Αρχείο για Ιουνίου 2011

28
Ιον.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 55. Ζέφη Κόλια

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Οι πιο αγαπημένοι μου συγγραφείς είναι είτε παραμυθάδες είτε κάτι αυθάδεις τύποι που συνήθως αναστάτωναν τα φιλολογικά σαλόνια: Ο Όσκαρ Ουάιλντ, ο Μπωντλέρ, η Κολέτ, ο Μπορις Βιάν, ο Σελίν, ο Μπουκόφσκι, ο Κέρουακ, ο Μάρκ Τουαίην, ο Μαγιακόφσκι. Επίσης αγαπώ και κάποιους που μέσα απ τα γραψίματά τους φώτισαν πολλές σκοτεινές γωνιές του μυαλού μου: Πάκο Ιγκνάσιο Τάιμπο, Λουις Σεπούλδεβα, Οκτάβιο Παζ, Χάουαρντ Ζίντ, Ρομπέρτο Σαβιάννο, Χούλιο Κορτάσαρ, Εδουάρδο Γκαλεάνο. Όλους το ίδιο τους ευχαριστώ. Και όχι μόνο αυτούς. Ευτυχώς, πολλούς ακόμα.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Πολλά και ετερόκλητα, δεν βγάζεις συμπέρασμα: ’Τρυποκάρυδος’’ του Τομ Ρόμπινς,  ‘’Ταξίδι στην άκρη της νύχτας’’ του Σελίν, ‘’Στο δρόμο’’ του Κέρουακ, ‘’Θεογονία’’ του Ησίοδου, ‘’Δικαίωμα στην Τεμπελιά’’ του Λαφάργκ, ’’Η τελευταία έξοδος για το Μπρούκλιν’’ του Σέλμπυ, η ‘’Οδύσσεια’’ του Ομήρου (και όχι ο ‘’Οδυσσέας’’ του Τζόυς, γιατί ποτέ δεν κατάφερα να τον διαβάσω και ούτε θα) και φυσικά ‘’Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων’’ του Λιούις Κάρρολ.

Επίσης πολλά, εκατοντάδες comics με πιο αγαπημένα: ‘’Το μεγάλο ρεμάλι’’ του Reiser, ‘’Είμαι ένας μαλάκας’’ του Altan, ‘’Οι εναλλακτικές περιπέτειες των Freak Brothers’’ του Shelton.

Και άπειρα pulp με τα οποία – αν εξαιρέσουμε την κλασσική σπιτική βιβλιοθήκη με  Σαίξπηρ, Τολστόι, Κρόνιν, Λουντέμη, Καζαντζάκη και τα τοιαύτα – ουσιαστικά μεγάλωσα (ακόμα και J.B.Ballard σε εκδόσεις bell πρωτοδιάβασα).

A, και  Asterix, που τα έχω όλα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

‘’Ο Μπιντές’’ του Μάριου Χάκκα,  τα τζαζ διηγήματα του Σκωτ Φιτζέραλντ, τα  γοτθικά του Ε. Α. Πόε, οι σαλεμένες ιστορίες του Ίρβιν Γουέλς και η συλλογή ‘’Κάτι θα γίνει, θα δεις’’ του Χρήστου Οικονόμου.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Μου αρέσει πολύ η Νικόλ Ρούσσου: έγραψε ένα μυθιστόρημα, το ‘’Πες στη Μορφίνη ακόμα την ψάχνω’’ και μετά σχεδόν εξαφανίστηκε, αλλά εγώ λέω, Νικόλ, ξαναγράψε! Με γοητεύει να διαβάζω ό, τι γράφει η Σώτη Τριανταφύλλου, μερικές φορές ακόμη κι απ’ τα χειρόγραφα. Διασκεδάζω πάντα με τη γραφή της Λένας Διβάνη, του Αύγουστου Κορτώ, του Σάκη Σερέφα και του Λένου Χρηστίδη και μένω άφωνη μπροστά στους αλλόκοτους ήρωες του Δημήτρη Σωτάκη. Μου αρέσουν αρκετοί σύγχρονοι έλληνες συγγραφείς και μερικοί απ αυτούς με γοητεύουν και προσωπικά: είναι φίλοι μου.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Ναι, η Ελπινίκη, η εξόριστη νεράιδα από το ‘’Ποπ Καφέ, το στέκι των παράξενων πλασμάτων’’, ενός βιβλίου που έγραψα για παιδιά, αλλά το διαβάζουν περισσότερο οι γονείς τους. Η Ελπινίκη είναι κουτσομπόλα και μου λέει συχνά τα νέα του Δάσους των Παραμυθιών, ενώ ο Βελόνιους – Λη (το φάντασμα της R’N’B) μερικές φορές περνάει τους τοίχους και μπαστακώνεται δίπλα μου με το κασετόφωνό του σε τέρμα ένταση .

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Συνήθως με γοητεύουν οι flaneur, οι οδοιπόροι, οι αναχωρητές, τα ρεμάλια.  Κυρίως όμως τα ατίθασα και ξεροκέφαλα κορίτσια, όπως η Λολίτα του Ναμπόκωφ, η Νανά του Ζολά, Το Παλιοκόριτσο του Μάριο Βάργκας Λιόσα, η Μελαγχολική Καουμπόισσα με τον υπερτροφικό αντίχειρα του Τομ Ρόμπινς, η Γυναίκα της Πάτρας του Χρονά και η κοκκινομάλλα σουφραζέτα Μόλλυ Γιάρροου από το ‘’Άλμπατρος’’ της Σώτης.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Πρόσφατα στο Σπίτι της Λογοτεχνίας, στην Πάρο. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, εκτός σπιτιού έχω γράψει μόνο σε νησιά και μόνο στις Κυκλάδες: Στην Ίο, την Ικαρία, την Πάρο, την Σχοινούσα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Οι καλύτερες ιδέες μου έρχονται όταν βάζω ηλεκτρική σκούπα. Κάτι περίεργο με τη ροή των ηλεκτρονίων στην ατμόσφαιρα  ίσως, δεν ξέρω. Κατά τ’ άλλα οι περισσότεροι συγγραφείς κυκλοφορούμε με μπλοκάκια στις τσέπες, σαν τους παλιούς μπακάληδες. Μόλις περάσει η ιδέα, χράπ! τη γραπώνουμε στον αέρα.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Το πρώτο μου βιβλίο, το ‘’Όταν όλα κλείνουν, ο έρωτας διανυκτερεύει’’ ήταν χτισμένο –όπως συνηθίζεται – με προσωπικό υλικό: Η πορεία της γενιάς μου, από τη δεκαετία του΄60 ως το 2.000 μέσα απ τα βιώματα μιας ηρωίδας που μου μοιάζει.

Έχω γράψει τρία μυθιστορήματα και αρκετά διηγήματα. Αλλά αυτό που αγαπώ περισσότερο είναι το ‘’Ποπ Καφέ, το στέκι των παράξενων πλασμάτων’’, ένα βιβλίο για μικρά, μεσαία και μεγάλα παιδιά εικονογραφημένο με εκπληκτικά κόμικς από τον Γιώργο Δημητρίου, που το έγραψα όταν ο γιος μου ήταν έφηβος και ρίξαμε πολύ γέλιο παρέα.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

To x- αίματος, είναι ένα βιβλίο για το χάσμα των γενεών που υπάρχει ακόμα κι εκεί που εμείς δεν το βλέπουμε. Είναι ένα σκληρό βιβλίο δρόμου, με μια μαμά που δεν ήθελε ποτέ της να γίνει μαμά και ένα παιδί που δεν ένιωσε ποτέ του παιδί: Μια ιστορία – τατουάζ στο μπράτσο της μητρότητας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Έχω σύζυγο, τον οποίο έχω χρίσει σπόνσορα, χορηγό και χρηματοδότη μου.

Τους καλούς καιρούς γράφω κανένα βιβλίο/ διήγημα/ άρθρο/μετάφραση και έτσι κάνω κι εγώ τα κουμάντα μου. Τους κακούς, τα κάνουν άλλοι (τα οικονομικά, εννοώ).

Ασχολείστε με την παρουσίαση – κριτική βιβλίων. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; Τι σας ευχαριστεί, τις σας δυσκολεύει;

Γράφω μόνο για βιβλία και συγγραφείς που μου αρέσουν. Το άλλο είναι σκέτη ξινίλα και δεν είναι και η δουλειά μου στο κάτω-κάτω, δεν είμαι φιλόλογος. Αν ένα βιβλίο μου αρέσει, έχω μεγάλη αγωνία να το διαδώσω σε όλους’ να τους πω ότι το ξετρύπωσα. Σαν παιχνίδι το βλέπω, όπως παλιά ανταλλάζαμε κόμικς.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Θα μου άρεσε να γράψω για την παρέα των Φωβ, ‘’το κλουβί με τα αγρίμια’’,  των ζωγράφων που προκάλεσαν σκάνδαλο στο Φθινοπωρινό Σαλόνι του 1905 στο Παρίσι: Ματίς, Βλαμενκ, Ντερέν, Μανγκέν, Καμουέν, Μπρακ, τη θρυλική παρέα της Μονμάρτρης και του Μπατώ Λαβουάρ.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης ή ταινία;

Μου άρεσε το Rockenrolla του Γκάι Ρίτσι για την ωμότητα της αλήθειας του. Βλέπω πάντα τις ταινίες του Γούντυ Άλλεν-ακόμα τις φόλες του- , όπως και του Ταραντίνο, του Αλμοδόβαρ και του Σπάικ Λη. Πριν λίγο καιρό είδα στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος την ταινία του Πήτερ Γουώτκινς ‘’Η Κομμούνα’’ διάρκειας 6 ωρών, η οποία με συγκλόνισε – για δικούς μου λόγους όμως.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Ναι, κι έχω πάρει και ένα Ολυμπιακό μετάλλιο: είχε διοργανωθεί ‘’μαραθώνιος ποίησης’’ στην γκαλερί Γιαγιάννος ενώ απ έξω περνούσε ο κανονικός Μαραθώνιος της Ολυμπιάδας του 2004. Πρώτη φορά το ομολογώ δημόσια, και  όσο το θυμάμαι τόσο πιο αστείο μου φαίνεται.

Γενικά με τους ποιητές έχω κάποια θέματα. Κατά κάποιον τρόπο πιστεύω ότι ‘’καλός ποιητής, ο νεκρός ποιητής’’: οι ποιητές που μου αρέσουν έχουν σχεδόν όλοι αυτοκτονήσει.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω μόνο βιβλία που χρησιμοποιώ ως πηγές στο νέο μου μυθιστόρημα. Σ’ αυτό το πλαίσιο διάβασα πρόσφατα την ‘’Οικογένεια Μάρξ’’ του Χουαν Γκοϊτισολο, το graphic novel ‘’Η Κραυγή του Λαού’’ των Ταρντί – Βωτρέν, το ‘’Περιπατητής των δυο όχθεων’’ του Απολινέρ και την ‘’Κομμούνα του 1871’’ της Έλλης Παππά. Και φυσικά επιστρέφω στα βιβλία των Λαφάργκ, Μαρξ, Ένγκελς, Προυντών, Μπακούνιν, κλπ, κλπ…

Τι γράφετε τώρα; 

Πειραματίζομαι με ένα δύσκολο και απαιτητικό είδος, κάτι σαν μυθιστορηματική βιογραφία –αν είναι δόκιμος ο όρος. Γράφω για την διπλή αυτοκτονία του ζεύγους Πωλ Λαφάργκ – Λώρας Μάρξ (της κόρης του Καρλ Μαρξ) που έγινε επειδή ο Λαφάργκ είχε υποσχεθεί στον εαυτό του ότι δεν θα αφήσει να τον καταβάλει το γήρας και θα θέσει τέλος στη ζωή του όταν φθάσει εβδομήντα ετών. Το αν ήθελε να τον ακολουθήσει και η Λώρα – στην οποία εφάρμοσε πρώτα την μοιραία ένεση- έχει παραμείνει ιστορικά άγνωστο: Την ίδια μέρα είχε ψωνίσει  καινούργιο καπέλο! Μέσα όμως από την ταραχώδη ζωή αυτού του ζευγαριού έχω την ευκαιρία να περιγράψω μια ολόκληρη εποχή, από τα μέσα του 19ου αιώνα ως τις αρχές του20ου, με όλα εκείνα τα σπουδαία πρόσωπα και γεγονότα που την πλαισίωσαν.

Φυσικά είναι το μεγαλύτερο συγγραφικό ρίσκο που έχω πάρει ως τώρα, αλλά ήθελα να την πω όπως-δή-πο-τε αυτή την ιστορία.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Θετικές, κυρίως ως προς το κομμάτι της αναζήτησης- του Google-  που το θεωρώ το πλέον καινοτόμο εργαλείο της εποχής μας. Θα πω κάτι που έχω αναρτήσει και στο facebook: Φοβάμαι ότι ο ιστορικός του μέλλοντος θα καταγράψει ως φιλόσοφους του 21ου αιώνα τους ιδρυτές των ηλεκτρονικών μέσων δικτύωσης.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Δεν με ενδιαφέρει η αιώνια νιότη, εμπεριέχει πολύ μοναξιά που δεν είναι του τύπου μου. Θα δεχόμουν μια τέτοια συναλλαγή με αντίτιμο να είναι υγιείς οι άνθρωποι που αγαπώ και να πεθάνουμε όλοι σε βαθύ γήρας στον ύπνο μας ή σ ένα πάρτι: Υπέροχοι και έξαλλοι ροκ εσχατόγεροι! 

26
Ιον.
11

Ιγνάσιο Ραμονέ – Πόλεμοι του 21ου αιώνα. Νέοι φόβοι και νέες απειλές

Ο ισπανικής καταγωγής Ιγνάσιο Ραμονέ (1943) είναι διευθυντής της Le Monde Diplomatique και συγγραφέας εξαιρετικών δοκιμιακών βιβλίων σχετικά με όψεις της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής κατάστασης. Οι τίτλοι δυο άλλων έργων του – H Γεωπολιτική του Χάους και Μάρκος: η εξεγερμένη αξιοπρέπεια (εκδ. Πόλις και Εικοστού Πρώτου αντίστοιχα) – είναι ενδεικτικοί της ζεματιστής του θεματολογίας, όπως άλλωστε και το παρόν βιβλίο, ένα σύντομο, απλά γραμμένο πλήρες διάγραμμα  ενός αόρατου, μέχρι πρόσφατα, χάρτη νέων «πολέμων», φόβων και απειλών.

