Αρχείο για Οκτώβριος 2011

30
Οκτ.
11

Συλλογικό – Μια πόλη στη λογοτεχνία. Λευκωσία. Επιλογή κειμένων: Κυριάκος Χαραλαμπίδης

Συλλέγοντας απορημένα βλέμματα

Αναρωτιέμαι κάποτε τι να είναι η πατρίδα. Και βρίσκω πως είναι τα παλιά μου παιχνίδια, οι φίλοι του δημοτικού που σκορπίσανε στους πέντε ανέμους, η βρύση που πρωτοήπια νερό με τη χούφτα μου, το μουλάρι που χάιδεψα παιδί το λαιμό του… Κι άμα πηγαίνει ο νους στην Αμμόχωστο ή την Κερύνεια, πατρίδα είναι τα ρουχαλάκια του μωρού, αφημένα να κρέμονται στη βιάση της φυγής σε μια ταράτσα, για να τα πλένει χρόνια τώρα η βροχή και να τα σιδερώνει ο άνεμος γράφει ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, σ’ ένα αυτοβιογραφικό κείμενο που εκφωνήθηκε στην Πύλη Αμμοχώστου, στη Λευκωσία, το 1985 και δημοσιεύτηκε αργότερα στο περιοδικό Εντός των Τειχών (εδώ σ. 269).

Ο ποιητής και δοκιμιογράφος ανθολόγος ήδη μας καθοδηγεί από την εισαγωγή: Η Λευκωσία σ’ εξωθεί να μάθεις γραφή και ανάγνωση της ιστορίας, ενεργοποιώντας αδήλωτες περιοχές του ιδιαίτερου κόσμου σου. Αυτά που δεν προσέχουμε και προσπερνάμε, γράφει, αυτά ακριβώς κρατούν ουσιώδη στοιχεία του εσωτερικού ιστού και ρυθμού μιας πόλης. Το μάτι δεν πρέπει μόνο να βλέπει αλλά και να διαβλέπει· την ώρα που παρατηρούμε χρειαζόμαστε και το οφθαλμό της αναπόλησης. Η πόλη μαζί με όλες τις διακλαδώσεις των γενετικών της στοιχείων, δεν αρκεί να ιδωθεί μόνο οπτικά αλλά επιβάλλεται και να νοηθεί απτικά, να την ανασάνεις σαν ρεύμα της ζωής και σαν «γνώση που δεκαπλασιάζει τη θλίψη» και να επωμιστείς «την συνείδηση του μεγάλου πόνου».

Στα διάχυτα αμφιθυμίας Πικρολέμονα ο Λόρενς Ντάρρελ αναφέρεται στην εποχή που εργάστηκε ως καθηγητής αγγλικών στο Γυμνάσιο της Λευκωσίας, «το τέλειο εργαστήριο μελέτης του εθνικού αισθήματος στην εμβρυώδη του κατάσταση» όπου «άνθιζε ο δονκιχωτικός και παράλογος έρωτας προς την Αγγλία σε μακάρια συνύπαρξη με το στοιχειωμένο όνειρο της Ενώσεως». Ο Ντάρρελ περιγράφει την διπολικότητα και την διαδοχή των αισθήσεων, μια κατάσταση «παράδοξη και αντιφατική» καθώς η αντιβρετανική αναρχία εναλλασσόταν με την απαγγελία Μπάϋρον με δάκρυα στα μάτια. Σε άλλες εποχές και περιστάσεις, οι πλάνητες του Γιώργου Χρ. Κυθραιώτη «νοσταλγούν συνεχώς κάποια μέρα που παράπεσε, λεν, κάπου ανάμεσα Δευτέρα και Τρίτη. (…) γυρνάν εδώ και εκεί απαρηγόρητοι μαζεύοντας θραύσματα και κομμάτια και όλοι παιδεύονται να συνταιριάξουν ξανά ένα παλιό ψηφιδωτό που μόλις θυμούνται·  (…) όλο προσπαθούν να οργανώσουν πορείες επιστροφής – επιστροφής στο χαμένο χρόνο – κι αναζητούν μιάν αιθρία στο κέντρο της πόλης, έναν κήπο αναμονής μέσα στην έρημο του μπετόν κι ύστερα μια καμαρόπορτα που, ακόμα κι αν δεν βγάζει στον παράδεισο, τουλάχιστον να τους βγάλει απ’ την κόλαση που ζήσανε ως εδώ (σ. 303).

Στο αυτοβιογραφικό «Nicossiensis» της Νίκη Μαραγκού η διεισδυτική ματιά του λογοτέχνη συναντά την τρυφερή μνήμη του αυτόχθονα: από τη μία το τρέξιμό της με το ποδήλατο στον ατέλειωτο μακρύ διάδρομο της κλινικής του πατέρα της και τα πρώτα ραντεβού πάνω στους τρούλους της Αγίας Σοφίας, στις σαν πέτρινη σαιζ λονγκ κοιλότητες ανάμεσά τους·  από την άλλη η κλειστή κοινωνία των δημοσίων υπαλλήλων και της αποικιοκρατίας και η διαχωριστική γραμμή που θα κόψει την πόλη στη μέση και θα ερημώσει την περιοχή: στο καφενείο Spitfire μόλις που διάβαζες πια την επιγραφή, μια παλιά βέσπα σε μια χορταριασμένη βιτρίνα… Κι αν η συγγραφέας, αργότερα, στην βορειοευρωπαϊκή θλίψη έχασε τα μολύβια της, τα αποχαυνωτικά μεσημέρια της Λευκωσίας και το βραδινό δυτικό αεράκι που σπάει την κάψα της κίτρινης πεδιάδας γύρω από την Μεσαορία τής τα «ξαναφανέρωσαν», ακόμα και τώρα που «εκτός των τειχών τα σπίτια μοιάζουν να βγήκαν μέσα από τα τηλεοπτικά σενάρια».

Ιδιαίτερες σελίδες κοσμούν το άρθρο του Αλμπέρ Καμύ στην εφημερίδα L’ Express (1955) μετά την θανατική καταδίκη του Μιχαλάκη Καραολή, ένα κομμάτι από Το πουκάμισο του Κενταύρου του Χριστόφορου Μηλιώνη (που εργάστηκε για λίγα χρόνια ως φιλόλογος στο Ελληνικό Γυμνάσιο Αμμοχώστου), το συναρπαστικό διήγημα του Νέαρχου Γεωργιάδη «Αναστήσου σήμερα, πέθανε αύριο» από το βιβλίο του Ο αναλγητήρ και άλλα διηγήματα (μια ανασκευή της ζωής από το μέλλον προς το παρελθόν, σαν μια πορτοκαλόφλουδα που ξαναγίνεται καρπός) και το προσφάτως φλέγον και φλεγόμενο Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή του Βασίλη Γκουρογιάννη, με τους σπαρασσόμενους ή ψυχραιμότερους ελλαδίτες βετεράνους και τα μετατραυματικά σύνδρομα σε μια Κύπρο όπου οι νεκροί πλέον ενηλικιώνονται και οι ζώντες αναρωτιούνται: Πού όμως βρίσκονται στ’ αλήθεια οι νεκροί; Στα κενοτάφια του τύμβου, στα αποστειρωμένα δοχεία του ινστιτούτου, στις μνήμες φίλων και εχθρών, στην ιστορία ή στη γεωγραφία; Όποιος βρει πού φωλιάζει ο άνεμος θα λύσει και τούτο το μυστήριο.

Ανθολογούνται, μεταξύ άλλων, οι Λεύκιος Ζαφειρίου, Ντίνα Κατσούρη, Ήβη Μελεάγρου, Νίκος Ορφανίδης, Μιχάλης Πιερής αλλά και πλείστα κείμενα από διαλέξεις, λευκώματα, εφημερίδες και περιοδικά (από τα παλαιότερα, όπως ο Κύκλος, στα σύγχρονα Ακτή, Άνευ, Εντός των τειχών, Μαθητική Εστία, Νέα Εποχή κ.ά.) – ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που σπανίζει σε σχετικά ανθολογήματα. Όπως και στις άλλες ανθολογίες της σχετικής σειράς, παλαιότερες και σύγχρονες φωτογραφίες πλαισιώνουν τα κείμενα· στην ουσία ένα «συνεχές» κείμενο, που δικαιώνει την δεδηλωμένη πρόθεση του ανθολόγου (την προσθήκη του δικού του απορημένου βλέμματος στο βλέμμα του αναγνώστη – περιδιαβαστή) και την πίστη του πως «το μυθικό πρόσωπο της πόλης, μορφοποιείται πληρέστερα εάν αναγνώσουμε την ιστορία ωσάν μυθιστόρημα – άλλωστε η τέχνη του μυθιστορήματος ανοίγει παράθυρα σε πολυπρισματικές αναγνώσεις».

Αθήνα Μεταίχμιο 2010, 424 σελ.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 94 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011). Στην ασπρόμαυρη φωτογραφία η Λευκωσιανή Πλατεία Ελευθερίας εν έτει 1955.

29
Οκτ.
11

Alberto Méndez – Τα τυφλά ηλιοτρόπια

Ο ιδανικός λογοτέχνης

Ο Αλμπέρτο Μέντεθ (Ρώμη, 1941) έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Ιταλία κι επιστρέφοντας στην πατρίδα του την Ισπανία σπούδασε φιλοσοφία και φιλολογία, έγινε ενεργό μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο Ciencia Nueva. Στρατευμένος αριστερός, υπήρξε θύμα της λογοκρισίας για την εκδοτική του δραστηριότητα και διώχθηκε από το καθεστώς του Φράνκο για την δημόσια έκφραση των ιδεών του. Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε προς το τέλος της ζωής του. Το παρόν βιβλίο είναι το μοναδικό του μυθιστόρημα. Ολοκληρώθηκε λίγο πριν το θάνατό του και τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο Πεζογραφίας. Μετά θάνατον φυσικά. Πρόκειται για μυθιστόρημα υποδειγματικό, με λογοτεχνικότατη γραφή, εναλλασσόμενους τρόπους αφήγησης και αληθινή ποίηση. Αφάνταστα τρυφερό και αφάνταστα σκληρό. Διηγείται την ιστορία τεσσάρων ηττών, μια για κάθε έτος μεταξύ 1939-1942.

Πρώτη ήττα

Τι είδους θάνατο άραγε επιλέγει ο λοχαγός Αλεγκρία όταν διασχίζει το πεδίο της μάχης κραυγάζοντας «Είμαι ένας παραδομένος»; Εδώ και τρία χρόνια αυτός ο νέος, που θύμιζε περισσότερο ασκούμενο συμβολαιογράφο παρά στρατιώτη, παρατηρούσε ως διαχειριστής εφοδίων τον ρακένδυτο εχθρό με τα πολιτικά ρούχα [που μάχεται λες και βοηθά κάποιον γείτονά του να φροντίσει έναν άρρωστο συγγενή] και είχε καταλάβει πως ο δικός του στρατός σύντομα θα εξοντώσει τις πολιτείες τους. Αρχικά σκέφτεται πως ένας στρατός που δεν έχει ψυχή στρατού πρέπει να ηττηθεί. Αργότερα θα ορίσει την πράξη του ως μια ανάποδη νίκη. Δεν θέλησε να λιποτακτήσει από τους φρανκιστές αλλά να παραδοθεί: να παραμείνει εχθρός των δημοκρατικών παραδεχόμενος όμως την ήττα του. Είχε καταταχθεί στις δυνάμεις των πραξικοπηματιών για να υπερασπιστεί αυτά που ήταν πάντοτε δικά του. Ο δικός του πόλεμος έγκειτο στο να διανέμει και να τακτοποιεί ό,τι ήταν αναγκαίο ώστε οι άλλοι να σκοτώνουν έναν εχθρό που δεν είδε ποτέ του από κοντά. Αιχμάλωτος πλέον του Ένδοξου Εθνικού Στρατού καταδικάζεται ως ένοχος προδοσίας. Τους δηλώνει πως ο πραγματικός λόγος της προδοσίας του ήταν επειδή η πλευρά του δεν θέλησε να κερδίσει τον πόλεμο κατά του Λαϊκού Μετώπου αλλά να τους σκοτώσουν.

Στο υπόστεγο των καταδικασμένων σε θάνατο ο Αλεγκρία έγραψε τρεις επιστολές: προς την αρραβωνιαστικιά του (Δεν είχα χρόνο να κάνω σχέδια, γιατί η φρίκη ματαίωσε το μέλλον μου, αλλά να είσαι σίγουρη ότι εσύ θα ήσουν η σπονδυλική στήλη των πλάνων μου), στους γονείς τους και προς τον Φράνκο (αυτά που έχω δει εγώ οι άλλοι τα έχουν ζήσει και συνεπώς είναι αδύνατο να παραμείνουν ξεχασμένα ανάμεσα στα λευκόκρινα). Θα είχε εγκλιματιστεί στον δίχως συναισθηματικές εξάρσεις θάνατο αλλά υπέφερε επειδή η ζωή του εξαρτιόταν από την τυχαιότητα του να βρίσκεσαι ή όχι στη γωνία που είχε επιλεγεί για να καθοριστεί ποιοι θα πέθαιναν. Δεν δεχόταν το τυχαίο, χρειαζόταν την τάξη.

Κάποια μέρα ήρθε η σειρά του να ανέβει στο φορτηγό· ένα σιωπηλό σφίξιμο στο χέρι τον εισήγαγε στην κοινότητα των χαμένων. Όταν ώρες αργότερα ανέκτησε τις αισθήσεις του, ήταν θαμμένος σε ομαδικό τάφο, χωμένος ανάμεσα σε νεκρούς και χώμα. Κι όταν άκουσε τον δικό του θρήνο, κατάλαβε ότι ήταν ζωντανός. Αργότερα θα αναφερόταν σ’ εκείνη τη στιγμή σαν να επρόκειτο για γέννα. Είχε αίματα παντού, αλλά το χώμα είχε καυτηριάσει την πληγή της σφαίρας. Στην πεδιάδα όπου τον βρήκαν έτρεμε σαν ετοιμοθάνατος και σερνόταν σαν σκουλήκι. Εκείνους τους καιρούς μόνο οι νεκροί δεν προκαλούσαν φόβο. Η ντροπή για την αποφορά του τον κρατούσε σιωπηλό – ίσως ήταν κι αυτός ένας τρόπος να μη δώσει εξηγήσεις. Όταν τον περιέθαλψαν ξεκίνησε για το χωριό του. Η θηριώδης προσπάθειά του να διασχίσει τα δυο βουνά που υψώνονταν εκεί για να χωρίσουν την Ισπανία στα δυο ήταν ένας ακόμα τρόπος γα να αγνοήσει τα διαχωριστικά όρια, για να δείξει ότι ήθελε πάντα να βρίσκεται και στα δυο μέρη. Στη θέα των στρατιωτών σκεφτόταν: Αυτοί είναι που κέρδισαν τον πόλεμο; Όχι, αυτοί θέλουν να επιστρέψουν στα σπίτια τους όπου δεν θα φτάσουν ως τροπαιούχοι στρατιωτικοί αλλά ως όντα ξένα προς τη ζωή, ως απόντες από την ίδια τους την εστία και σιγά σιγά θα μετατραπούν σε ηττημένη σάρκα…

Ποιου το μέρος πρέπει να πάρει ένας στρατιώτης που κερδίζει έναν πόλεμο και ταυτόχρονα τον χάνει; Και πως είναι δυνατό να μπορέσει ο ίδιος να συνεχίσει να ζει;

Δεύτερη ήττα

Γενικό Αρχείο της Χωροφυλακής, κίτρινος φάκελος, ένδειξη αποθανών άγνωστος. 26 σελίδες που βρέθηκαν, δίπλα στο σκελετό ενός ενήλικα άντρα και το γυμνό κορμάκι ενός μωρού. Η Έλενά του πέθανε στον τοκετό, το μωρό έμεινε ζωντανό, η δραπέτευση στη Γαλλία είναι αδύνατη. Κρατά το χέρι του μικρού κι όταν αισθάνεται τα δάχτυλα του να τον χαϊδεύουν φοβάται την μετατροπή της αίσθησης σε ανάμνηση. Έχασαν έναν πόλεμο, δεν πρέπει να προσφέρουν ακόμα μια νίκη (τη σύλληψή τους) στους φασίστες. Αν ο θεός για τον οποίο μου έχουν μιλήσει ήταν ένας καλός θεός, θα μας επέτρεπε να επιλέξουμε το παρελθόν μας.

Αυτό το μωρό συνελήφθη πάνω στην κάψα του φόβου. Ευτυχώς ο θάνατος δεν είναι μεταδοτικός, ενώ η ήττα είναι. Όσο κι αν υποφέρει, συνεχίζει να βυζαίνει με λαχτάρα. Η ζωή τού επιβαλλόταν με κάθε μέσο. Σιγά σιγά καταλαμβάνει όλο και περισσότερο χώρο. Πιο πριν ήταν κάτι το περίεργο μέσα στην καλύβα· τώρα όλη η καλύβα στρέφεται γύρω από αυτό. Η απόλυτη εξάρτησή του από αυτόν του δίνει την αίσθηση πως είναι σημαντικός.

Θυμάται το ήσυχο φτωχό χωριό του να μη νοιάζεται για τίποτα εκτός από το φόβο που το έκανε να κλείσει τα μάτια όταν σκότωσαν τον δάσκαλό του, έκαψαν όλα τα βιβλία του και εξόρισαν για πάντα τους ποιητές που εκείνος απήγγελλε από μνήμης. Ο ίδιος αισθάνεται ένας ποιητής δίχως στίχους. Θυμάται τον πόλεμό του: Με μολύβι και χαρτί ρίχτηκα στο πεδίο της μάχης και από το σώμα μου ανάβλυσαν, κατά χιλιάδες, λέξεις που παρηγόρησαν τους τραυματίες· από αυτή όμως την παρηγοριά πους σχεδίαζα ξεπήδησαν κτηνώδεις στρατηγοί που δικαιολόγησαν την ύπαρξη τραυματιών.

Αν χάσω την οργή μου, τι θα μου μείνει; Ακόμα και η θλίψη μου έχει στερεοποιηθεί από το κρύο. Μου έχει μείνει μόνο ο φόβος που τόσο με φόβιζε. Αν συνεχίσουν στην καλύβα, θα πεθάνουν κι οι τρεις, το παιδί, η αγελάδα κι αυτός. Αν κατέβουν στην κοιλάδα, θα πεθάνουν κι οι τρεις. Δεν θυμάται πλέον τα ποιήματα που απήγγελλε στους στρατιώτες. Με την πείνα το πρώτο πράγμα που πεθαίνει είναι η μνήμη. Πόσο ατέλειωτος είναι ο χρόνος δίχως ένα φιλί; Όταν χάνει το μολύβι η σιωπή είναι αβάσταχτη. Όταν μετά από μέρες το ξαναβρίσκει κάτω από καυσόξυλα, νοιώθει πως ανακτά το χάρισμα του λόγου. Αλλά όλα θα τελειώσουν όταν τελειώσει το τετράδιο. Γι’ αυτό και αρχίζει να γράφει αραιότερα. Η τελευταία λέξη που θα γράψει θα είναι «μελαγχολία». Αλλά θα έχει προλάβει να βαφτίσει έτσι, με το μολύβι, τον μικρό «Ραφαέλ».

Τρίτη ήττα

Ο καθηγητής τσέλου Χουαν Σένρα είπε ναι και, δίχως να το ξέρει, έσωσε προσωρινά τη ζωή του. Ο μικροκαμωμένος συνταγματάρχης Εϊμάρ (με μια πανοπλία παράσημα που μάλλον θωρακίζουν παρά δοξάζουν το στήθος του) τον ανακρίνει με αγωνία για τον χαμένο του γιο. Ο φόβος που αναβλύζει από το κρύο του πουλόβερ καταφέρνει να κρατά όρθιο τον αιχμάλωτο σε μια άδεια αίθουσα που κάποτε ήταν σχολική. Ο γραμματέας κάθεται σε θρανίο, σε στάση μαθητή, στον τοίχο μια φωτογραφία του στρατηγού Φράνκο, χαμογελαστή και κτηνώδης. Άλλοι τρεις στρατιώτες – φρουροί στο βάθος «όρθιοι σαν ακίνητες από την κούραση μορφή, δίχως τίποτα το επικό».

Ο Σένρα είναι κομμουνιστής και οργανωτής των λαϊκών φυλακών. Δεν γνώρισε ποτέ το γιο του συνταγματάρχη· λέει ψέματα για να παρατείνει τη ζωή του. Σε μια κατάσταση ημισυνείδησης, βάζει μια δόση αλήθειας στις απαντήσεις του, προσπαθώντας να αναδομήσει τις δίχως μνήμη απαντήσεις του, κερδίζοντας κάθε φορά μια ακόμα μέρα επιβίωσης. Ο Εδουάρδο Λόπεθ οργανωτής της ζωής των κρατουμένων (που δεν παρηγορούνταν αλλά ευγνωμονούσαν το γεγονός ότι υπήρχε κάποιος που επιδίωκε να κρατήσει ζωντανές εκείνες τις νεκρές ψυχές) τον αντιμετωπίζει με καχυποψία: μήπως τους μαρτυρά πράγματα; Ο Σένρα αναρωτιέται: Πώς είναι δυνατόν κάποιοι πεθαμένοι να ζητούν εξηγήσεις από άλλους πεθαμένους;

Ο Χουαν συνεχίζει το παρατεταμένο και συμπαγές ψέμα που προέκυψε σε μια στιγμή συμπόνιας και μετατράπηκε σε στήριγμα ζωής. Οι ιστορίες που επινοεί φωτίζουν το πρόσωπο εκείνης της μητέρας, καθώς τα απολιθώματα του ψεύδους αντικαθιστούν την ωμότητα των γεγονότων. Όταν θα φτάσει η σειρά του για εκτέλεση, γνωρίζει πως θα προσέλθει ατάραχος στο ραντεβού. Η βεβαιότητα πως δεν μπορεί κανείς να σκοτώσει έναν ήδη πεθαμένο τού δίνει απροσδόκητο θάρρος. Στην επιστολή προς την αδελφή του θα γράψει: Εξακολουθώ να είμαι ζωντανός, αλλά όταν λάβεις αυτό το γράμμα θα με έχουν εκτελέσει. Προσπάθησα να τρελαθώ αλλά δεν τα κατάφερα. Δεν θέλω να ζήσω άλλο με όλη αυτή τη θλίψη. Ανακάλυψα ότι η γλώσσα που ονειρεύτηκα, για να επινοήσω έναν κόσμο πιο αξιαγάπητο, είναι στην πραγματικότητα η γλώσσα των νεκρών.

Στο τέλος, κουρασμένος με τα δυο όντα που του μιλούσαν και του φέρονταν σαν να ήταν οι ιδιοκτήτες του, θα τους πει ότι θυμήθηκε την αλήθεια: πως ο γιος τους είχε εκτελεστεί δίκαια, γιατί ήταν ένας εγκληματίας, όχι ένας εγκληματίας πολέμου, χαρακτηρισμός υποκειμενικός που εξαρτάται από το στρατόπεδο στο οποίο ανήκει κανείς, αλλά ένας κοινός εγκληματίας, ένας δολοφόνος αμάχων. Το πρόσωπο των γονέων παγώνει: η φευγαλέα προσωπογραφία του γιου τους είχε πλέον τα χρώματα της αλήθειας. Κανείς δε λέει ψέματα για να πεθάνει. Η τελευταία σκέψη που τον καθησύχασε ήταν πως από το πρόσωπο του συνταγματάρχη θα εξαφανιζόταν για πάντα εκείνη η έκφραση ατιμώρητης ικανοποίησης.

Τέταρτη ήττα

Τρεις διαφορετικοί αφηγητές πλέκουν και ξεπλέκουν την τελευταία τραγική ιστορία (με πλάγια γράμματα ο ιερέας, με έντονα γράμματα ο τότε μικρός Λορένθο, με κανονικά γράμματα ο συγγραφέας). Ο ιερέας εξομολογείται πως εντάχθηκε σ’ ένα άσημο τάγμα για να ξεχάσει τις τερατώδεις πράξεις του και να δει το φως, να ξεφύγει από την ύπαρξη του κακού. Θυμάται την προσοχή που του προκάλεσε ο μαθητής του Λορένθο: δεν συμμεριζόταν το μαχητικό (: φρανκικό) πνεύμα των συμμαθητών του. Του ζητούσαν να δείξει την αγάπη για την πατρίδα του κι εκείνος τους απαντούσε με τη σιωπή του. Ο πατέρας του παιδιού, Ρικάρντο Μάθο, είχε διοργανώσει το 2ο Διεθνές Συνέδριο Αντιφασιστών Συγγραφέων το 1937 και αναφερόταν στα αρχεία ως εξαφανισθείς. Ο ιερέας αρχίζει να παρακολουθεί εφιαλτικά τον Λορένθο και να πιέζει ασφυκτικά την χήρα μητέρα του. Αν με απορρίπτει θα ήταν τόσο ηλίθια όσο το άγαλμα που απορρίπτει το βάθρο του

Ο Λορένθο σήμερα ανασυνθέτει τις αναμνήσεις του: αυτή που ξεχωρίζει περισσότερο είναι το γεγονός ότι είχε έναν πατέρα που κρυβόταν σε μια ντουλάπα. Δεν μπορεί να ξεχάσει τα παράθυρα που παραμόνευαν διαρκώς τις ζωές τους, την διαρκές κρύψιμο του πατέρα του, εκείνο το εύθραυστο κομμάτι της οικογενειακής τους γαλήνης. Όταν το ασανσέρ σταματούσε στον τρίτο, δεν πάγωνε απλώς ο χρόνος αλλά πέτρωνε ο αέρας μέχρι ν’ ακουστεί ο ήχος του κουδουνιού σε κάποιο από τα άλλα διαμερίσματα του ορόφου. Η σιωπή αποτελούσε μέρος της συζήτησής τους. Μόνο τα πρωινά κυκλοφορούσε αθόρυβα μες το σπίτι (τόσο αθόρυβα που τρόμαζε κι εκείνον και την μητέρα του), αφού απέναντι ο κινηματογράφος Αλγέρι ήταν άδειος.

Η μητέρα του Έλενα εργαζόταν ως μεταφράστρια, αλλά τις μεταφράσεις στην πραγματικότητα τις έκανε εκείνος, αρχικά αθόρυβα στο χέρι κι αργότερα χτυπώντας τη γραφομηχανή, μόνο όταν εκείνη βρισκόταν σπίτι και τις κάλυπτε με τον θόρυβο της ραπτομηχανής. Ακόμα και στις ερωτικές τους αγκαλιές έπρεπε να ανασύρουν τα πάθη που ήταν καταχωνιασμένα στις γωνιές του φόβου. Το δόσιμό τους ήταν δίχως αναστεναγμούς, δίχως κραυγές, δίχως σ’ αγαπώ. Σε μια οικογενειακή ρουτίνα που έκρυβε επιμελώς την τραχύτητα του φόβου, ο μικρός θυμάται: ήμουν αναγκασμένος να κρύβω όλα όσα μου μάθαινε ο πατέρας μου στο σπίτι και να εξωραΐζω όλα όσα συνέβαιναν στον δρόμο, όταν βρισκόμουν σπίτι.

Ο Ρικάρντο ήταν κατάπληκτος με τη σκέψη πως κάποιος ήθελε να τον σκοτώσει όχι για κάτι που έχει κάνει, αλλά για κάτι που σκέφτεται. Όταν ύστερα από τρία χρόνια πολιορκίας η πόλη ανέκτησε τη ρουτίνα της κι όλοι συμπεριφέρονταν σα να μην είχαν χάσει τον πόλεμο, είδε πως οι παλιοί του φίλοι δεν αισθάνονταν πλέον να τους συνδέει η ήττα αλλά η διάθεσή τους να ξεχάσουν το παρελθόν. Άρχισε να μαραζώνει, να κλείνεται ερμητικά στον εαυτό του, οι λέξεις έπαψαν να είναι σημαντικές. Ακόμα κι όταν ήταν μόνος στο σπίτι, παρέμενε ατέλειωτες ώρες κλεισμένος στην ντουλάπα. Η ζωή του άρχισε να μοιάζει με τον αέρα: υπήρχε αλλά δεν έπιανε χώρο.

Η οικογένεια σχεδίαζε να δραπετεύσει κι ο ιερέας να έρθει αργά το βράδυ στο σπίτι. Όταν οι τριγμοί του ασθματικού ασανσέρ σταμάτησαν στον τρίτο, το παιδί που έχει στη μνήμη του ο Λορένθο θυμάται το χτύπημα του κουδουνιού και την τρομερή προσπάθεια του πατέρα να κρύψει τα χαρτιά και να κυλήσει αθόρυβα στην ντουλάπα του. Οι διηγήσεις των τριών συγκλίνουν σ’ ένα συνταρακτικό αποκορύφωμα.

Τι να γράψει κανείς μετά από τέτοιες ιστορίες ήττας; Κάθε επίλογος θα χτυπάει σαν κούφιος. Ας τηρηθεί εδώ η στάση που κράτησαν τουλάχιστο δύο από τους κεντρικούς χαρακτήρες και πολύ περισσότεροι από τους άλλους: σιωπή.

Εκδ. Πάπυρος, 2008, [σειρά LETRAS – Ισπανόφωνοι και Πορτογαλόφωνοι Συγγραφείς], μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, σ. 200, με τρισέλιδο πρόλογο του μεταφραστή (Los Girasoles Ciegos, 2004).

Στις φωτογραφίες: ο συγγραφέας, λεωφορείο – βιβλιοθήκη της Ισπανικής Δημοκρατίας (Bibliobus generalitat republicana, 1938), οι Διεθνείς Ταξιαρχίες, ένα γραμματόσημα άξιο για πολλά φτυσίματα, ξανά ο συγγραφέας, η αφίσα και μια φωτογραφία από την κινηματογραφική μεταφορά του έργου, σε σκηνοθεσία José Luis Cuerda (Los girasoles ciegos (2008)).

28
Οκτ.
11

Alan Pauls – Το παρελθόν

Ευθανασία ενός έρωτα

Ο χρόνος είναι τυπικός εχθρός κάθε ερωτικής σταθερότητας αλλά στην περίπτωσή του Ρίμινι και της Σοφία, εραστών διαβιούντων στο Μπουένος Άιρες, μοιάζει εξαιρετικά καλοπροαίρετος: ο έρωτάς τους παρομοιάζεται με πέτρα που ο ήλιος, ο άνεμος και το νερό στιλβώνουν, λειαίνουν και λαμπρύνουν κάθε μέρα και περισσότερο. Η παιγνιώδης διάθεση διαρκούς τροφοδοσίας του τους οδηγεί στο μόνο κομμάτι που λείπει από την συλλογή τους (που περιλαμβάνει όλα τα στάδια της μαθητείας), στην συνέχεια και οριακή κορύφωση του: τον χωρισμό μετά από μια δωδεκαετία. Η διάζευξη βιώνεται ως χειρουργική αποκόλληση σιαμαίων και μοιάζει με την υποχώρηση της παλίρροιας που βγάζει στο φως ένα στρώμα από κοφτερά όστρακα.

Αν το παρελθόν αποτελεί «μία και μοναδική μάζα, αδιαίρετη, που έπρεπε ή να το κατέχει ή να το εγκαταλείψει έτσι, ολόκληρο, σαν σύνολο», οι χαρακτήρες δοκιμάζονται σκληρά στην δραματική του διαχείριση. Η μετα-παρελθοντική επιβίωση διασχίζει τις επιχωματώσεις της λήθης, που προκρίνει ο Ρίμινι, διοχετεύοντας το φορτίο του σε ασκήσεις μετάφρασης, αυτοερωτισμού, ναρκοληψίας και νέων δεσμών, και τις επιλογές της μνήμης, που προτιμά η Σοφία, κυρίως μέσω των φωτογραφιών και της γραφής. Η ψυχαναγκαστική της τάση να απευθύνεται και γραπτώς στον Ρίμινι, σε σημείο εκείνος να διαθέτει μια αξιόλογη συλλογή μηνυμάτων, αρκούμενος στην κατοχή τους αλλά και στην εναγώνια αναζήτησή τους μέσα σε τσέπες, βιβλία ή παλιά κουτιά παπουτσιών, αποτελεί ένα από τα ενδιαφέροντα ευρήματα του μυθιστορήματος. Αυτές οι «οικιακές πολύτιμες πέτρες με την γοητεία μιας αισθηματικής χειροτεχνίας» (από εκφράσεις ρομαντισμού στη λίστα για ψώνια μέχρι περιπαθείς ανακεφαλαιώσεις στο φαρμακείο του μπάνιου ή στο ψυγείο) εκτός από λείψανα της ιστορικής διάστασης ενός καθημερινού πάθους αποτελούσαν και αναζωογονητές της θέρμης του, αντίδοτο και αντιστάθμισμα της απουσίας της. Με όποιο τρόπο πάντως κι αν προχωρούν τη ζωή τους, η ιστορία τους έχει κλέψει ένα μεγάλο μέρος απ’ το μέλλον τους. Η προσωπική και εκούσια χρήση της αμνησίας δυστυχώς δεν έχει ακόμα εφευρεθεί.

Φυσικά γύρω τους κινείται πλήθος προσώπων, όπως οι μετέπειτα σύντροφοι του Ρίμινι, όμως μόνο ένα αποτελεί ρυθμιστή ενέργειας στο ηλεκτρικό τους πεδίο: ο ιδιόρρυθμος ζωγράφος Τζέρεμι Ρίλτσε, ιδρυτής του κινήματος της Άρρωστης Τέχνης και καλλιτεχνικός χρήστης του ζωντανού σώματος ή μερών του οργανισμού. Ο βίος και το έργο αυτού του επινοημένου αυτόχειρα, που θαυμάζουν απεριόριστα αλλά και καθορίζει οριακές στιγμές της ζωής τους, εισέρχεται ως σφήνα στο μυθιστορηματικό κορμό, αλλοιώνοντας τον ρυθμό και προκαλώντας ενδιαφέρουσες συνδέσεις, όπως η σωματοποίηση των παρελθοντικών τραυμάτων, χαρακτηριστικό και του ζεύγος που διόλου τυχαία κάποτε είχε αναφωνήσει: «Είμαστε ένα έργο τέχνης».

Όσοι περιμένουν συνέχεια (ή ρήξη) των καθιερωμένων λογοτεχνικών περιγραφών του Μπουένος Άιρες ή ιστορικές υπομνηματίσεις της σύγχρονης ιστορίας του ας προετοιμαστούν: η πόλη τοπογραφείται αποκλειστικά με βάση τις ερωτικές μνήμες, άρα όπως οιαδήποτε άλλη, ο δε χρόνος μένει θαμπός στο περιθώριο, παρά την διαδρομή του σε ταραγμένες δεκαετίες (’70 – ’80).

Η αναγωγή παντοειδών σκέψεων σε ψήγματα σοφίας, οι απόπειρες φιλοσοφικής αποκρυστάλλωσης της καθημερινότητας, ο πολύχρωμος κυνισμός και το ασπρόμαυρο χιούμορ, η πλημμυρίδα συναισθημάτων και τα ευφυή εμπειρικά γνωμικά προφανώς υποδεικνύουν πως η γραφή του Πάουλς (Μπουένος Άιρες, 1959) προκρίνει την βάσανο της γραφής από την παντοκρατορία της πλοκής – η αδυναμία της οποίας, άλλωστε, όπως αναφέρουν οι χαρακτήρες του αρνούμενοι οτιδήποτε μεταμοντέρνο, καθίσταται περιττή στις σπουδαίες συγκυρίες της ζωής. Δεν είναι τόσο στοιχεία όπως οι σχοινοτενείς προτάσεις ή οι ευφάνταστες παρομοιώσεις όσο η συγκεκριμένη εγκεφαλικότητα της γραφής που μας θυμίζουν τον Κούντερα (ιδίως στις λογοτεχνημένες σκέψεις περί κτητικότητας, ζήλειας, σαρκικής ικανοποίησης και ερωτικής βίας), αν και οι εγκωμιαστικές κριτικές τον εντάσσουν στην κληρονομική ρίζα των Προυστ, Ναμπόκοφ, Μπατάιγ ή άλλων μυστών της Αισθηματικής Αγωγής. Σε κάθε περίπτωση, οι ήρωες αυτής της ιστορίας πολλαπλών εθισμών (που συχνά θυμίζουν το μνημειώδες «Ούτε με σένα, ούτε χωρίς εσένα» του Τρυφφώ) δεν Αναζητούν παρά τον Κερδισμένο Χρόνο.

