Σπύρος Γιανναράς – Ζωή χαρισάμενη

Οι λογικότατοι τρελοί

Όσο πιο πολύ μοιάζουν οι μέρες μεταξύ τους τόσο πιο αμυδρές και οι εντυπώσεις που αφήνουν στην φωτοευαίσθητη επιφάνεια της ψυχής μας  (σ. 25)

Οι χαρακτήρες της Χαρισάμενης Ζωής προσπαθούν να ζήσουν εν μέσω κωμικοτραγικών δράσεων, υπαρξιστικών παρωδιών και φιλοσοφημένων ακροτήτων, πάντα σε απόλυτα ρεαλιστικά πλαίσια. Κάθε ιστορία εδώ είναι και μια τραγωδία ενός γελοίου ανθρώπου (για να θυμηθούμε την φερώνυμη κινηματογραφική οπτική) αρκεί να παραδεχτούμε πως ετούτοι εδώ δεν είναι γελοιωδέστεροι από εμάς τους ίδιους. Σ’ ετούτον τον σύγχρονο ρεαλισμό το παράλογο και το γκροτέσκο δεν αποτελούν διεσπαρμένες ειδολογικές εξαιρέσεις αλλά αναπόσπαστα στοιχεία του: οι «αληθινά» σύγχρονοι ρεαλιστικοί χαρακτήρες δεν μπορούν παρά να παραλογίζονται και να παραφρονούν. Κι όλα αυτά επειδή επιθυμούν την απόδοση δικαιοσύνης, την επιβολή στους άλλους αν όχι ως επίθεση σίγουρα ως άμυνα, την εκδίκηση για μύριες ταπεινώσεις, την ψυχική απολύτρωση.

Η ακριβοδίκαιη τιμωρία τυπικών απεχθών νεοελληνικών χαρακτήρων αποτελεί την κινητήρια δύναμη δυο αφηγητών. Ο ένας τούς μετατρέπει σε άλογα ζώα χωρίς συνείδηση, καθώς διαπιστώνει πως τα πεπερασμένα ανθρώπινα καλούπια αντιστοιχούν σε μια πολυποίκιλη πανίδα με πληθώρα επιλογών («Άνθρωποι και κτήνη»). Η πλήρης μεταμορφωτική του μανία φαίνεται να τον διασκεδάζει, από την αυθόρμητη επιλογή του θύματος ως την αναζήτηση της κατάλληλης αντιστοιχίας. Η λίστα των υποψηφίων προς απανθρωποποίηση είναι ατέλειωτη κι είναι ζήτημα χρόνου να φτάσει στους πολιτικούς. Αλλά εκεί χωλαίνει η ζωοπλαστική του παιδιά: οι πολιτικοί, ενίοτε «ολωσδιόλου ζωντόβολα και πραγματικά ανδράποδα», είναι εκ φύσεως αδύνατο να επαναμεταμορφωθούν σε ζώα. Αλλά και το τελολογικό αντίκρισμα μοιάζει μετέωρο: ποιος αποφάσισε πως η αποκτήνωση αποτελεί εξ ορισμού ευτελισμό και απαξίωση; Αν τα ζώα έχουν κερδίσει την ευτυχία με μοναδικό τίμημα ότι δεν το συνειδητοποιούν;