Το πρώτο βασικό σύγχρονο γεωπολιτικό γνώρισμα που διακρίνει ο συγγραφέας είναι η έκφραση της στρατιωτικής υπεροχής όχι πια μέσω εδαφικών κατακτήσεων (που είναι οικονομικά δαπανηρές και μεντιακά καταστροφικές) αλλά με άλλους, αφανέστερους τρόπους. Πρωταγωνιστές της επέκτασης δεν είναι πλέον τα κράτη αλλά οι επιχειρήσεις, τα συγκροτήματα, οι ιδιωτικοί χρηματιστικοί και βιομηχανικοί όμιλοι (κυρίως απ’ το τρίγωνο ΗΠΑ-ΕΕ-Ιαπωνία). Αλλοτινές θεμελιώδεις γεωπολιτικές έννοιες (κράτος, εξουσία, κυριαρχία, δημοκρατία, σύνορα) δεν έχουν πια την ίδια σημασία. Σε πλανητική κλίμακα πρωταγωνιστούν πλέον οι ενώσεις κρατών, οι παγκόσμιες επιχειρήσεις, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ) παγκόσμιας εμβέλειας. Με το πέρασμα στο τεχνολογικό και ψηφιακό στάδιο η «δεύτερη καπιταλιστική επανάσταση» είναι γεγονός. Η αγορά, που έχει την τάση να διαχειρίζεται όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες, έχει αλώσει και τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, άσχετα αν οι υπερβολές της επικοινωνίας φυλακίζουν το πνεύμα. Η κατακτητική επιχείρηση της παγκοσμιοποίησης έχει οδηγήσει στη στενότερη δυνατή αλληλεξάρτηση των οικονομιών όλων των χωρών. Όπως αναγραφόταν σε αφίσα που γέμισε τους διαδρόμους δεκάδων ευρωπαϊκών αεροδρομίων: Καπιταλιστές όλων των χωρών ενωθείτε!

Η χρηματιστική παγκοσμιοποίηση δημιούργησε ένα δικό της υπερεθνικό κράτος, με δικούς του μηχανισμούς, δίκτυα επιρροής και μέσα δράσης. ΔΝΤ, Διεθνής Τράπεζα, ΟΟΣΑ [Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης], ΠΟΕ [Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου]. Πρόκειται για παγκόσμιο κράτος με υπερεθνικές εξουσίες πέρα από κάθε έλεγχο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, ενώ οι υφιστάμενες κοινωνίες απομένουν χωρίς εξουσία. Είναι πλέον φανερό: η φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση δεν κατευθύνεται από τα κράτη. Τα προνόμιά τους, μπροστά στις εταιρείες κολοσσούς, χάνονται το ένα μετά το άλλο. Οι εταιρείες γίνονται γίγαντες και τα κράτη νάνοι.

Η συρρίκνωση του ρόλου των ενεργών δημοσίων παραγόντων, ξεκινώντας από τα κοινοβούλια, είναι πλέον δεδομένη. Οι παραδοσιακές αντι-εξουσίες (κόμματα, συνδικάτα, ΜΜΕ) μοιάζουν ελάχιστα αποτελεσματικές: είναι λιγότερο αξιόπιστες, υπερβολικά γενικευτικές, πολύ τοπικές και συχνότατα συνένοχες. Οι αληθινοί κύριοι του κόσμου δεν είναι εκείνοι που κρατούν την επίφαση της πολιτικής εξουσίας αλλά αυτοί που ελέγχουν τις χρηματιστικές αγορές, τους μεντιακούς ομίλους, τις λεωφόρους της επικοινωνίας, τις πληροφορικές βιομηχανίες, τις γενετικές τεχνολογίες και πάνω από όλους το παγκόσμιο διευθυντήριο των 4 οργανισμών, «η πραγματική κυβέρνηση του κόσμου».

Στο πολιτικο-ιδεολογικό πεδίο, η άνοδος των νεοφασισμών συνυπάρχει με την φθορά της αριστεράς. Τυπικό παράδειγμα της πνευματικής παραίτησης της σοσιαλδημοκρατίας: ο Χαβιέ Σολάνα και άλλα επιφανή της στελέχη αδιαφόρησαν για το γεγονός ότι οι βομβαρδισμοί της Σερβίας θα προκαλούσαν το θάνατο πολλών αθώων και την καταστροφή μιας ολόκληρης χώρας. Αποφάσισαν χωρίς την παραμικρή διεθνή νομιμοποίηση και χωρίς καν να είναι ικανοί να εμποδίσουν την επέκταση των βαλκανικών συγκρούσεων. Τουλάχιστο η Μάντλεν Ολμπράιτ, πρώην υπουργός εξωτερικών του Κλίντον το είχε δηλώσει απροκάλυπτα: Το δίκτυο CNN είναι το δέκατο έκτο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Ο Ραμονέ δίνει μεγάλη έμφαση στην 11η Σεπτεμβρίου, που πρόσφερε στις ΗΠΑ έναν αντίπαλο που είχε στερηθεί από το 1991 με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Η τρομοκρατία ταυτίζεται με τον ριζοσπαστικό ισλαμισμό, σε μια μοντέρνα εκδοχή του μακαρθισμού. Ο όρος τρομοκρατία είναι βέβαια βολικότατα ασαφής και χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει αδιακρίτως όσους καταφεύγουν, δίκαια ή άδικα, στη βία για να αλλάξουν μια πολιτική τάξη. Η 11/9 δεν έπληξε μόνο σε ζωές και υλικές ζημιές αλλά και τα σύμβολα της αυτοκρατορικής ηγεμονίας αλλά και στο πεδίο των μίντια. Με ένα είδος τηλεοπτικού πραξικοπήματος ο Μπιν Λάντεν κατέλαβε τις οθόνες και επέβαλε τις εικόνες του, θέτοντας στην υπηρεσία του όλες τις τηλεοράσεις των ΗΠΑ για να αποδείξει μέσα στα αμερικανικά σπίτια την ευάλωτη πλευρά της υπερδύναμης. Συνεπώς όλα είναι έτοιμα για την εμφάνιση ενός «Μεντιακού Μεσσιανισμού», ενός είδους ηλεκτρονικού προφήτη που θα έχει πρόσβαση σε όλες τις οθόνες του κόσμου για να μεταδώσει το μήνυμά του. Ο Ραμονέ έχει ιδιαίτερα επεκταθεί στο θέμα στο βιβλίο του Η Τυραννία της Επικοινωνίας (La Tyrannie de la communication, στα ελλ. Η τυραννία των ΜΜΕ, εκδ. Πόλις).

Ειδικό κεφάλαιο αφιερώνεται στη Μέση Ανατολή και τον νέο της εκατονταετή πόλεμο. Από την αποκάλυψη του θεμελιακού ψεύδους του αποικιακού συνθήματος «μια γη χωρίς λαό για ένα λαό χωρίς γη» ως την παροιμιώδη αναποφασιστικότητα των ΗΠΑ απέναντι στην αδιαλλαξία των ισραηλινών αρχών ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο: στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα υπάρχει ολοφάνερη αρνησιδικία της διεθνούς κοινότητας απέναντι στα στοιχειώδη δικαιώματα των Παλαιστινίων. Σε κάθε άλλη περιοχή του κόσμου, μια ανάλογη κατάσταση θα είχε προκαλέσει την αγανάκτηση των διανοουμένων, που σε άλλες περιπτώσεις εθνοτικών – θρησκευτικών συγκρούσεων, όπως στη Βοσνία, το Κόσοβο ή την Τσετσενία είναι λαλίστατοι. Η πολιτική λύση της συνύπαρξης δυο κρατών είναι μονόδρομος.

Οικολογικές καταστροφές τεράστιου μεγέθους, μαζικές εκδασώσεις, ξέφρενη παραγωγιστική πολιτική με υπερκατανάλωση φυτοφαρμάκων και ρυπογόνων ουσιών, σιωπηλές συμφορές (ενδεικτικά: στη Γαλλία θάνατος 10.000 εργατών το χρόνο από αμίαντο) είναι ορισμένες μόνο από τις όψεις ενός Οικοσυστήματος σε Κίνδυνο, που ο Ραμονέ παρουσιάζει με στοιχεία και αριθμούς. Σε άλλο κεφάλαιο (Γεωπολιτική της Πείνας) παρατηρεί πως, ενώ ποτέ άλλοτε τα διαθέσιμα διατροφικά προϊόντα δεν ήταν τόσο άφθονα, η πείνα εξακολουθεί να θερίζει πληθυσμούς ολόκληρους, γιατί απλούστατα αποτελεί πολιτικό όπλο. Στο εξής, κανένας λιμός δεν είναι τυχαίος. Μια αληθινή στρατηγική πείνας μπορεί να καθοδηγείται από ηγέτες ή οργανώσεις που η λήξη του ψυχρού πολέμου άφησε χωρίς έσοδα. Δεν είναι πλέον οι εχθρικοί ή προς κατάκτηση λαοί εκείνοι που λιμοκτονούν αλλά οι ίδιοι πληθυσμοί εκείνων που θέλουν να τους εκμεταλλευτούν προς όφελος τους. Ο Αμάρτια Σεν είχε ήδη γράψει: ένα από τα πιο αξιοσημείωτα γεγονότα της τρομερής ιστορίας της πείνας, είναι ότι ποτέ δεν σημειώθηκε σοβαρός λιμός σε καμία χώρα με δημοκρατική μορφή διακυβέρνησης και με σχετικά ελεύθερο τύπο. Διόλου άσχετο και το κεφάλαιο για την Γεωγραφία του AIDS (: Η Πανούκλα των Φτωχών).

Οι ιστορικοί των νοοτροπιών θα διακρίνουν διαφορετικούς φόβους μέσα στη νέα χιλιετία: λιγότερο πολιτικο – στρατιωτικής τάξης (συγκρούσεις, διωγμοί, πόλεμοι) και περισσότερο οικονομικού – κοινωνικού χαρακτήρα (χρηματιστηριακές καταρρεύσεις, υπερπληθωρισμός, χρεωκοπίες επιχειρήσεων, μαζικές απολύσεις, αβεβαιότητα, νέα φτώχια) καθώς και βιομηχανικής και οικολογικής φύσεως (διαταραχές περιβάλλοντος, μολύνσεις κάθε είδους), αλλά και προσωπικού επιπέδου (ποιότητα διατροφής, γενετική μηχανική κλπ.).

Κι όμως, στον επίλογό του ο Ραμονέ δεν είναι απαισιόδοξος. Μια διεθνής κοινωνία πολιτών, που συγκεντρώνει δεκάδες ΜΚΟ, συλλογικά όργανα και δίκτυα από πολλές χώρες, αποδεικνύεται ιδιαίτερα ενεργητική. Όσοι αντιστέκονται έχουν πειστεί ότι ο σκοπός της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης είναι η καταστροφή του συλλογικού και η οικειοποίηση της δημόσιας και κοινωνικής σφαίρας από την αγορά και τον ιδιωτικό τομέα. Αν η φιλελεύθερη ιδεολογία κατασκευάζει μια εγωιστική κοινωνία, τότε είναι απολύτως απαραίτητο να επαναφέρουμε το συλλογικό στοιχείο σε κάθε μορφή της ζωής μας. Οι διαδηλωτές οικοδομούν μια νέα αντι-εξουσία προς ένα χώρο παγκόσμιας εκπροσώπησης όπου η διεθνής κοινωνία των πολιτών θα κατέχει κεντρική θέση. Όπως συμβαίνει με τους «Ονειρευτές του απόλυτου»: Στο Πόρτο Αλέγκρε, μια εμβληματική πόλη της νότιας Βραζιλίας αποτέλεσε ένα είδος κοινωνικού εργαστηρίου με συμμετοχικό προϋπολογισμό των κατοίκων των συνοικιών, που μπορούν να παρακολουθούν αναλυτικά την εξέλιξη των εργασιών και τη διαδρομή των χρηματικών κονδυλίων. Ένα επιτυχημένο πολιτικό πείραμα σε ατμόσφαιρα πλήρους δημοκρατικής ελευθερίας.

Εκδ. του Εικοστού Πρώτου, 2003, μτφ. Στάθης Γκίνης, 235 σελ. με δισέλιδη βιβλιογραφία (Ignacio Ramonet, Guerres de XXIe siècle, 2002).

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. Στις φωτογραφίες: Νομάδας στην Αμερική, Ανήλικες Πόρνες στο Μπαγκλαντές, Εκλεισμένοι στη Γάζα, Παλιά και Νέα Σαγκάη.

24
Ιον.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 38

Bruce Chatwin, In Patagonia (1977)

Ένα παρατημένο βαγόνι, τα αναρίθμητα ανώνυμα δάχτυλα, τα πολύχρωμα κομμάτια υφάσματος – όλα αγνώστου προέλευσης αλλά διαχρονικής παρουσίας στη Γη του Έσχατου Νότου.

