Όλια Λαζαρίδου – Κορίτσι μπαταρία….recharged

«Προσωρινός»

Τι ακούς από το παρελθόν σου, Όλια; Στο σπίτι μας ακούγαμε Σαρλ Αζναβουρ, Ζακ Μπρελ, Ρενάτο Καροζόνε – αργότερα έφτασε η ώρα του Γιάννη Πάριου. Τα κενά της θεωρίας του Μαρξ συμπληρώνονταν με στίχους του Καζαντζίδη, που χώρισε τον κόσμο στα δυο: σ’ εκείνους που τον άκουγαν και σ’ εκείνους που δεν τον άκουγαν. Κι εκείνη η λέξη… «αναμνήσεις», συνώνυμη των «μεγάλων». Σ’ εκείνο το σπίτι δεν πονούσε ποτέ κανείς, τα μεγάλα δράματα απουσίαζαν, δεν βγαίνανε ποτέ στα μάτια ή τα χείλη, αλλά κατοικούσαν στα ερέβη του στομαχιού και της κοιλιάς, συνεχίζει η ωραία μνημωμένη. Πού να κρυφτεί κανείς. Στο θυρωρείο, που δεν είναι κανενός. Μέσα στο θερμό καπέλο του αμπαζούρ. Κάτω από το τραπέζι. Στα όνειρα για πέδιλα με λίγο τακούνι, για φυγή με το Stella Maris, για κρύψιμο σε κάποια αγκαλιά. Ένας άλλος κόσμος βρισκόταν απ’ έξω. Τον καταλάβαιναν οι σφυριές στην καρδιά, τον έδειχνε ένα τζουκ μποξ σε κάποια παραθέριση, τα αυτοκίνητα στην Βασιλίσσης Σοφίας που έτρεχαν για αλλού. Σαν Άλογα. Ή μήπως εννοεί σαν ά-λογα;

Ένα ισόγειο πολυκατοικίας, μια μεγάλη τζαμαρία με φόντο τον δρόμο πίσω από το Ναυτικό Νοσοκομείο. Σε αυτούς τους δρόμους και τους παραδρόμους αναφέρεται η ηρωίδα, αυτοί την τραβούσαν έξω, αυτοί την μαγνήτιζαν μακριά από την περίκλειστη ασφάλεια του οικιακού ηλεκτρικού ρεύματος, αυτοί εξακολουθούν να την χαρακώνουν και να την καθορίζουν. Αυτοί οι δρόμοι την τράβηξαν μακριά από τον συντηρητικό σε αισθήματα μπουλβάρ οικογενειακό κόσμο. Και ο λόγος της (που πρωτοακούστηκε για στο 1ο Low Budget Festival του Σπίρτου και παίχτηκε σε τρεις «εξαντλημένες» παραστάσεις) βρίσκει πλέον το ιδανικό του σκήνωμα.

Τουλάχιστον έξω η βία είναι φανερή, δεν κρύβεται. Χίλιες φορές να σφαχτώ για να σας ξεχάσω. Αν η σφαγή μας είναι αναπόφευκτη, ας είναι προσωπική, ας την διαλέγουμε εμείς. Και μια μέρα ίσως να τα καταφέρω να σας αγαπήσω ξανά, έναν έναν κι όλους μαζί. Και τελικά ο ουρανός μας προστατεύει; Η ηρωίδα μοιράζεται πως όταν κοιτούσε τ’ αστέρια τα θεωρούσε τρυπίτσες σ’ ένα τεράστιο μαύρο πανί. Τι εκτυφλωτικό κρύβεται από πίσω; Μια κρεμάστρα σφηνωμένη στο σβέρκο της, για τα ρούχα που μας φοράνε γι’ αυτό που δεν είμαστε.  Βροχή έξω, πίσω της. Κουρτίνες μπροστά. Κάποια στιγμή βρίσκεται σχεδόν εγκλωβισμένη ανάμεσα στα δύο. Έτσι χάνονται οι άνθρωποι απ’ τη ζωή μας; Κι όμως, θα ξεπροβάλλει από την κουρτίνα.

