Γιούρι Ντομπρόφσκι – Η επιστήμη της άχρηστης γνώσης

Το κόκκινο και το μαύρο

Ο Γιούρι Οσιπόβιτς Ντομπρόφκσι (Μόσχα, 1909-1978) ανήκει στην μεγάλη χορεία των ανελέητα διωχθέντων του σταλινικού κράτους. Το περιβόητα στρατόπεδα του Άλτα Άτι (Καζακστάν) και Κολύμα (Σιβηρία) όπου έζησε εκτοπισμένος επί σχεδόν είκοσι χρόνια αναπόφευκτα αποτέλεσαν μυθιστορηματικούς χώρους των έργων του, ιδίως του «Φύλακα των Αρχαιοτήτων» και της (τρόπον τινά συνέχειάς του) Επιστήμης. Το έργο εκδόθηκε στο Παρίσι το 1978 λόγω απαγόρευσης δημοσίευσης στην ΕΣΣΔ και φαίνεται πως του στοίχισε τη ζωή, καθώς ο συγγραφέας υπέκυψε εξαιτίας σωματικής επίθεσης από αγνώστους, αποδιδόμενης στην KGB.

Πρόκειται για ένα κατακλυσμικό μυθιστόρημα που ξεδιπλώνει αργά και ολιστικά τις πτυχές της εν έτει 1937 σοβιετικής ζωής τοιχογραφώντας ένα πλήθος προσώπων. Ο κεντρικός χαρακτήρας Γκεόργκι Νικολάγιεβιτς Ζίμπιν, επικεφαλής αρχαιολογικής ανασκαφής, εισέρχεται στον εφιαλτικό κόσμο της Σταλινικής Ανακριτικής και Εγκληματολογίας ως υπαίτιος της εξαφάνισης σημαντικών ευρημάτων. Η αρχική του μέχρις αστεϊσμών ψυχραιμία για την αίσια έκβαση της παρεξήγησης μετατρέπεται σταδιακά σε έκπληξη και φόβο, καθώς εισχωρεί ολοένα και βαθύτερα στους δαιδάλους μιας παράλογης και προδιαγεγραμμένης αντιπαράθεσης με τα κρατικά όργανα, αλλά κυρίως καθώς διαφωτίζεται από έναν συγκρατούμενό του: «Θέλεις να βγεις από δω αυτή τη στιγμή και να είσαι ελεύθερος; Χωρίς να είσαι ένοχος για κάτι; Άλλη μια λανθασμένη σύλληψη! Αυτό θα σήμαινε ότι εσύ θα έβγαινες έξω και ότι ο ανακριτής θα έπαιρνε τη θέση σου στη φυλακή». «Μπορεί να υπάρχουν αμφιβολίες για την σύλληψή σου, αλλά παύουν να υπάρχουν μόλις συλληφθείς». Η έννοια της απελευθέρωσης υπονοεί προηγηθείσα σύλληψη, που ως έννοια πολύ ισχυρότερη εξουδετερώνει την πρώτη.

Η επιστήμη της νομικής θεωρίας καθίσταται άχρηστη, αλλά μέσω αυτής ακριβώς της παραδοχής μετασχηματίζεται σε επιστήμη μιας χρήσιμης και αποδοτικής πρακτικής, που μέσω της ανάκρισης ωθεί τον κατηγορούμενο στην ομολογία του λάθους του, την δημόσια αποκήρυξη των πράξεών του, την μετάνοια και την υποταγή στην μία και μόνη αλήθεια: την κρατική. Θεμέλια της νέας αυτής «Νομικής» αποτελούν η καθιέρωση εγκλημάτων ασαφέστατου ή ευρύτατου περιεχομένου (υποκίνηση σε αντισοβιετική δράση, φθοροποιός πρόθεση, αμέλεια καθήκοντος), το διαρκές και απαράγραπτό τους («μια φορά εχθρός, πάντα εχθρός»), η κληρονομικότητα των αυτουργών (και στο πιο απόμακρο κλαδί του οικογενειακού δέντρου αν υπάρχει διωχθέν πρόσωπο, καταχωρίζεσαι ως «στενός συγγενής ενός αποκαλυφθέντος εχθρού του λαού»), η γραφειοκρατική παντοκρατορία (ένα χαώδες σύνολο από «ειδικά σημειώματα» και «υπομνήματα», όπου «αυτοί έχουν όλα τα χαρτιά κι εσύ δεν έχεις τίποτα»), η επανάληψή της καταδίκης στο διηνεκές (λίγο προτού απελευθερωθείς σού αποδίδεται το ίδιο έγκλημα), η αντιστροφή του αποδεικτικού βάρους («Έχεις τεκμηριωμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι τίποτε απ’ όλα αυτά δε συνέβη;»).

