Αρχείο για Δεκέμβριος 2011

31
Δεκ.
11

Γιώργος Χ. Θεοχάρης – Από μνήμης

Όπως εκείνος, που πλημμυρισμένος από συγκίνηση, με λυγμικά δάκρυα στα μάτια και τον κόμπο στο λαιμό, «πολύ…» είπε, «πολύ…», και τίποτε άλλο δεν μπόρεσε να προσθέσει, αφήνοντας έτσι αυτό το επίρρημα μόνο του να εκφράζει το μέγεθος του εσωτερικού του συγκλονισμού.

…και μόνο για τέτοιες στιγμές αξίζει κανείς, αν όχι να γίνει ποιητής, τουλάχιστο να γίνει αναγνώστης της˙ και μόνο για τέτοιες στιγμές αξίζει να υπάρχει η ποίηση, να τις κρυσταλλώσει σε στίχο. Κι αν γράφοντας ποιήματα βότσαλα μνήμης ρίχνουμε/στον σιωπηλό βυθό/του χρόνου κι αν τα ποιήματα δεν είναι τίποτα άλλο παρά ενέχυρα με το οποία δανειζόμαστε ψιχία αιωνιότητας και πάλι η οδυνηρή μας διαδρομή γλυκαίνεται, οι πόνοι μας διαχέονται στις λέξεις, μας δίνουν το άλλο χάδι για να πορευτούμε ακόμα πιο συνειδητοί.

Δεν χρειάζεται να βασιστεί κανείς στους τίτλους των συλλογών και των ποιημάτων του Γ. Χ. Θεοχάρη, ούτε καν στη διάκριση των γραπτών του εδώ σε μνημόσυνα και μνησιδωρήματα (τι υπέροχη λέξη, τι αχανής…) για να αντιληφθεί τον εναγκαλισμό του λόγου του με τη μνήμη. Η μνήμη βρίσκεται στην αφετηρία της συγγραφής του, η μνήμη και στην κατάληξη. Κι όλος ο ενδιάμεσος λεκτικός αγώνας αφιερώνεται σ’ εκείνη, ακόμα κι αν εμφανίζεται στην πλήρη σκληρότητά της. Ανάβω το καντήλι σου, /φροντίζω το κερί να μη σου λείψει./Τι άλλο θες και μού καρφώνεις στα πλευρά/μαχαίρια μνήμης; Πώς να προσποιηθείς μια δήθεν απουσία της, αφού: Όλα κάποτε αλλάζουν, σκέπτομαι. Η μνήμη μόνο επιμένει.

Αλλά πάλι θα πείτε προς τι τόσο πάθος αφού οι αναμνήσεις έρχονται μονάχα για να μας παιδέψουν και όσες φορές επιστρέφουμε δεν μας περιμένει κανένας όπως το μεταμεσονύκτιο τρένο φτάνει στην προκαθορισμένη ώρα και βρίσκει το σταθμό ερειπωμένο και ο μοναδικός επιβάτης κατεβαίνει στην αποβάθρα της αιωνιότητας …

Η πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα, συμπληρούσα, και οιονεί παραληρούσα μνήμη ανοίγει διάπλατα τις πόρτες αναρίθμητων προσωπικών διηγήσεων. Αλλά εδώ στιχουργούνται και πεζογραφούνται υποδείγματα σύμπλεξης και σύμπλευσης προσωπικής και συλλογικής Ιστορίας. Χρησιμοποιώ και τα δυο ρήματα, καθώς ποίηση και πεζογραφία βρίσκονται τόσο από μνήμης όσο και ειδικά στο παρόν βιβλίο σε διαλεχτή διαλεκτική. Και πώς είναι δυνατό να υπάρχει μνήμη χωρίς πόνο, χωρίς την αίσθηση του οριστικά χαμένου και αναπόδραστα οδυνηρού; Και πώς να μη ζητά η απώλεια μερίδιο στις λέξεις και τα πνεύματα στα πνεύματα και τις στίξεις; Και πώς να μη συνομιλεί κανείς με τους χαμένους του και τους νεκρούς του; Ποιος είπε ότι είναι εύκολο να νοιώσεις το νεκροταφείο κοιμητήριο;

Όπως όταν βρίσκεσαι κάτω από συγκεκριμένη ψυχολογική πίεση: βαριά ασθένεια ή επαπειλούμενος θάνατος προσφιλούς, θεωρείς πως οι στίχοι των τραγουδιών που ακούγονται στο ραδιόφωνο γράφτηκαν για τη δική σου περίπτωση.

Γι’ αυτά υπάρχει η ποίηση: Για τη νονά του δεκαπεντάχρονου που ανελήφθη με τη μοτοσικλέτα του, που έγραψε ένα ποίημα για τον αναδεξιμιό της, το τύπωσε και το μοίρασε στο μνημόσυνο για μπομπονιέρες. Για μια γυναίκα ο χορός της οποίας μελωδούσε το άλγος της ψυχής και η αύρα της μύρωνε το μαγαζί. Για τον όποιον γνωρίζει πως η τυραννία του χρόνου είναι προδήλως άγρια σ’ ένα δωμάτιο νοσοκομείου, όπως ο αφηγητής που απευθύνεται σε παραλήπτη που δεν θα αναφέρω: Μας φαινότανε από το χρώμα των σπασμένων φθόγγων, άλλοτε πώς παρακαλούσες, άλλοτε πώς έβριζες. Ποιάν άλλη αλήθεια μάταια υπερασπιζόσουν; Και δίπλα στο παραλήρημα του ασθενούς, συλλαβίζει κι ο αφηγητής σιμά του, παράλληλα παραληρήματα, φωτογραφικές μνήμες και μνήμες φωτογραφιών. Πού πάνε οι προσδοκίες μας; Και τι είδους σχιζοφρένεια είναι να σκέπτομαι, καθώς ψυχορραγείς, ότι η μνήμη της πορείας σου προς το θάνατο μπορεί να γίνει καλό φαΐ για τον Μινώταυρο στης Τέχνης μου… («Γενικό Νοσοκομείο Λειβαδειάς»).

Κι αν τις περισσότερες φορές η ποίηση μπορεί να γίνει από μόνη της θρησκεία («Στου Όσιου Λουκά το μοναστήρι 73 χρόνια αργότερα»), δικαιούσαι κάποιες άλλες κάτω από το βάρος του αβάσταχτου πόνου να πιαστείς από τη χειρολαβή της πίστης («Ένας αγνωστικιστής ονειρεύεται»). Αλλά ακριβώς όλα τα βιώματα, δραματικά και αδράματα, αξίζουν μια δεύτερη ζωή στην ποίηση. Γι’ αυτό και, όταν μικρός ο ποιητής κολλούσε το μούτρο του στο τζάμι ενός κουρείου, ένας άλλος Γιώργος του ψιθύριζε: Όταν μεγαλώσουμε θα τα ιστορήσω όλα τούτα. Μην κάθεσαι στο κρύο, θα τα διαβάσεις τότε. Τρέξε κι εσύ ν’ αποταμιεύσεις μνήμες.

Να ποιοι άλλοι κατοικούν στις κυψέλες της μνήμης: οι φίλοι, ζώντες και τεθνεώτες, εν γνώσει ή εν αγνοία τους συνοδοιπόροι – ένας κύκλος παρών και ξέχειλος στην γραφή του συγγραφέα. Και αυτοί αξίζουν την ποιητική συγγραφή, αφιέρωση και μνημόνευση: από τον φίλο που χαμογελούσε μ εκείνον τον μορφασμό που αποτελεί εισαγωγική εικόνα στο κλάμα, όταν τα νήπια μαντεύουν το πικρό παρελθόν του μέλλοντός τους ως την αναζήτηση όλων μαζί, όπως σε μια κυριολεκτική χαρτογράφηση φιλίας, σε μια αναζήτηση φίλων που έχουν φύγει από τα μέρη τους, αλλά κάναν την γλώσσα ρούχο τους, τη μνήμη τους πατρίδα, σώζονται στα λευκά χαρτιά στα μαύρα τα μελάνια, σε τόπους όπως [αλιεύω τυχαία ταχέως] η Πρέβεζα του Αιμίλιου Καλλιακάτσου, η Φιλιππιάδα του Γιάννη Δάλλα, η Γρανίτσα του Βασίλη Γκουρογιάννη, τα Γιάννενα του Νίκου Χουλιαρά, η Οξυά Κονίτσης του Πάνου Κυπαρίσση, ο Άγιος Κοσμάς Πωγωνίου του Τάσου Πορφύρη, το Περιστέρι Πωγωνίου του Χριστόφορου Μηλιώνη, η Πόβλα Θεσπρωτίας του Σωτήρη Δημητρίου, ο Τσαμαντάς Θεσπρωτίας του Μιχάλη Γκανά… («Εκδρομή στην άλλη μνήμη ή τι ζητούσε ένας Ρουμελιώτης στην Ήπειρο»).

Ανάμεσα σε μνημοφυλάκια παρομοιώσεων, μνήστρα της αβύσσου (αλησμόνητες εκφράσεις του ποιητή και οπωσδήποτε αξιόκλεπτες) και «κινηματογραφικές» εικόνες όπως εκείνη της «γυναίκας άλλων καιρών που ανέβηκε στον υδατόπυργο με την παλιά σκουριά στις κολόνες και πέταξε στον ουρανό ακολουθώντας την παρδαλή της κατσίκα» ή της «εαρινής λιτανείας των παιδιών που ψάλλει τον Κωνσταντίνο ενώ η Γλυκερία ανεβασμένη στην αχλαδιά στολίζει με ανθάκια λευκά το σγουρό της εφηβαίο», η μνήμη στέκει συντριμμένη αλλά καταφάσκουσα τη ζωή, μέρος της οποίας είμαστε όλοι όσοι συναντιόμαστε στις σελίδες εκείνες. Αυτά πρέπει να θυμόμαστε «στην ευτυχία της ειρηνικής μας ζωής», χωρίς να ξεχνάμε «να κλείνουμε το μάτι στα αγάλματα για να τους δείξουμε πως θυμόμαστε».

…αν σωστά ερμηνεύω, κανένα αίνιγμα δεν λύνεται αν δεν φτάσεις ματωμένος στο τρίστρατο-

Κι έτσι είναι, ποιητή, σωστά ερμηνεύεις, και ήδη γνωρίζεις πριν από μας πως και η μνήμη ματώνει, περισσότερο δε από οτιδήποτε άλλο, αλλά πάντα θα προτιμούμε χίλιες φορές ο λόγος μας να είναι κατακόκκινος απ’ τις ματώσεις της.

Πρώτες δημοσιεύσεις των κειμένων: Το Δέντρο, Πλανόδιον, Νέα Εστία, (δε)κατα, Πάροδος, Κυριακάτικη Αυγή, Εμβόλιμον, Ανθολογία Συμποσίου Ποίησης, Δρομολόγιο, Poeticanet. / Ποιητικές συλλογές: Πτωχόν Μετάλλευμα (Εμβόλιμον, 1990), Αμειψισπορά (Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Λεβαδειάς, 1996), Ενθύμιον (Καστανιώτης, 2004). Έρευνα: Δίστομο 10 Ιουνίου 1944 – το Ολοκαύτωμα (Σύγχρονη Έκφραση, 2010).

Εκδ. Μελάνι, 2010, σελ. 64.

… και, παρ’ όλ’ αυτά βέβαια, ο χρόνος συνεχίζει να ρέει ακάθεκτα, καταποντίζοντας σε βυθό αφανείας και λήθης τις αυταπάτες μας.

Σημ. Ο συγγραφέας και εκδότης του περιοδικού Εμβόλιμον φιλοξενούμενος στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.  Παρουσίαση τευχών του περιοδικού σύντομα στο Πανδοχείο μας.  Στις φωτογραφίες της δεξιάς στήλης, τόποι που περιέβαλαν την πλούσια δημιουργική πορεία του συγγραφέα: η Μονή Οσίου Λουκά στο Δίστομο και τα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας, όπως φαίνονται κατεβαίνοντας από το Δίστομο.

30
Δεκ.
11

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 73. Γιώργος Κυριαζής

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Προτιμώ να βουτάω μονομιάς σε ένα νέο λογοτεχνικό κείμενο προς μετάφραση, χωρίς να το έχω διαβάσει πρώτα, για να μη χάσω την αίσθηση της έκπληξης που θα απολάμβανα ως αναγνώστης του. Το λεγόμενο «πρώτο πέρασμα» που κάνω δεν είναι ποτέ πρόχειρο, αλλά εξαντλητικό, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι θα χάσω χρόνο από τα επόμενα περάσματα. Επίσης έχω την τάση να ερευνώ ακόμη και πράγματα για τα οποία είμαι σίγουρος.

Η σχέση του μεταφραστή είναι πρωτίστως με το κείμενο, και όχι με τον συγγραφέα (είμαι υπέρμαχος της αυτονομίας του κειμένου), αλλά σε περιπτώσεις που ο συγγραφέας είναι αυτό που λέμε «στυλίστας», είναι πολύ χρήσιμο να έχει διαβάσει κανείς άλλα βιβλία του, έτσι ώστε να αποφύγει ατοπήματα ως προς το ύφος. Και αν ο μεταφραστής έχει την τύχη να εργαστεί πάνω σε δύο ή περισσότερα βιβλία του ίδιου συγγραφέα, τότε μπορεί να τον αντιμετωπίσει πιο ολοκληρωμένα και, κατά κάποιον τρόπο, να δημιουργήσει ένα ενιαίο ύφος, αναγεννώντας έτσι, ουσιαστικά, το κείμενο σε μια νέα γλώσσα (εάν, βεβαίως, όλα πάνε καλά).

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Η ίδια, και στις δυο περιπτώσεις: Το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, του Τόμας Πίντσον. Απίστευτα δύσκολο βιβλίο, που όμως επιβραβεύει και με το παραπάνω την προσπάθεια, και του μεταφραστή και του αναγνώστη. Υπάρχουν εκεί μέσα πολλές παράγραφοι, ή και ολόκληρες σελίδες, που ακόμη και τώρα τις διαβάζω και μένω άφωνος.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Όλα του Τόμας Πίντσον. Και αυτά που έχω κάνει εγώ (Το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, Μέισον και Ντίξον, Ενάντια στη Μέρα, Έμφυτο Ελάττωμα), και αυτά που έχουν κάνει άλλοι άξιοι συνάδελφοι (Η Συλλογή των 49 στο Σφυρί, Βάινλαντ, V., Βραδείας Καύσεως). Μη με παρεξηγείτε, ο Πίντσον είναι η εμμονή μου.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση;

Επειδή η εναλλαγή χαρτιού-οθόνης με κουράζει, το πρώτο πράγμα που κάνω είναι να «σαρώνω» το πρωτότυπο, ώστε να το έχω, έστω και ως εικόνα, σε ηλεκτρονική μορφή. Έτσι, έχοντας στην οθόνη το πρωτότυπο, τον επεξεργαστή κειμένου, το λεξικό και τη μηχανή αναζήτησης, νιώθω ετοιμοπόλεμος και μπορώ να ξεκινήσω. Συνήθως αποφεύγω να δουλεύω με μουσική υπόκρουση, γιατί, ακριβώς επειδή είμαι και μουσικός, ο νους μου στρέφεται αμετάκλητα εκεί. Αν χρειάζομαι κάτι για να σπάσει η μονοτονία της σιωπής, βάζω (πάλι στον υπολογιστή) κάποια αδιάφορη ταινία ή σειρά, η οποία παίζει στο φόντο χωρίς να διεκδικεί την προσοχή μου.

Ασχολείστε και με την μουσική. Με ποιο τρόπο; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Είμαι εδώ και χρόνια μέλος της χορωδίας της ΕΡΤ, με την οποία έχω πάρει μέρος σε πάρα πολλές συναυλίες και παραστάσεις με ένα ευρύτατο φάσμα μουσικών έργων. Για ένα διάστημα συνεργάστηκα και με την Πειραματική Λυρική Σκηνή, ως σολίστας. Επίσης συμμετέχω σε δύο φωνητικά σύνολα (Εμμέλεια και Πολυφωνία) τα οποία είναι προσανατολισμένα κυρίως στη μουσική της αναγέννησης. Παλιότερα συμμετείχα στο μεσαιωνικό συγκρότημα Lyrae Cantus, καθώς και στο ποπ συγκρότημα One Night Suzan. Υπήρξα και ψάλτης.

Η μουσική που ακούω είναι πολυποίκιλη, με κάποια προτίμηση στην κλασική, το μπαρόκ και την παλιά τζαζ, αλλά όποτε νιώθω ότι θέλω να «εξανθρωπιστώ» καταφεύγω πάντοτε στη φωνητική αναγεννησιακή μουσική, και ιδιαίτερα της φλαμανδικής σχολής. Βέβαια, μια μικρή γωνιά στην καρδιά μου είναι πάντοτε φυλαγμένη για τους Pink Floyd και για την παιδική μου αγάπη, τους Doors. (Και μια άλλη, όχι και τόσο μικρή, ανήκει στον μέγιστο Μπαχ.) Από τη φετινή δισκογραφική παραγωγή, πάντως, ξεχωρίζω τους δίσκους του Tom Waits και της Bjork.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Δεν θα αναφέρω ονόματα, αλλά ναι, υπάρχουν, και είναι όλοι Αμερικανοί. Τυχαίο; Δεν νομίζω…

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Η θέση του μεταφραστή δεν είναι μέσα στην εκτυφλωτική δέσμη των προβολέων της δημοσιότητας. Μάλιστα, θα έλεγα πως ούτε και η θέση του συγγραφέα είναι εκεί. Για μένα, επίκεντρο θα πρέπει να είναι το κείμενο, και η αλληλεπίδρασή του με τον αναγνώστη. Το κείμενο κυριαρχεί, αλλά ο αναγνώστης είναι ο πραγματικός ανθρώπινος πρωταγωνιστής, από αυτόν εξαρτάται κατά πόσο το κείμενο θα καταφέρει να μεταδώσει τα νοήματά του. Εξάλλου, ο αναγνώστης είναι και ο ίδιος φορέας νοημάτων, και τελικά καθένας διαβάζει στο κείμενο τον εαυτό του, γι’ αυτό και ταυτίζεται με κάποια κείμενα, ενώ με άλλα όχι. Πέραν αυτού, και ο συγγραφέας αξίζει την αναγνώριση, ως εφευρετικός δημιουργός, αλλά και ο μεταφραστής, ως δημιουργικός τεχνίτης. Το πρόβλημα με την κριτική είναι ότι συχνά αγνοεί εντελώς τον δεύτερο, και στρέφει την προσοχή της επάνω του μόνο στις περιπτώσεις που το τελικό αποτέλεσμα παρουσιάζει προβλήματα. Δεν περιμένω από έναν κριτικό να αναφερθεί διεξοδικά στη μετάφραση, καθώς κάτι τέτοιο θα απαιτούσε πάρα πολύ χρόνο (είδος εν ανεπαρκεία, σήμερα), αλλά μια έστω και μικρή αναφορά σ’ αυτήν είναι βάλσαμο. Ας μην ξεχνάμε ότι μια μετάφραση, ακόμη και μέτρια, είναι προϊόν κακοπληρωμένου μόχθου. Κατ’ αυτή την έννοια, ο μεταφραστής είναι σαν τον μουσικό: και οι δυο «ερμηνεύουν» τις δημιουργίες άλλων, και ουσιαστικά αντλούν τη μοναδική τους ικανοποίηση από το χειροκρότημα, είτε του ακροατή είτε του αναγνώστη.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Οι επιμελητές και οι διορθωτές κατ’ ανάγκη λάμπουν δια της απουσίας τους. Είναι η φύση της δουλειάς τους τέτοια. Μόνο οι άνθρωποι του χώρου μπορούν να εκτιμήσουν την προσφορά τους, η οποία (το ξέρω από πρώτο χέρι) είναι τεράστια. Δεν είναι λίγες οι φορές που ένας καλός επιμελητής έσωσε μια κακή μετάφραση, μόνο και μόνο για να εισπράξει αργότερα ο μεταφραστής τα εύσημα.

Ως προς τη συνεργασία, πολλοί, απ’ ό,τι βλέπω, επιλέγουν να δουλεύουν μόνοι, κάνοντας μόνο σποραδικά μερικές ερωτήσεις σχετικά με το κείμενο. Άλλοι βρίσκονται σε συνεχή επαφή με το μεταφραστή, πράγμα που προσωπικά προτιμώ. Δεν είχα ποτέ κάποιο πρόβλημα με κανέναν, αλλά νιώθω ότι πρέπει να κάνω ιδιαίτερη αναφορά στον επιμελητή των δύο βιβλίων του Πίντσον που βγήκαν από τις εκδόσεις Καστανιώτη, τον Δημήτρη Πήχα, ο οποίος αγάπησε πολύ τα βιβλία, μπήκε στο ύφος του συγγραφέα, έψαξε εξαντλητικά τα πάντα, και με γλίτωσε από κάμποσες κακοτοπιές.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Πολλές φορές νιώθω σαν τον Ταϊρόν Σλόθροπ, τον «πρωταγωνιστή» (τα εισαγωγικά απαραίτητα) του Ουράνιου Τόξου της Βαρύτητας, χαμένος μέσα σ’ αυτά που γίνονται γύρω μου, πασχίζοντας να βρω μια διέξοδο, με τη μόνιμη αίσθηση ότι κάποια σκευωρία εξυφαίνεται σε βάρος μου. Πολλοί άλλοι άνθρωποι νιώθουν το ίδιο, φαντάζομαι.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Σαίξπηρ, Ντίκενς, Καλβίνο, Βιάν, Βερν, Ντικ, Γουέλς, Λάβκραφτ, Μπρινκ, Άπνταϊκ, Τζόις, Πάουντ, Κάμινγκς, Πόε, Μπέκετ, Φιτζέραλντ, Καμύ, Κρούμι, Ναμπόκοφ, Πίντσον, κι άλλοι πολλοί.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Πφιτς, Περιμένοντας τον Γκοντό, Ο Μεγάλος Γκάτσμπι, Οδυσσέας, Ο Αφρός των Ημερών, Οι Αόρατες Πόλεις, Ιστορία Δύο Πόλεων, Άμλετ, Ούμπικ, Λολίτα, τα σονέτα του Σαίξπηρ, τα άπαντα του Κάμινγκς, και φυσικά το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Λιγεία και Η Πτώση του Οίκου των Άσερ, του Πόε.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Τους νέους έλληνες λογοτέχνες δεν τους έχω διαβάσει όσο θα ήθελα. Δεν φταίνε αυτοί, εγώ φταίω. Σκοπεύω να ανακτήσω σύντομα το χαμένο έδαφος.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Τζερεμάια Ντίξον, από το Μέισον και Ντίξον του Τόμας Πίντσον. Ζωηρός, κεφάτος, αισιόδοξος, ερωτευμένος με τη ζωή και πανέτοιμος ανά πάσα στιγμή να γευτεί τις χαρές της, κυνηγώντας τις έντονες γεύσεις, τα εξαίσια αρώματα και τις όμορφες γυναίκες, αλλά ταυτόχρονα με υψηλό αίσθημα δικαιοσύνης και προσωπική ακεραιότητα.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν και το διαδικτυώνεσθαι εν γένει;

Το διαδίκτυο είναι σπουδαίο εργαλείο, αρκεί να γνωρίζει κανείς μερικά στοιχειώδη πράγματα για τη λειτουργία, τη λογική και την ψυχολογία του μέσου, αλλιώς εύκολα απογοητεύεται και γίνεται αφοριστικός. Για παράδειγμα, δεν χρειαζόμαστε όλα όσα προσφέρονται, και πρέπει να έχουμε το κριτήριο να επιλέξουμε τι μας κάνει και τι όχι. Επίσης είναι σημαντικό να έχουμε υπόψη ότι οι περισσότεροι άνθρωποι συμπεριφέρονται διαφορετικά στο ίντερνετ και διαφορετικά στην πραγματική ζωή. Περιηγούμαι στο διαδίκτυο εδώ και πάνω από 6 χρόνια, και βλέπω ότι υπάρχουν μπόλικα πολύ καλά ελληνικά ιστολόγια, για κάθε θεματολογία. Δυστυχώς, τη μερίδα του λέοντος ως προς την επισκεψιμότητα την έχουν όσοι αναπαράγουν απλώς  ειδήσεις από τα παραδοσιακά ΜΜΕ, ειδικά αν αυτές έχουν (ή μπορούν εύκολα να αποκτήσουν) και μια λαϊκιστική χροιά. Αλλά αυτό που μετράει, τελικά, είναι το πρωτότυπο περιεχόμενο, και προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να κινηθεί όποιος θέλει να ασχοληθεί πιο ενεργά με το αντικείμενο.

Ιστολογείτε με το Πυντσονικόν – Σημειώσεις ενός μεταφραστή για τα έργα του Thomas Pynchon [http://pynchonikon.wordpress.com/]. Πως σας δημιουργήθηκε η επιθυμία της δημιουργίας του και πως το ζείτε ως σήμερα;

Είχα περάσει πολλά χρόνια μεταφράζοντας κυρίως Πίντσον, και ήθελα να αρχίσω να μιλάω περισσότερο γι’ αυτόν, αν και μια επίσκεψη στο ιστολόγιο θα σας δώσει την εντύπωση πως είμαι λιγομίλητος, γιατί δεν γράφω και πολύ συχνά. Εξάλλου, με τόσο περιορισμένη θεματολογία, πόσο συχνά μπορεί να γράφει κανείς; Αλλά δεν ήθελα ένα προσωπικό ιστολόγιο, όπου θα έγραφα γενικότερες σκέψεις και απόψεις, οι οποίες, στο κάτω-κάτω, δεν ενδιαφέρουν κανέναν. Ήθελα κάτι πολύ συγκεκριμένο. Και έτσι θα συνεχίσω.

Επίσης, γνωρίζοντας πολύ καλά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο αναγνώστης του Πίντσον, ξεκίνησα έναν Πιντσονικό Οδηγό [http://pynchonguide.wordpress.com/], με σημειώσεις και επεξηγήσεις πάνω στα σημεία εκείνα στα οποία είναι πιθανόν να σκοντάψει κανείς κατά την ανάγνωση. Προς το παρόν το περιεχόμενο καλύπτει μόνο ενάμισι βιβλίο, αλλά σιγά-σιγά θα επεκτείνεται.

Η εξοικείωσή σας με το Πυντσονικό Σύμπαν είναι εμφανής. Τι σας έχει προσελκύσει στον συγγραφέα αυτόν; Με ποιο βιβλίο σας μπορεί, κατά τη γνώμη σας, να ξεκινήσει ο αμύητος αναγνώστης και ποιο είναι το δικό σας αγαπημένο;

Είναι ακόμη χαραγμένη μέσα μου η μαγική αίσθηση που είχα όταν ήμουν μικρός και διάβαζα τα μυθιστορήματα του Βερν. Είχα την τύχη να τη νιώσω κι άλλες φορές, με πολλούς συγγραφείς. Αλλά ο μόνος που κατάφερε να την υπερβεί ήταν ο Πίντσον, με αυτό το ακαταμάχητο κράμα αχαλίνωτης φαντασίας και εγκυκλοπαιδικού ρεαλισμού, και με αυτό το ανυπέρβλητο γλωσσικό ύφος, που σε στέλνει αδιάβαστο, ό,τι κι αν έχεις διαβάσει ποτέ σου. Αρκεί να δεχτείς να συμμετάσχεις στο παιχνίδι, γιατί η ανάγνωση του Πίντσον απαιτεί ενεργό συμμετοχή, η γραφή του δεν είναι μια απλή εξιστόρηση, είναι ένα παιχνίδι με το μυαλό σου.

Για μια πρώτη προσέγγιση, το πιο κατάλληλο είναι το τελευταίο του μυθιστόρημα, το Έμφυτο Ελάττωμα (εκδόσεις Καστανιώτη). Η αφήγηση είναι συμπαγής και γραμμική, κι έτσι δεν χάνεται κανείς εύκολα, όπως σε άλλα βιβλία του, ενώ βοηθά και η νουάρ πλοκή. Εξάλλου, ο αναγνώστης θα μπορέσει να επωφεληθεί πλήρως και από τον Πιντσονικό Οδηγό, μια που το Έμφυτο Ελάττωμα είναι το μοναδικό βιβλίο στο οποίο έχω ολοκληρώσει τις σημειώσεις εκεί.

Το δικό μου αγαπημένο είναι αναμφισβήτητα το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας. Δεν υποτιμώ σε καμία περίπτωση τα υπόλοιπα, αντίθετα. Κατά μία έννοια, μάλιστα, το Μέισον και Ντίξον και το Ενάντια στη Μέρα είναι πιο ώριμα και πιο μεστά έργα. Αλλά το Ουράνιο Τόξο είναι πιο ξέφρενο, πιο οργιώδες, πιο αιχμηρό. Εξάλλου, ήταν και το πρώτο βιβλίο του που διάβασα (χάρη στον Γιάννη Τσιώλη), και μετέφρασα (χάρη στην Ιωάννα Χατζηνικολή).

Συμμετέχετε στην έκδοση του The Zone, του πρώτου ελληνικού διαδικτυακού περιοδικού για το έργο του Τόμας Πίντσον [http://www.thezone.gr/]. Ποιοι είστε, τι κάνετε, πώς και γιατί;

Είμαστε μια παρέα Πιντσονόφιλων, που συναντιόμαστε διαδικτυακά στο Facebook [http://www.facebook.com/groups/253860511066/], με πρωτοβουλία του Βασίλειου Δρόλια [http://ficciones.wordpress.com/], ο οποίος είχε την ιδέα και έχει αναλάβει και  την υλοποίηση του περιοδικού. Ο σκοπός μας είναι να αρχίσουν να γράφονται περισσότερα κείμενα στα ελληνικά για τον Πίντσον, για θέματα που σχετίζονται με το έργο του, για επιρροές, για επιδράσεις, αλλά και για άλλους συγγραφείς αυτής της γενιάς. Κεντρικός άξονάς μας είναι ο Πίντσον, αλλά δεν θα περιοριστούμε εκεί.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Δεν παρακολουθώ θέατρο, και ο λόγος είναι ότι πολύ σπάνια πλέον βγαίνω έξω τα βράδια. Το θέατρο είναι ζωντανή τέχνη, όπως η συναυλία, απαιτεί φυσική παρουσία, αυτό που συμβαίνει εκεί δεν μπορεί να αποτυπωθεί στη βιντεοσκόπηση ή την ηχογράφηση. Είναι άλλος ένας τομέας στον οποίο θα πρέπει να προσπαθήσω να βελτιωθώ.

Με τον κινηματογράφο τα πάω λίγο καλύτερα. Μου αρέσουν δημιουργοί όπως ο Λιντς, οι Κοέν, ο Ίστγουντ, ο Ταραντίνο, ο Άντερσον και ο Μπάρτον. Η τελευταία ταινία που είδα και με μάγεψε ήταν το Μεσάνυχτα στο Παρίσι, του Γούντι Άλεν. Αλλά μου αρέσει πολύ και η φαντασία, ιδίως η επιστημονική. Προτείνω ανεπιφύλακτα, σε όποιον έχει πρόσβαση, την τηλεοπτική σειρά Battlestar Galactica (2004-2009), αναβίωση της παλιάς ομώνυμης σειράς, αλλά με πολύ πιο σκοτεινό ύφος.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Έχω συνεργαστεί κατά καιρούς με τα περιοδικά Διαβάζω, Δέντρο, Πλανόδιο, Ρεύματα, και (δε)κατα, αλλά γενικότερα θεωρώ ήρωα οποιονδήποτε εκδίδει σήμερα λογοτεχνικό περιοδικό, και του βγάζω το καπέλο.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Η φιλοδοξία υπάρχει από παλιά, αλλά μόνο ένα ποίημα έχω δημοσιεύσει, στο περιοδικό Ρεύματα, αν θυμάμαι καλά. Στο μεταξύ άφησα κατά μέρος την ποίηση (ελπίζω προσωρινά): είχε αρχίσει να μου φαίνεται εύκολη, σίγουρη ένδειξη πως κάτι έκανα λάθος. Τώρα δουλεύω το προσχέδιο ενός μυθιστορήματος, αλλά αυτό είναι κάτι που θέλει τρομερή αφοσίωση και άφθονο χρόνο. Θα φανεί στην πορεία αν τα έχω.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Μεταφράζω το Poor People του William T. Vollmann, για τον Κέδρο. Στα διαλείμματα, διαβάζω το Lowside of the Road (μια βιογραφία του Tom Waits), και όπου να ’ναι θα ξαναπιάσω τον Οδυσσέα του Τζόις, αυτήν τη φορά στα ελληνικά.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Τι; Και να χάσω την ευκαιρία να δουλεύω τον κόσμο προσποιούμενος ότι δεν ακούω καλά λόγω γήρατος; Θα αστειεύεστε…

[Σημ. Πανδοχείου: Στις φωτογραφίες, εκτός των μεταφρασμένων από τον φιλοξενούμενο βιβλίων, δυο από τις εικόνες που αναδύονται στη διαδικτυακή επιφάνεια όταν πληκτρολογηθεί το όνομα Thomas Pynchon, το πιο αγαπημένο μας εξώφυλλο και οπισθόφυλλο Πυντσονικού Βιβλίου και, τελευταία, η φωτογραφία της ταυτότητας του μεταφραστή.  Δημοσίευση, φυσικά, και στο mic.gr]

29
Δεκ.
11

The Walkabouts – Travels in the dustland (Glitterhouse, 2011)

Walkabouts, Chris and Carla: έγιναν παρέα μου από την πρώτη στιγμή. Μου άρεσε η αύρα τους, κι ας μην έφτιαξαν ποτέ ένα δίσκο που να πω «θα τον έχω μαζί μου σε όλα τα επόμενα χρόνια». Μου άρεσε το ροκ εντ ρολλ τους, κι ας μην μου ανατάραζε την αδρεναλίνη στις αρτηρίες. Μου άρεσε που η ροκ ταυτότητά τους ήταν αυτονόητη, η αυθυπαρξία της στόχευε σε άλλες αισθήσεις. Θα βρισκόταν στα μέσα δωμάτια, κάθε φορά που θα επιστρέφαμε από τις πιο έξαλλες εκδοχές της. Μετά ήταν ο ερωτισμός που έβγαζαν ως ζευγάρι σε κάθε τους μπαλάντα και η ιδέα του δρόμου που έβγαινε σε κάθε τους δίσκο. Δεν χρειαζόταν να προσέξεις τους στίχους για να καταλάβεις πως όλα τους τα κομμάτια ήταν φτιαγμένα για σταθμούς, αναχωρήσεις, λεωφορεία, κινούμενα παράθυρα. Οι δρόμοι που έβλεπε το κάθε τραγούδι ήταν κάθε είδους, από μίζεροι και χορταριασμένοι ως πλατιοί και πολυποσχόμενοι. Αλλά πάντα ανοιχτοί.

Αφού λοιπόν στην πορεία ταυτίσαμε και τις δυο μπάντες σε σάρκα μία, τις πιστώσαμε μηχανοδηγούς στις χαμηλές ταχύτητες, κι ας μην ήταν λίγες οι φορές που επιτάχυναν. Δεν ήταν κάτι που ποτέ δεν είχαμε ξανακούσει, ήμασταν και πλημμυρισμένοι από μέσες και ήσυχες συγχορδίες όλα αυτά τα χρόνια, εκατοντάδες μπαλάντες μας κάλυπταν, υπεραρκετές. Αλλά η δική τους μουσική είχε κάτι παραπάνω, είχε τα δικά της στρώματα, ήταν ευρύτερη από την γυμνή Americana ή τις α λα Calexico μουσικές της «ερήμου». Έκρυβε ευρωπαϊκότερες παιδείες, φολκ παιδιές, πιο διαχρονικές ποικιλίες. Μας καλόμαθαν σε τακτούς δίσκους, εξαφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια, τώρα ξαναβγαίνουν στο δρόμο.

Μας πήρε πολύ χρόνο να φτιάξουμε αυτό το νέο δίσκο. Για την ακρίβεια, έξι χρόνια. Δεν ήταν ότι σταματήσαμε να είμαστε μπάντα όλο αυτό το διάστημα, αλλά ότι άλλα πράγματα προηγήθηκαν. Η ίδια η ζωή κι από μόνη της είναι ένα δύσκολο πράγμα να κοντρολάρεις και να χαμηλώσεις τις ταχύτητες. Αλλά ήταν και κάτι άλλο: μετά το Acetylene ξέραμε ότι αν κάνουμε νέο άλμπουμ θα χρειάζεται να ακολουθήσει διαφορετική πορεία… γράφει ο Chris Eckman στην ιστοσελίδα της μπάντας αλλά δεν χρειάζεται: όλα αυτά είναι αυτονόητα κι αναμενόμενα εδώ: οι έρημες γαίες, οι σκονισμένες διαδρομές, και τα ανοιχτά τοπία. Μόνο που αυτή τη φορά οι γκριζιασμένες ζώνες οδηγούν σε ακόμα πιο μελαγχολικές πόλεις, όπου ζουν ρημαγμένοι απ’ τις σκληρές συγκυρίες άνθρωποι. Τότε ήταν οι μοναχικοί των κωμοπόλεων, τώρα είναι τα πολιτικά θύματα των πόλεων.

Αλλά η μουσική ξανά μας παρηγορεί. Μάλλον τυχαία τα τρία πρώτα και τα τρία τελευταία κομμάτια του δίσκου σχηματίζουν εκλεκτό εξάσφαιρο. Η φωνητική θωπεία της Carla στο εναρκτικό My Diviner αισθάνομαι πως απευθύνεται αποκλειστικά σ’ εμένα. Η υπέροχη ερωτική της μπαλάντα Wild Sky Revelry, αντίθετα, ας μοιραστεί σε όλους όσους αξίζουν τέτοιο τάμα: – Ι’ll be your day of rest/put on your Sunday best… Ο Chris απ’ την άλλη παίρνει ξανά τις πιο υποβλητικές στιγμές: παραμορφώνει λέξεις και εικόνες που οφείλουν να παραμορφώνονται στο The Dustlands, φτιάχνει το ολόδικό του ροκ ποτό στο Long Drive in a Slow Machine και οδηγεί σαρδόνιος όσο ποτέ ένα ατόφιο ροκ εντ ρολλ διαμάντι, το Soul Thief, ένα από τα δυνατότερα τραγούδια της χρονιάς. Στην κοινή τους καταληκτήρια μπαλάντα Horizon Fade μοιάζουν σα να είναι εντελώς μόνοι τους, σα να μην είναι κανείς μας μπροστά. Ας αναφερθεί και η τρυφερή παραμυθία του They Are Not Like Us.

Φυσικά από πίσω πάντα κινούνται διακριτικά οι σύντροφοι με τα έγχορδα, τις τρομπέτες, τα ηλεκτρονικά μηχανήματα. Το πλήρωμα δεν έχει αλλάξει: Terri Moeller, Michael Wells και Glenn Slater αλλά κι ένας νεόκοπος της συντροφιάς (Paul Austin, των Willard Grant Conspiracy και Transmissionary Six – άρα γνώστης των έξωθεν κι έσωθεν ερημότοπων) συνοδεύουν το ζεύγος. Πάντα ημίφωτοι και ελεγειακοί, οι storytellers των σταθμών ήρθαν προτού ξαναφύγουν. Και για όσους αντιλαμβάνονται μερικές κωδικές λέξεις, μπροστά τους είναι ξανά ένας wide-open road. [7.5/10]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

28
Δεκ.
11

Σάκης Σερέφας – Θα σε πάρει ο δρόμος

Καλύτερα ο δρόμος παρά ο διάολος! (ή: Hit the road, Σακ!)
Ξέρεις, το μάτι του ανθρώπου δεν αδυνατίζει, ό,τι κι αν κάνεις. Με το ίδιο μέγεθος μάτι γεννιόμαστε και πεθαίνουμε.

50.000 σκέψεις κάνει ο άνθρωπος καθημερινά. Μπορεί άραγε κάποια από αυτές να τον σκοτώσει; Πώς φτιάχτηκε μια ρυτίδα μέσα σε μια νύχτα; Είναι σίγουρο ότι όλοι οι δρόμοι τελειώνουνε κάπου; Πόσες αναγνωριστικές συνουσίες χρειάζονται για αποφασίσει ένας ζεύγος την ατα(ι)ρ(ι)αξία του; Τι τακτικές ασκούν οι άνθρωποι για να περάσουν τις δύσκολες Κυριακές; Τι κερδίζει εκείνη που κοιτάζει τους επιβάτες πίσω απ’ τα τζάμια και φτιάχνει ιστορίες απ’ το νου της, που ζωοδοτεί αυτά τα «άψυχα κουκλάκια» μόνο με τη σκέψη της; Είναι άραγε η αίσθηση της παντοκρατορίας, καθώς άλλον στέλνει στο κρεβάτι, άλλην στο χωρισμό ή στη φυγή, ή απλώς η εξίσωση «πέντε συνεπιβάτες στο κουπέ ίσον πέντε ζωές» αποφέρει ένα γρήγορο ταξίδι; Ο αειέμπνευστος Σερέφας επανέρχεται όπως πάντα καίριος, λακωνικός και αστραποβόλος· άλλωστε οι προφανείς θητείες του στα αλώνια της ποίησης και τα νερά της θεατρογραφίας μοιραία εκβάλλουν σ’ ετούτη την εικοσάπλευρη διηγηματική συλλογή. Γι’ αυτό και οι ισάριθμες φωνές μ’ ένα κλείσιμο του ματιού μετατρέπουν την πρωτοπρόσωπη προφορικότητά τους σε παραμυθητική μονολογία, που ψήθηκε στα σανίδια της Πειραματικής Σκηνής της Τέχνης της Θεσσαλονίκης, ευφυούς παραγγελιοδόχου προς τον ακάματο γραφέα.

Ο Σερέφας ακαριαία αιχμαλωτίζει ακόμα και μια μοναδική αλλά καθοριστική σκέψη των «απλών» ανθρώπων που δεν γνώρισαν την τύχη μιας σελιδοποιημένης διήγησης ή την τιμή μιας αφηγημένης ζωής. Στέκεται διακριτικά δίπλα στην συσκευάστρια κονσέρβας που εγκαταλείπεται από τον σύντροφό της στον διάδρομο του σούπερ μάρκετ, στον ζωγράφο που μαθαίνει να ζωγραφίζει απορροφώντας τις αναμνήσεις των άλλων (εκμεταλλευόμενος εν αγνοία του και τα πρόσφατα νευροεπιστημονικά διδάγματα), στον σουβλατζή που, παρά το αδιόρατο προσωπικό του τηλεκοντρόλ με το οποίο γνωρίζει το κουμπί του καθενός, νοιώθει ανίκανος να σταθεί στον νέο που τα νιάτα του καήκαν σ’ ένα βράδυ ή στην κορασίδα που ξεγελά την βουλιμία της αναίμακτα πλην κωμικοτραγικά. Λες και όλοι ετούτοι οι άνθρωποι έχουν μια τελευταία ευκαιρία υπαγόρευσης μιας διαλεχτής τους στιγμής κι αυτοπροσώπως προσέρχονται στον συγγραφέα προς κατάθεσή της: «δεν βάζω τίποτα από το μυαλό μου, να ξέρεις, πάρε τα και κάν’ τα ό,τι θέλεις εσύ, εσύ είσαι ο συγγραφέας» . Από εκείνον μένει να τους εμφυσήσει πρόσθετες σκέψεις, στατιστικές, σοφίες των τριών λέξεων και αφορισμούς των πέντε και να τους οδηγήσει στο ολιγόλεπτο σκηνικό φως προτού επιστρέψουν σ’ αυτό που είναι: «τι σου είναι ο άνθρωπος ώρες ώρες, πηγάδι χωρίς πάτο είναι».

Ακόμα λοιπόν κι αν είναι να «σε πάρει ο δρόμος», δεν πρόκειται για απειλή αλλά παρηγοριά· κάθε κλείσιμο της εξώπορτας συνεπάγεται την δυνατότητα μιας μεγάλης περιπλάνησης. Ο δρόμος άλλωστε συνεχίζει να τροφοδοτεί ανεξάντλητα αυτόν τον ακάματο περιπατητή συγγραφέα, που παράλληλα διατηρεί πλήρη επίγνωση του φθαρτού και του γελοίου της τελευταίας ιδιότητας: «Είχα γνωρίσει έναν συγγραφέα κάποτε. Ξέρω τι φαντάζεσαι τώρα. Ότι κάναμε συνέχεια βαθυστόχαστες συζητήσεις για τη ζωή και το γράψιμο, καθώς βαδίζαμε αργά σε βαθύσκιες αλέες από αιωνόβιες καρυδιές, ρουφώντας απολαυστικά τον καπνό της πίπας μας. Αμ δε! Άμα κάτσεις δίπλα σε μια αγελάδα, δεν μυρίζεις το καλοψημένο φιλέτο που μπορεί να σου δώσει, αλλά τις σβουνιές της». (σ. 71)

Καμία έκπληξη λοιπόν. Συγγραφική Σερεφτυχία!

Εκδόσεις Κέδρος, 2009, σελ. 167.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

24
Δεκ.
11

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 524 (Δεκέμβριος 2011)

Ο εικαστικός Παπαδιαμάντης

Δεκέμβρης, ο μήνας των εικόνων και της μεγάλης εορτής, στοιχείων δηλαδή που αμφότερα κοσμήθηκαν από το μελάνι του Παπαδιαμάντη. Και ιδού η ιδανική χειμερινή περίσταση για ένα αφιέρωμα που θέτει τα σχετικά και πάντα ενδιαφέροντα ερωτήματα. Ποιες οπτικές και εικαστικές οπτικές αναφορές εντοπίζονται στο έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη; Ποιο ήταν το καλλιτεχνικό – ζωγραφικό κλίμα της εποχής του, με ποιους συνομιλούσε ο συγγραφέας, πώς επηρέασε την νεότερη γενιά των εικαστικών; Ποιος πολιτισμός διαμόρφωσε την ποιητική του, ποιες εικόνες σαγήνευαν τις λέξεις του; Ο Δεκεμβριάτικος φάκελος, υπό την επιμέλεια του Γιάννη Ν. Μπασκόζου, περιλαμβάνει κείμενα από τους Μάνο Στεφανίδη, Ίριδα Κρητικού και Γιώργο Ν. Περαντωνάκη.

Αν κάποιοι πίνακες του Γύζη παραπέμπουν κατευθείαν στο Σολωμό, τότε ακριβοδίκαια το πλείστον της ηθογραφίας της σχολής του Μονάχου (Λύτρας, Γύζης, Ιακωβίδης, Σαββίδης, Λεμπέσης) αναφέρεται στον Παπαδιαμάντη, γράφει ο Μάνος Στεφανίδης. Μια ολόκληρη γενεαλογία της νοσταλγίας και μια μεταφυσική της μικρής ιδιαίτερης πατρίδας γεννιέται τόσο στους καμβάδες των μετοίκων της βαυαρικής πρωτεύουσας όσο και στα λερωμένα χειρόγραφα του κοσμοκαλόγερου του Αγίου Ελισσαίου. Και μόνο η αναφορά στην κοινή θεματολογία τους, είναι αρκετή:

γιαγιάδες και παππούδες που τιθασεύουν, κουρεύουν ή κανακεύουν άτακτους εγγονούς και γλυκύτατες εγγονές, χριστουγεννιάτικοι ψάλτες που καλαντίζουν τα σπίτια κάτω απ’ την Ακρόπολη, νησιώτες που θρηνούν γύρω από ένα κερί το χαμό του αγαπημένου ναυτικού, κορίτσια που λιβανίζουν ή μοιράζουν στην εξώθυρα της εκκλησίας άνθη του Επιταφίου, χοροί και γιορτάσια στο ύπαιθρο, Νυμφίοι που εμφανίζονται αιφνίδια εν τω μέσω εκπάγλου νυκτός, γέροντες που ερωτοτροπούν, λιτανείας προσκυνητών, Μήδειες εωσφορικές…

Μόνο που τον κυρ Αλέξανδρο δεν ξέρεις πού να τον κατατάξεις. Η ταμπέλα «ηθογραφία» μοιάζει με παντελόνι χωρίς μπατζάκια κι όλα του τα αφηγήματα με εισαγωγή ή σημειώσεις για εκείνο το μεγάλο κείμενο που δεν έγραψε ποτέ. Ο Παπαδιαμάντης δεν είναι μόνο ο εμπνευστής εκείνης της ηθογραφίας που αναχαράζει μια χαρισάμενη ζωή, ούτε ο τυπολάτρης της εκκλησιαστικής παράδοσης. Ο ίδιος είναι από τους πιο ενημερωμένους καλλιτεχνικά διανοούμενους της εποχής του, ιδίως όσον αφορά τα σύγχρονά του κινήματα, ταυτόχρονα με την εμφάνισή τους στην Εσπερία, χωρίς να ακολουθήσει μόδες ούτε να παρασυρθεί από συρμούς.

Το τεύχος των 144 σελίδων συμπληρώνεται από οδηγό βιβλίων για τα Χριστούγεννα, συνομιλία με τον Φίλιππο Φιλίππου κ.ά. Και προτού ευχηθούμε καλά Χριστούγεννα και ακόμα καλύτερες παπαδιαμαντικές αναγνώσεις, γαληνεύουμε για άλλη μια φορά στο παρηγορητικό άκουσμα της φράσης του από τους Εμπόρους των Εθνών: Η αλήθεια είναι πάντοτε παράλογος.

Στις φωτογραφίες: ο κατά Εγγονόπουλον και κατά Κόντογλου Παπαδιαμάντης και μια στιγμή από την μουσική παράσταση Όνειρο στο Κύμα στο Πορφυρογένειο Ίδρυμα Αγριάς (2010).

23
Δεκ.
11

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 47

J.G.Ballard – Crash (1973) , περ. Re/Search #8-9 (1984), Concrete Island (1974)

Στον εκτυφλωτικά κίτρινο, σκοτεινό ή γκρίζο κόσμο του Μπάλλαρντ οι μηχανές γίνονται έμψυχες και οι έμψυχοι γίνονται μηχανές.

20
Δεκ.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 72. Αχιλλέας Κυριακίδης

AK

Περί γραφής και ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Φλομπέρ, Ντοστογιέφσκι, Κάφκα, Μπόρχες, Σάμπατο, Φόκνερ, Κορτάσαρ, Μάρκες, Περέκ, Εσνόζ, Κάλβος, Βιζυηνός, Σεφέρης, Σινόπουλος, Χειμωνάς.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Η αισθηματική αγωγή (Φλομπέρ), Ο ηλίθιος (Ντοστογιέφσκι), Η δίκη (Κάφκα), Μυθοπλασίες (Μπόρχες), Η βουή και το πάθος (Φόκνερ), Το κουτσό (Κορτάσαρ), Εκατό χρόνια μοναξιά (Μάρκες), Ζωή οδηγίες χρήσεως (Περέκ), Προπαντός όχι Σοπέν (Εσνόζ), Το αμάρτημα της μητρός μου (Βιζυηνός), Τρία κρυφά ποιήματα (Σεφέρης), Το γκρίζο φως (Σινόπουλος), Οι χτίστες (Χειμωνάς), Το στρίψιμο της βίδας (Τζέιμς), Ανατολικά της Εδέμ (Στάινμπεκ), Κάτω από το ηφαίστειο (Λόουρι), Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα (Μπουλγκάκοφ), Τέσσερα κουαρτέτα (Έλιοτ), Πέδρο Πάραμο (Ρούλφο), Εννέα ιστορίες (Σάλιντζερ), Ασκήσεις ύφους (Κενό), Τζαστίν (Ντάρελ), Το τούνελ (Σάμπατο), Το αστείο (Κούντερα), Η θεία Χούλια και ο γραφιάς (Λιόσα), Νερό καμένο (Φουέντες), Λολίτα (Ναμπόκοφ), Σκυλίσια χρόνια (Γκρας), Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης… (Καλβίνο), Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης (Σεπούλβεδα), Μετάξι (Μπαρίκο), Η μικρή Μπιζού (Μοντιανό),

DIAFANEIA

Καθένας (Ροθ), Ο Λόγος (Κινιάρ), Ακυβέρνητες πολιτείες (Τσίρκας), Τρεις γυναίκες (Πολίτης), Το φύλλο-Το πηγάδι-Το αγγέλιασμα (Βασιλικός), 12 ποιήματα για τον Καβάφη (Ρίτσος), Ζητείται ελπίς (Σαμαράκης), Το κιβώτιο (Αλεξάνδρου), Η κάθοδος των εννιά (Βαλτινός), Το μονόγραμμα (Ελύτης), Η συντεχνία (Βαγενάς), Χαίρε ποτέ (Δημουλά), Ο ωραίος λοχαγός (Κουμανταρέας), Επιτάφιος θρήνος (Ιωάννου), Γυάλινα Γιάννενα (Γκανάς), Από το στόμα της παλιάς Remington (Πάνου), Ο θάνατος το στρώνει (Βαρβέρης), Ο κακός αέρας (Καλοκύρης), Και με το φως του λύκου επανέρχονται (Ζατέλη), Με γεμάτο στόμα (Ευσταθιάδης), Η πηγάδα (Δούκα), Μ’ ένα στεφάνι φως (Μαστοράκη), Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές (Σωτηροπούλου), Το γονίδιο της αμφιβολίας (Παναγιωτόπουλος), Απόντος του παραλήπτου (Χατζηδημητρίου), Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι (Μαυρουδής), Οικογενειακές ιστορίες (Γουδέλης).

O NAPOLEON ASTOS

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Μπάρτελμπι, ο γραφιάς» (Μέλβιλ), «Περιγραφή ενός αγώνα» (Κάφκα), «Ο Νότος» (Μπόρχες), «Οι νεκροί» (Τζόις), «Ιδανική μέρα για μπανανόψαρα» (Σάλιντζερ), «Μίριαμ» (Τρούμαν Καπόουτι), «Γράμματα από τη μαμά» (Κορτάσαρ), «Δύσκολο να σου τύχει καλός άνθρωπος» (Ο’ Κόνορ), «H απίστευτη και θλιβερή ιστορία της αθώας Ερέντιρας και της άσπλαχνης γιαγιάς της» (Μάρκες), «Αυτά ήταν κάποτε παλάτια» (Φουέντες), «Αν δεν έχεις πού να κλάψεις» (Σεπούλβεδα), «Το νερό της βροχής» (Καραγάτσης), «Σήμα κινδύνου» (Σαμαράκης), «Σαμπεθάι Καμπιλής» (Χατζής), «Το αρμένισμα» (Κουμανταρέας), «Πολυξένη» (Νόλλας),  «Επιτάφιος θρήνος» (Ιωάννου), «Θερμά θαλάσσια λουτρά» (Παπαδημητρακόπουλος), «Η πηγάδα» (Δούκα), «Καλοκαιρινός κινηματογράφος» (Πανσέληνος), «Κάθε ξημέρωμα ήμουν εκεί» (Διβάνη), «Σαββατιάτικες δουλειές» (Ηλιοπούλου), «Ένα κουβέρ» (Ευσταθιάδης), «Ο τελευταίος Βαρλάμης» (Βαλτινός).

I SINEXEIA EPI TIS OTHONIS

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ευάριθμοι (αλφαβητικά): Δημήτρης Αθηνάκης, Μιχάλης Γεννάρης, Γιάννης Δούκας, Βασίλειος Δρόλιας, Κατερίνα Έσσλιν, Δήμητρα Κολλιάκου, Έλενα Μαρούτσου, Ιωάννα Μπουραζοπούλου, Χρήστος Οικονόμου, Βασιλική Πέτσα, Μαργαρίτα Φρανέλη και (λίιιιγο παλαιότερος) Θανάσης Χειμωνάς.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Καθότι ακραιφνής διηγηματογράφος, διαθέτω ήρωες που όχι μόνο η γραφτή ζωή τους είναι μικρού μήκους, αλλά και δεν είναι γραφτό τους να μετεμψυχώνονται από διήγημα σε διήγημα. Στη χάση και στη φέξη, τους επισκέπτομαι. Όσοι δεν έτυχε να πεθάνουν στο διήγημά τους, καλά είναι.

STOIXEIA TAYTOTITOS

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Μπουβάρ και ο Πεκισέ. Ο Μίσκιν. Ο Μπάρτελμπι. Ο Ιωσήφ Κ. Οι Κόμπσον. Ο ήρωας του «Νότου» (Μπόρχες). Ο Σίμορ Γκλας. Ο Χάμπερτ Χάμπερτ. Οι Μπουενδία. Ο Μπάρτελμπουθ. Και, πάνω απ’ όλους, ο πρόξενος Φέρμιν.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Δεν γράφω παρά μόνο σε τόπους εκτός του γραφείου μου/σπιτιού μου.

DIESTRAMMENES ISTORIES

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Η ευκολία μεταφοράς των εργαλείων της συγγραφής –όσο βαριές κι αν είναι η μνήμη (ή η λήθη) και η ιδέα, δεν παύουν να είναι κατηγορίας πτερού– με κάνει να θεωρώ κάθε σημείο της πόλης ευάλωτο στις εκπορθητικές μου διαθέσεις και ιδεώδες για να στήσω το μικρό και απαραβίαστο ιδιωτικό μου γραφείο: γράφω όταν οδηγώ κι όταν με οδηγούν λεωφορεία και τρένα· γράφω όταν είμαι μόνος και, κατά προτίμηση, όταν δεν είμαι μόνος· γράφω στο φως και στο σκοτάδι· γράφω στο σπίτι, ανάμεσα σε δύο τρυφερότητες, και στο γήπεδο, ανάμεσα σε δύο ιαχές. Δε με εμπνέει η ηρεμία, αλλά ο σάλος, οι κουβέντες των ανθρώπων γύρω μου που εκπνέουν λέξεις κι ας μην τις καταλαβαίνω, η μυρωδιά της παρουσίας του άλλου, ο πάταγος των αισθημάτων του. Αργότερα, με πληκτρισμούς, θα γίνει η καθέλκυση της ιδέας που έχει πια μορφωθεί σ’ ένα διήγημα…

O PLHTHINTIKOS MONOLOGOS

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; 

Ο τρόπος, λοιπόν, με τον οποίο γράφω ένα διήγημα, δεν έχει διόλου να κάνει με οργανώσεις χώρου, διευθετήσεις χρόνου, προκατακλυσμιαίες προφυλάξεις και άλλες ρυθμίσεις, παρά με ορμέμφυτες διαδικασίες, με τη σχεδόν ενδοκρινή δημιουργία ενός είδους κάλυκα, θήκης, κάτι σαν κουκούλι, μέσα στο οποίο αυτή η περίφημη «ιδέα για ένα διήγημα» θα περάσει τη –συνήθως μακρόχρονη– νυμφική της φάση: στο δρόμο, στο αυτοκίνητο, στην παύση ανάμεσα σε δύο μουσικές, στον πρώτο ύπνο. Κι ύστερα, όταν έρθει η ώρα, πιάνω μολύβι και χαρτί, διαλέγω ένα café, το πιο πολυσύχναστο (ποτέ δεν ήμουν «χημικός» του δοκιμαστικού σωλήνα, ποτέ δεν ήθελα το περιβάλλον μου αποστειρωμένο απ’ την ανθρώπινη φωνή), κι αφήνω να ξετυλιχτεί μπροστά μου η φαντασμαγορία της έκδυσης. Καίτοι έχω συχνά την αίσθηση ότι όλο αυτό διαδραματίζεται σχεδόν ερήμην μου, εξίσου συχνά διακατέχομαι κι  απ’ τη βεβαιότητα ότι, τελικά, δεν υπάρχει τίποτα πιο ενδόμυχο, πιο πεισματικά και εγωιστικά ιδιωτικό, απ’ την καλλιτεχνική πράξη.

PSEYDOMARTYRIES

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Μπαχ, Μότσαρτ, Χέντελ, Μπάρτοκ, Βέμπερν, Σοστακόβιτς, Μπιτλς, Ντίλαν, Μπρελ, Γκέιμπριελ, Θεοδωράκης.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Η απάντησή μου αφορά συνοπτικά όλα μου τα βιβλία, εκτός από τις 3 συλλογές δοκιμίων (7 συλλογές διηγημάτων και 2 νουβέλες). Κατά τον Μπόρχες («Οι τέσσερις κύκλοι»), τέσσερις είναι όλες κι όλες οι ιστορίες τις οποίες, «στο χρόνο που μας μένει, θα συνεχίσουμε να αφηγούμαστε, μεταμορφωμένες»: η αφήγηση της υπεράσπισης μιας πολιορκούμενης πολιτείας από «γενναίους άνδρες», της επιστροφής του πολεμιστή, μιας αναζήτησης και της θυσίας ενός θεού. Αν θεωρήσει κανείς ότι, ακόμα και στην τελευταία ιστορία, ο (όποιος) θεός, προκειμένου να θυσιαστεί, πρέπει πρώτα να εξανθρωπιστεί, εύκολα μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, κατ’ ουσίαν, ένα είναι το κεντρικό θέμα κάθε μυθοπλασίας: ο Άνθρωπος· αυτός που, κατά τη μεγαλοφυή διατύπωση του Αραγκόν, είναι «η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση».

MIKRI PERIOXI

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο λέγεται Κωμωδία (Πόλις, 2010) και πραγματεύεται τρεις-τέσσερις ζωές απ’ αυτές που θα μπορούσε να έχει ζήσει ένας Έλληνας της γενιάς μου. Η Κωμωδία είναι νουβέλα· μ’ άλλα λόγια, το μακροσκελέστερο κείμενό μου μετά το μικρό μυθιστόρημα Ο Ναπολέων Αστός σε νέες περιπέτειες του 1974. Φανατικός θιασώτης και θεράπων της μικρής φόρμας (τόσο στη λογοτεχνία όσο και στον κινηματογράφο), υποχρεώθηκα από το ίδιο το θέμα να αναπτυχθώ πέρα απ’ τις οικείες μου διαστάσεις, επιχειρώντας, ωστόσο, να εξορκίσω την παράβαση (ή να εξευμενίσω το θεό της μικρής φόρμας) με τις δύο πρώτες λέξεις της νουβέλας: «Καίριο και περιεκτικό».

MOYSIKI

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

«Το Δέντρο» (γιατί είναι αείφυλλο κι αγαπώ τους εκδότες του), το «Εντευκτήριο» (γιατί είναι πάντα θαλπερό κι αγαπώ τον εκδότη του), το «δε(κατα)» (γιατί αγαπώ τον εκδότη του). Όσο για «μη ενεργά», νοσταλγώ το κύρος της «Επιθεώρησης Τέχνης», το μεράκι του «Τραμ», το κύρος και το μεράκι του «Χάρτη».

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Τον άγνωστο στην Ευρώπη αμερικανόστοχαστή και λογοτέχνη Κρίστιαν Γκρέινβιλ (Christian Grainville). Θα το κάνω κάποτε.O KATHREFTIS TOU TYFLOY

Παλαιότερα διαβάζαμε και κείμενά σας όσον αφορά τον σύγχρονο κινηματογράφο. Έχετε σταματήσει να γράφετε τέτοια κείμενα; Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Έχωεκδώσει ένα βιβλίο με αμιγώς κινηματογραφικά κείμενα [Η συνέχεια επί της οθόνης (1984)] και δύο συλλογές δοκιμίων [Ψευδομαρτυρίες (1998), Μικρή περιοχή (2007)], μεγάλο μέρος των οποίων καλύπτουν σπουδές για συγκεκριμένους (αγαπημένους) σκηνοθέτες ή/και συγκεκριμένες (αγαπημένες) ταινίες. Όμως, δεν είμαι μόνο παθητικός εραστής του κινηματογράφου (κατά την περίφημη Σαρτζετάκεια διάκριση των ομοφυλοφίλων), αλλά και γόνιμα ενεργητικός: έχω γυρίσει 10 δέκα ταινίες μικρού μήκους και 2 τηλεταινίες πάνω σε λογοτεχνικά έργα. Λατρεύω τον κινηματογράφο (τον Ταρκόφσκι, τον Ουέλς, τον Ρενουάρ, τον Μιζογκούτσι, τον Κιούμπρικ, τον Γκοντάρ, τον Ντράγιερ, τον Κιαροστάμι, τον Κισλόφσκι κ.ά., καθώς και αρκετούς μεγάλους «ελάσσονες» όπως, π.χ., τον Πέκινπα ή τον Πάκουλα), κι ο κινηματογράφος μού το… ανταπέδωσε επηρεάζοντας βαθιά τη γραφή μου. Από την άλλη, παραβάτης και, ταυτόχρονα, θύμα τού «ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν», όταν γράφω, σκέφτομαι με εικόνες, κι όταν σκηνοθετώ, με λέξεις…

kwmwdia

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Προτιμώ να απαντήσω με κάποιους… μεταχειρισμένους αφορισμούς μου: 1. Ενώ η αφήγηση είναι μια διαδικασία μετάβασης απ’ το εγώ στον άλλον (κι ας μη φαίνεται), η μετάφραση φαίνεται σαν διαδικασία έκπτωσης απ’ τον άλλον στο εγώ (κι ας μην είναι). 2. Μόνο όταν η μετάφραση δεν φαίνεται ότι είναι μετάφραση, μόνο τότε αξιώνεται να μπει στη χορεία των πρωτοτύπων, εκεί όπου η αυθαιρεσία της έμπνευσης βρίσκει τον δάσκαλό της στο αισθητικό αποτέλεσμα. 3. Κάθε πνευματική και καλλιτεχνική εργασία είναι μοναχική· σε τούτη δω, πάντως, έχεις και μια «φωνή» να σου κρατάει συντροφιά. 4. Η μετάφραση είναι σαν τον έρωτα ή το φόνο: χρειάζονται (τουλάχιστον) δύο. 5. Ο μεταφραστής πρέπει να είναι ο ίδιος συγγραφέας, πρέπει να ξέρει τι κοστίζει η μάχη με την ίδια σου τη γλώσσα.

6. Δε θα με τιμούσε και πολύ αν κάποιος διατεινόταν ότι με αναγνώριζε πίσω απ’ τη μετάφραση οποιουδήποτε κειμένου, ενώ κάτι τέτοιο θα με κολάκευε αν είχε να κάνει με έναν συγκεκριμένο συγγραφέα· δηλαδή, να με αναγνωρίσει, λ.χ., πίσω απ’ τη μετάφραση ενός ανησυχητικού διηγήματος του Μπόρχες ή μιας ανήσυχης ακροβασίας του Περέκ. 7. Όλα τα βιβλία είναι μεταφραστέα, αλλά δεν είναι όλα μεταφράσιμα. 8. Η μετάφραση δεν συνιστά παρά αυτό που αποτελεί και τη θεμελιώδη προϋπόθεση της επιτυχίας της: μια δημιουργική ανάγνωση. 9. «Η Μαντάμ Μποβαρί είμαι εγώ» φέρεται να είπε ο Φλομπέρ. «Ο Φλομπέρ είμαι εγώ» (πρέπει να μπορεί να) λέει ο μεταφραστής του. 10. Ο μεταφραστικός μόχθος δεν είναι παρά η αγωνία του μεταφραστή ν’ απαντήσει σε ερωτήματα μεταφρασεολογίας που θέτει η ίδια η πράξη της μετάφρασης.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;TEXNHTES ANAPNOES

Η βράβευση (από το ΕΚΕΜΕΛ) της μετάφρασής μου του μυθιστορήματος του Πατρίκ Μοντιανό Au café de la jeunesse perdue (Στο café της χαμένης νιότης, εκδ. Πόλις) ήταν μια μοναδικά ευχάριστη έκπληξη, ίσως γιατί μου απέδειξε ότι δεν είμαι ο «τρελός του (μεταφραστικού) χωριού» που πιστεύει ότι δεν υπάρχουν «εύκολα» και «δύσκολα» πρωτότυπα, κι ότι αυτό που (πρέπει να) ζυγίζεται περισσότερο στην αποτίμηση μιας μετάφρασης είναι ο βαθμός προσέγγισης του ύφους τού συγγραφέα τον οποίο δεξιώνεται η γλώσσα-στόχος. Στην ερώτησή σας, λοιπόν, ως προς το σε ποιο ή ποια από τα πάμπολλα βιβλία που έχω μεταφράσει «τα βρήκα μπαστούνια», απαντώ πως το βιβλίο του Μοντιανό (αυτού του μείζονος σύγχρονου γάλλου συγγραφέα που επιμένει με μινιμαλιστική ταπεινότητα να πραγματεύεται τις εμμονές του με το χρόνο, με τη μνήμη και, κυρίως, τη λήθη, με το επώδυνο αποτύπωμα της Ιστορίας στην ατομική συνείδηση) θα έπαιρνε επάξια μια θέση στην απάντησή μου, μαζί με τη νουβέλα του Πασκάλ Κινιάρ La Raison (Ο Λόγος, εκδ. Μελάνι), ένα βιβλίο-ναρκοπέδιο για μεταφραστές, και το μυθιστόρημα του Ντέιβιντ Γκαρνέτ Lady Into Fox (Από γυναίκα, αλεπού, εκδ. Opera), όπου κάτω από μια «ύπουλα» στρωτή και ακαδημαϊκή αφήγηση κρύβεται η αποθέωση του βρετανικού understatement. Όσο για τις «ηδονές» που ρωτάτε, απαντώ ευθέως ότι μία από τις ευτυχέστερες περιόδους της ζωής μου ήταν εκείνο το δεκάμηνο που αναμετριόμουν με το La Vie mode d’emploi του Ζορζ Περέκ (Ζωή οδηγίες χρήσεως, εκδ. Ύψιλον).

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Χάρηκα κάθε βιβλίο που έχω μεταφράσει, καθένα για διαφορετικό λόγο: άλλο για το δέος που μου ενέπνεε το πρωτότυπο, άλλο για το τρελό γαμήλιο γλέντι μετά από το προξενιό των δύο γλωσσών, άλλο για τις δυσκολίες του, άλλο για τις ύποπτες ευκολίες του. Ωστόσο, παρά τις 100 περίπου μεταφράσεις μου που κυκλοφορούν, εξακολουθούν να με στοιχειώνουν κάποια μεταφραστικά απωθημένα· μ’ άλλα λόγια, βιβλία που θα ήθελα να έχω μεταφράσει: Η αισθηματική αγωγή του Φλομπέρ, Κάτω από το ηφαίστειο του Λόουρι, Το κουτσό του Κορτάσαρ και, σαν τρελός, Η βουή και το πάθος του Φόκνερ… Να εξομολογηθώ, επίσης, ότι διατηρώ μια τρυφερή σχέση με όσα βιβλία πρόκειται «να μου δοθεί η χάρη» να μεταφράσω και που μπορεί να μην έχουν γραφτεί ακόμα…

JAZZ

Σας γνωρίσαμε και ως μεταφραστή του Μπόρχες, τόσο στις εξαιρετικές εκδόσεις Ύψιλον όσο και στις μετέπειτα συλλογές των Ελληνικών Γραμμάτων. Πως ξεκίνησε η σχέση σας με τον Μπόρχες, πως ήταν η εμπειρία της μετάφρασής του, πώς είναι η σχέση σας σήμερα;

Όπως συμβαίνει σε/με κάθε ξένο συγγραφέα που ολόκληρο ή μεγάλο μέρος του έργου του επισκέπτεται τη γλώσσα μας, έτσι και ο Μπόρχες πέρασε μέσα από περιπέτειες παρερμηνειών, παρεξηγήσεων και παρανοήσεων ώσπου, τη δεκαετία του 1980, να συναντηθεί με τους ανθρώπους που τον δεξιώθηκαν μετ’ ελέου και φόβου. Ανάμεσά τους, ο Δημήτρης Καλοκύρης, ο Τάσος Δενέγρης, ο Νάσος Βαγενάς. Σε ό,τι με αφορά, γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1970, ενώ η ζωή μου έπλεε σε πελάγη ρεαλιστικής ευτυχίας κι ενώ ήμουν ήδη «σημαδεμένος» από διάφορα παιδικά αναγνώσματα, εφηβικές αποκαλύψεις και ώριμες ανακαλύψεις (Ντοστογιέφσκι, Κάφκα, Βιζυηνός, Σεφέρης, Τσίρκας, Ντάρελ, Φλομπέρ, Βασιλικός κ.ά.), μου χαρίστηκε από έναν αμερικανό φίλο ένα βιβλιαράκι των Εκδόσεων Penguin, στη σειρά Modern Classics. Συγγραφέας με διπλό όνομα (Jorge Luis Borges), τίτλος μονολεκτικός (Labyrinths), και στο εξώφυλλο λεπτομέρεια από τον ιλιγγιώδη και «αρτσιμπολντίζοντα» πίνακα Αβάνα(!) του… κουβανού ζωγράφου Πορτοκαρέρο. Παρακάμπτοντας έναν βαρύγδουπο Πρόλογο του Αντρέ Μορουά, άρχισα να διαβάζω, ολοένα και πιο έκθαμβος, ολοένα και πιο αμήχανος, τα κείμενα του μικρού τόμου, προσπαθώντας να εικάσω, πίσω από τις αυστηρές, ακριβείς, οξύγωνες αγγλικές λέξεις, την κρυφή γοητεία του πρωτοτύπου, γραμμένου σε μια γλώσσα που σωστά τη φανταζόμουν συνυφασμένη από γάργαρα λατινικά και την αραβική των ερήμων και της ραθυμίας.

borges-kyriakidis

Το πρώτο κείμενο αυτής της ανθολογίας πεζώνκαι δοκιμίων του Μπόρχες από διάφορες συλλογές του ήταν ένα κυριολεκτικά διαστημικό ταξίδι σ’ έναν τόπο εξορίας κάθε ρασιοναλισμού και κάθε κανόνα ορθόδοξης αφηγηματικής τεχνικής. Στον πλανήτη αυτόν, του διηγήματος με τον επιστημονικοφανή, παράδοξα γοητευτικό και γοητευτικά παράδοξο τίτλο «Tlön, Uqbar, Orbis Tertius», εγκαταστάθηκα για τα καλά και διαμένω έκτοτε, αφού πρώτα φρόντισα ν’ αποκτήσω τα Άπαντα του συγγραφέα στο πρωτότυπο και ν’ αξιοποιήσω τη γνώση μου άλλων λατινογενών ιδιωμάτων για να αυτοδιδαχθώ τη συναρπαστική γλώσσα του Αργεντινού. Δεν ξέρω πώς μπορώ να επεκταθώ (τι βλάσφημο ρήμα όταν μιλάς για έναν συγγραφέα με τόσο ευγενή φειδώ των λέξεων!) στον τρόπο με τον οποίο άλλαξε η ζωή μου μετά από εκείνη τη μετωπική σύγκρουση που κονιορτοποίησε όλες μου τις αυτάρεσκες βεβαιότητες. Ούτε ξέρω πώς μπορώ να εξηγήσω τι είναι αυτό τελοσπάντων που με κρατάει, εκόντα, δεσμώτη του, και γυροφέρνω στο λαβύρινθό του σαν μακάριος Μινώταυρος.

Ξαναγυρίζω στην κεραυνοβόλα «γνωριμία» μας. Καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα, σε μια απότομη στροφή της ηλικίας μου, η ζωή μου εκτροχιάστηκε, κιαυτό που με βοήθησε να βγω αλώβητος απ’ τα συντρίμμια δεν ήταν άλλο από την περιπετειώδη εκστρατεία μετάφρασης των δύο αρχετυπικών βιβλίων του Μπόρχες που, άλλωστε, συνιστούσαν και τον βασικό κορμό του Labyrinths: τη συλλογή διηγημάτων Ficciones (Μυθοπλασίες) και τη συλλογή δοκιμίων Otras inquisiciones (Διερευνήσεις) – δύο μεταφράσματα, που αγκαλιάστηκαν αμέσως και εκδόθηκαν από τον γενναιόδωρο Θανάση Χαρμάνη των εκδόσεων Ύψιλον/βιβλία. The rest is history (για να κλείσω με μια αγγλική έκφραση που δεν μεταφράζεται αναίμακτα).

BORGES

Μας συστήσατε, μεταξύ άλλων, και τον εξαιρετικό λατινοαμερικανό συγγραφέα Λουίς Σεπούλβεδα. Ποια η σχέση σας με τον ίδιο και την λογοτεχνία του;

Πράγματι, εξαιρετικός – και χαλκέντερος. Οφείλω τη γνωριμία μου με το έργο του στον αγαπημένο μου Γιώργο Μυρεσιώτη των Εκδόσεων Opera. Όσο για τη σχέση μου με τον άνθρωπο, έχω να πω ότι ο Σεπούλβεδα αποπνέει την ίδια λεβεντιά, αισιοδοξία και αγάπη για τη ζωή και τον άνθρωπο που έχουν όλα τα βιβλία του. Έχουμε αναπτύξει μια τρυφερή φιλική σχέση (δε θα ξεχάσω ότι ήταν από τους πρώτους ανθρώπους που μου έστειλαν ένα μήνυμα συμπαράστασης σε μια κρίσιμη περιπέτεια υγείας μου) – μια σχέση, όμως, που διανθίζεται και με μια ωραιότατη, αντάξια των βιβλίων του παρεξήγηση: από την πρώτη στιγμή που με γνώρισε, βλέποντας την εκ γενετής σπασμένη μύτη μου με θεώρησε παλαίμαχο μποξέρ και δεν έχει πάψει να ονειρεύεται ένα ταξίδι των δυο μας στη Νότια Αμερική, να μεθοκοπάμε σε όλα τα καπηλειά της χιλιανής Παταγονίας και να αντιστεκόμαστε με την πυγμή μας σε κάθε επίδοξο κονκισταδόρ. Μια τέτοια παρεξήγηση, δε νομίζω ότι έχει κανένας το δικαίωμα να τη λύσει.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Θέλω να κάνω ιδιαίτερη αναφορά σε κάποια βιβλία που τα αγάπησα τρελά και τα μετέφρασα με τη λαχτάρα να τα δω τυπωμένα, αλλά δεν ευτύχησαν να διαβαστούν από πολλούς: Το χειρόγραφο της Σαραγόσας (Γιαν Ποτότσκι, εκδ. Ψυχογιός), Νερό καμένο (Κάρλος Φουέντες, εκδ. Άγρα), Πφιτς (Άντριου Κρούμι, εκδ. Πόλις), Ιδιωτική πινακοθήκη (Ζορζ Περέκ, εκδ. Ύψιλον), Ο αλγόριθμος της μελαγχολίας (Κάρλο Φραμπέτι, εκδ. Opera), Η μικρή Μπιζού (Πατρίκ Μοντιανό, εκδ. Πόλις), Συνοπτική ιστορία του παντός (Ζαν ντ’ Ορμεσόν, εκδ. Καστανιώτης), Ο κλέφτης της νοσταλγίας (Ερβέ Λε Τελιέ, εκδ. Opera), Νέα παγκόσμια ιστορία της ατιμίας (Ρις Χιουζ, εκδ. Πόλις).

KAVAFY

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία;

Επειδή η μετάφραση είναι μια απασχόληση που, από τη φύση της, απαιτεί μεθοδικότητα, είναι προφανές ότι αυτή θα καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος (αν όχι όλο σε ορισμένες περιπτώσεις) ενός ιδεατού ημερήσιου προγράμματος εργασίας μου. Πρόκειται, συνεπώς, για προτεραιότητα που δεν είναι ουσιαστική, αλλά έχει να κάνει και με το γεγονός ότι μου είναι αδιανόητο να καθίσω στο γραφείο μου μεταξύ 9 και 11 για να γράψω ένα διήγημα! Το πιο δύσκολο (ίσως το μόνο δύσκολο) πράγμα σε μια μετάφραση είναι η απόδοση του ύφους τού πρωτοτύπου. Δεν υπάρχει τίποτα πιο εύκολο απ’ το ν’ αντικαταστήσεις μια λέξη ή, αν θέλετε, ένα κειμενικό περιεχόμενο μ’ ένα άλλο, μιας άλλης γλώσσας – κουτσά στραβά, εύστοχα ή όχι, αυτό θα γίνει. Τα λεξικά να ’ν’ καλά. Το δύσκολο είναι να βρεις στη γλώσσα σου ένα τέτοιο γλωσσικό και συντακτικό «σχήμα», ώστε να προσομοιάσεις όσο μπορείς καλύτερα και να προσεγγίσεις όσο μπορείς περισσότερο το αντίστοιχο σύστημα του πρωτοτύπου. Δεν μπορείς να μεταφράζεις Μπόρχες και να έχεις στο οπλοστάσιό σου μόνο την αίσθηση μιας γλώσσας λαϊκής, όπως δεν μπορείς και να μεταφράζεις Κενό ή Περέκ και να μη πετάξεις στα σκουπίδια όποια ακαδημαϊκή τήβεννο κουβαλάς στη σκευή σου. Το Νερό καμένο του Φουέντες, λ.χ., αποτελείται από τέσσερα διηγήματα που ναι μεν έχουν έναν κοινό άξονα, αλλά θαρρείς και είναι γραμμένα από τέσσερις διαφορετικούς συγγραφείς! Μεταφράζοντάς το, αισθάνθηκα την ανάγκη να γίνω κι ο ίδιος… τέσσερις διαφορετικοί μεταφραστές, έτσι ώστε τα ελληνικά π.χ. του τρίτου διηγήματος, που ο κεντρικός του ήρωας είναι ένας ξεπεσμένος αριστοκράτης, να μην έχουν σχέση με τη γλώσσα του τέταρτου, όλοι οι ήρωες του οποίου είναι αγράμματοι, κομπιναδόροι και μαγκάκια…

EPOHI

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Μα ο μεταφραστής είναι εξ ορισμού στο περιθώριο! Η μετάφραση δεν παύει να είναι ένας μετά-λόγος, ανεξάρτητα από χαριτωμένους αφορισμούς τύπου «Το πρωτότυπο αδικεί τη μετάφραση» (Μπόρχες) ή χαρισματικές μεταγραφές που σχεδόν αυτονομούν το μετάφρασμα (Λόρκα, Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, μτφρ. Νίκος Γκάτσος). Όσο για τις κριτικές, δε νομίζω ότι έχετε δίκιο ως προς το αν γίνονται συχνά ή σπάνια. Γίνονται, κι αυτό έχει σημασία. Απλώς, δε συμφωνώ καθόλου με γενικές αφοριστικές φράσεις, είτε θετικές («Ωραία η μετάφραση του/της τάδε») είτε, κυρίως, αρνητικές, όπως εκείνη κάποιου κ. Γουλανδρή που με συνοπτικές διαδικασίες καταδίκασε στο πυρ το εξώτερον την αριστουργηματική μετάφραση του Penser/Classer (Ζορζ Περέκ, Σκέψη/Ταξινόμηση, εκδ. Άγρα) από τη Λίζυ Τσιριμώκου.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Μόνο 3 φορές δέχτηκα (τις 2, αναγκάστηκα να δεχτώ) να επιμεληθεί κάποιος πρωτότυπο βιβλίο μου ή μετάφρασμά μου. Και στις τρεις, η συνεργασία με τις επιμελήτριες ήταν εξαιρετική, ακριβώς γιατί ήταν εξαιρετικές και οι ίδιες: Πόπη Βουτσινά, Αρετή Μπουκάλα, Μάρω Ταυρή. Στην τρίτη περίπτωση, όμως, έζησα μια τραυματική εμπειρία με τον εκδοτικό οίκο, χωρίς η επιμελήτρια να φέρει γι’ αυτό την παραμικρή ευθύνη.

kyriakidis

Η ενασχόλησή σας με τη μετάφραση σας απορροφά μόνο πολύτιμο συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται «συγγραφικά» με κάποιο τρόπο; 

Η σχέση «συγγραφέας-μεταφραστής» είναι, θα έλεγα, μάλλον ετεροβαρής: τίποτα δεν επιβάλλει σ’ έναν συγγραφέα να είναι και μεταφραστής, ενώ ένας [καλός] μεταφραστής επιβάλλεται να είναι [καλός] συγγραφέας. Ο μεταφραστής ενός κειμένου, μόνο αν είναι και ο ίδιος συγγραφέας, μπορεί να διαγνώσει πόσο πάσχισε ο συγγραφέας του κειμένου να διατυπώσει το λόγο του έτσι όπως τον διατύπωσε, με το συγκεκριμένο ύφος και τον συγκεκριμένο ρυθμό, και να τον αποδώσει όσο πλησιέστερα μπορεί με τα τερτίπια της δικής του γλώσσας. Από την άλλη, ασφαλώς ο μεταφραστής-Κυριακίδης έχει επηρεάσει τον συγγραφέα-Κυριακίδη· πάντως, όχι περισσότερο απ’ όσο κάθε συγγραφέας επηρεάζεται από τα αναγνώσματα, δεδομένου ότι, όπως ανέκαθεν πίστευα, η μετάφραση δεν μπορεί να οριστεί παρά ως η κατ’ εξοχήν δημιουργική ανάγνωση. Ευτυχώς, δεν βιοπορίζομαι από τη μετάφραση, πράγμα που σημαίνει ότι ποτέ δεν μετέφρασα κάτι καταναγκαστικά – νομίζω ότι αυτό είναι ένα μαρτύριο το οποίο εύχομαι να μην υποστώ στον αρμόδιο Κύκλο της Κόλασης, αυτόν των συγγραφέων.

Αδιακρισίες

Πώς βιοπορίζεστε;

Εργάζομαι.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Φυσικά και έχω γράψει ποίηση! Για τι με περάσατε;

Τι γράφετε, τι μεταφράζετε και τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Γράφω δύο νουβέλες ταυτόχρονα. Είναι τόσο ωραία η παλινδρόμηση (ίσως η λέξη είναι αδόκιμη, αλλά δεν βρίσκω άλλη) από τη μία στην άλλη!

155557_128759700517285_106280826098506_188197_3466200_n

Τέσσερις μεταφράσεις μου είναι στο τυπογραφείο [Ζιλμπέρ Λασκό, Η Κοκκινοσκουφίτσα, παντού (εκδ. Opera), Λουίς Σεπούλβεδα, Ιστορίες από δω κι από κει (εκδ. Opera), Λουίς Σεπούλβεδα, Τελευταία νέα από το Νότο (εκδ. Opera), Ζαν Εσνόζ, Αστραπές (εκδ. Πόλις)], ενώ έχω αρχίσει τη μετάφραση του τελευταίου βιβλίου ενός αγαπημένου μου «ουλιπιανού» συγγραφέα, του Ερβέ Λε Τελιέ, το Electrico W (εκδ. Opera). Θα ακολουθήσει αυτή του μυθιστορήματος Tinta (Μελάνι), ενός σύγχρονου σπιρτόζου ισπανού λογοτέχνη, του Φερνάντο Τρίας ντε Μπες (εκδ. Opera).

Διάβασα τα εξαιρετικά διηγήματα της Έρσης Σωτηροπούλου [Να νιώθεις μπλε, να ντύνεσαι κόκκινα (εκδ. Πατάκη)], διαβάζω με προϊούσα αγαλλίαση το καινούργιο μυθιστόρημα του Νίκου Παναγιωτόπουλου [Τα παιδιά του Κάιν (εκδ. Μεταίχμιο)] και απολαμβάνω αργά αργά, φράση φράση, το μυθιστόρημα Op Oloop, γραμμένο από την τελευταία ανακάλυψη της παγκόσμιας λογοτεχνικής γραμματείας, τον αργεντινό συγγραφέα Χουάν Φιγιόι [Juan Filloy (1894-2000)], που έζησε όλη του τη μακραίωνη ζωή στην κωμόπολη Ρίο Κουάρτο της Αργεντινής κι έγραψε, μεταξύ άλλων, 6000 παλίνδρομα(!) και καμιά πενηνταριά μυθιστορήματα που οι τίτλοι τους, μηδενός εξαιρουμένου, αποτελούνται από 7 και μόνον γράμματα!