Αν κάποτε ξανασυναντηθούμε θα μ’ αναγνωρίσεις; Ο έρωτας στην Σόλωνος και Σίνα. Το μαύρο της φουστάνι, η αναπόδραστη συνάντηση, η οριακή γνωριμία. Μπορεί ο έρωτας να υπάρξει για μας; Θα μάθουμε να κοιμόμαστε δίπλα δίπλα χωρίς να μας τρομάζουν οι αρχαίες φωνές στον ύπνο; Στα χείλη της το αλάτι από την υγρασία του λαιμού του. Μια νύχτα που είδαν το ίδιο όνειρο. Εραστές, εραστής. Η επιθυμία ν’ ανοίξω τα σωθικά της να τον κρύψει μέσα. Μνήμες, μνήματα, μνημεία….Κάποια θεία που σημείωνε με ασημένιο μολυβάκι την σειρά των καβαλιέρων της στο Ξενοδοχείο Ακταίον του Φαλήρου. Τα αντικείμενα των νεκρών και οι καπνοί των φευγάτων. Η μοναχική γυναίκα με τις παλιές ακτινογραφίες που απαιτεί να τις δει ένας γιατρός, σαν σε ερωτικό ραντεβού. Το ξύπνημα στο καπό μιας παλιάς Τογιότα. Οι στιγμές που κάηκαν σαν το παλιόχαρτο. Οι στιγμές όπου… Είμαι κάτι λιγότερο από σκουπιδοσακούλα, ένα χαρτί που τσαλακώθηκε και πετάχτηκε πριν διαβαστεί.

Το «ρομαντικό mini live», για να κλέψω την τρίλεξο υποτιτλισμό του σκηνοθέτη Ευριπίδη Λασκαρίδη (που σμιλεύει με ιπποτικό σεβασμό το πλαστικό σώμα της διαρκώς αναβράζουσας ηθοποιού), ακροβατεί σε λεπτό σκοινί πάνω απ’ τους γκρεμούς του δραματικού και του τρυφερού, του ευτράπελου και του οριακού. Ψίθυροι, στίχοι, ποιήματα, τραγουδίσματα, σκέψεις, μνήμες και μνήματα, αλήθειες, ψέματα, χύμες και υπαινιγμοί, θραύσματα από ένα μπλογκ. Αλλαγμένες φωνές από το ίδιο πρόσωπο, για να μην ξεχνάμε τα πολλά μας πρόσωπα. Χορός, άλλοτε τρέκλισμα, άλλοτε ένα ίσιο βλέμμα ευθεία μπροστά.

Συχνά αυτό το ποιητικό, μονολογικό, αισθαντικό, προσωπικογενές κείμενο κατρακυλάει ανεπαίσθητα σε τραγούδι – άλλωστε όσο το έγραφε δεν σταμάτησε να έχει την αίσθηση ενός τραγουδιού. Από πίσω υπόκωφοι ηλεκτρονικοί ήχοι – ένας απ’ αυτούς μοιάζει με τον ήχο ενός καρδιογραφήματος,  αργού, ευάλωτου. Παίζονται ζωντανά από τους δυο μουσικούς – σκηνικούς παρόντες. Στο βάθος οι Blue Valentines των Tom Waits και οι Picolissime Serenate των Renato Carosone. Και το φως που εμείς παίρνουμε στη σκηνή από εσάς…

Εδώ η μαγεία βγαίνει από το τίποτα, η προσωπική ιστορία γίνεται καθολική, το παράθυρο θα μας δείχνει πάντα έξω, τις άλλες όψεις, τις άλλες δυνατότητες. Η ηρωίδα έχει πάντα πόρτες και παράθυρα μπροστά της και η Όλια αδυνατεί να μείνει στη σκηνή. Πίσω της είναι ο δρόμος– και δε σταματάει να μπαινοβγαίνει ακόμα και στην παράσταση, χωρίς καν κάτι ζεστό στην πλάτη της. Δεν το χρειάζεται, γιατί παραμένει θερμή και θερμασμένη, σαν «διαπλανητική μπαταρία» που φορτίζεται και επαναφορτίζεται μόνο όταν βρεθεί στη δίνη των ηλεκτρικών πόλων. Ακόμα και των αντίθετων.