Εκδ. Πάπυρος, 2010, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σελ. 603 (Alan Pauls, El Pasado, 2003).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 28.10.2011 (και εδώ).
26
Οκτ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 98

Neil Gaiman, The Sandman (από: http://thinkexist.com/quotes/neil_gaiman. Η  παραπομπή σε Σ. Ζίζεκ, Βία]

Έχεις ερωτευτεί ποτέ; Φρικτό δεν είναι; Σε κάνει τόσο ευάλωτο. Φωλιάζει στο στήθος σου και σου ανοίγει διάπλατα την καρδιά κι αυτό σημαίνει ότι κάποιος μπορεί να μπει μέσα σου και να σε κάνει άνω κάτω. Χτίζεις ένα σωρό άμυνες, σφυρηλατείς μια ολόκληρη πανοπλία, ώστε τίποτα να μην μπορεί να σε πληγώσει, κι ύστερα ένας ανόητος άνθρωπος, διόλου διαφορετικός από κάθε άλλο ανόητο άνθρωπο, μπαίνει τυχαία στην ανόητη ζωή σου… Τους δίνεις ένα κομμάτι από τον εαυτό σου. Δε στο ζήτησαν. Έκαναν κάτι κουτό μια μέρα, όπως να σε φιλήσουν ή να σου χαμογελάσουν, κι από κει και πέρα η ζωή σου έπαψε να σου ανήκει πια. Η αγάπη παίρνει ομήρους. Μπαίνει μέσα σου. Σε κατατρώει και σ’ αφήνει  να κλαις μες στο σκοτάδι, μια φράση τόσο απλή όπως το «ίσως θα έπρεπε να μείνουμε απλώς φίλοι» μεταμορφώνεται σε θραύσμα γυαλιού που βρίσκει το δρόμο του και τρυπάει την καρδιά σου. Πονάει. Όχι μόνο στη φαντασία. Όχι μόνο διανοητικά. Είναι ένας πόνος της ψυχής, ένας πόνος σαν πραγματικά κάτι να έχει τρυπώσει μέσα σου και να σου ξεσχίζει τα σωθικά. Μισώ την αγάπη.

Στην Μαρία Ξυλούρη

23
Οκτ.
11

Glen Campbell – Ghost on the canvas (Surfdog, 2011)

Ο Campbell ανακοίνωσε πως έχει Αλτσχάιμερ και πως ετοιμάζεται για τον τελευταίο του δίσκο και περιοδεία, για να προλάβει το οριστικό κλείσιμο της μνήμης του. Η διάγνωση του έδωσε λίγους μήνες πλήρους διαύγειας – για μετά τα πάντα ήταν ανοιχτά, κι έτσι δεν έχασε χρόνο: κάλεσε φίλους και γνωστούς και σκάρωσε την τελευταία του γιορτή. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη γιορτή από έναν δίσκο γεμάτο άξια, αξιάκουστα κι αξιαγάπητα τραγούδια.

Ο πανέτοιμος αυτός αναχωρητής αποτελεί ιδιόμορφη περίπτωση με διαφορετικά ονόματα: θρύλος από τα παλιά, εξαιρετικός rock and roll/country κιθαρίστας, αξιοπρεπής περφόρμερ, περιζήτητος σέσσιον. Υπήρξε μέλος των Wrecking Crew, του σχήματος που έπαιζε στις  wall-of-sound ηχογραφήσεις του Phil Spector, αργότερα κάνοντας back up σε ονόματα όπως Elvis Presley και Simon & Garfunkel, και υστερότερα σολάροντας με επάρκεια σ’ αυτό που γνώριζε καλύτερα (Wichita Lineman, Gentle on My Mind, Rhinestone Cowboy και άλλα αναρίθμητα).

Φαίνεται πως ο Campbell εδραιώθηκε στις συνειδήσεις λιγότερο ως ένας εξαιρετικός συνθέτης/τραγουδιστής και περισσότερο ως μουσικός, καθώς ένα μεγάλο μέρος των δίσκων του ήταν διασκευές· επίλεκτων μεν κομματιών και εξαιρετικά παιγμένες, αλλά πάντα διασκευές. Έτσι κι εδώ ζήτησε τη βοήθεια γνωστών κι εκλεκτών συνεργατών να του γράψουν τραγούδια για έναν αντάξιό του επίλογο: Paul Westerberg [The Replacements], Robert Pollard [Guided By Voices], Teddy Thompson [ο γιός των φολκ ρόκερς Richard / Linda |Thompson], Jakob Dylan, Roger Joseph Manning, Jr. [Jellyfish, Imperial Drag, The Moog Cookbook, TV Eyes]. Ύστερα έφτιαξε την δική του οργανική ομάδα (Dick Dale [o γνωστός surf θρύλος;!], Rick Nielsen [Cheap Trick], Brian Setzer [Stray Cats], Billy Corgan [Smashing Pumpkins], Dandy Warhols, Chris Isaak).

Η πεντακαθάρια ορχήστρωση και παραγωγή ανήκει κατά το μεγαλύτερο μέρος στον Julian Raymond (που, διαβάζω, επιχείρησε παλαιότερα να ξαναζωντανέψει το όνομα του Campbell, με τον τρόπο που ο Rick Rubin έβαλε ξανά το όνομα του Johnny Cash στο σύγχρονο ροκ εντ ρολλ με τις American Recordings). Η ερμηνευτική του Roy Orbison στο It’s Your Amazing Grace, το πιάνο του Randy Newman στο Valley of the Son, οι αρμονίες των Beach Boys στα The Rest Is Silence και Strong, μερικές από τις καλύτερες μνήμες της ζωής του (Billstown Crossroads, για την γενέτειρα του Arkansas, May 21st, 1969: η ημερομηνία έναρξης του τηλεοπτικού του βαριετέ – σώου), Jimmy Webb, Brian Wilson και George Harrison ως μακρινοί απόηχοι, ένα τελευταίο τζαμάρισμα με όλους τους προαναφερθέντες φίλους, όλα παίρνουν τη θέση τους σ’ ένα τελευταίο σκηνικό γλέντι όπου ο ίδιος θα κλείσει σιγά σιγά την κουρτίνα.

Αναπόφευκτα εδώ τα τραγουδισμένα λόγια κοιτάζουν κατάματα το επερχόμενο τέλος χωρίς όμως την παραμικρή έκπτωση στην ευφορία και τη διασκέδαση. Δεν υπάρχει καμιά κλάψα, καμιά μεμψιμοιρία. Όταν, ας πούμε, η εσωτερικής καύσης μπαλάντα Nothing But the Whole Wide World (του υιού Dylan) στιχουργεί When one dies and becomes “nothing”, the Lord connects us to everything —“the whole wide world” κανείς δεν καταθλίβεται. Ίσα ίσα παίρνει την θέση της επάξια στις αντίστοιχες ραψωδίες του Phil Ochs και του Tim Buckley. Κι όταν στο πρώτο πρώτο κομμάτι (A Better Place) τραγουδά με ολοκάθαρο βλέμμα πως είναι έτοιμος να φύγει για ένα καλύτερο μέρος, κανείς δεν σκοτεινιάζει, απλά σκεφτόμαστε πως μόλις ξεκίνησε ο δίσκος, μαθημένοι στο ροκ εντ ρολ και πεπειραμένοι απ’ τις απώλειες, ευτυχώς.

Και μερικά από τα δεκαέξι αυτά αντίο του μοιάζουν κλασικά και μπαίνουν οριστικά και για πάντα στα τζουκ μποξ μας: η ροκεντρολλιά του In My Arms (Thompson διασκευή) με την εμπρόσθια κιθαριστική τριπλέτα (Dick Dale, Brian Setzer, Chris Isaak). Το τελευταίο αποχαιρετιστήριο There is No Me…Without You υπέροχο φολκρόκιο τραγούδι αγάπης αφιερωμένο στη γυναίκα του. Και ωραιότερες όλων, οι δυο συνθέσεις του Paul Westerberg των Replacements (!), εκείνων των ιδιαίτερων τέκνων της αμερικανικής ροκ που τώρα υπερηφανευόμαστε που δεν ξεγράψαμε ποτέ. Το Ghost On The Canvas και το Any Trouble αποστάζουν την ιδανικότερη οπτική του 70s ραδιοφωνικού παρακλαδιού της και αποτελούν αξέχαστα αποχαιρετιστήρια δώρα, αμφότερα με εξαιρετικά δυνατούς στίχους.

Αλλά δεν αρκεί εδώ να είμαστε παρόντες στο δικό του απόσταγμα των ουσιωδέστερων της ζωής. Οφείλουμε να επιστρέψουμε σε ολόκληρη την 50χρονη πορεία του 75χρονου Campbell, να ξανακούσουμε το κάθε του κομμάτι για βεβαιωθούμε κι εμείς πως όλα άξιζαν τον κόπο – εκείνος είναι σίγουρος. Κι ύστερα να τον αφήσουμε όπως τίτλαρε κάποιος κάπου κάποτε: Going gently into that good night…. [8/10]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

20
Οκτ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 43

Boris Vian, Le Loup-Garou (1970), Gullaume Apollinaire, Alcools. Poems (Donald Revell, 1995), Jean Genet: Born to Lose. An illustrated critical history (Jeremy Reed, 2005).

To πορτρέτο του συγγραφέα. Στο βλέμμα του, όλα όσα έγραψε κι όλα όσα θέλει ακόμα να πει. Στην έκφρασή του, οι λέξεις που δεν έφτασαν, δεν άρκεσαν, δεν κάλυψαν.

17
Οκτ.
11

Slavoj Žižek – Πρώτα σαν τραγωδία και μετά σαν φάρσα

Φαρσωδία

Tίτλοι τέλους. Όχι, λάθος.

Στις 9 Νοεμβρίου 1989 η πτώση του Τείχους του Βερολίνου ανήγγειλε την «ευτυχισμένη δεκαετία του ’90» και την πραγμάτωση της ουτοπίας του «Τέλους της Ιστορίας» (με τα λόγια του Φράνσις Φουκουγιάμα), την επαλήθευση ότι η έλευση μιας παγκόσμιας φιλελεύθερης κοινότητας. Η φιλελεύθερη δημοκρατία θεωρήθηκε νικήτρια. Το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους 12 χρόνια μετά έβαλε τέλος σηματοδοτώντας τη μετάβαση σε μια εποχή νέων τειχών (πέριξ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανάμεσα σε ΗΠΑ – Μεξικό, σε Ισραήλ και Δυτική Όχθη, στο εσωτερικό εθνικών κρατών). Καμιά Ιστορία δεν τελείωσε, ίσα ίσα.

Τίτλοι αρχής

Ο Μαρξ άρχισε την 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη με μια διόρθωση της ιδέας του Χέγκελ ότι η ιστορία κατ’ ανάγκην επαναλαμβάνεται, προσθέτοντας: τη μια φορά σαν τραγωδία, την άλλην σαν φάρσα. Την δεκαετία του 1960 ο Χέρμπερτ Μαρκούζε πρόσθεσε τη δική του προέκταση: κάποιες φορές η κωμική επανάληψη μπορεί να είναι πιο τρομερή από την αρχική τραγωδία. Η μαρξιστική προσθήκη στην εγελιανή ιδέα της ιστορικής επανάληψης επαληθεύεται πολλάκις στο βιβλίο του Ζίζεκ, στο οποίο άλλωστε χάρισε τον τίτλο.

Ευρώπη, το προπύργιο των ποιών;

Το 2007 επτά τυνήσιοι ψαράδες πέρασαν από δίκη στη Σικελία για το έγκλημα ότι είχαν σώσει σαράντα αφρικανούς μετανάστες από βέβαιο θάνατο στη θάλασσα («συνέργεια σε παράνομη μετανάστευση»), προφανώς για να αποθαρρυνθούν τα πληρώματα άλλων πλοίων να κάνουν το ίδιο. Η ίδια δικαιοσύνη δεν παρενέβη σε περιπτώσεις άλλων ψαράδων που χτύπησαν τους μετανάστες με ραβδιά για να πνιγούν. Η έννοια του homo sacer – αυτού που αποκλείεται από την πολιτική τάξη και μπορεί να φονευθεί ατιμωρητί – την οποία έχει εισηγηθεί ο Giorgio Agamben λειτουργεί πλήρως στην καρδιά της ίδιας εκείνης Ευρώπης που θεωρεί εαυτήν ως το υπέρτατο προπύργιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ανθρωπιστικής βοήθειας. Αρκεί βέβαια να είσαι δικός μας. Αν όχι, βρες μια τρύπα να κρυφτείς.

Ο ηγέτης – απατεώνας

Η εικόνα του Μπερλουσκόνι ως «ανθρώπινου, πολύ ανθρώπινου» ηγέτη δεν είναι άσχετη με τα παραπάνω. Η σύγχρονη Ιταλία αποτελεί ένα είδος πειραματικού εργαστηρίου όπου προδιαγράφεται το μέλλον μας. Αν το σημερινό πολιτικό σκηνικό είναι μοιρασμένο ανάμεσα στην επιτρεπτική – φιλελεύθερη τεχνοκρατία και στον φονταμενταλιστικό λαϊκισμό, ο Μπερλουσκόνι χρησιμοποιεί και τα δυο ταυτόχρονα· άρχει δια της κυνικής υπονόμευσης του ηθικού αλλά και της αξιοπρέπειας με την οποία συνδέεται το ύψιστο αξίωμα του κράτους. Το στοίχημά του είναι ότι ο λαός θα ταυτιστεί μαζί του, εφόσον υποδύεται την εικόνα του μέσου Ιταλού: «Είμαι ένας από εσάς, ολίγον διεφθαρμένος, έχω μπερδέματα με το νόμο, τσακώνομαι με τη σύζυγό μου, με ελκύουν άλλες γυναίκες». Ο πομπώδης τρόπος του μοιάζει με το γελοία οπερατικό όνειρο ενός φτωχού. Δεν πρέπει να μας ξεγελάσει: πίσω από το προσωπείο του κλόουν κρύβεται ένας αριστοτεχνικός χειρισμός της κρατικής εξουσίας κι αν γελάμε υπερβολικά μαζί του παίζουμε το παιχνίδι του. Βέβαια η τεχνοκρατική διοίκηση και το προσωπείο του κλόουν δεν αρκούν· χρειάζεται κάτι περισσότερο, κι αυτό είναι ο φόβος. Φόβος για ένα δικέφαλο τέρας, του μετανάστες και τους κομμουνιστές.

Σοκ (και λίγο δέος)

Η επίθεση των ΗΠΑ εναντίον του Ιράκ στηρίχτηκε στην ιδέα ότι, ύστερα από την εφαρμογή της πολεμικής στρατηγικής «σοκ και δέος», η χώρα θα μπορούσε να οργανωθεί ως παράδεισος της ελεύθερης αγοράς, αφού ο τραυματισμένος λαός δεν θα προέβαλλε καμιά αντίσταση και αλλά, έχοντας μετατραπεί ήδη σε μια ιδεολογική tabula rasa, θα ήταν έτοιμος να αποδεχτεί τη νέα τάξη πραγμάτων. Μήπως λοιπόν και η παρούσα οικονομική κατάρρευση χρησιμοποιηθεί σαν ένα «σοκ» που θα δημιουργήσει τις κατάλληλες ιδεολογικές συνθήκες για περαιτέρω φιλελεύθερη θεραπεία; Μερικές από τις πιο κατάφωρες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που τείναμε να θεωρούμε σαδιστικές ενέργειες αντιδημοκρατικών καθεστώτων, στην πραγματικότητα είτε διαπράχθηκαν με την πρόθεση να τρομοκρατηθεί ο πληθυσμός είτε χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να προλειανθεί το έδαφος για την εισαγωγή ριζικών «μεταρρυθμίσεων» υπέρ της ελεύθερης αγοράς μας θυμίζει η Ναόμι Κλάιν (Το δόγμα του σοκ)

Έτσι κι αλλιώς άλλοι φταίνε

Πιθανώς το κύριο καθήκον της κυρίαρχης ιδεολογίας (με παλιομοδίτικους μαρξιστικούς όρους) είναι ακριβώς να επιβάλει μιαν αφήγηση η οποία θα επιρρίψει την ευθύνη για την κατάρρευση όχι στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα καθεαυτό, αλά σε δευτερεύουσες και συγκυριακές παρεκκλίσεις (π.χ. διαφθορά των μεγάλων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, φορολογικά συστήματα και φοροδιαφυγές). Ομοίως στην εποχή του Υπαρκτού Σοσιαλισμού οι αμύντορες της σοσιαλιστικής ιδεολογίας υποστήριξαν ότι η αποτυχία των «λαϊκών δημοκρατιών» ήταν η αποτυχία μιας μη αυθεντικής εκδοχής σοσιαλισμού, όχι της ιδέας καθαυτήν, καταλήγοντας ότι τα καθεστώτα τους έχρηζαν ριζικών μεταρρυθμίσεων παρά ανατροπής και κατάλυσης. Η απατηλή, επικίνδυνη μοιρολατρική πεποίθηση ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε, ακόμα και αν δεν είναι ο καλύτερος δυνατός, είναι ο λιγότερο κακός, οπότε οποιαδήποτε ριζική αλλαγή θα κάνει τα πράγματα απλώς χειρότερα.

Αυτοπαραμύθιασμα

Οι Ευμενίδες του Τζόναθαν Λίτελ παρουσιάζουν με έξοχο τρόπο μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Ολοκαυτώματος από την οπτική γωνία ενός άμεσα αναμεμειγμένου Γερμανού, προτείνοντας μια μυθιστοριοποιημένη ναζιστική εκδοχή του Πρίμο Λέβι και προσφέροντας ένα καίριο φροϋδικό δίδαγμα: πρέπει να απορρίψουμε την ιδέα ότι ο ενδεδειγμένος τρόπος για να καταπολεμούμε την δαιμονοποίηση του Άλλου είναι να τον θεωρήσουμε ολόπλευρα ως πρόσωπο με υποκειμενικό βάθος και να ακούσουμε την ιστορία του. Μπορούμε να δεχτούμε ότι οι λεπτομέρειες της προσωπικής ζωής αντισταθμίζουν τις φρικαλεότητες της κυριαρχίας κάποιου; Ο πλούτος του εσωτερικού βίου εδώ είναι μια απάτη:  Οι ιστορίες που αφηγούμαστε στον εαυτό μας για τον εαυτό μας προκειμένου να αιτιολογήσουμε ό,τι κάνουμε είναι ένα ψεύδος και χρησιμοποιούνται για να συγκαλύψουν την αληθινή ηθική διάσταση των πράξεών μας – η αλήθεια βρίσκεται μάλλον έξω, σε αυτά που πράττουμε. (σ. 66). Το αφόρητο στην περίπτωση των ναζί εκτελεστών δεν είναι οι τερατωδίες που διέπραξαν, όσο το πόσο «πολύ ανθρώπινοι» παρέμεναν ενόσω τις διέπρατταν.