Ο έτερος τιμωρός, ο υπό αποκλειστική προθεσμία αυτόχειρας Ανδρέας Τιτθόν («Βίος και πολιτεία του …») βιώνει ως εφιάλτη κάθε ανθρώπινο συγχρωτισμό στην καθημερινή Αθήνα. Η ανθρωπότητα είναι μια ανεπιθύμητη αποικία σκαθαριών και κάθε αδιάκριτος, επιδειξιομανής, αγενής ή φασαριόζος ένοικός της τίθεται αυτόματα υποψήφιος στην λίστα των σειριακών του φόνων. Σε ποιο σημείο καταλήγει μια τέτοια δραστηριότητα; «Πιο δύσκολο πράγμα από το να στοιχίσεις σε μια γραμμή βάζοντας επικεφαλής τον πιο απεχθή και κατόπιν βαθμηδόν να παρατάξεις όσους μισείς, βδελύσσεσαι ή απλώς αντιπαθείς τα μούτρα τους, δεν υπάρχει. Ιδίως όταν γνωρίζεις πως έχεις τη δύναμη να εκτελέσεις την όποια επιθυμία σου, όταν ο φόνος φαντάζει τόσο εύκολος και θελκτικός όσο το άναμμα του τσιγάρου. Γιατί όταν νιώθεις πως έχεις δυνητικά εξουσία ζωής και θανάτου επί των πάντων, δυσκολεύεσαι να εξαιρέσεις οποιονδήποτε». (σ. 78)

Συχνά στον ίδιο χαρακτήρα ενυπάρχει ο μηδενιστής κι ο ηδονιστής  – μπαίνω εδώ στον πειρασμό να συμμετάσχω στο απολαυστικό λεξιπλαστικό παιχνίδι του συγγραφέα και να τον χαρακτηρίσω μηδονιστή – όπως ο  «οιηματίας» που σαν ευσυνείδητος λογιστής εγγράφει σε διαδικτυακό ημερολόγιο τις παντοειδείς ερωτικές κατακτήσεις του απολαμβάνοντας μέχρι κορεσμού την ανερυθρίαστη ελευθεριότητα του λαμπρού μέσου όπου εκτίθεται σε κοινή θέα κάθε ερωτική επιδεξιοσύνη, ενός σύμπαντος όπου «σύνευνοι κι όμευνοι, σύζυγοι κι εραστές αφήνουν την κοινή κλίνη για την μπλογκόσφαιρα» («To τεφτέρι και το μαχαίρι»). Ο «επισκέπτης» που αναγνωρίζει το συσπασμένο πρόσωπο της γυναίκας του δίπλα στον σαρκοχαρή εραστή αποκρούει την ιδέα της εκδίκησης ως στερητική της ελευθερίας και δοκιμάζει με τα ίδια όπλα. Αλλά η αναζήτηση του ποθεινού σώματος αποβαίνει μάταιη: άλλοτε η τριβή των ανέραστων κορμιών του προκαλεί αναλίγωμα, άλλοτε οι διανυκτερεύουσες παρτενέρ κρίνονται ανάξιες. Σε κάθε περίπτωση κάτω από την κοινή άβυσσο χαίνει μια νέα. Ποιες επιλογές τους απομένουν; Η μεταστροφή στην αναπόληση της μιας και αυθεντικής αγάπης; Η εξαφάνιση και ενσωμάτωση στο ανθρώπινο και διαδικτυακό πλήθος; Τι μένει στον ιερέα που φαντασιώνεται την πανηγυρική του αγιοποίηση αλλά βιώνει την υπ’ ευθύνη του φωτοστεφή ματαίωσή της («Ζωή χαρισάμενη»);

«Ο Δημητράκης» έχει ριχτεί σε μια διαρκή αναζήτηση του κερδισμένου χρόνου. Ολόκληρη η ζωή του υπήρξε κατευθυνόμενη από έναν μητρικό προγραμματισμό που επένδυσε κάθε δευτερόλεπτο στο σχεδιασμό ενός επιτυχημένου μέλλοντος. Άσκοπο διάβασμα, χαμένος χρόνος, πολύωρες αθλοπαιδιές ο Δημητράκης δεν χάρηκε ούτε στον ύπνο του, παραφορτωμένος με πάσης φύσεως εκλεκτά εδέσματα και λούσα, αμέτοχος στην ίδια του τη ζωή. Μόνο που με τέτοιες κεκτημένες ταχύτητες είναι αδύνατο να μην αποκτηθεί η αίσθηση μιας σιδηροτροχιάς που επιταχύνει προς ένα τέρμα. Και μια παρατιμονιά στη διαδρομή θα τον στρέψει στην παλίνδρομη, κυριολεκτική επιστροφή στην παιδική ηλικία, στον μοναδικό τόπο όπου όλα είναι άγραφα κι ανέφελα.

