Αρχείο για Ιουνίου 2012

29
Ιον.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 97. Μιχάλης Μακρόπουλος

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Τη στιγμή που γράφω αυτές τις αράδες, η θύρα του τελευταίου μου βιβλίου είναι η πόρτα του τυπογραφείου. Δυο νουβέλες με τίτλο Σπουργίτω, Γράχαμ (δύο νουβέλες). Ο εκδότης είναι μικρός αλλά ποιοτικός, ο Γιάννης Πικραμένος στην Πάτρα. Στη Σπουργίτω (που πολύ αόριστα φέρνει ίσως στο νου την ιστορία της Πρόκνης-Αηδόνας), μια ξένη με κομμένη γλώσσα μπαίνει σ’ ένα χωριό στο Πωγώνι της Ηπείρου και γίνεται το βουβό κέντρο του, που γύρω του η ασφυχτική κοινωνία του χωριού σκιρτά. Στη δεύτερη νουβέλα, με τίτλο Γράχαμ, υπάρχουν όπως και στη Σπουργίτω κάποιες σκέψεις μου σχετικά με τη φύση του Καλού, σχετικά με την αναγκαιότητά του και με το κατορθωτό του. Εδώ ο ήρωας είναι ένας αλκοολικός ζωγράφος σ’ ένα νησί, ένας άνθρωπος που με την ωμή ειλικρίνειά του και τη βαθιά ανθρωπιά του θυμίζει διά Χριστόν σαλό. Θυμάμαι επίσης πως όταν έγραφα τη Σπουργίτω διάβαζα την Thése Desqueyroux, και τα τέσσερα βιβλία της σειράς. Ίσως κάτι από τη ματιά του Mauriac, από την ψυχολογική πυκνότητα της Τερέζας του, να ταξίδεψε ως το Πωγώνι κι ως τους χαρακτήρες στις σελίδες του βιβλίου μου. Να και το ηλεκτρονικό κατώφλι του βιβλίου μου.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Τα δύο πρώτα μου βιβλία, Η θλίψη στα μάτια του Ποντικού και Η Ιουλία είχε ένα πόδι, δεν μπορώ πλέον να τα διαβάσω. Οι Ιστορίες για μικροσκοπικά και γιγαντιαία πλάσματα είναι ένα δοκίμιο, υπό μορφή νουβέλας, για την πόλη και για την ταυτότητα του ανθρώπου (ή την απώλεια αυτής της ταυτότητας ή ακόμα και την ανυπαρξία της) μες στην πόλη. Θυμούμαι πως εκείνη την εποχή διάβαζα πολύ J. G. Ballard. Δε νομίζω να μ’ άφησε ανεπηρέαστο. Το Τέρας και ο έρωτας είναι ένα παραμύθι για ενήλικες. Ήθελα να καθίσω να γράψω ένα παραμύθι, έτσι κάθισα και το ’γραψα. Ένα κολοσσιαίο τέρας αφανίζει την Ευρώπη, με τον αφηγητή να παρακολουθεί τα συμβάντα από ψηλά, ζώντας στ’ αφτί του τέρατος σαν παράσιτο. Δεν είναι ούτε αλληγορία ούτε τίποτε άλλο. Είναι απλώς ένα ευφάνταστο παραμύθι, όπως τέτοιο είναι παραμύθι για ενήλικες η πρώτη, ομότιτλη νουβέλα στη Μαγική εκδρομή, όπου ζωντανεμένες κούκλες εκστρατεύουν κατά του Χρόνου. Τα αγαπώ τα παραμύθια  αυτά, οι αρχαίες τραγωδίες και πού και πού η ποίηση, είναι τα λογοτεχνικά είδη (αν και το παραμύθι, τουλάχιστον το παραδοσιακό, φυσικά δε θα το ’λεγες λογοτεχνικό είδος) που με ξεκουράζουν σαν ένα ποτήρι κρύο νερό μια μέρα με καύσωνα.

Η δεύτερη νουβέλα, Μια συνηθισμένη μέρα στη ζωή του κυρίου Επαμεινώνδα Δράκου, είναι οι κωμικοτραγικές περιπέτειες ενός συνταξιούχου στη σύγχρονη Αθήνα. Θυμούμαι πως την εποχή που έγραψα αυτήν την ιστορία διάβαζα στ’ αγγλικά τον Οδυσσέα του Τζόυς. Σίγουρα θα μ’ επηρέασε. Το Τέλος του ταξιδιού αφηγείται την ιστορία ενός Γάλλου γλύπτη σ’ ένα ελληνικό νησί. Η έννοια της τυφλότητας ως αληθινής, εσωτερικής όρασης παίζει μεγάλο ρόλο σε τούτη την ιστορία. Είναι το πρώτο βιβλίο μου που όχι μόνον το έγραψα αλλ’ είναι και δικό μου· εννοώ, είναι βγαλμένο από κάπου βαθιά μέσα μου, και σ’ αυτό αποτυπώνεται η αγάπη μου για το τοπίο των Κυκλάδων  για την πέτρα και τη θάλασσα. Στην Άδεια καρέκλα επιστρέφω με πιο ανάλαφρη διάθεση στις Ιστορίες για μικροσκοπικά… Πάλι περιπλάνηση ενός προσώπου στην πόλη, πάλι λογής λογής συναντήσεις. Και τα είκοσι διηγήματα που μαζί με την ομότιτλη νουβέλα απαρτίζουν τη συλλογή βγήκαν όλα από κάτι που είδα ή άκουσα τριγυρνώντας στην πόλη, πηγαίνοντας σε μια συναυλία, σε μιαν έκθεση ζωγραφικής, σε μια παρουσίαση βιβλίου, ακόμα και για ψώνια στο σουπερμάρκετ, και προσέχοντας τους ανθρώπους γύρω μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν έχω προσφιλέστερο τρόπο συγγραφής. Όταν έχουν περάσει ένας δυο μήνες που δεν έχω καθίσει να γράψω μιαν ιστορία, νιώθω ανεξαιρέτως την ανάγκη να το κάνω. Άλλοτε είναι παραμύθι για παιδιά, άλλοτε είναι ιστορία για ενήλικες. Ένα πάρα πολύ μικρό ποσοστό έχει εκδοθεί. Γράφω γιατί μ’ αρέσει να γράφω.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Αγαπώ τους Debussy, Messiaen, Takemitsu, τον John Coltrane, τον Ralph Towner. Για να πάρετε μιαν ιδέα για το πώς εργάζομαι, παρακολουθήστε αυτό.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Φυσικά. Παντού.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Τον John Berger.   

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ήδη τους έχω αναφέρει εδώ κι εκεί στο ερωτηματολόγιο. Να πω μόνο μερικούς Έλληνες, όχι μόνο πεζογράφους αλλά και ποιητές. Φυσικά ο Παπαδιαμάντης. Ο Σκαρίμπας (έχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου). Ο Παλαμάς της Φλογέρας και του Δωδεκάλογου. Ο Ελύτης του Άξιον εστί.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Η Άννα Καρένινα είναι νομίζω το τελειότερο μυθιστόρημα που έχω διαβάσει. Θυμήθηκα τώρα δα πώς είχα αισθανθεί κάθε λέξη να έχει τη δική της χωριστή πληρότητα και τελειότητα όταν διάβαζα το Worstward Ho του Beckett. Το Solaris του Stanislaw Lem. Ο Βαραββάς του Pär Lagerkvist. Υπάρχουν συγγραφείς που δεν ξεχωρίζω κάποιο βιβλίο τους, αλλά που το σύνολο του έργου τους κάποια στιγμή στάθηκε αποκάλυψη για μένα  διάβασα απανωτά τα βιβλία τους, το ένα μετά τ’ άλλο, κι ήταν ετούτη η ανάγνωση ένα αληθινό ταξίδι. Πρόχειρα τώρα σκέφτομαι τον Saint- Exupéry, τον Graham Greene, τον Heinrich Böll, φυσικά τον John Berger, τον William Golding, τον André Malraux.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Οι Απροσδόκητες ιστορίες του Roald Dahl. Το διήγημα στην πιο απέριττη, συναρπαστική του μορφή, από έναν παραμυθά εξίσου μεγάλο με τον Ray Bradbury (δείτε παρακάτω, στα περί μετάφρασης). Και, για ολωσδιόλου διαφορετικούς λόγους, τα διηγήματα του Raymond Carver. Και, για άλλους λόγους επίσης, τα διηγήματα του Τσέχοφ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Θυμάμαι το θαυμασμό που ένιωσα διαβάζοντας τις Διηγήσεις παραφυσικών φαινομένων του Βασίλη Γκουρογιάννη και το Τους τα λέει ο Θεός του Σωτήρη Δημητρίου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Λιέβιν στην Άννα Καρένινα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν έχω αγαπημένο περιοδικό, αλλά απλώς θέματα που με ενδιαφέρουν και θέματα που μου είναι αδιάφορα.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Όχι, αλλά θα σας γράψω για μια ανάγνωση που έκανα δίπλα σε ποτάμι και τη θυμάμαι ιδιαίτερα. Κάθε Αύγουστο εγώ, η σύζυγός μου και τα παιδιά μας πηγαίνουμε καθημερινά για μπάνιο σ’ ένα ποτάμι, τον Γορμό, σε μια τοποθεσία γεμάτη πλατάνια, τους Αγιούς, στο Πωγώνι στην Ήπειρο. Εκεί, δίπλα στο ποτάμι, διάβασα το and our faces, my heart, brief as photos του John Berger. Οι λέξεις του βιβλίου είχαν τον ίδιο ήχο με του νερού που κυλούσε. Διαβάζοντάς τες στη σκιά των πλατανόφυλλων και βλέποντας τα πιτσιρίκια να παίζουν μες στο παγωμένο νερό και στο λαμπύρισμα του ήλιου, θυμάμαι να νιώθω μια γαλήνη πολύ ξεχωριστή και πολύ βαθιά.