Η ίδια στρατηγική ιδεολογικού «εξανθρωπισμού» αποτελεί κομβικό συστατικό της αυτοπαρουσίασης των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων: καθώς οι στρατιώτες παρουσιάζονται ως συνηθισμένοι άνθρωποι, καλλιεργείται η ψευδής ιδέα ότι παρά τις πολιτικές μας διαφορές είμαστε όλοι κατά βάση ανθρώπινα πλάσματα με τις ίδιες αγάπες και έγνοιες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το ντοκιμαντέρ Tsahal του Κλοντ Λαντσμάν, με στρατιώτες να υποδύονται τον «συνηθισμένο, ανθρώπινο εαυτό τους», για να δώσουν ανθρώπινο πρόσωπο στις πράξεις τους και με ειρωνικό αποκορύφωμα την εμφάνιση του Αριέλ Σαρόν ως φιλειρηνικού αγρότη (!). Παρόμοια διαδικασία «εξανθρωπισμού» παρατηρείται βέβαια και στις μπλοκμπάστερ ταινίες όπου οι αρχικά μονοδιάστατοι ήρωες παρουσιάζουν καταλεπτώς τις αβεβαιότητες, τις αδυναμίες, τους φόβους τους (όπως συνέβη και στην περίπτωση της Ούλρικε Μάινχοφ στο Der Baader Meinhof Komplex).

Ζήσε την εμπειρία, ζήσε την εμπειρία, ζήσε την εμπειρία, ζήσε την….

Το «νέο πνεύμα» του καπιταλισμού περιλαμβάνει και την περίπτωση του «πολιτιστικού καπιταλισμού»: ο κύριος λόγος για τον οποίο αγοράζουμε εμπορεύματα δεν είναι ούτε η ωφελιμότητά τους ούτε πλέον  έκφραση κοινωνικού κύρους αλλά για να αποκομίσουμε την εμπειρία που παρέχουν, να προσδώσουμε νόημα στη ζωή μας. Αν εκείνο που πραγματικά μετράει είναι η εμπειρία, γιατί να μην επιδιώκουμε μόνο αυτήν παρακάμπτοντας τη χονδροειδή οδό της πραγματικότητας, όπως ακριβώς στη δυστοπική Ολική επαναφορά μπορούσε κανείς να αγοράσει τις αναμνήσεις ενός ταξιδιού;

Η επιχείρηση Στάρμπακς γνωρίζει καλά το παιχνίδι όταν παρουσιάζει τις καφετέριές της ως υποκατάστατα κοινότητας, το δε πρόγραμμά της Ethos Water («κάθε φορά που αγοράζεις το νερό μας υποστηρίζεις ανθρωπιστικά προγράμματα στην Αφρική, την Λατινική Αμερική» κ.λπ.), το οποίο βέβαια παραλείπει να αναφέρει ότι το νερό που πουλάνε κοστίζει ακριβότερα από οπουδήποτε αλλού, είναι ενδεικτικό της ενσωμάτωσης της κληρονομιάς του ’68: αυτό που μετράει είναι η «αυθεντική εμπειρία». Κάπως έτσι και ο Τσε Γκεβάρα έχει καταστεί «το κατεξοχήν μεταμοντέρνο ίνδαλμα» εκφράζοντας συγχρόνως τα πάντα και τίποτα, κοινώς οτιδήποτε θέλουμε να εκφράσει. Ως συνήθως η ακίνδυνη οσιοποίηση συνδυάζεται με το αντίθετό της, με την αισχρή εμπορευματοποίηση: μια αυστραλιανή εταιρεία λάνσαρε πρόσφατα το παγωτό «Cherry Guevara» εστιάζοντας – που αλλού; – στη «γευστική εμπειρία».

Επιτρέπεται;

Ο Ζαν-Κλοντ Μιλνέρ αντιλαμβάνεται με μεγάλη οξυδέρκεια πώς το κατεστημένο κατόρθωσε να εξουδετερώσει όλες τις απειλητικές συνέπειες του ’68 ικανοποιώντας τις διεκδικήσεις νέων δικαιωμάτων υπό τύπον απλώς «αδειών»: η «επιτρεπτική κοινωνία» [permissive society] απλώς διευρύνει τα όρια αυτού που επιτρέπεται να κάνουν τα υποκείμενα, χωρίς να τους δίνει καμιά επιπλέον εξουσία. Όπως γράφει ο Μιλνέρ ένα δικαίωμα δίνει πρόσβαση στην άσκηση μιας εξουσίας εις βάρος μιας άλλης εξουσίας, ενώ μια άδεια δεν μειώνει την εξουσία εκείνου που την παραχωρεί. Κάπως έτσι συμβαίνει με τα δικαιώματα του διαζυγίου, της άμβλωσης, του γάμου των ομοφυλοφίλων. Εδώ κρύβεται το «μυστικό της γαλήνης που επικράτησε στη Γαλλία την τελευταία τεσσαρακονταετία». Ενώ ο Μάης στόχευε σε μια συνολική πολιτικοποιημένη δράση, το πνεύμα του μεταλλάχθηκε στην κατεξοχήν μορφή κοινωνικής παθητικότητας: την αποπολιτικοποιημένη ψευδοδραστηριότητα.

Ζητούνται επαναστάτες, πληροφορίες εντός

Για ποιο λόγο όμως η εργατική τάξη δεν ολοκληρώνει το πέρασμα από το καθ’ εαυτήν στο δι’ εαυτήν και δεν συγκροτείται ως επαναστατικός δρων; Το πρόβλημα αυτό στάθηκε το βασικό κίνητρο για τη στροφή στην ψυχανάλυση, που επιστρατεύτηκε ακριβώς για να εξηγήσει τους ασύνειδους λιμπιντικούς μηχανισμούς που εμποδίζει την άνοδο μιας ταξικής συνείδησης, μηχανισμού που είναι εγγεγραμμένοι στο ίδιο το Είναι/Κοινωνική Κατάσταση της εργατικής τάξης. Γι’ αυτό τον λόγο, ο δυτικός μαρξισμός αποδύθηκε σε μια διαρκής αναζήτηση άλλων κοινωνικών δρώντων – επαναστατικών υποκειμένων – αναπληρωτών της απρόθυμης εργατικής τάξης: χωρικών του Τρίτου Κόσμου, φοιτητών, διανοούμενων κλπ κλπ. Εδώ κάθε φορά αναζητείται το «δυναμικό οργής» των απογοητευμένων και όλες οι επιτυχημένες σοσιαλιστικές επαναστάσεις ακολούθησαν το ίδιο πρότυπο: εκμεταλλευόμενες μια τοπική ευκαιρία σε μια ακραία και κρίσιμη κατάσταση.

Διακρίνονται από Αριστερά: Losers και Μαχητές

Ο Ζίζεκ θυμάται την σκωπτική φράση του Μιγκέλ ντε Ουναμούνο προς τους φρανκιστές στο Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα το 1936: Θα νικήσετε, αλλά δεν θα πείσετε. Και αναρωτιέται: Είναι η Αριστερά καταδικασμένη να συνεχίσει να παίζει το ρόλο εκείνων που πείθουν αλλά εξακολουθούν μολαταύτα να ηττώνται (και που είναι ιδιαίτερα πειστικοί στο να εξηγούν εκ των υστέρων τους λόγους της αποτυχίας τους); Αυτό είναι το μόνο που μπορεί να πει η σημερινή Αριστερά στον θριαμβεύοντα παγκόσμιο καπιταλισμό; Αν έχει μέχρι σήμερα σπιλώσει εκείνους που κατέχουν την εξουσία μήπως θα έπρεπε πλέον να τους ευνουχίσει;

O Ζίζεκ εδώ είναι απόλυτος. Διαφωνεί με το «Έπειτα από την τραγωδία του ολοκληρωτισμού του εικοστού αιώνα κάθε συζήτηση περί επιστροφής στον κομμουνισμό δεν μπορεί παρά να είναι αστεία» και υποστηρίζει πως αν ο κομμουνισμός είναι μια «αιώνια» ιδέα, τότε πρέπει να επανεφευρίσκεται σε κάθε νέα ιστορική κατάσταση. Στην ερώτηση – τίτλο πρόσφατης επιφυλλίδας του Έρικ Χόμπσμπαουμ: «Ο σοσιαλισμός απέτυχε, ο καπιταλισμός χρεοκόπησε. Τι ακολουθεί;» απαντάει «Ο κομμουνισμός» και πασχίζει να βρει ένα νέο τρόπο ύπαρξης αυτής της Ιδέας. Άλλωστε εξαρχής έχει παραδεχτεί πως οι αναλύσεις του είναι στρατευμένες και «μεροληπτικές», γιατί η αλήθεια γίνεται προσπελάσιμη μόνο όταν κανείς συντάσσεται με τη μια πλευρά.

Η ισότητα μεταξύ λευκών και μαύρων που προβάλλεται ως μέρος του Αμερικανικού Ονείρου και αντιμετωπίζεται ως αυτονόητο πολιτικοηθικό αξίωμα στις δεκαετίες του ’20 και του ’30 υποστηριζόταν μόνο από τους κομμουνιστές των ΗΠΑ, ενώ η προτίμηση της Εκκλησίας στους μοναρχικούς θεσμούς είναι αδιαμφισβήτητη. Όλα τα στοιχεία που σήμερα ταυτίζουμε με την ελευθερία και τη φιλελεύθερη δημοκρατία κατακτήθηκαν μέσα από έναν μακρύ και δύσκολο αγώνα από πλευράς των κατώτερων τάξεων και κάθε άλλο παρά «φυσική» συνέπεια των καπιταλιστικών σχέσεων.

Εκδ. Scripta, 2011, μτφ. Νεκτάριος Καλαϊτζής, 226 σελ. [First as tragedy, then as farce, 2011].

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr

15
Οκτ.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 62. Ελένη Λαδιά

1. ‘Αγαπημένοι  σας παλαιότεροι καί σύγχρονοι  συγγραφεῖς. 

Ἀπό τούς παλαιότερους ἀγάπη ἀξεπέραστη εἶναι  ὁ Ντοστογιέφσκι. Μετά ἀκολουθοῦν οἱ Νίτσε, Κάφκα, Προύστ. Φυσικά δέν συμπεριλαμβάνω τούς ἀρχαίους Ἕλληνες συγγραφεῖς, τούς ὁποίους ἀγαπῶ καί διαβάζω μέ ἰδιαίτερο πάθος. Ἀπό τούς πολύ συγχρόνους μέ γοήτευσε τό βιβλίο τοῦ Πιέρ Μισσόν,» Βίοι Ἐλάσσονες.» Ἔχει ἔναν καταπληκτικό τρόπο γραφῆς. Μοῦ ἄρεσαν ἐπίσης τά «ἑκατό χρόνια μοναξιᾶς» τοῦ Μάρκες καί οἱ πρωτότυπες συλλήψεις τῶν βιβλίων τοῦ Μπόρχες.

2. Ἀγαπημένα σας παλαιότερα καί σύγχρονα βιβλία; 

Πάνω  ἀπό ὅλα ἀγαπῶ τό βιβλίο τοῦ  Ἰώβ γιά τό ζοφερό θέμα τῆς θεοδικίας. Ἀπό αὐτό τό βιβλίο ἀντλοῦνται ὅλα  τά ἠθικά παράδοξα.  Ὕστερα ξεχωρίζω τό «Ὑπόγειο» τοῦ Ντοστογιέφσκι, τήν »Χαρούμενη γνώση»‘ τοῦ Νίτσε, πού σέ μαθαίνει νά ἀγαπᾶς τό πεπρωμένο σου, καί τό «Μόμπι Ντίκ, ἡ φάλαινα, τοῦ Χέρμαν Μέλβιλ. Μοναδικό τό θέμα του: νά κυνηγᾶς τόν θεό καί μαζί τόν θάνατό σου, μέ ἄλλους νόμους ὅμως, ὄχι μέ τήν λογική τῶν ἀνθρώπων ἀλλά μέ τήν αἵρεση τῆς τρέλας.

3. Ἀγαπημένα  σας διηγήματα;

Μολονότι  ἀγαπῶ πολύ τό διήγημα καί τό θεωρῶ τό δυσκολότερο τμῆμα τῆς  πεζογραφίας, γιατί μοιάζει μέ μαθηματικό θεώρημα, θυμᾶμαι τήν ἀτμόσφαιρα καί τήν θεματολογία τῶν διηγημάτων πού διάβασα, ἀλλά δυστυχῶς ὄχι  τόν τίτλο. Αὐτή εἶναι καί ἡ ἀδυναμία τοῦ διηγήματος: νά μήν θυμᾶσαι εὔκολα τόν τίτλο. Ὡστόσο διήγημα καρφωμένο στήν μνήμη, βαθιά ἀνθρώπινο, πέρα ἀπό φυλές, θρησκεῖες καί τάξεις, εἶναι «Ἡ Πλύστρα» τοῦ Ἰσαάκ Μπάγιεβιτς Σίνγκερ, ἄλλου μεγάλου συγγραφέως. Ἐπίσης μέ μαγεύει ἡ ἀτμόσφαιρα τῶν διηγημάτων τοῦ θρησκειολόγου καί λογοτέχνη Μίρτσεα Ἐλιάντε.

4. Σᾶς  ἔχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος  νέος Ἕλληνας λογοτέχνης;

Ἔχουμε  ὡραία σύγχρονη πεζογραφία ἀλλά δέν  μπορῶ νά πῶ ὅτι μοῦ ἄρεσε  κάτι ἰδιαιτέρως. Ὅμως μέ γοήτευσαν ἀρκετά τμήματα ἀπό βιβλία πολλῶν συναδέλφων μου, ἀποσπασματικῶς θά ἔλεγα. Δυστυχῶς ὁλόκληρη ἡ λογοτεχνία, παγκόσμια καί ἑλληνική εἶναι σήμερα ἀποσπασματική. Οἱ παλαιοί συγγραφεῖς λόγω κοινωνικῶν καί ψυχολογικῶν συνθηκῶν, μποροῦσαν νά συλλάβουν τήν ἔννοια τοῦ ὅλου, νά γίνουν ὁραματιστές. Ἐμεῖς οἱ σύγχρονοι ζῶντας σέ μιά κοινωνία ταχύτητος, μεγάλης ἐξειδίκευσης καί ἐπιμερισμοῦ εἴμαστε ὄντα ἀποσπασματικά, βλέπουμε τά ἐπί μέρους κι αὐτά «ὡς δι’ ἐσόπτρου.»

5. Σᾶς  ἀκολούθησε ποτέ κανένας ἀπό  τούς ἥρωες τῶν βιβλίων σας; μαθαίνετε τά νέα τους;

Ναί, ἀρκετοί μέ ἀκολουθοῦν ἀλλά πιό ἐπίμονοι εἶναι ἡ ἡρωίδα τῆς »Ἀποσπασματικῆς σχέσης» μέ τά ποικίλα ὀνόματα, πού καθένα φανερώνει καί μία πτυχή τῆς προσωπικότητάς της. Στό παρελθόν εἶχα σκεφτεῖ νά ἐντάξω ὅλα τά μυθιστορήματα πού θά ἔγραφα στόν γενικό τίτλο «Ἀποσπασματική σχέση.» Ἡ δομή θά ἦταν ἡ ἑξῆς: ἡ συγγραφεύς-ἀφηγήτρια θά ἔγραφε τά βιβλία της πρός τέρψιν τῆς ἡρωίδας της. Ὅμως τά θέματα τὼν ἑπόμενων μυθιστορημάτων ἦταν τόσο ἀνεξάρτητα καί αὐτόνομα, ὥστε παραιτήθηκα τῆς ἀρχικῆς ἰδέας. Ἐπίσης ἐπιμόνως μέ ἀκολουθεῖ καί ἡ ἡρωίδα ἑνός μεγάλου, ὁμότιτλου διηγήματος, ἡ Βαρλαάμ. Αὐτή συνεχῶς μέ διδάσκει γιά τήν σχέση ζωῆς καί τέχνης, δημιουργοῦ καί δημιουργήματος. Ἀπό τήν ἡρωίδα τῆς Ἀποσπασματικῆς σχέσης δέν ἔχω σταθερά νέα, γιατί εἶναι ἀπρόβλεπτη καί εὐέλικτη. Τήν Βαρλαάμ ὅμως τήν ἄφησα σέ ἕνα νοικιασμένο σπίτι τῆς νεότητός μου, στατική ἐκεῖ καί ἀόρατη. Καί μένει πάντα νέα, ἔχει τήν ἀλλοτινή ἡλικία τῆς συγγραφέως της.

6. Ἀγαπημένος  ἤ καί ζηλευτός λογοτεχνικός  χαρακτήρας; 

Ὁ ἀνώνυμος ἥρωας τοῦ «‘Ὑπογείου» ἀπασχολεῖ διαρκῶς τήν σκέψη μου. Τόν λατρεύω, καί ἄς εἶναι νευρασθενικός, μυγιάγγιχτος, κακότροπος ἀλλά καί ἀνατρεπτικός. Μοιάζει μέ κοχύλι. Ἔχει σκληρό περίβλημα ἀλλά μαλακή ψυχή. Τό πιό σπουδαῖο εἶναι πώς τολμᾶ νά τά βάζει μέ ὅλη τήν ἀνθρωπότητα κι ἄς νοιάζεται τόσο πολύ γι’αὐτή. Ὀ ἀφορισμός του «εἶμαι ὁ ἕνας καί εἴσαστε ἡ ὁλότητα» μέ συναρπάζει.

7.Ἔχετε  γράψει σέ τόπους ἐκτός τοῦ  γραφείου σας/σπιτιοῦ σας; 

Ὄχι ἀκριβῶς. Σέ τόπους ἐκτός σπιτιοῦ, ὅπως σέ ξενοδοχεῖα, ταξίδια  κ.α κρατῶ μόνον σημειώσεις. Ἀλλά γιά τό σοβαρό μέρος τῆς ἐργασίας θέλω τόν χῶρο μου, τόν καταδικό μου χῶρο.

8.Ποιός εἶναι ὁ προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφῆς; πῶς καί ποῦ παγιδεύετε τίς ἰδέες σας; 

Πολύ  ἔξυπνη ἐρώτηση: σᾶς ἀπαντῶ πώς  τό πιό ἀνελεύθερο πλάσμα στόν κόσμο  εἶναι ὁ συγγραφεύς. Ἔτσι νιώθω. Δέν παγιδεύω τίς ἰδέες ἀλλά παγιδεύομαι ἀπό αὐτές. Ἐγώ πιστεύω στήν πλατωνική ἀντίληψη τῆς ἔμπνευσης, ὅπως περιγράφεται στόν διάλογό του ‘Ἰων.» Ἡ ἔμπνευση εἶναι μανική, σέ κατακλύζει. Ἔτσι ὅλα αὐτά περί διδασκαλίας καί δημιουργικῆς γραφῆς δέν τά παραδέχομαι. Ὁ συγγραφεύς γεννιέται. δέν γίνεται. Ὅ,τι καί νά πάθει στήν ζωή του, θά βρεῖ τρόπο νά ἐκφρασθεῖ. Ὅπως τό κομμένο κεφάλι τοῦ Ὀρφέως πού ἐξακολουθοῦσε νά τραγουδᾶ καί μετά τόν θάνατο. Πηγή ἔμπνευσής μου εἶναι ἐπίσης καί τά ὄνειρα, γιατί στόν ὕπνο μου μοῦ δίνουν ἰδέες καί ἐναύσματα θεμάτων. Κάποτε εἶχα τήν πολυτέλεια νά ἀπομονώνω τό τηλέφωνο, τώρα δέν μπορῶ γιατί ἔχω ἀνθρώπους νά φροντίζω. Ὅταν μοῦ διακόπτουν τόν ὕπνο, μοῦ καταστρέφουν κάτι δημιουργικό.

9. Ἐργάζεσθε  μέ συγκεκριμένο τρόπο; ἀκολουθεῖτε κάποια εἰδική διαδικασία ἤ τελετουργία; ἐπιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά τήν γραφή ἤ τήν ἀνάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Γιά νά ἐργασθῶ θέλω ἀπόλυτη μοναξιά. Πίνω καφέδες, δέν βλέπω τά ρολόγια  καί ἔχω καθαρό τό γραφεῖο. Νεώτερη ἄκουγα πολλή μουσική κατά τήν διάρκεια τῆς συγγραφῆς ἤ τῆς ἀνάγνωσης. Τώρα ὄχι. Δέν ἀντέχω κανέναν ἐξωτερικό ἦχο, ὅσο ὑπέροχος καί νά εἶναι. Εἶμαι γεμάτη ἀπό δικές μου ἐσωτερικές φωνές. Ἔτσι κάθε θόρυβος διαταράζει τήν ψυχική μου ἰσορροπία. Μουσικές προτιμήσεις: Βάγνερ, Μάλερ, Ριχάρδο Στράους (τό τάδε ἔφη Ζαρατούστρα) Μπροῦκνερ. Βλέπετε ὅλοι τους κοινωνοῦν ἀπό τήν ἴδια πηγή.

10. Θά  μπορούσαμε νά ἔχουμε μιά μικρή παρουσίαση-εἰσαγωγή στό κάθε σας βιβλίο χωριστά ἤ γιά ὅσα κρίνετε, εἴτε ἐπιγραμματικά, εἴτε γράφοντας γιά τό πότε, πῶς, ὑπό ποιές συνθῆκες καί ποιούς πόθους συνεγράφησαν; 

Τά βιβλία εἶναι πολλά καί μέ ἐπίσης πολλά θέματα, προϊόντα μιᾶς σαραντάχρονης πορείας. Γι’ αὐτό ὅμως πού μπορῶ νά πῶ εἶναι τό ψυχογραφικό μου βιογραφικό, ἄς τό χαρακτηρίσουμε ἔτσι. Πρόκειται γιά τό βιβλίο «Φρειδερῖκος καί ‘Ιωάννης.» Ὅσα περιγράφονται ἐκεῖ, τά ἔζησα σέ ἕνα ἀπομακρυσμένο τότε νοικιασμένο σπιτάκι. Ἔζησα μέ τόν Νίτσε 10 ὁλόκληρα χρόνια, οἱ δυό μας πρῶτα, στήν μοναξιά καί στήν σκέψη. Ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος ἦρθε ἀργότερα, ὄχι γιά νά ἀνατρέψει τήν σχέση μου μέ τόν Φρειδερῖκο ἀλλά γιά νά τήν συμπληρώσει, νά ἀποδείξει πώς δύο ξεχωριστοί δρόμοι μπορεῖ νά ἔχουν τήν ἰδια ἀφετηρία καί τό ἴδιο τέρμα. »Ἐπί τά ὄρη» κήρυτταν καί οἱ δύο. Ποτέ δέν θά ξεχάσω τήν μοναχική ἀλλά γόνιμη πνευματική μου ζωή. συντροφιά μέ αὐτούς τούς «ἄνδρες.»

Δέν θά λησμονήσω ἐπίσης τήν ἐποχή πού ἔγραφα τό μυθιστόρημα «Χί ὁ Λεντόμορφος.» Ὁ ἥρωάς μου, ἕνας νεαρός ζωγράφος προσπαθεῖ μέ μανία νά φτιάξει πίνακες μέ τό ἴδιο πάντα θέμα, συνομιλώντας διαρκῶς μέ τήν ἔμπνευσή του, ἡ ὁποία λειτουργοῦσε ἀνεξάρτητα ἀπό τή  θέληση του. Ὁ Χί ὁ Λεοντόμορφος (ὀνομάσθηκε Χί ὅπως ὁ ἄγνωστος Χ στίς μαθηματικές ἐξισώσεις καί Λεοντόμορφος, διότι ἦταν ἕνας μονήρης καί συνεσταλμένος ἄνθρωπος) ἀναζητᾶ τόν Θεό προσπαθώντας νά συνδυάσει τήν πνευματική του ἐλευθερία μέ τήν ἀπόλυτη πίστη. Νοῦς ὅμως ἀνεξάρτητος ὁδηγεῖται στό δάσος καί ἐξαφανίζεται, ὅπως ἕνα ἀγρίμι. Δέν ξανάμαθα νέα του ἀλλά ἡ ἐπιθυμία του γιά τόν συνδυασμό πίστης καί ἐλευθέρας βούλησης βαραίνει ἀκόμη ἐμένα. Ἀπό τήν συγγραφή αὐτοῦ τοῦ μυθιστορήματος θυμᾶμαι τούς μοναχικές μου ἐπισκέψεις (ὁδηγώντας τό αὐτοκίνητό μου καί καπνίζοντας πάμπολλα τσιγάρα) στό Πεντελικό ὄρος τῶν Ἀμώμων, ἐκεῖ πού ἔστελνα καί τόν ἥρωά μου κουβαλώντας τον μέσα στό μυαλό μου.

Ἀκόμη μία ἐμπειρία θά πῶ (εἶναι ἀμέτρητες ἄλλωστε) γιά τήν συγγραφή τῆς νουβέλας «Ἡ Γυναίκα μέ τό πλοῖο στό κεφάλι.» Βρισκόμουν στήν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου, τήν ὁποία θεωρῶ δεύτερη πατρίδα μου. Ὄχι, δέν εἶναι τόπος καταγωγῆς μου, ἀλλά ἄν ὑπάρχει προβίωση ἐγώ ἔζησα ἐκεῖ τόν δεύτερο ἤ τρίτο μεταχριστιανικό αἰώνα. Αὐτή ἡ πόλη ἐπιδρᾶ παράξενα ἐπάνω μου κάθε φορά πού τήν ἐπισκέπτομαι. Ἔμενα στό ξενοδοχεῖο Μετροπόλ, καί ἀπό τήν πρώτη στιγμή πού μπῆκα στήν αἴθουσα μοῦ μύρισε ἔντονα Ἐλλάδα. Πολύ ἀργότερα ἔμαθα πώς αὐτός ὁ τόπος φιλοξενοῦσε τούς τραυματισμένους Ἕλληνες ἀξιωματούχους τῆς μάχης τοῦ Ἐλ Ἀλαμέιν καί πώς ὑπῆρξε ἀκόμη τό κτήριο, ὅπου στεγαζόταν ἡ ἑταιρεία ὕδρευσης στήν ὁποία ἐργαζόταν ὁ μέγαλος μας ποιητής Καβάφης. Τό σπίτι του βρίσκεται κοντά στό Μετροπόλ. Κάποιο ἀπόγευμα πού ἔπινα τό τσάι μου στό ἀρχοντικό σαλονάκι τοῦ ξενοδοχείου, μέ κυρίευσε μιά πρωτόγνωρη αἴσθηση. Εἶχα ξαναζήσει στό παρελθόν αὐτή τήν στιγμή, μιά στιγμή πού κυοφοροῦσε τήν αἰωνιότητα, ὅπως ἔγραφε ὁ Κίρκεγκωρ, καί ἔτσι πετοῦσα μές στούς αἰῶνες, ἄκουγα φωνές τῆς ἑλληνιστικῆς Ἀλεξάνδρειας, γινόμουν ἀγόρι, κορίτσι, ἄνδρας, καί γυναίκα τέτοια ὅπως ἀπεικονίζεται σέ μωσαϊκό ἡ Ἀλεξάνδρεια μέ τό πλοῖο στό κεφάλι, γιά νά δηλώσει τήν ναυτική της ὑπεροχή. Ζοῦσα παντοῦ μέ πολλές ψυχές. Ὅταν ἐπέστρεψα στήν Ἀθήνα, ἄρχισα νά γράφω πυρετωδῶς καί μέσα σέ δύο μῆνες τελείωσε τό βιβλίο.

Ἡ ἐρώτησή σας αὐτή μοῦ ἄρεσε ἐξαιρετικά, διότι μοῦ ἔδωσε τήν εὐκαιρία τῶν ἀναμνήσεων, πού ὑπολανθάνουν κάτω ἀπό τήν ρηχή καθημερινότητα. Σᾶς εὐχαριστῶ ἰδιαιτέρως.

11. Μεγάλο μέρος τοἔργου σας συνομιλεῖ μέ τήν ἀρχαιοελληνική σκέψη καί τόν ἀρχαῖο κόσμο γενικότερα. Ἀποτελεῖ συνειδητή ἐπιλογή ἀπλῶς προκύπτει ἀπό τήν ἐπιστημονική σας σκευή; Μπορεῖ αὐτός ὁ κόσμος νά ἀποτελέσει ὑλικό σύγχρονης λογοτεχνίας;

Ὑπάρχουν  ξεχωριστά ἀρχαιογνωστικά βιβλία πού ἔγραψα ἀλλά καί ἀρχαιοελληνικές ἀναφορές στήν καθαρή λογοτεχνία. Φυσικά αὐτό σχετίζεται καί μέ τίς σπουδές μου (ἀρχαιολογία καί θεολογία) καί μέ τήν πολύχρονη μελέτη. Ὅταν γράφω πεζογραφία δέν μπορῶ νά διαβάσω λογοτεχνία. Οἱ ἀναγνώσεις μου ἀφοροῦν ἀρχαιοελληνικά καί θεολογικά κείμενα. Λογοτεχνία διαβάζω μόνον, ὅταν δέν γράφω. Τά ἀρχαιογνωστικά μου θέματα προκύπτουν καί αὐτά, μέ καθοδηγοῦν. Εἶναι ἡ ἴδια λειτουργία τῆς ἔμπνευσης. Φυσικά καί μπορεῖ αὐτός ὁ ἀρχαιογνωστικός τρόπος νά ἀποτελέσει ὑλικό τῆς σύγχρονης λογοτεχνίας. Ἡ λογοτεχνία εἶναι περιέχουσα ἔννοια, πέλαγος ἀπέραντο κι ἄν εἶναι καλή ὅλα τά μεταμορφώνει καί τά ἐνσωματώνει.

12. Θά  μᾶς συνοδεύσετε ὥς τήν θύρα  τοῦ τελευταίου σας βιβλίου;

Φυσικά. ‘Υπάρχουν δύο βιβλία μου ἕτοιμα στίς ἐκδόσεις τῆς Ἑστίας. Εἶναι γνωστό πώς αὐτός ὁ ἐκδοτικός οἶκος ἐξέδωσε τά περισσότερα ἀπό τά βιβλία μου. Εἶμαι ἀπό τό 1979 ἐκεῖ καί γιά τό ἱστορικό τοῦ θέματος ἤμουν ὁ πρῶτος νεαρός λογοτέχνης πού ἐξέλεξε ἡ κ. Μάνια Καραϊτίδη, γιά νά ἀνοίξει τήν σειρά τῆς σύγχρονηςς ἑλληνικῆς λογοτεχνίας. Καί ἐπειδή τότε δέν μποροῦσε νά δημιουργηθεῖ σειρά, τό βιβλίο μου «Χάλκινος ὕπνος»  μπῆκε στήν κλασική σειρά τῆς Ἑστίας. Τά ὑπό ἔκδοση λοιπόν βιβλία μου εἶναι ἡ συλλογή διηγημάτων «Ὁ ὀνειρόσακος» καί ἕνα ἀρχαιογνωστικό βιβλίο ἡ «Δαιμονολογία ἤ λόγοι περί δαιμόνων.» Τό βιβλίο πού ἀσχολεῖται μέ τήν ἔννοια καί τήν μορφή τοῦ δαίμονος ἀπό τούς προϊστορικούς χρόνους μέχρι καί τόν ὕστερο νεοπλατωνισμό. Εἶναι ἐνδιαφέρουσα ἡ ἔννοια τοῦ δαίμονος, ἡ ἐξέλιξή του καί ἡ ἀλλαγή του στόν Χριστιανισμό. Αὐτή ἡ ἄς τήν ποῦμε πραγματεία στηρίζεται σέ ἀρχαιοελληνικά κείμενα καί πηγές, καί ὑποστηρίζεται ἀπό πλούσια βιβλιογραφία. Αὐτά εἶναι τά τελευταῖα μου βιβλία, τά ὁποῖα θά ἐκδοθοῦν ἀπό τήν Ἑστία.

13. Μεταφράσατε  τήν Νέκυια, Ὁμηρικούς ὕμνους, Ὀρφικούς ὕμνους καί τίς «Σημειώσεις ἀπό τό ‘Υπόγειο» τοῦ Ντοστογιέφκι. ἐμπειρία σας ἀπό τίς συγκεκριμένες μεταφράσεις;

Τά ἀρχαιοελληνικά κείμενα τά μετέφρασα μέ τήν σημαντικότατη συνεργασία τοῦ μακαριστοῦ ποιητῆ Δ. Π. Παπαδίτσα. Εὐτυχῶς προτοῦ ν΄ἀρχίσουμε τίς μεταφράσεις δώσαμε λόγο πώς τό ἔργο θά εἶναι κοινό, δέν θά ξεχωρίζεται, θά εἶναι δημιούργημα ἑνός διπλοῦ μυαλοῦ. Εἴπαμε ἀκόμη πώς ὁποιαδήποτε ἐμπλοκή μεταξύ μας, ἐκνευρισμός ἤ διαφωνία, δέν θά ληφθεῖ στά σοβαρά. Εὐτυχῶς γιατί πολλές φορές συγκρουσθήκαμε ἀλλά μετά γελούσαμε. Στό Ὑπόγειο μέ βοήθησε γιά τήν πιστότητα τοῦ κειμένου ἡ Ρωσίδα φιλόλογος, φίλη καί κάποτε δασκάλα μου στά Ρωσικά ἡ κ. Τατιάνα Ντίκο. Ὅλες αὐτές οἱ μεταφράσεις ἦταν χρονοφάγες μέ πολύ πόνο καί κόπο. Δέν θά τό ἐπιχειροῦσα ξανά ποτέ, σέβομαι τά ξένα κείμενα ὑπερβολικά, τρέμω γιά τυχόν λάθος κι αὐτό μέ ἐξαντλεῖ ψυχολογικά.

14. Πῶς  βιοπορίζεσθε;

Κατά ἐποχές κέρδισα μερικά χρήματα ἀπό τά βιβλία μου (περισσότερο ἀπό τά ἀρχαιογνωστικά) καί τίς βραβεύσεις. Ἄν ὅμως δέν εἶχα τήν χρηματική βοήθεια καί τήν ἠθική συμπαράσταση τῶν γονέων μου, τώρα θά ἤμουν ἔξω ἀπό ἱδρύματα, ὅπου δίνουν συσσίτιο. Δέν θέλησα νά διορισθῶ ποτέ, γιατί θεωροῦσα πώς θά ἀδικοῦσα τά παιδιά στό σχολεῖο (θεωρῶ τό ἐπάγγελμα δασκάλου καί καθηγητοῦ λειτούργημα) ὅταν θά πήγαινα νά κάνω μάθημα μέ κεφάλι βαρύ καί κομμένα μάτια ἀπό τό νυκτερινό γράψιμο.

15. Ἀγαπημένο σας ἑλληνικό λογοτεχνικό περιοδικό «ἐνεργό» ἤ μή; Κάποιος λόγος γιά τόν λόγο τῆς προτίμησης; 

Πᾶνε πλέον πολλά χρόνια ἀπό τότε πού ἔκλεισε τό περιοδικό πού ἀγαποῦσα, ἀγόραζα ἀνελλιπῶς καί πλούτισε τήν ἐφηβεία μου. Ἐκδότης του ἦταν ὁ λόγιος Λουκῆς Ἀκρίτας, πατέρας τῆς σεναριογράφου Ἕλενας. Ὁ τίτλος του ἦταν «Κόσμος, ἐπιστήμη καί ζωή.» Ἕνα θαυμάσιο  περιοδικό ποικίλης ὕλης ἀλλά μέ κέντρο βάρους τήν λογοτεχνία. Δημοσίευε ἐπίσης σέ συνέχειες τό πιό γοητευτικό ἀρχαιογνωστικό βιβλίο. Ὀνομαζόταν «τό Ζωντανό παρελθόν» τοῦ συγγραφέως Ἴβαρ Λίσνερ. Ἔκτοτε διάβασα σπουδαῖα κείμενα σέ διάφορα περιοδικά, χωρίς νά ἔχω προτίμηση σέ κανένα.

16. Ἄν  εἴχατε σήμερα τήν πρόταση νά γράψετε μία μονογραφία-παρουσίαση κάποιου προσώπου τῆς λογοτεχνίας ἤ γενικότερα ποιά θά ἐπιλέγατε; 

Ἀπό τόν  λογοτεχνικό χῶρο θά ἔγραφα μιά μονογραφία γιά τόν Ντοστογιέφσκι ἤ τόν Νίτσε καί ἀπό τόν γενικότερο χῶρο μιά μορφή μέ τήν ὁποία νιώθω βαθιά συγγένεια. Πρόκειται γιά τήν Περσεφόνη θυγατέρα τῆς θεᾶς Δήμητρας.

17. Παρακολουθεῖτε  σύγχρονο κινηματογράφο ἤ θέατρο; Σᾶς γοήτευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παλαιότερα πήγαινα συχνότατα, ίδίως στόν κινηματόγραφο. Τότε κάθε ταινία ἐξαιρετικοῦ σκηνοθέτη μέ βαθύτερες ἰδέες, ὅπως λόγου χάρη τοῦ Μπέργκμαν ἦταν μία μυσταγωγία. Τώρα μαζικοποιεῖται ἡ ποιότητα, τεμαχίζεται καί διανέμεται, χωρίς νά ἀφομοιώνεται. Ὁ σκηνοθέτης πού μέ γοητεύει εἶναι ὁ Ἀλαίν Ρενέ, πρῶτα μέ τήν μοναδική καί ἀξεπέραστη ταινία του »Χιροσίμα ἀγάπη μου» καί μετά μέ ὅλα του τά ἔργα, Μυριέλ, Πέρυσι στό Μαρίεμπαντ κα. Μία θεατρική παράσταση πού θυμὰμαι ἔντονα ἦταν στό θέατρο Κούν, ὁ «Ρινόκερος» τοῦ Ἰονέσκο.

18. Γράψατε  ποτέ ποίηση, κι ἄν ὄχι, γιά  ποιό λόγο; 

Ναί, ἔγραψα κάτω ἀπό μιά δυνατή συγκίνηση ἕνα μακρύ ποίημα μέ τόν τίτλο «‘Φάθι Ζαρατούστρα». Κατόπιν μιά ἄλλη μικρή συλλογή μέ τόν τίτλο «‘Δισχιλιετής μονόλογος.»» Καί οἱ δύο ἦταν ἐκτός ἐμπορίου καί σέ λίγα ἀντίτυπα. Δέν ξέρω γιατί γράφτηκαν. Ἔμοιαζε σάν κάποιος νά μοῦ τά ὑπαγόρευε. Ἔχω μεγάλο σεβασμό πρός τήν ποίηση καί δεν εἶναι οἴηση νά πῶ πώς άναγνωρίζω ἀμέσως τόν καλό ποιητή.

19.Τί  διαβάζετε αὐτόν τόν καιρό; 

Τό βιβλίο τοῦ Λέο Πέρουτζ ὁ Μαίτρ  τῆς Δευτέρας  παρουσίας.

20. Τί  γράφετε;

Ὅταν διαβάζω λογοτεχνία, δέν γράφω λογοτεχνία.

21. Οἱ  ἐμπειρίες σας ἀπό τό διαδικτυώνεσθαι; 

Συναρπαστικές, ὅπως εἶναι κι αὐτή ἡ ἠλεκτρονική «συνέντευξη.» ‘Αλήθεια εἶναι  μεγάλη ἐλευθερία ἡ γραπτἠ συνέντευξη, χωρίς τό βάρος τοῦ χρόνου, τοῦ δημοσιογράφου ἤ τοῦ ἀπέναντι προσώπου. Αἰσθάνομαι πώς μές στό διαδίκτυο ἀπογειώνομαι, πετῶ τίς ἀπαντήσεις μποτίλιες στό πέλαγος, ἀνεξαρτοποιοῦμαι καί ἡ ὅλη διαδικασία εἶναι θαυμάσια γιά ἕναν ἐσωστρεφῆ καί ντροπαλό συγγραφέα, ὅπως ἐγώ, κι ἄς ἔχω μακριά πορεία στά ἑλληνικά γράμματα.

22. Ἄν  κάποιος σᾶς χάριζε τήν αἰώνια νεότη μέ ἀντίτιμο τήν ἀπώλεια τῆς συγγραφικῆς ἰδιότητας, θά δεχόσασταν αὐτή τήν συναλλαγή; 

Ὁ κάποιος  ἄς κρατοῦσε τήν αἰώνια νεότητα γιά τόν ἑαυτό του. Γιά τίποτε στόν κόσμο δέν θά ἤθελα νά χάσω τήν συγγραφική μου ἰδιότητα, ὅποια κι ἄν εἶναι. Μέ ὅλους τούς κόπους, τά βάσανα, τίς ἀγρύπνιες, τίς ἀνασφάλειες, μέ ὅλα τά ἄσχημα ἤ τά καλά, σέ ὅλες τίς ζωές θά ἤθελα πάλι νά εἶμαι συγγραφεύς. Πιστεύω πώς γεννήθηκα συγγραφεύς.

Ἑλένη Λαδιᾶ Ὀκτώβριος 2011

Σημ. Πανδοχείου: Και ένα εξαιρετικό ιστολόγιο για την Ελένη Λαδιά [«Σελίδες για την Ελένη Λαδιά»], δια χειρός Ελένης Λιντζαροπούλου,  εδώ.  Εργογραφία της συγγραφέως εδώ.

13
Οκτ.
11

Slavoj Žižek – Βία. Έξι λοξοί στοχασμοί

Βία; Μη, (τ)Ζίζ!

Εσείς το κάνατε αυτό; Όχι, εσείς το κάνατε αυτό

Στο μυαλό μας βία αποτελούν οι εγκληματικές και τρομοκρατικές πράξεις, τα επεισόδια κατά της δημόσιας τάξης, οι διεθνείς συρράξεις· δηλαδή πρόκειται για την άμεσα ορατή «υποκειμενική» βία, που διαπράττεται από έναν σαφώς προσδιορίσιμο δρώντα. Μας διαφεύγουν τα περιγράμματα του φόντου που προκαλούν τέτοια ξεσπάσματα, η «συμβολική» βία που ενσαρκώνεται στη γλώσσα, η «συστημική» βία. Αν η «εμφανής» πρώτη βία αποτελεί διατάραξη της «φυσιολογικής», ειρηνικής κατάστασης των πραγμάτων, η δεύτερη, η αντικειμενική βία, ενυπάρχει σε αυτή τη «φυσιολογική» κατάσταση των πραγμάτων και αθέατη συντηρεί ακριβώς εκείνο το μηδενικό επίπεδο. Χρησιμοποιεί αδιόρατες μορφές καταναγκασμού και συντηρεί σχέσεις κυριαρχίας και εκμετάλλευσης, καθώς και απειλές επιβολής της. Μόνο που όταν η «φιλελεύθερη στάση» καταπολεμά την άμεση/ ιδεολογική βία (ρατσισμός, διακρίσεις με βάση το φύλο κλπ.) αποσπά την προσοχή μας από τις άλλες μορφές βίας και την αληθινή καρδιά του προβλήματος. Άρα η απάντηση σ’ εκείνους που ρωτούσαν τους αριστερούς για τις λεηλασίες στα παρισινά προάστια Εσείς το κάνατε αυτό; είναι ίδια με εκείνη που έδωσε ο Πικάσο όταν του έκαναν την ίδια ερώτηση για την Γκερνίκα κι εκείνος απάντησε Όχι, εσείς το κάνατε αυτό.

Η πολιτική του φόβου

H πολιτική σήμερα παίρνει μια νέα μορφή και γίνεται μεταπολιτική (: ισχυρίζεται ότι έχει αφήσει πίσω της τους παλιούς ιδεολογικούς αγώνες και εστιάζει στη διοίκηση από ειδήμονες) βιοπολιτική (: ορίζει ως βασικό της σκοπό την ασφάλεια και την ευημερία). Φυσικά η «αποπολιτικοποιημένη» τεχνοκρατική διαχείριση δεν είναι δυνατό να ασκήσει εξουσία παρά μέσω του φόβου και της (ανάγκης) άμυνας απέναντι σε μια πιθανή παρενόχληση ή καταπίεση. Έτσι χρησιμοποιείται ο φόβος των μεταναστών, του εγκλήματος, του κράτους, της περιβαλλοντικής καταστροφής.

Από το 2006 και μετά η αντιμεταναστευτική πολιτική έγινε κυρίαρχη τάση και αποκόπηκε ο ομφάλιος λώρος που τη συνέδεε με την Άκρα Δεξιά. Τα μεγάλα κόμματα θεώρησαν πλέον αποδεκτό να τονίσουν ότι οι μετανάστες είναι φιλοξενούμενοι που πρέπει να συμμορφωθούν με τις πολιτισμικές αξίες της κοινωνίας που τους φιλοξενεί: «Δική μας είναι η χώρα, ή την αγαπάτε ή φεύγετε». Η φιλελεύθερη ανεκτικότητα και ο σεβασμός της ετερότητας συνυπάρχουν με τον ιδεοληπτικό φόβο μήπως μας παρενοχλήσουν – άρα η ανεκτικότητα συμπίπτει με το αντίθετό της. Αναδύεται λοιπόν στην κοινωνία του ύστερου καπιταλισμού το  θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα να μη μας παρενοχλούν, να παραμένουμε σε απόσταση ασφαλείας από τους άλλους. Και δεν υπάρχει πιο έντονη αντίθεση από αυτήν ανάμεσα στο σεβασμό για το ευάλωτο του άλλου και στην υποβάθμισή του σε απλώς «γυμνή ζωή».

Οι Φιλάνθρωποι Απάνθρωποι

Στη φιλελευθεροκομμουνιστική ηθική, το ανελέητο κυνήγι του κέρδους αντισταθμίζεται από τη φιλανθρωπία. Σ’ έναν υπερεγωτικό εκβιασμό γιγαντιαίων διαστάσεων, οι ανεπτυγμένες χώρες συνδράμουν τις υπανάπτυκτες, με ανθρωπιστική βοήθεια, δάνεια κ.ο.κ., και με τον τρόπο αυτό αποφεύγουν το κομβικό ζήτημα, δηλαδή τη συνενοχή και τη συνυπευθυνότητά τους για την ελεεινή κατάσταση των υπανάπτυκτων. [σ.34] Και ποιοι είναι οι νέοι φιλελεύθεροι κομμουνιστές; Μα οι συνήθεις ύποπτοι: Μπιλ Γκέιτς (στο πρότυπο του «πρώην χάκερ που τα κατάφερε»), Τζορτζ Σόρος (ο συνδυασμός της αδίστακτης χρηματοοικονομικής κερδοσκοπικής εκμετάλλευσης και του αντίδοτού της, του ανθρωπιστικού ενδιαφέροντος για τις καταστροφικές της επιπτώσεις), οι διευθύνοντες σύμβουλοι των Google, IBM, eBay, Intel, οι φιλόσοφοι που ψωμίζονται στις αυλές τους (Τόμας Φρίντμαν), ο γκουρού της μεταμοντέρνας Αριστεράς Τόνι Νέγκρι, που επαινεί τον μετανεωτερικό ψηφιακό καπιταλισμό ως περιέχοντα όλα τα στοιχεία του κομμουνισμού.

Η επικαλούμενη μεταστροφή από τους θεσμούς στα άτομα (που επανέρχονται στο προσκήνιο ως πολίτες μιας νέας ψηφιακής δημοκρατίας), αυτή η υποτιθέμενη νέα κυβερνοδημοκρατία στην οποία εκατομμύρια άνθρωποι μπορούν να επικοινωνούν και να αυτοοργανώνονται, άμεσα συγκαλύπτει μια σειρά από ανησυχητικά χάσματα. Ο τυπικός χρήστης του Παγκόσμιου Ιστού σήμερα καθισμένος μόνος μπροστά σε μια οθόνη, είναι όλο και περισσότερο μια μονάδα που δεν έχει καμιά άμεση επαφή με την πραγματικότητα και συναντά μόνο εικονικά ομοιώματα, έστω και εμβυθισμένος σε ένα παγκόσμιο επικοινωνιακό δίκτυο. Ο Ζίζεκ συνδέει ευφυώς την κατάσταση με τον οπωσδήποτε αποενοχοποιημένο και απαραίτητο αυνανισμό.

Ξέρω, αλλά δεν θέλω να ξέρω ότι ξέρω, γι’ αυτό δεν ξέρω

Μας είναι πιο δύσκολο να βασανίσουμε ένα συγκεκριμένο άτομο από το να εγκρίνουμε εκ του μακρόθεν τη ρίψη μιας βόμβας που ενδεχομένως θα προκαλέσει τον επώδυνο θάνατο χιλιάδων ανθρώπων. Θα προτιμούσαμε να πατήσουμε ένα κουμπί που θα σκοτώσει δεκάδες ανθρώπους παρά να πυροβολήσουμε εξ επαφής. Ο Τσόμσκι έχει ήδη υποδείξει την υποκρισία στο να ανεχόμαστε τον αφηρημένο – ανώνυμο σφαγιασμό χιλιάδων ανθρώπων, ενώ καταδικάζουμε μεμονωμένες περιπτώσεις παραβίασης των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Γιατί ο Κίσινγκερ που διέταξε τον βομβαρδισμό της Καμπότζης που σκότωσε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους να θεωρείται λιγότερο εγκληματίας από τους υπεύθυνους των Δίδυμων Πύργων; Η επιλεκτική λήθη απορρέει από μια χειρονομία φετιχιστικής αυταπάρνησης: «Ξέρω, αλλά δεν θέλω να ξέρω ότι ξέρω, γι’ αυτό δεν ξέρω».

«Καλός οικογενειάρχης»

«Ένας εχθρός είναι κάποιος την ιστορία του οποίου δεν έχεις ακούσει» αλλά μην το παρακάνουμε κιόλας…γιατί οι εξαιρέσεις είναι αμέτρητες, όπως κι οι ακραίοι εγκληματίες. Η Χάνα Άρεντ έχει γράψει για το τεράστιο χάσμα ανάμεσα στον τρόπο που οι ναζιστές βίωναν τον εαυτό τους και στη φρίκη των πράξεών τους. Γι’ αυτό και εκπλήσσει η θερμή ανθρωπιά που έδειχναν για την οικογένειά τους στυγνοί εγκληματίες της ανθρωπότητας. Η ιστορία που αφηγούμαστε στον εαυτό μας για τον εαυτό μας, προκειμένου να τον αιτιολογήσουμε ό,τι κάνουμε είναι ένα ψεύδος – η αλήθεια βρίσκεται έξω, σε αυτά που πράττουμε.

Τόσο κοντά, όσο μακριά

Εκείνοι που εννοούν την παγκοσμιοποίηση ως μια ευκαιρία να γίνει η Γη ένας χώρος που θα φέρει κοντά όλη την ανθρωπότητα, συχνά δεν κατορθώνουν να αντιληφθούν τη σκοτεινή πλευρά της πρότασής τους. Όπως το έθεσε ο Πέτερ Σλότερνταϊκ «Περισσότερη επικοινωνία σημαίνει καταρχάς περισσότερη σύγκρουση». Γι’ αυτό και η στάση «τού να κατανοήσουμε ο ένας τον άλλον» πρέπει να συμπληρωθεί με τη στάση τού «να μην μπαίνουμε ο ένας στο δρόμου του άλλου», να τηρούμε μια δέουσα απόσταση, εφαρμόζοντας έναν νέο «κώδικα διακριτικότητας». Ιδού μια άλλη, λιγότερο ελκυστική πτυχή της παγκοσμιοποίησης: στο «παγκόσμιο πληροφοριακό» χωριό μια άσημη εφημερίδα στη Δανία προκαλεί βίαιο αναβρασμό σε μακρινές μουσουλμανικές χώρες. Ίσως μια δόση αποξένωσης είναι αναγκαία για την ειρηνική συνύπαρξη. Μερικές φορές η αποξένωση δεν αποτελεί πρόβλημα, αλλά λύση. [σ. 75]

Προάστια 2005

Ο Ζίζεκ εντάσσει τις ταραχές στα παρισινά προάστια το 2005 στην σύγχρονη μεταϊδεολογική εποχή: το εξεγερμένο πλήθος δεν προέβαλε συγκεκριμένες διεκδικήσεις, δεν υπήρχε κανένα πρόγραμμα πίσω από τους φλεγόμενους δρόμους. Ιδού το ιδεολογικοπολιτικό αδιέξοδο ενός κόσμου που αυτοπροβάλλεται ως κοινωνία της επιλογής αλλά στον οποίο η μόνη διαθέσιμη εναλλακτική είναι η τυφλή εκτόνωση. Είναι θλιβερό το γεγονός ότι η αντίθεση στο σύστημα δεν μπορεί να εκφραστεί με μια ρεαλιστική πρόταση ή ένα θετικό πρόταγμα αλλά με ένα άνευ νοήματος ξέσπασμα. Η βία των εξεγερμένων στρεφόταν αποκλειστικά εναντίον αυτών των ίδιων και των ομοίων τους. Αυτά που πυρπόλησαν αποτελούσαν μέρος των σκληρά κερδισμένων αποκτημάτων εκείνων ακριβώς των στρωμάτων από τα οποία προέρχονταν. Επαληθεύεται εδώ ο λακανικός όρος «παρορμητική κινητοποίηση σε δράση», η οποία δεν μπορεί να μεταφραστεί σε λόγο ούτε σε σκέψη.

Οι ταραχές ήταν απλώς μια άμεση προσπάθεια των εξεγερμένων να καταστούν ορατοί. Μια κοινωνική ομάδα θεωρούσε εαυτήν αποκλεισμένη από τον καθαυτό πολιτικό και κοινωνικό χώρο κι ήθελε να κάνει αισθητή την παρουσία της, να δείξει ότι αποτελεί ένα πρόβλημα που δεν μπορεί πλέον να αγνοείται. Γι’ αυτό ακριβώς ήταν απαραίτητη η βία. Αν είχαν οργανώσει μια μη βίαιη πορεία διαμαρτυρίας, το μόνο που θα είχαν καταφέρει θα ήταν να τους αναφέρουν σε μια σύντομη σημείωση, στο τέλος μιας σελίδας….