Ύστερα από τόσα άλγη και μανίες η αναγνωστική λύτρωση έρχεται «Γύρω από το τραπέζι» που κυκλώνεται «όπως τα δέντρα ευήλιο μικρό αλσύλλιο» από την οικογένεια και αποτελεί για τον αναθυμώμενο αφηγητή πεδίο ιχνογραφίας, μνημόνιο σχολικών εργασιών, τράπεζα μελετών, δοκιμαστήριο μαγειρικών – ζαχαροπλαστικών πειραματισμών. Παρά το βίαιο σπάσιμο του κύκλου (που σαν καθισμένος χορός έκλεινε την παυσίλυπη οικογενειακή θαλπωρή) από την αναπόφευκτη απομάκρυνση των μελών αλλά και τον «φρεναπάτη» θεΐσκο που ενοικεί στο πλαστικά τηλεοπτικά και ψηφιακά κουτιά, παραμένει η ενθύμηση πως μια αρχετυπική συναισθηματική κοινότητα κάποτε όντως υπήρξε.

Σε παλαιότερη διαδικτυακή μας συζήτηση ο συγγραφέας (επι)κοινώνησε τις ποικιλότροπες, ενίοτε δύσβατες αναγνώσεις του (από Καμύ, Αιμέ, Σίνγκερ, Μάλαμουντ και Αρανίτση μέχρι σειρά ελασσόνων πλην σημαντικών κειμένων της λογοτεχνίας). Ο διαχωρισμός ανάγνωσης και συγγραφής είναι βέβαια δεδομένος, όμως είναι αδύνατο να μην σκεφτεί κανείς πως η πληθωρική αυτή σκευή τον προμηθεύει, αν και όποτε παραστεί ανάγκη, με ποικίλες ενδεχόμενες εναλλακτικές φαρέτρες ιδεών περί γραφής. Σε κάθε περίπτωση ετούτοι οι λελογισμένοι παράφρονες αποτελούν καφκικές, ντοστογεφσκικές και καμυ-ικές αλλά απόλυτα νεοελληνικές εκδοχές μιας εγχώριας πινακοθήκης όχι ηλιθίων αλλά πανέξυπνων ανθρώπων που κάποια στιγμή, αναπόφευκτα, «γλίστρησαν».

Εκδ. Πόλις, 2011, σ. 158.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 27, φθινόπωρο 2011. Εικονιζόμενο έργο: John Reilly – The healing of the lunatic boy.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 65. Χίλντα Παπαδημητρίου

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ο Τσίρκας και ο Έρικ Άμπλερ. Η Μάρω Δούκα και η Μάργκαρετ Άτγουντ. Ο Βενέζης και ο Στάινμπεκ. Ο Γκρέαμ Γκρην. Ο Χάμετ, ο Τσάντλερ, ο Τσέστερ Χάιμς, ο Γουίλιαμ Μπερνέτ. Η Τζην Ρυς και Σώτη Τριανταφύλλου. Ο Σεπούλβεδα και ο Πάκο Ιγκνάσιο Τάιμπο ΙΙ. Η Μέλπω Αξιώτη. Είναι τόσοι πολλοί… πόσες σελίδες έχω στη διάθεσή μου;

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Φαρενάιτ 451. Η Τριλογία του Τσίρκα. Ο άνθρωπος που έπεσε στη Γη. Τα σταφύλια της οργής. Ο υπέροχος Γκάτσμπι. Ο ήσυχος Αμερικάνος. Ο συμβιβασμός (Ηλία Καζάν). Η Τριλογία του Ζαν-Κλωντ Ιζζό. Τι ωραίο πλιάτσικο. Ο τυφλός δολοφόνος. Η Τριλογία του Ρόντι Ντόιλ. – Τόσο πολλά βιβλία, τόσες συναρπαστικές βραδιές… Μια ολόκληρη βιβλιοθήκη. Ελάτε σπίτι μου να δείτε τα αγαπημένα μου βιβλία.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Για τι μιλάμε όταν μιλάμε γι’ αγάπη – Ρέημοντ Κάρβερ. Η απλή τέχνη του φόνου – Ρέημοντ Τσάντλερ. Γκάρντεν Πάρτι – Κάθριν Μάνσφιλντ. Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος – Φλάνερι Ο’Κόνορ. Ο εικονογραφημένος άνθρωπος – Ραίη Μπράντμπερι. – Θα τα δείτε κι αυτά στην επίσκεψή σας στη βιβλιοθήκη μου…

