Αρχείο για Ιουνίου 2012

29
Ιον.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 97. Μιχάλης Μακρόπουλος

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Τη στιγμή που γράφω αυτές τις αράδες, η θύρα του τελευταίου μου βιβλίου είναι η πόρτα του τυπογραφείου. Δυο νουβέλες με τίτλο Σπουργίτω, Γράχαμ (δύο νουβέλες). Ο εκδότης είναι μικρός αλλά ποιοτικός, ο Γιάννης Πικραμένος στην Πάτρα. Στη Σπουργίτω (που πολύ αόριστα φέρνει ίσως στο νου την ιστορία της Πρόκνης-Αηδόνας), μια ξένη με κομμένη γλώσσα μπαίνει σ’ ένα χωριό στο Πωγώνι της Ηπείρου και γίνεται το βουβό κέντρο του, που γύρω του η ασφυχτική κοινωνία του χωριού σκιρτά. Στη δεύτερη νουβέλα, με τίτλο Γράχαμ, υπάρχουν όπως και στη Σπουργίτω κάποιες σκέψεις μου σχετικά με τη φύση του Καλού, σχετικά με την αναγκαιότητά του και με το κατορθωτό του. Εδώ ο ήρωας είναι ένας αλκοολικός ζωγράφος σ’ ένα νησί, ένας άνθρωπος που με την ωμή ειλικρίνειά του και τη βαθιά ανθρωπιά του θυμίζει διά Χριστόν σαλό. Θυμάμαι επίσης πως όταν έγραφα τη Σπουργίτω διάβαζα την Thése Desqueyroux, και τα τέσσερα βιβλία της σειράς. Ίσως κάτι από τη ματιά του Mauriac, από την ψυχολογική πυκνότητα της Τερέζας του, να ταξίδεψε ως το Πωγώνι κι ως τους χαρακτήρες στις σελίδες του βιβλίου μου. Να και το ηλεκτρονικό κατώφλι του βιβλίου μου.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Τα δύο πρώτα μου βιβλία, Η θλίψη στα μάτια του Ποντικού και Η Ιουλία είχε ένα πόδι, δεν μπορώ πλέον να τα διαβάσω. Οι Ιστορίες για μικροσκοπικά και γιγαντιαία πλάσματα είναι ένα δοκίμιο, υπό μορφή νουβέλας, για την πόλη και για την ταυτότητα του ανθρώπου (ή την απώλεια αυτής της ταυτότητας ή ακόμα και την ανυπαρξία της) μες στην πόλη. Θυμούμαι πως εκείνη την εποχή διάβαζα πολύ J. G. Ballard. Δε νομίζω να μ’ άφησε ανεπηρέαστο. Το Τέρας και ο έρωτας είναι ένα παραμύθι για ενήλικες. Ήθελα να καθίσω να γράψω ένα παραμύθι, έτσι κάθισα και το ’γραψα. Ένα κολοσσιαίο τέρας αφανίζει την Ευρώπη, με τον αφηγητή να παρακολουθεί τα συμβάντα από ψηλά, ζώντας στ’ αφτί του τέρατος σαν παράσιτο. Δεν είναι ούτε αλληγορία ούτε τίποτε άλλο. Είναι απλώς ένα ευφάνταστο παραμύθι, όπως τέτοιο είναι παραμύθι για ενήλικες η πρώτη, ομότιτλη νουβέλα στη Μαγική εκδρομή, όπου ζωντανεμένες κούκλες εκστρατεύουν κατά του Χρόνου. Τα αγαπώ τα παραμύθια  αυτά, οι αρχαίες τραγωδίες και πού και πού η ποίηση, είναι τα λογοτεχνικά είδη (αν και το παραμύθι, τουλάχιστον το παραδοσιακό, φυσικά δε θα το ’λεγες λογοτεχνικό είδος) που με ξεκουράζουν σαν ένα ποτήρι κρύο νερό μια μέρα με καύσωνα.

Η δεύτερη νουβέλα, Μια συνηθισμένη μέρα στη ζωή του κυρίου Επαμεινώνδα Δράκου, είναι οι κωμικοτραγικές περιπέτειες ενός συνταξιούχου στη σύγχρονη Αθήνα. Θυμούμαι πως την εποχή που έγραψα αυτήν την ιστορία διάβαζα στ’ αγγλικά τον Οδυσσέα του Τζόυς. Σίγουρα θα μ’ επηρέασε. Το Τέλος του ταξιδιού αφηγείται την ιστορία ενός Γάλλου γλύπτη σ’ ένα ελληνικό νησί. Η έννοια της τυφλότητας ως αληθινής, εσωτερικής όρασης παίζει μεγάλο ρόλο σε τούτη την ιστορία. Είναι το πρώτο βιβλίο μου που όχι μόνον το έγραψα αλλ’ είναι και δικό μου· εννοώ, είναι βγαλμένο από κάπου βαθιά μέσα μου, και σ’ αυτό αποτυπώνεται η αγάπη μου για το τοπίο των Κυκλάδων  για την πέτρα και τη θάλασσα. Στην Άδεια καρέκλα επιστρέφω με πιο ανάλαφρη διάθεση στις Ιστορίες για μικροσκοπικά… Πάλι περιπλάνηση ενός προσώπου στην πόλη, πάλι λογής λογής συναντήσεις. Και τα είκοσι διηγήματα που μαζί με την ομότιτλη νουβέλα απαρτίζουν τη συλλογή βγήκαν όλα από κάτι που είδα ή άκουσα τριγυρνώντας στην πόλη, πηγαίνοντας σε μια συναυλία, σε μιαν έκθεση ζωγραφικής, σε μια παρουσίαση βιβλίου, ακόμα και για ψώνια στο σουπερμάρκετ, και προσέχοντας τους ανθρώπους γύρω μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν έχω προσφιλέστερο τρόπο συγγραφής. Όταν έχουν περάσει ένας δυο μήνες που δεν έχω καθίσει να γράψω μιαν ιστορία, νιώθω ανεξαιρέτως την ανάγκη να το κάνω. Άλλοτε είναι παραμύθι για παιδιά, άλλοτε είναι ιστορία για ενήλικες. Ένα πάρα πολύ μικρό ποσοστό έχει εκδοθεί. Γράφω γιατί μ’ αρέσει να γράφω.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Αγαπώ τους Debussy, Messiaen, Takemitsu, τον John Coltrane, τον Ralph Towner. Για να πάρετε μιαν ιδέα για το πώς εργάζομαι, παρακολουθήστε αυτό.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Φυσικά. Παντού.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Τον John Berger.   

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ήδη τους έχω αναφέρει εδώ κι εκεί στο ερωτηματολόγιο. Να πω μόνο μερικούς Έλληνες, όχι μόνο πεζογράφους αλλά και ποιητές. Φυσικά ο Παπαδιαμάντης. Ο Σκαρίμπας (έχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου). Ο Παλαμάς της Φλογέρας και του Δωδεκάλογου. Ο Ελύτης του Άξιον εστί.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Η Άννα Καρένινα είναι νομίζω το τελειότερο μυθιστόρημα που έχω διαβάσει. Θυμήθηκα τώρα δα πώς είχα αισθανθεί κάθε λέξη να έχει τη δική της χωριστή πληρότητα και τελειότητα όταν διάβαζα το Worstward Ho του Beckett. Το Solaris του Stanislaw Lem. Ο Βαραββάς του Pär Lagerkvist. Υπάρχουν συγγραφείς που δεν ξεχωρίζω κάποιο βιβλίο τους, αλλά που το σύνολο του έργου τους κάποια στιγμή στάθηκε αποκάλυψη για μένα  διάβασα απανωτά τα βιβλία τους, το ένα μετά τ’ άλλο, κι ήταν ετούτη η ανάγνωση ένα αληθινό ταξίδι. Πρόχειρα τώρα σκέφτομαι τον Saint- Exupéry, τον Graham Greene, τον Heinrich Böll, φυσικά τον John Berger, τον William Golding, τον André Malraux.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Οι Απροσδόκητες ιστορίες του Roald Dahl. Το διήγημα στην πιο απέριττη, συναρπαστική του μορφή, από έναν παραμυθά εξίσου μεγάλο με τον Ray Bradbury (δείτε παρακάτω, στα περί μετάφρασης). Και, για ολωσδιόλου διαφορετικούς λόγους, τα διηγήματα του Raymond Carver. Και, για άλλους λόγους επίσης, τα διηγήματα του Τσέχοφ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Θυμάμαι το θαυμασμό που ένιωσα διαβάζοντας τις Διηγήσεις παραφυσικών φαινομένων του Βασίλη Γκουρογιάννη και το Τους τα λέει ο Θεός του Σωτήρη Δημητρίου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Λιέβιν στην Άννα Καρένινα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν έχω αγαπημένο περιοδικό, αλλά απλώς θέματα που με ενδιαφέρουν και θέματα που μου είναι αδιάφορα.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Όχι, αλλά θα σας γράψω για μια ανάγνωση που έκανα δίπλα σε ποτάμι και τη θυμάμαι ιδιαίτερα. Κάθε Αύγουστο εγώ, η σύζυγός μου και τα παιδιά μας πηγαίνουμε καθημερινά για μπάνιο σ’ ένα ποτάμι, τον Γορμό, σε μια τοποθεσία γεμάτη πλατάνια, τους Αγιούς, στο Πωγώνι στην Ήπειρο. Εκεί, δίπλα στο ποτάμι, διάβασα το and our faces, my heart, brief as photos του John Berger. Οι λέξεις του βιβλίου είχαν τον ίδιο ήχο με του νερού που κυλούσε. Διαβάζοντάς τες στη σκιά των πλατανόφυλλων και βλέποντας τα πιτσιρίκια να παίζουν μες στο παγωμένο νερό και στο λαμπύρισμα του ήλιου, θυμάμαι να νιώθω μια γαλήνη πολύ ξεχωριστή και πολύ βαθιά.

Περί μετάφρασης

Ασχοληθήκατε πρόσφατα με την μετάφραση των Hitch 22 του Κρίστοφερ Χίτσενς. Πώς ήταν η εμπειρία; Για ποιο λόγο θα προτείνατε την ανάγνωσή τους στον σύγχρονο αναγνώστη;

Κουραστική όπως κάθε μετάφραση. Έπρεπε πολλά να αναζητηθούν, πολλά να αποδοθούν μ’ έναν τρόπο στα ελληνικά. Θα πρότεινα την ανάγνωση του Hitch 22 ως μάθημα για το πώς η πολλή επαφή με ισχυρούς, με ανθρώπους που ορίζουν την τύχη του κόσμου, τελικά θολώνει τον νου.

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Φυσικά έχω ένα σύστημα στη δουλειά μου, ειδάλλως δε θα ήταν αποδοτική. Αν ο συγγραφέας είναι αγαπητός στον μεταφραστή, τους συνδέει αυτή η αγάπη. Αλλιώς είναι μια δουλειά που πρέπει να γίνει καλά.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Με δυσκόλεψε πιο πολύ η μετάφραση ενός βιβλίου που δεν έχει εκδοθεί, του A tale of a tub του Jonathan Swift. Την έκανα σιγά σιγά για το κέφι μου, κι ο λόγος που καταπιάστηκα μ’ αυτήν ήταν ακριβώς επειδή θα με δυσκόλευε τόσο. Όσο για την ηδονή, δείτε παρακάτω.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Μεταφράζοντας πέντε απανωτά βιβλία του Hemingway, απέκτησα τικ στη γραφή, που είδα κι έπαθα να τα ξεφορτωθώ. Να τι σου κάνει ένας καλός συγγραφέας. Χάρηκα πολύ το Κρασί από πικραλίδα του Ray Bradbury (έτσι κι αλλιώς τον Ray Bradbury τον αγαπώ όσο λίγους συγγραφείς, ήταν μεγάλος παραμυθάς κι ένιωσα κατά κάποιον τρόπο σαν να έχασα έναν δικό μου άνθρωπο όταν διάβασα για το θάνατό του). Με πολλή αγάπη μετέφρασα επίσης το Γράμμα σ’ έναν όμηρο του Saint-Exupéry, για τον οποίον νιώθω ό,τι και για τον John Berger, δηλαδή εκτίμηση όχι μόνο για τον συγγραφέα αλλά και για τον άνθρωπο.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Όλοι οι συγγραφείς που αγαπώ, κι όχι για να αναμετρηθώ μαζί τους, αλλ’ ακριβώς επειδή τους αγαπώ.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δε μεταφράζεις ένα βιβλίο για να σου πουν μπράβο. Από την άλλη, όχι το αν θα αναφέρεται η κριτική στο έργο του μεταφραστή, αλλά το αν θα μπορεί να αναφερθεί, έχει άμεση σχέση με το αν το βιβλίο διαβάστηκε αληθινά, από την πρώτη σελίδα ως την τελευταία, ή διαγώνια για τις ανάγκες μιας εβδομαδιαίας στήλης σε έντυπο.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Δεν παρουσιάζει κανένα απολύτως πρόβλημα. Ο μεταφραστής κάνει τη δουλειά του, ο επιμελητής κι ο διορθωτής κάνουν τη δική τους, κι όλων η δουλειά είναι εξίσου σημαντική.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Μεταφράζοντας (όχι μόνο λογοτεχνία, αλλά και τεχνικά κείμενα ενίοτε). Επίσης, με δυσκολία.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω Patrick Leigh Fermor, γράφω ένα οδοιπορικό στο Πωγώνι (έναν τόπο όπου περνώ γύρω στους τέσσερεις μήνες κάθε χρόνο) και μεταφράζω ένα αμερικανικό μυθιστόρημα με τίτλο Goodbye for now, της Laurie Frankel.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Πολύ κινηματογράφο, σχεδόν καθόλου θέατρο. Φυσικά έχω αγαπήσει εκατοντάδες ταινίες, αν όμως θα ’πρεπε οπωσδήποτε να επιλέξω ένα σκηνοθέτη, νομίζω πως θα επέλεγα τον Τσάπλιν.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Διαδικτυώνομαι λάου λάου. Συχνά, επίσης, το διαδίκτυο μου γεννά την αίσθηση πως όπου λαλούν πολλοί κοκόροι δεν ξημερώνει ποτέ.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Καταρχάς θα τη χάριζε στα παιδιά μου, στην Αναστασία; Η απώλεια της μεταφραστικής μου ικανότητας δε με πολυσκοτίζει, κι αν τυφλωνόμουν, ας πούμε, θ’ άκουγα μ’ άλλον τρόπο μουσική (αλλά ναι, θα με λυπούσε βαθιά που δε θα μπορούσα να διαβάσω). Όσο για την αιώνια νιότη, να μου λείπει ακόμα και χωρίς αντίτιμο.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Να κάνω εγώ μιαν ερώτηση στον εαυτό μου, που τελευταία την κάνω πολύ συχνά. Πώς νιώθω ζώντας στη σημερινή Ελλάδα; Από το Δελβινάκι, το χωριό όπου συχνά μένουμε στο Πωγώνι, παίρνω το ανηφορικό μονοπάτι για ένα ξωκλήσι τον Αϊ-Δημήτρη και στέκομαι σ’ ένα σημείο απ’ όπου βλέπω βουνά και παραπίσω άλλα βουνά, όλο και πιο αχνά, κι όμοια με κύματα μιας πέτρινης θάλασσας. Ό,τι με περιβάλλει, τότε, με γεμίζει βαθιά κι απόλυτα. Αυτή είναι η απάντηση που ’χω εγώ να δώσω στον εαυτό μου.

28
Ιον.
12

Νικόλ Κράους – Όταν όλα καταρρέουν

Ένα γραφείο, ο μεταφορικός οίκος της μνήμης

Υπάρχουν στιγμές που σε καταλαμβάνει ένα είδος διαύγειας και ξαφνικά τα εμπόδια παραμερίζουν κι αντικρίζεις μια άλλη διάσταση την οποία είχες ξεχάσει ή είχες επιλέξει να αγνοήσεις, ώστε να συνεχίσεις να ζεις με τις διάφορες ψευδαισθήσεις που κάνουν τη ζωή – ειδικά τη ζωή με άλλους ανθρώπους – δυνατή. [σ. 28]

Βρίσκουμε παρηγοριά στις συμμετρίες της ζωής επειδή υπαινίσσονται ένα σχέδιο εκεί όπου δεν υπάρχει κανέναν. [σ. 115]

0. Ο βασικός, αν και όχι μοναδικός πυρήνας του τετραπλόκαμου μυθιστορήματος της Κράους είναι ένα αντικείμενο: ένα γραφείο τεράστιο, σκοτεινό, υποβλητικό, με τα πολλά του συρτάρια σαν ζωντανά, οργανικά μέλη. Η Μυθοπλαστική της Διαδρομής του, εδώ ανάμεσα σε κατόχους, χρήστες και κλέφτες, φυσικά δεν είναι πρωτότυπη όμως η συγγραφέας (Νέα Υόρκη 1974, σύζυγος του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, χαρακτηρισμένη από New Yorker ως μία εκ των 20 καλύτερων συγγραφέων κάτω των 40 ετών) τη χρησιμοποιεί για να φλογίσει με εξαιρετικό τρόπο τις τέσσερεις σπονδυλωτές ιστορίες της.

1. Για την αφηγήτρια της πρώτης ιστορίας το γραφείο υπήρξε το εργαστήριο συγγραφής των μυθιστορημάτων της, η μοναδική έκφραση της τάξης στη ζωή της, το κληρονόμημα και ενθύμιο του εξαφανισμένου από την αστυνομία του Πινοσέτ ποιητή φίλου της. Η Νάντια δεν νοιώθει μόνο υπεύθυνη για την φύλαξή του γραφείου αλλά και αιχμάλωτή του. Τα συρτάρια του αντιπροσώπευαν «τη σχηματική αποτύπωση μιας συνείδησης που δεν μπορούσε να εκφραστεί παρά μόνο με τον ακριβή αριθμό και τη διάταξή τους». Ο εαυτός της εναρμονίστηκε οριστικά μαζί του· ίσως πάλι η μελαγχολία του Βάρσκι τώρα ανήκε σ’ εκείνη. Έτσι όταν η κόρη του καταφτάνει απρόσμενα για να το ζητήσει, η συγγραφέας αισθάνεται πλήρη απογύμνωση: το γραφείο αποτελούσε το όχημα κάθε δημιουργίας της αλλά και την δικαιολογία να μην πάρει τους δρόμους και εξαφανιστεί σε άλλους τόπους. Και η γραφή της αποτελούσε την μόνη της ζωή, οι ήρωές της την μόνη της παρέα – προτιμούσε την εσκεμμένη πολυσημία της μυθοπλασίας από την ακαταλόγιστη πραγματικότητα. Κάτω από χιλιάδες λέξεις κρυβόταν μια πλήρης ανεπάρκεια:

Άρχισα να υποπτεύομαι ότι αντί να αποκαλύπτω το κρυμμένο βάθος των πραγμάτων, όπως εξαρχής πίστευα ότι έκανα, ίσως ίσχυε το αντίθετο, ίσως κρυβόμουν πίσω από αυτά που έγραφα, χρησιμοποιώντας τα για να συγκαλύπτω μια μυστική έλλειψη, μια ανεπάρκεια που όλη μου τη ζωή έκρυβα από τους άλλους και την οποία με τη συγγραφή είχα κρατήσει κρυφή ακόμα κι από τον εαυτό μου […] ανεπάρκεια νοήματος, γεννημένη από ψυχική ανεπάρκεια. […] Και παρόλο που κατάφερνα να την κρύβω χρόνια, αντισταθμίζοντας την εικόνα μιας ελαφρώς αναιμικής ζωής με τη δικαιολογία ενός άλλου, βαθύτερου επιπέδου ύπαρξης στη δουλειά μου, ξαφνικά διαπίστωνα ότι ήμουν πλέον ανίκανη να το κάνω. [σ. 57- 58]

2. Ο κεντρικός χαρακτήρας της δεύτερης ιστορίας, ένας αποσυρθείς εισαγγελέας,  επιδίδεται σ’ ένα καταιγιστικό δευτεροπρόσωπο μονόλογο εναντίον του απόντος γιου του, όπου δεν δικαιολογεί μόνο την αδιάκοπη επιθετικότητα και την σαδιστική συναισθηματική διαπαιδαγώγησή του, αλλά και εκφράζεται με ανελέητη ειρωνεία περί πάντων, ακόμα και για την τρυφερή συμπαράσταση της γυναίκας του προς τον βλαστό τους. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο εδώ αποτελεί η σύγκρουση δυο εβραϊκών γενεών: ο πατέρας συγκρίνει τις μηδαμινές ταλαιπωρίες του νέου με τις δικές του οδύσσειες και αδυνατεί να κατανοήσει την άρνηση της στρατιωτικής καριέρας ή την αγορά ενός BMW, δηλαδή «ενός αυτοκινήτου φτιαγμένου από τους γιους των ναζί».