Η γραφή του Ντομπρόφσκι μοιάζει να συμπυκνώνει τα βασικότερα μορφολογικά χαρακτηριστικά της ρωσικής, και της μετέπειτα σοβιετικής λογοτεχνίας. Η συνύπαρξη του γελοίου – κωμικού και του τραγικού – δραματικού, ορισμένες «γκογκολικές» εκφράσεις υπερβολής, οι ενίοτε εξπρεσιονιστικές αποδόσεις χαρακτήρων και συναισθημάτων, η απήχηση αιρετικών φωνών όπως των Μαγιακόφσκι και Μπουλγκάκοφ (από τον οποίο κάλλιστα θα προερχόταν ο καλλιεργητής μήλων όπου «διαγράφονταν ολοκάθαρα οι εικόνες του Λένιν και του Στάλιν, συνθήματα και το σφυροδρέπανο») συναπαρτίζουν μια ευρεία σύνθεση γκροτέσκου ρεαλισμού. Ο λόγος των χαρακτήρων συχνά διασπάται από επιφωνηματικές φράσεις και παραληρηματικές, σχεδόν φαντασιακές παρεκβάσεις, ενώ η ευρυγώνια παρουσίαση της κλειστοφοβικής σταλινικής πραγματικότητας εκτροχιάζεται σε μεγάλες ενότητες για την προηγούμενη «ελεύθερη» ζωή του άτυχου Ζίμπιν, αποδίδοντας ολοκληρωμένες εικόνες μιας ανέμελης, μοντέρνας νεότητας με πνευματικές ανησυχίες (εμφανής παραλληλισμός με το αντίστοιχο αφανισμένο κομμάτι του σοβιετικού πληθυσμού). Αξιοσημείωτο «περιφερειακό» θέμα αποτελεί και η αμηχανία των αρχαιολόγων μπροστά σε ευρήματα μεγάλου ιστορικού βάθους, που άλλοτε προκαλούν ανησυχία ως ενδείξεις ενός άλλου (και γι’ αυτό απειλητικού και ανεπιθύμητου) ρωσικού πολιτισμού, και άλλοτε βεβιασμένα τεκμήρια μιας ένδοξης αυτοκρατορικής – ρωμαϊκής, τσαρικής και κομμουνιστικής – συνέχειας.

O Ζίμπιν πεισματώνει, αποφασισμένος να επιβιώσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, μα συνειδητοποιεί πως ακριβώς αυτή η επιβίωση ισοδυναμεί με αληθινό θάνατο. Παρά την πνευματική του αντίσταση στα ατέλειωτα λεκτικά και διανοητικά παιχνίδια της ανακριτικής διαδικασίας, γνωρίζει πως η ελευθερία τον περιμένει πλέον μόνο στον ύπνο του. Σύντομα οι ανακριτές – «ξυπνητήρια» θα του στερήσουν και αυτόν – και δεν θα μπορεί να τους εξαπατήσει, όπως ο θρυλικός κρατούμενος που κατάφερε να κοιμηθεί όρθιος παραπλανώντας τους με το κούνημα του ποδιού του. Η σχεδόν φυσική νομοτέλεια του αφανισμού προστάζει την αποδοχή της: «Αυτό που είναι επικίνδυνο είναι ότι σε αφήνουν να έχεις την πρωτοβουλία… Στην εποχή μας μία λέξη θεωρείται πράξη και μια συνομιλία ισοδυναμεί με δράση. Υπάρχουν φορές που μια λέξη είναι έγκλημα. Σε τέτοιους καιρούς ζούμε. Πρέπει να συμφιλιωθούμε μ’ αυτό…. Μετά σε «μαζεύουν» κι αυτό είναι όλο. Είναι σαν νόμος της φύσης». (σ. 126-127)

Εκδ. Κέδρος, 2008, μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς, 682 σελ. (Юрий Домбровский – Yury Dombrovsky – The Faculty of Useless Knowledge, 1978)

Richard Swift – Walt Wolfman (Secretly Canadian, 2011)

Λύκε λύκε είσαι Swift; Swift Swift είσαι Walt;

