Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 76. Νίκος Δ. Πλατής

Ωραία λοιπόν, κατακτήσατε με το μελανοφόρο σας σπαθί την ιδιότητα του θεματικού λεξικογράφου. Πώς σκεφτήκατε όμως ένα λεξικό που… παίζει με τον θάνατο (Presto o tardi /το λεξικάκι που… παίζει με το θάνατο, εκδ. Νεφέλη, 2011, παρουσίαση εδώ);

Λόγω ηλικίας, μάλλον. Μετά τα 50 κάνεις κάποιες σκέψεις που πριν δεν έκανες. Με κείνο και με τ’ άλλο, πάντως, σκέφτηκα πως αν κατάφερνα να φτιάξω ένα βιβλίο για τον θάνατο που θα το ξεφυλλίζει περιχαρής ο αναγνώστης, γελώντας εδώ κι εκεί, θα είχα επιτύχει μία κάποια (μικρούλα, τόση δα) ρωγμή στην όλη θανατοπληξία. Είμαι… ρωγμώδης τύπος, από χαρακτήρα. Η ιδέα να κοντραριστώ με το απόλυτο ταμπού, έμοιαζε συναρπαστική (από δημιουργικής απόψεως, κυρίως).

Πότε πρωτοσυλλάβατε την ιδέα;

Προ χρόνων. Έτσι, τυχαία! Μια όμορφη χειμωνιάτικη νύχτα που βολτάριζα στην ακτή της Πειραϊκής με τα χέρια στις τσέπες του μπουφάν, μαγεμένος από το κοντράστ του λευκού του σώματος των ανεμοπορούντων γλάρων στον κατάμαυρο ουρανό. Χαίρονταν τη ζωή τους, ήσαν ευτυχισμένοι, με μια ταπεινότητα και μια σοφία που με συνάρπασε.

Αποφασίζετε λοιπόν να συντάξετε ένα τέτοιο λεξικό. Πώς οργανώνετε το υλικό σας;

Με λεξικιστικό τρόπο. Εν πρώτοις, στήνω τον βασικό πυρήνα του λεξικού, κάνω την πρώτη λημματοποίηση δηλαδή (τις λέξεις-τίτλους των λημμάτων του). Το πρωταρχικό INDEX. Στη συνέχεια, αναζητώ παντού και… παντείω τρόπω τις σχετικές πληροφορίες (κείμενα, εικόνες, ήχους και βίντεο) που αφορούν τα λήμματα αυτά.  Διαβάζω, φωτογραφίζω, σερφάρω στο ίντερνετ, τηλεφωνώ, ξεφυλλίζω σώματα παλιών εφημερίδων, επινοώ νέα λήμματα, βλέπω ταινίες σχετικές και τσεκάρω τις σκηνές που θα κάνω στοπ καρέ, ζαλίζω με ερωτήματα γνωστούς και φίλους (ειδικούς και μη), τρέχω σε νεκροταφεία, μνημόσυνα και κηδείες,  κοιμάμαι και ψελλίζω… ακατάληπτα λόγια,  κι όλο αυτό το… συνονθύλευμα αποθηκεύεται σ’ ένα αρχείο του υπολογιστή μου (με πολλούς υποφακέλλους). Ακολούθως αποδελτιώνω αυτές τις πληροφορίες, τις… ανακατεύω, τις επεξεργάζομαι… καταλλήλως και αφού περάσουν, στο μεταξύ, 4 με 5 χρόνια δουλειάς συστηματικής, βγάζω όπως ο ταχυδακτυλουργός το λαγό από το ημίψηλο καπέλο του, εμφανίζω το PRESTO O TARDI / το λεξικάκι που… παίζει με τον θάνατο! Όλο το εγχείρημα περιέχεται, πλέον, σε δύο κομπιουτερικούς φακέλλους. Ένας των 26,5 ΜΒ (όπου το βασικό κείμενο σκηνοθετημένο μαζί με τις φωτογραφίες και τις αναλογούσες λεζάντες) και ένας φάκελλος των 311 ΜΒ (το αρχείο με τις φωτογραφίες).

