Αρχείο για Οκτώβριος 2011

30
Οκτ.
11

Συλλογικό – Μια πόλη στη λογοτεχνία. Λευκωσία. Επιλογή κειμένων: Κυριάκος Χαραλαμπίδης

Συλλέγοντας απορημένα βλέμματα

Αναρωτιέμαι κάποτε τι να είναι η πατρίδα. Και βρίσκω πως είναι τα παλιά μου παιχνίδια, οι φίλοι του δημοτικού που σκορπίσανε στους πέντε ανέμους, η βρύση που πρωτοήπια νερό με τη χούφτα μου, το μουλάρι που χάιδεψα παιδί το λαιμό του… Κι άμα πηγαίνει ο νους στην Αμμόχωστο ή την Κερύνεια, πατρίδα είναι τα ρουχαλάκια του μωρού, αφημένα να κρέμονται στη βιάση της φυγής σε μια ταράτσα, για να τα πλένει χρόνια τώρα η βροχή και να τα σιδερώνει ο άνεμος γράφει ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, σ’ ένα αυτοβιογραφικό κείμενο που εκφωνήθηκε στην Πύλη Αμμοχώστου, στη Λευκωσία, το 1985 και δημοσιεύτηκε αργότερα στο περιοδικό Εντός των Τειχών (εδώ σ. 269).

Ο ποιητής και δοκιμιογράφος ανθολόγος ήδη μας καθοδηγεί από την εισαγωγή: Η Λευκωσία σ’ εξωθεί να μάθεις γραφή και ανάγνωση της ιστορίας, ενεργοποιώντας αδήλωτες περιοχές του ιδιαίτερου κόσμου σου. Αυτά που δεν προσέχουμε και προσπερνάμε, γράφει, αυτά ακριβώς κρατούν ουσιώδη στοιχεία του εσωτερικού ιστού και ρυθμού μιας πόλης. Το μάτι δεν πρέπει μόνο να βλέπει αλλά και να διαβλέπει· την ώρα που παρατηρούμε χρειαζόμαστε και το οφθαλμό της αναπόλησης. Η πόλη μαζί με όλες τις διακλαδώσεις των γενετικών της στοιχείων, δεν αρκεί να ιδωθεί μόνο οπτικά αλλά επιβάλλεται και να νοηθεί απτικά, να την ανασάνεις σαν ρεύμα της ζωής και σαν «γνώση που δεκαπλασιάζει τη θλίψη» και να επωμιστείς «την συνείδηση του μεγάλου πόνου».

Στα διάχυτα αμφιθυμίας Πικρολέμονα ο Λόρενς Ντάρρελ αναφέρεται στην εποχή που εργάστηκε ως καθηγητής αγγλικών στο Γυμνάσιο της Λευκωσίας, «το τέλειο εργαστήριο μελέτης του εθνικού αισθήματος στην εμβρυώδη του κατάσταση» όπου «άνθιζε ο δονκιχωτικός και παράλογος έρωτας προς την Αγγλία σε μακάρια συνύπαρξη με το στοιχειωμένο όνειρο της Ενώσεως». Ο Ντάρρελ περιγράφει την διπολικότητα και την διαδοχή των αισθήσεων, μια κατάσταση «παράδοξη και αντιφατική» καθώς η αντιβρετανική αναρχία εναλλασσόταν με την απαγγελία Μπάϋρον με δάκρυα στα μάτια. Σε άλλες εποχές και περιστάσεις, οι πλάνητες του Γιώργου Χρ. Κυθραιώτη «νοσταλγούν συνεχώς κάποια μέρα που παράπεσε, λεν, κάπου ανάμεσα Δευτέρα και Τρίτη. (…) γυρνάν εδώ και εκεί απαρηγόρητοι μαζεύοντας θραύσματα και κομμάτια και όλοι παιδεύονται να συνταιριάξουν ξανά ένα παλιό ψηφιδωτό που μόλις θυμούνται·  (…) όλο προσπαθούν να οργανώσουν πορείες επιστροφής – επιστροφής στο χαμένο χρόνο – κι αναζητούν μιάν αιθρία στο κέντρο της πόλης, έναν κήπο αναμονής μέσα στην έρημο του μπετόν κι ύστερα μια καμαρόπορτα που, ακόμα κι αν δεν βγάζει στον παράδεισο, τουλάχιστον να τους βγάλει απ’ την κόλαση που ζήσανε ως εδώ (σ. 303).

Στο αυτοβιογραφικό «Nicossiensis» της Νίκη Μαραγκού η διεισδυτική ματιά του λογοτέχνη συναντά την τρυφερή μνήμη του αυτόχθονα: από τη μία το τρέξιμό της με το ποδήλατο στον ατέλειωτο μακρύ διάδρομο της κλινικής του πατέρα της και τα πρώτα ραντεβού πάνω στους τρούλους της Αγίας Σοφίας, στις σαν πέτρινη σαιζ λονγκ κοιλότητες ανάμεσά τους·  από την άλλη η κλειστή κοινωνία των δημοσίων υπαλλήλων και της αποικιοκρατίας και η διαχωριστική γραμμή που θα κόψει την πόλη στη μέση και θα ερημώσει την περιοχή: στο καφενείο Spitfire μόλις που διάβαζες πια την επιγραφή, μια παλιά βέσπα σε μια χορταριασμένη βιτρίνα… Κι αν η συγγραφέας, αργότερα, στην βορειοευρωπαϊκή θλίψη έχασε τα μολύβια της, τα αποχαυνωτικά μεσημέρια της Λευκωσίας και το βραδινό δυτικό αεράκι που σπάει την κάψα της κίτρινης πεδιάδας γύρω από την Μεσαορία τής τα «ξαναφανέρωσαν», ακόμα και τώρα που «εκτός των τειχών τα σπίτια μοιάζουν να βγήκαν μέσα από τα τηλεοπτικά σενάρια».

Ιδιαίτερες σελίδες κοσμούν το άρθρο του Αλμπέρ Καμύ στην εφημερίδα L’ Express (1955) μετά την θανατική καταδίκη του Μιχαλάκη Καραολή, ένα κομμάτι από Το πουκάμισο του Κενταύρου του Χριστόφορου Μηλιώνη (που εργάστηκε για λίγα χρόνια ως φιλόλογος στο Ελληνικό Γυμνάσιο Αμμοχώστου), το συναρπαστικό διήγημα του Νέαρχου Γεωργιάδη «Αναστήσου σήμερα, πέθανε αύριο» από το βιβλίο του Ο αναλγητήρ και άλλα διηγήματα (μια ανασκευή της ζωής από το μέλλον προς το παρελθόν, σαν μια πορτοκαλόφλουδα που ξαναγίνεται καρπός) και το προσφάτως φλέγον και φλεγόμενο Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή του Βασίλη Γκουρογιάννη, με τους σπαρασσόμενους ή ψυχραιμότερους ελλαδίτες βετεράνους και τα μετατραυματικά σύνδρομα σε μια Κύπρο όπου οι νεκροί πλέον ενηλικιώνονται και οι ζώντες αναρωτιούνται: Πού όμως βρίσκονται στ’ αλήθεια οι νεκροί; Στα κενοτάφια του τύμβου, στα αποστειρωμένα δοχεία του ινστιτούτου, στις μνήμες φίλων και εχθρών, στην ιστορία ή στη γεωγραφία; Όποιος βρει πού φωλιάζει ο άνεμος θα λύσει και τούτο το μυστήριο.

Ανθολογούνται, μεταξύ άλλων, οι Λεύκιος Ζαφειρίου, Ντίνα Κατσούρη, Ήβη Μελεάγρου, Νίκος Ορφανίδης, Μιχάλης Πιερής αλλά και πλείστα κείμενα από διαλέξεις, λευκώματα, εφημερίδες και περιοδικά (από τα παλαιότερα, όπως ο Κύκλος, στα σύγχρονα Ακτή, Άνευ, Εντός των τειχών, Μαθητική Εστία, Νέα Εποχή κ.ά.) – ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που σπανίζει σε σχετικά ανθολογήματα. Όπως και στις άλλες ανθολογίες της σχετικής σειράς, παλαιότερες και σύγχρονες φωτογραφίες πλαισιώνουν τα κείμενα· στην ουσία ένα «συνεχές» κείμενο, που δικαιώνει την δεδηλωμένη πρόθεση του ανθολόγου (την προσθήκη του δικού του απορημένου βλέμματος στο βλέμμα του αναγνώστη – περιδιαβαστή) και την πίστη του πως «το μυθικό πρόσωπο της πόλης, μορφοποιείται πληρέστερα εάν αναγνώσουμε την ιστορία ωσάν μυθιστόρημα – άλλωστε η τέχνη του μυθιστορήματος ανοίγει παράθυρα σε πολυπρισματικές αναγνώσεις».

