Αρχείο για Μαΐου 2011

31
Μάι.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 51. Θωμάς Σκάσσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ομολογώ την αμαρτία μου: δεν είμαι από αυτούς που θαυμάζουν κάποια πολύ μεγάλα ονόματα. Έπληξα αφάνταστα διαβάζοντας κάποτε τον Ηλίθιο, το Κόκκινο και το μαύρο, τον Δόκτορα Φάουστους και ορισμένα άλλα. Μπορεί ως άνθρωπος που προσπαθεί κι ο ίδιος να γράψει, να θαύμασα τους συγγραφείς τους και να ζήλεψα το μέγεθος του εγχειρήματος και τον τρόπο με τον οποίο το είχαν φέρει σε πέρας, αλλά ως αναγνώστης κοιτούσα κάθε τόσο να δω πόσες σελίδες απομένουν, γιατί φυσικά δεν επιτρέπεται να αφήσεις στη μέση –προς Θεού!– έναν Ντοστογιέφσκι, έναν Σταντάλ, έναν Μαν. Έχω κάνει όμως κι άλλη αμαρτία: τρεις φορές ξεκίνησα την ανάγνωση του Οδυσσέα (την πρώτη μάλιστα στα αγγλικά, ο αφελής), δύο του Αναζητώντας το χαμένο χρόνο και τα άφησα πριν φτάσω καλά καλά στη μέση. Εδώ όμως υπάρχει μια μεγάλη διαφορά: Τον Τζόυς και τον Προυστ τους φυλάω ως κόρη οφθαλμού για τα γεράματα. Ξέρω ότι θα είναι καλή συντροφιά στις μακρόσυρτες ώρες της απραξίας· μια επιστροφή στη ζωή, όταν όλη η ζωή θα βρίσκεται πια πίσω. Και κάτι ακόμα: τέτοια μυθιστορήματα θέλουν χρόνο και ωριμότητα για να τα απολαύσεις· απαιτείται διαρκής αφοσίωση και όχι βιαστικές επισκέψεις για να σε διαποτίσει ο χρόνος τους.

Έχω όμως κι εγώ τις όχι και τόσο «παλιές» μεγάλες αγάπες μου: τον Μπόρχες, τη Γουλφ, τη Γιουρσενάρ, τον Φουέντες, τον Φώκνερ, τον Κορτάσαρ, τον Κλοντ Σιμόν, τον Μπέκετ, τον Κάφκα, τον Ναμπόκοφ…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Όρεξη να έχει κανείς να διαβάζει: Ο θάνατος του Αρτέμιο Κρουζ (Κάρλος Φουέντες), Η ιστορία ενός αιχμαλώτου (Στρατής Δούκας), Το κιβώτιο (Άρης Αλεξάνδρου), Οι ακυβέρνητες πολιτείες (Στρατής Τσίρκας), Έξι νύχτες στην Ακρόπολη (Γιώργος Σεφέρης), Μάρτιν ο φαταούλας (Γουίλιαμ Γκόλντινγκ), Η κάθοδος των εννιά, Μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο, (Θανάσης Βαλτινός), Η Ακακία (Κλοντ Σιμόν), Τα απομνημονεύματα του Αδριανού (Μαργκερίτ Γιουρσενάρ), Από το στόμα της παλιάς Ρέμινγκτον (Γιαννης Πάνου), Το τρίτο στεφάνι (Κώστας Ταχτσής), Η αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ (Βλάντιμιρ Ναμπόκοφ), Ισμαήλ Φερίκ πασάς (Ρέα Γαλανάκη), Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα (Άλκη Ζέη), Underground ή ένας ήρωας του καιρού μας (Βλάντιμιρ Μακάνιν), Ο μετρ και η Μαργαρίτα (Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ), Η τύφλωση (Ελίας Κανέτι), Η Μικρά Αγγλία (Ιωάννα Καρυστιάνη), Ο φύλακας στη σίκαλη (Τζ. Ντ. Σάλιντζερ), Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ (Χόρχε Σεμπρούν), Ο Ξένος (Αλμπέρ Καμύ)…

Μα πάνω απ’ όλα, το «ευαγγέλιό» μου είναι το Κουτσό του αθάνατου Χούλιο Κορτάσαρ στην εξαιρετική μετάφραση του Κώστα Κουντούρη.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όλα τα διηγήματα του Μπόρχες. Οι Δουβλινέζοι του Τζόυς, Οι φωνές του Μαρακές του Κανέτι, Οι τρεις γυναίκες του Μούζιλ, ο Μπιντές του Μάριου Χάκκα, τα κομψοτεχνήματα του Ηλία Παπαδητρακόπουλου και του Ε. Χ. Γονατά και φυσικά, ο μέγιστος Βυζιηνός.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Μισέλ Φάις και ο Χρήστος Χρυσόπουλος για τη δύναμη του λόγου, το χειρισμό της γλώσσας, τον πλούτο του λεξιλογίου τους και τη συνολική θεματολογία και διατύπωση των έργων τους, που αποφεύγουν επίμονα να κολακέψουν το ευρύ κοινό και τις αδυναμίες του και δεν κυνηγούν τη σφραγίδα «ευπώλητο».

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Πριν από μερικά χρόνια, κάποιοι άνθρωποι αποφάσισαν να αφήνουν βιβλία σε δημόσιους χώρους, για να τα παίρνει και να τα διαβάζει δωρεάν όποιος ήθελε. Με συγκίνηση λοιπόν είδα σε σχετικό ρεπορτάζ του «Ταχυδρόμου», μια φωτογραφία με το Βαλσαμωμένο Γάτο μου στην αγκαλιά ενός αγάλματος κοντά στις στήλες του Ολυμπίου Διός. Η συνάντηση ενός μαρμάρινου αγάλματος κι ενός βαλσαμωμένου γάτου θα συγκινούσε άλλωστε κάθε σουρεαλιστή. Μόνο που μελαγχόλησα όταν σκέφτηκα τη βροχή. Τα βιβλία είναι σαν τις γάτες, φοβούνται το νερό.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας; Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής;

Γράφω στο σπίτι, σε κάποιο σπίτι, ποτέ σε ανοιχτό χώρο ή σε μέρη απ’ όπου είμαι περαστικός. Πρέπει να υπάρχει ησυχία, όσο το δυνατόν λιγότεροι περισπασμοί (κυρίως ηχητικοί), λιγότερα τηλεφωνήματα, λιγότερες υποχρεώσεις, λιγότερο άγχος καθημερινής ενασχόλησης με τα τετριμμένα, αλλά αναγκαία. Το γράψιμο είναι μεγάλη πολυτέλεια· γι’ αυτό και οι πραγματικά μεγάλοι συγγραφείς ήταν απίστευτα εγωιστές: έπρεπε να εξασφαλίσουν πάση θυσία τους όρους αυτής της πολυτέλειας.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν παγιδεύω· παγιδεύομαι. Κάποιες σκέψεις έρχονται και ξανάρχονται ώσπου μου γίνονται έμμονη ιδέα. Τότε μόνο αξίζει να γράψει κανείς· όταν έχει πράγματι κάτι να πει, δηλαδή όταν τον καίει κάτι. Γενικώς, μαζεύω στοιχεία, κυρίως αποσπάσματα, φράσεις, εντυπώσεις από αναγνώσματα (βιβλία, εφημερίδες κι άλλα έντυπα), τα καταγράφω σε τετράδια και ξέρω ότι κάποτε θα τα χρησιμοποιήσω ως μαγιά ή τσιμέντο και τούβλα για το χτίσιμο ενός βιβλίου. Και το χτίσιμο αυτό, όταν δεν γίνεται στη σιωπή, συνοδεύεται από κλασική μουσική, μια μουσική που διαστέλλει το χρόνο και δεν τον περιορίζει, μια μουσική που δεν έχει λόγια. Βρίσκω ότι τα λόγια, ακόμα κι αν είναι σε ξένη γλώσσα, απασχολούν ένα κομμάτι του μυαλού, το οποίο εμένα προφανώς δεν μου περισσεύει.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά.  