Περί μετάφρασης

Ασχοληθήκατε πρόσφατα με την μετάφραση των Hitch 22 του Κρίστοφερ Χίτσενς. Πώς ήταν η εμπειρία; Για ποιο λόγο θα προτείνατε την ανάγνωσή τους στον σύγχρονο αναγνώστη;

Κουραστική όπως κάθε μετάφραση. Έπρεπε πολλά να αναζητηθούν, πολλά να αποδοθούν μ’ έναν τρόπο στα ελληνικά. Θα πρότεινα την ανάγνωση του Hitch 22 ως μάθημα για το πώς η πολλή επαφή με ισχυρούς, με ανθρώπους που ορίζουν την τύχη του κόσμου, τελικά θολώνει τον νου.

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Φυσικά έχω ένα σύστημα στη δουλειά μου, ειδάλλως δε θα ήταν αποδοτική. Αν ο συγγραφέας είναι αγαπητός στον μεταφραστή, τους συνδέει αυτή η αγάπη. Αλλιώς είναι μια δουλειά που πρέπει να γίνει καλά.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Με δυσκόλεψε πιο πολύ η μετάφραση ενός βιβλίου που δεν έχει εκδοθεί, του A tale of a tub του Jonathan Swift. Την έκανα σιγά σιγά για το κέφι μου, κι ο λόγος που καταπιάστηκα μ’ αυτήν ήταν ακριβώς επειδή θα με δυσκόλευε τόσο. Όσο για την ηδονή, δείτε παρακάτω.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Μεταφράζοντας πέντε απανωτά βιβλία του Hemingway, απέκτησα τικ στη γραφή, που είδα κι έπαθα να τα ξεφορτωθώ. Να τι σου κάνει ένας καλός συγγραφέας. Χάρηκα πολύ το Κρασί από πικραλίδα του Ray Bradbury (έτσι κι αλλιώς τον Ray Bradbury τον αγαπώ όσο λίγους συγγραφείς, ήταν μεγάλος παραμυθάς κι ένιωσα κατά κάποιον τρόπο σαν να έχασα έναν δικό μου άνθρωπο όταν διάβασα για το θάνατό του). Με πολλή αγάπη μετέφρασα επίσης το Γράμμα σ’ έναν όμηρο του Saint-Exupéry, για τον οποίον νιώθω ό,τι και για τον John Berger, δηλαδή εκτίμηση όχι μόνο για τον συγγραφέα αλλά και για τον άνθρωπο.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Όλοι οι συγγραφείς που αγαπώ, κι όχι για να αναμετρηθώ μαζί τους, αλλ’ ακριβώς επειδή τους αγαπώ.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δε μεταφράζεις ένα βιβλίο για να σου πουν μπράβο. Από την άλλη, όχι το αν θα αναφέρεται η κριτική στο έργο του μεταφραστή, αλλά το αν θα μπορεί να αναφερθεί, έχει άμεση σχέση με το αν το βιβλίο διαβάστηκε αληθινά, από την πρώτη σελίδα ως την τελευταία, ή διαγώνια για τις ανάγκες μιας εβδομαδιαίας στήλης σε έντυπο.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Δεν παρουσιάζει κανένα απολύτως πρόβλημα. Ο μεταφραστής κάνει τη δουλειά του, ο επιμελητής κι ο διορθωτής κάνουν τη δική τους, κι όλων η δουλειά είναι εξίσου σημαντική.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Μεταφράζοντας (όχι μόνο λογοτεχνία, αλλά και τεχνικά κείμενα ενίοτε). Επίσης, με δυσκολία.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω Patrick Leigh Fermor, γράφω ένα οδοιπορικό στο Πωγώνι (έναν τόπο όπου περνώ γύρω στους τέσσερεις μήνες κάθε χρόνο) και μεταφράζω ένα αμερικανικό μυθιστόρημα με τίτλο Goodbye for now, της Laurie Frankel.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Πολύ κινηματογράφο, σχεδόν καθόλου θέατρο. Φυσικά έχω αγαπήσει εκατοντάδες ταινίες, αν όμως θα ’πρεπε οπωσδήποτε να επιλέξω ένα σκηνοθέτη, νομίζω πως θα επέλεγα τον Τσάπλιν.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Διαδικτυώνομαι λάου λάου. Συχνά, επίσης, το διαδίκτυο μου γεννά την αίσθηση πως όπου λαλούν πολλοί κοκόροι δεν ξημερώνει ποτέ.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Καταρχάς θα τη χάριζε στα παιδιά μου, στην Αναστασία; Η απώλεια της μεταφραστικής μου ικανότητας δε με πολυσκοτίζει, κι αν τυφλωνόμουν, ας πούμε, θ’ άκουγα μ’ άλλον τρόπο μουσική (αλλά ναι, θα με λυπούσε βαθιά που δε θα μπορούσα να διαβάσω). Όσο για την αιώνια νιότη, να μου λείπει ακόμα και χωρίς αντίτιμο.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Να κάνω εγώ μιαν ερώτηση στον εαυτό μου, που τελευταία την κάνω πολύ συχνά. Πώς νιώθω ζώντας στη σημερινή Ελλάδα; Από το Δελβινάκι, το χωριό όπου συχνά μένουμε στο Πωγώνι, παίρνω το ανηφορικό μονοπάτι για ένα ξωκλήσι τον Αϊ-Δημήτρη και στέκομαι σ’ ένα σημείο απ’ όπου βλέπω βουνά και παραπίσω άλλα βουνά, όλο και πιο αχνά, κι όμοια με κύματα μιας πέτρινης θάλασσας. Ό,τι με περιβάλλει, τότε, με γεμίζει βαθιά κι απόλυτα. Αυτή είναι η απάντηση που ’χω εγώ να δώσω στον εαυτό μου.

28
Ιον.
12

Νικόλ Κράους – Όταν όλα καταρρέουν

Ένα γραφείο, ο μεταφορικός οίκος της μνήμης

Υπάρχουν στιγμές που σε καταλαμβάνει ένα είδος διαύγειας και ξαφνικά τα εμπόδια παραμερίζουν κι αντικρίζεις μια άλλη διάσταση την οποία είχες ξεχάσει ή είχες επιλέξει να αγνοήσεις, ώστε να συνεχίσεις να ζεις με τις διάφορες ψευδαισθήσεις που κάνουν τη ζωή – ειδικά τη ζωή με άλλους ανθρώπους – δυνατή. [σ. 28]

Βρίσκουμε παρηγοριά στις συμμετρίες της ζωής επειδή υπαινίσσονται ένα σχέδιο εκεί όπου δεν υπάρχει κανέναν. [σ. 115]

0. Ο βασικός, αν και όχι μοναδικός πυρήνας του τετραπλόκαμου μυθιστορήματος της Κράους είναι ένα αντικείμενο: ένα γραφείο τεράστιο, σκοτεινό, υποβλητικό, με τα πολλά του συρτάρια σαν ζωντανά, οργανικά μέλη. Η Μυθοπλαστική της Διαδρομής του, εδώ ανάμεσα σε κατόχους, χρήστες και κλέφτες, φυσικά δεν είναι πρωτότυπη όμως η συγγραφέας (Νέα Υόρκη 1974, σύζυγος του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, χαρακτηρισμένη από New Yorker ως μία εκ των 20 καλύτερων συγγραφέων κάτω των 40 ετών) τη χρησιμοποιεί για να φλογίσει με εξαιρετικό τρόπο τις τέσσερεις σπονδυλωτές ιστορίες της.

