφσκι με συνθλίβουν και δεν μπορώ να φτάσω στο τέλος των έργων τους, με εξαίρεση το «Έγκλημα και Τιμωρία», που έχω διαβάσει επανειλημμένα.

 Αγαπημένα διηγήματα.

Μου έρχονται στο νου οι «Χαλασοχώρηδες» του  Παπαδιαμάντη, «Το μόνο της ζωής του ταξίδιον» του Βιζυηνού και όλα τα λεπτουργήματα του Ηλία Παπαδημητρακόπουλου.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος  σύγχρονος νέος έλληνας  λογοτέχνης;

Δεν έχω  γοητεύσει κανένα νέο έλληνα λογοτέχνη, ούτε κανένας νέος έλληνας  λογοτέχνης με έχει γοητεύσει. Προσπαθώ ωστόσο να γοητευτώ. Προς το παρόν, οι σχέσεις είναι ψυχρές. Παρακολουθώ με ενδιαφέρον και περιέργεια τον Χρήστο Χρυσόπουλο, υπάρχει φιλία.

Σας ακολούθησε ποτέ κάποιος από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Δεν παύει και δεν πρόκειται να πάψει  να με ακολουθεί ο εκτελεσμένος πατέρας μου, πρόσωπο που με απασχόλησε στο βιβλίο μου «Σχόλια σχετικά με την περίπτωση». Καθώς είμαι πια σε ηλικία μεγαλύτερη από τη δική του, οι ρόλοι έχουν αλλάξει: σαν να τον έχω παιδί μου. Γράφω λοιπόν και ξαναγράφω το βιβλίο του, σε λίγο θα κλείσουν (υπολογίζω) πενήντα χρόνια τέτοιας επαφής. Συνεπώς, μαθαίνω νέα του και συμπληρώνω το βιβλίο του. Μέχρι θανάτου.

Αγαπημένος  και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αγαπημένοι ο Γαργαντούας και ο Πανταγκρυέλ. Ζηλευτός ο Μισέλ ντε Μονταίνι, αυτός ο λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός  του γραφείου σας/σπιτιού  σας;

Έχω γράψει σε γραφεία, ξενοδοχεία, καφενεία, εστιατόρια, χαμοκέλες, στις 30 χώρες όπου ταξίδεψα. Στην 31η όπου εργάζομαι, γράφω στο νοικιασμένο διαμέρισμά μου και στο γραφείο. Δεν έχω γράψει σε αεροδρόμια (εξαιρουμένου του αεροδρόμιου του Καϊρου, όπου έμενα 7 ώρες τράνζιτ προς Αντίς Αμπέμπα), επειδή χαζεύω τους ταξιδιώτες. Και δεν έχω γράψει κατά τη διάρκεια πτήσεων, επειδή τρέμω το αεροπλάνο.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού  παγιδεύετε τις ιδέες  σας;

Ομολογώ ότι έγραφα εύκολα και στη συνέχεια ντρεπόμουν σχεδόν για όσα είχα γράψει, οπότε η ευκολία έδινε τη θέση της σε συνεχείς αλλαγές, πολλές από τις οποίες αποφάσιζα περπατώντας και υποσχόμουν να πραγματοποιήσω, δυστυχής που, όταν καθόμουν να τις βάλω στο χαρτί, τις είχα ξεχάσει και τις αντικαθιστούσα με άλλες. Τώρα, η ανησυχία που μου προκαλεί ο γραπτός λόγος είναι έντονη και γράφω μετά από καθυστερήσεις. Ποτέ δεν «παγίδευσα» ιδέες, εκείνες έπεφταν στην άκρη της πένας, η οποία λειτουργούσε σαν μυγοσκοτώστρα. Αυτός είναι ίσως ο λόγος που οι ιδέες δεν προσγειώνονται πια, αν και ο ήχος της πτήσης τους με ακολουθεί κάθε λεπτό.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή  τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν έχω  τρόπο, ούτε διαδικασία, ούτε τελετουργία. Έχω όμως κακή διάθεση, ένα είδος πάθησης που προηγείται της συγγραφής. Κάποτε, ο ήχος της κλασικής μουσικής (με προτίμηση από το Γρηγοριανό μέλος ως το τέλος του Μπαρόκ) με καταπράυνε. Πάντα όμως, το τέλος της συγγραφής ήταν η συμπλήρωση μιας απώλειας, αλλά και μιας ανακούφισης πως είχα γλιτώσει από μία καταπίεση. Όσο για την ανάγνωση, διαβάζω ακόμα και τις πινακίδες των αυτοκινήτων, προσθέτω τους αριθμούς, τους διαιρώ.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων; 

Δεν μπορώ  να μιλήσω για τα βιβλία μου, ούτε να τα «παρουσιάσω». Επειδή, όπως είπα, τα γράφω και τα ξαναγράφω, δεν δημιουργείται εκείνη η απόσταση που επιτρέπει την αναγνώριση του περιεχομένου τους. Έχω την εντύπωση πως λένε περισσότερα από όσα κρίνω ότι λένε ή κάτι διαφορετικό από αυτό που υποθέτω ότι λένε. Ίσως, αυτός είναι ο λόγος που με κάνει να πιστεύω πως ο συγγραφέας ο οποίος ξέρει τι έγραψε, είναι κακός συγγραφέας.

Η σχέση  μου με τα βιβλία μου είναι σχέση  κριτικής μέχρι σημείου αποκήρυξης. Έτσι, δεν κρατώ ως έργο μου παρά έξι μόνο τίτλους (αποκηρύσσοντας τους υπόλοιπους), που νομίζω ότι συνθέτουν ΕΝΑ βιβλίο αποτελούμενο από έξι «κεφάλαια». Έχω συνεπώς ένα «εξάμετρο». Κατά τρόπο που μου φαίνεται ανεξήγητος, το «εξάμετρό» μου χωρίζει τον εαυτό του σε δύο μέρη. Το πρώτο, που θα το ονόμαζα «βραχύ» αφορά στην Ελλάδα («Σχόλια σχετικά με την περίπτωση», «Στα ίχνη της παράστασης», «Προς Οφρύνιο»). Το δεύτερο, που θα το ονόμαζα «μακρόν» αφορά στον κόσμο και στην Ιστορία από το τέλος του 19ου αιώνα ως τα μέσα του 20ου («Το μήνυμα», «Το άγαλμα», «Η πρόσοψη»). Και σαν αυτό το σύνολο να έχει ανάγκη «διακόσμου», περιβάλλεται από divertimenti («Ταξίδι ως την καταγωγή του κόσμου», «Ο ρινόκερος θα είναι εδώ» «Ανθολογία ανύπαρκτων συγγραφέων») και αστυνομικές ιστορίες, που είναι μάλλον κοινωνικές ιστορίες με αφορμή πολλά που είδα στις πολιτισμένες και υπανάπτυκτες χώρες όπου εργάστηκα και εργάζομαι.

Όλο αυτό το «πράγμα» βρίσκεται αποθηκευμένο στον υπολογιστή μου ως η πλέον πρόσφατη εκδοχή. Ωστόσο δεν έχει εκδοτικό ενδιαφέρον για μια συνολική έκδοση, που θα το έδειχνε ολοκληρωμένο. Βρίσκεται, πιστεύω, σε αναντιστοιχία με την εποχή μας. Έχω την ιδέα πως το λογοτεχνικό κατασκεύασμα απαιτεί ισορροπίες και τροπισμό προς το φως του πιθανού αναγνώστη, είναι εντέλει έξω από τον δημιουργό του. Δεν είναι εκ του περισσεύματος, αλλά εκ του υστερήματος. Και δίχως να πρόκειται για σύγκριση, είμαι «μια παλιά περούκα», όπως έλεγαν στον καιρό του τον Ιωάννη Σεβαστιανό Μπαχ.

Δημοσιεύετε κατά καιρούς εκτενή κείμενα λογοτεχνικής κριτικής. Εργάζεστε  με συγκεκριμένο τρόπο;

Δεν είμαι  κριτικός της λογοτεχνίας. Όταν κάνω λόγο για κάποιο βιβλίο, είναι για  να πω τι κατάλαβα, πόσο το κείμενο με απασχόλησε, πόσο με δίδαξε. Οφείλω να αναγνωρίσω την υποστήριξη του Αλέξανδρου Κοτζιά, που μου παραχωρούσε όσον χώρο ήθελα στην «Καθημερινή», του  Δημήτρη Χατζή, που με συμβούλευε, των εκδοτών του «Διαβάζω», του  «Δέντρου», της «Λέξης», που μου έδιναν την ελευθερία να ασχοληθώ όποιο βιβλίο και όποιον συγγραφέα έκρινα σπουδαίο από την άποψη της τεχνικής και της εντιμότητας του λόγου του. Ήταν ακόμα μια μαθητεία.

Τώρα, τέτοια περιθώρια δεν υπάρχουν και δεν  έχω την ψυχραιμία να προσαρμοστώ στα ισχύοντα δεδομένα.

Ασχολείστε με την μετάφραση λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Ασχολήθηκα  με τη μετάφραση για να μάθω ελληνικά. Θεωρώ πως έπαιξα το παιχνίδι των λέξεων, ένα παιχνίδι που απαιτεί σκέψη και κόπο, αλλά σε ανταμείβει, επειδή η μετάφραση είναι πια έργο σου. Έτσι, ο Πεσόα, ο Ρούλφο, ο Κούντερα και άλλοι συγγραφείς της Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής που μετέφρασα, επιμελήθηκα και προλόγισα είναι όλοι τους εγώ. Τέτοια σχέση δημιουργείται.

Μεταφράσατε μεταξύ άλλων Ραμπελαί και Μονταίνι. Αποτέλεσαν δική σας επιλογή; Τι σας έμεινε από την συγκεκριμένη σπουδή;

Έχω την  υποψία ότι υπάρχουν «εκλεκτικές  συγγένειες». Η ορμή της ζωής με σαγηνεύει, η υπερβολή του λόγου και του βίου είναι γνώρισμά μου. Έτσι,  καταπιάστηκα με τον Ραμπελαί. Η συμβίωσή μου με τον Μονταίνι αριθμεί τέσσερες δεκαετίες τουλάχιστον. Είναι συμβίωση με μια μοναδική προσωπικότητα της παγκόσμιας γραμματείας, με έναν παιγνιώδη, εκλεπτυσμένο, υπό διαρκή έλεγχο χαρακτήρα. Με τον Ραμπελαί, είμαστε δύο ζαβολιάρηδες. Με τον Μονταίνι, είμαστε δύο φίλοι. Όπως λέει ο ίδιος για τον φίλο του Λα Μποεσί, «εγώ είμαι αυτός». Μετέφρασα τα «Δοκίμιά» του και, είκοσι περίπου χρόνια αργότερα, κατάλαβα πως η μετάφρασή μου δεν ήταν στο ύψος του λόγου του. Αποφάσισα λοιπόν να κάνω μεταπτυχιακές σπουδές και να λάβω διδακτορικό δίπλωμα (από το Πανεπιστήμιο του Μονπελιέ, όπου ο Ραμπελαί φοίτησε και όπου η έδρα Αδαμάντιου Κοραή), αναζητώντας τις πηγές των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων στο έργο του Μονταίνι. Αυτή η διατριβή μου άνοιξε τα μάτια (θα έλεγα) για μια νέα μετάφραση των «Δοκιμίων», που ολοκληρώθηκε σε 5 χρόνια (το 2003).

Το θέμα δεν είναι τι μου έμεινε από  τέτοια σπουδή. Το θέμα είναι τι δεν μου έμεινε χάρη στον Ραμπελαί και στον Μονταίνι: δεν μου έμεινε λοιπόν η οίηση, δεν μου έμεινε η αυτάρκεια.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες  ηδονές;

Δεν υπήρξαν  δυσκολίες, ούτε ηδονή. Είχα διαρκώς την εντύπωση πως ανακάλυπτα ξένους κόσμους και με συνόδευε η απληστία του κονκισταδόρ και η προσοχή του εξερευνητή.

Έχετε γράψει πεζογραφία και δοκίμιο. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί του άλλου;

Ο Μανόλης Αναγνωστάκις με δίδαξε πως όταν έχεις πει όσα πιστεύεις πως είχες να πεις, τότε σωπαίνεις. Το χειρότερο ελάττωμα του λογοτέχνη είναι να λογοτεχνίζει εν ανεπαρκεία. Και ας μη γελιόμαστε: ξέρουμε πότε οι δυνάμεις μας δεν επαρκούν. Σε ό,τι όμως αφορά στον κόσμο που ζούμε, δεν θα πάψω να μελετώ τις εξελίξεις, να ανατρέχω στην πλέον σύγχρονη βιβλιογραφία, να λαβαίνω αναφορές από ερευνητές, ειδικά περιοδικά και ηλεκτρονικούς τόπους. Το κέντρισμα για σκέψη είναι πανταχού παρόν στις μέρες μας. Και η κατάρρευση του πολιτισμού ανά τον κόσμο είναι υπόθεση ανατομίας με το νυστέρι στο χέρι. Γέρνω, ως εκ τούτου, προς το δοκίμιο. Με έχει απασχολήσει η έκταση του τρόμου («Φεβρουάριος Αιών»), η σχέση ιστορικής μνήμης και μνήμης του υπολογιστή («Μνήμη και Μνήμη»), η υποχώρηση του λόγου («Παραμύθι της Λογοτεχνίας»). Επειδή δεν είμαι πανεπιστημιακός, ώστε να έχω πελατεία αναγνωστών, τα δοκίμιά μου περνούν απαρατήρητα και δυσκολεύομαι να βρω εκδότη. Δεν μπορώ συνεπώς να πω αν συμβάλουν με κάποιο τρόπο στην σκέψη της Ελλάδας. Είναι δουλειά μοναχικού λύκου!

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό  περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της  προτίμησης;

Ο ηρωισμός των λογοτεχνικών περιοδικών στην Ελλάδα είναι μοναδικό φαινόμενο μακροζωίας, αλλά και προσπάθειας ποιότητας. Θα αναφέρω όμως, με δόση συγκίνησης, τις τις «Εποχές» και την «Επιθεώρηση  Τέχνης». Ο Άγγελος Τερζάκης στις «Εποχές» και ο Πορφύρης Κονίδης στην «Επιθεώρηση Τέχνης» μου  έδωσαν βήμα, με συμβούλεψαν και  παρουσίασαν τα πρώτα μου γραπτά. Ο συχωρεμένος Περικλής Αθανασόπουλος ζήτησε τη συνεργασία μου από τα πρώτα τεύχη του «Διαβάζω». Το ίδιο και ο Θανάσης Νιάρχος με τον Αντώνη Φωστιέρη. Το ίδιο και ο Κώστας Μαυρουδής με τον Τάσο Γουδέλη. Και να μην ξεχάσω τον «Πόρφυρα», που πάντα δέχεται τα κείμενά μου.

Αν  είχατε σήμερα την  πρόταση να γράψετε  μια μονογραφία –  παρουσίαση κάποιου  προσώπου της λογοτεχνίας  ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Έχω γράψει μια «μονογραφία» του Βικέλα («Ο Φίλιππος Δρακονταειδής διαβάζει Βικέλα», εκδ. Ελληνικά Γράμματα). Θα ήθελα να γράψω παρουσιάσεις των συγγραφέων που προτιμώ. Όμως η τέχνη μακρά και ο βίος βραχύς. Αν είχα μια «παραγγελία», όπως στην περίπτωση του Βικέλα, θα ξεκινούσα αμέσως.

