Αρχείο για Δεκέμβριος 2011



19
Δεκ.
11

Μπρένταν Μπήαν – Ένας Όμηρος

Αμαξοστοιχία – Θέατρο «το Τρένο στο Ρουφ» – Θεατρικό Βαγόνι

Ένα κτίριο στο Δουβλίνο – δεν το βλέπουμε αλλά το φανταζόμαστε: γκρίζο, υγρό, μισοκατεστραμμένο. Εδώ πόρνες και τραβεστί δέχονται τους πελάτες τους, εδώ πρώην επαναστάτες του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού ζουν ανάμεσα σ’ ένα  ασπροπρόσωπο παρελθόν και σ’ ένα μέλλον που δεν ήρθε ποτέ. Ο άντρας που νοικιάζει τα δωμάτια είναι καθηλωμένος σε αμαξίδιο αλλά έχει ακόμα την επανάσταση στα λόγια του. Και το ’χει να υπερηφανεύεται για την στιγμή πως χτυπήθηκε τρία μίλια έξω απ’ το Μούλιγκαν. Η γυναίκα δίπλα του σαρκάζει τις αντιφάσεις των ιστοριών του και μετά πότε αγκαλιάζονται λάγνα, πότε ο ένας σπρώχνει βίαια τον άλλον μακριά.

Μεταξύ των ενοίκων του μικρόκοσμου της ανοχής βρίσκεται (κρύβεται;) ένας πρώην λογαχός του IRA, διατηρώντας ακόμα το στρατιωτικό του ανάστημα, την ανάλογη ορολογία κι ένα σταθερό (ή μισότρελο;) βλέμμα ίσια μπροστά, που κάποιες φορές μοιάζει να επικοινωνεί σ’ ένα εκτός πραγματικότητας επίπεδο με τον πρώην συμπολεμιστή του. Ο ιδιόρρυθμος κύκλος κλείνει με μια μαύρη τραβεστί που ερωτοτροπεί μ’ έναν φαινομενικά άβουλο πελάτη – ένοικο, μια συχνή επισκέπτρια, που σπαρταράει μεταξύ Καθολικής θρησκοληψίας  και ευάλωτης γυναικείας φύσης και την σιωπηλή καμαριέρα.

Μήπως αυτό το μέρος, εκτός από κατάλυμα απόκληρων είναι και κατάλυμα αποσυρμένων, καταρρακωμένων πρώην επαναστατών; Ή επαναστατών που ακόμα δεν έχουν πει την τελευταία τους λέξη; Όλα μαζί και οπωσδήποτε και το τελευταίο, εφόσον εδώ θα φέρουν έναν Άγγλο στρατιώτη ως αιχμάλωτο, για να ζητήσουν την αναβολή της εκτέλεσης ενός «δικού τους», το επόμενο πρωί στις φυλακές του Μπέλφαστ. Η παρουσία του νεαρού Άγγλου αναταράσσει την λιμνάζουσα καθημερινότητα του σπιτιού. Η ομήγυρη τού δηλώνει υπεύθυνη για την ηθική του ακεραιότητα και του αναφέρει τις βιαιότητες των άγγλων από την αρχή της Ιστορίας. Εκείνος δηλώνει άγνοια για τα τωρινά και απόσταση για τα παλαιότερα (ο καθένας έκανε κάτι στους άλλους εκείνο τον καιρό). – Εγώ δεν έκανα τίποτα, επιμένει. Είναι πόλεμος, του απαντούν.

Η ερωτική έλξη με την νεαρή καμαριέρα είναι άμεση, σχεδόν ακαριαία. Ο κύκλος γύρω τους στενεύει, τους ακολουθεί σαν χορός τραγωδίας, αλλά συχνά οι όροι αντιστρέφονται. Ανάμεσα σε τόσες κατατρυπημένες υπερηφάνειες ποιος είναι το θύμα και ποιος ο θύτης; Τι συμβαίνει όταν και οι δυο πλευρές έχουν το ίδιο πρόσωπο και την ίδια διάθεση για ζωή; Κόβεται το δίκιο στη μέση; Τι είναι δυνατότερο, ο έρωτας ή η πολιτική; Ανάμεσα σε ανταγωνισμό πατριωτικών τραγουδιών και εμψυχωτικών εμβατηρίων, μεταξύ προπαγάνδας (τον συμπαθούν, τον βεβαιώνουν πως δεν θα τον σκοτώσουν, πως πρόκειται για πολεμικό ελιγμό) και μπλόφας (εκείνος είναι βέβαιος πως τον παραπλανούν κι αισθάνεται ήδη την τρύπα της σφαίρας στο κεφάλι του), ανάμεσα στις διαθλασμένες κουβέντες του ποτού, της συμφιλίωσης πάνω απ’ τα μπουκάλια και των άσεμνων χορών (σε μια απόλυτα μπρεχτική και φασμπιντερική σκηνή) μπορεί ν’ ανθίσει ένας έρωτας; Και ποιο είναι το μοναδικό πράγμα που μπορεί να τον σταματήσει;

Ο Μπρένταν Μπίαν (1923 – 1964) αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους Ιρλανδούς θεατρικούς συγγραφείς, με ιδιαίτερη θέση ανάμεσα σ’ εκείνους που στα έργα τους ακολουθούσαν τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις στη χώρα τους (Conor Mc Pherson, Brian Friel, Martin Mc Donagh), μιας χώρας το θέατρο της οποίας παραμένει χώρος έκθεσης των προβλημάτων της και εξωτερίκευσης του συσσωρευμένου της θυμού για όσα υπέστη. Ανθρωπος γεμάτος ένταση και ορμή, με ασυμβίβαστη ιδιοσυγκρασία, με μια μόνιμα στραβομουτσουνιασμένη έκφραση κι ένα μπουκάλι στο χέρι (που άλλωστε τον πέθανε στην ηλικία των 41), συμμετείχε στον απελευθερωτικό αγώνα του ιρλανδικού λαού κατά των Βρετανών, με συνέπεια να συλληφθεί και να καταδικαστεί σε φυλάκιση 9 ετών. Όπως είναι γνωστό οι Βρετανοί αποχώρησαν το 1922, ύστερα από 700 χρόνια, ξεχνώντας να παραδώσουν το [πλουσιότερο] 1/6 της χώρας στα βόρεια, με αποτέλεσμα τη συνέχιση του αγώνα των Ιρλανδών.

Το ένθερμο επαναστατικό του θέατρο συνδυάζεται εδώ ιδανικά με την αποστασιοποιημένη μπρεχτική θάμπωση, τον ρεαλιστικό λυρισμό, την καμπαρέ αισθητική, μια εξπρεσιονιστική σωματικότητα. Στη μικρή σκηνή δεν υπάρχει κέντρο και απόκεντρο – σε κάθε της σημείο μπορεί να κορυφώνονται τα μικροδράματα των χαρακτήρων. Το κείμενο ανθίζει και διανθίζεται με τα τραγούδια, που ερμηνεύονται από τους ηθοποιούς πολυφωνικά, a capella ή με τη συνοδεία οργάνων, τα οποία παίζουν οι ίδιοι επί σκηνής. Ένα τραγούδι μπορεί να ταιριάξει παντού, να συνεχίσει μετά την τελευταία λέξη μιας φράσης, να ξεκινήσει την πρώτη της επόμενης, να συνοψίσει την ιστορία ή να της δώσει μια νέα εικόνα.

Στην αρχική τους μορφή αυτά τα τραγούδια ήταν απλώς ποιήματα, μέχρι που τα μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης το 1962 για την πρώτη παρουσίαση του έργου στην Ελλάδα από το Κυκλικό Θέατρο της Αθήνας σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά και μετάφραση, όπως και τώρα, Βασίλη Ρώτα και Βούλας Δαμιανάκου. Το μουσικό θέμα για το «Γελαστό παιδί» (που αναφέρεται στον Μάικλ Κόλλινς – The Laughing Boy) χρησιμοποιήθηκε στην ταινία Ζ του Κώστα Γαβρά και βέβαια όλα τα τραγούδια αποτελούν σημαντικό κομμάτι της μουσικής του συνθέτη, ο οποίος για την φετινή παράσταση συνέθεσε δύο νέα τραγούδια (Έχω μια αγάπη και Όταν ο Σωκράτης στην παλιά Ελλάδα), τα οποία συμπεριλαμβάνονται στο πρωτότυπο κείμενο αλλά δεν είχαν έως τώρα μελοποιηθεί.

To πρόγραμμα της παράστασης περιλαμβάνει κείμενο για το Ιρλανδικό Ζήτημα (Αντι-αποικιακός αγώνας σε ευρωπαϊκό έδαφος), χρονολόγιο των κυριότερων ιστορικών γεγονότων του ιρλανδικού 20ού αιώνα, και δισέλιδες λημματοποιημένες εισαγωγές στην Ιρλανδία εν γένει και τον Ιρλανδικό Πολιτισμό (Θέατρο, Λογοτεχνία, κλπ.).