Αθήνα Μεταίχμιο 2010, 424 σελ.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 94 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011). Στην ασπρόμαυρη φωτογραφία η Λευκωσιανή Πλατεία Ελευθερίας εν έτει 1955.

29
Οκτ.
11

Alberto Méndez – Τα τυφλά ηλιοτρόπια

Ο ιδανικός λογοτέχνης

Ο Αλμπέρτο Μέντεθ (Ρώμη, 1941) έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Ιταλία κι επιστρέφοντας στην πατρίδα του την Ισπανία σπούδασε φιλοσοφία και φιλολογία, έγινε ενεργό μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο Ciencia Nueva. Στρατευμένος αριστερός, υπήρξε θύμα της λογοκρισίας για την εκδοτική του δραστηριότητα και διώχθηκε από το καθεστώς του Φράνκο για την δημόσια έκφραση των ιδεών του. Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε προς το τέλος της ζωής του. Το παρόν βιβλίο είναι το μοναδικό του μυθιστόρημα. Ολοκληρώθηκε λίγο πριν το θάνατό του και τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο Πεζογραφίας. Μετά θάνατον φυσικά. Πρόκειται για μυθιστόρημα υποδειγματικό, με λογοτεχνικότατη γραφή, εναλλασσόμενους τρόπους αφήγησης και αληθινή ποίηση. Αφάνταστα τρυφερό και αφάνταστα σκληρό. Διηγείται την ιστορία τεσσάρων ηττών, μια για κάθε έτος μεταξύ 1939-1942.

Πρώτη ήττα

Τι είδους θάνατο άραγε επιλέγει ο λοχαγός Αλεγκρία όταν διασχίζει το πεδίο της μάχης κραυγάζοντας «Είμαι ένας παραδομένος»; Εδώ και τρία χρόνια αυτός ο νέος, που θύμιζε περισσότερο ασκούμενο συμβολαιογράφο παρά στρατιώτη, παρατηρούσε ως διαχειριστής εφοδίων τον ρακένδυτο εχθρό με τα πολιτικά ρούχα [που μάχεται λες και βοηθά κάποιον γείτονά του να φροντίσει έναν άρρωστο συγγενή] και είχε καταλάβει πως ο δικός του στρατός σύντομα θα εξοντώσει τις πολιτείες τους. Αρχικά σκέφτεται πως ένας στρατός που δεν έχει ψυχή στρατού πρέπει να ηττηθεί. Αργότερα θα ορίσει την πράξη του ως μια ανάποδη νίκη. Δεν θέλησε να λιποτακτήσει από τους φρανκιστές αλλά να παραδοθεί: να παραμείνει εχθρός των δημοκρατικών παραδεχόμενος όμως την ήττα του. Είχε καταταχθεί στις δυνάμεις των πραξικοπηματιών για να υπερασπιστεί αυτά που ήταν πάντοτε δικά του. Ο δικός του πόλεμος έγκειτο στο να διανέμει και να τακτοποιεί ό,τι ήταν αναγκαίο ώστε οι άλλοι να σκοτώνουν έναν εχθρό που δεν είδε ποτέ του από κοντά. Αιχμάλωτος πλέον του Ένδοξου Εθνικού Στρατού καταδικάζεται ως ένοχος προδοσίας. Τους δηλώνει πως ο πραγματικός λόγος της προδοσίας του ήταν επειδή η πλευρά του δεν θέλησε να κερδίσει τον πόλεμο κατά του Λαϊκού Μετώπου αλλά να τους σκοτώσουν.

Στο υπόστεγο των καταδικασμένων σε θάνατο ο Αλεγκρία έγραψε τρεις επιστολές: προς την αρραβωνιαστικιά του (Δεν είχα χρόνο να κάνω σχέδια, γιατί η φρίκη ματαίωσε το μέλλον μου, αλλά να είσαι σίγουρη ότι εσύ θα ήσουν η σπονδυλική στήλη των πλάνων μου), στους γονείς τους και προς τον Φράνκο (αυτά που έχω δει εγώ οι άλλοι τα έχουν ζήσει και συνεπώς είναι αδύνατο να παραμείνουν ξεχασμένα ανάμεσα στα λευκόκρινα). Θα είχε εγκλιματιστεί στον δίχως συναισθηματικές εξάρσεις θάνατο αλλά υπέφερε επειδή η ζωή του εξαρτιόταν από την τυχαιότητα του να βρίσκεσαι ή όχι στη γωνία που είχε επιλεγεί για να καθοριστεί ποιοι θα πέθαιναν. Δεν δεχόταν το τυχαίο, χρειαζόταν την τάξη.

Κάποια μέρα ήρθε η σειρά του να ανέβει στο φορτηγό· ένα σιωπηλό σφίξιμο στο χέρι τον εισήγαγε στην κοινότητα των χαμένων. Όταν ώρες αργότερα ανέκτησε τις αισθήσεις του, ήταν θαμμένος σε ομαδικό τάφο, χωμένος ανάμεσα σε νεκρούς και χώμα. Κι όταν άκουσε τον δικό του θρήνο, κατάλαβε ότι ήταν ζωντανός. Αργότερα θα αναφερόταν σ’ εκείνη τη στιγμή σαν να επρόκειτο για γέννα. Είχε αίματα παντού, αλλά το χώμα είχε καυτηριάσει την πληγή της σφαίρας. Στην πεδιάδα όπου τον βρήκαν έτρεμε σαν ετοιμοθάνατος και σερνόταν σαν σκουλήκι. Εκείνους τους καιρούς μόνο οι νεκροί δεν προκαλούσαν φόβο. Η ντροπή για την αποφορά του τον κρατούσε σιωπηλό – ίσως ήταν κι αυτός ένας τρόπος να μη δώσει εξηγήσεις. Όταν τον περιέθαλψαν ξεκίνησε για το χωριό του. Η θηριώδης προσπάθειά του να διασχίσει τα δυο βουνά που υψώνονταν εκεί για να χωρίσουν την Ισπανία στα δυο ήταν ένας ακόμα τρόπος γα να αγνοήσει τα διαχωριστικά όρια, για να δείξει ότι ήθελε πάντα να βρίσκεται και στα δυο μέρη. Στη θέα των στρατιωτών σκεφτόταν: Αυτοί είναι που κέρδισαν τον πόλεμο; Όχι, αυτοί θέλουν να επιστρέψουν στα σπίτια τους όπου δεν θα φτάσουν ως τροπαιούχοι στρατιωτικοί αλλά ως όντα ξένα προς τη ζωή, ως απόντες από την ίδια τους την εστία και σιγά σιγά θα μετατραπούν σε ηττημένη σάρκα…

Ποιου το μέρος πρέπει να πάρει ένας στρατιώτης που κερδίζει έναν πόλεμο και ταυτόχρονα τον χάνει; Και πως είναι δυνατό να μπορέσει ο ίδιος να συνεχίσει να ζει;

Δεύτερη ήττα

Γενικό Αρχείο της Χωροφυλακής, κίτρινος φάκελος, ένδειξη αποθανών άγνωστος. 26 σελίδες που βρέθηκαν, δίπλα στο σκελετό ενός ενήλικα άντρα και το γυμνό κορμάκι ενός μωρού. Η Έλενά του πέθανε στον τοκετό, το μωρό έμεινε ζωντανό, η δραπέτευση στη Γαλλία είναι αδύνατη. Κρατά το χέρι του μικρού κι όταν αισθάνεται τα δάχτυλα του να τον χαϊδεύουν φοβάται την μετατροπή της αίσθησης σε ανάμνηση. Έχασαν έναν πόλεμο, δεν πρέπει να προσφέρουν ακόμα μια νίκη (τη σύλληψή τους) στους φασίστες. Αν ο θεός για τον οποίο μου έχουν μιλήσει ήταν ένας καλός θεός, θα μας επέτρεπε να επιλέξουμε το παρελθόν μας.

Αυτό το μωρό συνελήφθη πάνω στην κάψα του φόβου. Ευτυχώς ο θάνατος δεν είναι μεταδοτικός, ενώ η ήττα είναι. Όσο κι αν υποφέρει, συνεχίζει να βυζαίνει με λαχτάρα. Η ζωή τού επιβαλλόταν με κάθε μέσο. Σιγά σιγά καταλαμβάνει όλο και περισσότερο χώρο. Πιο πριν ήταν κάτι το περίεργο μέσα στην καλύβα· τώρα όλη η καλύβα στρέφεται γύρω από αυτό. Η απόλυτη εξάρτησή του από αυτόν του δίνει την αίσθηση πως είναι σημαντικός.

Θυμάται το ήσυχο φτωχό χωριό του να μη νοιάζεται για τίποτα εκτός από το φόβο που το έκανε να κλείσει τα μάτια όταν σκότωσαν τον δάσκαλό του, έκαψαν όλα τα βιβλία του και εξόρισαν για πάντα τους ποιητές που εκείνος απήγγελλε από μνήμης. Ο ίδιος αισθάνεται ένας ποιητής δίχως στίχους. Θυμάται τον πόλεμό του: Με μολύβι και χαρτί ρίχτηκα στο πεδίο της μάχης και από το σώμα μου ανάβλυσαν, κατά χιλιάδες, λέξεις που παρηγόρησαν τους τραυματίες· από αυτή όμως την παρηγοριά πους σχεδίαζα ξεπήδησαν κτηνώδεις στρατηγοί που δικαιολόγησαν την ύπαρξη τραυματιών.

Αν χάσω την οργή μου, τι θα μου μείνει; Ακόμα και η θλίψη μου έχει στερεοποιηθεί από το κρύο. Μου έχει μείνει μόνο ο φόβος που τόσο με φόβιζε. Αν συνεχίσουν στην καλύβα, θα πεθάνουν κι οι τρεις, το παιδί, η αγελάδα κι αυτός. Αν κατέβουν στην κοιλάδα, θα πεθάνουν κι οι τρεις. Δεν θυμάται πλέον τα ποιήματα που απήγγελλε στους στρατιώτες. Με την πείνα το πρώτο πράγμα που πεθαίνει είναι η μνήμη. Πόσο ατέλειωτος είναι ο χρόνος δίχως ένα φιλί; Όταν χάνει το μολύβι η σιωπή είναι αβάσταχτη. Όταν μετά από μέρες το ξαναβρίσκει κάτω από καυσόξυλα, νοιώθει πως ανακτά το χάρισμα του λόγου. Αλλά όλα θα τελειώσουν όταν τελειώσει το τετράδιο. Γι’ αυτό και αρχίζει να γράφει αραιότερα. Η τελευταία λέξη που θα γράψει θα είναι «μελαγχολία». Αλλά θα έχει προλάβει να βαφτίσει έτσι, με το μολύβι, τον μικρό «Ραφαέλ».

Τρίτη ήττα

Ο καθηγητής τσέλου Χουαν Σένρα είπε ναι και, δίχως να το ξέρει, έσωσε προσωρινά τη ζωή του. Ο μικροκαμωμένος συνταγματάρχης Εϊμάρ (με μια πανοπλία παράσημα που μάλλον θωρακίζουν παρά δοξάζουν το στήθος του) τον ανακρίνει με αγωνία για τον χαμένο του γιο. Ο φόβος που αναβλύζει από το κρύο του πουλόβερ καταφέρνει να κρατά όρθιο τον αιχμάλωτο σε μια άδεια αίθουσα που κάποτε ήταν σχολική. Ο γραμματέας κάθεται σε θρανίο, σε στάση μαθητή, στον τοίχο μια φωτογραφία του στρατηγού Φράνκο, χαμογελαστή και κτηνώδης. Άλλοι τρεις στρατιώτες – φρουροί στο βάθος «όρθιοι σαν ακίνητες από την κούραση μορφή, δίχως τίποτα το επικό».

Ο Σένρα είναι κομμουνιστής και οργανωτής των λαϊκών φυλακών. Δεν γνώρισε ποτέ το γιο του συνταγματάρχη· λέει ψέματα για να παρατείνει τη ζωή του. Σε μια κατάσταση ημισυνείδησης, βάζει μια δόση αλήθειας στις απαντήσεις του, προσπαθώντας να αναδομήσει τις δίχως μνήμη απαντήσεις του, κερδίζοντας κάθε φορά μια ακόμα μέρα επιβίωσης. Ο Εδουάρδο Λόπεθ οργανωτής της ζωής των κρατουμένων (που δεν παρηγορούνταν αλλά ευγνωμονούσαν το γεγονός ότι υπήρχε κάποιος που επιδίωκε να κρατήσει ζωντανές εκείνες τις νεκρές ψυχές) τον αντιμετωπίζει με καχυποψία: μήπως τους μαρτυρά πράγματα; Ο Σένρα αναρωτιέται: Πώς είναι δυνατόν κάποιοι πεθαμένοι να ζητούν εξηγήσεις από άλλους πεθαμένους;

Ο Χουαν συνεχίζει το παρατεταμένο και συμπαγές ψέμα που προέκυψε σε μια στιγμή συμπόνιας και μετατράπηκε σε στήριγμα ζωής. Οι ιστορίες που επινοεί φωτίζουν το πρόσωπο εκείνης της μητέρας, καθώς τα απολιθώματα του ψεύδους αντικαθιστούν την ωμότητα των γεγονότων. Όταν θα φτάσει η σειρά του για εκτέλεση, γνωρίζει πως θα προσέλθει ατάραχος στο ραντεβού. Η βεβαιότητα πως δεν μπορεί κανείς να σκοτώσει έναν ήδη πεθαμένο τού δίνει απροσδόκητο θάρρος. Στην επιστολή προς την αδελφή του θα γράψει: Εξακολουθώ να είμαι ζωντανός, αλλά όταν λάβεις αυτό το γράμμα θα με έχουν εκτελέσει. Προσπάθησα να τρελαθώ αλλά δεν τα κατάφερα. Δεν θέλω να ζήσω άλλο με όλη αυτή τη θλίψη. Ανακάλυψα ότι η γλώσσα που ονειρεύτηκα, για να επινοήσω έναν κόσμο πιο αξιαγάπητο, είναι στην πραγματικότητα η γλώσσα των νεκρών.

Στο τέλος, κουρασμένος με τα δυο όντα που του μιλούσαν και του φέρονταν σαν να ήταν οι ιδιοκτήτες του, θα τους πει ότι θυμήθηκε την αλήθεια: πως ο γιος τους είχε εκτελεστεί δίκαια, γιατί ήταν ένας εγκληματίας, όχι ένας εγκληματίας πολέμου, χαρακτηρισμός υποκειμενικός που εξαρτάται από το στρατόπεδο στο οποίο ανήκει κανείς, αλλά ένας κοινός εγκληματίας, ένας δολοφόνος αμάχων. Το πρόσωπο των γονέων παγώνει: η φευγαλέα προσωπογραφία του γιου τους είχε πλέον τα χρώματα της αλήθειας. Κανείς δε λέει ψέματα για να πεθάνει. Η τελευταία σκέψη που τον καθησύχασε ήταν πως από το πρόσωπο του συνταγματάρχη θα εξαφανιζόταν για πάντα εκείνη η έκφραση ατιμώρητης ικανοποίησης.