Από τα πρωτόλεια διηγήματα της συλλογής Συλλέκτης Αποκομμάτων (1986) ξεχωρίζω το ομώνυμο τελευταίο διήγημα, που αναφέρεται στην κλοπή ενός βιολιού Στραντιβάριους από ένα λάτρη της μουσικής. Τα υπόλοιπα ήταν νεανικές απόπειρες ανεύρεσης ύφους και προσανατολισμού και ως τέτοια δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Ο Βαλσαμωμένος Γάτος (1988) είναι μια νουβέλα για τον αποχαιρετισμό ή τη δυσκολία αποχαιρετισμού (της ζωής, των πραγμάτων που αγάπησε κανείς, και τελικά ενός προσφιλούς συγγενικού προσώπου). Όλα αυτά προκύπτουν από την αφήγηση δύο γυναικών: μιας γηραιάς κυρίας και μιας φοιτήτριας που της κρατάει κάποιες ώρες την εβδομάδα συντροφιά. Οι κουβέντες και οι σκέψεις των δύο ηρωίδων εναλλάσσονται στα 24 κεφάλαια του βιβλίου, μέχρι την τραγική κορύφωση του τέλους, όπου φαίνεται πως ακόμα κι ό,τι έχει «βαλσαμώσει» κανείς, δεν μένει για πάντα – η ζωή συνεχίζει αμείλικτη, αδιάφορη, ανεπηρέαστη το δρόμο της (κι ευτυχώς!).

Το Ελληνικό Σταυρόλεξο (2000) είναι ένα μυθιστόρημα που αναφέρεται στην περίοδο ανάμεσα στις δύο δικτατορίες: του Μεταξά και του Παπαδόπουλου. Ένας δημοσιογράφος ψάχνει στο αρχείο της εφημερίδας στοιχεία για τις ταραγμένες αυτές δεκαετίες που έζησε ο πατέρας του. Το ζήτημα εδώ είναι πώς αντιλαμβάνονται σημαντικά γεγονότα της Ιστορίας όσοι όχι μόνο δεν συμμετείχαν σε αυτά, αλλά δεν τα άκουσαν κι από πρώτο χέρι, οπότε έμαθαν ό,τι έμαθαν μέσα από βιβλία και εφημερίδες. Εκείνο που εντυπωσιάζει τον ήρωα δημοσιογράφο (και αναγνώστη των ιστορικών τεκμηρίων) είναι ο τρόπος που λέγονταν τότε τα πράγματα και τελικά η μετατόπιση του νοήματος των λέξεων μέσα στο χρόνο. Παράδειγμα: στη δεκαετία του ’40 και του ’50 η λέξη «εκτελεστικό» σήμαινε αυτόματα «απόσπασμα», ενώ μετά το ’80 σημαίνει «γραφείο του ΠΑΣΟΚ».

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Τελευταίο βιβλίο που έγραψα είναι το μυθιστόρημα Το ρολόι της σκιάς (2004), που αναφέρεται στην περίοδο από τη Γαλλική μέχρι την Ελληνική Επανάσταση, δηλαδή 1789-1821, αλλά και λίγο πριν και λίγο μετά. Εδώ ένας συμβολαιογράφος ερασιτέχνης «ιστορικός», φτιάχνει το χρονικό μιας οικογένειας με αφορμή κάποια οικογενειακά κειμήλια που του εμπιστεύεται ένας στενός φίλος του. Κεντρικοί ήρωες είναι ένας ευπατρίδης των Κυθήρων, που ως πρόξενος των μεγάλων δυνάμεων της εποχής άλλαζε στρατόπεδα (Άγγλοι – Γάλλοι), μένοντας όμως πιστός στις ιδέες του Διαφωτισμού και το όραμα μιας ελεύθερης Ελλάδας, κι ένας Κορσικανός αξιωματικός του γαλλικού ναυτικού, ο οποίος μετά την ήττα του Ναπολέοντα εγκαθίσταται οικογενειακά στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα και μετά την ανεξαρτησία της ιδρύει την πρώτη Σχολή εκμάθησης της ναυτικής τέχνης. Το μυθιστόρημα αυτό ήθελε να είναι μια αντίδραση στην ελληνορθόδοξη λατρεία των «ανατολίτικων» ιδεωδών, που κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια σε μεγάλη μερίδα της διανόησης. Με δυο λόγια: ο Αριστοτέλης και ο Χάμπερμας, ο Τσιτσάνης και ο Μπαχ, ο Παπαδιαμάντης και ο Προυστ, ο Χαλεπάς και ο Ροντέν ή ο Παρθένης και ο Βαν Γκογκ μπορούν μαζί σε κάνουν απείρως πλουσιότερο απ’ ό,τι αν απορρίπτεις τους μισούς, χωρίζοντάς τους σε δυτικούς και ανατολικούς.

Πώς βιοπορίζεστε;

Πολλά χρόνια έκανα τον δικηγόρο. Κάποια στιγμή διαπίστωσα την απόσταση που χωρίζει το «κάνω» από το «είμαι» δικηγόρος κι έτσι στράφηκα στη μετάφραση λογοτεχνικών έργων από τα αγγλικά και τα γαλλικά. Η αλλαγή αυτή ήταν επιζήμια οικονομικά, αλλά σωτήρια ψυχολογικά. Άλλωστε, η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα, που λέει και το τραγούδι.

Ασχοληθήκατε με την κριτική λογοτεχνίας. Εργαζόσασταν με συγκεκριμένο τρόπο; Σας έκλεβε συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο.;

Επί δύο χρόνια έγραφα παρουσιάσεις, όχι κριτικές (δεν έχω την απαιτούμενη σκευή) ξένων μυθιστορημάτων στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας. Η παρακολούθηση των πρόσφατων εκδόσεων, η επιλογή βιβλίου, η ανάγνωσή του και το γράψιμο της εκτενούς παρουσίασης απαιτούσαν δυσανάλογα πολύ χρόνο σε σχέση με την πενιχρή αμοιβή που μπορεί να καταβάλει μια εφημερίδα για τέτοιου είδους κείμενα. Έτσι, όταν βιοπορίζεται κανείς από το λόγο, αναγκάζεται να κάνει τις επιλογές του και με αυτό το κριτήριο. Από την άλλη, ο συγγραφικός χρόνος είναι ένα ιδιαίτερα ασταθές μέγεθος, άλλοτε αφόρητα πιεστικό και απαιτητικό κι άλλοτε ανύπαρκτο ή μάλλον εν υπνώσει. Σίγουρα, όσο περισσότερο διαβάζει ένας συγγραφέας τους σπουδαίους ομοτέχνους του, τόσο περισσότερα κερδίζει. Απλώς δεν ξέρει ποτέ πώς και πότε αυτό το κέρδος θα μετουσιωθεί σε έργο.

Ασχολείστε επισταμένα με την μετάφραση λογοτεχνίας. Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Η μετάφραση είναι μεγάλο σχολείο, που σου δίνει πολύτιμα μαθήματα λόγου, ιδίως όταν ο συγγραφέας του πρωτοτύπου είναι όντως σπουδαία πένα. Εξάλλου, ο μεταφραστής είναι, όπως λένε, ο καλύτερος αναγνώστης ενός βιβλίου, άρα παίρνει και περισσότερα.

Ποιο ήταν το βιβλίο που σας παίδεψε περισσότερο από μεταφραστική άποψη και ποιο απολαύσατε περισσότερο;

Ένα και το αυτό: η Ακακία του νομπελίστα Κλοντ Σιμόν. Ένα συγκλονιστικό εν πολλοίς αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, όπου το βίωμα μεταφέρεται μέσω ενός ιδιόμορφου μακροπερίοδου λόγου, δίνοντας στον αναγνώστη μια πραγματικά νέα εμπειρία χρονικής (και γλωσσικής) ροής. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα στους απαιτητικούς αναγνώστες, όπως και το Τραμ του ίδιου συγγραφέα από τον ίδιο μεταφραστή, αλλά και το Δρόμο της Φλάνδρας σε μετάφραση Πατρ. Βελλιανίτη και Π. Παπαδόπουλου.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Θα έλεγα ότι η δική μου γενιά, οι γεννημένοι στη δεκαετία του ’50, αλλά και μετά, σημαδεύτηκε από το Δέντρο και τη Λέξη. Θαυμάζω την επιμονή και την υπομονή των φίλων (Μαυρουδής-Γουδέλης και Φωστιέρης-Νιάρχος) που τα εκδίδουν. Έχουν προσφέρει βήμα σε πολλούς νέους και δεν έχουν αφήσει να ξεχαστούν πολλοί «παλιοί». Εδώ και δεκαετίες ανακατεύουν γόνιμα τα νερά της λογοτεχνίας, που έχουν την τάση να λιμνάζουν, προσφέρουν υψηλής ποιότητας πολιτιστικό προϊόν και –το σημαντικότερο– δημιουργούν καινούργιους αναγνώστες. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα έγραφα για τον Αλκιβιάδη. (Έχω γράψει ήδη ένα διήγημα με τίτλο Η ευθύγραμμη πτήση του ορτυκιού, που δημοσιεύτηκε στα Νέα στις 30.8.2008 – το αναφέρω γιατί μπορεί όποιος θέλει να το βρει στο Ίντερνετ). Αν διαβάσει κανείς αυτά που έχουν γραφτεί για τη ζωή του, θα ανακαλύψει πολλά χαρακτηριστικά του σύγχρονου Έλληνα και μαζί μια απόδειξη της συνέχειας της φυλής, για την οποία ερίζουν πολλοί: υπερφίαλος, εγωπαθής, ασταθής, μεγαλομανής, πανούργος, ικανότατος, είρωνας, δημαγωγός, καλοπερασάκιας, αποφασιστικός, ριψοκίνδυνος…

Πώς και δεν γράψατε ποίηση;

Αν αληθεύει αυτό που λένε, ότι δηλαδή όλοι οι Έλληνες γράφουν ποίηση, τότε φαίνεται πως δεν είμαι αρκετά Έλληνας.

Αν με ρωτούσατε πού αποδίδω την συγγραφική σιωπή σας (όσον αφορά κάποιο μυθιστόρημα) θα έλεγα στην αναμονή ενός λόγου που περιμένει την πλήρη απόσταξή του για να γραφτεί, σε συνέπεια και με την ποιότητα των προηγούμενων (βιβλίων). Πόσο μέσα ή έξω έπεσα;

Εντελώς μέσα! Υπάρχει βέβαια και ο παράγοντας του βιοπορισμού, ο οποίος τα τελευταία χρόνια δεν μου επιτρέπει την πολυτέλεια που λέγαμε παραπάνω.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Δυστυχώς μόνο ό,τι μεταφράζω. Ύστερα από δέκα-δώδεκα ώρες καθημερινής ενασχόλησης (και τα Σαββατοκύριακα) με τη μετάφραση, το μόνο που μπορώ να κάνω μετά είναι να αποβλακώνομαι μπροστά στην τηλεόραση, αυτόν τον αμείλικτο εχθρό της λογοτεχνίας.

Τι γράφετε τώρα;

Αυτό τον καιρό τίποτα. Όσο ζω όμως, ελπίζω. 

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε;

Λένε πως η ζωή ξεπερνάει τη λογοτεχνία. Ποια είναι η γνώμη σας;

Ε, απαντήστε την!

Για να γράψεις πρέπει να έχεις ζήσει. Όταν γράφεις πρέπει να μη ζεις. Γράφοντας όμως ζεις μια δεύτερη ζωή.

Αυτά και σας ευχαριστώ για το χώρο που μου διαθέσατε.

Advertisements
29
Μάι.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 95

Πέτρος Αμπατζόγλου, Ισορροπία τρόμου, εκδ. Εγνατία, [Σειρά: Τραμ/Λογοτεχνία, 28.], β΄ έκδ., 1978, σ. 115-116.

Είμαι μεγάλος στα χρόνια, της είπα ξαφνικά χωρίς πρόλογο, τα μαλλιά μου έφυγαν και φαίνεται το κρανίο, ναι, είμαι μεγάλος στα χρόνια αλλά εγώ θέλω να παίξω, μεγάλωσα χωρίς κανείς να με ρωτήσει, κι εγώ θέλω να με ρωτούν για όλα όσα πρόκειται να πάθω. Και τι ήταν τα παιδικά μου χρόνια; Ένας μικρός κήπος με έναν ευκάλυπτο, σαύρες και σαλιγκάρια και σπασμένα παιχνίδια. Συλλογές από αράχνες και μια φράση σαν διαταγή «πρέπει να είσαι καλό παιδί». Τι ήταν τα εφηβικά μου χρόνια; Ένα κορίτσι μ’ ένα πράσινο φόρεμα και μια δύστροπη γάτα. Σκοτωμένοι άντρες στην επανάσταση, όλοι ριγμένοι στα ρείθρα. Γυναίκες στα μπορντέλα που με μάθανε να είμαι αρσενικό αλλά όχι άντρας. Τίποτα άλλο. (…)

Βλέπετε, αυτή τη στιγμή δεσποινίς, δεν έχω τίποτα, είμαι ένα βρέφος που στηρίζει τις ελπίδες στα γεράματα. Τα αισθήματα μου κι οι επιθυμίες μου είναι σταθερές, αλλά δεν ξέρω πια σε τι χρησιμεύει αυτή η σταθερότητα. Έγραψα μερικά ποιήματα, αλλά έχω τεχνικές δυσκολίες που εμποδίζουν τη μετάδοση της συγκίνησης που νιώθω όταν γράφω. Οι συγκινήσεις μου είναι συγκροτημένες, αλλά οι λέξεις κάνουν ό,τι θέλουν, αποκτούν θα έλεγα μια προκλητική αυτοτέλεια προδίνοντας τη συγκίνηση και λέγοντας άλλα αντ’ άλλων. Να πουλήσω το μαγαζί; Ίσως αυτό βοηθήσει την τεχνική μου. Όμως πρέπει να βρεθεί ένα πρόσωπο που να τ’ αγαπώ και να μ’ αγαπά και να με σπρώξει σ’ αυτή την απόφαση. Αυτό το πρόσωπο πρέπει να μ’ αγαπά πολύ αλλά να μην ενδιαφέρεται και για την πιθανή καταστροφή μου. Όπως καταλαβαίνετε, αυτό είναι παράλογο.

Μνήμη Τάσου Χατζητάτση

28
Μάι.
11

Blackfield – Welcome to my DNA (Kscope, 2011)

Εδώ συμβαίνει η ύστατη αποενοχοποίηση του ’70 και μόλις συλλαμβάνω την ιδέα για μια στήλη με αυτό τον τίτλο. Αν αυτά είναι τα όρια του τεχνορόκ, αν καλούμαστε και γι’ αυτό το παρεξηγημένο είδος (που τότε κατηγορούσαμε ότι δεν βγαίνει στο δρόμο, ενώ οι τωρινοί ηλεκτρονικάδες τι να σας πω, όλη μέρα μ’ ένα λάβαρο είναι) τότε δεν έχω κανένα απολύτως παράπονο. Οι τύποι μας σερβίρουν τραγούδια, με όλη τη σημασία της λέξης (κι ας τα ’χουμε ξανακούσει), μοιράζουν μελωδίες, με όλη τη σημασία της λέξης (κι ας τις ξέρουμε από κάπου), μας καλούν στον μυρωμένο τους κήπο (κι ας έχουμε ξαναξανάρθει). Αν κάπου χάνουν, αυτό είναι η αίσθηση της συνεχούς επανάληψης κι επανάβλεψης (λέω να φτιάξω μια τέτοια λέξη αντί για τον όρο ντεζαβού, που μου κάνει «του ζαβού»).

Ας πούμε: το Glass House σε αποενοχοποιεί από όλα τα τεχνορόκια από τους King Crimson ως τους Moody Blues και τους Procol Harum, ενώ το Go to Hell πίνει στην υγειά των αδελφών Fripp, σε μια συναινετική ταστοπαρέα. Ας πούμε: η ομορφοτέρα των μπαλαντών του πρώτου πενταμήνου του Έντεκα Rising of the Tide αν τραγουδιόταν από τους Trembling Blue Stars, οι πόπερς κι οι πόπιτσες θα λέγανε ωωω, ωωωω, ωωωωω – ενώ τώρα οφείλουμε να απολογηθούμε. Κι ας πούμε: το Dissolving with the Night έξυπνα ρίχνει όλο του το βάρος στα κουπλέ (φωνή, έγχορδα, ό,τι άλλο προαιρούνται) αλαφρώνοντας μετά σ’ ένα ευφυώς απλό πιανιστικό σχήμα ως την ορχηστρική του έξαψη, πάντα οργανικά. Κι άλλος αδάμας: το Blood ξεκινάει (ώπα!) με ανατολίζον κιθαροξεσπαστικό και γίνεται γερή αμιγής ροκιά. Διάρκεια: 3.17, σημείο εισαγωγής φωνητικών: 1.47. Καταλαβαίνετε δηλαδή. 4-5 εξαιρετικά τραγούδια «του είδους» σε δίσκο «τέτοιου είδους» και παραπονιόμαστε; Φωτιά θα πέσει να μας κάψει!

Εντάξει, η άλλη μπαλάντα Far Away ακολουθεί το γνωστό τυπικό της ομάδας (ελαφρώς βραχνίζουσα φωνή, βάση σε ακουστική κιθάρα, άπλωμα σε βιολί, μονοκυματική εξέλιξη) και είναι από τα πολλά τραγούδια των Blackfield που θα μπορούσαν να ανήκουν και σε δίσκο των Porcupine Tree (σε σημείο να σκέφτεσαι πως τυχόν περισσεύματα των δε να βρίσκουν θέση στους μεν, και αντίστροφα). Τα δε ανεπίτρεπτα λάι λάι λάι του Waving μου χαλάνε λίγο την αίσθηση, γιατί αν είναι να επιστρέψουμε στους Moodies, ας είναι του 67, άντε 73, όχι όμως 82! Οι τρεις προτελευταίες μπαλάντες δε μου αφήνουν το παραμικρό μόλις σιωπήσουν (πολύ φόρτωμα για το τίποτα), ενώ το τελευταίο τελευταίο DNA επιστρέφει στην απλότητα [κιθάρα και φωνή], μ’ ένα κλείσιμο ματιού στον Plant.

Υποθέτω σε ελάχιστους δεν είναι γνωστό πως οι Blackfield (εδώ στον τρίτο δίσκο τους, μετά τα Blackfield I (2004) και Blackfield II (2007)) αποτελούν παράπλευρο σχήμα του Steve Wilson των Porcupine Tree, σε συνεργασία με τον Ισραηλινό Avi Geffen, σχήμα πάντα πιστό, εκτός των παραπάνω, και σ’ έναν καθολικό πινκφλοϋδικό ήχο. Εν τέλει, καθόλου black το field. Βγάζει ακόμα καρπό, κι ας μην είναι βιολογικά «καθαρός». [7/10]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, εδώ.

27
Μάι.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 35

Gustave Flaubert, Bouvard et Pécuchet (1881)

Πού να το ήξεραν αυτές οι δυο σιαμαίες τρεκλίζουσες μορφές πόσο ταιριαστοί θα ήταν και στο σήμερα, έτσι όπως διάβαζαν τα πάντα, χωρίς να καταλαβαίνουν τίποτα…

26
Μάι.
11

Χούλιο Κορτάσαρ – Αξολότλ και άλλα διηγήματα

Δε χορτάσαμε Κορτάσαρ! (μέρος Β΄)

Μετά την πολιτική μυθιστορία του Βιβλίου του Μανουέλ, ξαναβρίσκουμε εδώ τον μαιτρ και μετρέσσο της ισπανόφωνης λογοτεχνίας, τον μοντερνιστή των επάκρων, τον Μπορχεσιανό και Αντι_Μπορχεσιανό εισαγωγέα του φανταστικού στην καθημερινότητα, τον βασανιστή και βασανισμένο της γλώσσας Χούλιο Κορτάσαρ στο κατεξοχήν δημιουργικό του πεδίο, των Κορτασάριων Φαντασιακών Διηγημάτων και Αινιγματικών Ιστοριών.