1. Για την αφηγήτρια της πρώτης ιστορίας το γραφείο υπήρξε το εργαστήριο συγγραφής των μυθιστορημάτων της, η μοναδική έκφραση της τάξης στη ζωή της, το κληρονόμημα και ενθύμιο του εξαφανισμένου από την αστυνομία του Πινοσέτ ποιητή φίλου της. Η Νάντια δεν νοιώθει μόνο υπεύθυνη για την φύλαξή του γραφείου αλλά και αιχμάλωτή του. Τα συρτάρια του αντιπροσώπευαν «τη σχηματική αποτύπωση μιας συνείδησης που δεν μπορούσε να εκφραστεί παρά μόνο με τον ακριβή αριθμό και τη διάταξή τους». Ο εαυτός της εναρμονίστηκε οριστικά μαζί του· ίσως πάλι η μελαγχολία του Βάρσκι τώρα ανήκε σ’ εκείνη. Έτσι όταν η κόρη του καταφτάνει απρόσμενα για να το ζητήσει, η συγγραφέας αισθάνεται πλήρη απογύμνωση: το γραφείο αποτελούσε το όχημα κάθε δημιουργίας της αλλά και την δικαιολογία να μην πάρει τους δρόμους και εξαφανιστεί σε άλλους τόπους. Και η γραφή της αποτελούσε την μόνη της ζωή, οι ήρωές της την μόνη της παρέα – προτιμούσε την εσκεμμένη πολυσημία της μυθοπλασίας από την ακαταλόγιστη πραγματικότητα. Κάτω από χιλιάδες λέξεις κρυβόταν μια πλήρης ανεπάρκεια:

Άρχισα να υποπτεύομαι ότι αντί να αποκαλύπτω το κρυμμένο βάθος των πραγμάτων, όπως εξαρχής πίστευα ότι έκανα, ίσως ίσχυε το αντίθετο, ίσως κρυβόμουν πίσω από αυτά που έγραφα, χρησιμοποιώντας τα για να συγκαλύπτω μια μυστική έλλειψη, μια ανεπάρκεια που όλη μου τη ζωή έκρυβα από τους άλλους και την οποία με τη συγγραφή είχα κρατήσει κρυφή ακόμα κι από τον εαυτό μου […] ανεπάρκεια νοήματος, γεννημένη από ψυχική ανεπάρκεια. […] Και παρόλο που κατάφερνα να την κρύβω χρόνια, αντισταθμίζοντας την εικόνα μιας ελαφρώς αναιμικής ζωής με τη δικαιολογία ενός άλλου, βαθύτερου επιπέδου ύπαρξης στη δουλειά μου, ξαφνικά διαπίστωνα ότι ήμουν πλέον ανίκανη να το κάνω. [σ. 57- 58]

2. Ο κεντρικός χαρακτήρας της δεύτερης ιστορίας, ένας αποσυρθείς εισαγγελέας,  επιδίδεται σ’ ένα καταιγιστικό δευτεροπρόσωπο μονόλογο εναντίον του απόντος γιου του, όπου δεν δικαιολογεί μόνο την αδιάκοπη επιθετικότητα και την σαδιστική συναισθηματική διαπαιδαγώγησή του, αλλά και εκφράζεται με ανελέητη ειρωνεία περί πάντων, ακόμα και για την τρυφερή συμπαράσταση της γυναίκας του προς τον βλαστό τους. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο εδώ αποτελεί η σύγκρουση δυο εβραϊκών γενεών: ο πατέρας συγκρίνει τις μηδαμινές ταλαιπωρίες του νέου με τις δικές του οδύσσειες και αδυνατεί να κατανοήσει την άρνηση της στρατιωτικής καριέρας ή την αγορά ενός BMW, δηλαδή «ενός αυτοκινήτου φτιαγμένου από τους γιους των ναζί».

Άλλο εξαιρετικό εύρημα αποτελούν οι αποστολές των δεμάτων με χειρόγραφα από ένα βιβλίο που στέλνει ο γιος από το μέτωπο για να τα διασφαλίσει– ο πατέρας του τα ανοίγει για να τα διαβάσει κρυφά, αναρωτώμενος όμως αν ο γιος του αυτό τελικά επιδιώκει. Άραγε η συνάντησή τους με αφορμή τον θάνατο της συζύγου – μητέρας τους θα αποτελέσει ευκαιρία για μορατόριουμ στην πίκρα και την χολή ή για συνέχιση της εξοντωτικής πολεμικής με νέα μέσα; Τα δεδομένα δείχνουν προς το δεύτερο, καθώς ανοίγονται – πάντα σε εσωτερικό μονόλογο – νέα κρίσιμα θέματα, όπως η βεβιασμένη συμμετοχή του γιου στον πόλεμο και η τραγική επίσκεψή του στην οικογένεια ενός νεκρού συστρατιώτη.

3. Στην τρίτη ιστορία, ένα μορφωμένο ζεύγος συμβιώνει αρμονικά εδώ και δεκαετίες, έχοντας αφήσει ολόκληρες ζώνες του προτέρου τους βίου στα σκότη. Η συμπεφωνημένη σιωπή αφορά κυρίως το εφιαλτικό παρελθόν της γυναίκας που επιβίωσε από την καταδίωξη των Ναζί. Η Λότε προσπαθεί να κρύβει την θλίψη της, να τη διαιρεί σε όλο και μικρότερα κομμάτια και να τα σκορπίζει σε μέρη όπου πίστευε ότι κανείς δεν θα τα έβρισκε. Ο αφηγητής σύζυγος υπαινίσσεται πως το μόνο που του έμενε να κάνει είναι να την μετατρέψει σε αντικείμενο μελέτης. Γι’ αυτόν το γραφείο – κτήμα της γυναίκας του είναι ένα αντιπαθές, ογκώδες και αταίριαστο αντικείμενο, με καταθλιπτικές, ανησυχητικές αλλά και μυστηριώδεις προεκτάσεις. Ενώ εκείνη δείχνει να μην το αποχωρίζεται ποτέ, κάποτε το χαρίζει σ’ έναν άγνωστό του νέο, τον  Ντάνιελ Βάρσκι, που την επισκέπτεται συχνά (κι ενίοτε μυστικά) το 1970. Μέχρι να χάσει σταδιακά τη μνήμη της και να μαθευτεί το μυστικό από το οποίο εκείνος αποκλειόταν τόσα χρόνια, ο αφηγητής βασανίζεται από την υποψία της μεταξύ τους ερωτικής σχέσης (σε μερικές ακόμα εξαιρετικές σελίδες).

Την ίδια στιγμή, επιτόπου, αποφάσισα ότι θα συγχωρούσα στη Λότε τα πάντα. Φτάνει η ζωή να μπορούσε να συνεχιστεί όπως πριν. Φτάνει η καρέκλα που ήταν εκεί όταν πηγαίναμε για ύπνο να είναι και πάλι στη θέση της το πρωί. Δεν με ένοιαζε τι της συνέβαινε όσο κοιμόμασταν ο ένας δίπλα στον άλλο, δεν με ένοιαζε αν ήταν η ίδια καρέκλα ή χίλιες διαφορετικές ή αν όσο κρατούσε η μεγάλη νύχτα έπαυε εντελώς να υπάρχει – φτάνει όταν καθόμουν πάνω της για να φορέσω τα παπούτσια μου, όπως έκανα κάθε πρωί, να σήκωνε το βάρος μου. Δεν χρειαζόταν να ξέρω το καθετί. Το μόνο που είχα ανάγκη ήταν να συνεχίσουμε να ζούμε μαζί όπως πάντα. [σ. 135]

4. Το κεντρικό, αν και αφανές πρόσωπο της τέταρτης ιστορίας, ο  Τζορτζ Βάιζ,  αφιέρωσε τη ζωή του στην αναζήτηση χαμένων αντικείμενων από αρπαγές και λεηλασίες των Ναζί. Αντίθετα με τους ανθρώπους, πίστευε, τα άψυχα δεν εξαφανίζονται έτσι απλά. Στα χρόνια μετά τον πόλεμο επισκεπτόταν ο ίδιος τους γείτονες που τα οικειοποιήθηκαν και τα έπαιρνε αθόρυβα, ενώ αργότερα επέκτεινε τις δραστηριότητές του σε όλον τον κόσμο. Αμέτρητοι άνθρωποι τον πλησίαζαν για να ξαναβρούν τα πράγματα που λαχταρούσαν, να ξανακαθίσουν στο παλιό τους γραφείο, να ξαναγγίξουν ένα κομμάτι της αγνότερης ζωής τους. Το μόνο που δεν καταφέρνει είναι η ανασύνθεση του δικού του χαμένου δωματίου, ακριβώς όπως ήταν μια μοιραία μέρα του 1944…

1+2+3+4. Η αφηγήτρια Ίζαμπελ εμπλέκεται σε σχέση με τον γιο του Βάιζ και συμβιώνει μαζί του και με την αδελφή του. Το ιδιόμορφο, ασφυκτικό αδελφικό ζεύγος ζει εκπαιδευμένο από τον πατέρα του να αλλάζει διαρκώς σπίτια και έπιπλα – το εκάστοτε ανταλλακτικό του «εμπόρευμα». Η Νάντια αποφασίζει να αναζητήσει το γραφείο στην Ιερουσαλήμ από την νεαρή γυναίκα που το ζήτησε κι ο σύζυγος της Λότε ανακαλύπτει το σπαρακτικό της μυστικό αναθεωρώντας ολόκληρη τη ζωή του.

Αυτό για το οποίο μιλώ ή προσπαθώ να μιλήσω, είναι η αίσθηση πως η αυτάρκειά της – η απόδειξη που κουβαλούσε μέσα της ότι μπορούσε μόνη ν’ αντέξει αδιανόητες τραγωδίες, ότι στην πραγματικότητα η ακραία μοναξιά την οποία είχε χτίσει γύρω της, μικραίνοντας τον εαυτό της, αναδιπλώνοντάς τον, μετατρέποντάς τη σιωπηλή κραυγή σε αντίβαρο της προσωπικής εργασίας, ήταν αυτό ακριβώς που την έκανε ικανή να αντέχει – την εμπόδιζε να με έχει ανάγκη με τον τρόπο που την είχα εγώ. Όσο ζοφερές ή τραγικές κι αν ήταν οι ιστορίες της, η δημιουργίας τους, δεν μπορούσε παρά να είναι μια μορφή ελπίδας, μια άρνηση του θανάτου ή μια διατράνωση της ζωής ενώπιόν του. Και σε αυτό εγώ δεν είχα θέση…και αυτό που της επέτρεπε να επιβιώνει ήταν η δουλειά της, όχι η φροντίδα ή συντροφιά μου. Όλη μας τη ζωή επέμενα ότι εκείνη είχε την ανάγκη μου, όχι το αντίστροφο. Εκείνη χρειαζόταν προστασία, εκείνη ήταν λεπτεπίλεπτη και είχε ανάγκη από συνεχή φροντίδα. Στην πραγματικότητα όμως εγώ χρειαζόμουν να νιώθω ότι με χρειάζονται. [σ. 350 – 351]

Δεν χρειάζεται να διαβάσει κανείς για την σαφέστατη επιρροή του Πολ Όστερ για να διακρίνει τις σκιές του νεοϋορκέζου συγγραφέα στην γραφή της Κράους, ιδίως στις σελίδες όπου οι χαρακτήρες κολυμπούν χαμένοι στις ιδεοληψίες τους ή αναζητούν ένα πρόσωπο ή ένα αντικείμενο που νομίζουν πως θα τους λυτρώσει. Η ιστορία του Βάιζ, πάντως, θα μπορούσε να βγαίνει από κάποιο βιβλίο του Ισαάκ Μπασέβις Σίνγκερ. Σε κάθε περίπτωση η Κράους συμπλέκει τις τέσσερις ιστορίες με πολλούς τρόπους σε παράλληλες συγκλονιστικές ιστορίες, ανοίγοντας το μυθιστόρημά της με διαδοχικές ενδοσκοπήσεις και εγκιβωτισμένες ιστορίες και εμποτίζοντάς σε συνεχή εσωτερική δράση και καταιγιστικούς στοχασμούς.

Καθώς τα τελευταία χρόνια κινούμαστε και κάτω από το σκοτεινό αστέρι του Ρομπέρτο Μπολάνιο, είναι αδύνατο να μην τον θυμηθούμε ιδίως στις αφηγήσεις για τον Ντανιέλ Βάρσκι. Η συμμαχία της πρώτης αφηγήτριας με τον αβανγκάρντ ποιητή, η ανταλλαγή λιστών με ποιητές γραμμένων στο πίσω μέρος μιας χαρτοσακούλας και καρτών που μετά το πραξικόπημα γίνονταν όλο και πιο μελαγχολικές, ο ταξιδευτής που τελικά αντί να γυρίσει τον κόσμο επιστρέφει στην πατρίδα για να πάρει τη θέση στο πλευρό των παιδικών του φίλων που πολεμούσαν για την επανάσταση ή την απελευθέρωση στη Χιλή, αποτελούν όλα άτυπους μπολανιακούς διαλόγους, τουλάχιστον στις περιπτώσεις όπου αμφότεροι περιορίζονται στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας, χωρίς περαιτέρω πολιτικές εμβαθύνσεις. Όπως και σε αποσπάσματα σαν κι αυτό: Το φιλί μας ήταν κάπως απογοητευτικό. Όχι ότι ήταν άσχημο, ήταν όμως απλώς ένα σημείο στίξης στη μεγάλη συνομιλία μας, μια παρενθετική σημείωση προορισμένη να επιβεβαιώσει στον καθένα μας την βαθιά αίσθηση συμφωνίας, την αμοιβαία προσφορά συντροφικότητας, που είναι πολύ πιο σπάνια από το ερωτικό πάθος ή ακόμα και από την αγάπη. [σ. 25]

Και τελικά, τι νόημα έχουν οι παθιασμένες αναζητήσεις του Βάιζ; Όπως λέει ο ίδιος, τώρα μόνο εκείνοι που ήταν κάποτε παιδιά έρχονται σ’ αυτόν κι αναζητούν την παιδική τους ηλικία. Μπορεί να μην γίνεται να επαναφέρουν τους νεκρούς στη ζωή, αλλά ζητούν την καρέκλα που κάθονταν κάποτε, το κρεβάτι όπου κοιμούνταν, την κασέλα όπου φυλούσαν τα παιχνίδια τους. Κι εκείνος τους παρουσιάζει το αντικείμενο που ονειρεύονταν για την μισή τους ζωή. Δεν έχει σημασία αν κάποιες φορές τους εξαπατά: η μνήμη είναι πιο πραγματική από την αλήθεια. Ένα γραφείο, μπορεί να αποτελέσει την ανάμνηση του Οίκου, μια τέλεια συνάθροιση των άπειρων μερών της εβραϊκής μνήμης αλλά και τον ίδιο τον μεταφορικό οίκο του νου. Στον επόμενο κόσμο θα κατοικούμε όλοι μαζί στη μνήμη των αναμνήσεών μας.

Μέρα τη μέρα, χρόνο με το χρόνο πρέπει να σκάψεις μέσα σου, να ξεθάβεις ό,τι κρύβεται στο μυαλό σου και στην ψυχή σου για να τα κοσκινίσει ο άλλος ώστε να σε γνωρίσει, και εσύ επίσης πρέπει να διαθέσεις ημέρες και χρόνια βαδίζοντας με δυσκολία ανάμεσα σε όλα αυτά που φέρνει εκείνος στην επιφάνεια γα σένα μόνο, στον αρχαιολογικό τόπο της ύπαρξής του, πόσο εξουθενωτικά έγιναν, αυτή η ανασκαφή…[σ. 286]

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, μτφ. Ιωάννα Ηλιάδη, σελ. 392 (Nicole Krauss, The Great House, 2010).