Γράψατε  ποτέ ποίηση;

Πρέπει να έχω γράψει πάνω από χίλια ποιήματα. Δύο από αυτά βρίσκονται σε ανθολογίες. Τέτοια ήταν η παραγωγή μου ως τα είκοσί μου χρόνια. Στα σημειωματάριά μου υπάρχουν «κατεβατά» με τη μορφή  στίχων, αλλά δεν πρόκειται για ποιήματα. Μου αρέσει η φόρμα της μιας σειράς κάτω από την άλλη.

Θα  μας συνοδεύσετε  ως την θύρα του  τελευταίου σας βιβλίου;

Ευχαρίστως  ανοίγω την θύρα του τελευταίου μου  βιβλίου, έκδοση του 2010, εκδόσεις Γαβριηλίδη, με τίτλο «Λόγος Ερειπίων», δοκίμιο. Είσαστε ελεύθερος να μπείτε στο  βιβλίο. Όπως όμως είπα, εγώ δεν είμαι  σε θέση ούτε να το περιγράψω, ούτε να το «παρουσιάσω».

Πώς βιοπορίζεστε;

Από τον Δεκέμβριο του 1998 ως σήμερα, έχω αναδιοργανώσει το Υπουργείο Πολιτισμού της Ρουμανίας (έργο της Ε.Ε., διάρκειας 2 ετών), διατυπώσει την στρατηγική της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης στη Γεωργία (έργο του ΟΟΣΑ, διαρκείας 2 ετών), ολοκληρώσει την πολιτιστική στρατηγική της Τυνησίας με γνώμονα την ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων της Καρχηδόνας (έργο της Παγκόσμιας Τράπεζας, διαρκείας 2 ετών), ορίσει τις αρχές διατήρησης και ανάπτυξης των παραδοσιακών χειροτεχνημάτων της Αιθιοπίας (έργο της Παγκόσμιας Τράπεζας, διαρκείας 2 ετών). Από τον Οκτώβριο του 2010 είμαι στο Κόσοβο, για 2 χρόνια πάλι, υπεύθυνος ενός έργου της Ε.Ε για την αναστήλωση, προστασία και συντήρηση 624 μνημείων αυτής της νέας χώρας. Σύμφωνα με τα ιδιόλεκτα των χρηματοδοτών των έργων, είμαι «διεθνής ειδικός σε θέματα πολιτισμού και πολιτιστικής κληρονομιάς». Στην Ελλάδα, δεν έχω ελπίδα ούτε εκτίμησης, ούτε βιοπορισμού, παρόλο που ο κατάλογος των έργων σχετικών με τον Πολιτισμό, στα οποία έχω λάβει μέρος στη χώρα μου είναι εκτενέστατος. Εξετάζω λοιπόν από τώρα ποια θα είναι η επόμενη αποστολή μου, κάθε άλλη χώρα είναι ενδιαφέρουσα.

Τι  διαβάζετε αυτό τον  καιρό;

Τον Παπαδιαμάντη, τον Καβάφη και τον Καρυωτάκη για θεραπεία. Την ιστορία του πολέμου της Κριμαίας, την  «βιογραφία»  της Ιερουσαλήμ, την ιστορία των  μυστικών υπηρεσιών της Μ. Βρετανίας, τις προοπτικές του δυτικού πολιτισμού, μελέτες για τον τρόπο εντοπισμού του ήλιου από τους Βίκινγκ, άρθρα για τις γεωπολιτικές εξελίξειςκαι ό,τι άλλο πέσει  στο χέρι μου. Όπως σημείωσα, διαβάζω και τις πινακίδες των αυτοκινήτων. Η περιέργεια είναι σοβαρή ασθένεια.

Τι  γράφετε τώρα; 

Τίποτα.

Η ενασχόλησή σας με την προστασία  των μνημείων σε διεθνές  επίπεδο αποτελεί, εκτός των άλλων, και είσοδο σ’ έναν κόσμο συναρπαστικό (της τέχνης, της διαχείρισης πολιτιστικής κληρονομιάς, της διεθνούς πολιτικής) αλλά και πηγή έμπνευσης;

Κάθε  τόπος σου ανήκει, αν το δεις όπως είναι και όπως εκφράζεται. Τότε νιώθεις πως μια συνεχής βροχή σε μουλιάζει και σε ετοιμάζει να βγάλεις καρπούς και να τους δρέψεις. Από τέτοιους καρπούς μπορεί να βγει μια στάλα έργου.

Ποια η εμπειρία σας από την θητεία σας στο Κόσοβο;

Έχω την καλύτερη γνώμη για τους ανθρώπους. Και η Ιστορία του τόπου είναι τόσο πολύπλοκη, τόσο «προσωπική», τόσο πλατειά, ώστε διαπιστώνω πόσο στενόκαρδη, στενόμυαλη και ψεύτικη είναι η ελληνική Ιστορία από το 1453 ως σήμερα. Για άλλη μια φορά, χάνουμε έναν χώρο του οποίου είμαστε ένα κομμάτι και χάνουμε ταυτοχρόνως έναν συγγενή κόσμο που μας θέλει, αλλά τον περιφρονούμε. Όπως έλεγε η γιαγιά μου, «παίρνουμε την πορδή μας για Άγιο Μύρο».

Ένα από τα μνημεία  που θυμάμαι έντονα κατά τις σπουδές  βυζαντινής αρχαιολογίας ήταν το μοναστήρι της Κοίμησης στην Γκρατσάνιτσα (φωτ.), κωμόπολη του Κοσόβου. Κατά την προσωπική  μου άποψη ένας από τους πλέον  περικαλλείς βυζαντινούς  ναούς. Σε ποια κατάσταση  βρίσκεται το μνημείο  μετά τον πόλεμο;

Το Βυζάντιο ως δείγμα πολιτισμού βρίσκεται παντού στην περιοχή που η Ε.Ε. ονομάζει «Δυτικά Βαλκάνια» (Μακεδονία, Κόσοβο, Σερβία, Αλβανία, Μαυροβούνιο, Κροατία, Βοσνία). Οι περικαλλείς ναοί περισσεύουν. Οι πόλεμοι και οι αντιπαλότητες, αλλά και η «προστασία» των διεθνών οργανισμών, είναι παράγοντες που διαγράφουν ένα δύσκολο, αν όχι αρνητικό μέλλον για τα μνημεία, υπόδουλα της  «ανάπτυξης», της πολιτικής άγνοιας και της παθολογίας του όχλου. Υπολογίζεται ότι 60% των μνημείων έχουν καταστραφεί. Το υπόλοιπο 40% δεν έχει μέλλον πλην εξαιρέσεων, των οποίων τα κριτήρια είναι ασαφή.

Οι  εμπειρίες σας  από το διαδικτυώνεσθαι;

Καθώς δεν έχω κάτι να «παρουσιάσω», άφησα στην άκρη το «διαδικτυώνεσθαι». Όμως, χρηματοδότησα την ψηφιοποίηση χιλίων βιβλίων της βιβλιοθήκης μου, που έχω προτείνει σε ξένη χώρα να χαρίσω, προς αναγνώριση των τιμών που μου έχει επιδαψιλεύσει. Προς ενημέρωση, πολλά έχουν αφιερώσεις συγγραφέων της Ελλάδας και του εξωτερικού, ορισμένα είναι σπάνια και λιγότερα είναι παλιά.

Κάποια  ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε  μα σας απογοητεύσαμε;

Αν με ρωτούσατε για τη σχέση μου  με την Ελλάδα, θα σας απογοήτευα. Είμαστε δύο γείτονες που ανταλλάσουν χαιρετισμό καθ’ υποχρέωση μόνο. Σκέφτομαι σοβαρά να αλλάξω γειτονιά. Γιατί όπως έλεγε πάλι η γιαγιά μου, «το χειρότερο είναι ο κακός γείτονας, επειδή πάντα θα είναι κακός και πάντα θα φαίνεται πως έχει δίκιο».

17
Απρ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 90

Marguerite Yourcenar, Φωτιές, εκδ. Χατζηνικολή, 1981, μτφ. Ιωάννα Δ. Χατζηνικολή, σ. 179-180 (Feux, 1957)

Δυο το πρωί. Οι αρουραίοι ροκανίζουν μες στα σκουπίδια τα υπόλοιπα της νεκρής μέρας: η πόλη ανήκει στα φαντάσματα, στους δολοφόνους, στους υπνοβάτες. Πού βρίσκεσαι; μέσα σε ποιο κρεβάτι, μέσα σε ποιο όνειρο; Αν σε απάνταγα θα προσπερνούσες χωρίς να με δεις γιατί δεν έχομε ιδωθεί μέσα στα όνειρά μας. Δεν πεινώ: απόψε το βράδι δεν καταφέρνω να χωνέψω τη ζωή μου. Είμαι κουρασμένη: περπάταγα όλη τη νύχτα για να σπέρνω τη θύμησή σου. Δε νυστάζω: δεν μου κάνει όρεξη ούτε αυτός ο θάνατος. Καθισμένη σε ένα πάγκο, αποχαυνωμένη άθελά μου από το πρωινό που πλησιάζει, παύω να θυμάμαι πως προσπαθώ να σε ξεχάσω. Κλείνω τα μάτια…Οι κλέφτες θέλουν τα δαχτυλίδια μας, οι εραστές τη σάρκα μας, οι απόστολοι τις ψυχές μας, οι δολοφόνοι τη ζωή. Μπορούν να μου την πάρουνε τη δική μου: τους προκαλώ, τίποτε δεν θ’ αλλάξει. (…) Είναι η ώρα που ο Χρόνος μασκαρεύεται σε οδοκαθαριστή και ίσως, ο Θεός, σε ρακοσυλλέκτη.

Στην Ιωάννα Καρατζαφέρη

16
Απρ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 29

William Faukner, Collected Stories (1950)

Τι σκέφτηκε άραγε εδώ ο μακετίστας; Κάποιο φωκνερικό στοιχείο τον έκανε να εστιάσει στα άδεια καθίσματα αναμονής και στην εγκάρσια σκάλα; Ή απλώς ως επαγγελματίας της εικόνας αλίευσε κάποια εκ των εκατοντάδων αρχειοθετημένων και προχώρησε στο επόμενο; 

 

15
Απρ.
11

Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα – Ο γατόπαρδος

 Πλάνα από σελίδες πλάνες, Β΄. [Στο πλαίσιο του αφιερώματος της Βιβλιοθήκης της Ελευθεροτυπίας «Κινηματογράφος και Λογοτεχνία»]

Υπάρχει ιδανικότερος λογοτέχνης της παρακμής και πτώσης της ιταλικής αριστοκρατίας από τον τελευταίο απόγονο μεγάλου σικελικού φεουδαρχικού οίκου; Αφοσιωμένος αναγνώστης όχι μόνο της λογοτεχνίας αλλά και της εποχής του, ο Λαμπεντούζα βίωσε όπως και ο ήρωάς του το επερχόμενο τέλος της. Κι αν ο συγγραφέας έζησε για να δει το παλάτσο του να αλώνεται από τον Μεγάλο Πόλεμο, ο χαρακτήρας του περιέγραψε με παροιμιώδη διορατικότητα, γαλήνη, ειρωνεία και σαρκασμό (προς όλες τις πλευρές) το γέρμα ενός ολόκληρου κόσμου (1860-1910), παραδίδοντας το οριστικό του μνημείο. Εκφραστής μιας φιλοσοφημένης στωικότητας και αποδοχής των πραγμάτων, διατηρώντας εκλεπτυσμένο στιλ γραφής και σκέψης, ο Φαμπρίτσιο ντι Σαλίνα υπήρξε πανέτοιμος για την αναπόφευκτη Στροφή που θα άλλαζε την Ιστορία και την ιστορία του. Το έργο έμεινε ανέκδοτο όσο ζούσε ο συγγραφέας (1), που έγραψε μόνο στα τελευταία του χρόνια, αλλά η μελοδραματουργία του (ιδανικά κινηματογραφημένη από τον Λουκίνο Βισκόντι) μένει αιώνια στο χρόνο – όπως ο Γατόπαρδος στο Οικόσημο.

(1) Ο Έλιο Βιτορίνι «γνωμοδότησε» κατά της έκδοσής του (ως απολογητικής της αριστοκρατίας) σε αντίθεση με τον Τζόρτζιο Μπασάνι (Κήπος των Φίντσι – Κοντίνι) που μόλις έλαβε το χειρόγραφο από την Elena Craveri, κόρη του Benedetto Croce, το πρότεινε αμέσως στον οίκο που εργαζόταν.

Εκδ. Bell / Χαρλένικ Ελλάς, Γ΄ έκδ., 2008, μτφ. Μαρία Σπυριδοπούλου, 398 σελ.  (Giuseppe Tomasi di Lampedusa, Il Gattopardo (1958))

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 649, 2.4.2010, αφιέρωμα: Λογοτεχνία και Κινηματογράφος (και εδώ).

14
Απρ.
11

Το Δέντρο, τεύχος 179 –180 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2011)

 Αφιέρωμα Γιώργος Σεφέρης [1900-1971]. Σαράντα χρόνια μετά

Το βάθεμα, η στροφή στα ενδότερα του εαυτού είναι διαμετρικά αντίθετες στον Θερβάντες και τον Σέξπιρ. Ο Σάντσο και ο Δον Κιχώτης αναπτύσσουν ένα νέο, πλουσιότερο «εγώ ακούγοντας ο ένας τον άλλον, ενώ ο Φάλσταφ και ο Άμλετ ακολουθούν αυτή την εξέλιξη μόνο όταν αφουγκράζονται τον εαυτό τους. […] Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ο συνεχής διάλογος ανάμεσα στον Σάντσο και τον Δον Κιχώτη. Ακόμη κι όταν καυγαδίζουν, η ευγένεια δεν τους εγκαταλείπει. Ποτέ δεν παύουν να μαθαίνουν, καθώς ο ένας ακούει τον άλλον. Και ακούγοντας ο ένας τον άλλον αλλάζουν οι ίδιοι, γράφει ο Χάρολντ Μπλουμ (Γιατί διαβάζουμε)…

… μας παραδίδει το εύχυμο απόσπασμα ο Κώστας Μαυρουδής αλλά δεν θα πάμε ακόμα στην στήλη του, όσο κι αν ανυπομονούμε. Προέχει το αφιέρωμα, όπου οι Νάσος Βαγενάς, Βασίλης Βασιλικός, Κώστας Γεωργουσόπουλος, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Γιάννης Ευσταθιάδης, Ηλίας Κεφάλας,  Νεκταρία Γ. Κλαπάκη, Ρόντερικ Μπίτον, Γιώργος Μπλάνας, Παυλίνα Παμπούδη, Θανάσης Χατζόπουλος κ.ά. εξετάζουν με ιδιαίτερα αποστασιοποιημένη ματιά την σεφερική ποίηση και την ευρύτερη σκιά ποιητή και ποιημάτων. Περιλαμβάνεται ακόμα μια συνομιλία του Γιάννη Παλαβού με τον Άκη Μπογιατζή [Cpt. Nefos, Libido Blume, Sigmatropic κ.ά.] για τα «Δεκαέξη χαϊκού» ως ερωτικά τραγούδια, τα οποία μελοποίησε σε δίσκο των Sigmatropic μαζί με άλλα τρία σεφερικά ποιήματα (και τα οποία βέβαια έχουμε πολλαπλώς καλύψει στο mic.gr, σε αντίθεση με τους απανταχού σεφεριστές που δεν πήραν, για άλλη μια φορά, χαμπάρι από την σπάνια αυτή περίπτωση εξαιρετικής μελοποίησης και πολλαπλών συμμετοχών).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η οπτική του Βασίλη Παπά για τον «φωτογράφο ποιητή». Ο Παπάς παρατηρεί πως ο μηχανισμός της ποίησης του Σεφέρη φαίνεται να αποζητά κάτι το χειροπιαστό για να πυροδοτηθεί. Η βιωματική εικόνα που μπορεί να αποτυπωθεί και σε φωτογραφικό ενσταντανέ τον ερεθίζει, ενώ το τοπίο τον βοηθά να οργανώσει καλύτερα την τεχνική και την πολιορκία του θέματος. Το ζήτημα εξετάζεται σε σχέση με το αναπάντητο, ακόμα, ερώτημα της σιωπής του Σεφέρη κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 1946 και 1953, αυτή τη «μαύρη τρύπα» στην ποίησή του.