Οι 19 αυτές ιστορίες  γράφτηκαν μεταξύ 1951-1982, δηλαδή όλα τα χρόνια που ο Κορτάσαρ έζησε δισαυτοεξόριστος απ’ τους δυνάστες της χώρας του (Περόν, Βιντέλα), πρώτα στις αρχές της δεκαετίας του ’50 στο Παρίσι, ελεύθερος μεταφραστής της Ουνέσκο και πιστός Παριζιάνος ως το τέλος, ύστερα στα μέσα του ’70 τρέχοντας μακριά απ’ την κόλαση του νέου δικτάτορα, με κάθε έργο του πλέον απαγορευμένο στη χώρα του. Κι όλες περιτριγυρίζουν ένα είδος που ονομάστηκε ΝεοΦανταστικό γιατί δεν υπήρχε άλλος όρος, αδιαφορούν για τον τρόμο ή το σοκ, αλλού στοχεύουν και αλλιώς πείθουν, καφκικές και ποεϊκές, αλλά μ’ έναν ολοδικό τους λατινοαμερικανικό τρόπο, πεπεισμένες πως «η πραγματικότητα που βρίσκεται στις εξαιρέσεις, όχι στους κανόνες», πως οι παράλογες εξελίξεις τους δεν είναι περισσότερο παράλογες από την ίδια τη λογική.

Όμως το πραγματικό δέος κρύβεται στην τελευταία της σειράς, το συγκλονιστικό Κείμενο σε σημειωματάριο. Για τις ανάγκες μιας τεχνικής μελέτης καταμετρούνται με ακρίβεια οι επιβάτες που χρησιμοποιούν καθημερινά τον υπόγειο επί μια βδομάδα. Η γραμμή Άνγκλο της δεκαετίας του σαράντα αποτελεί ιδανικό ερευνητικό πεδίο. Αλλά την Τετάρτη συμβαίνει το αναπάντεχο: από τα δεκάδες χιλιάδες εισερχόμενα άτομα επέστρεψαν στην επιφάνεια τέσσερις λιγότεροι. Τέσσερις άφαντοι επιβάτες. Το λάθος αποδίδεται στις μηχανές ή τους ελεγκτές.

Τους επόμενους μήνες ο αφηγητής παίρνει τακτικά τον υπόγειο και θυμάται εκείνο το «σφάλμα». Κοιτάζει μάλιστα ειρωνικά τους επιβάτες κρεμασμένους από τις δερμάτινες χειρολαβές σαν σφαχτάρια. Κάποιες φορές όμως αρχίζει να του φαίνεται πως κάποια άτομα δεν είναι απλοί επιβάτες όπως όλοι. Πως η μισοκοιμισμένη κοπέλα στο παγκάκι της αποβάθρας δεν βρίσκεται εκεί επειδή περιμένει το επόμενο τρένο. Και νοιώθει πως κάτι εδραιωνόταν στο παράλογο, στο φόβο σχεδόν. Ο υπόγειος του φαίνεται σαν κάτι άλλο, σαν μια αργή, διαφορετική αναπνοή, ένας παλμός που δεν χτυπά για την πόλη. Όσο κι αν ανάμεσα σε σταθμούς διακρίνεται ένα είδος Άδη που διακρίνεις μόνο για μερικά δευτερόλεπτα, αποκλείει την ιδέα για νεκρές ψυχές, εγκαταλελειμμένες στοές, παρατημένες γραμμές, διχαλωτές ράγες. Και φτάνει στην ολοφάνερη κι αποτρόπαιη αλήθεια του αναγκαίου απόβλητου. Εκείνους δεν τους εντοπίζεις κάπου συγκεκριμένα: ζουν στον υπόγειο, στα τρένα, σε διαρκή κίνηση. Ο τρόπος που ζουν και κυκλοφορούν ευνοεί την ανωνυμία που τους προστατεύει.

Κι έτσι σα να αποκαλύπτεται ένα τρομερό σχέδιο σύμφωνα με το οποίο όσοι ζουν εκεί κάτω αλλάζουν συνεχώς βαγόνια και τρένα, έχουν μάθει να κοιμούνται στα καθίσματα για ένα τέταρτο της ώρας το πολύ (είκοσι τέτοια τους αρκούν για να ξεκουραστούν), αναγκάζονται να ταξιδεύουν μοναχικοί, γιατί η μνήμη συγκρατεί ευκολότερα τρία πρόσωπα μαζί την ίδια χρονική στιγμή από ένα μόνο του, σιτίζονται αποκλειστικά από τα προϊόντα των περιπτέρων των σταθμών (γι’ αυτό δείχνουν να απολαμβάνουν ένα κομματάκι σοκολάτα;) αλλάζουν στις τουαλέτες…

Μπορώ να φανταστώ ένα τελευταίο τρένο, άχρηστο πλέον, που διατρέχει τη γραμμή αναγκαστικά, αλλά στο οποίο κανείς δεν επιβιβάζεται…Οι αραιοί επιβάτες του ήταν αυτοί που συνέχιζαν τη νύχτα τους υπακούοντας απαράβατες οδηγίες. Ποτέ δεν μπόρεσα να εντοπίσω πού κατέφευγαν αναγκαστικά τις τρεις ώρες που ο υπόγειος ακινητοποιείται, από τις δυο έως τις πέντε τα ξημερώματα. Ή παραμένουν σε κάποιο βαγόνι που σταθμεύει σε μια νεκρή γραμμή (και σ’ αυτή την περίπτωση ο οδηγός πρέπει να είναι ένας απ’ αυτούς) ή ανακατεύονται σποραδικά με το νυχτερινό προσωπικό καθαριότητας.. προτιμώ να υποψιάζομαι την επιλογή του τούνελ, άγνωστο στους απλούς επιβάτες…Αυτοί εξακολουθούν κατά κάποιο τρόπο να ζουν χωρίς να βγαίνουν από τα τρένα ή από τις αποβάθρες των σταθμών. (σ. 298-299)

Ο υπόγειος άλλωστε αποτελεί και το ιδανικό και μόνο πεδίο για έναν μοναχικό άνθρωπο που αδυνατεί να επικοινωνήσει με το άλλο φύλο: μόνο εκεί ελπίζει να βρει μια αντίστοιχη, δίδυμη μοναχικότητα (Χειρόγραφο που βρέθηκε μέσα σε μια τσέπη). Φυσικά δεν θα μπορούσε από τον κατάλογο των Κορτασάριων Εφιαλτών να λείπει ο Δεύτερος Εαυτός, η πίσω μας όψη, ο Άλλος εμείς. Εδώ ανήκει και δεν ανήκει η γνωστή και από άλλα ευγενή λογοτεχνήματα αιφνιδιαστική αποκάλυψη πως αυτός που μας περιγράφει κάποια ζώα (στη συγκεκριμένη περίπτωση τους γυρίνους Αξολότλ) ίσως είναι κι ο ίδιος ένας εξ αυτών (Αξολότλ), εδώ και οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους μας βλέπουν οι άλλοι – κι εντέλει ποιος έχει δίκιο, αυτοί ή εμείς; (Η άλλη. Ημερολόγιο της Αλίνα Ρέγιες).