Οι τρομοκράτες θεοί

Στον αντίποδα βρίσκονται οι άμεσα τρομοκρατικές ενέργειες και οι βομβιστικές επιθέσεις εν ονόματι της θρησκείας. Ο Αντρέ Γλικσμάν στο βιβλίο του Ο Ντοστογιέφσκι στο Μανχάταν χρησιμοποιώντας τη φράση του Ντοστογιέφκσι Αν δεν υπάρχει Θεός, τότε όλα επιτρέπονται. Λάθος! Το δίδαγμα της σύγχρονης τρομοκρατίας είναι ότι, αν υπάρχει Θεός, τότε όλα, ακόμα και το να ανατινάζεις εκατοντάδες αθώους παρατυχόντες, επιτρέπονται σε εκείνους που ισχυρίζονται ότι ενεργούν άμεσα, εξ ονόματός, ως όργανα της βούλησής τους, αφού, ασφαλώς, ένας άμεσος σύνδεσμος με τον Θεό νομιμοποιεί την παραβίαση οποιουδήποτε ορίου.

Τιμωρητέα κράτη

Με αφορμή την ισραηλινοπαλαιστινιακή διένεξη ο Ζίζεκ επιμένει ότι τα κυρίαρχα κράτη δεν εξαιρούνται πλέον από τις ηθικές κρίσεις αλλά αντιμετωπίζονται ως ηθικοί δρώντες οι οποίοι πρέπει να τιμωρούνται για τα εγκλήματά τους, όσο διαφιλονικούμενο κι αν παραμένει το ποιος απονέμει τη δικαιοσύνη και το ποιος κρίνει τον κρίνοντα. Η μεσοανατολική διαμάχη μας φέρνει ακριβώς αντιμέτωπους με την ευθραυστότητα και τη διαπερατότητα  του ορίου που χωρίζει την «άνομη» κρατική ισχύ από τη «νόμιμη» κρατική εξουσία. Και στις δυο πλευρές υπάρχει η παθολογική προσκόλληση στη γη, από την οποία απορρέει το δικαίωμα να επιστρέψει κανείς σε αυτήν ακόμα κι έπειτα από χιλιάδες χρόνια – μια άρνηση της απεδαφοποίησης που υποτίθεται ότι χαρακτηρίζει τον σύγχρονο καπιταλισμό. Το κράτος του Ισραήλ παρότι συνεχώς «νικηφόρο» εξακολουθεί να στηρίζεται στην εικόνα των Εβραίων ως θυμάτων για να νομιμοποιήσει την πολιτική της ισχύος. Ο Άρθουρ Κέσλερ έχει ήδη επισημάνει: Αν η δύναμη διαφθείρει, το αντίστροφο είναι επίσης αλήθεια· ο κατατρεγμός διαφθείρει τα θύματα, αν και ίσως με πιο αδιόρατους και τραγικούς τρόπους.

///

Ο λόγος του Ζίζεκ είναι γνωστός: δεν τον βαριέσαι ποτέ, χρησιμοποιεί διαρκώς αναφορές από τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, την τρέχουσα πολιτική, τη σύγχρονη ζωή και τις επιστήμες που καλά γνωρίζει, τη φιλοσοφία και την ψυχανάλυση. Αποκαθηλώνει κάθε καθιερωμένη βεβαιότητα ακόμα και τις πιο «προοδευτικές» απόψεις, συχνά χωρίς να βασίζει τη σκέψη του σε ατράνταχτα επιχειρήματα αλλά στις πρακτικές τους αποτυπώσεις, για να υποδείξει τις μαύρες τρύπες τους και τα συμφέροντα που πάντα βρίσκονται εκεί μέσα. Η βιβλιογραφία του περιλαμβάνει Adorno, Brecht, Kant, Kierkegaard, Lacan, Carl Schmitt, Terry Eagleton, John Gray αλλά και λογοτέχνες, όπως οι W. G. Sebald, Primo Levi, George Orwell, Jose Saramago. Σε κάθε περίπτωση είναι απόλαυση να τον διαβάζεις και να αναθεωρείς σχεδόν τα πάντα.

Εκδ. Scripta, 2010, μτφ. Νεκτάριος Καλαϊτζής, 289 σελ., με βιβλιογραφία και πολυσέλιδο ευρετήριο [Violence. Six sideways reflections, 2008-2009]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

08
Οκτ.
11

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 61. Δέσποινα Ρισσάκη

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία;

Τα πρώτα βιβλία που διάβασα ήταν η Ιλιάδα και η Οδύσσεια του Ομήρου διασκευασμένες για παιδιά, έγιναν και από τα πιο αγαπημένα. Άλλα αγαπημένα μέσα στα χρόνια: Κοντά στις ράγες της Άλκης Ζέη (ως παιδί επέστρεφα ξανά και ξανά), Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι του Χρ. Μίσσιου, Εν ονόματι του Σαμαράκη, Η Παναγιά η γοργόνα του Μυριβήλη, ο Ζορμπάς του Καζαντζάκη (μάλλον φταίει η κρητική μου καταγωγή), η Πάπισσα Ιωάννα του Ροΐδη, Το τρίτο στεφάνι του Ταχτσή (σε αυτό επιστρέφω ως μεγάλη ξανά και ξανά), Νανά του Zola, De Profundis του Wilde, ο Έρωτας στα χρόνια της χολέρας του Marques, ο Ερωτόκριτος του Κορνάρου (γι’ αυτό δεν φταίει η κρητική μου καταγωγή, αλλά μάλλον ο Χάλαρης),  Αδριανού απομνημονεύματα της Yourcenar, The Golden Bough του Frazer (γι’ αυτό φταίει η Έρημη χώρα), η ποιητική συλλογή Adieu του Χ. Βλαβιανού, τα Χαστουκόψαρα του Λ. Χρηστίδη, και φυσικά ο Αστερίξ.

Αγαπημένα σας διηγήματα;

Σχεδόν όλα από τους Δουβλινέζους του Joyce, περισσότεροι οι «Νεκροί»,  η συλλογή Τα ρέστα του Ταχτσή, τα αφηγήματα στο Τέλος της μικρής μας πόλης του Χατζή, «Το καινούργιο φόρεμα» της Β. Γουλφ (που το μετέφρασα και δημοσιεύτηκε στην Νέα Εστία).

Αγαπημένοι παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Πολλοί! Ο Καζαντζάκης, ο Ταχτσής, ο Σαμαράκης, ο Χατζής, η Άλκη Ζέη, ο Wilde, ο Coetzee, ο Marques, ο Roth, η Morrison   κ.α.

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή με τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

 …και με το βιβλίο που μεταφράζει. Ερωτική. Όχι πάντα μονογαμική, αν και σχέση αφοσίωσης. Προσπαθείς να τον γνωρίσεις, να μάθεις τα μυστικά του, προσπαθείς, κατά μία έννοια, να γίνεις εκείνος, να τον κάνεις σαν εσένα. Προσπαθείς να μπεις στο μυαλό του – τα καταφέρνεις; Χμμ… δεν ξέρω… εσύ όμως προσπαθείς να καταλάβεις τι σκέφτεται για να το σκεφτείς· τι θέλει να πει για να το πεις· να διαβάσεις πίσω από τις λέξεις του, να τον οικειοποιηθείς, να τον κατακτήσεις για να τον ικανοποιήσεις και να σε αφήσει τελικά να τον μεταφέρεις στην γλώσσα σου. Εδώ όμως πρέπει να προσθέσω ότι καμιά φορά αναγκάζεσαι να είσαι άπιστος, με μέτρο πάντα, ώστε ο καρπός από τη σχέση πρωτοτύπου-μετάφρασης να βγει όμορφος.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές; Ποιο βιβλίο θα επιθυμούσατε να συστήσετε στους αναγνώστες;

Ποια με δυσκόλεψε; Εύκολη η απάντηση. Η Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας  του Anthony Kenny με εξουθένωσε, τόσο λόγω όγκου όσο και λόγω περιεχομένου.  Ποια μου πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές; Δύσκολη απάντηση! Όλα τα αγαπώ και απόλαυσα τη μετάφρασή τους για διαφορετικό λόγο το καθένα. Τον Αλέξανδρο; Γιατί ήταν το πρώτο βιβλίο που μετέφρασα. Τον Φίλιππο;  Γιατί συστήνει τον αδικημένο από την ιστορία πατέρα ενός μεγάλου για την ιστορία γιου. Την Ιστορία της φιλοσοφίας; Για την πρόκληση που μου έθεσε. Το Ο θεός δεν είναι μεγάλος; Γιατί σε αυτό βρήκα αλήθειες που δεν τις είχα συνειδητοποιήσει πριν. Την Μονογαμία του A. Philips; Γιατί έγινε θέμα συζήτησης με φίλους. Το Περί λογοκρισίας; Γιατί το έγραψε ο Coetzee. Ίσως, λέω ίσως, έχω μια μικρή αδυναμία στην Λαγνεία του Simon Blackburn, γιατί, την μετέφραζα και γελούσα, τη διασκέδασα την μετάφρασή της. Ίσως αυτό να σύστηνα λοιπόν.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι δεν εργάζομαι με συγκεκριμένο τρόπο. Ούτε σε συγκεκριμένο μέρος. Όταν έχω «μπει» στην μετάφραση οι κεραίες μου είναι παντού και πάντα όρθιες. Ποτέ δεν ξέρεις που θα συναντηθείς με την κατάλληλη λέξη, την κατάλληλη έκφραση, ή ακόμη και το κατάλληλο ερέθισμα που θα σε οδηγήσει σε αυτό που πολλές φορές καταλαβαίνεις ότι θέλει να πει ο συγγραφέας, αλλά δεν μπορείς να το εκφράσεις λεκτικά. Συχνά έχει τύχει να ξυπνήσω το πρωί και η πρώτη σκέψη μόλις ανοίξω τα μάτια μου να είναι εκείνη η λέξη που μπορεί να έψαχνα όλο το προηγούμενο απόγευμα ή ένα απόγευμα μία εβδομάδα πριν… Όταν δουλεύω ακούω ραδιόφωνο – συνήθως μουσικούς σταθμούς, διάφορους – περισσότερο για παρέα, όταν δεν έχω ραδιόφωνο, διαβάζω φωναχτά αυτό που μεταφράζω. Όσον αφορά γενικά στη μουσική, δεν έχω κάποια ιδιαίτερη προτίμηση, ακούω τα πάντα, αρκεί η μελωδία να έχει κάτι να μου πει….

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Ναι. Με έχει γοητεύσει η ευγλωττία και η γοητεία του λόγου του Anthony Kenny, του σύγχρονου Άγγλου φιλοσόφου, και θα ήθελα κάποια στιγμή να αναμετρηθώ και με  τη μετάφραση του συλλογικού έργου του,  A new History of Western Philosophy σε 1000 σελίδες.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Ο Δον Κιχώτης γιατί ακολουθεί την τρέλα και το όνειρό του.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτόν τον καιρό;

Τα τελευταία χρόνια τα διαβάσματά μου έχουν να κάνουν τις περισσότερες φορές με αυτό που μεταφράζω. Αυτόν τον καιρό λοιπόν ετοιμάζω ένα «Απάνθισμα αρχαίας σοφίας» για τις εκδόσεις Πατάκη και κάνω παρέα με τους προσωκρατικούς, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τους τραγικούς, τον Πλούταρχο, τον Διογένη Λαέρτιο, τον Σενέκα κ.α. Συγκεκριμένα, αυτές τις μέρες βρίσκομαι στo Συμπόσιο και στον λόγο της Διοτίμας για τη φύση του έρωτα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο και θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Κινηματογράφο κυρίως. Μου αρέσουν ο W. Allen, ο Almodovar, το Kill Bill του Tarantino. Επιστρέφω πολύ συχνά στο Amelie του Jeunet. Με ενθουσίασε το  I love you, Phillip Morris με τους Ewan McGregor και Jim Carrey, παλιότερα Η αιώνια λιακάδα ενός καθαρού μυαλού  πάλι με τον Carrey,  και το Matrix (κυρίως η πρώτη από την τριλογία). Βλέπω τις αγαπημένες μου ταινίες πολλές φορές. Θέατρο, όχι και τόσο συχνά. Παρακολουθώ όμως κάποιες ερασιτεχνικές ομάδες από θεατρικά εργαστήρια δήμων, όπως τους «Εν δράσει», όπου συμμετέχουν φίλοι.

Πώς βιοπορίζεστε;

Είμαι φιλόλογος και παραδίδω μαθήματα. Παράλληλα, εργάζομαι στην οικογενειακή επιχείρηση, Ναυπηγεία, στο Πέραμα.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της αναγνωστικής και μεταφραστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν την συναλλαγή;

Μα τα βιβλία συμβάλλουν στην νεότητα. Μαθαίνεις νέα πράγματα, βιώνεις εμπειρίες, ωριμάζεις, αλλάζεις, αυτό δεν είναι νεότητα; Ίσως όχι αιώνια… αλλά φοβάμαι πως το για πάντα είναι πάρα πολύ μεγάλο διάστημα. Θα έπληττα….

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;;

Πολλές. Κάνω κατάχρηση του διαδικτύου.  Με ένα κλικ μπορείς να βρεθείς παντού. Να επικοινωνήσεις, να μάθεις, να αγοράσεις, να πουλήσεις (τα δύο τελευταία δεν τα κάνω)… Σου εξασφαλίζει πρόσβαση σχεδόν παντού. Χρωστάω τεράστια ευγνωμοσύνη –το ίδιο, νομίζω, και πολλοί άλλοι σε όλο τον πλανήτη – στον «καλό εκείνο άνθρωπο που σκέφτηκε πρώτος να ανεβάσει στο διαδίκτυο βιβλία σε μορφή PDF».

Σημ.: Παρουσίαση του συναρπαστικού βιβλίου του Κρίστοφερ Χίτσενς εδώ.

04
Οκτ.
11

Alias – Fever Dream (Anticon, 2011)

Αν υπάρχει θεαματικότητα στην ακοή, τότε η δίδυμη κολλητή έναρξη του Πυρετικού Ονείρου [Goinswimmin, Wanna Let It Go], την εκφράζει πλήρως: πρώτα ένα επαναλαμβανόμενο φωνητικό sample πάνω σε μια κολλώδη trip hop επιφάνεια κι ύστερα ένα οινοπνευματικό συνθορίπ που τριπχοπίζει και νταμπίζει ακόμα περισσότερο. Πού βρισκόμαστε; Σε δοκιμαστικές ηχογραφήσεις των Burial ή των Flying Lotus; Η απατηλάδα διαρκεί ακόμα περισσότερο με την κολλητική μελωδία του Revi Is Divad που γλυτώνει το chillwave γλίστρημα και διασώζεται άκομψα με την ακαμψία του hip hop.

Υπάρχει αρκετό σκάψιμο των ηλεκτρονικών 90ς εδώ, αλλού κρυφό αλλού φανερό (π.χ. στο No Choice) κι αν υπάρχει ως έννοια ο υπνωτικός χορός, αυτόν σέρνει το Dahorses, με τις μαύρες του φωνολούπες ως τη μέση (συχνότατα τα τραγούδια έχουν δυο μέρη) και με τις ζαλιστικές του κλαγγές ως το τέλος. Τα θηλυκά μονοτονίζοντα φωνητικά του Lady Lambin’ μοιάζουν να βγαίνουν από τα παλιά παραμορφωτικά κουτιά των πρώιμων Cocteau Twins – σε σημείο δηλαδή να σπεύσω στα πιτς για να βεβαιωθώ πως η κυρία δεν λέγεται Lady Liz αλλά Lady Lamb.

Στο όνομα και πράμα Όνειρο σε Κατάσταση Πυρετού παρευρίσκονται τα προσκεκλημένα μέλη της Αδελφότητας των Αντικονιδών κ.κ. Dax Pierson των Subtle και οι Why?. Το Talk in Technicolor όπου τραγουδάει ο πρώτος Μαρβινγκεΐζει αυστηρώς ακατάλληλα, ενώ το Boom Boom Boom όπου «δειγματίζει» ο Yoni Wolf αντηχεί υπέροχα τα ηλεκτρονικά συναισθήματα αλλά θα μπορούσε ακόμα περισσότερο να αποτελέσει μέρος ενός συγκλονιστικού κομματιού – κι όχι όλον όπως τώρα. Το ίδιο συμβαίνει και αλλού: το Sugarpeeeee θα αποτελούσε κάλλιστα tune ενός ηλεκτρονικού παιχνιδιού και το μίνιμαλ παιχνίδισμα του Tagine εξαντλείται στον εαυτό του και δεν εξελίσσεται παραπέρα. Κάτι που μάλλον προλαβαίνουν τα έξοχα Feverdreamin και Wrap.

Κι ίσως εδώ ακριβώς είναι το δικό μας παράπονο αλλά και η διπλή παγίδα που μας στήνει ο δίσκος τρία χρόνια μετά το υπέροχο Resurgam. Από τη μία μάς δημιουργείται η εντύπωση πως όλα τα ευάκουστα εδώ παραμένουν ημιτελή παιχνίδια, αχρησιμοποίητες εισαγωγές, πανέτοιμα γεμίσματα μιας πλουσιότερης σύνθεσης που …που δεν καταφτάνει ποτέ! Από την άλλη οι ιδιότητες του Alias ως συνιδρυτή της Anticon και άρα ακουστή άπειρων νέων προτάσεων και πειραματίσεων πάνω σε κάθε σύγχρονο χιπ χοπ και σε κάθε σύγχρονη ρυθμική ηλεκτρόνικα –  σε προδιαθέτουν ακριβώς για το νέο, τη ρήξη, το παραπέρα βήμα, ακόμα κι αν γίνει ενοχλητικό, αγριευτικό ή κολαστικό. Ίσως άδικο για τον ίδιο: έβγαλε έναν ακροατικώς απολαυστικότατο δίσκο που καλύτερα να είχε άλλη υπογραφή κι όχι τη δική του!

Δηλαδή ευάκουστο, αλλά με κρατημένες πισινές. Θεαματικότατο αλλά συμμαζεμένο, με πρωτοτυπίες λιγότερες αλλά μελωδίες πάντα ισχυρές, λιγότερο τολμηρό, αλλά χορταστικό και αβάρετο. Με θόρυβο απορρυπαντικό που δεν ξεφεύγει ποτέ σε ηχορρύπανση. Σαν απλή επίδειξη δυνάμεων, ο δίσκος αυτός μοιάζει να φτιάχτηκε εύκολα, πολύ εύκολα. Υπάρχει βέβαια και η ψυχολογική – κοινωνιολογική ερμηνεία: ο κατά κόσμον Brendon Whitney δήλωσε πως εμπνεύστηκε τον δίσκο από τη γέννηση της κόρης του. Αν είναι έτσι, χαλάλι για την μικρή. [8/10]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.  Παρουσίαση παλαιότερου δίσκου του Alias, εδώ.