Η συλλογή του υλικού σας ήταν εύκολη;

Όχι, καθόλου! Υπάρχει, ασφαλώς, ένα ατέλειωτο κοίτασμα πληροφοριών που αφορούν στα του θανάτου. Εγώ, όμως, δεν μάζευα ό,τι έβρισκα μπροστά μου. Οι πληροφορίες μου έπρεπε να ανταποκρίνονται σε κάποιες προδιαγραφές, σ’ ένα κριτήριο. Εμένα μ’ ενδιέφερε να προσεγγίσω τον θάνατο με τρυφερό, γλυκόπικρο και χιουμοριστικό τρόπο. Και με δεδομένο το ό,τι είμαστε αναλώσιμοι, δεν υπάρχει άλλη όχθη, ούτε κι επιστροφή.

Ποια ήταν η πιο ευφορική στιγμή της λημματογράφησης;  

Όταν πια είχα τιθασεύσει το υλικό μου, είχα πάρει… το κολάι του. Οπότε δεν είχα παρά να κάτσω να γράψω και να συνθέσω λόγο και εικόνα, να αναδείξω το θέμα μου.

Σε ποιο λήμμα χάσατε, έστω και στιγμιαία, το χαμόγελό σας;

Στο λήμμα: ορφανός γονιός. Εξ όσων γνωρίζω δεν υπάρχει λέξη σε καμία γλώσσα που να είναι ειδικά αφιερωμένη σ’ αυτόν, ίσως γιατί δεν θα μπορούσε σε μια λέξη να χωρέσει τόση απόλυτη οδύνη, ενώ υπάρχουν λέξεις για κείνους που απώλεσαν τους γονείς τους (ορφανά), τον σύζυγό τους (χήρες, χήροι) κ.τλ.

Κατά τη διάρκεια της έρευνας και της συγγραφής άλλαξαν καθόλου οι απόψεις σας για τον θάνατο;

Όχι, απλώς άλλαξαν γενιά. Άλλες έγιναν τρίτης και κάποιες άλλες απόψεις μου έγιναν τέταρτης γενιάς. Όσο ασχολείσαι μ’ ένα θέμα τόσο πιο βαθιά μπαίνεις μέσα σ’ αυτό.

Ήταν τελικά για σας ένα παιχνίδι με τον θάνατο το βιβλίο σας αυτό; Αισθάνεστε υπεράνω του θανάτου;

Πως θα μπορούσα κάτι τέτοιο;! Η έννοια του θανάτου  δεν είναι κάποιο παιχνίδι με τις λέξεις. Μπορεί  το  PRESTO O TARDI / να είναι ένα  λεξικό που… παίζει με τον θάνατο,  εγώ όμως (ο συγγραφέας του) δεν είμαι υπεράνω του όλου θέματος.  Και για να εξηγούμαι. Δηλώνω απλά ότι είμαι υπεράνω σε ό,τι έχει να κάνει με τον δικό μου θάνατο.  Δεν με πειράζει που κάποτε δεν θα υπάρχω (όπως δεν με πείραζε που δεν υπήρχα και πριν γεννηθώ).  Και δηλώνω κατηγορηματικά πως είμαι … υποκάτω του θανάτου των δικών μου ανθρώπων. Είμαι υποκείμενος (όπως όλοι μας) στο βαθύ πόνο του θανάτου, δεν αισθάνομαι (ούτε θα ήθελα να είμαι) υπεράνω του θέματος της απώλειας.

Εν τέλει, τι; Τι ακριβώς είναι το PRESTO O TARDI, πέρα από ένα χαρούμενο βιβλίο;

Σκοπός του βιβλίου μου είναι να απαλύνει το φόβο, να εξοικειώσει τον αναγνώστη με το αναπόφευκτο του θανάτου, εξορκίζοντας την κρατούσα θανατοπληξία με το γέλιο, τη σκέψη, τη φιλοσοφική καρτερία και τη συμπόνια.