Τέταρτη ήττα

Τρεις διαφορετικοί αφηγητές πλέκουν και ξεπλέκουν την τελευταία τραγική ιστορία (με πλάγια γράμματα ο ιερέας, με έντονα γράμματα ο τότε μικρός Λορένθο, με κανονικά γράμματα ο συγγραφέας). Ο ιερέας εξομολογείται πως εντάχθηκε σ’ ένα άσημο τάγμα για να ξεχάσει τις τερατώδεις πράξεις του και να δει το φως, να ξεφύγει από την ύπαρξη του κακού. Θυμάται την προσοχή που του προκάλεσε ο μαθητής του Λορένθο: δεν συμμεριζόταν το μαχητικό (: φρανκικό) πνεύμα των συμμαθητών του. Του ζητούσαν να δείξει την αγάπη για την πατρίδα του κι εκείνος τους απαντούσε με τη σιωπή του. Ο πατέρας του παιδιού, Ρικάρντο Μάθο, είχε διοργανώσει το 2ο Διεθνές Συνέδριο Αντιφασιστών Συγγραφέων το 1937 και αναφερόταν στα αρχεία ως εξαφανισθείς. Ο ιερέας αρχίζει να παρακολουθεί εφιαλτικά τον Λορένθο και να πιέζει ασφυκτικά την χήρα μητέρα του. Αν με απορρίπτει θα ήταν τόσο ηλίθια όσο το άγαλμα που απορρίπτει το βάθρο του

Ο Λορένθο σήμερα ανασυνθέτει τις αναμνήσεις του: αυτή που ξεχωρίζει περισσότερο είναι το γεγονός ότι είχε έναν πατέρα που κρυβόταν σε μια ντουλάπα. Δεν μπορεί να ξεχάσει τα παράθυρα που παραμόνευαν διαρκώς τις ζωές τους, την διαρκές κρύψιμο του πατέρα του, εκείνο το εύθραυστο κομμάτι της οικογενειακής τους γαλήνης. Όταν το ασανσέρ σταματούσε στον τρίτο, δεν πάγωνε απλώς ο χρόνος αλλά πέτρωνε ο αέρας μέχρι ν’ ακουστεί ο ήχος του κουδουνιού σε κάποιο από τα άλλα διαμερίσματα του ορόφου. Η σιωπή αποτελούσε μέρος της συζήτησής τους. Μόνο τα πρωινά κυκλοφορούσε αθόρυβα μες το σπίτι (τόσο αθόρυβα που τρόμαζε κι εκείνον και την μητέρα του), αφού απέναντι ο κινηματογράφος Αλγέρι ήταν άδειος.

Η μητέρα του Έλενα εργαζόταν ως μεταφράστρια, αλλά τις μεταφράσεις στην πραγματικότητα τις έκανε εκείνος, αρχικά αθόρυβα στο χέρι κι αργότερα χτυπώντας τη γραφομηχανή, μόνο όταν εκείνη βρισκόταν σπίτι και τις κάλυπτε με τον θόρυβο της ραπτομηχανής. Ακόμα και στις ερωτικές τους αγκαλιές έπρεπε να ανασύρουν τα πάθη που ήταν καταχωνιασμένα στις γωνιές του φόβου. Το δόσιμό τους ήταν δίχως αναστεναγμούς, δίχως κραυγές, δίχως σ’ αγαπώ. Σε μια οικογενειακή ρουτίνα που έκρυβε επιμελώς την τραχύτητα του φόβου, ο μικρός θυμάται: ήμουν αναγκασμένος να κρύβω όλα όσα μου μάθαινε ο πατέρας μου στο σπίτι και να εξωραΐζω όλα όσα συνέβαιναν στον δρόμο, όταν βρισκόμουν σπίτι.

Ο Ρικάρντο ήταν κατάπληκτος με τη σκέψη πως κάποιος ήθελε να τον σκοτώσει όχι για κάτι που έχει κάνει, αλλά για κάτι που σκέφτεται. Όταν ύστερα από τρία χρόνια πολιορκίας η πόλη ανέκτησε τη ρουτίνα της κι όλοι συμπεριφέρονταν σα να μην είχαν χάσει τον πόλεμο, είδε πως οι παλιοί του φίλοι δεν αισθάνονταν πλέον να τους συνδέει η ήττα αλλά η διάθεσή τους να ξεχάσουν το παρελθόν. Άρχισε να μαραζώνει, να κλείνεται ερμητικά στον εαυτό του, οι λέξεις έπαψαν να είναι σημαντικές. Ακόμα κι όταν ήταν μόνος στο σπίτι, παρέμενε ατέλειωτες ώρες κλεισμένος στην ντουλάπα. Η ζωή του άρχισε να μοιάζει με τον αέρα: υπήρχε αλλά δεν έπιανε χώρο.

Η οικογένεια σχεδίαζε να δραπετεύσει κι ο ιερέας να έρθει αργά το βράδυ στο σπίτι. Όταν οι τριγμοί του ασθματικού ασανσέρ σταμάτησαν στον τρίτο, το παιδί που έχει στη μνήμη του ο Λορένθο θυμάται το χτύπημα του κουδουνιού και την τρομερή προσπάθεια του πατέρα να κρύψει τα χαρτιά και να κυλήσει αθόρυβα στην ντουλάπα του. Οι διηγήσεις των τριών συγκλίνουν σ’ ένα συνταρακτικό αποκορύφωμα.

Τι να γράψει κανείς μετά από τέτοιες ιστορίες ήττας; Κάθε επίλογος θα χτυπάει σαν κούφιος. Ας τηρηθεί εδώ η στάση που κράτησαν τουλάχιστο δύο από τους κεντρικούς χαρακτήρες και πολύ περισσότεροι από τους άλλους: σιωπή.

Εκδ. Πάπυρος, 2008, [σειρά LETRAS – Ισπανόφωνοι και Πορτογαλόφωνοι Συγγραφείς], μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, σ. 200, με τρισέλιδο πρόλογο του μεταφραστή (Los Girasoles Ciegos, 2004).

Στις φωτογραφίες: ο συγγραφέας, λεωφορείο – βιβλιοθήκη της Ισπανικής Δημοκρατίας (Bibliobus generalitat republicana, 1938), οι Διεθνείς Ταξιαρχίες, ένα γραμματόσημα άξιο για πολλά φτυσίματα, ξανά ο συγγραφέας, η αφίσα και μια φωτογραφία από την κινηματογραφική μεταφορά του έργου, σε σκηνοθεσία José Luis Cuerda (Los girasoles ciegos (2008)).

28
Οκτ.
11

Alan Pauls – Το παρελθόν

Ευθανασία ενός έρωτα

Ο χρόνος είναι τυπικός εχθρός κάθε ερωτικής σταθερότητας αλλά στην περίπτωσή του Ρίμινι και της Σοφία, εραστών διαβιούντων στο Μπουένος Άιρες, μοιάζει εξαιρετικά καλοπροαίρετος: ο έρωτάς τους παρομοιάζεται με πέτρα που ο ήλιος, ο άνεμος και το νερό στιλβώνουν, λειαίνουν και λαμπρύνουν κάθε μέρα και περισσότερο. Η παιγνιώδης διάθεση διαρκούς τροφοδοσίας του τους οδηγεί στο μόνο κομμάτι που λείπει από την συλλογή τους (που περιλαμβάνει όλα τα στάδια της μαθητείας), στην συνέχεια και οριακή κορύφωση του: τον χωρισμό μετά από μια δωδεκαετία. Η διάζευξη βιώνεται ως χειρουργική αποκόλληση σιαμαίων και μοιάζει με την υποχώρηση της παλίρροιας που βγάζει στο φως ένα στρώμα από κοφτερά όστρακα.

Αν το παρελθόν αποτελεί «μία και μοναδική μάζα, αδιαίρετη, που έπρεπε ή να το κατέχει ή να το εγκαταλείψει έτσι, ολόκληρο, σαν σύνολο», οι χαρακτήρες δοκιμάζονται σκληρά στην δραματική του διαχείριση. Η μετα-παρελθοντική επιβίωση διασχίζει τις επιχωματώσεις της λήθης, που προκρίνει ο Ρίμινι, διοχετεύοντας το φορτίο του σε ασκήσεις μετάφρασης, αυτοερωτισμού, ναρκοληψίας και νέων δεσμών, και τις επιλογές της μνήμης, που προτιμά η Σοφία, κυρίως μέσω των φωτογραφιών και της γραφής. Η ψυχαναγκαστική της τάση να απευθύνεται και γραπτώς στον Ρίμινι, σε σημείο εκείνος να διαθέτει μια αξιόλογη συλλογή μηνυμάτων, αρκούμενος στην κατοχή τους αλλά και στην εναγώνια αναζήτησή τους μέσα σε τσέπες, βιβλία ή παλιά κουτιά παπουτσιών, αποτελεί ένα από τα ενδιαφέροντα ευρήματα του μυθιστορήματος. Αυτές οι «οικιακές πολύτιμες πέτρες με την γοητεία μιας αισθηματικής χειροτεχνίας» (από εκφράσεις ρομαντισμού στη λίστα για ψώνια μέχρι περιπαθείς ανακεφαλαιώσεις στο φαρμακείο του μπάνιου ή στο ψυγείο) εκτός από λείψανα της ιστορικής διάστασης ενός καθημερινού πάθους αποτελούσαν και αναζωογονητές της θέρμης του, αντίδοτο και αντιστάθμισμα της απουσίας της. Με όποιο τρόπο πάντως κι αν προχωρούν τη ζωή τους, η ιστορία τους έχει κλέψει ένα μεγάλο μέρος απ’ το μέλλον τους. Η προσωπική και εκούσια χρήση της αμνησίας δυστυχώς δεν έχει ακόμα εφευρεθεί.

Φυσικά γύρω τους κινείται πλήθος προσώπων, όπως οι μετέπειτα σύντροφοι του Ρίμινι, όμως μόνο ένα αποτελεί ρυθμιστή ενέργειας στο ηλεκτρικό τους πεδίο: ο ιδιόρρυθμος ζωγράφος Τζέρεμι Ρίλτσε, ιδρυτής του κινήματος της Άρρωστης Τέχνης και καλλιτεχνικός χρήστης του ζωντανού σώματος ή μερών του οργανισμού. Ο βίος και το έργο αυτού του επινοημένου αυτόχειρα, που θαυμάζουν απεριόριστα αλλά και καθορίζει οριακές στιγμές της ζωής τους, εισέρχεται ως σφήνα στο μυθιστορηματικό κορμό, αλλοιώνοντας τον ρυθμό και προκαλώντας ενδιαφέρουσες συνδέσεις, όπως η σωματοποίηση των παρελθοντικών τραυμάτων, χαρακτηριστικό και του ζεύγος που διόλου τυχαία κάποτε είχε αναφωνήσει: «Είμαστε ένα έργο τέχνης».

Όσοι περιμένουν συνέχεια (ή ρήξη) των καθιερωμένων λογοτεχνικών περιγραφών του Μπουένος Άιρες ή ιστορικές υπομνηματίσεις της σύγχρονης ιστορίας του ας προετοιμαστούν: η πόλη τοπογραφείται αποκλειστικά με βάση τις ερωτικές μνήμες, άρα όπως οιαδήποτε άλλη, ο δε χρόνος μένει θαμπός στο περιθώριο, παρά την διαδρομή του σε ταραγμένες δεκαετίες (’70 – ’80).

Η αναγωγή παντοειδών σκέψεων σε ψήγματα σοφίας, οι απόπειρες φιλοσοφικής αποκρυστάλλωσης της καθημερινότητας, ο πολύχρωμος κυνισμός και το ασπρόμαυρο χιούμορ, η πλημμυρίδα συναισθημάτων και τα ευφυή εμπειρικά γνωμικά προφανώς υποδεικνύουν πως η γραφή του Πάουλς (Μπουένος Άιρες, 1959) προκρίνει την βάσανο της γραφής από την παντοκρατορία της πλοκής – η αδυναμία της οποίας, άλλωστε, όπως αναφέρουν οι χαρακτήρες του αρνούμενοι οτιδήποτε μεταμοντέρνο, καθίσταται περιττή στις σπουδαίες συγκυρίες της ζωής. Δεν είναι τόσο στοιχεία όπως οι σχοινοτενείς προτάσεις ή οι ευφάνταστες παρομοιώσεις όσο η συγκεκριμένη εγκεφαλικότητα της γραφής που μας θυμίζουν τον Κούντερα (ιδίως στις λογοτεχνημένες σκέψεις περί κτητικότητας, ζήλειας, σαρκικής ικανοποίησης και ερωτικής βίας), αν και οι εγκωμιαστικές κριτικές τον εντάσσουν στην κληρονομική ρίζα των Προυστ, Ναμπόκοφ, Μπατάιγ ή άλλων μυστών της Αισθηματικής Αγωγής. Σε κάθε περίπτωση, οι ήρωες αυτής της ιστορίας πολλαπλών εθισμών (που συχνά θυμίζουν το μνημειώδες «Ούτε με σένα, ούτε χωρίς εσένα» του Τρυφφώ) δεν Αναζητούν παρά τον Κερδισμένο Χρόνο.

Εκδ. Πάπυρος, 2010, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σελ. 603 (Alan Pauls, El Pasado, 2003).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 28.10.2011 (και εδώ).
26
Οκτ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 98

Neil Gaiman, The Sandman (από: http://thinkexist.com/quotes/neil_gaiman. Η  παραπομπή σε Σ. Ζίζεκ, Βία]

Έχεις ερωτευτεί ποτέ; Φρικτό δεν είναι; Σε κάνει τόσο ευάλωτο. Φωλιάζει στο στήθος σου και σου ανοίγει διάπλατα την καρδιά κι αυτό σημαίνει ότι κάποιος μπορεί να μπει μέσα σου και να σε κάνει άνω κάτω. Χτίζεις ένα σωρό άμυνες, σφυρηλατείς μια ολόκληρη πανοπλία, ώστε τίποτα να μην μπορεί να σε πληγώσει, κι ύστερα ένας ανόητος άνθρωπος, διόλου διαφορετικός από κάθε άλλο ανόητο άνθρωπο, μπαίνει τυχαία στην ανόητη ζωή σου… Τους δίνεις ένα κομμάτι από τον εαυτό σου. Δε στο ζήτησαν. Έκαναν κάτι κουτό μια μέρα, όπως να σε φιλήσουν ή να σου χαμογελάσουν, κι από κει και πέρα η ζωή σου έπαψε να σου ανήκει πια. Η αγάπη παίρνει ομήρους. Μπαίνει μέσα σου. Σε κατατρώει και σ’ αφήνει  να κλαις μες στο σκοτάδι, μια φράση τόσο απλή όπως το «ίσως θα έπρεπε να μείνουμε απλώς φίλοι» μεταμορφώνεται σε θραύσμα γυαλιού που βρίσκει το δρόμο του και τρυπάει την καρδιά σου. Πονάει. Όχι μόνο στη φαντασία. Όχι μόνο διανοητικά. Είναι ένας πόνος της ψυχής, ένας πόνος σαν πραγματικά κάτι να έχει τρυπώσει μέσα σου και να σου ξεσχίζει τα σωθικά. Μισώ την αγάπη.

Στην Μαρία Ξυλούρη

23
Οκτ.
11

Glen Campbell – Ghost on the canvas (Surfdog, 2011)

Ο Campbell ανακοίνωσε πως έχει Αλτσχάιμερ και πως ετοιμάζεται για τον τελευταίο του δίσκο και περιοδεία, για να προλάβει το οριστικό κλείσιμο της μνήμης του. Η διάγνωση του έδωσε λίγους μήνες πλήρους διαύγειας – για μετά τα πάντα ήταν ανοιχτά, κι έτσι δεν έχασε χρόνο: κάλεσε φίλους και γνωστούς και σκάρωσε την τελευταία του γιορτή. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη γιορτή από έναν δίσκο γεμάτο άξια, αξιάκουστα κι αξιαγάπητα τραγούδια.

Ο πανέτοιμος αυτός αναχωρητής αποτελεί ιδιόμορφη περίπτωση με διαφορετικά ονόματα: θρύλος από τα παλιά, εξαιρετικός rock and roll/country κιθαρίστας, αξιοπρεπής περφόρμερ, περιζήτητος σέσσιον. Υπήρξε μέλος των Wrecking Crew, του σχήματος που έπαιζε στις  wall-of-sound ηχογραφήσεις του Phil Spector, αργότερα κάνοντας back up σε ονόματα όπως Elvis Presley και Simon & Garfunkel, και υστερότερα σολάροντας με επάρκεια σ’ αυτό που γνώριζε καλύτερα (Wichita Lineman, Gentle on My Mind, Rhinestone Cowboy και άλλα αναρίθμητα).

