Sieben – Star Wood Brick Firmament (Redroom, 2010)

 

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση ο Ιανός φίλος μας. Όταν βγάζει οργανικούς δίσκους χρησιμοποιεί το ονοματεπώνυμό του (Matt Howden), όταν μετατρέπεται σε αυτοσχέδιο ενορχηστρωτή της φωνής του (χρησιμοποιώντας ένα βιολί κι ένα κουτάκι ηλεκτρονικών) γίνεται Sieben. Στην πρώτη περίπτωση, αναγκασμένος να χρησιμοποιήσει μερικούς συμβατικούς όρους, αυτοκατατάσσεται στο neo-classical/ soundtrack. Η δεύτερη περίπτωση είναι όλη δική μας εδώ. Έχει βγάλει αρκετούς δίσκους κι απ’ τις δυο πλευρές στην δική του Redroom Records μαθαίνοντας κι απολαμβάνοντας όλα τα στάδια της δισκογραφικής δημιουργίας, ενώ γράφει και για φιλμ και τηλεόραση. Από μια πρόχειρη έρευνα στο διαδίκτυο είδα πως δύσκολα βρίσκει κανείς στοιχεία αλλά η προσωπική του ιστοσελίδα είναι υπεραρκετή (http://www.matthowden.com/).

Στα πρώτα κομμάτια φαίνεται να ξεκαθαρίζει κάποιες προθέσεις: να τραγουδήσει στη φολκ, με όλα τα ευγενή υλικά της μπαλάντας, αλλά με ηλεκτρονικότατη ενορχήστρωση και συναρμολογημένα κρουστά. Ακολουθεί όμως μια υπέροχη τετράδα που αλλάζει τις ρότες. Πρώτα το Build You A Song, χαρακτηρισμένο από τον ίδιο στην track to track περιγραφή του σάιτ σαν «ένα DIY για εραστές», μας συνεπαίρνει με το βιολί του. Κατόπιν το up-tempo Long Live the Post Romantic Empire φωνολογεί τον Bowie μέχρι και την πρώτη δεκαετία της χιλιετίας και τα διαβολικά βιολιά του We Wait For Them δείχνουν με το δοξάρι εμφανείς συγγένειες με Patrick Wolf και Andrew Bird. Και σαν να μην έφταναν αυτά, η παραπατούσα ερμηνεία στο Donald αντιλαλεί την συνάδελφη του Matt Elliott. Ακολουθεί επαναφορά στην ιδιάζουσα ηλεκτρονική φολκ, ενώ το Can’t Stop This κάλλιστα «τρέχει» στην πίστα.

Η φωνή του είναι χαρακτηριστική (και χαρακτηριστικά «βρετανική») και μοιάζει να δηλώνει πως πρώτη θα βγαίνει στη σκηνή και τελευταία θα φεύγει. Ο συνδυασμός της με το βιολί και το loop pedal – ακριβώς όπως βγαίνει και στα λάιβ – δημιουργεί το εξής ένα παράδοξο: από τη μια κυριαρχεί η αίσθηση πως ο μαγικοκουτικός ήχος γίνεται ο αρχικός καμβάς πάνω στον οποίο θα κολυμπήσει φωνητικά. Άλλες φορές όμως (στα ίδια κομμάτια!) αισθάνεσαι ακριβώς το αντίθετο: πως πάνω απ’ όλα είναι η φωνή που ακαταμάχητα οδηγεί την κούρσα και τα υπόλοιπα όργανα απλώς γίνονται γομολάστιχες της μονοκρατορίας της.

Τα δυο τελευταία κομμάτια του δίσκου (There, We wait) είναι ρεμιξαρισμένα από την Darkhearted κι ο Sieben παραδέχεται πως ειδικά το πρώτο τον έκανε να το προτιμήσει από την δική του, αρχική εκδοχή. Υποθέτω είναι ό,τι τιμητικότερο για έναν remixer. Παλαιότερα, ο δίσκος του The Matter of Britain (ως Matt Howden) γράφτηκε εξ’ ολοκλήρου για να συνοδεύσει την ανάγνωση ποιημάτων του πατέρα του από τον ίδιο τον ποιητή. Υποθέτω είναι ό,τι τιμητικότερο για έναν πατέρα.

Στιχουργικά ο Howden επιλέγει να γράψει για τις ελάσσονες ιστορίες απλών ανθρώπων που τον ενέπνευσαν. Το Minack theatre αφορά το ανοιχτό θέατρο που κατασκευάστηκε στους βράχους της Κορνουάλης από την Rowena Cade, που για να βοηθήσει μια τοπική θεατρική ομάδα αρχικά πρόσφερε τον κήπο της που είχε θέα τη θάλασσα, και σταδιακά τον μετέτρεπε σε θέατρο για να φιλοξενεί όλες τους τις παραστάσεις. Τα Donald και Crowhurst είναι αφιερωμένα στον … Donald Crowhurst που συμμετείχε στον περίφημο ιστιοπλοϊκό γύρο του κόσμου των Sunday Times, έκανε μια απεγνωσμένη κούρσα στις θάλασσες, αλλά δεν άντεξε, άρχισε να δίνει ψεύτικα στοιχεία νίκης και να εισχωρεί σ’ έναν κόσμο φαντασιοπληξίας μέχρι την παράνοια και τον θάνατο. Η ιστορία του ενέπνευσε τους Third Eye Foundation (Donald Crowhurst, από το Ghost), τους I Like Trains (Deception, από το Elegies…) αλλά και τον Τζόναθαν Κόου που συμπτωματικά απολαμβάνω αυτή την εποχή, καθώς η ιστορία του D.H. αποτελεί για διάφορους λόγους την εμμονή του κεντρικού χαρακτήρα στο εξαιρετικό βιβλίο του, Ο ιδιωτικός βίος του Μάξουελ Σιμ. Κόου και Σιμ αναμένονται στο πανδοχείο μας μέσα στον επόμενο μήνα.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Κώστας Μαυρουδής – Η ζωή με εχθρούς και άλλα κείμενα

Τα στάσιμα μιας ανεξάντλητης πνευματικής περιπλάνησης

Αν ο συγγραφέας οφείλει να φωτίζει τις πλευρές εκείνες του καθημερινού, που είναι λιγότερο προφανείς και με τη μεταφορά τους να τις ανάγει σε λογοτεχνική αντίληψη όπως γράφει ο ίδιος ο Μαυρουδής (εδώ με αφορμή μια μυστική γλώσσα εντός της Μπαλζακικής Ευγενίας Γκραντέ), τότε ο εν λόγω τόμος αποτελεί έναν πλήρη φωτεινό θάλαμο εμφάνισης (στη μνήμη), προβολής (στην πραγματωμένη λογοτεχνία και τέχνη) και εκτύπωσης (στην σύγχρονη πραγματικότητα) όλων αυτών των πλευρών, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τα προγενέστερα πεζόμορφα έργα του ποιητή. Πρόκειται για κείμενα δημοσιευμένα στις πίσω σελίδες του Δέντρου (1985 – 1995), και σε άλλα περιοδικά και εφημερίδες, ορισμένα από τα οποία έχουν συμπεριληφθεί σε παλαιότερη έκδοση (Δελφίνι, 1988). Η αναθεωρημένη και επαυξημένη έκδοσή τους πιστώνεται στην πεποίθηση του συγγραφέα πως κάθε κείμενο τελικά επιδέχεται ποικίλες αναψηλαφήσεις και πως κάθε ανάγνωση απειλεί να συμπληρώνει εσαεί το «ολοκληρωμένο» αλλά πάντα δεκτικό σε «βελτιώσεις» κείμενο, πόσο μάλλον όταν η μεταγενέστερη στάθμιση αλλά και φυσική ωρίμανσή του το καθιστά φρέσκο και επαναναγνώσιμο.

Η θέση σε λειτουργία όλων των μνημονικών, συνειρμικών και συγκινησιακών τροχών της ύπαρξης, που περιπλανώνται τόσο πάνω σε ένα περίτεχνα ανθολογημένο παρελθόν όσο και ένα ζοφερότερο παρόν, μπορεί να έχει ως αφετηρία της οποιαδήποτε καθημερινή εικόνα, τυχαία πρόταση, κινηματογραφική σκηνή, λογοτεχνημένη σελίδα, μουσική φράση, ταξιδευτική ανάμνηση. Και να σκεφτεί κανείς πως αυτό ακριβώς το μνημονικό φορτίο – και κυρίως η απουσία του – είναι που καθιστά την παιδική ηλικία ως μια αναπότρεπτη πατρίδα κι έναν συνεχή τόπο επιστροφής του Μαυρουδή. Ο λόγος του ούτως ή άλλως διαπερνά τις μεθορίους της αυτοβιογραφικής, κριτικής, ημερολογιακής, δοκιμιακής, αφοριστικής, αφηγηματικής, ρεαλιστικής, φιλοσοφικής και ταξιδιωτικής γραφής. Οι δύσβατες πορείες των λογοτεχνικών περιοδικών, οι ποιητές που πηγαίνουν να διαβάσουν τα ποιήματά τους σε απομακρυσμένους τόπους, τα συναισθήματα που προκαλούν σημειώσεις και αφιερώσεις πάνω στα μεταχειρισμένα βιβλία, οι υπογραμμίσεις φράσεων που μας αιφνιδίασαν τερπνά κατά την ανάγνωση ενός βιβλίου (ένα κριτήριο για την αξία του;), μνήμες σιδηροδρομικών ταξιδιών και οδικών περιπλανήσεων, μια πινακίδα που δεν απλοποιεί έναν τύπο γραφής αλλά προσθέτει σε αυτόν, τα πάντα έχουν την διακεκριμένη θέση τους εδώ, μέχρι και μια γενναία γενεαλογία του εστετισμού, ισόποσα μοιρασμένη ανάμεσα στην αυτοσαρκαζόμενη αυτοβιογράφηση και την ευγενή αποποίηση.

Ιδιαίτερο στοιχείο στο κειμενικό πανόραμά του Μαυρουδή αποτελούν οι παλαιότερες και νέες αναγνώσεις της σπουδαίας λογοτεχνίας, στις οποίες ταξινομούνται, όπως αναφέρει ο ίδιος (αυτή τη φορά με αφορμή ένα κείμενο του Ρολάν Μπαρτ), συγγενή αισθήματα και επιβεβαιώνονται παραστάσεις του δικού του βλέμματος, με τις οποίες έχει συναντηθεί στο παρελθόν και τώρα τις βλέπει ως κρυσταλλώσεις ενός ξένου λόγου. Τα γραπτά αυτά μνημεία που ακτινοβολούν μια «εκθαμβωτική πνευματικότητα» επανέρχονται μέσω μιας σύγχρονης ανάγνωσης αλλά και των συναισθημάτων που προκάλεσαν και αναψηλαφώνται με νέες οπτικές και προβληματισμούς, είτε πρόκειται για την ανίχνευση των σκέψεων και των βλεμμάτων του Θανάτου στη Βενετία κατά την βισκοντική του μεταφορά, είτε για την διαπίστωση στον κατά Τσβάιχ Κόσμο του Χθες ενός υψηλού ευρωπαϊσμού (με την έννοια ενός κοινού αλφάβητου ανθρωπιστικού και αισθητικού πνεύματος) αλλά και ενός πνεύματος μιας πρώιμης παγκοσμιότητας

Από την άλλη πλευρά, δεν θα μπορούσε ούτε τώρα να λείπει η αμείλικτη, απολαυστικά σαρκαστική παρατήρηση των σύγχρονων εθνικών ηθών. Με κάθε ευκαιρία οι ακλόνητες εθνικές, φυλετικές και προσωπικές βεβαιότητες και μύθοι που χαρακτηρίζουν την νεοελληνική συνθήκη, την εθνική Ιστορία και την «κοινή γνώμη» υφίστανται ανελέητες ρηγματώσεις, όπως άλλωστε και κάθε δόγμα που με τις τακτικές του μας εμποδίζει να δούμε κριτικά τον κόσμο (όπως λόγου χάρη η παραμυθία της θρησκευτικότητας). Και εδώ ο εντοπισμός παραλληλισμών, π.χ. στη σκέψη του Λαμπεντούζα όσον αφορά τον λαό που πιστεύει πως είναι τέλειος και η ματαιοδοξία του οποίου είναι ισχυρότερη από την εξαθλίωσή του, ενώ κάθε ξένη παρέμβαση διαταράσσει την φαντασίωση της κατεκτημένης τελειότητας, δεν μπορεί παρά να είναι ερεθιστική, όπως και, αλλού, η ευθύβολη απορία Ευρωπαίου ελληνιστή παραθεριστή: Είστε ένας καφκικός, ένας καταδιωκόμενος λαός ή μήπως μια ασήμαντη ζωή με εχθρούς αποκτά σοβαρότερο περιεχόμενο;

Πάντα επιφυλακτικός απέναντι στον άνευ ορίων μοντερνισμό, την αφαίρεση και την νεωτερικότητα, ο Μαυρουδής διατηρεί έναν λόγο πεντακάθαρο και σαφή, διαρκώς εμπλουτιζόμενο από ένα ανεξάντλητο θησαυροφυλάκιο λέξεων και εκφράσεων. Επιλέγοντας τη μορφή των μικρόσχημων λεκτικών αρχιτεκτονημάτων υπαινικτικού λόγου, διαβρωτικού χιούμορ και αφοριστικής διάθεσης μας οδηγεί άμεσα και ακαριαία στην επιφάνεια μιας ποιητικής ατμόσφαιρας και στον βυθό ενός αποσταγμένου νοήματος. Τα πάντα μπορούν να μετατραπούν σε «είδη μικρών πνευματικών περιπετειών», πολύ περισσότερο όταν μπορούν να οδηγήσουν στη συνομιλία αισθημάτων και αισθητικής, στον εντοπισμό της αναντίλεκτης ομορφιάς, σε αστείρευτους προβληματισμούς περί τέχνης και γραφής, σε εικαστικές αποδόσεις των υπαρξιακών βασάνων.

Αν ό,τι απομακρύνεται είναι ποίηση τότε ό,τι καταγράφεται αξίζει επανανάγνωση. Και αντιστρόφως θα προσθέσω: οτιδήποτε αξίζει να ειπωθεί και να ξαναδιαβαστεί, πρέπει και να καταγράφεται. Έτσι ο ποιητής, που γίνεται ικανός πεζογράφος, εξοφλεί το χρέος προς ό, τι παρήλθε, ασκούμενος συγχρόνως στην τέχνη του να θυμάται.

Εκδόσεις Μελάνι, 2008, σελ. 308.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 91, Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2010 (κυκλοφ. 21.2.2011). Στην τελευταία φωτογραφία ένας εκ των εκλεκτικών συγγενών – συνομιλητών του συγγραφέα (Στέφαν Τσβάιχ).