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δε νομίζω… Απλώς, εύχομαι να μη μου είχατε κάνει την επόμενη.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή μεταφραστικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

AK2

Στις φωτογραφίες (από το φωτογραφικό άλμπουμ του συγγραφέα): 1. Ο ίδιος άλλος. 2. Στα γυρίσματα της μικρού μήκους ταινίας του Jazz (1995).  3. Με τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες. 4. Με τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες και τον Νάσο Βαγενά, στο Ρέθυμνο. 5. Πλάνο από την ταινία Καβάφης (1994) του Γιάννη Σμαραγδή, όπου υποδύεται έναν έμπορο που έχει έρθει ν’ αγοράσει τα κοσμήματα της μητέρας Καβάφη. 6. Με τον Γιώργο Γιαννόπουλο, σε ένα πλάνο από την ταινία του Νίκου Γραμματικού, Η εποχή των δολοφόνων (όπου συνεργάστηκε και στο σενάριο). 7. Από τα γυρίσματα της τελευταίας του μικρού μήκους ταινίας Μετά τον χαρακτηριστικό ήχο (2009) με τον Δημοσθένη Παπαδόπουλο. 8. Με τον Αντώνη Καφετζόπουλο, σε ένα πλάνο από την τελευταία ταινία του Φίλιππου Τσίτου, Άδικος κόσμος, στην οποία υποδύεται έναν διοικητή αστυνομικού τμήματος. 9. Σκοτεινός.

19
Δεκ.
11

Μπρένταν Μπήαν – Ένας Όμηρος

Αμαξοστοιχία – Θέατρο «το Τρένο στο Ρουφ» – Θεατρικό Βαγόνι

Ένα κτίριο στο Δουβλίνο – δεν το βλέπουμε αλλά το φανταζόμαστε: γκρίζο, υγρό, μισοκατεστραμμένο. Εδώ πόρνες και τραβεστί δέχονται τους πελάτες τους, εδώ πρώην επαναστάτες του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού ζουν ανάμεσα σ’ ένα  ασπροπρόσωπο παρελθόν και σ’ ένα μέλλον που δεν ήρθε ποτέ. Ο άντρας που νοικιάζει τα δωμάτια είναι καθηλωμένος σε αμαξίδιο αλλά έχει ακόμα την επανάσταση στα λόγια του. Και το ’χει να υπερηφανεύεται για την στιγμή πως χτυπήθηκε τρία μίλια έξω απ’ το Μούλιγκαν. Η γυναίκα δίπλα του σαρκάζει τις αντιφάσεις των ιστοριών του και μετά πότε αγκαλιάζονται λάγνα, πότε ο ένας σπρώχνει βίαια τον άλλον μακριά.

Μεταξύ των ενοίκων του μικρόκοσμου της ανοχής βρίσκεται (κρύβεται;) ένας πρώην λογαχός του IRA, διατηρώντας ακόμα το στρατιωτικό του ανάστημα, την ανάλογη ορολογία κι ένα σταθερό (ή μισότρελο;) βλέμμα ίσια μπροστά, που κάποιες φορές μοιάζει να επικοινωνεί σ’ ένα εκτός πραγματικότητας επίπεδο με τον πρώην συμπολεμιστή του. Ο ιδιόρρυθμος κύκλος κλείνει με μια μαύρη τραβεστί που ερωτοτροπεί μ’ έναν φαινομενικά άβουλο πελάτη – ένοικο, μια συχνή επισκέπτρια, που σπαρταράει μεταξύ Καθολικής θρησκοληψίας  και ευάλωτης γυναικείας φύσης και την σιωπηλή καμαριέρα.

Μήπως αυτό το μέρος, εκτός από κατάλυμα απόκληρων είναι και κατάλυμα αποσυρμένων, καταρρακωμένων πρώην επαναστατών; Ή επαναστατών που ακόμα δεν έχουν πει την τελευταία τους λέξη; Όλα μαζί και οπωσδήποτε και το τελευταίο, εφόσον εδώ θα φέρουν έναν Άγγλο στρατιώτη ως αιχμάλωτο, για να ζητήσουν την αναβολή της εκτέλεσης ενός «δικού τους», το επόμενο πρωί στις φυλακές του Μπέλφαστ. Η παρουσία του νεαρού Άγγλου αναταράσσει την λιμνάζουσα καθημερινότητα του σπιτιού. Η ομήγυρη τού δηλώνει υπεύθυνη για την ηθική του ακεραιότητα και του αναφέρει τις βιαιότητες των άγγλων από την αρχή της Ιστορίας. Εκείνος δηλώνει άγνοια για τα τωρινά και απόσταση για τα παλαιότερα (ο καθένας έκανε κάτι στους άλλους εκείνο τον καιρό). – Εγώ δεν έκανα τίποτα, επιμένει. Είναι πόλεμος, του απαντούν.

Η ερωτική έλξη με την νεαρή καμαριέρα είναι άμεση, σχεδόν ακαριαία. Ο κύκλος γύρω τους στενεύει, τους ακολουθεί σαν χορός τραγωδίας, αλλά συχνά οι όροι αντιστρέφονται. Ανάμεσα σε τόσες κατατρυπημένες υπερηφάνειες ποιος είναι το θύμα και ποιος ο θύτης; Τι συμβαίνει όταν και οι δυο πλευρές έχουν το ίδιο πρόσωπο και την ίδια διάθεση για ζωή; Κόβεται το δίκιο στη μέση; Τι είναι δυνατότερο, ο έρωτας ή η πολιτική; Ανάμεσα σε ανταγωνισμό πατριωτικών τραγουδιών και εμψυχωτικών εμβατηρίων, μεταξύ προπαγάνδας (τον συμπαθούν, τον βεβαιώνουν πως δεν θα τον σκοτώσουν, πως πρόκειται για πολεμικό ελιγμό) και μπλόφας (εκείνος είναι βέβαιος πως τον παραπλανούν κι αισθάνεται ήδη την τρύπα της σφαίρας στο κεφάλι του), ανάμεσα στις διαθλασμένες κουβέντες του ποτού, της συμφιλίωσης πάνω απ’ τα μπουκάλια και των άσεμνων χορών (σε μια απόλυτα μπρεχτική και φασμπιντερική σκηνή) μπορεί ν’ ανθίσει ένας έρωτας; Και ποιο είναι το μοναδικό πράγμα που μπορεί να τον σταματήσει;

Ο Μπρένταν Μπίαν (1923 – 1964) αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους Ιρλανδούς θεατρικούς συγγραφείς, με ιδιαίτερη θέση ανάμεσα σ’ εκείνους που στα έργα τους ακολουθούσαν τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις στη χώρα τους (Conor Mc Pherson, Brian Friel, Martin Mc Donagh), μιας χώρας το θέατρο της οποίας παραμένει χώρος έκθεσης των προβλημάτων της και εξωτερίκευσης του συσσωρευμένου της θυμού για όσα υπέστη. Ανθρωπος γεμάτος ένταση και ορμή, με ασυμβίβαστη ιδιοσυγκρασία, με μια μόνιμα στραβομουτσουνιασμένη έκφραση κι ένα μπουκάλι στο χέρι (που άλλωστε τον πέθανε στην ηλικία των 41), συμμετείχε στον απελευθερωτικό αγώνα του ιρλανδικού λαού κατά των Βρετανών, με συνέπεια να συλληφθεί και να καταδικαστεί σε φυλάκιση 9 ετών. Όπως είναι γνωστό οι Βρετανοί αποχώρησαν το 1922, ύστερα από 700 χρόνια, ξεχνώντας να παραδώσουν το [πλουσιότερο] 1/6 της χώρας στα βόρεια, με αποτέλεσμα τη συνέχιση του αγώνα των Ιρλανδών.

Το ένθερμο επαναστατικό του θέατρο συνδυάζεται εδώ ιδανικά με την αποστασιοποιημένη μπρεχτική θάμπωση, τον ρεαλιστικό λυρισμό, την καμπαρέ αισθητική, μια εξπρεσιονιστική σωματικότητα. Στη μικρή σκηνή δεν υπάρχει κέντρο και απόκεντρο – σε κάθε της σημείο μπορεί να κορυφώνονται τα μικροδράματα των χαρακτήρων. Το κείμενο ανθίζει και διανθίζεται με τα τραγούδια, που ερμηνεύονται από τους ηθοποιούς πολυφωνικά, a capella ή με τη συνοδεία οργάνων, τα οποία παίζουν οι ίδιοι επί σκηνής. Ένα τραγούδι μπορεί να ταιριάξει παντού, να συνεχίσει μετά την τελευταία λέξη μιας φράσης, να ξεκινήσει την πρώτη της επόμενης, να συνοψίσει την ιστορία ή να της δώσει μια νέα εικόνα.

Στην αρχική τους μορφή αυτά τα τραγούδια ήταν απλώς ποιήματα, μέχρι που τα μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης το 1962 για την πρώτη παρουσίαση του έργου στην Ελλάδα από το Κυκλικό Θέατρο της Αθήνας σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά και μετάφραση, όπως και τώρα, Βασίλη Ρώτα και Βούλας Δαμιανάκου. Το μουσικό θέμα για το «Γελαστό παιδί» (που αναφέρεται στον Μάικλ Κόλλινς – The Laughing Boy) χρησιμοποιήθηκε στην ταινία Ζ του Κώστα Γαβρά και βέβαια όλα τα τραγούδια αποτελούν σημαντικό κομμάτι της μουσικής του συνθέτη, ο οποίος για την φετινή παράσταση συνέθεσε δύο νέα τραγούδια (Έχω μια αγάπη και Όταν ο Σωκράτης στην παλιά Ελλάδα), τα οποία συμπεριλαμβάνονται στο πρωτότυπο κείμενο αλλά δεν είχαν έως τώρα μελοποιηθεί.

To πρόγραμμα της παράστασης περιλαμβάνει κείμενο για το Ιρλανδικό Ζήτημα (Αντι-αποικιακός αγώνας σε ευρωπαϊκό έδαφος), χρονολόγιο των κυριότερων ιστορικών γεγονότων του ιρλανδικού 20ού αιώνα, και δισέλιδες λημματοποιημένες εισαγωγές στην Ιρλανδία εν γένει και τον Ιρλανδικό Πολιτισμό (Θέατρο, Λογοτεχνία, κλπ.).

Μτφ. Βασίλης Ρώτας – Βούλα Δαμιανάκου, σκηνοθ.: Τατιάνα Λύγαρη, σκην. – κοστ.: Ντόρα Λελούδα – Δανάη Κουρέτα, μουσ.: Μουσική Μίκης Θεοδωράκης, ενορχ. – διασκευή: Γιάννης Σαμπροβαλάκης, χορογρ.: Ζωή Χατζηαντωνίου, φωτ.: Δημήτρης Θεοδωρόπουλος, βοηθ. σκηνοθ.: Αλκυώνη Βαλσάρη. / Παίζουν (αλφαβ.): Μιχάλης Αφολαγιάν, Εβελίνα Αραπίδη, Θανάσης Βλαβιανός, Δάφνη Καφετζή, Παναγιώτης Κλίνης, Κωνσταντίνος Κωτσαδάμ, Βασίλης Πουλάκος, Κωστής Τζανοκωστάκης, Έλενα Χατζηαυξέντη και ο μουσικός Απόστολος Θεοδοσίου. / Τε – Σα: 21.00, Κυ: 19.00. Κάθε Πέμπτη στις 20.00: πρόγραμμα Intro: γνωριμία με την Ιρλανδία και τον έργο από τη θεατρολόγο – ηθοποιό Σοφία Γαλανάκη σε μια ημίωρη διαδραστική «ξενάγηση» [ελεύθ. είσ.] / Σιδηροδρομικός Σταθμός Ρουφ, Λεωφ. Κωνσταντινουπόλεως, Προαστιακός Ρουφ / 210 52.98.922 / www.totrenostorouf.gr

[Brendan Behan, The Hostage, 1958]

ΥΓ. Στο πρώτο σιδηροδρομικό κάθισμα ακριβώς απέναντί μου (η σκηνή βρίσκεται στη μέση του βαγονιού, με τα καθίσματα εκατέρωθέν της) διέκρινα την Βούλα Δαμιανάκου. Οι εκφράσεις του προσώπου της, από το χαμόγελο ως την συγκίνηση και τον συλλογισμό, αποτελούσαν από μόνες τους κομμάτι της παράστασης και της αλήθειας της.

18
Δεκ.
11

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 71. Αρχοντή Κόρκα

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Η σχέση θα έλεγα ότι ξεκινά φιλικά. Κάποια στιγμή αρχίζει να κοιτά ο ένας τον άλλον με μισό μάτι, προσπαθώντας να μάθει τα μυστικά του. Εν τέλει γίνεται συνενοχική.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Με δυσκόλεψε πολύ η μετάφραση της Τζούλια Κρίστεβα (Το Θήλυ και το Ιερό), αλλά την ίδια στιγμή ήταν απίστευτα ενδιαφέρουσα η αναζήτηση πληροφοριών και πηγών για να γράψω τις σημειώσεις του μεταφραστή – έμαθα πάρα πολλά (μερικά τα θυμάμαι ακόμα).

Το πιο αγαπημένο μου είναι σίγουρα ο Ρολάν Μπαρτ (Απόλαυση-Γραφή-Ανάγνωση). Ήταν κείμενα που επέλεξα από το τρίτομο έργο των Απάντων του στα γαλλικά και δεν θα ξεχάσω ποτέ το πολύ λεπτό χαρτί (σχεδόν ριζόχαρτο) που είχαν χρησιμοποιήσει στην έκδοση (Oeuvres complètes). Τα είχα δανειστεί από τη βιβλιοθήκη του Γαλλικού Ινστιτούτου και φοβόμουν μη σκίσω άθελά μου καμιά σελίδα. Δυσκολεύτηκα να διαλέξω, γιατί θα ήθελα να τα μεταφράσω όλα. Ευτυχώς με βοήθησε η Μυρτώ Ρήγου.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Συστήνω τον Μπαρτ, γιατί γράφει από την καρδιά του και δεν εμπίπτει – κατ’ εμέ- στην κατηγορία των δυσνόητων  Γάλλων. Διακατέχεται από μυριάδες πάθη, τα πάντα έχουν γι’αυτόν μια μελοδραματική πλευρά που τη βρίσκω υπέροχη και κάνει το ταξίδι μέσα στη γλώσσα να μοιάζει όσο συναρπαστικό είναι όντως.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Το πρώτο βιβλίο που μετέφρασα ήταν του Murray Edelman. Ήμουν ακόμα φοιτήτρια, αν θυμάμαι καλά το είχα μεταφράσει πρώτα σε χειρόγραφο. Έτσι μετέφρασα και τον Μπαρτ αργότερα, πρώτα στο χέρι και μετά τα δακτυλογράφησα. Κάπου πρέπει να υπάρχουν τα τετράδια.

Η μετάφραση της βιογραφίας του Κάφκα από τον Ρίτσι Ρόμπερτσον ήταν για μένα συγκινητική και αρκετά προσωπική (ήταν η εποχή που δεν είχα αποφασίσει αν θα συνεχίσω το διδακτορικό μου στον Κάφκα).

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ξυπνάω πάντα πρωί – προτιμώ να δουλεύω το πρωί, κανονικά 8ωρο (αν και πάντα είναι περισσότερο). Μου δίνει μια πειθαρχία που γενικά μάλλον δεν με διακρίνει. Προσπαθώ να έχω «περάσει» μια φορά το κείμενο πριν αρχίσω να το μεταφράζω για να εντοπίσω σημεία που χρειάζονται έρευνα ή σημεία που βλέπω ότι θα με δυσκολέψουν.

Παίζει πάντα μουσική, ότι πετυχαίνω στο shuffle του i-tunes. Μπορώ να ακούσω Μάιλς Ντέιβις μέχρι Queens of the Stone Age. Ο,τιδήποτε κι αν παίζει, με ενδιαφέρει να υπάρχει ήχος ως υπόκρουση – είμαι απορροφημένη στο κείμενο και δεν μου αποσπά την προσοχή.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Ναι, πολλοί. Κυρίως γλωσσών που δεν γνωρίζω (Ρώσων, Γερμανών) και μετανιώνω που δεν έμαθα.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Αυτό είναι μια πολύ μεγάλη συζήτηση. Θεωρώ ότι στην Ελλάδα η όποια μορφή πνευματικής εργασίας είναι υποτιμημένη – και όχι μόνο οικονομικά. Πολλές φορές έχει τύχει να διαβάσω κριτικές ξενόγλωσσων βιβλίων και να αναρωτηθώ αν το βιβλίο «φύτρωσε» απλώς στα ελληνικά. Δεν γίνεται καμία μνεία, είτε θετική είτε αρνητική στον επαγγελματία ο οποίος αφιέρωσε αρκετούς μήνες απ’ τη ζωή του να μεταφράσει ένα βιβλίο. Από την άλλη, μπορεί κανείς να πετύχει θετικές κριτικές που είναι γενικόλογες (τύπου «σωστά ελληνικά») – όσο για τις αρνητικές, όλοι ξέρουμε ότι δεν τυγχάνουν της καλύτερης υποδοχής, ακόμα κι αν είναι θεμελιωμένες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργείται και μια σύγχυση στο αναγνωστικό κοινό για το ποια ακριβώς είναι η λειτουργία και ο ρόλος του μεταφραστή. Δεν είναι σαφές ποιος μπορεί να κάνει κριτική μιας μετάφρασης, η οποία θα έχει και σίγουρα κάποια δουλειά αντιπαραβολής πρωτοτύπου-μεταφράσματος, και τα ένθετα βιβλίων ίσως δεν θέλουν να διαθέσουν χώρο για να μπουν σε τέτοια συζήτηση. Άρα οι κριτικοί δεν ασχολούνται και πάει λέγοντας -φαύλος κύκλος. Και φυσικά η επιτυχία έχει πολλούς γονείς, αλλά η αποτυχία είναι ορφανή – όπως λένε. Πιστεύω ότι υπάρχουν άνθρωποι στο χώρο που μπορούν να κάνουν κριτική της μετάφρασης, αλλά δεν νομίζω τελικά ότι είναι μόνο θέμα «ικανότητας» – στην Ελλάδα η αγορά είναι πολύ μικρή και το ποιος γράφει τι για ποιόν μετράει πάρα πολύ.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Έχω εργαστεί ως επιμελήτρια – για την ακρίβεια ήταν η πρώτη μου δουλειά. Αγαπούσα τους μεταφραστές μου και θέλω να πιστεύω ότι τους υπερασπιζόμουν πάντα. Έχω μεγάλη εκτίμηση στο επάγγελμα, είναι πολύ δύσκολο, μεταξύ άλλων και γιατί πολλοί μεταφραστές δεν σηκώνουν «επεμβάσεις» στο έργο τους, ούτε δεύτερη γνώμη. Το ιδανικό θα ήταν ο επιμελητής να συνεργάζεται στενά με τον μεταφραστή για το κάθε βιβλίο και μαζί να προσπαθούν να λύσουν τα όποια προβλήματα (γλωσσικά και μη) παρουσιάζονται. Το ακόμα πιο ιδανικό θα ήταν ο κάθε μεταφραστής να έχει έναν συνεργάτη σταθερό, σε όποιον εκδοτικό κι αν μεταφράζει. Αυτό θα εξασφάλιζε μεγάλο βαθμό συνοχής στο έργο του.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Δυστυχώς δεν έχω μεταφράσει λογοτεχνία, αλλά σίγουρα με έχει ακολουθήσει η σκέψη πολλών από τους στοχαστές που έχω μεταφράσει.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι. Αλμπέρ Καμύ. Δημήτρης Δημητριάδης. Γιώργος Χειμωνάς. Ζωρζ Μπατάιγ. Μίλαν Κούντερα. Γιόκο Ογκάουα. Τζένι Έρπενμπεκ. W.G. Sebald. Ρομπέρτο Μπολάνιο. Πολ Όστερ. Τζόναθαν Φράνζεν. Τζόναθαν Κόου. Έτγκαρ Κέρετ. Γιόζεφ Ροτ. Λεονίντ Αντρέγιεφ. Ρέιμοντ Κάρβερ. Χαρούκι Μουρακάμι. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Όλα του W. G. Sebald. Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση (Ζαν Αμερί). Το Παρελθόν (Άλαν Πάουλς). Τα σημειωματάρια του Καμύ. Το Illuminations του Βάλτερ Μπένγιαμιν. Η Γενεαλογία της Ηθικής του Φρίντριχ Νίτσε. Μυθιστόρημα του Γιώργου Χειμωνά. Τα αποσπάσματα ενός ερωτικού λόγου του Ρολάν Μπαρτ. On photography της Susan Sontag. Μαθαίνοντας να ζεις εν τέλει του Ζακ Ντεριντά. Οι Δαιμονισμένοι του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Excavating Kafka του James Hawes. Η γυναίκα της άμμου του Κόμπο Αμπέ. 2666 του Ρομπέρτο Μπολάνιο. Οι Διορθώσεις του Τζόναθαν Φράνζεν. Η τριλογία της Νέας Υόρκης του Πολ Όστερ. Δίψα για Έρωτα του Γιούκιο Μισίμα. Σκύβαλα, της Τζένι Έρπενμπεκ. (και πάρα πάρα πολλά άλλα)

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Του Παπαδιαμάντη. Του Παπαδημητρακόπουλου. Του Χρήστου Οικονόμου. Του Γιάννη Παλαβού. Του Έτγκαρ Κέρετ. Του Ρέιμοντ Κάρβερ. Της Άλις Μανρό. Του Λεονίντ Αντρέγιεφ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Χρήστος Οικονόμου. Θεωρώ ότι έχει σπάνια τιμιότητα. Ο Γιάννης Παλαβός. Για την ικανότητά του να τονίζει πάντα ανεπαίσθητα το παράλογο. Ο Πάνος Τσίρος – το «Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα» παραμένει μία από τις καλύτερες συλλογές της δεκαετίας.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αγαπώ τη φωνή του αφηγητή στον Sebald, δηλαδή τον ίδιο τον Sebald. Θα ήθελα να είμαι ο Daniel Quinn στην Τριλογία της Νέας Υόρκης, που επαναφεύρει τον εαυτό του (και αρκετούς άλλους).

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Όσο ήμουν στην Ελλάδα, παρακολουθούσα την Athens Review of Books και το Books Journal. Εδώ παρακολουθώ το New York Review of Books, το TLS, το London Review of Books και ενίοτε το Literary Review. Προτιμώ το New York Review, δεν είναι «ακαδημαϊκό» και έχει πάντα κάτι πολύ ενδιαφέρον να διαβάσεις.

Πώς βιοπορίζεστε;

Αυτή τη στιγμή εργάζομαι ως Translation Project Manager στο Λονδίνο. Πριν φύγω από την Ελλάδα, εργαζόμουν ως ελεύθερη επαγγελματίας στο χώρο της μετάφρασης, της επιμέλειας και της κριτικής βιβλίου.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Ειλικρινά, δεν ξέρω. Στο μυαλό μου έρχεται και ο Bas Jan Ader.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ναι, παρακολουθώ όσο μπορώ. Η τελευταία ταινία που με γοήτευσε ήταν το Melancholia του Τρίερ. Νομίζω ότι είναι ο μεγαλύτερος εν ζωή Ευρωπαίος σκηνοθέτης.

Γράψατε ποτέ πεζογραφία ή ποίηση; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι, ποτέ. Νομίζω ότι δεν το «έχω», που λένε, και δεν το έχω επιχειρήσει ποτέ.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο του Λόρενς Ντάρελ (στα αγγλικά). Το τελευταίο βιβλίο που μετέφρασα ήταν το The Death of the Critic του Ronan McDonald. 

Έχετε σταματήσει οριστικά να μεταφράζετε; Για ποιο λόγο; Σας λείπει η μεταφραστική περιπέτεια;

Θέλω να πιστεύω πως όχι! Ναι, μου λείπει και θα ήθελα πολύ να μεταφράσω σύντομα κάτι.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Είμαι στη συντακτική ομάδα του ηλεκτρονικού περιοδικού critique.gr και ασχολούμαι όσο μπορώ με την προβολή του στα social media. Τα παρακολουθώ και συμμετέχω ενεργά αλλά δεν τα έχω χρησιμοποιήσει για τη δουλειά μου μέχρι στιγμής.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι;

Έχω δημοσιεύσει κριτικές βιβλίου, δεν ξέρω αν πιάνονται! ;-) καθώς κι ένα κείμενο στην Propaganda που έβγαινε από τις εκδόσεις Οξύ πριν πολλά χρόνια.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Νομίζω καμία, ήδη όσες κάνατε με δυσκόλεψαν.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αν και η αιώνια νιότη δεν είναι με απασχολεί, την αναγνωστική δεν θα τη χάριζα. Τη μεταφραστική, με μεγαλύτερη ευκολία.

Στις φωτογραφίες, διακεκριμένοι συνομιλητές της φιλοξενούμενης: Πολ Όστερ, Τζόναθαν Φράνζεν, Ρομπέρτο Μπολάνιο, Ρολάν Μπαρτ, Έτγκαρ Κέρετ, Γιόκο Ογκάουα.

17
Δεκ.
11

Μάρτιν Μακντόνα – Μοναξιά στην άγρια δύση

Νέο Ελληνικό Θέατρο Γιώργου Αρμένη – Κεντρική Σκηνή

Στον τοίχο το λάβαρο της Bohemian F.C. Dubliners, στα ηχεία νεορόκ μπαλάντες για την κατάθλιψη, ψηλά στη γωνία ένας φωτισμένος σταυρός, στο ακατάστατο «καθιστικό» δυο πολυθρόνες. Βρισκόμαστε στο πατρικό σπίτι δύο Ιρλανδών αδελφών, του Κόλμαν και του Βαλέν. Μόλις έχουν γυρίσει από την κηδεία του πατέρα τους που σκοτώθηκε σε ατύχημα κι από τις πρώτες τους κουβέντες αντιλαμβανόμαστε τις μονομανίες τους: ο Κόλμαν πηγαίνει στις κηδείες για να τρώει, ο Βαλέν έχει έμμονη ιδέα με θρησκευτικά αγαλματάκια που αγοράζει σωρηδόν. Αλλά η μεγαλύτερή τους μανία είναι κοινή: βρίσκονται σε μόνιμο μάλωμα, σε διαρκή κόντρα. Τσακώνονται για το ουίσκυ, τα πατατάκια, την καινούργια κουζίνα και τα περιοδικά του Βαλέν. Σ’ αυτά συναντιούνται κάθε φορά για να αλληλοσπαραχθούν: για τον Βαλέν είναι η επίδειξη της ανωτερότητάς του, άρα για τον Κόλμαν η ευκαιρία να τον ταράξει. Εκεί άλλωστε επενδύουν τα κενά τους: ο παρασιτικός Κόλμαν διασκεδάζει με την «παράτυπη» οικειοποίησή τους, ο κτητικός Βαλέν επισφραγίζει την ιδιοκτησία του με μαρκαδόρο.

Ο συχνός επισκέπτης τους ιερέας Γουέλς προσπαθεί κάθε φορά να τους συμφιλιώσει, να τους υποδείξει μια λιγότερο μίζερη καθημερινότητα. Αλλά βουτηγμένος ως το κεφάλι στο αλκοόλ, πνίγεται στην ίδια του την αδυναμία να βοηθήσει, ένας παραπαίων επισκέπτης χωρίς καμιά πειθώ, κανένα αποτέλεσμα. Κάθε φορά μαλώνετε, είναι το μοναδικό κοινό σημείο που έχετε μεταξύ σας. Αν δεν μπορείτε να τα βρείτε ως αδέλφια πώς μπορεί να υπάρξει ειρήνη στον κόσμο; Καταντάει έτσι μια πρόσθετη καρικατούρα στο σαρκοβόρο σπίτι και υπομένει σιωπηλά τους σαρκασμούς που του αναλογούν. Το ίδιο και οι προσπάθειες της νεαρής Γκερλήν (πόζες, κυκλοθυμία, επιθέσεις αγάπης) μένουν ακαρποφόρητες: ούτε εκείνη γνωρίζει τον τρόπο.