Φαίνεται πως ο Campbell εδραιώθηκε στις συνειδήσεις λιγότερο ως ένας εξαιρετικός συνθέτης/τραγουδιστής και περισσότερο ως μουσικός, καθώς ένα μεγάλο μέρος των δίσκων του ήταν διασκευές· επίλεκτων μεν κομματιών και εξαιρετικά παιγμένες, αλλά πάντα διασκευές. Έτσι κι εδώ ζήτησε τη βοήθεια γνωστών κι εκλεκτών συνεργατών να του γράψουν τραγούδια για έναν αντάξιό του επίλογο: Paul Westerberg [The Replacements], Robert Pollard [Guided By Voices], Teddy Thompson [ο γιός των φολκ ρόκερς Richard / Linda |Thompson], Jakob Dylan, Roger Joseph Manning, Jr. [Jellyfish, Imperial Drag, The Moog Cookbook, TV Eyes]. Ύστερα έφτιαξε την δική του οργανική ομάδα (Dick Dale [o γνωστός surf θρύλος;!], Rick Nielsen [Cheap Trick], Brian Setzer [Stray Cats], Billy Corgan [Smashing Pumpkins], Dandy Warhols, Chris Isaak).

Η πεντακαθάρια ορχήστρωση και παραγωγή ανήκει κατά το μεγαλύτερο μέρος στον Julian Raymond (που, διαβάζω, επιχείρησε παλαιότερα να ξαναζωντανέψει το όνομα του Campbell, με τον τρόπο που ο Rick Rubin έβαλε ξανά το όνομα του Johnny Cash στο σύγχρονο ροκ εντ ρολλ με τις American Recordings). Η ερμηνευτική του Roy Orbison στο It’s Your Amazing Grace, το πιάνο του Randy Newman στο Valley of the Son, οι αρμονίες των Beach Boys στα The Rest Is Silence και Strong, μερικές από τις καλύτερες μνήμες της ζωής του (Billstown Crossroads, για την γενέτειρα του Arkansas, May 21st, 1969: η ημερομηνία έναρξης του τηλεοπτικού του βαριετέ – σώου), Jimmy Webb, Brian Wilson και George Harrison ως μακρινοί απόηχοι, ένα τελευταίο τζαμάρισμα με όλους τους προαναφερθέντες φίλους, όλα παίρνουν τη θέση τους σ’ ένα τελευταίο σκηνικό γλέντι όπου ο ίδιος θα κλείσει σιγά σιγά την κουρτίνα.

Αναπόφευκτα εδώ τα τραγουδισμένα λόγια κοιτάζουν κατάματα το επερχόμενο τέλος χωρίς όμως την παραμικρή έκπτωση στην ευφορία και τη διασκέδαση. Δεν υπάρχει καμιά κλάψα, καμιά μεμψιμοιρία. Όταν, ας πούμε, η εσωτερικής καύσης μπαλάντα Nothing But the Whole Wide World (του υιού Dylan) στιχουργεί When one dies and becomes “nothing”, the Lord connects us to everything —“the whole wide world” κανείς δεν καταθλίβεται. Ίσα ίσα παίρνει την θέση της επάξια στις αντίστοιχες ραψωδίες του Phil Ochs και του Tim Buckley. Κι όταν στο πρώτο πρώτο κομμάτι (A Better Place) τραγουδά με ολοκάθαρο βλέμμα πως είναι έτοιμος να φύγει για ένα καλύτερο μέρος, κανείς δεν σκοτεινιάζει, απλά σκεφτόμαστε πως μόλις ξεκίνησε ο δίσκος, μαθημένοι στο ροκ εντ ρολ και πεπειραμένοι απ’ τις απώλειες, ευτυχώς.

Και μερικά από τα δεκαέξι αυτά αντίο του μοιάζουν κλασικά και μπαίνουν οριστικά και για πάντα στα τζουκ μποξ μας: η ροκεντρολλιά του In My Arms (Thompson διασκευή) με την εμπρόσθια κιθαριστική τριπλέτα (Dick Dale, Brian Setzer, Chris Isaak). Το τελευταίο αποχαιρετιστήριο There is No Me…Without You υπέροχο φολκρόκιο τραγούδι αγάπης αφιερωμένο στη γυναίκα του. Και ωραιότερες όλων, οι δυο συνθέσεις του Paul Westerberg των Replacements (!), εκείνων των ιδιαίτερων τέκνων της αμερικανικής ροκ που τώρα υπερηφανευόμαστε που δεν ξεγράψαμε ποτέ. Το Ghost On The Canvas και το Any Trouble αποστάζουν την ιδανικότερη οπτική του 70s ραδιοφωνικού παρακλαδιού της και αποτελούν αξέχαστα αποχαιρετιστήρια δώρα, αμφότερα με εξαιρετικά δυνατούς στίχους.

Αλλά δεν αρκεί εδώ να είμαστε παρόντες στο δικό του απόσταγμα των ουσιωδέστερων της ζωής. Οφείλουμε να επιστρέψουμε σε ολόκληρη την 50χρονη πορεία του 75χρονου Campbell, να ξανακούσουμε το κάθε του κομμάτι για βεβαιωθούμε κι εμείς πως όλα άξιζαν τον κόπο – εκείνος είναι σίγουρος. Κι ύστερα να τον αφήσουμε όπως τίτλαρε κάποιος κάπου κάποτε: Going gently into that good night…. [8/10]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

20
Οκτ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 43

Boris Vian, Le Loup-Garou (1970), Gullaume Apollinaire, Alcools. Poems (Donald Revell, 1995), Jean Genet: Born to Lose. An illustrated critical history (Jeremy Reed, 2005).

To πορτρέτο του συγγραφέα. Στο βλέμμα του, όλα όσα έγραψε κι όλα όσα θέλει ακόμα να πει. Στην έκφρασή του, οι λέξεις που δεν έφτασαν, δεν άρκεσαν, δεν κάλυψαν.

17
Οκτ.
11

Slavoj Žižek – Πρώτα σαν τραγωδία και μετά σαν φάρσα

Φαρσωδία

Tίτλοι τέλους. Όχι, λάθος.

Στις 9 Νοεμβρίου 1989 η πτώση του Τείχους του Βερολίνου ανήγγειλε την «ευτυχισμένη δεκαετία του ’90» και την πραγμάτωση της ουτοπίας του «Τέλους της Ιστορίας» (με τα λόγια του Φράνσις Φουκουγιάμα), την επαλήθευση ότι η έλευση μιας παγκόσμιας φιλελεύθερης κοινότητας. Η φιλελεύθερη δημοκρατία θεωρήθηκε νικήτρια. Το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους 12 χρόνια μετά έβαλε τέλος σηματοδοτώντας τη μετάβαση σε μια εποχή νέων τειχών (πέριξ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανάμεσα σε ΗΠΑ – Μεξικό, σε Ισραήλ και Δυτική Όχθη, στο εσωτερικό εθνικών κρατών). Καμιά Ιστορία δεν τελείωσε, ίσα ίσα.

Τίτλοι αρχής

Ο Μαρξ άρχισε την 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη με μια διόρθωση της ιδέας του Χέγκελ ότι η ιστορία κατ’ ανάγκην επαναλαμβάνεται, προσθέτοντας: τη μια φορά σαν τραγωδία, την άλλην σαν φάρσα. Την δεκαετία του 1960 ο Χέρμπερτ Μαρκούζε πρόσθεσε τη δική του προέκταση: κάποιες φορές η κωμική επανάληψη μπορεί να είναι πιο τρομερή από την αρχική τραγωδία. Η μαρξιστική προσθήκη στην εγελιανή ιδέα της ιστορικής επανάληψης επαληθεύεται πολλάκις στο βιβλίο του Ζίζεκ, στο οποίο άλλωστε χάρισε τον τίτλο.

Ευρώπη, το προπύργιο των ποιών;

Το 2007 επτά τυνήσιοι ψαράδες πέρασαν από δίκη στη Σικελία για το έγκλημα ότι είχαν σώσει σαράντα αφρικανούς μετανάστες από βέβαιο θάνατο στη θάλασσα («συνέργεια σε παράνομη μετανάστευση»), προφανώς για να αποθαρρυνθούν τα πληρώματα άλλων πλοίων να κάνουν το ίδιο. Η ίδια δικαιοσύνη δεν παρενέβη σε περιπτώσεις άλλων ψαράδων που χτύπησαν τους μετανάστες με ραβδιά για να πνιγούν. Η έννοια του homo sacer – αυτού που αποκλείεται από την πολιτική τάξη και μπορεί να φονευθεί ατιμωρητί – την οποία έχει εισηγηθεί ο Giorgio Agamben λειτουργεί πλήρως στην καρδιά της ίδιας εκείνης Ευρώπης που θεωρεί εαυτήν ως το υπέρτατο προπύργιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ανθρωπιστικής βοήθειας. Αρκεί βέβαια να είσαι δικός μας. Αν όχι, βρες μια τρύπα να κρυφτείς.