Μτφ. Βασίλης Ρώτας – Βούλα Δαμιανάκου, σκηνοθ.: Τατιάνα Λύγαρη, σκην. – κοστ.: Ντόρα Λελούδα – Δανάη Κουρέτα, μουσ.: Μουσική Μίκης Θεοδωράκης, ενορχ. – διασκευή: Γιάννης Σαμπροβαλάκης, χορογρ.: Ζωή Χατζηαντωνίου, φωτ.: Δημήτρης Θεοδωρόπουλος, βοηθ. σκηνοθ.: Αλκυώνη Βαλσάρη. / Παίζουν (αλφαβ.): Μιχάλης Αφολαγιάν, Εβελίνα Αραπίδη, Θανάσης Βλαβιανός, Δάφνη Καφετζή, Παναγιώτης Κλίνης, Κωνσταντίνος Κωτσαδάμ, Βασίλης Πουλάκος, Κωστής Τζανοκωστάκης, Έλενα Χατζηαυξέντη και ο μουσικός Απόστολος Θεοδοσίου. / Τε – Σα: 21.00, Κυ: 19.00. Κάθε Πέμπτη στις 20.00: πρόγραμμα Intro: γνωριμία με την Ιρλανδία και τον έργο από τη θεατρολόγο – ηθοποιό Σοφία Γαλανάκη σε μια ημίωρη διαδραστική «ξενάγηση» [ελεύθ. είσ.] / Σιδηροδρομικός Σταθμός Ρουφ, Λεωφ. Κωνσταντινουπόλεως, Προαστιακός Ρουφ / 210 52.98.922 / www.totrenostorouf.gr

[Brendan Behan, The Hostage, 1958]

ΥΓ. Στο πρώτο σιδηροδρομικό κάθισμα ακριβώς απέναντί μου (η σκηνή βρίσκεται στη μέση του βαγονιού, με τα καθίσματα εκατέρωθέν της) διέκρινα την Βούλα Δαμιανάκου. Οι εκφράσεις του προσώπου της, από το χαμόγελο ως την συγκίνηση και τον συλλογισμό, αποτελούσαν από μόνες τους κομμάτι της παράστασης και της αλήθειας της.

18
Δεκ.
11

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 71. Αρχοντή Κόρκα

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Η σχέση θα έλεγα ότι ξεκινά φιλικά. Κάποια στιγμή αρχίζει να κοιτά ο ένας τον άλλον με μισό μάτι, προσπαθώντας να μάθει τα μυστικά του. Εν τέλει γίνεται συνενοχική.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Με δυσκόλεψε πολύ η μετάφραση της Τζούλια Κρίστεβα (Το Θήλυ και το Ιερό), αλλά την ίδια στιγμή ήταν απίστευτα ενδιαφέρουσα η αναζήτηση πληροφοριών και πηγών για να γράψω τις σημειώσεις του μεταφραστή – έμαθα πάρα πολλά (μερικά τα θυμάμαι ακόμα).

Το πιο αγαπημένο μου είναι σίγουρα ο Ρολάν Μπαρτ (Απόλαυση-Γραφή-Ανάγνωση). Ήταν κείμενα που επέλεξα από το τρίτομο έργο των Απάντων του στα γαλλικά και δεν θα ξεχάσω ποτέ το πολύ λεπτό χαρτί (σχεδόν ριζόχαρτο) που είχαν χρησιμοποιήσει στην έκδοση (Oeuvres complètes). Τα είχα δανειστεί από τη βιβλιοθήκη του Γαλλικού Ινστιτούτου και φοβόμουν μη σκίσω άθελά μου καμιά σελίδα. Δυσκολεύτηκα να διαλέξω, γιατί θα ήθελα να τα μεταφράσω όλα. Ευτυχώς με βοήθησε η Μυρτώ Ρήγου.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Συστήνω τον Μπαρτ, γιατί γράφει από την καρδιά του και δεν εμπίπτει – κατ’ εμέ- στην κατηγορία των δυσνόητων  Γάλλων. Διακατέχεται από μυριάδες πάθη, τα πάντα έχουν γι’αυτόν μια μελοδραματική πλευρά που τη βρίσκω υπέροχη και κάνει το ταξίδι μέσα στη γλώσσα να μοιάζει όσο συναρπαστικό είναι όντως.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Το πρώτο βιβλίο που μετέφρασα ήταν του Murray Edelman. Ήμουν ακόμα φοιτήτρια, αν θυμάμαι καλά το είχα μεταφράσει πρώτα σε χειρόγραφο. Έτσι μετέφρασα και τον Μπαρτ αργότερα, πρώτα στο χέρι και μετά τα δακτυλογράφησα. Κάπου πρέπει να υπάρχουν τα τετράδια.

Η μετάφραση της βιογραφίας του Κάφκα από τον Ρίτσι Ρόμπερτσον ήταν για μένα συγκινητική και αρκετά προσωπική (ήταν η εποχή που δεν είχα αποφασίσει αν θα συνεχίσω το διδακτορικό μου στον Κάφκα).

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ξυπνάω πάντα πρωί – προτιμώ να δουλεύω το πρωί, κανονικά 8ωρο (αν και πάντα είναι περισσότερο). Μου δίνει μια πειθαρχία που γενικά μάλλον δεν με διακρίνει. Προσπαθώ να έχω «περάσει» μια φορά το κείμενο πριν αρχίσω να το μεταφράζω για να εντοπίσω σημεία που χρειάζονται έρευνα ή σημεία που βλέπω ότι θα με δυσκολέψουν.

Παίζει πάντα μουσική, ότι πετυχαίνω στο shuffle του i-tunes. Μπορώ να ακούσω Μάιλς Ντέιβις μέχρι Queens of the Stone Age. Ο,τιδήποτε κι αν παίζει, με ενδιαφέρει να υπάρχει ήχος ως υπόκρουση – είμαι απορροφημένη στο κείμενο και δεν μου αποσπά την προσοχή.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Ναι, πολλοί. Κυρίως γλωσσών που δεν γνωρίζω (Ρώσων, Γερμανών) και μετανιώνω που δεν έμαθα.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Αυτό είναι μια πολύ μεγάλη συζήτηση. Θεωρώ ότι στην Ελλάδα η όποια μορφή πνευματικής εργασίας είναι υποτιμημένη – και όχι μόνο οικονομικά. Πολλές φορές έχει τύχει να διαβάσω κριτικές ξενόγλωσσων βιβλίων και να αναρωτηθώ αν το βιβλίο «φύτρωσε» απλώς στα ελληνικά. Δεν γίνεται καμία μνεία, είτε θετική είτε αρνητική στον επαγγελματία ο οποίος αφιέρωσε αρκετούς μήνες απ’ τη ζωή του να μεταφράσει ένα βιβλίο. Από την άλλη, μπορεί κανείς να πετύχει θετικές κριτικές που είναι γενικόλογες (τύπου «σωστά ελληνικά») – όσο για τις αρνητικές, όλοι ξέρουμε ότι δεν τυγχάνουν της καλύτερης υποδοχής, ακόμα κι αν είναι θεμελιωμένες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργείται και μια σύγχυση στο αναγνωστικό κοινό για το ποια ακριβώς είναι η λειτουργία και ο ρόλος του μεταφραστή. Δεν είναι σαφές ποιος μπορεί να κάνει κριτική μιας μετάφρασης, η οποία θα έχει και σίγουρα κάποια δουλειά αντιπαραβολής πρωτοτύπου-μεταφράσματος, και τα ένθετα βιβλίων ίσως δεν θέλουν να διαθέσουν χώρο για να μπουν σε τέτοια συζήτηση. Άρα οι κριτικοί δεν ασχολούνται και πάει λέγοντας -φαύλος κύκλος. Και φυσικά η επιτυχία έχει πολλούς γονείς, αλλά η αποτυχία είναι ορφανή – όπως λένε. Πιστεύω ότι υπάρχουν άνθρωποι στο χώρο που μπορούν να κάνουν κριτική της μετάφρασης, αλλά δεν νομίζω τελικά ότι είναι μόνο θέμα «ικανότητας» – στην Ελλάδα η αγορά είναι πολύ μικρή και το ποιος γράφει τι για ποιόν μετράει πάρα πολύ.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Έχω εργαστεί ως επιμελήτρια – για την ακρίβεια ήταν η πρώτη μου δουλειά. Αγαπούσα τους μεταφραστές μου και θέλω να πιστεύω ότι τους υπερασπιζόμουν πάντα. Έχω μεγάλη εκτίμηση στο επάγγελμα, είναι πολύ δύσκολο, μεταξύ άλλων και γιατί πολλοί μεταφραστές δεν σηκώνουν «επεμβάσεις» στο έργο τους, ούτε δεύτερη γνώμη. Το ιδανικό θα ήταν ο επιμελητής να συνεργάζεται στενά με τον μεταφραστή για το κάθε βιβλίο και μαζί να προσπαθούν να λύσουν τα όποια προβλήματα (γλωσσικά και μη) παρουσιάζονται. Το ακόμα πιο ιδανικό θα ήταν ο κάθε μεταφραστής να έχει έναν συνεργάτη σταθερό, σε όποιον εκδοτικό κι αν μεταφράζει. Αυτό θα εξασφάλιζε μεγάλο βαθμό συνοχής στο έργο του.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Δυστυχώς δεν έχω μεταφράσει λογοτεχνία, αλλά σίγουρα με έχει ακολουθήσει η σκέψη πολλών από τους στοχαστές που έχω μεταφράσει.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι. Αλμπέρ Καμύ. Δημήτρης Δημητριάδης. Γιώργος Χειμωνάς. Ζωρζ Μπατάιγ. Μίλαν Κούντερα. Γιόκο Ογκάουα. Τζένι Έρπενμπεκ. W.G. Sebald. Ρομπέρτο Μπολάνιο. Πολ Όστερ. Τζόναθαν Φράνζεν. Τζόναθαν Κόου. Έτγκαρ Κέρετ. Γιόζεφ Ροτ. Λεονίντ Αντρέγιεφ. Ρέιμοντ Κάρβερ. Χαρούκι Μουρακάμι. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Όλα του W. G. Sebald. Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση (Ζαν Αμερί). Το Παρελθόν (Άλαν Πάουλς). Τα σημειωματάρια του Καμύ. Το Illuminations του Βάλτερ Μπένγιαμιν. Η Γενεαλογία της Ηθικής του Φρίντριχ Νίτσε. Μυθιστόρημα του Γιώργου Χειμωνά. Τα αποσπάσματα ενός ερωτικού λόγου του Ρολάν Μπαρτ. On photography της Susan Sontag. Μαθαίνοντας να ζεις εν τέλει του Ζακ Ντεριντά. Οι Δαιμονισμένοι του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Excavating Kafka του James Hawes. Η γυναίκα της άμμου του Κόμπο Αμπέ. 2666 του Ρομπέρτο Μπολάνιο. Οι Διορθώσεις του Τζόναθαν Φράνζεν. Η τριλογία της Νέας Υόρκης του Πολ Όστερ. Δίψα για Έρωτα του Γιούκιο Μισίμα. Σκύβαλα, της Τζένι Έρπενμπεκ. (και πάρα πάρα πολλά άλλα)