02
Οκτ.
11

Αχιλλέας Πεκλάρης (έρευνα – κείμενα), Αλέξανδρος Λαμπροβασίλης (φωτογραφία) – Hopes, Dreams and Hard Times [Β΄]

Μέρος Β΄

Καλλιτέχνες, άστεγοι, άνεργοι, μετανάστες, golden boys, φωτογράφοι, πωλητές, λογιστές, επικοινωνιολόγοι, χρηματιστές, χορευτές, πρώην μαστροποί, συνταξιούχοι, επιχειρηματίες, μετρ ξενοδοχείων, οδηγοί ταξί, μουσικοί, εργάτες, διακοσμητές, περιπλανώμενοι, καθηγητές, στελέχη νυν και πρώην, κληρικοί, αστυνόμοι και όποια άλλη ιδιότητα, «επάγγελμα» ή ετικέτα μπορεί να φανταστεί κανείς παρελαύνει από το project του δημοσιογραφικού και φωτογραφικού διδύμου, για να εξιστορήσει την σχέση του με την νέα Νέα Υόρκη, δηλαδή την μετά – 11/9, μετά– Ομπάμα και μετά – Κρίση πόλη. Όλοι έχουν θέση εδώ, από τον Victor Saul Navasky, καθηγητή δημοσιογραφίας στο πανεπιστήμιο Κολούμπια, επίτιμο εκδότη του περιοδικού The Nation, (της αυτοπροσδιοριζόμενης ως) «ναυαρχίδας της αμερικανικής αριστεράς μέχρι μια οικογένεια νεοαφιχθέντων μεταναστών από τα περίχωρα του Κατμαντού.

Η γραφίστρια Dunja Pantic (γεννημένη στη Σερβία, μεγαλωμένη στη Ζιμπάμπουε, σπουδαγμένη σε Γαλλία και Ιταλία) με επιρροές από τόσες εθνότητες αδυνατεί να φανταστεί τον εαυτό της κάπου αλλού. Η Bren Ann Chin, υπεύθυνη ιατρικών αρχείων στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, τονίζει την ύπαρξη μιας πολυεθνικής νεολαίας στα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Αμερικής, «όπου η διαφορετικότητα είναι απολύτως απαραίτητη». Η Ασιάτισσα (μογγολικής καταγωγής) Sumiya Myagmarjav νιώθει άνετα έχοντας πρόσβαση σε οτιδήποτε θελήσει που να παραπέμπει στον πολιτισμό της, από κουζίνα μέχρι μουσική. Όμως ο Ali Muare, Σύριος κορνιζάς σε μαγαζί δίπλα στο Σημείο Μηδέν, έζησε για μήνες αντιμέτωπος με την καχυποψία, προσπαθώντας συνεχώς να πείσει ότι «δεν το έκανε αυτός».

Κανείς πολιτικός ως τώρα δεν είχε τολμήσει να μιλήσει ανοιχτά για τις μεγάλες ομάδες θρησκόληπτων οπλοφόρων στο Νότο και τις Μεσοδυτικές Πολιτείες. Ακόμα και ο ίδιος ο Ομπάμα διόρθωσε τη δήλωσή του πως «φοβισμένοι άνθρωποι που στρέφονται στα όπλα και τη θρησκεία για καταφύγιο». Κι όπως δηλώνει ένας εκ των συνεντευξιαζόμενων εδώ, όλοι αυτοί «παρ’ ότι όλοι τους δηλώνουν θρήσκοι και παρ’ ότι όλες οι θρησκείες κηρύττουν την αγάπη προς τον πλησίον, αυτό είναι το μόνο που δεν κάνουν. Φοβούνται τους ανθρώπους που έχουν διαφορετικό χρώμα, τους ξένους. Δεν θέλουν να βοηθήσουν το γείτονα τους».

Η Ουγγαρέζα Nemeth Renata, υπεύθυνη υποδοχής σε δικηγορικό γραφείο, έχει δει σε βίντεο κλαμπ στο Βίλατζ και φωτοτυπεία ουρά 25 ατόμων με βιογραφικά και πτυχία στο χέρι κι έχει νοιώσει το φόβο του υπαλλήλου πως εκείνη θα του πάρει τη θέση. Είναι κι αυτή μέλος της γενιάς των αρουραίων (που ορμάνε στα λαγούμια του μετρό κάθε πρωί) και της χάρτινης σακούλας, με το γεύμα για το μεσημβρινό διάλειμμα. Ο άνεργος David Roberts, άλλοτε κωμικός και διασκεδαστής του κοινού στα μπαρ του Χάρλεμ,  φροντίζει πάντα να έχει τον χαρτοφύλακά του γεμάτο από αντίγραφα του βιογραφικού του, λίστα με τηλέφωνα και διευθύνσεις υποψηφίων εργοδοτών και μερικά άλλα άχρηστα πράγματα για να μοιάζει κάπως γεμάτος.

Πάντα υπάρχουν εκείνοι που αρκούνται στην ταπεινή δουλειά τους, όπως ο Reynold Jeffers, που εδώ και χρόνια στέκεται έξω απ’ το Apollo Theater, μοιράζοντας διαφημιστικά για τις συναυλίες που θα γίνουν στο ναό της Μαύρης Μουσικής στην Ανατολική Ακτή (από εδώ έχουν παρελάσει Έλλα Φιτζέραλντ, Σάρα Βων, Μπίλι Χόλιντεϊ, Τζέιμς Μπράουν, Λούθερ Βαντρός). Ξεναγός του εδώ και 25 χρόνια, ξέρει όλη την ιστορία και τα μυστικά του. Μέσα στο Apollo, ο Julius Hollingsworth, θεατρικός συγγραφέας και σερβιτόρος από το Χάρλεμ αισιοδοξεί: Το μεγαλύτερο μάθημα που πήρα ήταν πως όταν έχεις φτάσει στον πάτο, εμφανίζονται άνθρωποι από το πουθενά, για να σε στηρίξουν.

Εδώ οι ταξιτζήδες είναι ευγενικοί και δεν κλέβουν τους πελάτες. Την περισσότερη ώρα μιλούν με ένα hands free σε κάποια «άγνωστη» γλώσσα, πίσω στην πατρίδα. Σπάνιο να βρεις ένα Ιρλανδό, λευκό ταξιτζή, που να τυγχάνει να είναι και ροκ μπασίστας στους tRnzPrNt αλλά να που βρέθηκε και καταθέτει την δική του εμπειρία. Λίγο πιο κάτω, ο βιμπραφωνίστας Christos Rafalides (μαθητής του Τζο Λοκ), που έπαιξε μουσική για την ταινία Καπιταλισμός: η ιστορία ενός έρωτα (Μάικλ Μουρ) δίνει μια εικόνα για την κατάσταση της τζαζ, «της μοναδικής τέχνης που γεννήθηκε στην Αμερική». Μπορεί το New York JVC Jazz Festival να μην πραγματοποιήθηκε το 2009 λόγω έλλειψης χορηγών και να έκλεισε ένα από τα μεγαλύτερα περιοδικά της χώρας για το είδος, όμως η δημιουργία νέων μικρών εστιών ζωντανής μουσικής είναι εμφανής, όπως και η αλλαγή της θεματολογίας των περισσότερων τραγουδιών.

Ο ζωγράφος σώματος («η αρχαιότερη τέχνης της ανθρωπότητας») Rainbeau Heart θρηνεί για τους τρεις χιλιάδες νεκρούς των πύργων αλλά και για τους τριακόσιες χιλιάδες που πέθαναν έκτοτε επειδή δεν είχαν χρήματα να πάνε στο γιατρό ή να πάρουν φάρμακα. Η ανυπαρξία δημόσιας πρόνοιας σκοτώνει σαράντα πέντε χιλιάδες Αμερικανούς το χρόνο για τους οποίους κανείς δεν θρηνεί. Ο Αργεντινός καλλιτέχνης τατουάζ Tayda Le Bon προτιμά ένα στούντιο στο Μπρονξ παρά τα σαλόνια του Μπουένος Άιρες: εδώ η διαφορετικότητα και η εκκεντρικότητα είναι απολύτως αποδεκτές έως και επιβραβεύονται.

Από το Στάτεν Άιλαντ όπου βρίσκεται η χωματερή της πόλης (η μεγαλύτερη στον κόσμο), άρα εδώ έρχονταν και τα φορτηγά με τα μπάζα από το Σημείο Μηδέν, ο κριτικός τέχνης – φωτογράφος A.D.Coleman βλέπει πως η Νέα Υόρκη παραμένει το αιώνιο Κέντρο Τέχνης και Πολιτισμού και αισιοδοξεί βλέποντας να υλοποιούνται χιλιάδες παραγωγές, εφημερίδες, περιοδικά, εκδόσεις. Μεσίτες όπως ο Marcus Louis Fien βλέπουν ως θετικό της κρίσης την ύπαρξη μικρότερων και φθηνότερων σπιτιών. Τουλάχιστον εδώ τα ενοίκια παραμένουν σταθερά για όσα χρόνια ο ενοικιαστής μένει στο σπίτι (σύμφωνα με τον περίφημο νόμο ελέγχου των ενοικίων της Νέας Υόρκης). Οι Lysette Parker και Nelson Orego, ιδιοκτήτες μάντρας αυτοκινήτων δεν έχουν τίποτα να τους κλέψουν, εκτός από το κρασί και τον σκύλο τους. Οι καλοί φίλοι που έρχονται να τα πούνε κάθε απόγευμα είναι όλη τους η περιουσία.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται από πού έρχονται, μόνο πού πηγαίνουν. Κι όλοι μοιάζουν να έχουν συνάψει μια σιωπηρή συμφωνία του να παραμείνει η Ν.Υ. ο τόπος όπου όνειρα και προσδοκίες γίνονται πραγματικότητα.

Δημοσίευση του Α΄ μέρους στην προηγούμενη ανάρτηση, εδώ.  Στις φωτογραφίες: Dunja Pantic (γραφίστρια – εικονογράφος από Σερβία/Ζιμπάμπουε), Eddie Martinez (εργάτης από το Πουέρτο Ρίκο), Lysette Parker & Nelson Orego (Πουέρτο Ρίκο, ιδιοκτήτες μάντρας αυτοκινήτων, όπου και ζουν), John “The Dog” Hook (προδομένος στρατιώτης του Κόλπου, άστεγος στην Τάιμ Σκουέαρ).

01
Οκτ.
11

Αχιλλέας Πεκλάρης (έρευνα – κείμενα), Αλέξανδρος Λαμπροβασίλης (φωτογραφία) – Hopes, Dreams and Hard Times

Το πορτρέτο της αισιοδοξίας

Μέρος Α΄

Το τρομοκρατικό χτύπημα 9/11, η χρηματοπιστωτική κατάρρευση του 2008 με την συνακόλουθη οικονομική κρίση και η εκλογή του πρώτου Αφροαμερικανού προέδρου αποτελούν τους τρεις βασικούς άξονες μεταλλαγής της αμερικανικής συγκυρίας. Η αποτύπωση του πνεύματός της μητροπολιτικής Νέας Υόρκης κατά την δυσκολότερη οικονομική συγκυρία μετά την Μεγάλη Ύφεση αποτελεί το αντικείμενο του παρόντος λευκώματος, που προσκαλεί σε φακό και μαγνητόφωνο 150 πρόσωπα, προς συντομογραφία των προσωπικών τους ιστοριών και του νέου τους περιβάλλοντος. Στην πόλη – αρχέτυπο του σύγχρονου κοσμοπολιτισμού όλοι έχουν μια ιστορία να διηγηθούν για τον τόπο που τους δίνει ζωή αλλά και διαμορφώνει την ταυτότητά του από αυτούς.

Εδώ που συνυπάρχουν όλες οι φυλές και οι θρησκείες του κόσμου, λίγο μετά την 11/9 η ΜΚΟ οργάνωση Religions for Peace κάλεσε 140 ανώτατους εκπροσώπους των θρησκειών του κόσμου, να γυρίσουν τις γειτονιές σε ένδειξη σύμπνοιας και αντίστασης στην χρήση του θρησκευτικού συναισθήματος υπέρ πολέμων και βίας. Ο ψυχολόγος Mitchel Slutsky βλέπει με ανησυχία τον πολιτικό διχασμό της αμερικανικής κοινωνίας: «Οι ιεροκήρυκες λένε στον κόσμο να φοβάται γιατί μπορεί να έχουμε και νέα 11η Σεπτεμβρίου. Ο φόβος είναι το πρώτο συναίσθημα που καλλιεργούν στον κόσμο τα απολυταρχικά καθεστώτα». Ο βιμπραφωνίστας Τζο Λοκ βλέποντας πως η ιδεολογία και φιλοσοφία των μισών Αμερικανών είναι αντίθετη από των υπόλοιπων (συντηρητικοί – προοδευτικοί) προτείνει την διαίρεση της χώρας!

Η πολυπολιτισμικότητα παραμένει το ζωοποιό στοιχείο της πόλης. Χάρη στην πολιτική εισαγωγής μεταναστών από χώρες που δεν έχουν αρκετούς εκπροσώπους, ο Muhhamed Al Racid από το Μπαγκλαντές βρέθηκε πωλητής χοντ ντογκ έξω από το δικαστικό μέγαρο, «κληθείς» προς ενίσχυση της μικρής του κοινότητας. Ο Αιγύπτιος Maged Fauzy, ταμίας σε μίνι μάρκετ ανήκει κι αυτός στους μετανάστες που είναι εν δυνάμει Αμερικανοί, η πρώτη ύλη με την οποία χτίστηκε και συνεχίζει να χτίζεται αυτή η χώρα. «Ο φόβος απέναντι στους Αφροαμερικανούς και τους μετανάστες είναι ριζωμένος στην αμερικανική κοινωνία» κι αυτό το στοιχείο (και το γεγονός πως τα αμερικανικά ΜΜΕ ήθελαν να διώξουν από πάνω τους το στίγμα του ρατσισμού) εκμεταλλεύτηκε ο William C. Rhoden, αρθρογράφος των New York Times, που απέκτησε χώρο και ελευθερία στις σελίδες τους.

Οι περισσότεροι πιστεύουν πως ο «γιος του Κενυάτη μετανάστη που έγινε πρόεδρος» θα αλλάξει το συλλογικό υποσυνείδητο της Αμερικής, πως ενθαρρύνει τους απλούς ανθρώπους να «σταματήσουν να είναι απαισιόδοξοι και μοιρολάτρες, να καταλάβουν ότι μπορούν». Ο Noam Chomsky διαφωνεί: «ήταν αυτό που περίμενα: ένας συνηθισμένος, μετριοπαθής Δημοκρατικός με επικάλυψη ρητορικής δεινότητας. H χρηματοδότηση της εκστρατείας του προήλθε από μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, που τον έχουν στο τσεπάκι τους. Θα συνεχίσει τις πολιτικές της δεύτερης θητείας του Μπους». Τα νέα δεδομένα (μειώσεις μισθών, απολύσεις ακόμα και πριν τη σύνταξη, επιστροφή στις οικογενειακές εστίες, ανεργία) ήταν ανέκαθεν γνωστά σε μερικούς. Για τον συνταξιούχο επιχειρηματία G.Elliot Moore «το Χάρλεμ δεν μεμψιμοιρεί για την κρίση, πάντα δύσκολα ήταν τα πράγματα εδώ. Τουλάχιστον όχι όσο το κακομαθημένο «λευκό» Μανχάταν» O John Hook, προδομένος στρατιώτης του Κόλπου, επιστρέφοντας δεν άκουσε ούτε ένα μπράβο, ενώ έχασε σπίτι και δουλειά. Η κρίση δεν άγγιξε το συσσίτιο, απλώς μείωσε το βδομαδιάτικο κρέας.

Στην ερώτηση αν θα γυρίσουμε στα κανονικά επίπεδα ο Stephan Clambaneva, στέλεχος επιχείρησης, απαντά: «Ο όρος κανονικά δεν έχει την ίδια σημασία. Η κρίση είναι μια χρυσή ευκαιρία να επιβιώσουμε με τα μέσα που διαθέτουμε και να ζούμε με σεβασμό στο περιβάλλον. Αυτά αρκούν για να εξοικονομηθούν και φυσικοί πόροι και χρήματα». Ο Δανός σκηνοθέτης Frederik Lassenius είναι βέβαιος: «το πιο σοφό πράγμα που μπορείς να κάνεις όταν δεν υπάρχουν χρήματα, είναι να γεύεσαι τις απολαύσεις που δεν τα χρειάζονται». Και όλοι συμφωνούν πως η Νέα Υόρκη πρέπει να συνεχίσει να κρατά την παράδοση της πολυπολιτισμικότητας, της διαφορετικότητας και της ειρηνικής συνύπαρξης που ήταν πάντα η φιλοσοφία της.

Εκδ. Εστία / Μουσείο Μπενάκη, 2010, σ. 239, με εισαγωγικά σημειώματα των δημιουργών και των Κωνσταντίνου Α. Παπαχρήστου, Φίλιππου Τσιάρα, Barry Alexander, Νίκου Μεγγρέλη και Φίλιου Στάγκου. [Μεγάλο μέγεθος, γυαλιστερές σελίδες, έγχρωμες ολοσέλιδες φωτογραφίες] / Ιστοσελίδα του φωτογράφου (του οποίου το όνομα γράφτηκε εκ παραδρομής λάθος στο έντυπο κείμενο) εδώ.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 30.9.2011 (και εδώ). Στην επόμενη ανάρτηση το Β΄ μέρος, δημοσιευόμενο αποκλειστικά στο Πανδοχείο.  Στις φωτογραφίες ο βιμπραφωνίστας Joe Locke και ο Maged Fauzy, ταμίας σε μίνι μάρκετ στο κεντρικό Μανχάταν,  που βρήκε τη δουλειά από τη Νότια Αίγυπτο μέσω ίντερνετ.




Οκτώβριος 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Blog Stats

  • 1.051.914 hits

Αρχείο