Άλλο εξαιρετικό εύρημα αποτελούν οι αποστολές των δεμάτων με χειρόγραφα από ένα βιβλίο που στέλνει ο γιος από το μέτωπο για να τα διασφαλίσει– ο πατέρας του τα ανοίγει για να τα διαβάσει κρυφά, αναρωτώμενος όμως αν ο γιος του αυτό τελικά επιδιώκει. Άραγε η συνάντησή τους με αφορμή τον θάνατο της συζύγου – μητέρας τους θα αποτελέσει ευκαιρία για μορατόριουμ στην πίκρα και την χολή ή για συνέχιση της εξοντωτικής πολεμικής με νέα μέσα; Τα δεδομένα δείχνουν προς το δεύτερο, καθώς ανοίγονται – πάντα σε εσωτερικό μονόλογο – νέα κρίσιμα θέματα, όπως η βεβιασμένη συμμετοχή του γιου στον πόλεμο και η τραγική επίσκεψή του στην οικογένεια ενός νεκρού συστρατιώτη.

3. Στην τρίτη ιστορία, ένα μορφωμένο ζεύγος συμβιώνει αρμονικά εδώ και δεκαετίες, έχοντας αφήσει ολόκληρες ζώνες του προτέρου τους βίου στα σκότη. Η συμπεφωνημένη σιωπή αφορά κυρίως το εφιαλτικό παρελθόν της γυναίκας που επιβίωσε από την καταδίωξη των Ναζί. Η Λότε προσπαθεί να κρύβει την θλίψη της, να τη διαιρεί σε όλο και μικρότερα κομμάτια και να τα σκορπίζει σε μέρη όπου πίστευε ότι κανείς δεν θα τα έβρισκε. Ο αφηγητής σύζυγος υπαινίσσεται πως το μόνο που του έμενε να κάνει είναι να την μετατρέψει σε αντικείμενο μελέτης. Γι’ αυτόν το γραφείο – κτήμα της γυναίκας του είναι ένα αντιπαθές, ογκώδες και αταίριαστο αντικείμενο, με καταθλιπτικές, ανησυχητικές αλλά και μυστηριώδεις προεκτάσεις. Ενώ εκείνη δείχνει να μην το αποχωρίζεται ποτέ, κάποτε το χαρίζει σ’ έναν άγνωστό του νέο, τον  Ντάνιελ Βάρσκι, που την επισκέπτεται συχνά (κι ενίοτε μυστικά) το 1970. Μέχρι να χάσει σταδιακά τη μνήμη της και να μαθευτεί το μυστικό από το οποίο εκείνος αποκλειόταν τόσα χρόνια, ο αφηγητής βασανίζεται από την υποψία της μεταξύ τους ερωτικής σχέσης (σε μερικές ακόμα εξαιρετικές σελίδες).

Την ίδια στιγμή, επιτόπου, αποφάσισα ότι θα συγχωρούσα στη Λότε τα πάντα. Φτάνει η ζωή να μπορούσε να συνεχιστεί όπως πριν. Φτάνει η καρέκλα που ήταν εκεί όταν πηγαίναμε για ύπνο να είναι και πάλι στη θέση της το πρωί. Δεν με ένοιαζε τι της συνέβαινε όσο κοιμόμασταν ο ένας δίπλα στον άλλο, δεν με ένοιαζε αν ήταν η ίδια καρέκλα ή χίλιες διαφορετικές ή αν όσο κρατούσε η μεγάλη νύχτα έπαυε εντελώς να υπάρχει – φτάνει όταν καθόμουν πάνω της για να φορέσω τα παπούτσια μου, όπως έκανα κάθε πρωί, να σήκωνε το βάρος μου. Δεν χρειαζόταν να ξέρω το καθετί. Το μόνο που είχα ανάγκη ήταν να συνεχίσουμε να ζούμε μαζί όπως πάντα. [σ. 135]

4. Το κεντρικό, αν και αφανές πρόσωπο της τέταρτης ιστορίας, ο  Τζορτζ Βάιζ,  αφιέρωσε τη ζωή του στην αναζήτηση χαμένων αντικείμενων από αρπαγές και λεηλασίες των Ναζί. Αντίθετα με τους ανθρώπους, πίστευε, τα άψυχα δεν εξαφανίζονται έτσι απλά. Στα χρόνια μετά τον πόλεμο επισκεπτόταν ο ίδιος τους γείτονες που τα οικειοποιήθηκαν και τα έπαιρνε αθόρυβα, ενώ αργότερα επέκτεινε τις δραστηριότητές του σε όλον τον κόσμο. Αμέτρητοι άνθρωποι τον πλησίαζαν για να ξαναβρούν τα πράγματα που λαχταρούσαν, να ξανακαθίσουν στο παλιό τους γραφείο, να ξαναγγίξουν ένα κομμάτι της αγνότερης ζωής τους. Το μόνο που δεν καταφέρνει είναι η ανασύνθεση του δικού του χαμένου δωματίου, ακριβώς όπως ήταν μια μοιραία μέρα του 1944…

1+2+3+4. Η αφηγήτρια Ίζαμπελ εμπλέκεται σε σχέση με τον γιο του Βάιζ και συμβιώνει μαζί του και με την αδελφή του. Το ιδιόμορφο, ασφυκτικό αδελφικό ζεύγος ζει εκπαιδευμένο από τον πατέρα του να αλλάζει διαρκώς σπίτια και έπιπλα – το εκάστοτε ανταλλακτικό του «εμπόρευμα». Η Νάντια αποφασίζει να αναζητήσει το γραφείο στην Ιερουσαλήμ από την νεαρή γυναίκα που το ζήτησε κι ο σύζυγος της Λότε ανακαλύπτει το σπαρακτικό της μυστικό αναθεωρώντας ολόκληρη τη ζωή του.

Αυτό για το οποίο μιλώ ή προσπαθώ να μιλήσω, είναι η αίσθηση πως η αυτάρκειά της – η απόδειξη που κουβαλούσε μέσα της ότι μπορούσε μόνη ν’ αντέξει αδιανόητες τραγωδίες, ότι στην πραγματικότητα η ακραία μοναξιά την οποία είχε χτίσει γύρω της, μικραίνοντας τον εαυτό της, αναδιπλώνοντάς τον, μετατρέποντάς τη σιωπηλή κραυγή σε αντίβαρο της προσωπικής εργασίας, ήταν αυτό ακριβώς που την έκανε ικανή να αντέχει – την εμπόδιζε να με έχει ανάγκη με τον τρόπο που την είχα εγώ. Όσο ζοφερές ή τραγικές κι αν ήταν οι ιστορίες της, η δημιουργίας τους, δεν μπορούσε παρά να είναι μια μορφή ελπίδας, μια άρνηση του θανάτου ή μια διατράνωση της ζωής ενώπιόν του. Και σε αυτό εγώ δεν είχα θέση…και αυτό που της επέτρεπε να επιβιώνει ήταν η δουλειά της, όχι η φροντίδα ή συντροφιά μου. Όλη μας τη ζωή επέμενα ότι εκείνη είχε την ανάγκη μου, όχι το αντίστροφο. Εκείνη χρειαζόταν προστασία, εκείνη ήταν λεπτεπίλεπτη και είχε ανάγκη από συνεχή φροντίδα. Στην πραγματικότητα όμως εγώ χρειαζόμουν να νιώθω ότι με χρειάζονται. [σ. 350 – 351]

Δεν χρειάζεται να διαβάσει κανείς για την σαφέστατη επιρροή του Πολ Όστερ για να διακρίνει τις σκιές του νεοϋορκέζου συγγραφέα στην γραφή της Κράους, ιδίως στις σελίδες όπου οι χαρακτήρες κολυμπούν χαμένοι στις ιδεοληψίες τους ή αναζητούν ένα πρόσωπο ή ένα αντικείμενο που νομίζουν πως θα τους λυτρώσει. Η ιστορία του Βάιζ, πάντως, θα μπορούσε να βγαίνει από κάποιο βιβλίο του Ισαάκ Μπασέβις Σίνγκερ. Σε κάθε περίπτωση η Κράους συμπλέκει τις τέσσερις ιστορίες με πολλούς τρόπους σε παράλληλες συγκλονιστικές ιστορίες, ανοίγοντας το μυθιστόρημά της με διαδοχικές ενδοσκοπήσεις και εγκιβωτισμένες ιστορίες και εμποτίζοντάς σε συνεχή εσωτερική δράση και καταιγιστικούς στοχασμούς.

Καθώς τα τελευταία χρόνια κινούμαστε και κάτω από το σκοτεινό αστέρι του Ρομπέρτο Μπολάνιο, είναι αδύνατο να μην τον θυμηθούμε ιδίως στις αφηγήσεις για τον Ντανιέλ Βάρσκι. Η συμμαχία της πρώτης αφηγήτριας με τον αβανγκάρντ ποιητή, η ανταλλαγή λιστών με ποιητές γραμμένων στο πίσω μέρος μιας χαρτοσακούλας και καρτών που μετά το πραξικόπημα γίνονταν όλο και πιο μελαγχολικές, ο ταξιδευτής που τελικά αντί να γυρίσει τον κόσμο επιστρέφει στην πατρίδα για να πάρει τη θέση στο πλευρό των παιδικών του φίλων που πολεμούσαν για την επανάσταση ή την απελευθέρωση στη Χιλή, αποτελούν όλα άτυπους μπολανιακούς διαλόγους, τουλάχιστον στις περιπτώσεις όπου αμφότεροι περιορίζονται στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας, χωρίς περαιτέρω πολιτικές εμβαθύνσεις. Όπως και σε αποσπάσματα σαν κι αυτό: Το φιλί μας ήταν κάπως απογοητευτικό. Όχι ότι ήταν άσχημο, ήταν όμως απλώς ένα σημείο στίξης στη μεγάλη συνομιλία μας, μια παρενθετική σημείωση προορισμένη να επιβεβαιώσει στον καθένα μας την βαθιά αίσθηση συμφωνίας, την αμοιβαία προσφορά συντροφικότητας, που είναι πολύ πιο σπάνια από το ερωτικό πάθος ή ακόμα και από την αγάπη. [σ. 25]

Και τελικά, τι νόημα έχουν οι παθιασμένες αναζητήσεις του Βάιζ; Όπως λέει ο ίδιος, τώρα μόνο εκείνοι που ήταν κάποτε παιδιά έρχονται σ’ αυτόν κι αναζητούν την παιδική τους ηλικία. Μπορεί να μην γίνεται να επαναφέρουν τους νεκρούς στη ζωή, αλλά ζητούν την καρέκλα που κάθονταν κάποτε, το κρεβάτι όπου κοιμούνταν, την κασέλα όπου φυλούσαν τα παιχνίδια τους. Κι εκείνος τους παρουσιάζει το αντικείμενο που ονειρεύονταν για την μισή τους ζωή. Δεν έχει σημασία αν κάποιες φορές τους εξαπατά: η μνήμη είναι πιο πραγματική από την αλήθεια. Ένα γραφείο, μπορεί να αποτελέσει την ανάμνηση του Οίκου, μια τέλεια συνάθροιση των άπειρων μερών της εβραϊκής μνήμης αλλά και τον ίδιο τον μεταφορικό οίκο του νου. Στον επόμενο κόσμο θα κατοικούμε όλοι μαζί στη μνήμη των αναμνήσεών μας.

Μέρα τη μέρα, χρόνο με το χρόνο πρέπει να σκάψεις μέσα σου, να ξεθάβεις ό,τι κρύβεται στο μυαλό σου και στην ψυχή σου για να τα κοσκινίσει ο άλλος ώστε να σε γνωρίσει, και εσύ επίσης πρέπει να διαθέσεις ημέρες και χρόνια βαδίζοντας με δυσκολία ανάμεσα σε όλα αυτά που φέρνει εκείνος στην επιφάνεια γα σένα μόνο, στον αρχαιολογικό τόπο της ύπαρξής του, πόσο εξουθενωτικά έγιναν, αυτή η ανασκαφή…[σ. 286]

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, μτφ. Ιωάννα Ηλιάδη, σελ. 392 (Nicole Krauss, The Great House, 2010).

19
Ιον.
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 96. Κώστας Κουτσουρέλης

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των τριών σας ποιητικών συλλογών;

Οι Ιστορίες του ύπνου είναι ένα βιβλίο ενδοσκόπησης του Εγώ. Το De arte amandi ένα άνοιγμα στο Εσύ. Και ο Αέρας αύγουστος, η οριστική έξοδος στο Εμείς και τον Άλλο.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία;

Εργάζομαι ψηλαφώντας τα πλήκτρα και ατενίζοντας την οθόνη. Ανήκω σ’ αυτούς που χωρίς το βουντού της τεχνολογίας είναι ζήτημα αν θα ολοκλήρωναν ποτέ κάτι.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις.

Σε καμμία περίπτωση κατά. Οι λέξεις έχουν τη δική τους ερρυθμία, οι έξωθεν ήχοι τις θορυβούν. Όταν αυτές σιγούν, μου αρέσει η όπερα και η μουσική δωματίου. Τίποτα όμως δεν με συγκινεί περισσότερο από το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ο νοερός. Μια αρχική πρώτη εικόνα ή ήχος που επιμένει να με τριβελίζει ωσότου λάβει λεκτική μορφή. Πλην η παγίδα είναι αμφίδρομη.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σ’ αεροπλάνα και βαπόρια. Φιλοξενούμενος. Παρά θίν’ αλός.

Η πεζογραφία σας αφήνει αδιάφορο; Θα παραμείνετε αποκλειστικά ποιητής;

Καθόλου. Ασχολούμαι άλλωστε συστηματικά με την πολυτιμότερη, σήμερα, μορφή της: το δοκίμιο.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ο Κορνάρος, ο Σολωμός, ο Παναγιώτης Κονδύλης.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Δύο μόνο απ’ τα πολλά, περίπου πρόσφατα: Ο κρότος του χρόνου, του Διονύση Καψάλη. Και οι Λογαριασμοί υπό την αιωνιομηδαμινότητα, του Αντώνη Ζέρβα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Ψυχολογία Συριανού συζύγου. Ο Αμερικάνος. Θάνατος παλληκαριού.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Τάσος Αναστασίου. Ο Συνεσταλμένος δολοφόνος του είναι επίτευγμα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Σκέφτομαι εκείνους τους σκοτεινούς και καταχθόνιους τύπους του 19ου αιώνα: τον Ζητιάνο, τον Ιουλιανό Σορέλ, τον Μπελ Αμί. Κι ακόμη, τον Καίσαρα Μπιροττώ και τον Ιωάννη Γαβριήλ Μπόρκμαν.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Δύσκολη εικάζω. Αμφίθυμη. Γοητευτική. Κάποτε και αμοιβαία τυραννική.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές; Σε ποια επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Οι Κούκλες του Ρίλκε είναι ό,τι δεινότερο έχω κάνει. Η Ηλιόπετρα του Οκτάβιο Πας ό,τι το πιο απολαυστικό. Και όσο για συστάσεις, ρίξτε μια ματιά εδώεδώ  και εδώ.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Χαίλντερλιν! Γκαίτε! Όμηρος! Διάφοροι Άγγλοι και Ισπανοί λυρικοί.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Το αντίθετο συμβαίνει… Σήμερα, εποχή αλεξανδρινή και σοφολογιώτατη, η μετάφραση υπερτιμάται. Το ζητούμενο είναι πολύ πεζότερο: η δουλειά των συντελεστών της να πληρώνεται αξιοπρεπώς. Και εγκαίρως!

Και με τους επιμελητές, τους διορθωτές; Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Αυτό που μας λείπει γενικά είναι οι επαγγελματίες. Πρώτης τάξεως διορθωτές, επιμελητές, μεταφραστές, αναγνώστες έχουμε λίγους. Αλλά και οι συγγραφείς μας συμπεριφέρονται συχνά σαν παρεξηγημένες πριμαντόννες.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων που γράψατε ή μεταφράσατε; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Ο Άλφρεντ Ντορν του Μάρτιν Βάλζερ δεν με εγκατέλειψε ποτέ. Φορές κοιτιέμαι στον καθρέφτη αν του μοιάζω.

Πως ήταν η εμπειρία της διδασκαλίας της μετάφρασης;

Ανάλογη των εκάστοτε μαθητών μου. Κάποιες –λίγες– φορές συναρπαστική. Συνήθως δύστοκη και λαχανιαστή. Και άλλοτε πάλι μάταιη ή και εξοργιστική.

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Ποικολοτρόπως.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Οι ‘‘Ιστορίες Μπονζάι’’ του Γιάννη Πατίλη και της Ηρώς Νικοπούλου. Μια ιδεώδης ώσμωση μηνύματος και μέσου.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία–παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Ο μέσος Συνέλλην μού φαίνεται καθ’ όλα κατάλληλος ήρωας: νήπιος, οργίλος,  ασεβής, απαρηγόρητος. Πλήρως αναξιοποίητος θεωρητικά!

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Οι σκηνοθέτες του θεάτρου μας συνήθως με εξοργίζουν. Αυτοί του σινεμά είναι πιο προσεκτικοί.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Γκόγκολ. Ιωάννη Γεωμέτρη. Εφημερίδες.

Τι γράφετε και τι μεταφράζετε τώρα; 

Δεν μεταφράζω. Γράφω μια μεγάλη ποιητική επιστολή στον Οδυσσέα Ελύτη.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Εκ των ων ουκ άνευ. Και εθιστικό. Ακόμα και στη λογοτεχνία, η βασιλεία του εντύπου έχει πλέον παρέλθει. Τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα γίνονται στον κυβερνοχώρο και στις ζωντανές εκδηλώσεις.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Ναι, φυσικά. Ενίοτε γράφω κιόλας. Προκειμένου όμως για τις βιβλιοκρισίες του διαδικτύου παρατηρώ την αντίφαση: κι αυτές με βιβλία ασχολούνται, σχεδόν ποτέ με ηλεκτρονικές δημοσιεύσεις…

Θα μας αναφέρετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;

Γυναικών του Μιχάλη Γκανά. Εν πτήσει προς Ντύσσελντορφ. Επειδή δεν χρειάστηκε να το διαβάσω ο ίδιος.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Είμαι υπέρ του ευρώ και κατά του Μνημονίου. Σε εκβιαστικά διλήμματα δεν συναινώ.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε αλλά σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Μα τα είπαμε όλα νομίζω!

16
Ιον.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 117

Νταμιάν Ταμπαρόφσκι, Ιατρική αυτοβιογραφία, εκδ. Πάπυρος, 2009, μτφ. Νάντια Γιαννούλια, σ. 128 – 129 (Damián Tabarovsky, Autografía dica, 2007)

Κάθε στιγμή της ζωής του έμοιαζε φωτοτυπημένη, ανατυπωμένη, αντιγραμμένη σε τέτοιο ακραίο σημείο ώστε το πρωτότυπο να μη διακρίνεται πλέον από το αντίγραφό του, ένα σημείο όπου τα σύνορα διαλύονται, σβήνονται, υγροποιούνται. Λες και η ζωή του είχε μετατραπεί σε ένα vaudeville, σε μια από εκείνες τις ελαφρές κωμωδίες όπου όλοι ξέρουν τι θα συμβεί προτού ακόμα συμβεί, όπου είναι γνωστό από ποια πόρτα θα μπουν οι πρωταγωνιστές και από ποια θα βγουν, τι διαλόγους θα ανταλλάξουν μεταξύ τους και ποιες καταστάσεις θα βιώσουν, πώς θα ντυθούν και ποια στιγμή θα γδυθούν, και ακριβώς γι’ αυτόν  το λόγο το έργο είναι διπλά επιτυχημένο, διπλά διασκεδαστικό, διπλά ευρηματικό.

Γιατί στην πραγματικότητα τίποτα δεν είναι πιο διαφορετικό, πιο αλλιώτικο, πιο ποικίλο από την επανάληψη. Καμία επανάληψη δεν επαναλαμβάνεται ομοιότροπα, κανένα αντίγραφο δεν αποτυπώνει πιστά την πραγματικότητα. Αντιθέτως, κάθε επανάληψη αψηφά το πρωτότυπο, κάθε ανατύπωση παραβιάζει την προέλευση, κάθε πλεονασμός μετατοπίζει το νόημα. Μάλιστα, η κατάκτηση της πρωτοτυπίας οφείλεται ακριβώς στην επίμονη, διαρκή, μανιώδη επανάληψη. Η καινοτομία είναι κατ’ αρχή μια υπόθεση επανάληψης, υποτροπής, μονοτονίας, συχνότητας. Η καινοτομία είναι γέννημα της επανάληψης, της επαναλαμβανόμενης επανάληψης ξανά και ξανά μέχρι το σημείο όπου δεν επαναλαμβάνεται πια τίποτα, όπου τίποτα δεν επαναλαμβάνεται.

15
Ιον.
12

The Nits – Wool (Play It Again Sam, 2000)

Έχουν από καιρό διαμορφωθεί οριστικά από αντρικό τρίο σε μικτό κουαρτέτο: οι Henk Holfstede (φωνή και πλήκτρο) και Rob Kloet (περκάσσιον) παραμένουν στυλοβάτες αλλά πλαισιώνονται από τις τρυφερές Αrwen (διάφορα μπάσα) και Laetitia (φωνές και πλήκτρο). Τις γωνίες φυλάνε οι αδελφοί Telman σε ήχο και φως αλλά και υπολογιστές. Υπάρχουν ακόμη 4 προσκεκλημένοι στα φωνητικά, κοτζάμ κουαρτέτο εγχόρδων (αν και έξι μου βγαίνουν τα ονόματα) και άλλο ένα πνευστό τημ (The Stylus Horn). Δείγμα του πόσο προσεκτικά, σχεδόν χειρουργικά, περιποιούνται τον ήχο τους; Σαφέστατα. Απόδειξη του πόσο έχει αλλάξει – πλουτίσει – βαρύνει; Όχι· μετά βίας φαίνονται όλοι αυτοί οι Niματαίοι και στοιχηματίζω ότι όλοι τους πατούσαν στις μύτες.