[Διαβάζεται και ως συμπλήρωμα στην 3η πρόσοψη]

22
Ιον.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 54. Κώστας Ακρίβος

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Όλοι εκείνοι (-ες) που όταν διαβάζω ή ξαναδιαβάζω τα βιβλία τους μου δημιουργούν ένα αίσθημα αγαπησιάρικου φθόνου. Που ζηλεύω την επινοητικότητα και τη δεξιοσύνη τους, κάνοντάς με να μονολογώ : “έτσι θα ‘θελα να γράφω και εγώ”.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Θα αναφέρω μόνο όσα τα έχω τακτοποιήσει σε μια στοίβα, ώστε να προλάβω να τα πάρω υπό μάλης σε περίπτωση που στο σπίτι μου εκδηλωθεί πυρκαγιά. Έχουμε λοιπόν και λέμε: Εκατό χρόνια μοναξιά, Οι ξεριζωμένοι, …από το στόμα της παλιάς Remington, Καθώς ψυχορραγώ, Αδριανού απομνημονεύματα, Μόμπι Ντικ, Ο Ιωσήφ και οι αδελφοί αυτού, Η εποχή της δωρεάς, Βασίλης ο Αρβανίτης, Ιστορία αγάπης και σκότους, Ουώλντεν, Οι στοχασμοί του Πόρτσια, Το εμβατήριο του Ραντέντσκυ, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας και βέβαια τα ποιήματα του Καβάφη, του Σεφέρη και του Ελύτη.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Του Παπαδιαμάντη, του Βιζυηνού, του Βουτυρά, του Σκαρίμπα, του Ιωάννου… Αλλά και πολλών σημερινών πεζογράφων, που γράφουν αληθινά διαμαντάκια.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ανακαλύπτω ωραίες γραφές από νέους που μου στέλνουν τα χειρόγραφά τους για να τους πω τη γνώμη μου, προκειμένου να προχωρήσουν στην έκδοση. Απ’  αυτό φαίνεται πως, παρά την όποια πολύμορφη κρίση, η λογοτεχνία παραμένει ένα καταφύγιο, μια διέξοδος από τον σημερινό ζόφο. Επίσης, πρέπει να πω ότι μου αρέσανε οι τελευταίες ποιητικές συλλογές του Δημήτρη Αθηνάκη και του Γιάννη Δούκα.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Είμαι στο λογοτεχνικό κουρμπέτι επίσημα από το 1993, οπότε εκδόθηκε το πρώτο μου βιβλίο. Άρα δεν μπορεί παρά να η ζωή μου να είναι λίγο ή πολύ δεμένη με τη “ζωή” των προσώπων που έχω πλάσει. Ένα παράδειγμα· παράλληλα με το κανονικό ημερολόγιο, στα χαρτιά μου διατηρώ ένα δεύτερο. Ξέρω επομένως πότε έχει την ονομαστική εορτή ο τάδε και ο τάδε ήρωάς μου, πότε είναι τα γενέθλιά του, σε ποια ηλικία βρίσκεται κ.ο.κ. Πρόκειται επομένως για πρόσωπα – χαρακτήρες που γεννήθηκαν χάρη σε μένα. Αλλά που εγώ από τη μεριά μου ζω χάρη (και) σ’ αυτούς.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Όλο σχεδόν το πλήρωμα του Πίκουοντ, με πρώτο και καλύτερο τον καπετάνιο Αχαάβ

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Πολύ πολύ συχνά. Και για του λόγου το αληθές, επιτηρητής στις Πανελλαδικές εξετάσεις έχω βγάλει κρυφά ένα μικρό σημείωμα και έχω σκαρώσει ένα διήγημα στη διάρκεια της τρίωρης “επιτήρησης”.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Είμαι της γνώμης πως μάλλον αυτές μας παγιδεύουν. Θηράματα και φερέφωνά τους είμαστε κι ας νομίζουμε πως έχουμε το πάνω χέρι. Πάντως, προτού ξεκινήσω τη γραφή είτε κάποιου διηγήματος είτε μυθιστορήματος, συνηθίζω να κρατώ σημειώσεις σε κάποιο από τα πολλά Moleskine που έχω σε σακίδια, σε τσέπες από μπουφάν και σακάκια, ως και στο κομοδίνο δίπλα μου για νυχτερινά σκαριφήματα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Είμαι λίγο παλαιομοδίτης σ΄ αυτό· γράφω πάντα με το χέρι, πάντα σε τετράδιο, με μαλακό μολύβι και σε πολυτονικό σύστημα. Μετά θα κάνω τη μεταφορά και τις διορθώσεις στον imac. Μουσική σπάνια ακούω την ώρα που γράφω. Κάποιες εξαιρέσεις κάνω όταν θέλω να γαργαλήσω τη νοσταλγία μου, να την κάνω δυνατή σαν “αλκοόλ”. Διαχρονικές αγάπες μου είναι ο Χατζιδάκις, ο Μπιθικώτσης, ο Ελευθερίου. Ωστόσο δεν με αφήνουν ασυγκίνητο οι Pink Floyd, οι Led Zeppelin και τώρα τελευταία το βιολί του Niegel Kennedy.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων; 

Μέχρι στιγμής έχω γράψει για τον οδυνηρό τρόπο που ενηλικιώνεται κανείς (ΤΕΛΕΤΕΣ ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗΣ), για το άβατο του Αγίου Όρους (ΠΑΝΔΑΙΜΟΝΙΟ), τον πόλεμο του 1922 (ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΘΑΥΜΑΤΑ), για τον Στρατή Δούκα (ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΟΔΟΙΠΟΡΟΥ), τους παράξενους έρωτες κάποιων «μεγάλων» της Ιστορίας και της λογοτεχνίας (ΣΦΑΙΡΑ ΣΤΟ ΒΥΖΙ), για τον Εμφύλιο και ό,τι ακολούθησε τη δεκαετία του ΄50 και του ΄60 (ΚΙΤΡΙΝΟ ΡΩΣΙΚΟ ΚΕΡΙ), για επιστολές που δεν διαβάστηκαν ποτέ (ΦΩΝΕΣ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ), για την κλωνοποίηση (ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΕΚΤΗΣ ΜΕΡΑΣ), την αντρική φιλία (ΣΤΟ ΚΑΤΩ ΚΑΤΩ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΨΕΜΑ), την ατυχία να έχεις γεννηθεί διαφορετικός ή ξένος (ΑΛΛΟΔΑΠΗ), καθώς και για τον μεγάλο φόβο του θανάτου (Η ΔΟΤΙΚΗ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ). Πολύτεκνος επομένως. Άρα μη μου ζητάτε να ξεχωρίσω κάποιο από τα τόσα παιδιά μου.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Γεια σας. Λέγομαι Αλφόνς Χοχάουζερ και είμαι Αυστριακός στην καταγωγή, στη συνείδηση όμως Έλληνας. Πέρασα όλη μου τη ζωή στο Πήλιο όπου, ακόμη και σήμερα, λέγονται πράγματα τρομερά για μένα· άλλα αληθινά, άλλα όχι και τόσο. Έζησα με το κεφάλι ψηλά και με τον ίδιο τρόπο θέλησα και να πεθάνω. Αν προχωρήσετε πιο μέσα στο καλύβι μου, θα συναντήσετε έναν τύπο με μουσάκι και γυαλιά, ο οποίος προσπαθεί να κάνει τον βίο μου μυθιστόρημα. Κατά ένα περίεργο τρόπο, παίρνει μέρος κι αυτός σ’ αυτό το παιχνίδι. Νομίζει πως είναι γιος μου…

Πώς βιοπορίζεστε;

Παλεύοντας να μάθουν γράμματα τα παιδιά στο σημερινό απαξιωμένο δημόσιο σχολείο.

Ποιες οι εμπειρίες σας ως Υπευθύνου Σχολικής Βιβλιοθήκης; Με ποιο τρόπο μπορεί ένας μαθητής σήμερα να βρει το χρόνο για να ασχοληθεί και να αγαπήσει τη λογοτεχνία;

Για να βρει το χρόνο πρέπει, πρώτ’ απ’ όλα, να βρει τον τρόπο. Και το σημερινό σχολείο, με τον αποσπασματικό τρόπο που διδάσκεται το μάθημα της Λογοτεχνίας, κάθε άλλο παρά βοηθάει τα παιδιά προς αυτή την κατεύθυνση. Εδώ και καιρό, σε συνέδρια και δημοσιεύματα στον Τύπο, καταθέτω την άποψή μου πως μόνο με τη διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού βιβλίου μπορεί ο σημερινός έφηβος να βοηθηθεί να γνωρίσει και εν συνεχεία να αγαπήσει τη λογοτεχνία. Υπάρχουν βέβαια και άλλα πολλά εμπόδια: το γεγονός ότι δεν έχει μπει καινούργιο βιβλίο στις σχολικές βιβλιοθήκες εδώ και δεκατρία χρόνια, το άθλιο εκπαιδευτικό σύστημα, ο πειρασμός της εικόνας και πολλά άλλα. Βούληση χρειάζεται από την Πολιτεία και σωστός προσανατολισμός και θα δείτε πως πολύ γρήγορα ο δονκιχωτισμός μας μπορεί να γίνει ουσιαστική πράξη.

Η επιστημονική σας ενασχόληση με την διδασκαλία σάς κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; 

Γενικά, είμαι πρωινός τύπος. Από τα χαράματα ως το μεσημέρι καταλαβαίνω τις μηχανές μου να δουλεύουν στο φουλ. Αυτές τις ώρες δηλαδή που πρέπει να βρίσκομαι στον τόπο του βιοπορισμού. Το εξαργυρώνω όμως λειτουργώντας ως βαμπίρ· ρουφώ νιάτα, ζωντάνια, ενθουσιασμό και φρεσκάδα από τους μικρές ηλικίες των μαθητών.

Μας έχετε ξεναγήσει με πολλούς τρόπους στον τόπο όπου γεννηθήκατε και ζείτε, τον Βόλο. Ανεξάντλητος τόπος έμπνευσης, μήτρα της ζωής σας ή απλώς προσωπική πατρίδα;

Αλλά πολλές φορές αντικείμενο αντιπαλότητας ή και απέχθειας, θα πρόσθετα. Γιατί έτσι πρέπει να λειτουργείς απέναντι στον τόπο σου, συνεχώς κριτικά και ποτέ εφησυχασμένος. Μονάχα μ’ αυτόν τον τρόπο σού ξεκλειδώνεται και μπορείς να ανακαλύψεις το μεδούλι του. Και ο Βόλος διαθέτει μπόλικο.

Η επιμέλεια της σειράς Μια Πόλη στη Λογοτεχνία τι είδους πνευματική τέρψη σας προσφέρει; Ποιες πόλεις πρόκειται να ακολουθήσουν; Κάτι που επιθυμείτε να καταθέσετε, κάποιος ευσεβής πόθος για μια νέα σειρά;

Έχουμε δώσει μέχρι στιγμής το λογοτεχνικό προφίλ δεκαοχτώ πόλεων. Συνεργάστηκα με συγγραφείς – ανθολόγους, τους καλύτερους στο είδος τους. Έκανα μαζί τους θαυμάσια ταξίδια. Όνειρό μας είναι όλη η σειρά να ολοκληρωθεί με τη μητρόπολη, την Αθήνα. Όσο δε για πόθους σχετικά με νέες σειρές, αυτοί είναι πολλοί. Αλλά ας μην τους πούμε για να μην εξατμιστούν.

Επιμεληθήκατε την Ανθολογία «Να μαθαίνω γράμματα…». Πως εργαστήκατε, τι προβλήματα αντιμετωπίσατε, ποιες χαρές σας αντάμειψαν;

Πρώτα απ’ όλα χάρηκα που μου δόθηκε η ευκαιρία να ξαναδιαβάσω πολλά βιβλία, ιδωμένα αυτή τη φορά μέσα από το πρίσμα του σχολείου. Η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν τι απ’ όλο αυτό το υλικό να αφήσεις απέξω, γιατί, κακά τα ψέματα, δεν θέλαμε να έχουμε έναν ογκώδη δύσχρηστο τόμο. Σκοπός μας ήταν να προσφέρουμε τα άριστα των κειμένων, με μια ωστόσο παιχνιώδη διάθεση. Για τον λόγο αυτό η θεματική κατάταξη του βιβλίου είναι με το μορφή ενός ημερήσιου σχολικού προγράμματος, ενός επτάωρου : δάσκαλοι, μαθήματα, έρωτες και φιλίες, τιμωρίες κ.ά.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Το έχω επιχειρήσει με τον Στρατή Δούκα και μπορώ να πω ότι ήταν μια συγγραφική απόπειρα που με έφερε κοντά σ’ έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς, αν και παραμελημένος, του τόπου μας. Αν το επαναλάμβανα, θα το έκανα για κάποιον που η ζωή και το έργο του με ιντριγκάρει περίεργα: Τόμας Μαν, Μέλβιλ, Μαρκ Τουαίν, Φώκνερ, Μάρκες…

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης ή ταινία;

Είναι από τις αγαπημένες μου τέχνες. Μπορώ να δω πολλές πολλές φορές κάποια ταινία, είτε σύγχρονη είτε παλαιότερη, αρκεί να μου προκαλεί ρίγος. Τώρα τελευταία εντυπωσιάστηκα από το ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΤΟΡΙΝΟ και από την ταινία Ο  ΜΥΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Είναι σαν να ζητάτε από τον Κακοφωνίξ να τραγουδήσει στο γάμο σας…

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Για να καταλάβετε τι εκτίμηση και αγάπη τρέφω στα περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά, γιατί πιστεύω πως αυτά είναι το ζυμωτήριο της λογοτεχνίας, θα σας πω ότι προτού ξεκινήσω να γράφω βιβλία, εκδίδαμε με τον ποιητή Χρίστο Παπαγεωργίου εδώ στον Βόλο, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, το περιοδικό ΣΧΗΜΑ ΛΟΓΟΥ.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Πίνω νερό από τρεις πηγές· το Δέρμα του Κούρτσιο Μαλαπάρτε, την Κρυφή Γραφή του Σεμπάστιαν Μπάρρυ και την Ενοχή της Αθωότητας της Ιωάννας Μπουραζοπούλου.

Τι γράφετε τώρα; 

 Αν και ο Χεμινγουαίη συμβουλεύει να μη μιλάμε για βιβλία που δεν έχουν ακόμη γραφτεί, θα έλεγα ότι με συγκινούν οι ταπεινοί άνθρωποι που έχουν απομείνει σ’ αυτή τη χώρα τα χρόνια της βαθύτατης και ατέρμονης κρίσης. Υπάρχει ελπίδα; Έχουμε μέλλον; Πάνω σε ποιους πρέπει να στηριχτούμε; Πώς μπορεί να συνδράμει ο πολιτισμός της καθημερινότητας; …

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

 Νιώθω πλήρης.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Μήπως δεν κάνουμε άλλο από το να στιλβώνουμε και να κάνουμε άτρωτη τη μοναξιά μας, όσο κι αν πιστεύουμε το ακριβώς αντίθετο;

 

21
Ιον.
11

Patrick Wolf – Lupercalia (Hideout, 2010)

Έχω φτάσει στο δέκατο τραγούδι του δίσκου, το Together, και το μόνο που μου λείπει είναι μια χρυσοσκονισμένη πίστα, μερικά φωτορυθμικά – ένα για κάθε μου όνειρο, κι οπωσδήποτε μερικοί γοητευτικοί πανάγνωστοι – ες συγχορευτές. Κλείνω τα μάτια και περνάει μπροστά μου όλη η χορευτική ολυμπιάδα που μουσκεύτηκε στις βρετανικές φάρμες και τα 90άρια κλαμπς. Το τελευταίο τρένο για τον Τρανσέντραλ προχωράει αργά, με μερικούς γηραιοαλβιόνιους ενόχους στα βαγόνια. Αν ο Πατρίκιος Γούλφος πέρασε τόσους μαρτυρικούς δίσκους για να φτάσει ως εδώ, χαλάλι, το χαλί είναι κατάλευκο.

Εντάξει, όχι κι εντελώς βασανισμένους. Σίγουρα οι πρώτοι σκοτεινόκοποι, αυτοβασανιζόμενοι δίσκοι του [Lycanthropy (2003), Wind in the Wires (2005)] αποτέλεσαν πρόθυμη αυτοθυσία στο αδηφάγο του κοινό, αλλά και η gay parade (χαρούμενη παρέλαση) του Magic Position (2007) τον έφερνε σε μια οργιαστική, φανφαρονική πομπή, εντυπωσιακότατη στην αρχή, ξεφτίζουσα στην πορεία, αλλά σίγουρα αλλακτική των διαθέσεών του. Και φτάσαμε στο προπέρσινο βαρύ και καταθλιπτικό The Bachelor, υποτιθέμενο πρώτο μέρος της διπλόδισκης σειράς Battles, εν αναμονή του συμπληρώματος The Conquerer. Αλλά κάτι άλλαξε στην ψυχοχώρα του θεατρίνου πανηδονιστή μας. Αν σ’ εκείνο αποδεχόταν το αιώνιό του βολόδερμα στην χώρα της εργενίας, εδώ αλλάζει πλεύση, πλάνα και πλάνη και υμνωδεί τον έρωτα και το φως (γιατί όντως ερωτεύτηκε). Πώς και δε το παρατηρήσαμε στο εξώφυλλο; Λύκος και Λευκός γίνεται;

Γίνεται! Κι αν η έξαψη του εναρκτήριου «δεύτερου» «μουσικοχορευτικού» υμνίδιου μας αμηχανεύει προς στιγμή, έρχεται το – παναστράπτουσας Europop – House, να μας σημάνει πως το νέο σπιτικό του πάντα Νεαρού Λύκου ορθάνοιξε. Με το Time Of My Life να αποτελεί τον τρίτο αστερισμό του δίσκου, ακριβώς στο έγχορδο αριστείο που μας έχει γαλουχήσει ο Wolf (εντάξει, και ο Bird, εντάξει και περισσότερο ο Hannon, εντάξει προηγήθηκε ο Almond, εντάξει κι όλοι αυτοί γνωρίζουμε τι σπουδαίους γονείς είχαν).

Τραγούδια τύπου Bermondsey Street σαφώς μεταφέρουν τον Πατρίκιο στην κατηγορία της El records, ή και τον σπρώχνουν στις jazzy pop βολές των Style Council, των Beautiful South κλπ. και τέλος πάντων όλων των εμπορικών της chamber pop. Σ’ αυτή την low-key κοινότητα ξεχωρίζει το The Future. Ακόμα κι οι αργόστολες μπαλάντες όπως το Armistice (παραδόξως βασισμένο στο gaelic παραδοσιακό τραγούδι The Blackbird (Chomreedhoo) έχουν βάθος, βάρος, βύθος. Και πολλά μουσικόργανα, παλιά τέχνη κόσκινο αυτής της Γκλαμούρικης Μούρης που όπως πάντα θέλει να τα χρησιμοποιήσει όλα, να τα παίξει όλα, να στιχουργήσει όλες τις οριακές καταστάσεις (μια πλεονεξία που τον καίει συχνά, παρά τρίχα κι εδώ).

Πρέπει κανείς πολύ ύπουλα να ψάξει για να διακρίνει εδώ το αναμφισβήτητο κλασικό background, τη γνώση της βρετανικής φολκ, την μεσαιωνική τραγουδοποιΐα. To μουσικοπαίχνιδο βαλσάκιο του The Days αποπλανεί, το επίλογο Falcons ονειροπλανεί, κι εγώ ξέρω καλά πως θα του αρκούσε να έχει δίπλα του τους Burt Bacharach και Scott Walker, τον ένα για τα πρωινά, τον άλλο για τα σκοτάδια του.

Ο Μπαρόκος συνθετοτραγουδιστής μετατρέπει τις Λουπερκάλειες Τελετές Έρωτα και Γονιμότητας από περιώνυμη ρωμαϊκή γιορτή (ο Momus κάτι γνώριζε σχετικά, αλλά το έκαψε νωρίς) σε δική του κρυπτο-νεορομαντική, ρομαντική και ρομαντιστική ποπ τελετή. Οι στίχοι είναι μια άλλη, μεγάλη ιστορία, κι όσο κι αν καταλαβαίνω πως είναι μάταιο να το τονίζω, όσο κουραστικό και να τους συγκεντρώσω, άλλο τόσο αξίζουν τον κόπο. Ο άνθρωπος είναι ποιητής!

Κι είναι μόνο 28.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

20
Ιον.
11

Πέδρο Μαϊράλ – Η χρονιά της ερήμου

Η αφηγήτρια Μαρία Βαλντέζ Νέιλαν βρίσκεται στην επιχείρηση που εργάζεται και κάνει πως πληκτρολογεί στον υπολογιστή, ενώ στην ουσία τίποτα δε λειτουργεί κανονικά: η δουλειά έχει λιγοστέψει κι όλα είναι ένα θέατρο. Αργότερα θα τον αντικαταστήσει με μια πράσινη IBM γραφομηχανή που μοιάζει με τανκ. Διάχυτη ανησυχία υπάρχει παντού: κάποια μεγάλη αναταραχή, που την ονομάζουν Κοσμοχαλασιά, πρόκειται να γίνει το απόγευμα στην Πλάσα ντε Μάγιο, κάποια Κοσμοχαλασιά έχει αρχίσει αλλά η Κυβέρνηση αρνείται να δει. Οι άνθρωποι στους δρόμους κουβαλούν στερεοφωνικά και αποχυμωτές. Σπίτια καταρρέουν, αλάνες εμφανίζονται, κανείς δε μιλάει για ερημωμένη γη αλλά για «περιοχή επανασχεδιασμού». Στα πεζοδρόμια το περπάτημα δυσκολεύει: έχουν γεμίσει απελπισμένους κατασκηνωτές, άστεγους κάτω από τέντες και λαμαρίνες. Το λεωφορείο περνά ξυστά απ’ τα αυτοσχέδια σπιτάκια στην άκρη του δρόμου. Η αστυνομία έχει εντολές να εγκαταστήσει οικογένειες σε σπίτια που έχουν παραπάνω από ένα δωμάτιο ανά άτομο ακόμα κι αν χρειαστεί να παραβιαστούν πόρτες.

Ο πατέρας της στο σπίτι έχει ξεθάψει μια παλιά ασπρόμαυρη τηλεόραση, αλλά επιμένει να κρατάει το τηλεκοντρόλ της καινούργιας. Πίεζε τα κουμπιά λες και του είχε μείνει ένα τικ που δεν μπορούσε με τίποτα να αποβάλει. Ούτως ή άλλως η τηλεόραση παίζει μαγνητοσκοπημένα προγράμματα από το αρχείο της: ταινίες και σαπουνόπερες. Αποσυνδέουν το ηλεκτρικό θυροτηλέφωνο γιατί χτυπά διαρκώς από απελπισμένους ανθρώπους που ψάχνουν χώρο να νοικιάσουν. Αλλά δεν χρειαζόταν: το ηλεκτρικό ρεύμα κόβεται διαρκώς, οι συσκευές νεκρώνουν. Ο φίλος της Αλεσάντρο βρίσκεται, όπως μαθαίνει έκπληκτη, στρατολογημένος στο Κάμπο ντε Μάγιο – παγιδεύτηκε στο Σύνταγμα του Πατρίσιος όταν πήγε να πάρει πίσω την κατασχεμένη του φωτογραφική μηχανή. Ένας παράνομος ραδιοφωνικός σταθμός ενημερώνει για την επερχόμενη Κοσμοχαλασιά και για το κίνημα της Επαρχίας. Ορδές συμμοριών από την Επαρχία έχουν σπάσει τον κλοιό και εισβάλλουν στην πρωτεύουσα. Ακούγονται ειδήσεις για καταλήψεις σε εμπορικά κέντρα και ηλεκτρικούς σταθμούς. Στα ράφια των σούπερ μάρκετ εμφανίζονται άγνωστες μάρκες.

Δυο άντρες με το όνομα Σέρχιο τελικά νοικιάζουν το καθιστικό της οικογένειας. Οι πολυκατοικίες θωρακίζονται, αποφεύγεται ακόμα και το άνοιγμα των περσίδων των παραθύρων. Φράζονται τα ανοίγματα των ισογείων και ενισχύονται οι σκοπιές. Κάποιοι γείτονες βάζουν μαξιλαράκια στα σκαλοπάτια, λες και πρόκειται για καθιστικό χτισμένο σε πλαγιά. Η μόνη διασκέδαση που απομένει είναι το ραδιόφωνο. Κάποιος ακούγοντας έναν αθλητικό αγώνα μονολογεί: Να’ ναι αλήθεια, άραγε; Για φαντάσου να ’ναι όλα ψέματα, να μη γίνεται κανένας αγώνας κι αυτοί οι τύποι να τα βγάζουν όλα απ’ το μυαλό τους. Φαντάσου να ’ναι ψεύτικες οι ειδήσεις, να μπορούμε και να βγούμε, να μην τρέχει τίποτα εκεί έξω κι όλα να ’ναι όπως πρώτα, όπως πάντα.Κι όλα να γίνονται για μα μη βγαίνει έξω ο κόσμος, να μένει κλειδαμπαρωμένος. Άλλωστε όλοι είχαν συνηθίσει να θεωρούν αληθινά μόνο όσα έβλεπαν στην οθόνη. Όλα τ’ άλλα έμοιαζαν να μην υπάρχουν. Τώρα κανείς δε γνωρίζει τι συμβαίνει έξω. Και μόνο το γεγονός πως βρίσκεσαι στην Πρωτεύουσα, σε κτίριο σε κάνει μισητό στην αντίθετη μεριά – μ’ ένα μίσος αυθαίρετο, ανώνυμο. Ο κόσμος χωρίζεται σ’ «εκείνους» και σ’ «εμάς».

argentina 2001

Μια κυρία καταγράφει τις ειδικότητες των ενοίκων και μοιράζει δουλειές. H αυτοσχέδια ενδοκοινωνία της πολυκατοικίας αποφασίζει να σκάψει τούνελ, για να επικοινωνεί με τις άλλες πολυκατοικίες. Για να φτιαχτούν τα φτυάρια, λυγίζουν τα ταψιά, κόβουν τους τενεκέδες του λαδιού και τους κάδους των πλυντηρίων. Μόλις ολοκληρώνεται η ένωση, προσκαλούνται σε μια νυχτερινή γιορτή στον ακάλυπτο του απέναντι τετραγώνου. Σε μια γωνιά του υπάρχει κι ένα δέντρο – κάποιοι παρηγορούνται. Τα εσωτερικά μπαλκόνια μετατρέπονται σε περιβόλια. Μοιράζονται βάρδιες, η Μαρία προτιμά τη διαλογή απορριμμάτων, για να βρει σαμπουάν. Αρχίζει να γίνεται λόγος για καύση νεκρών και φτιάχνεται η πρώτη φυλακή. Μια γέφυρα πάνω απ’ το δρόμο φτιάχνεται στο ύψος του έκτου ορόφου, ανάμεσα στα αντικριστά μπαλκόνια. Η νέα ζωή εκτυλίσσεται σε απόσταση τριάντα εκατοστών απ’ το κρεβάτι της. Κατά τη διάρκεια της μέρας οι άνθρωποι περνάνε απ’ το δωμάτιό της για να πάνε στις γέφυρες. Συχνά γυρίζει στο δωμάτιό της βρίσκοντας κάποιον να ψαχουλεύει τα πράγματά της. Τα απλωμένα ρούχα κλέβονται συνεχώς.

Μια «αστυνομία εσωτερικών υποθέσεων» αναλαμβάνει υποθέσεις των κατοίκων των κτιρίων και καταλαμβάνει κάποια υπόγεια για τις ανακρίσεις. Ο «θυρωροί» πρέπει να αναλάβουν υπεύθυνοι των κτιρίων τους. Οι σκοπιές καταργούνται: μόνο η ασφάλεια θα κρατάει όπλα. Ο κόσμος σιγομουρμουρίζει στους διαδρόμους και πλάθει ιστορίες στα μπαλκόνια. Κάποιοι στο τετράγωνο επιμένουν πως μόνο οι «αξιοσέβαστοι πολίτες» έχουν μείνει μέσα, κι όλοι οι υπόλοιποι είναι απ’ έξω. Ο κόσμος φοβάται τους σηραγγοφρουρούς, κάποιοι τον βάζουν να πληρώνει διόδια. Δεν λείπει βέβαια η κυριακάτικη λειτουργία: ο Πάτερ εκφωνεί τα κηρύγματά του από ένα εσωτερικό μπαλκόνι και μετά κοινωνεί τους πιστούς με μπισκοτάκια Rex. Οι εκκλήσεις του στην εγκράτεια από τα αμαρτήματα της σάρκας σκεπάζει μ’ ένα ερωτικό μανδύα όλο το τετράγωνο. Προτείνεται ακόμα κι ο διαχωρισμός των φύλων.

Καθόμασταν σιωπηλοί, δίχως σπινθήρα ηλεκτρικού φωτός που θα έκανε το σκοτάδι να υποχωρήσει μ’ ένα και μόνο πάτημα του διακόπτη, όπως γινόταν παλιά, όταν όλα φωτίζονταν ξαφνικά με το που άγγιζες και μόνο ένα κουμπί στον τοίχο.Τα δελτία ειδήσεων μιλούν για πυρκαγιές στο κέντρο και για το χάος της επαρχίας, όπου ληστές με φορτηγά πηγαίνουν απ’ τα χωράφια, κόβοντας τα συρματοπλέγματα και αποφεύγοντας τα οδοφράγματα. Ελικόπτερα πετάνε στην ταράτσα κονσέρβες/τρόφιμα και μετά εξαφανίζονται. Κάποιοι παραβιάζουν την πόρτα ενός εγκαταλελειμμένου σπιτιού, αλλά όταν μπαίνουν μέσα βλέπουν πως δεν υπάρχει σπίτι, μόνο μια αλάνα γεμάτη ερείπια. Για να κρύψουν την Κοσμοχαλασιά, χτίζουν μόνο τις προσόψεις των τετραγώνων, σαν σε κινηματογραφικό σκηνικό.