Έχετε στις αρχειοθήκες σας υλικό για πιθανά μελλοντικά λεξικά; Ή πρώτα επιλέγετε ένα θέμα κι ύστερα αρχίζετε την συγκομιδή;

Συνήθως, δεν επιλέγω εγώ τα θέματά μου, αυτά… επιλέγουν εμένα. Δεν είναι κομπασμός αυτό, αλλά μια… εμπειρική διαπίστωση. Στο σκληρό δίσκο μου υπάρχουν εν… τη γενέσει (και τη αναπτύξει) τους τρία θεματικά λεξικά. Το «Index Maledictus / το βρωμολεξικό», το «Κολοκοτρωνέικο λεξικό» και το «Γελαστικό λεξικό».

Σε ποιους προσφιλείς σας νεκρούς (οικείους σας, ή λογοτέχνες ή καλλιτέχνες ή ό,τι άλλο) θα θέλατε να στείλετε ένα αντίτυπο;

Στην «κυρά-Γιώτα» (την πεθερά μου), στον ευθυμογράφο ιστορικό (και δάσκαλό μου) Νίκο Τσιφόρο. Στον μέγα φιλόσοφο Επίκουρο. Και στον  σκηνοθέτη του «Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας» Λιουις Μπουνιουέλ. Στην μεν πρώτη γιατί είχε μια εξαιρετική αξιοπρέπεια θανάτου (όταν κατάλαβε πως έκλεισε ο κύκλος της, απλώς τα… μάζεψε κι έφυγε). Στον δε Τσιφόρο διότι με φράσεις του τύπου: «τα σανίδωσε ο Γοδεφρίδος» και «ο κύριος Λουδοβίκος ντε Σαμπλίτ, άρχοντας της Βουργουνδίας, πάει απόθανε, λόγω θανάτου […]» μ’ εξοικείωσε λεκτικά και νοητικά με τα του θανάτου, με εύθυμο, γελαστικό τρόπο. Στον μέγα Επίκουρο, επειδή η φιλοσοφία του δεν προοριζόταν για τους συνήθεις… εστέτ της σκέψης, αλλά στους απλούς, καθημερινούς, ανθρώπους, επειδή ήταν παρηγορητικός ο λόγος του γι’ αυτούς («Κανένας δεν καταλήγει στο βάραθρο και στα σκοτεινά Τάρταρα» ), αλλά και γιατί έβαλε τα πράγματα στη θέση τους, εν τέλει: « η ζωή δεν δίνεται σε κανέναν ως ιδιοκτησία – δίνεται για προσωρινή χρήση».

Και στον Σπανιόλο μπουρζουά Μπουνιουέλ επειδή παρέμεινε μέχρι τέλους χαριτωμένος και δημιουργικός, χωρίς ούτε στιγμή να χάσει κάτι από το υποδόριο χιούμορ του. Είναι αυτός που, λίγο πριν το θάνατό του, έγραψε πως: «[…] παρόλο το μίσος μου για την πληροφόρηση, θα μ’ άρεσε να μπορούσα, κάθε δέκα χρόνια, να σηκώνομαι μέσα από τους νεκρούς, να προχωράω μέχρι ένα περίπτερο μ’ εφημερίδες και ν’ αγοράζω μερικές. Δεν θα ζητούσα τίποτε περισσότερο. Με τις εφημερίδες μου κάτω από τη μασχάλη, χλωμός, προχωρώντας σύρριζα στους τοίχους, θα ξαναγύριζα στο νεκροταφείο και θα διάβαζα για τις καταστροφές του κόσμου, πριν ξανακοιμηθώ, ικανοποιημένος, στο ασφαλές καταφύγιο του τάφου μου».

Σημ. Μη διανοηθεί κανείς πως ο Νίκος Πλατής έχει διαφύγει των καθιερωμένων ερωτήσεων του Αιθρίου. Τις έχει ήδη απαντήσει, σε κρυφίως ενσωματωμένο αίθριο εδώ.  Στις φωτογραφίες: η τέχνη της αναπαράστασης [τίνος άραγε;] για την Dia de los Muertos στο Μεξικό, o κατεξοχήν ματαιογράφος φιλόσοφος και ο Σπανιόλος που κοιτούσε τον Θάνατο κάπως έτσι.