Κείμενο – ερμηνεία: Όλια Λαζαρίδου, σκηνοθεσία: Ευριπίδης Λασκαρίδης, live μουσική: Γιώργος Πούλιος – Κωνσταντίνος Τσιώλης, σκηνικά, αφίσα: Μυρτώ Σταμπούλου, κοστούμια & make-up: Πλάτων Λούβαρης, φωτισμοί: Σοφία Αλεξιάδου, βοηθοί σκηνοθέτη: Ελένη Ζαραφίδου και Ελευθερία Γιαμβριά, οργάνωση παραγωγής: Αθηνά Στυλιανίδου, φωτογραφίες: Μαριλένα Σταφυλίδου, παραγωγή: Apocalypsis /60΄/Πέ – Κυρ/ «ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΣ», Δεινοκράτους 103, Κολωνάκι / 6949556389. Το έργο προγραμματίστηκε αρχικά για 10 παραστάσεις αλλά παρατείνεται για 2 ακόμα βδομάδες.

Φωτογραφίες: Μαριλένα Σταφυλιδου (1, 3, 4), Σπύρος Σταβέρης (2).  Στην επόμενη ανάρτηση, συνομιλία με την Όλια Λαζαρίδου. Δημοσίευση και εδώ.

Ρέι Μπράντμπερι – Φαρενάιτ 451. Διασκευή σε κόμικς: Τίμ Χάμιλτον. Graphic Novel

Ακόμα κι όταν είχαμε όλα τα βιβλία που χρειαζόμασταν, ψάχναμε να βρούμε γκρεμό για να πηδήξουμε.

Φωτιοδότες

Στην πυρόβλητη κοινωνία του Φαρενάιτ 451 (θερμοκρασία όπου το χαρτί γίνεται στάχτη) οι πυροσβέστες δεν είναι πυροσβέστες. Φοράνε την ίδια στολή αλλά η αποστολή τους έχει αλλάξει: καθήκον τους είναι να βάζουν φωτιά στα βιβλία, στις βιβλιοθήκες, σε κάθε σπίτι που έχει το θράσος και την αυθάδεια να διατηρεί αυτές τις ανεπιθύμητες και απαγορευμένες πηγές γνώσης. Ανεπιθύμητες εφόσον η ίδια η Πολιτεία έχει αναλάβει αποκλειστικά κάθε μορφωτική ή αναψυχική λειτουργία των υπηκόων της. Κάθε σπίτι είναι εφοδιασμένο με μια τεράστια τηλεόραση που καλύπτει ολόκληρο τοίχο. Οι υπόλοιποι τρεις άδειοι τοίχοι μοιάζουν «με χλωμά πρόσωπα ναρκωμένων γιγάντων». Έτσι τα μάτια των ανθρώπων είναι διαρκώς αφοσιωμένα στους οικιακούς τοίχους και τα αυτιά τους μονίμως με ακουστικά διαρκούς ενημέρωσης.

