Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 67. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Γενικά προσπαθώ, αναλαμβάνοντας ένα βιβλίο, να καταρτίσω έναν εβδομαδιαίο «προϋπολογισμό έργου» – κοινώς να οργανώσω το πεζό και πρακτικό κομμάτι της δουλειάς: τόσες σελίδες επί τόσες μέρες, ώστε να είμαι εντάξει στις προθεσμίες μου. Υπολογίζω επίσης ένα ικανό διάστημα για την απαραίτητη έρευνα και για τη δεύτερη και την τρίτη ανάγνωση. Κατά τα άλλα, φροντίζω μόνο να έχω πάντα αρκετό καφέ, αρκετή ζέστη στο σπίτι και να μην κάθονται τα γατιά μου πάνω στη σελίδα που μεταφράζω.

Η σχέση με τον συγγραφέα πρέπει να είναι μια σχέση κατανόησης. Ο μεταφραστής είναι ο τέλειος ακροατής του συγγραφέα, και η μετάφραση, ένας χώρος άψογης ακουστικής. Είναι αδύνατο να μεταφράσεις σωστά, αν δεν έχεις κατανοήσει απόλυτα όχι μόνο τι λέει το κείμενο, αλλά και γιατί. Ως μεταφραστής δεν μπορείς να αντιπαρέλθεις τίποτα. Πρόκειται για ένα είδος βαθιάς γνωριμίας με το πνεύμα του συγγραφέα, που νομίζω πως είναι αδύνατο να αποκτήσεις ως απλός αναγνώστης. Έστω κι αν συχνά αυτό στερεί μέρος της αναγνωστικής απόλαυσης.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Τα βιβλία στα οποία συνεργάστηκα στενά με άλλους είναι και εκείνα που έχω ευχαριστηθεί περισσότερο, έστω κι αν ταυτόχρονα ήταν τα ίδια που με δυσκόλεψαν – για παράδειγμα, η Ουράνια Αρμονία του Έστερχάζι ήταν μάλλον ό,τι πιο δύσκολο έχω μεταφράσει, αλλά αυτό που μου έχει μείνει περισσότερο ήταν η χαρά της συνεργασίας με τη Μανουέλα Μπέρκι. Φυσικά, ο Τελευταίος Δαίμονας του Σίνγκερ, που μεταφράσαμε από κοινού ο Γιώργος Τσακνιάς κι εγώ, κατέχει ιδιαίτερη θέση, όχι μόνο γιατί μ’ αυτό πρωτοβούτηξα στη μετάφραση αλλά κυρίως γιατί η όλη διαδικασία ήταν το πιο συναρπαστικό και διασκεδαστικό παιχνίδι που έχω παίξει στη ζωή μου.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Συχνά διαπιστώνω πως έχω αδυναμία σε βιβλία που, ενώ εγώ τα γνώρισα εκ των έσω και τα αγάπησα πολύ μεταφράζοντάς τα, εντούτοις δεν «τράβηξαν» εμπορικά και κυρίως δεν διαβάστηκαν όσο πιστεύω ότι θα τους άξιζε. Το πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι το «Να ’σαι κοντά μου», του Άντριου Ο’Χέιγκαν (εκδ. Πόλις) – τίποτε λιγότερο από αριστούργημα.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Η μεγάλη μου φαντασίωση είναι να ήξερα ρωσικά και να μετέφραζα Ντοστογιέφσκι. Μάλλον δεν θα έκανα τίποτε άλλο σε όλη μου τη ζωή. Επίσης, αν διέθετα άφθονο χρόνο, θα ξαναμετέφραζα ευχαρίστως όλη την Άγκαθα Κρίστι, τα πανέξυπνα αγγλικά της. Η Τζορτζ Έλιοτ αποτελεί άλλη εξαίρετη πρόκληση. Πάντως, περισσότερο από συγγραφείς, υπάρχουν συγκεκριμένα έργα που θα ήθελα να είχα μεταφράσει ή να μεταφράσω κάποτε, με τα γλωσσικά όπλα που διαθέτω, για παράδειγμα, το Στο Δρόμο του Κέρουακ.

Ασχοληθήκατε και με την μετάφραση της Καφκικής Μεταμόρφωσης. Τι μπορεί να προσθέσει ένας μεταφραστής σε κλασικά, πολυμεταφρασμένα έργα;

Κάθε βιβλίο είναι μια παρτιτούρα, την οποία ερμηνεύει ως άνθρωπος-ορχήστρα ο κάθε μεταφραστής, με το δικό του γλωσσικό ηχόχρωμα, τη δική του αίσθηση για τον ρυθμό και τον τονισμό. Ειδικά για τον Κάφκα, θα έλεγα ότι υπάρχουν μεγάλα περιθώρια μεταβολής της αίσθησης που έχουμε – όχι για τις ιστορίες και τις ιδέες του, βέβαια, αλλά για το ύφος και τη γλώσσα του. Ναι, τον Κάφκα πολύ θα ήθελα να τον περιλάβω όλον από την αρχή!

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Είναι φυσιολογικό, από μια άποψη. Ο συγγραφέας είναι το αφεντικό και ο μεταφραστής είναι ο μπάτλερ. Ο αναγνώστης παίρνει στα χέρια του ένα κείμενο, και αυτό κρίνει. Η πλειονότητα των αναγνωστών μάλιστα ενδιαφέρεται πολύ περισσότερο για το «τι θα γίνει παρακάτω» παρά για πράγματα όπως το ύφος, η ατμόσφαιρα κλπ., αυτά δηλαδή που, εφόσον αποδοθούν, ξεχωρίζουν τον ικανό μεταφραστή. Ακόμα και ο κριτικός, για να μπορέσει να μιλήσει υπεύθυνα για την ποιότητα της μετάφρασης, πρέπει να έχει υπόψη το πρωτότυπο, πράγμα σπάνιο. Η συμβολή του μεταφραστή θα αναγνωριστεί μόνον όταν το ίδιο το αναγνωστικό κοινό γίνει πιο απαιτητικό.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Κατά τη γνώμη μου, σε ένα ιδανικό παράλληλο σύμπαν, ο επιμελητής θα έπρεπε να είναι καλύτερα εξοπλισμένος από τον μεταφραστή τόσο στην ξένη γλώσσα όσο και στη μητρική. Αυτό σπανίως συμβαίνει, κι έτσι συνήθως οι επιμελητές γίνονται απλώς το «φρέσκο μάτι», που ελέγχει κυρίως τα ολισθήματα του μεταφραστή στο επίπεδο της απόδοσης. Ακόμα κι έτσι, βέβαια, δεν είναι καθόλου μικρή η συμβολή τους. Μια καλή επιμέλεια, που δηλαδή αφουγκράζεται και το κείμενο και τον μεταφραστή, και κυρίως σέβεται τον αναγνώστη, μπορεί να απογειώσει ένα βιβλίο. Γενικά, νομίζω πως όποιος συμμετέχει στην παραγωγή ενός βιβλίου, από τον μεταφραστή έως τον γραφίστα που θα στήσει το εξώφυλλο, πρέπει να έχει πολύ καλή εποπτεία του βιβλίου συνολικά, πέρα από τα επιμέρους της ειδικότητάς του. Και κανένας να μην διστάζει να ρωτάει τον άλλο.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μπόρχες, Κάφκα, Ντοστογιέφσκι, Γκόγκολ, Τόμας Μαν, Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον, Καπότε, Κόνραντ, Τουέιν, Θέρμπερ, Σίνγκερ, Ροθ, Καλβίνο, Πατρίσια Χάισμιθ, Γκράχαμ Γκριν, Άλι Σμιθ, Ντόκτοροου, Καβάφης, Σαχτούρης – και ό,τι άλλο έχω διαβάσει και έτυχε να είναι «στην ώρα του».

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Με διαφορά, ο Ίον Τίχυ του Στανίσλαβ Λεμ. Ο ιδανικός ταξιδιώτης στον χώρο και στον χρόνο, με την ιδανική αίσθηση του γελοίου.

Πώς βιοπορίζεστε;

Από τη μετάφραση και την επιμέλεια.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Είμαι ευτυχής που υπάρχει κατ’ αρχάς το διαδίκτυο (έχω ήδη ξεχάσει πώς ήταν να μεταφράζω χωρίς αυτή τη δυνατότητα να αναζητώ οτιδήποτε, οποτεδήποτε). Επίσης, είμαι ευτυχής που υπάρχουν οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Νομίζω πως, όπως και καθετί άλλο, αν δεν γίνουν κέντρο του βίου σου και ένα είδος διεστραμμένου «μετρητή ευφυίας», μπορούν να προσφέρουν και διασκέδαση και ενημέρωση και κοινωνικότητα. Προσωπικά, απέκτησα έτσι ακόμα και πολλούς φίλους κανονικούς – απ’ αυτούς που τους βλέπεις και τρως και πίνεις μαζί τους.

Στην φωτογραφία η φιλοξενούμενη, μόλις έχει παραλάβει νέο βιβλίο για μετάφραση.  Φωτογράφος η Ελένη Κεχαγιόγλου.

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 523 (Νοέμβριος 2011)

Γιάννης Κορδάτος. 50 χρόνια στη σκιά της Ιστορίας

Ο Γιάννης Κορδάτος υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους της ελληνικής αριστεράς, γράφοντας σε έναν ιστορικό περίγυρο με πολλαπλά ιδεολογικά και επαναστατικά περιβάλλοντα. Στο σημαντικότερο έργο του, Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 (1924), που προκάλεσε και τις μεγαλύτερες αντιδράσεις, εφάρμοσε την μαρξιστική μέθοδο και υποστήριξε πως η επανάσταση του Εικοσιένα ήταν αστική, άμεσα συνδεδεμένη με τη συγκρότηση μιας ελληνικής αστικής τάξης που οφειλόταν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Όταν αυτή κατέστη ισχυρή, επιδίωξε και την άνοδό της στην πολιτική εξουσία, επηρεασμένη από τις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης. Μετά την κατάλυση του τουρκικού ζυγού η επανάσταση συνεχίστηκε στο εσωτερικό μέτωπο, ως εμφύλια σύγκρουση ανάμεσα σε αστούς και φεουδάρχες. Από το 1880 η αστική τάξη μετασχηματίστηκε σε βιομηχανική κεφαλαιοκρατική τάξη, εκμεταλλευόμενη την εργατική τάξη και τους φτωχούς αγρότες. Απέναντι λοιπόν στην παραδοσιακή εθνική ιστοριογραφία ο Κορδάτος χαρακτήρισε το Εικοσιένα ως κοινωνική επανάσταση, αρνούμενος και το παπαρρηγοπούλειο σχήμα της εθνικής συνέχειας.

Το έργο του πολύ γρήγορα απορρίφθηκε από το ΚΚΕ, που ακολούθησε την ανάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς (1933 -1934), σύμφωνα με την οποία στην Ελλάδα παρέμεναν ακόμη ισχυρά φεουδαρχικά κατάλοιπα και συνεπώς ο αστικός μετασχηματισμός δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί. Συνέχισε όμως να διαβάζεται με αμείωτο ενδιαφέρον και να διαπαιδαγωγεί γενιές αριστερών τουλάχιστον μέχρι τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης· ενδεικτικά αναφέρεται ως ευαγγέλιο των φοιτητικών χρόνων από ήρωα – και πιθανώς alter ego – του Θωμά Σκάσση (Το ρολόι της σκιάς).

Οι αναγνώστες του μεσοπολέμου και αυτοί της μεταπολίτευσης δεν διάβαζαν το ίδιο βιβλίο και σε αυτό το ιδιαίτερα ενδιαφέρον ζήτημα επικεντρώνει ένας εκ των αφιερωτών Παναγιώτης Στάθης («Το Εικοσιένα του Κορδάτου πριν και μετά τον πόλεμο») παρουσιάζοντας λεπτομερώς τις μείζονες διαφορές των δυο εκδόσεων. Πώς ερμηνεύεται η ριζική μεταστροφή στη θεώρηση της επανάστασης στην έκδοση του 1946 (άρα και του 1974); Η εμπειρία του πολέμου και της εθνικής αντίστασης με τις πρωτόφαντες αλλαγές, η εισβολή του λαού στο προσκήνιο, η διάχυση του συνθήματος «λαοκρατία», η εμπλοκή μεγάλων αγροτικών και λαϊκών στρωμάτων σε πολιτικές διαδικασίες και στην ένοπλη σύγκρουση, όλα συνέθεσαν ένα κλίμα που άλλαξε τις οπτικές των διανοούμενων για τη σημασία και το ρόλο του λαού στις ιστορικές εξελίξεις και οδήγησε σε λαϊκιστικά ιστοριογραφικά σχήματα, που βέβαια προσέφεραν και έναν ιδεολογικό οπλισμό απαραίτητο στις πολιτικές διαμάχες. Οι υπόλοιποι τίτλοι του αφιερώματος: Ο «μεγάλος αφηγητής» της μαρξιστικής ιστοριογραφίας (Σπύρος Κακουριώτης), Συγχρονισμοί και αναχρονισμοί στις αντιλήψεις του Γιάννη Κορδάτου (Αλέξης Ζήρας), Η Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας: ένα ύστατο προπύργιο του μαρξισμού (Βαγγέλης Χατζηβασιλείου), Ο Γιάννης Κορδάτος ως οργανωμένος κομμουνιστής (Σταύρος Παναγιωτίδης), Κείμενα και διασκευές: συγχρονικές προσεγγίσεις του διαχρονικού λόγου (Χριστιάνα Μυγδάλη).

Το τεύχος περιλαμβάνει ακόμα, μεταξύ άλλων, τα διηγήματα των βραβευμένων του αεροπορικο – λογοτεχνικού διαγωνισμού Ταξίδι στον αέρα κι ένα κείμενο του Άθου Δημουλά για τα Νόμπελ των ποιητών. Στα μαγνητόφωνα οι Τζορτζ Πελεκάνος και Φιλίπ Κλοντέλ, δυο συγγραφείς που συνδέονται ο καθένας με τον δικό του τρόπο με τον σύγχρονο κινηματογράφο, συζητούν για τις χάρτινες και πάνινες ιστορίες τους. Στο εισαγωγικό σημείωμα ο Γιάννης Ν. Μπασκόζος διαπιστώνει την στροφή των σύγχρονων ελλήνων συγγραφέων από την αυτάρεσκη ιδιωτικοποίηση του ’80 στην ενοχική αναμόχλευση του 2011 και από την ομφαλοσκόπηση στην αναζήτηση της συλλογικής ευθύνης. Ανεξάρτητα από το αν μια τέτοια θεματολογία οδηγήσει σε λογοτεχνικά αποτελέσματα, είναι ενδεικτική της συλλογικής συνείδησης που αναζητά απαντήσεις πώς φτάσαμε εδώ σήμερα. Σε αντίθεση μάλιστα με τα βιβλία πολλών οικονομολόγων που συνήθως δεν διακρίνονται από πνεύμα αυτοκριτικής, καθώς άλλωστε οι περισσότεροι οικονομολόγοι ήταν μέχρι τώρα μέρος του συστήματος και «έπαιξαν κι έχασαν» κι αυτοί.