Εδώ μαθαίνει κανείς να πίνει ή το έχετε μερικοί μέσα σας;  

Έξω από το σπίτι τα πράγματα δεν είναι καλύτερα: δολοφονίες (κάποιος σκότωσε με τσεκούρι την γυναίκα του, κάποιος έλιωσε με τη μασιά τα μυαλά της μάνας του), αυτοκτονίες. Ωραία ενορία έχεις φτιάξει παπά ειρωνεύονται τον εκπρόσωπο του Θεού. Ο Θεός δεν έχει καμιά αρμοδιότητα σ’ αυτή την πόλη, απαντά εκείνος.  Κάθε τόσο αναγκάζεται να φύγει για να συνδράμει την οικογένεια ενός ακόμη αυτόχειρα προτού επιστρέψει συντετριμμένος: Ο πατέρας του μ’ έσυρε μεθυσμένο από το μπαρ για να πω μια προσευχή. Είμαι ένας απαράδεκτος ιερέας σε μια απαράδεκτη ενορία. Σ’ αυτή την άσχημη γη, οι ζώντες κακοτυχίζουν τους αυτόχειρες για την κόλαση που τους περιμένει, αυτούς και τους επόμενους.

Παραδόξως τα δυο αδέλφια συμμαχούν ταχύτατα όταν πρόκειται να κοροϊδέψουν ή να ειρωνευτούν τον ιερέα ή όταν είναι να καταφερθούν εναντίον των οπαδών της αντίπαλης ομάδας. Κοίτα που σ’ αυτό συμφωνούμε… Αλλά σ’ αυτό τον απελπισμένο ένα μονόδρομο πρωτοφανούς αντιπαλότητας οι ακρότητες δεν είναι μακριά: τα αγαλματάκια θα ψηθούν στο φούρνο κι οι δυο ομόαιμοι θα πιαστούν πολλές φορές στα χέρια. Κάποιος από τους δυο έχει σκοτώσει τον πατέρα τους, κάποιος από τους δυο αγόρασε τη σιωπή του – ένα μυστικό κοινό σε όλους, εκτός από τον ιερέα, που συντρίβεται ακόμα μια φορά.

Δεν σας επηρέασαν καθόλου τα λόγια μου, ήταν το στοίχημα της ζωής μου, τους γράφει ο ιερέας, στο δικό του πλέον γράμμα αυτοχειρίας. Οι αδελφοί σαστίζουν, η κρυφά ερωτευμένη Γκερλήν σπαράζει. Τώρα τους περιμένει ένα τελευταίο στοίχημα: αν μάθουν να ζητούν συγνώμη, η ψυχή του θα ζει ελαφρωμένη στον παράδεισο. Αν όχι, θα υποφέρει στην κόλαση για την οποία τόσο καιρό συζητούσαν. Κι έτσι αρχίζει ένα ιδιόμορφο παιχνίδι αποκαλύψεων κατά το οποίο ο καθένας τους εναλλάξ αρχίζει να παραδέχεται οτιδήποτε έκανε στον άλλον και το οποίο κορυφώνεται σε συνταρακτικές αποκαλύψεις για σκληρές πράξεις, που αποδεικνύεται πως άλλαξαν δραματικά τη ζωή τους. Η αρχική κάθαρση (Είχε δίκιο ο ιερέας ωραίο πράγμα να ζητάς συγνώμη) κλιμακώνεται σε νέες, τραγικές εντάσεις. Ο αγώνας της συγνώμης ξαναγίνεται αιματηρός. Είναι φανερό: τα αδέλφια δεν μπορούν να κατακτήσουν μια κανονική σχέση, όμως η κληρονομιά του ιερέα τους άφησε κάτι: ίσως την συνειδητοποίηση πως ακόμα κι ο αλληλοσπαραγμός τους είναι μια επικοινωνία αγάπης. Το ψέλλισε άλλωστε κάποια στιγμή ο Κόλμαν:  Δεν θα το ’κανα γιατί θα ’μουν μόνος μου, θα βαριόμουνα, θα μου ’λειπες.

Ποια είναι η βασικότερη αρετή του έργου; Η καταθλιπτική ατμόσφαιρα θρυμματίζεται κάθε φορά από ένα αστείο που σπάει κόκαλα, μια ατάκα όπου αδυνατείς να συγκρατήσεις το γέλιο σου· σα να αναρωτιούνται οι ίδιοι οι αυτουργοί (κι εμείς οι θεατές μαζί τους) αν το τραγικό μπορεί να σπάσει τόσο εύκολα με το γελοίο και το αστείο ή αν τα περικλείει εξαρχής μέσα του. Η φιγούρα του ιερέα θυμίζει πολλές μορφές κινηματογραφικές και λογοτεχνικές μορφές (θυμήθηκα τον ανήμπορο ιερέα του εξαιρετικού βιβλίου του Andrew O’ Hagan Να είσαι κοντά μου), ο Κόλμαν μπορεί γίνεται αντιπαθής μέχρι να συναντηθείς με το σαν μικρού παιδιού βλέμμα του, το σπαστικό τραύλισμα του Βαλμέν μάς θυμίζει τα δικά μας ψυχοσυναισθηματικά τραυλίσματα, η Γκερλήν εκπροσωπεί έναν ολόκληρο κόσμο.

Ο ιρλανδικής καταγωγής Μάρτιν Μακντόνα (γενν. 1970) εκτός από θεατρικός συγγραφέας είναι σεναριογράφος και σκηνοθέτης. Αν και μόνιμος κάτοικος Λονδίνου θεωρείται από τους πιο ταλαντούχους Ιρλανδούς θεατρικούς συγγραφείς. Από πατέρα οικοδόμο και μητέρα παραδουλεύτρα, εγκατέλειψε το σχολείο στα δεκαέξι του για να ασχοληθεί με την συγγραφή. Έστελνε αλλεπάλληλα σενάρια στο BBC που απορρίπτονταν το ένα μετά το άλλο αλλά τελικά έφτασε ως το σημείο να είναι ο μοναδικός συγγραφέας μετά τον Σαίξπηρ που είδε τέσσερα έργα του να παίζονται ταυτόχρονα σε κεντρικά θέατρα του Λονδίνου. Από ταινίες: Six Shooters (μικρού μήκους, βραβ. με Όσκαρ) και Αποστολή στη Μπρυζ. Η Μοναξιά στην Άγρια Δύση αποτελεί το τρίτο μέρος της Leenane Trilogy [The Beauty Queen of Leenane/1996, A Skull in Connemara/1997] και προφανώς στέκεται αύταρκες και αυτόνομο.

Ακόμα κι όταν νοιώθεις λύπη ή μοναξιά είσαι καλύτερα από εκείνους που είναι πεθαμένοι, έχεις ακόμα λίγες πιθανότητες ευτυχίας, είσαι ακόμα εδώ. Κι αυτό είναι σαν να το ξέρουν οι νεκροί και να σου εύχονται καλή τύχη.

Παίζουν: Τίτος Λίτινας, Γιώργος Πολυχρονόπουλος, Πέτρος Γούτης, Μελίνα Χιλέλη. Μτφ.: Ερρίκος Μπελιές, σκηνοθ.: Βλαδίμηρος Κυριακίδης, βοηθ. σκηνοθ.: Αντωνία Διονυσίου, σκην. – κοστ.: Βλαδίμηρος Κυριακίδης, φωτ.: Lato B. / Σπ. Τρικούπη 34 & Κουντουριώτου, Εξάρχεια, τηλ. 210-8253489/Δε-Τρ.: 21.15/120΄ [Για το ειδικό πρόγραμμα κατά τις ημέρες εορτών επικοινωνήστε με το θέατρο].

[Martin McDonagh, The lonesome west, 1997]

Δημοσίευση και εδώ.

14
Δεκ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 102

Σβετλάνα Αλέξιεβιτς, Έρευνες για τον έρωτα στη Ρωσία, Αυτονταφέ. Επιθεώρηση του Διεθνούς Κοινοβουλίου των Συγγραφέων, 1/Φθινόπωρο 2001, εκδ. Άγρα, σελ. 146, 145, μτφ. Ο. Τσιμπένκο (Svetlana Alexievitch, Autodafe. Journal of the International Parliament of Authors, 1/2000).

Δεν χρειάζεται να είσαι κοσμοναύτης, πρωταθλητής ή ήρωας, μπορείς να τα βιώσεις όλα σ’ ένα συνηθισμένο δυάρι – εικοσιοχτώ τετραγωνικά, κοινό μπάνιο, ανάμεσα στα αντικείμενα που μοιάζουν σκηνικά από παλιό επαρχιακό θέατρο. Περασμένα μεσάνυχτα, δύο η ώρα. Πρέπει να φύγω, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί πρέπει να φύγω απ’ αυτό το σπίτι…Περισσότερο μοιάζει με κάποια ανάμνηση, σαν να τα θυμήθηκα όλα, για πολύ καιρό δεν θυμόμουν τίποτα, και τώρα όλες οι αναμνήσεις επιστρέφουν…Ενώθηκα…Νομίζω, κάτι παρόμοιοι νιώθει ο άνθρωπος που πέρασε πολλές μέρες φυλακισμένος σ’ ένα κελί, και ανακαλύπτει τον κόσμο σε ατέλειωτες λεπτομέρειες. Σχήματα. Δηλαδή, το μυστικό είναι ήδη κάτι χειροπιαστό, σαν ένα αντικείμενο, σαν ένα βάζο λουλουδιών για παράδειγμα. Μα για να καταλάβεις κάτι, πρέπει να νιώσεις πόνο. Όταν ήμουν πολύ νέος, προσπάθησα να διαβάσω την ποίηση της Τσβετάεβα, δεν κατάλαβα τίποτα, γιατί οι λέξεις της είναι ηχηρές, λέγονται σαν εξορκισμοί, έχουν μια θεμελιώδη δύναμη. Και πώς θα καταλάβεις, αν δεν πονάει, πρέπει να πονέσεις, να πονέσει…

Ο έρωτας αρχίζει, και ξαφνικά δεν υπάρχεις, διαλύεσαι μέσα σε κάποιον ή σε κάτι, και αυτή η αίσθηση συνεχίζεται, απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις, αποκτά έκταση σχεδόν φυσική, ξαφνικά βρίσκεσαι σε άλλο διάστημα, δηλαδή δεν καταλαβαίνεις τίποτα και δεν υπάρχει περίπτωση να καταλάβεις και δεν μπορείς να το σβήσεις με μια γομολάστιχα από το χαρτί. Ξαφνικά όλα αλλάζουν χρώμα…Ακούς περισσότερες φωνές, περισσότερους ήχους….

13
Δεκ.
11

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 70. Αθηνά Ψυλλιά

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Απ’ ό,τι φαίνεται, δουλεύω με συγκεκριμένο τρόπο. Είναι κάτι που παρατηρώ εκ των υστέρων. Τείνω να φτιάξω την προσωπική μου θεωρία της μετάφρασης: χρειάζομαι χρόνο και αιτία για να συνδεθώ με το λεξιλόγιο, τις προθέσεις και τα συναισθήματα του βιβλίου. Χρειάζομαι τουλάχιστον τα 2 πρώτα κεφάλαια. Γι’ αυτό, τώρα πια, προτιμώ να τα μεταφράζω στο τέλος. Ή να τα επιμελούμαι μέχρι τελικής πτώσεως- που είναι πάντα η χειρότερη λύση..

Στην αρχή, ξέρω πως είναι μια καινούρια σχέση με κάποιον που είναι σημαντικός, αλλά τον ξέρω λίγο. Φερόμαστε σαν να γνωριζόμαστε καλά, αλλά εγώ ξέρω πως μου διαφεύγει κάτι σημαντικό και θα χρειαστεί να επανέρχομαι μπρος-πίσω στην σχέση για να συνδεθώ, να καταλάβω και να μεταγράψω τη σχέση αυτή στα ελληνικά.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Οι μεγαλύτερες ηδονές; από τα βιβλία εκείνα που έχω μαζί τους σχέση απρόσκοπτη και αβίαστη. Αυτά που μου κλείνουν το μάτι και μου μιλούν στ’ αυτί. Αυτά που, καθώς τα διαβάζω, βλέπω τις σελίδες να περνούν από μπροστά μου στα ελληνικά. Και- επειδή το βασικό μου κίνητρο στη δουλειά της μετάφρασης και της ψυχοθεραπείας είναι να συνδεθώ με τους άλλους, μέσα από τη γλώσσα, με τις επιθυμίες, τα κίνητρα και την ελπίδα (να ζήσουμε με τις επιθυμίες μας;)- ενθουσιάζομαι με συγκεκριμένους ήρωες και τους μεταφράζω με μεγάλη χαρά: να, ας πούμε, ο Ραϊμούντο Σίλβα στην Ιστορία της Πολιορκίας της Λισαβόνας, του Ζ. Σαραμάγκου, είναι το ίνδαλμά μου.

Μερικές φορές η χαρά έρχεται από τη γλύκα του κειμένου, από την αισθητική του, όπως συνέβη με την Ανακάλυψη της Αμερικής από τους Τούρκους, του Ζόρζε Αμάντο. Άλλες φορές, η απόλαυση είναι απλώς η αίσθηση ότι ολοκλήρωσα μια μετάφραση που δεν ντρέπομαι να υπογράψω με το όνομά μου. Μετά από τόσα βιβλία, εξακολουθώ να το θεωρώ άθλο, να το χαίρομαι, να παίρνω μια μέρα ρεπό και- καμιά φορά- να μου κάνω ένα δώρο.

Με δυσκόλεψαν τα λίγα βιβλία για τα οποία δε βρήκα συγκεκριμένο και προσωπικό λόγο για να τα μεταφράσω. Αυτά που δεν αγάπησα τόσο ως αναγνώστρια. Κι εκείνα που τα αγάπησα πολύ αλλά καταδύθηκα στον Άδη για την ανάγνωσή τους: το Περί Τυφλότητος του Ζ. Σαραμάγκου είναι μια τέτοια περίπτωση. Και δεν λέω τίποτα για τα βιβλία που αγάπησα, μετέφρασα με χαρά, αλλά κάτω από δύσκολες υλικές συνθήκες, εν μέσω ξαφνικών μετακομίσεων, λιμών, σεισμών και καταποντισμών (εσωτερικών και εξωτερικών).

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Με τα χρόνια έχω αναπτύξει μια καθησυχαστική ρουτίνα: δουλεύω μόνο πρωί, από τις 9.00 ως τις 13.00 περίπου. Ποτέ νύχτα. Συνήθως δεν θέλω πληροφορίες από τρίτο χέρι πριν διαβάσω το βιβλίο. Πολλές φορές αρκούμαι στη δική μου ανάγνωση και ψάχνω πληροφορίες μόνο για πραγματολογικά στοιχεία. Όταν έρθει η ώρα να προτείνω οπισθόφυλλο, διαβάζω αναλύσεις και κριτικές. Διορθώνω τρεις φορές. Ζητώ (με φειδώ) τη βοήθεια του συγγραφέα. Απευθύνομαι σε γνωστούς και αγνώστους για να βρω τις λέξεις που χρειάζομαι. Τους τάζω ένα αντίτυπο του βιβλίου. Σχεδόν πάντα τηρώ την υπόσχεσή μου.

Χωρίς μουσική δουλεύω πιο αποδοτικά, μερικές φορές όμως έχω ανάγκη ν’ ακούσω κάτι (ενίοτε και να το τραγουδήσω). Γι’ αυτό είναι τα διαλείμματα…Αν πάντως ακούγεται η Myriam Alter, είναι σαφές ότι μεταφράζω. Τα τελευταία 10 χρόνια ακούω πολύ μουσικές από τις πορτογαλόφωνες χώρες. Ονειρεύομαι μια μέρα να τις επισκεφτώ όλες!

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Δεν είχα συγκεκριμένες φιλοδοξίες ή επιθυμίες στη μετάφραση. Ή, τέλος πάντων, η δουλειά που είχα να κάνω ήταν τόσο μεγαλεπήβολη που δεν άφηνε περιθώριο για επιπλέον φιλοδοξία. Ξεκίνησα πριν από 16 χρόνια με μεγάλη επιφύλαξη, δοκιμαστικά, περιμένοντας να με σταματήσει η γενική κατακραυγή. Όταν αυτό δε συνέβη, το 2ο χρόνο ονειρεύτηκα να μεταφράσω 10 σημαντικά έργα της σύγχρονης πορτογαλικής λογοτεχνίας. Μετέφρασα Σαραμάγκου, Αντούνες και Καρδόζο Πίρες τα πρώτα 3 χρόνια.

Μια καινούρια επιθυμία που έχει αρχίσει να στερεοποιείται είναι να μεταφράσω 4-5 καταπληκτικά έργα της νέας γενιάς πορτογάλων συγγραφέων. Έχω ξεκινήσει με τον Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο και τον Γκονσάλο Ταβάρες.

Αναμέτρηση για μένα είναι να κινούμαι έξω από τη ζώνη ασφαλείας μου: έχω φανεί διστακτική να μεταφράσω βραζιλιάνους συγγραφείς και έχω αποφύγει να μεταφράσω ό,τι δεν είναι σύγχρονο. Δεν είναι από έλλειψης ενδιαφέροντος: αρχικά φοβόμουν κι ύστερα υπήρχαν πάντα για μετάφραση έργα μέσα στη ζώνη ασφαλείας μου. Νομίζω ότι αρχίζω να βγαίνω απ’ αυτήν τα τελευταία 3 χρόνια.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Αν ένα βιβλίο πάρει καλές κριτικές στις οποίες δεν υπάρχει καμία αναφορά στον μεταφραστή, ο μεταφραστής μπορεί να υποθέσει με ασφάλεια ότι έκανε καλή δουλειά. Η αναγνώριση της δουλειάς της μετάφρασης από τα φώτα της κριτικής είναι ένα μόνο σημείο.

(Παρένθεση: Πριν από χρόνια, ο Ανταίος Χρυσοστομίδης είχε προσκαλέσει σε καφέ (σε γεύμα;) μεταφραστές που συνεργάζονται με τις εκδόσεις Καστανιώτη. Ξεκίνησε λοιπόν να μας συστήνει μεταξύ μας λέγοντας: «Από ‘δω η Α…που εκτός από πολύ καλή μεταφράστρια από τα γερμανικά είναι και οικονομολόγος, από ‘δω ο Β….που εκτός από εξαίρετος μεταφραστής από τα ισπανικά είναι και δικηγόρος…Εν ολίγοις, από τα 15 άτομα σε κείνο το τραπέζι κανείς μας δεν έβγαζε το ψωμί του από τη μετάφραση. Δεν θα μπορούσαμε και να θέλαμε.)

Υπάρχει αυτή τη στιγμή κινητικότητα με την ίδρυση σωματείου, με συνέδρια λογοτεχνικής μετάφρασης, η αλήθεια όμως είναι ότι δεν έχω συμμετάσχει ενεργά στην προβολή της δουλειάς του μεταφραστή και γι’ αυτό δεν μπορώ να ψέξω κανέναν.

Επιπλέον, τον πρώτο καιρό της μεγάλης αβεβαιότητας, ήταν βολικό να είμαι αθέατη.

Τέλος, για να είμαι εντελώς ειλικρινής, έχω διαβάσει μερικές καλές κριτικές για τη δουλειά μου.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Η ερώτηση αυτή με κάνει να σκεφτώ πόσα πράγματα πήγαν κατ’ ευχήν στη δουλειά μου χωρίς να χρειαστεί να κοπιάσω: όλες τις μεταφράσεις μου τις έχει διορθώσει ο ίδιος άνθρωπος: ο Αλέξανδρος Πανούσης. Και δείτε τώρα πόσο τυχερή είμαι: 1. είναι φίλος μου 2. του αρέσουν τα βιβλία που μεταφράζω (τα περισσότερα!) 3. του αρέσει η δουλειά μου 4. μπορεί να παρακολουθήσει το κείμενο στα πορτογαλικά 5. είναι ταλαντούχος, πεπειραμένος και ευρυμαθής 6. με τον καιρό, οι χρόνοι συνεννόησης έχουν κατέβει στα μιλισεκόντ. 7. αισθάνομαι ότι έχω πλάτες- ειδικά το πρώτο βιβλίο δεν θα είχε μεταφραστεί ποτέ χωρίς αυτόν.

Οι δυσκολίες είναι οι ευκολίες αναποδογυρισμένες: με εμπιστεύεται τόσο ώστε ίσως να με αφήνει λίγο ασύδοτη. Τον εμπιστεύομαι τόσο ώστε να τεμπελιάζω και να αυθαδιάζω.

Πώς τα βγάζουν πέρα οι άλλοι μεταφραστές;

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ο Ραϊμούντο Σίλβα, από την Ιστορία της Πολιορκίας της Λισαβόνας που λέγαμε…(ταιριάζει γάντι μιας και μιλούσαμε για επιμελητές πιο πάνω).

Λοιπόν ο τύπος αυτός είναι ένας πενηντάρης επιμελητής, άρτιος και ταπεινός στη δουλειά του που καλείται να επιμεληθεί μια Ιστορία της Λισαβόνας. Φιλήσυχος, αόρατος αλλά τελειομανής εξεγείρεται με την επαρκή μετριότητα του βιβλίου που έχει στα χέρια του και αποφασίζει να αυθαδιάσει (κι αυτός). Υπάρχει λοιπόν μια σκηνή όπου οι Πορτογάλοι ζητούν τη βοήθεια των περαστικών Σταυροφόρων για να κατακτήσουν την πολιορκούμενη μαυριτανική Λισαβόνα. Ο Ρ. Σ προσθέτει τη λεξούλα «δεν» στην απάντηση των Σταυροφόρων: «Θα σας βοηθήσουμε». Φαντάζεστε τι γίνεται μετά;

Ζει περιμένοντας το τηλεφώνημα του διασυρμού και της απόλυσης από τον εκδοτικό οίκο.

Ο εκδοτικός οίκος θορυβείται αλλά δεν τον απολύει. Τον θέτει όμως υπό την επιτήρηση της καινούριας διευθύντριας των επιμελητών που τον προκαλεί απρόσμενα να τελειώσει αυτό που ξεκίνησε. Να γράψει τη δική του έκβαση της Ιστορίας και της ιστορίας τους. Γιατί φυσικά και ξεμυαλίζεται ο Ραϊμούντο Σίλβα.

Ασφαλώς κι έμαθα νέα του. Ευτύχησε πολύ και αργά στον έρωτα, έγραψε μυθιστορήματα και πήρε το νόμπελ λογοτεχνίας μετά τα 70 του.

Όσο για μένα, άρχισα να ψάχνω ένα δρόμο στις αφηγηματικές ψυχοθεραπείες.

Οι αγαπημένοι σας λογοτέχνες;

Μέχρι τα 22 περίπου διάβαζα φανατικά ρώσους κλασικούς. Υπέμεινα 4 χρόνια ρωσικών για να καταφέρω να διαβάσω με λεξικό τις Λευκές Νύχτες. Τα ρωσικά είναι μαγεία αλλά με εξόντωσαν. Μετά υπέκυψα στα πορτογαλικά που τα έμαθα άκοπα, επί τόπου και απείρως πιο απολαυστικά.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν έχω αγαπημένο. Διαβάζω κυρίως ηλεκτρονικά περιοδικά και αγοράζω όταν ενδιαφέρομαι για κάποιο αφιέρωμα.

Πώς βιοπορίζεστε;

Είμαι μεταφράστρια. Είμαι ψυχολόγος: ψυχοθεραπεύτρια. Δυο δουλειές και ψάχνω ένα πεδίο συγκερασμού τους.

Σε περίπτωση που αναρωτιέστε, η δουλειά είναι πολλή -τα λεφτά είναι λίγα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Θέλω να γράψω για τη νέα γενιά των πορτογάλων συγγραφέων. Προφανώς έχω πολλά να πω για τον Ζοζέ Σαραμάγκου ακόμη. Γι’ αυτούς τουλάχιστον νομίζω ότι κάτι ξέρω.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το τελευταίο του Γκονσάλο Ταβάρες, Ένα Ταξίδι στην Ινδία (Uma Viagem á Índia, ένα σύγχρονο έπος στα χνάρια των Λουσιάδων του Καμόες. Στο κομοδίνο μου υπάρχει πάντα ένα βιβλίο που διαβάζω για 4η ή 20η φορά πριν κοιμηθώ. Αυτό τον καιρό είναι «Η Ψυχής της Γυναίκας» του Άλντο Καροτενούτο. Όχι λογοτεχνία, δηλαδή.

Παρέδωσα τη μετάφραση της Ιερουσαλήμ του Γκονσάλο Ταβάρες. Δεν έχω ξεκινήσει άλλη μετάφραση εν τω μεταξύ.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Σκέφτηκα την ερώτηση: «Πού βρήκατε την ιδέα και το θράσος να μεταφράσετε». Η απάντηση όμως είναι «Στην άγνοια κινδύνου και στα παιδικά μου κίνητρα». Ας το αφήσουμε καλύτερα, τι λέτε;

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Διαδικτυώθηκα μετά τα πρώτα 2 βιβλία που μετέφρασα. Η διευκόλυνση είναι τεράστια αλλά ο πειρασμός της τριγωνοποίησης μεγάλος. Τριγωνοποίηση: εννοώ ότι για να βγω από τη δυσκολία στη σχέση μου με το κείμενο προστρέχω σε τρίτους για πληροφορίες και διευκολύνσεις – και μερικές φορές η σχέση θέλει να μείνεις αποκλειστικά με τον άλλον και να δουλέψεις…

Μέσω facebook ήρθα σε επαφή με έναν από τους συγγραφείς που μεταφράζω.

Δεν παρακολουθώ συστηματικά τίποτα. Διαβάζω ό,τι με ενδιαφέρει κατά καιρούς. Ενημερώνομαι αποκλειστικά ηλεκτρονικά. Είμαι κυκλοθυμική στη χρήση του διαδικτύου.

Η δυνατότητα καθημερινής αλληλογραφίας είναι η εφαρμογή που απολαμβάνω περισσότερο.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Ώρες ώρες μου φαίνεται απίστευτο, αλλά δεν έχω γράψει τίποτα κι ας ζω μέσα στον πειρασμό. Κυρίως γιατί γράφω υπερβολικά ελλειπτικά και γιατί η φαντασία μου είναι γεμάτη δισταγμούς.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αιώνια νιότη; Μετά από τόσο κόπο για να διαχειριστώ την εφήμερη; Για να τη ζήσω με ποιους;

Τη μεταφραστική μου ιδιότητα θα μπορούσα να την αποχωριστώ με πολύ μικρότερο αντίτιμο. Την αναγνωστική μου θα την παζάρευα περισσότερο. Ωστόσο, ναι θα μπορούσα να ζήσω ευτυχής χωρίς βιβλία.

Μη μου πάρετε όμως την αλληλογραφία.

12
Δεκ.
11

Charles Ludlam – Η Κατάρα της Ίρμα Βεπ

Θέατρο Ροές

Είσαι η ζωντανή διακωμώδηση των ιδανικών σου. Ειδάλλως, τα ιδανικά σου είναι πολύ χαμηλά.  / Η κατάπτωση (bathos, το αντίθετο του pathos [κορύφωση]) είναι ό,τι προτίθεται να είναι λυπηρό, αλλά λόγω υπερβολικής έκφρασης γίνεται κωμικό. Η κορύφωση (pathos) είναι ό,τι προτίθεται να είναι κωμικό, αλλά λόγω υπερβολικής έκφρασης γίνεται λυπηρό Μερικά πράγματα μπορεί να μοιάζουν αντίθετα, είναι όμως διαφορετικές εντάσεις του ίδιου πράγματος (Τσαρλς Λάντλαμ, Μανιφέστο του Γελοίου Θεάτρου, αρ. 1 και 5).

Στη σκηνή μπροστά μας ένα σαλόνι με γκριζοασπρόμαυρους χρωματισμούς, μια τεράστια ως το πανύψηλο ταβάνι βιβλιοθήκη, αινιγματικές πολυθρόνες, μια ευτραφής κυρία στο κάδρο, ένα βάζο με φλόγα, τρεις μυστηριώδεις πόρτες, ο ήχος της βροχής και η αντανάκλαση του κεραυνού. Αυτό που θα συμβεί εδώ σε λίγη ώρα είναι αδιανόητο, είναι π.π.π. – πέραν πάσης περιγραφής. Αλλά πρέπει να πάμε πέρα από αυτό το πέραν και να προσπαθήσουμε να το περιγράψουμε.

Μιλάμε για μια ευφυέστατη, απολαυστική σάτιρα σωρείας θεατρικών και κινηματογραφικών ειδών και στιλ – από την ελισαβετιανή δραματουργία και το βικτωριανό μελόδραμα ως το γκροτέσκο κι από την παρωδία και την λογοτεχνία του φανταστικού και του τρόμου ως τον χιτσκοκικό κινηματογράφο. Εδώ ο Δράκουλας ξαναζεί, ο Φρανκεστάιν βρίσκει ένα ζεστό σπιτικό, κι οι λύκοι αισθάνονται ασφαλείς. Εδώ ο Μπάστερ Κήτον σκάει ένα χαμόγελο κι οι Αδελφοί Μαρξ ετοιμάζονται να ξαναβγούν στη σκηνή. Εδώ τα κόμικς ζουν την τιμητική τους, το γκόθικ είναι στο στοιχείο του και στοιχειώνει κάθε αστοιχείωτο. Εδώ ο Πόε κυκλοφορεί σαν την άδικη…κατάρα (αν και δεν πρέπει να λέγονται ειδικά τώρα τέτοιες λέξεις) και ανάμεσα στους ανατριχιαστικούς θορύβους (μέχρι και το κοκκινωπό φυτό στριγκλίζει όταν του ρίξεις κρυφά το άθλιο κρασί που σου σέρβιραν) ακούγεται κι εκείνος του μολυβιού του Χίτσκοκ. Εδώ το Αλλόκοτο παίρνει σάρκα και οστά κι επίσης μερικές περούκες.