19
Ιον.
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 96. Κώστας Κουτσουρέλης

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των τριών σας ποιητικών συλλογών;

Οι Ιστορίες του ύπνου είναι ένα βιβλίο ενδοσκόπησης του Εγώ. Το De arte amandi ένα άνοιγμα στο Εσύ. Και ο Αέρας αύγουστος, η οριστική έξοδος στο Εμείς και τον Άλλο.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία;

Εργάζομαι ψηλαφώντας τα πλήκτρα και ατενίζοντας την οθόνη. Ανήκω σ’ αυτούς που χωρίς το βουντού της τεχνολογίας είναι ζήτημα αν θα ολοκλήρωναν ποτέ κάτι.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις.

Σε καμμία περίπτωση κατά. Οι λέξεις έχουν τη δική τους ερρυθμία, οι έξωθεν ήχοι τις θορυβούν. Όταν αυτές σιγούν, μου αρέσει η όπερα και η μουσική δωματίου. Τίποτα όμως δεν με συγκινεί περισσότερο από το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ο νοερός. Μια αρχική πρώτη εικόνα ή ήχος που επιμένει να με τριβελίζει ωσότου λάβει λεκτική μορφή. Πλην η παγίδα είναι αμφίδρομη.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σ’ αεροπλάνα και βαπόρια. Φιλοξενούμενος. Παρά θίν’ αλός.

Η πεζογραφία σας αφήνει αδιάφορο; Θα παραμείνετε αποκλειστικά ποιητής;

Καθόλου. Ασχολούμαι άλλωστε συστηματικά με την πολυτιμότερη, σήμερα, μορφή της: το δοκίμιο.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ο Κορνάρος, ο Σολωμός, ο Παναγιώτης Κονδύλης.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Δύο μόνο απ’ τα πολλά, περίπου πρόσφατα: Ο κρότος του χρόνου, του Διονύση Καψάλη. Και οι Λογαριασμοί υπό την αιωνιομηδαμινότητα, του Αντώνη Ζέρβα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Ψυχολογία Συριανού συζύγου. Ο Αμερικάνος. Θάνατος παλληκαριού.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Τάσος Αναστασίου. Ο Συνεσταλμένος δολοφόνος του είναι επίτευγμα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Σκέφτομαι εκείνους τους σκοτεινούς και καταχθόνιους τύπους του 19ου αιώνα: τον Ζητιάνο, τον Ιουλιανό Σορέλ, τον Μπελ Αμί. Κι ακόμη, τον Καίσαρα Μπιροττώ και τον Ιωάννη Γαβριήλ Μπόρκμαν.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Δύσκολη εικάζω. Αμφίθυμη. Γοητευτική. Κάποτε και αμοιβαία τυραννική.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές; Σε ποια επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Οι Κούκλες του Ρίλκε είναι ό,τι δεινότερο έχω κάνει. Η Ηλιόπετρα του Οκτάβιο Πας ό,τι το πιο απολαυστικό. Και όσο για συστάσεις, ρίξτε μια ματιά εδώεδώ  και εδώ.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Χαίλντερλιν! Γκαίτε! Όμηρος! Διάφοροι Άγγλοι και Ισπανοί λυρικοί.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Το αντίθετο συμβαίνει… Σήμερα, εποχή αλεξανδρινή και σοφολογιώτατη, η μετάφραση υπερτιμάται. Το ζητούμενο είναι πολύ πεζότερο: η δουλειά των συντελεστών της να πληρώνεται αξιοπρεπώς. Και εγκαίρως!

Και με τους επιμελητές, τους διορθωτές; Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Αυτό που μας λείπει γενικά είναι οι επαγγελματίες. Πρώτης τάξεως διορθωτές, επιμελητές, μεταφραστές, αναγνώστες έχουμε λίγους. Αλλά και οι συγγραφείς μας συμπεριφέρονται συχνά σαν παρεξηγημένες πριμαντόννες.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων που γράψατε ή μεταφράσατε; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Ο Άλφρεντ Ντορν του Μάρτιν Βάλζερ δεν με εγκατέλειψε ποτέ. Φορές κοιτιέμαι στον καθρέφτη αν του μοιάζω.

Πως ήταν η εμπειρία της διδασκαλίας της μετάφρασης;

Ανάλογη των εκάστοτε μαθητών μου. Κάποιες –λίγες– φορές συναρπαστική. Συνήθως δύστοκη και λαχανιαστή. Και άλλοτε πάλι μάταιη ή και εξοργιστική.

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Ποικολοτρόπως.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Οι ‘‘Ιστορίες Μπονζάι’’ του Γιάννη Πατίλη και της Ηρώς Νικοπούλου. Μια ιδεώδης ώσμωση μηνύματος και μέσου.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία–παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Ο μέσος Συνέλλην μού φαίνεται καθ’ όλα κατάλληλος ήρωας: νήπιος, οργίλος,  ασεβής, απαρηγόρητος. Πλήρως αναξιοποίητος θεωρητικά!

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Οι σκηνοθέτες του θεάτρου μας συνήθως με εξοργίζουν. Αυτοί του σινεμά είναι πιο προσεκτικοί.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Γκόγκολ. Ιωάννη Γεωμέτρη. Εφημερίδες.

Τι γράφετε και τι μεταφράζετε τώρα; 

Δεν μεταφράζω. Γράφω μια μεγάλη ποιητική επιστολή στον Οδυσσέα Ελύτη.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Εκ των ων ουκ άνευ. Και εθιστικό. Ακόμα και στη λογοτεχνία, η βασιλεία του εντύπου έχει πλέον παρέλθει. Τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα γίνονται στον κυβερνοχώρο και στις ζωντανές εκδηλώσεις.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Ναι, φυσικά. Ενίοτε γράφω κιόλας. Προκειμένου όμως για τις βιβλιοκρισίες του διαδικτύου παρατηρώ την αντίφαση: κι αυτές με βιβλία ασχολούνται, σχεδόν ποτέ με ηλεκτρονικές δημοσιεύσεις…

Θα μας αναφέρετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;

Γυναικών του Μιχάλη Γκανά. Εν πτήσει προς Ντύσσελντορφ. Επειδή δεν χρειάστηκε να το διαβάσω ο ίδιος.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Είμαι υπέρ του ευρώ και κατά του Μνημονίου. Σε εκβιαστικά διλήμματα δεν συναινώ.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε αλλά σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Μα τα είπαμε όλα νομίζω!

16
Ιον.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 117

Νταμιάν Ταμπαρόφσκι, Ιατρική αυτοβιογραφία, εκδ. Πάπυρος, 2009, μτφ. Νάντια Γιαννούλια, σ. 128 – 129 (Damián Tabarovsky, Autografía dica, 2007)

Κάθε στιγμή της ζωής του έμοιαζε φωτοτυπημένη, ανατυπωμένη, αντιγραμμένη σε τέτοιο ακραίο σημείο ώστε το πρωτότυπο να μη διακρίνεται πλέον από το αντίγραφό του, ένα σημείο όπου τα σύνορα διαλύονται, σβήνονται, υγροποιούνται. Λες και η ζωή του είχε μετατραπεί σε ένα vaudeville, σε μια από εκείνες τις ελαφρές κωμωδίες όπου όλοι ξέρουν τι θα συμβεί προτού ακόμα συμβεί, όπου είναι γνωστό από ποια πόρτα θα μπουν οι πρωταγωνιστές και από ποια θα βγουν, τι διαλόγους θα ανταλλάξουν μεταξύ τους και ποιες καταστάσεις θα βιώσουν, πώς θα ντυθούν και ποια στιγμή θα γδυθούν, και ακριβώς γι’ αυτόν  το λόγο το έργο είναι διπλά επιτυχημένο, διπλά διασκεδαστικό, διπλά ευρηματικό.

Γιατί στην πραγματικότητα τίποτα δεν είναι πιο διαφορετικό, πιο αλλιώτικο, πιο ποικίλο από την επανάληψη. Καμία επανάληψη δεν επαναλαμβάνεται ομοιότροπα, κανένα αντίγραφο δεν αποτυπώνει πιστά την πραγματικότητα. Αντιθέτως, κάθε επανάληψη αψηφά το πρωτότυπο, κάθε ανατύπωση παραβιάζει την προέλευση, κάθε πλεονασμός μετατοπίζει το νόημα. Μάλιστα, η κατάκτηση της πρωτοτυπίας οφείλεται ακριβώς στην επίμονη, διαρκή, μανιώδη επανάληψη. Η καινοτομία είναι κατ’ αρχή μια υπόθεση επανάληψης, υποτροπής, μονοτονίας, συχνότητας. Η καινοτομία είναι γέννημα της επανάληψης, της επαναλαμβανόμενης επανάληψης ξανά και ξανά μέχρι το σημείο όπου δεν επαναλαμβάνεται πια τίποτα, όπου τίποτα δεν επαναλαμβάνεται.

15
Ιον.
12

The Nits – Wool (Play It Again Sam, 2000)

Έχουν από καιρό διαμορφωθεί οριστικά από αντρικό τρίο σε μικτό κουαρτέτο: οι Henk Holfstede (φωνή και πλήκτρο) και Rob Kloet (περκάσσιον) παραμένουν στυλοβάτες αλλά πλαισιώνονται από τις τρυφερές Αrwen (διάφορα μπάσα) και Laetitia (φωνές και πλήκτρο). Τις γωνίες φυλάνε οι αδελφοί Telman σε ήχο και φως αλλά και υπολογιστές. Υπάρχουν ακόμη 4 προσκεκλημένοι στα φωνητικά, κοτζάμ κουαρτέτο εγχόρδων (αν και έξι μου βγαίνουν τα ονόματα) και άλλο ένα πνευστό τημ (The Stylus Horn). Δείγμα του πόσο προσεκτικά, σχεδόν χειρουργικά, περιποιούνται τον ήχο τους; Σαφέστατα. Απόδειξη του πόσο έχει αλλάξει – πλουτίσει – βαρύνει; Όχι· μετά βίας φαίνονται όλοι αυτοί οι Niματαίοι και στοιχηματίζω ότι όλοι τους πατούσαν στις μύτες.

Η μουσική τους παραμένει γλυκύτατη, εμβριθής και κυρίως ζεστή, πολύ ζεστή. Τα επιπρόσθετα όργανα έρχονται εδώ κι εκεί μόνο για να σχηματίζουν πινελιές, για να υπογραμμίσουν μια εμπνευσμένη μελωδική γραμμούλα, για να προσθέσουν μια ανάσα ομορφιάς. Τίποτα περισσότερο, τίποτα περισσό. Μιλώντας για πινελιές, μου ξανάρχεται στο νου η έμμονη ιδέα τους με τη ζωγραφική: είτε εξπρεσσιονιστές είτε αφαιρετικοί (και τα δύο χαρακτηρίζουν τα κομψά τραγούδια τους) κάνουν αυτό που έκαναν πάντα: απαθανατίζουν μικρά καθημερινά στιγμιότυπα, τους προσδίδουν καθημερινή ποίηση και τα βουτούν στη μουσική τους παλέττα· παλέτα βέβαια σαφώς κεντροευρωπαϊκή (μα τι κάνει αυτός ο διορθωτής! Μου αφαιρεί το δεύτερο σίγμα από τους εξπρεσσιονιστές και το δεύτερο ταυ από την παλέττα!).

Ακούγεται χιλιοειπωμένο αλλά εδώ οι – Ολλανδοί γαρ – Nits, φαίνεται ότι ζούνε σε άλλους ρυθμούς, έχουν άλλο κλίμα, περιστοιχίζονται από άλλες ομορφιές κι άλλες ασχήμιες. Ενδιαφέρον μού προκαλεί η συχνή εμμονή τους σε λυπητερά ή τραγικά θέματα – ακούστε για παράδειγμα το Crime and Punishment, απόηχο ενός τρομοκρατικού χτυπήματος με το χαρακτηριστικό ήχο από το σάζι ή την περιγραφή ενός «καρκίνου» που σου κατατρώει τις αισθήσεις με υπόκρουση τις γνωστές jazzy κατασκευές των ενήλικων πιά Γήινων κι ουχί Ιπτάμενων Ολλανδών μας (αφού πέρασαν την εικοσαετία της μπάντας).

Κατά την προσωπική μου άποψη η τελευταία τους οκταετία είναι και η πιο εμπνευσμένη. Τα πλέον αγαπημένα μου κομμάτια τους απ’ όλη τους την πορεία είναι το Mourir avant 15 ans (πώς είναι δυνατόν μια τόσο σκληρή ιστορία να ενδυθεί με τόσο ωραία μουσική;) και το Cabins (είναι δυνατό μια τόσο χαρούμενη ιστορία να ενδυθεί με τόσο ωραία μουσική). Και ίσως σπάνια γράφονται ιδανικά τραγούδια για το Τραίνο, τα Νυχτοπούλια, τις Διακοπές. [7/10]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

14
Ιον.
12

Διαβάζω, τεύχος 540 (Ιούνιος 2012)

Λογοτεχνία, Διαδίκτυο και Νέες Τεχνολογίες: Τα επόμενα πράγματα

Το happy end είναι συνήθως ένα ξεροκόμματο βλακώδους αισιοδοξίας που χρησιμοποιούν οι κλασικοί συγγραφείς για να ανακουφίζουν και να ηρεμούν τον ακατέργαστο λαό. Αφού επί δύο ώρες ή για εξακόσιες σελίδες έχει αναπτυχθεί και λειτουργήσει ο τραγικός μηχανισμός των αληθειών, στο τέλος οι κλασικοί συγγραφείς κολλάνε ένα απίστευτο ψέμα για να χρυσώσουν το χάπι και να πουν στον αμετακίνητο θεατή ή αναγνώστη ότι τελικά όλα θα πάνε καλά όπως τα θέλει αυτός κι όχι όπως τα θέλει η μοίρα. Όλα αυτά τα happy end είναι τόσο απίστευτα ψέματα που οι συγγραφείς δε νιώθουν καμία τύψη αν υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να τα δεχτούν ως αλήθειες και οριστικά συμπεράσματα, τελικά άξιοι της τύχης τους λέει ο Γιώργος Μανιώτης σε συνομιλία του, μεταξύ άλλων, για το φρέσκο του μυθιστόρημα Τώρα αλλά και για την πεποίθησή του πως «το να ξέρουμε τι μας συμβαίνει είναι η μεγαλύτερη επανάσταση».

Το μηνιαίο αφιέρωμα που χαρτογραφεί τις σχέσεις λογοτεχνίας και διαδικτύου και αποτυπώνει τις επιρροές των νέων τεχνολογιών στην σύγχρονη ελληνική λογοτεχνική κοινότητα. Τα κείμενα του αφιερώματος (επιμ. Χριστιάνας Μυγδάλη) αφορούν την Βιβλιοφιλική Μπλογκόσφαιρα (Γιώργος Περαντωνάκης), τις Ηλεκτρονικές εκδόσεις σε σχέση με την νεοελληνική λογοτεχνία (Άννα-Μαρία Σιχάνη), τα πνευματικά δικαιώματα των e-books (Γιάννης Φαρσάρης), τα «επόμενα πράγματα» (Παναγιώτης Γαβριήλογλου), την «ηλεκτρική λογοτεχνία» (Μαρία Ξυλούρη) κ.ά. Αντιγράφω από το κείμενο της τελευταίας: Το Ίντερνετ είναι ο εχθρός της συγγραφής, λένε κάποιοι: μπορεί να σου δίνει εργαλεία να προωθήσεις τη δουλειά σου, όμως σε εμποδίζει να τη γράψεις. Ο Φράνζεν για παράδειγμα, λέει ότι γράφει σε ένα παλιό λάπτοπ χωρίς σύνδεση στο Ίντερνετ, ώστε να μην του αποσπάται η προσοχή· υπάρχουν προγράμματα που φροντίζουν να διακόπτουν τη σύνδεση του υπολογιστή για προκαθορισμένα χρονικά διαστήματα, ώστε να γράφεις χωρίς να μπαίνεις στον πειρασμό να ελέγχεις το μέιλ σου κάθε τρεις και λίγο…

Η Κική Δημουλά συναντά τον Γιάννη Μπασκόζο και του εξηγεί γιατί δε χρειάζεται να γιορτάζουμε την παγκόσμια μέρα της ποίησης, ενώ δημοσιεύεται απόσπασμα μιας συζήτησης με θέμα Η ποίηση και η ανθρώπινη κατάσταση με τους ποιητές Milo Deangelis (Μιλάνο), Issa Makhlouf (Βηρυτός), Gérard Noiret (Παρίσι), Ozdemir Ince (Κωνσταντινούπολη), Στρατής Πασχάλης (Αθήνα), Marta Pessarrodona (Τερράσσα), Vlada Urosevic (Σκόπια), Michel Deguy (Παρίσι) και Rabia Djelti (Οράν) και ο καθιερωμένος φάκελος για τα φετινά Λογοτεχνικά Βραβεία του περιοδικού.

Προτού σας αφήσω για να κρυφτώ στο Ίσλα Μπόα του Χρήστου Αστερίου, ας κρυφακούσουμε τα λόγια του συγγραφέα σε μια από τις ραδιοφωνικές συνομιλίες με τον Νίκο Θρασυβούλου, που εδώ και κάποια τεύχη έχουν το δικό τους δισέλιδο στο περιοδικό: Η έμφαση είναι μια υπερεκτιμημένη έννοια, ειδικά σε ένα μυθιστόρημα μεγαλόπνοο, το οποίο χρειάζεται 3-4 χρόνια να γραφτεί. Η δουλειά είναι το κύριο που πρέπει να κάνεις. Η έμπνευση είναι η πρώτη ιδέα, που αναπτύσσεται στην πορεία αλλά σίγουρα δεν είναι το κυρίαρχο. Θέλει να κάνεις μαραθώνιο… [σ. 130]

Σημ.: Στο εξώφυλλο αναφέρεται ως αριθμός τεύχος το 530, προφανώς εκ παραδρομής.

13
Ιον.
12

Διονύσης Ελευθεράτος – Εξουσία, τι μπάλα παίζεις;

Μαύρα γήπεδα με γραβατωμένους παίκτες

Γήπεδο Μεστάγια, Βαλένθια, 2009, τελικός Ισπανικού Κυπέλλου «Copa del Rey». Οι οπαδοί των φιναλίστ Μπαρτσελόνα και Ατλέτικο Μπιλμπάο δύσκολα ξεχωρίζουν μεταξύ τους: τόσο στους δρόμους όσο και στις κερκίδες οι μεν συχνά φέρουν τα χρώματα και τις σημαίες των δε. Παρουσία του βασιλιά Χουάν Κάρλος και πλήθους επισήμων, ο ισπανικός εθνικός ύμνος καλύπτεται από τα σφυρίγματα Βάσκων και Καταλανών! Ο διακοσμητικός βασιλιάς τώρα δεν μπορεί να επαναλάβει την φράση που είπε στον Τσάβες («γιατί δεν το βουλώνεις;») – πώς να το πεις σε δεκάδες χιλιάδες Βάσκους και Καταλανούς, που συν τοις άλλοις συμμαχούν;

Μπορεί ο Θαπατέρο να μιλούσε για την Ισπανία της ποικιλότητας (λες και πρόκειται για αγροτικές καλλιέργειες) αλλά την τελευταία πενταετία, το συνηθέστερο που παθαίνει στη Χώρα των Βάσκων οποιοσδήποτε (φυσικό πρόσωπο ή πολιτικός φορέας) υποστηρίζει το αίτημα της αυτονομίας είναι να τυλίγεται σε μια κόλλα δικαστικού χαρτιού και να αντιμετωπίζεται ως τρομοκράτης. Οι περιπτώσεις είναι τόσες πολλές ώστε οι καταγγελίες για «επιχείρηση εξάλειψης της εθνικής ταυτότητας των Βάσκων» στην βασική βουλή να είναι δικαιολογημένες. Λίγες μέρες μετά ήρθε και ο τελικός, ενώπιον του πειθήνιου Χουάν Κάρλος που άλλωστε υπήρξε πάντα το χαϊδεμένο παιδί του Φράνκο, ακριβώς επειδή δεν ψέλλισε ποτέ τίποτα για δημοκρατικές ελευθερίες, όπως οι άλλοι του θρόνου διεκδικητές.

Λονδίνο, 1982. Τελικός Κυπέλλου Αγγλίας, μεταξύ Τόττεναμ και Κουίνς Παρκ Ρέιντζερς. Εδώ κι ένα χρόνο το μικρό νησιωτικό σύμπλεγμα Φόλκλαντ ή Μαλβίνες αποτελεί αντικείμενο πολέμου μεταξύ Αγγλίας και Αργεντινής. Καθώς βασικές μονάδες της Τότεναμ και πολυαγαπημένοι της κερκίδας είναι οι περίφημοι διεθνείς αργεντινοί Βίγια και Αρντίλες, το πλανώμενο ερώτημα είναι: πώς θα παραταχθούν οι νυν εχθροί της χώρας στο ναό του αγγλικού ποδοσφαίρου, πώς θα ανταλλάξουν χειραψίες με τη βασίλισσα; Τελικά στους δυο τελικούς αμφότεροι είναι …άφαντοι. Εντέλει ο Αρντίλες πήγε (ή στάλθηκε) δανεικός στην Παρί ΣΖ, ο δε Βίγια αποφάσισε να παραμείνει στην ομάδα κι έγινε κόκκινο πανί. Η υποκριτική διπλωματία πάντως στον τελικό υπερίσχυσε όλων. Δυο μήνες μετά, ο πόλεμος των 74 ημερών τελειώνει, αλλά το εθνικιστικό πνεύμα θα παραμένει εσαεί. Όσο για τον πόλεμο, ο Μπόρχες τα είπε όλα: «Ήταν ο καβγάς δυο φαλακρών για μια τσατσάρα…».

Αργεντινή, δεκαετία ’90. Ο πρόεδρος της Αργεντινής Κάρλος Μένεμ έχει εκδηλώσει δημοσίως την αμέριστη αγάπη του για την Ρίβερ Πλέιτ· προτίμηση πολιτικώς παρακινδυνευμένη, εφόσον η ομάδα θεωρείται η «επίσημη αγαπημένη» των εύπορων, ενώ η Μπόκα Τζούνιορς υποστηρίζεται από τις λαϊκές τάξεις. Πώς μπορεί λοιπόν να ισορροπήσει την «πολιτική» απρονοησία; Απλούστατα υποχρεώνοντας την …κόρη του να γίνει οπαδός της Μπόκα Τζούνιορς! Τουλάχιστον η νέα της ομάδα έχει … ειδικό νεκροταφείο μόνο για τους φίλους της, με συγκεκριμένες κρατημένες θέσεις για πιστούς, παίκτες και παράγοντες, ενώ τα άνθη είναι πάντα μπλε και κίτρινα (αυτό είναι που λέμε το ποδόσφαιρο ως θέμα ζωής και θανάτου). Παρόμοια αλλαγή ομάδας έκανε και ο άγγλος πρωθυπουργός Τζον Μέιτζορ: την εποχή που ζητούσε μια ενδεδειγμένη ποδοσφαιρική ταυτότητα οι σύμβουλοί του συνέστησαν να αποφύγει την άχρωμη και βαρετή Arsenal (προ Βενγκέρ) και έστρεψαν προς την Τσέλσι, ως περισσότερο συμβατή με το target group του Συντηρητικού Κόμματος. Λίγο καιρό αργότερα η Sun αποκάλυπτε πως ο ίδιος έκανε σεξ φορώντας την φανέλα της…

Ρωσία, Σιβηρία, 2009. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν ανοίγει τους κρουνούς των χρημάτων (περίπου 4, 5 εκατομμύρια ευρώ) προς όφελος της ποδοσφαιρικής ομάδας Τομ Τομσκ που μόλις απέφυγε τη χρεοκοπία· η αίτησή του προς τις επτά μεγαλύτερες ρωσικές ενεργειακές εταιρίες ήταν αρκετή για να εξασφαλίσει το απαραίτητο ποσό. Τι είδους πολιτικά οφέλη έχει ο πρόεδρος σώζοντας μια τέτοια ομάδα; Η Τομ Τομσκ τα τελευταία χρόνια επιβίωνε χάρη στα χρήματα του βασικού χορηγού της, επιχειρηματία Μιχαήλ Χανταρκόφσκι, από τους πλουσιότερους ανθρώπους της Ρωσίας. Ο Χανταρκόφσκι είχε αρνηθεί να δεχτεί τους κανόνες του οικονομικού παιχνιδιού που υπαγόρευσε το Κρεμλίνο για εκείνους που έγιναν ζάπλουτοι στην πρώτη μετασοβιετική περίοδο (εποχή Γέλτσιν, 1990 – 1999) σε ταχύτατο χρόνο και με αδιανόητες μεθόδους. Ο Πούτιν τον φιλοδώρησε με δικαστικές διώξεις που είχαν ως αποτέλεσμα βαριές κατηγορίες, πολύχρονη φυλάκιση και κρατική αφομοίωση των επιχειρήσεών του, δράττοντας την ευκαιρία να γίνει ο ίδιος ευεργέτης της Τομσκ αλλά και να αποδείξει «κοινωφέλεια» του νέου status της χώρας.