Ο ηγέτης – απατεώνας

Η εικόνα του Μπερλουσκόνι ως «ανθρώπινου, πολύ ανθρώπινου» ηγέτη δεν είναι άσχετη με τα παραπάνω. Η σύγχρονη Ιταλία αποτελεί ένα είδος πειραματικού εργαστηρίου όπου προδιαγράφεται το μέλλον μας. Αν το σημερινό πολιτικό σκηνικό είναι μοιρασμένο ανάμεσα στην επιτρεπτική – φιλελεύθερη τεχνοκρατία και στον φονταμενταλιστικό λαϊκισμό, ο Μπερλουσκόνι χρησιμοποιεί και τα δυο ταυτόχρονα· άρχει δια της κυνικής υπονόμευσης του ηθικού αλλά και της αξιοπρέπειας με την οποία συνδέεται το ύψιστο αξίωμα του κράτους. Το στοίχημά του είναι ότι ο λαός θα ταυτιστεί μαζί του, εφόσον υποδύεται την εικόνα του μέσου Ιταλού: «Είμαι ένας από εσάς, ολίγον διεφθαρμένος, έχω μπερδέματα με το νόμο, τσακώνομαι με τη σύζυγό μου, με ελκύουν άλλες γυναίκες». Ο πομπώδης τρόπος του μοιάζει με το γελοία οπερατικό όνειρο ενός φτωχού. Δεν πρέπει να μας ξεγελάσει: πίσω από το προσωπείο του κλόουν κρύβεται ένας αριστοτεχνικός χειρισμός της κρατικής εξουσίας κι αν γελάμε υπερβολικά μαζί του παίζουμε το παιχνίδι του. Βέβαια η τεχνοκρατική διοίκηση και το προσωπείο του κλόουν δεν αρκούν· χρειάζεται κάτι περισσότερο, κι αυτό είναι ο φόβος. Φόβος για ένα δικέφαλο τέρας, του μετανάστες και τους κομμουνιστές.

Σοκ (και λίγο δέος)

Η επίθεση των ΗΠΑ εναντίον του Ιράκ στηρίχτηκε στην ιδέα ότι, ύστερα από την εφαρμογή της πολεμικής στρατηγικής «σοκ και δέος», η χώρα θα μπορούσε να οργανωθεί ως παράδεισος της ελεύθερης αγοράς, αφού ο τραυματισμένος λαός δεν θα προέβαλλε καμιά αντίσταση και αλλά, έχοντας μετατραπεί ήδη σε μια ιδεολογική tabula rasa, θα ήταν έτοιμος να αποδεχτεί τη νέα τάξη πραγμάτων. Μήπως λοιπόν και η παρούσα οικονομική κατάρρευση χρησιμοποιηθεί σαν ένα «σοκ» που θα δημιουργήσει τις κατάλληλες ιδεολογικές συνθήκες για περαιτέρω φιλελεύθερη θεραπεία; Μερικές από τις πιο κατάφωρες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που τείναμε να θεωρούμε σαδιστικές ενέργειες αντιδημοκρατικών καθεστώτων, στην πραγματικότητα είτε διαπράχθηκαν με την πρόθεση να τρομοκρατηθεί ο πληθυσμός είτε χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να προλειανθεί το έδαφος για την εισαγωγή ριζικών «μεταρρυθμίσεων» υπέρ της ελεύθερης αγοράς μας θυμίζει η Ναόμι Κλάιν (Το δόγμα του σοκ)

Έτσι κι αλλιώς άλλοι φταίνε

Πιθανώς το κύριο καθήκον της κυρίαρχης ιδεολογίας (με παλιομοδίτικους μαρξιστικούς όρους) είναι ακριβώς να επιβάλει μιαν αφήγηση η οποία θα επιρρίψει την ευθύνη για την κατάρρευση όχι στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα καθεαυτό, αλά σε δευτερεύουσες και συγκυριακές παρεκκλίσεις (π.χ. διαφθορά των μεγάλων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, φορολογικά συστήματα και φοροδιαφυγές). Ομοίως στην εποχή του Υπαρκτού Σοσιαλισμού οι αμύντορες της σοσιαλιστικής ιδεολογίας υποστήριξαν ότι η αποτυχία των «λαϊκών δημοκρατιών» ήταν η αποτυχία μιας μη αυθεντικής εκδοχής σοσιαλισμού, όχι της ιδέας καθαυτήν, καταλήγοντας ότι τα καθεστώτα τους έχρηζαν ριζικών μεταρρυθμίσεων παρά ανατροπής και κατάλυσης. Η απατηλή, επικίνδυνη μοιρολατρική πεποίθηση ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε, ακόμα και αν δεν είναι ο καλύτερος δυνατός, είναι ο λιγότερο κακός, οπότε οποιαδήποτε ριζική αλλαγή θα κάνει τα πράγματα απλώς χειρότερα.

Αυτοπαραμύθιασμα

Οι Ευμενίδες του Τζόναθαν Λίτελ παρουσιάζουν με έξοχο τρόπο μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Ολοκαυτώματος από την οπτική γωνία ενός άμεσα αναμεμειγμένου Γερμανού, προτείνοντας μια μυθιστοριοποιημένη ναζιστική εκδοχή του Πρίμο Λέβι και προσφέροντας ένα καίριο φροϋδικό δίδαγμα: πρέπει να απορρίψουμε την ιδέα ότι ο ενδεδειγμένος τρόπος για να καταπολεμούμε την δαιμονοποίηση του Άλλου είναι να τον θεωρήσουμε ολόπλευρα ως πρόσωπο με υποκειμενικό βάθος και να ακούσουμε την ιστορία του. Μπορούμε να δεχτούμε ότι οι λεπτομέρειες της προσωπικής ζωής αντισταθμίζουν τις φρικαλεότητες της κυριαρχίας κάποιου; Ο πλούτος του εσωτερικού βίου εδώ είναι μια απάτη:  Οι ιστορίες που αφηγούμαστε στον εαυτό μας για τον εαυτό μας προκειμένου να αιτιολογήσουμε ό,τι κάνουμε είναι ένα ψεύδος και χρησιμοποιούνται για να συγκαλύψουν την αληθινή ηθική διάσταση των πράξεών μας – η αλήθεια βρίσκεται μάλλον έξω, σε αυτά που πράττουμε. (σ. 66). Το αφόρητο στην περίπτωση των ναζί εκτελεστών δεν είναι οι τερατωδίες που διέπραξαν, όσο το πόσο «πολύ ανθρώπινοι» παρέμεναν ενόσω τις διέπρατταν.

Η ίδια στρατηγική ιδεολογικού «εξανθρωπισμού» αποτελεί κομβικό συστατικό της αυτοπαρουσίασης των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων: καθώς οι στρατιώτες παρουσιάζονται ως συνηθισμένοι άνθρωποι, καλλιεργείται η ψευδής ιδέα ότι παρά τις πολιτικές μας διαφορές είμαστε όλοι κατά βάση ανθρώπινα πλάσματα με τις ίδιες αγάπες και έγνοιες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το ντοκιμαντέρ Tsahal του Κλοντ Λαντσμάν, με στρατιώτες να υποδύονται τον «συνηθισμένο, ανθρώπινο εαυτό τους», για να δώσουν ανθρώπινο πρόσωπο στις πράξεις τους και με ειρωνικό αποκορύφωμα την εμφάνιση του Αριέλ Σαρόν ως φιλειρηνικού αγρότη (!). Παρόμοια διαδικασία «εξανθρωπισμού» παρατηρείται βέβαια και στις μπλοκμπάστερ ταινίες όπου οι αρχικά μονοδιάστατοι ήρωες παρουσιάζουν καταλεπτώς τις αβεβαιότητες, τις αδυναμίες, τους φόβους τους (όπως συνέβη και στην περίπτωση της Ούλρικε Μάινχοφ στο Der Baader Meinhof Komplex).

Ζήσε την εμπειρία, ζήσε την εμπειρία, ζήσε την εμπειρία, ζήσε την….