Το έργο είναι γραμμένο για δυο ηθοποιούς και …οκτώ χαρακτήρες, τους οποίους καλούνται να εναλλάσσουν με φρενήρεις ρυθμούς. Αντιλαμβάνεστε ότι μιλάμε για την έσχατη δοκιμασία ενός ηθοποιού, που δεν οφείλει απλώς να ταλαντώνεται από το ένα φύλο στο άλλο και την μία περσόνα στην άλλη (και μάλιστα σε χαρακτήρες τουλάχιστον ιδιόρρυθμους και «ψυχικά ιδιαίτερους») αλλά και να το κάνει σε κλάσματα δευτερολέπτου, καθώς τρυπώνει στην μία πόρτα ως ένας και βγαίνει από την άλλη ως άλλος. Ακριβώς: Μόνο γιορτές δεν θα ’χουμε απόψε!

Τι συμβαίνει λοιπόν; Βρισκόμαστε στην απομονωμένη οικία Μάντακρεστ όπου ζει συντετριμμένος από τον θάνατο της γυναίκας του Λαίδη Ίρμα o Έντγκαρ, αποφεύγοντας την δεύτερή του σύζυγο Λαίδη Άλμπα (ήδη φανερό στην εξαιρετική σκηνή με τον ταχύτατο ψεύτικο συν-οργασμό τους πάνω απ’ τα ρούχα). Η παρουσία της νεκρής Λαίδης είναι καταπιεστική, δεν τολμούν ούτε να φιληθούν μπροστά στο κάδρο της, όπου μια φλογίτσα καίει αιώνια. Οικιακοί στυλοβάτες η οικονόμος Τζέιν Τουίσντεν (διαβάζει Καζαμία, Σταυροφορίες, Αναρίθμητα Εγχειρίδια για Κυρίες!), εφιαλτική παρουσία που εντοπίζει με κακία και με μόνιμα μισόκλειστο μάτι κάθε διαφορά ανάμεσα στις δυο Κυρίες, Ως εδώ βρισκόμαστε μέχρι τον λαιμό στην νουβέλα Ρεβέκκα της Δάφνης ντι Μωριέ, με τις περιπέτειες της δεύτερης γυναίκας του κυρίου Maxim de Winter, που ζει κάτω από τη σκιά της πρώτης κυρίας de Winter, Rebecca, που πέθανε με μυστηριώδη τρόπο. Η πρώτη τετράδα συμπληρώνεται με τον υπηρέτη Ίγκορ Άντεργουντ με το ένα ξύλινο πόδι (το αληθινό του αναπαύεται κάπου έξω, σε στομάχι λύκου). Η δεύτερη πρέπει να μείνει ακατονόμαστη.

Περί φάρσας πρόκειται, όχι περί κατηχητικού. Να επιδεικνύετε ηδονιστικό υπολογισμό. Να τεστάρετε μια επικίνδυνη ιδέα, ένα θέμα που απειλεί να σας καταστρέψει ολόκληρο το σύστημα αξιών. Να φέρεστε στο υλικό με τρελά φαρσικό τρόπο, χωρίς όμως να χάνετε τη σοβαρότητα του θέματος Να δείχνετε πως το παράδοξο καταλαμβάνουν το μυαλό. Να αυτοτρομάζεστε (Τσαρλς Λάντλαμ, Μανιφέστο του Γελοίου Θεάτρου, Οδηγίες χρήσεως).

Άνθρωποι χαμαιλέοντες με ψυχισμούς ποταπούς παίζονται και περιπαίζονται από υποκριτές πολυπρισματικούς που μιλούν με χίλιους τρόπους, στόμφους, χειρονομίες, υπερβολές και αναστεναγμούς σε εξαιρετικά υποκριτικά σόλο. Όταν κάποια στιγμή η Οικία χαρακτηρίζεται ως παράδεισος για μισάνθρωπους και καταφύγιο από τις κακές γλώσσες καταλαβαίνουμε πως αυτός είναι ο παράδεισος για τις δικές τους κακές γλώσσες και το καταφύγιο για τους ιδανικούς μισανθρώπους που είναι οι ίδιοι. Ακόμα και τα πιο παράλογα πλοκάμια της πλοκής έχουν την δική τους λογική και τις δικές τους συναρπαστικές σκηνές (όπως η ξαφνική χαμηλόφωνη ερμηνεία ή τα σχόλια που υπονομεύουν τους ίδιους τους ρόλους ή οι κραυγαλέοι αιγυπτιακοί χοροί στα έγκατα της ανασκαφής) και τα δικά τους αμέτρητα λογοπαίγινια. Όλες οι αναφορές απορροφώνται στη χοάνη του εφιαλτικού σαλονιού, μασκαρεμένες βέβαια με cross dressing (θεατρικό – και όχι μόνο – στοιχείο που συνάρπαζε τον Λάντλαμ, γι’ αυτό και έθετε ως όρο για τα δικαιώματα του έργου να παίζεται μόνο από άντρες).

Όπως τόσοι και τόσοι ισχυρίζονται ότι πιστεύουν στο Θεό, και τον ακυρώνουν με κάθε τους πράξη, έτσι και οι άλλοι που λένε πως δεν πιστεύουν, με την κάθε τους πράξη στηρίζουν την πίστη (Τσαρλς Λάντλαμ, Μανιφέστο του Γελοίου Θεάτρου, αρ. 3).

Στο τέλος και μετά από μια ακόμα αβυσσαλέα ανατροπή – την καλύτερη όλων – το ζεύγος αναγαλλιάζει αγκαλιαζόμενο σε αργή κίνηση, μπροστά στη νέα του ζωή: Έχουμε πολλή δουλειά μπροστά μας – αλλά την έβδομη μέρα θα αναπαυτούμε. Ιδού ο Άνθρωπος που ως Θεός δημιουργεί την Ζωή του, επηρεάζει άλλες Ζωές και γράφει για Όλες μαζί. Τελειώσαμε; Όχι! Στον αποχαιρετισμό προς το κοινό επιτέλους ανοίγει το πίσω μέρος της σκηνής και βλέπουμε τι συνέβαινε και πώς δυο αφανείς σκηνίτες έκαναν τις πενήντα εφτά αστραπιαίες αλλαγές κοστουμιών των 8 χαρακτήρων. Και μετά το χαμόγελό μας ελαφρώς παγώνει καθώς οι Δύο πλησιάζουν στα καθίσματά μας για να μας διαολοστείλουν – πάντα με το ευπρεπές χαμόγελο της εποχής τους.

Ο Charles Ludlam (1943 – 1987) ωθήθηκε στην σκηνοθεσία όταν διέκρινε ο ίδιος και οι καθηγητές του πόσο υπερβολικός είναι ως ηθοποιός! Επηρεασμένος από τις παραστάσεις του Living Theater Ίδρυσε το ανεπανάληπτο Ridiculous Theatre Company για να στεγάσει το δικό του όραμα Αμερικανικής θεατρικής κωμωδίας, ως σύνθεσης «πνεύματος, παρωδίας, φάρσας, μελοδράματος και σάτιρας». Το πρώτο του έργο Big Hotel ήταν επηρεασμένο από το κόμικς και τις τηλεοπτικές διαφημίσεις, ήδη από το 1966! Το έργο ανέβηκε την χρονιά που γράφτηκε (1984) στο off – off-Broadway (σε μικρότερες του off-Broadway σκηνές) στο Greenwich Village/NYC με τον ίδιο τον συγγραφέα στον ρόλο της/των Λαίδης και έκτοτε παίχτηκε αμέτρητες φορές με τη μέγιστη επιτυχία. Πέθανε από AIDS αφήνοντας 29 έργα και τη συχνή φράση «κανενός δεν του έχουν υποσχεθεί το αύριο».

Παίζουν: Γεράσιμος Γεννατάς, Αντώνης Λουδάρος. Μτφ. Λάκης Λαζόπουλος,  Άκης Σακελλαρίου, Κων/νος Αρβανιτάκης, Μαριλένα  Παναγιωτοπούλου, σκηνοθ.: Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης, βοηθ. σκηνοθ.: Γιώργος Τσάμης, κοστ.: Clare Bracewell, μακιγ.: Άγγελος Μέντης, περούκες: Χρόνης Τζίμας, σκην.: Λίλη Πεζανού, μουσ. επιμ.: Κώστας Σουρβάνος, παραγ.: Άκης Σακελλαρίου. / Πα – Κυ: 21.00 / Ιάκχου 16, Γκάζι, 210 3474312 / 120΄ / [The Mystery of Irma Vep, 1984]

Στις τελευταίες δυο φωτογραφίες: ο συγγραφέας και το πορτρέτο του ως Λαίδης Άλμπα από την Suki Weston.  Δημοσίευση και εδώ.

11
Δεκ.
11

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 69. Χρήστος Οικονόμου

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Με τη σειρά (αν θυμάμαι καλά) που τους πρωτοδιάβασα:  Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, Ιούλιος Βερν, Νίκος Καζαντζάκης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, J.D. Salinger, Jack London, John Steinbeck, Κ.Π. Καβάφης, Άρης Αλεξάνδρου, Τάκης Σινόπουλος, Emily Dickinson, Herman Melville, Άντον Τσέχοφ, Raymond Carver, Flannery O’ Connor, Μιχάλης Γκανάς, Robert Frost, Μάρω Δούκα, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Σοφία Νικολαΐδου, Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Ισαάκ Μπάμπελ, Cormac McCarthy, Tim O’Brien, Lorrie Moore, Willy Vlautin.  Μ’ αρέσουν τα βιβλία που έχει γράψει ο Dee Brown για τους Ινδιάνους και την αμερικανική Δύση και τα ταξιδιωτικά (και όχι μόνο) του Bill Bryson.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Η Αγία Γραφή.  Τα παραμύθια του Άντερσεν.  Ό,τι έχει γράψει ο Cormac McCarthy.  Η Μυστηριώδης Νήσος του Ιουλίου Βερν.  Το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου.  Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου του Σωτήρη Δημητρίου.  Το ασημόχορτο ανθίζει του Βασίλη Γκουρογιάννη.  Η Μεταμόρφωση του Φραντς Κάφκα.  Ο Καπετάν Μιχάλης και Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται του Νίκου Καζαντζάκη.  Ο Φύλακας στη Σίκαλη του J.D. Salinger.  Τα Σταφύλια της Οργής του John Steinbeck.  Winesburg, Ohio του Sherwood Anderson.  The Things They Carried του Tim O’Brien.  A Good Scent from a Strange Mountain του Robert Olen Butler.  True Tales of American Life, σε επιμέλεια Paul Auster.  Τα τρία μυθιστορήματα του Willy Vlautin.  Legend of a Suicide του David Vann.  Διαβάζω και ξαναδιαβάζω τη συζήτηση του Κωνσταντίνου Θέμελη με τον Κωστή Παπαγιώργη (Η ανάποδη των ανθρώπων), απ’ όπου και η φράση – χαρακιά του Παπαγιώργη:  «Ήθελα να γράφω με τη φυσικότητα που ένας άνθρωπος κιτρινίζει όταν φοβάται».

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Εντελώς ενδεικτικά:

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης:  «Στο Χριστό στο Κάστρο», «Ο Αμερικάνος», «Η Σταχομαζώχτρα», «Έρως – Ήρως», «Τ’ Αστεράκι» (και πολλά άλλα — ποιο να πρωτοδιαλέξω). 

Raymond Carver:  «A Serious Talk» (“On the way, he saw the pies lined up on the sideboard.  He stacked them in his arms, all six, one for every ten times she had ever betrayed him” — τόση πίκρα σε δέκα λέξεις), «What We Talk about When We Talk about Love», «Lemonade» (ποίημα ή διήγημα, είναι ένα από τα σπαρακτικότερα πράγματα που έχω διαβάσει), «The Calm» — θα μπορούσα να γράφω τίτλους μέχρι αύριο.

Άντον Τσέχοφ:  «Το βιολί του Ρόθτσιλντ» και «Καημός».

Λέων Τολστόι:  «Πόση γη χρειάζεται ο άνθρωπος».

Jack London:  «To Build a Fire».

O Henry:  «The Gift of the Magi».

Ernest Hemingway:  «A Clean, Well-Lighted Place».

Flannery O’Connor:  «The Life You Save May Be Your Own» (“In the darkness, Mr. Shiftlet’s smile stretched like a weary snake waking up by a fire” — ασύλληπτη παρομοίωση).

Ambrose Bierce:  «An Occurrence at Owl Creek Bridge».

Tim O’Brien:  «The Things They Carried» (“First Lieutenant Jimmy Cross carried letters from a girl named Martha” — κάθε φορά που διαβάζω αυτή τη φράση βουρκώνω) και «How to Tell a True War Story».

Αντώνης Σουρούνης:  «Μια γιαπωνέζικη πυρκαγιά» (“Εγώ παρακάλεσα την κόρη μου.  Παίξε, της είπα, γιατί ο Έλληνας φίλος μας θα είναι πολύ λυπημένος”).

Γιώργος Σκαμπαρδώνης:  «Ο χωματόδρομος» (“Όταν όλα είναι βαριά, χωρίς νόημα, όπως απόψε, και ο Άγγελος ο Χορταριάς νιώθει στη ράχη του να γαντζώνεται εκείνη η μεγάλη κίτρινη στενοχώρια…”).

Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος:  «Στον σταθμό» και «Ο οβολός» (“Μάνα, η μανταρινιά μας ζει!»).

Robert Olen Butler:  «Love» (“I was once able to bring fire from heaven” — πώς να μην αγαπήσεις ένα διήγημα που αρχίζει με αυτή τη φράση).

Ισαάκ Μπάμπελ:  «Γκυ ντε Μωπασσάν» (“Κανένα σίδερο δεν μπορεί να διαπεράσει και να παγώσει την ανθρώπινη καρδιά με τη δύναμη μιας τελείας βαλμένης στη σωστή θέση”).

Lorrie Moore:  «People Like That Are the Only People Here:  Canonical Babbling in Peed Onk».

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Γιάννης Παλαβός, Κάλλια Παπαδάκη, Βασιλική Πέτσα, Σπύρος Γιανναράς.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι μόνοι που με (παρ)ακολουθούν είναι οι άνθρωποι που δεν έχω γράψει ακόμα κάτι γι’ αυτούς.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο μολυβένιος στρατιώτης του Άντερσεν, ο Γκρέγκορ Σάμσα από τη Μεταμόρφωση, ο Χόλντεν Κόλφιλντ από τον Φύλακα στη Σίκαλη.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Στο χαρτί όχι.  Στο μυαλό μου γράφω όπου να ‘ναι.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Γράφω με μολύβι και χαρτί.  Γράφω συνήθως τη νύχτα.  Γράφοντας και ξαναγράφοντας προσπαθώ να καταλάβω και να νιώσω τι γράφω.  Προσπαθώ να γράφω με καθαρό μυαλό και καθαρή καρδιά.  Δεν ακούω ποτέ μουσική όταν γράφω γιατί θέλω ν’ ακούω αυτά που γράφω.  Το ίδιο και όταν διαβάζω — θέλω ν’ ακούω αυτά που διαβάζω.  Τον υπόλοιπο καιρό ακούω διάφορα πράγματα:  μπαρόκ, ηπειρώτικα, Μάρκο Βαμβακάρη, Ανέστη Δελιά, Μαρίκα Παπαγκίκα, Ρόζα Εσκενάζυ, Robert Johnson, The Doors, Tom Waits, Syd Barrett, Joy Division, Wipers, PJ Harvey, Nirvana, Soundgarden, The Smashing Pumpkins, 16 Horsepower, Uncle Tupelo, Richmond Fontaine, και άλλα πολλά.

Μπορούμε να έχουμε μια μικρή εισαγωγή στα δυο βιβλία σας. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν.

Έχω γράψει δυο συλλογές διηγημάτων (και μερικά σκόρπια):  Η γυναίκα στα κάγκελα (2003) και Κάτι θα γίνει, θα δεις (2010).  Δεν μ’ αρέσει πολύ να μιλάω γι’ αυτά που έχω γράψει.

Ασχολείστε και με την μετάφραση λογοτεχνίας (ενδεικτικά: Orlando Figes – Ο χορός της Νατάσας. Μια πολιτισμική ιστορία της Ρωσίας, Tobias Wolff – Ο κλέφτης του στρατοπέδου, Michael Arditti – Ο εχθρός του καλού). Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Δεν ξέρω αν είναι συγγραφικός ή όχι, πάντως χρόνο μου κλέβουν πολύ οι μεταφράσεις.  Όταν μεταφράζω, η μεγάλη μου έγνοια είναι να μην προδώσω τον συγγραφέα και να μην παραπλανήσω τον αναγνώστη.  Έχω πάντοτε στο μυαλό μου ότι μια μετάφραση θεωρείται επιτυχημένη όταν δημιουργεί στον αναγνώστη την εντύπωση ότι το βιβλίο γράφτηκε εξαρχής στη δική του γλώσσα.  Και, φυσικά, θυμάμαι πάντοτε τον αφορισμό του Robert Frost:  Ποίηση είναι ό,τι χάνεται στη μετάφραση.

Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; Και τον μεταφραστή με τον επιμελητή;

Η δική μου σχέση με τον συγγραφέα που μεταφράζω είναι αυτή που προανέφερα:  προσπαθώ να μην τον προδώσω.  Έχω συνεργαστεί με τέσσερις ή πέντε επιμελήτριες, για κείμενα που έχω γράψει ή μεταφράσει.  Όλες μου πρόσφεραν πολύτιμη βοήθεια και με γλίτωσαν από αρκετά στραβοπατήματα.

Πώς βιοπορίζεστε;

Γράφω σε μια εφημερίδα και ενίοτε μεταφράζω βιβλία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα ήθελα να γράψω μια ιστορία για τον Ιησού Χριστό, που να εκτυλίσσεται τις μέρες που μεσολάβησαν ανάμεσα στη Σταύρωση και την Ανάστασή Του.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το Caribou Island του David Vann και το Αυτή η απίστευτη ανάγκη για πίστη της Τζούλιας Κρίστεβα.

10
Δεκ.
11

Νόελ Κάουαρντ – Ιδιωτικές ζωές

Θεατρικός Οργανισμός S.Τ.Ε.P., Θέατρο Άλμα, Β΄ Σκηνή

Στο Κολοσσαίο του Έρωτα

Όπως όλοι, κάποια στιγμή ας ζήσουμε την επιπολαιότητά μας και ας οικτίρουμε τους φτωχούς φιλοσόφους, ας σαλπίσουν οι τρομπέτες κι ας κροταλίσουν οι ροκάνες, ας χαρούμε τη γιορτή όσο κρατάει, σαν μικρά σκανταλιάρικα σχολιαρόπαιδα, ας φυλάξουμε τη γλύκα της στιγμής. Ας φιληθούμε, αγάπη μου, πριν σαπίσει το σώμα σου και σκουλήκια αρχίσουν να πετάγονται απ’ τις κόγχες των ματιών σου.

Αν συμφωνήσουμε πως ο Κάουαρντ είναι ένας απολαυστικά αιχμηρός θεατρογράφος, τότε οι Ιδιωτικές Ζωές του αποτελούν ένα αληθινό αντιπροσώπευμα της πένας του. Και μια πένα τόσο γλυκοδηλητηριώδης, δεν θα μπορούσε να μην έχει διαλέξει ως αγαπημένο της θέμα το ίδιο το γλυκό δηλητήριο ή το δηλητηριώδες γλυκό του έρωτα. Τον οποίο συνεχίζουμε να αναζητούμε για να καταβροχθίσουμε και να μας καταβροχθίσει – εν γνώσει μας. Περί αλληλοκαταβρόχθισης λοιπόν ο λόγος, αλλά όχι δραματικής ή μελοδραματικής· το αντίθετο: αν μιλάμε για ερωτικό κανιβαλισμό, τότε ας φανεί και η γελοία, η κωμική, ακόμα και η ξεκαρδιστική του πλευρά.

Πιάνεις λίγο το κλειδί, να βγάλω την αλυσίδα με την μπάλα απ’ το πόδι μου, να σου φέρω το πλεκτό που φτιάχνω για σένα και το λαμπαντέρ στο κεφάλι;

Η ιδέα βέβαια βασίζεται σ’ έναν γνώριμο διαχρονικό πυρήνα: ένα πρώην θυελλωδώς ερωτευμένο και νυμφευμένο ζευγάρι (Έλιοτ και Αμάντα) συναντιέται απροσδόκητα στο ίδιο ξενοδοχείο, όπου έχουν πάει για τον μήνα του μέλιτος με τους νέους πλέον συντρόφους τους (Σίμπιλ και Βίκτορ αντίστοιχα). Προτού αντιληφθούν την διαβολική συνύπαρξη, αποτελούν αντικείμενο συζήτησης και απέχθειας ο καθένας από τον πρώην εραστή του, ενώ μόλις την αντιληφθούν καταλαμβάνονται από ένταση και επιθυμία φυγής. Όταν όμως, τσακωμένοι με τους νυν συζύγους, βρεθούν δίπλα δίπλα στο μπαλκόνι, τους περιμένει η αντίστροφη [ανα]μέτρηση. Κι ήδη από τη στιγμή που η Αμάντα μπουσουλάει προσεκτικά στα τέσσερα για να περάσει το κράσπεδο προς το πλευρά του Έλιοτ, είναι διάχυτο στην ατμόσφαιρα πως μια άλλου είδους ριψοκίνδυνη ακροβασία έχει ξεκινήσει.

Όλη αυτή η ιστορία μοιάζει με φτηνό αστείο. Γιατί η ευτυχία δεν διαρκεί. Πόσο θα κρατήσει η αδυσώπητη αγάπη μας;

Το πρώην ζεύγος αντιλαμβάνεται την άλλοτε αόρατη και τώρα εκκωφαντικά ορατή ροπή που στέλνει τον έναν κατευθείαν στην αγκάλη του άλλου. Έχουν λυτές τις ρόμπες τους, έτοιμοι για περιπτύξεις, λυτές και τις ζώνες τους, πανέτοιμοι για καυγά. Έχουν άλυτα ζητήματα και μισοτελειωμένες ζήλειες, τη μία είναι έτοιμοι να ξαναζήσουν δεύτερο έρωτα, την άλλη βασανίζονται από το άπιστο παρελθόν.

Ήμουν το νίτρο κι ήταν η γλυκερίνη στον δοκιμαστικό σωλήνα του γάμου μας…

λένε για τις προηγούμενες ιστορίες τους, ενώ στην ουσία ξέρουν πως η φράση είναι κομμένη και ραμμένη για τους ίδιους. Καθώς η κάθε κουβέντα είναι έτοιμη να αρπάξει φωτιά και να τους κάψει, συνάπτουν την ιερή συμφωνία κάθε φορά που είναι έτοιμοι να κατασπαραχθούν να ψελλίζουν μια μαγική λέξη, μια συνθηματική φράση (Όλιβερ Τουίστ, αργότερα σκέτο Τουίστ!), συμφωνία που επιτρέπει πλέον ελεύθερα στον καθένα να ταράζει ο ένας τον άλλον και να κατόπιν να σβήνει μονομερώς τη φωτιά! Φυσικά θα βγουν στην δική τους παρανομία: δραπετεύουν μαζί. Αλλά στον κόσμο των ιδιωτικών ζωών τίποτα δεν είναι παράνομο ή ανήθικο. Ο καθένας ορίζει την ιδιωτική του ζωή όπως θέλει, χωρίς να δίνει λόγο σε κανέναν.

Ας μείνουμε μαζί κι ας μην ξαναμιλήσουμε ποτέ για μας.

Η επόμενη (και απολαυστικότερη) πράξη τους βρίσκει σε παρισινό καταφύγιο (με διακριτική παρουσία της πόλης μέσα από την μουσική, την περιγραφή της θέας κ.ά.): από τη μια ευδαιμονία, από την άλλη η αγωνία για τη στιγμή που θα αναλάβουν τις ευθύνες τους ενώπιον των παρατημένων τους συζύγων – και στη γωνία έτοιμες οι άγριες φιλονικίες τους ξανά. Ο καθένας είναι πανέτοιμος να πληγώσει τον εγωισμό του άλλου. Πότε ερωτική κλινοπάλη, πότε αλληλοσπαραγμός, πάντα στα όρια. Σε μια απολαυστική σκηνή εκείνος γρατζουνάει βίαια τον δίσκο που συνοδεύει τον οργιαστικό της χορό. Και σε μια άλλη αλληλοδέρνονται και αλληλοφτύνονται σε μια σχεδόν τραγικογελοία απαθανάτιση του ίδιου του έρωτα. Σε μια τέτοια στιγμή εισέρχονται έκπληκτοι οι σύζυγοι…

Άρα τα αρνητικά συναισθήματα βγαίνουν στην επιφάνεια επειδή ήμασταν ερωτευμένοι! Στο διάολο ο έρωτας!

Οι «Ιδιωτικές ζωές» καθιέρωσαν τον Κάουαρντ, ως έναν «απολαυστικά τολμηρό» θεατρικό συγγραφέα, που πάντα γέμιζε τις θεατρικές πλατείες ενώ το έργο θεωρήθηκε από τα πλέον «καλότυχα», εφόσον πάντα έφερνε την επιτυχία. Στο πρώτο ανέβασμα του έργου τον ρόλο του Έλιοτ τον είχε αναλάβει ο ίδιος! Ο περίφημος φλεγματικός Άγγλος δεν χαρίζει κάστανα σε τρόπους και ευγένειες, γδύνει τις συντηρητικές υποκρισίες και φωνάζει μέσα από τις κρεβατοκάμαρες και τα καθιστικά πως εδώ θα γελοιποιηθούν και θα υμνηθούν όλα. Αλλά πάντα, πάντα πίσω από την πόζα του υπάρχει ωραία πρόζα κι ο καθένας από τους τέσσερις ρόλους έχει την δική του γοητεία (με προεξάρχοντες βέβαια εκείνους της Αμάντα και του Έλιοτ αλλά και με υπογειότατες φορτίσεις των άλλων δυο) και παίζεται ως του αξίζει. Άλλωστε αυτοί ο κακομαθημένοι εγωιστές και ευέξαπτοι εραστές δεν είναι χειρότεροι από εμάς. Έτσι κι αλλιώς ελάχιστοι άνθρωποι είναι απολύτως φυσιολογικοί στις προσωπικές, ιδιωτικές ζωές τους, όλα είναι θέμα συγκυριών. Είμαστε ανίσχυροι μπροστά στις επιθυμίες του σύμπαντος. Μια σπίθα τη σωστή στιγμή, ή τη λάθος αν αυτό προτιμάς, μπορεί να πυροδοτήσει την έκρηξη και τότε, είμαστε όλοι ικανοί για όλα…

Η τρίτη και τελευταία πράξη είναι αφιερωμένη σε ένα πανδαιμόνιο ερωτικών αψιμαχιών αλλά και συμμαχιών. Αντί οι νυν απατημένοι να ζητήσουν το λόγο από τους άπιστους, φτάνουν στο σημείο να υπερασπίζεται ο καθένας τον δικό του! Ούτως ή άλλως στο Κολοσσαίο – όπως χαρακτηρίζεται κάποια στιγμή – του Έρωτα, όλα επιτρέπονται. Στο τέλος φτάνουν να τσακώνονται οι ίδιοι, καθώς οι ξαναφιλιωμένοι εραστές φιλιούνται στο φόντο. Αλλά στο τέλος φαίνεται πως κι αυτοί καταλήγουν να κάνουν τα ίδια – και χειρότερα, δηλαδή και καλύτερα!

Κάποια πράγματα που μας φαίνονται βουνό, όταν είμαστε ευτυχισμένοι δεν μας προβληματίζουν καθόλου τελικά.

Παίζουν: Θάλεια Ματίκα, Τάσος Ιορδανίδης, Ορέστης Τζιόβας, Νικολέττα Κοτσαηλίδου. Μτφ.: Πέτρος Φιλιππίδης, Χρήστος Σιμαρδάνης, σκηνοθ.: Πέτρος Φιλιππίδης, σκην.: Γιώργος Γαβαλάς, ενδυμ.: Ιωάννα Τιμοθεάδου, κοστ.: Βασίλης Ζούλιας, χορογρ.: Ελπίδα Νίνου – Φιλιππίδη, φωτ.: Μπάμπης Αρώνης, μουσ. επιμ.: Ιάκωβος Δρόσος, σκηνοθ. trailer : Αλέξανδρος Ζαρμπής. / Τε: 19:30, Πε-Σα: 21:15, Κυ: 19:30 / Αγ. Κωνσταντίνου και Ακομινάτου 15-17 / 210-5220100 / 95΄/[Noel Coward – Private lives, 1930]

Σημ.: Το αρχικό παράθεμα προέρχεται από το κείμενο του έργου, όπως δημοσιεύεται στο θεατρικό πρόγραμμα της παράστασης, εκδ. Εξάντας, σ. 79. Στην τρίτη φωτογραφία ο Noel Coward ως Elyot με την Gertrud Lawrence στην παράσταση του 1931.