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Του Παπαδιαμάντη. Του Παπαδημητρακόπουλου. Του Χρήστου Οικονόμου. Του Γιάννη Παλαβού. Του Έτγκαρ Κέρετ. Του Ρέιμοντ Κάρβερ. Της Άλις Μανρό. Του Λεονίντ Αντρέγιεφ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Χρήστος Οικονόμου. Θεωρώ ότι έχει σπάνια τιμιότητα. Ο Γιάννης Παλαβός. Για την ικανότητά του να τονίζει πάντα ανεπαίσθητα το παράλογο. Ο Πάνος Τσίρος – το «Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα» παραμένει μία από τις καλύτερες συλλογές της δεκαετίας.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αγαπώ τη φωνή του αφηγητή στον Sebald, δηλαδή τον ίδιο τον Sebald. Θα ήθελα να είμαι ο Daniel Quinn στην Τριλογία της Νέας Υόρκης, που επαναφεύρει τον εαυτό του (και αρκετούς άλλους).

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Όσο ήμουν στην Ελλάδα, παρακολουθούσα την Athens Review of Books και το Books Journal. Εδώ παρακολουθώ το New York Review of Books, το TLS, το London Review of Books και ενίοτε το Literary Review. Προτιμώ το New York Review, δεν είναι «ακαδημαϊκό» και έχει πάντα κάτι πολύ ενδιαφέρον να διαβάσεις.

Πώς βιοπορίζεστε;

Αυτή τη στιγμή εργάζομαι ως Translation Project Manager στο Λονδίνο. Πριν φύγω από την Ελλάδα, εργαζόμουν ως ελεύθερη επαγγελματίας στο χώρο της μετάφρασης, της επιμέλειας και της κριτικής βιβλίου.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Ειλικρινά, δεν ξέρω. Στο μυαλό μου έρχεται και ο Bas Jan Ader.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ναι, παρακολουθώ όσο μπορώ. Η τελευταία ταινία που με γοήτευσε ήταν το Melancholia του Τρίερ. Νομίζω ότι είναι ο μεγαλύτερος εν ζωή Ευρωπαίος σκηνοθέτης.

Γράψατε ποτέ πεζογραφία ή ποίηση; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι, ποτέ. Νομίζω ότι δεν το «έχω», που λένε, και δεν το έχω επιχειρήσει ποτέ.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο του Λόρενς Ντάρελ (στα αγγλικά). Το τελευταίο βιβλίο που μετέφρασα ήταν το The Death of the Critic του Ronan McDonald. 

Έχετε σταματήσει οριστικά να μεταφράζετε; Για ποιο λόγο; Σας λείπει η μεταφραστική περιπέτεια;

Θέλω να πιστεύω πως όχι! Ναι, μου λείπει και θα ήθελα πολύ να μεταφράσω σύντομα κάτι.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Είμαι στη συντακτική ομάδα του ηλεκτρονικού περιοδικού critique.gr και ασχολούμαι όσο μπορώ με την προβολή του στα social media. Τα παρακολουθώ και συμμετέχω ενεργά αλλά δεν τα έχω χρησιμοποιήσει για τη δουλειά μου μέχρι στιγμής.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι;

Έχω δημοσιεύσει κριτικές βιβλίου, δεν ξέρω αν πιάνονται! ;-) καθώς κι ένα κείμενο στην Propaganda που έβγαινε από τις εκδόσεις Οξύ πριν πολλά χρόνια.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Νομίζω καμία, ήδη όσες κάνατε με δυσκόλεψαν.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αν και η αιώνια νιότη δεν είναι με απασχολεί, την αναγνωστική δεν θα τη χάριζα. Τη μεταφραστική, με μεγαλύτερη ευκολία.

Στις φωτογραφίες, διακεκριμένοι συνομιλητές της φιλοξενούμενης: Πολ Όστερ, Τζόναθαν Φράνζεν, Ρομπέρτο Μπολάνιο, Ρολάν Μπαρτ, Έτγκαρ Κέρετ, Γιόκο Ογκάουα.

17
Δεκ.
11

Μάρτιν Μακντόνα – Μοναξιά στην άγρια δύση

Νέο Ελληνικό Θέατρο Γιώργου Αρμένη – Κεντρική Σκηνή

Στον τοίχο το λάβαρο της Bohemian F.C. Dubliners, στα ηχεία νεορόκ μπαλάντες για την κατάθλιψη, ψηλά στη γωνία ένας φωτισμένος σταυρός, στο ακατάστατο «καθιστικό» δυο πολυθρόνες. Βρισκόμαστε στο πατρικό σπίτι δύο Ιρλανδών αδελφών, του Κόλμαν και του Βαλέν. Μόλις έχουν γυρίσει από την κηδεία του πατέρα τους που σκοτώθηκε σε ατύχημα κι από τις πρώτες τους κουβέντες αντιλαμβανόμαστε τις μονομανίες τους: ο Κόλμαν πηγαίνει στις κηδείες για να τρώει, ο Βαλέν έχει έμμονη ιδέα με θρησκευτικά αγαλματάκια που αγοράζει σωρηδόν. Αλλά η μεγαλύτερή τους μανία είναι κοινή: βρίσκονται σε μόνιμο μάλωμα, σε διαρκή κόντρα. Τσακώνονται για το ουίσκυ, τα πατατάκια, την καινούργια κουζίνα και τα περιοδικά του Βαλέν. Σ’ αυτά συναντιούνται κάθε φορά για να αλληλοσπαραχθούν: για τον Βαλέν είναι η επίδειξη της ανωτερότητάς του, άρα για τον Κόλμαν η ευκαιρία να τον ταράξει. Εκεί άλλωστε επενδύουν τα κενά τους: ο παρασιτικός Κόλμαν διασκεδάζει με την «παράτυπη» οικειοποίησή τους, ο κτητικός Βαλέν επισφραγίζει την ιδιοκτησία του με μαρκαδόρο.

Ο συχνός επισκέπτης τους ιερέας Γουέλς προσπαθεί κάθε φορά να τους συμφιλιώσει, να τους υποδείξει μια λιγότερο μίζερη καθημερινότητα. Αλλά βουτηγμένος ως το κεφάλι στο αλκοόλ, πνίγεται στην ίδια του την αδυναμία να βοηθήσει, ένας παραπαίων επισκέπτης χωρίς καμιά πειθώ, κανένα αποτέλεσμα. Κάθε φορά μαλώνετε, είναι το μοναδικό κοινό σημείο που έχετε μεταξύ σας. Αν δεν μπορείτε να τα βρείτε ως αδέλφια πώς μπορεί να υπάρξει ειρήνη στον κόσμο; Καταντάει έτσι μια πρόσθετη καρικατούρα στο σαρκοβόρο σπίτι και υπομένει σιωπηλά τους σαρκασμούς που του αναλογούν. Το ίδιο και οι προσπάθειες της νεαρής Γκερλήν (πόζες, κυκλοθυμία, επιθέσεις αγάπης) μένουν ακαρποφόρητες: ούτε εκείνη γνωρίζει τον τρόπο.

Εδώ μαθαίνει κανείς να πίνει ή το έχετε μερικοί μέσα σας;  

Έξω από το σπίτι τα πράγματα δεν είναι καλύτερα: δολοφονίες (κάποιος σκότωσε με τσεκούρι την γυναίκα του, κάποιος έλιωσε με τη μασιά τα μυαλά της μάνας του), αυτοκτονίες. Ωραία ενορία έχεις φτιάξει παπά ειρωνεύονται τον εκπρόσωπο του Θεού. Ο Θεός δεν έχει καμιά αρμοδιότητα σ’ αυτή την πόλη, απαντά εκείνος.  Κάθε τόσο αναγκάζεται να φύγει για να συνδράμει την οικογένεια ενός ακόμη αυτόχειρα προτού επιστρέψει συντετριμμένος: Ο πατέρας του μ’ έσυρε μεθυσμένο από το μπαρ για να πω μια προσευχή. Είμαι ένας απαράδεκτος ιερέας σε μια απαράδεκτη ενορία. Σ’ αυτή την άσχημη γη, οι ζώντες κακοτυχίζουν τους αυτόχειρες για την κόλαση που τους περιμένει, αυτούς και τους επόμενους.