Μας κοροϊδεύει κανονικά ο Ριχάρδος της Μυστικής Καναδίας; Πώς είναι δυνατό να ξεκινάει με το εκπάγλου καλλονής ποπ άσμα Whitman και στη συνέχεια να δίνει ρεσιτάλ κακοφωνίας και βρώμικου ήχου και μάλιστα διαφορετικών ειδών και ειδοποιών διαφορών; Ή μήπως αυτό τον ενδιαφέρει; Βλέπετε ο δίσκος μοιάζει με [επιδεικτικό;] μάθημα, όχι βέβαια με την έννοια του υποδειγματικού τραγουδοσύνολου, αλλά ως ένα διασκεδαστικότατο παιχνίδι δοκιμών πάνω στο στιλ. Βάλτε τον στον παντογνώστη φίλο σας να χαρακτηρίσει το κάθε τραγούδι  και σίγουρα θα σας δώσει ισάριθμα είδη κι άλλες τόσες μαντεψιές για τον καλλιτέχνη. Μόνο η κοινή φωνή σ’ ένα δυο θα τον κάνει ίσως να σκεφτεί πως πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο.

Θα μου πείτε, και τι μ’ αυτό; Θα σας πω, τίποτα μ’ αυτό. Πράγματι, το δισκίο έχει την πλάκα του αλλά δεν ξέρω τι νόημα έχει αυτό το παιχνίδι, όταν μάλιστα τελειώνει τόσο σύντομα! Αν έφτιαχνε δειγματολόγιο 20 δειγμάτων, να πεις ιδού μια ολοκληρωμένη δοκιμή, ένα στοιχηματικό πείραμα. Αλλά επτά είναι λίγα, ακόμα κι αν βρισκόμαστε στη λογική του EP! Ιδίως αν μιλάμε για κομμάτια όπου η φωνή του σχεδόν βουλιάζει μέσα στον βρώμικο ήχο, σχεδόν επικαλυπτόμενη από την κακοφωνία, ιδίως στην τριπλέτα Zombie [θα μπορούσε να είναι ξεχασμένο Seeds], Boogie, Out & About και Drakula (Hey Man!) – λίγο ακατέργαστο ψυχο-γκαράζ, λίγο νεοϋορκέζικο 75. Λίγο νωρίτερα στο Laugh It Up έχει επανέλθει στην πειραγμένη ποπ που γνωρίζει καλά, φλομώνοντάς την εδώ με σοουλίστικη bubblegum εσάνς, κι ακόμα πιο πριν με υπόκωφο μαυρόλευκο φανκ MG 333. Κλίμα που ξαναθυμάται στο τελευταίο, και απόλυτα 60-70 σαουντρακικό μετα-σέρφ St. Michael.

O φαλτσέτο τροβαδούρος του τετρακάναλου επιθυμεί ακόμα να ακούγονται τα τραγούδια του σα να προέρχονται από πρωτόλειο ντέμο ή έτσι μας θέλει να τα ακούμε. Μόνο που πίσω του κοχλάζουν ολόκληρες παραδόσεις, όπως του Tin Pan Alley (αν δεν τη διάβαζα στις λίγες διαδικτυακές αναφορές ομολογώ δεν θα την σκεφτόμουν), του Randy Newman, του ύστερου…Harry Nilsson, έγραψαν άλλοι, με βάση και κάποιο αστείο του, αλλά εδώ διαφωνώ, γιατί αν αρχίσουμε τις αναφορές στους φόλκερς, τους ρόκερς και τους φολκρόκερς δεν θα έχουμε τελειωμό. Προφανώς ο Swift δεν αισθάνεται περιορισμένος πουθενά, τόσο στους δίσκους του, όσο και εκτός λευκής γραμμής, όπου φτιάχνει τα ινστρουμένταλ που θέλει με το side project του Instruments of Science and Technology ή κάνει την παραγωγή εκεί που θέλει (Damien Jurado), κοινώς νοιώθει τα περιορισμένα όρια του «ενός δίσκου – ενός είδους» να τον στενεύουν. Ένα είναι βέβαιο: δεν θα ξεφύγει από το lo-fi και τα υπόγεια, αγνά R&B συναισθήματα.

Και δεν θα κάτσω να σκεφτώ πού ακριβώς εισχωρεί στο εναλλακτικό εγώ ο  Walt Whitman, ο σπουδαίος ποιητής που ενέπνευσε γενιές ολόκληρες λογοτεχνών και μουσικών (beat generation, Κέρουακ … Βάιλ, Ντύλαν, Μπήφχαρτ) και …λυκανθρωπίζει τον ταραγμένο μας φίλο. Αλλά θα τονίσω ξανά πως  το αδιαφιλονίκητα κορυφαίο του τραγούδι παραμένει το Lovely night (2004). Ξεκινήστε από αυτό, και μετά αρχίστε να λερώνεστε σταδιακά. [7, 5/10]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr