Αρχείο για Ιουλίου 2012

23
Ιολ.
12

Πάουλ Βεράχεν – Omega Minor

Εικοστός αιώνας, μηδενικός άνθρωπος

Σε τι μεγαλούργησε τελικά ο Μέγας Εικοστός; Σε ιδέες και ουτοπίες ή στις καταβαραθρώσεις τους; Σε κορυφές βίας ή κορυφώσεις ανθρωπισμού; Υπερίσχυσαν τα επιστημονικά θαύματα ή τα συνακόλουθα τερατουργήματα; Το ανθρώπινο σώμα θεώθηκε ή κατασπαράχθηκε; Τι μένει όρθιο στο σημείο συνάντησης των δυο αντίθετων πορειών του αιώνα, της επιστημονικής ανόδου και της ανθρώπινης καθόδου; Η ανθρώπινη δημιουργία χρησίμευσε κάπου ή ακυρώθηκε παντού; Πού ασκείται σήμερα ο ανθρωποφάγος άνθρωπος του εικοστού αιώνα, μετά τους πολέμους, τους ολοκληρωτισμούς, τις αφανίσεις και την σύγχρονη πολιτική; Πού λυμαίνονται οι παρόντες και μέλλοντες υποστηρικτές κάθε νέας ολοκληρωτικής εξουσίας;

Εγχειρίδιο κατασκευής νεοναζί

Ο Λίμπενφελς δεν νοιάζεται για ιδεώδη. Αυτά είναι ψυχρές αφηρημένες έννοιες. Ποια ιδεολογία αξίζει τόσο ώστε να πεθάνει κανείς για χάρη της; Ο Λίμπενφελς έχει ζήσει πάρα πολλά χρόνια κι έχει ζήσει πάρα πολλές καταστάσεις για να πιστεύει πια σε οτιδήποτε. Γι’ αυτόν τα ιδεώδη δεν είναι παρά μέσα προς κινητοποίηση. Αυτό που μετράει είναι η κίνηση […]. Ο Ούγκο είναι πολύ μικρός για να καταλάβει τη βαθύτερη αλήθεια της ανθρώπινης υπόστασης, ότι είμαστε εργαλεία, σκλάβοι χιλιοειπωμένων ιδεών. Τρεφόμαστε με τις ιδέες που επιπλέουν στο πνεύμα των καιρών, ιδέες που μας επιτίθενται και χρησιμοποιούν εμάς, τα άβουλα θύματα, για να συνδυαστούν με καινούργιο, διαφορετικό τρόπο, που θα εξασφαλίσει τη διαιώνισή τους. Ο Λίμπενφελς το καταλαβαίνει αυτό, το καταλαβαίνει πολύ καλά. Γι’ αυτό του αρέσουν οι άντρες σαν τον Ούγκο. Κάν’ τους μέλη μιας ομάδας, δώσ’ τους έναν στόχο, και σύντομα θα έχουν πάρει τόση φόρα, που δεν πρόκειται να σταθούν σε τέτοιες σκέψεις – διάολε, σε οποιαδήποτε σκέψη. Το θέμα είναι να αρπάξεις τέτοιους τύπους από τους ώμους και να τους ταρακουνήσεις λιγάκι, να τους σερβίρεις και γαμώ τις ιδέες και η μόνη ιδέα που μπορεί να το πετύχει αυτό στην κουρασμένη δεκαετία του 90 είναι η πανάρχαια παραλλαγή τού «πρώτα εγώ» – η πρωτοκαθεδρία τού «πρώτα εμείς». [σ. 80 – 81]

Ο σύγχρονος φιλόδοξος ερευνητής [Πάουλ Αντερμανς] βρίσκεται ανάμεσα στις αφηγήσεις ενός επιζήσαντος του Ολοκαυτώματος αλλά και συμμέτοχου στην ανέγερση του Τείχους του Βερολίνου [Γιόζεφ ντε Χερ] κι ενός επιστήμονα που συμμετείχε στα πειράματα για την κατασκευή της πρώτης ατομικής βόμβας [Γκόλντφαρμπ]. Κατά μεγάλη ειρωνεία η συνάντηση των δυο πρώτων γίνεται σε γειτονικές νοσοκομειακές κλίνες ύστερα από νεοναζιστική επίθεση εναντίον του πρώτου και απόπειρα αυτοκτονίας του δεύτερου και δη στο Βερολίνο του 1995 –  στην ιωβηλαία επέτειο του χιτλερικού τέλους. Οι δυο επιβλητικοί φορείς μιας αναπόδραστης Ιστορίας βρίσκονται μακριά πλέον από τις καύσεις της Ιστορίας, αλλά έχουν ακόμα μια δύναμη που κανείς δεν μπορεί να τους στερήσει: αυτή της οριστικής αφήγησης εκείνου που όχι απλώς έζησαν αλλά και δημιούργησαν. Αλλά και ο Άντεμανς έχει την δική του εξουσία, εκείνη της μεταγραφής της προφορικής τους αφήγησης σε γραπτή ιστορία, επιλέγοντας ή μεταμορφώνοντας κατά βούληση την Ιστορία ενός Αιώνα.

Φαρενάιτ 666

Η μητέρα σκίζει τις σελίδες από μια κομμουνιστική προπαγάνδα για προσάναμμα. Εγώ φέρνω τα βιβλία, μικρές στοίβες που χωράνε στην αγκαλιά μου. Περπατώ με προσοχή, γιατί αγαπώ αυτά τα βιβλία. Δεν θέλω να τα πονέσω. Ο θάνατός τους πρέπει να είναι σύντομος, πρέπει να είναι σπλαχνικός. Θέλω να κάνω το τελευταίο τους ταξίδι απαλό, ανάλαφρο. Θέλω να τα συνοδεύσω ως τον τελευταίο τόπο ανάπαυσης με τέτοιον τρόπο, που δεν θα καταλάβουν τίποτα οι απεγνωσμένοι ήρωες και ηρωίδες που ζουν ανάμεσα στα χαρτονένια εξώφυλλα, ούτε τα τεράστια και, εντούτοις, τόσο εύθραυστα εγώ των συγγραφέων που η φωτογραφία τους στολίζει το οπισθόφυλλο. [σ. 188]

Η θρασεία φιλοδοξία του Βέλγου/Φλαμανδού συγγραφέα (γεν. 1965), καθηγητή Γνωστική Ψυχολογία στο Georgia Ιnstitute of Τechnology των ΗΠΑ, με ειδίκευση, μεταξύ άλλων, στην βία, δεν έχει όρια, ακριβώς δηλαδή όπως τα τρία – τουλάχιστον – σύμπαντα που επιχειρεί να παραχώσει στις εκατοντάδες σελίδες του με απόλυτη συναίσθηση σοβαρότητας αλλά και αγριεμένη παιγνιώδη διάθεση: εκείνα της επιστήμης και της δημιουργίας, της νόησης και του σώματος. Αν το σώμα του Εικοστού στην εικοστή οργάστηκε και βιάστηκε, απελευθερώθηκε και σκλαβώθηκε, διεύρυνε τις ηδονές του κι έζησε τα χειρότερα βασανιστήρια, τότε όλα πρέπει να κατανεμηθούν ως πρέπει στις μυθιστορικές του δέλτους.

Εγκατάλειψη αδέσποτων Τράμπαντ

Η εγκατάλειψη αδέσποτων Trabant είναι εθνικό σπορ. Μια βόλτα με αυτοκίνητα σε τούτη την περιοχή είναι, το είπα ήδη, ένα μάθημα Ιστορίας και τα βλέπουμε παντού στην άκρη του δρόμου, παρκαρισμένα βιαστικά και λοξά στο πρανές, με τα τζάμια σπασμένα, τους προφυλακτήρες βγαλμένους, τα καπό ανοιχτά – ακόμα και τώρα υπάρχουν απελπισμένοι ιδιοκτήτες που θέλουν να παρατείνουν τη ζωή του οχήματός τους και κλέβουν ανταλλακτικά από τα εγκαταλελειμμένα σαράβαλα. Ορισμένα αμάξια δείχνουν σαν να έχουν φαγωθεί από μέσα, ένα κουφάρι – φάντασμα με ξεφτισμένες άκρες απ’ όπου εξέχουν κλωστές ενός ρητινώδους ιστού. Άδεια φαντάσματα είναι, σαν τις άδειες πανοπλίες σε μεσαιωνικά κάστρα: κανείς δεν πιστεύει ότι είναι αληθινά, κανείς δεν πιστεύει ότι πράγματι χρησιμοποιούνταν. Τόσο εύκολα λοιπόν οι αλήθειες της Ιστορίας, σμιλεμένες στην πέτρα – λόγου χάρη τα όνειρα του αυτοκινήτου του λαού -, καταντούν σχεδόν ακατανόητες χαραγματιές στο τοίχωμα ενός σπηλαίου. [σ. 102]

Το στοίχημά του Omega Minor είναι η αναζήτηση της αλλεπιδραστικής σύνδεσης των επιμέρους στην εποχή του Όλου. Η πορνογραφία π.χ. αναπτύσσεται ως συστατικό κομμάτι του γερμανικού φασισμού, ως παθολογία ολόκληρων δεκαετιών αλλά και ως καθοριστική προσωπικότητα των χαρακτήρων του (η Νεμπούλα, μια εκ των βασικών χαρακτήρων, είναι σκηνοθέτης πορνογραφικών ταινιών και χρησιμοποιεί αυτή την περσόνα για να εισχωρεί στους νεοναζιστικούς κύκλους). Έτσι ακολουθείται εδώ κάθε κανόνας σύγχρονης μεγάλης ιστορικομυθοπλαστικής αφήγησης: από τη μία ο ασυνεχής και διαρκώς ανακοπτόμενος, αναπεπταμένος, διαρκούς παλινδρομικής κίνησης χρόνος, διαλυμένος σε δεκάδες παρόντα και παρελθόντα· από την άλλη η είσοδος – έξοδος πλήθους υπαρκτών και μη προσώπων: Χίτλερ, Χόνεκερ, Χίμλερ, Μένγκελε, Σπέερ, Γκορμπατσώφ, Κολ, Κάφκα, Ρίλκε, οι οραματιστές των αρχιτεκτονημένων ναζιστικών πόλεων αλλά και του υπερφιλόδοξου κομμουνιστικού Τείχους.

Εγχειρίδιο ανάμνησης τείχους

Μόνο πέντε χρόνια έχουν περάσει από τότε που έπεσε το Τείχος και ήδη δεν φαίνεται πια πού στεκόταν κάποτε, εκτός από τη μακρόστενη ερημική περιοχή όπου κάποτε υπήρχε η Πότσνταμερ Πλατς. Λίγο πιο πέρα βλέπουμε το ερείπιο του Άνχαλτερ Μπάνχοφ. Εξέχει από την άμμο όπως οι καμάρες ενός σαραβαλιασμένου ρωμαϊκού υδραγωγείου στη Σικελία. Εκεί λοιπόν απλωνόταν, από εκεί περνούσε ή ό,τι κι αν είναι αυτό που κάνει ένα τείχος. Ένα διπλό τείχος, μια φιλήδονη φιδωτή γάγγραινα από ατσάλι και μπετόν, μια κατάλευκη πληγή στο τοπίο, μια άγονη λουρίδα από χέρσα γη όπου η άμμος τσουγκρανιζόταν εξίσου σχολαστικά με το χοντρό χαλίκι σε έναν κήπο Ζεν στο Κιότο, και αλίμονο αν η άμμος παρουσίαζε άλλα ίχνη εκτός απ’ αυτά των σκυλιών φυλάκων. Κάθε πολιτισμός αποκτά τα μνημεία που του αξίζουν και τα διατηρεί για όσο καιρό τα χρειάζεται. [σ. 640]

Το αιώνιο μίασμα της εβραϊκότητας, το κληροδότημα της Βαϊμάρης, το καθοριστικό Βερολίνο του ’36, η ψυχροπολεμική ανθρωπογραφία, ο Διαφωτισμός που ποτέ δεν υπήρξε (κι αν υπήρξε, έλεγε ψέματα), η παντοκρατορία των ολοκληρωτισμών, η Ιστορία ως «το ψέμα που λέει το παρόν για να δώσει νόημα στο παρελθόν», η αιώνια εξωεπιστημονική έμπνευση των επιστημόνων – γηραιών και μη -., δηλαδή η Γυναίκα (εδώ η Ντονατέλλα), το διαρκώς ανοιχτό και επανερχόμενο ζήτημα της μετάνοιας και της αδυναμίας επανόρθωσης μιας καταστροφικής πράξης που επηρεάζει τις ζωές αμέτρητων ανθρώπων, το αίτημα της ατομικής τίμησης των ολοκαυτώμενων νεκρών, η δημιουργία ως έσχατος τρόπος εξουσίας ή αιωνιότητας, όλα αποτελούν θέματα που ο Βεράχεν εντάσσει ολιστικά στην παλίμψηστη αφήγησή του. Για άλλη μια φορά ο αξεδιάλυτος δεσμός της Ιστορίας με την Λογοτεχνία απασχολεί έναν συγγραφέα που τα θέλει όλα και γράφει για τα πάντα, προς ένα έργο εξουθενωτικό αλλά άξιο να διαβαστεί ως το τέλος του.

Εγχειρίδιο καλλιέργειας ψευδαισθήσεων

Μόνο η Δύση το αποκαλούσε «το Τείχος». Εμείς, μέσα στη ζώνη, χρησιμοποιούσαμε τον όρο «αντιφασιστικό προστατευτικό ανάχωμα», αργότερα λέγαμε «τα σύνορα» ή «προστασία συνόρων». Είναι η παρουσία του, και μόνο η παρουσία του που μετέτρεψε αυτή τη χώρα σε ένα άλλο Σινά, ένα τόπο προφητείας και εξαγνισμού. […]  Δες από πού περνούσε το Τείχος, μέσα από την καρδιά του φασιστικού Βερολίνου, μέσα από τα κτήρια που εμείς, κι όχι η Δύση, αποψιλώσαμε προσεκτικά. Βλέπεις εκείνο τον άδειο χώρο ανάμεσα σ’ αυτές τις πολυκατοικίες, όπου υπάρχει μια παιδική χαρά; Αυτό είναι το μέρος όπου ήταν θαμμένο το καταφύγιο του Χίτλερ. Λίγο λίγο η άμμος του Τείχους μπήκε στους διαδρόμους, αφαίρεσε τις τοιχογραφίες από το μπετόν και έξυσε το αίμα της Εύα και του Αδόλφου από τον τοίχο… […] Γι’ αυτό χρειάστηκε το Τείχος, για να πνίξει τα τελευταία ίχνη του Τρίτου Ράιχ, για να ξεχάσουμε, απαλά, ανεπαίσθητα. Δες το Τείχος σαν σκουλήκι, σαν ταινία που ζει στα έντερα της πόλης. Καταβροχθίζει ό,τι βρει μπροστά της. Καταβροχθίζει και καθαρίζει. [σ. 642]

Εκδ. Πόλις, 2011, μτφ. Ινώ Βαν Νταϊκ – Μπαλτά, 830 σελ. [Paul Verhaegen, Omega Minor, 2004]

21
Ιολ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 119

Αλεσσάντρο Μπαρίκο – Χιλιαεννιακόσια. Ένας μονόλογος, εκδ. Άγρα, 2002, μτφ. Σταύρος Παπασπύρου (Alessandro Baricco – Novecento. Un monologo, 1994), 54, 65.