Κανείς δεν νοιάζεται πια για το τι γίνεται έξω, αν άλλαξε και πάλι ο Πρόεδρος, αν σημειώνονται συγκρούσεις μεταξύ στρατού και ενόπλων ομάδων της Επαρχίας. Μια νέα απογραφή ορίζει να διοριστούν καινούργιοι υπεύθυνοι πολυκατοικιών και να εκδοθούν δελτία ταυτότητας για τον κόσμο των τετραγώνων. Η Μαρία βρίσκει την ευκαιρία να γίνει κάποια άλλη. Δεν έχει κανένα λόγο να μένει πια στο δωμάτιό της και πηγαίνει στο νοσοκομείο όπου ήδη βρίσκεται ο πατέρας της. Προσφέρει εθελοντική εργασία και μετακομίζει εκεί. Το νοσοκομείο σταδιακά μετατρέπεται σε εστία μόλυνσης, επιδημίες εξαπλώνονται. Η έλλειψη ακτινολογικού υλικού υποχρεώνει τους γιατρούς να προβαίνουν σε διαγνώσεις μαντεύοντας. Οι ποδιές των γιατρών και τα ταβάνια μετατρέπονται σε κινηματογραφικό πανί, για την καταπράυνση των ασθενών. Οι σύριγγες αποστειρώνονται σ’ ένα φουρνάκι στο τέλος του διαδρόμου

Κάποιος στρέφει το τηλεκοντρόλ προς τον πατέρα της και πατά τα κουμπιά. Όλοι οι ασθενείς αποδεικνύονται παθιασμένοι τηλεθεατές, που πέρασαν μεγάλο μέρος της ζωής τους μπροστά στην τηλεόραση – και με την διακοπή των προγραμμάτων όταν άρχισαν να πέφτουν σε κώμα εγκεφαλικής υπερλειτουργίας, λες κι έβλεπαν στα όνειρά τους μια δική τους τηλεόραση. Κοίταξα τα ήρεμα πρόσωπα των ασθενών που ήταν σε καθοδικό κώμα. Δεν χρειάζονταν τίποτε απ’ τον τρομερό κόσμο που είχε απομείνει έξω απ’ το κρανίο τους – κάποιοι μάλιστα φαίνονταν να χαμογελούν. Ήταν λες και κάτι ήθελαν να μου πουν από τα βάθη της ηρεμίας τους, κάτι – είμαστε καλά -, είμαστε μόνο αυτό, η ύλη απ’ την οποία είναι φτιαγμένη η τηλεόραση. Κάτι τέτοιο ίσως μου έλεγαν, στα σιωπηλά.

argentina 2014

Τρία μυθιστορήματα, δυο ποιητικές συλλογές και μια συλλογή διηγημάτων έχουν ήδη εντάξει τον Μαϊράλ (Μπουένος Άιρες 1970) στον κατάλογο με τους πιο σημαντικούς νέους Λατινοαμερικανούς συγγραφείς (Bogotá 39). Το συναρπαστικό του αυτό μυθιστόρημα (με συνεχή εξέλιξη της πλοκής, εξαιρετικές ιδέες, ευρηματικότατη εικονοπλασία) δεν αποτελεί μόνο πολιτική αλληγορία για την κρίση της Αργεντινής, όπως κυρίως έχει γραφτεί. Εδώ αναπνέει μια ρεαλιστική, ρεαλιστικότατη ιστορία, για τις ολισθηρές διαδρομές των οικονομικών κρίσεων όλου του κόσμου, για μια παραπάνω από πιθανή κατάληξη της κοινωνίας σε δύσκολες εποχές όπου η πόρτα της κοινωνικής βαρβαρότητας είναι ορθάνοιχτη. Η Μαρία μονοδρομείται από την αναπόφευκτη πορνεία και την φονική βλάψη του άλλου ως την αναχώρηση που μοιάζει η μόνη λύση και την επιστροφή σε άλλους τρόπους σκέψης. Εμείς τι θα κάναμε;

Εκδ. Πόλις, 2010, μτφ. Βασιλική Κνήτου, σελ. 358, με 55 σημειώσεις της μεταφράστριας (Pedro Mairal, El año del desierto, 2005).

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

Στις φωτογραφίες: Αργεντινή 2001, 2014.

19
Ιον.
11

Διαβάζω, τεύχος 519 (Ιούνιος 2011)

Ευγένιος Τριβιζάς, ο αγαπημένος εγκληματολόγος των παιδιών.

Τα παιδιά δεν είναι πάντα αθώα αγγελούδια, όπως θέλουμε να πιστεύουμε. Τόσο η σφοδρότητα των επιθυμιών όσο και η βιαιότητα των αντιδράσεών τους μπορεί να είναι εντονότερη από εκείνη των ενηλίκων. Αν υποθέσουμε ότι τα παιδιά ήταν ελεύθερα να εκφράσουν τις βίαιες φαντασιώσεις και ορμές τους, τότε ο κόσμος θα ήταν 100% εγκληματικός. Σε κάθε περίπτωση τα παιδιά μπορεί να είναι ανελέητα και ικανά για εγκληματικές πράξεις αφάνταστης σκληρότητας τονίζει ο παραμυθογράφος που άλλαξε οριστικά την πορεία των παιδικών βιβλίων Ευγένιος Τριβιζάς σε συνομιλία του με τον Γιάννη Ν. Μπασκόζο, με την οποία αρχίζει το αφιέρωμα που επιμελήθηκε ο τελευταίος.

Ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης στρέφει το μικροσκόπιο στην Τελευταία μαύρη γάτα προς έρευνα του γατόκοσμου ως «συνεκδοχικού σκηνικού» και εντοπισμό του ιδεολογικού στρατηγήματος του συγγραφέα, που προσπαθεί να περάσει αντιρατσιστικά μηνύματα προς την κατεύθυνση της εξάλειψης των προκαταλήψεων και των διακρίσεων και προς την ανοχή της ετερότητας. Το τριβιζικό γατοσύμπαν αποτελεί έναν μικρόκοσμο της ανθρώπινης κοινωνίας, μια κοινωνία παράλληλη με την ανθρώπινη, όπου αναπτύσσονται οι ρατσιστικοί μηχανισμοί και οι ναζιστικές τεχνικές εξόντωσης των διαφορετικών: οποιαδήποτε γάτα ανήκει στη μαύρη φυλή ανάγεται σε φορέα βλαπτικής επήρειας και σε επιζήμιο ον που επιβάλλεται να εξοντωθεί, ο Άλλος υποδεικνύεται ως ένοχος, η προπαγάνδα επηρεάζει τη σκέψη του απλού πολίτη, οι βιαιοπραγίες αποτελούν το επόμενο βήμα, η γατοκτονία γίνεται πατριωτικό καθήκον. Ένα ακόμα βιβλίο του Τριβιζά ανοίγεται προς τη βαθύτερη έννοια της αποδοχής της ιδιαιτερότητας, της διαφοράς, το ανθρωπισμού και της λογικής.

Η Αλεξάνδρα Ζερβού ταξινομεί δέκα γνωρίσματα του τιμώμενου: χιουμορίστας αλλά και τραγικός συγγραφέας (καθώς ακόμα και το κωμικό στοιχείο θυμίζει πως η ύβρις και υπέρβαση του μέτρου οδηγούν στην πτώση), ανθρωπιστής και οικολόγος (υμνητής της αρμονικής συνύπαρξης όλων ανεξαιρέτως των έμβιων όντων στον πλανήτη), παραμυθάς και διαφωτιστής (ζυμώνοντας με υλικά της πραγματικότητας, με διαθέσεις όχι νανουριστικές ή φυγής αλλά προειδοποιητικές και αφυπνιστικές), ειρηνικός επαναστάτης (ώστε να πιστέψουν τα παιδιά στον εαυτό τους και να αναλάβουν τις δικές τους ευθύνες), εραστής της γλώσσας και γλωσσοπλάστης (χρησιμοποιώντας την ως απέραντο χώρο παιχνιδιού και χαρούμενου αυτοσχεδιασμού), δημιουργός ενεργητικών αναγνωστών (που μπορούν να διαλέξουν οι ίδιοι την εξέλιξη ή το τέλος της ιστορίας ή να οδηγηθούν σε άλλα αναγνώσματα), χαρούμενος δάσκαλος (που μας διδάσκει να ενδιαφερόμαστε για τους ανθρώπους που φαίνονται διαφορετικοί) κλπ. Το αφιέρωμα συμπληρώνεται με άλλα 4 κείμενα και πλήρη εργογραφία.

Στη στήλη του Αλέξη Ζήρα («Τα Πολλαπλά Διακυβευμάτα της Ανάπτυξης») διαβάζω για τον Σερζ Λατούς, μια από τις προσωπικότητες της σύγχρονης ριζοσπαστικής οικολογίας, που έχει τονίσει ιδιαίτερα την προοπτική της αποανάπτυξης, ένα θέμα που γίνεται όλο και πιο ζωτικό για τις χώρες και τις οικονομίες της Μεσογείου και αφορά το ερώτημα τι είδους ανάπτυξη μπορούν να έχουν οι χώρες αυτές σε μια εποχή βαθιάς χρηματοπιστωτικής κρίσης. Η επερχόμενη σύγκρουση βόρειας και νότιας Ευρώπης απασχολεί, πάντως, ήδη εδώ και χρόνια όσους έχουν πάψει να είναι αιθεροβάμονες ευρωπαϊστές ή πιστοί του αυτόματου πιλότου μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης που θεραπεύει εγκαίρως τα πάντα. Βέβαια που το πρότυπο της ανάπτυξης επιδρά και στη φαντασία, τα ήθη και τον τρόπο ζωής του ανθρώπου, έχοντας νωρίτερα αλώσει και την εκπαίδευση, και συνδέεται άμεσα με την οικονομία της κατανάλωσης που κυριαρχεί ως πρότυπο επιτυχίας κι ευτυχίας. Είναι όμως εφικτό ακόμα και να φανταζόμαστε την επιστροφή στην εποχή του «ευγενικού άγριου» του Ρουσσσώ ή στο ειδυλλιακό περιβάλλον των ερωτικών ορμεφύτων του Ντέιβιντ Χ. Λώρενς;

Περιλαμβάνονται ακόμη, μεταξύ άλλων, μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη με τον Αλγερινό συγγραφέα Μπουαλέμ Σανσάλ (τα βιβλία του οποίου απαγορεύτηκαν στη χώρα του λόγω των πολιτικών του απόψεων, ενώ ο ίδιος απολύθηκε από το Υπουργείο Βιομηχανίας το 2003) και η παρουσίαση της τελετής των βραβείων του Διαβάζω, απ’ όπου και η εξομολόγηση από τον (Βραβευθέντα του Διηγήματος) Αλέξανδρο Ίσαρη: Στην κλασική ερώτηση «τι θέλω να γίνω όταν θα μεγαλώσω» απαντούσα με απόλυτη βεβαιότητα πως θα γίνω ηθοποιός ή σκηνοθέτης. Όπως γνωρίζετε δεν έγινα ούτε το ένα ούτε το άλλο. Όμως γράφοντας τα διηγήματα αυτού του βιβλίου υποδύθηκα διάφορους ρόλους, επίσης σκηνοθέτησα τον εαυτό μου διαλέγοντας το ντεκόρ, τους φωτισμούς και τις κατάλληλες μουσικές. Οπότε σκέφτομαι πως ποτέ δεν είναι αργά να πραγματοποιήσει κάποιος τα παιδικά του όνειρα. [128 σελ.]

Σημ.: Η τελευταία φωτογραφία από την ταινία τρισδιάστατων κινουμένων σχεδίων βασισμένη στην ιστορία του Τριβιζά «Ενα δέντρο, μια φορά».

17
Ιον.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 37

Granta, τεύχος 110 (άνοιξη 2010), αφιέρωμα Sex.

«Κρίνοντας απ’ το εξώφυλλο», εδώ πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον τρεις όψεις/πρόσωπα της Γυναίκας…

15
Ιον.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 53. Πάνος Θεοδωρίδης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Συγγραφείς ελληνιστικής και ρωμαϊκής περίοδου. Καθόλου οι «κλασικοί». Πολύ οι μεταξύ του 6ου και του 10ου αιώνα. Ο Θερβάντες και ο Πάστερνακ, δυστυχώς από μετάφραση. Ο Χουλιαράς, ο Ροΐδης, τέτοιοι.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Το έργο του Πολύβιου. Το έργο του Θεσσαλονίκης Ευσταθίου. Ό,τι περιέχεται σε εγκυκλοπαιδικό υλικό. Το έργο του Βικέλα. Οι μπίτνικς ποιητές.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Ο παπαΝάρκισσος, οι Χαλασοχώρηδες, το «Πάει κι ο προφέσορας» από το τεύχος χιούμορ του «Ταχυδρόμου» του 1966. Το «Καλημέρα σας» του Πεντζίκη.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Συνεχώς με γοητεύουν και ελάχιστοι αντέχουν. Με γοήτευσαν ο Δημήτρης Δημητριάδης το 1978, ο Αλέξης Πανσέληνος, πάντα, Νικολαΐδου και Σερέφας ως αστροφυσικό φαινόμενο, κάθε χρόνο, τουλάχιστον δέκα.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Εξυπνάδες. Είναι δυστυχώς αθάνατοι, στον βαθμό που και τα σκουλήκια διατηρούν επί αιώνες το ύφος τους.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Τζόις, ό,τι έπραξε μου αρέσει, άρα και οι χαρακτήρες του.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σπανιότατα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γράφω μονοκοπανιά, εύκολα, συνεχώς.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Η μουσική καταστρέφει τελείως την λογoτεχνία. Τουλάχιστον τη δική μου.

Θα μας τιμήσετε με θεοδωρίδειες μινιατούρες σχετικά με τα πεζογραφικά σας βιβλία; Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων; 

Αυτό που μου ζητάτε είναι να καθήσω να γράψω καμιά εκατοστή ποστ σχετικά. Θα γίνει κι αυτό…

Το Θεόπαιδο, Τι εφύλαγε αυτός ο Χαμαιδράκων: αμφότερα μας πρόσφεραν μια σπαρταριστή, πλουσιόγλωσση και παιγνιώδη μυθιστορηματική προσέγγιση της Ιστορίας μας. Ξεμπερδέψατε με το πεδίο εκείνο; Τι έχετε να πείτε σ’ εμάς τους ορφανούς σας αναγνώστες;

Δεν γράφω διαφορετικά. Ακόμη και σήμερα. Δεν ξέρω να γράφω αλλοιώς. Για την ακρίβεια, βαρυέμαι να γράφω αλλοιώς…

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου; 

Λεγεται «Εσπανιόλα» και το ξέρετε καλύτερα από μένα. Μόλις βρει εκδότη, θα ξεχάσετε την πλοκή του. Για την ώρα, είναι η ανακάλυψη της Αμερικής από Πόντιους του Ταμερλάνου από την άλλη πλευρά του κόσμου. Συναντούν τον Κολομβο και γίνεται της τρελής.