Νίκος Δ. Πλατής – Presto o tardi. Το λεξικάκι που …παίζει με τον θάνατο

Η Λεξικοτεχνία του Αναπότρεπτου

Πίσω ολοταχώς

Την επόμενη ζωή μου θέλω να τη ζήσω ανάποδα. Ξεκινάς από νεκρός – Έτσι το γλιτώνεις αυτό. Μετά ξυπνάς σε ένα γηροκομείο και αισθάνεσαι κάθε μέρα και καλύτερα. Σε πετάνε έξω γιατί δεν είσαι πλέον γέρος. Πηγαίνεις και εισπράττεις την σύνταξή σου και μετά όταν αρχίσεις να δουλεύεις σου δίνουν δώρο ένα χρυσό ρολόι και κάνουν πάρτι για σένα την πρώτη μέρα στη δουλειά. Δουλεύεις τα επόμενα 40 χρόνια μέχρι να γίνεις νέος και να χαρείς τη ζωή. …Μετά είσαι έτοιμος για το γυμνάσιο, πας στο δημοτικό, γίνεσαι παιδί, παίζεις. Δεν έχεις ευθύνες, γίνεσαι βρέφος μέχρι τη στιγμή που γεννιέσαι. Μετά περνάς εννιά μήνες κολυμπώντας σ’ ένα πολυτελές σπα με όλα τα κομφόρ, κεντρική θέρμανση και πλήρη εξυπηρέτηση, μεγαλύτερο χώρος κάθε μέρα και – Νάτο! Τελειώνεις σαν ένας οργασμός…

έγραφε ο Γούντι Άλλεν σε μια παλιά έκδοση, πάνω σε μια υπόθεση ζωής που λογοτέχνησαν πολλοί, όπως ο Τζον Μπάνβιλ και ο Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ (Μπέντζαμιν Μπάτον) και βρισκόμαστε μόλις στο γράμμα άλφα, στο λήμμα αντίστροφη γέννηση, σ’ ένα ακόμα θεματικό λεξικό του ακούραστου λεξικογράφου των ωραίων και των ουσιωδών. Προφανώς βρισκόμαστε σ’ ένα παρθένο λογοτεχνικό είδος, που δεν εξαντλεί απλώς πλήρως τους όρους ενός λεξικού αλλά και αγκαλιάζει επιστημονικά πεδία και κατηγορίες, και πάνω απ’ όλα λογοτεχνεί τα λήμματα και λημματοποιεί τις ιστορίες, σε μια απολαυστική μυθοπλασματική και φωτογραφική λευκωματοειδή κατασκευή που σε εισάγει αφενός σ’ έναν ολόκληρο κόσμο, δημιουργώντας την αίσθηση πως κλεφτοκοίταξες – όσο κρατάει ο χρόνος ανάγνωστης ενός λήμματος! – εκατοντάδες πλευρές του, αφετέρου σε περιμένει για να διαβαστεί παραπάνω από μια, δύο, τρεις φορές. Αυτά ήταν πάντα τα χαρακτηριστικά των λεξικών του Πλατή (Μπαχαρικό, Μαύρο, Αθωνικό, Σεξουαλικό, Γατολογικό), μαζί με ένα ανελέητο χιούμορ, αυτά χαρακτηρίζουν και το παρόν, που στριμώχνει το θάνατο στην γωνία των λημμάτων, ξορκίζοντας την κατάρα του, φωτίζοντας γαλήνια, γλυκά, πικρά, γλυκόπικρα, φιλοσοφημένα, ξεκαρδιστικά και πάντα τρυφερά (ενίοτε στο ίδιο λήμμα!) τις αναθεματισμένες του όψεις.

