Συλλογικό – Η δική μας Αμερική. Η αμερικανική κουλτούρα στην Ελλάδα

[επιμ. Έλενα Μαραγκού – Θεοδώρα Τσιμπούκη]

Η μερική Αμερική

Ο πολυσέλιδος πρόλογος των επιμελητριών είναι σαφής: η πολιτισμική σχέση Ελλάδας και Αμερικής δεν εμφανίζεται στην ελληνική βιβλιογραφία με την συχνότητα που θα άρμοζε στο αντικείμενο, πολύ δε περισσότερο όσον αφορά διαφορετικές επιστημονικές προσεγγίσεις στη μελέτη των πολλαπλών διαδικασιών μέσω των οποίων η ελληνική κουλτούρα αλληλοεμπλέκεται, αλληλοτροφοδοτείται και συνδιαλέγεται με την αμερικανική. Και τελικά αυτό που συμβαίνει είναι μια σχέση υποτέλειας ή ένας γόνιμος διάλογος; Φυσικά η μανιασμένη διατράνωση της ανωτερότητας του αμερικανικού τρόπου ζωής εκ μέρους των αμερικανών είναι δεδομένη και εκφράζεται ιδανική με τα λόγια του Pinter: Από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι σήμερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιδοθεί σε μια αδιάκοπη, συστηματική, αδίστακτη και εντελώς κυνική άσκηση ισχύος σε παγκόσμια κλίμακα, ενώ την ίδια στιγμή φορούν τη μάσκα του εκπροσώπου της παγκόσμιας ηθικής τάξης. Αλαζονική, αδιάφορη, με έκδηλη περιφρόνηση προς το διεθνές δίκαιο, υποτιμώντας και χειραγωγώντας τα Ηνωμένα Έθνη, είναι πλέον  πιο επικίνδυνη δύναμη που υπήρξε ποτέ στον κόσμο. Η υπεραπλούστευση όμως που θέλει την Αμερική ως πολιτισμικό εισβολέα αποτελεί μια γενικευμένη εδώ και αλλού αντίληψη που συσκοτίζει, τονίζεται στην εισαγωγή, την πολυφωνία και την πολυμέρεια της αμερικανικής κουλτούρας.

Στη χώρα μας το αντιαμερικανικό αίσθημα γιγαντώθηκε μεταπολιτευτικά για ευνόητους λόγους. Τόσο αριστερές και δεξιές αντιλήψεις εμμένουν σε γνωστά συγκεκριμένα στερεότυπα τα οποία λειτουργούν ως ιδεολογικά φίλτρα που εμποδίζουν την κατανόηση των περίπλοκων ιστορικοκοινωνικών μηχανισμών που δημιουργούν την αμερικανική πολιτισμική παραδοξότητα. Σε κάθε περίπτωση ο «αντιαμερικανισμός» σχοινοβατεί ανάμεσα σε πραγματικά ιστορικά δεδομένα και σε συλλογικό φαντασιακό συντηρούμενο από ιδεολογικές αντιφάσεις. Με αυτό το σκεπτικό λοιπόν η παρούσα συλλογική έκδοση επιχειρεί να αναδείξει «την πολυπολιτισμική βάση και τα πλουραλιστικά χαρακτηριστικά του αμερικανικού πολιτισμού και της αμερικανικής κοινωνίας», επιβεβαιώνοντας και τα λόγια του Edward Said πως καμιά κουλτούρα δεν λειτουργεί ως αυτόνομη και αυτάρκης αφού στην πραγματικότητα αφομοιώνει περισσότερα “ξένα” στοιχεία απ’ όσα αποκλείει και πως κάθε πολιτισμός είναι υβριδικός, ετερογενής και μη μονολιθικός.

Πώς άρχισε να διαμορφώνεται η «αμερικανική ταυτότητα»; Ένα σύντομο διάγραμμα όσων επιχείρησαν να την αποτυπώσουν περιλαμβάνει την συστηματική μελέτη της αμερικανικής πολιτικής και κοινωνικής ζωής και την κριτική της «τυραννίας της πλειοψηφίας» και της άποψης πως «η αλήθεια βρίσκεται από την πλευρά των περισσοτέρων» από τον Αλέξις ντε Τοκβίλ, τον αισθητισμό και τις επιφυλάξεις του ταξιδευτή της Όσκαρ Ουάιλντ, τον ορατό κίνδυνο της κυριαρχίας του όχλου που διείδε ο Φρόιντ, την συναφή δυσπιστία των Σαρτρ και ντε Μποβουάρ για την αποστέρηση της εσωτερικότητας και τον αμερικανικό ίλιγγο του Μπερνάρ Ανρί Λεβύ που αναστοχάστηκε την στερεότυπη ευρωπαϊκή άποψη περί αμερικανικού φονταμενταλισμού, νεοσυντηρητισμού για ένα ετερόκλητο πορτρέτο του «πληθυντικού έθνους». Ένας άλλος κοινότοπος ισχυρισμός υπογραμμίζει την πολυσυλλεκτική πληθυσμιακή σύνθεση των ΗΠΑ ως στοιχείο μοναδικότητας και βασικό επιχείρημα της «αμερικανικής εξαιρετικότητας» [american exeptionalism]

Στον αντίποδα, η νέα διεθνική τάση εξετάζει την Αμερική στο πλαίσιο της παγκόσμιας μεταναστευτικής ιστορίας αρνούμενη την αποκλειστικότητα της ιδιότητάς της ως του μοναδικού «έθνους μεταναστών» και ακυρώνοντας την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι η αφομοίωση των διαφόρων εθνοτικών ομάδων υπήρξε πλήρης. Ακριβώς πάνω στον άξονα του μεταναστευτικού χαρακτήρα του αμερικανικού έθνους αναπτύσσεται σήμερα ένας σύνθετος διάλογος με κύριο αίτημα το «δικαίωμα στη διαφορετικότητα». Κάπως έτσι και η μεταφορική εικόνα της χοάνης [melting spot] που σημασιοδοτεί μια εκούσια και πλήρη αφομοίωση αντικαταστάθηκε από εκείνη του μωσαϊκού, που συμβολίζει την διατήρηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των εθνοτικών ομάδων.

Ο Γιώργος Βέης (Μανχάταν: Η ποιητική του χρόνου), που έζησε κι εργάστηκε έξι χρόνια στη Νέα Υόρκη, μας κοινοποιεί κομμάτια από το ημερολόγιο της Ανατολικής Ακτής και της εποχής όπου διάβαζε εξαντλητικά αμερικανική λογοτεχνία, κι από διπλό αντίτυπο το Walden του Χένρι Ντέιβιντ Θορό, έναν εσωτερικό οδηγό που σπάνια έσφαλλε και τον μυούσε στην εντοπιότητα και «την ιθαγένεια εκείνη που τίμησαν οι Γουόλτ Γουίτμαν και Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ». Στο Μανχάταν ο ποιητής (που όπως πάντα εδώ παραθέτει τους στίχους που γράφτηκαν στις οικείες περιστάσεις) βίωσε προοδευτικά την πορεία απεξάρτησης από τον μαθηματικό χρόνο, ενθυμούμενος τον Τζορτζ Στάινερ: Σκοτώνουμε τον χρόνο αντί, μέσα στα όριά του, να νιώθουμε σαν στο σπίτι μας και δανειζόμενος τα μάτια του Σελίν, του συγγραφέα που υπογράμμισε τον ερωτισμό του Μανχάταν όσο ελάχιστοι: Η Νέα Υόρκη είναι μια πόλη ορθή. …στους τόπους μας είναι ξάπλα οι πόλεις, πλαγιάζουν στο τοπίο, περιμένουν τον ταξιδιώτη, ενώ τούτη δω, η Αμερικάνα, δεν λίγωνε, όχι, στεκόταν ντούρα, εκεί…