Η μουσική τους παραμένει γλυκύτατη, εμβριθής και κυρίως ζεστή, πολύ ζεστή. Τα επιπρόσθετα όργανα έρχονται εδώ κι εκεί μόνο για να σχηματίζουν πινελιές, για να υπογραμμίσουν μια εμπνευσμένη μελωδική γραμμούλα, για να προσθέσουν μια ανάσα ομορφιάς. Τίποτα περισσότερο, τίποτα περισσό. Μιλώντας για πινελιές, μου ξανάρχεται στο νου η έμμονη ιδέα τους με τη ζωγραφική: είτε εξπρεσσιονιστές είτε αφαιρετικοί (και τα δύο χαρακτηρίζουν τα κομψά τραγούδια τους) κάνουν αυτό που έκαναν πάντα: απαθανατίζουν μικρά καθημερινά στιγμιότυπα, τους προσδίδουν καθημερινή ποίηση και τα βουτούν στη μουσική τους παλέττα· παλέτα βέβαια σαφώς κεντροευρωπαϊκή (μα τι κάνει αυτός ο διορθωτής! Μου αφαιρεί το δεύτερο σίγμα από τους εξπρεσσιονιστές και το δεύτερο ταυ από την παλέττα!).

Ακούγεται χιλιοειπωμένο αλλά εδώ οι – Ολλανδοί γαρ – Nits, φαίνεται ότι ζούνε σε άλλους ρυθμούς, έχουν άλλο κλίμα, περιστοιχίζονται από άλλες ομορφιές κι άλλες ασχήμιες. Ενδιαφέρον μού προκαλεί η συχνή εμμονή τους σε λυπητερά ή τραγικά θέματα – ακούστε για παράδειγμα το Crime and Punishment, απόηχο ενός τρομοκρατικού χτυπήματος με το χαρακτηριστικό ήχο από το σάζι ή την περιγραφή ενός «καρκίνου» που σου κατατρώει τις αισθήσεις με υπόκρουση τις γνωστές jazzy κατασκευές των ενήλικων πιά Γήινων κι ουχί Ιπτάμενων Ολλανδών μας (αφού πέρασαν την εικοσαετία της μπάντας).

Κατά την προσωπική μου άποψη η τελευταία τους οκταετία είναι και η πιο εμπνευσμένη. Τα πλέον αγαπημένα μου κομμάτια τους απ’ όλη τους την πορεία είναι το Mourir avant 15 ans (πώς είναι δυνατόν μια τόσο σκληρή ιστορία να ενδυθεί με τόσο ωραία μουσική;) και το Cabins (είναι δυνατό μια τόσο χαρούμενη ιστορία να ενδυθεί με τόσο ωραία μουσική). Και ίσως σπάνια γράφονται ιδανικά τραγούδια για το Τραίνο, τα Νυχτοπούλια, τις Διακοπές. [7/10]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

14
Ιον.
12

Διαβάζω, τεύχος 540 (Ιούνιος 2012)

Λογοτεχνία, Διαδίκτυο και Νέες Τεχνολογίες: Τα επόμενα πράγματα

Το happy end είναι συνήθως ένα ξεροκόμματο βλακώδους αισιοδοξίας που χρησιμοποιούν οι κλασικοί συγγραφείς για να ανακουφίζουν και να ηρεμούν τον ακατέργαστο λαό. Αφού επί δύο ώρες ή για εξακόσιες σελίδες έχει αναπτυχθεί και λειτουργήσει ο τραγικός μηχανισμός των αληθειών, στο τέλος οι κλασικοί συγγραφείς κολλάνε ένα απίστευτο ψέμα για να χρυσώσουν το χάπι και να πουν στον αμετακίνητο θεατή ή αναγνώστη ότι τελικά όλα θα πάνε καλά όπως τα θέλει αυτός κι όχι όπως τα θέλει η μοίρα. Όλα αυτά τα happy end είναι τόσο απίστευτα ψέματα που οι συγγραφείς δε νιώθουν καμία τύψη αν υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να τα δεχτούν ως αλήθειες και οριστικά συμπεράσματα, τελικά άξιοι της τύχης τους λέει ο Γιώργος Μανιώτης σε συνομιλία του, μεταξύ άλλων, για το φρέσκο του μυθιστόρημα Τώρα αλλά και για την πεποίθησή του πως «το να ξέρουμε τι μας συμβαίνει είναι η μεγαλύτερη επανάσταση».

Το μηνιαίο αφιέρωμα που χαρτογραφεί τις σχέσεις λογοτεχνίας και διαδικτύου και αποτυπώνει τις επιρροές των νέων τεχνολογιών στην σύγχρονη ελληνική λογοτεχνική κοινότητα. Τα κείμενα του αφιερώματος (επιμ. Χριστιάνας Μυγδάλη) αφορούν την Βιβλιοφιλική Μπλογκόσφαιρα (Γιώργος Περαντωνάκης), τις Ηλεκτρονικές εκδόσεις σε σχέση με την νεοελληνική λογοτεχνία (Άννα-Μαρία Σιχάνη), τα πνευματικά δικαιώματα των e-books (Γιάννης Φαρσάρης), τα «επόμενα πράγματα» (Παναγιώτης Γαβριήλογλου), την «ηλεκτρική λογοτεχνία» (Μαρία Ξυλούρη) κ.ά. Αντιγράφω από το κείμενο της τελευταίας: Το Ίντερνετ είναι ο εχθρός της συγγραφής, λένε κάποιοι: μπορεί να σου δίνει εργαλεία να προωθήσεις τη δουλειά σου, όμως σε εμποδίζει να τη γράψεις. Ο Φράνζεν για παράδειγμα, λέει ότι γράφει σε ένα παλιό λάπτοπ χωρίς σύνδεση στο Ίντερνετ, ώστε να μην του αποσπάται η προσοχή· υπάρχουν προγράμματα που φροντίζουν να διακόπτουν τη σύνδεση του υπολογιστή για προκαθορισμένα χρονικά διαστήματα, ώστε να γράφεις χωρίς να μπαίνεις στον πειρασμό να ελέγχεις το μέιλ σου κάθε τρεις και λίγο…

Η Κική Δημουλά συναντά τον Γιάννη Μπασκόζο και του εξηγεί γιατί δε χρειάζεται να γιορτάζουμε την παγκόσμια μέρα της ποίησης, ενώ δημοσιεύεται απόσπασμα μιας συζήτησης με θέμα Η ποίηση και η ανθρώπινη κατάσταση με τους ποιητές Milo Deangelis (Μιλάνο), Issa Makhlouf (Βηρυτός), Gérard Noiret (Παρίσι), Ozdemir Ince (Κωνσταντινούπολη), Στρατής Πασχάλης (Αθήνα), Marta Pessarrodona (Τερράσσα), Vlada Urosevic (Σκόπια), Michel Deguy (Παρίσι) και Rabia Djelti (Οράν) και ο καθιερωμένος φάκελος για τα φετινά Λογοτεχνικά Βραβεία του περιοδικού.

Προτού σας αφήσω για να κρυφτώ στο Ίσλα Μπόα του Χρήστου Αστερίου, ας κρυφακούσουμε τα λόγια του συγγραφέα σε μια από τις ραδιοφωνικές συνομιλίες με τον Νίκο Θρασυβούλου, που εδώ και κάποια τεύχη έχουν το δικό τους δισέλιδο στο περιοδικό: Η έμφαση είναι μια υπερεκτιμημένη έννοια, ειδικά σε ένα μυθιστόρημα μεγαλόπνοο, το οποίο χρειάζεται 3-4 χρόνια να γραφτεί. Η δουλειά είναι το κύριο που πρέπει να κάνεις. Η έμπνευση είναι η πρώτη ιδέα, που αναπτύσσεται στην πορεία αλλά σίγουρα δεν είναι το κυρίαρχο. Θέλει να κάνεις μαραθώνιο… [σ. 130]

Σημ.: Στο εξώφυλλο αναφέρεται ως αριθμός τεύχος το 530, προφανώς εκ παραδρομής.

13
Ιον.
12

Διονύσης Ελευθεράτος – Εξουσία, τι μπάλα παίζεις;

Μαύρα γήπεδα με γραβατωμένους παίκτες

Γήπεδο Μεστάγια, Βαλένθια, 2009, τελικός Ισπανικού Κυπέλλου «Copa del Rey». Οι οπαδοί των φιναλίστ Μπαρτσελόνα και Ατλέτικο Μπιλμπάο δύσκολα ξεχωρίζουν μεταξύ τους: τόσο στους δρόμους όσο και στις κερκίδες οι μεν συχνά φέρουν τα χρώματα και τις σημαίες των δε. Παρουσία του βασιλιά Χουάν Κάρλος και πλήθους επισήμων, ο ισπανικός εθνικός ύμνος καλύπτεται από τα σφυρίγματα Βάσκων και Καταλανών! Ο διακοσμητικός βασιλιάς τώρα δεν μπορεί να επαναλάβει την φράση που είπε στον Τσάβες («γιατί δεν το βουλώνεις;») – πώς να το πεις σε δεκάδες χιλιάδες Βάσκους και Καταλανούς, που συν τοις άλλοις συμμαχούν;

Μπορεί ο Θαπατέρο να μιλούσε για την Ισπανία της ποικιλότητας (λες και πρόκειται για αγροτικές καλλιέργειες) αλλά την τελευταία πενταετία, το συνηθέστερο που παθαίνει στη Χώρα των Βάσκων οποιοσδήποτε (φυσικό πρόσωπο ή πολιτικός φορέας) υποστηρίζει το αίτημα της αυτονομίας είναι να τυλίγεται σε μια κόλλα δικαστικού χαρτιού και να αντιμετωπίζεται ως τρομοκράτης. Οι περιπτώσεις είναι τόσες πολλές ώστε οι καταγγελίες για «επιχείρηση εξάλειψης της εθνικής ταυτότητας των Βάσκων» στην βασική βουλή να είναι δικαιολογημένες. Λίγες μέρες μετά ήρθε και ο τελικός, ενώπιον του πειθήνιου Χουάν Κάρλος που άλλωστε υπήρξε πάντα το χαϊδεμένο παιδί του Φράνκο, ακριβώς επειδή δεν ψέλλισε ποτέ τίποτα για δημοκρατικές ελευθερίες, όπως οι άλλοι του θρόνου διεκδικητές.

Λονδίνο, 1982. Τελικός Κυπέλλου Αγγλίας, μεταξύ Τόττεναμ και Κουίνς Παρκ Ρέιντζερς. Εδώ κι ένα χρόνο το μικρό νησιωτικό σύμπλεγμα Φόλκλαντ ή Μαλβίνες αποτελεί αντικείμενο πολέμου μεταξύ Αγγλίας και Αργεντινής. Καθώς βασικές μονάδες της Τότεναμ και πολυαγαπημένοι της κερκίδας είναι οι περίφημοι διεθνείς αργεντινοί Βίγια και Αρντίλες, το πλανώμενο ερώτημα είναι: πώς θα παραταχθούν οι νυν εχθροί της χώρας στο ναό του αγγλικού ποδοσφαίρου, πώς θα ανταλλάξουν χειραψίες με τη βασίλισσα; Τελικά στους δυο τελικούς αμφότεροι είναι …άφαντοι. Εντέλει ο Αρντίλες πήγε (ή στάλθηκε) δανεικός στην Παρί ΣΖ, ο δε Βίγια αποφάσισε να παραμείνει στην ομάδα κι έγινε κόκκινο πανί. Η υποκριτική διπλωματία πάντως στον τελικό υπερίσχυσε όλων. Δυο μήνες μετά, ο πόλεμος των 74 ημερών τελειώνει, αλλά το εθνικιστικό πνεύμα θα παραμένει εσαεί. Όσο για τον πόλεμο, ο Μπόρχες τα είπε όλα: «Ήταν ο καβγάς δυο φαλακρών για μια τσατσάρα…».

Αργεντινή, δεκαετία ’90. Ο πρόεδρος της Αργεντινής Κάρλος Μένεμ έχει εκδηλώσει δημοσίως την αμέριστη αγάπη του για την Ρίβερ Πλέιτ· προτίμηση πολιτικώς παρακινδυνευμένη, εφόσον η ομάδα θεωρείται η «επίσημη αγαπημένη» των εύπορων, ενώ η Μπόκα Τζούνιορς υποστηρίζεται από τις λαϊκές τάξεις. Πώς μπορεί λοιπόν να ισορροπήσει την «πολιτική» απρονοησία; Απλούστατα υποχρεώνοντας την …κόρη του να γίνει οπαδός της Μπόκα Τζούνιορς! Τουλάχιστον η νέα της ομάδα έχει … ειδικό νεκροταφείο μόνο για τους φίλους της, με συγκεκριμένες κρατημένες θέσεις για πιστούς, παίκτες και παράγοντες, ενώ τα άνθη είναι πάντα μπλε και κίτρινα (αυτό είναι που λέμε το ποδόσφαιρο ως θέμα ζωής και θανάτου). Παρόμοια αλλαγή ομάδας έκανε και ο άγγλος πρωθυπουργός Τζον Μέιτζορ: την εποχή που ζητούσε μια ενδεδειγμένη ποδοσφαιρική ταυτότητα οι σύμβουλοί του συνέστησαν να αποφύγει την άχρωμη και βαρετή Arsenal (προ Βενγκέρ) και έστρεψαν προς την Τσέλσι, ως περισσότερο συμβατή με το target group του Συντηρητικού Κόμματος. Λίγο καιρό αργότερα η Sun αποκάλυπτε πως ο ίδιος έκανε σεξ φορώντας την φανέλα της…

Ρωσία, Σιβηρία, 2009. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν ανοίγει τους κρουνούς των χρημάτων (περίπου 4, 5 εκατομμύρια ευρώ) προς όφελος της ποδοσφαιρικής ομάδας Τομ Τομσκ που μόλις απέφυγε τη χρεοκοπία· η αίτησή του προς τις επτά μεγαλύτερες ρωσικές ενεργειακές εταιρίες ήταν αρκετή για να εξασφαλίσει το απαραίτητο ποσό. Τι είδους πολιτικά οφέλη έχει ο πρόεδρος σώζοντας μια τέτοια ομάδα; Η Τομ Τομσκ τα τελευταία χρόνια επιβίωνε χάρη στα χρήματα του βασικού χορηγού της, επιχειρηματία Μιχαήλ Χανταρκόφσκι, από τους πλουσιότερους ανθρώπους της Ρωσίας. Ο Χανταρκόφσκι είχε αρνηθεί να δεχτεί τους κανόνες του οικονομικού παιχνιδιού που υπαγόρευσε το Κρεμλίνο για εκείνους που έγιναν ζάπλουτοι στην πρώτη μετασοβιετική περίοδο (εποχή Γέλτσιν, 1990 – 1999) σε ταχύτατο χρόνο και με αδιανόητες μεθόδους. Ο Πούτιν τον φιλοδώρησε με δικαστικές διώξεις που είχαν ως αποτέλεσμα βαριές κατηγορίες, πολύχρονη φυλάκιση και κρατική αφομοίωση των επιχειρήσεών του, δράττοντας την ευκαιρία να γίνει ο ίδιος ευεργέτης της Τομσκ αλλά και να αποδείξει «κοινωφέλεια» του νέου status της χώρας.

Γαλλία, 1998, προημιτελικά Μουντιάλ. Οι Γερμανοί συντρίβονται με 3-0 από τους Κροάτες, τέσσερα χρόνια μετά την άλλη μουντιαλική προημιτελική ήττα από τους Βούλγαρους. Η παροιμιώδης γερμανική ψυχραιμία κάνει φτερά και ο Λόταρ Ματέους θεωρεί «πατέρα της ήττας» τον πρώην υπουργό Εξωτερικών της Γερμανίας Χανς Ντίντριχ Γκένσερ, αφού «αυτός φαγώθηκε να γίνει ανεξάρτητο κράτος η Κροατία». Ο Γκένσερ άμεσα αντιγύρισε ανάλογη απάντηση: «Ο Λόταρ θα έπρεπε να μου χρωστά ευγνωμοσύνη για αυτό. Αν η Κροατία μας έβαλε τρία γκολ, μια ενιαία Γιουγκοσλαβία πόσα θα μας έβαζε; Έξι;». Ας τονιστεί πάντως ότι στο πολιτικό πόκερ για το μέλλον της Γιουγκοσλαβίας ο Γκένσερ αποδείχθηκε αποφασιστικός παίκτης – σύμμαχος των Κροατών, τους οποίους και προέτρεπε να κηρύξουν ανεξαρτησία ενάντια σε κάθε συμφωνία, πιθανώς και λόγω των ιστορικών δεσμών Γερμανίας – Κροατίας (κυρίως από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου η δεύτερη υπήρξε κράτος – υποχείριο του Τρίτου Ράιχ).  Διόλου τυχαία και η θερμή αγάπη του Πάπα για τον Φράνιο Τούτζμαν.

Εν έτει 1998 ο εκνευρισμός ενός διάσημου ποδοσφαιριστή και η χλευαστική απάντηση ενός – επίσης διάσημου – τέως υπουργού Εξωτερικών «ανακεφαλαιώνουν» την αιματηρή διάλυση μιας χώρας. Ξαναγράφουν τα «πρέπει» της Ιστορίας με γνώμονα την τσαντίλα και τον χαβαλέ, κάνουν τα ποτάμια αίματος που χύθηκαν στη Γιουγκοσλαβία να μοιάζουν με ασήμαντα σταξίματα μελανιού σε ένα αναθεματισμένο, ποδοσφαιρικό «φύλλο αγώνα». […]. Τι δείχνει ο πιο σημαντικός Γερμανός ποδοσφαιριστής της γενιάς του, όταν εύχεται να μην είχε γεννηθεί ποτέ το «κράτος – μικρό αδελφάκι» της Γερμανίας, μόνο και μόνο επειδή η ομάδα του έχασε σε ένα ματς; Δείχνει ότι είναι ασταθέστατες οι λυκοφιλίες που γεννιούνται υπό συνθήκες έξαρσης των εθνικισμών. Ότι οι περίφημες «αδελφοσύνες» και τα «κοινά πεπρωμένα» πάνε περίπατο, μόλις κάποιος εκ των «αδελφών» δει το δικό του συμφέρον να πλήττεται ή ακόμη και την …ποδοσφαιρική εστία του να παραβιάζεται… [σ. 156]

Από τον Μπερλουσκόνι που περιχαρής μετά το 4-1 της Μίλαν προς την Λα Κορούνια στα προημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ δίνει δημοσίως γραμμή στον προπονητή Αντσελότι που δεν τολμάει να φέρει αντίρρηση και στη ρεβάνς η Μίλαν ηττάται με …4-0 μέχρι τον Τζίτζι Μπεκάλι, ζάπλουτο ιδιοκτήτη της Στεάουα Βουκουρεστίου και πολιτικό παράγοντα στη Ρουμανία (ευρωβουλευτή με το ακροδεξιό εθνικιστικό κόμμα «Μεγαλύτερη Ρουμανία») που παραγγέλνει πίνακα με Ιησού τον εαυτό του και δώδεκα μαθητές τους έντεκα παίκτες της ομάδας με τον προπονητή τους, οι ιστορίες είναι ατέλειωτες. Μιλάμε για δεκάδες ιστορίες από κάθε άκρη του ποδοσφαιρικού και μπασκετικού κόσμου και κάθε μορφή συλλογικής και διασυλλογικής οργάνωσης που δεν χαρακτηρίζεται μόνο από σπαρταριστό σχολιασμό αλλά και εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συγχρονικές διαχρονικές συνδέσεις. Πάνω απ’ όλα όμως εδώ περιγράφονται οι «άλλοι» αγώνες, όπου το τερέν είναι βρώμικο όσο και η πολιτική, το έπαθλο είναι η εξουσία και οι παίκτες δε φοράνε φανέλες και σορτσάκια αλλά κοστούμια και γραβάτες.

Ο Διονύσης Ελευθεράτος (γεν. 1961) είναι δημοσιογράφος κοινωνικοπολιτικής αρθρογραφίας. Ανάμεσα στις παλαιότερες συνεργασίες του υπήρξε η Sportday και το SportFM, όπου και οι εξαιρετικές δίωρες μεταμεσονύκτιες εκπομπές διαλόγου (και με εναρκτήριο κομμάτι πάντα το Midnight Rumbler των Stones σε live εκτέλεση). Τελευταία βρίσκω κείμενά του στην iefimerida.gr.

Εκδ. Τόπος, 2010, εισαγ.: Παντελής Μπουκάλας, 357 σελ., με δισέλιδη βιβλιογραφία.