07
Δεκ.
11

Κλαρίσε Λισπέκτορ – Κοντά στην άγρια καρδιά

Όταν με συλλαμβάνω εξ απήνης στο βάθος του καθρέφτη, τρομάζω. Δεν μπορώ να πιστέψω πως έχω όρια, ότι είμαι περιχαρακωμένη και ορισμένη. Νιώθω διασκορπισμένη στον αέρα, σκέφτομαι στο εσωτερικό των ανθρώπων, ζώντας στα πράγματα που βρίσκονται πιο πέρα από μένα την ίδια.

Είναι αδύνατο να ξεχάσεις μια λογοτεχνική ηρωίδα όπως η Ζουάνα, ακόμα και μέρες μετά την ανάγνωση του λόγου της. Πώς να μη σκέφτεσαι τις απερίγραπτες στιγμές όπου κάθε εξωτερικό ερέθισμα, κάθε γεγονός και κάθε εικόνα προτού φτάσει στον εγκέφαλό της και τη λογική του επεξεργασία περνάει πρώτα από το σώμα της, τα σπλάχνα και τις φλέβες της και διαχέεται στον χαώδη άυλο κόσμο που ενοικεί εκεί, κόσμο που άλλοι ονομάζουν συνείδηση, άλλοι ψυχή, βγαίνοντας χρωματισμένο και ξεζουμισμένο, προτού καταλήξει στη μνήμη σε μια ακόμα ατέλευτη άλεση; Μια γυναίκα που τη μια στιγμή αισθάνεται ενωμένη με τα πάντα, κάτοικος αγαπημένων σωμάτων, βιοδιασπασμένη σ’ ολόκληρο το σύμπαν και την άλλη στιγμή απέραντα ερημωμένη, αποκομμένη, απομόνη; Η ελευθερία που ένιωθε πότε – πότε δεν προερχόταν από ξεκάθαρες σκέψεις, μα από μια κατάσταση δημιουργημένη από πράγματα που αντιλαμβανόταν υπερβολικά σωματικά για να διατυπωθούν σε σκέψη.

Η Ζουάνα μας κάνει κοινωνούς της ζωής της ήδη από την εποχή που είναι μικρή, «τόσο λεπτούλα και τόσο πρωιμάδι», τότε που διαρκώς αναλογιζόταν «τι θα συμβεί, τώρα, τώρα, τώρα;», κι όταν τίποτε δεν συνέβαινε εκείνη συνέχιζε να περιμένει εκείνο που θα συνέβαινε. Το πρώτο μάθημα το παίρνει μόνη της, απ’ την σιωπή του λατρευτού της πατέρα: Αποδεικνύεται δύσκολο ν’ απορροφήσεις τους ανθρώπους καθώς η ηλεκτρική σκούπα τη σκόνη. Κι εδώ αρχίζουν τα πρώτα της διλήμματα: αισθάνεται μέσα της ένα τέλειο ζώο, γεμάτο εγωισμό και ζωτικότητα, φοβάται όμως να το ελευθερώσει, μήπως συμβεί κάποια αποκάλυψη… Διακατέχεται άλλωστε ακόμα από την επιθυμία ν’ αρέσει και ν’ αγαπιέται.

Η αναγκαστική μετακόμιση στο σπίτι της θείας της την φέρνει αντιμέτωπη με τις πρώτες αντιδράσεις για την διαφορετικότητά της. Η θεία λυπάται το καημένο ορφανό, αναρωτιέται γιατί στο σπίτι είναι πάντα σιωπηλή, σαν να μην χρειάζεται κανέναν… «κι όταν σε κοιτάζει καλά – καλά στα μάτια λες και σε συνθλίβει…,σαν να γνωρίζει τι σκέφτεσαι…». Αλλά και η μικρή αναρωτιέται για τη θεία (μαγειρεύει, δέχεται επισκέψεις) και τον θείο της (δουλεύει, διαβάζει εφημερίδα, παίζει σκάκι): αυτό είναι η ζωή; Πότε – πότε απασχολημένοι με τα παιχνίδια τους, αντάλλασαν ανήσυχες ματιές, για να σιγουρευτούν ότι εξακολουθούν να υπάρχουν. Ύστερα, διατηρούσαν και πάλι τη βαρετή απόσταση που μειωνόταν με την ευκαιρία κάποιου κρυολογήματος ή κάποιας επετείου. Αιχμάλωτη στους τέσσερις συμπαγείς τοίχους, θα ακούσει κάποτε τον χαρακτηρισμό «οχιά», που έκτοτε θα της μαυρίζει αμέτρητες σκέψεις. Ο μόνος που φαίνεται πως δεν γνωρίζει ότι είναι οχιά είναι ο καθηγητής της, που της προσφέρει ουσιαστικές λέξεις: Το ιδανικό δεν είναι να έχουμε αξία για τους άλλους. Το ιδανικό είναι να αξίζουμε για μας τους ίδιους. Ποτέ να μην υποφέρεις για το ότι είσαι κάτι και δεν είσαι κάτι άλλο.

Η Ζουάνα μάς παίρνει μαζί της στην πορεία της ζωής της από την παιδικότητα στην ωριμότητα κι από την απόλυτη μοναξιά και στην απόλυτη ένωση με τον Οτάβιου και ξανά πίσω στην μοναξιά. Κινούμαστε συνεχώς ανάμεσα σ’ όλες τις περιόδους της ζωής της, διαβάζουμε τις σκέψεις της – αν υπήρχε Θεός, θα είχε λιποτακτήσει απ’ αυτόν τον κόσμο, τις επιθυμίες της να τρέξει στην παραλία, να ριχτεί μπρούμυτα πάνω στην άμμο, να κρύψει το πρόσωπό της, τις διαπιστώσεις της – όταν την αγγίζουν νιώθει, όταν δεν την αγγίζουν και πάλι νιώθει, τις ερωτήσεις που την βασανίζουν διαρκώς – Τι συμβαίνει αφού γίνουμε ευτυχισμένοι; Τι γίνεται μετά;

Ακόμα και ως ώριμη γυναίκα πλέον δεν παύει να αναρωτιέται: Που ήταν η συνέχεια αυτού που είχε ξεκινήσει παιδί; Κάθε φορά που φεύγει ο Οτάβιου εκείνη μεταμορφώνεται, ακολουθώντας το νήμα της παιδικής της ηλικίας, κινούμενη ανάμεσα στα δωμάτια βαθύτατα μόνη. Θα αναζητήσει την ύπαρξη στις λέξεις, όπως όταν ήταν μικρή και μπορούσε να παίζει ολόκληρα απογεύματα με μία λέξη ξαναγαπώντας κάποιον που της είχε τότε ζητήσει να επινοήσει καινούργιες λέξεις. Αλλά ούτε κι αυτές μπορούν πια να «μιλήσουν» για τις θυελλώδεις της σκέψεις. Είναι περίεργο που δεν μπορώ να πω ποια είμαι. Δηλαδή, το ξέρω πολύ καλά αλλά δεν μπορώ να το πω. Φοβάμαι ιδίως να το πω, διότι τη στιγμή που προσπαθώ να μιλήσω δεν μπορώ να εκφραστώ, σημειώνω πώς μετατρέπεται αργά αυτό που νιώθω σ’ αυτό που λέω. Οι σκέψεις της αμέσως μόλις συλλαμβάνονται γίνονται αγάλματα σ’ έναν κήπο απ’ όπου περνούσε κοιτάζοντας και συνέχιζε την πορεία της. Και άλλωστε υπάρχει πάντα το μετά: Μια μέρα, αφού μιλήσω επιτέλους, θα ’χω ακόμα με τι να ζήσω;

Η ένωσή της με τον Οτάβιου την ωθεί να βουτήξει ακόμα πιο βαθειά στην άβυσσό της, ανάμεσα στον ερωτισμό, την τελειοποίηση ή την ακύρωση του εαυτού. Από τη μία: Η εγγύτητα ήταν μαγικό άγγιγμα, τη μεταμόρφωνε σ’ ένα ον πράγματι ζωντανό, που η κάθε του ίνα ανάσαινε γεμάτη αίμα. Σε αντίθετη περίπτωση, δεν την τάραζε. Την αποκοίμιζε σαν να ’χε έρθει απλώς και σιωπηλά για να την τελειοποιήσει. Από την άλλη: Έτσι καθώς ο χώρος που περιβάλλεται από τέσσερις τοίχους έχει ιδιάζουσα αξία, όχι τόσο γιατί είναι χώρος, αλλά γιατί περιβάλλεται από τοίχους, ο Οτάβιου τη μεταμόρφωνε σε κάτι που δεν ήταν εκείνη παρά αυτός ο ίδιος και που η Ζουάνα αποδεχόταν από συμπόνια και για τους δυο· στο βαθμό που και οι δύο ήσαν ανίκανοι να λευτερωθούν από την αγάπη, δεχόταν νικημένη τον δικό της φόβο να υποφέρει, την ανικανότητά της να πράξει πέρα από τα σύνορα της εξέγερσης. Κι ακόμα: πώς να συνδεθεί μ’ έναν άντρα αν δεν του επιτρέψει να τη δέσει; πώς να εμποδίσει να ξεδιπλώσει εκείνος πάνω στο σώμα και την ψυχή της τους τέσσερις τοίχους του; Υπήρχε κάποιος τρόπος να έχει τα πράγματα χωρίς να την κατέχουν τα πράγματα; (σ. 35)

Πολυεκτιμημένη για το έργο της και πολυθαυμασμένη για την προσωπικότητά της, η Κλαρίσε Λισπέκτορ (1920-1977) υπήρξε μια από τις κύριες εκπροσώπους του μοντερνισμού – και για ορισμένους του μεταμοντερνισμού – στην βραζιλιάνικη λογοτεχνία και μία από τις μεγαλύτερες συγγραφείς του εικοστού αιώνα. Δεν δημιούργησε σχολή, δεν απέκτησε επιγόνους παρά μόνο χαρακτηρισμούς: θηλυκός Κάφκα, γυναίκα Τζόις, συγγένισσα Γουλφ, ώριμη Ρεμπώ, alter Προυστ, λογοτεχνικός Κίρκεργκαρντ – κανέναν τους δεν πάντως ακόμα διαβάσει! Το βιβλίο της Κοντά στην άγρια καρδιά, γραμμένο στην ηλικία των 24, διατάραξε παντοιοτρόπως την λογοτεχνία της χώρας της. Η δεινή γλωσσοπλαστική, το χωροχρονικό θρυμμάτισμα και η ανελέητη ενδοσκοπία καταχωρούσαν την γραφή της ως «ερμητική και δυσνόητη» και το έργο της ως «μη κατατάξιμο».

Μιλάμε για μια γραφή που ενδοσκοπεί και ψυχογραφεί, προσκολλάται στις λεπτομέρειες και τα ασήμαντα περιστατικά της καθημερινής ζωής, δεν ενδιαφέρεται για τα γεγονότα αλλά για τον αισθηματικό τους αντίκτυπο, σωματοποιεί τα άψυχα και πλημμυρίζει με φως τις σκέψεις και τις αισθήσεις. Στην Λισπέκτορ οι αισθήσεις αλλάζουν τις διαστάσεις του περίγυρου, τον φαντασιολογούν, τον μαγεύουν, τον μεταλλάσσουν. Η ίδια είπε κάποτε πως δεν είναι συγγραφέας αλλά κάποια που διαισθάνεται και μεταφέρει στο χαρτί «αισθήσεις». Αγνοούσε πως αυτή η αυθόρμητη κατακύκλωση των γεγονότων μέσω των αισθήσεών της οδηγούσε σε κορυφαία πρόζα.

Στο εξαιρετικό της επίμετρο (βλ. παρακάτω) η μεταφράστρια εντοπίζει, μεταξύ άλλων, τρία βασικά στοιχεία που ανιχνεύονται σε όλο της το έργο: την διάθεση για παραβατικότητα ή παραβίαση όλων των κανόνων ύπαρξης, φέρεσθαι και αισθάνεσθαι, και βέβαια και, (φυσιολογικά και συνακόλουθα!) κάθε λεκτικής φόρμας και νόρμας β) το θέμα της ανθρώπινης ταυτότητας και γ) την εξώθηση της γλώσσας στα όρια της. Αυτή η σωματοποιημένη, εξπρεσιονιστική, μεταστρουκτουραλιστική, υπερρεαλιστική ή μετα-υπερρεαλιστική γραφή, αυτός ο «αυτοσχεδιαστικός λόγος σε στυλ καλειδοσκοπίου» υπήρξε ο μόνος δίαυλος ζωής για την συγγραφέα της. Από τη μια: Γράφω για να σωθώ, όταν γράφω ζω, όταν έχω κενές περιόδους τότε φυτοζωώ και ρίχνομαι πάλι σε νέα περιπέτεια, αρχίζω κάτι νέο για να σώσω τον εαυτό μου. Από την άλλη: Το να γράφω σημαίνει να προσπαθώ να καταλάβω, σημαίνει να προσπαθώ να αναπαράγω το μη αναπαραγόμενο.

Μόνιμα έκπληκτη για τα πάντα, συνεχώς υποψιασμένη και διαρκώς αθώα, σαν μια Αμελί μιας άλλης εποχής, διαρκώς σ’ ένα τρίστρατο αποκαλύψεων, απογοητεύσεων και εκστάσεων, η Ζουάνα αδυνατεί να ζήσει σαν συνηθισμένος άνθρωπος. Αν ο κόσμος δεν είναι δικός της, τότε πρέπει να μάθει τίνος είναι. Αν δεν τον ερμηνεύσει με την δικό της τρόπο τότε ποιος θα το κάνει; Αν για να μείνει μέσω κι έξω ζωντανή πρέπει να αποτραβηχτεί ακόμα κι από τους πλέον αγαπημένους της και να αγνοήσει την ούτως ή άλλως ανύπαρκτη ευτυχία, τότε ας γίνει!

…άπλωσε τα χέρια δίχως να ξέρει τι να τα κάνει, από τη στιγμή που γνώριζε. Να χαϊδευτεί, ίσως, να φιλήσει τον εαυτό της, όλο περιέργεια και ευγνωμοσύνη ου αναγνώριζε τον ίδιο της τον εαυτό..

Στο τέλος της γραφής τι μετράει περισσότερο: να ζεις ή να ξέρεις ότι ζεις αυτή τη στιγμή;

Εκδ. Τυπωθήτω,  2008, επίμετρο – σχόλια – σημειώσεις – μετάφραση από τα πορτογαλικά: Αμαλία Ρούβαλη, σελ. 285 (Clarise Lispector, Perto do Coração Selvagem, 1944).

Το 40σέλιδο επίμετρο της μεταφράστριας περιλαμβάνει τα εξής κείμενα: Η Κλαρίσε Λισπέκτορ και το έργο της, Εργογραφία, Ένταξη του έργου της Λισπέκτορ στη σύγχρονη βραζιλιάνικη λογοτεχνία και Για το Κοντά στην άγρα καρδιά και όλο της το έργο καθώς και Σημειώσεις και Πηγές. Η υποδειγματική αυτή παρουσίαση μιας άγνωστης λογοτέχνιδος μας ώθησε να ζητήσουμε από την μεταφράστρια να μας γράψει για τη δική της σχέση με την Λισπέκτορ. Την ευχαριστούμε ιδιαίτερα και από εδώ.

Αμαλία Ρούβαλη: Η σχέση μου με την Κλαρίσε Λισπέκτορ.

Ήταν Γενάρης του 1977 κι ήμουν ήδη κάποια χρόνια στο Παρίσι, σπουδάζoντας διάφορα. Κυρίως, όμως, είχα ανοίξει κάτι μάτια να, κάτι αυτιά να, κι είχα απλώσει όσες κεραίες διέθετα, όσα κύτταρα διέθετα, για ν’ απορροφήσω γνώση από τα πιο μικρά ως τα πιο μεγάλα από τα τεκταινόμενα εις Παρισίους και ουχί μόνον. Ήμουν ήδη μέλος του Φεμινιστικού Κινήματος εν πλήρει ανθήσει τω όντι τότε, ετοίμαζα μια διατριβή γι’ αυτό και κινούμουν σε πολλά μέρη της Πόλης των Φώτων, ιδιαίτερα στο κέντρο του, το Καρτιέ Λατέν, έτσι κι αλλιώς καθημερινά για τον άρτον ημών τον επιούσιον στο Φοιτητικό εστιατόριο του Μαμπιγιόν, μεταξύ άλλων. Το Φεμινιστικό Κίνημα, λοιπόν, ήταν στις δόξες του εκείνη την εποχή. Στις δόξες τους ήσαν τότε οι «Εκδόσεις των Γυναικών», αρκετά αριστερίστικες, πλην εμβληματικές. Ως εκ τούτου, ήταν «συνειδησιακό» καθήκον ν’ αγοράζουμε το περιοδικό τους με τον ομώνυμο τίτλο και να περνάμε απ’ την έδρα τους – ήδη από το 1977 – στην οδό Σαιν Πέρ, δίπλα στο Οντεόν, μεσούντος του Καρτιέ Λατέν.

Αρχές Γενάρη, λοιπόν, διάβασα ότι στο τέλος του μήνα οι «Εκδόσεις των Γυναικών» είχαν καλεσμένη «τη μεγαλύτερη, ανατρεπτική και μεταμοντέρνα» συγγραφέα της Βραζιλίας, την Κλαρίσε Λισπέκτορ». Οι «Εκδόσεις» καλούσαν ανά καιρούς διάφορες γυναίκες – σημαντικές προσωπικότητες από όλο το φάσμα της τέχνης και απ’ όλα τα μέρη του κόσμου. –Σήμερα, σ’ αυτές τις εκδόσεις είναι μεταφρασμένο στα γαλλικά το σύνολο σχεδόν του έργου της Λισπέκτορ –. Εκτός του ότι ήταν ήδη μεταφρασμένη γαλλικά και γνωστή σε φεμινιστικούς κύκλους, υπήρχε και ο ενθουσιασμός για το έργο της Λισπέκτορ της φεμινίστριας συγγραφέα Ελέν Σιξούς -{βλ. Επίμετρο: «Υπάρχει μία λογοτεχνία π.Κ (προ Κλαρίσε) και μ.Κ (μετά Κλαρίσε)», Ελέν Σιξούς, γαλλίδα φιλόσοφος, πανεπιστημιακή και συγγραφέας. Hélėne Cixous, Le rire sur la méduse. Essais sur l´éctriture, Paris, 1977}–. Το 1978,  παρακολούθησα ένα σεμινάριό της στο πανεπιστήμιο των Βενσέν για το έργο της Λισπέκτορ.

Εννοείται ότι τότε δεν υπήρχε διαδίκτυο για να αναζητήσω την επίμαχη συγγραφέα. Υπήρχαν όμως φιλικά βιβλιοπωλεία όπου περνάγαμε μέρος του χρόνου μας για να συναντηθούμε με νέες ιδέες, νέα βιβλία. Πήγα στον φίλο μου τον Μαροκινό Σερζ δίπλα από τη Σορβόννη. «Αυτή, είναι ένα από τα ιερά τέρατα του αιώνα», μου είπε ο φιλότεχνος και καλά πληροφορημένος βιβλιοπώλης. Και με φόρτωσε με όσα βιβλία είχε η βιβλιοθήκη του, άλλα μεταφρασμένα στα γαλλικά, άλλα στα ισπανικά κι άλλα στα πορτογαλικά. Πορτογαλικά τότε δεν ήξερα καλά, τα έβγαζα πέρα μεταξύ ισπανικών και γαλλικών, με τα οποία ήμουν τρίγλωσση, μαζί με τα ελληνικά. Όταν διάβασα το «Κοντά στην άγρια καρδιά»  τα τότε λίγα χρόνια ζωής μου άλλαξαν άρδην πορεία θεώρησης των πραγμάτων και κατεύθυνση, ομολογώ ίσαμε τώρα, που οι δεκαετίες έχουν, φευ! αυγατίσει….

Περίμενα με αγωνία την ημερομηνία της εκδήλωσης για να γνωρίσω έστω κι από μακριά τη συγγραφέα.

Δεν ήρθε, η κατάσταση της υγείας της δεν το επέτρεψε. Με τη νεανική τόλμη της άγνοιας, βρήκα τη διεύθυνση της Λισπέκτορ, της έγραψα και της υποσχέθηκα ότι το «Κοντά στην άγρια καρδιά» θα το μεταφράσω στη γλώσσα μου, μόλις μάθω καλά Πορτογαλικά. Τον Ιούλιο, έλαβα στη διεύθυνσή μου στο Παρίσι ένα πολύ ευγενικό γράμμα με ευχαριστείες, παρότρυνση να το κάνω, συμβουλές για την μελλοντική πορεία μου και δύο φωτογραφίες της με την ένδειξη: «όταν το εκδόσεις και εγώ δεν θα ζω, διαλέγεις και παίρνεις…». Η Κλαρίσε Λισπέκτορ πέθανε το ίδιο εκείνο χρόνο του 1977, στις 9 Δεκεμβρίου, παραμονή των 57ων γενεθλίων της.  Η Λισπέκτορ είναι ο λόγος που έμαθα Πορτογαλικά. Το συγκεκριμένο βιβλίο πέρασε διάφορες περιπέτειες σε διάστημα δέκα περίπου ετών μέχρι να βρει εκδότη. Παραθέτουμε εδώ φωτογραφίες της συγγραφέως, καθ’ ότι η ελληνική έκδοση εφείσθη αυτών… Δυστυχώς, οι φωτογραφίες που μου είχε στείλει με τα χεράκια της χαθήκανε στη δίνη τόσων και τόσων μετακομίσεων έδρας…

Η Κλαρίσε Λισπέκτορ δεν είναι ένα ή περισσότερα από τα μυθιστορήματά της ή τις συλλογές διηγημάτων της: είναι ένα ολόκληρο σύμπαν, μια θεώρηση πραγμάτων. Όπως σημειώνεται στο Επίμετρο, η Λισπέκτορ δημιουργεί την απόλυτη ανατροπή στο γλώσσα, ωθώντας την στα όριά της. Και ως τέτοια αξίζει να διαβαστεί και να καταγραφεί στο υποσυνείδητο των αναγνωστών της.

Υ.Γ.1. Oφείλω να αναφέρω εδώ την πολύ δημιουργική μου σχέση με τον  Ισπανό Basilio Losada, επίτιμο – πλέον – Καθηγητή Πορτογαλικών σπουδών, ο οποίος μετέφρασε πρώτος στα ισπανικά  πολλά από τα βιβλία της Λισπέκτορ. Τη σκυτάλη πήρε η κόρη του Ελένα Λοσάδα Σολέρ. Το δε «Κοντά στην άγρια καρδιά»  ο Losada το ξαναμετέφρασε εξαρχής το 2003, αναθεωρώντας άρδην την πρώτη  του μετάφραση του 1977, την οποία είχα διαβάσει  την ίδια εκείνη χρονιά και η οποία έπασχε, πράγματι, σε πολλά σημεία της….

Τα Πορτογαλικά είναι μία «εύκολη» γλώσσα, για όσους γνωρίζουν πολύ καλά ισπανικά και γαλλικά. Η Λισπέκτορ, εντούτοις, παρουσιάζει απίστευτα πολλές δυσκολίες για έναν επαρκή μεταφραστή, καθ’ ότι βασίζει τα γραφτά της στις συν και παρ-ηχήσεις…

Υ.Γ. 2. Το τελευταίο μυθιστόρημα της Κλαρίσε Λισπέκτορ εν ζωή είναι  το «Η  ώρα της Σταρ – A hora da estrela», 1977. Γνώρισε ανέλπιστα μεγάλη δημοσιότητα, έκανε τουλάχιστον 65 ανατυπώσεις ως σήμερα και υπήρξε αφετηρία για πολλές θεατρικές και κινηματογραφικές μεταφορές. Η πιο επιτυχημένη ήταν  εκείνη της Suzana Amaral το 1985 σε ταινία μεγάλου μήκους. Το 1986 έλαβε την Αργυρή ‘Αρκτο για τη σκηνοθεσία και βραβείο Α’ ρόλου για την πρωταγωνίστριά του Marcelia Cartaxou, στο Φεστιβάλ Βερολίνου και το Μέγα Βραβείο της Μπραζίλιας , στο ομώνυμο Φεστιβάλ Κινηματογράφου.

Η ταινία αυτή θα προβληθεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα στα πορτογαλικά με αγγλικούς υποτίτλους, το Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011, στο Κέντρο Ισπανικών  και Πορτογαλικών σπουδών, Abanico, Κολοκοτρώνη 12, Αθήνα, 19.30 μ.μ.

Ταχύτατες και λαμπερές σκέψεις, σαν εκλάμψεις που διασταυρώνονταν ηλεκτρισμένα, συγχωνευμένες πιότερο σε αισθήσεις παρά σε σκέψεις. Άλλαζε χωρίς μετάβαση, με αργόσυρτους πήδους, από μέρος σε μέρος, ολοένα και ψηλότερους, ξάστερους και έντονους. Και από στιγμή σε στιγμή βυθιζόταν ολοένα και βαθύτερα εντός της, σε σπηλιές με γαλακτόχρωμο φως, με ανάσα πάλλουσα, γεμάτη φόβο κι ευτυχία, όπως, ίσως, στη βύθιση όταν αποκοιμιέται κάποιος. Η διαίσθηση ότι εκείνες οι στιγμές ήταν εύθραυστες την έκανε να κινείται ανάλαφρα, από φόβο μήπως φθείρει, κουνήσει βίαια και διαλύσει εκείνο το θαύμα, την τρυφερή ύπαρξη από φως και αέρα που προσπαθούσε να επιβιώσει μέσα της. (σ. 232)

06
Δεκ.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 68. Σταύρος Σταυρόπουλος

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μπέκετ, Χειμωνάς, Κάφκα, Πεσσόα, και αρκετοί άλλοι. Δεν έχει νόημα, νομίζω, η παράθεση ενός καταλόγου, μιας συγκεκριμένης σορτ λίστ ή ενός τοπ 10 αγαπημένων μου συγγραφέων. Η λογοτεχνία δεν είναι facebook για να κάνεις απλώς ένα like. Είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό: μια παγίδα, μια εσωτερική φυλακή, μια εξιλέωση.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ισχύει η προηγούμενη απάντησή μου. Ας πω όμως, απολύτως ενδεικτικά, δυο ελληνικούς τίτλους: «Ο γιατρός ινεότης» του Γιώργου Χειμωνά και «Η γραμμή του ορίζοντος» του Χρήστου Βακαλόπουλου.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Δεν διαβάζω συχνά διηγήματα. Επομένως, η άποψή μου για το είδος δεν είναι βαρύνουσα. Ούτε καν ενδιαφέρουσα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Δεν θα ήταν σωστό να το απαντήσω αυτό. Θα δυσαρεστούσα πολλούς.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Στα βιβλία που γράφω παρακολουθώ απλώς τον εαυτό μου. Δεν θέλω να διασκευάσω την «Αποκάλυψη», να προχωρήσω την «Έρημη χώρα» του Έλιοτ ή να επινοήσω μια ιστορία εμπνευσμένη από κάποια τραγωδία του Ευριπίδη. Επομένως, οι ήρωές μου συρρικνώνονται απελπιστικά σε αυτούς που είμαι, άρα, με ακολουθούν παντού και πάντοτε. Αναγκαστικά, μαθαίνω και τα νέα τους αφού  με αφορούν άμεσα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Φάνης, στον «Οργισμένο Βαλκάνιο» του Νίκου Νικολαίδη: Αφελής, ονειροπόλος, φλεγόμενος, αντικαθεστωτικός, ένας μικρός Τσε του ροκ εν ρολ. Και βέβαια, ο Άμλετ, ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο, με τεράστιο λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Θα ήθελα να μιλούσα σαν τον πρίγκιπα της Δανίας και να οδηγούσα την μηχανή του Φάνη, «χαράζοντας μια ασημένια λάμψη μες στο απομεσήμερο…»

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει παντού. Σε πάγκους διάφορων μπαρ, σε χαρτοπετσέτες, σε παιδικές εκδηλώσεις, σε ξενοδοχεία, σε Σαββατοκύριακα στην εξοχή, στη θάλασσα, σε ημίχρονα ποδοσφαιρικών αγώνων, σε σκαλιά εκκλησίας, κατά την διάρκεια του φαγητού, οδηγώντας, σε συναυλίες, σε πακέτα τσιγάρων, σε αποδείξεις μαγαζιών, σε συνεργεία, στο κρεβάτι, παντού. Δεν με κινεί ο χώρος για να γράψω, αλλά η επιθυμία να γράψω. Και η επιθυμία μπορεί να γεννηθεί οπουδήποτε.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Έχω μια ονειροπαγίδα κρεμασμένη μονίμως πάνω απ’ το κεφάλι μου, κάτι σαν φωτοστέφανο της ψυχής. Ουσιαστικά, πρόκειται για έναν αόρατο εργοστασιακό χώρο, όπου παρασκευάζονται – και προστατεύονται  οι εικόνες και οι ιδέες. Είναι κάτι, νομίζω, τόσο απλό όσο το βλέμμα. Το κακό είναι ότι αιχμαλωτίζει μόνο εικόνες καταστροφής. Δηλαδή, την πραγματικότητα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Το γράψιμο είναι, ούτως ή άλλως, τελετουργία. Μια μυστική τελετή του μυαλού. Χρειάζεται μόνο να μείνεις προσηλωμένος στον άνθρωπο που αποτελείς. Και να τον εμπιστευθείς. Δεν ακούω ποτέ μουσική όταν γράφω. Με μουσική δεν μπορεί να γίνει τίποτε άλλο εκτός από μουσική. Έχω πει ότι αν ο David Bowie δεν έγραφε το Rock’n’roll suicide, ίσως δεν γινόμουν συγγραφέας. Οπότε, καταλαβαίνετε και τι μουσική ακούω… Άλλωστε, από κει ξεκίνησαν όλα.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Θα πω επιγραμματικά: Το «Διαμελίζομαι» (Βασδέκης 1983, 1990) περιέχει όλο εκείνο το αφελές εγχείρημα του ρίσκου της έκθεσης, όταν είσαι ακόμα παιδί. Αποτελεί, απλά, την συνειδητοποίηση μιας κραυγής, το πρώτο βιαστικό βήμα. «Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου» (Απόπειρα 2002, 2004) είναι η γραφή της αθωότητας μιας γενιάς που φετιχοποίησε τις αντιφάσεις της, και ο ατέλειωτος έρωτας με την μουσική. Το «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα» (Απόπειρα 2005) είναι η αθωότητα της γραφής που άντεξε την ωριμότητα και την ξεπέρασε, αποδεχόμενη τον εαυτό της, και η ζωή μέσω της μουσικής. Το «Φως γυναίκας» (Αστάρτη 2004) είναι το φως της ποίησης που αγκαλιάζει ένα γυμνό γυναικείο σώμα. Το «Οι άλλοι που είμαι» (Μεταίχμιο 2007) μοιάζει με στενογραφημένες σημειώσεις για την άγραφη ιστορία του βλέμματος – κάτι σαν στοχασμός πάνω στο αόρατο σκηνικό των ίδιων των λέξεων.