Μιαν έτερη πλευρά, εκείνη του παιγνιώδους ποιητή, επιλέγει ο Νίκος Δήμου. Οι ποιητές συνήθως δεν έχουν καλές σχέσεις με το χιούμορ και το παιχνίδι, τα δε παραστρατήματα ορισμένων τείνουμε να τα ξεχνάμε (π.χ. την Παρτούζα του Νίκου Φωκά, τα Εικονοστάσια κ.λπ. του Ρίτσου, τον Μανούσο Φάσση του Αναγνωστάκη – ο δε Μέγας Ανατολικός του Εμπειρίκου είναι μια άλλη ιστορία). Αλλά τελικά και ο Σεφέρης ήταν μέσα του αισθησιακός και φιλοπαίγμων, η δε σύντροφός του Μάρω συναίνεσε να εκδοθούν τα τολμηρά του στιχουργήματα. Καμιά σχέση δηλαδή με την σεμνότυφη κυρία Μπάιρον που κατέκαυσε το αριστουργηματικό, ως έλεγαν, ημερολόγιό του. Αλιεύω την έκτη στροφή από Το απομεσήμερο ενός φαύλου και μετράω σε πόσες σύγχρονες περιστάσεις ταιριάζει αυτό το: σ’ αυτούς ανάμεσα τους ήπιους λόφους/όπου μας κλείσανε σαν υποτρόφους/ενός αδιάντροπου φρενοβλαβή/που στο βραχνά του παραμιλεί.

Ένα νέο αγωνιστικό έπος απολύτως αντάξιό μας: Η Εθνική Αντίσταση των σταχτοδοχείων. Αν όμως πλησιάσουμε πιο σοβαρά το αντάρτικο του καπνιστή, θα δούμε ότι αυτό που θίγεται από την απαγόρευση είναι η «ξεχωριστή» παρουσία του Νεοέλληνα, η κουλτούρα της ατομικότητας. Η συνθήκη που δεν μας επιτρέπει να δούμε τον εαυτό μας να κρίνεται και συνακόλουθα να πειθαρχεί. Ο ανυποψίαστος, δηλαδή, και απόλυτα ακαλλιέργητος ναρκισσισμός.

…. και όπως αντιλαμβάνονται οι πεπειραμένοι δενδρίτες, βρισκόμαστε ήδη στην στήλη facebook. Η οποία επιλέγει τον αντίλογο και την προσγείωση, για να μην πω τίποτε άλλο, από οιοδήποτε στοιχείο συλλογικής ή μαζικής ευδαιμονίας. Μετά την ευχάριστη έκπληξη και την ικανοποίηση για την αλλαγή στο Δήμο, να δούμε πώς πραγματοποιείται αυτό το παράδοξο ζητούμενο: να αλλάξει μια πόλη, μένοντας ίδιοι οι κάτοικοι. Διότι, ως γνωστόν, από καταβολής κόσμου κανένα όραμα, προσωπικό ή συλλογικό, δεν διαρκεί, όταν αναγκάζεται να μεταφράσει τις ιδέες σε πράξη. Υπάρχουν ακόμα μερικά δύσπεπτα «αποφθέγματα» προς μελλοντική χρήση. Όπως του Μουσολίνι: Δεν είμαι ο ιδρυτής του Φασισμού. Απλώς τον ανέσυρα από το υποσυνείδητο των Ιταλών. Προσοχή λοιπόν, γιατί το είδος είναι άμεσα ανασύρσιμο απ’ τον καθένα. Εδώ τα «αποκλείεται να συμβεί σ’ εμένα» δεν περνάνε.

Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα γράφει για τα Γωνιακά Σπίτια του Φιοντόρ Ντοστογέφσκι, ο Ουμπέρτο Έκο για την Έννοια του Διανοούμενου, ο Τάσος Γουδέλης για θαυμαστά και αθαύμαστα. Διηγήματα από Ζίγκρφιντ Λεντς, Αλμπέρτο Σαλσέντο Ράμος και Ερίκ Εμανουέλ Σμιτ κ.ά. συμπληρώνουν αισίως τις 208 σελίδες. Στο συνοδεύον δισκίο, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος διαβάζει από τη Στροφή, το Μυθιστόρημα, τη Γυμνοπαιδία και το Τετράδιο Γυμνασμάτων.

Σημ. Το σκίτσο των Δον Κιχώτη – Σάντσο Πάντσα από τον Πάμπλο Πικάσσο.

13
Απρ.
11

Συλλογικό – Το βιβλίο του κακού

Τα ερωτήματα χάσκουν ορθάνοιχτα και κατάμαυρα: πώς θα έμοιαζε η κόλαση αν τη γεμίζαμε σήμερα με περιώνυμους Κακούς από την Ιστορία, τη Λογοτεχνία, την Επικαιρότητα; Τι είναι Κακό σήμερα, τι το συνδέει ή διαφοροποιεί με το Κακό άλλων εποχών; Αν η Θεία Κωμωδία του Δάντη και ιδίως η Κόλαση κατάφερε ν’ αποτυπώσει τις σκοτεινές πηγές της διαφθοράς, τα θηριώδη ένστικτα, τα συγκλονιστικά πάθη, τις ταπεινωτικές αδυναμίες των ανθρώπων της εποχής του, πώς θα αντιμετωπιζόταν σήμερα το κακό από την σύγχρονη συγγραφική φαντασία σε πλήρη αντιστοιχία με εκείνη την Κόλαση του 14ου αιώνα; 22 συγγραφείς  κλήθηκαν να επιλέξουν έναν οποιονδήποτε κακό ήρωα από τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, την Ιστορία, την επικαιρότητα, αρκεί να έχει διαπράξει μία από τις ισάριθμες κακές πράξεις, ώστε να σχηματίζεται μια σημερινή εκδοχή της κατά Δάντη καθόδου στην Κόλαση, μια σύγχρονη αποτύπωση των εκφάνσεων του κακού.

Μπορεί να εισερχόμαστε χωρίς ελπίδα (όπως μας προειδοποιεί το πρώτο κείμενο του επιμελητή του τόμου) αλλά όχι χωρίς καθοδήγηση, καθώς πριν από κάθε διήγημα διαβάζουμε για το μέρος της Κόλασης που θα επισκεφτούμε αλλά και για τον σύγχρονο, επιλεγμένο πρωταγωνιστή του. Μια «μικρή εισαγωγή στη Γενεαλογία και Λογοτεχνία του Κακού» ανοίγει για λίγο το πέπλο των φιλοσοφημένων και καταγεγραμμένων επικρατειών του Κακού: αρχαιότητα, Σοφιστές, Πλωτίνος, Άγιος Αυγουστίνος, Θωμάς Ακινάτης, Καντ, Χομπς, Λοκ, Ρουσσώ, Αποκάλυψη Ιωάννη, τα Άνθη του Μπωντλαίρ, Δάντης, Μάρλοου/Δόκτωρ Φάουστους, Μίλτον, Γκαίτε/Φάουστ, Λιούις, Ντε Σαντ, Μπλέηκ, Σβέντεμποργκ, Βύρων, Σέλλεϋ Πέρσυ Σέλλεϋ, Μαίρη Σέλλεϋ/Φρανκεστάιν, Στόουκερ/Δράκουλας, Στήβενσον/Τζέκυλ και Χάιντ, Τζόζεφ Σέρινταν Λε Φανού/Καρμίλλα, Πολιντόρι, Τόμας Μαν/Δόκτωρ Φάουστους, Μπατάιγ, Σφαγείο Νο 5, Κουρδιστό Πορτοκάλι…

Επιλέγω τα δυο κείμενα που με έθελξαν περισσότερο. Ο Χρήστος Χρυσόπουλος πολυγραφεί την περίπτωση του μαζικού δολοφόνου Γιο Σουνγκ – Χι που σκόρπισε 30πλό θάνατο σ’ ένα πανεπιστήμιο το 2007 προτού αυτοκτονήσει. Κάθε αναφορά στο μακελειό της Βιρτζίνια συμπληρώνεται από τη διαπίστωση ότι ο αυτουργός ήταν συγγραφέας, δηλαδή ένα πλάσμα λοξό και καταραμένο. Ουδείς όμως είχε αντιληφθεί ότι τα γραπτά του συνιστούν μια λογοτεχνία με απαράβατες αξιώσεις ειλικρίνειας. Ο Γιο ήταν ένα τερατώδες γέννημα της ίδιας της λογοτεχνίας. Κατασκεύασε προσεκτικά τον αναπότρεπτο εαυτό του σαν να ήταν λογοτεχνική φιγούρα. Η Νοτιοκορεατική οικογένειά του είχε παλαιοβιβλιοπωλείο κι εκείνες έμαθε να ζει ανάμεσα σε βιβλία, με σεβασμό για τους συγγραφείς και τα κείμενα. Πήγαινε παντού αγκαλιά με το τρομπόνι του, ήταν φανατικός του κόμικ Old Boy (που ενέπνευσε την ταινία), έγραφε διαρκώς σε σημειωματάρια και μπλοκ, είχε αναπτύξει διάφορα φανταστικά λογοτεχνικά πρόσωπα, που σταδιακά απέκτησαν υπόσταση στον «πραγματικό» του κόσμο – έναν κόσμο που έμοιαζε όλο και περισσότερο με το αγαπημένο του μάνγκα.

Καθόλου τυχαία το αρχικό παράθεμα του συγγραφέα προέρχεται από τον στίχο του Jah Wobble: Every man’s an island/and the tide is coming in. Επειδή: Κάθε άνθρωπος είναι ένα νησί. Είναι ακριβώς η υποκειμενικότητά του που βαραίνει σ’ αυτή τη διαπίστωση, μαζί με το μοναξιά που υποδηλώνεται σ’ ένα πέλαγος, όταν ανάμεσα στα νησιά απλώνεται μια έκταση ασυνεννοησίας. Μια υποχρεωτική θαρρείς απομόνωση ακολουθεί ως φυσική συνέπεια, ταυτόσημη με τη διαπίστωση μοιραίων διαφοροποιήσεων στη δόμηση της αντίληψης κάθε ανθρώπου. (…) Κανείς δεν μπόρεσε να «αγγίξει» πραγματικά τον Γιο. 

Ίσως γι’ αυτό μια ιστορία όπως ετούτη φέρνει στην επιφάνεια κάποιες ενοχές. Επειδή, ενδόμυχα ή φανερά, ασυνείδητα ή επίτηδες, καθένας τείνει να υπερασπίζεται κάποιον ορισμό της «διαφορετικότητάς» του. Κάθε νησί επιδεικνύει και προστατεύει με πάθος μια εξατομικευμένη ιδέα της μοναδικότητάς του. Ενώ συχνά βιώνει τις θαλάσσιες αποστάσεις του αρχιπελάγους ανάμεσα στα νησιά σαν μια αξεπέραστη, υπαρξιακών διαστάσεων τραγωδία. Δεν του απομένει τότε παρά να βιώνει επαναληπτικά την επώδυνη απορία: «Γιατί ανάμεσα στον κόσμο και σε μένα να υπάρχει τόση διαφορά;» (σ. 105 – 106).

 Μετά από ένα σύντομο ψυχιατρικό εγκλεισμό, ο Γιο (στην ουσία ένα μικρό παιδί που δε μεγάλωσε, προστατευμένο στο πλαίσιο μιας «τρέλας») συνεχίζει να γράφει, στριμώχνοντας σ’ ένα μικρό τετράδιο τις δυσανάγνωστες παραγράφους της κλειστής προσωπικής ζωής του. Από αυτό το σημείο ξεκινά η συνειδητοποίηση πως αποτελεί ένα υπόδειγμα συνείδησης – νησιού. Ο Στήβεν Κινγκ κλήθηκε να σχολιάσει την περίπτωση Γιο και τη σχέση που μπορεί να έχει η δημιουργική φαντασία με τη βία. Που ακριβώς πρέπει να «τραβηχτεί η γραμμή» μεταξύ της μυθοπλαστικής ελευθερίας και μιας ανησυχητικής συμπεριφοράς, προτού η πρώτη «σηκώνει κόκκινη σημαία» (:όρος που αφορά σημάδια ύποπτων συμπεριφορών μαθητών ή φοιτητών, παρατηρούμενα ακόμα και σε μυθοπλαστικά κείμενά τους). Μέχρι ποιου σημείου μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε μια μυθοπλασία ως σύμπτωμα ή διαγνωστικό σημείο;

Ο Κινγκ είναι αρνητικός: απάντησε, μεταξύ άλλων, πως και αυτά που ο ίδιος έγραφε στο κολλέγιο θα είχαν σηκώσει κόκκινες σημαίες και θα τον είχαν χαρακτηρίσει ψυχοπαθή. Για τους περισσότερους δημιουργικούς ανθρώπους, η φαντασία είναι εκείνο το κανάλι από το οποίο παροχεύεται η ενδόμυχη βία, εικονοποιώντας πράγματα που δεν θα κάνουμε ποτέ. Οι εκθέσεις των Αμερικανικών Μυστικών Υπηρεσιών ύστερα από μια άλλη σφαγή (Κολουμπάιν) έχουν διαφορετική άποψη. Η γραφή αναγνωρίζεται πλέον ως σύμπτωμα. Η μυθοπλασία ως αποδεικτικό στοιχείο με πραγματική υπόσταση. Η λογοτεχνία προκρίνεται πλέον ως αντανάκλαση ενός δεδομένου υπαρκτού κόσμου.

Ο Νίκος Κουνενής συντάσσει μια Απολογία Συριανού Βλασφήμου, που προφανώς προφέρει ο Εμμανουήλ Ροΐδης ενώπιον του Εωσφόρου, 103 χρόνια μετά την άφιξή του στα Κολαστήρια της Κόλασης, ελάχιστο δηλαδή χρονικό διάστημα σε σχέση με την αναμενόμενη αιωνιότητα. Ο ατυχής συγγραφέας ισχυρίζεται πως αδικήθηκε από εμπαθείς ιέρακες – ιεράρχες που θα έπρεπε να εγκαλούνται πρώτοι απ’ όλους στο Αμαρτιοδικείο ενώ με περισσή ειλικρίνεια ομολογεί πως ο αφορισμός του βιβλίου (που βεβαίωνε πως η ανάγνωσή του είναι ισοδύναμη με διαβατήριο μετοικήσεως στην Κόλαση) του έκανε τεράστια διαφήμιση με μηδενικό κόστος, γι’ αυτό άλλωστε όντως ευχαρίστησε δημοσίως την Εκκλησία. Έχει άραγε ελπίδα να εισακουστεί από τον βεβαιωμένο φανατικό αναγνώστη της Παπισσας κυρ Διάβολο; Για καλό και για κακό πάντως παρηγορείται εντασσόμενος κι αυτός στους επώνυμους τροφίμους της μεταδαντικής κόλασης.

Από τους υπόλοιπους Επιλογείς Κακών προσκαλούνται και εγκαλούνται ένας  ψυχοπαθής δολοφόνος ονόματι Χάνιμπαλ Λέκτερ (Γιώργος Γλυκοφρύδης), ο αυτόχειρ Σίντ Βίσιους (Λευτέρης Γιαννακουδάκης), ο σπάταλος Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ (Ελένη Γκίκα), ο ομοφυλόφιλος Τζον Χολμς (Ηλίας Μαγκλίνης), , ο δολοπλόκος Γκριγκόρι Ρασπούτιν (Χρήστος Αποστολάκος, Χρήστος Αστερίου), οι διεφθαρμένοι (ιερείς) Σιμωνιακοί (Δημήτρης Σωτάκης), ο λαοπλάνος Καρλομάγνος (Σπύρος Παλούκης), δυο σαιξπηρικοί – Σάιλοκ (Νίκος Βλαντής), Ιάγος (Λίλυ Εξαρχοπούλου) – και φυσικά ο Χίτλερ (Μάκης Πανώριος). Το τελευταίο εις μνήμην του Χ.Φ. Λάβκραφτ και οπωσδήποτε έχει σημασία το συγκεκριμένο όνομα στο συγκεκριμένο τόμο. Ύβρις προς τη Φύση (Λευτέρης Μαυρόπουλος), μαγεία (Αύγουστος Κορτώ), διαφθορά στον τρίτο κόσμο (Γιάννης Ασδραχάς), παραχάραξη φύλου (Κωνσταντίνος Τζαμιώτης), αδελφοκτονία (Άντζελα Δημητρακάκη), προδοσία (Αλέξης Σταμάτης), προδοσία και τρομοκρατία (Λένα Κιτσοπούλου) κ.ά. συμπληρώνουν τον κατάλογο των αιρετών αμαρτημάτων. Στο επιλογικό κείμενο σκιαγραφείται η αντιστροφή του κακού, από τη δαντική κόλαση στον 21ο αιώνα, με τα «πορίσματα» των 22 ιντερμέδιων συμμετοχών. Σας αφήνω γιατί κάποιοι μου χτυπάνε την πορτ…

Εκδ. Μαγικό κουτί, [σειρά: Μαγικός Καθρέπτης], 2009, 551 σελ., επιμ. Γιώργος Βαϊλάκης, με βιβλιογραφία, εργοβιογραφικά σημειώματα και 23 εικόνες – «όψεις» της Κόλασης.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στις φωτογραφίες: οι Old Boy που ενέπνευσε τον Seung-Hui Cho, Στίβεν Κινγκ, Ράσπουτιν και οι Φιλάργυροι και Σπάταλοι, μια από τις κατά Γκυστάβ Ντορέ απεικονίσεις της Δαντικής Κόλασης (15 από τις οποίες συμπεριλαμβάνονται στον τόμο).

12
Απρ.
11

Χιλέλ Μίτελπουνκτ – Σκουλήκια (Driver/Painter)

 Θέατρο Λόγου και Τέχνης 104 των εκδόσεων Καστανιώτη

Μια καλοντυμένη γυναίκα, ευπρεπής και άκαμπτη, μπαίνει με μια βαλίτσα στο χέρι σ’ ένα βρώμικο, σχεδόν παρατημένο σπίτι. Την λένε Μίρα και ήρθε να μείνει στο σπίτι του αδελφού της Άλεξ, τέσσερις μήνες μετά τον θάνατό του. Πάνω στο τραπέζι και δίπλα σε μισοάδειο μπουκάλι κοιμάται ο Άαρον, πρώην οδηγός φορτηγών, που ζει και εργάζεται στη φάρμα του φίλου του Άλεξ. Ο τελευταίος τον είχε σώσει από την δραματική αμνησία ενός ατυχήματος, όταν έριξε το φορτηγό του σ’ έναν τοίχο. Μαζί ξεκίνησαν μια βιοτεχνία μεταξιού: τα σκουλήκια είναι πανταχού παρόντα/απόντα στον περίγυρο του σπιτιού. Η Μίρα πιστεύει ότι το σπίτι της ανήκει: εκεί μεγάλωσε, εκεί επιστρέφει για να πεθάνει από ανίατη ασθένεια. Ο Άλεξ ισχυρίζεται ότι το έχει αγοράσει απ’ τον συνέταιρο φίλο του και δεν μπορεί να παρατήσει την αυτοσχέδια επιχείρησή του.

Δυο απόλυτα άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι, ο φορτηγατζής και η ζωγράφος, θα πρέπει να πολεμήσουν γι’ αυτό που θεωρούν σπίτι τους. Δυο εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες θα πρέπει να συμβιώσουν μέχρι να καταλήξουν σε μια λύση. Εκείνη έζησε στον πλούτο, εκείνος στο απόλυτο τίποτα. Εκείνη συνομιλεί με το πρότυπό της, τον Μιχαήλ Άγγελο, εκείνος με τις ραδιοφωνικές φωνές. Εκείνη ασκεί την τέχνη της ζωγραφικής, εκείνος καταγράφει τις μικρές, ταπεινές του αλήθειες σ’ ένα ξεχαρβαλωμένο σημειωματάριο. Συγκρούονται, φιλονικούν, εκτοξεύουν επιχειρήματα και απειλές. Εκείνη τρεμουλιάζει σε κάθε διαμάχη, αποκαλύπτει εμμονές και παθολογίες. Για εκείνον ακόμα και η φιλονικία μαζί της είναι μια ευπρόσδεκτη συζήτηση. Γιατί είναι ούτως ή άλλως ένα ανθρώπινο ερείπιο, που τρεκλίζει μέσα στην τρώγλη του, καταφαγωμένος από τη μοναξιά. Οι επιθέσεις εναλλάσσονται. Όταν ο ένας κινείται απειλητικά προς την επικράτεια του άλλου, ο άλλος λουφάζει αμυνόμενος και οπισθοχωρεί σιωπηλός. Κάποια στιγμή η γροθιά του θα φτάσει ελάχιστα χιλιοστά πριν το πρόσωπό της, αλλά θα συγκρατηθεί, απόλυτα αξιοπρεπής μέσα στην αθλιότητά του. Τα μάτια του παραμένουν διαρκώς μισόκλειστα, σα να τον ενοχλεί το φως της ζωής.

Και κάποια στιγμή ο Άαρον αρχίζει να εξομολογείται. Υπερηφανεύεται που επιβίωσε μετά την αυτοκτονική κούρσα κι επανέφερε τη μνήμη του. Που «ό,τι ξέρει, το ξέρει απ’ το ραδιόφωνο». Ακόμα κι όταν δεν καταλαβαίνει τις γλώσσες, του αρκεί ν’ ακούει τους ανθρώπους να τις μιλάνε κι έτσι νοιώθει λιγότερη μοναξιά. Και η καλύτερη ώρα της μέρας το μοναχικό του φαγητό στο άθλιο εστιατόριο των φορτηγόδρομων. Εκείνη αρνείται να παραδεχτεί πως δεν είναι παρά μια φαντασμένη ζωγράφος, άφραγκη και καταχρεωμένη, που «ήρθε εδώ μετά από 25 χρόνια έχοντας μαζί της ένα τεράστιο τίποτα». Αλλά θα παραδεχτεί πως της μένει λίγος καιρός ζωής και πως θέλει να τον αφιερώσει στην ύστατη ζωγραφική της.

Μπορούν αυτοί οι τόσο διαφορετικοί κόσμοι να «συνυπάρξουν»; Να ζήσουν κάτω από την ιδία «στέγη», μοιραζόμενοι τα κοινά, αποδιώχνοντας τις διαφορές; Δεν χρειάζεται να διαβάσουμε πως ο Χιλέλ Μίτελπουνκτ (1949) είναι εβραϊκής καταγωγής για να αντιληφθούμε πως το έργο του δεν αγγίζει τις πλέον βαθιές ανθρώπινες σχέσεις (ακόμα και τον έρωτα) αλλά και εκτοξεύεται σε ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές σφαίρες. Ποιος ορίζει μια διεκδικούμενη επικράτεια, τι ανήκει σε ποιον και από πότε, ποιες πράξεις είναι νομικές, ηθικές ή ανθρώπινες, τι είναι δίκαιο και τι άδικο; Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο Athens Review of Books ο Άμος Όζ (βλ. εδώ) έλεγε: «Η αντιπαράθεση ανάμεσα στους Ισραηλινούς και τους Παλαιστίνιους είναι μια αντιπαράθεση ανάμεσα στο δίκιο και στο δίκιο, ανάμεσα σε δυο λαούς που διεκδικούν το ίδιο οικόπεδο, που ανήκει και στους δυο. Πρόκειται για μια τραγωδία με την αρχαία σημασία της λέξης. Η μόνη λύση είναι η ίδια λύση που βρήκε η Τσεχοσλοβακία, να χωριστεί ειρηνικά σε δυο κράτη έχοντας βέβαια επίγνωση πως ο ιστορικός συμβιβασμός θα είναι επώδυνος και στις δυο πλευρές και η μοιρασιά της χώρας θα είναι δύσκολη και τρομακτική».

Η Μίρα ακόμα και στην κατάρρευσή της θα παραμείνει καλλιτέχνης και θα μεταδώσει τα μυστικά της στον Άαρον. Θα προσπαθήσει να τον μάθει «να μην ταυτίζεται και να ζει τη ζωή των άλλων», «να μην ζει την αρρώστιά της αντί για εκείνη». Θα βρεθεί «με καλή παρέα, μέρος πια το σημειωματάριού του». Κι εκείνος θα γίνει τα δικά της μάτια, χέρια και πόδια, σε μια τελευταία αλλά απόλυτα συντριπτική νίκη της ζωής τους. Οι δυο ηθοποιοί τιμούν επί μιάμιση ώρα δυο τραγικούς και τραγικά δύσκολους ρόλους.

Παίζουν: Τάσος Νούσιας, Μαρλένε Καμίνσκι, σκηνοθ.: Μάνος Πετούσης, μτφ., βοηθ. σκηνοθ. και μουσ.: Κωνσταντίνος Καγιάννης, σκην. – κουστ.: Κώστας Μπότσος, φωτ.: Ανδρέας Μπελής / Θεμιστοκλέους 104, 210 3826185 / Ηλεκτρονικό επισκεπτήριο με όλα τα στοιχεία των συντελεστών και της παράστασης εδώ./ Τετ-Πέμ.-Παρ. 21:15 έως 7/5, σε Θεσσαλονίκη από 18-28/5.

 [Hillel Mittelpunkt – Driver/Painter, 1988]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

11
Απρ.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 43. Έρση Σωτηροπούλου

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Αλμπέρ Κοέν, Τζην Ρυς, Ρομπέρτο Μπολάνιο, Τζέιμς Χάνλεϊ, είναι οι πρώτοι που μου έρχονται στο μυαλό. Αλλά υπάρχουν πολλοί άλλοι.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Διάβασα πρόσφατα την «Πόρτα» της Μάγκντα Σαμπό, το βρήκα εξαιρετικό.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Φρανκ Ο’ Κόννορ και του Ντίνο Μπουτζάτι.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Ιγνάτης Χουβαρδάς, «Η δουλειά μου ως γυμνό μοντέλο». Έχω χάσει τα ίχνη του. Ελπίζω να γράφει.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Ο Σιντ από το «Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές», τον σκεφτόμουν όπως έμεινε εκεί μετέωρος σ’ένα σύννεφο καπνού με το κλουβί στο χέρι. Για να μάθω νέα τους θα έπρεπε να γράψω τη συνέχεια των βιβλίων. Δεν ξέρω αν μ’ενδιαφέρει.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Βάλτερ Φάμπερ στο Homo Faber του Μαξ Φρις.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σχεδόν πάντα γράφω εκτός σπιτιού.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν υπάρχουν πολλοί τρόποι. Συγκέντρωση, ησυχία, και για μένα ξύπνημα νωρίς το πρωί. Οι ιδέες έρχονται μόνες τους.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Παλιό ροκ. Κάθε βιβλίο γράφεται με την ίδια μουσική, τα ίδια κομμάτια που ακούγονται για μήνες, λειτουργεί περισσότερο σαν τείχος ήχου για να με απομονώνει.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Ήταν η «Εύα» που διατηρεί ακόμη ένα μυστήριο για μένα. Στη θύρα στέκομαι και προσπαθώ να δω από την κλειδαρότρυπα.

Πώς βιοπορίζεστε;

Δεν βιοπορίζομαι.

Ασχοληθήκατε ή θα ασχοληθείτε με την κριτική λογοτεχνίας; 

Κριτική λογοτεχνίας; Ποτέ!

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Όλα ή σχεδόν όλα. Το Δέντρο, η Λέξη, το Πλανόδιο, τα δε(κατα), η Ποίηση, το Διαβάζω, η Νέα Εστία, το Εντευκτήριο κι εκείνα της περιφέρειας όπως πχ ο Πόρφυρας, κι αυτά που έχουν γενικώτερη κατεύθυνση όπως το Athens Review, το books’ journal. Είναι καταπληκτικό ότι στην Ελλάδα έχουμε τόσα λογοτεχνικά περιοδικά, δεν συμβαίνει το ίδιο στην Ευρώπη. Να κι ένας τομέας που είμαστε πρωτοπορία! Ξέρω ότι αυτό συμβαίνει με πολλές προσωπικές θυσίες, αλλά αξίζει τον κόπο.

Πώς και δεν γράψατε ποίηση;

Μα έγραψα ποίηση, και συνεχίζω να γράφω κατά κάποιο τρόπο.

Έχετε σχετιστεί με πολλούς τρόπους με τον σύγχρονο κινηματογράφο, πέρα από παλαιότερες μεταφράσεις σας. Ενδιαφέρεστε, παρακολουθείτε; Έχετε εμπνευστεί ή απλά γοητευτεί από κάποιον σύγχρονο σκηνοθέτη, σενάριο, ταινία;

«Το τελευταίο ταγκό στο Παρίσι», του Μπερτολούτσι, «Το γλυκό πεπρωμένο» του Ατόμ Εγκογιάν, «Η Έκλειψη» του Αντονιόνι.