Fiction/Non-Fiction

Είχα μαζί μου ογδόντα δύο χιλιάδες λιρέτες, και δε έπρεπε πλέον να τις δώσω σε κανένα! Ήμουν νεκρός, ήμουν νεκρός: δεν είχα πλέον χρέη, δεν είχα πλέον σύζυγο, δεν είχα πλέον πεθερά: κανέναν! Ελεύθερος! Ελεύθερος! Τι παραπάνω ζητούσα; ευτυχούσε ο μακαρίτης Ματίας Πασκάλ, προσποιούμενος στον νεκρό στο αξέχαστο πιραντελλικό δημιούργημα του 1904. Φυσικά η λογοτεχνία υπήρξε η κατεξοχήν χώρα ερεύνησης και καταγραφής του αναπότρεπτου, από τον Θάνατο του Ιβάν Ιλιτς, την έξοχη τολστοϊκή πραγματεία γύρω από τη σημασία της ζωής και τον θάνατο, μέχρι τους Νεκρούς ενός 22χρονου Τζέημς Τζόις και την ιστορία μιας γιορτής που της μέλλεται να γίνει κι αυτή μια σκιά στο αχανές υπόγειο του χρόνου κι από το περίφημο Νεκρονομικόν του Αμπντούλ Αλχαζρέντ (ή μήπως του ίδιου του Λάβκραφτ;) ως τις πνευματιστικές σκηνές του Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ. Δεν μπορούν να λείπουν και αξέχαστοι χαρακτήρες, όπως οι κάτοικοι της Μικρής μας Πόλης του Θόρντον Γουάιλντερ, που ζουν στις μνήμες κάποιου μόνο (μιας και οι ίδιοι έχουν πεθάνει) ή η Αιμιλία του Μάριου Χάκκα («Περίπτωση θανάτου») που ζήτησε τριαντάφυλλα όχι στο χειρουργείο και για τον τάφο της αλλά για τον κήπο της, για να διατηρηθεί η ομορφιά του.

Με σκοτώνετε σας παρακαλώ;

Οι κατά βούληση ψευδείς νεκροί δεν έχουν τελειωμό, όπως ο Νεστραδίν Χότζας, που έβαζε την γυναίκα του να διαδίδει τον θάνατό του «ίσως συγκινηθεί κανένας και της δώσει καμιά βοήθεια» [εδώ θυμάμαι και τον Πρίγκιπα του Μήτσου Κασόλα]. Στρέφοντας το βλέμμα μας στο πανί παίζουν ήδη πλάνα της μαύρης κωμωδίας Σκοτώστε με παρακαλώ, του Olias Barco, που εμπνεύστηκε το σενάριο από την κλινική ευθανασίας Dignitas που λειτουργεί εδώ και χρόνια στην Ελβετία.

Το έργο της ιατρικής είναι η αποκατάστασης της υγείας και η καταπράυνση των πόνων όχι μόνο όταν η καταπράυνση αυτή μπορεί να οδηγήσει στη θεραπεία αλλά και όταν  μπορεί να εξασφαλίσει έναν εύκολο και γαλήνιο θάνατο έγραφε ο Φράνσις Μπέικον, που δημιούργησε τον όρο ευθανασία, ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα ζωής και θανάτου, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Στο ίδιο λήμμα και η συγκινητική εξομολόγηση του Michael Cane πως ζήτησε ο ίδιος από τους γιατρούς να βοηθήσουν τον πατέρα του που έπασχε από καταληκτική νόσο να πεθάνει, ώστε να απαλλαγεί από τους αφόρητους πόνους (κάτι που συνέβη το 1955 και αποκάλυψε 35 χρόνια μετά, αφού πέθανε η μητέρα του, ώστε να μην το μάθει ποτέ).

Τι κάνει ο άνθρωπος για να….

…μείνει στην αθανασία! Αθάνατος με δόλο κατέστη βέβαια ο Ηρόστρατος με την πυρπόληση του Αρτεμισίου και αμελώς ο Μαύσωλος που απέκτησε ιδιόκτητη λέξη (μαυσωλείο) χάρη στον τάφο του. Μια ενδιαφέρουσα πάντως τοπικής εμβέλειας περίπτωση εντοπίζεται στην κασέτα με τη φωνή του Βαγγέλη, που από το μεγάφωνο του περιπλανώμενου Ντάτσουν ανθοπωλείου που οδηγούσε στα χρόνια του 70 διαλαλούσε την πραμάτειά του. Εκείνη η ατέρμονη ηχογράφηση συνέχισε να ακούγεται και μετά θάνατον, με οδηγό πλέον τον γιό του – «η εμπορική εκδοχή της αθανασίας», σχολιάζει ο αποθησαυριστής. Και πώς να αγνοηθούν όλοι όσοι οδήγησαν τον γύρο του θανάτου, το γνωστό ακροβατικό πανηγυριώτικο θέαμα που ήκμασε στα χρόνια του ’70 κι επιβιώνει ακόμα σε Θεσσαλο – μακεδονικο – θρακικά πανηγύρια. [Να ομολογήσω εδώ όμως πως κάποτε λέγαμε έτσι κι ένα γυράδικο στη Θεσσαλονίκη: κάθε φορά που το τιμούσαμε ως πελάτες αισθανόμασταν κι ένα βήμα πλησιέστερα στο αναπόφευκτο].

