Αρχείο για Μαΐου 2011

31
Μάι.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 51. Θωμάς Σκάσσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ομολογώ την αμαρτία μου: δεν είμαι από αυτούς που θαυμάζουν κάποια πολύ μεγάλα ονόματα. Έπληξα αφάνταστα διαβάζοντας κάποτε τον Ηλίθιο, το Κόκκινο και το μαύρο, τον Δόκτορα Φάουστους και ορισμένα άλλα. Μπορεί ως άνθρωπος που προσπαθεί κι ο ίδιος να γράψει, να θαύμασα τους συγγραφείς τους και να ζήλεψα το μέγεθος του εγχειρήματος και τον τρόπο με τον οποίο το είχαν φέρει σε πέρας, αλλά ως αναγνώστης κοιτούσα κάθε τόσο να δω πόσες σελίδες απομένουν, γιατί φυσικά δεν επιτρέπεται να αφήσεις στη μέση –προς Θεού!– έναν Ντοστογιέφσκι, έναν Σταντάλ, έναν Μαν. Έχω κάνει όμως κι άλλη αμαρτία: τρεις φορές ξεκίνησα την ανάγνωση του Οδυσσέα (την πρώτη μάλιστα στα αγγλικά, ο αφελής), δύο του Αναζητώντας το χαμένο χρόνο και τα άφησα πριν φτάσω καλά καλά στη μέση. Εδώ όμως υπάρχει μια μεγάλη διαφορά: Τον Τζόυς και τον Προυστ τους φυλάω ως κόρη οφθαλμού για τα γεράματα. Ξέρω ότι θα είναι καλή συντροφιά στις μακρόσυρτες ώρες της απραξίας· μια επιστροφή στη ζωή, όταν όλη η ζωή θα βρίσκεται πια πίσω. Και κάτι ακόμα: τέτοια μυθιστορήματα θέλουν χρόνο και ωριμότητα για να τα απολαύσεις· απαιτείται διαρκής αφοσίωση και όχι βιαστικές επισκέψεις για να σε διαποτίσει ο χρόνος τους.

Έχω όμως κι εγώ τις όχι και τόσο «παλιές» μεγάλες αγάπες μου: τον Μπόρχες, τη Γουλφ, τη Γιουρσενάρ, τον Φουέντες, τον Φώκνερ, τον Κορτάσαρ, τον Κλοντ Σιμόν, τον Μπέκετ, τον Κάφκα, τον Ναμπόκοφ…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Όρεξη να έχει κανείς να διαβάζει: Ο θάνατος του Αρτέμιο Κρουζ (Κάρλος Φουέντες), Η ιστορία ενός αιχμαλώτου (Στρατής Δούκας), Το κιβώτιο (Άρης Αλεξάνδρου), Οι ακυβέρνητες πολιτείες (Στρατής Τσίρκας), Έξι νύχτες στην Ακρόπολη (Γιώργος Σεφέρης), Μάρτιν ο φαταούλας (Γουίλιαμ Γκόλντινγκ), Η κάθοδος των εννιά, Μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο, (Θανάσης Βαλτινός), Η Ακακία (Κλοντ Σιμόν), Τα απομνημονεύματα του Αδριανού (Μαργκερίτ Γιουρσενάρ), Από το στόμα της παλιάς Ρέμινγκτον (Γιαννης Πάνου), Το τρίτο στεφάνι (Κώστας Ταχτσής), Η αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ (Βλάντιμιρ Ναμπόκοφ), Ισμαήλ Φερίκ πασάς (Ρέα Γαλανάκη), Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα (Άλκη Ζέη), Underground ή ένας ήρωας του καιρού μας (Βλάντιμιρ Μακάνιν), Ο μετρ και η Μαργαρίτα (Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ), Η τύφλωση (Ελίας Κανέτι), Η Μικρά Αγγλία (Ιωάννα Καρυστιάνη), Ο φύλακας στη σίκαλη (Τζ. Ντ. Σάλιντζερ), Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ (Χόρχε Σεμπρούν), Ο Ξένος (Αλμπέρ Καμύ)…

Μα πάνω απ’ όλα, το «ευαγγέλιό» μου είναι το Κουτσό του αθάνατου Χούλιο Κορτάσαρ στην εξαιρετική μετάφραση του Κώστα Κουντούρη.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όλα τα διηγήματα του Μπόρχες. Οι Δουβλινέζοι του Τζόυς, Οι φωνές του Μαρακές του Κανέτι, Οι τρεις γυναίκες του Μούζιλ, ο Μπιντές του Μάριου Χάκκα, τα κομψοτεχνήματα του Ηλία Παπαδητρακόπουλου και του Ε. Χ. Γονατά και φυσικά, ο μέγιστος Βυζιηνός.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Μισέλ Φάις και ο Χρήστος Χρυσόπουλος για τη δύναμη του λόγου, το χειρισμό της γλώσσας, τον πλούτο του λεξιλογίου τους και τη συνολική θεματολογία και διατύπωση των έργων τους, που αποφεύγουν επίμονα να κολακέψουν το ευρύ κοινό και τις αδυναμίες του και δεν κυνηγούν τη σφραγίδα «ευπώλητο».

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Πριν από μερικά χρόνια, κάποιοι άνθρωποι αποφάσισαν να αφήνουν βιβλία σε δημόσιους χώρους, για να τα παίρνει και να τα διαβάζει δωρεάν όποιος ήθελε. Με συγκίνηση λοιπόν είδα σε σχετικό ρεπορτάζ του «Ταχυδρόμου», μια φωτογραφία με το Βαλσαμωμένο Γάτο μου στην αγκαλιά ενός αγάλματος κοντά στις στήλες του Ολυμπίου Διός. Η συνάντηση ενός μαρμάρινου αγάλματος κι ενός βαλσαμωμένου γάτου θα συγκινούσε άλλωστε κάθε σουρεαλιστή. Μόνο που μελαγχόλησα όταν σκέφτηκα τη βροχή. Τα βιβλία είναι σαν τις γάτες, φοβούνται το νερό.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας; Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής;

Γράφω στο σπίτι, σε κάποιο σπίτι, ποτέ σε ανοιχτό χώρο ή σε μέρη απ’ όπου είμαι περαστικός. Πρέπει να υπάρχει ησυχία, όσο το δυνατόν λιγότεροι περισπασμοί (κυρίως ηχητικοί), λιγότερα τηλεφωνήματα, λιγότερες υποχρεώσεις, λιγότερο άγχος καθημερινής ενασχόλησης με τα τετριμμένα, αλλά αναγκαία. Το γράψιμο είναι μεγάλη πολυτέλεια· γι’ αυτό και οι πραγματικά μεγάλοι συγγραφείς ήταν απίστευτα εγωιστές: έπρεπε να εξασφαλίσουν πάση θυσία τους όρους αυτής της πολυτέλειας.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν παγιδεύω· παγιδεύομαι. Κάποιες σκέψεις έρχονται και ξανάρχονται ώσπου μου γίνονται έμμονη ιδέα. Τότε μόνο αξίζει να γράψει κανείς· όταν έχει πράγματι κάτι να πει, δηλαδή όταν τον καίει κάτι. Γενικώς, μαζεύω στοιχεία, κυρίως αποσπάσματα, φράσεις, εντυπώσεις από αναγνώσματα (βιβλία, εφημερίδες κι άλλα έντυπα), τα καταγράφω σε τετράδια και ξέρω ότι κάποτε θα τα χρησιμοποιήσω ως μαγιά ή τσιμέντο και τούβλα για το χτίσιμο ενός βιβλίου. Και το χτίσιμο αυτό, όταν δεν γίνεται στη σιωπή, συνοδεύεται από κλασική μουσική, μια μουσική που διαστέλλει το χρόνο και δεν τον περιορίζει, μια μουσική που δεν έχει λόγια. Βρίσκω ότι τα λόγια, ακόμα κι αν είναι σε ξένη γλώσσα, απασχολούν ένα κομμάτι του μυαλού, το οποίο εμένα προφανώς δεν μου περισσεύει.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά.  

Από τα πρωτόλεια διηγήματα της συλλογής Συλλέκτης Αποκομμάτων (1986) ξεχωρίζω το ομώνυμο τελευταίο διήγημα, που αναφέρεται στην κλοπή ενός βιολιού Στραντιβάριους από ένα λάτρη της μουσικής. Τα υπόλοιπα ήταν νεανικές απόπειρες ανεύρεσης ύφους και προσανατολισμού και ως τέτοια δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Ο Βαλσαμωμένος Γάτος (1988) είναι μια νουβέλα για τον αποχαιρετισμό ή τη δυσκολία αποχαιρετισμού (της ζωής, των πραγμάτων που αγάπησε κανείς, και τελικά ενός προσφιλούς συγγενικού προσώπου). Όλα αυτά προκύπτουν από την αφήγηση δύο γυναικών: μιας γηραιάς κυρίας και μιας φοιτήτριας που της κρατάει κάποιες ώρες την εβδομάδα συντροφιά. Οι κουβέντες και οι σκέψεις των δύο ηρωίδων εναλλάσσονται στα 24 κεφάλαια του βιβλίου, μέχρι την τραγική κορύφωση του τέλους, όπου φαίνεται πως ακόμα κι ό,τι έχει «βαλσαμώσει» κανείς, δεν μένει για πάντα – η ζωή συνεχίζει αμείλικτη, αδιάφορη, ανεπηρέαστη το δρόμο της (κι ευτυχώς!).

Το Ελληνικό Σταυρόλεξο (2000) είναι ένα μυθιστόρημα που αναφέρεται στην περίοδο ανάμεσα στις δύο δικτατορίες: του Μεταξά και του Παπαδόπουλου. Ένας δημοσιογράφος ψάχνει στο αρχείο της εφημερίδας στοιχεία για τις ταραγμένες αυτές δεκαετίες που έζησε ο πατέρας του. Το ζήτημα εδώ είναι πώς αντιλαμβάνονται σημαντικά γεγονότα της Ιστορίας όσοι όχι μόνο δεν συμμετείχαν σε αυτά, αλλά δεν τα άκουσαν κι από πρώτο χέρι, οπότε έμαθαν ό,τι έμαθαν μέσα από βιβλία και εφημερίδες. Εκείνο που εντυπωσιάζει τον ήρωα δημοσιογράφο (και αναγνώστη των ιστορικών τεκμηρίων) είναι ο τρόπος που λέγονταν τότε τα πράγματα και τελικά η μετατόπιση του νοήματος των λέξεων μέσα στο χρόνο. Παράδειγμα: στη δεκαετία του ’40 και του ’50 η λέξη «εκτελεστικό» σήμαινε αυτόματα «απόσπασμα», ενώ μετά το ’80 σημαίνει «γραφείο του ΠΑΣΟΚ».

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Τελευταίο βιβλίο που έγραψα είναι το μυθιστόρημα Το ρολόι της σκιάς (2004), που αναφέρεται στην περίοδο από τη Γαλλική μέχρι την Ελληνική Επανάσταση, δηλαδή 1789-1821, αλλά και λίγο πριν και λίγο μετά. Εδώ ένας συμβολαιογράφος ερασιτέχνης «ιστορικός», φτιάχνει το χρονικό μιας οικογένειας με αφορμή κάποια οικογενειακά κειμήλια που του εμπιστεύεται ένας στενός φίλος του. Κεντρικοί ήρωες είναι ένας ευπατρίδης των Κυθήρων, που ως πρόξενος των μεγάλων δυνάμεων της εποχής άλλαζε στρατόπεδα (Άγγλοι – Γάλλοι), μένοντας όμως πιστός στις ιδέες του Διαφωτισμού και το όραμα μιας ελεύθερης Ελλάδας, κι ένας Κορσικανός αξιωματικός του γαλλικού ναυτικού, ο οποίος μετά την ήττα του Ναπολέοντα εγκαθίσταται οικογενειακά στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα και μετά την ανεξαρτησία της ιδρύει την πρώτη Σχολή εκμάθησης της ναυτικής τέχνης. Το μυθιστόρημα αυτό ήθελε να είναι μια αντίδραση στην ελληνορθόδοξη λατρεία των «ανατολίτικων» ιδεωδών, που κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια σε μεγάλη μερίδα της διανόησης. Με δυο λόγια: ο Αριστοτέλης και ο Χάμπερμας, ο Τσιτσάνης και ο Μπαχ, ο Παπαδιαμάντης και ο Προυστ, ο Χαλεπάς και ο Ροντέν ή ο Παρθένης και ο Βαν Γκογκ μπορούν μαζί σε κάνουν απείρως πλουσιότερο απ’ ό,τι αν απορρίπτεις τους μισούς, χωρίζοντάς τους σε δυτικούς και ανατολικούς.

Πώς βιοπορίζεστε;

Πολλά χρόνια έκανα τον δικηγόρο. Κάποια στιγμή διαπίστωσα την απόσταση που χωρίζει το «κάνω» από το «είμαι» δικηγόρος κι έτσι στράφηκα στη μετάφραση λογοτεχνικών έργων από τα αγγλικά και τα γαλλικά. Η αλλαγή αυτή ήταν επιζήμια οικονομικά, αλλά σωτήρια ψυχολογικά. Άλλωστε, η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα, που λέει και το τραγούδι.

Ασχοληθήκατε με την κριτική λογοτεχνίας. Εργαζόσασταν με συγκεκριμένο τρόπο; Σας έκλεβε συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο.;

Επί δύο χρόνια έγραφα παρουσιάσεις, όχι κριτικές (δεν έχω την απαιτούμενη σκευή) ξένων μυθιστορημάτων στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας. Η παρακολούθηση των πρόσφατων εκδόσεων, η επιλογή βιβλίου, η ανάγνωσή του και το γράψιμο της εκτενούς παρουσίασης απαιτούσαν δυσανάλογα πολύ χρόνο σε σχέση με την πενιχρή αμοιβή που μπορεί να καταβάλει μια εφημερίδα για τέτοιου είδους κείμενα. Έτσι, όταν βιοπορίζεται κανείς από το λόγο, αναγκάζεται να κάνει τις επιλογές του και με αυτό το κριτήριο. Από την άλλη, ο συγγραφικός χρόνος είναι ένα ιδιαίτερα ασταθές μέγεθος, άλλοτε αφόρητα πιεστικό και απαιτητικό κι άλλοτε ανύπαρκτο ή μάλλον εν υπνώσει. Σίγουρα, όσο περισσότερο διαβάζει ένας συγγραφέας τους σπουδαίους ομοτέχνους του, τόσο περισσότερα κερδίζει. Απλώς δεν ξέρει ποτέ πώς και πότε αυτό το κέρδος θα μετουσιωθεί σε έργο.

Ασχολείστε επισταμένα με την μετάφραση λογοτεχνίας. Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Η μετάφραση είναι μεγάλο σχολείο, που σου δίνει πολύτιμα μαθήματα λόγου, ιδίως όταν ο συγγραφέας του πρωτοτύπου είναι όντως σπουδαία πένα. Εξάλλου, ο μεταφραστής είναι, όπως λένε, ο καλύτερος αναγνώστης ενός βιβλίου, άρα παίρνει και περισσότερα.

Ποιο ήταν το βιβλίο που σας παίδεψε περισσότερο από μεταφραστική άποψη και ποιο απολαύσατε περισσότερο;

Ένα και το αυτό: η Ακακία του νομπελίστα Κλοντ Σιμόν. Ένα συγκλονιστικό εν πολλοίς αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, όπου το βίωμα μεταφέρεται μέσω ενός ιδιόμορφου μακροπερίοδου λόγου, δίνοντας στον αναγνώστη μια πραγματικά νέα εμπειρία χρονικής (και γλωσσικής) ροής. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα στους απαιτητικούς αναγνώστες, όπως και το Τραμ του ίδιου συγγραφέα από τον ίδιο μεταφραστή, αλλά και το Δρόμο της Φλάνδρας σε μετάφραση Πατρ. Βελλιανίτη και Π. Παπαδόπουλου.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Θα έλεγα ότι η δική μου γενιά, οι γεννημένοι στη δεκαετία του ’50, αλλά και μετά, σημαδεύτηκε από το Δέντρο και τη Λέξη. Θαυμάζω την επιμονή και την υπομονή των φίλων (Μαυρουδής-Γουδέλης και Φωστιέρης-Νιάρχος) που τα εκδίδουν. Έχουν προσφέρει βήμα σε πολλούς νέους και δεν έχουν αφήσει να ξεχαστούν πολλοί «παλιοί». Εδώ και δεκαετίες ανακατεύουν γόνιμα τα νερά της λογοτεχνίας, που έχουν την τάση να λιμνάζουν, προσφέρουν υψηλής ποιότητας πολιτιστικό προϊόν και –το σημαντικότερο– δημιουργούν καινούργιους αναγνώστες. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα έγραφα για τον Αλκιβιάδη. (Έχω γράψει ήδη ένα διήγημα με τίτλο Η ευθύγραμμη πτήση του ορτυκιού, που δημοσιεύτηκε στα Νέα στις 30.8.2008 – το αναφέρω γιατί μπορεί όποιος θέλει να το βρει στο Ίντερνετ). Αν διαβάσει κανείς αυτά που έχουν γραφτεί για τη ζωή του, θα ανακαλύψει πολλά χαρακτηριστικά του σύγχρονου Έλληνα και μαζί μια απόδειξη της συνέχειας της φυλής, για την οποία ερίζουν πολλοί: υπερφίαλος, εγωπαθής, ασταθής, μεγαλομανής, πανούργος, ικανότατος, είρωνας, δημαγωγός, καλοπερασάκιας, αποφασιστικός, ριψοκίνδυνος…

Πώς και δεν γράψατε ποίηση;

Αν αληθεύει αυτό που λένε, ότι δηλαδή όλοι οι Έλληνες γράφουν ποίηση, τότε φαίνεται πως δεν είμαι αρκετά Έλληνας.

Αν με ρωτούσατε πού αποδίδω την συγγραφική σιωπή σας (όσον αφορά κάποιο μυθιστόρημα) θα έλεγα στην αναμονή ενός λόγου που περιμένει την πλήρη απόσταξή του για να γραφτεί, σε συνέπεια και με την ποιότητα των προηγούμενων (βιβλίων). Πόσο μέσα ή έξω έπεσα;

Εντελώς μέσα! Υπάρχει βέβαια και ο παράγοντας του βιοπορισμού, ο οποίος τα τελευταία χρόνια δεν μου επιτρέπει την πολυτέλεια που λέγαμε παραπάνω.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Δυστυχώς μόνο ό,τι μεταφράζω. Ύστερα από δέκα-δώδεκα ώρες καθημερινής ενασχόλησης (και τα Σαββατοκύριακα) με τη μετάφραση, το μόνο που μπορώ να κάνω μετά είναι να αποβλακώνομαι μπροστά στην τηλεόραση, αυτόν τον αμείλικτο εχθρό της λογοτεχνίας.

Τι γράφετε τώρα;

Αυτό τον καιρό τίποτα. Όσο ζω όμως, ελπίζω. 

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε;

Λένε πως η ζωή ξεπερνάει τη λογοτεχνία. Ποια είναι η γνώμη σας;

Ε, απαντήστε την!

Για να γράψεις πρέπει να έχεις ζήσει. Όταν γράφεις πρέπει να μη ζεις. Γράφοντας όμως ζεις μια δεύτερη ζωή.

Αυτά και σας ευχαριστώ για το χώρο που μου διαθέσατε.

29
Μάι.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 95

Πέτρος Αμπατζόγλου, Ισορροπία τρόμου, εκδ. Εγνατία, [Σειρά: Τραμ/Λογοτεχνία, 28.], β΄ έκδ., 1978, σ. 115-116.

Είμαι μεγάλος στα χρόνια, της είπα ξαφνικά χωρίς πρόλογο, τα μαλλιά μου έφυγαν και φαίνεται το κρανίο, ναι, είμαι μεγάλος στα χρόνια αλλά εγώ θέλω να παίξω, μεγάλωσα χωρίς κανείς να με ρωτήσει, κι εγώ θέλω να με ρωτούν για όλα όσα πρόκειται να πάθω. Και τι ήταν τα παιδικά μου χρόνια; Ένας μικρός κήπος με έναν ευκάλυπτο, σαύρες και σαλιγκάρια και σπασμένα παιχνίδια. Συλλογές από αράχνες και μια φράση σαν διαταγή «πρέπει να είσαι καλό παιδί». Τι ήταν τα εφηβικά μου χρόνια; Ένα κορίτσι μ’ ένα πράσινο φόρεμα και μια δύστροπη γάτα. Σκοτωμένοι άντρες στην επανάσταση, όλοι ριγμένοι στα ρείθρα. Γυναίκες στα μπορντέλα που με μάθανε να είμαι αρσενικό αλλά όχι άντρας. Τίποτα άλλο. (…)

Βλέπετε, αυτή τη στιγμή δεσποινίς, δεν έχω τίποτα, είμαι ένα βρέφος που στηρίζει τις ελπίδες στα γεράματα. Τα αισθήματα μου κι οι επιθυμίες μου είναι σταθερές, αλλά δεν ξέρω πια σε τι χρησιμεύει αυτή η σταθερότητα. Έγραψα μερικά ποιήματα, αλλά έχω τεχνικές δυσκολίες που εμποδίζουν τη μετάδοση της συγκίνησης που νιώθω όταν γράφω. Οι συγκινήσεις μου είναι συγκροτημένες, αλλά οι λέξεις κάνουν ό,τι θέλουν, αποκτούν θα έλεγα μια προκλητική αυτοτέλεια προδίνοντας τη συγκίνηση και λέγοντας άλλα αντ’ άλλων. Να πουλήσω το μαγαζί; Ίσως αυτό βοηθήσει την τεχνική μου. Όμως πρέπει να βρεθεί ένα πρόσωπο που να τ’ αγαπώ και να μ’ αγαπά και να με σπρώξει σ’ αυτή την απόφαση. Αυτό το πρόσωπο πρέπει να μ’ αγαπά πολύ αλλά να μην ενδιαφέρεται και για την πιθανή καταστροφή μου. Όπως καταλαβαίνετε, αυτό είναι παράλογο.

Μνήμη Τάσου Χατζητάτση

28
Μάι.
11

Blackfield – Welcome to my DNA (Kscope, 2011)

Εδώ συμβαίνει η ύστατη αποενοχοποίηση του ’70 και μόλις συλλαμβάνω την ιδέα για μια στήλη με αυτό τον τίτλο. Αν αυτά είναι τα όρια του τεχνορόκ, αν καλούμαστε και γι’ αυτό το παρεξηγημένο είδος (που τότε κατηγορούσαμε ότι δεν βγαίνει στο δρόμο, ενώ οι τωρινοί ηλεκτρονικάδες τι να σας πω, όλη μέρα μ’ ένα λάβαρο είναι) τότε δεν έχω κανένα απολύτως παράπονο. Οι τύποι μας σερβίρουν τραγούδια, με όλη τη σημασία της λέξης (κι ας τα ’χουμε ξανακούσει), μοιράζουν μελωδίες, με όλη τη σημασία της λέξης (κι ας τις ξέρουμε από κάπου), μας καλούν στον μυρωμένο τους κήπο (κι ας έχουμε ξαναξανάρθει). Αν κάπου χάνουν, αυτό είναι η αίσθηση της συνεχούς επανάληψης κι επανάβλεψης (λέω να φτιάξω μια τέτοια λέξη αντί για τον όρο ντεζαβού, που μου κάνει «του ζαβού»).

Ας πούμε: το Glass House σε αποενοχοποιεί από όλα τα τεχνορόκια από τους King Crimson ως τους Moody Blues και τους Procol Harum, ενώ το Go to Hell πίνει στην υγειά των αδελφών Fripp, σε μια συναινετική ταστοπαρέα. Ας πούμε: η ομορφοτέρα των μπαλαντών του πρώτου πενταμήνου του Έντεκα Rising of the Tide αν τραγουδιόταν από τους Trembling Blue Stars, οι πόπερς κι οι πόπιτσες θα λέγανε ωωω, ωωωω, ωωωωω – ενώ τώρα οφείλουμε να απολογηθούμε. Κι ας πούμε: το Dissolving with the Night έξυπνα ρίχνει όλο του το βάρος στα κουπλέ (φωνή, έγχορδα, ό,τι άλλο προαιρούνται) αλαφρώνοντας μετά σ’ ένα ευφυώς απλό πιανιστικό σχήμα ως την ορχηστρική του έξαψη, πάντα οργανικά. Κι άλλος αδάμας: το Blood ξεκινάει (ώπα!) με ανατολίζον κιθαροξεσπαστικό και γίνεται γερή αμιγής ροκιά. Διάρκεια: 3.17, σημείο εισαγωγής φωνητικών: 1.47. Καταλαβαίνετε δηλαδή. 4-5 εξαιρετικά τραγούδια «του είδους» σε δίσκο «τέτοιου είδους» και παραπονιόμαστε; Φωτιά θα πέσει να μας κάψει!

Εντάξει, η άλλη μπαλάντα Far Away ακολουθεί το γνωστό τυπικό της ομάδας (ελαφρώς βραχνίζουσα φωνή, βάση σε ακουστική κιθάρα, άπλωμα σε βιολί, μονοκυματική εξέλιξη) και είναι από τα πολλά τραγούδια των Blackfield που θα μπορούσαν να ανήκουν και σε δίσκο των Porcupine Tree (σε σημείο να σκέφτεσαι πως τυχόν περισσεύματα των δε να βρίσκουν θέση στους μεν, και αντίστροφα). Τα δε ανεπίτρεπτα λάι λάι λάι του Waving μου χαλάνε λίγο την αίσθηση, γιατί αν είναι να επιστρέψουμε στους Moodies, ας είναι του 67, άντε 73, όχι όμως 82! Οι τρεις προτελευταίες μπαλάντες δε μου αφήνουν το παραμικρό μόλις σιωπήσουν (πολύ φόρτωμα για το τίποτα), ενώ το τελευταίο τελευταίο DNA επιστρέφει στην απλότητα [κιθάρα και φωνή], μ’ ένα κλείσιμο ματιού στον Plant.

Υποθέτω σε ελάχιστους δεν είναι γνωστό πως οι Blackfield (εδώ στον τρίτο δίσκο τους, μετά τα Blackfield I (2004) και Blackfield II (2007)) αποτελούν παράπλευρο σχήμα του Steve Wilson των Porcupine Tree, σε συνεργασία με τον Ισραηλινό Avi Geffen, σχήμα πάντα πιστό, εκτός των παραπάνω, και σ’ έναν καθολικό πινκφλοϋδικό ήχο. Εν τέλει, καθόλου black το field. Βγάζει ακόμα καρπό, κι ας μην είναι βιολογικά «καθαρός». [7/10]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, εδώ.