Στις φωτογραφίες: «Στρατηγός» Φράνκο και «Βασιλιάς» Χουάν Κάρλος, πάντα σύμμαχοι. / Αύγουστος 1978, λίγο καιρό μετά το βρώμικο Μουντιάλ της Αργεντινής, Αρντίλλες και Βίγια υπογράφουν στην Τότεναμ και παίρνουν ένα σύντομο … μάθημα αγγλικών. / Ο Κάρλος Μένεμ ποδοσφαιρίζει με την ομάδα των παλαίμαχων εκείνου του Μουντιάλ… / Ο Βλαντιμίρ Πούτιν περιχαρής υποδέχεται την είδηση της διοργάνωσης του Μουντιάλ του 2018 στην Ρωσία. / Μιλόσεβιτς, Τούτζμαν, Κάρατζιτς, σχεδιάζουν τον βολικότερο δυνατό χάρτη της  Γιουγκοσλαβίας. Το βιβλίο έχει ιστορίες ποδοσφαιρικής εμπλοκής για τον καθέναν τους. / Λόταρ Ματέους: κάτοχος της μνημειώδους φράσης. / Ο Μπερλουσκόνι παραδίδει σεμινάριο προπονητικής στον πρόθυμο Αντσελόττι. / Πάολο Μαλντίνι: ένας από τους παίκτες για τους οποίους είχε προσληφθεί ειδικός image maker στην Μίλαν, τα έσοδα του οποίου φρόντιζε να αποκρύπτει ο αντιπρόεδρος και δεξί χέρι του «Καβαλιέρε» Αντριάνο Γκαλιάνι.  Θα μπορούσε πάντως η χειρονομία του να απευθύνεται σε πολλούς από τους παραπάνω. / Μονρόβια, Λιβερία: αυτό που μένει όταν η εξουσία κάνει το παιχνίδι της.

Πρώτη δημοσίευση στο mic.gr υπό τον τίτλο Kick the ball or kick them all?

12
Ιον.
12

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 62

Παλιές εκδόσεις για τον σπουδαίο ποιητή. Διασώζουν μια νοσταλγούμενη αρχαϊκότητα και μαρτυρούν κάτι αδιόρατο από την ουσία των στίχων του.

11
Ιον.
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 95. Βίκυ Θεοδωροπούλου

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Σαν να μη γίνεται αλλιώς, οι αγαπημένοι μου συγγραφείς είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με τις προσωπικές αγαπημένες μου στιγμές. Που σημαίνει πως θησαυρίζω συγγραφείς με τον ίδιο περήφανο υποκειμενισμό που θησαυρίζει κάποιος τις προσωπικές στιγμές του.  Τα πρώτα αγαπημένα διαβάσματα λοιπόν, έγιναν με τη μικρασιάτισα γιαγιά Βασιλεία δίπλα στη σόμπα τους χειμώνες στο σπίτι της, στο Νέο Ηράκλειο. Εκτόρ Μαλό, Βίκτωρ Ουγκώ και κυρίως γάλλοι συγγραφείς κάθονταν δίπλα μας καθώς εκείνη μου διάβαζε κι εγώ ταξίδευα στις ιστορίες τους, είχε μια αγάπη για τους γάλλους και τη γαλλική γλώσσα, μια σχεδόν εμμονή, αλλά κάποιες βραδιές έλεγε, έλα τώρα να διαβάσουμε Γεροστάθη, και διάβαζε τότε μία ιστορία από τον Γεροστάθη του Λέοντα Μελά. Πάντα μία ιστορία, ποτέ περισσότερο σε μία βραδιά παρά τα παρακάλια, μεγαλώνοντας κατάλαβα πως αυτό ήταν ένα μέρος από την υπέροχη σκηνοθεσία της ανάγνωσης-μύησης. Κάθε κάποιες μέρες, έπαιρνε τη τσάντα της με τα δικά της βιβλία, το καπέλο της, το μπαστούνι της κι εμένα, και φεύγαμε για κάποιο άλλο σπίτι, ένα νεοκλασσικό με τεράστιους ευκαλύπτους στο μεγάλο κήπο του – σήμερα κληροδότημα στο Δήμο Νέου Ηρακλείου που το έχει κάνει Πολιτιστικό Κέντρο – κι εκεί τις θυμάμαι, γυναίκες όλες σε κύκλο, να διαβάζουν, να κουβεντιάζουν και να κρατούν σημειώσεις καθώς εγώ το μόνο παιδί, σουλάτσερνα ανάμεσά τους. Όταν η γιαγιά, στα 101 της, έφυγε για άλλες πολιτείες, εγώ στα 19 τότε, βρήκα μέσα στα βιβλία της σημειώσεις, μερικές σε χαρτονάκια από κουτιά φαρμάκων.

Έτσι άρχισαν οι αγάπες με τους συγγραφείς, για τους οποίους αποφεύγω να ανοίγω κουβέντες αμφισβήτησης δηλώνοντας αδιαπραγμάτευτος, την εποχή που καλά καλά δεν γνώριζα ούτε γραφή ούτε ανάγνωση – μη ξεχάσω να σημειώσω πως αν ήταν να έχουμε ανάγνωση δίπλα στη σόμπα, το βραδυνό θα ήταν κάτι σπέσιαλ όπως ας πούμε «σουβλάκι» δηλαδή, θρύμματα πικάντικης φέτας τυλιγμένα σε πίτα χειροποίητη της στιγμής. Και επίσης να μη ξεχάσω να σημειώσω πως αντίθετα με κάποιον καλό σύγχρονο έλληνα συγγραφέα που τον άκουσα πρόσφατα να λέει πως μικρός στο σχολείο πίστευε πως όλοι οι συγγραφείς είναι πεθαμένοι, εγώ είχα μια σιγουριά για το ότι όχι μόνο όλοι τους είναι ζωντανοί αλλά και για το ότι όποτε θα το ήθελα θα μπορούσα να τους συναντήσω αυτοπροσώπως αφού μ’ αυτά και με τα άλλα, οι συγγραφείς ήταν «δικοί μας» άνθρωποι. Και θυμάμαι πολύ καθαρά τη λύπη μου όταν, ολόκληρη γαϊδούρα πλέον, έμαθα για το θάνατο του Μπέκετ τον οποίο λάτρεψα στην εφηβεία μου. Αχ, και τώρα, δεν θα μπορούσα λοιπόν να τον συναντήσω τη μέρα που στα σίγουρα θα του χτυπούσα την πόρτα ε

Φύγαμε από το σπίτι της γιαγιάς στα 8 μου και μεγαλώνοντας, διάλεγα βιβλία και συγγραφείς από τη βιβλιοθήκη του μπαμπά μου. Ο Αντώνης, ο γυιός της Βασιλείας είχε σπουδάσει Νομική κι έτσι πολλά βιβλία του ήταν νομικά, τα υπόλοιπα φιλοσοφικά και ιστορικά, αρχαίοι έλληνες κλασσικοί και ξένη λογοτεχνία. Έτσι είναι να χαμογελάς αλλά το πρώτο αξέχαστα ενδιαφέρον βιβλίο της πρώιμης εφηβείας μου ήταν «Το Έγκλημα της Αιμομιξίας» κι ούτε που θυμάμαι τον συγγραφέα του, κάποιος νομικός προφανώς, ενώ αγαπημένοι της ίδιας περιόδου ήταν ο Καρλ Γιάσπερς και ο δικός μας Ευάγγελος Παπανούτσος κυρίως το «Αγώνες και Αγωνία για την Παιδεία». Χοντρό κόλλημα είχα φάει με τους δυο τους, υπογραμμίσεις και κόντρα υπογραμμίσεις και εννοείται πως δυσκολευόμουν να κατανοήσω και πως διάβαζα δύο και τρεις φορές την ίδια παράγραφο αφού ίσα που είχα ξεμπερδέψει με την αγαπημένη μου «Πολυάννα» της Έλενορ Πόρτερ στις χίλιες της περιπέτειες. Από αυτή την εποχή νομίζω πως αρχίζει η προτίμησή μου για τα δοκίμια η οποία αντέχει ως σήμερα, με τη λογοτεχνία να κρατά τη δεύτερη θέση ως τα 30 μου περίπου που την κερδίζουν τα θεατρικά με αδιαπραγμάτευτο συγγραφέα τον Αύγουστο Στριντμπεργκ.

Όταν μεγαλώνοντας ανοίγομαι πια στα δικά μου διαβάσματα αγοράζοντας τα δικά μου βιβλία, αρχίζουν και οι ωραίοι τσακωμοί με τον μπαμπά μου, αιθεροβάμων δεξιός αυτός, δρομολογημένα αριστερή η αφεντομουτσουνάρα μου. Κι έτσι π.χ ο Έρικ Χόμπσμπαουμ που τον πρωτοβρίσκω στη βιβλιοθήκη του, γίνεται ο συγγραφέας που κατ’ αρχήν με γοήτευε να τον αρνούμαι – πατέρας και θείος να συμφωνούν κουβεντιάζοντας με τις εξαιρετικές απόψεις του, τον τσουβάλιαζε πάραυτα στη δεξιά μεριά –  κάτι που με καθυστέρησε αδίκως στο να τον αγαπήσω.

Μετά; Ε, μετά πολλοί αγαπημένοι, συγγραφείς,  έλληνες και ξένοι, φιλόσοφοι, ιστορικοί και μυθιστοριογράφοι. Μαρκούζε, Τρότσκι, Κώστας Αξελός, Τσβετάν Τοντόροφ, Νίκος Σβορώνος, Τόμας Μανν, Ντέιβιντ Χερμπερτ Λόρενς, Τένεσσυ Ουίλιαμς, Ίταλο Καλβίνο, Δανιήλ Χάρμς, Νόαμ Τσόμσκι, Νίκος Βασιλειάδης, Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος και ένα σωρό άλλοι.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Μπα, δεν μπορώ να πω πως έχω αγαπημένα διηγήματα. Διηγηματογράφους, ναι. Εκτιμώ το είδος και η αλήθεια είναι πως έχω βρεθεί μπροστά σε μαργαριτάρια, όμως η άλλη αλήθεια είναι πως ως αναγνώστης αγαπώ τη νουβέλα και το μυθιστόρημα. Ωσάν το άπλωμα των ηρώων στις περισσότερες σελίδες να προσφέρει τη δυνατότητα για μια σε βάθος γνωριμία και όχι μια χειραψία μαζί τους. Οι διηγηματογράφοι έχω την εντύπωση πως διηγούνται τον κόσμο τους ή αν θέλετε το βλέμμα τους στον κόσμο οπότε ναι, αν αυτό μου αρέσει, τους αγαπώ.  Οι μυθιστοριογράφοι πιστεύω πως χτίζουν το μύθο, δουλεύουν τη μυθοπλασία με μεγαλύτερη επάρκεια έτσι ώστε μέσα από το αυτήν θα γνωρίσουμε οι αναγνώστες κυρίως τους ήρωες και τον κόσμο τους ενώ οι ίδιοι (οι μυθιστοριογράφοι) επιθυμούν διακαώς να μείνουν κρυμμένοι πίσω από αυτόν, το μύθο.  Κι αυτό μου αρέσει κατ αρχήν ως λογοτεχνική πρόθεση ε, κι όταν υπάρχει και το χάρισμα τότε με γοητεύει και ως λογοτεχνικό κατόρθωμα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ναι. Με κάποιο βιβλίο του όμως και όχι με το σύνολο του έργου του. Πιστεύω εξ άλλου πως αν ένας συγγραφέας μου έχει δώσει ένα βιβλίο που με έχει γοητεύσει, τον παραδέχομαι γι αυτό και δε ζητάω να με γοητεύει με το κάθε επόμενο. Η Ιωάννα Καριστιάνη με τη «Μικρά Αγγλία», η Σώτη Τριανταφύλλου με το «Εργοστάσιο των Μολυβιών», ο Νίκος Βασιλειάδης με τον «Αγαθο», ο Γιάννης Μακριδάκης με το «Η Δεξιά Τσέπη του Ράσου», μμ… ποιός άλλος; Πραγματικά δεν θυμάμαι κάποιον άλλον αυτή τη στιγμή.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όχι. Η αλήθεια είναι πως δεν με ακολούθησε. Τους παραδίδω στους αναγνώστες και προχωράω.  Από αυτούς μαθαίνω νέα τους. Μερικές φορές μαθαίνω τόσο ενδιαφέροντα πράγματα που μένω άφωνη. Φοβερή δύναμη ο αναγνώστης.  Προσωπικά υποκλίνομαι στη δύναμή του αν και μερικές φορές με έχει αφήσει απορημένη με την ανάγνωσή του. Παντελώς απροσδόκητη. Αλλά αυτό με ιντριγκάρει απίστευτα ως συγγραφέα, θεωρώ πολύτιμη την ανάγνωση των κειμένων μου και τις πολλαπλές τους ερμηνείες. Τις εκλαμβάνω ως περιουσία μου, προβληματίζομαι και τις επεξεργάζομαι. Θεωρώ πως ο αναγνώστης έχει κατά κάποιο τρόπο συμμετοχή στη μυθοπλασία η οποία κατά τη γνώμη μου συνεχίζεται και ολοκληρώνεται με το βλέμμα του αναγνώστη.

Εκείνο που με χαλάει είναι όταν οι αναγνώστες ψάχνουν να ξεσκεπάσουν το μύθο. Το έζησα πολύ έντονα με το μυθιστόρημά μου «Γράμμα απ το Δουβλίνο» στο οποίο κεντρική ηρωίδα είναι η Μαρίνα. Η πλειοψηφία έψαχνε να βρει στη Μαρίνα εμένα και αν ο Νάσος, ο δεύτερος κεντρικός ήρωας και αφηγητής, ήταν ο τότε άντρας μου ή κάποιος πρώην γκόμενος, αν είχα όντως φτάσει στο Δουβλίνο ένα βράδυ που ’βρεχε κι αν τελικά ήθελα να έχω παντρευτεί τον Νάσο ή τον πρώην άντρα μου.  Δεν θα ξεχάσω δε ποτέ, την πρόταση γάμου, μάλιστα την πρόταση γάμου, που μου έγινε από αναγνώστη.  Μία Μαρίνα ήθελε, λέει, να γνωρίσει στη ζωή του και ήμουν εγώ! Μα εγώ ήμουν η Βίκυ Θεοδωροπούλου όχι; Όχι! Για κείνον συγγραφέας και ηρωίδα του μυθιστορήματος ήταν αναμφισβήτητα το ένα και το αυτό πρόσωπο. Ε, εκεί είπα, ήμαρτον παιδιά, έχω μπερδέψει ζώντες με τεθνεόντες συγγραφείς σε ένα σακούλι και απολαμβάνω επί δεκαετίες τη σαχλαμάρα μου αλλά δεν τόλμησα να μπερδέψω τους ίδιους με τους ήρωές τους. Μη τρελαθούμε.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Μεγάλη αγαπημένη η Λαίδη Τσάτερλυ και ο κηπουρός στο «Ο Εραστής της Λαίδης Τσάτερλυ», η Μπλάνς Ντιμπουά και ο Κοβάλσκι στο “Λεωφορείον ο Πόθος” και πάνω απ όλους ο Χανς Κάστορπ στο “Μαγικό Βουνό”. Αδιαπραγμάτευτοι.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όχι. Ποτέ. Η λογοτεχνική γραφή για μένα είναι ιεροτελεστία – άρθρα και άλλα τα γράφω παντού. Όταν όμως γράφω μυθιστόρημα, δεν μπορώ να κοιτάω τη θάλασσα και να γράφω, κάτι που θα μπορούσα να κάνω στο σπίτι μου στη Σέριφο και όλοι οι γνωστοί μου απορούν για το πώς είναι δυνατόν να μην το κάνω.  Χρειάζομαι όμως το γραφείο μου, το να μη με αποσπά η οποιαδήποτε ομορφιά απέναντι και το να μπορώ να χωθώ στην ιστορία μου, να αγγίξω τους ήρωές μου, να δουλέψω τις λέξεις μία μία.  Κι αυτό μόνο στο γραφείο μου στο σπίτι μου στο Νέο Ηράκλειο μπορώ να το πετύχω.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γράφω μυθιστόρημα, γι αυτό κυρίως μιλάμε, διότι το δοκίμιο είναι άλλου είδους διεργασία. Όταν λοιπόν ξεκινήσει το μυθιστόρημα, υπάρχει ωράριο! Καλό το χάρισμα αν υπάρχει αλλά η πειθαρχία στη συγγραφή είναι απαραίτητη για το μυθιστόρημα που η συγγραφή του θα κρατήσει τουλάχιστον τρία χρόνια – για μένα, για άλλους μπορεί να κρατά και μήνες. Το οποίο σημαίνει πως τότε δουλέυω καθημερινά 9-3 το πρωί, και οπωσδήποτε το βράδυ από τις 9 και μέχρι όσο πάει, ανάλογα με την έμπνευση.  Δεν είμαι από τους συγγραφείς που κρατούν σημειώσεις και τις ακολουθούν,  προτού ξεκινήσω ξέρω που θέλω να φτάσω, απολαμβάνω όμως την έκπληξη που θα με πετάξει έξω από τη διαδρομή που χάραξα ξεκινώντας, μου αρέσει το ρίσκο να ακολουθήσω το μονοπάτι που προκύπτει ακόμα κι αν αναγκαστώ να επιστρέψω στη λεωφόρο που ακολουθούσα και ελπίζω πως στη περιπέτεια που μπήκα θα έρθει η στιγμή που οι ήρωές μου θα με αποφεύγουν και θα κάνουν τα δικά τους. Τρελή χαρά η στιγμή αυτή. Εκεί αρχίζει το μεγάλο γλέντι για μένα ως συγγραφέα. Οι ιδέες μου; Τί να πω; Το ευκταίο είναι να νιώθω πως θα εκραγεί ο νούς μου αν δεν τις καταθέσω στο χαρτί. Δεν τις παγιδεύω πουθενά. Κυρίως, δεν τις παγιδεύω, τις αφήνω να πετάνε ελεύθερες και να διαλέγω ποια θα πιάσω και ποιά θα αφήσω ως αναγκαία ή μη αναγκαία τελικά για την ιστορία μου.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Παλαιότερα, χειρόγραφα, μετά χτυπούσα τη δουλειά της μέρας στο κομπιούτερ μου, τύπωνα και άφηνα το τυπωμένο να το δω την επόμενη μέρα και να το διορθώσω ενώ όταν επρόκειτο για άρθρα στις εφημερίδες και τα περιοδικά έγραφα κατευθείαν στο κομπιούτερ.  Τώρα πια γράφω κατευθείαν στο κομπιούτερ και τη λογοτεχνία. Το πρωί μου κάνει καλή παρέα η κλασσική μουσική από ολλανδικό ραδιοφωνικό σταθμό, το βράδυ τζαζ ή μπλουζ από γαλλικό ραδιοφωνικό σταθμό – κάποιες φορές όλες οι μουσικές μου σπάνε τα νεύρα. Τότε ή τις αλλάζω ή σταματάω να δουλεύω. Απόλυτο must το κεράκι στο γραφείο μου αναμμένο και η ησυχία.  Χωρίς αυτά δεν δουλεύω.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Χμμ.. για το «Γράμμα απ το Δουβλίνο» θα ήθελα να σας παραπέμψω εδώ:  Νομίζω εδώ τα έχω πει όλα και εκ βαθέων.  «Οι Επιζώντες», που ήταν το δεύτερο μυθιστόρημά μου γράφτηκε μετά το θάνατο της καλύτερής μου φίλης στα 37 μου. Τελεία. Τα ταξιδιωτικά μου ήταν, είναι και θα είναι ο απότοκος κάποιων derive σε τόπους που περιηγήθηκα ή θα περιηγηθώ, ως φανατικός flaneur. Το «Cookies» έχει περάσει από δύο φάσεις: μία παραγγελία για έναν μονόλογο που έγινε η αφορμή να γράψω τον μονόλογο ενός άντρα μεσόγειου διανοούμενου της γενιάς του ’68 στο Παρίσι και, η πιεστική παράκληση μιας φίλης μου που επέμενε μετά τη δημοσίευση του μονολόγου στην Ανθολογία Δέκα (μονολόγων) Ελληνίδων Συγγραφέων, να δώσω λόγο στην Ελίζ, τη νεαρή ερωμένη του. Αποτέλεσμα ήταν το μυθιστορηματικό δοκίμιο, «Cookies» το οποίο εκδόθηκε το 2009 από τις Εκδόσεις Ύψιλον.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

«Η Ομπρέλλα Άνοιξε στο Ρόλφ» είναι το μυθιστόρημα που δεν γράφω αυτό τον καιρό. Άρχισε πριν από τρία χρόνια, πήρε φόρα ένα χειμώνα, προχώρησε ένα καλοκαίρι και με περιμένει υπομονετικά. Να βρεθεί η μια κάποια ησυχία που χρειάζομαι, για να γράψω λογοτεχνία.

Πώς βιοπορίζεστε;

Εδώ και τρία χρόνια είμαι μικροσυνταξιούχος – πρόωρη σύνταξη λόγω ανήλικου. Θα γινόμουν 50 δύο μήνες προτού ο μικρός μου, ο Αντώνης, γίνει 18. Και είπα ναι, ή τώρα ή ποτέ. Και έγινα μικροσυνταξιούχος που χάρηκε στην αρχή διότι η κρίση δεν θα βαρούσε αυτούς, αλλά έλα που διαψεύστηκα. Κι έτσι κάνω χίλια δυο για το βιοπορισμό. Το ωραίο που έκανα την περασμένη χρονιά, ήταν ένα εργαστήριο δημιουργικής γραφής στο βιβλιοπωλείο PUBLIC του Πειραιά. Θαυμάσια εμπειρία. Οι ωραίοι άνθρωποι διψούν για ωραία πράγματα.

Ludens Lab. Περί τίνος πρόκειται; Τι είδους εκδηλώσεις πραγματοποιείτε;

Α, LUDENS LABS! [www.ludenslabs.com] Όνειρο ζωής μου, πείραμα εξαιρετικά επιτυχημένο για τα ελληνικά δεδομένα, διανύει ήδη στον τέταρτο χρόνο της ζωής του. Εργαστήρια, κατ αρχήν. Οι εκδηλώσεις έπονται και συμπληρώνουν. Εργαστήρια Γραφής, Σινεμά, Φωτογραφίας, Αυθόρμητης Ζωγραφικής, πολλά άλλα, ως και Ραπτικής όλα με τρόπο που δεν έχει γίνει ποτέ ξανά στη Ελλάδα – το «ιερό παιχνίδι» ως εργαλείο μάθησης και ως εφαλτήριο για δημιουργική έκφραση. Αυτή είναι η θεωρεία του Johan Huizinga, ολλανδού ιστορικού και φιλόσοφου που δημοσιεύθηκε πρώτη φορά το 1930 και στην Ελλάδα για πρώτη φορά τη δεκαετία του ’80. Σ αυτή και στη τρέλα μας πατήσαμε για να δημιουργήσουμε τα Ludens Labs. Όπου και εκδηλώσεις όπως Φεστιβάλ Γέννας, Piniatas Fest και βέβαια οι καθιερωμένες πλέον τις πρώτες παρασκευές του κάθε μήνα, Ομαδικές Ανα-Γνώσεις. ΜΚΟ με το όνομα ΑΣΤΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ, Ludens Labs ως ευρύτερα γνωστά, το καμάρι και η ελπίδα πως τα πράγματα μπορούν να γίνουν αλλιώς και σ’ αυτή τη μικρή και βασανισμένη ψωροκώσταινα. Αγωνιζόμαστε να επιβιώσουμε όπως όλοι αυτή τη δύσκολη εποχή αλλά κάτι, κάτι που μετά λόγου γνώσης υποστηρίζουμε, μας κάνει να είμαστε αισιόδοξοι πως θα τα καταφέρουμε. Έτσι κι αλλιώς, έχουμε ήδη γράψει μια μικρή ιστορία. Αν βοηθηθούμε – παντοιοτρόπως και κυρίως με συμμετοχές και ιδέες – μπορεί και να μακροημερεύσουμε. Διότι η κρίση κρίση αλλά οι έντιμες και δημιουργικές προσπάθειες χαμηλού κόστους δεν έχουν λόγο να μη ζήσουν, αντιθέτως, έχουν λόγο να υπάρξουν. Ως πρόταση για ένα καλύτερο μέλλον.

Στο Ludens Lab προσκαλείτε λογοτέχνες για να συζητήσετε για το έργο τους. Με ποιο κριτήριο γίνεται η επιλογή λογοτέχνη και βιβλίου; Ποιους έχετε προσκαλέσει μέχρι σήμερα; Θα μοιραστείτε μαζί μας κάποιες εικόνες από τις συναντήσεις αυτές;

Στα Ludens Labs προσκαλούμε λογοτέχνες στις μηνιαίες ανοιχτές Ομαδικές Ανα-Γνώσεις και στο Κλειστό Γράμμα ή Ανοιχτό Βιβλίο; που είναι το Εργαστήριο Δημιουργικής Γραφής το οποίο εμψυχώνω. Στο «πρόγραμμα» του τελευταίου προβλέπεται στη 13η από τις 14 εβδομάδες που διαρκεί το Εργαστήριο, η συνάντηση των συμμετεχόντων με έναν συγγραφέα οποίος ζει την περιπέτεια της έκδοσης. Μόνο που το ζητούμενο δεν είναι να μας μιλήσει εκείνος για το βιβλίο το οποίο μόλις έχει εκδώσει και το οποίο εμείς έχουμε ήδη διαβάσει ή για το έργο του, αλλά να τον ρωτήσουμε, οι συμμετέχοντες δηλαδή, για οτιδήποτε κρίνουν πως θα ήθελαν να τους απαντήσει. Προκύπτουν πολλά ερωτήματα στη διάρκεια αυτού του εργαστηρίου σχετικά με την περιπέτεια της γραφής πρωτίστως και της έκδοσης δευτερευόντως, στα οποία έχει αποδειχτεί πολύ χρήσιμη η εμπειρία αυτής της συνάντησης. Αφήστε που προσωπικά, αναγνωρίζω και μια παλληκαριά στον συγγραφέα που έρχεται διαθέσιμος να απαντήσει σε οτιδήποτε αντί να περιαυτολογήσει σχεδιασμένα. Διότι την έχουμε, εμείς οι συγγραφείς, την ανάγκη μας να περιαυτολογούμε – είναι τόσο μοναχικό το συγγραφιλίκι που μου φαίνεται φυσικό να θες μετά απ αυτό και ενδιαμέσως, να συναντήσεις τους αναγνώστες σου.

Τους συγγραφείς – για κάποιο λόγο δεν μου αρέσει ο όρος «λογοτέχνες» – στο Κλειστό Γράμμα ή Ανοιχτό Βιβλίο; τους επιλέγω μόνη μου και τους ανακοινώνω στο Εργαστήριο.  Στις Ομαδικές Ανα-Γνώσεις όπου μία ομάδα εθελοντών στην οποία συμμετέχω, αποφασίζει κάθε Σεπτέμβριο για τα βιβλία που θα μαζευτούμε να κουβεντιάσουμε τη χρονιά που έρχεται, η απόφαση είναι συλλογική – προτείνω καλεσμένους συνομιλητές, συμφωνούμε όλοι ή πλειοψηφικά και προχωρώ στην πρόσκληση. Φοβάμαι μην ξεχάσω κάποιον από εκείνους που έχουμε προσκαλέσει γι αυτό και σας παραπέμπτω σε έναν σύνδεσμο όπου μπορείτε να δείτε εικόνες και νομίζω πως εδώ θα βρείτε τους περισσότερους αν όχι όλους.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Περιοδικό «Φαρφουλάς» και Περιοδικό «Τεφλόν», το πρώτο πωλείται έναντι συμβολικής τιμής, το δεύτερο διανέμεται δωρεάν σε επιλεγμένα σημεία όπως τα Ludens Labs. Εκτιμώ τις προσπάθειες μικρών ομάδων που με γνώση, θυσίες και μεράκι, αφιερώνουν χρόνο και χρήμα για ένα αξιόλογο όραμα. Και νομίζω πως και τα δύο αυτά περιοδικά προκύπτουν από τέτοιες προθέσεις.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Δεν θα χαλάλιζα το χρόνο μου για τη μονογραφία κανενός. Να με συμπαθάτε. Δουλειές για άλλους. Εξαιρετικές μονογραφίες πάντως για την ελληνική εκδοτική πραγματικότητα, οι μονογραφίες του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας επί Εμμανουήλ Κάσδαγλη.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Λατρεύω τον κινηματογράφο και το θέατρο. Αρκετές ταινίες και παραστάσεις που μου άρεσαν, στην Ελλάδα. Ταινίες όμως που με χάραξαν, «Ο Τζόνυ πήρε τ’ όπλο του» και «Το τραίνο της μεγάλης φυγής». Αδιαπραγμάτευτες. Θεατρικές παραστάσεις, «Λεωφορείο ο Πόθος» στο West End στο Λονδίνο, με Μπλανς Ντυμπουά τη Τζέσσικα Λάνγκ, «The Blackbird» και πάλι στοWest End, σε σκηνοθεσία Peter Stein, “Bella Venezia” του Γιώργου Διαλεγμένου σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή, και πολλά ακόμα στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων. Ελληνικό κινηματογράφο παρακολουθώ ανελλιπώς, ως τιμής ένεκεν, φοβάμαι όμως πως η «Γλυκιά Συμμορία» του Νικολαΐδη ήταν η τελευταία ταινία που με απογείωσε. Έκτοτε oκ, Why not? και τέτοια. Τελευταία, μόλις φέτος τον Μάιο, έζησα την απογείωση με μια παράσταση που την είπαν performance. Στο υπό κατάληψη θέατρο ΕΜΠΡΟΣ, από την ομάδα Nova Melancholia, «Οι Κότες και οι Ψύλλοι», του Γιώργου Ιωάννου, εμπνευσμένη σκηνοθεσία του Βασίλη Νούλα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Δεν έγραψα ποτέ ποίηση αν και αγάπησα κάποιους ποιητές. Κυρίως όμως, είμαι καχύποπτη μαζί τους. Τί στο καλό κάνουν; Δεν καταλαβαίνω ακριβώς. Κι αν το κάνουν καλά, λίγες φορές μπόρεσα να το νιώσω αφού λίγες φορές κατάφεραν να με απογειώσουν.  Δεν γράφω λοιπόν ποίηση για ένα απλό λόγο: δεν την καταλαβαίνω και δεν μου ταιριάζει.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Comic Novels και Ζοζέ Σαραμάγκου.

Τι γράφετε τώρα;

Τίποτε. Αν εξαιρέσω τα κάθε τόσο μέιλ-σεντόνια προς ένα δίκτυο επιστήθιων φίλων που έχουν τη μορφή συναισθηματικού χρονογραφήματος.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Εξαιρετικές. Διαδικτυώθηκα ήδη από το 2000.  Και θεωρώ πλέον εαυτόν έμπειρο στο να πετάει τη σαβούρα και να κρατάει τα καλά του διαδικτύου ενώ δεν μπορώ να μην ομολογήσω πως μετά από τόσα χρόνια διαδικτυωμένη, μια κάποια εξάρτηση είναι πραγματικότητα, όχι απαραιτήτως λυπηρή.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Ναι. Έντυπες και ηλεκτρονικές. Όλο και λιγότερο

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Διαβάζω το Άγημα Τιμών του Νίκου Βασιλειάδη, στο πάνω πάνω κατάστρωμα του Αη Γιώργη στη διαδρομή Πειραιάς-Σέριφος. Σταματάω κάθε τόσο για να βγάλω τα γυαλιά μου και να κοιτάξω τη θάλασσα, κοιτάζοντάς τη να υποκλιθώ στη μαεστρία της γραφής του, στο βλέμμα των ηρώων στα πράγματα. Μπαίνοντας στο λιμάνι μου απομένουν λίγες σελίδες. Πρέπει να σταματήσω την ανάγνωση αν θέλω να αποβιβαστώ.  Περιμένοντας να ανοίξει η μπουκαπόρτα έχω την εντύπωση πως το βιβλίο μου έδωσε πολλά και δεν μπορώ να περιμένω κι άλλα. Λίγες ώρες αργότερα, στη βεράντα του σπιτιού μου, λέω ας το τελειώσω με ένα ποτήρι κρασί. Το ποτήρι μου έμεινε γεμάτο καθώς ο συγγραφέας με άδειαζε στα σύννεφα της χαράς. Αυτή την όψη έχουν οι τελευταίες λευκές σελίδες μετά το «τέλος».

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ε, βέβαια. Ασυζητητί.

Στις εικόνες: το περί ου ο λόγος αντίτυπο του Γεροστάθη με σελιδοδείκτη ένα λαϊκό λαχείο του Δεκεμβρίου του 1963 και ορισμένοι συνομιλητές της συγγραφέως: Thomas Mann, D.H. Lawrence, Italo Calvino, Leon Trotsky, Vladimir Nabokov, Johan Huizinga, Samuel Beckett, Tzvetan Todorov, Noam Chomsky, Tennessee Williams.

09
Ιον.
12

Συλλογικό – Συζητήσεις με τον Τομ Ρόμπινς

Επιμ. Λίαμ Ο. Πέρντον – Μπιφ Τόρεϊ

Ο Robbins των Δασών και της Ψυχεδέλειας

H αναζήτηση του πόνου θεωρείται όχι μόνο αξιέπαινη αλλά και ηρωική, ενώ η αναζήτηση της χαράς θεωρείται άνευ σημασίας. Αυτή η στάση μού φαίνεται σχεδόν παράφρων. Γιατί υπάρχει μεγαλύτερη αξία στον πόνο από ό,τι στη χαρά; Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πόνος, ο θυμός και η ματαίωση δεν μπορούν να μας διαμορφώσουν ή ότι δεν πρέπει να τα αναζητούμε· απλώς θέλω να ρωτήσω γιατί αυτά τα συναισθήματα πρέπει να αναζητιούνται ενώ η χαρά αποκλείεται. Αυτό εν μέρει οφείλεται σε μια επικρατούσα αίσθηση, ιδιαίτερα στους ακαδημαϊκούς και δημοσιογραφικούς κύκλους, ότι απλούστατα δεν είναι της μόδας να είσαι θετικός απέναντι στη ζωή. Μερικοί κριτικοί προτιμούν βιβλία που αντικατοπτρίζουν τις δικές τους νευρώσεις, τη δική τους δυστυχισμένη ζωή. [σ. 99]

Τα παραπάνω λόγια του Τομ Ρόμπινς δεν εκφέρονται μόνο ως απάντηση στις συνήθεις αρνητικές αιτιάσεις των βιβλίων του από τους «κριτικούς» αλλά και αντανακλούν την προσωπική του φιλοσοφία ζωής, μιας φιλοσοφία που ο συγγραφέας ευχαρίστως μοιράζεται εδώ. Πρόκειται για έκδοση που συγκεντρώνει 21 συνεντεύξεις – συνομιλίες μαζί του, με πρώτη εκείνη στο περιοδικό Rolling Stone (Νοέμβριος 1977) και τελευταία μια ανέκδοτη του 2009, ενώ στο τέλος κάθε συνομιλίας περιλαμβάνονται πλούσιες κατατοπιστικές σημειώσεις, εφόσον οι αναφορές του σε ονόματα, τίτλους, φιλοσοφικές έννοιες, κινήματα και γενικότερα κάθε στοιχείο της αμερικανικής κουλτούρας είναι καταιγιστικές.

Magical Mystery Hour

Η πρώτη επαφή του Ρόμπινς με την μαγεία ήταν ένα περιοδεύον τσίρκο που εμφανίστηκε ξαφνικά από τη μια μέρα στην άλλη, στις αρχές της δεκαετίας του ’40, στην άδεια αυλή ενός γειτονικού σχολείου στη Βόρεια Καρολίνα. Δεν ήταν τόσο η εμπειρία της συμμετοχής του ούτε ο έρωτάς του για την ημίγυμνη «Άτρωτη Γυναίκα» όσο η αίσθηση πως ένα βαρετό μέρος μπορεί ξαφνικά να μεταμορφωθεί σε κάτι μαγικό, άρα πώς το συνηθισμένο να γίνει ασυνήθιστο, με μια άλλη ενδεχόμενη ζωή.

Έκτοτε βασική μαγεία στη ζωή του υπήρξε το παιχνίδι των διασυνδέσεων ανάμεσα σε αντικείμενα και γεγονότα με τους πιο ασυνήθιστους τρόπους, προς επαλήθευση της συναρπαστικότητας του σύμπαντος. Κι αυτό το στοιχείο υπήρξε πρωταρχικό στην θεματολογία των βιβλίων του, μαζί με την φύση της σεξουαλικότητας και την απελευθέρωση των ανθρώπων από τα συστήματα που καταπιέζουν τα φυσικά του πάθη και τη διάθεση για παιχνίδι. Ο συγγραφέας εμπνέεται αφήνοντας «τις εικόνες και ιδέες να μαρινάρονται μέσα στα απρόβλεπτα αλλά ζωτικά νερά της υποσυνείδητης φαντασίας». Οι τρόποι του πλέον γνωστοί: εξωφρενικά λογοπαίγνια, πλούσια, σχεδόν ηδονιστική χρήση της γλώσσας, φλύαρες μεταφορές, ελευθεριάζουσες αναλογίες, ακατάπαυστα λεκτικά πυροτεχνήματα, παράξενες πληροφορίες, ζωογόνα αισθητικότητα.

Mushroom Fields Forever

Το 1952 τον βρίσκει να ταξιδεύει με οτοστόπ στην Ανατολική Ακτή και να διαμένει στο Γκρίνουιτς Βίλλατζ, το 1960 να συναναστρέφεται με καλλιτέχνες και μποέμ στο θρυλικό Βίλλατζ Ινν του Ρίτσμοντ, το 1963 να δοκιμάζει LSD και να αλλάζει εφεξής τον τρόπο με τον οποίο θα βλέπει τα πράγματα – λιγότερο άκαμπτα διανοητικά και συναισθηματικά. Την ίδια εποχή γράφει στο περιοδικό Holiday το άρθρο του για τις παράξενες ιδιότητες ενός μανιταριού, του Psilocybe, που υποτίθεται πως προκαλούσε διεύρυνση της συνειδητότητας, ενώ το 1964 στη Νέα Υόρκη γνωρίζει τον Τίμοθι Λίρι και τον Άλεν Γκίνσμπεργκ. Ο Ρόμπινς έβγαζε τα προς το ζην γράφοντας για την τέχνη και το θέατρο και έχασε τη δουλειά του αγνοώντας τις προειδοποιήσεις να μην επιλέγει φωτογραφίες μαύρων καλλιτεχνών στη στήλη του.

Το 1966 γοητεύεται από τα τεκταινόμενα στο Χέιτ Άσμπουρι, τη χίπικη περιοχή του Σαν Φρανσίσκο και για αρκετά χρόνια θα αποτελεί μέρος της ψυχεδελικής αντικουλτούρας της Δυτικής Ακτής. Το 1967 η αντεργκράουντ εφημερίδα Helix του αναθέτει να γράψει για μια συναυλία των Doors και βιώνει μια «λογοτεχνική επιφοίτηση». Εγκαταλείπει τα πάντα, μετακομίζει σε μια αγροτική περιοχή της πολιτείας Ουάσινγκτον και αρχίσει να γράφει την Αμάντα, Το Κορίτσι της Γης [Another Roadside Attraction]. Την εποχή εκείνη είναι τόσο φτωχός που το φαΐ του κυρίως προέρχεται από νυχτερινές επιδρομές σε περιβόλια της περιοχής.

They’re like a rainbow

Η Αμάντα εκδίδεται το 1971 και επαινείται από τους Λόρενς Φερλινγκέτι και Γκράχαμ Γκριν, ενώ το Rolling Stone την χαρακτηρίζει ως την πεμπτουσία των μυθιστορημάτων των Σίξτις· ίσως – πιθανολογεί ο Ρόμπινς – επειδή το βιβλίο έβλεπε τα Σίξτις από μέσα προς τα έξω. Ο ίδιος λέει ότι δεν ήθελε να γράψει για τα Σίξτις, αλλά να τα κάνει να συμβαίνουν στη σελίδα και να μεταδώσει κάτι από την εμπειρία τους. Οι Καουμπόισσες [Even Cowgirls Get The Blues]  [1976] εκθειάζονται από τον Τόμας Πίντσον και η συνέχεια είναι εξίσου γνωστή: Τρυποκάρυδος [1980], Το Άρωμα του Ονείρου [1984], Ο Χορός των Εφτά Πέπλων [1990], Μισοκοιμισμένοι μες στις βατραχοπιτζάμες μας [1994], Αγριεμένοι ανάπηροι επιστρέφουν από καυτά κλίματα [2000] (που εμπνέει ένα …τριήμερο φεστιβάλ στο Μεξικό), Villa Incognito [2003], Αγριόπαπιες πετούν ανάστροφα: τα Μικρά Κείμενα του Τομ Ρόμπινς [2005] και το [υποτίθεται παιδικό] Μπι όπως Μπίρα, εμπνευσμένο από μια γελοιογραφία του New Yorker. Το 1995 ο Λέοναρντ Κοέν το θεωρεί ιδιαίτερη τιμή του να περιλαμβάνει ο δίσκος του Tower of Love κείμενο του Ρόμπινς, του συγγραφέα που η περιώνυμη Ιταλίδα κριτικός Φερνάντα Πιβάνο χαρακτήρισε ως τον πιο επικίνδυνο συγγραφέα του κόσμου.

If you go to Seattle Francisco

Οι κραδασμοί της Αμάντας βέβαια ήταν γνωστοί: γυναίκες – μητέρες – γαίες του έγραψαν για να του πουν πως αυτές είναι η Αμάντα, πέντε έξι άτομα ονόμασαν έτσι την κόρη τους προς τιμή της ηρωίδας, και γενικά αποτέλεσε το αντεργκράουντ μυθιστόρημα μιας γενιάς που δεν είχε ιδιαίτερη συμπάθεια στα μυθιστορήματα. Από το 1967 συγγραφείς κάθε ηλικίας και επιπέδου προσπάθησαν χωρίς αποτέλεσμα να συλλάβουν εκείνη την ιδιαίτερη φευγαλέα αίσθηση των Σίξτις, λέει ο Ρόμπινς, ξεχνώντας πως η ουσία της αντικουλτούρας δεν ήταν τα ήθη της αλλά η φαντασία.

Στο έργο Aquarius Revisited: Seven Who Created the Sixties Counterculture That Changed America (1987) των Πίτερ Ο. Χουίτμερ και Μπρους Βαν Γουινγκάρντεν χαρακτηρίζεται ως μια από τις επτά φυσιογνωμίες που καθόρισαν τη σκέψη και το κίνημα της αντικουλτούρας των Σίξτις μαζί με τους Χάντερ Σ. Τόμσον, Γουίλιαμ Μπάροους,  Άλεν Γκίνσμπεργκ, Κεν Κέσεϊ, Τίμοθι Λίρι και Νόρμαν Μέιλερ. Κύρια βάση της ζωής του υπήρξε το Σιάτλ, που το διάλεξε ως το πιο μακρινό σημείο από την νοτιοανατολική καταγωγή του αλλά και από περιέργεια να δει τι είδους τοπίο μπορούσε να κάνει μια σχολή μυστικιστών ζωγράφων. Στα γύρω δάση αναζήτησε για πρώτη φορά άγρια βρώσιμα μανιτάρια κι εκεί έζησε σε κοινότητες που τα καλοκαίρια (όπως παραπονούνταν οι κάτοικοι) έμοιαζαν με το Γούντστοκ. Από εκεί άλλωστε έχει ανακαλύψει κοντινά μέρη ιδανικά για να απλώνει το σλίπινγκ μπαγκ του και να βρίσκεται στη φύση.

The World Metaphysical Circus

Για τον Ρόμπινς η εμπειρία της ανάγνωσης οποιουδήποτε μυθιστορήματος πρέπει πάντα να οδηγεί τους αναγνώστες στη στιγμή της αφύπνισης και της απελευθέρωσης από τον αλόγιστο εφησυχασμό της συναινετικής πραγματικότητας, από το να βλέπουμε την προσομοίωση ως πραγματικότητα. Να συνειδητοποιούμε ότι με το χιούμορ μπαίνουμε πιο πολύ στην πραγματικότητα και ότι το παιχνίδι είναι ένα είδος διάσωσης της ψυχής και να αναζητούμε τις αντικανονικότητες που ξεχωρίζουμε στην καθημερινή ζωή, γιατί στρέφουν την προσοχή μας σ’ αυτό που διαρρηγνύει την συνέχεια της συναινετικής πραγματικότητας.

Το μυθιστόρημα είναι η μαγεία που ανανεώνει την έρημο του νου. Με όλη αυτή τη συνειδητοποίηση οι αναγνώστες βρίσκουν τρόπους να ξεγελάσουν τη μοίρα, να αντιστρέψουν την απόγνωση και να βρουν χαρά και νόημα σ’ ένα φαύλο κόσμο. Όπως λέει και η νεράιδα της Μπύρας [στο Μπι όπως Μπίρα], ο συνηθισμένος κόσμος δεν είναι παρά ο αφρός στην κορυφή του πραγματικού κόσμου, του βαθύτερου κόσμου – άλλωστε εκείνοι που παίρνουν την μπίρα στα σοβαρά ξέρουν ότι η πικρόγλυκη γεύση της είναι εκείνη που στην πραγματικότητα σβήνει τη δίψα, κάνοντας εύγεστα τα στοιχεία της μέρας ή ακόμα και της ζωής μας που συχνά δεν είναι. Ο αναγνώστης θα πρέπει πότε πότε να θυμάται τον θαυμαστό πλανήτη στον οποίο ζει  και να φτάνει σε σημεία πλήρους ενεργοποίησης της συνείδησής του.

I had too much to write last night

Πώς αντιμετωπίζει ο Ρόμπινς την συνήθη κατηγορία των κριτικών ότι δεν γράφει λογοτεχνία; Με ευχαρίστηση: τον βολεύει, αφού έτσι αποφεύγει και το βάρος του λογοτεχνικού παρελθόντος, συνεπώς είναι ελεύθερος να κάνει ό, τι θέλει! Κι ακόμα, αν το μυθιστόρημα έχει, όπως λένε, πεθάνει, νοιώθει διπλά απελευθερωμένος (και νεκρόφιλος). Προσωπικά ζητώ τέσσερα πράγματα από ένα μυθιστόρημα: να με κάνει να σκέφτομαι, να με κάνει να γελώ, να με κάνει να ανάβω, να με κάνει να νιώθω το θαύμα της ζωής. Αν οι άλλοι συγγραφείς δεν γράφουν αρκετά βιβλία που να θέλεις να τα διαβάσεις, τότε πρέπει να τα γράψεις μόνος σου. Ίσως αυτό να είναι ο  μοναδικός λόγος για να γράψει κανείς ένα μυθιστόρημα. Οι τελευταίες δυο φράσεις βέβαια αποτελούν και τις αρχές των απανταχού φανζίν!

Αλλά εδώ έχουμε κι έναν πιστό εραστή της γλώσσας, που τονίζει πως δεν είναι αρκετό να περιγράφουμε τις εμπειρίες, αλλά πρέπει επίσης να βιώνουμε την περιγραφή. Η γλώσσα δεν είναι η σαντιγί, είναι η τούρτα. Οι λέξεις έχουν σημασία, έχουν την ίδια ή και μεγαλύτερη σημασία από τα πράγματα που υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύουν. Όποτε δοκίμασε να γράφει γρηγορότερα, η γλώσσα του έπασχε. Έτσι μέχρι σήμερα προσπαθεί να κοσκινίζει το νοερό του λεξικό για να βρει την πιο απροσδόκητη λέξη, όπως οι παλιοί χρυσοθήρες κοσκίνιζαν την άμμο για να βρουν το πιο πολύτιμο ψήγμα χρυσού. Κάπως έτσι η πλοκή αποκτά πάντα δευτερεύουσα θέση σε σχέση με την όλη εμπειρία του βιβλίου, την βιβλιότητα, και την μετατροπή σε αναγνωστική εμπειρία εκείνου που μπορεί να προέλθει μόνο από λέξεις γραμμένες πάνω σε μια σελίδα.

Are you experienced?

Άραγε αυτή η λογοτεχνία έχει ανάλογες πηγές; Χένρι Μίλερ, Νόρμαν Μέιλερ, Φρανσουά Ραμπελέ, Μπλεζ Σαντράρ, Τζέιμς Τζόις, Αναΐς Νιν (στις πρώτες σελίδες της Αποπλάνησης του Μινώταυρου), Ίσμαελ Ριντ, Αλφρέντ Ζαρί, Γκίντερ Γκρας, και Ναθάνιελ Γουέστ είναι κάποιοι από τους συγγραφείς στους οποίους ο Ρόμπινς συχνά στρέφεται για να αναθερμανθεί και «ν’ αρχίσουν να ρέουν οι χυμοί». Ακόμη, το On the Road του Τζακ Κέρουακ, το A Walk on the Wild Side του Νέλσον Όλγκριν και «το πιο πρωτότυπο μυθιστόρημα που γράφτηκε ποτέ, πιο ριζικά καινοτόμο ακόμη και από το Τρίστραμ Σάντι», Το ψάρεμα της πέστροφας στην Αμερική του Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν. Σε κάποια συνομιλία εκφράζει τον ενθουσιασμό του για το μόλις διαβασμένο Μέισον και Ντίξον του Τόμας Πίντσον, όπου ένα βαρετό θέμα μετατρέπεται σε κάτι συναρπαστικό χάρη στη γλώσσα του και τις αμέτρητες στιλιστικές αποκοτιές – εδώ ο Ρόμπινς θυμάται τη φράση του Μαρκ Τουέιν, ότι η διαφορά ανάμεσα στην τέλεια λέξη και μια λέξη που είναι απλώς κατάλληλη είναι σαν τη διαφορά ανάμεσα στην αστραπή και στην πυγολαμπίδα.

Feels like I’m fixing to scream

Οι άγριοι φιλιππικοί κατά της κοινωνίας και της θρησκείας αποτελούν βασικό κορμό της ρομπινσιακής γραφής, όπως και η παγίδευση σε μια ταυτότητα και το πόσο εύκολα μπορούμε να εγκλωβιστούμε σε λανθασμένες αντιλήψεις για το ποιοι πραγματικά είμαστε, αντιλήψεις που συχνά μας τις επιβάλλουν οι διάφοροι θεσμοί. Ποιος είναι τόσο μπουμπούνας ανάμεσά μας που δεν έχει λαχταρήσει ποτέ μέσα του να εξαφανιστεί και να ξαναεμφανιστεί αργότερα σ’ ένα άλλο μέρος με διαφορετική ταυτότητα, ελεύθερος; Ελπίζω οι αναγνώστες να μεγαλώσουν την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους, να την προεκτείνουν προς απρόβλεπτες κατευθύνσεις. Ο Ρόμπινς επιμένει πως οι πιο ανόητοι αλλά και οι πιο επικίνδυνοι άνθρωποι πάνω στη γη είναι οι σούπερ-εθνικιστές και οι θρησκευτικοί εξτρεμιστές, οι άνθρωποι που ταυτίζονται ολοκληρωτικά, μέχρι θανάτου, με μία και μόνη πολιτική υποδιαίρεση ή αμφιβόλου αξίας αντίληψη για τη φύση της ύπαρξης. Το σύμπαν είναι γεμάτο αρμονίες και πάθη που ο δυτικός ορθολογισμός – με την έμφασή του στη συνέπεια και τη λογική – ευτελίζει και παραμορφώνει. «Όλοι έχουμε τον ίδιο εχθρό», λέει ένας χαρακτήρας στις Καουμπόισσες: «Ο εχθρός είναι η τυραννία της στενομυαλιάς».

Με μοναδική εξαίρεση τον ταντρικό Ινδουισμό,όλα τα άλλα θρησκευτικά συστήματα του σύγχρονου κόσμου αρνούνται τον αισθησιασμό και τον καταπιέζουν. Όμως η αισθησιακή ενέργεια είναι η ισχυρότερη που διαθέτουμε ως άτομα. Οι ταντρικοί άγιοι είχαν την ιδιοφυΐα και τα κότσια να εκμεταλλευτούν αυτή την ενέργεια για πνευματικούς σκοπούς. Η τροφή, το πιοτό, τα ναρκωτικά, η μουσική, η τέχνη, η ποίηση και ιδιαίτερα το σεξ χρησιμοποιούνται από την Τάντρα με θρησκευτικό τρόπο. […] Η ποπ κουλτούρα, με κάπως παρόμοιο τρόπο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για σοβαρούς σκοπούς. Η ποπ πραγματικότητα έχει την μεγάλη ενέργεια, χιούμορ, ζωντάνια και γοητεία. Σε ό,τι αφορά την απελευθέρωση του ανθρώπινου πνεύματος, την ευαισθητοποίηση στην εμπειρία και τη διεύρυνση της ψυχής, η ποπ πραγματικότητα έχει πολύ μεγαλύτερες λογοτεχνικές δυνατότητες από τις σοβαρές αποπνικτικές και σκυθρωπές ηθικολογίες του Σωλ Μπέλοου. [σ. 70]

Dazed but not confused

Η φιλοσοφία ζωής που θαυμάζει εμπεριέχει το αντίτιμο του να πηγαίνεις κόντρα στη φύση σου, την ιλιγγιώδη αγαλλίαση του να κινείσαι ενάντια στο ρεύμα, την τόλμη του να τραβάς σκόπιμα τον κλήρο της ατυχίας, την τρελή σοφία που χρειάζεται για αν ακολουθήσεις τη συμβουλή του ισπανού ποιητή Χιμένεθ που είπε: «Αν σου δώσουν να γράψεις σε χαρτί με ρίγες, εσύ γράψε κόντρα στις ρίγες». Πετυχαίνουμε στη ζωή,  μόνο όταν την απολαμβάνουμε. Οποιοσδήποτε μπορεί να απολαύσει τη ζωή όταν είναι εύκολη, εκτός ίσως από ορισμένους υπαρξιστές και ενοχοποιημένους προοδευτικούς. Το θέμα είναι να την απολαμβάνεις όταν είναι δύσκολη. Όπως η καουμπόισσα Σίσι Χάνκσοου, που δεν υπέκυψε στην παραμόρφωση των δαχτύλων της αλλά αντέστρεψε την κατάσταση και την έκανε να λειτουργεί στη ζωή της. Ή όπως ο Τρυποκάρυδος, που αρνήθηκε να υποφέρει ή που υπέφερε όπως όλοι μας αναγκαστικά αλλά αρνήθηκε να αφήσει αυτό το γεγονός να τον βάλει κάτω ή να τον ευτελίσει κάνοντάς τον αδιάλλακτο ή επιφυλακτικό.

Στις ανατολικές φιλοσοφίες της «τρελής σοφίας» συνηθίζεται να απολαμβάνει κανείς τη ζωή σαν να είναι ένα παράξενο κοσμικό θέατρο, μια μεγαλόπρεπη παράσταση γεμάτη παράδοξα και υπέροχους παραλογισμούς. Όμως, στις στενόμυαλες ιεραρχικές δυτικές κουλτούρες που βασίζονται κυρίως στον φόβο, αυτή η σοφία συνήθως εκλαμβάνεται ως επιπολαιότητα, τονίζει σε πολλές συνομιλίες ο συγγραφέας, επιμένοντας να μην ξεχνάει να αναλογίζεται ο αναγνώστης την σπουδαιότητα της ανάμνησης αυτής καθεαυτήν και τη σπουδαιότητα του να θυμόμαστε να θυμηθούμε.

Paint it white

Με τα χρόνια η φράση Δεν χάνουμε με τίποτα το κέφι μας έχει γίνει περίπου το σύνθημά μου. Ουσιαστικά, η φράση αυτή περιγράφει μια ανυπότακτη στάση, μια άρνηση να πάθουμε κατάθλιψη από γεγονότα που δεν μπορούμε να ελέγξουμε. Αντικατοπτρίζει την πεποίθηση ότι η ζωή είναι πολύ μικρή για να τη σπαταλάμε με τον θυμό ή την πικρία που μπορεί εύκολα να δημιουργηθεί ως αντίδραση στην εποχή ή την περιοχή στην οποία έχουμε βρεθεί εντελώς τυχαία. Πρέπει να αναγνωρίζουμε την αδικία και τα δεινά που αφθονούν στον κόσμο και να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τα ανακουφίσουμε, όμως ταυτόχρονα να επιμένουμε να περνάμε καλά. [σ. 265]

Εκδ. Αίολος, 2011, μτφ. Γιώργος Μπαρουξής, σελ. 388 (Conversations with Tom Robbins – Liam O. Purdon & Beef Torrey (ed.), 2011), με εισαγωγή και χρονολόγιο.

ΥΓ. Και βέβαια οι παραφρασμένοι ή μη τίτλοι ψυχεδελισμάτων των Beatles, Rolling Stones, Scott McKenzie, United States of America, Electric Prunes, Jimi Hendrix Experience, Country Joe and the Fish και Led Zeppelin, ουδεμία σχέση έχουν με την (συναινετική) πραγματικότητα.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr.

07
Ιον.
12

The Divine Comedy – Absent friends (Parlophone, 2004)

Iδιοσυγκρατικός crooner, μόνιμα αυτοβιογραφούμενος σε κάθε του δίσκο, τυπικός Λονδρέζος εραστής του μάταιου, της ματαίωσης και του «ματιού», συνεχιστής της Scott Walker -ικής παράδοσης, με ευθεία εξ αίματος συνθετική συγγένεια με τους Wilson, Bacharach και Hazlewood, υπερφίαλος εγωπαθής (με την μουτσούνα του πάντα σε κάθε εξώφυλλο), μα κι αυτοσαρκαζόμενος και πάνω απ όλα αναγνώστης – ανιχνευτής της λογοτεχνικής ευχαρίστησης: έχει συντάξει και τραγουδήσει πλήρη κατάλογο μειζόνων συγγραφέων, μιμούμενος φωνές ή φράσεις του καθενός (Booklovers, απ το Promenade LP), έχει κάνει ολόκληρα διηγήματα τραγούδια (το Bernice Bobs Her Hair είναι ομότιτλο διήγημα του F.S. Fitzgerald) ή ξεκινάει εισαγωγικά με αποσπάσματα (όπως του Room with a view του E.M. Forster στο Death of a supernaturalist).

Στην πρώτη τους περίοδο έβγαζαν μόνο EPs, σαππορτάρανε μέχρι και Μy Bloody Valentine ή Suede, είχαν κι άλλον βοκαλίστα, τους «παρήγαγε» ο Edwyn Collins και ακούγονταν σαν κάτι άλλο. Η δεύτερη είχε την υπογραφή στη Setanta, τους 4 δίσκους που γνωρίζουμε, συν τη γλυκερότητα της κυκλοφορίας ενός Short Album About Love ανήμερα του κυρ Βαλεντίνου και φυσικά τη διασημότητα. Από Setanta έφυγαν μόλις έκλεισαν δεκαετία (θυμάστε τις 8ατίες και 12ετίες των ποδοσφαιριστών στα 80ς;). Με τα best δεν ασχολούμαστε. Φυσικά εμείς τον αγαπήσαμε πρωτίστως για τη διπλέτα Promenade – Liberation παρά για το φορτωμένο glam pop των Cazanova και Fin de siecle (Bombast West End στυλ που ονόμασαν οι ίδιοι οι φαν του τα τελευταία, ενώ για τα δυο πρώτα εμείς δε βρίσκαμε λόγια). Όσο για το Regeneration, προτιμήσαμε να μη το θυμόμαστε καθόλου.

Μας επισκέπτεται λοιπόν, με δεύτερο δίσκο μετά την Σετάντεια αποχώρηση. Mας  δουλεύει; Στο εξώφυλλο ποζάρει σαν δανδής του 17ου αιώνα ή, με τα δικά μας συμφραζόμενα, ως νεορομαντικός αναβιωτής. Επιτρέπαμε τέτοια σουσούμια απ τον Κing Of Luxenburg, άντε και τον Paul Roland, ίσως και τον/τους Jack. Είχα στο μυαλό μου να φτιάξω ένα δίσκο που να μου ακούγεται περίφημα όταν χαζεύω τη φωτιά, μ’ ένα λαμπραντόρ στα πόδια μου, κρατώντας ένα ποτήρι τσέρι, δήλωσε. Κι εγώ που νόμιζα πως αυτό ήταν ο μόνιμος στόχος των And Also The Trees…

Τι έχουμε εδώ; Ο αιώνιος συνεργάτης Jobi Talbot ξαναστέκεται δίπλα στον μαιτρ. Ο παραγωγός του Regeneration Nigel Goldrich περιορίζεται στις μίξεις, αφήνοντας χώρο στον υπερφίαλο Neil να πειραματιστεί με την κονσόλα και τελικά να τα καταφέρει μια χαρά. Έτσι ώστε να μπορεί αβίαστα στο Come Home Billy Bird μας να ενθυμίζει την υποδειγματική εκείνη στυλιστική εκτέλεση του Bernice… Ή στο Sticks and Stones να κάνει κλικ στο φιγουρατζίδικο στυλ του Casanova. Μόνο που η πλειοψηφία των κομματιών εδώ είναι αργά μπαλλαντοειδή που από την σύλληψη των ιστοριών ως την τραγούδισή τους κλαίνε μαύρο δάκρυ ή σαρκάζουν τα γνωστά παθήματα του πολύπλοκου νέου μας. Είναι σχεδόν παράξενο πως η μοναδική εξαίρεση εδώ (το ίδιο το Absent Friends) ξεχωρίζει με διαφορά. Δε μας δίνει κανένα Fanfare for the comic muse, για να θυμηθώ τον τίτλο του πρώτου πρώτου τους ΕP, ούτε καν Something for the weekend.

Κατά τα άλλα η μίμηση των παν-έγχορδων ενορχηστρώσεων του Μichael Nyman είναι σαφής· τον έχει άλλωστε ποπσκευάσει αλλά εδώ του δίνει και φόρο τιμής στο Our Mutual Friend. Πλείστοι μουσικοί, ειρωνεία του κιτς και μπαρόκ ενορχηστρώσεις, αναμενόμενα όλα. Τελικά μάλλον είναι χαλαρότερος σε εξωντιβαϊνικές ενασχολήσεις, όπως η συνεργασία με τον Tom Jones (Reload) και εκείνο το ταγκό με την Ute Lemper. Άλλωστε μετά την κατρακύλα – μάθημα του Regeneration, είχε βγει λίγο σόλο με την ακουστική του κιθάρα σε διάφορα μικρά live σε κλειστά μέρη και λίγο αργότερα συνδυάστηκε (περίτεχνα, μαντεύω, ίσως και βαρετά) με τον Ben Folds στο πιάνο.