Εγεγραμμένα μέλη

… και είμαστε ήδη σε ενδιαφέρουσες θανατώδεις, θανατερές και θανάσιμες μορφές, όπως ο ζώνεκρος (ο νεκρός που ζει και βασιλεύει, ενίοτε κατοικοεδρεύοντας και σε στίχο του Καρούζου), ο πλέον χιουμοριστικός τυμβωρύχος Μάρτι Φέλντμαν ή αλλιώς Ίγκορ, ο Μακαρίτης του Θησαυρού του Μακαρίτη και η ομιλούσα νεκροκεφαλή στην Χωματερή του Λέανδρου (ένας υπαίθριος, άμισθος ψυχαναλυτής των απόκληρων κάποιου ημεδαπού σκουπιδότοπου) και βέβαια νεκρόφιλοι, τυμβωρύχοι και νεκροπομποί, αυτόχειρες και βρικόλακες. Η ομορφότερη εικόνα όμως αποτυπώνεται στο λήμμα για τον Λευκάδιο Χερν, τον … Ελληνοϊρλανδό εθνικό ποιητή της Ιαπωνίας, η ευγενέστατη σαμουράι ψυχή του οποίου είχε την αρμόζουσα αποδημία: τη στιγμή της ταφής δυο παιδιά απελευθέρωσαν πουλιά αλλά και όλοι οι γείτονές του τα δικά τους, συμβολίζοντας το πέταγμά της.

Τόποι άτοποι

Ο καθένας εξ άλλου θα μπορούσε να βρεθεί σ’ ένα τέτοιο μέρος και πολύ γρήγορα καταλαβαίνεις ότι στο τέλος μένεις εδώ, γιατί η νεκρή ζώνη σου είναι απλούστατα μια ανάγκη. Νιώθεις αδύνατο σχεδόν να ζεις ακόμα, κι όμως συνεχίζεις· αδύνατο να βρεις ανθρώπους, κι όμως τους συναντάς. Αραιά και πού, βέβαια… Τους συναντάς και είσαι σίγουρος πως είναι απόλυτα μόνοι. Μένουν μόνοι κι όταν ακόμη συνδέονται ή όταν συνδεθούν κάποτε μεταξύ τους. Ναι, αυτό το τελευταίο το αισθάνεσαι τότε, δεν το διευκρινίζεις όμως ολότελα. Το μαθαίνεις αργότερα, πολύ αργότερα, όταν σκύβεις μονάχος μέσ’ στις αναμνήσεις, σα ν’ ανοίγεις κάποιον εγκαταλειμμένο τάφο γράφει ο Αριστοτέλης Νικολαΐδης στη Νεκρή ζώνη, για τον μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας τόπου που ελάχιστοι περιέγραψαν τόσο …απερίγραπτα.