27
Μάι.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 35

Gustave Flaubert, Bouvard et Pécuchet (1881)

Πού να το ήξεραν αυτές οι δυο σιαμαίες τρεκλίζουσες μορφές πόσο ταιριαστοί θα ήταν και στο σήμερα, έτσι όπως διάβαζαν τα πάντα, χωρίς να καταλαβαίνουν τίποτα…

26
Μάι.
11

Χούλιο Κορτάσαρ – Αξολότλ και άλλα διηγήματα

Δε χορτάσαμε Κορτάσαρ! (μέρος Β΄)

Μετά την πολιτική μυθιστορία του Βιβλίου του Μανουέλ, ξαναβρίσκουμε εδώ τον μαιτρ και μετρέσσο της ισπανόφωνης λογοτεχνίας, τον μοντερνιστή των επάκρων, τον Μπορχεσιανό και Αντι_Μπορχεσιανό εισαγωγέα του φανταστικού στην καθημερινότητα, τον βασανιστή και βασανισμένο της γλώσσας Χούλιο Κορτάσαρ στο κατεξοχήν δημιουργικό του πεδίο, των Κορτασάριων Φαντασιακών Διηγημάτων και Αινιγματικών Ιστοριών.

Οι 19 αυτές ιστορίες  γράφτηκαν μεταξύ 1951-1982, δηλαδή όλα τα χρόνια που ο Κορτάσαρ έζησε δισαυτοεξόριστος απ’ τους δυνάστες της χώρας του (Περόν, Βιντέλα), πρώτα στις αρχές της δεκαετίας του ’50 στο Παρίσι, ελεύθερος μεταφραστής της Ουνέσκο και πιστός Παριζιάνος ως το τέλος, ύστερα στα μέσα του ’70 τρέχοντας μακριά απ’ την κόλαση του νέου δικτάτορα, με κάθε έργο του πλέον απαγορευμένο στη χώρα του. Κι όλες περιτριγυρίζουν ένα είδος που ονομάστηκε ΝεοΦανταστικό γιατί δεν υπήρχε άλλος όρος, αδιαφορούν για τον τρόμο ή το σοκ, αλλού στοχεύουν και αλλιώς πείθουν, καφκικές και ποεϊκές, αλλά μ’ έναν ολοδικό τους λατινοαμερικανικό τρόπο, πεπεισμένες πως «η πραγματικότητα που βρίσκεται στις εξαιρέσεις, όχι στους κανόνες», πως οι παράλογες εξελίξεις τους δεν είναι περισσότερο παράλογες από την ίδια τη λογική.

Όμως το πραγματικό δέος κρύβεται στην τελευταία της σειράς, το συγκλονιστικό Κείμενο σε σημειωματάριο. Για τις ανάγκες μιας τεχνικής μελέτης καταμετρούνται με ακρίβεια οι επιβάτες που χρησιμοποιούν καθημερινά τον υπόγειο επί μια βδομάδα. Η γραμμή Άνγκλο της δεκαετίας του σαράντα αποτελεί ιδανικό ερευνητικό πεδίο. Αλλά την Τετάρτη συμβαίνει το αναπάντεχο: από τα δεκάδες χιλιάδες εισερχόμενα άτομα επέστρεψαν στην επιφάνεια τέσσερις λιγότεροι. Τέσσερις άφαντοι επιβάτες. Το λάθος αποδίδεται στις μηχανές ή τους ελεγκτές.

Τους επόμενους μήνες ο αφηγητής παίρνει τακτικά τον υπόγειο και θυμάται εκείνο το «σφάλμα». Κοιτάζει μάλιστα ειρωνικά τους επιβάτες κρεμασμένους από τις δερμάτινες χειρολαβές σαν σφαχτάρια. Κάποιες φορές όμως αρχίζει να του φαίνεται πως κάποια άτομα δεν είναι απλοί επιβάτες όπως όλοι. Πως η μισοκοιμισμένη κοπέλα στο παγκάκι της αποβάθρας δεν βρίσκεται εκεί επειδή περιμένει το επόμενο τρένο. Και νοιώθει πως κάτι εδραιωνόταν στο παράλογο, στο φόβο σχεδόν. Ο υπόγειος του φαίνεται σαν κάτι άλλο, σαν μια αργή, διαφορετική αναπνοή, ένας παλμός που δεν χτυπά για την πόλη. Όσο κι αν ανάμεσα σε σταθμούς διακρίνεται ένα είδος Άδη που διακρίνεις μόνο για μερικά δευτερόλεπτα, αποκλείει την ιδέα για νεκρές ψυχές, εγκαταλελειμμένες στοές, παρατημένες γραμμές, διχαλωτές ράγες. Και φτάνει στην ολοφάνερη κι αποτρόπαιη αλήθεια του αναγκαίου απόβλητου. Εκείνους δεν τους εντοπίζεις κάπου συγκεκριμένα: ζουν στον υπόγειο, στα τρένα, σε διαρκή κίνηση. Ο τρόπος που ζουν και κυκλοφορούν ευνοεί την ανωνυμία που τους προστατεύει.

Κι έτσι σα να αποκαλύπτεται ένα τρομερό σχέδιο σύμφωνα με το οποίο όσοι ζουν εκεί κάτω αλλάζουν συνεχώς βαγόνια και τρένα, έχουν μάθει να κοιμούνται στα καθίσματα για ένα τέταρτο της ώρας το πολύ (είκοσι τέτοια τους αρκούν για να ξεκουραστούν), αναγκάζονται να ταξιδεύουν μοναχικοί, γιατί η μνήμη συγκρατεί ευκολότερα τρία πρόσωπα μαζί την ίδια χρονική στιγμή από ένα μόνο του, σιτίζονται αποκλειστικά από τα προϊόντα των περιπτέρων των σταθμών (γι’ αυτό δείχνουν να απολαμβάνουν ένα κομματάκι σοκολάτα;) αλλάζουν στις τουαλέτες…

Μπορώ να φανταστώ ένα τελευταίο τρένο, άχρηστο πλέον, που διατρέχει τη γραμμή αναγκαστικά, αλλά στο οποίο κανείς δεν επιβιβάζεται…Οι αραιοί επιβάτες του ήταν αυτοί που συνέχιζαν τη νύχτα τους υπακούοντας απαράβατες οδηγίες. Ποτέ δεν μπόρεσα να εντοπίσω πού κατέφευγαν αναγκαστικά τις τρεις ώρες που ο υπόγειος ακινητοποιείται, από τις δυο έως τις πέντε τα ξημερώματα. Ή παραμένουν σε κάποιο βαγόνι που σταθμεύει σε μια νεκρή γραμμή (και σ’ αυτή την περίπτωση ο οδηγός πρέπει να είναι ένας απ’ αυτούς) ή ανακατεύονται σποραδικά με το νυχτερινό προσωπικό καθαριότητας.. προτιμώ να υποψιάζομαι την επιλογή του τούνελ, άγνωστο στους απλούς επιβάτες…Αυτοί εξακολουθούν κατά κάποιο τρόπο να ζουν χωρίς να βγαίνουν από τα τρένα ή από τις αποβάθρες των σταθμών. (σ. 298-299)

Ο υπόγειος άλλωστε αποτελεί και το ιδανικό και μόνο πεδίο για έναν μοναχικό άνθρωπο που αδυνατεί να επικοινωνήσει με το άλλο φύλο: μόνο εκεί ελπίζει να βρει μια αντίστοιχη, δίδυμη μοναχικότητα (Χειρόγραφο που βρέθηκε μέσα σε μια τσέπη). Φυσικά δεν θα μπορούσε από τον κατάλογο των Κορτασάριων Εφιαλτών να λείπει ο Δεύτερος Εαυτός, η πίσω μας όψη, ο Άλλος εμείς. Εδώ ανήκει και δεν ανήκει η γνωστή και από άλλα ευγενή λογοτεχνήματα αιφνιδιαστική αποκάλυψη πως αυτός που μας περιγράφει κάποια ζώα (στη συγκεκριμένη περίπτωση τους γυρίνους Αξολότλ) ίσως είναι κι ο ίδιος ένας εξ αυτών (Αξολότλ), εδώ και οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους μας βλέπουν οι άλλοι – κι εντέλει ποιος έχει δίκιο, αυτοί ή εμείς; (Η άλλη. Ημερολόγιο της Αλίνα Ρέγιες).

Εκδ. Πάπυρος, [σειρά Letras – Ισπανόφωνοι και πορτογαλόφωνοι συγγραφείς], 2009, μτφ. Ισμήνη Κανσή 313 σ., με 9 σημειώσεις της μεταφράστριας. Η αρχική προέλευση των διηγημάτων (συλλογή, χρονολογία κλπ.) αναγράφεται στην αρχή του βιβλίου.

25
Μάι.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 50. Χρήστος Αστερίου

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Το άτυπο πάνθεον των «αγαπημένων συγγραφέων» μεταβάλλεται με την διάθεση και το πέρασμα του χρόνου. Υπάρχει μια αστείρευτη φανταστική βιβλιοθήκη απ’ την οποία ανασύρω κάθε τόσο ένα κείμενο, διαβασμένο ήδη ή αδιάβαστο. Του Κόνραντ κάθε τόσο, του Ζέμπαλντ, του Σελίν, του Κουτσί. Του Ντανίλο Κις, του Γονατά, του Ρίλκε, του Κλάιστ. Του Μπάμπελ, του Ναμπόκοφ, του Παπαδιαμάντη, του Βιζυηνού. Αν είχα την υπομονή θα σκάρωνα ένα τρόπο αρχειοθέτησης με βάση την κρυφή μουσική των βιβλίων, όπως στα CD, μια εντελώς προσωπική μέθοδο που δεν θα στηριζόταν στο γνωστό δεκαδικό σύστημα Ντιούι αλλά στις αόρατες παρτιτούρες των κειμένων.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Σχεδόν όλα τα διηγήματα του Τσέχοφ που αποδεικνύουν πως με τα ελάχιστα μπορεί να γραφτεί μεγάλη λογοτεχνία. Γενικά η ρώσικη σχολή. Αλλά και ο Μωπασάν, ο Πόου, ο Καλβίνο κι ένα σωρό άλλοι.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Με τους ήρωες ζω τόσο έντονα την εποχή της συγγραφής που χωρίζουμε οριστικά μόλις ο εκδότης παραλάβει την τελευταία διόρθωση. Από τότε δεν αποζητάμε ο ένας τον άλλο. Είναι μάλλον μια σχέση πάθους που καταλήγει σε παταγώδη χωρισμό.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Κούρτς από την «Καρδιά του σκότους» για την αρρωστημένη μεγαλοφυΐα του και ο Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε για την κομψή του φαντασία.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Οποιαδήποτε προσπάθεια για συγγραφή εκτός γραφείου έχει αποτύχει κραγαυλέα. Ζηλεύω όσους γράφουν σε καφέ με απόλυτη συγκέντρωση. Εγώ δεν θα μπορούσα να σημειώσω παρά μόνο τα ψώνια της επόμενης μέρας.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το «Ταξίδι του Ιάσονα Ρέμβη» είναι ένα βιβλίο για το βάρος της μετριότητας και τα όρια του καλλιτεχνικού έργου. Ο ήρωάς μου, ένας ελληνοαυστραλός ζωγράφος ονόματι Ιάσονας Ρέμβης επιχειρεί ένα ταξίδι αυτογνωσίας στα πατρικά εδάφη της οδού Μιχαήλ Βόδα σε αναζήτηση απαντήσεων. Προσπάθησα να δομήσω το βιβλίο με τέτοιο τρόπο, ώστε η εκάστοτε αφηγούμενη πραγματικότητα να υπονομεύεται συνεχώς από μιαν άλλη. Κάτι σαν μπάμπουσκα που αποκαλύπτει μια ολοένα μικρότερη φιγούρα εις το διηνεκές.

Ασχοληθήκατε και με τη μετάφραση – και βλέπω ιδιαίτερα απαιτητικούς συγγραφείς [Κρίστα Βολφ (Με σάρκα και οστά), Χανς Γκέοργκ Γκάνταμερ (Χρόνια φιλοσοφικής μαθητείας)] Πως ήταν η εμπειρία; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Η μετάφραση είναι μια πολύ επίπονη προσπάθεια, ιδιαίτερα όταν αναμετριέσαι με απαιτητικά λογοτεχνικά έργα. Το διάβασμα και η μετάφραση είναι μια άσκηση ανεκτίμητης αξίας που σε προπονεί στο άθλημα της υπομονής. Το στοίχημα μιας επιτυχημένης μετάφρασης είναι να πιστέψει αυτός που την διαβάζει πως γράφτηκε εξ’ αρχής στην γλώσσα-προορισμό.

Πώς βιοπορίζεστε;

Ακολούθησα τεθλασμένη γραμμή στον επαγγελματικό τομέα (ιδρυτικό μέλος και υπεύθυνος του γερμανικού τμήματος στο ΕΚΕΜΕΛ, τραπεζικός υπάλληλος κλπ) και καταστάλαξα στην Μέση Εκπαίδευση. Η επαφή με τα παιδιά είναι πάντα αναζωογονητική ενώ το συγκεκριμένο επάγγελμα μου προσφέρει την πολυτέλεια του ελεύθερου χρόνου. Τα μεσημέρια βγάζω τη στολή του καθηγητή και φοράω το μανδύα του συγγραφέα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Μαγεύτηκα πρόσφατα διαβάζοντας για την ζωή του Νίκολα Τέσλα. Έχει όλα τα στοιχεία για μια μονογραφία κι αν ποτέ υπήρχε πιθανότητα ν’ ασχοληθώ με κάτι τέτοιο νομίζω πως αυτός θα μου κινούσε πιο πολύ την περιέργεια. Ήταν μια προσωπικότητα ευρύτατης μόρφωσης με περιπετειώδη ζωή που καταστράφηκε οικονομικά κάμποσες φορές στην πορεία ξεκινώντας αγόγγυστα από το μηδέν.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης ή ταινία;

Οι τέχνες είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Πολλές φορές η έμπνευση για ένα διήγημα ή για ένα ολόκληρο βιβλίο έρχεται από μια ταινία, από ένα τραγούδι ή από έναν πίνακα. Συχνά ζηλεύω την απλότητα των ιστοριών που αφηγείται ο Γούντυ Άλλεν -για να φέρω ένα παράδειγμα- και μπαίνω στη διαδικασία να φανταστώ τις ταινίες του σε μορφή βιβλίου. Το ίδιο σκέφτηκα πρωτοβλέποντας το «Συνεκδοχή, Νέα Υόρκη». Η λίστα είναι ατέλειωτη.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Είμαι κλασσικό παράδειγμα πεζογράφου που ξεκίνησε από την ποίηση. Έστελνα μανιωδώς ποιήματα προς κρίση στον Πέτρο Χάρη και είδα ένα απ’ αυτά να δημοσιεύεται στη Νέα Εστία. Ήμουν δεκαπέντε χρονών και τρελλάθηκα από τη χαρά μου. Ύστερα τύπωσα μια (ευτυχώς εξαντλημένη πια) συλλογή στο τυπογραφείο των εκδόσεων Στιγμή. Μπορεί να μην ευδοκίμησε το ποιητικό μου τάλαντο, αλλά ήμουν τυχερός που γνώρισα σ’ εκείνο το τυπογραφείο της Ζωοδόχου Πηγής μεγάλες προσωπικότητες. Τα θρυλικά Σάββατα της δεκαετίας του ΄90 μαζευόταν εκεί η παρέα του Παναγιώτη Κονδύλη, του Ε.Χ. Γονατά, της Κικής Δημουλά, του Σπύρου Τσακνιά, του Δημήτρη Μαρωνίτη, του Ηλία Παπαδημητρακόπουλου, του Στυλιανού Αλεξίου. Ξεκινούσαν με τσίπουρα και κουβέντα, ύστερα καταλήγαμε ως αργά το απόγευμα σε κάποια ταβέρνα. «Χρωστάω» στην ποίηση και συνεχίζω όσο μπορώ να παρακολουθώ ό,τι βγαίνει. Άλλωστε επιμελήθηκα τις επιστολές του Δ.Π. Παπαδίτσα προς τον λογοτεχνικό μου «δάσκαλο», Ε.Χ. Γονατά, κι έχω στο αρχείο μου αρκετά χειρόγραφα και των δυο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το τελευταίο βιβλίο του Εσνόζ για τον Εμίλ Ζάτοπεκ. Ως εκπρόσωπος μιας νέας μυθιστορηματικής αβάντ γκάρντ ο Εσνόζ έχει κάτι το ανάλαφρα παιγνιδιάρικο στη γραφή του. Πάντα μια ενδιαφέρουσα πρόταση για διάβασμα.

Τι γράφετε τώρα;

Τελειώνω ένα βιβλίο που θα κυκλοφορήσει τους προσεχείς μήνες από τις Εκδόσεις Πόλις. Πρόκειται για ένα πολυφωνικό, πολιτικό στη βάση του μυθιστόρημα που διαδραματίζεται την πρώτη περίοδο της οικονομικής κρίσης. Έχω την εντύπωση πως η εποχή καλεί σε πιο ρεαλιστικές λογοτεχνικές καταθέσεις και δεν επιτρέπει τις ενδοσκοπήσεις των προηγούμενων χρόνων.

24
Μάι.
11

Χούλιο Κορτάσαρ – Το βιβλίο του Μανουέλ

Δε χορτάσαμε, Κορτάσαρ!

Μπορεί να περιγραφεί με λόγια η νέα/νεωτερική μουσική; Μπορεί να περιγραφεί με μουσικούς όρους η νέα/νεωτερική λογοτεχνία; Αδύνατον, ακούω και μονολογώ. Κι όμως, μόλις στο 33ο λεπτό του αγώνα (γιατί μόνο σαν παιχνίδι και γλωσσο-λογοτεχνικός αγώνας μπορεί να νοηθεί κάθε βιβλίο του Κορτάσαρ), έστω στην 33η σελίδα του βιβλιοπαίγνιού του ο υπέροχος Αργεντινός περιγράφει περίφημα και τα δύο: πρώτα τη μουσική του Στοκχάουζεν που τον είχε συγκλονίσει αλλά στο βάθος και τη δική του οπτική για μια νεότερη, νεότατη, νεωτερικότατη γραφή.

Έτσι είναι λοιπόν, αρκεί να επαναλάβεις ένα απόσπασμα του δίσκου για να το διαπιστώσεις· ανάμεσα στους ήχους, τους ηλεκτρονικούς ή παραδοσιακούς αλλά παραλλαγμένους με τη χρήση φίλτρων και μικροφώνων, όπως το συνηθίζει ο Στοκχάουζεν, ακούγεται πού και πού ξεκάθαρα, με τον δικό του ξεχωριστό ήχο, το πιάνο. Κι είναι τόσο απλό κατά βάθος: ο παλιός κι ο νέος άνθρωπος μέσα σ’ αυτόν τον ίδιο άνθρωπο τον στρατηγικά τοποθετημένο έτσι που να κλείνει το τρίγωνο της στερεοφωνίας, η ρήξη μιας υποτιθέμενης ενότητας που ξεγυμνώνει ένας Γερμανός μουσικός μεσάνυχτα σ’ ένα διαμέρισμα του Παρισιού. Έτσι είναι, παρά τα τόσα χρόνια ηλεκτρονικής ή τυχαίας μουσικής, free jazz (αντίο, αντίο μελωδία, αντίο και σ’ εσάς παλιοί καθορισμένοι ρυθμοί, κλειστές φόρμες, αντίο σονάτες, αντίο αρμονικές μουσικές, αντίο περούκες, ατμόσφαιρες των tone poems, αντίο στο προβλέψιμο, αντίο στο πιο αγαπημένο κομμάτι των ηθών), και έτσι ακόμα ο παλιός άνθρωπος εξακολουθεί να ζει και να θυμάται….

… ο ήχος του πιάνου συντήκει αυτές τις επιβιώσεις που ποτέ δεν ξεπεράστηκαν, καταμεσής ενός ηχητικού συμπλέγματος όπου όλα είναι ανακάλυψη ξεμυτίζουν σαν παλιές φωτογραφίες με το χρώμα και τον παλμό τους, από το πιάνο μπορεί να γεννηθεί η λιγότερο πιανιστική σειρά από νότες ή ακόρντα, αλλά το όργανο βρίσκεται εκεί, αναγνωρίσιμο, το πιάνο μιας άλλης μουσικής, μια παλιά Ανθρωπότητα, μια Ατλαντίδα του ήχου καταμεσής του νέου καινούργιου κόσμου.

Κι ιδού το πιάνο σε ρόλο γέφυρας μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος! Πόσο μακριά βρίσκεσαι, Καρλχάιντς Στοκχάουζεν, μοντέρνε μουσικέ, που πας και βάζεις ένα ηλεκτρονικό πιάνο καταμεσής των ηλεκτρονικών ιριδισμών· δεν πρόκειται για επίκριση, σ’ το λέω απ’ τα βάθη της καρδιάς μου, απ’ τη θέση ενός συνοδοιπόρου. Το ’χεις κι εσύ το πρόβλημα της γέφυρας, πρέπει να βρεις τον τρόπο να μιλήσεις κατανοητά, τη ώρα που ίσως η τεχνική σου και η πιο σταθερή σου πραγματικότητα απαιτούν από σένα να κάψεις το πιάνο….Η γέφυρα λοιπόν. …Γιατί κάθε έργο είναι μια γέφυρα όσο οι άνθρωποι δεν τη διασχίζουν.

Την πρώτη φορά που ένας πιανίστας διέκοψε την εκτέλεση ενός μουσικού κομματιού για να περάσει τα δάχτυλά του απ’ τις χορδές σαν να επρόκειτο για άρπα, ή που χτύπησε το ξύλινο σώμα του οργάνου κρατώντας το ρυθμό ή υποδεικνύοντας μια προσωδιακή τομή, εκτοξεύτηκαν παπούτσια στη σκηνή· τώρα οι νέοι θα ξαφνιάζονταν αν οι ηχητικές χρήσεις ενός πιάνου περιορίζονταν στα πλήκτρα του. Άραγε το κομμάτι αυτό γράφτηκε σήμερα; Όχι, γράφτηκε το …1973! (όλα τα σπουδαία τούτα στις σελίδες 32 – 37). Ας σημειωθεί πως σ’ άλλο παράλληλο σύμπαν, η αυτοσχεδιαστική του γραφή ακολούθησε, ως έλεγε, τους αυτοσχεδιασμούς της τζαζ, μουσική που υπεραγαπούσε. Άλλωστε ένα από τα βιβλία του (Ο Κυνηγός/ El Perseguidor (1959)) αφορούσε τη ζωή του Charlie Parker.

Εδώ ο Κορτάσαρ αφήνει κατά μέρος διηγήματα και φαντασίες και μυθιστορεί. Ιδού πώς γράφεται λοιπόν το Βιβλίο του Μανουέλ: 15 πρόσωπα που βρίσκονται στο Παρίσι στις αρχές του ’70, αυτοεξόριστα κι επί το πλείστον ετεροεθνή, συνεργάζονται σε πράξεις αντίστασης κατά των δεινών της κοινωνίας, της πολιτικής, του καταναλωτισμού και πασών σχετικών διαφθορέων, σε α λα Γκι Ντεμπόρ σουρεάλ πρακτικές (και κάποια γιουρούσια π.χ. σε αποθήκες τροφίμων και μοίρασμά τους σε παραγκογειτονιές του Παρισιού), με τις απαραίτητες μεταξύ τους συζητήσεις, μονολογήσεις, συζεύξεις και συνευρέσεις.

Το βιβλίο γράφεται, μάλλον κατασκευάζεται συλλογικά, για τον Μανουέλ, το μωρό δυο εραστών της παρέας, σαν ένας οδηγός για έναν καλύτερο κόσμο, σαν μια κιβωτός που περιλαμβάνει τα πάντα της συγκεκριμένης συγκυρίας, εξ ου και η ενσωμάτωση μέσα στο κείμενο αυτούσιων αποσπασμάτων (φωτογραφημένων!) από τον Τύπο της εποχής, εφόσον άλλωστε οι ήρωες επιδίδονται σε καθημερινή ανάγνωση λατινοαμερικάνικων και γαλλικών εφημερίδων. Χαρακτήρες που ξέρουν πως «η ανυπομονησία είναι η μητέρα όλων εκείνων που σηκώνονται και πάνε και χτυπάνε μια πόρτα ή μια σελίδα», που λένε δεν ξέρω γιατί μας μισούν, υποθέτω πως μόνο και μόνο επειδή είμαστε διαφορετικοί κι επειδή μπορούμε να ’μαστε ευτυχισμένοι.

Ο Κορτάσαρ υπήρξε πάντα υποστηρικτής των επαναστατικών κινημάτων της Λατινικής Αμερικής (στην ουσία κάθε κίνησης ελευθερίας ενάντια σε δυνάστες και δικτάτορες), έχοντας το σπίτι του ανοιχτό για κάθε εξόριστο ή διωκόμενο Λατινοαμερικανό, ενώ τάχθηκε ανοιχτά υπέρ Κάστρο, Τσε, Αλιέντε, Σαντινίστας. Στη λογοτεχνία του όμως προτίμησε τον διαχωρισμό από κάθε εμφανή πολιτική στράτευση, σε μια ομολογουμένως σπάνια και πεντακάθαρη επιθυμία να αφήσει αμφότερα τα σύμπαντα της γραφής και της πολιτικής μόνα κι ανεπηρέαστα.