Παραδόξως τα δυο αδέλφια συμμαχούν ταχύτατα όταν πρόκειται να κοροϊδέψουν ή να ειρωνευτούν τον ιερέα ή όταν είναι να καταφερθούν εναντίον των οπαδών της αντίπαλης ομάδας. Κοίτα που σ’ αυτό συμφωνούμε… Αλλά σ’ αυτό τον απελπισμένο ένα μονόδρομο πρωτοφανούς αντιπαλότητας οι ακρότητες δεν είναι μακριά: τα αγαλματάκια θα ψηθούν στο φούρνο κι οι δυο ομόαιμοι θα πιαστούν πολλές φορές στα χέρια. Κάποιος από τους δυο έχει σκοτώσει τον πατέρα τους, κάποιος από τους δυο αγόρασε τη σιωπή του – ένα μυστικό κοινό σε όλους, εκτός από τον ιερέα, που συντρίβεται ακόμα μια φορά.

Δεν σας επηρέασαν καθόλου τα λόγια μου, ήταν το στοίχημα της ζωής μου, τους γράφει ο ιερέας, στο δικό του πλέον γράμμα αυτοχειρίας. Οι αδελφοί σαστίζουν, η κρυφά ερωτευμένη Γκερλήν σπαράζει. Τώρα τους περιμένει ένα τελευταίο στοίχημα: αν μάθουν να ζητούν συγνώμη, η ψυχή του θα ζει ελαφρωμένη στον παράδεισο. Αν όχι, θα υποφέρει στην κόλαση για την οποία τόσο καιρό συζητούσαν. Κι έτσι αρχίζει ένα ιδιόμορφο παιχνίδι αποκαλύψεων κατά το οποίο ο καθένας τους εναλλάξ αρχίζει να παραδέχεται οτιδήποτε έκανε στον άλλον και το οποίο κορυφώνεται σε συνταρακτικές αποκαλύψεις για σκληρές πράξεις, που αποδεικνύεται πως άλλαξαν δραματικά τη ζωή τους. Η αρχική κάθαρση (Είχε δίκιο ο ιερέας ωραίο πράγμα να ζητάς συγνώμη) κλιμακώνεται σε νέες, τραγικές εντάσεις. Ο αγώνας της συγνώμης ξαναγίνεται αιματηρός. Είναι φανερό: τα αδέλφια δεν μπορούν να κατακτήσουν μια κανονική σχέση, όμως η κληρονομιά του ιερέα τους άφησε κάτι: ίσως την συνειδητοποίηση πως ακόμα κι ο αλληλοσπαραγμός τους είναι μια επικοινωνία αγάπης. Το ψέλλισε άλλωστε κάποια στιγμή ο Κόλμαν:  Δεν θα το ’κανα γιατί θα ’μουν μόνος μου, θα βαριόμουνα, θα μου ’λειπες.

Ποια είναι η βασικότερη αρετή του έργου; Η καταθλιπτική ατμόσφαιρα θρυμματίζεται κάθε φορά από ένα αστείο που σπάει κόκαλα, μια ατάκα όπου αδυνατείς να συγκρατήσεις το γέλιο σου· σα να αναρωτιούνται οι ίδιοι οι αυτουργοί (κι εμείς οι θεατές μαζί τους) αν το τραγικό μπορεί να σπάσει τόσο εύκολα με το γελοίο και το αστείο ή αν τα περικλείει εξαρχής μέσα του. Η φιγούρα του ιερέα θυμίζει πολλές μορφές κινηματογραφικές και λογοτεχνικές μορφές (θυμήθηκα τον ανήμπορο ιερέα του εξαιρετικού βιβλίου του Andrew O’ Hagan Να είσαι κοντά μου), ο Κόλμαν μπορεί γίνεται αντιπαθής μέχρι να συναντηθείς με το σαν μικρού παιδιού βλέμμα του, το σπαστικό τραύλισμα του Βαλμέν μάς θυμίζει τα δικά μας ψυχοσυναισθηματικά τραυλίσματα, η Γκερλήν εκπροσωπεί έναν ολόκληρο κόσμο.

Ο ιρλανδικής καταγωγής Μάρτιν Μακντόνα (γενν. 1970) εκτός από θεατρικός συγγραφέας είναι σεναριογράφος και σκηνοθέτης. Αν και μόνιμος κάτοικος Λονδίνου θεωρείται από τους πιο ταλαντούχους Ιρλανδούς θεατρικούς συγγραφείς. Από πατέρα οικοδόμο και μητέρα παραδουλεύτρα, εγκατέλειψε το σχολείο στα δεκαέξι του για να ασχοληθεί με την συγγραφή. Έστελνε αλλεπάλληλα σενάρια στο BBC που απορρίπτονταν το ένα μετά το άλλο αλλά τελικά έφτασε ως το σημείο να είναι ο μοναδικός συγγραφέας μετά τον Σαίξπηρ που είδε τέσσερα έργα του να παίζονται ταυτόχρονα σε κεντρικά θέατρα του Λονδίνου. Από ταινίες: Six Shooters (μικρού μήκους, βραβ. με Όσκαρ) και Αποστολή στη Μπρυζ. Η Μοναξιά στην Άγρια Δύση αποτελεί το τρίτο μέρος της Leenane Trilogy [The Beauty Queen of Leenane/1996, A Skull in Connemara/1997] και προφανώς στέκεται αύταρκες και αυτόνομο.

Ακόμα κι όταν νοιώθεις λύπη ή μοναξιά είσαι καλύτερα από εκείνους που είναι πεθαμένοι, έχεις ακόμα λίγες πιθανότητες ευτυχίας, είσαι ακόμα εδώ. Κι αυτό είναι σαν να το ξέρουν οι νεκροί και να σου εύχονται καλή τύχη.

Παίζουν: Τίτος Λίτινας, Γιώργος Πολυχρονόπουλος, Πέτρος Γούτης, Μελίνα Χιλέλη. Μτφ.: Ερρίκος Μπελιές, σκηνοθ.: Βλαδίμηρος Κυριακίδης, βοηθ. σκηνοθ.: Αντωνία Διονυσίου, σκην. – κοστ.: Βλαδίμηρος Κυριακίδης, φωτ.: Lato B. / Σπ. Τρικούπη 34 & Κουντουριώτου, Εξάρχεια, τηλ. 210-8253489/Δε-Τρ.: 21.15/120΄ [Για το ειδικό πρόγραμμα κατά τις ημέρες εορτών επικοινωνήστε με το θέατρο].

[Martin McDonagh, The lonesome west, 1997]

Δημοσίευση και εδώ.

14
Δεκ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 102

Σβετλάνα Αλέξιεβιτς, Έρευνες για τον έρωτα στη Ρωσία, Αυτονταφέ. Επιθεώρηση του Διεθνούς Κοινοβουλίου των Συγγραφέων, 1/Φθινόπωρο 2001, εκδ. Άγρα, σελ. 146, 145, μτφ. Ο. Τσιμπένκο (Svetlana Alexievitch, Autodafe. Journal of the International Parliament of Authors, 1/2000).

Δεν χρειάζεται να είσαι κοσμοναύτης, πρωταθλητής ή ήρωας, μπορείς να τα βιώσεις όλα σ’ ένα συνηθισμένο δυάρι – εικοσιοχτώ τετραγωνικά, κοινό μπάνιο, ανάμεσα στα αντικείμενα που μοιάζουν σκηνικά από παλιό επαρχιακό θέατρο. Περασμένα μεσάνυχτα, δύο η ώρα. Πρέπει να φύγω, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί πρέπει να φύγω απ’ αυτό το σπίτι…Περισσότερο μοιάζει με κάποια ανάμνηση, σαν να τα θυμήθηκα όλα, για πολύ καιρό δεν θυμόμουν τίποτα, και τώρα όλες οι αναμνήσεις επιστρέφουν…Ενώθηκα…Νομίζω, κάτι παρόμοιοι νιώθει ο άνθρωπος που πέρασε πολλές μέρες φυλακισμένος σ’ ένα κελί, και ανακαλύπτει τον κόσμο σε ατέλειωτες λεπτομέρειες. Σχήματα. Δηλαδή, το μυστικό είναι ήδη κάτι χειροπιαστό, σαν ένα αντικείμενο, σαν ένα βάζο λουλουδιών για παράδειγμα. Μα για να καταλάβεις κάτι, πρέπει να νιώσεις πόνο. Όταν ήμουν πολύ νέος, προσπάθησα να διαβάσω την ποίηση της Τσβετάεβα, δεν κατάλαβα τίποτα, γιατί οι λέξεις της είναι ηχηρές, λέγονται σαν εξορκισμοί, έχουν μια θεμελιώδη δύναμη. Και πώς θα καταλάβεις, αν δεν πονάει, πρέπει να πονέσεις, να πονέσει…

Ο έρωτας αρχίζει, και ξαφνικά δεν υπάρχεις, διαλύεσαι μέσα σε κάποιον ή σε κάτι, και αυτή η αίσθηση συνεχίζεται, απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις, αποκτά έκταση σχεδόν φυσική, ξαφνικά βρίσκεσαι σε άλλο διάστημα, δηλαδή δεν καταλαβαίνεις τίποτα και δεν υπάρχει περίπτωση να καταλάβεις και δεν μπορείς να το σβήσεις με μια γομολάστιχα από το χαρτί. Ξαφνικά όλα αλλάζουν χρώμα…Ακούς περισσότερες φωνές, περισσότερους ήχους….