Τι είναι όμως η Αμερική για τον ανήσυχο νέο που μεγαλώνει στην επαρχιακή Ελλάδα στα δεύτερα μισά του ’60 και τα πρώτα του ’70; Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης (Η μικρή μου Αμερική) σ’ ένα από τα πάντα ενδιαφέροντα αυτοβιογραφικά του κείμενα θυμάται το συσσίτιο της αμερικανικής βοήθειας στο δημοτικό: Στα κουτιά με τη σκόνη γάλακτος αναγράφονται επιγραφές με μαύρα γράμματα, σαν στρατιωτικά προστάγματα που δεκαετίες μετά θα τα βλέπω σαν γουρχολικές λετριστικές απεικονίσεις. Οτιδήποτε εκμυστηρευτικό γράφεται στην αγγλική γλώσσα και η δική του Αμερική είναι φτιαγμένη από αγγλικές φράσεις, κακομεταφρασμένες προτάσεις, διαλυμένα βιβλία, δανεισμένα κείμενα, ρούχα ενός λήξαντος βεστιαρίου κι αργότερα με τα διαβάσματα, με τις θάλασσες του Μέλβιλ, τις σκοτεινές κόχες του Χόθορν, τις απέραντες γλωσσικές εκτάσεις του Φόκνερ, τα μεθυσμένα βήματα του Χέμινγουεϊ,  επιβεβαιώνοντας πως «η αληθινή επίδραση ενός άλλου πολιτισμού είναι απόλυτα προσωπική υπόθεση»

Η εικόνα των ΗΠΑ στη μυθοπλασία, στα δημοσιογραφικά και δοκιμιακά κείμενα απασχολεί τη Σώτη Τριανταφύλλου που διαπιστώνει την σθεναρή αντίσταση της Ευρώπης στις αμερικανικές σπουδές εξαιτίας μιας αμφιθυμίας δικαιολογημένης σε πολιτικό επίπεδο αλλά εντελώς ασυνάρτητης σε πολιτισμικό, με αποτέλεσμα τη βαθιά μας άγνοια για τις ΗΠΑ. Η συγγραφέας υποστηρίζει πως αντίθετα από ό,τι πιστεύει η ελληνική αριστερά (που δεν είναι καθόλου «επαναστατική» αλλά μια μικροαστική φασιστοειδής παράταξη) οι αμερικανικές σπουδές δεν είναι δάκτυλος του αμερικανικού Πενταγώνου και παρατηρεί τον αντιαμερικανισμό ως κυρίως αμερικανικό φαινόμενο που βασίστηκε στο μύθο και την πραγματικότητα της βαρβαρότητας και συνοδεύτηκε από τον στο μύθο και την σχετική πραγματικότητα της Γης της Επαγγελίας και του αυτοδημιούργητου πολίτη.

Η Αμερική είναι η αυθεντική έκδοση της νεωτερικότητας, εμείς [η Ευρώπη] είμαστε η μεταγλωττισμένη ή με υπότιτλους έκδοση. Η Αμερική εξορκίζει το ζήτημα της καταγωγής, δεν καλλιεργεί προέλευση ή μυθική αυθεντικότητα δεν έχει παρελθόν ούτε αυθεντική αλήθεια. Επειδή δεν έχει γνωρίσει τη συσσώρευση του χρόνου, ζει σε μια αέναη επικαιρότητα. Επειδή δεν έχει γνωρίσει την αργή και από αιώνα σε αιώνα συσσώρευση της αρχής της αλήθειας, ζει στην αέναη επικαιρότητα των σημείων…

έγραφε ο Jean Braudrillard [Αμερική] και βρισκόμαστε ήδη στην επικράτεια τεσσάρων συνομιλητών που επιλέγει ο Χρήστος Χρυσόπουλος για το κομμάτι του America is what ’u make of it. Η λόγια Αριστερά, ο πραγματισμός και οι προσλαμβάνουσες της αμερικανικής πολυμέρειας. Στους τομείς της ανθρώπινης διάνοιας και στο πολιτισμικό τοπίο η Αμερική δεν αποτελεί μια συμπαγή οντότητα αλλά ένα πληθυντικό φαινόμενο με πολυάριθμες διαφορετικές εκφάνσεις – μια Αμερική όχι ως κατηγορία αλλά μάλλον ως συνάρτηση. Ακολουθώντας τον λόγο του Cornell West διαπιστώνουμε πως ό,τι σήμερα προσλαμβάνουμε ως «αμερικανικό» δεν διαθέτει μια καταγωγική γενετική αφετηρία αλλά απλώς και μόνο προέρχεται από την Αμερική, πράγμα που οδηγεί στο ζήτημα επιλογής ποια Αμερική καταδικάζουμε και με ποια συνομιλούμε. Οι Richard Rotry και Laura (R.) Jackson συμπληρώνουν την τετράδα των συνομιλητών.

Η ενότητα των λογοτεχνών συμπληρώνεται με Ιδέες για διηγήματα από την Αμάντα Μιχαλοπούλου. Στους τομείς των μαζικών μέσων και της ποπ κουλτούρας εξετάζονται θέματα όπως οι αμερικανικές τηλεοπτικές σειρές σε σχέση με την ελληνική πραγματικότητα (Μελένια Αρούχ), η αμερικανική μουσική στην Ελλάδα, 1954-2000 (Νίκος Μποζίνης) και οι επιρροές του αμερικανικού φιλμ νουάρ στον ελληνικό κινηματογράφο. Στην κατηγορία «Λογοτεχνία, Γλώσσα, Σκέψη» αφιερώνονται κείμενα για τους αμερικανισμούς στην ελληνική γλώσσα (Σοφία Ζευγώλη), τις θεατρικές διαδρομές από τις ΗΠΑ στην Ελλάδα, από το 1960 στο 2000 (Κωνσταντίνος Μπλατάνης), την αμερικανική εμπειρία του Α.Ρ. Ραγκαβή (Έρη Σταυροπούλου) και τον αμερικανικό πραγματισμό σε σχέση με την ελληνική φιλοσοφία.

Στο κεφάλαιο των Ιστορικών Επιρροών ερευνώνται οι αμερικανικές παρεμβάσεις στην εκπαίδευση των Ελλήνων κατά τη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821 (Σμάτη Γεμεντζή – Μαλαθούνη) και η επιρροή των ΗΠΑ στη μεταπολεμική Ελλάδα και γενικότερα οι αλληλεπιδράσεις πολιτικής και πολιτισμού (Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου). Τέλος οι Ευρυδίκη Αντουζλάτου – Ρετσίλα, Κωνσταντίνα Δριακοπούλου και Κωνσταντίνος Β. Πρώιμος ερευνούν τα του Χώρου της Τέχνης με αντίστοιχη θεματολογία την Αμερικανική κουλτούρα στην Ελλάδα, την πορεία του graffiti από την Νέα Υόρκη στην ελληνική καλλιτεχνική σκηνή και την αμφίσημη σχέση του Γιάννη Κουνέλη με τον βορειοαμερικανικό μινιμαλισμό.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2010, σελ. 600, με σύντομα βιογραφικά των συγγραφέων και 16σέλιδο με εικονογραφικό υλικό (γκράφιτι – έργα τέχνης) σε γυαλιστερό χαρτί.

Στις εικόνες: Alexis de Toqueville, Henry David Thoreau, Jean Braudrillard, Cornell West και στα ενδιάμεσα οι λογοτέχνες – οδηγοί μας στην δική τους Αμερική: J.D. Salinger, Charles Bukowski, W. Faukner, William Burroughs, Kurt Vonnegut Jr.

Δημοσίευση και σε mic.gr, σε συντομότερη μορφή.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 84. Διονύσης Μαρίνος

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Οι χρονικές κατηγοριοποιήσεις ποτέ δεν με απασχόλησαν (ένας συγκαιρινός μπορεί να μοιάζει αναπάντεχα “παλιός” και το ανάποδο) ως εκ τούτου απαντώ ως εξής: Κάφκα, Σελίν, Φώκνερ, Χειμωνάς, Κάρβερ, Βόνεγκατ, Καμύ, Γιόσα, Μπέκετ, Μπάροουζ, Κλάους, Μούλις, Φάντε, Μπουκόφσκι και κάμποσοι άλλοι.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Όπως και στην προηγούμενη ερώτηση, έτσι και σε αυτήν, θα απαντήσω με το πρίσμα της λογοτεχνικής πληρότητας. Ήτοι: “Μεταμόρφωση”, “Βουή και Μανία”, “Γυμνό Γεύμα”, “Sheltering Sky”, “Η πόλη και τα σκυλιά”, “Η θλίψη του Βελγίου”, «Η ανακάλυψη του ουρανού», «Catch 22», και επίσης κάμποσα άλλα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Σχεδόν όλα του Χέμινγουεϊ, του Μπουκόφσκι, του Τσέχοφ, του Σάλιντζερ, του Μανέα, του Καπότε και του Καλβίνο.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Αναμφίβολα η αιρετική ματιά του Χρηστίδη και η υπερβατική γραφή (με λελογισμένα όρια) του Σωτάκη είναι άξια δείγματα της νέας σοδειάς Ελλήνων συγγραφέων. Εξαίρετο δείγμα του σύγχρονου ελληνικού μυθιστορήματος είναι και το «Στην άκρη του κόσμου», του Γιώργου Ξενάριου.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Φοβάμαι ότι τους ακολουθώ και με ακολουθούν. Πρόκειται για μια συμπεφωνημένη σκιαμαχία, στην οποία εξαρχής έχουμε δηλώσει, πως ο μοναδικός κανόνας του παιχνιδιού, θα είναι ένας: ουδείς άτρωτος.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Χμ, με μια πρόχειρη σταχυολόγηση: ο πρίγκιπας Μίσκιν, ο Χένρι Τσινάσκι, ο Γκρέγκορ Σάμσα, ο Τζον Γιοσάριαν, όλοι της οικογενείας Σαρτόρις. Με τη βεβαιότητα πως έχω λησμονήσει εκατοντάδες.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει σε διάφορα σημεία του ορίζοντα, πάνω σε χαρτιά, χαρτόκουτα, πακέτα, στην παλάμη μου, στο σημειωματάριο που θα διατηρώ εδώ και 10 χρόνια. Εντέλει όπου βρω, αδιακρίτως.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Συνήθως ξεκινώ από την πρώτη πρόταση. Πως θα ήθελα να ήταν. Μετά αρχίζω να φτιάχνω έναν χαλαρό σκελετό και εν συνεχεία αφήνω το χάος να εισέλθει. Όταν αρχίζει να ξεφουσκώνει και όλες οι σκέψεις έχουν καταλαγιάσει, ξεκινάω την πρώτη γραφή και όπου με βγάλει. Ευτυχώς υπάρχει πάντα μια δεύτερη -ενδελεχής- ματιά που βάζει τα πράγματα στη θέση τους.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Αν και η μουσική έχει παίξει καίριο ρόλο στη ζωή μου, όταν γράφω δεν θέλω να ακούω  τίποτα. Οι νότες στη φάση της σύνθεσης, λειτουργούν διαλυτικά. Σε αποσπούν. Ωστόσο ο μουσικός παλμός υπάρχει εντός μου. Πάντως, η καλύτερη μουσική για κάποιον που γράφει, είναι ο ήχος των πλήκτρων του κομπιούτερ. Δείγμα ότι οι λέξεις είναι με το μέρος του και οι Θεοί έχουν στριμωχθεί στην άμυνα. Κατά τα λοιπά ιεροτελεστικά… κόλπα δεν υπάρχουν. Κάθεσαι, γράφεις, καπνίζεις, βαράς το κεφάλι σου, αδειάζεις το κεφάλι σου, γεμίζεις χρυσάφι, τρως άνθρακες και πάλι από την αρχή.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Τα “Χαμένα Κορμιά” (εκδ. Τετράγωνο) εκδόθηκε το 2011 και ήταν το βάπτισμα του πυρός. Όλα ξεκίνησαν από έναν πίνακα που άρχισα να ζωγραφίζω. Όταν τον τελείωσα συνειδητοποίησα ότι είχα φτιάξει μορφές που πάλευαν να υπάρξουν, δίχως όμως να είναι σίγουρες για το ευτυχές του εγχειρήματός τους. Ο πίνακας αυτός με στοίχειωσε με την έννοια ότι αυτές οι μορφές ήθελαν κάτι παραπάνω για να αποκτήσουν υπόσταση. Αυτήν τους την έδωσε το βιβλίο.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Πρόκειται για την “Τελευταία Πόλη” (εκδ. Γαβριηλίδης) το οποίο εκδόθηκε πριν από λίγες ημέρες. Πρόκειται για μια έσχατη δυστοπία που αγγίζει τα πέρατα της ανθρώπινης αντοχής. Είναι η πορεία αυτογνωσίας και σωτηρίας μιας οικογένειας, κατά την περίοδο του πολέμου στη Βοσνία. Δεν το κρύβω, βασίζεται σε σπαράγματα αληθινών ιστοριών, με ένα τρόπο όμως – σκόπιμα- αποδραματοποιημένο και περισσότερο μυθοπλαστικό. Ο πόλεμος υπάρχει στο βάθος του κάδρου, ως υπόμνηση ενός σκληρού τέλους. Στο προσκήνιο εμφανίζονται μόνο οι ταλαντώσεις της ανθρώπινης υπόστασης και οι διαδικασίες μετάλλαξής της, σε κάτι εντελώς ξένο και άγριο.

Πώς βιοπορίζεστε;

Τα πρώτα χρόνια έλεγα πως ασκώ το λειτούργημα του δημοσιογράφου, έπειτα από 17 χρόνια πείστηκα να λέω κάτι λιγότερο διθυραμβικό: δουλεύω ως δημοσιογράφος.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό που έπιασα στα χέρια μου ήταν η “Οδός Πανός”. Ήμουν πιτσιρικάς, ριγμένος για τα καλά στο μελάνι της ροκ και νομίζω ότι με τράβηξε αυτή η ανατροπή που πρόσφερε (και συνεχίζει να προσφέρει) ο Γιώργος Χρονάς. Φυσικά το Δέντρο, το Εντευκτήριο και η Λέξη ποτέ δεν έλειψαν από τη βιβλιοθήκη μου.  Εξαίσια δείγματα αγάπης για τη λογοτεχνία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Νομίζω πως ο πιο αινιγματικός όλων (τόσο με το έργο του όσο και με τη ζωή του) είναι ο Γιώργος Χειμωνάς. Ωστόσο, δεν θα το πραγματοποιούσα. Πολλές φορές η γνωριμία με το δημιουργό, εάν δεν είναι άσκοπη, ενδέχεται να λειτουργήσει επιβαρυντικά για την άποψη που έχεις για το έργο του.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Όσο μου επιτρέπει ο χρόνος, ναι, παρακολουθώ. Προσφάτως ήμουν μια έξοχη παράσταση, έναν σπαραχτικό μονόλογο πάνω στη διαφορετικότητα. Πρόκειται για το έργο του Εμανουέλ Νταρλέ “Την Τρίτη στο σούπερ μάρκετ” με τον εκπληκτικό Φαίδων Καστρή.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Έχω υποπέσει και σε αυτό το αμάρτημα. Διατηρώ ένα blog (adespotosskylos.blogspot.com) το οποίο περιέχει μόνο ποίηση. Αρχικά ξεκίνησε ως παιχνίδι, ένα παιδικό παιχνίδι άσκησης και οικονομίας του λόγου. Κατέληξε πάλι ως παιδικό παιχνίδι. Σαν να βουτάω που και που μέσα στα σπλάχνα μου (και στα σπλάχνα των άλλων) και εν συνεχεία να γράφω τι είδα και τι μου έκανε εντύπωση.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τη “Δουβλινιάδα” του Ενρίκε Βίλα – Μάτας.

Τι γράφετε τώρα;  

Αυτή τη στιγμή έχω περάσει τη φάση της πρώτης πρότασης και βρίσκομαι σε εκείνη του χαλαρού σκελετού. Επί της ουσίας είμαι στο δρόμο για το τρίτο μυθιστόρημά μου, αλλά με εντελώς χαλαρούς ρυθμούς.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Ανάμεικτες. Υπάρχει μια αίσθηση ελευθερίας, αλλά και ασυδοσίας εξαιτίας της απροσχημάτιστης ανωνυμίας ενός εκάστου. Μπορείς να δηλώσεις ότι θέλεις και να μην πληρώσεις… φόρο. Από την άλλη σε όλο αυτό το ηλεκτρονικό δάσος, φύονται και καλά άνθη. Μένει να τα βρεις και να τους φερθείς με τον πρέποντα σεβασμό.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Βεβαίως. Υπάρχουν κριτικοί λογοτεχνίας που αξίζει τον κόπο να τους διαβάζεις. Τόσο από τη σκοπιά του αναγνώστη, όσο και του συγγραφέα. Προσωπικά δεν ψάχνω ούτε εχθρούς, αλλά ούτε και φίλους σε μια κριτική. Η κριτική δεν είναι τίποτα άλλο από το απόσταγμα αυτών που διάβασε ένας συστηματικός αναγνώστης και ο τρόπος που μετέτρεψε το βίωμά του σε λέξεις. Οι παρουσιάσεις είναι ένα εντελώς άλλο πράγμα, περισσότερο ουδέτερο αλλά αρκετά χρηστικό.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Είμαι 17 χρονών και έχω πιάσει την πρώτη μου δουλειά. Είναι χάραμα και βρίσκομαι στο τελευταίο κάθισμα ενός λεωφορείου. Διαβάζω Χένρι Μίλερ (αν θυμάμαι καλά πρέπει να ήταν το Sexus) και μέσα στη νύστα μου, νομίζω ότι βλέπω στο μπροστινό μου κάθισμα έναν από τους ήρωες του βιβλίου. Τρίβω τα μάτια μου, βέβαιος πως κολυμπάω στον πάτο μιας γαλάζιας παραίσθησης. Αποτέλεσμα; Έχασα τη στάση στην οποία έπρεπε να κατέβω, άργησα στη δουλειά, έφαγα κατσάδα και τελικώς ποτέ δεν διαπίστωσα αν όντως ο μπροστινός μου ήταν ένας από τους ήρωες του φίλτατου Χένρι.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ποτέ, ποτέ, ποτέ. Δεν με ενδιαφέρει ούτε η αιωνιότητα, ούτε η νιότη. Μια χαρά είμαι και έτσι. Επαναλαμβάνω: ποτέ, ποτέ, ποτέ. Ψάξτε αλλού για Φάουστ.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δεν απογοητεύομαι γιατί δεν περιμένω ποτέ κάτι να συμβεί. Έρχεται και με βρίσκει η καταιγίδα από μόνη της. Άρα μια χαρά ήταν οι ερωτήσεις.

Στις φωτογραφίες: Louis Ferninard Celine, Samuel Beckett, Harry Mulisch, Kurt Vonnegut Jr., William Burroughs, Hugo Claus, Italo Calvino.