Δεν καταλαβαίνω. Είναι ένα από κείνα τα πράγματα που καλύτερα να μην τα σκέφτεσαι, γιατί παλαβώνεις. Όταν πέφτει ένα κάδρο. Όταν ξυπνάς, ένα πρωί, κι έχεις πάψει να την αγαπάς. Όταν ανοίγεις την εφημερίδα και διαβάζεις ότι κηρύχτηκε πόλεμος. Όταν βλέπεις ένα τρένο και σκέφτεσαι: πρέπει να του δίνω από δω. Όταν κοιτάζεσαι στον καθρέφτη και συνειδητοποιείς ότι γέρασες. Όταν, στ’ ανοιχτά του Ωκεανού, ο Χιλιαεννιακόσια σήκωσε το βλέμμα απ’ το πιάτο του και μου είπε: «Στη Νέα Υόρκη, σε τρεις μέρες, εγώ θα κατέβω απ’ αυτό το καράβι».

Ήταν όλα τόσο χάλια, που κάθε τόσο έκλεινα τα μάτια και ξαναγύριζα εκεί πάνω, στην Τρίτη θέση, ν’ ακούω τους μετανάστες που τραγουδούσαν όπερες και τον Χιλιαεννιακόσια να παίζει ποιος ξέρει τι μουσική, τα χέρια του, το πρόσωπό του, τον Ωκεανό γύρω του. Ξέφευγα με τη φαντασία, με τις αναμνήσεις, γιατί αυτό σου μένει να κάνεις κάποιες φορές, για να σωθείς, δεν υπάρχει και τίποτ’ άλλο. Κόλπα των φτωχών, θα πείτε, αλλά πάντα πιάνουν.

19
Ιολ.
12

El Muniria Stanza 218 (Homesleep 2004)

Oι El Muniria είναι στην ουσία ένα πρόσωπο, ο Emidio Clementi, ιδρυτής και τραγουδιστής της cult Ιταλιάνικης μπάντας Massimo Volume, αλλά και συγγραφέας. Αποσπάσματα από τον έργο του L’ Ultimo Dio εντάσσονται στην χαλαρή, σινεματική – ηλεκτρονική μουσική του και διαβάζονται από τον ίδιο, θυμίζοντας το πρόσφατο εγχείρημα – συνεργασία του Alessandro Baricco με τους Air.

Σχεδιασμένο σαν ένα «στιγμιαίο» άλμπουμ που θα ηχογραφούνταν σε δυο βδομάδες στην ξακουστή Ταγγέρη στο Μαρόκο, τελικά κράτησε δυο χρόνια για να αποπερατωθεί. Ισορροπώντας ανάμεσα στο Hotel Massiria της πολυθρύλητης πόλης και στο Alpha Dept. Studio της Μπολόνια, και μοιράζοντας την ομάδα κάπου ανάμεσα σε Αφρική και Ιταλία, το Stanza 218 βγαίνει αλώβητο απ’ όλα αυτά: συμπαγές και ομοιογενές. Ο Clementi έβγαλε τελικά έναν δίσκο προσωπικό και ταξιδιάρικο μαζί.

Οι Vittoria Burattini και Maria Luisa Balzi προσφέρουν φωνές ή όργανα ενώ άλλοι δυο συντοπίτες συνοδεύουν σε κιθάρα και ηλεκτρονικά. Από συνθετική άποψη ο συγγραφέας ομολογεί επιρροές από John Carpenter, Angelo Badalamenti και Howard Shore στη σχεδίαση ενός νυχτερινού, κινηματογραφικού πίνακα, γεμάτου ομιλίες, εικόνες, πλάνα σε super 8. Οι απαγγελίες του εντάσσονται μέσα στα κομμάτι και δεν είναι ξέχωρες, όπως π.χ. συνέβαινε παλαιότερα με την φιλόδοξη σύζευξη της μουσικής του Steven Brown με την ποίηση του John Keats.

Όπως πάντα συμβαίνει σε ανάλογους δίσκους, η γλώσσα αποτελεί θέλγητρο και βρόγχο μαζί. Η δεδομένη μουσικότητα των ιταλικών λέξεων, ακόμα και η προσεγμένη ανάγνωση του μουσικοσυγγραφέα μπορούν πάντως να ελκύσουν και τους μη γνώστες. Σε κάθε περίπτωση οι μνήμες των Paul και Jane Bowles, του William Burroughs και όλων των Ταγγερινών Περιπλανώμενων που στοίχειωσαν την βορειοαφρικανική πόλη κυκλοφορούν εδώ μέσα, κι ας είναι ο ήχος καθαρά νοτιοευρωπαϊκός. Το βιβλιαράκι συνοδεύεται με όμορφες φωτογραφίες του Federico Labanti.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.

17
Ιολ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 99. The Last Drive

Οι Αλέξης Καλοφωλιάς και Χρήστος Μιχαλάτος από τους Last Drive μας εκθέτουν τα αγαπημένα τους rock’n’ roll βιβλία.

1. Peter Guralnick – Lost Highway

Το δεύτερο μέρος της τριλογίας του Guralnick για την αμερικάνικη roots μουσική και κουλτούρα (τα άλλα δύο μέρη είναι τα Feel like Going Home και το Sweet Soul Music). Εδώ εξερευνά διεξοδικά την country, τα blues και το νόθο παιδί που γεννήθηκε από την ένωση των δύο, το rockabilly. Η χαμένη λεωφόρος του τίτλου ξεκινάει από τα Απαλάχια και τη μουσική τους, περνά από τα jook joints του Σικάγο και καταλήγει στο Grand Ole Opry και τα στούντιο της Sun Records.

2.  Greil Marcus – Mystery train

Σαν ένα στοιχειωμένο τραίνο που τρέχει μέσα στη νύχτα, σ’ ένα ταξίδι στην rock’n’roll μουσική, την πολιτική και την λογοτεχνία της “America”. Σταθμοί: Robert Johnson, The Band, Sly και φυσικά ο Elvis.

3. Mick Farren – Gene Vincent/ There’s one in every town

Δεν είναι η πληρέστερη βιογραφία που μπορείς να διαβάσεις αλλά το τυφλό πάθος του Vincent είναι παρόν σε κάθε σελίδα. Γρήγορη και νευρική γραφή από τον χρονικογράφο του underground Mick Farren, ένα βιβλίο για το αρχέτυπο των rockers, έναν ακόμη «Elvis Presley των φτωχών».

4. Bob Dylan – H Ζωή μου (εκδ. Μεταίχμιο, μτφ. Χίλντα Παπαδημητρίου)

Διαβάζεται και σαν κατάθεση μιας βασανισμένης και δημιουργικής ψυχής (ΤΗΣ βασανισμένης και δημιουργικής ψυχής), αλλά και μόνο για την υπέροχη περιγραφή της φολκ σκηνής της Νέας Υόρκης τη συγκεκριμένη εποχή, αξίζει πολλές αναγνώσεις.

5. Charles Mingus – Beneath the Underdog

Το μαύρο υπόστρωμα κάτω από το λευκό λούστρο της Αμερικής, μία ιστορία καταπίεσης και προσωπικού τσαμπουκά που δεν σταματάει ποτέ, γραμμένη καταιγιστικά, σαν σόλο του Charlie, παιγμένο ψηλά, πολύ ψηλά, εκεί που τελειώνει το μανίκι του κοντραμπάσου και αρχίζει το κενό.

6. Abbie Hoffman – Επανάσταση για την κάβλα της (εκδ. Διεθνής Βιβλιοθήκη, μτφ. Δ. Φινινής)

«Οι μπάτσοι με βάζουν στο πίσω δωμάτιο. Βρίσκομαι με τους μαύρους. “Τρακάρω” ένα τσιγάρο από έναν. Είμαστε όλοι αδέλφια. Οι περισσότεροι με περνάνε για τρελλό, όπως ακριβώς ο Φινκ και οι μπάτσοι, αλλά ένας πιτσιρίκος που έχουν πιάσει, περίπου δώδεκα χρονών, χαμογελάει και μου κλείνει το μάτι. Πιάνετε τι είδους χαμόγελο εννοώ; Ο Φινκ μπαίνει μέσα και προσπαθεί πάλι να με «ψήσει» να πάω σπίτι. Του λέω ότι απλώς κάνω τη δουλειά μου και καλλίτερα θάκανε να με θέσει υπό κράτηση προτού βάλω μπουρλότο στο αστυνομικό τμήμα. Βγαίνει από το δωμάτιο ιδρώνοντας. Γίνομαι ανυπόμονος…».