Ποιο είναι άραγε το πιο χαρούμενο νεκροταφείο; Ίσως εκείνο στο Μαραμούρες της Ρουμανίας, στο μικρό χωριό Σαπνίντζα, όπου οι τάφοι είναι στολισμένοι με μπλε ξυλόγλυπτους σταυρούς, διανθισμένους με ποιήματα που περιγράφουν τις ζωές και τα ποιήματα των «ενοίκων», πιθανώς από τα ελάχιστα μέρη του κόσμου όπου το γέλιο μοιάζει να νικάει τον θάνατο. Και ποιος είναι η …ατμοσφαιρικότερη διαδρομή; Προφανώς εκείνη που διέρχεται της οδού Ελένης Ζωγράφου, του θεσσαλονίκειου δρόμου των τεσσάρων νεκροταφείων, που έχει στα δεξιά της το Κοινοτικό της Ευαγγελίστριας και μετά το αρχαϊκό Ανατολικό και στ’ αριστερά των Διαμαρτυρομένων και μετά το Αρμένικο. [Και ξανά εδώ να ομολογήσω πως αυτή ακριβώς ήταν μια από τις διαδρομές που ακολουθούσα ανηφορίζοντας για την ανωπολίτικη μονοκατοικία της Οδού Αχιλλέως, ενδιαίτημα τετραετούς ενοίκησης]. Στην τοπογραφία του θανάτου σαφώς έχουν θέση τα νεκροταφεία των πλοίων (τόποι γλυκιάς θλίψης αλλά και υψηλής τοξικότητας), η Κούλουρη όπου πάει η ψυχή μας, και του κόσμου οι νεκροπόλεις.

Γραφεία [Ηλεκτρονικών] Τελετών

Ο παράδεισος των χαμένων sites έχει απέξω την ταμπέλα archive.org: εκεί η φερώνυμη «αμερικανική μη κυβερνητική υπηρεσία» αρχειοθετεί οτιδήποτε ανεβαίνει στο www και μπορεί κανείς να ανακαλύψει στο ψηφιακό του χωματερή οποιαδήποτε εξαφανισμένη ιστοσελίδα! Ένα πιο «χειροπιαστό» ψηφιακό νεκροταφείο βρίσκεται στην πόλη Γκουιγιού στην Καντώνα της Νότιας Κίνας και είναι ίσως το μεγαλύτερο του πλανήτη – ο ανεπτυγμένος άλλωστε δυτικός μας πολιτισμός φροντίζει να σπρώχνει στα κρυφά τα τοξικά του απόβλητα κάτω από το φτηνό χαλί των υπο-ανάπτυξη χωρών. Και ποια ηλεκτρονική υπηρεσία θα μας προσφέρει τον δικό μας ηλεκτρονικό θάνατο; Η Μηχανή Αυτοκτονίας Web 2.0, που εμφανίστηκε στο διαδίκτυο στα τέλη του 2009 και στον ενάμιση περίπου μήνα της πρωταρχικής της λειτουργίας προκάλεσε περισσότερους από 1.000 εικονικούς θανάτους (διακόπτοντας αμετάκλητα περισσότερες από 80.000 «φιλίες» στο facebook), διαγράφει σταδιακά τα προφίλ, μέχρι την πλήρη κατάργηση της ιντερνετικής οντότητας του αυτόχειρα.

Άρα;

Ήταν όλα άγνωστα! Μόνο το σπιτάκι του ήταν το ίδιο, άθλιο όπως πάντα, άδειο και χωρίς τζάμια, μέσα κατοικούσε ο άνεμος. Και πού ήταν η Χάνε, η γυναίκα του; Σιγά σιγά άρχισε να τον πλημμυρίζει η φρίκη. Η παλιά ταβέρνα, όπου πάντοτε μπορούσες να μάθεις τα απαραίτητα, δεν υπήρχε πουθενά. Χαμένος και μόνος, ταραγμένος, φοβισμένος και περιτριγυρισμένος από άγνωστα παιδιά, ρώτησε για τους παλιούς του φίλους. Του έδειξα το νεκροταφείο και ανασήκωσαν τους ώμους έγραφε ο Μαξ Φρις στον Στίλερ κι ίσως μια τόσο γήινη εικόνα περιμένει όλους μας.

Αλλά ελάχιστοι θα μπορούσαν, σε αντίστοιχη περίσταση, να επιδείξουν το θάρρος και το χαμόγελο του αξέχαστου Φορτίνο Σαμάνο, του Μεξικανού υπολογαχού του  Ζαπάτα, που εκτελέστηκε το 1917 από τον ομοσπονδιακό στρατό. Δευτερόλεπτα πριν την εκτέλεσή του ζήτησε ένα τσιγάρο και πόζαρε ακουμπισμένος σε ένα πέτρινο τοίχο, χαμογελώντας άφοβα στο φακό του Agustin Victor-Casasola. Λες και καπνίζοντας το τελευταίο τσιγάρο μπροστά στις κάννες που τον σημαδεύουν σκέφτεται πως δεν είναι παρά…ό,τι δεν έζησε, πως θα μετεμψυχωθεί και θα γίνει η βροχή που θα ’ρθει να δροσίσει αγνώστων γυναικών το κορμί… Από εδώ δεν εμπνεύστηκε και ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου τον δικό του Σαμάνο σχεδόν ένα αιώνα μετά;

Τίτλοι τέλους, ίσως και νέας αρχής

Αθάνατο νερό και Γκραν Γκινιόλ, αποβιωτήρια και επιτύμβια, επιθανάτιος ρόγχος και «ξαφνικός θάνατος», κόκκινο χιόνι και νεκρή φύση, νεκροπόλεις και επιτύμβια, ρέκβιεμ και φαγιούμ, ο θάνατος της τέχνης κατά την ακραία ντανταϊστική αντίληψη ιδίως του Μαρσέλ Ντυσάν, η δεύτερη κηδεία του (ψεύτικου αυτή τη φορά, κέρινου) Πόε, ώστε να παρευρεθούν περισσότεροι από τους δέκα της πρώτης και το απόλυτα νεκρό μέρος (: το παρελθόν), όλα έχουν ιστορίες να διηγηθούν. Κατά τα άλλα, το περίφημο «Ο δόκτωρ Λίβινγκστον, υποθέτω…!» ειπώθηκε στον …σκελετό του και το αλτσχάιμερ έχει και τα …καλά του, κάνεις κάθε μέρα ένα σωρό καινούργιες γνωριμίες [άρα ακόμα κι ο Συλβέστρος μπορεί ν’ αγαπήσει τον Τουίτι, όπως στη σχετική γελοιογραφία].

Και φυσικά οι νεκροί δεν ζουν μόνο στα βουλγαρικά θερινά ψυχοσάββατα (όπου οι τάφοι κοκκινίζουν από τα κεράσια – προσφορές στους ξαπλωμένους), στις δικές μας Αναστάσεις ή στην Ημέρα των Νεκρών στο Μεξικό. Ο αληθινός τους τάφος είναι οι καρδιές των ζωντανών, όπως αναγράφεται και στο νεκροταφείο Σεν – Πιερ, κοιμητήριο της Αιξ-αν-Προβάνς.

Εκδ. Νεφέλη, 2011, σελ. 237.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και στο mic.gr. Στην επόμενη ανάρτηση, ο Νίκος Πλατής δίνει τις απαραίτητες εξηγήσεις, υπό το εκτυφλωτικό φως του Αιθρίου του Πανδοχείου. Μέχρι τότε, ξαναθυμόμαστε δυο θεμελιώδεις περί θανάτου σοφίες που μας πρόσφερε αφειδώς το ροκ εντ ρολλ: ο κύριος John Cale μίλησε για τις ελάχιστες διαφορές μεταξύ Dead or Alive και οι Nomads για την αναπότρεπτη αλήθεια: Knowledge comes with death’s release.

Στις φωτογραφίες:  από την Ημέρα των Νεκρών στο Μεξικό. Ο Μάλκολμ Λόουρυ ήταν κάπου δίπλα / Η υπέροχη τέχνη των Φαγιούμ. / Καλλιτέχνημα από την Ημέρα των Νεκρών στο Μεξικό. / Η κηδεία του Λευκάδιου Χερν. / Ένα νεκροταφείο πλοίων όαση … ζωής για τις καμήλες. / Το χαρούμενο νεκροταφείο. / Και μετά σου λέει μπαρ με ζωντανή μουσική…/ Το απέθαντο χαμόγελο του Φορτίνο Σαμάνο. / Το περίφημο εξώφυλλο (και δίσκος) των Dead Can Dance, The Garden of the Arcane Delights. / Φαγιούμ ξανά. / Όπως πάντα η επιλογή των φωτογραφιών από τον Πανδοχέα. Για τις φωτογραφίες του λεξικού κοπιάστε … presto o tardi [αργά ή γρήγορα].