13
Δεκ.
11

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 70. Αθηνά Ψυλλιά

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Απ’ ό,τι φαίνεται, δουλεύω με συγκεκριμένο τρόπο. Είναι κάτι που παρατηρώ εκ των υστέρων. Τείνω να φτιάξω την προσωπική μου θεωρία της μετάφρασης: χρειάζομαι χρόνο και αιτία για να συνδεθώ με το λεξιλόγιο, τις προθέσεις και τα συναισθήματα του βιβλίου. Χρειάζομαι τουλάχιστον τα 2 πρώτα κεφάλαια. Γι’ αυτό, τώρα πια, προτιμώ να τα μεταφράζω στο τέλος. Ή να τα επιμελούμαι μέχρι τελικής πτώσεως- που είναι πάντα η χειρότερη λύση..

Στην αρχή, ξέρω πως είναι μια καινούρια σχέση με κάποιον που είναι σημαντικός, αλλά τον ξέρω λίγο. Φερόμαστε σαν να γνωριζόμαστε καλά, αλλά εγώ ξέρω πως μου διαφεύγει κάτι σημαντικό και θα χρειαστεί να επανέρχομαι μπρος-πίσω στην σχέση για να συνδεθώ, να καταλάβω και να μεταγράψω τη σχέση αυτή στα ελληνικά.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Οι μεγαλύτερες ηδονές; από τα βιβλία εκείνα που έχω μαζί τους σχέση απρόσκοπτη και αβίαστη. Αυτά που μου κλείνουν το μάτι και μου μιλούν στ’ αυτί. Αυτά που, καθώς τα διαβάζω, βλέπω τις σελίδες να περνούν από μπροστά μου στα ελληνικά. Και- επειδή το βασικό μου κίνητρο στη δουλειά της μετάφρασης και της ψυχοθεραπείας είναι να συνδεθώ με τους άλλους, μέσα από τη γλώσσα, με τις επιθυμίες, τα κίνητρα και την ελπίδα (να ζήσουμε με τις επιθυμίες μας;)- ενθουσιάζομαι με συγκεκριμένους ήρωες και τους μεταφράζω με μεγάλη χαρά: να, ας πούμε, ο Ραϊμούντο Σίλβα στην Ιστορία της Πολιορκίας της Λισαβόνας, του Ζ. Σαραμάγκου, είναι το ίνδαλμά μου.

Μερικές φορές η χαρά έρχεται από τη γλύκα του κειμένου, από την αισθητική του, όπως συνέβη με την Ανακάλυψη της Αμερικής από τους Τούρκους, του Ζόρζε Αμάντο. Άλλες φορές, η απόλαυση είναι απλώς η αίσθηση ότι ολοκλήρωσα μια μετάφραση που δεν ντρέπομαι να υπογράψω με το όνομά μου. Μετά από τόσα βιβλία, εξακολουθώ να το θεωρώ άθλο, να το χαίρομαι, να παίρνω μια μέρα ρεπό και- καμιά φορά- να μου κάνω ένα δώρο.

Με δυσκόλεψαν τα λίγα βιβλία για τα οποία δε βρήκα συγκεκριμένο και προσωπικό λόγο για να τα μεταφράσω. Αυτά που δεν αγάπησα τόσο ως αναγνώστρια. Κι εκείνα που τα αγάπησα πολύ αλλά καταδύθηκα στον Άδη για την ανάγνωσή τους: το Περί Τυφλότητος του Ζ. Σαραμάγκου είναι μια τέτοια περίπτωση. Και δεν λέω τίποτα για τα βιβλία που αγάπησα, μετέφρασα με χαρά, αλλά κάτω από δύσκολες υλικές συνθήκες, εν μέσω ξαφνικών μετακομίσεων, λιμών, σεισμών και καταποντισμών (εσωτερικών και εξωτερικών).

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Με τα χρόνια έχω αναπτύξει μια καθησυχαστική ρουτίνα: δουλεύω μόνο πρωί, από τις 9.00 ως τις 13.00 περίπου. Ποτέ νύχτα. Συνήθως δεν θέλω πληροφορίες από τρίτο χέρι πριν διαβάσω το βιβλίο. Πολλές φορές αρκούμαι στη δική μου ανάγνωση και ψάχνω πληροφορίες μόνο για πραγματολογικά στοιχεία. Όταν έρθει η ώρα να προτείνω οπισθόφυλλο, διαβάζω αναλύσεις και κριτικές. Διορθώνω τρεις φορές. Ζητώ (με φειδώ) τη βοήθεια του συγγραφέα. Απευθύνομαι σε γνωστούς και αγνώστους για να βρω τις λέξεις που χρειάζομαι. Τους τάζω ένα αντίτυπο του βιβλίου. Σχεδόν πάντα τηρώ την υπόσχεσή μου.

Χωρίς μουσική δουλεύω πιο αποδοτικά, μερικές φορές όμως έχω ανάγκη ν’ ακούσω κάτι (ενίοτε και να το τραγουδήσω). Γι’ αυτό είναι τα διαλείμματα…Αν πάντως ακούγεται η Myriam Alter, είναι σαφές ότι μεταφράζω. Τα τελευταία 10 χρόνια ακούω πολύ μουσικές από τις πορτογαλόφωνες χώρες. Ονειρεύομαι μια μέρα να τις επισκεφτώ όλες!

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Δεν είχα συγκεκριμένες φιλοδοξίες ή επιθυμίες στη μετάφραση. Ή, τέλος πάντων, η δουλειά που είχα να κάνω ήταν τόσο μεγαλεπήβολη που δεν άφηνε περιθώριο για επιπλέον φιλοδοξία. Ξεκίνησα πριν από 16 χρόνια με μεγάλη επιφύλαξη, δοκιμαστικά, περιμένοντας να με σταματήσει η γενική κατακραυγή. Όταν αυτό δε συνέβη, το 2ο χρόνο ονειρεύτηκα να μεταφράσω 10 σημαντικά έργα της σύγχρονης πορτογαλικής λογοτεχνίας. Μετέφρασα Σαραμάγκου, Αντούνες και Καρδόζο Πίρες τα πρώτα 3 χρόνια.

Μια καινούρια επιθυμία που έχει αρχίσει να στερεοποιείται είναι να μεταφράσω 4-5 καταπληκτικά έργα της νέας γενιάς πορτογάλων συγγραφέων. Έχω ξεκινήσει με τον Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο και τον Γκονσάλο Ταβάρες.

Αναμέτρηση για μένα είναι να κινούμαι έξω από τη ζώνη ασφαλείας μου: έχω φανεί διστακτική να μεταφράσω βραζιλιάνους συγγραφείς και έχω αποφύγει να μεταφράσω ό,τι δεν είναι σύγχρονο. Δεν είναι από έλλειψης ενδιαφέροντος: αρχικά φοβόμουν κι ύστερα υπήρχαν πάντα για μετάφραση έργα μέσα στη ζώνη ασφαλείας μου. Νομίζω ότι αρχίζω να βγαίνω απ’ αυτήν τα τελευταία 3 χρόνια.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Αν ένα βιβλίο πάρει καλές κριτικές στις οποίες δεν υπάρχει καμία αναφορά στον μεταφραστή, ο μεταφραστής μπορεί να υποθέσει με ασφάλεια ότι έκανε καλή δουλειά. Η αναγνώριση της δουλειάς της μετάφρασης από τα φώτα της κριτικής είναι ένα μόνο σημείο.

(Παρένθεση: Πριν από χρόνια, ο Ανταίος Χρυσοστομίδης είχε προσκαλέσει σε καφέ (σε γεύμα;) μεταφραστές που συνεργάζονται με τις εκδόσεις Καστανιώτη. Ξεκίνησε λοιπόν να μας συστήνει μεταξύ μας λέγοντας: «Από ‘δω η Α…που εκτός από πολύ καλή μεταφράστρια από τα γερμανικά είναι και οικονομολόγος, από ‘δω ο Β….που εκτός από εξαίρετος μεταφραστής από τα ισπανικά είναι και δικηγόρος…Εν ολίγοις, από τα 15 άτομα σε κείνο το τραπέζι κανείς μας δεν έβγαζε το ψωμί του από τη μετάφραση. Δεν θα μπορούσαμε και να θέλαμε.)

Υπάρχει αυτή τη στιγμή κινητικότητα με την ίδρυση σωματείου, με συνέδρια λογοτεχνικής μετάφρασης, η αλήθεια όμως είναι ότι δεν έχω συμμετάσχει ενεργά στην προβολή της δουλειάς του μεταφραστή και γι’ αυτό δεν μπορώ να ψέξω κανέναν.

Επιπλέον, τον πρώτο καιρό της μεγάλης αβεβαιότητας, ήταν βολικό να είμαι αθέατη.

Τέλος, για να είμαι εντελώς ειλικρινής, έχω διαβάσει μερικές καλές κριτικές για τη δουλειά μου.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Η ερώτηση αυτή με κάνει να σκεφτώ πόσα πράγματα πήγαν κατ’ ευχήν στη δουλειά μου χωρίς να χρειαστεί να κοπιάσω: όλες τις μεταφράσεις μου τις έχει διορθώσει ο ίδιος άνθρωπος: ο Αλέξανδρος Πανούσης. Και δείτε τώρα πόσο τυχερή είμαι: 1. είναι φίλος μου 2. του αρέσουν τα βιβλία που μεταφράζω (τα περισσότερα!) 3. του αρέσει η δουλειά μου 4. μπορεί να παρακολουθήσει το κείμενο στα πορτογαλικά 5. είναι ταλαντούχος, πεπειραμένος και ευρυμαθής 6. με τον καιρό, οι χρόνοι συνεννόησης έχουν κατέβει στα μιλισεκόντ. 7. αισθάνομαι ότι έχω πλάτες- ειδικά το πρώτο βιβλίο δεν θα είχε μεταφραστεί ποτέ χωρίς αυτόν.

Οι δυσκολίες είναι οι ευκολίες αναποδογυρισμένες: με εμπιστεύεται τόσο ώστε ίσως να με αφήνει λίγο ασύδοτη. Τον εμπιστεύομαι τόσο ώστε να τεμπελιάζω και να αυθαδιάζω.

Πώς τα βγάζουν πέρα οι άλλοι μεταφραστές;

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ο Ραϊμούντο Σίλβα, από την Ιστορία της Πολιορκίας της Λισαβόνας που λέγαμε…(ταιριάζει γάντι μιας και μιλούσαμε για επιμελητές πιο πάνω).

Λοιπόν ο τύπος αυτός είναι ένας πενηντάρης επιμελητής, άρτιος και ταπεινός στη δουλειά του που καλείται να επιμεληθεί μια Ιστορία της Λισαβόνας. Φιλήσυχος, αόρατος αλλά τελειομανής εξεγείρεται με την επαρκή μετριότητα του βιβλίου που έχει στα χέρια του και αποφασίζει να αυθαδιάσει (κι αυτός). Υπάρχει λοιπόν μια σκηνή όπου οι Πορτογάλοι ζητούν τη βοήθεια των περαστικών Σταυροφόρων για να κατακτήσουν την πολιορκούμενη μαυριτανική Λισαβόνα. Ο Ρ. Σ προσθέτει τη λεξούλα «δεν» στην απάντηση των Σταυροφόρων: «Θα σας βοηθήσουμε». Φαντάζεστε τι γίνεται μετά;

Ζει περιμένοντας το τηλεφώνημα του διασυρμού και της απόλυσης από τον εκδοτικό οίκο.

Ο εκδοτικός οίκος θορυβείται αλλά δεν τον απολύει. Τον θέτει όμως υπό την επιτήρηση της καινούριας διευθύντριας των επιμελητών που τον προκαλεί απρόσμενα να τελειώσει αυτό που ξεκίνησε. Να γράψει τη δική του έκβαση της Ιστορίας και της ιστορίας τους. Γιατί φυσικά και ξεμυαλίζεται ο Ραϊμούντο Σίλβα.

Ασφαλώς κι έμαθα νέα του. Ευτύχησε πολύ και αργά στον έρωτα, έγραψε μυθιστορήματα και πήρε το νόμπελ λογοτεχνίας μετά τα 70 του.

Όσο για μένα, άρχισα να ψάχνω ένα δρόμο στις αφηγηματικές ψυχοθεραπείες.

Οι αγαπημένοι σας λογοτέχνες;

Μέχρι τα 22 περίπου διάβαζα φανατικά ρώσους κλασικούς. Υπέμεινα 4 χρόνια ρωσικών για να καταφέρω να διαβάσω με λεξικό τις Λευκές Νύχτες. Τα ρωσικά είναι μαγεία αλλά με εξόντωσαν. Μετά υπέκυψα στα πορτογαλικά που τα έμαθα άκοπα, επί τόπου και απείρως πιο απολαυστικά.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν έχω αγαπημένο. Διαβάζω κυρίως ηλεκτρονικά περιοδικά και αγοράζω όταν ενδιαφέρομαι για κάποιο αφιέρωμα.

Πώς βιοπορίζεστε;

Είμαι μεταφράστρια. Είμαι ψυχολόγος: ψυχοθεραπεύτρια. Δυο δουλειές και ψάχνω ένα πεδίο συγκερασμού τους.

Σε περίπτωση που αναρωτιέστε, η δουλειά είναι πολλή -τα λεφτά είναι λίγα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Θέλω να γράψω για τη νέα γενιά των πορτογάλων συγγραφέων. Προφανώς έχω πολλά να πω για τον Ζοζέ Σαραμάγκου ακόμη. Γι’ αυτούς τουλάχιστον νομίζω ότι κάτι ξέρω.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το τελευταίο του Γκονσάλο Ταβάρες, Ένα Ταξίδι στην Ινδία (Uma Viagem á Índia, ένα σύγχρονο έπος στα χνάρια των Λουσιάδων του Καμόες. Στο κομοδίνο μου υπάρχει πάντα ένα βιβλίο που διαβάζω για 4η ή 20η φορά πριν κοιμηθώ. Αυτό τον καιρό είναι «Η Ψυχής της Γυναίκας» του Άλντο Καροτενούτο. Όχι λογοτεχνία, δηλαδή.

Παρέδωσα τη μετάφραση της Ιερουσαλήμ του Γκονσάλο Ταβάρες. Δεν έχω ξεκινήσει άλλη μετάφραση εν τω μεταξύ.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Σκέφτηκα την ερώτηση: «Πού βρήκατε την ιδέα και το θράσος να μεταφράσετε». Η απάντηση όμως είναι «Στην άγνοια κινδύνου και στα παιδικά μου κίνητρα». Ας το αφήσουμε καλύτερα, τι λέτε;

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Διαδικτυώθηκα μετά τα πρώτα 2 βιβλία που μετέφρασα. Η διευκόλυνση είναι τεράστια αλλά ο πειρασμός της τριγωνοποίησης μεγάλος. Τριγωνοποίηση: εννοώ ότι για να βγω από τη δυσκολία στη σχέση μου με το κείμενο προστρέχω σε τρίτους για πληροφορίες και διευκολύνσεις – και μερικές φορές η σχέση θέλει να μείνεις αποκλειστικά με τον άλλον και να δουλέψεις…

Μέσω facebook ήρθα σε επαφή με έναν από τους συγγραφείς που μεταφράζω.

Δεν παρακολουθώ συστηματικά τίποτα. Διαβάζω ό,τι με ενδιαφέρει κατά καιρούς. Ενημερώνομαι αποκλειστικά ηλεκτρονικά. Είμαι κυκλοθυμική στη χρήση του διαδικτύου.

Η δυνατότητα καθημερινής αλληλογραφίας είναι η εφαρμογή που απολαμβάνω περισσότερο.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Ώρες ώρες μου φαίνεται απίστευτο, αλλά δεν έχω γράψει τίποτα κι ας ζω μέσα στον πειρασμό. Κυρίως γιατί γράφω υπερβολικά ελλειπτικά και γιατί η φαντασία μου είναι γεμάτη δισταγμούς.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αιώνια νιότη; Μετά από τόσο κόπο για να διαχειριστώ την εφήμερη; Για να τη ζήσω με ποιους;

Τη μεταφραστική μου ιδιότητα θα μπορούσα να την αποχωριστώ με πολύ μικρότερο αντίτιμο. Την αναγνωστική μου θα την παζάρευα περισσότερο. Ωστόσο, ναι θα μπορούσα να ζήσω ευτυχής χωρίς βιβλία.

Μη μου πάρετε όμως την αλληλογραφία.

12
Δεκ.
11

Charles Ludlam – Η Κατάρα της Ίρμα Βεπ

Θέατρο Ροές

Είσαι η ζωντανή διακωμώδηση των ιδανικών σου. Ειδάλλως, τα ιδανικά σου είναι πολύ χαμηλά.  / Η κατάπτωση (bathos, το αντίθετο του pathos [κορύφωση]) είναι ό,τι προτίθεται να είναι λυπηρό, αλλά λόγω υπερβολικής έκφρασης γίνεται κωμικό. Η κορύφωση (pathos) είναι ό,τι προτίθεται να είναι κωμικό, αλλά λόγω υπερβολικής έκφρασης γίνεται λυπηρό Μερικά πράγματα μπορεί να μοιάζουν αντίθετα, είναι όμως διαφορετικές εντάσεις του ίδιου πράγματος (Τσαρλς Λάντλαμ, Μανιφέστο του Γελοίου Θεάτρου, αρ. 1 και 5).

Στη σκηνή μπροστά μας ένα σαλόνι με γκριζοασπρόμαυρους χρωματισμούς, μια τεράστια ως το πανύψηλο ταβάνι βιβλιοθήκη, αινιγματικές πολυθρόνες, μια ευτραφής κυρία στο κάδρο, ένα βάζο με φλόγα, τρεις μυστηριώδεις πόρτες, ο ήχος της βροχής και η αντανάκλαση του κεραυνού. Αυτό που θα συμβεί εδώ σε λίγη ώρα είναι αδιανόητο, είναι π.π.π. – πέραν πάσης περιγραφής. Αλλά πρέπει να πάμε πέρα από αυτό το πέραν και να προσπαθήσουμε να το περιγράψουμε.

Μιλάμε για μια ευφυέστατη, απολαυστική σάτιρα σωρείας θεατρικών και κινηματογραφικών ειδών και στιλ – από την ελισαβετιανή δραματουργία και το βικτωριανό μελόδραμα ως το γκροτέσκο κι από την παρωδία και την λογοτεχνία του φανταστικού και του τρόμου ως τον χιτσκοκικό κινηματογράφο. Εδώ ο Δράκουλας ξαναζεί, ο Φρανκεστάιν βρίσκει ένα ζεστό σπιτικό, κι οι λύκοι αισθάνονται ασφαλείς. Εδώ ο Μπάστερ Κήτον σκάει ένα χαμόγελο κι οι Αδελφοί Μαρξ ετοιμάζονται να ξαναβγούν στη σκηνή. Εδώ τα κόμικς ζουν την τιμητική τους, το γκόθικ είναι στο στοιχείο του και στοιχειώνει κάθε αστοιχείωτο. Εδώ ο Πόε κυκλοφορεί σαν την άδικη…κατάρα (αν και δεν πρέπει να λέγονται ειδικά τώρα τέτοιες λέξεις) και ανάμεσα στους ανατριχιαστικούς θορύβους (μέχρι και το κοκκινωπό φυτό στριγκλίζει όταν του ρίξεις κρυφά το άθλιο κρασί που σου σέρβιραν) ακούγεται κι εκείνος του μολυβιού του Χίτσκοκ. Εδώ το Αλλόκοτο παίρνει σάρκα και οστά κι επίσης μερικές περούκες.