Έτσι κι εδώ, το ΒτΜ (τα δικαιώματα του οποίου άλλωστε ο συγγραφέας παραχώρησε για την αρωγή των πολιτικών κρατουμένων στην Αργεντινή) ντύνεται φαντασιακό ντοκιμαντέρ για την εποχή του, μια εποχή γεμάτη σκότος και μέλλον, ικανή για τα πάντα αλλά κι έτοιμη να πέσει στο γκρεμό. Και κάπου εδώ ο σινεγνώστης Γουδέλης μας θυμίζει πως και σε παλαιότερό του διήγημα του Κορτάσαρ (Η μωρολογία του διαβόλου/The devil’s drivel, από τη συλλογή Η μεγέθυνση και άλλες ιστορίες/The blow up and other stories) υπήρχε η ίδια προβληματική, στην οποία βασίστηκε το Αντονιόνιο Blow up.

portada-libro-manuel_grande

Χτύπησε το τηλέφωνο, ήμουν εγώ… (σ. 26)

Γι’ αυτό και η όποια «υπόθεση» δεν είναι στατική αλλά γίνεται κάθε φορά και άλλη (είναι γνωστή η καθολική άποψη πως οι ιστορίες του Κορτάσαρ δεν επιδέχονται περιγραφή ή περίληψη), γι’ αυτό και μπορεί κάποιες φορές να σε εξουθενώνει η παραληρηματική λεξοδιάρροια, το πέταγμα απ’ τόναθέμαστάλλο, το κυνήγι του καταλαβίσματος αλλά αν μπεις στο παιχνίδι μετά δε θες να βγεις, για να μην πω τους απαντάς κιόλας! Ιδού ενδεικτικό απόσπασμα, να δείτε την εναγώνια αναζήτηση εκφραστικών τρόπων (πόσο μάλλον για την έκφραση ερωτισμών και ερωτοτροπήσεων] αλλά και τον μεταφραστικό αγώνα/αγωνία της μεταφράστριας [σελ. 53]:

Μου τη σπασώνει αυτή η λαμπούρα, σκέψου ότι άμα είσαι τυχερός για αρχή πρέπει να εξαυτώσεις μια κοπελούτσα…όλο πούδρα, φατσούλα από γιαπωνέζικο πάρκο σαββατόβραδο, μόνο που στο μέρος του αναπνευστή έχει ένα ρέλι μαυρομπλέ και στην αυγουλιέρα μια ρίγα που συνεπώνει το διπλό εστιασμένο στο μαγούλι, κι εγώ πρέπει να της ξεκρεπάρω τα υπνοκάπακα, να κόψω ελαστικούς ιστούς και να κατεβάσω τους κολληματισμένους μέχρι να δω κάθε τσάκισμά της, κάθε σταθέρωμα…

.. ενώ ήδη εντάσσω οπωσδήποτε στο λεξικό λέξεις όπως μολυβοτσιρίγματα, λεκανοκιτάπι, μοιροβάτης, ιερώνω και τόσες άλλες, καθώς και την διόλου άσχετη έκφραση εκκενώνω τις σκέψεις μου. Γιατί αυτό θα πει homo faber, αλλά υπάρχουν τόσα faber, νούμερο ένα, δύο, τρία, μυτερά ή φαγωμένα, ολόκληρα ή κολοβά. Γιατί το παράλογο δεν είναι παρά η προϊστορία του ανθρώπου.

Εκδ. Κέδρος, 2008, μτφ. Βασιλική Κνήτου, 577 σελ. [Julio Cortázar, Libro de Manuel, 1973].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

23
Μάι.
11

Pieter Nooten – Here is why (Rocket Girl, 2010)

Το πνεύμα της 4AD βρίσκεται παντού εδώ, στον ήχο, στην ατμόσφαιρα, στη μουσική, στο εξώφυλλο. Αλλά και το σώμα της, ένα απ’ τα τόσα δηλαδή, καθώς ο Pieter Nooten είναι γραμμένος στον χρυσό μητρώο της εταιρείας στο δεύτερο μισό των 80s, τόσο ως φύλαρχο μέλος των Clan of Xymox, όσο και ως έτερο εταίρο του Sleep With The Fishes, αγαστής συνεργασίας με τον Michael Brook, την ίδια εποχή. Ο Nooten άφησε τους Xymox το 1991 μετά το τέταρτο δίσκο τους (Phoenix) διαφωνώντας με τις νέες τους ολισθηρές κατευθύνσεις. Οι ασυμβατότητες πάντως φαίνονταν εξαρχής, εφόσον ο Ronny Moorings εμφανιζόταν ως ο αδιαφιλονίκητος αρχηγός της μπάντας τη στιγμή που ο Nooten είχε γράψει τα περισσότερα κομμάτια του πρώτου ομώνυμου και τα σημαντικότερα του αλησμόνητου δεύτερου Medusa, ορισμένα μάλιστα σε συνεντεύξεις τα οικειοποιούνταν ο R.M.

Είναι ο τρίτος προσωπικός του δίσκος (μετά το Our Space το 2006 στην δική του I-Rain, που έφτιαξε με την Anke Wolbert των Xymox αλλά δεν περπάτησε, και το Collected στην Twilight), αυτή τη φορά ψηφιασμένος εξ’ ολοκλήρου στο notebook του, σε αυτοπρόσωπη κι αποκλειστική σύνθεση, παραγωγή και μείξη. Στο μεγαλύτερο μέρος του κυλάει ο Nooten που γνωρίζουμε: ατμοσφαιρικός, πιστός στην αιθέρια, σκοτεινότροπη και τόσο ιδιαίτερη ambient που σχολούργησε η 4AD. Μοιράζει σε ινστρουμένταλ, φωνητικά δικά του και γυναικεία.

Στο Ease Away η φωνή του βγαίνει βαθιά μέσα από τις Xymox στοές. Στο The Form to Fall η λεπτεπίλεπτη Ενο-εική ερμηνεία πλέκει όμορφη αμπιεντική δαντέλα. Στο υπέροχο Fading μια υπερευαίσθητη, Συλβιανική φωνή έρχεται κατευθείαν από τις εποχές του Medusa. Αυτό και το Gone, gone, gone (με το εκλεκτικιστικό κύμβαλο 4ADίστικης υφής) αποτελούν τις φωτεινές πυγολαμπίδες του δίσκου. Σε δυο ινστρουμένταλ (Cold Water, Glow) εκτός του γνώριμου ηλεκτρονικού λεπτουργήματος διακρίνονται ελαφρές απωανατολίτικες πινελιές στο έγχορδο.

Νομίζω πως τόσο τα ηλεκτρονικά του όσο και η φωνή του φτάνουν και περισσεύουν, συνεπώς περιττεύουν τα συνηθισμένα γυναικεία φωνητικά που προσγειώνουν τις συνθέσεις σε κάτι πιο γήινο και πατημένο (Everywhere You Are, Darkened Haven). Δεν αρκούν τα θηλυκά χρωμοσώματα για να δικαιώσουν παρουσία εδώ, πόσο μάλλον όταν στο είδος χρημάτισαν και χρωμάτισαν σπουδαίες νεράιδες των φωνών. Κάπως έτσι στο πνευστωμένο Terror of Hearts σπαταλιέται ένα δυνάμει ατμοσφαιρικότατο κομμάτι σε ραδιοφωνικό lounge. Ο Nooten αναφέρει πως εντόπισε τις φωνές αυτές (Susan Bauszat και Renee Stahl – αδυνατώ να τις ξεχωρίσω) στο MySpace, άρα υποθέτω πως το έκανε το ψάξιμό του και προφανώς ήταν οι καλύτερες στο ξεδιάλεγμα. Άρα ίσως καιρός να ξεχάσω τις αλλοτινές μου ιέρειες.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

22
Μάι.
11

Christos Tsiolkas – Νεκρή Ευρώπη

Ανύπαρκτη ήπειρος, ψευδής πατρίδα

Αυτή είναι μια Ελλάδα που πεθαίνει. Βγάλε τις φωτογραφίες σου· την επόμενη φορά που θα έρθεις εδώ όλα αυτά θα έχουν πεθάνει.

Ο αφηγητής εναποθέτει στην φωτογραφική του τέχνη κάθε ελπίδα κατανόησης του νεοελληνικού αστικού τοπίου και βίου· άλλωστε η επιστροφή του στην προγονική Ελλάδα γίνεται με αφορμή μια έκθεση έργων του. Η περιπλάνησή του όμως σε Αθήνα και επαρχία θρυμματίζει κάθε προσδοκία καλλιεργημένη και καλλωπισμένη στους μεταναστευτικούς κόλπους  της Μελβούρνης. Μπορεί να θεαθεί η ψυχή της πόλης μέσα από τον ευρυγώνιο  φακό, να αποκαλυφθούν οι ημίφωτες γωνίες με την ρύθμιση ενός διαφράγματος, να αιχμαλωτιστεί ο χρόνος της με την ταχύτητα του κλείστρου; Πού βρίσκεται το αληθινό της πρόσωπο; Στα κλειστοφοβικά δωμάτια ή στους αγοραφοβικούς δρόμους, στα μελαγχολικά μπαλκόνια ή τις δύσοσμες διαδρομές; Και μέσα από το σκόπευτρο ποιος θα κοιτάζει;

Ο 35χρονος φωτογράφος πασχίζει να δει μέσα απ’ τα μάτια ντόπιων και ξένων. Διαπιστώνοντας πως κάθε ένδειξη ελληνικότητας πάνω του έχει επισκιαστεί από την προφορά και τους τρόπους του, αντιμετωπίζοντας τον φθόνο και το παράπονο των γηγενών (χαρακτηριστική η στιχομυθία μ’ έναν γέροντα χωριανό, αν οι μετανάστες ξέχασαν εκείνους ή το αντίστροφο) ο «αδαής ταξιδιώτης από τους αντίποδες» αναρωτιέται σε ποιο δελτίο εθνικής, πολιτισμικής ή φαντασιακής ταυτότητας είναι καταχωρημένος. Σε μια Οδύσσειά τόσο εσωτερική όσο και εξωτερική αναζητά τη συνάντηση με το κληρονομημένο οικογενειακό παρελθόν στην Ελλάδα σκοτεινότερων εποχών που «έδιωξε» τους γονείς του – η Αυστραλία υπήρξε επιλογή πολιτικής διαφυγής και απόδραση από την επαρχιακή ασφυξία για πατέρα και μητέρα αντίστοιχα – και με το ευρύτερο φαντασιακό κέλυφός της, την Ευρώπη.

Απέναντι στις ματαιωμένες προσδοκίες στέκεται ο αντίλογος του αυτόχθονος κατά της μαζοχιστικής εμμονής με το παρελθόν, που αναρωτιέται γιατί να στερηθεί το εισαγόμενο καταναλωτικό λούστρο της νέας τους ζωής (δεδομένο για τον χορτασμένο ξένο) μόνο και μόνο για να ανταποκριθεί στις νοσταλγίες των παιδικών φωτογραφιών και τις προσδοκίες των τουριστικών καρτ ποστάλ. Σε αντίθεση με τον γκρίζο κι ενίοτε βρόμικο ρεαλισμό της παροντικής αφήγησης, που εκφράζει ιδανικότερα και τις ομοερωτικές αναζητήσεις του ήρωα, ο συγγραφέας (Μελβούρνη, 1965) επιλέγει τις φωτοσκιάσεις μιας μαγικότερης και ηθογραφικοποιημένης εκδοχής του στα εναλλασσόμενα κεφάλαια του σκληρού παρελθόντος, όπου η ελληνική περιφέρεια ζούσε υπό την ολοκληρωτική ισχύ ενστίκτων και προκαταλήψεων.

Αν η σύγχρονη Ελλάδα άλλαξε εξωτερική μάσκα διατηρώντας ρατσιστικά κατάλοιπα, τότε η Ευρώπη που περιδιαβαίνει στην συνέχεια ο ήρωας (σταθμεύοντας σε εμβληματικές της πόλεις) μοιάζει ένας μετα-ιδεολογικός, ναρκωτικός και πορνογραφικός κοπρώνας. Οι ιστορίες για τους «κακομαθημένους αριστοκράτες των σαλονιών της», που έμαθε να ονειρεύεται από τους Τζόυς, Φλωμπέρ και Σταντάλ, δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα, ούτε καν με τις  ερωτικές του επιθυμίες. Αποστερημένη από τις τελευταίες ιδεολογίες και με «πολίτες» στα όρια της ανυπαρξίας, η μόνη σχέση της είναι η διαιώνιση της δουλείας, σε μοντέρνες πλέον μορφές (εργασία, πορνεία, διακίνηση μεταναστών).

Η μεγαλύτερη αρετή του μυθιστορήματος είναι ακριβώς η συνδυασμένη αλλά όχι παραφορτωμένη εμπλοκή περισσότερων παραμέτρων της νεοευρωπαϊκής ταυτότητας σε ρέουσα, πειστική και βαθιά αληθινή αφήγηση: από την σύγχρονη ναρκομανία (ιδίως στις αστραπιαίες καταπόσεις χαπιών από τον περίγυρο) μέχρι την έντρομη στάση της ηπείρου απέναντι σε οτιδήποτε διαφορετικό, που, ακριβώς όπως και οι κλειστές κοινωνίες του παρελθόντος, «ό, τι δεν το ξέρει, το φοβάται». Αλήθειες που ο ήρωας, πιθανώς και ο συγγραφέας, διακρίνει καθαρότερα όλων ακριβώς επειδή είναι ταυτόχρονα (για να θυμηθούμε τον Εμπειρίκο) «Ταξιδευτής και Επιστροφεύς».

Εκδ. Printa, 2010, μτφ. Νίκη Προδρομίδου, σελ. 445 (Christos Tsiolkas, Dead Europe, 2010)

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 656, -21.5.2011 (και εδώ).

21
Μάι.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 34

David Mitchell, Ghostwritten (1999)

Τόσο κοντά, τόσο μακριά. Άλλος κάνει το άλμα ενώ δεν πρέπει, άλλος μένει πίσω ενώ δεν πρέπει. Κοινώς, είτε πατήσεις είτε όχι, δεν ξέρεις αν θα την πατήσεις.

20
Μάι.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 49. Νίκος Δαββέτας

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Φλωμπέρ, Προυστ, Σάμπατο, Σελιν, Ρότ, Κάφκα, Μπροχ, Κούντερα, Ρόθ, Σεμπρούν, Ουελμπέκ, Στάινερ, Σίζεκ, Μπένζαμιν κι από έλληνες Σολωμός, Σεφέρης, Καρυωτάκης, Καββαδίας, Τσίρκας, Αναγνωστάκης, Ιωάννου, Χριστιανόπουλος, Βαλτινός, Δούκα, Κουμανταρέας κ.ά.

 Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Όλα των παραπάνω συγγραφέων.

 Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όλα του Παπαδιαμάντη και του Γονατά, πολλά του Ηλία Παπαδημητρακόπουλου, του Περικλή Σφυρίδη, του Σωτήρη Δημητρίου, του Μισέλ Φάις κ.ά.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Σύγχρονοι αρκετοί, νέοι νέοι όμως μόνο τον Χρήστο Οικονόμου μπορώ να θυμηθώ και την Κάλλια Παπαδάκη, (αμφότεροι από τις εκδόσεις Πόλις)

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Συνήθως με ακολουθούν τα παιδιά τους. Κάποιοι μου τηλεφωνούν μέσα στη νύχτα και το κλείνουν μόλις σηκώσω το ακουστικό.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η μαντάμ Μποβαρύ του Φλωμπέρ, ο καθηγητής Ζούκερμαν, του Ροθ, ο ντέτεκτιβ Φαμπιό Μοντάλ από τα βιβλία του Ζαν Κλώντ Ιζζό.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Πολλές φορές, αλλά δεν είναι πάντα τόσο αποδοτικό όσο στο γραφείο. Σε κάποια καφενεία της επαρχίας ωστόσο μπορείς να απομονώνεσαι σα να είσαι σε βιβλιοθήκη. Συστήνω θερμά το καφενείο-λέσχη στην κεντρική πλατεία της Σπάρτης.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Με χαρτί και μολύβι. Τι άλλο;

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

 Παλιότερα ναι (συνήθως Φίλιπ Γκλας, Ρεσπίγκι και Βιβάλντι), τώρα δεν ανέχομαι τίποτα, ούτε νότα.

 Η Εβραία Νύφη αγγίζει ένα σκληρό και ευαίσθητο θέμα. Τι σας ώθησε στην συγκεκριμένη επιλογή, τις σας προβλημάτισε, τις σας παίδεψε, τις σας έτερψε;

 Έχω και έχουν γράψει πια τόσα πολλά για την Εβραία νύφη, που δεν θέλω να προσθέσω κάτι παραπάνω. Στην τελευταία Νέα Εστία (τεύχος Απριλίου 11) θα βρείτε μια εμπεριστατωμένη μελέτη της πανεπιστημιακού Γεωργίας Γκότση, που θα σας λύσει πολλές απορίες.

Έχετε γράψει πεζογραφία και ποίηση. Συνεχίζετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο ή η πρώτη επικράτησε της δεύτερης;

 Εξακολουθώ να γράφω ποιήματα. Για το συρτάρι μου όμως κι αυτό μου αρέσει περισσότερο.

Πώς βιοπορίζεστε;

 Δουλεύω σε εφημερίδα. Να πω για χιλιοστή φορά, ιδίως στους νεότερους, πως η δημοσιογραφία δεν έχει καμμιά σχέση με τη λογοτεχνία. Κακώς τα θεωρούν πολλοί συγκοινωνούντα δοχεία.

 Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

 Μού άρεσε να γράφω κριτική. Δεν το θεωρούσα ούτε πάρεργο, ούτε αγγαρεία. Με τα χρόνια σταμάτησα να ασχολούμαι γιατί η κριτική έγινε υπόθεση δυο-τριών ανθρώπων.

 Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

 Τα διηγήματα του Ν. Μανέα και τα δοκίμια του Ντανίλο Κις

 Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε; 

 Του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου.

 Τι θυμάστε από τις πρώτες μέρες συμμετοχής σας στην Διαγώνιο;  

 Ένα διαρκές μάθημα αισθητικής, που δεν βρήκα στη συνέχεια σε κανένα βιβλίο. Όπως και μια φιλική προτροπή να συνεχίσω τη γραφή, που τα αθηναϊκά περιοδικά την τσιγκουνεύτηκαν.

19
Μάι.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 94

Χανίφ Κιουρέισι, Ξένοι σαν συναντιόμαστε, στο: Μεσάνυχτα όλη μέρα, εκδ. Καστανιώτη, 1999, μτφ. Άννα Παπασταύρου, σ. 26, 48 (Hanif Kureishi, Midnight all day, 1999).

Πολύ αργότερα πια η Φλοράνς με διδάσκει ότι το να είναι κανείς επιτυχημένος οφείλεται εν μέρει στην ικανότητά του να αντέχει την ζήλια και την κατάφωρη αντιπάθεια. […]

Το τι φαντάζομαι για τους άλλους δεν μπορώ να το περιγράψω, ωστόσο το ανθρώπινο μυαλό σπάνια έχει σαφή αντίληψη των πραγμάτων. […]

Πιθανότατα περνάω πάρα πολύ καιρό μόνος μου νομίζοντας ότι μπορώ να δώσω τα πάντα στον εαυτό μου. Ο γιατρός μου, με τον οποίο τα πίνουμε, είναι βλακωδώς φανατικός με τα χάπια και το κέφι. Λέει πως αν δε μπορώ να είμαι ευτυχισμένος με ό,τι έχω δε πρόκειται να είμαι ποτέ. Εκείνος θα έλεγε όχι στη χρησιμότητα της εσωτερικής μάχης του ανθρώπου και προτιμάει α παίρνω αντικαταθλιπτικά, λες κι είναι καλύτερο να παραλύσω παρά να γνωρίσω τους φριχτούς εαυτούς μου.

Μνήμη Μαργαρίτας Καραπάνου  

18
Μάι.
11

Αναθεωρητική (Σ)χολή

Το mic.gr μάς έστρωσε κάτω και μας κατέστρωσε αφιέρωμα στο οποίο υποχρεωθήκαμε να επιλέξουμε ένα τραγούδι από υποτιθέμενους κλασικούς δίσκους του ροκ με την απαραίτητη επιστημονική επιχειρηματολογία. Μας υποχρέωσε και «μας υποχρέωσε». Εις ανταπόδοσιν, απαντήσαμε με τον πλέον πικρόχολο πικροσχολιασμό.

Beatles – White Album

Οι Beatles δεν είχαν τίποτα ποτέ να μου πουν. Αποτελούν Ιστορία μνημειωμένη και απομακρυσμένη, όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Μπετόβεν, ο Τσάρλυ Τσάπλιν. Υπήρξαν κάπου αλλού, πολύ μακριά από μένα και τη ζωή μου. Η πρώτη μου ανάμνηση από δαύτους (και γι’ αυτό μοναδική) ήταν ένα μηχανικό αυτοκινητάκι, με ορχήστρα πάνω, που έπαιζε ένα κομμάτι που μ’ άρεσε πολύ. Πρέπει να ήμουν 5-6 χρονών, από τις πανπρώτες μου μνήμες. Αργότερα έμαθα πως το τραγούδι λεγόταν Ob-La-Di Ob-La-Da και ξενέρωσα. Εγώ ήθελα τίτλους εμβλήματα, όχι Ομπλαντά, Ντιρλανταντά και Ντιριντάχτα.

Αργότερα γνώρισα και τις αντιπαθητικές τους φάτσες. Την φλώρικη μούρη του ΜακΚάρτνεϋ (με μια φωνή που απορώ πώς αγαπήθηκε), το θρασύ υφάκι του Λέννον (μα ποιοι είμαστε ρε παιδί μου, ουρλιάξτε κοριτσάκια μου, έτσι …έτσι….), για την δε σπουδαία μορφή του Ρίνγκο Σταρ η πένα μου είναι πολύ λίγη… Ο Λέννον βέβαια δυστυχώς δολοφονήθηκε – ένα στοιχείο που στον κάλπικο αυτό κόσμο μυθοποιεί και θρυλοποιεί κι έτσι κανείς δεν διανοείται να τον κρίνει μουσικά, φωνητικά, κλπ, ενώ η αντιπολεμική του «δράση» σαφώς τον καταξίωσε στις συνειδήσεις «των πολλών», όπως θα έλεγε κι ο Χομπσμπάουμης. Τελικά μόνο ο Χάρρισον είχε συγκροτημένη προσωπικότητα (κι έβγαλε και τους καλύτερους προσωπικούς δίσκους).

Τα τραγούδια τους μου φαίνονταν υπερβολικά απλά, παιδικά και, το χειρότερο, υπερ-υπερ-υπερεκτιμημένα. Στις μελωδίες κάτι κατάφερναν, όπως βέβαια κι άλλα χίλια γκρουπ του ροκ. Επίσης τους λουζόμασταν ακατάπαυστα από τον Πετρίδη, που δεν υπήρξε εκπομπή που να μην μας τους σερβίρει επαναλαμβάνοντας πόσο σπουδαίοι είναι ενώ εμείς βράζαμε σε μια νεότητα που ζητούσε νέα ακούσματα (που μας τα περιόριζε μια φορά τη βδομάδα). Στο δικό μου μυαλό βέβαια αυτό που αναπολούσε ήταν η παιδική/ εφηβική /νεανική του ηλικία, το προσωπικό του παρελθόν. Είναι ακριβώς το ίδιο όπως ένας νέος του ’20 θεωρεί κορυφαία μουσική της ζωής του τον Αττίκ και τον Γιαννίδη. Έτσι κι εγώ προκρίνω το Ομπλαντάκι. Κατά τα άλλα οι Beatles δεν με αφορούν.

Davie Bowie – The Rise and Fall of Ziggy Stardust

Ποιος διάλεξε τον λιγότερο ενδιαφέροντα δίσκο του Μπάουι από την πρώτη μνημειακή περίοδο; Ακόμα και η επιλογή μου φαίνεται μονόδρομη. To Starman είχε τρομερή μελωδία, φευγάτη ιστορία, δραματική εξέλιξη κι ένα πρωτόγνωρο, διαστημάτο φίλινγκ. Χρόνια αργότερα το διασκεύασε ο Boy George και παραδόξως του ταίριαζε: κανείς του χώρου δεν υπήρξε ποτέ τόσο ΟΥΦΟ.

Εκ των υστέρων σκέφτομαι πως ο Μπάουι δούλεψε για τα καλά όλους τους εραστές της ροκ εντ ρολλ μυθολογίας. Μπορεί να χτυπιόταν στη σκηνή ως Ziggy ουρλιάζοντας «εμείς θα χτυπήσουμε το κατεστημένο, εμείς θα το λιώσουμε σα βδέλλα», μπορεί να έφτασε στις κόψεις τις τρομερές, αλλά δεν ήταν τόσο βλάκας ώστε να τα κάνει πράξη, ούτε να κάνει τον εγκέφαλό του τυρί γραβιέρα από τα ντραγκς. Σου λέει, κορόιδο είμαι; Ας ζήσω ως τα γεράματα, να το γλεντήσω πουλώντας τις υπέροχες περσόνες μου.

The Doors – The Doors

Doors…τους σεβόμουν αλλά κάπως κάτι κάπου κάποτε δεν μου πήγαινε. Άλλες εποχές, άλλα ήθη, μια επαναστατικότητα που είχε έδαφος να αναπτυχθεί. Με τα δικά μου εφηβικάτα όμως (που ούτως ή άλλως δε θέλω να θυμάμαι) ήταν ασύμβατοι. Αφήστε που ακόμα και σήμερα όταν ακούω την εισαγωγή του Riders on the storm βλέπω μπροστά μου άσπρες ποδιές και την αποστειρωμένη αίθουσα με τους 29 κατασκευαστές πλυντηρίων. Γιατί να λατρέψω ένα τύπο που χαράμισε ζωή και ταλέντο στα ναρκωτικά; Σας παραπέμπω στο σημείωμα του Μπάμπη Αργυρίου για τον θάνατο του Dee Dee Ramone εδώ. «Το έχω δει το έργο πολλές φορές και δε λυπάμαι πια όλους αυτούς που η ζωή τους φέρθηκε γενναιόδωρα χαρίζοντάς τους ταλέντο και δημιουργική φλέβα κι αυτοί… πλήττουν μέσα στη δόξα και το χρήμα και το ρίχνουν σε αυτοκαταστροφικά παιχνίδια». Ζήσε καλά, πέθανε νέος – το συζητάμε. Ζήσε μαστούρα, πέθανε νέος – λίγο δειλία το βρίσκω.

Επίσης πάντα αναρωτιόμουν: αν ο Μόρρισον δεν ήταν ωραίος, αλητάκος, ανάρχα και μικροπεθαμένος, θα είχε τέτοιο φοβερό σουξέ ανάμεσά μας; Αν ήταν χοντρός, φαλακρός, με μουστάκι και χοντρά γυαλιά, τραγουδούσε καθιστός Come on baby light my fire θα τον κάναμε γκράφιτι στις σχολικές τσάντες, αφίσα, είδωλο; Anyway, εδώ μέσα αυτό που συνεχίζω μέχρι σήμερα να τιμώ είναι το Μπρεχτικό Alabama Song (Whiskey Bar). Ήταν η πρώτη μου επαφή με ένα άλλο είδος, μια άλλη γραφή, και χρειαζόμουν κι ένα μύθο για την περιπλάνηση στα μπαρ που θεωρούσα ως ιδανικό τρόπο ζωής. Μετά μεγάλωσα.

Velvet Underground and Nico

Εδώ η απάντηση διχάζεται. Να διαλέξω Venus in Furs ή το Sunday Morning; «Θεωρητικά» θεωρώ ανυπέρβλητο το πρώτο: με έθισε στην κιθαριστική επαναληπτικότητα, ύμνησε το S/M, έσπασε κάποια τραγουδιστικά στερεότυπα. Αλλά πώς να αντισταθείς στον μελωδικότερο ύμνο από τους πιο καμμένους υμνητές; Είτε υμνεί την αισιοδοξία μέσα στο βούρκο, είτε το αντίθετο, η ίδια η μουσική του Sunday Morning σε σπρώχνει να ζήσεις ένα εκατομμύριο ακόμα κυριακάτικα πρωινά. Άσε που ο Κύριος Ρίντιος εξέφρασε μ’ ένα στίχο το πρόβλημα μιας ζωής μας: I’ve got a feeling I don’t want to know.

Λίγα χρόνια μετά το Perfect Day θα συμπληρώσει την δυάδα που από τη μία όψη ξεχειλίζει ήλιο κι από την άλλη σε περιμένει το σκοτάδι. Σήμερα νοιώθω τη γνωστή γεμιστική ικανοποίηση που τόσο ο Reed όσο ο Cale ζουν μέχρι σήμερα όπως γουστάρουν, μετράνε δεκαετίες διαρκούς δημιουργίας, και μουσικά το προχώρησαν πολύ μακριά. Για μένα αυτοί είναι οι πραγματικοί ρόκερς. Till the end.

Clash – London Calling

Respect. Προσωπικότητες. Να τους ακούς, να τους διαβάζεις, και μακάρι και να τους ζούσες. Τρελή αδικία το ότι στη χώρα μας παίζονται μόνο με το Rock the Cashbah και Should I stay or should I go, κατώτερα από όλα σχεδόν τα υπόλοιπα τραγούδια τους… Βέβαια προσωπικά δεν μου άρεσε ποτέ το λέρωμα του πούρου ροκ εντ ρολλ με λευκιές φανκιές. Σα να έμπαινε σαρδόνια ένα μέινστριμ ρεύμα στο δωμάτιο.  Επίσης δεν γνωρίζω κανέναν που να ακούει σήμερα ολόκληρους τους δίσκους τους. Αλλά ίσως αυτή είναι η πορεία κάποιων σπουδαίων δίσκων: δεν είναι να ακούγονται πάντα, ούτε να ακούγονται ολόκληροι.

London Calling. Επιτέλους, ένα τραγούδι που μου έδινε να καταλάβω τι συμβαίνει εκεί πάνω. Που καλούσε για βοήθεια, αλλά και συμμετοχή. Που δεν έκανε γελοίες επιδείξεις σαν τους Σεξοπιστολάδες αλλά έριχνε ευθεία το βλέμμα και κάρφωνε οργή.Και κάποιος που για πρώτη φορά μου έλεγε ευθέως πως ζει δίπλα στο βασιλικό ποτάμι, άστεγος.

Joy Division – Closer

Άλλη μια περίπτωση που ο θάνατος εκτοξεύει στα ύψη τη μουσική σου, απ’ όποια πλευρά και να το πάρει κανείς. Φοβάμαι πως οι JD δεν θα έχαιραν αντίστοιχης εκτίμησης αν ο Ian Curtis δεν είχε αυτοκτονήσει, έχοντας βέβαια νωρίτερα τραγουδήσει την κατάθλιψή του. Μουσικά τα περισσότερα κομμάτια τους δε μου άρεσαν ποτέ. Σωστά το είχε γράψει ο Κοντογούρης σ’ ένα παλιό Ποπ και Ροκ στο μονοσέλιδο που παρουσίαζε τα πολύ καινούργια σχήματα: «θυμίζουν πρώιμους Black Sabbath». Δεν αναφερόταν βέβαια στο Closer που είναι αλλιώς.

Decades. Ακόμα κι αν δεν αποτελούσε τον επιθανάτιο ρόγχο του, η μουσική του πραγματικά επενδύει τον Θάνατο. Και μέχρι σήμερα δε μπορώ να φανταστώ άλλο τραγούδι να τον πλησιάζει τόσο, ίσως ακολουθεί το The Funeral των Cure. Αλλά υπήρχε κάτι ψεύτικο, κάτι φτιαχτό στην εκφορά του Robert Smith. Ενώ στη φωνή του Curtis….

Tuxedomoon – Desire

Τους αγάπησα σ’ όλες τις μορφές, τους άκουσα πάρα πάρα πολύ, σκάβω μέχρι σήμερα ακόμα και τους προσωπικούς τους δίσκους του καθενός. Αλλά όσο κι αν ακουστεί «αιρετικό», το Desire ούτε τότε ούτε σήμερα μπορώ να το ακούσω, σίγουρα όχι ολόκληρο. Εδώ είχα την αίσθηση ότι κάτι συμβαίνει, ότι η μουσική μας πάει σε καινούργιες διαδρομές (εντάξει, μετά είδα ότι δεν ήταν και τόσο καινούργιες, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία) αλλά κάθε φορά μετά από λίγη ώρα στόπαρα την κασέτα. Τι έλειπε; Μα η καρφωτική, στοιχειωτική μελωδία. Αυτό που θα έκαναν λίγο αργότερα και πάλι όχι πάντα. Εδώ το είχε μόνο το East/Jinx/…/Music #1, το πρώτο αριστούργημα των Νέων Ευρωπαίων που ήταν Αμερικανοί.

The Smiths – The Queen is Dead

Ο χειρότερος δίσκος των Smiths, από τους κανονικούς, όχι τους δεκαπέντε συλλογικούς και bestικούς. Για άλλη μια φορά ένα συγκρότημα (που τα είπε όλα με τον πρώτο δίσκο και τα σιγνκλάκια της πρώτης περιόδου) γίνεται στην καθυστερημένη χώρα μας καθυστερημένα γνωστό, με το χειρότερο σύνολό του, για άλλη μια φορά στη χώρα μας σουξέ γίνεται το χειρότερο κομμάτι του, το Bigmouth strikes again (τελικά αυτά τα βήτα φωνητικά τι είναι; αυτιστικό παιδάκι; κινέζικο καρτούν; στρουμφάκι; βλακωδία του παραγωγού; γιατί δεν έβαλε και καμιά σφυρίχτρα;).

Φάρος λαμπρός εδώ το There is a light that never goes out. Άψογη ποπ και τα απαραίτητα ψευτομελοδραματικά λογάκια που ευτυχώς αποποιήθηκα έγκαιρα, όταν η μούσα μου πήγε και τα έφτιαξε με τον μαλάκα της σχολής, άρα ξύπνησα νωρίς: κανείς και τίποτα δεν αξίζει να πεθάνεις γι’ αυτόν, ούτε ουρανίσια, ούτε θαλασσίσια. Tonight by your side it’s such a heavenly way to die; Oxi kale, ase kalytera, lew na zisw ki egw (opws allwste ki esy) kai na paw stin epomeni.

Violent Femmes – Violent Femmes

Τι; Violent Femmes;;; Ένα από τα πιο υπερεκτιμημένα γκρουπ του γαλαξία; Ούτε μισό κομμάτι! 1983, εποχή που δεκάδες σκηνές (από αγγλική post punk ως αμερικανική ψυχεδελική) βράζουν, κάποιοι αποφασίζουν πως πρέπει να λατρέψουμε τους Violent Femmes και τους Dream Syndicate. Αρχίζει μια ανελέητη προώθηση μέσω Ποπ και Ροκ (ίσως αλλοθάκι για τις παλιατσούρες με τις οποίες μας είχαν βομβαρδίσει – ο Ήχος κράτησε μικρότερο καλάθι αν και το φούλαρε κι αυτός) μόνο που δεν ήταν καλά συνεννοημένοι: άλλος τους έλεγε γκαράζ (!), άλλος νεοψυχεδέλεια (!!), μόνο γιεγιέδες δεν τους είπαν. Ενώ ήταν απλή αμερικάνικη ροκούρα.

Σα να μην έφτανε αυτό, είχαμε κι όλους αυτούς τους μεθυσμένους που χοροπηδούσαν και σε ξενύχιαζαν με το Kiss Off, παθιασμένοι με τους δέκα λόγους που άξιζε να φτύσουν την γκόμενα που δεν είχαν ακόμα. Στο δικό μου θυμικό η αντίστοιχη θηλυκή συμπεριφορά παρατηρείται στο άκουσμα του άσματος «Τα έδωσα όλα κι έμεινα στον άσσο», όπου χτυπιούνται δεσποινίδες που δεν έχουν δώσει ακόμα τίποτα απολύτως και σε κανέναν.

Portishead – Dummy

Εδώ καταθέτω ένα βιογραφικό παράδοξο. Ζούσα επί χρόνια σε ιδιόμορφες συνθήκες: χωρίς τηλεόραση (σ’ όλη τη Θεσσαλονίκη μόνο ο Αγγελάκας κι εγώ – εννοώ από τις επώνυμες προσωπικότητες), χωρίς ράδιο, αργότερα χωρίς σιντιέρα, χωρίς παρέες με ίδια μουσικά γούστα και για καιρό χωρίς ίντερνετ – πήγαινα τα κείμενα στο πρώιμο mic σε…δισκέτα. Έτσι δεν πήρα ποτέ χαμπάρι τις «εκρήξεις» νέων «σκηνών» παρά πολύ αργότερα. Πρώτα διάβαζα και μάθαινα για τους περίφημους π.χ. Oasis, Blur, Massive Attack, Portishead – για να αναφέρω τα δήθεν «νέα» ονόματα. Έτσι, έχοντας διαβάσει τόσους ύμνους, όταν τελικά τα άκουγα η απογοήτευση ήταν τεράστια: «Γι’ αυτό το πράμα παραληρούν όλοι;»

Κάπως έτσι και με το ετούτο το κατά τα άλλα άρτιο σχήμα. Ενδιαφέρον αλλά μην τρελαθούμε κιόλας. Όταν έχεις περάσει ήδη απ’ όλη τη Μαύρη Θηλυκότητα, απ’ όλη την Σόουλ και Μπλουζ Αισθαντικότητα, τι να σου πούνε τα εγγλέζικα μελόπαιδα; Θα μου πεις, βαρεθήκαμε τις Μυθολογίες του Μέμφις, ας φτιάξουμε μια του Μπρίστολ. Και εγέννητο Trip Hop! Sour Times εδώ, ως μονόφθαλμο στα τυφλά. Όλως τυχαίως, οι 99 στους 100 αυτό διαλέγουν.

Bjork – Post

Τόσο με τους Sugarcubes όσο και τη Bjork επαληθεύτηκε για άλλη μια φορά πως η υποτιθέμενη ανεξάρτητη σκηνή λειτουργούσε ακριβώς το ίδιο με την μέινστριμ, απλώς ένοιωθε λίγο σαν Β΄ Εθνική. Τα πραγματικά «ανεξάρτητα» υπέροχα σχήματα ήταν μακριά από δω, ήταν στις άγνωστες εταιρείες, στα απανταχού συνοικιακά υπόγεια, στους χειροποίητους δίσκους. Έτσι, όταν έβλεπα διαρκώς στην κορυφή των τοπ του περιοδικού Catalogue τους μεν και τη δε, έλεγα αποκλείεται αυτοί να αξίζουν φράγκο.

Βέβαια η δαιμόνια ποντικομούρα δεν ήταν χαζή να μείνει πάνω στο παγόβουνο των indies. Το ’δειχνε απ’ την αρχή πως θέλει να γίνει σταρέσσα και επέλεξε να πλασάρει ακριβώς αυτό που δεν έχουν οι άλλοι/ες. Ποτέ μου δε κατάλαβα πώς είναι δυνατό μια άτεχνη, γκριναροπαραληρούσα φωνή σε εντελώς αμελωδικά κομμάτια να έχει το παραμικρό ενδιαφέρον. Μήπως επειδή το πακέτο της λιλιπούτειας καλικάντζαρης από την παγωμένη Θούλη ήταν «κάτι διαφορετικό ρε παιδί μου»; Μήπως όλο και κάποιες χρειάζονταν ένα ασχημομούρικο (δηλαδή αντι-τηλεοπτικό) είδωλο να ταυτιστούν;

Ούτε ένα κομμάτι της, όχι από το δίσκο, αλλά και γενικά δεν μπορώ να ακούσω πάνω από 30 δευτερόλεπτα. Όταν δε έμαθα πως θα τραγουδούσε σε ολόκληρο μιούζικαλ, του Λαρς Φον Τρίερς κιόλας, σκέφτηκα να ένα απολύτως σύγχρονο και αναίμακτο βασανιστήριο για κάθε ανακριτική αρχή. Βάλε τον ύποπτο να το δει 10 φορές και θα στα ομολογήσει όλα.

R.E.M. – Green

Απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτον. Αδιάφορο συγκρότημα, ελάχιστα χάιλαιτς. Οι Αμερικανοί U2. Τελικά φαινόταν από την αρχή πως τους άρεσαν πολύ τα στάδια.Αν υπήρχε η συνήθεια να ονοματίζουμε τα στάδια και με ονόματα συγκροτημάτων, σίγουρα θα είχαμε κάποιο γήπεδο «REM». Φίλοι φίλαθλοι καλώς ήρθατε στο Στάδιο REM όπου σε λίγο θα διεξαχθεί η μεγάλη αναμέτρηση…Ως σπήκερ θα τους ταίριαζε (στην ανία και τον δεινοσαυρισμό) μόνο ο απαράμιλλος, ο κορυφαίος, ο μετρ κύριος…Αλέξανδρος Θεοφιλόπουλος!

Στις φωτογραφίες:1. Μην τους κοιτάς οργισμένος Harrison, τώρα αυτοί σου έλαχαν. 2. Σταράνθρωπος στο Εξώφυλλο του Σταρανθρώπου. 3. Brecht και Weil γελούν χωρίς να ξέρουν πως θα τραγουδηθούν από άλλους επαναστάτες, δεκαετίες μετά. Ή το ξέρουν; 4. Reed, Cale και Warhol γελούν, χωρίς να ξέρουν πως η υστεροφημία τους είναι κερδισμένη. Ή το ξέρουν; 5. Ο Joe Strummer σίγουρα θα διάβαζε Πανδοχείο αν υπήρχε τότε κι αν ήταν έντυπο. 6. Ο Ian Curtis σε μια σπάνια χαρούμενη στιγμή με τους άλλους τρεις Joy Division. Οι οποίοι – αυτό που λέγαμε – προτίμησαν να ζήσουν και να τραγουδήσουν τα βάθη τους ως New Order. 7. Tuxedo Moon σε πρωτόλεια μορφή: διακρίνονται και οι 4 προσωπικότητες: S. Brown, P. Principle, W.Tong. B. Reininger. 8. Όσο και να αλλάξεις, εμείς μαζί σου. Και όντως δεν πεθαίνει. 9. Μια χάριν αφίσας έξυπνη αναγωγή του ονόματος των Violent Femmes στον σαδομαζοχισμό των παλαιών διδασκαλισσών. 10. H λαίδη Portishead προσπαθεί να μας ανάψει μια φλόγα. 11. Η άλλη λαίδη και τα 20 μάτια των REM που κατάφεραν να με υπνώσουν, χρόνια τώρα.

Πρώτη δημοσίευση εδώ, όπου και σπαρταριστά «αντιδραστικά» σχόλια. Όλο το αφιέρωμα εκεί.

17
Μάι.
11

Sergio Blanco – Kassandra

Θεατρική Ομάδα Αρμαδίλλος

Η πόρτα του μπαρ κλείνει, με την Κασσάνδρα στο μέσον του. Μας πλησιάζει προτείνοντας πακέτα τσιγάρα. Την γνωρίζω καλά αυτή τη σκηνή, την ζω συχνά στην οδό Αθηνάς, μπροστά στην Αγορά, τη Νέα. Γυναίκες χωρίς άλλο ιδιαίτερο γνώρισμα σε πλησιάζουν συνωμοτικά για την διαφεύγουσα δοσοληψία. Αλλά ετούτη εδώ είναι μακιγιαρισμένη, φοράει κόκκινες μπότες, μας κοιτάζει διαπεραστικά και λάγνα. Θέλει να μας διηγηθεί την ιστορία της. Μας συστήνεται ως Κασσάνδρα, μας μιλάει για το Ίλιον, την οικογένειά της, τον τρωικό πόλεμο. Πώς;; Ο Έκτορας είναι αδελφός της αλλά και amorous boy, ξέρει απ’ την καλή και την ανάποδη την Εκάβη και την Αδρομάχη. Δηλαδή ξέρει πολλά – γελάμε αμήχανα, λέμε τι σκαρφίζεται κανείς για να κερδίσει την προσοχή μας – προτείνει κάτι κοινό, πασίγνωστο. Μας τους δείχνει και σε φωτογραφίες περιοδικών, τσαλακωμένων όπως στα κομμωτήρια, κάτι ψελλίζει για το Hotel Ilion.

Γεννήθηκε άντρας αλλά νοιώθει γυναίκα, πραγματοποίησε την μεταφορά αλλά όχι εντελώς. Ο Ευρυπίδης δεν μας τα είπε καλά, οι τραγικοί την παρουσίασαν ως υστερική, λάθος! Not woman not man complicated but not crazy. My personage not true. Slave του Αγαμέμνονα (Βασιλιά του Σεξ), ευπρόσδεκτη και στις κλίνες του Πάτροκλου, του Νέστορα, του Αίαντα, του Αχιλλέα, του Οδυσσέα (για τον τελευταίο τσάμπα). Αλλά αρκετά με τα των ενηλίκων! Στη φιλοσοφία της κυριαρχεί ο Bugs Bunny, το Tomorrow it’s another day, οι Abba, η Manchester United. Υπάρχει και ο Monsieur Flaubert, γουρούνι αλλά χρήσιμος χρηματοδότης, με αντάλλαγμα τις σαδιστικές του τέρψεις. Θα της άρεσε να κάνει ménage a trois με τον Αγαμέμνονα και την Κλυταιμνήστρα, αλλά η σκύλα δεν το δέχτηκε και την έκοψε κομμάτια. Οι τραγωδοί δεν έδειξαν τίποτα, έχουν το σύστημα να κρύβουν τη βία πίσω απ’ τη σκηνή, γι’ αυτό και μας αξίζει μια αναπαράσταση με το κραγιόν στο σώμα της. Μετά πετάχτηκαν τ’ απαυτά της στα σκυλιά. Life is a tragedy.

Αυτή η τόσο ελκυστική γυναίκα κάνει τόσα κόλπα για να γίνει πιστευτή, για να της δώσουμε σημασία; Οικειοποιείται τον δικό μας μύθο, ή αποτελεί την ιδανικότερη επαναφορά του; Μήπως θέλει να φωτίσει τη δική της οδύσσεια δίπλα στην ξεθωριασμένη απ’ το πολύ φως εξωραϊσμένη ιλιάδα; Τελικά όλες οι ιστορίες έχουν σεξ, πόλεμο, εξουσία, νικητές και χαμένους; Και η παιδικότητα (όπως και ο μύθος, ο παραμύθος, το παραμύθι, η παραμύθα) αποτελεί ένα ασφαλές καταφύγιο για κάθε καμένο απόκληρο; The winner takes it all, the loser has to fall ή Tomorrow is another day; Ποιο κρύβει μεγαλύτερες παγίδες και αυταπάτες.

Το έργο γράφτηκε από τον γαλλο-ουρουγουανό θεατρικό συγγραφέα Σέρχιο Μπλάνκο (πρώτο ανέβασμα έργου του στην Ελλάδα) και παρουσιάζεται στα  λανθασμένα, σπασμένα (και, εννοείται, απολύτως κατανοητά) αγγλικά του κάθε ξένου, που τα χρησιμοποιεί ως μόνο κι απαραίτητο εργαλείο επικοινωνίας κι επιβίωσης. Η ηρωίδα συνομιλεί για λίγο μαζί μας, αναζητά λίγη επικοινωνία, κάποτε και φιλία, όταν βέβαια δεν την διακόπτουν στο κινητό (50 ευρώ, άντε 40 συν το ταξί), κάποια στιγμή της δίνεται η ευκαιρία να φύγει αλλά ποιος έχει τη δύναμη της φυγής; Το μόνο που θέλει με τα στοιχειώδη της αγγλικά αλλά και την οικουμενική γλώσσα του βλέμματος και του σώματος είναι να μοιραστεί την ιστορία μιας σύγχρονης μεταφοράς και μετανάστευσης.

Διάρκεια 60΄/ Παίζει: Δέσποινα Σαραφείδου, σκηνοθ. Δέσποινα Σαραφείδου, Ευαγγελία Ανδριτσάνου, κοστ.: Λουκία Μινέτου, μουσ. επιμ.: Βασίλης Τσόνογλου./ Μπαρ Άνθρωπος, Γιατράκου 19 και Μεγάλου Αλεξάνδρου, Μεταξουργείο. / Παρ. – Σάβ. 21.15. Η πρώτη παράταση των παραστάσεων έχει προγραμματιστεί μέχρι τις 21 Μαΐου, αλλά πιθανότατα ακολουθεί και δεύτερη παράταση (βλ. τελική υποσημείωση), συνεπώς τηλ. 6942 220 045. / Φωτογραφίες (παράστασης και εδώ): Δημήτρης Γερακίτης.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Συζήτηση με την «Κασσάνδρα» Δέσποινα Σαραφείδου

Τι σχέση έχετε με την Κασσάνδρα του Μύθου; Την είχατε ποτέ διαβάσει ή  συναντήσει ή «συναντήσει»; Τι σχέση έχετε με την Κασσάνδρα του έργου;

Η Κασσάνδρα ήταν πάντα μια οικεία αναφορά – σε πρώτο επίπεδο, ο ρόλος στις τραγωδίες είναι ελκυστικός (το γεγονός πως είναι ξένη, η ανημποριά της, η απελπισία της…) – όμως κουβαλά κάτι που παρα-ξενίζει – για παράδειγμα, η Κασσάνδρα  των Τρωάδων στο μονόλογο της “τρέλας” της δεν μου μοιάζει ακριβώς Οφηλία, περισσότερο μου φέρνει στο νου μια ασυνείδητη σκηνοθεσία. Κι άλλες Κασσάνδρες με κυνηγούν. Η Κασσάνδρα και ο λύκος της Καραπάνου – ένα βιβλίο αγαπημένο κι ένα κείμενο που ελπίζω να δουλέψω για το θέατρο. Η Κασσάνδρα της Κρίστα Βολφ. Η Αλεξάνδρα του Λυκόφρονα. Όσο για την Κασσάνδρα του έργου, αναγνώρισα απ’ την αρχή μια κοινή στάση ζωής. Πολλή αφέλεια και πολλή επιθυμία.

Ένας κορμός της παράστασης είναι η ενσωμάτωση δυο ζωών (της μυθικής Κασσάνδρας και της σύγχρονης ηρωίδας) σ’ ένα πρόσωπο. Τι συνέβη; Η ηρωίδα ταυτίστηκε μαζί της, επιθυμεί να μας τραβήξει την προσοχή, παραφρονεί, ονειρεύεται;

Ας αποφασίσει ο θεατής γι’ αυτό. Νομίζω, κάθε Κασσάνδρα κι ένα αίνιγμα. Πρόκειται για δύο, τρεις ή δεκατρείς ζωές; Δεν ξέρω. Στο κείμενο συνωθούνται πολλαπλές όψεις της ανθρώπινης εμπειρίας.

Όταν μιλάω, στην Kassandra, ως ηθοποιός αλλά και ως πρόσωπο, αφήνω το λόγο να περνάει από μέσα μου και να δημιουργεί συνδέσεις, συσχετίσεις, συνειρμούς.

Πώς φτάσατε στο συγκεκριμένο θεατρικό κείμενο, τι σας έθελξε, τι σας προβλημάτισε, τι σας φόβισε;

Το έργο ήρθε μόνο του σ’ εμένα – ή μάλλον, μου το έφερε ο συγγραφέας του για να το παίξω.

Τι με γοήτευσε αρχικά; Η γλωσσική πενία του (είναι γραμμένο σε σπαστά, στοιχειώδη αγγλικά) και το μότο της Κασσάνδρας του, το “Tomorrow is another day”: απάρνηση της πραγματικότητας ή ύστατη γενναιότητα του χαμένου;

Τι με προβλημάτισε; Το κείμενο είναι ανοιχτό, δεν παρουσιάζει έναν συνεπή, συνεκτικό χαρακτήρα – είναι σαν αντανακλάσεις ενός προσώπου, σαν ξέφτια. Το ζήτημα λοιπόν ήταν πώς να αποδοθεί ένα τέτοιο πρόσωπο διατηρώντας την ανοιχτή δομή του.

Τι με φόβισε; Να μη βγει η Kassandra “θεατρική”, χάρτινη. Αναζητώ πάντα τη σάρκα. Έτσι, κατέφυγα σε μια πιο πρωτογενή, ενστικτώδη αντιμετώπιση του ρόλου.

Δεν είναι η πρώτη φορά που δοκιμάζεστε στο παγιδοφόρο είδος του μονολόγου (Το όνομά μου είναι Rachel Corrie από κείμενα της ίδιας, θεατρική διασκευή των Αλαν Ρίκμαν – Κάθριν Βίνερ, Σόνιετσκα της Μαρίνας Τσβετάγιεβα, σύνθεση κειμένου Δήμητρα Κονδυλάκη, Delirium Tremens του Θωδ  Εσπίριτου). Πώς είναι η συγκεκριμένη δοκιμασία;

Φοβιστική (αν ξεχάσεις τα λόγια σου, ποιος θα σε σώσει;…) αλλά και απελευθερωτική.

Στην ουσία ο ηθοποιός δεν είναι ποτέ μόνος. Γιατί παίζει με το χώρο, με το χρόνο.

Στο μονόλογο, καθώς δεν υπάρχει ο άνθρωπος-συμπαίκτης, αναδεικνύονται πιο απογυμνωμένα άλλες σχέσεις, π.χ. η σχέση με το αντικείμενο. Πρόκειται ίσως για την πιο καθαρή μορφή υπόκρισης, με την έννοια ότι ο ηθοποιός έχει την ευκαιρία να παρατηρήσει τον εαυτό του ενόσω δρα, να αποκτήσει συνείδηση των συστημάτων του (εννοώ το μυοσκελετικό, το κυκλοφορικό, το νευρικό κ.λπ.) ως οργανισμός, να συναισθανθεί το σώμα του ως εργαλείο. Βέβαια η λειτουργία του ηθοποιού είναι ίδια, και σε ένα έργο με περισσότερα του ενός πρόσωπα. Απλώς στο μονόλογο αναγκάζεται να βρεθεί ενώπιος ενωπίω.

Όσο για την Kassandra, στο συγκεκριμένο ανέβασμα, επιπρόσθετη δυσκολία και πρόκληση ήταν η έλλειψη ασφάλειας που προσφέρει η σκηνή. Από την άλλη, ήταν εξαιρετική άσκηση ετοιμότητας.

Όταν τελειώσουν οι παραστάσεις τι θα μείνει από την δική σας Κασσάνδρα σ’ εσάς; Τι θα θέλατε να μείνει στους θεατές;

Θα είμαι ίσως λίγο πιο ήσυχη απέναντι στο τρομακτικό γεγονός ότι μόνοι παράγουμε νόημα για τη ζωή μας. Θα κρατήσω ακόμα την αίσθηση της κοινότητας που μου χάρισαν όλοι οι συνεργάτες και οι φίλοι με τους οποίους δουλέψαμε για την παράσταση.

Ο θεατής για μένα είναι ο δεύτερος, ισότιμος πόλος της θεατρικής λειτουργίας. Και δρα αυτόνομα. Το μόνο  που μπορώ είναι να ελπίζω πως κάτι τον κινητοποίησε, τον άλλαξε.

Οι παραστάσεις αυτής της φάσης θα τελειώσουν. Αλλά η Kassandra θα έχει συνέχεια. Την περιμένω με περιέργεια.

Σημ. H συζήτηση δημοσιεύεται αποκλειστικά στο Πανδοχείο.  Επί του «πιεστηρίου», μια ακόμα παράταση της παράστασης, για το Π-Σ 27 και 28.5.

Προσθήκη 2012: Νέες παραστάσεις: 17 Φεβρουαρίου έως 24 Μαρτίου 2012. Ιστολόγιο και Facebook εδώ κι εδώ. Εταιρεία: 1+1=1.

Προσθήκη 10.2.2014: H Kassandra παρουσιάστηκε σε φεστιβάλ στην Ελλάδα και το εξωτερικό (Νέα Υόρκη, Φίερ, Λουγκάνο, Πέγια, Μπίτολα, Πράγα, Ρέσεν, Στρούμιτσα, Σόφια, Μαδρίτη), και έλαβε τα βραβεία LEADING FEMALE ROLE AWARD (Apollon Theatre Festival, 2011), BEST INTERACTIVE PERFORMANCE AWARD (MonoAkt Festival of Monodrama, 2012), BEST ACTOR AWARD “ACTOR OF EUROPE 2012” (International Festival Actor of Europe, 2012).

Τώρα επιστρέφει στον Άνθρωπο, Γιατράκου 19 & Μεγ. Αλεξάνδρου (μετρό Μεταξουργείο). Από 31 Ιανουαρίου 2014 για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων. Τηλ: 6942 220045.Εδώ, video trailer. Εδώ, αποσπάσματα από την παράσταση και συνέντευξη του συγγραφέα και της ηθοποιού. Ιστολόγιο και Facebook εδώ κι εδώ.
Εταιρεία θεάτρου 1+1=1.

16
Μάι.
11

Anne Sexton – Ποιήματα

Βρήκα τις ζεστές σπηλιές στο δάσος,

τις γέμισα με κατσαρολικά, κουζινομάχαιρα και ράφια,

ντουλάπια και μεταξωτά, αμέτρητα αγαθά.

Μαγείρευα για τα σκουλήκια και τα ξωτικά.

Γκρίνιαζα, έβαζα τα πάντα πάλι σε σειρά.

Μια τέτοια γυναίκα την παρεξηγούν.

Έχω υπάρξει ον του είδους της

 Το είδος της [Προς το Μπέντλαμ και εν μέρει προς τα πίσω, 1960] (απόσπασμα)

Δεν ήξερα ότι είχα οποιοδήποτε δημιουργικό βάθος. Ήμουν θύμα του Αμερικανικού Ονείρου. Προσπαθούσα όσο πιο αναθεματισμένα μπορούσα να κάνω μια συμβατική ζωή γιατί έτσι είχα ανατραφεί. Όμως δεν μπορείς να χτίζεις μικρούς λευκούς φράχτες για να κρατήσεις έξω τους εφιάλτες.

Η Ανν Σέξτον (1928-1974) ξεκίνησε να γράφει στα τριάντα της. Μέχρι τότε το μόνο που ήξερε ήταν να μαγειρεύει και ν’ αλλάζει πάνες στα μωρά της. Η επιφάνεια ράγισε στα 28 της: υπέστη νευρικό κλονισμό κι αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Ένα βράδυ είδε στη βοστωνέζικη εκπαιδευτική τηλεόραση μια εκπομπή για τα σονέτα – θα μπορούσα να το κάνω κι εγώ αυτό, σκέφτηκε. Ο γιατρός της τής είπε πως τα ποιήματά της μπορεί να σημαίνουν κάτι για κάποιον άλλο κάποια μέρα. Κι αυτό της έδωσε ένα μικρό σκοπό και μια αναβολή νέας αυτοκτονίας. Στην ψυχιατρική κλινική ανακάλυψε πως υπήρχαν κι άλλοι άνθρωποι σαν εκείνη κι ένιωσε πιο αληθινή και «υγιής». Είπε μέσα της: αυτοί είναι οι άνθρωποί μου. Φράση που είπε για δεύτερη φορά όταν ανακάλυψε πως ανήκει, πλέον, στους ποιητές

Μερικές γυναίκες παντρεύονται σπίτια.

Το σπίτι είναι ένα άλλο είδος δέρματος. Έχει καρδιά,

στόμα, συκώτι και συσπάσεις των εντέρων.

Οι τοίχοι είναι σταθεροί και ροζ.

Όλη τη μέρα είναι στο πόδι

να καθαρίζει με προσήλωση.

Ο άντρας με τη βία εισβάλλει και σαν τον Ιωνά

η μάνα του από σάρκα τον ρουφάει.

Μια γυναίκα είναι η δική της μάνα.

Νοικοκυρά [Όλοι οι ακριβοί μου, 1962] (απόσπασμα)

Η Σέξτον άρχισε το βαθύ σκάψιμο στις επώδυνες εμπειρίες της (από τις σαδομαζοχιστικές παιδικές μνήμες και τον τρόμο των ενοχών τους μέχρι τον πανικό της μητρότητας). Συχνά κατανοούσε μέσα σ’ ένα ποίημα κάτι που δεν είχε αφομοιώσει στη ζωή της. Κάτι που μπορεί στην πραγματικότητα να το απέκρυπτε απ’ τον ίδιο της τον εαυτό αλλά ταυτόχρονα το αποκάλυπτε στους αναγνώστες. Με το ένα χέρι ανέσυρα σκατά και με το άλλο χέρι τα σκέπαζα με άμμο. Μερικές φορές ένιωθα σαν ρεπόρτερ που κάνει έρευνα για τον εαυτό του. Ναι, χρειαζόταν θάρρος, αλλά ως συγγραφέας πρέπει να παίρνεις το ρίσκο να γελοιοποιηθείς…

Οι δημόσιες αναγνώσεις της έμειναν αξέχαστες. Καθόταν στο κέντρο του αμφιθεάτρου, έβγαζε τα παπούτσια της, άναβε ένα τσιγάρο και ξεκινούσε, ενώ το κοινό μαγνητιζόταν από την εκθαμβωτική της εμφάνιση, την δραματική της ανάγνωση, τους επιδραστικούς της στίχους. Μεταμορφώνεσαι σε ερμηνευτή, οι αναγνώσεις σου παίρνουν πολλά, είναι μια αναβίωση των εμπειριών σου. Είμαι μια ηθοποιός στο δικό μου αυτοβιογραφικό θεατρικό έργο. Κάποτε έγραψε στον Σολ Μπέλοου, συγκλονισμένη κάποτε από μια φράση του στον Χέντερσον του «Σάπιζα κι ήμουν ακόμα παιδί» κι εκείνος της απάντησε  με φράση από τον Χέρτσογκ του: «Μην κλαις, βλάκα, ζήσε η πέθανε, αλλά μη δηλητηριάζεις τα πάντα». Η φράση έγινε οδηγός της.

Στα έξι μου

ζούσα σ’ ένα νεκροταφείο γεμάτο κούκλες,

αποφεύγοντας τον εαυτό μου,

το σώμα μου, αυτό τον ύποπτο

στο αλλόκοτο σπίτι του.[…]

Θα μιλήσω για τους βραδινούς εξευτελισμούς όταν με ξέντυνε η Μητέρα,

για τη ζωή της μέρας, κλειδωμένη στο δωμάτιό μου-

όντας η ανεπιθύμητη, το λάθος

που χρησιμοποίησε η Μητέρα για να αποτρέψει τον Πατέρα

απ’ το διαζύγιο. […]

Στεκόμουν εκεί ήσυχα,

κρύβοντας το μικρό μου μεγαλείο.

Δεν αναρωτιόμουν για την πύλη της ντουλάπας.

Δεν αναρωτιόμουν για το τελετουργικό του ύπνου

όταν, στα ψυχρά πλακάκια του μπάνιου,

με ξάπλωναν καθημερινά

για να μ’ εξετάσουν για ψεγάδια.

Εκείνες τις εποχές… [Ζήσε ή πέθανε, 1966] (απόσπασμα)

Δεν υπήρχαν ποτέ χαρούμενες μνήμες; Ναι, τότε που μαζί με την Σίλβια Πλαθ και τον (ποιητή και εραστή της) Τζορτζ Στάρμπακ παρακολουθούσαν τα μαθήματα του Ρόμπερτ Λόουελ (που της δίδαξε όχι πώς να γράφει αλλά τι να αφαιρεί) και μετά το μάθημα ανέβαιναν κι οι τρεις στο μπροστινό κάθισμα της παλιάς της Φορντ και πήγαινα στο ξενοδοχείο Ritz, παρκάροντας παράνομα στην Ζώνη Φόρτωσης, λέγοντας, «κι εμείς να φορτώσουμε ήρθαμε». Με την Πλαθ μοιραζόταν πολλές κουβέντες περί θανάτου και αυτοκτονίας, το θέμα τις τραβούσε «σαν έντομα σε ηλεκτρικό γλόμπο». Εκείνη της διηγούνταν την ιστορία της πρώτης της απόπειρας «με γλυκές και τρυφερές λεπτομέρειες», που ταυτίζονταν με τις περιγραφές του Γυάλινου Κώδωνα. Λες και ο θάνατος μας καθιστούσε λίγο πιο υπαρκτούς εκείνη τη στιγμή. Όπως άλλωστε αναφέρει η Σέξτον, οι δυο ποιήτριες αλληλοεπηρεάστηκαν: η Πλαθ εν ζωή από εκείνη, εκείνη από την Πλαθ μετά την αυτοκτονία της και το Άριελ.

Το να μ’ αγαπάς όταν δε φορώ παπούτσια

σημαίνει ότι αγαπάς τα μακριά ηλιοκαμένα μου πόδια,

τα γλυκά μου, καλά και χρήσιμα σαν κουτάλια.

Και τις πατούσες μου, αυτά τα δυο παιδιά

που τ’ άφησαν να βγουν να παίξουνε γυμνά. […]

Τα κύματα είναι ναρκωτικό, φωνάζουν

υπάρχω, υπάρχω, υπάρχω,

όλη τη νύχτα. Ξυπόλητη

παίζω ταμπούρλο πάνω κάτω στην πλάτη σου.

Το πρωί τρέχω από πόρτα σε πόρτα

του ξυλόσπιτου παίζοντας κυνηγητό.

Τώρα με αρπάζεις από τους αστραγάλους.

Τώρα ανεβαίνεις προς τα πόδια

και έρχεσαι να με καρφώσεις στο σημείο της πείνας μου.

Ξυπόλητη [Ερωτικά ποιήματα, 1969] (απόσπασμα)

Ο τόμος περιλαμβάνει και μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση με την ποιήτρια (Paris Review, 1968), όπου συζητιούνται πολλά ειδικότερα θέματα της ποιητικής γραφής, τόσο από άποψη τεχνικής και μορφής, όσο και περιεχομένου, αλλά και γενικότερα όπως η έκφραση της θρησκευτικής εμπειρίας στα ποιήματά της (Μετά τον θάνατο προκύπτει ο Θεός. Δεν εννοώ τον τελετουργικό προτεσταντικό Θεό, ο οποίος είναι τόσο γλυκανάλατος, αλλά τους αγίους που μαρτύρησαν, τον σταυρωμένο άνθρωπο…) ή η μουσική. Η ποιήτρια χρησιμοποιούσε το Bachianas Brasileiras του Villa-Lobos για 3-4 χρόνια ως υπόκρουση γραφής αλλά είχε και το δικό της …συγκρότημα (Anne Sexton and) Her Kind, από το φερώνυμο ποίημά της – μια ομάδα φοιτητών, που αυτο-ορίζονταν ως chamber rock. H Σέξτον ήταν ενθουσιασμένη καθώς ένοιωθε τα ποιήματά της να διευρύνονται με νέο τρόπο και ήχο.

Είμαι στα δύο κομμένη

αλλά θα με νικήσω.

Θα ξεθάψω την περηφάνια μου.

Θα πάρω το ψαλίδι

και θα κόψω τη ζητιάνα.

Θα πάρω το λοστό

και θα ξεσφηνώσω τα σπασμένα

κομμάτια του Θεού από μέσα μου.

Σαν ένα παζλ

θα τον συναρμολογήσω πάλι

με την υπομονή ενός σκακιστή.

Εμφύλιος πόλεμος [Η φριχτή κωπηλασία προς τον Θεό] (1975)

Η νεαρή νοικοκυρά, η προβληματική μητέρα με την υποτυπώδη μόρφωση ήταν πάντα διχασμένη σ’ έναν εσωτερικό πόλεμο ανάμεσα στους αντίθετους ρόλους του γονέα (που πάντα της προκαλούσε πανικό) και του παιδιού (που ήθελε να παραμείνει – ρόλο που ενίσχυε με τον άντρα της, ζητώντας του να της πει πριν κοιμηθεί πως ήταν «καλό κορίτσι»). Οριακά καθορισμένη από μια οικογένεια εχθρική (η μητέρα της, με αυτοκτονικές δοκιμές κι εκείνη, ήταν ιδιαίτερα επικριτική στα ποιήματά της – κάτι που σταμάτησε την πένα της μικρής Σέξτον για 15 χρόνια), μια δεύτερη συζυγική οικογένεια που επίσης δεν την αποδέχτηκε ποτέ, τον δεύτερο ψυχίατρό της (έναν ακόμα που «τίμησε» την ιδιότητά του συνάπτοντας σχέσεις μαζί της, εξωσυζυγικές φυσικά), κι έναν πανιδιαίτερο ψυχισμό – όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην εκτενή εισαγωγή της η μεταφράστρια, η ανάγκη της για αποδοχή και αγάπη έμοιαζε με χοάνη που δεν γέμιζε ποτέ.

Αλλά προφανώς υπήρχε κάτι πέρα και πάνω απ’ όλα αυτά, που οδηγούσε σε τόσες αυτοκτονικές τάσεις και απόπειρες, στις δεκάδες ψυχιατρικές νοσηλείες, κρίσεις πανικού, τα βαρβιτουρικά και το ξυράφι που υπήρχαν μόνιμα στη τσάντα της. Αν οποιοδήποτε ποίημα είναι υπεράνω οποιασδήποτε ανάλυσης, παρουσίασης, υπερθεματισμού ή κριτικής (προσωπική άποψη, γι’ αυτό και σε τούτο το Πανδοχείο δεν σχολιάζουμε ποτέ Ποίηση), τα δικά της ποιήματα από τις 8 εν ζωή ποιητικές της συλλογές επαληθεύουν την αγαπημένη της καφκική φράση: Κάθε βιβλίο πρέπει να λειτουργεί σαν τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα μέσα μας. Στις 4-10-1974 μετά από μια επιτυχημένη δημόσια ανάγνωση κι ένα πανεπιστημιακό μάθημα γύρισε σπίτι, έβαλε τα κοσμήματά της, πήρε ένα ποτήρι βότκα, πήγε στο γκαράζ, μπήκε στο αυτοκίνητο κι έβαλε μουσική. Δεν άφησε κανένα σημείωμα.

Όταν δουλεύω ένα ποίημα αναζητώ την αλήθεια. Μπορεί να είναι η ποιητική αλήθεια, που δεν είναι απαραίτητα αυτοβιογραφική ούτε αντικειμενική. // Ένα ποίημα πρέπει να κάνει τους ανθρώπους να δρουν.

Εκδ. Printa [Ποίηση για πάντα], 2010, εισαγ. – μτφ. Δήμητρα Σταυρίδου, 375 σελ., με 20σέλιδη εισαγωγή και 11σέλιδες σημειώσεις της μεταφράστριας στα ποιήματα και τη συνομιλία, καθώς και ενδεικτική βιβλιογραφία. Η μτφ. βασίστηκε στην έκδοση Anne Sexton, The Complete Poems (1999).

Τώρα, όλοι εμείς οι καταραμένοι που εκπέσαμε μετά

με τα διαβολικά μας στόματα και τα ανήσυχά μας μάτια

πρόωρα πεθαίνουμε

όμως δεν πάμε σε παράδεισο ή κόλαση

μα μας τοποθετούν στο «Άστρο του Αρουραίου» […]

Μας τοποθετούν εκεί πλάι στους τρεις ληστές

γιατί και οι ταπεινότεροι από εμάς

αξίζουμε να χαμογελάμε στην αιωνιότητα

σαν μια φέτα καρπούζι.

Οι αρουραίοι δε ζουν σε κάποιο αστέρι του κακού [Τα σημειωματάρια του θανάτου, 1974] (απόσπασμα)

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και χωρίς τις παραθέσεις των αποσπασμάτων: mic.gr, εδώ. Σεξτονικό Ιστολόγιο της μεταφράστριας εδώ.

14
Μάι.
11

Διαβάζω, τεύχος 518 (Μάιος 2011)

Αφιέρωμα Ιάκωβος Καμπανέλης

Το θέατρο, όπως και οι άλλες τέχνες, δεν έβλαψαν ποτέ τον άνθρωπο. Αντίθετα με άλλες επινοήσεις του ανθρώπου, όπως λόγου χάρη είναι οι θρησκείες, μηδεμιάς εξαιρουμένης, που ξέπεσαν σε αφορμές για ποταμούς αίματος. Από τις τέχνες που πρόσφεραν στον άνθρωπο πάρα πολλά χωρίς να του πάρουν τίποτα είναι το θέατρο, έλεγε σε συνομιλία του ο Ιάκωβος Καμπανέλης, μιλώντας για το Θέατρο που γνώριζε όσο τίποτα, που ανέκαθεν προσπαθούσε να συμφιλιώσει τον άνθρωπο με τα φαινόμενα του περίγυρού του. Στην ίδια συζήτηση που αναδημοσιεύεται εδώ, με περισσή ειλικρίνεια ομολογεί, μεταξύ άλλων, τα δυο στοιχεία που υπάρχουν σ’ όλα τα έργα του: η εμπειρία του Μαουτχάουζεν και «μια υπόκρουση κωμωδίας», ενώ στην ερώτηση πόσα έργα έχει γράψει, θα απαντήσει: «προσπαθώ να γράψω «ένα». Εννοώντας πως τα πολλά δεν είναι παρά επεισόδια μόνον ενός ταξιδιού που δεν τελειώνει».

Ο Βάλτερ Πούχνερ (που πρόσφατε εξέδωσε μια ογκώδη, χιλιοσέλιδη μονογραφία για το θεατρικό του έργο) δίνει ένα σύντομο αλλά ουσιαστικό διάγραμμα του κύκλου των 41 έργων του, που υπηρέτησε όλες τις θεατρικές φόρμες, από το μονόλογο μονόπρακτο (Αυτός και το πανταλόνι του) ως την πολυπρόσωπη πολιτική και ιστορική επιθεώρηση (Το μεγάλο μας τσίρκο), από το πειραματικό σκετς (Ο διάλογος) ως το έργο μεγάλης ωριμότητας και βάθους (Μια συνάντηση κάπου αλλού…). Ο Καμπανέλλης έφερε πρώτος τις νεωτερικές γραφές, τον Ιονέσκο (Ο γορίλλας και η ορτανσία), τον Μπρεχτ (Παραμύθι δίχως όνομα). Καθιέρωσε τον τύπο της λαϊκής όπερας (Η γειτονιά των αγγέλων), καθιερώθηκε με την ρεαλιστική τριλογία Η αυλή των θαυμάτων, Η έβδομη μέρα της Δημιουργίας, Η ηλικία της νύχτας), δοκίμασε κάθε γραφή: ιψενική των χαμηλών τόνων (Άνθρωποι και ημέρες) ρομαντική συμβολιστική με επιδράσεις Λόρκα (Χορός πάνω στα στάχυα), εξπρεσσιονιστική (Κρυφός ήλιος, Σιλωάμ), σατιρική (Ο μπαμπάς ο πόλεμος, Οδυσσέα γύρισε σπίτι) – κι ο κατάλογος δεν τελειώνει, σ’ αυτή την σπουδαία κορύφωση της ελληνικής δραματικής λογοτεχνίας.

Κική Δημουλά, Θανάσης Παπαγεωργίου, Μάριος Ποντίκας, Γιώργος Π. Πεφάνης, Γιώργος Μιχαηλίδης, Κώστας Καζάκος και Γιώργος Γαλάντης συμπληρώνουν με σημειώματα προσωπικών μνημών, ενώ ο Αλέξης Ζήρας θυμάται τα χρόνια του Ι.Κ. στην ελληνική ραδιοφωνία, αν και προσωπικά δεν του συγχωρώ ποτέ (του Ι.Κ.) την πλήρη απομύζηση του ελληνικού ραδιοφώνου από την ξένη μουσική, αγνοώντας πως η αληθινή αντίσταση (που πάντα τίμησε με τη ζωή του) υπήρχε στο ροκ, και όχι στα νέο-λαϊκά, πανμίζερα ελληνικά δισκία της δεκαετίας του ’80, που συμπλήρωναν την υπερ-δόση της εγχώριας «ποιοτικής» δισκογραφίας. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Μια διαφορετική άποψη για τον Κυνόδοντα εκφράζει ο Κώστας Λογαράς στη στήλη του, (εκφράζοντας  – προσθέτω – και όσους δεν τολμούν να εκφράσουν μια αντίθετη άποψη από εκείνη της γενικής κοινογνωμικής ευφορίας). Η ταινία, εγκεφαλική και ορθολογιστική, έχει το ύφος ενός δοκιμιακού λόγου, ρητορικού και άκαμπτου, είναι δε πιο κοντά στην αμερικανική κουλτούρα και στον πουριτανισμό της βόρειας Ευρώπης παρά στην ελληνική ζωή. Για τον συγγραφέα ο στόχος δεν είναι να κάνει κάποιος μιαν ελληνική ταινία προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις ενός ξένου κοινού αλλά να στρέψει το ενδιαφέρουν του διεθνούς κοινού στα δικά του θέματα. Από την άποψη αυτή, η Στρέλλα ήταν πολύ πιο επαρκής, τόσο στους αυθεντικούς χαρακτήρες όσο και τα ψυχικά τοπία της ελληνικής ιδιοπροσωπίας.

Εξίσου ενδιαφέρον το στηλιστικό κείμενο του Αλέξη Ζήρα («Ο οθωμανικός μεσαίων και η ανακατασκευή της ιστορίας») με αφορμή τη «φιλοσοφία» του τηλεοπτικού Σκαϊκού 1821 και απέναντι στον νεοσταλινισμό και την αντιπιεστημονικότητα πολλών θέσφατων που επιχειρεί να εγκαταστήσει στην τρέχουσα έρευνα η γενιά των αποδομιστών της Ιστορίας, προτείνοντας έναν πολιτικό χάρτη γεμάτο με κατακερματισμένες ταυτότητες ή συλλογικότητες (επιταγή μιας πολιτικής ορθότητας ή άλλο τι;). Ο Ζήρας διακρίνει ως γνώμονά τους την «ανακατασκευή μιας ιστορικής αφήγησης για την Τουρκοκρατία που να προσανατολίζεται, έστω και αναχρονιστικά, στο δόγμα της πολυπολιτισμικότητας, δηλαδή στο δόγμα των μοιρασμένων σε αναρίθμητα κομμάτια συλλογικοτήτων κάτω από μια ενιαία σκέψη εξουσίας». Πιο κάτω ο στηλοθέτης Ζενερίκ μας θυμίζει τα λόγια της Μαρίας Μήτσορα απ’ το Με λένε Λέξη: Όπως τις πόλεις, έτσι και τις ζωές μας τις φτιάχνουμε και τις χαλάμε. Είμαστε, σαν είδος, οι πιο μανιώδεις μαστροχαλαστές του Σύμπαντος.

Σημ. Η φωτογραφία από την αρχική παράσταση της Αυλής των Θαυμάτων (Θέατρο Τέχνης, 1957).

13
Μάι.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 33

Miguel Vitagliano, Cuarteto para autos viejos (2008)

Καλώς το εξώφυλλο που σε ερεθίζει να εισχωρήσεις στα ενδότερα. Πώς γίνονται χαρακτήρες τα παλιά αυτοκίνητα, πώς εμπλέκονται σε κουαρτέτο, πώς εντάσσονται σε παίγνιο με σπίρτα και τρίλιζες;

12
Μάι.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 48. Έλενα Μαρούτσου

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Νεώτερη αγαπούσα πολύ τον Ντοστογιέφσκι κι είμαι βέβαιη πως αν ξαναδιάβαζα τώρα τα βιβλία του, η αγάπη μου θα ανανεωνόταν. Απ’ τους κλασικούς θαύμασα επίσης πολύ τον Μαρσέλ Προυστ, τον Φραντς Κάφκα και τον Ρόμπερτ Μούζιλ. Ιδιαιτέρως συμπαθείς υπήρξαν για μένα κι οι Ίταλο Καλβίνο και Βίτολντ Γκόμπροβιτς. Συγκινούμαι και γελάω αφάνταστα με τον Σάμιουελ Μπέκετ. Από τους σύγχρονους συγγραφείς ποτέ δε με απογοητεύει ο Φίλιπ Ροθ, ο Τζόναθαν Κόου, ο Χαρούκι Μουρακάμι. Επίσης νιώθω μεγάλη έλξη και μια παράξενη οικειότητα προς τη Γιόκο Ογκάουα.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ο Μαιτρ κι η Μαργαρίτα του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, Το μετάξι του Αλεσσάντρο Μπαρρίκο, οι Φωνές του Αντόνιο Πόρτσια, το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο του Λώρενς Ντάρρελ, οι Αόρατες Πόλεις του Ίταλο Καλβίνο, το Εξαιρετικά δυνατά κι απίστευτα κοντά του Τζόναθαν Φόερ, τα Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου του Ρόλαν Μπαρτ, τα Σημειωματάρια του Καμύ, κι άλλα που ίσως ξεχνάω..