Αν δεν είχε προηγηθεί το rock’n’roll, το κλίμα της εξέγερσης της αμερικάνικης νεολαίας στα σίξτις θα ήταν πολύ διαφορετικό. Δεν αρμόζουν χαμόγελα για την «αφέλεια των γίπις», καθώς η καταστολή που ακολούθησε ήταν αμείλικτη, συντριπτική και δυστυχώς αποτελεσματικότατη.

7. Hunter S. Thompson – Hell’s Angels

Δεν έχει – άμεση – σχέση με μουσική, αλλά είναι μία από τις καλύτερες δημοσιογραφικές έρευνες που έχουν προκύψει, καθώς αποδομεί την υποτιθέμενη «απειλή» των μηχανόβιων για να φτάσει στην καρδιά της υπόθεσης, που είναι ίσως πιο τρομακτική, προσεγγίζοντας το κενό στην ψυχή της Αμερικής. Ο Hunter Thompson έχει τον τρόπο να σε μεταφέρει στη στιγμή και να σε αφήνει εκεί μετέωρο και έκθετο στον παραλογισμό της, όπως έκαναν οι μεγαλύτεροι ρεαλιστές συγγραφείς, χωρίς να χάνεις στιγμή την αίσθηση ότι διαβάζεις εφημερίδα.

8. David Nobakht – Suicide: No compromise

Μέσα από συνεντεύξεις και αφηγήσεις χτίζεται σιγά-σιγά μία ιστορία που μοιάζει απίστευτη, και βγήκε πέρα μόνο από το πείσμα που προσφέρει ένα καλλιτεχνικό όραμα σαν αυτό που συνέλαβαν και υλοποίησαν με κάθε κόστος ο Martin Rev και ο Alan Vega. Squares of any kind, beware!

9. Clinton Heylin – From the Velvets to the Voidoids

Η ιστορία του αμερικάνικου punk από τα σκιρτήματα των σίξτις (ξεκινάει με τους Primitives, μία πρώιμη εκδοχή των Velvets) μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’70, με ιδιαίτερη έμφαση στην σκηνή της Νέας Υόρκης. Μία εμπεριστατωμένη έρευνα με συνεντεύξεις σε πρώτο πρόσωπο από σχεδόν όλους τους πρωταγωνιστές της έκρηξης. Κλασικό.

10. Lester Βangs – Psychotic Reaction and Carburetor Dung

Το βιβλίο δανείζεται τον τίτλο του δεύτερου δίσκου των Count Five, ο οποίος δεν υπήρξε ποτέ. Το rock’n’roll χαρίζει στο γράψιμο την εκρηκτικότητά του και η περιεκτικότητα της λογοτεχνικής γραφής εμπλουτίζει το rock’n’roll με ποταμούς νοήματος. Φαντασία και πραγματικότητα μπλέκονται με χιούμορ στο μυαλό και την καρδιά του Bangs, μια ζωή-πυροτέχνημα, μια ψυχή που είδε στο rock’n’roll την μοναδική ελπίδα ενός αμείλικτου κόσμου, και ίσως γι’ αυτό το αντιμετωπίζει με τέτοια τρυφερότητα και ταυτόχρονα τέτοια «ιερή» μανία…

11. Greil Marcus – Lipstick Traces

Με αφορμή το πνεύμα της μουσικής των Pistols κι ό,τι αυτό αντιπροσωπεύει, ο Marcus ανιχνεύει την υπόγεια διαδρομή που συνδέει πολιτικά και κοινωνικά μανιφέστα, θρησκευτικές σέχτες, κινήματα τέχνης, ξεχασμένες ταινίες και κείμενα, συνθέτοντας μία μυστική ιστορία του 20ου αιώνα.

12. David Toop – Ωκεανός του Ήχου (εκδ. Οξύ, μτφ. Ηρακλής Ρενιέρης)

Από τον πρόλογο: «Δεν είναι ένα βιβλίο για τις κατηγορίες της μουσικής, – άμπιεντ, ηλεκτρονική, περιβαλλοντική ή οποιονδήποτε άλλο διαχωρισμό που αξιώνει τη δημιουργία τάξης και λογικής ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετεί εμπορικούς σκοπούς. Αντίθετα, ο δρόμος που ακολούθησα, ξεκινώντας από τον Debussy του 1889 είναι η διάβρωση των κατηγοριών, το ξεγύμνωμα των συστημάτων, ώστε να δημιουργηθεί χώρος για νέα ερεθίσματα, νέες ιδέες, νέες επιρροές από ένα περιβάλλον που μεταμορφώνεται συνεχώς. Τότε, όπως και τώρα, αυτό το περιβάλλον περιελάμβανε τόσο ήχους του κόσμου- μουσικές που δεν είχαν ξανακουστεί και ατμοσφαιρικούς ήχους όλων των ειδών, θορύβους της πόλης και βιοακουστικά σήματα- όσο και πειράματα στην παρουσίαση τελετουργιών, τεχνολογικές καινοτομίες, άγνωστα συστήματα συντονισμού και δομικών αρχών, αυτοσχεδιασμό και πιθανότητες».

13. Nick Hornby – High Fidelity (εκδ. Πατάκης, μτφ. Σώτη Τριανταφύλλου)
Το χρονικό της αγάπης και της ήττας, ζεστό σαν πάπλωμα που σε τυλίγει τις κρύες νύχτες του χειμώνα, ενώ εσύ σκέφτεσαι το καλοκαίρι.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

14
Ιολ.
12

Κάρλος Φουέντες – Η θέληση και η τύχη

Ο επιθανάτιος ρόγχος μιας χώρας

Στο Μεξικό, σε όλη τη Λατινική Αμερική, παίρνουμε τη ρητορεία για πραγματικότητα. Πρόοδος, δημοκρατία, δικαιοσύνη. Αρκεί να πούμε τις λέξεις για να πιστέψουμε ότι είναι αλήθεια. [σ. 237]

Ο αφηγητής αυτοσυστήνεται ως το κομμένο κεφάλι υπ’ αριθμόν χίλια φέτος στο Μεξικό ενώ το σώμα του μοιάζει μακρινή ανάμνηση μιας ζωής 27 χρονών. Ο Χοσουέ μας αφηγείται την ιστορία του με τον Χερικό: δύο φίλοι – αληθινοί companieros από τα χρόνια της εφηβείας, οργανώνουν μαζί την ανακάλυψη της ζωής, αφοσιωμένοι στην δίνη της φιλοσοφίας και τον συγκλονισμό των ιδεών, στον σχεδιασμό της επανάστασης και την αποθέωση του έρωτα, στην κατάκτηση της εξουσίας και την κορύφωση της ζωής. Η κατασκευή της συμπαγούς φιλίας στηρίζεται στο σύμφωνο μιας αέναης ερευνητικότητας του κόσμου. Οι σύντροφοι συμφωνούν πως «κάθε γραμμή που διαβάζουν, κάθε ιδέα που δέχονται, κάθε αλήθεια που επιβεβαιώνουν έχει το αντίθετό της». Η αναζήτησή τους αφορά την τέχνη της ζωής: πώς ζεις, γιατί και για ποιον λόγο ζεις. Όπλα τους η θωράκιση της θεωρίας, η πίστη της αισθητικής, η κατάφαση της πράξης. Μια σειρά από πρόσωπα θα αρχίσουν να τους αποκαλύπτουν διαδοχικά τις εφιαλτικές όψεις του Μεξικού.