Το έργο είναι γραμμένο για δυο ηθοποιούς και …οκτώ χαρακτήρες, τους οποίους καλούνται να εναλλάσσουν με φρενήρεις ρυθμούς. Αντιλαμβάνεστε ότι μιλάμε για την έσχατη δοκιμασία ενός ηθοποιού, που δεν οφείλει απλώς να ταλαντώνεται από το ένα φύλο στο άλλο και την μία περσόνα στην άλλη (και μάλιστα σε χαρακτήρες τουλάχιστον ιδιόρρυθμους και «ψυχικά ιδιαίτερους») αλλά και να το κάνει σε κλάσματα δευτερολέπτου, καθώς τρυπώνει στην μία πόρτα ως ένας και βγαίνει από την άλλη ως άλλος. Ακριβώς: Μόνο γιορτές δεν θα ’χουμε απόψε!

Τι συμβαίνει λοιπόν; Βρισκόμαστε στην απομονωμένη οικία Μάντακρεστ όπου ζει συντετριμμένος από τον θάνατο της γυναίκας του Λαίδη Ίρμα o Έντγκαρ, αποφεύγοντας την δεύτερή του σύζυγο Λαίδη Άλμπα (ήδη φανερό στην εξαιρετική σκηνή με τον ταχύτατο ψεύτικο συν-οργασμό τους πάνω απ’ τα ρούχα). Η παρουσία της νεκρής Λαίδης είναι καταπιεστική, δεν τολμούν ούτε να φιληθούν μπροστά στο κάδρο της, όπου μια φλογίτσα καίει αιώνια. Οικιακοί στυλοβάτες η οικονόμος Τζέιν Τουίσντεν (διαβάζει Καζαμία, Σταυροφορίες, Αναρίθμητα Εγχειρίδια για Κυρίες!), εφιαλτική παρουσία που εντοπίζει με κακία και με μόνιμα μισόκλειστο μάτι κάθε διαφορά ανάμεσα στις δυο Κυρίες, Ως εδώ βρισκόμαστε μέχρι τον λαιμό στην νουβέλα Ρεβέκκα της Δάφνης ντι Μωριέ, με τις περιπέτειες της δεύτερης γυναίκας του κυρίου Maxim de Winter, που ζει κάτω από τη σκιά της πρώτης κυρίας de Winter, Rebecca, που πέθανε με μυστηριώδη τρόπο. Η πρώτη τετράδα συμπληρώνεται με τον υπηρέτη Ίγκορ Άντεργουντ με το ένα ξύλινο πόδι (το αληθινό του αναπαύεται κάπου έξω, σε στομάχι λύκου). Η δεύτερη πρέπει να μείνει ακατονόμαστη.

Περί φάρσας πρόκειται, όχι περί κατηχητικού. Να επιδεικνύετε ηδονιστικό υπολογισμό. Να τεστάρετε μια επικίνδυνη ιδέα, ένα θέμα που απειλεί να σας καταστρέψει ολόκληρο το σύστημα αξιών. Να φέρεστε στο υλικό με τρελά φαρσικό τρόπο, χωρίς όμως να χάνετε τη σοβαρότητα του θέματος Να δείχνετε πως το παράδοξο καταλαμβάνουν το μυαλό. Να αυτοτρομάζεστε (Τσαρλς Λάντλαμ, Μανιφέστο του Γελοίου Θεάτρου, Οδηγίες χρήσεως).

Άνθρωποι χαμαιλέοντες με ψυχισμούς ποταπούς παίζονται και περιπαίζονται από υποκριτές πολυπρισματικούς που μιλούν με χίλιους τρόπους, στόμφους, χειρονομίες, υπερβολές και αναστεναγμούς σε εξαιρετικά υποκριτικά σόλο. Όταν κάποια στιγμή η Οικία χαρακτηρίζεται ως παράδεισος για μισάνθρωπους και καταφύγιο από τις κακές γλώσσες καταλαβαίνουμε πως αυτός είναι ο παράδεισος για τις δικές τους κακές γλώσσες και το καταφύγιο για τους ιδανικούς μισανθρώπους που είναι οι ίδιοι. Ακόμα και τα πιο παράλογα πλοκάμια της πλοκής έχουν την δική τους λογική και τις δικές τους συναρπαστικές σκηνές (όπως η ξαφνική χαμηλόφωνη ερμηνεία ή τα σχόλια που υπονομεύουν τους ίδιους τους ρόλους ή οι κραυγαλέοι αιγυπτιακοί χοροί στα έγκατα της ανασκαφής) και τα δικά τους αμέτρητα λογοπαίγινια. Όλες οι αναφορές απορροφώνται στη χοάνη του εφιαλτικού σαλονιού, μασκαρεμένες βέβαια με cross dressing (θεατρικό – και όχι μόνο – στοιχείο που συνάρπαζε τον Λάντλαμ, γι’ αυτό και έθετε ως όρο για τα δικαιώματα του έργου να παίζεται μόνο από άντρες).

Όπως τόσοι και τόσοι ισχυρίζονται ότι πιστεύουν στο Θεό, και τον ακυρώνουν με κάθε τους πράξη, έτσι και οι άλλοι που λένε πως δεν πιστεύουν, με την κάθε τους πράξη στηρίζουν την πίστη (Τσαρλς Λάντλαμ, Μανιφέστο του Γελοίου Θεάτρου, αρ. 3).

Στο τέλος και μετά από μια ακόμα αβυσσαλέα ανατροπή – την καλύτερη όλων – το ζεύγος αναγαλλιάζει αγκαλιαζόμενο σε αργή κίνηση, μπροστά στη νέα του ζωή: Έχουμε πολλή δουλειά μπροστά μας – αλλά την έβδομη μέρα θα αναπαυτούμε. Ιδού ο Άνθρωπος που ως Θεός δημιουργεί την Ζωή του, επηρεάζει άλλες Ζωές και γράφει για Όλες μαζί. Τελειώσαμε; Όχι! Στον αποχαιρετισμό προς το κοινό επιτέλους ανοίγει το πίσω μέρος της σκηνής και βλέπουμε τι συνέβαινε και πώς δυο αφανείς σκηνίτες έκαναν τις πενήντα εφτά αστραπιαίες αλλαγές κοστουμιών των 8 χαρακτήρων. Και μετά το χαμόγελό μας ελαφρώς παγώνει καθώς οι Δύο πλησιάζουν στα καθίσματά μας για να μας διαολοστείλουν – πάντα με το ευπρεπές χαμόγελο της εποχής τους.

Ο Charles Ludlam (1943 – 1987) ωθήθηκε στην σκηνοθεσία όταν διέκρινε ο ίδιος και οι καθηγητές του πόσο υπερβολικός είναι ως ηθοποιός! Επηρεασμένος από τις παραστάσεις του Living Theater Ίδρυσε το ανεπανάληπτο Ridiculous Theatre Company για να στεγάσει το δικό του όραμα Αμερικανικής θεατρικής κωμωδίας, ως σύνθεσης «πνεύματος, παρωδίας, φάρσας, μελοδράματος και σάτιρας». Το πρώτο του έργο Big Hotel ήταν επηρεασμένο από το κόμικς και τις τηλεοπτικές διαφημίσεις, ήδη από το 1966! Το έργο ανέβηκε την χρονιά που γράφτηκε (1984) στο off – off-Broadway (σε μικρότερες του off-Broadway σκηνές) στο Greenwich Village/NYC με τον ίδιο τον συγγραφέα στον ρόλο της/των Λαίδης και έκτοτε παίχτηκε αμέτρητες φορές με τη μέγιστη επιτυχία. Πέθανε από AIDS αφήνοντας 29 έργα και τη συχνή φράση «κανενός δεν του έχουν υποσχεθεί το αύριο».

Παίζουν: Γεράσιμος Γεννατάς, Αντώνης Λουδάρος. Μτφ. Λάκης Λαζόπουλος,  Άκης Σακελλαρίου, Κων/νος Αρβανιτάκης, Μαριλένα  Παναγιωτοπούλου, σκηνοθ.: Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης, βοηθ. σκηνοθ.: Γιώργος Τσάμης, κοστ.: Clare Bracewell, μακιγ.: Άγγελος Μέντης, περούκες: Χρόνης Τζίμας, σκην.: Λίλη Πεζανού, μουσ. επιμ.: Κώστας Σουρβάνος, παραγ.: Άκης Σακελλαρίου. / Πα – Κυ: 21.00 / Ιάκχου 16, Γκάζι, 210 3474312 / 120΄ / [The Mystery of Irma Vep, 1984]

Στις τελευταίες δυο φωτογραφίες: ο συγγραφέας και το πορτρέτο του ως Λαίδης Άλμπα από την Suki Weston.  Δημοσίευση και εδώ.