Εκδ. Πάπυρος, [σειρά Letras – Ισπανόφωνοι και πορτογαλόφωνοι συγγραφείς], 2009, μτφ. Ισμήνη Κανσή 313 σ., με 9 σημειώσεις της μεταφράστριας. Η αρχική προέλευση των διηγημάτων (συλλογή, χρονολογία κλπ.) αναγράφεται στην αρχή του βιβλίου.

25
Μάι.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 50. Χρήστος Αστερίου

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Το άτυπο πάνθεον των «αγαπημένων συγγραφέων» μεταβάλλεται με την διάθεση και το πέρασμα του χρόνου. Υπάρχει μια αστείρευτη φανταστική βιβλιοθήκη απ’ την οποία ανασύρω κάθε τόσο ένα κείμενο, διαβασμένο ήδη ή αδιάβαστο. Του Κόνραντ κάθε τόσο, του Ζέμπαλντ, του Σελίν, του Κουτσί. Του Ντανίλο Κις, του Γονατά, του Ρίλκε, του Κλάιστ. Του Μπάμπελ, του Ναμπόκοφ, του Παπαδιαμάντη, του Βιζυηνού. Αν είχα την υπομονή θα σκάρωνα ένα τρόπο αρχειοθέτησης με βάση την κρυφή μουσική των βιβλίων, όπως στα CD, μια εντελώς προσωπική μέθοδο που δεν θα στηριζόταν στο γνωστό δεκαδικό σύστημα Ντιούι αλλά στις αόρατες παρτιτούρες των κειμένων.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Σχεδόν όλα τα διηγήματα του Τσέχοφ που αποδεικνύουν πως με τα ελάχιστα μπορεί να γραφτεί μεγάλη λογοτεχνία. Γενικά η ρώσικη σχολή. Αλλά και ο Μωπασάν, ο Πόου, ο Καλβίνο κι ένα σωρό άλλοι.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Με τους ήρωες ζω τόσο έντονα την εποχή της συγγραφής που χωρίζουμε οριστικά μόλις ο εκδότης παραλάβει την τελευταία διόρθωση. Από τότε δεν αποζητάμε ο ένας τον άλλο. Είναι μάλλον μια σχέση πάθους που καταλήγει σε παταγώδη χωρισμό.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Κούρτς από την «Καρδιά του σκότους» για την αρρωστημένη μεγαλοφυΐα του και ο Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε για την κομψή του φαντασία.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Οποιαδήποτε προσπάθεια για συγγραφή εκτός γραφείου έχει αποτύχει κραγαυλέα. Ζηλεύω όσους γράφουν σε καφέ με απόλυτη συγκέντρωση. Εγώ δεν θα μπορούσα να σημειώσω παρά μόνο τα ψώνια της επόμενης μέρας.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το «Ταξίδι του Ιάσονα Ρέμβη» είναι ένα βιβλίο για το βάρος της μετριότητας και τα όρια του καλλιτεχνικού έργου. Ο ήρωάς μου, ένας ελληνοαυστραλός ζωγράφος ονόματι Ιάσονας Ρέμβης επιχειρεί ένα ταξίδι αυτογνωσίας στα πατρικά εδάφη της οδού Μιχαήλ Βόδα σε αναζήτηση απαντήσεων. Προσπάθησα να δομήσω το βιβλίο με τέτοιο τρόπο, ώστε η εκάστοτε αφηγούμενη πραγματικότητα να υπονομεύεται συνεχώς από μιαν άλλη. Κάτι σαν μπάμπουσκα που αποκαλύπτει μια ολοένα μικρότερη φιγούρα εις το διηνεκές.

Ασχοληθήκατε και με τη μετάφραση – και βλέπω ιδιαίτερα απαιτητικούς συγγραφείς [Κρίστα Βολφ (Με σάρκα και οστά), Χανς Γκέοργκ Γκάνταμερ (Χρόνια φιλοσοφικής μαθητείας)] Πως ήταν η εμπειρία; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Η μετάφραση είναι μια πολύ επίπονη προσπάθεια, ιδιαίτερα όταν αναμετριέσαι με απαιτητικά λογοτεχνικά έργα. Το διάβασμα και η μετάφραση είναι μια άσκηση ανεκτίμητης αξίας που σε προπονεί στο άθλημα της υπομονής. Το στοίχημα μιας επιτυχημένης μετάφρασης είναι να πιστέψει αυτός που την διαβάζει πως γράφτηκε εξ’ αρχής στην γλώσσα-προορισμό.

Πώς βιοπορίζεστε;

Ακολούθησα τεθλασμένη γραμμή στον επαγγελματικό τομέα (ιδρυτικό μέλος και υπεύθυνος του γερμανικού τμήματος στο ΕΚΕΜΕΛ, τραπεζικός υπάλληλος κλπ) και καταστάλαξα στην Μέση Εκπαίδευση. Η επαφή με τα παιδιά είναι πάντα αναζωογονητική ενώ το συγκεκριμένο επάγγελμα μου προσφέρει την πολυτέλεια του ελεύθερου χρόνου. Τα μεσημέρια βγάζω τη στολή του καθηγητή και φοράω το μανδύα του συγγραφέα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Μαγεύτηκα πρόσφατα διαβάζοντας για την ζωή του Νίκολα Τέσλα. Έχει όλα τα στοιχεία για μια μονογραφία κι αν ποτέ υπήρχε πιθανότητα ν’ ασχοληθώ με κάτι τέτοιο νομίζω πως αυτός θα μου κινούσε πιο πολύ την περιέργεια. Ήταν μια προσωπικότητα ευρύτατης μόρφωσης με περιπετειώδη ζωή που καταστράφηκε οικονομικά κάμποσες φορές στην πορεία ξεκινώντας αγόγγυστα από το μηδέν.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης ή ταινία;

Οι τέχνες είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Πολλές φορές η έμπνευση για ένα διήγημα ή για ένα ολόκληρο βιβλίο έρχεται από μια ταινία, από ένα τραγούδι ή από έναν πίνακα. Συχνά ζηλεύω την απλότητα των ιστοριών που αφηγείται ο Γούντυ Άλλεν -για να φέρω ένα παράδειγμα- και μπαίνω στη διαδικασία να φανταστώ τις ταινίες του σε μορφή βιβλίου. Το ίδιο σκέφτηκα πρωτοβλέποντας το «Συνεκδοχή, Νέα Υόρκη». Η λίστα είναι ατέλειωτη.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Είμαι κλασσικό παράδειγμα πεζογράφου που ξεκίνησε από την ποίηση. Έστελνα μανιωδώς ποιήματα προς κρίση στον Πέτρο Χάρη και είδα ένα απ’ αυτά να δημοσιεύεται στη Νέα Εστία. Ήμουν δεκαπέντε χρονών και τρελλάθηκα από τη χαρά μου. Ύστερα τύπωσα μια (ευτυχώς εξαντλημένη πια) συλλογή στο τυπογραφείο των εκδόσεων Στιγμή. Μπορεί να μην ευδοκίμησε το ποιητικό μου τάλαντο, αλλά ήμουν τυχερός που γνώρισα σ’ εκείνο το τυπογραφείο της Ζωοδόχου Πηγής μεγάλες προσωπικότητες. Τα θρυλικά Σάββατα της δεκαετίας του ΄90 μαζευόταν εκεί η παρέα του Παναγιώτη Κονδύλη, του Ε.Χ. Γονατά, της Κικής Δημουλά, του Σπύρου Τσακνιά, του Δημήτρη Μαρωνίτη, του Ηλία Παπαδημητρακόπουλου, του Στυλιανού Αλεξίου. Ξεκινούσαν με τσίπουρα και κουβέντα, ύστερα καταλήγαμε ως αργά το απόγευμα σε κάποια ταβέρνα. «Χρωστάω» στην ποίηση και συνεχίζω όσο μπορώ να παρακολουθώ ό,τι βγαίνει. Άλλωστε επιμελήθηκα τις επιστολές του Δ.Π. Παπαδίτσα προς τον λογοτεχνικό μου «δάσκαλο», Ε.Χ. Γονατά, κι έχω στο αρχείο μου αρκετά χειρόγραφα και των δυο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το τελευταίο βιβλίο του Εσνόζ για τον Εμίλ Ζάτοπεκ. Ως εκπρόσωπος μιας νέας μυθιστορηματικής αβάντ γκάρντ ο Εσνόζ έχει κάτι το ανάλαφρα παιγνιδιάρικο στη γραφή του. Πάντα μια ενδιαφέρουσα πρόταση για διάβασμα.

Τι γράφετε τώρα;

Τελειώνω ένα βιβλίο που θα κυκλοφορήσει τους προσεχείς μήνες από τις Εκδόσεις Πόλις. Πρόκειται για ένα πολυφωνικό, πολιτικό στη βάση του μυθιστόρημα που διαδραματίζεται την πρώτη περίοδο της οικονομικής κρίσης. Έχω την εντύπωση πως η εποχή καλεί σε πιο ρεαλιστικές λογοτεχνικές καταθέσεις και δεν επιτρέπει τις ενδοσκοπήσεις των προηγούμενων χρόνων.

24
Μάι.
11

Χούλιο Κορτάσαρ – Το βιβλίο του Μανουέλ

Δε χορτάσαμε, Κορτάσαρ!

Μπορεί να περιγραφεί με λόγια η νέα/νεωτερική μουσική; Μπορεί να περιγραφεί με μουσικούς όρους η νέα/νεωτερική λογοτεχνία; Αδύνατον, ακούω και μονολογώ. Κι όμως, μόλις στο 33ο λεπτό του αγώνα (γιατί μόνο σαν παιχνίδι και γλωσσο-λογοτεχνικός αγώνας μπορεί να νοηθεί κάθε βιβλίο του Κορτάσαρ), έστω στην 33η σελίδα του βιβλιοπαίγνιού του ο υπέροχος Αργεντινός περιγράφει περίφημα και τα δύο: πρώτα τη μουσική του Στοκχάουζεν που τον είχε συγκλονίσει αλλά στο βάθος και τη δική του οπτική για μια νεότερη, νεότατη, νεωτερικότατη γραφή.

Έτσι είναι λοιπόν, αρκεί να επαναλάβεις ένα απόσπασμα του δίσκου για να το διαπιστώσεις· ανάμεσα στους ήχους, τους ηλεκτρονικούς ή παραδοσιακούς αλλά παραλλαγμένους με τη χρήση φίλτρων και μικροφώνων, όπως το συνηθίζει ο Στοκχάουζεν, ακούγεται πού και πού ξεκάθαρα, με τον δικό του ξεχωριστό ήχο, το πιάνο. Κι είναι τόσο απλό κατά βάθος: ο παλιός κι ο νέος άνθρωπος μέσα σ’ αυτόν τον ίδιο άνθρωπο τον στρατηγικά τοποθετημένο έτσι που να κλείνει το τρίγωνο της στερεοφωνίας, η ρήξη μιας υποτιθέμενης ενότητας που ξεγυμνώνει ένας Γερμανός μουσικός μεσάνυχτα σ’ ένα διαμέρισμα του Παρισιού. Έτσι είναι, παρά τα τόσα χρόνια ηλεκτρονικής ή τυχαίας μουσικής, free jazz (αντίο, αντίο μελωδία, αντίο και σ’ εσάς παλιοί καθορισμένοι ρυθμοί, κλειστές φόρμες, αντίο σονάτες, αντίο αρμονικές μουσικές, αντίο περούκες, ατμόσφαιρες των tone poems, αντίο στο προβλέψιμο, αντίο στο πιο αγαπημένο κομμάτι των ηθών), και έτσι ακόμα ο παλιός άνθρωπος εξακολουθεί να ζει και να θυμάται….

… ο ήχος του πιάνου συντήκει αυτές τις επιβιώσεις που ποτέ δεν ξεπεράστηκαν, καταμεσής ενός ηχητικού συμπλέγματος όπου όλα είναι ανακάλυψη ξεμυτίζουν σαν παλιές φωτογραφίες με το χρώμα και τον παλμό τους, από το πιάνο μπορεί να γεννηθεί η λιγότερο πιανιστική σειρά από νότες ή ακόρντα, αλλά το όργανο βρίσκεται εκεί, αναγνωρίσιμο, το πιάνο μιας άλλης μουσικής, μια παλιά Ανθρωπότητα, μια Ατλαντίδα του ήχου καταμεσής του νέου καινούργιου κόσμου.

Κι ιδού το πιάνο σε ρόλο γέφυρας μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος! Πόσο μακριά βρίσκεσαι, Καρλχάιντς Στοκχάουζεν, μοντέρνε μουσικέ, που πας και βάζεις ένα ηλεκτρονικό πιάνο καταμεσής των ηλεκτρονικών ιριδισμών· δεν πρόκειται για επίκριση, σ’ το λέω απ’ τα βάθη της καρδιάς μου, απ’ τη θέση ενός συνοδοιπόρου. Το ’χεις κι εσύ το πρόβλημα της γέφυρας, πρέπει να βρεις τον τρόπο να μιλήσεις κατανοητά, τη ώρα που ίσως η τεχνική σου και η πιο σταθερή σου πραγματικότητα απαιτούν από σένα να κάψεις το πιάνο….Η γέφυρα λοιπόν. …Γιατί κάθε έργο είναι μια γέφυρα όσο οι άνθρωποι δεν τη διασχίζουν.

Την πρώτη φορά που ένας πιανίστας διέκοψε την εκτέλεση ενός μουσικού κομματιού για να περάσει τα δάχτυλά του απ’ τις χορδές σαν να επρόκειτο για άρπα, ή που χτύπησε το ξύλινο σώμα του οργάνου κρατώντας το ρυθμό ή υποδεικνύοντας μια προσωδιακή τομή, εκτοξεύτηκαν παπούτσια στη σκηνή· τώρα οι νέοι θα ξαφνιάζονταν αν οι ηχητικές χρήσεις ενός πιάνου περιορίζονταν στα πλήκτρα του. Άραγε το κομμάτι αυτό γράφτηκε σήμερα; Όχι, γράφτηκε το …1973! (όλα τα σπουδαία τούτα στις σελίδες 32 – 37). Ας σημειωθεί πως σ’ άλλο παράλληλο σύμπαν, η αυτοσχεδιαστική του γραφή ακολούθησε, ως έλεγε, τους αυτοσχεδιασμούς της τζαζ, μουσική που υπεραγαπούσε. Άλλωστε ένα από τα βιβλία του (Ο Κυνηγός/ El Perseguidor (1959)) αφορούσε τη ζωή του Charlie Parker.

Εδώ ο Κορτάσαρ αφήνει κατά μέρος διηγήματα και φαντασίες και μυθιστορεί. Ιδού πώς γράφεται λοιπόν το Βιβλίο του Μανουέλ: 15 πρόσωπα που βρίσκονται στο Παρίσι στις αρχές του ’70, αυτοεξόριστα κι επί το πλείστον ετεροεθνή, συνεργάζονται σε πράξεις αντίστασης κατά των δεινών της κοινωνίας, της πολιτικής, του καταναλωτισμού και πασών σχετικών διαφθορέων, σε α λα Γκι Ντεμπόρ σουρεάλ πρακτικές (και κάποια γιουρούσια π.χ. σε αποθήκες τροφίμων και μοίρασμά τους σε παραγκογειτονιές του Παρισιού), με τις απαραίτητες μεταξύ τους συζητήσεις, μονολογήσεις, συζεύξεις και συνευρέσεις.

Το βιβλίο γράφεται, μάλλον κατασκευάζεται συλλογικά, για τον Μανουέλ, το μωρό δυο εραστών της παρέας, σαν ένας οδηγός για έναν καλύτερο κόσμο, σαν μια κιβωτός που περιλαμβάνει τα πάντα της συγκεκριμένης συγκυρίας, εξ ου και η ενσωμάτωση μέσα στο κείμενο αυτούσιων αποσπασμάτων (φωτογραφημένων!) από τον Τύπο της εποχής, εφόσον άλλωστε οι ήρωες επιδίδονται σε καθημερινή ανάγνωση λατινοαμερικάνικων και γαλλικών εφημερίδων. Χαρακτήρες που ξέρουν πως «η ανυπομονησία είναι η μητέρα όλων εκείνων που σηκώνονται και πάνε και χτυπάνε μια πόρτα ή μια σελίδα», που λένε δεν ξέρω γιατί μας μισούν, υποθέτω πως μόνο και μόνο επειδή είμαστε διαφορετικοί κι επειδή μπορούμε να ’μαστε ευτυχισμένοι.

Ο Κορτάσαρ υπήρξε πάντα υποστηρικτής των επαναστατικών κινημάτων της Λατινικής Αμερικής (στην ουσία κάθε κίνησης ελευθερίας ενάντια σε δυνάστες και δικτάτορες), έχοντας το σπίτι του ανοιχτό για κάθε εξόριστο ή διωκόμενο Λατινοαμερικανό, ενώ τάχθηκε ανοιχτά υπέρ Κάστρο, Τσε, Αλιέντε, Σαντινίστας. Στη λογοτεχνία του όμως προτίμησε τον διαχωρισμό από κάθε εμφανή πολιτική στράτευση, σε μια ομολογουμένως σπάνια και πεντακάθαρη επιθυμία να αφήσει αμφότερα τα σύμπαντα της γραφής και της πολιτικής μόνα κι ανεπηρέαστα.

Έτσι κι εδώ, το ΒτΜ (τα δικαιώματα του οποίου άλλωστε ο συγγραφέας παραχώρησε για την αρωγή των πολιτικών κρατουμένων στην Αργεντινή) ντύνεται φαντασιακό ντοκιμαντέρ για την εποχή του, μια εποχή γεμάτη σκότος και μέλλον, ικανή για τα πάντα αλλά κι έτοιμη να πέσει στο γκρεμό. Και κάπου εδώ ο σινεγνώστης Γουδέλης μας θυμίζει πως και σε παλαιότερό του διήγημα του Κορτάσαρ (Η μωρολογία του διαβόλου/The devil’s drivel, από τη συλλογή Η μεγέθυνση και άλλες ιστορίες/The blow up and other stories) υπήρχε η ίδια προβληματική, στην οποία βασίστηκε το Αντονιόνιο Blow up.

portada-libro-manuel_grande

Χτύπησε το τηλέφωνο, ήμουν εγώ… (σ. 26)

Γι’ αυτό και η όποια «υπόθεση» δεν είναι στατική αλλά γίνεται κάθε φορά και άλλη (είναι γνωστή η καθολική άποψη πως οι ιστορίες του Κορτάσαρ δεν επιδέχονται περιγραφή ή περίληψη), γι’ αυτό και μπορεί κάποιες φορές να σε εξουθενώνει η παραληρηματική λεξοδιάρροια, το πέταγμα απ’ τόναθέμαστάλλο, το κυνήγι του καταλαβίσματος αλλά αν μπεις στο παιχνίδι μετά δε θες να βγεις, για να μην πω τους απαντάς κιόλας! Ιδού ενδεικτικό απόσπασμα, να δείτε την εναγώνια αναζήτηση εκφραστικών τρόπων (πόσο μάλλον για την έκφραση ερωτισμών και ερωτοτροπήσεων] αλλά και τον μεταφραστικό αγώνα/αγωνία της μεταφράστριας [σελ. 53]:

Μου τη σπασώνει αυτή η λαμπούρα, σκέψου ότι άμα είσαι τυχερός για αρχή πρέπει να εξαυτώσεις μια κοπελούτσα…όλο πούδρα, φατσούλα από γιαπωνέζικο πάρκο σαββατόβραδο, μόνο που στο μέρος του αναπνευστή έχει ένα ρέλι μαυρομπλέ και στην αυγουλιέρα μια ρίγα που συνεπώνει το διπλό εστιασμένο στο μαγούλι, κι εγώ πρέπει να της ξεκρεπάρω τα υπνοκάπακα, να κόψω ελαστικούς ιστούς και να κατεβάσω τους κολληματισμένους μέχρι να δω κάθε τσάκισμά της, κάθε σταθέρωμα…

.. ενώ ήδη εντάσσω οπωσδήποτε στο λεξικό λέξεις όπως μολυβοτσιρίγματα, λεκανοκιτάπι, μοιροβάτης, ιερώνω και τόσες άλλες, καθώς και την διόλου άσχετη έκφραση εκκενώνω τις σκέψεις μου. Γιατί αυτό θα πει homo faber, αλλά υπάρχουν τόσα faber, νούμερο ένα, δύο, τρία, μυτερά ή φαγωμένα, ολόκληρα ή κολοβά. Γιατί το παράλογο δεν είναι παρά η προϊστορία του ανθρώπου.

Εκδ. Κέδρος, 2008, μτφ. Βασιλική Κνήτου, 577 σελ. [Julio Cortázar, Libro de Manuel, 1973].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr




Μαΐου 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ.   Ιον. »
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  

Blog Stats

  • 980.356 hits

Αρχείο

Advertisements