Η ατέλειωτη αλυσίδα της έμπνευσης

Η συγκεκριμένη έκδοση/μεταφορά του κλασικής δυστοπίας του Μπράντμπερι δεν έγινε απλώς με την έγκρισή του αλλά και την ενεργή συμμετοχή του. Όπως αναφέρει ο ίδιος στην εισαγωγή του πρόκειται για μια ανανεωμένη εκδοχή της ιστορίας του θρυλικού πια βιβλίου. Στο ίδιο κείμενο ο συγγραφέας διηγείται τις απαρχές και την πορεία της Φαρεναϊτικής του έμπνευσης. Η απρόκλητη ανάκριση από έναν αστυνομικό που τον σταμάτησε καθώς περπατούσε παρέα μ’ έναν φίλο του σ’ ένα δρόμο του Λος Άντζελες για να τον ρωτήσει «Τι κάνετε εδώ;» (για να εισπράξει μια απάντηση ευφυώς αντάξια της ηλιθιότητας της ερώτησης – «Βάζουμε το ένα πόδι μπροστά στο άλλο») τον ενέπνευσε για το διήγημα Ο πεζός. Λίγο καιρό αργότερα έβγαλε τον πεζό του για μια λογοτεχνική βόλτα, όπου συνάντησε ένα νεαρό κορίτσι, την Κλαρίς, και αμφότεροι οδήγησαν στην νουβέλα Ο πυροσβέστης, αρχική μορφή του Φαρενάιτ 451. Άλλα προγενέστερα διηγήματα, όπως Οι εξόριστοι (όπου οι σπουδαιότεροι συγγραφείς του Φανταστικού εξορίζονται στον Άρη και τα βιβλία τους καίγονται), Άσερ ΙΙ και Στήλη Φωτιάς, παρέμεναν ολοζώντανα στο υποσυνείδητο του συγγραφέα και επηρέασαν τη γραφή του Φ451. Και μιλώντας για υποσυνείδητο, είναι αδύνατο να μην είχε σφηνωθεί στον έφηβο τότε συγγραφέα η εικόνα των καιγόμενων βιβλίων από το Τρίτο Ράιχ, το 1933.

Το πρόσωπο που έμοιαζε με καθρέφτη

Η ζωή του κεντρικού χαρακτήρα Γκάι Μόνταγκ αλλάζει όταν ένα βράδυ που αδυνατεί να γυρίσει στην πνιγηρή ατμόσφαιρα του σπιτιού του γνωρίζει την Κλάρις, ένα νεαρό κορίτσι που τριγυρνά στους δρόμους. Εκείνη τον  ρωτά αν είναι αλήθεια ότι παλιά οι πυροσβέστες έσβηναν τις πυρκαγιές αντί να τις βάζουν οι ίδιοι και τον πλημμυρίζει με σκέψεις: Έχεις δει πως τρέχουν τα αεριωθούμενα αυτοκίνητα στους δρόμους; Μερικές φορές σκέφτομαι ότι οι οδηγοί δε ξέρουν τι είναι ούτε το γρασίδι, ούτε τα λουλούδια, επειδή ποτέ δεν προλαβαίνουν να τα δουν. Ακόμα και οι διαφημιστικές ταμπέλες μεγάλωσαν ώστε να προλαβαίνουν να τις βλέπουν οι οδηγοί που τρέχουν με ταχύτητα. Ο Μόνταγκ αδυνατεί να την βγάλει από το μυαλό του: σκέφτεται πως το πρόσωπό της μοιάζει με καθρέφτη, που διαθλούσε το φως που ο ίδιος εξέπεμπε και το έκαναν να επιστρέφει πίσω σ’ αυτόν. Και πόσο σπάνια μπορεί κανείς να δει την ίδια του την έκφραση, να του την ξαναστέλνουν πίσω μαζί με τις πιο μύχιες σκέψεις που τρεμοπαίζουν μέσα του; Μέχρι σήμερα ο Μόνταγκ φορούσε την ευτυχία του σαν μάσκα και το κορίτσι είχε αρπάξει τη μάσκα και το είχε βάλει στα πόδια.