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όλα τα διηγήματα του Ρέιμοντ Κάρβερ, το Ιδανική μέρα για μπανανόψαρα του Σάλλιντζερ, όλα τα διηγήματα της συλλογής Κανείς δεν άναβε τα φώτα του Φελισμπέρτο Ερνάντες, το Όταν συνάντησα το 100% τέλειο κορίτσι για μένα, του Μουρακάμι και πολλά άλλα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Αρκετοί όπως: ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης, ο Χρήστος Οικονόμου, ο Νίκος Αδάμ Βουδούρης.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι ήρωες των βιβλίων μου προσπαθούν να παρατείνουν τη ζωή τους με κάθε τρόπο, είτε πηδώντας στο επόμενο βιβλίο με άλλο προσωπείο, είτε πηδώντας στη ζωή μου αξιώνοντας την προσωπική τους αθώωση, ενίοτε την εκδίκηση, σπάνια κάποια αποζημίωση, πάντοτε δε σπέρνοντας τη σύγχυση ανάμεσα στους δύο κόσμους, το λογοτεχνικό και τον πραγματικό (άσε που βγάζουν και κάτι θλιβερά λογύδρια πως σύνορα δεν υπάρχουν και τάχα μου οι δύο κόσμοι είναι ένας).

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η πρωταγωνίστρια του Ξενοδοχείον Ίρις της Γιόκο Ογκάουα κι ο μικρός πρωταγωνιστής στον Φύλακα στη σίκαλη του Σάλλιντζερ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σπάνια κι όχι με μεγάλη επιτυχία.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Πάντα, τώρα πια, γράφω στο κομπιούτερ – αν αυτό εννοείτε – και πολύ σπάνια κρατάω σημειώσεις σε μπλοκάκια. Ιδέες, βέβαια, μου γεννιόνται καθημερινά, μερικές απ’ τις οποίες ομαδοποιούνται με τον καιρό σχηματίζοντας περίεργα σύννεφα, κάτω απ’ τη σκιά των οποίων ζω για ένα διάστημα μέχρι να βρέξει το επόμενο βιβλίο.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Συνήθως ανάμεσα σε δυο βιβλία μου μεσολαβεί αρκετό διάστημα, στη διάρκεια του οποίου είτε δεν γράφω απολύτως τίποτε, περιμένοντας να ξαναγεμίσουν οι μπαταρίες μου, είτε γράφω κάποιο διήγημα πού και πού, συνήθως μετά από παραγγελία (για κάποια συλλογή, κάποιο ένθετο εφημερίδας κλπ) ίσα ίσα για να κρατιέμαι σε φόρμα. Με λύπη μου διαπιστώνω πως δεν ανήκω στην κατηγορία των συγγραφέων που επιδίδονται κάθε μέρα σε οκτάωρα γραψίματα γράφοντας και σκίζοντας, ξαναγράφοντας και ξανασκίζοντας, όπως ίσως να απαιτούσε κάποιο είδος συγγραφικής πειθαρχίας και άσκησης. Εγώ γράφω σε καθημερινή βάση μόνο όταν ξεκινάω κάποιο βιβλίο και πάλι δεν αφιερώνω πάνω από λίγη ώρα κάθε μέρα. Σίγουρα πάντως, μιλώντας και μ’ άλλους συγγραφείς, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως δεν υπάρχουν συνταγές γραψίματος. Η δική μου απαιτεί μικρές δόσεις και μεγάλη συγκέντρωση. Ως εκ τούτου είτε υπάρχει μουσική είτε δεν υπάρχει, στ’ αυτιά μου πάντως – όταν γράφω –  δεν φτάνει.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Το πρώτο μου, μια ιδιωτική έκδοση υπό τον τίτλο Αν έρθεις φέτος, ήταν ένα είδος ημερολογίου, όπου κάθε δισέλιδο αντιστοιχούσε σε ένα μήνα κι απαρτιζόταν αντίστοιχα κι από μια εικόνα-κολάζ κι ένα κείμενο. Εκείνη την εποχή ασχολούμουν αρκετά με το κολάζ και τη φωτογραφία. Είχα τραβήξει λοιπόν μια σειρά από κορμούς ευκαλύπτων από πολύ κοντά έτσι ώστε να δίνουν την εντύπωση τοπίου ή ζωγραφικού πίνακα. Με βάση αυτές τις φωτογραφίες δημιουργήθηκαν τα 12 κολάζ της συλλογής.   

Τα επόμενα δύο, το Του ύψους και του βάθους, μικρές ιστορίες και  Οι προδοσίες των ονομάτων βγήκαν απ’ τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια, οι οποίες μου έδωσαν την ευκαιρία να δημισεύσω αυτές τις πρώτες μου συλλογές διηγημάτων. Η πρώτη, μάλιστα, περιείχε και κάποια πολύ μικρά κείμενα που με δυσκολία μπορεί κανείς να τα χαρακτηρίσει διηγήματα, μια που συνόρευαν σχεδόν με την ποίηση. Στην πραγματικότητα, και παρ’ όλο που τότε είχε προταθεί για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου λογοτέχνη, επρόκειτο για ένα συνονθύλευμα από διαφορετικά είδη κειμένων, άνισα μάλλον μεταξύ τους, κάποια απ’ τα οποία μου αρέσουν πολύ ακόμα και σήμερα και κάποια ιδιαιτέρως αδύναμα που όμως – ίσως γι αυτό – τ’ αγαπώ πολύ.

Το βιβλίο για το οποίο γράφτηκαν οι πιο πολλές και καλές κριτικές ήταν το επόμενο, το Μεταξύ συρμού και αποβάθρας, ένα μυθιστόρημα που στην πλοκή του είχε ενσωματώσει πίνακες του Μαγκρίτ καθώς και ποιήματα του Λειβαδίτη. Το περιοδικό (δε)κατα του απένειμε το 2009 το βραβείο μυθιστορήματος. Το τελευταίο μου ήταν μια νουβέλα, Το Νόημα, η οποία ανήκει στη σειρά Εμείς και οι άλλοι, που κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις Κέδρος. Η πλοκή της περιστρέφεται γύρω απ’ το θέμα της τρέλας και βαδίζει μ’ έναν ελεύθερο τρόπο πάνω στα χνάρια της Αλίκης στη χώρα των Θαυμάτων.

Πώς βιοπορίζεστε;

Έχω εργασθεί ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση διδάσκοντας ως επί το πλείστον Νέα Ελληνικά σε δημόσια τεχνικά λύκεια αλλά έκανα και μια σύντομη θητεία στην ιδιωτική εκπαίδευση. Τον τελευταίο καιρό διδάσκω Νεοελληνική Λογοτεχνία σε μια θεατρική σχολή ενώ παράλληλα συντονίζω μια λέσχη ανάγνωσης, κάνω μαθήματα δημιουργικής γραφής σε παιδιά αλλά και σε διάφορες ομάδες ενηλίκων. Επίσης, γράφω μια στήλη για το βιβλίο στο Κοντέινερ.

Η ενασχόλησή σας με την εκπαίδευση σας απορροφά μόνο πολύτιμο συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται «συγγραφικά» με κάποιο τρόπο; 

Αν η «συγγραφική εξαργύρωση» σημαίνει άντληση έμπνευσης και υλικού από τις εμπειρίες μου στην τάξη, σίγουρα συμβαίνει. Άλλωστε δεν υπάρχει πτυχή της ζωής μου που να μην «εξαργυρώνω» με αυτή την έννοια συγγραφικά. Η τάξη θα μου ξέφευγε;

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Μου είναι πολύ συμπαθή δύο περιοδικά που κυκλοφορούν ηλεκτρονικά: το ένα είναι η Bookpress (που κάποτε κυκλοφορούσε και ως μηνιαίο free press για το βιβλίο) και το άλλο είναι το Βακχικόν, ένα ηλεκτρονικό περιοδικό όχι αυστηρά λογοτεχνικού περιεχομένου, αλλά προσανατολισμένο γενικότερα στις τέχνες και τα γράμματα. Στα συν αυτών των δύο περιοδικών είναι η φρεσκάδα των προσώπων, των ιδεών και του υλικού τους. Πολύ καλό περιοδικό θεωρώ επίσης τα (δε)κατα, καθώς τα κείμενα που δημοσιεύονται εκεί έχουν μια νέα ματιά και άποψη.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Θα επέλεγα τον Σκαρίμπα, ο οποίος μου είναι ιδιαίτερα αγαπητός. 

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης ή ταινία;

Παρακολουθώ αρκετά τον σύγχρονο κινηματογράφο. Η τελευταία ταινία που είδα και με γοήτευσε ήταν η δανέζικη που πήρε φέτος το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας και λέγεται Ίσως αύριο.

Πώς και δεν γράψατε ποίηση;

Σε όλα μου σχεδόν τα βιβλία περιέχονται σχεδόν αυτόνομα κομμάτια που θα μπορούσαν να ονομασθούν ποιητικά.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Εντός ολίγου τελειώνω το Σόλαρ, του Ίαν Μακ Γιούαν, ενός συγγραφέα που δεν είχα διαβάσει μέχρι τώρα, και το βρίσκω πολύ καλό.

Τι γράφετε τώρα;

Τώρα δεν γράφω τίποτε κι αν θέλω να είμαι ειλικρινής, κάθε φορά που τελειώνω ένα βιβλίο καταλαμβάνομαι από την τρομακτική βεβαιότητα πως δεν θα ξαναγράψω ποτέ τίποτε. Το γεγονός πως μέχρι τώρα συστηματικά διαψεύδομαι ουδόλως με καθησυχάζει. 

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Ερώτηση: Κυρία Μαρούτσου, αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Απάντηση: Εσείς τι λέτε;

[Η θέση του Πανδοχείου: Δεν ξέρουμε. Αλλά εφεξής εντάσσουμε την ερώτηση στο Αίθριο. Τα πνευματικά δικαιώματα θα σας καταβάλλονται στο τέλος κάθε χρόνου.]

11
Μάι.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 93

Julio Llamazares, Η κίτρινη βροχή, εκδ. Σέλας, 1999, μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, σ. 49, 52 (La lluvia amarilla, 1988)

Αν η μνήμη μου δεν με απατούσε. 1961, αν η μνήμη μου δεν με απατούσε. Αλλά τελικά μήπως η μνήμη δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα μεγάλο ψέμα; Πώς θα μπορούσα εγώ τώρα να είμαι σίγουρος ότι εκείνη ήταν, στ’ αλήθεια, η τελευταία νύχτα του 1961; Ή ότι η παλιά βαλίτσα από ξύλο και τενεκέ του πατέρα μου σαπίζει,  πράγματι, στο περιβόλι κάτω από ένα σωρό τσουκνίδες. Ή – γιατί όχι; – ότι δεν ήταν η Σαμπίνα αυτή που, φεύγοντας, έβγαλε από τη θέση τους και πήρε μαζί της όλα τα γράμματα και τις φωτογραφίες. Δεν θα είναι άραγε όλα αυτά τα πράγματα που έχω ονειρευτεί ή φανταστεί μόνο και μόνο για να γεμίσω με ψεύτικα όνειρα και αναμνήσεις ένα εγκαταλελειμμένο και ήδη κενό χρόνο; Μήπως στην πραγματικότητα, όλο αυτό το διάστημα, λέω ψέματα στον ίδιο μου τον εαυτό;

[…]

Από τότε, έζησα με την πλάτη γυρισμένη στον εαυτό μου. Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων, δεν ήμουν εγώ αυτός που καθόταν κοντά στη φωτιά ή αυτός που περιπλανιόταν στο χωριό σαν εγκαταλελειμμένος και μοναχικός σκύλος. Δεν ήμουν εγώ αυτός που κάθε βράδυ ξάπλωνε σ’ αυτό το κρεβάτι και παρέμενε σιωπηλός, ακούγοντας τη βροχή, μέχρι το ξημέρωμα. Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων, ήταν η ανάμνησή μου αυτή που περιπλανιόταν στο χωριό και καθόταν κοντά στη φωτιά: ήταν η ίδια μου η σκιά αυτή που ερχόταν κάθε βράδυ να ξαπλώσει σ αυτό το κρεβάτι και παρέμενε σιωπηλή ακούγοντας τη βροχή και την αναπνοή μου.

Στην Νατάσα Κεσμέτη

10
Μάι.
11

Melodium – Petit Jama (S/R, 2011)

Μίνι σιντί (ή EP – άντε πάλι…), αυτοκυκλοφορημένο από τον εκλεκτό Μελώδιο κύριο ονόματι Laurent Girard, που ακολουθεί σχετικά γρήγορα το περσινό του καλλιτεχνικότατο Παλίμψηστο (Palimpse) και το προ πενταετίας Music for the invisible people (2006). Το μικροδιαρκές του δημιούργημα ξεκινά με κάποια Sarah, στην οποία προφανώς οφείλει αυτό το ευμνημόνευτο πιάνο, που σταδιακά ενδύεται υπόκωφα κρουστά και τελικώς ξεδιπλώνει μια δεύτερη κουκλίστικη πιανιστική μελωδία. Το 1011010 κρατάει μόνο τα υπόκωφα κρουστά και τους ψευδοήχους από σύνθι που κάνουν τα πάντα. Όπως τον ήχο μιας κιθάρας που σέρνεται, στο αμέσως επόμενο Penombre. Έχουμε ήδη διανύσει μόνο τρία κομμάτια και ήδη αντιλαμβάνεσαι πως εδώ θα υπνωθείς και θα ξεσηκωθείς μαζί.

Όσο προχωράμε ο ήχος παραμένει ηλεκτρονικός, γοητευτικά αφημένος στις ιδιαίτερες μελωδίτσες του κάθε σύντομου κομματιού, που παιχνιδίζει με τον ήχο και τις δυνατότητές του. Που μοιάζουν τόσο απλές στη σύνθεση και τόσο εύκολες στην καλλιέργεια ευχαριστημένης ακοής. Από τα συνολικά 10 βινιέτες, τα Perihelie και La Bohalle φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα δημιουργικής ηλεκτρονικής μελωδικότητας. Όλα (από τις συνθέσεις ως το περιτύλιγμα) έχουν περάσει από τα χέρια του νεαρού Γάλλου. Ευτυχώς είμαστε ευπρόδεκτοι σε όλα αυτά, μέσα από το Ηλεκτρονικό Μελωδικό του Κουτί, απ’ όπου μπορείτε να σκανάρετε ελεύθερα τους δίσκους του ή να απλώς ακούσετε το κάθε τους κομμάτι ή να διαπιστώσετε έκπληκτοι, όπως εγώ, πως ήδη έφτιαξε κι άλλο δίσκο (Coloribus), ακόμα μεγαλύτερο σε διάρκεια, που περικλείει κι αυτός όλα τα άνωθεν όμορφα. Αν αυτός ο ήχος θεωρείται lo – fi, τότε πρέπει να βρούμε κάποιον όρο που να περικλείει τα υψηλά κατακτήματά του. (8/10)

Σημ.: S/R σημαίνει αυτοκυκλοφορία (self release)

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

09
Μάι.
11

Άλις Μονρό – Πάρα πολλή ευτυχία

…ποτέ χωρίς πόνο

Όταν είσαι παιδί, κάθε χρόνο γίνεσαι άλλος άνθρωπος. Αυτό σε γενικές γραμμές συμβαίνει το φθινόπωρο, όταν γυρίζεις στο σχολείο, παίρνεις τη θέση σου στη μεγαλύτερη τάξη, αφήνεις πίσω την παραζάλη και τον λήθαργο των καλοκαιρινών διακοπών. Τότε φαίνεται πιο έντονα η αλλαγή. Αργότερα ξεχνάς τον μήνα ή το έτος, όμως οι αλλαγές συνεχίζονται έτσι κι αλλιώς. Για πολύ καιρό το παρελθόν σου γλιστράει και φεύγει από τη μνήμη σου εύκολα, αυτόματα θα ’λεγες, όπως πρέπει. Δεν είναι τόσο πως σβήνουν οι σκηνές του όσο ότι παύουν να συνδέονται η μία με την άλλη. Κι έπειτα γυρνάς πάλι στην αρχή, έχεις τελειώσει μια για πάντα με την ανάπτυξη και με το να γυρεύεις την προσοχή, και μάλιστα να γυρεύεις να κάνεις εσύ κάτι για να την κινήσεις, μολονότι είναι ολοφάνερο πως τίποτα σ’ αυτό τον κόσμο δεν μπορείς να κάνεις. (σ. 245-246)

Δυο παιδικές φίλες βιώνουν τα παραπάνω σ’ ένα αξιομνημόνευτο διήγημα της συλλογής της δεινής και καταξιωμένης τεχνίτριας του είδους. Η θυελλώδης επικοινωνία τους χαρακώνεται από μια ενοχλητική παρουσία που εισχωρεί σταδιακά στην ανέφελη ζωή τους: η «ειδική» Βέρνα τις ακολουθεί παντού «με αλλήθωρη έκφραση μιας ανώτερης απορίας», προκαλώντας ανεξήγητα αισθήματα μίσους και απειλής. Η μελαγχολική αίσθηση του επερχόμενου τέλους της κατασκήνωσης ξεσκεπάζει την θεατρική υπόσταση των διακοπών και ξεσπά στην ανυπεράσπιστη ύπαρξη με τραγικές συνέπειες. Αργότερα ως ενήλικες αναζητούν συμφιλίωση με το βαθύ τραύμα, η πρώτη στη μελέτη των «επικίνδυνων ή πολύτιμων» ικανοτήτων πολιτισμών που δεν τολμά να χαρακτηρίσει «πρωτόγονους», η δεύτερη στην θρησκεία· αμφότερες όμως έχουν συγκλίνει προς το αρχικό παράθεμα («Για παιχνίδι»).

Στο εξίσου εξαιρετικό «Πρόσωπο», ένα αγόρι με εκ γενετής σημαδεμένο μάγουλο μεγαλώνει μεταξύ μητρικής προστασίας και πατρικής απόρριψης, αποτελώντας ένα τερατώδες ρήγμα ανάμεσα στους γονείς του. Παρά την τραγική καθημερινότητα (όπου η μητέρα τρώει το μισό της γεύμα μαζί του και το άλλο μισό με τον σύζυγό της) το παιδί φιλοσοφεί τον αποκλεισμό του, μεταστρέφοντάς τον συχνά σε κάτι θετικό («αυτό το κλίμα της αμφιθυμίας, της βιαιότητας και της αποστροφής μπορεί να είχε κάνει κάθε άλλο μέρος να μοιάζει λογικό, ακόμα και φιλόξενο…») και κατακτά μια ενδιαφέρουσα, ψυχολογικά ισορροπημένη ενήλικη ζωή. Όμως το παρελθόν κρύβει δεύτερο τραύμα: τον άδικο χωρισμό από μια παιδική φίλη που έβαψε με μπογιά το πρόσωπό της για να μοιραστεί την ιδιαιτερότητά του (πράξη που εκείνος εξέλαβε ως μοχθηρό αστείο). Χρόνια αργότερα εκείνη επιστρέφει, ακροάτριά του στις εκφωνήσεις ραδιοφωνικών θεατρικών έργων και αναγνώστρια στη νοσοκομειακή του κλίνη, έχοντας αυτοτιμωρηθεί με χαράκωμα του προσώπου της. Τα μάγουλά τους εφάπτονται τρυφερά όμως «ακόμα και τα όνειρά δεν κάνουν τις εξυπηρετήσεις που επιθυμούμε».

Η αθώα και σαρκαστική παιδική ματιά εκφράζεται και από το μικρό κορίτσι που βοηθά περιστασιακά έναν άρρωστο άντρα – αντικείμενο διεκδίκησης μεταξύ τριών αινιγματικών γυναικών: μητέρα, σύζυγο και μασέζ που «διασκεδάζει με περίεργο τρόπο» («Κάποιες γυναίκες»). Σ’ ένα παιχνίδι αναμέτρησης με έπαθλο τον ίδιο και με την «σαρκικότητα στο κατώφλι του θανάτου», ο περιθωριακός της ρόλος αλλάζει όταν ο εκείνος ζητά τη βοήθειά της για να καταφύγει σε στιγμές απομόνωσης. Παρά τις συνήθως συγκροτημένες προσωπικότητές τους, οι χαρακτήρες αδυνατούν να επιβληθούν στην απώτερη τροπή των πραγμάτων. Ακόμα και μέσα στην ασφαλή απλότητα της ζωής τους ή την ήρεμη συνειδητοποίηση της ηλικίας τους, μια ιδιότυπη νέμεση καραδοκεί στην γωνία, όπως συμβαίνει στον Ρόι, που παρά την ολόψυχη σχέση του με το δάσος, εκτίθεται σε προσωπική αναμέτρηση μαζί του, καθώς του διέφυγε «πόσο κλεισμένο στον εαυτό του, πυκνό και μυστικό είναι…»(«Ξύλο»).

Στο ίδιο λιτό ύφος κινούνται και τα υπόλοιπα εκτενή διηγήματα, με ομόκεντρους κύκλους γύρω από το βασικό θέμα και διαρκείς χρονικές παλινδρομήσεις. Τα πρόσωπα περνούν σταδιακά ή απότομα στη θλίψη, το πένθος ή την απόγνωση, άρα πού βρίσκεται «η πάρα πολλή ευτυχία»; Στο φερώνυμο διήγημα η Σοφία Κοβαλέφσκι (υπέρμαχος των δικαιωμάτων των γυναικών, η πρώτη καθηγήτρια πανεπιστημίου), «απόλυτη καινοτομία και απολαυστικό έκτρωμα», τολμά μια ζωή συνύπαρξης προσωπικών ελευθεριών, ερωτικών επιλογών και επιστημονικής καταξίωσης, οδεύοντας προς την αναπότρεπτη σωματική κατάρρευση. Πιθανώς η ίδια η ευτυχία περικλείει πολύ πόνο εντός της.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2010, μτφ. Σοφία Σκουλικάρη, σελ. 393 (Alice Munro, Too much happiness, 2009).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 7.5.2010 (και εδώ), με μόνη διαφορά την παράθεση εδώ ολόκληρου του αρχικού αποσπάσματος.

08
Μάι.
11

Οκτώψυχη

Εδώ και τρία χρόνια το Πανδοχείο δημοσιεύει αποκλειστικά κείμενα λογοτεχνικής φύσεως αλλά αυτή η περίπτωση αξίζει την εξαίρεση, πέρα από το γεγονός πως εδώ μοιράζονται αφειδώς λογοτεχνικές εμπνεύσεις.

Η μαυρούλα της φωτογραφίας είναι ένα αδέσποτο περίπου ενός έτους που έσπασε πριν δυο μήνες το ποδαράκι της και σαν να μην έφτανε αυτό, ένα μήνα μετά γέννησε οχτώ πανέμορφα λουκουμαδάκια. Τα εφτά είναι μαυράκια και το ένα καφετί. Φαίνεται ότι θα γίνουν σχετικά μεγαλόσωμα όπως η μαμά τους (γύρω στα 33 κιλά).

Όποιος φιλόζωος και ζωόφιλος από Κορινθία ή Αττική (ή και αλλού) επιθυμεί να ανταλλάξουν συντροφιές ας επικοινωνήσει στο μέιλ ή στην ιστοσελίδα μας στο facebook (τα στοιχεία εδώ, κάτω δεξιά). Δυστυχώς η εννιαμελής παρέα αντιμετωπίζει υπαρκτούς κινδύνους από αγρίους (ενν. ανθρώπους).

Προσθήκη: Ένας εξ αυτών πηγαίνει μ’ ένα ξύλο και χτυπάει την σκυλίτσα. Προφανώς ίδια τύχη περιμένει και τα μικρά της. Οι όποιες επικοινωνίες με φιλοζωικά σωματεία συναντούν παροιμιώδη τηλεφωνική αγένεια ή αφοπλιστικότατες απαντήσεις του τύπου «είστε σε άλλο δήμο». Άρα παρακαλώ κι εμένα μην με ενημερώνετε για οτιδήποτε συμβαίνει αλλού, αν δεν πρόκειται για Δήμο Ζωγράφου. Δε πα και να σκοτώνονται αλλού…

Αναρωτιέμαι: ποια η χρησιμότητα των σωματείων αυτών αν δεν μπορούν, αν όχι να βοηθήσουν, τουλάχιστον να παράσχουν προτάσεις και συμβουλές; Θα μου πείτε, μα  με τέτοια σωματεία συχνά περνάνε την ώρα τους οι μεγαλύτεροι (και για να μην αυτοκτονήσουν σπίτι τους) και κάμουν «to know us better» οι νεαρότεροι. Όπως έχουν άλλωστε παραδεχτεί πολλάκις, off the recordάκις.

07
Μάι.
11

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 47. Μαρία Κουγιουμτζή

Διατηρείτε μνήμες από μια άλλη Θεσσαλονίκη. Ζήσατε στα πλευρά της Άνω Πόλης, με το κατακλυσμικό βυζαντινό, τουρκικό και προσφυγικό στοιχείο. Οι τόποι και ο χρόνος τους καθόρισαν και καθορίζουν αναπότρεπτα το βλέμμα όσων τους έζησαν. Πώς βρίσκουν όλα αυτά τον δρόμο τους προς τη γραφή σας; Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των δυο βιβλίων σας;

Γεννήθηκα στην δυτική Θεσσαλονίκη τα δύσκολα χρόνια του 1945 και μεγάλωσα μέσα στην φτώχεια και τις κακουχίες. Η μητέρα μου μας μεγάλωνε εμένα και τον αδελφό μου, δεκατρία χρόνια μεγαλύτερο, δουλεύοντας στα καπνά. Ήταν χήρα από τον πατέρα του αδελφού μου και ζωντοχήρα από τον δικό μου πατέρα. Η μητέρα μου ήταν μια θερμή όμορφη νταρντάνα ενώ εγώ γεννήθηκα ενάμισι κιλό, πιθανόν από τις ανέχειες ή τις προσπάθειες της να με ρίξει, και ο πατέρας μου με σήκωσε με το μικρό του δαχτυλάκι λέγοντας, βρε γυναίκα εσύ το έβγαλες αυτό το μίκυ μάους; Πριν κλείσω χρόνο είχαν χωρίσει κι έκτοτε δεν τον είδαμε. Μάθαμε πως σκοτώθηκε κατά λάθος σε μια βεντέτα. Δεν ξέρω πώς είναι το πρόσωπό του πέρα από μια δυο φωτογραφίες. Δεν μου έλειψε ποτέ, ο αδελφός μου τον αντικατέστησε επάξια, κι όταν μεγάλωσα λίγο ήμουν ευτυχής που δεν είχα ένα πατέρα να με ελέγχει, μου έφτανε και περίσσευε η μητέρα μου.

Τα παιδικά μου χρόνια πήγαινα συχνά στο επταπύργιο, εκεί που γεννήθηκε και μεγάλωσε ο αδερφός μου κι έπαιζα με τις ξαδέρφες μου. Δίπλα απ’ τις φυλακές του Γιεντί Κουλέ ήταν χωράφια και χωνόμασταν  μέσα στο πράσινο στάρι και φτιάχναμε ντουντούκες με τα καλάμια του σταχιού. Για τους φυλακισμένους ακούγαμε διάφορες βρομερές ιστορίες, φανταστικές οι περισσότερες.