Το αληθινό μας σπίτι

Ο Μιγκέλ Απαρεσίδο  βρίσκεται εθελοντικά στις φυλακές, αρνούμενος να βγει στην κοινωνία. Έχει επαναλάβει το έγκλημά του για να παραμείνει έγκλειστος στις φυλακές κι έχει απορρίψει την αμνηστία. Γι’ αυτόν η φυλακή είναι το μεγάλο σπίτι, «ένα σπίτι τόσο διαφορετικό αλλά τόσο δικό σου όπως αυτό που εγκατέλειψες». Η φυλακή τον ελευθερώνει από τους τύπους, εκεί μέσα δεν χρειάζεται να προσποιείται ότι είναι αυτό που δεν είναι ή ότι είναι αυτό που άλλοι θέλουν να είναι, τον απαλλάσσει από το να ανήκει σε οποιαδήποτε τάξη. Στην αρχή δεν ήταν κανένας, ήταν μακριά από τον κόσμο, έπρεπε να εφεύρει έναν άλλο κόσμο και στην συνέχει να κάνει μια καινούργια σχέση μαζί του και να δημιουργήσει μια κρούστα, ψυχική ή σωματική, πάνω από την ανοιχτή πληγή. Ο Απαρεσίδο απειλεί πως αν βγει από μέσα, θα κάνει μια ασυγχώρητη πράξη. Πως του αρέσει η φυλακή επειδή εκεί έχει έναν κόσμο που καταλαβαίνει και τον καταλαβαίνει.

Στη φυλακή, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, συνειδητοποιούμε ότι δεν υπάρχει ελευθερία επειδή ζούμε μέρα τη μέρα, επειδή οι στόχοι μας είναι μάταιοι, εύθραυστοι και τελικά άπιαστοι, γιατί ο θάνατος αναλαμβάνει να ακυρώσει το συμβόλαιό μας κι εμείς δεν μαθαίνουμε, νεκροί πια, για όσια επιβίωσαν μετά από μας, χάθηκαν μαζί μας, και, καμιά φορά, πριν από μας. Φτάνει να περάσεις από ένα πολυσύχναστο δρόμο και να προσπαθήσεις, μάταια, να δώσεις υπερβατικότητα στις ζωές που περνούν με κατεύθυνση το θάνατο, προλαβαίνοντας τον, προσπαθώντας να τον αρνηθούν, καταδικασμένες όλες να εξαφανιστούν σε μια τεράστια συλλογική ανωνυμία. Εκτός από τον μουσικό, τον συγγραφέα, τον καλλιτέχνη, τον φιλόσοφο, τον αρχιτέκτονα; Ακόμα και αυτοί πόσο θα κρατήσουν; Ποιος αναγνωρισμένος σήμερα, αύριο θα είναι άγνωστος; Ποιος, άγνωστος σήμερα, θα αποκαλυφθεί αύριο; Λίγες πολιτικές και στρατιωτικές προσωπικότητες επιβιώνουν. […] Ποιος ήταν ο υπουργός Οικονομικών της Ελισάβετ Α΄ όταν έγραφε ο Σαίξπηρ; […]Ποιος ήταν ο γενικός γραμματέας της Εθνικής Συνομοσπονδίας Αγροτών όταν ο Χουάν Ρούλφο έγραψε το Πέδρο Πάραμο; […] η παροδικότητα είναι το πεπρωμένο μας αλλά η ελευθερία είναι η φιλοδοξία μας και θα αργήσουμε πολύ να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχει άλλη ελευθερία από τον αγώνα για την ελευθερία. [σ. 186 – 187]

«Μια Σαχάρα από τσιμέντο»

Ποιος τάζει τις προσευχές του Μεξικού στην Αγία Τράπεζα των παιδιών του; [σ. 111]

Ένας από τους εφιαλτικότερους τόπους του Μεξικού είναι η υπόγεια τσιμεντένια δεξαμενή των φυλακισμένων παιδιών του Σαν Χουάν ντε Αραγκόν στο άσεμνο σπλάχνο της Ομοσπονδιακής Πρωτεύουσας. Παραδομένα στις συμμορίες από τις οικογένειές τους «με αντάλλαγμα χρήματα, και καμιά φορά για να απαλλαγούν από τα βλαμμένα», ψάχνουν απελπισμένους τρόπους για να υπάρξουν, και πνίγονται σε μια κραυγή προσωπική και συλλογική ταυτόχρονα. Ο Αλμπερτίνο κραυγάζει διαρκώς Φέλιξ (Ευτυχία), ο Σεφερίνο φωνάζει πως δεν είναι ένοχος για τίποτα – ένοχη είναι μόνο η εγκατάλειψη, η δική του εγκατάλειψη από τους γονείς του ήταν στη γειτονιά των σκουπιδιών, ο μικρός με την ουλή στην πλάτη είχε απαχθεί για να του πάρουν το νεφρό είχε αποφασίσει να εκδικηθεί εκείνους που τον νάρκωσαν και τον εγχείρησαν κι επειδή δεν τους βρήκε πήγαινε από νοσοκομείο σε νοσοκομείο καταστρέφοντας τα δοχεία με τα ξένα νεφρά.

Ήρωες και γιορτές για τους χαμένους

Σε μια τέτοια χώρα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δον Βαλεντίν Πέδρο Καρέρα εκπροσωπεί τον νέο πολιτικό, που επιμένει πως πρέπει να εφευρεθούν και να κληρονομηθούν νέοι ήρωες. Βέβαιος πως «ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με το ψωμί αλλά και με γιορτές και ψευδαισθήσεις» προτείνει την δημιουργία αξέχαστων ημερομηνιών «που θα δώσουν υπερηφάνεια στον κόσμο, μνήμη στους αμνήμονες και μέλλον στους δυσαρεστημένους». Για τον Καρέρα η τελετή είναι ο μανδύας της αξιοπρέπειας που όλοι μπορούν να ρίξουν στους ώμους τους, κρύβοντας τα κουρέλια, ενώ φρούδα επιθυμία αποτελεί η εφεύρεση ενός ηδονόμετρου ώστε να μετριέται η ευχαρίστηση και η διάθεση του κόσμου. «Πρέπει να κάνουμε τους κακομοίρηδες να πιστέψουν ότι, παρόλο που είναι κακομοίρηδες, είναι πιο ευτυχισμένοι από μας».

Η φιλοσοφία μου, νεαρέ μου, είναι ότι πρέπει να υπάρχει εναλλαγή προσώπων, όχι τάξεων. Και θα πρέπει να εναλλάσσονται τα πρόσωπα, γιατί διαφορετικά οι τάξεις εξεγείρονται όταν βλέπουν τα ίδια πρόσωπα. Εξεγείρονται οι αποκάτω, γιατί η μονιμότητα των αποπάνω τους υπενθυμίζει την απουσία των αποκάτω. Εξεγείρονται οι αποπάνω, διότι φοβούνται ότι διαιωνίζεται η γεροντοκρατία και οι νέοι ποτέ δεν θα καταφέρνουν να γίνουν κάτι περισσότερο από υφυπουργοί ή γενικοί γραμματείς ή, για να μιλήσουμε καθαρά, να βγουν από τη μετριότητα… [σ. 206]

Ένα πτώμα για τους ψηφοφόρους, ένα μαραφέτι για τον καθένα

Αργότερα ο Καρέρα θα χρησιμοποιήσει τη γυναίκα του για να συγκινήσει τους ψηφοφόρους, ομολογώντας στους τηλεοπτικούς δέκτες: η Κλάρα Καράνσα πεθαίνει από καρκίνο. Η επιθυμία της εξουσίας μας οδηγεί στο να κρύβουμε ατέλειες, να προσποιούμαστε αρετές, να εξυψώνουμε την πραγματική ζωή, να βάζουμε τη μάσκα της ευτυχίας, της σοβαρότητας, της φροντίδας για το λαό και να βρίσκουμε, αν όχι τις φράσεις, πάντοτε την κατάλληλη στάση. Ο Βαλεντίν Πέδρο Καρέρα εκμεταλλεύτηκε τη γυναίκα του, κι εκείνη τον άφησε γιατί ήξερε ότι δεν θα είχε άλλη ευκαιρία να αισθανθεί διάσημη, χρήσιμη, μέχρι και αγαπημένη. [σ. 262] Οι εκκλησίες προχωρούν σε μνημόσυνα, οι λεωφόροι γεμίζουν με εικόνες της εφήμερης Πρώτης Κυρίας κι ο Πρόεδρος εκλέγεται πάνω από ένα μελλοντικό πτώμα.

Παλιότερα, κανείς μπορούσε να κυβερνήσει σχεδόν στα κρυφά, οι άνθρωποι πίστευαν στην ετήσια έκθεση της 1ης Σεπτεμβρίου, πίστευαν ότι όσο περισσότερα στατιστικά στοιχεία τόσο περισσότερη ευτυχία…γαμώτο, Χέρο! Αυτό δεν γίνεται πια. Οι άνθρωποι είναι ενημερωμένοι και δυστυχισμένοι κι εμένα μου έλαχε να καλύψω όσα κενά έχουν μείνει με την πατριωτική γιορτή, της επετειακές παρελάσεις, τις τελετές που τροφοδοτούν τη φαντασία, κατευνάζουν τα πνεύματα, τη δίψα και την πείνα. [σ. 208]

Ο Αντόνιο Σανχινές θα γίνει ο μέντοράς του τις παρα-νομικές διαστροφές του κόσμου), η Λούτσα Σαπάτα η παρορμητική εραστής που του ζητά να την προστατεύσει από τον ίδιο της τον εαυτό, η Ασούντα Χορντάν θα τον εισάγει στην ανθρωποφαγική βιομηχανία των επιχειρήσεων και ο Μαξ Μονρόι στην τέχνη της αύξησης της κατανάλωσης και του κέρδους ακόμα κι από τον φτωχότερο πληθυσμό, καθώς λανσάρει ένα πακέτο τηλεφωνίας για τον καθένα, «που θα επιτρέπει να χρησιμοποιήσεις ό,τι θέλεις από το δίκτυο, ταινίες, τηλεφωνία, πληροφορίες, όποτε σου αρέσει και όπως σου αρέσει». Έτσι ο πιο αναλφάβητος χωρικός κι ο πιο απομονωμένος ιθαγενής θα μπορεί πατώντας ένα κουμπί να εκφράσει τις επιθυμίες του, και πατώντας ένα άλλο να λάβει μια συγκεκριμένη απάντηση, από μια ζωντανή φωνή. Το μαραφέτι θα γνωρίζει τις προτιμήσεις του και θα του προσφέρει επικοινωνία με τους ομοίους του μέχρι και με το Θεό. Αυτό θα είναι «το εξατομικευμένο κοστούμι» του λαού.

Η χώρα της προδοσίας και της «προόδου»

Δεν αντιλήφθηκε ότι οι καιροί είχαν αλλάξει, ότι η επανάσταση θα γινόταν θεσμός, οι αντάρτες θα κατέβαιναν από τα άλογα για να ανέβουν στην Cadillac, δεν υπήρχε άλλη αγροτική μεταρρύθμιση από την πώληση οικοδομήσιμων οικοπέδων στο Λας Λόμας, η ελευθερία της εργασίες θα κατέληγε με τους εργάτες οργανωμένους υπό ξεδιάντροπους συνδικαλιστές  ηγέτες, η ελευθερία του Τύπου θα παρεχόταν από ένα μονοπώλιο χάρτου συγκεντρωμένο στα χέρια του κουμπάρου μας Αρτέμιο Κρους… [σ. 149 – 150]

Αυτό είναι λοιπόν το Μεξικό: μια χώρα κατεστραμμένη από το ίδιο της το έπος, το έπος της επανάστασης που δικαιολογούσε τα πάντα για την πρόοδο και την οπισθοδρόμηση, την οικοδόμηση και τη διαφθορά, την ειρήνη και την πολιτική [σ. 193]. Για την δόνια Αντίγουα, μητέρα του Μονρόι, το Μεξικό είναι «η χώρα της προδοσίας»κι  «αυτός είναι ο χειρότερος απολογισμός του». Ο Μαδέρο πρόδωσε τον Πορφίριο Ντίας, ο Ουέρτα σκότωσετον Μαδέρο, ο Καράνσα τον Ζαπάτα, ο Ομπρεγόν τον Καράνσα, ο Κάγες επέτρεψε τη δολοφονία του Ομπρεγόν…. Η τρωγλοδυτική του Πόλη, μια κοιλάδα τσιμέντου και γυαλιού, ξέχειλη από μια μάζα φτωχών που δεν έχουν άλλη επιλογή από την φτώχεια ή την εγκληματικότητα, που ζητιανεύουν ή κλέβουν χωρίς ελπίδα, απομυζημένοι από τους ισχυρούς, εξαπατημένοι από τους πολιτικούς, παραδομένοι σε μια συλλογική δυστυχία που μοιάζει να υπήρχε από πάντα.

Οι δυο φίλοι αγνοούσαν το βασικότερο: πως κανένα όραμα δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς την έγκριση του περιβάλλοντος, των ανθρώπων που σημαδεύουν τη ζωή τους, την πολιτική και την πόλη όπου ζουν. Οι αγνές προθέσεις θα λερώνονται από την εξουσία, τα σπουδαία πλάνα θα αλλοιώνονται από το κεφάλαιο, οι αιρετικές φωνές θα συμβιβάζονται, η θρησκεία θα βρίσκει πάντα εγκεφάλους να αλέθει, τα ναρκωτικά πάντα νεότητες να αλώνουν. Τα ιδανικά θα θυσιάζονται για να οικοδομηθεί η χώρα, οι συνειδήσεις θα λερώνονται για χάρη της προόδου. Αν η ανάγκη, η θέληση και η τύχη αποτελούν τους τρεις πυλώνες της πολιτικής σκέψης του Μακιαβέλι, οι ίδιες έννοιες θα εισχωρήσουν σε κάθε σχέδιο ζωής, μέχρι την οριστική του αλλοίωση και το δικό τους αλληλοκαταβρόχθισμα.

Μήπως είμαστε μια χωματερή όσων θα μπορούσαν να γίνουν; Ένα άκυρο βιβλίο Εσόδων – Εξόδων; [σ. 251]

Εκδ. Καστανιώτη, 2011, μτφ. Μαργαρίτα Μπονάτσου, σ. 487 [Carlos Fuentes, La voluntad y la fortuna, 2008]

Πρώτη δημοσίευση (σε συντομότερη μορφή): περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 30 (καλοκαίρι 2012)

13
Ιολ.
12

Συλλογή – Caroline Now! The songs of Brian Wilson and the Beach Boys (Marina, 2000)

Ποια είναι η χρησιμότητα των διασκευαστικών δίσκων, ήτοι tributes; Να γνωρίσουμε εκείνους προς τιμή των οποίων γίνονται; Αποκλείεται, ελάχιστοι  είναι οι σχετικοί δίσκοι που επιδιώκουν τη γνωριμία μας με κάτι πιθανώς άγνωστό μας. Μήπως να γνωρίσουμε το νέο αίμα να δοκιμάζεται στα «δύσκολα»; Μα κατά κοινή ομολογία οι διάφοροι άσημοι – άγνωστοι που βρίσκουν βήμα για συμμετοχή συνήθως δεν αξίζουν φράγκο, ενώ οι όποιοι γνωστοί είναι ήδη γνωστοί. Τρίτη ευκαιρία: να έρθουμε σε επαφή με τα πιο άγνωστά τους, αφού οι αχαΐρευτοι δεν τα κυνηγάμε. Ας γίνει δεκτό, χωρίς να χρυσώνεται το χάπι.

Αυτό ισχύει εδώ, ισχυρίζονται με ήθος οι αυτουργοί, ηθικοί ή ανήθικοι: όλοι οι μαζεμένοι είναι τρελοί φανς, ο δίσκος δουλευόταν τρία χρόνια, σκοπός ήταν η επαφή και με τις «άγνωστες» στιγμές του Brian Wilson. Βέβαια αυτό που μένει είναι ένα ανομοιογενές σύνολο που σου αφήνει την εντύπωση ότι χάνεις περισσότερα απ’ όσα βλέπεις. Τι στο καλό, ο Wilson είναι υπεύθυνος για ένα μεγάλο ποσοστό όσων ακούμε σήμερα! Αλλά οι περισσότεροι από τους δημιουργούς εδώ δεν μου φαίνεται ότι καταβάλλουν και τις καλύτερες προσπάθειες. Μπορεί να είναι η συγκίνηση ή το δέος μπροστά στο υλικό του Brian, δε λέω. Υπάρχουν πάντως εδώ μερικά καλά και πρέπει να καταγραφούν.

Ο κύριος Malcolm Ross (από τους Josef K και Orange Juice) δίνει μια πρώτης τάξεως ερμηνεία του Heroes and Villains, μιας πωπάρας του τιμώμενου με ποίηση του μεγάλου Van Dyke Parks. Το κομμάτι όμως το ξέρουμε και από μια προπέρσινη συλλογή των Δίσκων της Μαρίνας, άρα μας την έφερε ο Ρόσσος. Τον ξεπερνάει λοιπόν, αλλά και όλους τους υπόλοιπους ο ημιγιαπωνέζος Jad Fair με μία καθαρά Saxonική ερμηνεία. Από τους ποπσκεκλημένους, οι Kle μιμούνται επιτυχώες τους Saint Etienne, με ένα κομμάτι από το Sweet Insanity, το δεύτερο προσωπικό του Wilson.

Όσο για τους γερόλυκους, αυτοί τη σκάνε σε όλους: από την μία ο θείος Alex Chilton με μια αρχοντική εκτέλεση του Ι wanna pick you up ξεπληρώνει φαίνεται τα μαθήματα κιθάρας που του έκανε ο Carl Wilson όταν οι Box Tops σαππόρταραν τους Βeach Βoys· από την άλλη ο θειικός Kim Fowley με το αποχαιρετιστήριο σπαραξικάρδιο Almost Summer από την ομώνυμη ταινία του 1978 – στην εισαγωγή και στο τελείωμα μάλιστα μας λέει και την ιστορία της επαφής με τα Βitch Boys. Τρίτος μπάρμπας ο Chip Taylor (συνθέτης πολλών 60s κλασσικών όπως το Wild thing).

Το βιβλιαράκι ό,τι πρέπει, με τις πληροφορίες για τα κομμάτια (σπάνιο για tribute) και τους εκτελεστές. Άλλα αξιοσημείωτα; Η επιστροφή μετά… τριαντακονταετία των σιξτάδων Free Design οι οποίοι έκαναν επανένωση ειδικά για τον κυρ Γουίλσονα, αλλά τους καλάρεσε και τώρα βγάζουν και δίσκο στην Μarina κι αυτοί. Η επιθυμία του Stevie Jackson των Belle ans Sebastian να πει τραγούδι από ποιό άλλο, από το The Beach Boys Love you LP. Η συμμετοχή του εξαίρετου Γερμανού μαέστρου ορχήστρας και σάουντρακς Peter Thomas.

Αγαπάω ιδιαίτερα τους Beach Boys, εννοώ πέρα από το γνωστό ένδοξο παρελθόν. Πάντα έβλεπα τον Brian Wilson με ιδιαίτερη συμπάθεια, ακόμα κι όταν ήταν καρικατούρα του εαυτού του, ακόμα κι όταν έβγαζε εκείνους τους ανεκδιήγητους δίσκους στα μισά 70s και στα 80s. Δεν τόριξε όμως ποτέ κάτω, παρά τα γυρίσματα της μοίρας, έριχνε καμιά συνθεσάρα που και που, το προσπαθούσε, έδωσε κι εκείνα τα αξιοπρεπή προσωπικά του. Το ότι τον βλέπουμε στο Caroline με φωτογραφίες και συνέντευξη με θέμα την ίδια τη συλλογή σου δίνει την αίσθηση ότι είναι χαρούμενα παρών και ότι δίνει το ΟΚ. Ακόμη, ότι πήγαν όλα καλά, ότι η τωρινή του «οικογενειακή» φάση είναι καλή και, το κυριότερο, έχει διάρκεια. Ξεκουράσου τώρα παππού κι άσε τα εγγόνια να κάνουν παιχνίδι. Εσύ που και που να δίνεις καμιά συμβουλή. Πήραν απουσία οι Reed, Costello, και δεκάδες άλλοι. Δικαιολογημένη ο Sky Saxon.

Συμμετέχουν ακόμα: Saint Etienne, The High Llamas, Eric Matthews, The Aluminum Group, Eugene Kelly, June & The Exit Wounds, Katrina Mitchell & Bill Wells, Souvenir, Duglas T. Stewart, Camping, Stevie Jackson, The Pearlfishers, The Radio Sweethearts, Chip Taylor & Evie Sands, Norman Blake, The Secret Goldfish, David Ritchie Coalition.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στα μπλε και πράσινα, ο Kim Fowley.

ΥΓ. Οκτώ χρόνια μετά ο Brian Wilson θα μας έδινε ένα σπάνιο προσωπικό κομψοτέχνημα, αυτό.

09
Ιολ.
12

Κώστας Καφαντάρης – Οι τριανταεννιά χορεύτριες

Πρόωρες αναφλέξεις αγέννητων ερώτων

Στον διηγηματικό μικρόκοσμο του Κώστα Καφαντάρη κάθε ερωτικό ένστικτο μοιάζει με ανενεργό ηφαίστειο: οι χαρακτήρες είναι παρ’ ολίγον εραστές, που αφιερώνουν τις δυνάμεις τους αποκλειστικά στην εγκεφαλική διάσταση του έρωτα και αρκούνται στην προμελέτη του. Δεν φτάνουν ως την βίωσή του, εφόσον κάθε σχετική πρωτοβουλία τους αναιρείται ήδη από τα σπάργανά της και διαγράφεται προτού περάσει από τις σκέψεις στην πράξη. Στις ελάχιστες περιπτώσεις που θα τολμήσουν ένα βήμα παραπέρα, κάποιο τρίτο πρόσωπο θα έχει δυναμιτίσει την όποια ευνοϊκή εξέλιξη.

Αντιπροσωπευτικό φορέα μιας τέτοιας συμπεριφοράς αποτελεί η νεαρή γυναίκα που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε δυο άντρες που την πολιορκούν, αναλώνεται σε αμφιβολίες και συγκρίσεις προτού καν τους γνωρίσει και παραμένει αναποφάσιστη και αδρανής ως το τέλος («Το δίλημμα»). Παρόμοιος διχασμός χαρακτηρίζει κι έναν καθημερινό και μάλλον πιο υπερφίαλο περιπατητή, που υφίσταται την γνωστή σύγχυση επιθυμιών μέσω στέρησης και άρνησης (Αποφάσισα να γνωρίσω πρώτα την μελαχρινή, απόφαση που μεγάλωσε ακόμα περισσότερο την επιθυμία μου να γνωρίσω την ξανθιά κι αυτή η επιθυμία μου μεγάλωσε με την σειρά της την επιθυμία μου να γνωρίσω την μελαχρινή γυναίκα) και έχοντας τηρήσει όλη την παραδεδομένη σειρά βλεμμάτων και προσχημάτων, κατορθώνει να γίνει εραστής και των δύο. Όμως αδυνατεί να επιλέξει εφόσον ο πόθος για την μία τρέφεται από την επαφή του με την άλλη και η τροπή σε φυγή είναι αναπόφευκτη («Γόρδιος δεσμός»). Εξίσου ευτράπελη είναι η ανάγλυφη απεικόνιση της εξόδου μιας παρέας νέων κοριτσιών («Βραδιές στου Ψυρρή»). Τυπικές εκπρόσωποι της σύγχρονης «αν-ερωτικής» νεότητας μοιάζουν να έχουν ήδη προοιωνίσει την αρνητική εξέλιξη των πραγμάτων: οι ερωτικές τους διαθέσεις εξαντλούνται σε εκατέρωθεν συζητήσεις, καθώς περιμένουν εις μάτην να γίνουν θηράματα άφαντων κυνηγών.

Ευτυχώς έστω και κατ’ εξαίρεση εμφανίζονται σποραδικά ορισμένοι πιο τολμηροί χαρακτήρες. Ενδιαφέρουσα είναι η αποσπασματική απόδοση των συνειρμών μιας ερωτικά ανικανοποίητης και συναισθηματικά δυσαρεστημένης συζύγου που ολισθαίνει συνειδητά στην πρώτη της απιστία. «Το τελευταίο σκαλί»  όπου παραπατά και χτυπά κατά την έξοδό της, σηματοδοτεί άραγε την είσοδο σε μια δεύτερη ζωή με συνειδητή αποδοχή του όποιου πόνου συνεπάγεται; Ο στρατευμένος μιας παραμεθόριας πόλης, κατά την καθημερινή συνήθεια των υπεραστικών τηλεφωνημάτων στην φίλη του, αποκτά έναν αυτόκλητο προστάτη του από τον κίνδυνο των γυναικών. Ο εν λόγω υπάλληλος γνωρίζει άδοξο τέλος όμως η σπορά των λόγων του δεν έχει μόνο αντίκτυπο στην ερωτική σχέση του νέου αλλά και στην μετέπειτα ζωή του («Κάθε βράδυ στις δέκα»).

Το ίδιο μοτίβο της ματαίωσης μιας εν δυνάμει σχέσης από κάποιον τρίτο αυτουργό εμφανίζεται και στο διήγημα «Γαμπρός – γιατρός». Τα γνωστά νεοελληνικά άγχη της μητέρας για την «τύχη» της κόρης, δεν δηλητηριάζουν απλώς την μεταξύ τους σχέση αλλά εν τέλει διαβρώνουν με υπόγειο τρόπο τις μελλοντικές επιλογές της τελευταίας. Η μητρική μορφή τελικά εκτροχιάζει ακόμα και εν τη απουσία της κάθε ομαλή πορεία των πραγμάτων. Η καθαρή επαγγελματική συνείδηση ενός άλλου ήρωα που αρνείται κάθε υποψία απάτης και παρανομίας στον εργασιακό χώρο, τού υποδεικνύει βεβιασμένα και έτερες «παρατυπίες» στον προσωπικό, με αποτέλεσμα να θεωρήσει ως μέγιστη ατιμία την αλλαγή της κόμης της γυναίκας του πόθου του στην πρώτη τους συνάντηση. Η μοναδική κάθαρση από την εμμονή του είναι και εδώ η άρνηση κάθε περαιτέρω επικοινωνίας («Καινούργιο χτένισμα»)!

Στα όρια μεταξύ ευτράπελου και μακάβριου κινείται και «το Ακριβό σακάκι». Μια χήρα που ταλανίζεται μεταξύ ηθικών και σαρκικών επιταγών οργανώνει με τον καλύτερο τρόπο την διαδικασία κατάκτησης του νέου που επιθυμεί. Εκείνος αδυνατεί να συνειδητοποιήσει την χωροθεσία που του επιφυλάσσεται στη ζωή της, μέχρι τη στιγμή που αντιλαμβάνεται τον προηγούμενο κάτοχο του δωρισμένου σακακιού που φορά στην κηδεία του συζύγου. Κατόπιν τούτων το διήγημα που τιτλοφορεί την συλλογή (το μόνο που εκτυλίσσεται σε διαφορετικό χώρο και χρόνο, καθώς αναφέρεται στην αρχαιότητα, αλλά και το μόνο ήδη δημοσιευμένο σε μια πρώτη μορφή στο περιοδικό Νέα Εστία) μπορεί φαινομενικά να αποτελεί μια παράταιρη παρουσία εδώ, αλλά στην ουσία μπορεί να αναγνωστεί ως μια παραπληρωματική θέαση των ερωτικών ηθών μιας άλλης εποχής, όπου οι τακτικές της παρενδυσίας και της ανταλλαγής ρόλων και φύλωνεμφανίζονταν και ως μορφή εξουσίας στο πολιτικό ή διπλωματικό πεδίο.

Η πρώιμη ανατίναξη κάθε ερωτογενούς δυναμικής μπορεί να επεκτείνεται και στις πνευματικές τους δημιουργικές δυνάμεις, όπως φαίνεται στο εξαιρετικό διήγημα «Όταν ήμουν ποιητής». Εδώ ο αφηγητής, σπουδαστής σε μια επαρχιακή πόλη και μέλος της χορείας των επίδοξων ποιητών, βιώνει με τον δικό του τρόπο την ανάγνωση και την δημιουργία ποίησης, ενώ αντιμετωπίζει σκωπτικά τις εξαγγελίας περί του θανάτου της και τις αποδίδει στην ανικανότητα ποιητικής γραφής. Παρά τις όποιες αγνές προθέσεις και την σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζει την ποιητική δημιουργία (ενδιαφέρουσα η περιγραφή της εγκυμοσύνης του πρωτότοκου ποιήματος και των σωματικών αισθήσεων εν γένει) ο εκκολαπτόμενος ποιητής αδυνατεί να ξεφύγει από την αίσθηση ανωτερότητας και ανταγωνισμού αλλά και την επιθυμία της αθανασίας.

Αποκορύφωμα της μεγαλομανούς ματαιοδοξίας, η συγγραφή, ως άλλος Ρίλκε, του Γράμματα σ’ ένα νέο που ήθελε να γίνει ποιητής, φυσικά όχι για προσωπική χρήση αλλά ως εγχειρίδιο για τρίτους. Η παραλαβή των αιματοβαμμένων από τις διορθώσεις ποιημάτων που ταχυδρόμησε σε γνωστό λογοτέχνη όπως είναι ευνόητο οδηγούν στην ψυχολογική του συντριβή και την πρόωρη συνταξιοδότηση από το γράψιμο. Πέρα από τον σαρκασμό του εσωστρεφούς ποιητικού μικρόκοσμου, η σκιαγράφηση της ακυρούμενης εν τη γενέσει της δημιουργικής πορείας, που έχω την αίσθηση πως θα θυμίσει σε πολλούς αναγνώστες οικεία πρόσωπα, είναι ιδιαίτερα επιτυχής.

Πρόκειται για την τρίτη συλλογή διηγημάτων του Καφαντάρη (γενν. 1959, έχουν προηγηθεί τα Μέγας Δημιουργός και Η όμορφη περιπτερού από τις ίδιες εκδόσεις) ο οποίος έχει εκδώσει και μια δίτομη Ανθολογία ελληνικού λαϊκού παραμυθιού (εκδ. Οδυσσέας) και Τα γυρισμένα λόγια, ένα μικρό βιβλίο με θέμα τις κατάρες (εκδ. Το Ροδακιό). Το ρεαλιστικό περίβλημα των 14 συνολικά διηγημάτων του τόμου συχνά διαποτίζεται από υπόγειο χιούμορ, προτού διαβρωθεί από τα στοιχεία της υπερβολής και του κωμικοτραγικού. Οι χαρακτήρες ταλανίζονται από τα διαχρονικά ψυχολογικά διλήμματα και τις αντιφάσεις του έρωτα, όμως το προαναφερθέν στοιχείο της πρόωρης ανάφλεξης των σχέσεων και η βεβιασμένη ώθησή τους προς ένα τέλος προτού καν αρχίσουν, καθιστά το μεγαλύτερο μέρος των διηγημάτων απόλυτα – και τραγικά –  σύγχρονο.

Εκδ. Ίνδικτος, 2009, σ. 147.

Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 30 (καλοκαίρι 2012)




Ιουλίου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιον.   Σεπτ. »
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  

Blog Stats

  • 1.001.518 hits

Αρχείο