Πρόσφατα επανεκδόθηκε το βιβλίο σας Η Φάρσα, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας. Γιατί αυτό κι όχι κάποιο άλλο; Ποιες οι προϋποθέσεις για την επανέκδοση ενός παλαιότερου έργου;

Ξαναδιάβασα τη «Φάρσα» για τις διορθώσεις. Εκτός από την μετατροπή από το πολυτονικό σύστημα σε μονοτονικό, δεν χρειάστηκε να αλλάξουμε τίποτα. Είναι πολύ ευχάριστο ένα βιβλίο να παραμένει τόσο σύγχρονο και ζωντανό μετά από τριάντα χρόνια.  Η «Φάρσα» εντάσεται όπως και το τελευταίο μου μυθιστόρημα η «Εύα» σε μια ποιητική της πόλης, που είναι ποιητική κόλασης και καθαρτηρίου μαζί.

Το βραβευμένο σας μυθιστόρημα Ζιγκ-ζαγκ στις νερατζιές απέκτησε μια νέα (πλην της συγγραφικής, αναγνωστικής και βραβευτικής) περιπέτεια, αυτήν της απαγόρευσης διδασκαλίας του στα σχολεία (αν και η  προσωπική μου εμπειρία διδασκαλίας του δεν υπήρξε απλώς θετική αλλά κάτι πολύ παραπάνω). Τι έμεινε τελικά απ’ όλα αυτά;

Ήταν μια δυσάρεστη εμπειρία. Παρά τα υποτιθέμενα ελεύθερα ήθη, και συχνά συννυφασμένη μ’ αυτά, η λογοκρισία είναι παρούσα. Μια από τις χειρότερες συνέπειές της είναι η αυτολογοκρισία, πολύ επικίνδυνη ειδικά για έναν συγγραφέα.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το «Κόψε» του Γιάννη Βαρβέρη.

Τι γράφετε τώρα; 

Γράφω, ψάχνω, αναρωτιέμαι, σβήνω.

10
Απρ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 89

Ίμρε Κέρτες, Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου χωρίς πεπρωμένο, εκδ. Καστανιώτη, 2003, μτφ. από τα γερμανικά Γιώτα Λαγουδάκου, σ. 128-129 (Imre Kertész, Sorstalanság, 1975).

 Το κυριότερο είναι να μη χάσεις τον έλεγχο του εαυτού σου: με κάποιον τρόπο κάτι θα γίνει, γιατί δεν έχει συμβεί ποτέ να μη γίνεται με κάποιον τρόπο κάτι – όπως μου έμαθε ο Μπάντι Τσιτρόμ, που είχε μάθει το σοφό αυτό ρητό στην Υπηρεσία Εργασίας. Το σημαντικότερο απ’ όλα είναι να πλένεσαι υπό οποιεσδήποτε συνθήκες (παράλληλα διατεταγμένες σκάφες με σωλήνες γεμάτες τρύπες στο ύπαιθρο, μπροστά, στην πλευρά του στρατοπέδου που πήγαινε προς το δρόμο). Εξίσου σημαντικό είναι να μοιράζεις τη μερίδα σου – είτε υπάρχει είτε όχι, πρόσθεσε – με οικονομία. Από το ψωμί, όσο δύσκολη κι αν μας φαίνεται αυτή η αυστηρή αυτοπειθαρχία, πρέπει να μένει κάτι και για τον καφέ της επόμενης μέρας, ένας κομμάτι μάλιστα – χάρη στον αυστηρό έλεγχο της σκέψης και προ πάντων των χεριών μας που γυροφέρνουν συνεχώς τις τσέπες του σακακιού μας – μέχρι το μεσημεριανό διάλειμμα: έτσι και μόνο έτσι μπορούμε να αποφύγουμε λόγου χάρη τη βασανιστική ιδέα ότι δεν θα είχαμε τίποτα να φάμε. Ότι το ύφασμα για τα παπούτσια που ανήκε στην γκαρνταρόμπα μας δεν είναι μαντίλι, όπως μέχρι τότε λανθασμένα πίστευα· ότι στα προσκλητήρια ή στη φάλαγγα είναι ασφαλές μόνο το κέντρο· ότι όταν μας μοιράζουν τη σούπα δεν πρέπει να επιδιώκουμε να πηγαίνουμε μπροστά, αλλά να μένουμε πίσω, γιατί τότε μας σερβίρουν από τον πάτο του καζανιού και συνεπώς απ’ ότι έχει μέσα η σούπα· ότι μπορούμε να μετατρέψουμε την λαβή του κουταλιού μας σε εργαλείο που από τη μια μεριά μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν μαχαίρι: όλα αυτά και άλλα πολλά ακόμα χρήσιμα πράγματα στον τομέα της αιχμαλωσίας έμαθα από τον Μπάντι…

 Μνήμη Άρη Αλεξάνδρου

09
Απρ.
11

Διαβάζω, τεύχος 517 (Απρίλιος 2011)

Αφιέρωμα: Βασίλης Βασιλικός – Πληθωρικός και παιγνιώδης

Ο Βασίλης Βασιλικός ξεχωρίζει δικαιωματικά, εντασσόμενος στους «σύγχρονους κλασικούς» της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αλλά και στους λίγους Έλληνες συγγραφείς που ξεπέρασαν τα στενά γεωγραφικά και γλωσσικά όρια. Το χορταστικότατο αφιέρωμα 47 σελίδων επιμελούνται οι Κώστας Θ. Καλφόπουλος και Αλέξανδρος Σαΐνης.

Η συζήτηση με τον Γιάννη Μπασκόζο αποδεικνύεται εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Ο Βασιλικός μας «αποκαλύπτει» πως δεν έχει γράψει βιβλίο χωρίς να υπάρχει το ανάλογο ξένο που τον ενέπνευσε. Ακόμα και το doc fiction του Ζ χρειαζόταν αυτή την άλλη ώθηση. Το ανακριτικό υλικό που είχε στα χέρια του δεν του «αρκούσε» αλλά ήταν το Εν Ψυχρώ του Καπότε που τον οδήγησε στην πρώτη φράση! Η διήγηση του Ιάσονα εμπνέεται από τον Θησέα του Ζιντ, τα Θύματα ειρήνης από την Πανούκλα του Καμύ, η τριλογία ήταν αποτέλεσμα κατ’ αντιστοιχία επιρροής των Κάφκα, Ιονέσκο και μπητ. Σε σχέση με την ταχύτητα και την ποσότητα γραφής εξομολογείται: Ανήκω στην κατηγορία των συγγραφέων που δεν περιμένουν να ωριμάσει μέσα τους ένα θέμα. Θέλω να το γράψω την ώρα που είναι ακόμα ζεστό και αμέσως μετά να απαλλαγώ από αυτό. Έτσι έχω γράψει πολλά βιβλία με ελαττώματα. Βέβαια, γι’ αυτό και τα ξαναδιαβάζω και τα επανεκδίδω. Αλλά καταλήγω πάλι στην πρώτη γραφή. 

Ο Άρης Μαραγκόπουλος διαφωνεί με τον ορισμό της Τριλογίας (σημ.: αποτέλεσε μια άρτια έκδοση των εκδ. Τόπος) ως του μόνου αριστουργήματος του Β.Β. και των υπόλοιπων έργω του ως ελασσόνων. Το εύρος της δουλειάς του δεν μειώνει την δοκιμασμένη ποιότητά του και στο πέλαγος των εκατοντάδων σελίδων του ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με το απόκοσμο κροτάλισμα μιας καθ’ όλα αυθεντικής γραφής. Η γραφή του περιέχει την ελληνική πραγματικότητα των τελευταίων πενήντα χρόνων σαν ένα εν προόδω χρονικό σατιρικού συγγραφέα του Βυζαντίου.

Η Νατάσα Χατζιδάκι προσπαθεί να θυμηθεί πού διάβασε την Τριλογία: σ’ ένα «σκοτεινό» δωμάτιο, στο δρόμο, στην Δημοτική Βιβλιοθήκη Ρεθύμνου; Θυμάται όμως σίγουρα την άφωνη, παγωμένη, γεμάτη ερωτηματικά αίσθηση. Με την απόσταση του σήμερα βλέπει τις ομοιότητες με Φώκνερ, Ντος Πάσος και Μπάροους και γράφει: Υπάρχουν κάποια κείμενα που παραμένουν για πάντα νέα (…). Μας κρατούν όρθιους (αν και κάποτε γονατισμένους) και νέους για πάντα μέσα στην ανθηρή τους νεότητα. Και όσο κι αν αποφεύγουμε την κατά μέτωπο επανασύνδεσή μας μαζί του. Για να μην συγκρίνουμε τον εαυτό μας του παρελθόντος με αυτόν του παρόντος. Η επανασύνδεση είναι συχνά αναπόφευκτη. 

Ο Κοσμάς Ι. Χαρπαντίδης, ομότεχνος και ομόλογος στην διαρκώς ανθοφορούσα «σχολή της Καβάλας», είναι πεπεισμένος: η αφλογιστία εμπρός στην άδεια σελίδα σημαίνει τεμπελιά και μόνο. Ο Βασιλικός ποτέ δεν φοβήθηκε την αδειοσύνη της, αλλά ούτε και μυθοποίησε τη γραφή, προσηλωμένος στην αλχημεία των λέξεων. Αυτός ο συγγραφέας – πολίτης του κόσμου και εξωστρεφής συλλέκτης εμπειριών πριν τους άλλους αμφισβητεί ο ίδιος τη γραφή του και γίνεται αρνητής του εαυτού του. Και ξαναθυμάμαι τα λόγια του ίδιου του Βασιλικού: Αν υπάρχει μια αξία στα βιβλία μου είναι όσο καταφέρνω το προσωπικό μου βίωμα να το μεταπλάσω σε κάτι καθολικό. 

Γράφουν ακόμη, «βασιλικά», οι: Αλέκος Φασιανός, Μένης Κουμανταρέας, Χριστόφορος Λιοντάκης, Δημήτρης Τζιόβας, Θανάσης Αγάθος, Δημήτρης Ροζάκης, Ελένη Τορόση, Τάκης Παπαγιαννίδης, Γεσθημανή Καρατζαφέρη, Γεωργία Μ. Πανσεληνά – Μιχάλης Σόβολος, Χρήστος Α. Χωμενίδης. Το αφιέρωμα διανθίζεται από μαυροασπρισμένες φωτογραφίες: με τον Κορτάσαρ στο Παρίσι κρατώντας ένα τεράστιο Ζήτα, με τον Γκρας κάπου στη Γερμανία και τον Λούκατς στη Βουδαπέστη,  με την Καρντινάλε σ’ ένα ξύλινο πάγκο για την ταινία του Μ. Μπολονίνι Libera, amore mio. Κι έψαχνα την κατάλληλη μουσική για την ανάγνωση. Μα έπρεπε να το έχω προσκεφτεί: το εξαιρετικό σάουντρακ του Μορρικόνε! [σ. 128]

 

08
Απρ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 28

 

G.K. Chesterton, Orthodoxy (1908) 
Όταν η οιαδήποτε Ορθοδοξία ή ορθοδοξία προστατεύει, καλύπτει, κρύβει.
07
Απρ.
11

Akron/Family II: The Cosmic Birth and Journey of Shinju TNT (Dead Oceans, 2011)

 Υπάρχει πάντα μια λεπτή, σχεδόν αόρατη γραμμή στην «θορυβώδη», την πειραματική και την ταυτόχρονα θορυβώδη/πειραματική μουσική: από τη μία βρίσκονται εκείνοι που παίζουν ό,τι να ’ναι, με όργανα ατάκτως ερριμμένα και μηχανικές τεχνικές που αυτόματα βγάζουν ένα συνονθύλευμα, κι από την άλλη εκείνοι που εναρμονίζουν όλα τα στοιχεία του διαθέσιμου χάους και φτιάχνουν μια Νέα Μουσική. Κάπως έτσι άλλωστε τόσα χρόνια, ξεδιαλέγουμε ανάμεσα στις χωματερές του noise και του experimental. Το ζήτημα βέβαια είναι με τι κριτήρια ορίζουμε αυτό τον νέο ήχο ως μουσική και πώς αντιλαμβάνεται ο καθένας τις έννοιες αυτές.

Οι Akron/Family δεν ξεκίνησαν ακριβώς από τα παραπάνω καυτά λουτρά αλλά πέρασαν πρώτα από τα χλιαρότερα καθαρτήρια της αλλοπαρμένης φολκ, της ξεφευγάτης ψυχεδέλειας και της συνολικότερης ειδολογικής ποικιλίας. Τώρα στον πέμπτο τους δίσκο, δεύτερο μετά την αναχώρηση του ιδρυτικού μέλους Ryan Vanderhoof (για ένα βουδιστικό κέντρο), αλλά και δεύτερο στην Dead Oceans, έχουν ήδη βρεθεί οριστικά στο κέντρο μιας μουσικής εκκωφαντασίας. Τι κι αν οι κιθάρες ζουν μέσα από τους παραμορφωτές ή τα κρουστά αντηχούν αρχέγονα – εδώ τα ηλεκτρονικά όργανα διαμορφώνουν και παραμορφώνουν τα πάντα. Ο δίσκος γράφτηκε σε καταλύματα χτισμένα στις πλαγιές του Mount Meakan, ενεργού ηφαιστείου στο Akan National Park, στο ιαπωνικό νησί Hokkaido και ηχογραφήθηκε σ’ έναν εγκαταλελειμμένο σταθμό στο Detroit. Τα τρία βασικά μέλη (Seth Olinsky, Miles Seaton, Dana Janssen) συνήθως αλλάζουν όργανα και σπανιότερα αλαλάζουν φωνές. Η τετραετία του Brooklyn (όπου υπήρξαν μέλη μιας ευρύτερης μουσικο-κοινωνικής κοινότητας) έχει τελειώσει, τέρμα οι ύποπτες country παραπλανήσεις, τέρμα και οι Ζεππελινικές πτήσεις.

Τα SILLy BeArZ και So it Goes Bros μοιάζουν με ακόμα πιο διαστρεβλωμένους Spacemen Three, στο LighT μια χαμένη φωνή κολυμπάει γλυκά πάνω στα κήμπορντς αλλά αναρωτιέσαι για πόσο θα κρατήσει (και όντως σύντομα έρχεται μια τρικυμία), η ονειρική νηνεμία του C A S T A N E T σκουπίζει τα πάντα, το ένα Fuji μας ρίχνει στην κακοφωνία, το άλλο στην ανυπαρξία, τα πολυ-οργανικά όργια τύπου Acid Mothers Temple εναλλάσσονται με θορυβοσυνθέσεις στα όρια μεταξύ αποκαλυπτικού και ανυπόφορου. Άλλωστε οι ίδιοι στις σημειώσεις τους αναφέρουν πως άκουσαν πολλές Underground Japanese Noise κασέτες (στοιχείο που επανέφερε το λογοπαίγνιο Japanoise), αρκετές Κεητζιανές field recordings, μπόλικα ηλεκτροθορυβώδη 70s, παλιούς υπολογιστές που βρυχούσαν και σαράβαλους σκληρούς δίσκους που έβηχαν. Και βέβαια βλέποντας στα ένσημά τους τα μπανεράκια της Young God του Michael Gira (παλαιότερα) και της Crammed (που τους κυκλοφορεί στην Ευρώπη) μη ξεχνάμε πως τόσο οι Swans όσο και οι Βέλγοι κοινοτάρχες είχαν αρκούντως προλογίσει και προπαίξει τέτοιες μουσικές.

Τελικά μπάζει από πουθενά αυτό το ατσάλινο σώμα; Όχι, κι ίσως εδώ χάνει: εκεί που οι προηγούμενοι, ιδίως οι πρώτοι τους δίσκοι, ανά πάσα στιγμή τολμούσαν την έκπληξη, εδώ καθώς το ένα στρώμα ανεβαίνει πάνω στο άλλο, τα χτισμένα μουσικά τείχη είναι τόσο συμπαγή, που δεν αφήνουν χαραμάδα για κάποια απρόβλεπτη τροπή. Και ναι μεν κάθε κομμάτι σε φτάνει στα όρια, αποτελώντας από μόνο του μια διαταραχή, αλλά καμιά φορά περιμένεις μιας δεύτερη, να σε κρατήσει λιγότερο υπνωτισμένο και περισσότερο περιπετειασμένο. [7.5/10]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

06
Απρ.
11

Alessandro Baricco – Χιλιαεννιακόσια. Ένας μονόλογος

Πλάνα από σελίδες, πλάνες, Α΄. [Στο πλαίσιο του αφιερώματος της Βιβλιοθήκης της Ελευθεροτυπίας «Κινηματογράφος και Λογοτεχνία»]

Ο Χιλιανεννιακόσια δεν ήταν γραμμένος πουθενά, δεν είχε πατρίδα ή οικογένεια· σε καμιά πόλη, ενορία, ομάδα, πουθενά δεν αναφερόταν το όνομά του· επίσημα δεν γεννήθηκε ποτέ.  Βρέθηκε παρατημένος στο ατμόπλοιο Βιρτζίνιαν, ως ένα από τα μωρά που άφηναν σαν αντάλλαγμα οι μετανάστες για όλες τις τέντες και τα σεντόνια του πλοίου που έραψαν για ρούχα τους, για τη νέα τους ζωή. Γεννημένος σε μια χαρτονένια κούτα, έγινε πιανίστας στις αίθουσες χορού κι έκανε τον Ωκεανό σπίτι του. Όπως εξομολογείται ο αφηγητής τρομπετίστας φίλος του: Παίζαμε γιατί ο ωκεανός είναι απέραντος και σε τρομάζει, παίζαμε για να μη νοιώθει ο κόσμος το πέρασμα του χρόνου, για να ξεχνάει ο καθένας πού βρίσκεται και ποιος είναι.

Αλλά ήταν σαν να είχε πάει παντού, γιατί άκουγε και διάβαζε τους ανθρώπους·  έφτιαχνε τον δικό του χάρτη με τις ιστορίες τους. Τα σημάδια που οι άνθρωποι κουβαλούν μέσα τους: τόπους, φήμες, μυρωδιές, την πατρίδα τους, την ιστορία τους…Ολόκληρη γραμμένη πάνω τους, κατάσαρκα. Αυτός διάβαζε και κατέγραφε… Κάθε μέρα πρόσθετε κι ένα μικρό κομματάκι σ’ εκείνον τον απέραντο χάρτη που σχηματιζόταν στο κεφάλι του, κι εκεί πάνω ταξίδευε μετά σαν θεός, καθώς τα χέρια του γλιστρούσαν στα πλήκτρα, χαϊδεύοντας τις καμπύλες κάποιου ράγκταϊμ. Μια φορά που τον ρώτησε πού ταξίδευε την ώρα με το βλέμμα καρφωμένο την ώρα που έπαιζε, εκείνος απάντησε πως πήγε σε μια υπέροχη χώρα, πως βρέθηκε σε τρένο καταμεσής στην εξοχή, πως μέτρησε τις κολόνες των εκκλησιών, ανέβηκε σε βουνά. Παίζοντας για μια γυναίκα, έπαιζε για όλες τις γυναίκες του κόσμου, μάγεψε κάθε πατέρα που ο ίδιος δεν υπήρξε, τα παιδιά που δεν απέκτησε, φυγάδευσε τη ζωή του μακριά από τις επιθυμίες της.

Μόνο η μουσική του μετρούσε· κι ένα θυελλώδες βράδυ στο άδειο σαλόνι που έπαιξε με λυμένα φρένα, γλιστρώντας σαν τεράστιο μαύρο σαπούνι ανάμεσα στις πολυθρόνες, σ’ ένα σκοτεινό βαλς με τον Ωκεανό. Κλεισμένος τριανταδύο χρόνια στο καράβι αποφάσισε να κατέβει για να δει την θάλασσα από την άλλη πλευρά αλλά έφτασε μόνο μέχρι το τρίτο σκαλί: φοβήθηκε την απεραντοσύνη, ο κόσμος δεν φαινόταν να τελειώνει πουθενά, ενώ οι δικές του επιθυμίες χωρούσαν ανάμεσα σε πλώρη και πρύμνη. Γύρισε κι έμεινε στο πλοίο ακόμα κι όταν, καταδικασμένο σε βύθιση, το γέμισαν δυναμίτη. Τζουζέππε Τορνατόρε, Τιμ Ροθ και Έννιο Μορρικόνε υπήρξαν ιδανικοί ενσαρκωτές του κινηματογραφικού και μουσικού βάθους της νουβέλας.

Εκδ. Άγρα, 2002, μτφρ. Σταύρος Παπασπύρου, 81 σελ., με τετρασέλιδο επίμετρο της Francoise Brun (Alessandro Baricco – Novecento. Un monologo, 1994).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 649, 2.4.2010, αφιέρωμα: Λογοτεχνία και Κινηματογράφος (και εδώ).

05
Απρ.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 42. Κοσμάς Ι. Χαρπαντίδης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς. 

Ξεκίνησα την αναγνωστική μου καριέρα με Α. Παπαδιαμάντη, Ν. Καζαντζάκη και γενιά του ’30 (Σεφέρης – Ελύτης). Δέσμιος του Δημήτρη Χατζή. Μάριος Χάκκας, Στρατής Τσίρκας, Ανδρέας Φραγκιάς, Μένης Κουμανταρέας προσκυνητές του άδικα σπαταλημένου. Κοντά τους ο Μανώλης Αναγνωστάκης και ο Τάκης Σινόπουλος. Μέσω του  Γ. Ιωάννου και του Ν. Χριστιανόπουλου αναγνώρισα τη διαχρονική γοητεία του Κ.Π. Καβάφη, για να καταλήξω στη μοναξιά του Ν.Α. Ασλάνογλου. Ο Βασίλης Βασιλικός και ο Γιώργος Χειμωνάς αξεπέραστα αναστήματα της γενέτειρας προκαλούν συχνές επιστροφές. Νίκος Καρούζος, Μίμης Σουλιώτης, Γιώργος Χρονάς, Ηλίας Λάγιος στην ποίηση. Παύλος Μάτεσις, Σωτήρης Δημητρίου, Ρέα Γαλανάκη στην πεζογραφία. Δεν διακινδυνεύω ξένους. Λατρεμένοι και διαβασμένοι πολλοί, συχνά κολλημένοι στην κακή μετάφραση.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία. 

Ο ηλίθιος του Ντοστογιέφκσι, Ο μαίτρ και η Μαργαρίτα  του Μπουλγκάκοφ, Ταξίδι στα βάθη της νύχτας του Σελίν, Η ζωή του Μαρσέλ Ράιχ Ρανίτσκι, μερικά από  τα βιβλία του Στέλιου Ράμφου, η τριλογία του Κούντερα, οι μικρές πρόζες του Παβέζε, τα ποιήματα του Πάουλ Τσέλαν, Στοιχεία από την δεκαετία του 1960 του Βαλτινού, τα Ημερολόγια του Φράντς Κάφκα, Οι ξεριζωμένοι του Β.Γκ. Ζέμπαλντ, Η πόλη και τα σκυλιά του Λιόσα, Μπαλκόνι στο Δάσος του Ζυλιέν Γκράκ, οι Ευμενίδες του Τζόναθαν Λίτελ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.  

Του Τσέχωφ, του Μωπασάν, του Κάρβερ, της Πρου και του Καπότε. Των προπατόρων Βιζυηνού, Παπαδιαμάντη, Θεοτόκη, Παπαντωνίου, Μυριβήλη, Καραγάτση.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο ποιητής Δημήτρης Λεοντζάκος.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους; 

Ένας γέροντας, θαμμένος στο πρώτο νεκροταφείο Αθηνών,  με παρακαλά τακτικά  να τον μεταφέρω στην ανοιχτωσιά των μακεδονίτικων βουνών για να αναπαυθεί η ψυχή του ανάμεσα στο θυμάρι και τη μέντα.

Ένας θρυμματισμένος καπετάνιος τσέπης με ικετεύει να του σερβίρω λίγη αναγνώριση (δεν του την έδωσε η ιστορία) για να μην θυμώνει με τον εαυτό του πως  μάτωσε άδικα τα χέρια του.

Το όχι που δεν εμπόδισε τον Τσολάχ Κορυφίδη να αυτοκτονήσει.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας. 

Άντριαν Λέβερκυν στον Δόκτωρ Φάουστους του Τόμας Μαν. Η συμπύκνωση της πνευματικής Ευρώπης του 20ου  σε έναν χαρακτήρα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας; 

Θα ήθελα να γράφω όπως ο Νίκος Μπακόλας σε καφενεία, μπαρ και πιεστήρια εφημερίδων, όπως ο Μαρκές σε μπορντέλα, όταν ησυχάζουν οι πόρνες τα πρωινά, ή έστω σε βουνά σε δροσερά, απομονωμένα εξοχικά. Ατυχώς πια γράφω μόνο στο γραφείο, όταν είμαι μόνος.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; 

Πρώτα στον υπολογιστή κι αν δεν βγαίνει επιστρέφω χειροκίνητα για μεγαλύτερο παιδεμό, ξαναγυρίζοντας τον μίτο από την αρχή. Οι ιδέες παγιδεύονται φτάνοντας στον πάτο και κάνοντας σύντροφο τον πόνο.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι. Εργάζομαι όταν με συντρίβει ο βιοπορισμός και σαν ένα όχι διαμαρτυρίας «δεν πάει άλλο» ή «δεν θέλω άλλο». Το καλλίτερό μου είναι να δουλεύω ξεκούραστος  σε απόλυτη ησυχία με την μουσική να παίζει στο νου μου και όχι στον χώρο. Μουσική ακούω όταν διαβάζω έντυπα – στο χέρι ή στην οθόνη, ποτέ όταν γράφω. Μικρές εταιρίες (γερμανικές και γαλλικές κυρίως, με φίνο ήχο) στην διαδικτυακή μουσική  βιβλιοθήκη της Naxos.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Γυρνώντας χειμώνες με κρύο σε πόλεις μακεδονικές και θρακικές, με φύλλα ιθαγενή  και ξένα, με νεκρούς σε εξοχές, ζωντανούς σε ερημιές, ασφυκτιώντας στον χώρο, παθαίνεις μανία πόλεως και αναζητάς  στο έκτο  δάχτυλο, ιδιότητες μαγικές για να επιβιώσεις. Και επιβιώνεις αν διαθέτεις κρυφές αντοχές πια κι αν δεν πάθεις κρίσεις πανικού ή κατάθλιψη στο δρόμο για να βρεις και να αποκαλύψεις τον τύραννο της ψυχής σου. Τότε τα δώρα είναι σίγουρα.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Κρυφές αντοχές (έτσι λέγεται η συλλογή διηγημάτων, που τελείωσα ) σε ένα κόσμο, που δεν μας θέλει και μας πετά έξω. Αντοχές  για να επιζήσουμε όχι για να βγούμε νικητές (σχεδόν ποτέ δεν συμβαίνει), αλλά για να κάνουμε τους άλλους λιγότερο δυστυχισμένους ή αλλιώς για να περιορίσουμε το μαύρο.

Μας έχετε ξεναγήσει με πολλούς τρόπους στον τόπο όπου ζείτε, την Καβάλα αλλά και την ευρύτερη περιοχή (Θάσος, Παγγαίο κ.λπ.). Ανεξάντλητος τόπος έμπνευσης, μήτρα της ζωής σας ή απλώς προσωπική πατρίδα; 

Μην δίνετε σημασία στην εικονογραφία. Δεν είναι αυτή το έργο. Το έργο είναι αλλού. Δεν είμαι βουκόλος της ερημιάς και της σιωπής και  δεν είναι οι τόποι μου  η μήτρα της έμπνευσης, όπως λανθασμένα εξέλαβαν ορισμένοι. Μόνο στην Ελλάδα οι συγγραφείς εκτός λεκανοπεδίου στιγματίζονται με την ρετσινιά του επαρχιακού και του ηθογραφικού κι απομονώνονται μέσα στο ζουμί του  περιορισμού μέχρι να τους φάει η αφάνεια. Τους στερούν έτσι το οξυγόνο και την ενθάρρυνση να απευθύνονται σε ένα ευρύτερο κοινό, που θα μπορούσε να τους διαβάσει με ενδιαφέρον.

Η προαναφερθείσα «ξενάγηση» γίνεται με έναν ιδιαίτερο λογοτεχνικό τρόπο. Στην ουσία τα όποια «ταξιδιωτικά» ή «περιγραφικά» κλπ. κείμενα εφοδιάζονται με ιδιαίτερη λογοτεχνικότητα. Αποτελεί αυτό προϊόν μιας συνειδητής προσπάθειας; Γνωρίζετε άλλους συγγραφείς ή έργα που ακολουθούν την ίδια «οπτική»; 

Τα κείμενά μου (ακόμη και στο πρώτο μου βιβλίο) δεν είναι κείμενα γνωριμίας ή ξενάγησης – περιγραφής κανενός  τόπου. Είναι αφηγήσεις λογοτεχνικές. Και σαν τέτοιες πρέπει να κριθούν. Και συνειδητά παραμένω εδώ και γράφω στην κόψη της μεθορίου για πράγματα, που γνωρίζω. Και βεβαίως γνωρίζω κι άλλους σαν εμένα. Να μερικά ονόματα σε ελεύθερο συνειρμό. Λευτέρης Μαυρόπουλος, Βασίλης Τσιαμπούσης, Γιάννης Καισαρίδης, Βασίλης Παππάς, Διαμαντής Αξιώτης, Νίκος Βασιλειάδης κ.α. Κυρίως βορειοελλαδική η εμμονή σε όλους μας. Παράγεται λογοτεχνία στα κείμενά μας;  Αυτό θα πρέπει να απαντηθεί.

Πώς βιοπορίζεστε;

Δικηγορώντας μάχιμα και στα ακροατήρια σε σύνολο είκοσι επτά ετών.

Η ενασχόλησή σας με τη νομική επιστήμη σας απορροφά μόνο πολύτιμο συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται «συγγραφικά» με κάποιο τρόπο; 

Μου απορροφά πολύτιμο χρόνο και με εξαντλεί. Δεν θα είχα  μείνει στα πέντε βιβλία διαφορετικά. Όσο για την συγγραφική εξαργύρωση ανιχνεύεται στις παρυφές της, αλλά με γερό τίμημα.

Συνεργαστήκατε στην έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού Υπόστεγο. Τι θυμάστε από εκείνες τις μέρες, τι σας μένει από την σκιά του Υποστέγου σήμερα;

Τα δάκρυα για την παρέα που δεν υπάρχει πια. Κι οι χαμένες ώρες για να στηθεί. Όλα περνούσαν από τα χέρια δυο ατόμων δυστυχώς.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το Εντευκτήριο του Γιώργου Κορδομενίδη, το Πλανόδιον του Γιάννη Πατίλη, η Παρέμβαση  της Κοζάνης, η Εξώπολις  της  Αλεξανδρούπολης, η Δίοδος  των Δραμινών φίλων (μακάρι να συνεχίσει). Τα αγαπώ  όλα σαν εργόχειρα χειροποίητα από χέρι προσφιλών προσώπων.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε; 

Θα ήθελα να εξιστορήσω τον βίο του ποιητή Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου.

Πώς και δεν γράψατε ποίηση;

Ξεκίνησα με ποιήματα και με παίδεψαν μέχρι το 1993, που εκδόθηκε το πρώτο μου πεζό. Η πλακέτα με ορισμένα από αυτά παραμένει ανέκδοτη οριστικά πια.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης ή ταινία; 

Ναι. Βρίσκω ενδιαφέρον στους συγκαιρινούς μας σκηνοθέτες Μάικλ Χάινεκε, Αλεξάντρ  Σοκούροφ, Γουόνγκ Καρ Γουάι.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό; 

Robin Corey – O φόβος: H ιστορία μιας πολιτικής ιδέας.

Lyall Watson – Σκοτεινή φύση: Φυσική ιστορία του κακού.

Τι γράφετε τώρα αυτόν τον  καιρό;

Ένα μυθιστόρημα, που πρωτοάρχισα το  2002 και το έχω αλλάξει μέχρι τώρα τρεις φορές. Ελπίζω η τωρινή να είναι η τελευταία.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε;

Πόσα ψέματα μας  είπατε μέχρι τώρα;

Και η απάντηση; 

Πορτρέτο φιλοτεχνώ, αγνώστου σχετικώς ανδρός. Πόσες αλήθειες λέτε να χωρούν;

Σημ.: Φωτογραφία του συγγραφέα: Θεόδωρος Παπαδόπουλος.

04
Απρ.
11

Colin Thubron – Στη σκιά του Δρόμου του Μεταξιού

Έρχονται στιγμές που αισθάνεσαι τον εαυτό σου ελαφρύ, χωρίς βάρος. Ανοίγεις τις κουρτίνες (αν υπάρχουν) και βλέπεις μπροστά σου μια απέραντη ερημιά μέσα σ’ ένα χλωμό φως και νιώθεις αποκομμένος από οτιδήποτε σου έδινε μια αίσθηση ταυτότητας. Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από οποιονδήποτε άνθρωπο που σε γνωρίζει, έχεις την αίσθηση ότι το παρελθόν σου είναι πιο ελαφρύ, ότι σχεδόν δεν ανήκει σ’ εσένα. Ακόμα και οι δεσμοί αγάπης σου έχουν ατονήσει (το δορυφορικό τηλέφωνο είναι στο σακίδιό μου, αλλά δεν χτυπάει ποτέ). Στο τέλος νοιώθεις άτρωτος, πράγμα που είναι πολύ επικίνδυνο. Φοβάσαι μόνο μήπως δεν καταλάβεις τι βλέπεις ή τι σου λένε ή δεν καταφέρεις να φτάσεις εκεί που θέλεις. Μερικές φορές αυτό που σε παρακινεί να συνεχίσεις είναι μια ψυχρή περιέργεια για την οποία ντρέπεσαι μόνο όταν επιστρέψεις στην πατρίδα σου. Άλλες φορές κάτι σε αγγίζει, κάτι σε συγκινεί, αλλά εσύ δεν σταματάς, συνεχίζεις το ταξίδι. (σ. 142)

Εκατό λόγοι σε σπρώχνουν να πας. Πηγαίνεις για να αγγίξεις την ταυτότητα των λαών, να κατοικήσεις έναν άδειο χάρτη. Πηγαίνεις επειδή διψάς για την έξαψη, για να ακούσεις ξανά το γρατσούνισμα από τα παπούτσια σου πάνω στο χώμα· πηγαίνεις επειδή έχεις μεγαλώσει και θέλεις να καταλάβεις κάτι πριν να είναι πολύ αργά. Πηγαίνεις για να δεις τι θα γίνει. Οι παραπάνω φράσεις τριβελίζουν διαρκώς στο μυαλό του ταξιδευτή – συγγραφέα Κόλιν Θέμπρον. Αλλά πολλαπλασιάζονται στη σκέψη του ταξιδιού στο Δρόμο του Μεταξιού, ενός ολόκληρου δικτύου επιλογών, αμφισβητούμενων συνόρων, αχαρτογράφητων φυλών. Η μεγαλύτερη δια ξηράς διαδρομή στον κόσμο ξεκινά από την καρδιά της Κίνας, προς τις οροσειρές της Κεντρικής Ασίας, το βόρειο Αφγανιστάν, τα υψίπεδα του Ιράν και το Κουρδιστάν. Ο όρος επινοήθηκε από τον Γερμανό γεωγράφο Φέρντιναρντ φον Ριχτχόφεν και στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για έναν μοναδικό δρόμο αλλά για δίκτυο αρτηριών που έφτανε μέχρι τη Μεσόγειο.

Μετάξι: ένα από τα πρώτα υλικά (μαζί με το κόκαλο και το ξύλο) πάνω στα οποία μπορούσε να γραφτεί κάτι: έδωσε εγκυρότητα σε αυτοκρατορικά διατάγματα, μετέφερε μηνύματα σε νεκρούς σε θρησκευτικές τελετές. Η ζωγραφική τοπίων εξελίχθηκε σε μια σχεδόν μυστικιστική τέχνη. Το στιλπνό κενό του γινόταν μια ζωντανή παρουσία. Σ’ αυτή την μακροχρόνια σκυταλοδρομία, τα εμπορεύματα περνούσαν από χέρι σε χέρι εκείνων των γιγάντιων καμηλιέρηδων. Το μεταγενέστερο οχτάμηνο ταξίδι με τις καμήλες θα ακουγόταν αστείο στα αυτιά εκείνων των αντρών. Το δικό τους διαρκούσε έως και χρόνια και συχνά δεν γύριζαν στο σπίτι τους ποτέ. Ο Θέμπρον μας εξομολογείται πως στο όνειρό του συνομίλησε μ’ έναν τέτοιο σκονισμένο έμπορο, ο οποίος τον ρώτησε γιατί θέλησε να κάνει το ίδιο ταξίδι. Και του απάντησε: Ταξιδεύω γιατί θέλω να μάθω. Για να διώξω το φόβο. Αυτό που φοβάμαι είναι μήπως δεν συναντήσω τίποτα. Αυτό που φοβάται ο σύγχρονος ταξιδιώτης είναι μήπως δεν συναντήσει τίποτα σημαντικό. Μήπως συναντήσει μόνο το κενό. (σ. 31-32)

Ο Θέμπρον ξεκινάει από την Κίνα, μια χώρα όπου για αιώνες η διαφορετικότητα ήταν από ηθική άποψη ενοχλητική. Η αλλοτινή ερμητικά κλειστή αυτοκρατορία τώρα αιωρείται συντετριμμένη τριγύρω του. Στην διαρκώς ανοικοδομούμενη Σιαν κάθε εκατό μέτρα μια τεράστια εικόνα φτιαγμένη στο κομπιούτερ σε πληροφορεί τι χτίζεται στο οικόπεδο πίσω της, ενώ τεράστιες λεωφόροι μοιάζουν με φουτουριστικά θεατρικά σκηνικά. Σε κάθε νεανικό αυτί γυαλίζει ένα μικρό ασημένιο κινητό. Οι μεγαλύτεροι όμως; Εκείνοι που έζησαν την πείνα της εποχής του Μεγάλου Άλματος και επιβίωσαν μετά την Πολιτιστική Επανάσταση (Π.Ε.); Δεν φαίνεται να υπάρχει πουθενά θέση γι’ αυτούς. Τα πρόσωπά τους μοιάζουν σφιγμένα, λες και τα έχει στεγνώσει η Ιστορία. Ζουν σε σπίτι με αυλακωτές λαμαρινένιες στέγες και μικρές κλειστοφοβικές αυλές, λίγο παραπέρα από τους πλατιούς δρόμους. Κανείς δεν μιλάει για τότε. Στα μαγαζιά τα αναμνηστικά της Π.Ε. πουλιούνται σαν αξιοπερίεργα αντικείμενα – οτιδήποτε θυμίζει εκείνη την εποχή αποτελεί εμπορεύσιμο κιτς.

Κάτω από τα κόκκινα χάρτινα φανάρια ενός εστιατορίου, ο ιδιοκτήτης και η κόρη του μελετούν παλαιότερες ιστορικές περιόδους (των Τανγκ, των Σουνγκ): Έχουμε όλες αυτές τις πολύ παλιές ιστορίες. Προσπαθώ να τις ξαναγράψω με τέτοιο τρόπο ώστε να αρχίσουν οι άνθρωποι να τις αμφισβητούν. // Ο σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή δεν είναι μέσα στις παραδόσεις της Κίνας.  Πριν είκοσι χρόνια το εστιατόριο ήταν γεμάτο με βλοσυρούς γραφειοκράτες με άκαμπτα κοστούμια – τώρα βλέποντας τους άντρες με τα τζάκετ αναρωτιέσαι μήπως απλώς άλλαξαν τη μια στολή με μια άλλη… Κι όμως καθώς ανταποδίδει το χαμόγελο στην Μινγκζάο νοιώθει σα να δημιουργείται ένα τεράστιο τεκτονικό ρήγμα κάτω από την επιφάνεια της Κίνας καθώς η αρχέγονη υποταγή στην ομάδα χαλαρώνει και δίνει τη θέση της στην ατομικότητα.

Ιδιαίτερα υποβλητικές σελίδες είναι οι σελίδες όπου ο συγγραφέας βρίσκεται στο μαγαζάκι – βιτρίνα ενός αρχαιοκάπηλου, που, όπως πολλοί, εκμεταλλεύεται το γεγονός πως η περιοχή του ήταν γεμάτη αρχαία νεκροταφεία αδύνατο να φυλαχτούν. Τόσο ο ίδιος όσο και ο οποιοσδήποτε αγοραστής ρισκάρουν τη ζωή τους ή την ελευθερία τους – ο δεύτερος και το ενδεχόμενο το εύρημα να είναι πλαστό. Αργότερα ξανασυναντά έναν παλιό του φίλο, τον καθηγητή Μου Λι, που σε προηγούμενο βιβλίο είχε τοποθετήσει με άλλο όνομα σε άλλη πόλη. Τώρα δε διέτρεχε κανένα κίνδυνο. «Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορεί να περιγράψει κανείς την ζωή της Κίνας στην αγγλική γλώσσα. Επειδή τίποτα δεν είναι δυνατόν να μεταφραστεί. Ούτε η κουλτούρα ούτε η πολιτική ούτε η καθημερινή ζωή. Οι λέξεις δεν ταιριάζουν. Οι ιδέες δεν υπάρχουν στα αγγλικά». Ένας άλλος καθηγητής είχε καταδικαστεί να μαζεύει για δέκα χρόνια τα σκουπίδια στο πανεπιστήμιο επειδή είχε στο σπίτι του μια Βίβλο.

Η Πολιτιστική Επανάσταση πολέμησε σκληρά τους βουδιστές. Ο βουδισμός ανέκαθεν αντιμετώπιζε δυσκολίες στην Κίνα. Ο κομφουκισμός και ο κομμουνισμός γίνονταν πιο εύκολα αποδεκτοί από την κοινωνία – για την ευσέβεια προς τους γονείς και την κοινωνική πρόοδο αντίστοιχα – ενώ ο βουδισμός υποσχόταν την προσωπική σωτηρία και σκοπός του ήταν το γκρέμισμα της αυταπάτης. Ο Θέμπρον συνομιλεί μ’ έναν Ζωντανό Βούδα, που του περιγράφει τις φρικιαστικές δημόσιες διώξεις που αν δεν οδηγούσαν στην αυτοκτονία, δημιουργούσαν στον διωκόμενο αισθήματα ενοχής, στέρηση κάθε ίχνους αυτοεκτίμησης και απώλειας της ανθρώπινης υπόστασης. Σήμερα σχεδόν σαράντα χρόνια μετά η ρητορική εκείνης της περιόδου μοιάζει παιδαριώδης κι εκείνος πιστεύει πως κάτι στα εσώψυχα των θυμάτων θα παρέμενε αλώβητο.  Μετά την Π.Ε. τα πάντα σε κάνουν ευτυχισμένο».

Ο ταξιδιώτης μοιράζεται σιωπηλά γεύματα με τους επιζώντες μιας πολιτικής τρέλας και τρομοκρατίας αρκετών δεκαετιών, ανθρώπους που οι μνήμες τους είχαν σταματήσει να μεταβιβάζονται, που δεν μιλάνε ποτέ για το παρελθόν. Εδώ εντοπίζεται μια ενδιαφέρουσα διαφορά: Στη Δύση η ψυχική υγεία εξαρτάται από το αν το άτομο θα αποδεχθεί το παρελθόν, θα συμβιβαστεί μ’ αυτό. Η μνήμη είναι κάθαρση. Αλλά στην περίπτωση της Π.Ε., όπου όλοι υπέφεραν, ίσως η επιλογή της λήθης σημαίνει την επιλογή της ζωής.

Σ’ αυτό το ταξίδι, η καθαρότητα των πολιτισμών, ακόμα και του κινέζικου, γίνεται αυταπάτη. Στο δρόμο του μεταξιού τίποτα δεν θα είναι ομογενές, αιώνιο. Η γλώσσα και η εθνική ταυτότητα αλλάζουν συνεχώς, όπως οι αμμόλοφοι των ερήμων. Σε μια κρύπτη αποκαλύπτεται ένας πολυπολιτισμικός κόσμος που κανείς δεν υποψιαζόταν: ιερά βουδιστικά χειρόγραφα, κείμενα γραμμένα στα κινέζικα, στην γλώσσα Σογδιανών, Πάρθων και Τούρκων, σε σανσκριτικά, θιβετιανά, ιουδαιοπερσικά, ακόμα και νεστοριανά κείμενα. Στον ωκεανό των φυλών της Κίνας κάθε φορά κάποιο κατεργάρικο γονίδιο εμφανιζόταν κάθε τόσο από το μακρινό παρελθόν και σφράγιζε τον φορέα του με τα σημάδια κάποιου κόσμου που δεν είχε αφήσει πίσω του κανενός άλλου είδους ανάμνηση. Σε απομακρυσμένα χωριά ψηλοί άνθρωποι με λευκό δέρμα και κόκκινα μαλλιά «αποδεικνύονται» πρόγονοι των …Ρωμαίων και εν γένει ενός ετερόκλητου πλήθους Λατίνων. Απ’ όσο γνώριζα οι πρόγονοί του συνέτρωγαν με τον Καίσαρα ή άκουγαν τους λόγους του Κικέρωνα. Όμως στο δωμάτιο του Ουάνγκ τα κουφώματα των παραθύρων είχε σαπίσει, οι κουρτίνες είχαν κουρελιαστεί και τα τελευταία κομμάτια αγγουριού είχαν καταβροχθιστεί.

Καθώς ο συγγραφέας βρίσκει ιερούς τόπους και μνημεία στη μέση του πουθενά, στις πλέον απίθανες περιοχές, τα πάντα απομυθοποιούνται (συχνά και τα ίδια τα μνημεία που σε κάποιες περιπτώσεις αποτελούν θλιβερές τουριστικές απάτες). Ίσως ούτε ο Λάο-τσε, ο κατά τον μύθο ιδρυτής του ταοϊσμού κατά τον 6ο αι. π.Χ.  δεν υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα και η διδασκαλία του δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα απάνθισμα σοφών απόψεων – ένας μυστικιστικός πανθεϊσμός, η πίστη αυτών που προτιμούν να ζουν σαν ερημίτες.

Στο Σινικό Τείχος αιωρείται ακόμα ο ίδιος παλιός φόβος που ένοιωθε ο Κινέζος για την εσωτερική Ασία που έσκαζε κατά κύματα πάνω στο Σινικό Τείχος, για την ερημιά που απλωνόταν έξω από το βασίλειο. Αυτές οι σκοτεινές κατασκευές άλλοτε μοιάζουν σαν εγκαταλειμμένα ασύνδετα βαγόνια τρένου κι άλλοτε σαν να παραπατούν εξουθενωμένες – ένα τείχος για το οποίο σύγχρονοι σινολόγοι υποστηρίζουν πως κατασκευάστηκε περισσότερο να κρατήσει τους Κινέζους μέσα παρά τους νομάδες έξω, ένα τεράστιο όριο που εμβαπτίστηκε στον τρόμο, με εντοιχισμένους νεκρούς εργάτες για να κρατήσουν μακριά τις … εφόδους των πνευμάτων. Για αιώνες η Κίνα και η Δύση ζούσαν αγνοώντας η μία την ύπαρξη της άλλης

Ο συγγραφέας αισθάνεται διαρκώς την παλιά γνώριμη έξαψη της παιδιάστικης αίσθησης ότι κάθε φορά μπαίνει σ’ ένα χώρο άγνωστο, σε κάτι εντελώς αλλότριο. Περιπλανιέται σε φαντασματένια χωριά, μπαίνει στα σπίτια των κατοίκων, συνήθως άδεια με ξερή αυλή, χαμηλά δωμάτια με χωμάτινο πάτωμα και χτιστά κρεβάτια, κάτω από τα οποία βάζουν κάρβουνα για να ζεσταθούν, με μόνη πολυτέλεια μια μικρή παλιά τηλεόραση και μια έγχρωμη φωτογραφία σ’ ένα τοίχο – μια σελίδα από ένα περιοδικό, με μια γη πιο γλυκιά, που δεν θ’ αντικρίσουν ποτέ. Οι μεγαλύτεροι νοιώθουν τελεσίδικα άχρηστοι και παραμερισμένοι, με τα χωριά τους να αργοπεθαίνουν ξεχασμένα, θυσία στο βωμό της οικονομικής ανάπτυξης του έθνους

Αλλού βλέπει τον καπνό μιας τσιμεντοβιομηχανίας πίσω από το βουνό, γερανούς να ξεφυτρώνουν ανάμεσα στους λόφους, φορτηγά που απορείς πώς έφτασαν μέχρι εκεί. Στην παλιά μεθόριο που γεννούσε πάντα φόβο, στην ονομαζόμενη Άνω Ταταρία ή Κινέζικο Τουρκεστάν, το λεωφορείο (ένας μεταλλικός σκελετός με ξεκοιλιασμένα καθίσματα και μπράτσα σκέτα σίδερα) παραδίδει το πνεύμα του σε μια εφιαλτική κωμόπολη με ορυχεία αμιάντου, όπου τα σπίτια των μεταλλωρύχων ήταν σκοτεινές τρώγλες από τις οποίες βγαίνουν μαυρισμένοι άντρες σκυμμένοι σαν κατάδικοι. Σήμερα η Κίνα μοιάζει μ’ ένα απέραντο εργοτάξιο. Στο Λαν- τσόου ίσως βρίσκονται οι πιο μολυσμένοι της δρόμοι: 22 χιλιόμετρα κατά μήκος του Κίτρινου Ποταμού ανάμεσα σε διυλιστήρια και εργοστάσια χημικών χάνονται μέσα στην αιθαλομίχλη.

Δεν χρειάζεται να ειπωθεί πως ο ίδιος ο Θέμπρον εκτέθηκε σε πλείστους κινδύνους (αντάρτες στα υψίπεδα του Αφγανιστάν, αστυνομία σε Κιργισία και Ουζμπεκιστάν, ληστές), ενώ κρατήθηκε σε καραντίνα ως πιθανώς μολυσμένος με τον ιο SARS με άλλους ήδη μολυσμένους (όπου και συνδέθηκε συγκινητικά με τον ξεχασμένο απ’ όλους συγκρατούμενό του, σε κάτι παραπήγματα στη μέση του πουθενά). Λίγο καλύτερα πέρασε στα ξενοδοχεία της παλιάς Κίνας: σκοτεινά κρύα κτίρια πνιγμένα στη μύγα, με ξεχειλισμένες τουαλέτες, εμαγιέ πτυελοδοχεία, γυμνούς γλόμπους βιδωμένους σε σπασμένα πλακάκια, μυρωδιές νουντλ, καμένου λίπους και ούρων. Αλλά συνέχισε…

 …. από την Μάντρα (γη σμιλεμένη από την άμμο που φέρνουν εδώ και αμέτρητους αιώνες οι αέρηδες από την Μογγολία) στο Τάκλα Μακάν, που σημαίνει «εγκαταλειμμένος τόπος», μια από τις πιο επικίνδυνους ερήμους στον κόσμο, όπου οι μαύρες αμμοθύελλες μπορούσαν να σηκώσουν ολόκληρους αμμόλοφους και να θάψουν ολόκληρα καραβάνια. Κι απ’ τους Ναούς του Ματίσι, όπου πρόσωπα από τις χίλιες μινιατούρες από βούδες είχαν μουτζουρωθεί ή ξυθεί από τους Ερυθρούς Φρουρούς, σβησμένο το καθένα με ένα πρόχειρο Χ σαν να ήταν μια μαθηματική εξίσωση που δεν είχε επιλυθεί, στα χωριά όπου τα μεγάφωνα που προπαγανδίζουν τον οικογενειακό προγραμματισμό σ’ ένα μακρινό χωριό καλύπτονται από την φλυαρία των σπουργιτιών μέσα στις λεύκες.

Κίνα, Κιργισία, Ουζμπεκιστάν, Αφγανιστάν, Ιράν, Κουρδιστάν, Τουρκία: το βλέμμα αυτού του τελευταίου των ευγενών –  ταξιδιωτών (gentlemen – travellers), αυτού του ακούραστου συγγραφέα – ταξιδευτή κυκλώνει την σκιά μιας διαδρομή 11 χιλιάδων χιλιομέτρων – σκιά, γιατί κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν αυτή η κεντρική αρτηρία αποτελούσε το Δρόμο του Μεταξιού. Το μόνο σίγουρο είναι πως εδώ οι εθνικότητες χάνουν τη σημασία τους και η διαφορετικότητα με την επιμειξία εξαπλώνονται παντού. Εδώ «θα μπορούσε να τρελαθεί κανείς αν επιχειρούσε να βρει την καταγωγή ακόμα και των πιο απλών πραγμάτων».

Εκδ. Πάπυρος, 2009, μτφ. Αθανάσιος Ζάβαλος, σελ. 427, με τετρασέλιδο παράλληλο χρονολόγιο Κίνας, Κεντρικής Ασίας, Ιράν και Δύσης και τέσσερις δισέλιδους χάρτες (Shadow of the Silk Road, 2006). Οι φωτογραφίες των τοπίων είναι από την ιστοσελίδα ενός ταξιδιώτη στον Δρόμο του Μεταξιού, εδώ. H 14χρονή βοσκός της τελευταίας μας θυμίζει τη νεαρή κιργισιανή που μίλησε στον συγγραφέα για την ομορφιά του τοπίου, την απόλυτη ησυχία αλλά και την πλήρη απομόνωση στην οποία ζει.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και σε: mic.gr.

03
Απρ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 88

Γκύντερ Γκρας, «1976», από το: Ο αιώνας μου, εκδ. Οδυσσέας, 1999, μτφ. από τα γερμανικά Τούλα Σιέτη, σ. 286 (Günter Grass, Mein Jahrhundert, 1999)

Πιστεύαμε, αδιάφορο που συναντιόμαστε στο ανατολικό Βερολίνο, ότι είχαν βάλει κοριούς και μας παρακολουθούσαν. Υποπτευόμαστε παντού, κάτω από τον σοβά, στη λάμπα της οροφής, ακόμα και στις γλάστρες, επιμελώς τοποθετημένους κοριούς και γι’ αυτό φλυαρούσαμε ειρωνικά για το έμπλεο φροντίδος κράτος και την ακόρεστη ανάγκη του για ασφάλεια. Καθαρά και αργά, ώστε να προλαβαίνουν να γράφουν, προδίδαμε μυστικά που αποκάλυπταν τον απόλυτα ανατρεπτικό χαρακτήρα της λυρικής ποίησης και που απέδιδαν στην εύστοχη χρήση της ευκτικής συνωμοτικές προθέσεις. (…) Υπεροπτικά παίζαμε με τη Στάζι και υποθέταμε – μισοαστεία μισοσοβαρά – ότι στον κύκλο μας είχαμε τουλάχιστον έναν χαφιέ, διαβεβαιώνοντας ταυτόχρονα ο ένας τον άλλον ότι «κατά βάθος» ο καθένας μας ήταν ύποπτος.
Στον Γιώργο Γλυκοφρύδη

02
Απρ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 27

 

Tonino Benacquista, Saga (1997)

Τώρα πια οι οικογενειακές σάγκες εκτυλίσσονται στις τηλεοράσεις. Και η «αληθινή» οικογένεια απλώς συγκεντρώνεται ως θεατής τους.

 

01
Απρ.
11

Alexander Ebert – Alexander (Community Music, 2010)

Ο Alexander Ebert είναι ο δημιουργός και εμψυχωτής των εκπληκτικών Edward Sharpe and the Magnetic Zeros. Οι ESMZ με άφησαν εκστασιασμένο μ’ εκείνον τον πολυσυλλεκτικό, πολυψυχεδελικό και πολυταξιδεμένο ήχο κι αμέσως άρχισα να τον αναζητώ κι εδώ μέσα. Υπάρχουν λοιπόν ανάλογες λάμψεις κι εκλάμψεις; Ευτυχέστατα ναι: οπωσδήποτε στον χαρούμενο country pop καλπασμό του Let’s win! και του In the twilight (που στέκει ως αδιαφιλονίκητο χιτ της δεκάδας).

Οι πολύχρωμες διαθέσεις και η ερωτοτροπία με την ποικιλία αποθεώνονται στο Awake my body, όπου ο Ebert εναλλάσσει μια… ψευδο-ντυλανική τραγουδιστική (που βγάζει όποτε του αρέσει) με μια αφρικανικότατη ψευτοχορωδία. Η ίδια φωνοπερσόνα θρηνεί και στο Bad bad love, ύπουλα λατινίζον και εν μέρει walkmen-ίζον. Και επειδή όλα εδώ σχηματίζουν κύκλο, το έτερο εξέχον κι έξοχο τραγούδι του δίσκου (Remember our heart) σε απογειώνει εκεί απ’ όπου ξεκίνησαν όλα σ’ αυτή τη μουσική: μισό στη δεκαετία του ’50, μισό στην αφρικανική καρδιά.

Βέβαια έπρεπε να το ψυλλιαστούμε εξαρχής: για να υπογράφει εδώ ο εγκέφαλός τους απλά με το ονοματεπώνυμό του και άνευ άλλων μαγνητικών αριθμών, κάποια διαφοροποίηση προς το μοναχικότερο θα υπάρχει. Τα Old friend μένει μπαλάντα άσκαστη, ενώ το έτερο lone western τραγούδι έχει γυρίσματα προς μια όχι και τόσο αυτονόητη συνθετική γραμμή (Truth). Το Million years αδικείται με τόσα λίγα όργανα. Με πλουσιότερη ενορχήστρωση και λίγη παραπάνω ταχύτητα θα μπορούσε να είναι πυροτέχνημα. Τα δύο τελευταία είναι ανάξια αναφοράς.  Αυτές ακριβώς οι πιο αδύναμες στιγμές του στερούν το ολοστρόγγυλο οχτάρι (και δεν θα μπορέσει να κοιμηθεί σήμερα κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό των ερημιών που βολοδέρνει, όπως βλέπω στις ελάχιστές του φωτογραφίες).

Είσαι ικανότατος συνθέτης Alexander, μας κατέπεισες και τώρα. Γύρνα πίσω στην εικοσιπενταμελή σου κοινοβιογένεια, βάλτους όλους στη σειρά και δώστε μας πάλι εκείνες τις αλησμόνητες γλεντοκοπίες [8/10].

Ima Robot – Another Mans Treasure (Wearwolf Heart, 2010)

Μια και μιλάμε για τα Έργα και τις Ημέρες του Αλέξανδρου καθ’ όλον το 2010, ας ρίξουμε μερικές αυτιές στο Another Man’s Treasure, τον τρίτο δίσκο των Ima Robot, του βασικού του, υποτίθεται, σχήματος, των οποίων project υπήρξαν τα Μαγνητικά Μηδενικά κι όχι το αντίστροφο. Ο δίσκος περιέχει οκτώ κομμάτια συν 4 μπόνα δώρα μαζί με την ψηφιακή παραγγελιά του δίσκου από την imarobot.com [Greenback Boogie, Victory, Peru, Life is Short (Extended Ice Cream Truck Edit)].

Εδώ υπάρχει μεγαλύτερη πολυμορφία – ποικιλία αλλά λιγότερα ακαταμάχητα τρακς. Στην ουσία ο Ebert απλώς επιδεικνύει ευρύτατη συνθετική δεινότητα. Σα να παίζει με τον εαυτό του και να αναμετράται με τα είδη: με ελαφρύ 70s τεχνορόκ (Ruthless), με dark post punk με ευθείες βολές προς Ziggy Bowie (Rough Night), με ηλεκτρογεννημένη ρέγκε (Life Is Short). Στο Sail With Me πάει να μοιάσει σε πρώιμο Eno αλλά καταλήγει να μας θυμίζει τους βαρετούς Japan. Το Pass it on παίζει με την αφροαμερικάνικη πολυρρυθμία αλλά τελικά μοιάζει να βγαίνει από τις δευτερογενείς εταιρείες του David Byrne. Ε, να μη βάλουμε κι ένα νορμάλ φολκ (Shine Shine); O τελικός εννιάλεπτος γρίφος του Swell αναλαμβάνει ένα σχεδόν ήδη υποσχεθέν ψυχεδέλιασμα. Η εξτράδα κινείται στα ίδια ανόμοια πεδία.

Συνάδελφοι reviewers που επιμένουν σε πιο σύγχρονους συσχετισμούς, βλέπουν περισσότερο Modest Mouse και TV On The Radio του Dear Science. Σίγουρα πρόκειται για περισσότερο προσιτό δίσκο σε σχέση με τα πριν, με ενδιαφέρουσες εκκιθαρίσεις από τον Norman Greenbaum. [7/10]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Οι εξαιρετικοί Edward Sharpe and the Magnetic Zeros εκεί.

 




Απρίλιος 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930  

Blog Stats

  • 1.035.356 hits

Αρχείο