Κατεβαίναμε στο κέντρο, όχι από τον κανονικό χωματόδρομο, αλλά μέσα από τις αυλές των σπιτιών, τους κήπους, μια κατηφόρα που έβγαζε αν θυμάμαι καλά στον Άγιο Δημήτριο. Ο δρόμος αυτός έρχεται συχνά στα όνειρά μου σαν ένας τόπος φωτεινός και ανθισμένος, ένας τόπος ευτυχίας.

Όμως όλα μου τα χρόνια τα πέρασα και τα περνώ στην δυτική Θεσσαλονίκη, τότε τα σπίτια ήταν εβραίικα, άθλια χωρίς κουζίνα και τουαλέτα, τώρα γέμισε πολυκατοικίες.

Τα διηγήματά είναι επηρεασμένα από τα χρόνια εκείνα, όπου οι άνθρωποι, πρόσφυγες ως επί τω πλείστον, μεροκαματιάρηδες, που οι δυσκολίες της ζωής τους είχαν αγριέψει. Θυμάμαι μια βροχερή μέρα μια γυναίκα που έμενε με τον άντρα της και την αδελφή της, έβγαλε μέσα στη βροχή το στρώμα της αδελφής της και της κορούλας της, το κοριτσάκι ήταν κουκουλωμένο με το πάπλωμα και περίμενε την μανούλα του να έρθει από την δουλειά, την πλύση δηλαδή για ένα κομμάτι ψωμί, η αδελφή  την  ζήλευε, πίστευε πως γλυκοκοίταζε τον άντρα της γι αυτό τους πέταξε στο δρόμο. Ευτυχώς μια άλλη γυναίκα τους λυπήθηκε και τους περιμάζεψε. Η σκληρότητα και η τρυφερότητα πήγαιναν αντάμα. Γι αυτό και τα διηγήματα και των δύο βιβλίων κινούνται ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο. Είχα μια γειτονοπούλα τυφλή και κουφή, της γράφαμε τις λέξεις πάνω στην παλάμη της και καταλάβαινε. Είχε πάθει μικρή πολιομυελίτιδα, ευτυχώς στα εννιά της χρόνια και είχε προλάβει να μάθει αρκετά γράμματα ώστε να συνεννοείται. Αυτό το κορίτσι στην εφηβεία δάγκωνε την μάνα της και την ξεμάλλιαζε. Με είχε μάθει  την γραφή τους και της έγραφα ποιήματα και τον «φτωχούλη του Θεού» του Καζαντζάκη. Λάτρευε την ποίηση κι έγραφε κι εκείνη ενδιαφέροντα ποιήματα.  Μικρή έπαιζα με τις γυφτοπούλες και μερικές εβραιοπούλες που είχε η γειτονιά, αργότερα και τουρκοπούλες. Δεν ένιωθα ούτε με ενδιέφεραν ούτε και μ’ ενδιαφέρουν οι διαφορές. Αντίθετα απεχθανόμουν αυτούς που τις λοιδορούσαν. Είναι γεγονός ότι η φύση κοιτάζει με δυσπιστία το διαφορετικό ενώ το περιέχει. Μικρή παρακολουθούσα τα μυρμήγκια πως καθώς αντάμωναν φιλούσε κατά κάποιο τρόπο το ένα το άλλο και όταν ρώτησα τον αδελφό μου γιατί το κάνουν αυτό, μου είπε πως αναγνωρίζουν το «ίδιο» τους,  μυρίζοντας το μυρμηκικό οξύ.

Αυτά και παρόμοια πρόσωπα βγαίνουν ασυνείδητα στα διηγήματα χωρίς εγώ να τα καλώ.

Ο χώρος στα διηγήματά που γράφω δεν είναι καθορισμένος γιατί πιστεύω πως η γη είναι πατρίδα μας, – παρ’  όλο που δεν μπορώ να κάνω βήμα από την Θεσσαλονίκη, είναι η μάνα μου, καλή κακή δεν την αποχωρίζομαι – , και  επειδή οι τοποθεσίες αλλάζουν ονομασίες προτιμώ έναν φανταστικό χώρο δημιουργημένο ειδικά για τους φανταστικούς ήρωες, ελπίζοντας πως ο αναγνώστης θα του φτιάξει τον δικό του τόπο της αρεσκείας του και θα τον εγκαταστήσει εκεί. Μ’ αρέσουν τα δέντρα και τα λουλούδια της φαντασίας, τα σπίτια και οι κήποι, οι άνθρωποι, τα ονόματα και οι πληγές τους. Είναι πληγές που δεν στάζουν αίμα, οι ήρωες σηκώνονται και συνεχίζουν απ’ την αρχή τη ζωή τους. Ο Λίγκε στο δεύτερο βιβλίο είναι όμορφος και ζωντανός, ανταμώνει με τον Όλεκ κι αφήνει περιθώρια στην μικρή που ξυπνάει μέσα της ο έρωτας να τον ζήσει κι αυτή. Μπορούμε να τον ανταμώσουμε όποτε θέλουμε να πριονίζει τις οξιές στο δάσος της Βίτουλα. Η Βίτουλα μπορεί να γίνει Τλουβία και το δάσος να  γεμίσει με χιόνι. Ένας αέρας μπορεί να σφυρίζει σαν χιλιάδες οχιές και να δαγκώνει τα φύλα μιας ξεγελασμένης, που άνθισε, πασχαλιάς. Δηλαδή υπάρχει  στη λογοτεχνία απεριόριστη ελευθερία που δεν υπάρχει στη ζωή.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μ’ αρέσουν οι αντιθέσεις και δεν έχω όρια λογοτεχνικά ως προς τις προτιμήσεις μου. Μου αρέσει εξίσου η Κάθοδος των εννέα του Βαλτινού, το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου και τα μυθιστορήματα της Ζατέλη. Η Ζατέλη ιδιαίτερα ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία μου και την απολαμβάνω περισσότερο. Ιδιαίτερα ξεχωρίζω τον Δημήτρη Δημητριάδη, νομίζω πως προηγείται της εποχής του. Από τους νεότερους τον Δαβέττα και τον Κοροβίνη, από το διήγημα τον Σωτήρη Δημητρίου, τον Τάσο Καλούτσα, τον Τάσο Χατζητάτση και τον Πρόδρομο Μάρκογλου. Στην ποίηση την Δημουλά, την Ρουκ, τον Αναγνωστάκη, τον Κύρου, τον Μέσκο, τον Κοντό, τον Φωστιέρη, την  Καραγγιάννη, την Αγαθοπούλου, την Λαϊνά, την Μπακονίκα, τον Κώστα Ριζάκη και την Κατερίνα Καριζώνη. Από τους νεότερους τον Σταύρο Ζαφειρίου, τον Βασ. Αμανατίδη, την Χλόη Κουτσουμπέλη, την Μαρία Καρδάτου, και την Ευτυχία Λουκίδου από την Θεσσαλονίκη, τους νεότερους Αθηναίους δεν τους ξέρω. Φυσικά υπάρχει μια μακριά σειρά ονομάτων και από τους μεν και από τους δε εξίσου αξιόλογων που τους αγαπώ και τους διαβάζω.

Οι ξένοι συγγραφείς που αγάπησα και που έθρεψαν την φαντασία μου είναι κυρίως οι: Ντοστογιέφσκι,  Μούζιλ,  Μπόρχες,  Σαραμάγκου, Χένρυ Τζέιμς,  Προύστ και ο Τένεσυ Γουίλιαμς.

Το πρώτο σας βιβλίο «Άγριο Βελούδο» εμφανίστηκε το 2008. Από πότε γράφετε και γιατί επιλέξατε να εκδώσετε την συγκεκριμένη στιγμή και όχι νωρίτερα;

Τα βιβλία δεν προϋπήρχαν, γράφτηκαν στον σημερινό χρόνο, λίγα διηγήματα είχα γράψει στο παρελθόν. Δεν μου είχε περάσει από το νου να γράψω και να εκδώσω ολόκληρο βιβλίο, αυτό έγινε με την παρότρυνση αγαπημένων φίλων που πίστευαν σε μένα.

Η προαναφερθείσα συλλογή διηγημάτων πήρε τα αντίστοιχα βραβεία του περιοδικού «Διαβάζω» (2009) και του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών. Τι νόημα έχουν τα βραβεία σήμερα, τι ωφέλειες ή παγίδες επιφυλάσσουν για τον βραβευμένο;

Τα βραβεία και βέβαια δίνουν χαρά, είναι μια επιβράβευση των προσπαθειών μας, αλλά δεν βελτιώνουν ούτε την γραφή ούτε την σκέψη μας, πιθανόν αν είναι κανείς αιθεροβάμων να τον βλάψουν.  Αν ενδιαφέρεται  για την λογοτεχνία κι όχι μόνο για την προβολή ή την φήμη του, πρέπει να μην εφησυχάζει ποτέ. Και πως μπορεί κανείς να είναι εφησυχασμένος για κάτι που του έχει χαριστεί και μπορεί από στιγμή σε στιγμή να του αφαιρεθεί; Όμως ας μη γελιόμαστε, οι καλλιτέχνες γενικά είναι πιο ευάλωτοι σ’ αυτές τις αμαρτίες του εγώ. Άλλωστε πιστεύω πως ο μόνος χειροπιαστός Θεός είναι το ένστιχτο.

Τα διηγήματά σας συχνά αποτελούν συναρπαστικές ιστορίες που κατακλύζονται από το δραματικό ή το τραγικό στοιχείο. Πρόκειται για συνειδητή επιλογή; Μπορείτε να την δικαιολογήσετε;

Τα διηγήματα και των δύο συλλογών χαρακτηρίστηκαν σκληρά και τρυφερά ταυτόχρονα και αυτό συμβαίνει γιατί έχω μέσα μου θυμό για αυτά που συμβαίνουν σήμερα. Το αίμα χύνεται εν ονόματι των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας, ενώ διάγουμε τον πιο απάνθρωπο καπιταλισμό. Σκοτώνουμε τον άνθρωπο υπερασπιζόμενοι τα δικαιώματά του. Τέτοιο φαρισαϊσμό μας τον φτύνουν στα μούτρα και  τον ανεχόμαστε. Παίζονται στον τζόγο ολόκληρες χώρες και δεν αντιδρούμε λες και το αυτονόητο είναι μια ξένη λέξη που χρειάζεται μετάφραση. Αλλάζουν τον κόσμο καταστρέφοντας, έχοντας πρότυπο το θείον της φύσης που εξολοθρεύει τους αδύναμους. Όμως η φύση τους εξολοθρεύει δεν τους υποδουλώνει. Εδώ σήμερα όλοι μετατρέπονται σε δούλους με κουστούμι και γραβάτα. Μιλούν για ένα εκατομμύριο ανέργους λες και τους στέλνουν εκδρομή. Φαίνεται πως γκρεμίζοντας χτίζεται το καινούργιο. Όλα αυτά μεταμφιεσμένα σε πρόσωπα εμφανίζονται στα διηγήματα. Είναι η ζωή σκληρή κι έτσι είναι κι αυτά. Και γι αυτό προσπαθώ να τα μεταθέτω σ’ έναν άλλο χώρο, με την ποιητικότητα.

Έχετε γράψει πεζογραφία και ποίηση. Ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο ή σας κερδίζει σταδιακά η πεζογραφία; Για ποιο λόγο προτιμάτε να γράφετε διηγήματα; Έχετε μπει στον πειρασμό συγγραφής ενός μυθιστορήματος;

Αγαπώ πολύ την ποίηση αλλά λίγους ποιητές. Όμως δεν αντέχω να διαβάζω ώρες ποίηση, η συμπυκνωμένη δύναμή της σε εξουθενώνει, αντίθετα διηγήματα και μυθιστορήματα διαβάζονται εύκολα και για μεγάλο χρονικό διάστημα.  Έχω γράψει και δημοσιεύσει μερικά ποιήματα, περίπου μια μικρή συλλογή αν μαζευτούν, αλλά τώρα είμαι στραμμένη  εξ ολοκλήρου στο διήγημα. Πιστεύω πως το μικρό διήγημα συγγενεύει εκλεκτικά με την ποίηση. Διαθέτει κι αυτό πυκνότητα αφαίρεση και συμβολισμό.

Παρ’ όλα αυτά θαυμάζω το μυθιστόρημα και με τριγυρνάει η επιθυμία να το επισκεφτώ ενεργητικά.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γράφω κυρίως το πρωί σε λιγοστό φως. Είμαι την ώρα εκείνη σαν υπνωτισμένη, μια ερωτευμένη με το πρόσωπο του διηγήματος, το οποίο δεν γνωρίζω, δεν το κατασκευάζω, απλώς το αφήνω να το δημιουργήσουν οι λέξεις και το ασυνείδητο αυτών που έχω ζήσει, που έχω διαβάσει, που έχω ακούσει και που έχω δει. Κατόπιν νηφάλια κάνω τις διορθώσεις. Είμαι φανατική του διαβάσματος και του κινηματογράφου. Πιστεύω πως η εμπειρία δεν βασίζεται μόνο σε ότι έχουμε ζήσει, αλλά και σε ότι έχει πέσει στην αντίληψή μας ή έχουμε αισθανθεί. Πιστεύω πως άλλο  πράγμα είναι το βίωμα και άλλο η βιογραφία. Μέσα στο βίωμα περνά η φαντασία, αλλοίμονο αν αγνοήσει κανείς αυτήν την σημαντική λειτουργία του εγκεφάλου και της ψυχής. Υπάρχει σύνθεση των βιωμάτων, αλληλοεισχώρηση πολλών μέσα σε μια ιστορία. Μέσω του μύθου αντέχει κανείς την ζωή. Άλλωστε εκεί βασίζονται κι όλες οι θρησκείες.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Αν μπορούσα να γράψω μια μονογραφία αυτή θα ήταν για την Κική Δημουλά. Πολύ ζουμί θα είχε και μια ψυχογραφική βιογραφία του Ντίνου Χριστιανόπουλου.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Πιστεύω στο διαδίκτυο, στο μέλλον του, τώρα διάγει τα πρώτα του βήματα. Όμως όπως κάθε πράγμα είναι κι αυτό διπλό και καλό και κακό. Δεν είναι μόνο θέμα χρήσης είναι μέσα στις εν δυνάμει δυνατότητές του. Μέσα του ο χρόνος εξαπλώνεται και συρρικνώνεται ταυτόχρονα. Η πληροφορία έχει πλήθος αλλά δεν έχει βάθος, τουλάχιστον για την ώρα. Το μέλλον του είναι ελπιδοφόρο ως προς τις δυνατότητές του. Θεωρώ ότι μας περιμένουν θαύματα. Γι αυτό οι έξυπνοι του κόσμου βιάζονται, δεν θέλουν να χρονοτριβούν μ’ αυτούς που καθυστερούν. Η ταχύτητα είναι η καινούργια θεότης που δυστυχώς σε απογυμνώνει από αισθήματα. Ίσως κάποτε καταργηθούν και αυτά. Αυτό που συμβαίνει μέσα σ΄εναν υπολογιστή είναι ένα ποιητικό θαύμα, που εξερχόμενο υποβιβάζεται σε πληροφορία. Ας ελπίσουμε πως στο μέλλον μια πληροφορία θα είναι ένα ποιητικό θαύμα.

H φωτογραφία της συγγραφέως: Γιάννης Βανίδης. Οι τρεις φωτογραφίες από την Άνω Πόλη Θεσσαλονίκης. Στις  πρώτες δυο Χρώματά της, που δεν αποκαλύπτονται σε όλους. Στην τελευταία ο Πύργος του Ανδρόνικου, στην κορυφή της (από το ιστολόγιο του Πάνου Θεοδωρίδη (Πετεφρής)).

06
Μάι.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 32

Jackie Kay, Off colour (1998)

Ίσως εδώ υπάρχει μια υπερψυχική επικοινωνία, ίσως μια από τις δυο μορφές δεν υπάρχει ή υπάρχει μόνο στα μάτια της άλλης, συνεπώς εμείς πώς την βλέπουμε;… και τόσες άλλες σκέψεις, που ταιριάζουν με τα κλίματα της αυριανής μας Αίθριας Συνομιλήτριας.

05
Μάι.
11

Στίβεν Κινγκ – Κριστίν & Μίζερι

Πλάνα από σελίδες, πλάνες, Δ΄. [Στο πλαίσιο του αφιερώματος της Βιβλιοθήκης της Ελευθεροτυπίας «Κινηματογράφος και Λογοτεχνία»]

Κριστίν

Μακριά από την Επιστημονική Φαντασία και πλησιέστερα στον αρχέγονο τρόμο, ο χρονικογράφος των φόβων της σύγχρονης Αμερικής δεν ήταν δυνατόν να αγνοήσει τις δυνάμει εφιαλτικές πλευρές των αυτοκινούμενων όντων. Αν στο «Μάξιμουμ Οβερντράιβ» τα τερατώδη φορτηγά καταδιώκουν κι εξοντώνουν κατασκευαστές και χρήστες, οδεύοντας προς μια μαζική καταστροφή, η σαράβαλη Πλύμουθ του 1958 εισχωρεί σε ιδιωτικούς μικρόκοσμους, εμπνέοντας κάθε ανθρώπινο συναίσθημα και απαιτώντας πλήρη ψυχοσωματική αφοσίωση, με όλους τους κανόνες του έρωτα, από την κτητικότητα και την προστασία μέχρι την ζήλεια και την εκδίκηση. Η όποια ενύπαρξη του Κακού στη Μηχανή δεν απέτρεψε την εξιδανικευτική ταύτιση του χαρακτήρα με νοσταλγούμενες αξίες παρωχημένων εποχών και κυρίως μ’ ένα αντικείμενο που δεν έπαψε να υπενθυμίζει την αυτόνομη ζωή του, πέρα από την διάρκεια που όρισε ο κύριός του. Ο Τζον Κάρπεντερ υπήρξε ικανός φιλμογράφος του αστικού τρόμου του συγγραφέα.

Εκδ. Bell / Χαρλένικ Ελλάς, Α΄ έκδ. 1985, Γ΄ έκδ. 2005, σ. 632, μτφ. Νέστορας Χούνος (Stephen King, Christine, 1983).

Μίζερι

Δημιούργημα μιας αυτοαναφορικής εκδοχής ενός ιδιωτικού τρόμου του συγγραφέα, η Μίζερι ενσαρκώνει τον διπλό εφιάλτη του πνευματικού δημιουργού. Από την μια καραδοκεί ο «κίνδυνος» της αυτονόμησης των χαρακτήρων του, σε σημείο να αντιστραφούν οι όροι: να αποκτήσουν εκείνοι σάρκα και οστά και να καθορίσουν την ζωή του δραματικά και οριστικά. Από την άλλη, το ενδεχόμενο να αποτελέσει ο ίδιος ο συγγραφέας αντικείμενο εμμονής και εξάρτησης εκ μέρους του αναγνώστη – «θαυμαστή» μέχρι του σημείου εισβολής και καθορισμού της ζωής του. Κάπως έτσι και ο εγκλεισμός του ήρωα από την εφιαλτική Μίζερι αποτελεί κάτι παραπάνω από μια απλή ιστορία απαγωγής. Καθώς η φανατική αναγνώστρια κρίνει πως έχει κάθε λόγο πάνω στον μύθο που διαβάζει και κάθε δικαίωμα πάνω στον ίδιο το συγγραφέα (εξελισσόμενη σε πρόδρομη μορφή των σύγχρονων stalkers των διασημοτήτων), αναδύεται ο απόλυτος τρόμος: να καταστεί ο συγγραφέας καθίσταται έρμαιο των εταίρων της λογοτεχνικής του συμπαιγνίας.

Εκδ. Bell / Χαρλένικ Ελλάς, Α΄ έκδ. 1994, Γ΄ έκδ. 2003, μτφ. Παλμύρα Ισμυρίδου, σ. 410 (Stephen King, Misery, 1987).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 649, 2.4.2010, αφιέρωμα: Λογοτεχνία και Κινηματογράφος (και εδώ)

04
Μάι.
11

Chapelier Fou – 613 (Ici d’ ailleurs, 2010)

Ο αιθέρας της γαλλικής ηλεκτρονικής μουσικής είναι γεμάτος από χαμηλοπρόφιλους ιπτάμενους, όπως ετούτος εδώ, που μόλις τον κατεβάσαμε από πτήσεις περσινές και δυστυχώς απαρατήρητες σ’ εμάς εδώ τους γήινους, που αποφεύγουμε να κοιτάμε ψηλά. Εδώ τα ηλεκτρονικά μαραφέτια δεν βάζουν τρικλοποδιές στα εύηχα έγχορδα αλλά τα ρυθμολογούν με τον δικό τους περίτεχνο τρόπο, όπως στο Les Métamorphoses Du Vide. Είναι ο τρίτος τη τάξει νέος μ’ αυτό το όνομα, μετά τους ήρωες βέβαια της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων και του Μπάτμαν, αλλά καθόλου περισσότερο γήινος, κι ας υποκρίνεται τον καθηγητή του Σολφέζ στο Ωδείο του Metz με την ταυτότητα Louis Warynski, ετών 27 και την ιδιότητα του κλασικού βιολονίστα.

Ο ήχος του παραπέμπει στον Pascal Comelade και στον Yann Tiersen αλλά μ’ ένα πιο φευγάτο αεράκι, πιο αέρινη χροιά, ενώ σίγουρα υπάρχουν εδώ μέσα πολλά μελωδικά προγράμματα, πολλά μουσικά κουτιά, πολλά πολύχρωμα γκάτζετ, σαν τους πολύχρωμους χαρτοπόλεμους του εξωφύλλου. Κάθε τόσο ποτίζει με λίγα φωνητικά τόσο ο ίδιος όσο κι ο Matt Elliott (στο Half of Time), ο οποίος καταθέτει και την κλασική του κιθάρα σ’ αυτό και στο Luggage. Τα χρώματα γίνονται σκούρα στο (επινοώ νέο είδος: Vintage και Mecano) Grahamophone, η ατμόσφαιρα έξοχα κινηματογραφική στο Entendre la forêt qui pousse.

Έχει τρία EP πίσω του (Darling, darling, darling…, Scandale!, Al Abama) και σίγουρα αρκετούς ηλεκτρονικούς, μινιμαλιστικούς, γαλλικούς – κινηματογραφικούς (της σχολής του Rene Aubry) και μη – δίσκους, οπωσδήποτε και της Ici d’ ailleurs. Διαθέτει ακόμα μια λιτή μπλογκο-ιστοσελίδα, προφανή σεμνότητα και, στοιχηματίζω το δικό μου μαγικό καπέλο, ιδέες για καμιά εικοσαριά δίσκους ακόμα. (7,5/10)

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

03
Μάι.
11

Αμπδόν Ουμπίδια – Χειμωνιάτικη πόλη

Οι πολλαπλές εκδοχές της πραγματικότητας

«Δεν γινόταν να κατακρίνω ένα βλέμμα, μια πρόθεση… Πώς μπορείς να φτάσεις εκεί όπου γεννάται η επιθυμία; Πώς μπορείς να επιβληθείς σε κάτι που είναι φύσει ελεύθερο και σου διαφεύγει, σε μια βούληση που δεν είναι η δική σου;» (σ. 78).

Η ζωή του αφηγητή αλλάζει δραματικά όταν καλείται να φιλοξενήσει τον ηδονιστή Σαντιάγο, ένα νεανικό φίλο που έχει προβλήματα με το νόμο. Τα κίνητρα της αποδοχής είναι περιπλεγμένα: κρυφός θαυμασμός, φόβος μήπως ανακαλύψει ότι φοβάται, υποδόρια ευχαρίστηση να τον δει με ξεπεσμένο ηθικό μακριά από την ξέφρενη ζωή. Η ορμητική εισβολή του κυνικού αριβίστα στην οικιακή εστία δυναμιτίζει το καθημερινό τυπικό της ζωής του με την σύζυγό του, που δείχνει να ανανεώνεται από την καταλυτική του παρουσία, και προκαλεί έναν πολυπλόκαμο εφιάλτη. Ο συγκαλυμμένος ανταγωνισμός των δυο αντρών αρχικά στο πεδίο των επιχειρημάτων επί παντός επιστητού μετατρέπεται σε σύγκρουση δυο διαμετρικά αντίθετων κοσμοθεωριών. Αμφότεροι μοιάζουν τρομαγμένοι μπροστά στη διαπίστωση ότι η ζωή τους θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Η κυριαρχία της λογικής και η εξασφαλισμένη οικογενειακή ηρεμία συγκρίνονται με την ριψοκίνδυνη ηδονοθηρία και τη διαρκή αναζήτηση των ζωτικών εμπειριών. «Η ζωή του νομάδα πάντα θα στοιχειώνει το μυαλό μας, όμως και στα όνειρα του νομάδα πάντα υπάρχει ένα μόνιμο, ασφαλές καταφύγιο».

Όμως είναι η ερωτική ζήλεια που αναταράσσει την ψυχολογική ισορροπία του παθητικού οικοδεσπότη και επαναφέρει στην επιφάνεια την κτητική του αγάπη για την «αφομοιωμένη» Σουσάνα, ένα δικό του δημιούργημα έστω και αντεστραμμένο («αυτό που ήταν, ή μάλλον αυτό που είχε πάψει πια να είναι, το όφειλε σ’ εμένα»). Πώς να της πει πως οι εκφράσεις της ανήκουν σε αυτόν και δεν πρέπει να επιδεικνύονται; Μήπως απλά χρησιμοποιεί τον Σαντιάγο για να τον κάνει να ζηλέψει; Πώς θα διασώσει αυτό «που είχε χαθεί με τα χρόνια, καθώς κυλούσαν άσκοπα, μέσα στην ανία, την ρουτίνα, την έλλειψη πίστης»; Πώς θα πειστεί ότι δεν είναι εραστής της εκείνος την ώθησε να ξαναπαίξει το βιολί που από καιρό είχε παρατήσει; Ακόμα κι όταν αρχίσει να αντιδρά, ανησυχεί μήπως η κοινή αγωνία αποτελέσει πρόσθετο σημείο επαφής τους. Κάποια στιγμή το τρίγωνο συζητά κάτω από το φως μιας λάμπας: καθώς εγγράφεται στον κύκλο του, μοιάζει αξεδιάλυτα δεμένο.

Ο ήρωας διχάζεται και ο μονόλογός του εκφράζει με σαφήνεια την δραματική του διττότητα. Από την μια προσπαθεί να ερμηνεύσει τον διφορούμενο τόνο της φωνής των υποτιθέμενων εραστών, πνίγεται σε συλλογισμούς και υποθέσεις, πασχίζει να ξεδιαλύνει τα φαντασιακά από τα πραγματικά περιστατικά. Από την άλλη αγωνίζεται να εξαντλήσει όλες τις λογικές πιθανότητες, να διασκεδάσει κάθε υπερβολική σκέψη, να μην αφήσει ούτε μια χαραμάδα απ’ όπου θα μπορούσε να γλιστρήσει το ενδεχόμενο μιας αυταπάτης. Μήπως «πάντα υπάρχει μια εξήγηση, λιγότερο δραματική, που δεν θέλουμε να δούμε»; Μήπως όλα επινοούνται εκ των υστέρων, ως μια εξήγηση σε ό,τι συνέβη μετά; Σε κάθε περίπτωση σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται: «κατά έναν περίεργο τρόπο, τα προσωπικά δράματα μας κάνουν πιο δημιουργικούς». Ακόμα και το κλίμα και η πόλη, που αγνώριστη πια αναπτύσσεται προς τον Βορρά για να ξεφύγει από το παρελθόν της, τον Νότο, μοιάζουν εχθρικά, ένα ειρωνικό φόντο στις συναισθηματικές του μεταπτώσεις, εξ ου και ο τίτλος της υφολογικά απλούστατης και ποιητικά πλουσιότατης νουβέλας του Ουμπιδία, που αποτελεί σημαντική φωνή της σύγχρονης λογοτεχνίας του Ισημερινού (Κίτο, 1944).

Η εξονυχιστική εξέταση όλων των πιθανοτήτων και η αναμέτρηση αντικρουόμενων ερμηνειών και διπλών οπτικών τελικά δεν οδηγούν πουθενά. «Η λογική έχει όρια που το ένστικτο εύκολα παραβιάζει». Αρκεί μια στροφή του μυαλού για να απωλεσθεί οριστικά η ισορροπία της ζωής και η βεβαιότητα των επιλογών της. Προτού οδηγήσει εαυτόν σε μια απρόσμενη «έξοδο» ο ήρωας έχει ήδη πειστεί πως η κακοτυχία δεν αποτελεί παρά έτοιμο κρυφό απόθεμα ενός προσωπικού κεφαλαίου: «Όλα λοιπόν έγιναν κατά τύχη; Δεν είναι αλήθεια. Δεν υπάρχουν ασήμαντες αφορμές, κι αν υπάρχουν, ψάχνουμε να βρούμε έναν τρόπο να τους δώσουμε εμείς σημασία. Στην πραγματικότητα ελάχιστα στη ζωή μας εξαρτώνται απ’ την τύχη. Ίσως τελικά αυτός να ’ναι κι ο σκοπός του παιχνιδιού: να βρούμε το αληθινά τυχαίο, ν’ αποκοπούμε, έστω για μια στιγμή, απ’ τον ιστό που συνδέει τα πάντα μεταξύ τους. Με τον καιρό καταλαβαίνουμε πως δεν υπάρχουν ασήμαντα, τυχαία περιστατικά: το γεγονός και μόνο ότι μας συνέβησαν φανερώνει πολλά για την ζωή μας, φτάνει να τα αποκωδικοποιήσουμε». (σ. 57)

Εκδ. Ροές, 2009, μτφ.: Βιργινία Γαλανοπούλου, σελ. 114 (Abdón Ubidia, Ciudad de Invierno, 1984)

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 25 (άνοιξη 2011), Αφιέρωμα Literatura Latinoamericana [Λατινοαμερικανική Λογοτεχνία]. Η εικονιζόμενη πόλη φυσικά είναι το Κίτο του Ισημερινού (Εκουαδόρ).

02
Μάι.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 92

Yoko Okawa, Ξενοδοχείο Ίρις, μτφ. από τα ιαπωνικά Παναγιώτης Ευαγγελίδης, Άγρα, 2004, σ. 170 (Hotel Iris, 1996)

Το πραγματικό όμως νόημα της αναμονής δεν το έμαθα παρά από τότε που σε συνάντησα. (…)

Κοιτάζω τους ανθρώπους που στρίβουν τη γωνία ερχόμενοι προς το μέρος μου από την ακτή, αναπηδώ μόλις διακρίνω κάποια κοπέλα που η σιλουέτα της φέρνει κάτι από σένα, αποστρέφω πάραυτα το βλέμμα μόλις συνειδητοποιήσω ότι πρόκειται για κάποια άλλη. Συνεχίζω απτόητος με ακάματη υπομονή. Δεν παραιτούμαι με τίποτα. Θα διέπραττα με χαρά το ίδιο σφάλμα χίλιες και δύο χιλιάδες φορές αν είναι για να βρω εσένα και μόνο εσένα. Σχεδόν δεν μπορώ πια να κάνω τη διάκριση ανάμεσα στο τι θέλω περισσότερο, να σε δω όσο το δυνατό γρηγορότερα ή να σε περιμένω έτσι στη θέση μου επ’ αόριστον.

 Στην Έλενα Μαρούτσου

01
Μάι.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 46. Μάκης Πανώριος

Α. Στο Φωτεινό Αίθριο

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Η Μέρι Σέλεϊ, ο Μπραμ Στόουκερ, ο Έντγκαρ Άλαν Πόε, ο Τζόναθαν Σουίφτ,  ο Χ.Φ. Λάβκραφτ, ο Ιούλιος Βέρν, ο Χ.Τζ.Ουέλς, αλλά κυρίως, υπεράνω όλων, ο Φραντς Κάφκα. Ο Άρθουρ Κλαρκ, ο Ισαάκ Ασίμοφ, ο Ρέι Μπράντμπερι ιδιαιτέρως, ο Τζ.Τζ, Μπάλαρντ, ο Φίλιπ Ντίκ∙ και ο Χ.Λ.Μπόρχες, ο Χαρούκι Μουρακάμι, κι ένα αμέτρητο πλήθος άλλοι.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

«Φρανκενστάιν», της Μ.Σέλεϊ, «Μόμπι Ντικ», του Χέρμαν Μέλβιλ, «Η αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πιμ», «Ιστορίες Φαντασίας», του Ε.Α.Πόε, «Η Δίκη», ως το σπουδαιότερο μυθιστόρημα του 20ου αιώνα, αλλά και αυτών που θα ακολουθήσουν, «Ο Πύργος» και «Η Αμερική», του Φ.Κάφκα, «Τα Χρονικά του Άρη», του Ρ.Μπράντμπερι, «Σολάρις», «1984», του Τζόρτζ Όργουελ

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Η Μεταμόρφωση», του Φ.Κάφκα, «Ο Οίκος των Ώσερ», του Ε.Α.Πόε, «Τα Βουνά της Τρέλας», του Χ.Φ.Λάβκραφτ, τα κομψά διηγήματα του Λόρδου Ντάνσανι. «Η Γυναίκα της Ζάκυθος», του Διονύσιου Σολωμού.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Κυρίως ο συνοδοιπόρος στην δύσβατη ατραπό της Φανταστικής Λογοτεχνίας, Τάσος Ρούσσος∙ για την πνευματικότητα, το φιλοσοφικό βάθος και την λογοτεχνική ποιότητα της εργασίας του. Απ’ τους νεώτερους, ενδιαφέρον παρουσιάζει η γραφή του Κυριάκου Αθανασιάδη και του Δημήτρη Σωτάκη.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Συνυπάρχω με όλα τα πρόσωπα που εμφανίζονται στα γραπτά μου. Δεν γνωρίζω αν με ακολουθούν ή αν εγώ τα ακολουθώ. Οπωσδήποτε, όμως, ‘συνομιλώ’ μαζί τους. Κι αυτό είναι το σπουδαιότερο.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Οιδίπους, γιατί βίωσε την τραγωδία της ύπαρξης. Ο Αχαμπ, γιατί τόλμησε να αναμετρηθεί με το ‘υπερφυσικό’. Ο Γιόζεφ Κ., γιατί υπέστη την ακατανόητη επίθεση του Άγνωστου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όχι = μόνο στο πατρικό σπίτι της Κεφαλονιάς. Που είναι οικείος μου χώρος.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Να γράφω σε χειρόγραφο την πρώτη μορφή του κειμένου που θα επακολουθήσει. Οι ιδέες γεννιούνται ξαφνικά, ανεξαρτήτως στιγμής και προετοιμασίας. Καμιά φορά το αρχικό ερέθισμα οφείλεται σε ένα όνειρο, ή εφιάλτη, ή σε μια εικόνα ή ακόμη σε μια υποτυπώδη ιστορία. Όλο αυτό ερήμην μου. Ένα παράδειγμα: Εργαζόμουν πάνω σε ένα πρωτόγραφο. Βρισκόμουν στη μέση του. Και ξαφνικά εμφανίζεται μια νέα ιστορία. Σταμάτησα το προηγούμενο. Έγραψα το καινούργιο, και μετά επανήλθα∙ διότι το αρχικό…είχε την υπομονή να με αναμένει.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι, δεν ακολουθώ καμιά ειδική τελετουργία. Κατά κάποιον τρόπο απάντησα ήδη στην ερώτηση προηγουμένως. Το μόνο που μένει να προσθέσω είναι ότι ουδέποτε είχα την πολυτέλεια του χρόνου. Έγραφα – και γράφω – όταν μου το επιτρέπει. Το ουσιώδες είναι ότι βρίσκομαι συνεχώς σε επαφή με το κείμενο, ανεξαρτήτως χρόνου. Εμπεριέχω κάποια σχήματα ιστοριών, που εδώ και χρόνια αναμένουν την γραφή τους. Πιθανώς να μην έχει έρθει η ώρα τους. Ή, για κάποιον άγνωστο λόγο, να μην έρθει ποτέ. Και ποτέ, όταν γράφω ή διαβάζω δεν ακούω μουσική. Ούτε καπνίζω, ούτε πίνω. Αγαπώ την κλασική μουσική. Ας πούμε, «Σεχραζάτ», του Ρίμσκι Κόρσακοφ, «Ο Μάγος Έρωτας», του Ντε Φάλια, «Νύχτα στο Φαλακρό Βουνό», του Μουσόρσκι, «Κάρμινα Μπουράνα», του Καρλ Όρφ. Αλλά και «Ηρωική», του Μπετόβεν, και «Αντάτζιο», του Αλμπινόνι.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων; 

«Η Κατάκτηση», το πρώτο μου μυθιστόρημα – υπό τον αστερισμό του Κάφκα = κυκλοφόρησε το 1970, και είναι η όγδοη εκδοχή της αρχικής γραφής που είχε ήδη προηγηθεί χρόνια πριν. Κάποια στιγμή, τότε, με τρεις φίλους συγγραφείς, την Κωστούλα Μητροπούλου, τον Φώντα Κονδύλη και τον Γιώργο Χειμωνά, που έχουν πλέον ‘αναχωρήσει’ απ’ αυτόν τον μάταιο κόσμο, σκεφτήκαμε να γράψουμε κάτι «υπαρξιακό». Τελικά ήμουν ο μόνος που ανταποκρίθηκε. «Η Κατάκτηση» αφιερώνεται στη μνήμη τους. «Ο Επίλογος σε μια Τραγωδία», 1974, προβληματίζεται πάνω στη σημασία της υπαρξιακής πράξης, τουλάχιστον όπως την έθεσε ο Σάρτρ, μέσα από το μύθο των Ατρειδών. «Η Καταδίκη», 1975 και «Η Διαδρομή» 1978, απηχούν την επανάσταση στη φόρμα και στην αφήγηση, όπως τις πρότεινε το γαλλικό αντιμυθιστόρημα. «Το Φεγγάρι είναι πράσινο», 1978, «Το Πλοίο είναι αθάνατο», 1981, και «Η Αυτοκρατορία της Μηχανής», 1992, είναι θεατρικά έργα γραμμένα με τις δυνατότητες της επιστημονικής φαντασίας∙ επιχειρούν να σχολιάσουν την δυστοπική πραγματικότητα υπό το πρόσχημα μελλοντολογικών ‘μύθων’. Στο ίδιο πνεύμα κινούνται και τα διηγήματα, «Τα ρομπότ μια μέρα», 1979, και «Αύριο», 1996 (μετάπλασή τους). Τα, «Ακόμα και τα πουλιά», 1994, και, «Ο Ξένος Φαέθων», 2011, διαπραγματεύονται το πρόβλημα ‘Ξένος’, τουλάχιστον όπως το αντιμετώπισε ο Καμί. «Το Καράβι στο Βουνό», 2000, ρίχνει ένα βλέμμα σε έναν κλασικό βιβλικό ‘μύθο’. «Το Μαυσωλείο», 2006, είναι βέβαια, η ‘Τελευταία Κατοικία’. Αγαπώ το καθένα χωριστά, κι όλα μαζί το ίδιο.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Πολύ ευχαρίστως. Αυτό το τελευταίο μου μυθιστόρημα, ανήκει σε μια άτυπη τριλογία πού άρχισε με την «Κατάκτηση», συνεχίστηκε με «Το Μαυσωλείο», και κατέληξε στο, «Η Σιωπή στο Τέλος του Δρόμου»2010. Και τα τρία επιχειρούν να σχεδιάσουν την υπαρξιακή πορεία του ανθρώπου στο γήινο τοπίο. Η ‘οδοιπορία’ αυτή νοείται ως μυητική αυτογνωσία του. Κέντρα της: Η Έλευση, Ο Δρόμος, Το Τέλος (;)

Πώς βιοπορίζεστε;

Με την σύνταξη που έχω λάβει ως ηθοποιός.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Μεγάλωσα με την «Διάπλαση των Παίδων», «Το Ελληνόπουλο», τον «Θησαυρό των Παιδιών», την «Νέα Εστία», «Τα Ελληνικά Γράμματα». Αλλά και με την «Μάσκα», το «Παμέμ». Όσο κι αν ακουστεί παράδοξο, με μύησαν στη Λογοτεχνία. Τώρα πια, δυστυχώς, μου είναι αδύνατο να ασχοληθώ με κανένα από τα σύγχρονα. Απλώς ενημερώνομαι.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Η μονογραφία δεν είναι το είδος που με ενδιαφέρει. Ωστόσο, πιθανώς, αν χρειαζόταν, θα επιχειρούσα να ‘κοιτάξω’ τον Ρεμπό. Θα προτιμούσα, όμως, να δημιουργήσω ένα φανταστικό πρόσωπο, ώστε να μη με δεσμεύει το πραγματολογικό υλικό του όποιου πραγματικού.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης ή ταινία;

Συστηματικά όχι. Έχω παραμείνει στον Άιζενστάιν, στον Μπέργκμαν, στον Κουροσάβα, στον Ουέλες, στον Τσάπλιν, στον Κιούμπρικ. Σήμερα βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρουσα την εργασία του Γούντι Άλεν. Από φιλμ παραμένω στη «Δίκη», του Όρσον Ουέλες, στην «Οδύσσεια του Διαστήματος», του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, στο «Άλιεν», του Ρίντλεϊ Σκοτ.

Πώς και δεν γράψατε ποίηση;

Έχω γράψει ποίηση = και συνεχίζω, κατά διαστήματα, να γράφω. Δεν σκέφτηκα, όμως, ποτέ να την εκδώσω. Δεν πιστεύω πως είμαι ποιητής. Γι’ αυτό και δεν τολμώ να σας δώσω δείγμα της.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Την βιογραφία του Ε.Α.Πόε απ’ τον Πίτερ Ακρόιντ, τον «Κάιν», του Ζόζε Σαραμάγκου, «Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου», του Χαρούκι Μουρακάμι.

Τι γράφετε τώρα; 

Έχω σχεδόν έτοιμο ένα νέο μυθιστόρημα∙ τίτλος του: «Όταν έρθει η Νύχτα». Σε πρωτόγραφο ένα δεύτερο που ακόμη αναμένει την ονομασία του, και μία συλλογή διηγημάτων. Μία ακόμη, όπως ήδη σας είπα, …στο μυαλό μου.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε;

Χάρηκα πάρα πολύ την συζήτησή μας. Μια τελευταία, ίσως, ερώτηση θα ήταν αν είχα κάποιες ‘συναντήσεις’ στη ζωή μου. Θεωρώ, λοιπόν, τυχερό τον εαυτό μου που γνώρισα τον Άρθουρ Κλαρκ, και τον Μπράιαν Άλντις.

β. στο σκοτεινό αίθριο

Έχετε, εκτός των άλλων, αποκτήσει μια εξειδίκευση στη Λογοτεχνία του Φανταστικού, του Τρόμου, στην Επιστημονική Φαντασία και όλα τα παρακλάδια τους. Τι σας έθελξε σε όλα αυτά; Αποτελούν τις μόνες σας λογοτεχνικές προτιμήσεις;

Πέρα από την γοητεία του μύθου, η υπαρξιακή σημασία της. Εννοώ η τολμηρή, έως και ‘αναρχική’, αλλά οπωσδήποτε υγιής διαπραγμάτευση του «Αν», που βρίσκεται στα θεμέλιά της. Πώς θα ήταν, αλήθεια, ο κόσμος, το σύμπαν, η δημιουργία γενικότερα, ‘ΑΝ’ λειτουργούσε με τις συντεταγμένες = και τα σύμβολα, βασικά = της Φαντασίας; Όχι, όμως, δεν είμαι εγκλωβισμένος μέσα στο είδος μόνο. Αγαπώ την Λογοτεχνία σε όλες τις σημαντικές ‘στιγμές’ της. Από τον Όμηρο, τους Τραγικούς, τον Πλάτωνα, τον Λουκιανό, έως τον Σέξπιρ, τον Γκέτε, τον Ντοστογιέφκι (τι θαυμαστό έργο το «Έγκλημα και Τιμωρία» του), τον Φλομπέρ, τον Μπαλζάκ, τον σπουδαίο Φόκνερ. Στη δική μας Νεοελληνική Λογοτεχνία στέκομαι μπροστά στον Παπαδιαμάντη, στον Βουτυρά, στον Βιζυηνό, αλλά και στον Αλέξανδρο Σχινά (το «Ενώπιον Πολυβολητού», είναι το σπουδαιότερο κείμενο-σταθμός της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας), στον Ρένο Αποστολίδη (Η «Ανθύλη», και «Ο Γρασαδόρος και τα χειρόγραφα του Max Tod», επίσης), «Το Φύλλο», «Το Πηγάδι», «Το Αγγέλιασμα», του Βασίλη Βασιλικού.

Χάρη στην παραπάνω εξειδίκευση υπήρξατε ο μόνος κριτικός που ασχολήθηκε με τα συγκεκριμένα είδη, σε αντίθεση με την υπόλοιπη εγχώρια κριτική που τα προσπέρασε (λόγω αδιαφορίας, άγνοιας κ.λπ.). Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; Μπορεί ο αναγνώστης να ελπίζει σε κάποια συγκεντρωτική έκδοση;

Το είδος δεν χαίρει εκτιμήσεως στην Ελλάδα. Η Φανταστική Λογοτεχνία θεωρήθηκε πάντα = και συνεχίζει να θεωρείται παραλογοτεχνία. Οι πολέμιοί της αγνοούν το γεγονός ότι όλη η Λογοτεχνία είναι προϊόν Φαντασίας, κι ότι δεν υπάρχει παραλογοτεχνία, παρά μόνο καλή και κακή. Εκτός από ξενόγλωσσα κείμενα του είδους, μυθιστόρημα και θεωρητικό, στα οποία οδηγήθηκα ως μοναχικός ταξιδιώτης, δεν είχα καμιά άλλη βοήθεια. Στα ελληνικά δεν υπάρχουν θεωρητικά κείμενά του, ούτε ιδιαίτερος κλάδος του. Στις ιστορίες της Λογοτεχνίας μας, Αρχαία, Μεσαιωνική, Νεώτερη, απουσιάζει. Μόνο στο «Λεξικό της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», των Εκδόσεων Πατάκη, υπάρχει ένα υποτυπώδες λήμμα του. Φυσικά και χρειάστηκα χρόνο προκειμένου να περιπλανηθώ στα τοπία του = εις βάρος της προσωπικής μου εργασίας, αλλά δεν παραπονιέμαι γι’ αυτό, ούτε, βέβαια, το γεγονός ότι δεν το ‘εξαργύρωσα’. Ουδέποτε με απασχόλησε το θέμα. Μια συγκεντρωτική του έκδοση, έτσι όπως έχουν τα πράγματα, και, κυρίως, έτσι όπως αντιμετωπίζεται το είδος από τους εκδότες, την θεωρώ μάλλον ανέφικτη.

Αγαπημένα πρόσφατα βιβλία, έντυπα ή συγγραφείς των συγκεκριμένων ειδών;

«Η Λάμψη» και «Η Κριστίν», του Στίβεν Κίνγκ, είναι πολύ ενδιαφέροντα. Κι ο ίδιος ευρηματικός, τουλάχιστον όταν δεν καταστρέφει το εύρημα με ακατάσχετη φλυαρία. Δυστυχώς η παραγωγή των τελευταίων ετών είναι μάλλον απογοητευτική, ανεξαρτήτως επιτυχίας. Οι νέοι συγγραφείς μοιάζει να ‘καταστρέφουν’ τα σύμβολα του είδους, προς χάριν εμπορικότητας ή, πιθανώς, από έλλειψη ταλέντου. Δείτε τι έχει υποστεί, π.χ. το δύστυχο βαμπίρ στα χέρια της ανεκδιήγητης Στέφανι Μέγιερς.

Ως μεταφραστής εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές; 

Εργαστήκαμε στη μετάφραση μαζί με τον Πάνο Σκάγιαννη, καταθέτοντας απόψεις για την καλύτερη μεταφορά του κειμένου στα ελληνικά. Φυσικά και αφιέρωσα χρόνο σ’ αυτή τη διαδικασία, το κέρδος ανυπολόγιστο: Ξανά η ‘τριβή’ με τη γλώσσα, σε μια προσπάθεια να μη μοιάζει ‘μετάφραση’. Νομίζω πως η σχέση μεταφραστή μεταφραζόμενου συγγραφέα βασίζεται στην αγάπη του πρώτου  προς τον δεύτερο. Προβλήματα αντιμετωπίσαμε στον Λάβκραφτ, επειδή χρησιμοποιεί μια πεποιημένη γλώσσα, μια μείξη βικτωριανής και σύγχρονης αμερικανικής διαλέκτου, με  σχοινοτενείς προτάσεις. Η εμπειρία, όμως, ήταν σπουδαία.

Σε σχέση με τις επιμέλειες σειρών που έχετε αναλάβει (π.χ. εκδόσεις Αίολος). Ποιες επιθυμίες επικράτησαν εδώ; Ποιους συγγραφείς ή έργα θα θέλατε την τρέχουσα στιγμή να εκδώσετε;

Στην περίοδο που είχα την διεύθυνση της σειράς της Φανταστικής Λογοτεχνίας στον «Αίολο», ευθύνομαι και για την επιλογή των συγκεκριμένων έργων της, επειδή πίστευα σε αυτά. Θα ήθελα να εκδοθούν μια σύγχρονη Ιστορία της Φανταστικής Λογοτεχνίας, και μία ανάλογη της Επιστημονικής Φαντασίας. Θα ήθελα να εκδοθεί η σπουδαία τριλογία του Μέρβιν Πικ, «Γκόρμενγκρας», «Οι Πύλες του Άνουβι», του Τιμ Πάουερς, «Η Χώρα της Νύχτας», του Ουίλιαμ Χόουπ Χότνσον, «Η Γυναίκα Αλεπού» και «Το Πρόσωπο στην Άβυσσο», του Άμπρααμ Μέριτ…Όνειρα χειμερινής νυκτός, κύριε Σκουζάκη.

Εκδώσατε την πεντάτομη ανθολογία Το Ελληνικό Φανταστικό Διήγημα, όπου γνωρίσαμε άγνωστους έλληνες λογοτέχνες αλλά και άγνωστα ή λιγότερο γνωστά κείμενα του είδους από γνωστούς έλληνες λογοτέχνες. Μιλήστε μας για το εγχείρημα. Πώς το αποφασίσατε, τι δυσκολίες αντιμετωπίσατε, πού βρήκατε όλες αυτές τις εκδόσεις, τι κερδίσατε, αν θα υπάρξει συνέχεια.

Η ιδέα της πεντάτομης ανθολογίας του ελληνικού φανταστικού διηγήματος γεννήθηκε από την επιθυμία μου να εντοπίσω δείγματά της στο σώμα της Ελληνικής  Λογοτεχνίας από τα πρώτα μεταβυζαντινά χρόνια μέχρι των ημερών μας. Δύσκολο και επίπονο εγχείρημα,εφ’ όσον δεν υπήρχαν πηγές του. Έτσι περιπλανήθηκα ξανά στα τοπία της Λογοτεχνίας μας, ξεφύλλισα παλιά περιοδικά, κατέφυγα σε διάφορες βιβλιοθήκες…Το υλικό που βρήκα ήταν η καλύτερη αμοιβή μου. Κέρδος μου, ο καλός λόγος φίλων και όχι μόνο. Έχω έτοιμο τον 6ο τόμο, που πιστεύω ότι θα κυκλοφορήσει εντός του 2011, από τις Εκδόσεις ΟΞΥ, θεού θέλοντος, βέβαια.

Υπήρξατε ηθοποιός (και μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις μια ιδιαίτερη ενσάρκωση του κακού). Τι σας μένει ως εμπειρία από αυτή την θητεία; Κάποια ιδιαίτερη ηδονή ή απογοήτευση;

Η γοητεία της ‘Μεταμφίεσης’ μέσω του Λόγου. Η προσπάθεια, εννοώ, να ενδύομαι κάθε φορά έναν ‘Άλλο’. Κι ακόμη η γνωριμία μου με τον Αλέξη Μινωτή, την Κατίνα Παξινού, την Αλέκα Κατσέλη, τον Πέλο Κατσέλη, τον Ζιλ Ντασέν, τον πλέον «Έλληνα» σκηνοθέτη απ’ όσους γνώρισα. Θυμάμαι με συγκίνηση τον πρώτο μου ρόλο: Ορέστης, στις «Μύγες», του Ζ.Π. Σάρτρ, τον Χάρο, στο «Τραγούδι του Νεκρού Αδερφού», του Μίκη Θεοδωράκη, τον Χορό, στην «Αντιγόνη», του Ζ. Ανούιγ. Λυπάμαι μόνο που δεν έτυχε να αναμετρηθώ με τον Ιάγο, ή τον Όμπερον, ή τον Πουκ…Αλλά τώρα πιά…Καληνύχτα. Και σας ευχαριστώ από καρδιάς για την συνομιλία.

Στο βασίλειο της τελευταίας φωτογραφίας συγκυβερνήτες οι Άρθουρ Κλαρκ και Μάκης Πανώριος.  




Μαΐου 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  

Blog Stats

  • 1.034.376 hits

Αρχείο