Γαλλία, 1998, προημιτελικά Μουντιάλ. Οι Γερμανοί συντρίβονται με 3-0 από τους Κροάτες, τέσσερα χρόνια μετά την άλλη μουντιαλική προημιτελική ήττα από τους Βούλγαρους. Η παροιμιώδης γερμανική ψυχραιμία κάνει φτερά και ο Λόταρ Ματέους θεωρεί «πατέρα της ήττας» τον πρώην υπουργό Εξωτερικών της Γερμανίας Χανς Ντίντριχ Γκένσερ, αφού «αυτός φαγώθηκε να γίνει ανεξάρτητο κράτος η Κροατία». Ο Γκένσερ άμεσα αντιγύρισε ανάλογη απάντηση: «Ο Λόταρ θα έπρεπε να μου χρωστά ευγνωμοσύνη για αυτό. Αν η Κροατία μας έβαλε τρία γκολ, μια ενιαία Γιουγκοσλαβία πόσα θα μας έβαζε; Έξι;». Ας τονιστεί πάντως ότι στο πολιτικό πόκερ για το μέλλον της Γιουγκοσλαβίας ο Γκένσερ αποδείχθηκε αποφασιστικός παίκτης – σύμμαχος των Κροατών, τους οποίους και προέτρεπε να κηρύξουν ανεξαρτησία ενάντια σε κάθε συμφωνία, πιθανώς και λόγω των ιστορικών δεσμών Γερμανίας – Κροατίας (κυρίως από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου η δεύτερη υπήρξε κράτος – υποχείριο του Τρίτου Ράιχ).  Διόλου τυχαία και η θερμή αγάπη του Πάπα για τον Φράνιο Τούτζμαν.

Εν έτει 1998 ο εκνευρισμός ενός διάσημου ποδοσφαιριστή και η χλευαστική απάντηση ενός – επίσης διάσημου – τέως υπουργού Εξωτερικών «ανακεφαλαιώνουν» την αιματηρή διάλυση μιας χώρας. Ξαναγράφουν τα «πρέπει» της Ιστορίας με γνώμονα την τσαντίλα και τον χαβαλέ, κάνουν τα ποτάμια αίματος που χύθηκαν στη Γιουγκοσλαβία να μοιάζουν με ασήμαντα σταξίματα μελανιού σε ένα αναθεματισμένο, ποδοσφαιρικό «φύλλο αγώνα». […]. Τι δείχνει ο πιο σημαντικός Γερμανός ποδοσφαιριστής της γενιάς του, όταν εύχεται να μην είχε γεννηθεί ποτέ το «κράτος – μικρό αδελφάκι» της Γερμανίας, μόνο και μόνο επειδή η ομάδα του έχασε σε ένα ματς; Δείχνει ότι είναι ασταθέστατες οι λυκοφιλίες που γεννιούνται υπό συνθήκες έξαρσης των εθνικισμών. Ότι οι περίφημες «αδελφοσύνες» και τα «κοινά πεπρωμένα» πάνε περίπατο, μόλις κάποιος εκ των «αδελφών» δει το δικό του συμφέρον να πλήττεται ή ακόμη και την …ποδοσφαιρική εστία του να παραβιάζεται… [σ. 156]

Από τον Μπερλουσκόνι που περιχαρής μετά το 4-1 της Μίλαν προς την Λα Κορούνια στα προημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ δίνει δημοσίως γραμμή στον προπονητή Αντσελότι που δεν τολμάει να φέρει αντίρρηση και στη ρεβάνς η Μίλαν ηττάται με …4-0 μέχρι τον Τζίτζι Μπεκάλι, ζάπλουτο ιδιοκτήτη της Στεάουα Βουκουρεστίου και πολιτικό παράγοντα στη Ρουμανία (ευρωβουλευτή με το ακροδεξιό εθνικιστικό κόμμα «Μεγαλύτερη Ρουμανία») που παραγγέλνει πίνακα με Ιησού τον εαυτό του και δώδεκα μαθητές τους έντεκα παίκτες της ομάδας με τον προπονητή τους, οι ιστορίες είναι ατέλειωτες. Μιλάμε για δεκάδες ιστορίες από κάθε άκρη του ποδοσφαιρικού και μπασκετικού κόσμου και κάθε μορφή συλλογικής και διασυλλογικής οργάνωσης που δεν χαρακτηρίζεται μόνο από σπαρταριστό σχολιασμό αλλά και εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συγχρονικές διαχρονικές συνδέσεις. Πάνω απ’ όλα όμως εδώ περιγράφονται οι «άλλοι» αγώνες, όπου το τερέν είναι βρώμικο όσο και η πολιτική, το έπαθλο είναι η εξουσία και οι παίκτες δε φοράνε φανέλες και σορτσάκια αλλά κοστούμια και γραβάτες.

Ο Διονύσης Ελευθεράτος (γεν. 1961) είναι δημοσιογράφος κοινωνικοπολιτικής αρθρογραφίας. Ανάμεσα στις παλαιότερες συνεργασίες του υπήρξε η Sportday και το SportFM, όπου και οι εξαιρετικές δίωρες μεταμεσονύκτιες εκπομπές διαλόγου (και με εναρκτήριο κομμάτι πάντα το Midnight Rumbler των Stones σε live εκτέλεση). Τελευταία βρίσκω κείμενά του στην iefimerida.gr.

Εκδ. Τόπος, 2010, εισαγ.: Παντελής Μπουκάλας, 357 σελ., με δισέλιδη βιβλιογραφία.

Στις φωτογραφίες: «Στρατηγός» Φράνκο και «Βασιλιάς» Χουάν Κάρλος, πάντα σύμμαχοι. / Αύγουστος 1978, λίγο καιρό μετά το βρώμικο Μουντιάλ της Αργεντινής, Αρντίλλες και Βίγια υπογράφουν στην Τότεναμ και παίρνουν ένα σύντομο … μάθημα αγγλικών. / Ο Κάρλος Μένεμ ποδοσφαιρίζει με την ομάδα των παλαίμαχων εκείνου του Μουντιάλ… / Ο Βλαντιμίρ Πούτιν περιχαρής υποδέχεται την είδηση της διοργάνωσης του Μουντιάλ του 2018 στην Ρωσία. / Μιλόσεβιτς, Τούτζμαν, Κάρατζιτς, σχεδιάζουν τον βολικότερο δυνατό χάρτη της  Γιουγκοσλαβίας. Το βιβλίο έχει ιστορίες ποδοσφαιρικής εμπλοκής για τον καθέναν τους. / Λόταρ Ματέους: κάτοχος της μνημειώδους φράσης. / Ο Μπερλουσκόνι παραδίδει σεμινάριο προπονητικής στον πρόθυμο Αντσελόττι. / Πάολο Μαλντίνι: ένας από τους παίκτες για τους οποίους είχε προσληφθεί ειδικός image maker στην Μίλαν, τα έσοδα του οποίου φρόντιζε να αποκρύπτει ο αντιπρόεδρος και δεξί χέρι του «Καβαλιέρε» Αντριάνο Γκαλιάνι.  Θα μπορούσε πάντως η χειρονομία του να απευθύνεται σε πολλούς από τους παραπάνω. / Μονρόβια, Λιβερία: αυτό που μένει όταν η εξουσία κάνει το παιχνίδι της.

Πρώτη δημοσίευση στο mic.gr υπό τον τίτλο Kick the ball or kick them all?




Ιουνίου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930  

Blog Stats

  • 1.028.275 hits

Αρχείο