Πώς βιοπορίζεστε;

Εφημερίδα, πωλήσεις λέξεων, μαθήματα κειμενογραφίας, πωλήσεις απόψεων.

Τι διαβάζετε και τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Συναξάρω από το διαθέσιμο υλικό είκοσι βιβλία διακοσίων σελίδων, για να τα πωλήσω πάμφθηνα και να ξεπεράσουμε την κρίση.

Τι γράφετε τώρα;

Μόλις τελείωσα ένα ποίημα.

Έχετε γράψει πεζογραφία και ποίηση. Εκδοτικώς, έχετε εγκαταλείψει την δεύτερη. Επικράτησε οριστικά η πρώτη;

Η ποίηση συνεχίζεται, αλλά παιγνιωδώς.

Διατηρείτε παιγνιώδες ιστολόγιο και συμπλέκεστε με ορισμένα ακόμα. Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι. Οι εραστές της γραφής σας να ξεχάσουν το ενδεχόμενο νέων τυπωμένων σελίδων;

Δεν είμαι αγαπητός στους εκδότες.

Η επιστημονική – επαγγελματική σας ενασχόληση με την Βυζαντινή Αρχικτεκτονική σας έκλεψε/κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώθηκε/εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Όχι καλέ!

Τι σας μένει από την περιπέτεια του Τραμ;

Εικόνες από  παρέες.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε;

Καμία.

Ε, απαντήστε την!

Σιγά μη απαντήσω!

09
Ιον.
11

Χάρης Βλαβιανός – Χρήστος Χρυσόπουλος – Το διπλό όνειρο της γραφής

Το λογοτεχνικό κουτί

Η μετανεωτερική λογοτεχνία διέψευσε την πεποίθηση ότι η εμπειρία μπορεί να περάσει αυτούσια στο χαρτί. «Είναι πολύ δύσκολο να διασώσει κανείς την εμπειρία ξεδιπλώνοντας ένα «εσωτερικό περιβάλλον» μέσα το οποίο το «εξωτερικό γεγονός» παλεύει να βρει μια θέση. Η γλώσσα, με βίαιο τρόπο, εκτοπίζει από το κείμενο μεγάλο μέρος του εμπειρικού του περιεχομένου», έγραψε ο Τζον Άσμπερυ. «Για να γράψεις, πρέπει να έχεις απόλυτη συνείδηση, τόσο της μοναδικότητας όσο και της επισφάλειας των λέξεων, καθώς και της «ροπής τους να απομακρύνονται από την πραγματικότητα» (Τσέσλαβ Μίλος). Επομένως πώς μπορούμε να γνωρίσουμε την πραγματικότητα, όταν η γλώσσα που χρησιμοποιούμε για να την ονοματίσουμε μας απομακρύνει αέναα από αυτήν; Αν η γλώσσα μας κάνει ό, τι θέλει, η γραφή είναι πάντοτε μια διακινδύνευση.

Όμως οι όροι έχουν αντιστραφεί. Αυτό που μας αφορά δεν είναι  – πρωτίστως – η πραγματικότητα ως επινόηση του συγγραφέα, αλλά κατά πόσο η γραφή του επικυρώνεται ως πραγματικότητα. Σε πολλές περιπτώσεις οι συγγραφείς και το κοινό τους θεωρούν δεδομένο ότι το λογοτεχνικό έργο περιγράφει πράγματα ή καταστάσεις οι οποίες μπορούν όντως να συμβούν και να σχετίζονται με τον πραγματικό κόσμο. Ιδωμένη με τον τρόπο αυτό, η λογοτεχνία δεν είναι μόνο ένα σύνολο υφολογικών και άλλων συμβάσεων, αλλά και μια θεμελιώδης αντίληψη που αφορά τις σχέσεις ανάμεσα στο πραγματικό σύμπαν και την αλήθεια των λογοτεχνικών έργων. Ό, τι συμβαίνει στη λογοτεχνία είναι ενδολεκτικές πράξεις, τις οποίες επινοεί ο συγγραφέας για να επιτελέσει τη μόνη πραγματική πράξη στο χώρο της λογοτεχνίας: τη γραφή του έργου. Από τη στιγμή που θα εισέλθουμε όμως στο κείμενο και θα εγκατασταθούμε στο εσωτερικό του, η λειτουργία των ομιλιακών πράξεων θα είναι ακριβώς η ίδια με αυτή των πραγματικών λεκτικών πράξεων εκτός της λογοτεχνίας.

Το έργο τέχνης είναι κατασκευή (artifact), όχι δημιουργία. Δεν τίθεται ζήτημα πρωτοτυπίας στη γραφή. «Η λογοτεχνία δεν μπορεί ποτέ να χαρακτηριστεί ως απλός αντιγραφέας αλλά μάλλον ως μιμητής σε μια δεύτερη μίμηση. Αντιγράφει αυτό που είναι ήδη αντιγραμμένο» (Μπαρτ). Όταν δυο συγγραφείς κάνουν μια σκέψη, η σκέψη δεν ανήκει σε αυτόν που την έκανε πρώτος, αλλά σ’ εκείνον που την εφάρμοσε πιο αποτελεσματικά. Το πρωτείο στη λογοτεχνία είναι αξιολογικής φύσης. Όπως έγραψε ο Γέητς στον Ερημίτη «Είμαστε όλοι καταδικασμένοι να αντιγράφουμε αντίγραφα». Αν οι συγγραφείς καθίστανται αντιγραφείς αντιγράφων, κλέφτες, απατεώνες, τυμβωρύχοι, ψευδομάρτυρες, αυτουργοί πλαστοπροσωπίας, αναγνώστες και εκδότες γίνονται κλεπταποδόχοι, ηδονοβλεψίες, παρενδυτικοί λαθρέμποροι και οι κριτικοί λογοτεχνίας καταδότες, προαγωγοί, τοκογλύφοι, εκβιαστές.

Η λογοτεχνία είναι εφέσιμη: η γραφή επιτελείται «σε δεύτερο βαθμό». Όλα τα κείμενα είναι δεμένα με μιαν ατέρμονη διακειμενικότητα, έτσι που δεν υφίσταται χώρος εκτός κειμένου. Κάθε σημαντικό καινοτόμο έργο, ενώ αρχικά μοιάζει αποκομμένο από την παρακαταθήκη και τηρεί στάση εχθρική προς αυτήν, θα αποτελέσει σύντομα μέρος της. Μέσα στο καινούργιο κρύβεται πάντα το παλιό – είναι ζήτημα οφειλής. Αν όμως αυτή υπερβεί ένα όριο, τότε ο συγγραφέας απλώς κατασκηνώνει μπροστά στην τράπεζα του παρελθόντος. Συγκροτείται, συνεπώς, μια γενεαλογία όπου το κείμενο στην διαλογικότητα του Μπαχτίν αποτελεί κοινωνική αλληλεπίδραση λόγων, στο διακείμενο της Κρίστεβα απορρόφηση και μετασχηματισμό άλλων κειμένων, στην σήμανση του Ριφατέρ συν-κείμενο (στον ορίζοντα του αναγνώστη), στην υπερδιακειμενικότητα του Ζενέτ παλίμψηστο (transtextuality).

Όπως κάθε αφήγηση έτσι και η Ιστορία μετατρέπεται ένα πλέγμα ανταγωνιστικών λεκτικών παιγνίων, σε πολλαπλότητα «νησίδων λόγου» που δεν μπορούν ν’ αποσπαστούν από τη θεσμοθετημένη γλώσσα. Για έναν μεταμοντέρνο ιστορικό η «αλήθεια» δεν μπορεί να διακριθεί από τη «μυθοπλασία». Η Ιστορία της Τέχνης αποτελεί συνεχές παλίμψηστο και ο πολιτισμός δεν ορίζεται από τον αόριστο, τον ενεστώτα και τον μέλλοντα, αλλά διαχέεται μέσα σε όλους τους χρόνους. Γι’ αυτό και συνεχώς ανακαλύπτουμε «προδρόμους» του μεταμοντερνισμού. Έχουμε δημιουργήσει στο μυαλό μας ένα πρότυπό του, μια ιδιαίτερη τυπολογία πολιτισμού και φαντασίας, και, προκειμένου να «ανακαλύψουμε ξανά» κάθε μορφής συγγένειες, ακολουθούμε σταθερά αυτό το πρότυπο. Έχουμε επινοήσει τους προγόνους που μας βολεύει, που οδηγούν απευθείας σ’ εμάς. Άλλωστε μια παράδοση κληρονομείται – δεν είναι κάτι που το δέχεσαι ή το απορρίπτεις. Ο καθένας ωστόσο θα τοποθετηθεί απέναντί της με τον τρόπο που θα επιλέξει. Ιδού η πραγματική ουσία της μετανεωτερικότητας: ένα βαθύτερο οντολογικό nothing seems to be going.

Δεν παραφράσαμε τυχαία τον τίτλο ενός παλαιότερου έργου του Χρήστου Χρυσόπουλου: όπως το Γλωσσικό Κουτί (εκδ. Καστανιώτη, 2006) αποτελούσε έναν «κοινό τόπο» επισκόπησης της συγγραφικής δημιουργίας, έτσι και το παρόν διπλότυπο γραπτό συνθέτει μια κατασκευή όπου εντειχίζονται τα δομικά της υλικά και πνεύματα. Όλα είναι ανοιχτά σε αυτό το δίπορτο συγγραφικό εργαστήρι και κυρίως η κτητορική του επιγραφή, εξ ου και η εκ μέρους μας παιγνιώδης και αυτολεξεί «αναγνωστική» συρραφή και ανάμειξή τους στις παραπάνω παραγράφους. Φράσεις, επιγράμματα, συσχετίσεις, συνεπαγωγές, λογικές συνδέσεις και ενοποιητικές αντιφάσεις αρμολογούνται σε βιτγκενσταϊνικά κεφάλαια και υποκεφάλαια και χτίζουν το δικό τους αρχιτεκτόνημα στην «αχαρτογράφητη επικράτεια της γραφής», παραμένοντας ταυτόχρονα αυτόνομα και ελεύθερα. Όσο σπάνιο φαντάζει ένα τέτοιο βιβλίο να προέρχεται από δύο πρόσωπα, άλλο τόσο μοιάζει αναμενόμενο στην παράλληλη και επάλληλη πνευματική πορεία των δημιουργών, ως προϊόν ανήσυχης φιλίας, απόσταγμα ηλεκτρονικών συνδιαλλαγών, εκβολή λογοτεχνικών αγωνιών και μοίρασμα πολύτιμων ομολογιών.

Εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2010, σελ. 205.

Στις φωτογραφίες: ο Ρολάν Μπαρτ διδάσκει την τέχνη της αντιγραφής, ο Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς στέκεται μετέωρος μπροστά στην καταδίκη της αντιγραφής αντιγράφων κι ο Τσέσλαβ Μίλος προτείνει, σε μερικούς, τον καλύτερο τρόπο γραφής.

05
Ιον.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 36

Juan Carlos Onetti, El poso (1939), La muerte e la nina (1973)

Αν το φως έχει, ως λένε, μύριες διαβαθμίσεις, τότε τι να πει κανείς για το σκοτάδι; Κι αν πρόκειται για το φως και το σκοτάδι του λατινοαμερικάνικου κόσμου;

04
Ιον.
11

Los Planetas – Una opera egipcia (Octubre, 2010)

Σημειώσεις ροκ εντ ρολ γλωσσολογίας

Υπήρχε μια εποχή που ταυτίζαμε το ροκ με την αγγλική γλώσσα, βρίσκοντας κάθε άλλη γλώσσα αταίριαστη. Η γαλλική γλώσσα μας ακουγόταν ξεκαρδιστική (αν και ακούγοντας κάποια ζωντανά του Serge Gainsbourg ή των Vietnam Veterans μου κόπηκε το γέλιο), η γερμανική ακαδημαϊκή, η ρωσική άσχετη, η ιταλική καμακιάρικη, κ.ο.κ. Κάπως διασώζονταν οι αφροπρεπείς, ίσως επειδή βρίσκαμε κάτι απ’ τις αρχαίες ροκ ρίζες. Ορισμένοι αδαείς μάλιστα έφτιαχναν και θεωρία, πως δεν μπορεί να υπάρξει ροκ σε ελληνική γλώσσα όπως δεν μπορεί να υπάρξει, έλεγαν, ρεμπέτικο σε αμερικάνικη. Η βλακώδης απλουστευτική ισοπέδωση αγνοούσε πως το ροκ εντ ρολλ αποτελεί γλώσσα παγκόσμια, κοινότητα πανσυμπαντική. Ακριβώς όπως δεν περιμένεις από τους αγγλοσάξονες να σου κάνουν μόνο αυτοί κινηματογράφο ή λογοτεχνία. Άλλωστε οι πιο υποψιασμένοι το τόνιζαν: ο ρόκερ πρέπει να τραγουδά στη γλώσσα του. Γιατί τραγουδά την εξέγερση της ψυχής του, κι εκεί δεν χωράνε μεσάζοντες και διερμηνείς.

Τα χρόνια πέρασαν, και ονόματα που κατέθεσαν γερά διαπιστευτήρια στο ροκ «κοινό» έγινα αποδεκτά στην γηγενή τους γλώσσα. Η συνέχεια ως τα σήμερα είναι γνωστή: από μεμονωμένες περιπτώσεις (το παράδειγμα Mano Negra/Manu Chao αρκεί) μέχρι την όλη φιλοσοφία των διαφόρων πολυπολιτισμικών σχημάτων και σκηνών, η ενοχοποίηση της γλώσσας λειάνθηκε κατά πολύ. Κάπως έτσι σήμερα φτάνω όχι απλώς να απολαμβάνω συγκροτήματα όπως οι Planetas, αλλά και να σκέφτομαι πως αν τραγουδούσαν στην τετριμμένη πια, θλιβερά τηλεοπτική αγγλική, θα έχαναν τη μισή τους γοητεία.

Το εισαγωγικό κιθαριστικό instrumental έχει ενσωματωμένο εγκεφαλοκάφτη. Μου θύμισε εκείνα τα αντίστοιχα οργανικά που μας έβαζε ο Radio Free κι άλλαζε οριστικά τα απογεύματά μας. Δεν έχει βέβαια άλλο αντίστοιχό του γιατί στα δυο επόμενα δίνεται το στίγμα: τα φωνητικά θα είναι λατίνα – ισπανοφωνικά, η ροκ θα είναι μελωδική, σ’ ένα ποθητό στάδιο ισορροπίας: φορτωμένη αλλά όχι εκκωφαντική, μιντ-τεμπούσα αλλά όχι κοιμίσικη. Αυτός είναι ο κανόνας αλλά οι εξαιρέσεις λάμπουν περισσότερο. Το Siete Faroles μπουγκάρει στην καλύτερη pub rock. Στο δίφυλο βραδείας ανάφλεξης μπαλαντόμορφο No se como te atreve, μπαίνω σε πειρασμό: ποιος θα το ’λεγε καλύτερα, οι Walkabouts ή Rowland Howard με Lydia Lunch ή ο Σέργιος Γαινσβούργιος με καμιά ερωμένη του; Ακόμα και η δοκιμή μας θηλυκής ηλεκτρονικής ευρωπόπ (La Veleta) δεν βγαίνει απλώς μια χαρά, αλλά κερδίζει και θέση σε επιλογές του είδους.

Όμως κάθε ισπανικό έδαφος κρύβει στο υπέδαφος την ψυχή της απέναντι ακτής αλλά και το φλαμένκο χρυσωρυχείο (La Pastora Divina), όπως και την άγρια ποιητική ψυχή των Λόρκα όλου του κόσμου (Los Poetas). Η μπάντα από τη Γρανάδα υπάρχει εδώ και χρόνια, ξεκίνησα στα μέσα των 90s, έχει βγάλει πολλούς δίσκους, τάχθηκε κι εντάχθηκε στην ανεξάρτητη σκηνή της οποίας πλέον αποτελεί παλιά καραβάνα κι έχει ως σημείο αναφοράς τους Mercury Rev (αυτό το απατηλό κλείσιμο του ματιού στο μέινστριμ που αποφεύγει να γίνει μέινστριμ). Προσωπικά μου θύμισαν και το «ώριμο» (από τους φορείς τους ως την εκφορά του) ιταλικό ροκ των Nomadi. [8/10]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

03
Ιον.
11

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 23 (φθινόπωρο 2010)

Φάκελος Ουφ

Η καλή και απαιτητική λογοτεχνία, σαν το σουσάμι ανάμεσα στα δόντια, μπορεί και πρέπει να ενοχλεί. Με το απροσδόκητο μήνυμα, το αλλόκοτο περιεχόμενο, το λοξό ύφος, μπορεί και πρέπει να απαντά στις αλλόκοτες προκλήσεις της κατακερματισμένης καθημερινότητας όπου επικρατεί ο εγωισμός, η απληστία και η αρπακτικότητα. Και όχι να μας εφησυχάζει κλεισμένη στο γυάλινο πύργο της αυταρέσκειας και στο κατά συρροή ξεπατίκωμα ποιημάτων, μεταφράσεων, κριτικών ξένων βιβλίων από το Διαδίκτυο…

γράφει ο Ντίνος Σιώτης στο κείμενο Επιπλέουν, ακριβώς στο κέντρο του τεύχους και στο επίκεντρο ενός αφιερώματος που αφορά όλα όσα μας εκνευρίζουν, μας εξοργίζουν και μας αηδιάζουν στη Λογοτεχνία και τη «λογοτεχνία», κοινώς μάς οδηγούν στην έκφραση ΟΥΦ!. Και για εκείνους που είναι στυλωμένοι στην ανασφάλεια έλλειψης ταλέντου και στα δανεικά δεκανίκια της υπερδιακειμενικότητας (transtextualité)… ή αρθρογραφούν κατά της εξωστρέφειας της ποίησης και των δημόσιων εκδηλώσεων, λησμονώντας ότι ακόμα και η απλή έκδοση βιβλίου είναι πράξη εσωστρεφής…ή δεν θέλουν η ποίηση να βγαίνει στους δρόμους, να διαβάζεται σε δημόσιους χώρους, να δημοσιεύεται στις εφημερίδες και να τοιχοκολλάται στις κολώνες αλλά να ναρκισσεύεται στα γυάλινα δέντρα της πραγματικότητας των διακοπών της.

Ενδεικτικά είναι τα θέματα ορισμένων εντός κλίματος δοκιμίων – Λογοκλοπή για όλους (Roger Cohen), Commedia dell’ arte ή μια απάντηση στο ερώτημα: Γιατί οι σύγχρονοι συγγραφείς δεν απαντούν στο ερώτημα: Ποιοι σύγχρονοι συγγραφείς έχουν υπερεκτιμηθεί; (Γιώργος Μπλάνας), Πλαστά απομνημονεύματα και μυθοπλασίες που υποκαθιστούν την Ιστορία (Jill Lepore)  – ενώ ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, ανάμεσα σε δεκάδες «Δεν αντέχω» γράφει: Δεν αντέχω, πιο πολύ απ’ όλα, τον εαυτό μου, όταν κάνει συμβιβασμούς, του βουλώνει, αποφεύγει να πει την αλήθεια, κάτι που γίνεται, αν και όχι αρκετά συχνά, ελπίζω. Στο Γράμμα από το Μπουένος Άιρες ο Ρήγας Καππάτος μας θυμίζει για την Λογοκρισία του Ταγκό, απ’ όπου συγκρατώ τη δήλωση του αρχιεπισκόπου του Μπουένος Άιρες Γουστάβο Φραντζέσκι ότι ο αμοραλισμός που συμβολίζει ο Κάρλος Γαρδέλ είναι μια καθαρή αναρχία [1935]. Βέβαια δέκα χρόνια αργότερα έγινε πρόεδρος της Ειδικής Επιτροπής που θα διέκρινε τα αποδεκτά και τα μη αποδεκτά ταγκό. Άρα, συμπεραίνω, προήδρευσε επί Αμοραλιστών και Αναρχικών. Γιατί το μέλι του Προεδρεύειν υπερισχύει ισχυρισμών…

Πλέον σπαρταριστός όλων αποδεικνύεται ο Anis Shivani που επιλέγει το πιο λεπτό θέμα: Υπερεκτιμημένοι συγγραφείς. Ενδεικτικά: ο Τζων Άσμπερυ ευθύνεται περισσότερο από όλους τους άλλους για την μετατροπή της αμερικανικής ποίησης των τελευταίων δεκαετιών του εικοστού αιώνα σε μια ερμητικού χαρακτήρα, αυτό-περιχαρακωμένη, εντελώς ιδιωτική υπόθεση ενώ ο Τζόναθαν Σάφραν Φόερ καβάλησε το τρένο των παχιών αγελάδων που τρεφόντουσαν από τις 11/9 οπότε και έγραψε το Απίστευτα Δυνατά και Απίστευτα Κοντά, όπου περιγράφει έναν Τζόναθαν Σάφραν Φόερ εννιά χρονών, που έχει το μυαλό ενός Τζόναθαν Σάφραν Φόερ είκοσι οκτώ ετών. Αφού έκανε είσπραξη  χάρη στις 11/9, και επειδή δεν υπήρχε άλλο χρυσωρυχείο να λεηλατήσει, μετακινήθηκε προς δοκιμιακού τύπου κείμενα και έγραψε το Eating Animals, όπου κρέμεται από το σακάκι του Τζ. Μ. Κουτσί. Διαβάζεται, αλλά δεν έχει ούτε μια πρωτότυπη σκέψη. Όταν έγινε πατέρας σταμάτησε να τρώει ζώα, όχι όμως και να ξοδεύει πολύτιμο χαρτί που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί διαφορετικά…

Ο Γουίλιαμ Τ. Βόλμαν έχει μια σταθερή κλίση προς τον σαδομαζοχιστικό μισογυνισμό, στοιχείο το οποίο προσπερνούν οι έντρομοι κριτικοί του. Πήδηξε στο κενό που έχουν αφήσει οι περίοδοι μακράς σιωπής του Πίντσον, αποφασισμένος να γεννάει έναν Πίντσον κάθε χρόνο. Είναι η επιτομή του ηθικού κενού της αμερικανικής μυθιστοριογραφίας, μετά την κατάρρευση του μεταμοντερνισμού τη δεκαετία του 1970, ενώ η Τζούμπα Λαχίρι αρνείται κατηγορηματικά να γράψει για οτιδήποτε άλλο εκτός από προνομιούχους μετανάστες από την Ινδία (Μπενγκόλ) που έχουν διδακτορικό, ζουν στο Κέιμπριτζ Σκουέαρ και έχουν προσαρμοστεί τέλεια στην αμερικανική αξιοκρατική πυραμίδα. Καλλιεργεί την περσόνα μιας ντροπαλής συγγραφέως που ό,τι καλό της έτυχε είναι εξ ουρανού (ίσως να χει και δίκιο) Υπάρχει κάτι που λέγεται μυθοπλασία του New Yorker…Διαβάστε μια από τις προσεχείς της ιστορίες και θα καταλάβετε τι εννοώ…

Στις Δανέζικες Σελίδες επιμελεία της Χρύσας Σπυροπούλου, διαβάζουμε διηγήματα και ποιήματα από την Δανία, όψεις της δανέζικης λογοτεχνίας χθες και σήμερα, γράμματα από την Κοπεγχάγη κ.ά. Στο διήγημα οι Osvaldo Soriano, Αντώνιος Ρουσοχατζάκης, Γεωργία Βολανάκη, Βασίλης Εργατικός, Ελένη Σβορώνου, στο δοκίμιο οι Μάνος Στεφανίδης, Κατερίνα Δ. Σχοινά (Σημειώσεις για τον Εχθρό του ποιητή του Γιώργου Χειμωνά), Caleb Crain (Το λυκόφως των βιβλίων ή Πώς θα είναι η ζωή όταν πάψεις να διαβάζεις), στο μαγνητόφωνο ο Ντέιβιντ Μάμετ, στην ποίηση οι Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος,  Έλσα Κορνέτη κ.ά.

Όμως ο εκδότης των (δε)κάτων Ντίνος Σιώτης μας κοινοποιεί και τις σημειώσεις του όσον αφορά την σύλληψη της ιδέας, την πραγματοποίηση, την οργάνωση και την απόλαυση του Πρώτου Διεθνούς Λογοτεχνικού Φεστιβάλ Τήνου που οργάνωσε το περιοδικό και η Κοινωνία των (δε)κάτων. Μέσα στο ανοιχτό, ορθάνοιχτο, εξομολογητικό και σπαρταριστό κείμενο αλιεύω, μεταξύ των προσκλήσεων σε ξένους συγγραφείς που δεν μπόρεσαν να έρθουν, την ομολογία του Ντον ΝτεΛίλλο πως δεν θέλει να έρθει ξανά στην Ελλάδα για να μην στραπατσάρει την όμορφη εικόνα που διατηρεί από την Αθήνα κι από την χώρα μας από την δεκαετία του ’70 που έγραψε τα Ονόματα. Σαν κι εμάς λοιπόν κι εσείς κύριε ΝτεΛίλλο, κι εγώ που νόμιζα πως μόνο οι κοινοί θνητοί αποφεύγουμε να λουστούμε τέτοιες απογοητεύσεις!

Οι παρόντες ήταν υπεραρκετοί – μεταξύ των οποίων ο βραζιλιάνος ποιητής Λέντο Ίβο, η καναδή Αν Κάρσον, η ρωσίδα Βέρα Πάβλοβα, ο ιταλός Φράνκο Λόι, ο ελληνομεξικανός Ομέρο Αρίτζις, ο πολωνός Άνταμ Ζαγκαγιέφσκι, ο γάλλος Πιέρ Ασουλίν, ο περουβιανός Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, η Ζυράνα Ζατέλη, ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, ο Τίτος Πατρίκιος κ.ά. – και ο απολογισμός πολυσέλιδος. Οι Ορχάν Παμούκ, Ισμαήλ Κανταρέ και Ζέιντι Σμιθ απαξίωσαν ν’ απαντήσουν – μια ένδειξη, πιθανώς, της μεγάλης ιδέας που έχουν για τον εαυτό τους (και αγένειας, ας προσθέσω, που αποτελεί η μη απάντηση σε τέτοια πρόσκληση, που θα τους κόστιζε, με πρόχειρους υπολογισμούς, γύρω στα 2 δευτερόλεπτα). ΟΥΦ!

Στις φωτογραφίες: Carlos Gardel (στον τοίχο, όχι στο πεζοδρόμιο), Osvaldo Soriano, Anne Carson.

02
Ιον.
11

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 24 (χειμώνας 2010 – 2011)

2001-2010: τα πρώτα δέκα χρόνια

Τώρα νυστάζω, αλλά δεν θα κοιμηθώ. Θα πάρω χαρτί και πένα και θα γράψω. Νιώθω τρομερή δύναμη μέσα μου. Το σκέφτομαι συνέχεια από χθες. Θα είναι η ιστορία ενός θαυματουργού αγίου που ζει στην εποχή μας και δεν μπορεί να κάνει θαύματα. Ξέρει πως είναι θαυματουργός και πως μπορεί να κάνει όποιο θαύμα θέλει, αλλά δεν κάνει κανέναν. Τον διώχνουν από το διαμέρισμά του και ξέρει πως φτάνει να κουνήσει το δαχτυλάκι του για να ξαναγίνει δικό του, αλλά δεν το κάνει. Υπακούει και φεύγει και ζει έξω, στην πόλη, σε μια παράγκα. Έχει την ικανότητα να κάνει την παράγκα ένα όμορφο πέτρινο σπίτι, μα δεν το κάνει. Συνεχίζει να μένει στην παράγκα, ώσπου κάποτε πεθαίνει χωρίς να έχει κάνει το παραμικρό θαύμα σ’ όλη του τη ζωή.