Αλλά πολύς ζόφος, σερ Χάννον και κυρίως πολλές μελωμένες μπαλάντες. Ένας Engelbert Humberdinck του καιρού μας; Ενώ εκείνος όμως είχε τραγουδήσει Lonely is a man without love, ετούτος μας πείθει πως lonely is a man anyway. Τουλάχιστο δε παρασύρεται από τις ίδιες του τις δημιουργίες, γι αυτό και δε θα γίνει ποτέ ένας Billy McKenzie, πράγμα που κάποτε φοβηθήκαμε προς στιγμήν. Το ευάερο κλείσιμο του δίσκου μας αφήνει ήσυχους για τις γήινες, συγκρατημένες διαθέσεις του. Είπαμε: όταν έρθουν τα δύσκολα, θα ξανακαθίσει δίπλα στο τζάκι με το λικέρ του…

Πρώτη δημοσίευση εδώ.

06
Ιον.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 116

Πατρίκ Ρενάλ, Πρώην σύντροφοι, εκδ. Μεταίχμιο, 2004, μτφ. Μελίνα Καρακώστα, σ. 152 – 153 (Patrick Raynal, Ex, 2002)

Με παράγκες από λαμαρίνα, κτίρια που δεν πολυκαταλαβαίνεις αν χτίζονται ή γκρεμίζονται, παιδιά με κοντό παντελόνι και σκισμένο μπλουζάκι που τσαλαβουτάνε στην κόκκινη σκόνη, γυναίκες με καφτάνια, γυμνούς σβέρκους κάτω από λεκάνες με φρούτα, άντρες καθισμένους ανακούρκουδα πάνω στις φτέρνες τους μπροστά σ’ έναν μισοάδειο πάγκο, μίνι λεωφορεία που βουλιάζουν απ’ το βάρος των ανθρώπινων τσαμπιών, δίκυκλα κόντρα στο ρεύμα, το Μπαμακό επιβεβαίωνε όσα είχα ακούσει για την Αφρική. Φυσικά όλα ήταν μία αυταπάτη. Η μαγεία της μαύρης Αφρικής είναι ότι καταφέρνει να μοιάζει με όλα όσα ξέρουμε, όλα όσα έχουμε διαβάσει σε βιβλία γεωγραφίας, σε κόμικς, σε μυθιστορήματα ή ταξιδιωτικές αφηγήσεις, ρεπορτάζ ή ταινίες, επιφυλάσσοντας, ωστόσο, άπειρες εκπλήξεις. Η Αφρική είναι αυτό που πίστευες πως ήξερες γι’ αυτήν πριν έρθεις, μαζί με την επίγνωση πως οι πιο χαρισματικοί εραστές της τα έχουν πει όλα για τη χώρα αυτή, δίχως να την έχουν, όμως ξεπαρθενέψει.

05
Ιον.
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 94. Κώστας Θ. Καλφόπουλος

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Πολύ  ευχαρίστως. Όλα ξεκινούν ακριβώς, όταν ο γερμανός ήρωας του Παράξενου καλοκαιριού ανοίγει την πόρτα σε μία ελκυστική ελληνίδα, που θυμίζει ηθοποιό του ασπρόμαυρου κινηματογράφου, η οποία βρίσκεται σε αναζήτηση του συζύγου της, φίλου και συνεργάτη του αφηγητή. Η νουβέλλα εκτυλίσσεται στην καλοκαιριάτικη κουφόβραση, με φόντο τον «Γύρο της Γαλλίας», σε τρεις πόλεις (Αμβούργο, Αθήνα, Μόναχο) και ο αφηγητής, ένας μάλλον «ομπλομοβικός» τύπος, που ζει μοναχικά και περιφέρεται με ποδήλατο στην πόλη, μπαίνει σε περιπέτειες, προσπαθώντας να εντοπίσει τον φίλο του, αλλά και να κατανοήσει τι κρύβεται πίσω από τη φυγή. Το βιβλίο διαθέτει στοιχεία νουάρ και, ταυτόχρονα, είναι ένα σχόλιο για τις ελληνο-γερμανικές σχέσεις, αλλά και την αλλοτρίωση της πολιτικής, ανάμεσα σε τέσσερα διαφορετικά, σε νοοτροπία και συμφέροντα, πρόσωπα, στο ύφος μιας αστυνομικής ιστορίας, που όμως περισσότερο ενδιαφέρεται για τα κίνητρα παρά για την εξιχνίαση ενός εγκλήματος.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το Τilt! Δοκίμιο για το φλίππερ είναι ένα λογοτεχνικό δοκίμιο, στα ίχνη του αντίστοιχου έργου του Πέτερ Χάντκε (Δοκίμιο για το τζουκ-μποξ) και αναφέρεται στον μαγικό κόσμο των φλίππερ, αλλά και στις αναμνήσεις του συγγραφέα, όσον αφορά το παιγνίδι και τον νεανικό έρωτα. Το Tilt! γράφτηκε με τους ήχους και τα χτυπήματα στο φλίππερ της μνήμης και της γλώσσας. Στο Καφέ Λούκατς-Budapest Noir o αφηγητής πιάνεται στα «δίχτυα της αράχνης-Ιστορίας», επισκεπτόμενος τη Βουδαπέστη και γνωρίζοντας μία ώριμη femme fatale, καθώς θα έρθει αντιμέτωπος με τον σκοτεινό κόσμο ενός παρελθόντος, που συνδέεται με το Ολοκαύτωμα στην Ουγγαρία. Οι λογοτεχνικές και κινηματογραφικές «νουάρ» αναφορές είναι ενσωματωμένες στον ρυθμό αφήγησης.

Αν υπάρχει κάτι κοινό στα προαναφερόμενα έργα, πέραν των λογοτεχνικών αναφορών, αυτό είναι η φυγή από μία μίζερη, ελληνική πραγματικότητα, κι ο πόθος της λογοτεχνικής απόδρασης.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Νομίζω, πως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: είναι οι ήρωες που με (μάς) παρακολουθούν, αθέατοι, σιωπηλοί, υπομονετικοί, όχι σαν «χαφιέδες», αλλά σαν σωματοφύλακες. Είναι όμως δύσκολο να μάθω τα νέα τους, αφού όλοι τους είναι ανώνυμοι στα έργα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει πλέον η ευρωπαϊκή παράδοση της «δημόσιας συγγραφής» στα Café, όπως στη Βιέννη ή το Παρίσι. Αυτό, νομίζω, απαντάει στο ερώτημά σας. Από την άλλη, όλοι έχουμε γράψει «εκτός έδρας».

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Κι εδώ, επιτρέψτε μου να αντιστρέψω το ερώτημα: πιστεύω πως οι ιδέες, όπως αντίστοιχα τα βιβλία και οι συγγραφείς, είναι που μάς παγιδεύουν, και καταντούν εμμονές μέχρι να βρουν τον δρόμο τους στο χαρτί ή στο πληκτρολόγιο.  Εκτιμώ, ότι κάθε θέμα και κάθε βιβλίο σχεδόν προδιαγράφει μυστικά τη δική του διαδικασία της συγγραφής.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Αυτή είναι μια ερώτηση που αφορά πρωτίστως το «εργαστήριο» των  μεγάλων συγγραφέων, γνωρίζουμε τον τρόπο με τον οποίο έγραφε ο Σιμενόν ή η Χαϊσμιθ, ακόμα και ο Τσάτουιν. Προσωπικά, δεν υπάρχουν ούτε επιλογές ούτε ειδικές προετοιμασίες, αλλά αυτό εκτιμώ ότι σχετίζεται με την ιδιοσυγκρασία του κάθε συγγραφέα. Πάντως, η μουσική υπόκρουση δεν διευκολύνει, ταυτόχρονη ακρόαση και συγγραφή δεν συνταιριάζουν κατά τη γνώμη μου. Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις: από Μπητλς, Ντύλαν, Mazzy Star και Barbara μέχρι Μοσχολιού, Ζαμπέτα, Μουζάκη και Dire Straits, ενδεικτικά πάντα.

Έχετε επιμεληθεί πολλές εκδόσεις και θα έχετε παρατηρήσει το έργο των επιμελητών και των διορθωτών συνήθως τίθεται σε «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους με εκδότες αλλά και μεταφραστές και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Η «ελληνική υπανάπτυξη», όπως κι εσείς διαπιστώνετε, αδικεί συχνά το έργο του επιμελητή (editor) ή το περιορίζει στη γλωσσική, τυπογραφική επιμέλεια μόνο. Τα προβλήματα, στα οποία ορθώς αναφέρεστε, έχουν να κάνουν με το γεγονός, ότι οι ρόλοι δεν είναι διακριτοί σε επαγγελματικό επίπεδο ούτε ανταμείβονται αυτονόητα. Στο εξωτερικό, οι περισσότεροι εκδοτικοί είναι οργανωμένοι στη βάση αρμοδιοτήτων και καταμερισμού εργασίας.

Ασχολείστε επισταμένα και με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Δεν είμαι κριτικός με την αυστηρή έννοια του όρου, τη δουλειά αυτή τη διεκπεραιώνει εξαιρετικά η νέα γενιά των ελλήνων κριτικών. Συνήθως, παρουσιάζω με κριτικό τρόπο (ελπίζω) βιβλία και συγγραφείς, κυρίως από το εξωτερικό (fiction και non fiction), μεταφρασμένα ή όχι ακόμα. Η κριτική προσέγγιση και καταγραφή βοηθάει πάντα έναν συγγραφέα στο να κατανοήσει άλλα έργα κι άλλους κόσμους, άρα ούτε υποκλέπτει ούτε εξαργυρώνεται. Όμως το ζήτημα της κριτικής και της επιτυχίας ή αποτυχίας ενός βιβλίου είναι ένα πολύπλοκο θέμα με πολλούς παράγοντες που το διαμορφώνουν.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Η παράθεση ονομάτων είναι περισσότερο ή λιγότερο μια ιδιωτική, και πάντως μάλλον αδιάφορη υπόθεση για τους τρίτους. Συνήθως απαντάμε είτε με κλασσικούς (παλαιότερους και σύγχρονους) είτε με άγνωστα στο κοινό ονόματα. Επιτρέψτε μου να αναφέρω μόνο δύο ονόματα, λόγω προσωπικής συμπάθειας: Βάλτερ Μπένγιαμιν και Ούβε Γιόνζον.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Εδώ, θα σας απογοητεύσω λιγότερο, χωρίς αξιολογική ή χρονολογική σειρά: Μυριβήλης, Η ζωή εν τάφω, Βασίλης Βασιλικός, Γλαύκος Θρασάκης, Γιάννης Σκαρίμπας, Μαριάμπας, Ζωρζ Σιμενόν, Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τραίνα να περνούν, Μαξ Φρις, Stiller, Ούβε Γιόνζον, Το τρίτο βιβλίο για τον Άχιμ, Βλάντιμιρ Ναμπόκοβ, Λολίτα, Τέοντορ Αντόρνο, Minima Moralia, Ρολάν Μπαρτ, Μυθολογίες, Πέτερ Χάντκε, Η αγωνία του τερματοφύλακα στο πέναλτυ, Πατρίτσια Χάισμιθ, Το Παιγνίδι του Ρίπλεϋ (Ο αμερικανός φίλος), Βάλτερ Μπένγιαμιν, Μονόδρομος, Φίλιππος Φιλίππου, Το τέλος της περιπλάνησης, τα έργα του Γιάννη Μαρή, του Νίκου Τσιφόρου, του Μάριου Χάκκα και του Τάσου Λειβαδίτη, και άλλα πολλά.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Καραγάτση, του Κορτάζαρ (τον οποίο έχετε παρουσιάσει), της Χάισμιθ, του Πόε, του Βασιλικού την περίοδο 1967-1974.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Δύσκολη ερώτηση με πιο δύσκολη απάντηση, σε μια χώρα όπου σχεδόν όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, όμως λιγότερο γνωρίζουμε το έργο και περισσότερο αναγνωρίζουμε, θετικά ή αρνητικά, τον συγγραφέα. Προσωπικά, με συγκίνησαν τα Γλυκά του κουταλιού, της Ελένης Ζαχαριάδου, και εκτιμώ ιδιαίτερα το Επτά μέρες βροχή, του Αναστάση Σιχλιμίρη.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ρόλλο Μάρτινς, στον Τρίτο άνθρωπο του Γκράχαμ Γκρην, λογοτεχνικά και κινηματογραφικά.

Πώς βιοπορίζεστε;

Κι άλλη δύσκολη ερώτηση «σ’ αυτόν τον δύσκολο καιρό»: με τα βιβλία και τη δημοσιογραφία κυρίως στην «Καθημερινή» και σε γερμανόφωνα έντυπα, όσο το επιτρέπουν ακόμα οι συνθήκες.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Είναι αυτονόητο, ότι η Νέα Εστία,  η Λέξη και το Δέντρο είναι εκείνα τα περιοδικά που μάς διαμόρφωσαν και επιμόρφωσαν τις τελευταίες δεκαετίες, χωρίς να αγνοήσουμε όμως και τον περιφερειακό περιοδικό τύπο. Δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος προτίμησης, το κάθε ένα από αυτά έχει μια ενδιαφέρουσα προϊστορία, ξεχωριστούς διευθυντές και σημαντική συμβολή στα λογοτεχνικά δρώμενα.

Ελληνική Λέσχη Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας. Περί τίνος πρόκειται;

Η ΕΛΣΑΛ είναι κατά βάσιν ένα πείραμα: συνενώνει παλαιότερους και νεότερους συγγραφείς της αστυνομικής λογοτεχνίας, πλην, δυστυχώς, του Πέτρου Μάρκαρη, και συμπεριλαμβάνει γνωστά ονόματα, όπως την Αθηνά Κακούρη, την Τιτίνα Δανέλλη, τον Ανδρέα Αποστολίδη, τον Φίλιππο Φιλίππου, τον Τεύκρο Μιχαηλίδη, τον Δημήτρη Μαμαλούκα και πολλούς άλλους. Σκοπός της είναι να θέσει ένα πλαίσιο διαλόγου και συνεργασίας μεταξύ των μελών της και να αναδείξει δημιουργικά το είδος, χωρίς προκαταλήψεις, ανταγωνισμούς και συνδικαλιστικές απαιτήσεις. Ταυτόχρονα, επιδίδεται σε κοινές συγγραφικές και εκδοτικές προσπάθειες.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα επέλεγα αναφανδόν τον Γιάννη Διακογιάννη. Είναι εκείνος ο δημοσιογράφος με μεγάλη παιδεία, που μάς έμαθε μέσα από τον μοναδικό σχολιασμό (και τη φωνή) του, όχι μόνο ποδόσφαιρο, αλλά και τον κλασσικό αθλητισμό, συνδυάζοντας το άθλημα με την ιστορία και τον πολιτισμό, αλλά και το γαλλικό τραγούδι. Θα ήθελα να μπορούσα να κάνω κάτι ανάλογο με τον Γιάννη Μαρή επίσης, αλλά νομίζω πως είναι άλλοι αρμοδιότεροι από εμένα και εύχομαι να το καταφέρουν.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Δεν πηγαίνω πλέον κινηματογράφο ή θέατρο, με τη ζέση των νεανικών χρόνων. Λόγω όμως του δορυφορικού προγράμματος, παρακολουθώ ανελλιπώς παλιές και νεότερες ταινίες στα γερμανικά κυρίως κανάλια, και βέβαια στην ελληνική τηλεόραση. Με γοήτευσαν σκηνοθέτες, ταινίες  και ηθοποιοί που τούς απολαύσαμε στα νεανικά μας χρόνια, ας μην μπούμε στην ονοματολογία, όπως θα έλεγαν και οι τηλεοπτικοί talking heads. Θα υποκύψω όμως στον πειρασμό δύο ενδεικτικών αναφορών: «Η μοναξιά του δρομέα μεγάλων αποστάσεων», των Σίλλιτόου/ Ρίτσαρντσον και «Ο έμπορος των τεσσάρων εποχών» του Φάσσμπίντερ.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε, όπως έγραφε κι ο Καρυωτάκης, ας το αφήσουμε λοιπόν καταχωνιασμένο στο παρελθόν μας.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω και ξαναδιαβάζω, ατάκτως εριμμένα: την Κυρά της λίμνης, του Τσάντλερ, τον Κόκκινο βράχο, του Ξενόπουλου, σε μία εξαιρετική έκδοση του 1955, τα Θύματα ειρήνης, του Βασιλικού, κάποια κριτικά δοκίμια του γερμανού Karl Heinz Bohrer για τον σύγχρονο πολιτισμό, ανάμεσά τους ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο για το ουέστερν, το του Φεντερίκο Φελλίνι. Σημασία, πάντως, έχει τι ξαναδιαβάζουμε.

Τι γράφετε τώρα; 

Τις απαντήσεις στο ερωτηματολόγιό σας., και πάντως, όλοι μας όλο και κάτι πασπατεύουμε στα συρτάρια του γραφείου και του μυαλού μας.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το «διαδικτυώνεσθαι» είναι όπως το οδηγείν, θέλει προσοχή και σύνεση. Δεν εκτιμώ σε υπερθετικό βαθμό αυτού του είδους την ενημέρωση και επικοινωνία (κοινωνικά δίκτυα, ηλεκτρονική ενημέρωση κλπ.), αλλά έχει πολλές πρακτικές και ενδιαφέρουσες πλευρές, κυρίως στη χώρα μας, όπου δεν υπάρχουν βιβλιοθήκες, όπως και πολύ έρμα, κοινώς σαβούρα.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Περισσότερο τις έντυπες, αλλά και αρκετές από τις ηλεκτρονικές, που δεν υπολείπονται σε ποιότητα και εγκυρότητα των πρώτων. Κυρίως, όμως μ’ ενδιαφέρει το έργο της κριτικής από τη σκοπιά των μεγάλων συγγραφέων (π.χ. Λούκατς, Ναμπόκοβ) και των ξένων εφημερίδων.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Συνήθως, δεν μετακινούμαι εντός Ελλάδος, σε αντίθεση, όταν ταξιδεύω στο εξωτερικό, κυρίως στη Γερμανία, και πάντα με τον σιδηρόδρομο. Θυμάμαι πάντως, ότι σε ένα πολύωρο ταξείδι με νυχτερινό τραίνο στη Γερμανία, με είχε συνεπάρει, διόλου τυχαία, το έργο του Σιμενόν, Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τραίνα να περνούν, η ανάγνωσή του τελείωσε μαζί με τη διαδρομή.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Στη μεφιστοφελική σας ερώτηση, σάς παραπέμπω στον Δημήτρη Χορν, στο Αλοίμονο στους νέους. Η αιώνια νιότη είναι μια ουτοπία, κι όπως κάθε ουτοπία είναι κι αυτή ένα καθεστώς ανίας (boredom) και μελαγχολίας. Θα ήθελα πάντως να μπορούσα να ξαναπαίξω ποδόσφαιρο, όπως στα νειάτα μου, ίσως εκεί να ενέδιδα.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Από τις δικές σας ερωτήσεις, περισσότερο φοβάμαι τις δικές μου απαντήσεις, εάν τυχόν απογοήτευσαν εσάς ή κούρασαν το αναγνωστικό κοινό σας. Θα ήθελα, όμως, να με είχατε ερωτήσει, «τι ομάδα είμαι», και μια που δεν την κάνατε την ερώτηση, δεν υπάρχει απάντηση επ’ αυτού. Σάς ευχαριστώ πάντως ιδιαίτερα, για τον χρόνο και τον χώρο που διαθέσατε στο πάντα φιλόξενο «Πανδοχείο» σας.

Στις φωτογραφίες, ο συγγραφέας μαζί με τον Βασίλη Βασιλικό στην 9η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη και, πιο κάτω, άτυποι πλην πιστοί συνομιλητές του: Walter Benjamin, Uwe Johnson, Peter Handke, Patricia Highsmith, Vladimir Nabokov, George Simenon, Roland Barthes. Ανάμεσά τους, o Τρίτος Άνθρωπος, ο Τζέντλεμαν των Μεταδόσεων και ο Έμπορος των Τεσσάρων Εποχών.

04
Ιον.
12

Δημήτρης Δουλγερίδης – Δεύτερη ανάγνωση. Οι συνεντεύξεις, εκτός από το έργο τους

Στοχασμών αποστάγματα

Υπάρχει ένας σωστός τρόπος να αγαπάς τη γη σου, την ταυτότητά σου, το σπίτι που έχεις γεννηθεί, την ντοπιολαλιά σου, αλλά και υπάρχει και λανθασμένος τρόπος. Υπάρχουν πρόσωπα που έζησαν στην επαρχία διατηρώντας αυτή την ανάσα του οικουμενικού, νιώθοντας την παγκοσμιότητα. Οι Εβραίοι των μικρών κοινοτήτων στα βιβλία του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ δεν είναι ασφαλώς λιγότερο οικουμενικοί από τα πρόσωπα των μυθιστορημάτων που τοποθετούνται στο Παρίσι ή τη Νέα Υόρκη. Η επαρχία προκαλεί συχνά μια εμμονή με την ταυτότητα και υπό αυτή την έννοια είναι ασφυκτική… υποστηρίζει ο Κλαούντιο Μάγκρις [σ. 160], πιστός στην προσωπική του πνευματική πορεία αλλά και στους διαχρονικούς του προβληματισμούς για τα σύνορα, τις γέφυρες και την ενδιάμεσή τους λογοτεχνία.

Στην ίδια συνομιλία παραδέχεται για άλλη μια φορά πως ήταν η Τεργέστη που τον έκανε να αισθανθεί την αξία αλλά και τους κινδύνους της γης των συνόρων, που άλλοτε γίνεται γέφυρα για να συναντήσεις τον Άλλο και άλλοτε ένα τείχος για να τον κρατήσεις μακριά. Η εμμονική με την ταυτότητά της πόλη διατηρούσε ταυτόχρονα και την αμφιβολία της για την εν λόγω ταυτότητα, κι ίσως γι’ αυτό, προσθέτει, είχε σπουδαία λογοτεχνία: Όταν δεν ξέρεις καλά τι είσαι, το έδαφος στο οποίο μπορείς να ρισκάρεις για ν’ ανακαλύψεις την ταυτότητά σου είναι η λογοτεχνία…

Ο Ίαν Κέρσοου, που μαζί με τον Μαρκ Μαζάουερ αποτελούν τους δύο σύγχρονους πυλώνες της εκλαϊκευμένης εκδοχής της Ιστορίας που δεν χάνει ποτέ τα επιστημονικά της διαπιστευτήρια, εξερευνά τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια το ναρκοθετημένο πεδίο του Ναζισμού. Στους δυο τόμους του για τον Χίτλερ κυριαρχεί τόσο η ιδέα της χαρισματικής προσωπικότητας που εμπνέει λατρεία όσο και το εργάζεσθαι υπέρ του Φύρερ, η ριζοσπαστική δράση των μεσαίων και κατώτερων επιπέδων της ναζιστικής γραφειοκρατίας, προς υλοποίηση της βούλησης του ηγέτη τους – σε κάθε περίπτωση πάντως μακριά από την δαιμονοποίησή του. Επιπρόσθετα επιβεβαιώνεται η δική του υπόθεση εργασίας, πως σε ακραίες συνθήκες, οι «κανονικές» καθημερινές έγνοιες απορροφούν τόση ενέργεια, ώστε να αυξάει σημαντικά η αδιαφορία απέναντι την απανθρωπιά, και κατ’ επέκταση η υποστήριξη ενός απάνθρωπου πολιτικού συστήματος.

Όπως πρόσφατα υποστήριξε ο Κέρσοου, η Γερμανία οδεύει προς μια σημαντική αλλαγή του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνεται την περίοδο του Τρίτου Ράιχ, δίνοντας πλέον έμφαση στη συνέργεια του λαού, ενώ σταδιακά εξαλείφεται η μεταφυσική προσέγγιση του ναζιστικού φαινομένου. Επιμένοντας πάντα πως η ερμηνεία και όχι η ηθική καταδίκη πρέπει να είναι το κλειδί στην καταγραφή της Ιστορίας, προσπαθεί να είναι ακριβοδίκαιος απέναντι στα δυο μεγέθη, τόσο στην προσωπικότητα των ηγετών όσο και τις ευρύτερες δομές εξουσίες, την πολιτική κουλτούρα και τα συστήματα αξιών που την επηρεάζουν.

Ο Κέρσοου συζητά ακόμα θέματα όπως οι «λογικές» ρίζες της εξόντωσης των Εβραίων της Ευρώπης – επιμένοντας όμως πως εκτός από τα SS και την Αστυνομία, το ναζιστικό κόμμα και οι συνεργάτες του, η Βέρμαχτ, ο γραφειοκρατικός μηχανισμός και η βιομηχανική ελίτ ήταν επίσης συνεργοί στο Ολοκαύτωμα έστω και με διαφορετικό εμπλοκής ο καθένας -, την «κουλτούρα του Φύρερ» (μια πλατιά βάση στήριξής του στο επίπεδο της κοινωνίας των πολιτών) αλλά και το γεγονός ότι στην περίπτωσή του είναι ευκολότερη η περιγραφή του ως μανιακού και τρελού, καθώς αποτελούσε τον δημιουργό ενός συστήματος, σε αντίθεση με τον Στάλιν που αποτελούσε προϊόν του.

Από τον ζόφο του παρελθόντος στον προβληματισμό του σήμερα, ο Γάλλος ισλαμολόγος Ολιβιέ Ρουά έχει (στο Παγκοσμιοποιημένο Ισλάμ) ανατρέψει την δοξασία ότι ο φονταμενταλισμός είναι η άμυνα των παραδοσιακών κοινωνιών απέναντι στο κύμα της νεωτερικότητας, υποστηρίζοντας, αντίθετα, ότι αποτελεί ταυτόχρονα προϊόν και παράγοντα της ίδιας της νεωτερικότητας. Από τη στιγμή που η παγκοσμιοποίηση απέκοψε τις θρησκείες από το παραδοσιακό τους περιβάλλον (οικογένεια, κοινότητα), το Ισλάμ ανήκει στους μοντέρνους, όχι στους μεσαιωνικούς καιρούς. Ο Ρουά είδε για πρώτη φορά στο Ιράν και το Αφγανιστάν με ποιον τρόπο μπορεί το Ισλάμ να λειτουργήσει ως πολιτικό εργαλείο – στην πρώτη περίπτωση οι μουλάδες ενσάρκωσαν την πολιτική εις βάρος της θρησκείας, στην δεύτερη οι ισλαμιστές απομάκρυναν το προηγούμενο κομμουνιστικό καθεστώς. Οι σύγχρονες όμως συγκρούσεις στη Βόρεια Αφρική έχουν όμως το αίτημα για σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στις πολιτικές επιδιώξεις και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις.

Η ισλαμοποίηση της αραβικής κοινωνίας τα τελευταία σαράντα χρόνια δεν έχει οδηγήσει σε νίκη του πολιτικού ριζοσπαστισμού – συνήθως κυριαρχούν οι τοπικοί ιμάμηδες και οι ιεροκήρυκες. Οι θρησκευτικοί καθοδηγητές χάνουν τη νομιμοποίησή τους και κυρίως η νέα γενιά παύει να ακολουθεί τους χαρισματικούς θρησκευτικούς ηγέτες, αλλά, αντίθετα, προσπαθεί να κατασκευάσει ένα καινούργιο brand name για το Ισλάμ, μέσα από το ίντερνετ και τα κοινωνικά δίκτυα – σε κάθε περίπτωση πάντως ασκεί μια εξατομικευμένη μορφή της θρησκευτικότητας και προσπαθεί να ενταχθεί στην κυρίαρχη κουλτούρα. Οι νέοι έχουν την πεποίθηση ότι η θρησκεία αποτελεί μια υπόθεση προσωπική και κανείς δεν πρέπει να τους διδάξει αυτό που μπορούν να μάθουν μόνοι τους.

Είναι πλέον φανερό πως οι πολίτες δεν έχουν ανάγκη την ισλαμική πίστη για να εφαρμόσουν το νόμο, ενώ αναγνωρίζεται η ανάγκη εκδημοκρατισμού και η ποικιλομορφία στην προσωπική έκφραση. Το πρόβλημα πλέον με τους ριζοσπάστες ισλαμιστές, λέει ο Ρουά, είναι τι θα κάνουν με την θρησκεία εντός μιας δημοκρατίας κι αυτό αποτελεί μια από τις μελλοντικές προκλήσεις. Άλλωστε στις κοσμικές κοινωνίες ή όπου επικρατεί η διάκριση κράτους και Εκκλησίας δεν ανήκει στην αρμοδιότητα κανενός κρατικού αξιωματούχου να αποφασίσει τι είναι αποδεκτό στη θρησκεία. Τα κράτη οφείλουν να αποστασιοποιούνται από τη θεολογική διαμάχη, που αφορά τους πιστούς. Η θρησκευτική έκφραση ανήκει στα ατομικά και όχι στα συλλογικά δικαιώματα.

O κοινωνιολόγος Ρίτσαρντ Σένετ στρέφει τους προβληματισμούς του στην αφήγηση του δημόσιου και ιδιωτικού χώρου στον δυτικό πολιτισμό, περιγράφοντας την μάχη ανάμεσα στην πόλη και το άτομο, ανάμεσα στη δημόσια έκθεση και τον προσωπικό ναρκισσισμό και, εν τέλει, τον ατομικισμό που δημιουργείται και τρομάζει. Η αμερικανική κοινωνία εδώ εκφράζει ένα τρομερό παράδοξο: ενώ έδωσε τόση σημασία στην αξία του ατόμου, κατέληξε κομφορμιστική. Στο ερώτημα πώς συνέβη αυτό η συνήθης απάντηση είναι ο ατομικισμός: είναι τόσο ισχυρός ώστε να αποκλείει την έννοια της συλλογικής διεκδίκησης. Ο Σένετ υποστηρίζει πως η Αριστερά της εποχής έχει αρνηθεί την ευχαρίστηση, το χιούμορ, την ευφυΐα, την κοινωνικότητα και τοποθετεί τον εαυτό του σε μια Αριστερά που δεν εστιάζει τόσο στη σύγκρουση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, όσο στους τρόπους ενίσχυσης της ανοιχτής κοινωνίας, σε σημείο ακόμα και ν’ αποδέχεται τον καπιταλισμό ακριβώς για να υπηρετήσει την κοινωνία και όχι το αντίθετο.

Ήμουν πολέμιος κι εξακολουθώ να είμαι της άποψης για την συνέχεια και το αμετάβλητο της ελληνικής γλώσσας. Όπως ήμουν αντίθετος και με την κόντρα αρχαίας και νέας γλώσσας, που προσωποποιήθηκε ως κόντρα Μαρωνίτη – Χρηστίδη και Μπαμπινιώτη. Η άλλη πλευρά ισχυριζόταν ότι χωρίς τα δεκανίκια της αρχαίας γλώσσας η νέα δεν στέκεται. Η δική μου αντίρρηση είναι η άρση αυτής της ιδεοληψίας. Η νέα γλώσσα έχει επάρκεια φτάνει να διδαχτεί σωστά και να ασκηθεί με τρόπο που ευνοεί την εξέλιξή της. Αν θέλεις, και με την αναγκαιότητα ανεφοδιασμού προς τα πίσω…υποστηρίζει ο Δημήτρης Μαρωνίτης [σ. 149] στην δική του βαθύτατη εξομολόγηση. Ο Μαρωνίτης μιλάει για μετάφρασή του στην Ιλιάδα και την αίσθηση της απόλυτης ισοτιμίας της αρχαίας με τη νέα ελληνική γλώσσα με την οποία την εμπότισε, την συνάντηση των δύο γλωσσών και την δημιουργία ενός τρίτου σημείου τριβής όπου το αρχαίο κείμενο ξυπνάει και διεγείρει τη νέα ελληνική. Ο πειρασμός και η γοητεία είναι να δει κανείς πόσο η νεοελληνική γλώσσα υποδέχεται ως δικά της στοιχεία τα αρχαιοπρεπή.

Το βιβλίο συμπληρώνεται με συνομιλίες με τους Ρενέ Ζιράρ, Τζωρτζ Στάινερ, Χάρολντ Μπλουμ και Τζούντιθ Χέριν. Όπως είναι φανερό, το σύνολο των συνεντεύξεων με παρεμβατικούς στοχαστές της εποχής μας που ανέλαβε ο δημοσιογράφος Δημήτρης Δουλγερίδης, ορισμένες από τις οποίες έχουν δημοσιευτεί στον ημερήσιο Τύπο ή σε περιοδικά για το βιβλίο, είναι γεμάτο από ανάλογα αποστάγματα πολύτιμων στοχασμών.

Εκδ. Πόλις, 2012, σελ. 165.

03
Ιον.
12

Spiritualized – Complete works vol. 1 (Spacemen, 2003)

Ένα τόσο τρικυμιώδες σχήμα με μια τόσο μεγαλεπήβολη μουσική δε μπορούσε παρά να έχει μια τόσο πομπώδη ονομασία… Βέβαια ο υποψιασμένος «σπιρίτσουαλ» ακροατής (και δε μπορώ να φανταστώ κάποιον φαν τους που να μην ένοιωσε και φανατικός) θα βρει κομμάτια που ήδη γνωρίζει και θα διακρίνει τι καλό και τι επικίνδυνο υπάρχει εδώ δει αλλά κι ο ανυποψίαστος κάτι θα αντιληφθεί από τίτλους όπως Medication, Gone Dope, Electric Mainline, Luminescence… Καταρχήν συμφωνούμε πως με την περίπτωση τούτων των υπνωτισμένων ζήσαμε μια απ’ τις απρόβλεπτες τροπές της ακροατικής μας καλοπέρασης; Εννοώ ότι ποτέ οι επίγονοι ενός πρωταρχικού σημαντικού σχήματος δεν είναι καλύτεροι από το πρωταρχικό σχήμα, κι όμως, οι Spiritualized, που αρχικά αντιμετωπίσαμε ως τη γήινη σωσίβια λέμβο του Pierce για να μην καταβαραθρωθεί στα απύθμενα πηγάδια του (και για τον φάει η μαρμάγκα), έφτασαν σε τόσο κορυφαίες στιγμές. Το ότι σήμερα πολλοί από εμάς εξακολουθούμε ν’ ακούμε περισσότερο τους Spiritualized απ’ τους Spacemen 3 αποτελεί την καλύτερή τους εκδίκηση για το ίδιο τους το παρελθόν.

Η συλλογή είναι αυτό που δηλώνει: εξαφανισμένα ή παράταιρα, σινγκλς, βήτα πλευρές EPS, φλέξι κλπ., και ξεκινάει από τα πρώτα βήματά τους, λίγο μετά το τελευταίο Spacemen LP, το Recurring και φτάνει ως το 1993. Αν δεν είστε προετοιμασμένοι για ενθύμηση της πρώτης τους μπάντας, σας προετοιμάζω. Θα τους βρείτε στο συναρπαστικό μεταίχμιο των δύο. Αν γίνουμε λίγο ψείρες, οι αλκυονίδες ημέρες των Spacemen αντικαθρεφτίζονται ολάκαιρες στο πρώτο Spiritualized δισκίο, οι δε εμβρυακές των Spiritualized στο δεύτερο. Έτσι ακούμε εδώ θα βρείτε όλα όσα μας γήτεψαν ή μας αποτρόπιασαν απ’ την αλλοπαρμένη τούτη μπάντα.

Δηλαδή: φαρμακευτικά γκόσπελ, κοσμικές συνταγές ψυχικής επιβίωσης, σπεκτορικές ηχουργίες και τα αλλεπάλληλα ηχητικά στρώματα, που αποτέλεσαν το πλέον εθιστικό στοιχείο στη νέα μουσική του Pierce. Όπως και στα τέσσερα ίσα κατά τη γνώμη μου LP τους οι γαλήνιες ενατενίσεις εναλλάσσονται με τις πειραματικές επαναληπτικές συμφωνίες τους, καλύπτοντας αμφότερες τα προσωπικότερα – δε – γίνεται στοιχήματα του J.P.. Αυτό το παιδί θεωρεί το κάθε τραγούδι ή στίχο σαν το μοναδικό τρόπο να ξορκίσει τους πόνους του. Κι όλα τούτα απαλλαγμένα από κάθε εμπορικό άγχος – είμαστε βλέπετε δέκα χρόνια πίσω.

Εσαεί απολαυστέα βρίσκονται εδώ η μεγαλύτερη γουωκερική ερμηνεία των τελευταίων χρόνων στο Anyway That You Want Me, οι προάγγελοι του μαγικού Ladies and Gentlemen we’ re floating in space στα Run και Luminescence, η υπερφίαλη ικανότητά τους για άψογες ροκιές στα Effervescent (Chimes) και Why Don’t You Smile Now?. Από την άλλη, μεγαλόψυχα αγνοείστε άχρηστες βλακείες σαν το 1000 Bars και την μονότονη επαναλαμβανόμενη φράση τους. Ποια ήταν η συνέχεια σε τούτα εδώ τα κατά Jason ευαγγέλια; Μια Amazing Grace και το δεύτερο μέρος των Complete Works τους.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

02
Ιον.
12

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 61

Murdoch Iris – A Severed Head (1961), Nuns and Soldiers (1980), The Flight from the Enchanter (1956). Όψεις, προσόψεις και κατόψεις της διαχρονικής γυναίκας που εξέφρασε με πνευματώδεις τρόπους η συγγραφέας.

01
Ιον.
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 93. Ρωμανός Σκλαβενίτης Πιστοφίδης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς, Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Για να δούμε: Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, Μαξ Φρις, Τόμας Χάρντυ, Τζ. Μ. Κούτσι, Φίλιπ Ροθ, Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, Τζόναθαν Φράνζεν, Τόμας Πύντσον, Βλαντιμιρ Ναμπόκοφ, Τόμας Μπέρχαρτ, Ναθέινιελ Γουεστ, Τζόζεφ Κόνραντ, Τζ. Ντ. Σάλιντζερ. Μου αρέσουν οι περισσότεροι από τους κλασικούς, αλλά έχω ιδιαίτερη αδυναμία στον Τολστόι: μάλλον, ήταν ο καλύτερος. Αγαπώ τις ιστορίες για την Καλιφόρνια (ακόμα και τα διαφημιστικά τεχνάσματα του 19ου αιώνα) , τα coming-of-age μυθιστορήματα της Νέας Υόρκης, το βικτωριανό μυθιστόρημα, τα μεταπολεμικά βρετανικά μυθιστορήματα των Angry Young Men (Κηθ Γουότερχαουζ, Τζον Μπρέιν, Άλαν Σίλιτοου).

Δυσκολεύομαι να αποχωριστώ το »Ένα Δέντρο Μεγαλώνει στο Μπρούκλυν» της Μπέτυ Σμιθ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Μου έρχονται στο μυαλό ορισμένα του Φιτζέραλντ, του Γουάλας, του Μωπασάν, του Τσέχωφ, του Μπούνιν.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η Φράνσι Νόλαν, ο Φέιγκιν, ο Χόμερ Σίμσον, ο Ντικ Ντάιβερ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει σε δωμάτια ξενοδοχείων, σε καφέ, στο αεροπλάνο, στο νοσοκομείο όπου σπουδάζω. Μια φορά έγραψα ένα ολόκληρο κεφάλαιο στο σινεμά, κατά τη διάρκεια μιας φρικτής ταινίας.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Περπατώντας στις πόλεις. Ποτέ στην εξοχή.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Συνήθως, γράφω υπό συνθήκες κωφαλαλίας. Καμιά φορά ακούω τα τραγούδια που πρέπει να ακούει κανείς όταν διαβάζει αυτά που γράφω. Το ροκ εν ρολ, πάντως, κάνει τα πράγματα δυσκολότερα. Όταν ακούς το Crocodile Rock δεν μπορείς να γράφεις: πρέπει να χορέψεις.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο;

Το περισσότερο θέατρο το βλέπω όταν βρίσκομαι έξω από την Ελλάδα, όμως πηγαίνω συνεχώς στο σινεμά. Μου φαίνεται πως οι Σκανδιναβοί είναι απαρεγκλίτως σπουδαίοι, σε αντίθεση με τους Βαλκάνιους που είναι βαλκανικοί και τους Ασιάτες που δεν είναι σίγουροι για τι πράγμα μιλούν. Τρελαίνομαι για τον Χάνεκε και την ίδια στιγμή ελπίζω πως ο Τέρενς Ντέιβις θα αλλάξει γνώμη και θα κάνει καινούρια ταινία. Περνώ υπέροχα με το Χόλυγουντ!

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το «Triumph of the City» του Έντουαρντ Γκλέζερ. Επίσης, την «Ιστορία του Λαού των Ηνωμένων Πολιτειών» του Χάουαρντ Ζινν στην graphic novel εκδοχή του. Επί τη ευκαιρία, βρίσκω αυτή την εκδοχή υπερβολικά κομμουνιστική για το γούστο μου: το πρωτότυπο είναι καλύτερο.

Τι γράφετε τώρα; 

Αυτόν τον καιρό, γράφω περισσότερο άρθρα και σύντομα κείμενα για το σινεμά. Επίσης, ξαναδουλεύω μια νουβέλα που έχω γράψει στα αγγλικά και κρατώ σημειώσεις για ένα μυθιστόρημα που μάλλον θα διαδραματίζεται στη Ζιμπάμπουε.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους που, υπό άλλες συνθήκες, δεν θα γνώριζα. Ευτυχώς, πολλοί είναι συμπαθητικοί.

Επίσης, παρατηρώ πόσο πολύ χρόνο και διάθεση αφιερώνουν οι άνθρωποι στην παράθεση κακεντρεχών ή υβριστικών σχολίων. Μου κάνει εντύπωση.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Όταν ναύλωσα ένα ταξί στο Λος Άντζελες και το έβαλα να τρέχει στον αυτοκινητόδρομο κι έπειτα στις παραλίες από το Μάλιμπου μέχρι το Ρεντόντο και πάνω-κάτω στους λόφους, όσο εγώ ρουφούσα τον αέρα και ξαναδιάβαζα εκστατικά την Αρχιτεκτονική των Τεσσάρων Οικολογιών του Μπάναμ. Είχα τρομακτική επιτυχία.

Φωτ. του συγγραφέα: Ντάγκλας Μπαρμπς. Στις εικόνες οι συνομιλητές του Nathanael West, F.S.Fitzgerald, Joseph Conrad, Max Frisch.




Ιουνίου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930  

Blog Stats

  • 1.047.005 hits

Αρχείο