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Πολλοί, πάρα πολλοί. Ενδεικτικά αναφέρω: Σώτη Τριανταφύλλου. Έλενα Χουζούρη. Χρήστος Αγγελάκος. Γιάννης Μακριδάκης. Μαργαρίτα Φρανέλι. Κυριάκος Γιαλένιος. Αμάντα Μιχαλοπούλου. Δημήτριος Μαμαλούκας. Έλενα Μαρούτσου. Κι άλλοι τόσοι που ξεχνάω αυτή τη στιγμή.

Περί μετάφρασης

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Με ακολουθούν οι ήρωες του Νικ Χόρνμπι, πηγαίνουμε στις ίδιες συναυλίες, συχνάζουμε στα ίδια καφέ και στα ίδια μπαρ. Μου τηλεφωνάει μια στις τόσες η Ρέητσελ Σάμστατ από τις «13 συνταγές της απιστίας» και ανταλλάσσουμε τα νέα μας. Πολύ αργά το βράδυ, συναντάω σ’ ένα μπαρ του κέντρου τον Ρίλκε του «Τελευταίου καρέ» της Λουίζ Γουέλς, και πίνουμε ένα ποτό αμίλητοι. Και προετοιμάζομαι να τρέξω στον μαραθώνιο μαζί με τον Σούλμαν, από τον «Άλλο μου εαυτό», του Άλαν Σβαϊμπέλ – εγώ για τον μικρό των 10 χλμ, αυτός για τον μεγάλο.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός αλλά και «μεταφρασμένος» σας χαρακτήρας.

Οι ήρωες του Σκοτ Φιτζέραλντ, όλοι ανεξαιρέτως. Για την κομψότητα και το γούστο τους, γιατί έζησαν τις ζωές τους όσο πιο ανέμελα, έξαλλα κι αυτοκαταστροφικά γινόταν. Οι ηρωίδες του Ντ. Χ. Λόρενς για το πάθος τους. Οι ήρωες και οι ηρωίδες του Γκρέαμ Γκρην, γιατί βγήκαν από την πένα του πολυαγαπημένου μου συγγραφέα. Η Λώρα της Βέρας Κάσπαρι, επειδή είχε την τύχη να την υποδυθεί η Τζην Τίρνεϊ. Από τους «μεταφρασμένους» μου, όπως τους λέτε, προτιμώ την Ρέητσελ από τις «13 συνταγές της απιστίας», τον Ρίλκε από το «Τελευταίο Καρέ» και την Ινές από τον «Ουδέτερο Παρατηρητή».

Έχετε εργαστεί σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω δουλέψει σε σπίτια φίλων, έχω γράψει σε μπαλκόνια ξενοδοχείων κοιτάζοντας τη θάλασσα, έχω κρατήσει σημειώσεις σε καφέ περιμένοντας κάποιο φίλο ή ένα χαρτί από το Υπουργείο Συγκοινωνιών. Προτιμώ όμως το σπίτι μου, το γραφείο μου με τη γάτα μου ξαπλωμένη μεταξύ πληκτρολογίου και οθόνης, και γύρω τα αγαπημένα μου αντικείμενα, τα αγαπημένα μου cd και μια κούπα ζεστό τσάι.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση ή την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όταν κάνω το πρώτο χέρι της μετάφρασης, ακούω ό,τι ταιριάζει με το κλίμα του βιβλίου. Ποτέ όμως κάτι ελληνικό, με αποσυντονίζουν οι ελληνικοί στίχοι. Όταν δεν βρίσκω το «σάουντρακ» του βιβλίου, το επινοώ με ό,τι νομίζω ότι θα του ταίριαζε. Από το δεύτερο χέρι και μετά, δεν ακούω τίποτα: μόνο τον ήχο των λέξεων του κειμένου. Στην ανάγνωση με συνοδεύει συνήθως μουσική, όχι κάποια συγκεκριμένη. Προτιμώ κάτι οικείο, διότι η καινούργια μουσική απαιτεί όλη την προσοχή μου.
Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις; Χα! Οτιδήποτε μαύρο – doo-wop & rhythm’n’blues των ’50, soul των ’60, reggae και afrobeat, funk και hip-hop και κάθε είδος των blues. Americana, trip-hop, σχολή της Γλασκώβης, σκανδιναβική pop, Zydeco & Tex-Mex, ηλεκτρικές κιθάρες, η αγία τριάδα: Dylan, Young, Van the Man. Το punk παραμένει μεγάλη αγάπη μου. Και κάθε τι καινούργιο που μου τραβάει το ενδιαφέρον χωρίς να ανήκει σε κάποια σχολή: η Dessa, οι Avett Brothers, o Ben Sollee, οι Living Sisters, η Cindy Doire….

Έχετε μεταφράσει μερικές από τις πλέον ενδιαφέρουσες πένες της σύγχρονης λογοτεχνίας: Τζον Μπαρθ, Μάλκολμ Μπράντμπερι, Τζόναθαν Κόου, Νικ Χόρνμπυ, Πωλ Μπόουλς, Percival Everett, Minette Walters, Dinaw Mengestu, Ντέιβ Έγκερς  – και πολλές άλλες πιο «άγνωστες». Θα ήταν δυνατό να μας κάνετε μια μικρή παρουσίασή τους; Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων; 

Ο Μπαρθ, ένας από τους προπάτορες του μεταμοντερνισμού. Τον εκτίμησα αλλά δεν αναπτύξαμε στενές σχέσεις.

Με τον Μάλκολμ Μπράντμπερι δεν λέμε ούτε καλημέρα. Παραείναι συντηρητικός για τα γούστα μου.

Ο Τζόναθαν Κόου είναι πολύ-αγαπημένος μου, κι ας μου είπε ότι έχει απορρίψει το βιβλίο του που μετέφρασα: τους «Νάνους του Θανάτου». (Αλήθεια. Τον γνώρισα το 2002, αν δεν απατώμαι).

Ο Νικ Χόρνμπι είναι φιλαράκι μου, τα είπαμε και πιο πάνω. Παλιά γράφαμε κασέτες, τώρα ανταλλάσσουμε mp3.

Ο Πωλ Μπόουλς με άφησε άναυδη: κάθε λέξη του είχε λόγο ύπαρξης και βρισκόταν στη σωστή της θέση. Διαφωνήσαμε μόνο ως προς τους ταξιδιωτικούς προορισμούς: το μόνο που μ’ αρέσει από τη Βόρεια Αφρική είναι το rai.

O Πέρσιβαλ Έβερετ και ο Ντέιβ Έγκερς με έφεραν στα όρια να πάρω αντικαταθλιπτικά. Τα έχουν αυτά οι μεγάλοι έρωτες.

Ο Μενγκέστου μ’ έκανε να κλάψω με την απλότητα και την ανθρωπιά του. Θα ήθελα πολύ να τον γνωρίσω, κάτι που δεν μου συμβαίνει συχνά με τους συγγραφείς που μεταφράζω.

Όσο για τη Μινέτ Γουόλτερς, τι να πω: η «Ηχώ» και η «Κατάρα της Αλεπούς» είναι δύο βιβλία που έχω ζηλέψει πολύ.