Το παραπάνω απόσπασμα από ένα εκτενές διήγημα του Daniil Kharms σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα σχετίζεται με υπόγειο τρόπο με το χειμερινό αφιέρωμα του τεύχους. Πρόκειται για μια ακαριαία ακτινογράφηση της πρώτης διχίλιαρης δεκαετίας της νεοελληνικής πραγματικότητας σε καίριους τομείς, εντός κι εκτός λογοτεχνίας: μυθιστόρημα (Ελισάβετ Κοτζιά), διήγημα (Βαγγέλης Χατζηβασιλείου), πολιτική (Χρήστος Οικονόμου), τηλεόραση (Μαριάννα Τζιαντζή – «δέκα χρόνια για τα μπάζα»), εικαστικά (Μάνος Στεφανίδης). Ακόμη: Τα σκουπίδια της ιστορίας (Γιώργος Μπλάνας), Η μεγάλη ψευδαίσθηση – Αθήνα 2001-2010 (Δημήτρης Ρηγόπουλος), Tο διαδίκτυο και η εκμάθηση μέσω κινητού (Μπέττυ Τσακαρέστου), Η αδυναμία απόλαυσης διαδικτυακής λογοτεχνίας (και εδώ).

Το προαναφερθέν κείμενο δίνει και την ευκαιρία στον μεταφραστή για ένα εισαγωγικό κείμενο στο έργο του Δανιήλ Χαρμς, απ’ όπου ξεκλέβω και συνενώνω σκόρπιες φράσεις: Το 1925 μπήκε στο Κολλέγιο Ηλεκτροτεχνίας του Λένινγκραντ αλλά πολύ σύντομα αποβλήθηκε, επειδή δεν έδειχνε «επαρκή ζήλο για τις σοσιαλιστικές δραστηριότητες». / Δυο ποιήματα που δημοσιεύτηκαν σε ανθολογίες ήταν τα μόνα – εξαιρουμένων των βιβλίων του για παιδιά – γραπτά του, που θα τυπώνονταν στη διάρκεια της ζωής του. / Άρχισε να γράφει μικρά αφηγήματα, ανατρέποντας ευρηματικά την λογική ανάπτυξη της πλοκής. Αυτά τα αφηγήματα έκαναν την Άννα Αχμάτοβα να πει πως «ο Χαρμς κατόρθωσε κάτι μοναδικό: την πεζογραφία του 20ού αιώνα». / Σε «ταχυδακτυλουργίες που αποσπούν το λαό από την οικοδόμηση του σοσιαλισμού» αναφερόταν το κατηγορητήριο με βάση το οποίο εξορίστηκε στο Κιουρσκ της Σιβηρίας, το 1931. / Το 1941 συλλαμβάνεται ξανά, πιθανώς από τον προσωπικό φθόνο κάποιου κομισάριου, και πεθαίνει από την πείνα ξεχασμένος στη φυλακή, κατά την πολιορκία της πόλης από τους Γερμανούς.

Διηγήματα από Μαρία Πετρίτση, Άντα Γκούρμπαλη, Μαρία Τσάτσου, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Marisa Silver, Ηρώ Νικοπούλου, ποίηση από Ledo Ivo, Νίκη Μαραγκού, Παναγιώτη Ράμμη, γράμματα από Λευκωσία και Ουισκόνσιν, μαγνητοφωνημένη συζήτηση με Σώτη Τριανταφύλλου. Από τις τελευταίες σελίδες στέκομαι στο σημείωμα για τον Γουστάβο Εσκανλάρ (Gustavo Escanlar, 2006-2010), μια πρόωρη απώλεια της Ουρουγουανής Λογοτεχνίας, που με τη γραφή ασχολήθηκε με τα θέματα της βράζουσας νεότητας – ροκ εντ ρολλ και άλλα μουσικά ακούσματα, αχαλίνωτος έρωτας, μεθύσια, ηδονιστικές διέξοδοι, ποδόσφαιρο, καρναβάλι, βαθιά κατάδυση στην ποπ κουλτούρα – αλλά και επιτέθηκε στους δυο πασίγνωστους συγγραφείς της Ουρουγουάης, τον Εντουάρντο Γκαλεάνο και τον Μάριο Μπενεντέτι επειδή δεν βοηθούσαν καθόλου τους νέους συγγραφείς.

Διαλέγω έναν αριθμό από τον καθιερωμένο (δε)κατοδείκτη – το 6.000. Τόσα είναι τα παιδιά που εξαφανίζονται τη Βολιβία μηνιαίως, ενώ οι άνθρωποι που εκτελέστηκαν στην Κίνα το 2009 ανέρχονται σε 1000. Και μια και μιλάμε για Κίνα, δεν είδαμε καμία διαμαρτυρία κατά του κινεζικού καθεστώτος που έχει στείλει τον βραβευθέντα με το Νόμπελ Ειρήνης κινέζο ακτιβιστή Λιου Σιαομπό σε επαρχία στα βόρεια της Κίνας να μαζεύει αχλάδια. Τι έγιναν όλα εκείνα τα γκρουπούσκουλα που κόπτονται δήθεν υπέρ της ελευθερίας της έκφρασης και του λόγου; Ένας λόγος παραπάνω ώστε η απονομή πάντως του Athens Prize for Literature στον Μα Γιανγκ για το μυθιστόρημά του Πεκίνο σε Κώμα να έχει διπλάσια  σημασία. Όπως δήλωσε ο συγγραφέας: Μέσω της λογοτεχνίας θέλησα να τιμήσω τον ιδεαλισμό και την αισιοδοξία της Γενιάς του Τιεν Αν Μεν, να αποτίσω φόρο τιμής στις χιλιάδες των νεκρών και των τραυματιών της Σφαγής και στους αναρίθμητους άλλους που μέχρι σήμερα διώκονται στην Κίνα επειδή αρνούνται να πουν ψέματα ή να ξεχάσουν.

Αύριο το αμέσως προηγούμενο τεύχος, χθες το επόμενο. Στις φωτογραφίες Daniil Kharms και Gustavo Escanlar.

02
Ιον.
11

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 25 (άνοιξη 2011)

Αφιέρωμα Literatura Latinoamericana

Ζήτησα τον κανονισμό ελέγχου κι ο υποδιευθυντής μου είπε ότι εκείνη την ώρα δεν είχαν αντίτυπα, θα μου έβρισκε ένα το συντομότερο (ακόμα το περιμένω) και ότι, στο μεταξύ, ήταν σαφές και το ’ξερα: μεγάλη προσοχή με τα παλιόλογα, παροιμίες αμφίσημες ή δήθεν λαϊκές χυδαιολογίες, τα γυμνά ή τις ερωτικές «τολμηρές» σκηνές (whatever that means), τίποτα εναντίον του Κυρίου Προέδρου της Δημοκρατίας, του Κόμματος και του συστήματος γενικότερα, ουδέν το ασεβές εναντίον των ηρώων ή της πατρίδος, τίποτα, ή σχεδόν τίποτα, γύρω απ’ τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ούτε για τους αντάρτες ή τους κομμουνιστές ή αγίους της Αριστεράς όπως ο Τσε Γκεβάρα ή το Τζον Λένον, αυτού του είδους τα φυράματα, τίποτα γύρω από το ’68 ή τους χίπηδες, τίποτα για ροκενρόλ ή για περιθωριακούς νέους, για ναρκωτικά ή ναρκοεμπόρους και μεγάλη προσοχή σε θέματα της οικογένειας και της θρησκείας… λέει ο αθυρόστομος νέος που αναλαμβάνει λογοκριτής της τηλεόρασης στο διήγημα του Μεξικανού Jose Agustin Δεν υπάρχει λογοκρισία. Τι γίνεται όμως όταν αποφασίσει ν’ αφήσει δυο τρεις λέξεις αλογόκριτες, εφόσον η αφαίρεσή τους ακριβώς θα τις υπερτόνιζε, και θα είναι σ’ όλους ορατό πως μπήκε μαχαίρι, άρα υπάρχει λογοκρισία;

Όλες σχεδόν οι χώρες εκπροσωπούνται με πρεσβευτικά διηγήματα και ποίηση, σε μια σύγχρονη και πολύχρωμη εικόνα της Λατινοαμερικανικής Λογοτεχνίας. Ο Gustavo Escanlar (Ουρουγουάη) συντάσσει ένα έξυπνο Μικρό εικονογραφημένο λεξικό Spanglish, όπου τη θέση των σημασιών παίρνουν σχετικές με τη λήμμα διηγήσεις, ενώ ο José Emilio Pacheco (Μεξικό) μια ιδιαίτερα υποβλητική ιστορία εξαφάνισης. Η παρουσία της Κούβας είναι τριπλή (Virgilio Pinera, Leonardo Padura Fuentes κι ο περίφημος αντικαθεστωτικός Guillermo Cabrera Infante). Έχουμε ακόμη πεζά από τους Juan Villoro (Μεξικό), August Monterroso (Γουατεμάλα), Junot Diaz (Δομινικανή Δημοκρατία) ενώ η πορτογαλόφωνη λογοτεχνία της Βραζιλίας αντιπροσωπεύεται από έναν μεγάλο μυθιστοριογράφο (Graciliano Ramos, με απόσπασμα από το κλασικό μυθιστόρημα Vidas Secas – Άγονες ζωές) κι έναν εξίσου μεγάλο ποιητή, τον Ledo Ivo. Στο μαγνητόφωνο και ο Χιλιανός Pedro Lastra. Το πλήρες αφιέρωμα επιμελήθηκαν με κείμενα, επιλογές και μεταφράσεις οι Ρήγας Καππάτος και Γιώργος Ρούβαλης.

Η πολιτικά πολύπαθη Λατινική Αμερική αποδίδεται ειδικότερα σε δυο έξοχα διηγήματα. Στο Ενδέκατο χιλιόμετρο του Αργεντινού Mempo Giardinelli, μια παρέα φίλων – όλοι πρώην κρατούμενοι των φυλακών 11-7 της δικτατορίας – που έχει μαζευτεί για να γιορτάσει κάποια γενέθλια, αναγνωρίζει στο πρόσωπο του μπαντονεονίστα τον δεκανέα Σεγκόβια, που έπαιζε πάντα τη μελωδία του τίτλου για να καλύπτει τις φωνές των βασανιζόμενων. Ο αέρας έχει μια ρυθμική πυκνότητα σαν οι καρδιές όλων των παρευρισκομένων να χτυπούν στον ίδιο τόνο και να ακούγεται μία μόνο τεράστια καρδιά. Όλοι πλησιάζουν τον «μουσικό» και του ζητούν να το παίξει ξανά και ξανά. Καθώς το μπαντονεόν ανοίγει και κλείνει πάνω στο δεξί γόνατο του τύπου, ασθμαίνοντας σαν η φυσούνα του να ήταν ένας ασθενικός πνεύμονας από τον οποίο κρέμεται μια ροζέτα της Αργεντινής κι εκείνος αδυνατεί να τους κοιτάξει, παρά κοιτάζει κάτω σα να θέλει να αποφύγει ένα έντονο φως, όπως όταν έχει πολύ ήλιο, όλοι προβαίνουν σε μια ιδιότυπη, χωρίς βία εκδίκηση.

Το σύμφυτο με την Λατινική Αμερική κλίμα πολιτικού τρόμου κυριαρχεί και στο διήγημα της Magali Garcia Ramis (Πουέρτο Ρίκο) Μια εβδομάδα επτά ημερών, με αφηγητή ένα μικρό κορίτσι που διαβαίνει με την μητέρα του «τον κόσμο με χίλιους δρόμους και εκατό πόλεις». Σταδιακά αντιλαμβανόμαστε πως εκείνη είναι μια πολιτική αγωνίστρια που συναντά συνεχώς πολιτικούς και ερωτικούς συντρόφους, αλλά και μεγαλώνει το κορίτσι με αγάπη και τρυφερότητα. Όταν κάποια στιγμή το αφήνει για λίγες μέρες στη γιαγιά του εκείνο εξακολουθεί να την περιμένει ανάμεσα σε μέρες φόβου, διεσπαρμένα λόγια και καταλόγους με ψιλά γράμματα στις εφημερίδες, με συλληφθέντες ύποπτους αριστεριστές, την περιμένει επειδή πάντα επέστρεφε όπως του υποσχόταν, κι ας ακούγεται η φωνή μη δοκιμάσετε να την πάρετε απ’ την πόλη, ξέρουμε ότι θα ξαναγυρίσει για το παιδί κι έχουμε ένταλμα σύλληψής της…

Σε πρόσθετο πολυσέλιδο καλλιτεχνημένο υποφάκελο ανθολογούνται ποιητές της ηπείρου: ο Κολομβιανός Raul Gomez Jattin, ο Κουβανός Perto Padilla, o Χιλιανός Vicente Huidobro, η Νικαραγουανή Gioconda Belli (που έζησε και ως μέλος του κινήματος των Σαντινίστας σε διάφορες χώρες), ο Μεξικανός Homero Aridjis κ.ά. Να σημειωθεί πως ο τελευταίος έχει ζητήσει ελληνική υπηκοότητα – ο πατέρας του ήταν Μικρασιάτης Έλληνας – αλλά οι γαϊδουρινές ελληνικές διπλωματικές υπηρεσίες προφανώς τρόμαξαν από την γραφειοκρατική δουλειά και δεν τον έχουν δεχτεί ακόμα. Για άλλη μια φορά το επίσημο ελληνικό κράτος δείχνει πού έχει γραμμένους τους Έλληνες της διασποράς.

Κάπου εδώ κλείνουν τα πρώτα 25 τεύχη του περιοδικού με ανά τρίμηνο τακτική παρουσία, ενός περιοδικού που μας θυμίζει: ζαλίσαμε κεφάλια, σπάσαμε εξαρτήσεις, διασαλεύσαμε την τάξη των χρυσών ονομάτων, δυσκολέψαμε τα πράγματα για τις μετριότητες και τους λογοκλόπους, δείξαμε την αντιπάθειά μας προς τις λογοτεχνικές κλίκες και τα φιλολογικά σαλόνια, δείξαμε τη συμπάθειά μας προς ένα είδος λογοτεχνίας που κοιτάει τα πράγματα λοξά, σας γνωρίσαμε για πρώτη φορά 140 ξένους και νέους έλληνες συγγραφείς, προσπαθώντας συνεχώς να θυμόμαστε ότι δεν είμαστε ο ομφαλός της γης. Συμφωνούμε κι επαυξάνουμε, γι’ αυτό και παρουσιάζουμε κάθε τεύχος του από το πρώτο ως το τρέχον, έστω και με κάποιες καθυστερήσεις!

Στις φωτογραφίες: Mempo Giardinelli και η Νικαραγουανή Τριάδα των Rubin Dario, Gioconda Belli και Ernesto Cardinal. Τις επόμενες μέρες, τα προηγούμενα τεύχη του περιοδικού.




Ιουνίου 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930  

Blog Stats

  • 1.038.125 hits

Αρχείο