Περίκλειστος Κλοιός

…το μονοπάτι της κηροζίνης ελισσόταν σαν τα ίχνη κάποιου μοχθηρού σαλιγκαριού…

Οι «πυροσβέστες» συγκεντρώνονται γύρω από ένα τραπέζι και παίζουν χαρτιά. Μιλάνε για τη φωτιά της περασμένης εβδομάδας, για τον άντρα που είχε την βιβλιοθήκη που «κανόνισαν». Τον πήγαν κατευθείαν στο άσυλο, γιατί ούρλιαζε. Ήταν τρελός; Ναι, κάθε άνθρωπος νομίζει ότι μπορεί να κοροϊδέψει την κυβέρνηση είναι τρελός, αποφαίνονται. Εξάλλου «συχνά αυτοί οι φανατικοί πάντα επιχειρούν να αυτοκτονήσουν». Ο Μόνταγκ επιστρέφει συντετριμμένος στο σπίτι, με απεγνωσμένη ανάγκη να μιλήσει με την την γυναίκα του. – Μπορείς να κλείσεις την τηλεόραση; – Όχι, είναι η οικογένειά μου. – Κάψαμε μια γυναίκα σήμερα, μαζί με τα βιβλία της. Εκείνη παραμένει αδιάφορη, ναρκωμένη, ακόμα κι όταν της λέει: «κάτι πρέπει να υπάρχει στα βιβλία…κάτι που μπορεί να κάνει μια γυναίκα να μένει σε ένα σπίτι που καίγεται». Προσπαθεί να την ξυπνήσει: «Εσύ τα βγάζεις πέρα τις νύχτες σου με φάρμακα, κι εγώ με τη δουλειά μου. Πάμε κατευθείαν στον γκρεμό». Σκέφτεται την Μαντλίν: «Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που σε κοίταζε κατευθείαν στα μάτια».

Αντίσταση

Ο Μόνταγκ συμμαχεί με έναν γέροντα καθηγητή, που αγγίζει με συγκίνηση ένα καλά κρυμμένο αντίτυπο της Παλαιάς Διαθήκης, κι ας μην είναι θρήσκος. Του ζητάει να τον διδάξει να κατανοεί όσα διαβάζει. Αναρωτιέται: έχουμε όλα όσα χρειάζονται για να είμαστε ευτυχισμένοι αλλά δεν είμαστε. Κάτι λείπει, έψαξα παντού. Και το μόνο πράγμα που λείπει είναι τα βιβλία που κάψαμε τα τελευταία δέκα χρόνια. Ο καθηγητής τον διαφωτίζει: Τα βιβλία ήταν μόνο ένα είδος δοχείου όπου αποθηκεύαμε ένα σωρό πράγματα που φοβόμασταν ότι μπορεί να ξεχνούσαμε. Δεν υπάρχει τίποτα μαγικό στα βιβλία. Η μαγεία βρίσκεται μόνο σε αυτά που λένε, στον τρόπο που συγκολλούσαν τα κομμάτια του σύμπαντος και δημιουργούσαν ένα ένδυμα για εμάς. Σχεδιάζουν μαζί την δική τους αντίσταση, ενώ είναι θέμα χρόνου το επόμενο σπίτι που θα παραδοθεί στις φλόγες να είναι το δικό του, από προδοσία της γυναίκας του. Ο πόλεμος άρχισε. Και εκφράζεται από έναν από τους Χαρακτήρες της Αντίστασης: Χιλιάδες στους δρόμους, στις εγκαταλελειμμένες σιδηροδρομικές γραμμές. Στο παρουσιαστικό είμαστε αλήτες, αλλά στο μυαλό βιβλιοθήκες.

Επιστημονική…πραγματικότητα

Η φαντασία του Μπράνμπερι δεν υπήρξε μόνο επιστημονική αλλά και πολιτική. Ίσως δεν είναι καν φαντασία αλλά πραγματικότητα. Σπάνια σε μια νουβέλα πυκνώθηκε ολόκληρο το σύμπαν ενός διανοητικού ολοκληρωτισμού, που ελέγχει κάθε ελεύθερη σκέψη, εμποδίζοντας όλες τις διόδους διαφυγής προς ανεπιθύμητες γνώσεις και συλλογισμούς. Ολόκληρα ζητήματα συμπυκνώνονται σε ένα καρέ: Η συνενοχή της σιωπής (κάποια στιγμή ο καθηγητής εξομολογείται: Κύριε Μόνταγκ, έχετε μπροστά σας έναν δειλό. Έβλεπα πολύ καιρό πού πήγαιναν α πράγματα. Είμαι ένας από τους ανθρώπους που θα μπορούσαν να έχουν μιλήσει, όμως…όμως δεν μίλησα κι έτσι έγινα συνένοχος). Η εναλλακτική της εθελοτυφλίας (ίσως είναι καλύτερα να μην αντιμετωπίζεις τα πράγματα κατά πρόσωπο, αλλά να τρέχεις, να διασκεδάζεις….). Η αγόμενη και φερόμενη πλειοψηφία, ιδίως σε ολοκληρωτικά καθεστώτα (ο πυραγός υπηρετεί τον πιο επικίνδυνο εχθρό της αλήθειας: τη σταθερή, ασάλευτη αγέλη της πλειοψηφίας). Η δύναμη της λογοτεχνίας (Οι καλοί συγγραφείς αγγίζουν τη ζωή. Κατάλαβες γιατί τα βιβλία αποτελούν αντικείμενα μίσους και φόβου; Επειδή δείχνουν τους πόρους που υπάρχουν στο πρόσωπο της ζωής).