Από μεταφραστική άποψη, ποιο βιβλίο σας ταλαιπώρησε περισσότερο; Ποιο σας πρόσφερε την μεγαλύτερη ηδονή;

Το «Σβήσιμο» του Πέρσιβαλ Έβερετ με ταλαιπώρησε πολύ. Μου πρόσφερε όμως και τη μεγαλύτερη ηδονή. Ακόμα δεν το πιστεύω ότι βγήκε από τα χέρια μου.

Ασχοληθήκατε και με την μετάφραση αλλά και μονογράφηση βιβλίων αφιερωμένων σε μουσικούς (Dylan και Cohen / Beatles και Clash αντίστοιχα). Θα μας διηγηθείτε σχετικά με αυτή την εμπειρία; Τι νομίζετε πως λείπει από την σχετική ελληνική εκδοτική παραγωγή και βιβλιογραφία;

Το γράψιμο των μονογραφιών για τους Beatles & Clash ήταν από τις ωραιότερες στιγμές της ζωής μου. Για ένα εξάμηνο περίπου, είχα βυθιστεί σε βιβλία, περιοδικά και δίσκους, κι έγραφα για ό,τι αγαπώ πιο πολύ.

Η μετάφραση του Cohen ήταν σκέτη απόλαυση. Τον ένιωθα δίπλα μου, να μου καθοδηγεί το χέρι και να μου λύνει τις απορίες.

Ο Dylan ήταν ένα στοίχημα με το χρόνο και με τον εαυτό μου: να προλάβουμε με τη Νίκη Προδρομίδου να τελειώσουμε τη μετάφραση στην ώρα της. Και να μη μου ξεφύγει η παραμικρή αναφορά. Να με αποδεχτούν οι Ντυλανολόγοι. Τα κατάφερα/καταφέραμε και τα δύο.

Αυτό που λείπει από την ελληνική βιβλιογραφία είναι βιβλία κριτικής σκέψης για τα μουσικά φαινόμενα, βιβλία που να αναλύουν, να συσχετίζουν, να βγάζουν συμπεράσματα. Λείπει εν ολίγοις η σοβαρή ροκ δημοσιογραφία – ενώ υπάρχουν πολλοί εξαιρετικοί γραφιάδες.

Μια και το φέρε η κουβέντα: Έχετε μεταφράσει και το εμβληματικό Τhe Sound of the City του Charlie Gillet (Λιβάνης, 1994), από τα ελάχιστα μέχρι τότε βιβλία που ασχολούνται με το σύγχρονο ροκ εντ ρολ. Πού βρίσκεται αυτό το βιβλίο;

Πουθενά. Επειδή δεν πιστεύω ότι εξαντλήθηκε, νομίζω ότι πρέπει να πολτοποιήθηκε μαζί με χιλιάδες άλλα βιβλία που μένουν στα αζήτητα. Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν, πολτοποιούν τα βιβλία όταν μείνουν απούλητα.

Τι μεταφράζετε τώρα; 

Το «Green Shore» της Natalie Bakopoulos, ένα μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στην Αθήνα στη διάρκεια της δικτατορίας.

Περί συγγραφής

Στο μυθιστόρημά σας η μουσική σχεδόν κινεί τα πάντα, και οι θερμοί, «δοσμένοι» ακροατές της. Δεν υπάρχει ως φόντο, αλλά ως πρωταγωνίστρια. Εδώ διαπιστώνω το εξής παράδοξο: αυτός ο κόσμος, υπαρκτός και μεγάλος, έχει σχεδόν εξοριστεί από το μεγαλύτερο μέρος της λογοτεχνίας. Πώς το εξηγείτε;

Πραγματικά, δεν ξέρω. Μ’ έχει απασχολήσει και μένα αρκετά αυτό το θέμα. Εικασίες μπορώ να κάνω μόνο. Ίσως η μουσική δεν θεωρείται αρκετά «σοβαρή». Πόσο μάλλον το rock και οι παραφυάδες αυτού. Ίσως απευθύνεται σ’ ένα πιο πρωτόγονο κομμάτι του εαυτού μας, το οποίο προσπαθούμε να εξοβελίσουμε με λογικά σχήματα και περίπλοκες ιδέες. Ίσως πάλι να λέω μπούρδες. Άλλωστε, ούτε τη ζωγραφική συναντάμε πολύ συχνά στα βιβλία, το θέατρο ή το χορό. Λέτε να υπάρχουν αόρατα όρια ανάμεσα στις τέχνες που δεν επιτρέπουν την ανάμειξή τους;

Πολύ περισσότερο αποτελεί εξαίρεση και στην σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία. Τελικά οι συγγραφείς είναι ασύμβατοι με το πάθος της μουσικής; Δεν τους καθορίζει τη ζωή;

Από την προηγούμενη ερώτηση ως αυτήν εδώ, έκανα άλλη μία σκέψη: μήπως οι νότες κυνηγούν τις ιδέες και τους δαγκώνουν την ουρά; Ή μήπως μας καλούν στους δρόμους να χορέψουμε, όπως έλεγαν κάποτε οι Martha & the Vandellas; Για φανταστείτε να παρατήσουν όλοι οι συγγραφείς τα λάπτοπ και τα μολύβια και να το ρίξουν στο χορό; Θα καταρρεύσει ο εκδοτικός κόσμος!

Η δική σας σχέση με τους αφοσιωμένους της μουσικής ποια είναι; Είστε μέρος τους, υπήρξατε μέλος τους, τηρείτε τις αποστάσεις; Διαπιστώνετε διαφορές ως προς τις όποιες σχετικές σας ιδιότητες ανάμεσα στο σήμερα και το χθες;

Παραμένω πιστή στην εκκλησία του rock’n’roll, τηρώντας φανατικά το ευαγγέλιο των blues, της soul και του punk. Όλοι οι φίλοι μου, ή τουλάχιστον οι περισσότεροι, είναι εξίσου «βαρεμένοι» με μένα. Οι διαφορές είναι ότι σήμερα χάρη στο ίντερνετ δεν υποφέρουμε πια από το πάθος του σπάνιου σινγκλ, του καταργημένου δίσκου, της γιαπωνέζικης κόπιας που περιέχει την διαφορετική εκτέλεση. Αν κι εγώ, λόγω του δισκάδικου, είχα πάντοτε τη σιγουριά ότι όλα θα τα βρούμε, κάποια στιγμή.

Έχοντας όλη αυτή τη σκευή αλλά και το πλήθος των ακουστικών σας εμπειριών ξεκινήσατε να γράφετε το μυθιστόρημα. Η επιθυμία σας να τα συμπλέξετε υπήρχε εξαρχής; Πώς πλοηγηθήκατε σ’ όλον αυτό τον ωκεανό;

Η αρχική μου πρόθεση ήταν να γράψω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Και είναι σαφώς πιο εύκολο να γράψει κανείς γι’ αυτά που ξέρει και αγαπάει. Έτσι η μουσική μπήκε μέσα στο βιβλίο πριν το προλάβω να το σκεφτώ. Και πήρε τη θέση που ήθελε χωρίς να με ρωτήσει καν.

Για ποιο λόγο επιλέξατε τη μορφή του αστυνομικού μυθιστορήματος;

Αγαπώ πολύ τα αστυνομικά μυθιστορήματα, μ’ αυτά μεγάλωσα και σ’ αυτά καταφεύγω με απόλαυση. Όπως έχουν πει πολλοί άλλοι πριν από μένα, είναι πλέον τα κατεξοχήν πολιτικά μυθιστορήματα, κάτι που ξεκίνησε με τους Γάλλους τη δεκαετία του ’70 και τώρα πια το βλέπουμε σε όλο τον κόσμο: στη Λατινική Αμερική, τη Σκανδιναβία, τη Ρωσία, το Ισραήλ.

Σας ακολούθησε κανένας από τους ήρωες του βιβλίου; Μαθαίνετε τα νέα τους; 

Με ακολουθεί ο Χάρης καθημερινά, σε ό,τι κάνω. Όπως λέει και η Aretha, “The morning I wake up, before I put my make-up…” Το παράπονό μου είναι ότι δεν μ’ έχει πάρει ένα τηλέφωνο ο Μιχάλης ο Ατσαλένιος.

Με ποιες φράσεις θα συστήνατε το βιβλίο σας σε κάποιον αναγνώστη;

Ένα μυθιστόρημα για το κέντρο της Αθήνας, τον καφέ και το τσιγάρο, τις παλιές φιλίες και τους Beatles, τη θλίψη για τα πράγματα που δεν μπορέσαμε να κάνουμε, την ελπίδα ότι θα τα κάνουμε αύριο, σήμερα, τώρα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Το βασικό για μένα είναι να ξεκινήσω το γράψιμο συστηματικά. Κάτι που δεν είναι εύκολο λόγω της μετάφρασης από την οποία βιοπορίζομαι. Μετά οι ιδέες ακολουθούν η μία την άλλη. Συνήθως, όταν ξεκινάω έχω ολόκληρο το σκελετό του βιβλίου μέσα στο μυαλό μου. Ακολουθούν φυσικά πολλές διορθώσεις, επεξεργασία του κειμένου, αλλαγές… Τα λάθη προβάλουν ανάγλυφα, και το μάτι της μεταφράστριας τα ανασύρει, ψάχνει τρόπους να τα διορθώσει χωρίς να ξηλωθεί το κείμενο.

Τι γράφετε τώρα;

Τις καινούργιες περιπέτειες του Χάρη. Είπαμε, με ακολουθεί καθημερινά και διεκδικεί το χρόνο και την προσοχή μου. Όλα τα άλλα έχουν μπει σε δεύτερη μοίρα, προς το παρόν.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική παρουσίαση μουσικής. Παλαιότερα στο Ποπ και Ροκ, σήμερα στο mic.gr. Σας κλέβει συγγραφικό, μεταφραστικό  ή αναγνωστικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Μου κλέβει πολύτιμο χρόνο αλλά με ανταμείβει με ανεπανάληπτο τρόπο. Με κρατάει σε διαρκή επαφή με τη νεανική μουσική κουλτούρα, αποτελεί αφορμή για να γνωρίζω πολλούς ανθρώπους, κάτι που επιδιώκω ως άκρως κοινωνικό άτομο, με ξεκουράζει από τον «γκασμά της μετάφρασης» (όπως έχει πει ο Αύγουστος Κορτώ).

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας και της μουσικής ποια θα επιλέγατε;  

Θα διάλεγα τον Willie de Ville, πιθανότατα. Ή ίσως τον Vick Chesnutt. Ή μήπως την Etta James; Μουσικό, σίγουρα.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τον «Ανήλικο Επισκέπτη» της Σάρα Γουότερς. Τις «Στάχτες» του Σέργιου Γκάκα. Το «Never Mind the Bollocks: Women Rewrite Rock» της Amy Raphael.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι; Όχι μόνο από την προσωπική σας ιστοσελίδα αλλά και γενικότερα.

Τα social media μου ταιριάζουν, διότι μ’ αρέσουν οι άνθρωποι, οι ιστορίες τους, τα γραπτά και οι μουσικές τους επιλογές. Θα έλεγα ότι δεν είχα κακές εμπειρίες, αντιθέτως, γνώρισα ιδιαίτερα ενδιαφέροντες ανθρώπους με τους οποίους γίναμε και «κανονικοί» φίλοι.

Ιστοσελίδα (όπου και πλήρης κατάλογος μεταφράσεων): εδώ. Ιστοσελίδα στο βιβλιονέτ: εδώ.  Παρουσίαση του βιβλίου Για μια χούφτα βινύλια εδώ. Στις φωτογραφίες οι Nick Hornby, Francis Scott Fitzgergald, Jonathan Coe, Percival Everett, Leonard Cohen, Bob Dylan, Paul Bowles, Vick Chestnutt – όλοι τους κάτοχοι διακεκριμένης θέσης στο σύμπαν της φιλοξενούμενης.