Το «νέο πνεύμα» του καπιταλισμού περιλαμβάνει και την περίπτωση του «πολιτιστικού καπιταλισμού»: ο κύριος λόγος για τον οποίο αγοράζουμε εμπορεύματα δεν είναι ούτε η ωφελιμότητά τους ούτε πλέον  έκφραση κοινωνικού κύρους αλλά για να αποκομίσουμε την εμπειρία που παρέχουν, να προσδώσουμε νόημα στη ζωή μας. Αν εκείνο που πραγματικά μετράει είναι η εμπειρία, γιατί να μην επιδιώκουμε μόνο αυτήν παρακάμπτοντας τη χονδροειδή οδό της πραγματικότητας, όπως ακριβώς στη δυστοπική Ολική επαναφορά μπορούσε κανείς να αγοράσει τις αναμνήσεις ενός ταξιδιού;

Η επιχείρηση Στάρμπακς γνωρίζει καλά το παιχνίδι όταν παρουσιάζει τις καφετέριές της ως υποκατάστατα κοινότητας, το δε πρόγραμμά της Ethos Water («κάθε φορά που αγοράζεις το νερό μας υποστηρίζεις ανθρωπιστικά προγράμματα στην Αφρική, την Λατινική Αμερική» κ.λπ.), το οποίο βέβαια παραλείπει να αναφέρει ότι το νερό που πουλάνε κοστίζει ακριβότερα από οπουδήποτε αλλού, είναι ενδεικτικό της ενσωμάτωσης της κληρονομιάς του ’68: αυτό που μετράει είναι η «αυθεντική εμπειρία». Κάπως έτσι και ο Τσε Γκεβάρα έχει καταστεί «το κατεξοχήν μεταμοντέρνο ίνδαλμα» εκφράζοντας συγχρόνως τα πάντα και τίποτα, κοινώς οτιδήποτε θέλουμε να εκφράσει. Ως συνήθως η ακίνδυνη οσιοποίηση συνδυάζεται με το αντίθετό της, με την αισχρή εμπορευματοποίηση: μια αυστραλιανή εταιρεία λάνσαρε πρόσφατα το παγωτό «Cherry Guevara» εστιάζοντας – που αλλού; – στη «γευστική εμπειρία».

Επιτρέπεται;

Ο Ζαν-Κλοντ Μιλνέρ αντιλαμβάνεται με μεγάλη οξυδέρκεια πώς το κατεστημένο κατόρθωσε να εξουδετερώσει όλες τις απειλητικές συνέπειες του ’68 ικανοποιώντας τις διεκδικήσεις νέων δικαιωμάτων υπό τύπον απλώς «αδειών»: η «επιτρεπτική κοινωνία» [permissive society] απλώς διευρύνει τα όρια αυτού που επιτρέπεται να κάνουν τα υποκείμενα, χωρίς να τους δίνει καμιά επιπλέον εξουσία. Όπως γράφει ο Μιλνέρ ένα δικαίωμα δίνει πρόσβαση στην άσκηση μιας εξουσίας εις βάρος μιας άλλης εξουσίας, ενώ μια άδεια δεν μειώνει την εξουσία εκείνου που την παραχωρεί. Κάπως έτσι συμβαίνει με τα δικαιώματα του διαζυγίου, της άμβλωσης, του γάμου των ομοφυλοφίλων. Εδώ κρύβεται το «μυστικό της γαλήνης που επικράτησε στη Γαλλία την τελευταία τεσσαρακονταετία». Ενώ ο Μάης στόχευε σε μια συνολική πολιτικοποιημένη δράση, το πνεύμα του μεταλλάχθηκε στην κατεξοχήν μορφή κοινωνικής παθητικότητας: την αποπολιτικοποιημένη ψευδοδραστηριότητα.

Ζητούνται επαναστάτες, πληροφορίες εντός

Για ποιο λόγο όμως η εργατική τάξη δεν ολοκληρώνει το πέρασμα από το καθ’ εαυτήν στο δι’ εαυτήν και δεν συγκροτείται ως επαναστατικός δρων; Το πρόβλημα αυτό στάθηκε το βασικό κίνητρο για τη στροφή στην ψυχανάλυση, που επιστρατεύτηκε ακριβώς για να εξηγήσει τους ασύνειδους λιμπιντικούς μηχανισμούς που εμποδίζει την άνοδο μιας ταξικής συνείδησης, μηχανισμού που είναι εγγεγραμμένοι στο ίδιο το Είναι/Κοινωνική Κατάσταση της εργατικής τάξης. Γι’ αυτό τον λόγο, ο δυτικός μαρξισμός αποδύθηκε σε μια διαρκής αναζήτηση άλλων κοινωνικών δρώντων – επαναστατικών υποκειμένων – αναπληρωτών της απρόθυμης εργατικής τάξης: χωρικών του Τρίτου Κόσμου, φοιτητών, διανοούμενων κλπ κλπ. Εδώ κάθε φορά αναζητείται το «δυναμικό οργής» των απογοητευμένων και όλες οι επιτυχημένες σοσιαλιστικές επαναστάσεις ακολούθησαν το ίδιο πρότυπο: εκμεταλλευόμενες μια τοπική ευκαιρία σε μια ακραία και κρίσιμη κατάσταση.

Διακρίνονται από Αριστερά: Losers και Μαχητές

Ο Ζίζεκ θυμάται την σκωπτική φράση του Μιγκέλ ντε Ουναμούνο προς τους φρανκιστές στο Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα το 1936: Θα νικήσετε, αλλά δεν θα πείσετε. Και αναρωτιέται: Είναι η Αριστερά καταδικασμένη να συνεχίσει να παίζει το ρόλο εκείνων που πείθουν αλλά εξακολουθούν μολαταύτα να ηττώνται (και που είναι ιδιαίτερα πειστικοί στο να εξηγούν εκ των υστέρων τους λόγους της αποτυχίας τους); Αυτό είναι το μόνο που μπορεί να πει η σημερινή Αριστερά στον θριαμβεύοντα παγκόσμιο καπιταλισμό; Αν έχει μέχρι σήμερα σπιλώσει εκείνους που κατέχουν την εξουσία μήπως θα έπρεπε πλέον να τους ευνουχίσει;

O Ζίζεκ εδώ είναι απόλυτος. Διαφωνεί με το «Έπειτα από την τραγωδία του ολοκληρωτισμού του εικοστού αιώνα κάθε συζήτηση περί επιστροφής στον κομμουνισμό δεν μπορεί παρά να είναι αστεία» και υποστηρίζει πως αν ο κομμουνισμός είναι μια «αιώνια» ιδέα, τότε πρέπει να επανεφευρίσκεται σε κάθε νέα ιστορική κατάσταση. Στην ερώτηση – τίτλο πρόσφατης επιφυλλίδας του Έρικ Χόμπσμπαουμ: «Ο σοσιαλισμός απέτυχε, ο καπιταλισμός χρεοκόπησε. Τι ακολουθεί;» απαντάει «Ο κομμουνισμός» και πασχίζει να βρει ένα νέο τρόπο ύπαρξης αυτής της Ιδέας. Άλλωστε εξαρχής έχει παραδεχτεί πως οι αναλύσεις του είναι στρατευμένες και «μεροληπτικές», γιατί η αλήθεια γίνεται προσπελάσιμη μόνο όταν κανείς συντάσσεται με τη μια πλευρά.

Η ισότητα μεταξύ λευκών και μαύρων που προβάλλεται ως μέρος του Αμερικανικού Ονείρου και αντιμετωπίζεται ως αυτονόητο πολιτικοηθικό αξίωμα στις δεκαετίες του ’20 και του ’30 υποστηριζόταν μόνο από τους κομμουνιστές των ΗΠΑ, ενώ η προτίμηση της Εκκλησίας στους μοναρχικούς θεσμούς είναι αδιαμφισβήτητη. Όλα τα στοιχεία που σήμερα ταυτίζουμε με την ελευθερία και τη φιλελεύθερη δημοκρατία κατακτήθηκαν μέσα από έναν μακρύ και δύσκολο αγώνα από πλευράς των κατώτερων τάξεων και κάθε άλλο παρά «φυσική» συνέπεια των καπιταλιστικών σχέσεων.

Εκδ. Scripta, 2011, μτφ. Νεκτάριος Καλαϊτζής, 226 σελ. [First as tragedy, then as farce, 2011].

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr




Οκτώβριος 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Σεπτ.   Νοέ. »
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Blog Stats

  • 1.002.048 hits

Αρχείο