Στο «Τι γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν» (Ελληνικά Γράμματα 2008) παρουσιάζονται οι ήρωες μιας καθημερινότητας που επελαύνει, για να μας θυμίσουν ποιοι είμαστε και κυρίως, πώς φτάσαμε ως εδώ.  Το «Unplugged» (Ελληνικά Γράμματα 2008) είναι ένα συλλεκτικό δώρο. Το «Δυο μέρη σιωπή, ένα μέρος λέξεις» (Μεταίχμιο 2009) είναι σαν να έβγαλε κάποιος την πραγματικότητα απ’ τη τσέπη του βιαστικά και να την πέταξε στη θάλασσα για να απαλλαγεί απ’ το βάρος της. Το «Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια» (Απόπειρα 2010, 2011) είναι ένας δημόσιος διασυρμός της ιδέας του μυθιστορήματος, ένας θεματικός τάφος για όλες τις φορμαλιστικές καταχρήσεις του είδους, που παραλείπει ότι ονομάζεται πλοκή. Στο «Πιο νύχτα δεν γίνεται» (Οξύ 2011) διαπιστώνεται ένα φυσικό τέλος, ένα όριο. Υπάρχει η εικόνα μιας βιβλικής καταστροφής, οι λέξεις καταρρέουν. Σε κάθε περίπτωση, για όλα, αφορμή είναι η ποίηση. Και σκοπός, αυτό το «μετεβλήθη εντός μου και ο ρυθμός του κόσμου» του Βιζυηνού.

Έχετε γράψει πεζογραφία και ποίηση. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί του άλλου;

Νομίζω ότι πάντα επικρατούν οι λέξεις. Οι λέξεις βασιλεύουν. Είναι αυτές που οδηγούν τελικά ένα κείμενο, το προϋποθέτουν, αποφασίζουν για την πεζόμορφη ή την ποιητική του ανέλιξη. Μ’ αρέσει πάντως αυτή η ταλάντευση ανάμεσα στα είδη. Τίποτα δεν σου ανήκει την  ίδια στιγμή που σου ανήκουν όλα. Όποιο και να ισχύει δεν έχεις τίποτα να εξαγοράσεις. Κρύβει μια γοητευτική αντίφαση, όπως η ζωή μας, ενώ συγχρόνως αποτελεί και μια δήλωση, έστω υποφωτισμένη: Δεν θέλω να επωμιστώ ή να υποστώ το βάρος και την ταυτότητα καμιάς ταμπέλας.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Κοιτάξτε, το «Πιο νύχτα δεν γίνεται» είναι ένα βιβλίο οριακό, οι άνθρωποι δρουν ως πρώην πρόσωπα. Τους έχει αφαιρεθεί η δυνατότητα της ζωής. Ουσιαστικά, ζουν τον θάνατό τους, χωρίς να τον κατονομάζουν. Υπάρχει ένας πόλεμος βλεμμάτων, εικόνων, σιωπών. Και ο λόγος που βάφει. Που παρακολουθεί τα ίχνη της καταστροφής, της εκθεμελίωσης. Είναι ένα πολύ φιλόδοξο εγχείρημα, μια απογραφή ενός ιστορικού κύκλου. Ενός καιρού των ανθρώπων. Που τελειώνει.

Πώς βιοπορίζεστε;

Εργάζομαι σε μια τράπεζα.

Ασχολείστε επισταμένα με την παρουσίαση λογοτεχνίας και μάλιστα με έναν ιδιαίτερα προσωπικό τόνο. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Είναι λάθος αυτό, τουλάχιστον ως προς το «επισταμένα». Δεν πιστεύω καθόλου στην αναγκαιότητα της κριτικής, ούτε θεωρώ την αρθρογραφία και την κριτικογραφία μου αυτονόητη συνέχεια ή συμπλήρωμα του έργου μου. Αντιθέτως. Είναι μια αναγκαστική διαδικασία συμμετοχής στα πράγματα, το θεωρώ μάλιστα τιμωρία. Κατά κάποιο τρόπο, η κριτική είναι τα «μαγειρεία» της λογοτεχνίας. Στο στρατό, αν υποπέσεις σε κάποιο παράπτωμα, για να σε παραδειγματίσουν περνάς απ’ τα μαγειρεία. Το θέμα είναι να μην μείνεις εκεί.

Δυστυχώς, η κριτική έχει καταντήσει αλληλογραφία μεταξύ φίλων. Προσπαθώ να διατηρήσω έναν προσωπικό τόνο, για να αισθάνομαι σε περιβάλλον βιβλίου. Σε κάθε περίπτωση, είναι χρόνος που αφαιρείται από το κυρίως συγγραφικό έργο.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν διαβάζω λογοτεχνικά περιοδικά. Τα θεωρώ ανιαρά και απολύτως προβλέψιμα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Δεν θα την έγραφα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ναι, φυσικά. Τουλάχιστον, όποτε μου δίδεται η δυνατότητα. Θεωρώ, ακόμη και σήμερα, αξεπέραστη την σκηνή του διαλόγου ανάμεσα σε σκηνοθέτη και παραγωγό, στην ταινία του Βιμ Βέντερς, «Κατάσταση πραγμάτων». Είναι μια σκηνή δρόμου μέσα σε ένα πουλμανάκι – καταφύγιο, όπου οι δυο άνδρες συνομιλούν – ουσιαστικά μονολογούν – σκάβοντας τα έγκατα της ψυχής τους. Παρά την αβάσταχτη μοναξιά του λόγου τους, αυτά τα κατακλυσμικά θραύσματα μονολόγου συγχωνεύονται σ’ ένα πελώριο «μαζί». Είναι καταπληκτικό αυτό, πέρα απ’ όλα όσα θίγονται. Είναι καταπληκτικός ο τρόπος που επικοινωνούν χωρίς να ακούν ο ένας τον άλλον, χωρίς καν να κοιτάζονται. Μια μαγική σκηνή.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τίποτα. Ξεφυλλίζω απλώς κάποιες σελίδες – από διαφορετικά βιβλία. Τις διατρέχω με τα μάτια μου. Μοιάζει περισσότερο με κολύριο παρά με ανάγνωση. Αισθάνομαι ότι είμαι κοντά στο τέλος κάποιου κύκλου. Δεν ξέρω τι θα προκύψει μετά. Μπορεί και να μείνει μόνο το τέλος.

Τι γράφετε τώρα; 

Ένα ποιητικό βιβλίο με τον τίτλο «Μετά». Πρόκειται για το μετά της νύχτας, το μετά της καταστροφής, το μετά το τέλος. Κάποτε βρίσκεσαι με τα κόκκαλα στο χέρι, ο νεκρός είναι ήδη γεγονός. Θα πρέπει να αποφασίσεις αν θα τα πλύνεις με κρασί ή αν θα τα πετάξεις. Είναι, θέλω να πιστεύω, η φυσική συνέχεια του «Πιο νύχτα δεν γίνεται».

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αν αρχίσω με τις ερωτήσεις, δεν θα τελειώσουμε ποτέ. Οι ερωτήσεις είναι το σημείο που τα καταφέρνω καλύτερα. Στις απαντήσεις δυσκολεύομαι – γιατί μάλλον δεν υπάρχουν.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν και το διαδικτυώνεσθαι γενικότερα;

Έχω μόνο ένα blog το οποίο χειρίζομαι, σχεδόν σε καθημερινή βάση, με μεγάλη δυσκολία. Δεν θέλω να εξοικειωθώ περισσότερο. Συνεχίζω να ακούω μουσική από βινύλια και καμιά φορά γράφω επιστολές που στέλνω με το ταχυδρομείο. Νομίζω ότι έτσι υπερασπίζομαι μια εποχή ήδη νεκρή. Αλλά, όλοι κάτι δεν νομίζουν;

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Με χαρά και ανακούφιση. Είναι πολύ σπουδαίο να είσαι νέος. Αντίθετα, δεν θεωρώ και τόσο σπουδαίο το να είσαι συγγραφέας. Απλώς, γερνάς γρηγορότερα. Έχοντας επιβαρύνει τον εαυτό σου με μια επιπλέον ματαιοδοξία.

Σημ.:  Το ιστολόγιο του συγγραφέα εδώ. Επίσης, 10 πιθανοί λόγοι για τους οποίους ο έρωτας απουσιάζει, ένα παλαιότερο κείμενο του συγγραφέα, στο συγγενές μας mic.gr, εδώ.

04
Δεκ.
11

Πτούσκινα Ναντιέζντα Μιχάιλοβνα – Abnormal

«Δημιουργοί» – Θέατρο Δημήτρη Ποταμίτη

Φιλική συμμετοχή

Καθώς περιμένουμε στο φουαγιέ του θεάτρου, ένας βιαστικός άντρας εισέρχεται ορμητικά και παραγγέλνει μεγαλόφωνα στο μπαρ έναν καφέ. Είναι ώρα αιχμής και προφανώς δικαιολογείται η τυχαία τριβή με μια μεγαλύτερή του γυναίκα. Αλλά όχι: η γυναίκα φαίνεται πως έχει προμελετήσει το θορυβώδες τους συναπάντημα και δεν έχει καθόλου χρόνο για χάσιμο. Μετά τις πρώτες φράσεις του ζητάει να κοιμηθούν μαζί, μια και μόνη φορά, αυτό το βράδυ. Ο κομψός και «πολιτισμένος» άντρας προσπαθεί με ευγένεια να της εξηγήσει τον παραλογισμό. Εκείνη επιμένει, αυτό που ζητάει είναι αδύνατο να αναβληθεί. Σήμερα θα τελειώσει η όποια σεξουαλική της ζωή και παρακαλεί για μια φιλική συμμετοχή. Τα έχει κανονίσει όλα: πρέπει να συλλάβει έναν γιο, όχι κόρη, γιατί «εδώ οι γυναίκες δεν περνάνε και τόσο καλά» – το εδώ είναι η μετακομμουνιστική Ρωσία. Και αποφασίσατε να αποχαιρετήσετε την σεξουαλική σας ζωή μαζί μου;

Η φράση

Το προοίμιο μας έπιασε στην αναμονή, καθώς διαδραματίστηκε ακριβώς μπροστά μας, στην αναμονή της εισόδου μας. Πώς θα αλλάξει η σκηνή για να οδηγηθούμε στον κατεξοχήν χώρο του θεάτρου; Μ’ ένα παρατεταμένο φιλί, με το οποίο θα τους βρούμε να το συνεχίζουν στη μέση της σκηνής – νωρίτερα μια δική της φράση, θα τον έχει ξυπνήσει από τον κόσμο της λογικής, μια φράση που τον απογειώνει. Θα το μεγαλώσω έτσι ώστε να σας αγαπάει.

Η συμφωνία

Οι συνθήκες τώρα αλλάζουν. Αν εκείνη μπορεί να διαπραγματεύεται τέτοιες καταστάσεις, μήπως θα μπορούσε να βοηθήσει σε μια κρίσιμη επαγγελματική συμφωνία με τους Ολλανδούς επιχειρηματίες που θα συναντήσει σε λίγο ο άντρας; Και πράγματι, πίσω από τα παρασκήνια συντελείται ένας θρίαμβος που μαθαίνουμε σύντομα: η διαπραγματεύσεις στέφθηκαν με επιτυχία, καθώς οι δυο τους υποκρίθηκαν το τρελά ερωτευμένο ζευγάρι. Υπάρχει φαίνεται τόση λίγη αληθινή αγάπη στον κόσμο, που όταν την συναντάς θες υποσυνείδητα να την προστατεύσεις. Μια πολύ επικίνδυνη πρόβα δηλαδή.

Η ένωση

Τώρα είναι αυτός πρόθυμος για την συμφωνία, τώρα θέλει αυτός το ρομάντζο της μιας νύχτας, τώρα είναι ο ίδιος που μιλάει για την αναγέννηση ξεχασμένων συναισθημάτων· μόνο που εκείνη, στην επίμονη ματιά του, διακρίνει ήδη μια θλίψη. Όσο οι δυνάμει εραστές πολυλογούν ενθουσιασμένοι, άλλο τόσο αδυνατούν να διακρίνουν την ευτυχία από την θλίψη, το παιχνίδι από την πραγματικότητα. Μπορώ όπως κι εσείς να μιλάω για ένα πράγμα και να σκέφτομαι κάτι διαφορετικό.

Η πληγή

Σε χώρο που μοιάζει αποθηκευτικός, με άδεια καφάσια και μεταλλικά βαρέλια μπύρας, στα μετόπισθεν της «επιχείρησης», αργά το βράδυ, η γυναίκα ευθυγραμμίζει το τσιγάρο της με το κοινό, με τον καπνό της να σχηματίζει μια κατακόρυφη ευθεία που τεμαχίζει το ημίφως. Αλλά σα να τεμαχίζει και το ίδιο της το παρελθόν και να αγγίζει πλέον την πληγή που την κράτησε μακριά από τον κόσμο τόσα χρόνια. Μια παλιά αγάπη, που κράτησε μόλις μια βδομάδα. Προλάβαμε να αγαπηθούμε αλλά δεν προλάβαμε να συνηθίσουμε ο ένας τον άλλον.Κι ο εκείνος ο εραστής μοιάζει με τον άντρα που επέλεξε ανάμεσα στο ανώνυμο ρωσικό πλήθος και προσέγγισε τόσο άγαρμπα κι απελπισμένα. Η ιστορία συγκολλείται σιγά σιγά…

Η ευτυχία

…και η ευτυχία μοιάζει δυνατή· τουλάχιστον κυκλοφορεί φευγαλέα στον άχαρο χώρο. Και περιλαμβάνει το μέλλον σμίξιμο, την γέννηση ενός παιδιού που θα ανατραφεί για να τον αγαπήσει, τις συναντήσεις τους να γυρίσουν τον κόσμο, ένα ταξίδι στην Ολλανδία που πάντα ονειρεύονταν. Κι όμως ανά πάσα στιγμή αυτή η ιστορία αγάπης είναι έτοιμη να αυτοαναφλεχθεί, να λήξει ως ουδέποτε γεννηθείσα. Στα χάσματα της σιωπής μοιάζει μακρινή – και τότε ακούγεται από πίσω μια ambient μουσική, σαν να ηχούν οι ιδανικές λέξεις όταν τα χείλη στεγνώνουν. Δώστε μου ένα φιλί αποχαιρετισμού.

…αδύνατη

Είσαι μια αναπάντεχη γιορτή για μένα …της φωνάζει ο στιγμιαία ευτυχής, κι έχει ήδη, ασυναίσθητα, υπογράψει το τέλος της. Βλέπετε, η ίδια η λέξη γιορτή περικλείει την συντομία της – το τέλος ενυπάρχει στην ουσία της. Το ταξίδι που ονειρεύονται κι οι δυο, αξίζει να τους χαροποιεί ως ένα όντως όνειρο: φευγαλέο και απραγματοποίητο. Καθώς σηκώνεται από το πάτωμα που τους φιλοξένησε, οι κόκκοι καφέ που εκείνη παιχνιδιάρικα είχε χώσει στο στήθος του μέσα απ’ το πουκάμισό του διασκορπίζονται παντού. Φεύγει για λίγο, δεν αντιλαμβάνεται το τέλος. Εκείνη δεν θα τον περιμένει: η ίδια που τον απογείωνε, η ίδια οφείλει να τον προσγειώσει. Το τραγούδι που της άφησε για πρόσκαιρη συντροφιά πρέπει να αλλάξει. Θα σκορπίσει το μήνυμά της μέσα του, θα του μιλήσει για την ευτυχία που πάντα αναχωρεί. Ιδίως γι’ αυτούς που την στέρησαν από τον εαυτό τους και άργησαν να την αναζητήσουν. Και τώρα ούτε στην προηγούμενή τους ζωή μπορούν να επιστρέψουν. Τώρα το δικό τους ρέκβιεμ για ένα όνειρο θα ακουστεί μόλις πατηθεί το κουμπί του κασετοφώνου.

Δυο ξανά από ένας

Οι δυο ηθοποιοί αναγκάζονται να κινηθούν μέσα από αλλεπάλληλες κυκλοθυμίες και να διατρέξουν μια μεγάλη γκάμα συναισθημάτων που συχνά βρίσκονται μίλια μακριά το ένα απ’ το άλλο. Ο άντρας θα κινηθεί από τις εκφράσεις της αλαζονείας και της αυτάρκειας ως και της συνειδητοποίησης, του κλυδωνισμού, του διλήμματος και του ξυπνήματος. Η γυναίκα θα ζωγραφίσει με το πρόσωπό της τα σχήματα της μοναξιάς, της θλίψης, της αξιοπρέπειας, της μετάνοιας, του νέου της δοσίματος. Και, αναγκαστικά, της αποδοχής.

Ρέκβιεμ για ένα άλλο όνειρο

Η παράσταση θα πραγματοποιείται έως και ανήμερα των Χριστουγέννων, καθώς το θέατρο «Δημήτρης Ποταμίτης» κλείνει οριστικά την αυλαία του μετά από 38 χρόνια συνεπούς θεατρικής πορείας. Υπήρξε το πρώτο θέατρο που δημιουργήθηκε στην Αθήνα εκτός κέντρου, το 1973 από τον αείμνηστο Δημήτρη Ποταμίτη ως «Θέατρο Έρευνας», ενώ το 2004 πήρε τη σημερινή του ονομασία από το Γιώργη Κοντοπόδη και τον Αλέξανδρο Λιακόπουλο, που ανέλαβαν από κοινού τη διεύθυνση του χώρου. Σύντομα θα ανακοινωθεί ο καινούργιος χώρος που θα στεγάσει τις καλλιτεχνικές δραστηριότητες του Γιώργη Κοντοπόδη.

 Παίζουν: Μαρία Αλιφέρη, Γιώργης Κοντοπόδης, σκηνοθ. – μουσ. επένδ.: Προμηθέας Αλειφερόπουλος, σκην. – κοστ: Γιώργης Κοντοπόδης, μτφ.: Παυλίνα Γαλανοπούλου / 90΄/ Τετάρτη (λαϊκ. απογ.) 19:15, Πε-Σα: 21:15, Κυρ: 19:15 / Ιλισίων 21 & Κερασούντος, Ζωγράφου, 2155001300

02
Δεκ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 101

Ελέν Σιξού, Βίαιες μαιευτικές, σε: Αυτονταφέ. Επιθεώρηση του Διεθνούς Κοινοβουλίου των Συγγραφέων, 1/Φθινόπωρο 2001, εκδ. Άγρα, σελ. 112, μτφ. Ειρήνη Τσολακέλλη (Hélène Cixous, Cruel Obstetrics, Autodafe. Journal of the International Parliament of Authors, 1/2000).

Όπως με τη μητέρα μου, την Εύα Σιξού, μαία, η οποία συνελήφθη με μια κάποια πρόφαση, ενώ δήλωνε στο δημαρχείο του Αλγερίου το παιδί (…) και οδηγήθηκε με χειροπέδες στην περιβότη φυλακή του Μπαρμπόσα.

Αυτό που την ενοχλεί είναι ότι κατά τη διάρκεια αυτής της αιχμαλωσίας αισθάνθηκε ελεύθερη και ξένοιαστη όσο ποτέ άλλοτε. Στους άλλους έξω οι στενοχώριες και οι ανησυχίες, εκείνη, μέσα στους τοίχους είχε όλο τον καιρό να κάνει μιζ-αν-πλι χρησιμοποιώντας καρότα αντί για μπικουτί. Μια ξεκούραση που την άξιζε, ένας σφετερισμός όμως, σκεφτόταν τυλίγοντας τις μπούκλες των μαλλιών της. Αν ήταν ένοχη ήταν γιατί απολάμβανε εκείνο που θα έπρεπε να την συνθλίψει. Αλλά δεν μπόρεσε να κάνει διαφορετικά. Και παρομοίως, μπορούμε να φανταστούμε τον Ντοστογιέφκσι χωρίς το κάτεργό του και χωρίς τη θανατική ποινή του, τις πηγές του έργου του; Τον Τζόυς χωρίς την Truie, το Δουβλίνο που κατασπαράσσει τα μικρά της γουρουνάκια, χωρίς την Εξορία του για την Αυτοκρατορία; Και τον Κάφκα χωρίς το Δράκο και τη Δράκαινα με τους οικογενειακούς συζυγικούς γάντζους να γαντζώνουν την κούνια του;

01
Δεκ.
11

Εντευκτήριο τεύχος 94 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2011)

Απ’ όλες τις αναχωρήσεις μου η πιο ανυπόμονη/αυτή που μ’ αναστάτωνε, ήταν σαν πήγαινε/να συναντήσω τη γυναίκα που αγαπούσα./Ο χρόνος μού φαινόταν όσο ποτέ αργός/όμως τον γέμιζα με προγεύσεις ευτυχίας/χωρίς να προσέχω τους χώρους, τα τοπία/χωρίς να παρατηρώ τους άλλους ταξιδιώτες/Την άφιξή μου έτρεχα ν’ αναγγείλω/απ’ τα δημόσια τηλέφωνα, δεν είχα τότε κινητά/η υποδοχή μου, πρέπει να πω, δεν ήταν πάντα/όπως την περίμενα, μα ό,τι κι αν γινόταν/το ταξίδι έμενε στη μνήμη μου ανεξίτηλο/οι χώροι, τα τοπία, εμφανίζοντας ξανά/ακόμα κι οι άγνωστοι συνταξιδιώτες./Αργότερα το σκέφτηκα πως μπορεί κι εκείνοι/να μη βρήκαν φτάνοντας ό,τι προσδοκούσαν

…γράφει ο Τίτος Πατρίκος σ’ ένα από τα οκτώ νέα ποιήματα (το συγκεκριμένο υπό τον τίτλο «Το ταξίδι και οι ταξιδιώτες») που προσφέρει στο δεύτερο συνεχόμενο Ερωτικόν τεύχος του περιοδικού, του αφιερώματος δηλαδή εις Του κορμιού τα πάθηΕδόθη μοι σκόλοψ τη σαρκί, το πρώτο μέρος του οποίου παρουσιάσαμε αναψοκοκκινισμένοι εδώ.

Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, Philip Larkin, Γρηγόρης Μπέκος, Χρήστος Οικονόμου, Βισέντε Ουϊδόμπρο, Άκης Παπαντώνης, Νόρα Πυλόρωφ – Προκοπίου, Ιωάννα Ράπτη, Αρθούρος Ρεμπώ, Θοδωρής Σαμαράς, Γιαν Χένρικ Σβαν, Π.Μπ. Σέλλεϋ, Ανν Σέξτον, Μαρία Σούμπερτ, Μαρία Στασινοπούλου, Γιώργος Τούλας, Γκεόργκ Τρακλ, Γιάννης Τσίρμπας, Μισέλ Φάις και Κυριάκος Χαλκόπουλος σκορπάνε τις λέξεις τους ανάμεσα σε σώματα αγκαλιασμένα, ποθημένα, ιδρωμένα, οργασμένα κι οργωμένα. Ιδιαίτερα απολαυστικά, μεταξύ πολλών, το κείμενα του Gilbert Lascault (τις σπαρταριστές μικρές φόρμες του οποίου θυμάμαι στην παλιά έκδοση της Εστίας με τον τίτλο Ένας Ναρκοθετημένος Κόσμος), με σύγχρονες παραλλαγές του μύθου της Κοκκινοσκουφίτσας (σε μια εκ των οποίων ετοιμάζεται το 1915 να κάνει το κόκκινο σκουφάκι της σημαία μιας μελλοντικής επανάστασης), σε μτφ. Αχιλλέα Κυριακίδη, αλλά και μια μεταβιβλική ιστορία του Λευτέρη Ξανθόπουλου («Οι κουτσουλιές του Θεού»), όπου ο έρωτας περνάει φευγαλέα, όπως η σκόνη της ερήμου της Θηβαΐδας…

Το αφιέρωμα κοσμείται βέβαια από απολύτως εντός κλίματος έργα ζωγραφικής και φωτογραφίες των Αντόνιο ντε Μεσίνα, Gunter Brus, Simon Costin, Απόστολου Κιλεσσόπουλου, Γιώργου Ρόρρη, Γιώργου Μπουζιάνη, Λητώς Δούμουρα, Φράνσις Μπέικον, Ξενοφώντα Μπήτσικα, Γκαρνέ, Έντουαρντ Χόπερ, Μικελάντζελο, Hannah Wilke, Μαρίας Σούμπερτ, Διαμαντή Διαμαντόπουλου, Ροντέν, Γιάννη Στυλιανού, Γιάννη Δημητράκη, Ferdinand Hodler και Edvard Munch. Εκτός ερωτικής πεδιάς αλλά εντός εντευκτηριακού κλίματος, ένα αιρετκό δοκίμιο του Θανάση Αθανασόπουλου-Καλόμαλου («Ποιήματα, όχι ποιητές»), ένα ταξιδιωτικό οδοιπορικό της Νέλλης Ανδρικοπούλου στη Βαγδάτη του 1965 κι ένα άρθρο του Μιχάλη Πολυμένη για την επίδραση που άσκησε στο λογοτεχνικό έργο του Χέμινγουεϊ η εμπειρία του ως πολεμικού ανταποκριτή στη Μικρά Ασία το 1922.

Ακηδείς θαμώνες των απέραντων καφετεριών της επικράτειας· δίπλα μπετονιέρες, εκσκαφείς, φορτηγά εν αναμονή σε παραλίες, εκτελεστικά όργανα της νεοελληνικής ευδαιμονίας. Μετέωροι εργάτες δίνουν φως σε αφρο-ελβετικού μπαρόκ αυθαίρετα, διώχνοντας ένα αγροτικό που αποσύρεται στο σούρουπο. Σιλουέτες έφιππων εξερευνητών στρατοπεδεύουν στην ακτή κοντά σε ένα μάρκετ που διανυκτερεύει υπό το φως του Edward Hopper… είναι κάποια από τα λόγια που γράφει ο Μανώλης Σκούφιας για τις φωτογραφίες του Μιχάλη Κουλιέρη που καδράρονται αυτή τη φορά εντός Camera Obscura και δεν είναι η πρώτη φορά που σκέφτομαι πως πολλά σχετικά κείμενα, αλλά και τα αντίστοιχα σε καταλόγους εκθέσεων και συναφείς εκδόσεις πλησιάζουν πολύ, σχεδόν σε απόσταση αναπνοής, την ποίηση.

Και τι γίνεται όταν ο έρωτας φτάσει στην φυσική του κατάληξη, που είναι το τέλος του; Ίσως να έχουμε κατά νου τις φράσεις του ήρωα του Γιώργου Αδαμίδη («Όσα μου έμαθε το σώμα του»): Δεν μ’ αρέσει ο πόνος, όπως δεν αρέσει στους πιο πολλούς. Αλλά προτιμώ να πονάω, παρά να μη νιώθω τίποτε. Έμαθα να διαχειρίζομαι τον πόνο, που κρατάει πολύ, ενώ η χαρά κρατάει λίγο· την επόμενη στιγμή δεν υπάρχει τίποτε να διαχειριστείς.

Τα έργα τέχνης προέρχονται από το διαδίκτυο, το πρώτο από τον Karl Denton και το δεύτερο από τον Άγνωστο Ρωμαίο Καλλιτέχνη. Όπως θα διακρίνει το ερωτικώς υποψιασμένο καλλιτεχνικό μάτι, επιλέξαμε έργα όπου η ταυτότητα των φύλων είναι ασαφής. Όλοι οι δυνατοί συνδυασμοί είναι πιθανοί.




Δεκέμβριος 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Blog Stats

  • 1.046.783 hits

Αρχείο