11
Δεκ.
11

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 69. Χρήστος Οικονόμου

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Με τη σειρά (αν θυμάμαι καλά) που τους πρωτοδιάβασα:  Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, Ιούλιος Βερν, Νίκος Καζαντζάκης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, J.D. Salinger, Jack London, John Steinbeck, Κ.Π. Καβάφης, Άρης Αλεξάνδρου, Τάκης Σινόπουλος, Emily Dickinson, Herman Melville, Άντον Τσέχοφ, Raymond Carver, Flannery O’ Connor, Μιχάλης Γκανάς, Robert Frost, Μάρω Δούκα, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Σοφία Νικολαΐδου, Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Ισαάκ Μπάμπελ, Cormac McCarthy, Tim O’Brien, Lorrie Moore, Willy Vlautin.  Μ’ αρέσουν τα βιβλία που έχει γράψει ο Dee Brown για τους Ινδιάνους και την αμερικανική Δύση και τα ταξιδιωτικά (και όχι μόνο) του Bill Bryson.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Η Αγία Γραφή.  Τα παραμύθια του Άντερσεν.  Ό,τι έχει γράψει ο Cormac McCarthy.  Η Μυστηριώδης Νήσος του Ιουλίου Βερν.  Το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου.  Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου του Σωτήρη Δημητρίου.  Το ασημόχορτο ανθίζει του Βασίλη Γκουρογιάννη.  Η Μεταμόρφωση του Φραντς Κάφκα.  Ο Καπετάν Μιχάλης και Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται του Νίκου Καζαντζάκη.  Ο Φύλακας στη Σίκαλη του J.D. Salinger.  Τα Σταφύλια της Οργής του John Steinbeck.  Winesburg, Ohio του Sherwood Anderson.  The Things They Carried του Tim O’Brien.  A Good Scent from a Strange Mountain του Robert Olen Butler.  True Tales of American Life, σε επιμέλεια Paul Auster.  Τα τρία μυθιστορήματα του Willy Vlautin.  Legend of a Suicide του David Vann.  Διαβάζω και ξαναδιαβάζω τη συζήτηση του Κωνσταντίνου Θέμελη με τον Κωστή Παπαγιώργη (Η ανάποδη των ανθρώπων), απ’ όπου και η φράση – χαρακιά του Παπαγιώργη:  «Ήθελα να γράφω με τη φυσικότητα που ένας άνθρωπος κιτρινίζει όταν φοβάται».

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Εντελώς ενδεικτικά:

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης:  «Στο Χριστό στο Κάστρο», «Ο Αμερικάνος», «Η Σταχομαζώχτρα», «Έρως – Ήρως», «Τ’ Αστεράκι» (και πολλά άλλα — ποιο να πρωτοδιαλέξω). 

Raymond Carver:  «A Serious Talk» (“On the way, he saw the pies lined up on the sideboard.  He stacked them in his arms, all six, one for every ten times she had ever betrayed him” — τόση πίκρα σε δέκα λέξεις), «What We Talk about When We Talk about Love», «Lemonade» (ποίημα ή διήγημα, είναι ένα από τα σπαρακτικότερα πράγματα που έχω διαβάσει), «The Calm» — θα μπορούσα να γράφω τίτλους μέχρι αύριο.

Άντον Τσέχοφ:  «Το βιολί του Ρόθτσιλντ» και «Καημός».

Λέων Τολστόι:  «Πόση γη χρειάζεται ο άνθρωπος».

Jack London:  «To Build a Fire».

O Henry:  «The Gift of the Magi».

Ernest Hemingway:  «A Clean, Well-Lighted Place».

Flannery O’Connor:  «The Life You Save May Be Your Own» (“In the darkness, Mr. Shiftlet’s smile stretched like a weary snake waking up by a fire” — ασύλληπτη παρομοίωση).

Ambrose Bierce:  «An Occurrence at Owl Creek Bridge».

Tim O’Brien:  «The Things They Carried» (“First Lieutenant Jimmy Cross carried letters from a girl named Martha” — κάθε φορά που διαβάζω αυτή τη φράση βουρκώνω) και «How to Tell a True War Story».

Αντώνης Σουρούνης:  «Μια γιαπωνέζικη πυρκαγιά» (“Εγώ παρακάλεσα την κόρη μου.  Παίξε, της είπα, γιατί ο Έλληνας φίλος μας θα είναι πολύ λυπημένος”).

Γιώργος Σκαμπαρδώνης:  «Ο χωματόδρομος» (“Όταν όλα είναι βαριά, χωρίς νόημα, όπως απόψε, και ο Άγγελος ο Χορταριάς νιώθει στη ράχη του να γαντζώνεται εκείνη η μεγάλη κίτρινη στενοχώρια…”).

Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος:  «Στον σταθμό» και «Ο οβολός» (“Μάνα, η μανταρινιά μας ζει!»).

Robert Olen Butler:  «Love» (“I was once able to bring fire from heaven” — πώς να μην αγαπήσεις ένα διήγημα που αρχίζει με αυτή τη φράση).

Ισαάκ Μπάμπελ:  «Γκυ ντε Μωπασσάν» (“Κανένα σίδερο δεν μπορεί να διαπεράσει και να παγώσει την ανθρώπινη καρδιά με τη δύναμη μιας τελείας βαλμένης στη σωστή θέση”).

Lorrie Moore:  «People Like That Are the Only People Here:  Canonical Babbling in Peed Onk».

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Γιάννης Παλαβός, Κάλλια Παπαδάκη, Βασιλική Πέτσα, Σπύρος Γιανναράς.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι μόνοι που με (παρ)ακολουθούν είναι οι άνθρωποι που δεν έχω γράψει ακόμα κάτι γι’ αυτούς.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο μολυβένιος στρατιώτης του Άντερσεν, ο Γκρέγκορ Σάμσα από τη Μεταμόρφωση, ο Χόλντεν Κόλφιλντ από τον Φύλακα στη Σίκαλη.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Στο χαρτί όχι.  Στο μυαλό μου γράφω όπου να ‘ναι.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Γράφω με μολύβι και χαρτί.  Γράφω συνήθως τη νύχτα.  Γράφοντας και ξαναγράφοντας προσπαθώ να καταλάβω και να νιώσω τι γράφω.  Προσπαθώ να γράφω με καθαρό μυαλό και καθαρή καρδιά.  Δεν ακούω ποτέ μουσική όταν γράφω γιατί θέλω ν’ ακούω αυτά που γράφω.  Το ίδιο και όταν διαβάζω — θέλω ν’ ακούω αυτά που διαβάζω.  Τον υπόλοιπο καιρό ακούω διάφορα πράγματα:  μπαρόκ, ηπειρώτικα, Μάρκο Βαμβακάρη, Ανέστη Δελιά, Μαρίκα Παπαγκίκα, Ρόζα Εσκενάζυ, Robert Johnson, The Doors, Tom Waits, Syd Barrett, Joy Division, Wipers, PJ Harvey, Nirvana, Soundgarden, The Smashing Pumpkins, 16 Horsepower, Uncle Tupelo, Richmond Fontaine, και άλλα πολλά.

Μπορούμε να έχουμε μια μικρή εισαγωγή στα δυο βιβλία σας. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν.

Έχω γράψει δυο συλλογές διηγημάτων (και μερικά σκόρπια):  Η γυναίκα στα κάγκελα (2003) και Κάτι θα γίνει, θα δεις (2010).  Δεν μ’ αρέσει πολύ να μιλάω γι’ αυτά που έχω γράψει.

Ασχολείστε και με την μετάφραση λογοτεχνίας (ενδεικτικά: Orlando Figes – Ο χορός της Νατάσας. Μια πολιτισμική ιστορία της Ρωσίας, Tobias Wolff – Ο κλέφτης του στρατοπέδου, Michael Arditti – Ο εχθρός του καλού). Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Δεν ξέρω αν είναι συγγραφικός ή όχι, πάντως χρόνο μου κλέβουν πολύ οι μεταφράσεις.  Όταν μεταφράζω, η μεγάλη μου έγνοια είναι να μην προδώσω τον συγγραφέα και να μην παραπλανήσω τον αναγνώστη.  Έχω πάντοτε στο μυαλό μου ότι μια μετάφραση θεωρείται επιτυχημένη όταν δημιουργεί στον αναγνώστη την εντύπωση ότι το βιβλίο γράφτηκε εξαρχής στη δική του γλώσσα.  Και, φυσικά, θυμάμαι πάντοτε τον αφορισμό του Robert Frost:  Ποίηση είναι ό,τι χάνεται στη μετάφραση.

Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; Και τον μεταφραστή με τον επιμελητή;

Η δική μου σχέση με τον συγγραφέα που μεταφράζω είναι αυτή που προανέφερα:  προσπαθώ να μην τον προδώσω.  Έχω συνεργαστεί με τέσσερις ή πέντε επιμελήτριες, για κείμενα που έχω γράψει ή μεταφράσει.  Όλες μου πρόσφεραν πολύτιμη βοήθεια και με γλίτωσαν από αρκετά στραβοπατήματα.

Πώς βιοπορίζεστε;

Γράφω σε μια εφημερίδα και ενίοτε μεταφράζω βιβλία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα ήθελα να γράψω μια ιστορία για τον Ιησού Χριστό, που να εκτυλίσσεται τις μέρες που μεσολάβησαν ανάμεσα στη Σταύρωση και την Ανάστασή Του.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το Caribou Island του David Vann και το Αυτή η απίστευτη ανάγκη για πίστη της Τζούλιας Κρίστεβα.




Δεκέμβριος 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Blog Stats

  • 1.029.519 hits

Αρχείο