Κολλάζ Μπραντμπερικών Ζωών και Αληθειών

Ο συγγραφέας παραδέχεται πως κομμάτια του εαυτού του βρίσκονται και στους τέσσερις βασικούς χαρακτήρες της τραγικής του δυστοπίας, ο καθένας των οποίων «έχει τη δική του στιγμή της αλήθειας». Να λοιπόν τι κρατάτε στα χέρια σας: ένα κολάζ από τις παλιές μου ζωές, τους παλιούς μου φόβους, τις αναστολές μου και τα παράξενα και μυστηριώδη προαισθήματά μου για το μέλλον. Ο Μπράντμπερι δεν σπούδασε ποτέ στα πανεπιστήμια αλλά στις βιβλιοθήκες που επισκεπτόταν ανελλιπώς από νέος και δοκιμάστηκε για καιρό στις σελίδες των φανζίν. Το Φ451γράφτηκε το 1953 και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Φρανσουά Τρυφώ το 1966. Ανεξάρτητα από την αμφιλεγόμενη στιλιστική δημιουργία του σκηνοθέτη, είναι αδύνατο να ξεχάσει κανείς τη σκηνή όπου δεκάδες κορυφαία λογοτεχνικά έργα με αλησμόνητα εξώφυλλα ρίχνονται το ένα μετά το άλλο στις φλόγες. Προσωπικά του Γκράφιτι: There are worse crimes than burning books. One of them is not reading them. / You don’t have to burn books to destroy a culture. Just get people to stop reading them.

Αλλαγή παιχνιδιού

Στον επίλογο του προλόγου του ο συγγραφέας προτρέπει τους αναγνώστες να σκεφτούν το βιβλίο που οι ίδιοι θα ήθελαν να απομνημονεύσουν ώστε να διασωθεί από τους μελλοντικούς λογοκριτές αλλά και να συναντηθούν για να συζητήσουν τους λόγους των επιλογών τους. Είμαι σίγουρος πως έχουν γίνει αναρίθμητες τέτοιες προσωπικές σκέψεις και φιλικές συζητήσεις. Απλά η τετριμμένη αφορμή που συνηθιζόταν να εκκινεί έναν αντίστοιχο προβληματισμό («το βιβλίο που θα έπαιρνα αν ναυαγούσα σ’ ένα έρημο νησί») πρέπει να αντικατασταθεί ακριβώς με αυτό το –  πολύ πιθανότερο – ερώτημα.

Τ.Η.

Τα χρώματα στα οποία επιλέγει να βουτήξει ο Χάμιλτον τη ζοφερή ιστορία είναι το καφέ της μοναξιάς, το μαύρο του φόβου, το σκούρο γαλάζιο της μελαγχολίας και το εκτυφλωτικό κίτρινο της φωτιάς. Ο αμερικανικής καταγωγής κομικογράφος (γενν. 1966) έχει ακόμα εγγράψει στην έβδομη τέχνη του το Νησί των Θησαυρών του Robert Louis Stevenson, τον Dr Who κ.ά. Ηλεκτρονικό επισκεπτήριο εδώ.

Εκδ. Μεταίχμιο, μτφ. Αλέξης Καλοφωλιάς, 2010, σελ. 151, με δισέλιδη εισαγωγή του συγγραφέα και 24 υποσημειώσεις του μεταφραστή [Ray Bradbury, Fahrenheit 451: Authorized adaptation by Tim Hamilton, 2009]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr