Αρχείο για Μαΐου 2012

31
Μάι.
12

Διονύσης Μαρίνος – Τελευταία πόλη

Στον δρόμο (μιας χώρας που κάποτε έλεγαν Γιουγκοσλαβία)  

Σε αυτό το απύθμενο άγνωστο, που στην αρχή του ταξιδιού μόνο φαρμακερό πόνο τούς προκαλούσε, αλλά, καθώς χανόταν ακόμα πιο βαθιά στην πρησμένη γη και κατατρώγονταν από την τοκογλυφία του χρόνου, ο δρόμος έγινε ο σιαμαίος αδερφός τους. [σ. 23]

Στον δρόμο: σπάνια μια φράση έχει τόσα διαφορετικά εννοιολογικά φορτία – περιπλάνηση, διαφορετική κοσμοθεωρία ζωής, οικείωση με τον κόσμο, έξοδος από τον αστικό εγκλωβισμό του ιδιωτικού σπιτιού αλλά και κατάσταση αστέγων, εκδίωξη, προσφυγιά και ο κατάλογος δεν τελειώνει εδώ. Σε μια από τις χειρότερες εκδοχές του δρόμου ωθείται ένα νεαρό ζεύγος μαζί με το μικρό του παιδί, την εποχή του πολέμου στη Βοσνία. Από τις αρχικές προφορικές τους φράσεις – Μας είπαν πρόσφυγες. Μέσα στην ίδια μας τη χώρα. Και αυτοί που μας ονόμασαν έτσι πρόσφυγες θα γίνουν μια μέρα – , αν άτυπο προφητικό επίγραμμα, μέχρι το ατέλειωτο σιωπηλό τους περπάτημα, γινόμαστε μάρτυρες της πορείας τους, μιας πορείας που αποτελεί πλέον κοινό συλλογικό ευρωπαϊκό υποσυνείδητο.

Αυτά τα τρία κεφάλια περπατούν σκυφτά χωρίς συγκεκριμένο προορισμό· τα μέλη τους μοιάζουν να έχουν προσαρμοστεί τυχαία και ακαθόριστα πάνω στα κυρτωμένα τους κορμιά. Μπροστά τους ανοίγεται ένας ορίζοντας σας πάτος βαρελιού γεμάτου φρέσκια πίσσα, χωρίς ψυχή ζώσα. Προορισμός τους και ενσάρκωση ύστατης ελπίδας η παλιά θάλασσα, έστω και γεμάτη τώρα με πολτώδη βρωμιά, έστω και με νερό σταχτί σα βλέννα, με την βέβαιη σχεδόν υποψία της οριστικής της μόλυνσης. Η αναχώρηση τους έμοιαζε δηλητηριασμένη με κινδύνους, αλλά και οι τέσσερις τοίχοι ήταν αβάσταχτοι όσο ποτέ. Γύρω τους σφύριζαν σπαράγματα ειδήσεων για εχθροπραξίες και σηκωνόταν ο αχός των (πόσο μακρινών;) γεγονότων. Μέχρι χθες έβλεπαν τα ράφια του σούπερ μάρκετ να αδειάζουν, το ρεύμα να κόβεται, τον δρόμο έξω απ’ το παράθυρό τους να ερημώνει, τα γραφεία να κατεβάζουν ρολά από το φόβο της επίταξης.

Η ελπίδα ότι στον δρόμο προς την θάλασσα ίσως αργήσουν να τους βρουν, εκτός κι αν κι αυτή αποτελεί ένα ψεύδος ζωτικό, υπερίσχυσε της επιλογής να μείνουν «με δική τους ευθύνη». Η φυγή με την πόρτα αφημένη ορθάνοιχτη ήταν θέμα χρόνου – και πιθανώς ενός υπόκωφου πανικού. Ο γείτονάς τους έχει ήδη φύγει αλλά τους αρνήθηκε κάθε κοινή πορεία. Είχε δίκιο ο Ζάρκο. Κανείς δεν αντέχει το διπλανό του, γιατί είναι σαν να βλέπει τον ίδιο του τον εαυτό στον καθρέφτη.Και πώς να πορευτείς όταν η  πεπερασμένη αλήθεια του κουρασμένου τοπίου, έτσι ήσυχο όπως τους αγκάλιαζε, έδειχνε να είναι η τέλεια παγίδα; Όταν το περπάτημα γίνεται αβάσταχτο με το καύκαλο στην πλάτη τους, τα σακίδια με τα πράγματα που διάλεξε ο καθένας, τα μοναδικά που τους ανήκουν σε έναν κόσμο που κανείς δεν θα έχει τίποτα για κάμποσο (πόσο;) καιρό; Πόσο μάλλον όταν η προγενέστερη δημόσια ζωή τους ήταν ανύπαρκτη:

Ο Νικόλα δεν είχε βγει ποτέ πέρα από το τετράγωνο που όριζε το σπίτι του και το άλλο που τον περιχαράκωνε στο εργοστάσιό του. Πήγαινε και ερχόταν κουβαλώντας το βάρος των επιθυμιών του, που ποτέ δεν έβρισκαν κάπου αλλού να ξαποστάσουν. με τον καιρό, απέκτησε, σαν τσίχλα που δεν ξεκόλλαγε, εκείνη τη συναισθηματική ανικανότητα να θαυμάσιε κάτι καινούργιο, να ξανοίξει το βλέμμα του, να γευτεί το άγνωστο. Τώρα αναγκάστηκε να το χάφτει με τις παλάμες του γεμάτες από τον πικρό καρπό του άτακτου φευγιού. [σ. 17]

Ο Νίκολα και η Κάλι στο δρόμο χάνουν τα ονόματά τους, γιατί δεν έχουν καμία σημασία. Το κουδούνισμα των ξεχασμένων κλειδιών στην τσέπη ακούγεται ειρωνικό, Ακόμα και οι σκέψεις της παλιάς τους ζωής αφαιρούνται από το μυαλό, «σαν ρούχο περιττό». Πώς θα φύγει όμως ολόκληρο το παρελθόν που τρυπάει ακόμα και τα πλευρά, όταν το παρόν δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα μαύρο αρχιπέλαγος σκόνης και ρύπων, μια κρούστα υποτυπώδους ζωής; Βαδίζοντας προς το τίποτα μετατρέπονται σε «ανθρώπινα σαρκώματα, λεπιασμένα από τη σκόνη και τον ιδρώτα», με πνευμόνια «σαν ξεραμένα ασκιά χωρίς αέρα», μονοδιάστατες λωρίδες κρέατος, σκελετοί που αναπνέουν από συνήθεια, σκιές σπασμένες κι ακανόνιστες, κυνηγημένες απ’ τη φλόγωση του δρόμου και την ρυπαρότητα της ίδιας τους της ύπαρξης. Περνούν από γειτονιές σπαρμένες με λιμνάζοντα φόβο, με χαμόσπιτα έρημα σαν άδεια μνήμη. Και ποιο μέρος είναι άραγε ασφαλέστερο, τα άγνωστα σπίτια ή ο έκθετος δρόμος;

Γύρω τους ένας κόσμος απονεκρωμένος, με σκόρπιες μαριονέτες, «που έχει σπάσει ολότελα σε κομμάτια και κανένα σκοινί δεν μπορεί να τον κρατήσει στη θέση του». Οι άδειες χαμοκέλες με τα χάσκοντα παράθυρα – τρύπες μοιάζουν εφιαλτικότερες απ’ τον δρόμο· ακόμα κι σόμπα στο εσωτερικό τους, μαύρη και ακίνητη, μοιάζει σαν εσταυρωμένος. Στις καχύποπτες ερωτήσεις των οπλισμένων για το ποιοι είναι απαντούν: «Διωγμένοι από τα σπίτια μας, αυτό είμαστε μόνο» και μπροστά στην επιμονή των ξεχασμένων τρωγλοδυτών που οικειοποιούνται τα εγκαταλειμμένα σπίτια και τους προτείνουν επίμονα την πώληση του παιδιού τους δεν μπορούν παρά να συνεχίσουν την πορεία τους. Ελπίζοντας να μην καταλήξουν απόβλητοι σαν κι αυτούς, που απλώς ζουν περιμένοντας, ορισμένες φορές ούτε καν αυτό.

Η μυρωδιά του δάσους ήταν ταγκή και αποκρουστική ακόμα και για τα δικά τους ρουθούνια, που είχαν συνηθίσει να οσμίζονται τις βρομιές σαν κάτι το φυσιολογικό. Λες και οι ίδιοι είχαν ενδυθεί πλέον αυτή την ανυπόφορη μπόχα, τόσο, που άρχισαν να πιστεύουν (και πιο πολύ αυτός) ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος από τη φύση του σαν ένα σφουγγάρι ή μια αχόρταγη καταβόθρα, που υπό συνθήκες μπορεί να καταπιεί τα πάντα: από ροδόνερο μέχρι περιττώματα. [σ. 28 – 29]

Έξω στο δρόμο λοιπόν οι πολίτες γίνονται πρόσφυγες, οι κάτοικοι μετανάστες, οι φίλοι αντίπαλοι, όπως άρχισαν να γίνονται οι αντίπαλοι τις μέρες που έπεσε η πρώτη σφαίρα και οι μάχες γίνονταν πέρα απ’ τα βουνά, όταν η κουβέντα πήγαινε στον ποδοσφαιριστή της ομάδας που είχε γεννηθεί από την άλλη πλευρά του παραπετάσματος και τώρα ήταν κανονικός εχθρός. Πάμε, δεν έχουμε τίποτε άλλο να κάνουμε από το να προχωρήσουμε όσο πιο γρήγορα μπορούμε λέει κάποια στιγμή η Κάλι. Συνεχίζουν προς τον εφιάλτη του κατεστραμμένου λιμανιού, μ’ έναν βαθύ φόβο για την πορεία προς την αποκτήνωση. Συνεχίζουν…μέχρι;

Η νουβέλα δεν ισορροπεί μόνο ανάμεσα σε λεπτότατο σκοινί πάνω από το αβυσσαλέο της θέμα αλλά και ανάμεσα στην υπόκωφη σκληρότητα της συγκυρίας και τον διογκωμένο, σχεδόν πρησμένο εσωτερισμό των χαρακτήρων. Ρεαλισμός βρώμικος και λυρικός ταυτόχρονα. Αλλά, υπάρχει και μια άλλη ισορροπία, στο μέσον της οποίας βρέθηκα ως ανάγνωσης. Από τη μία, ο ίδιος ο μύθος με προέτρεπε να διατρέξω όσο γινόταν γρηγορότερα το τραγικό οδοιπορικό των χαρακτήρων για να είμαι εκεί στην σωτηρία τους (που ήλπιζα) ή στο χαμό τους (που απευχόμουν), – κάποιες φορές μάλιστα και από την φευγαλέα αίσθηση πως κι ο ίδιος έπρεπε να επιταχύνω το βήμα, υπό τον φόβο της απειλής εκείνων που ακολουθούν. Από την άλλη, οι ίδιες οι παράγραφοι με κρατούσαν δέσμιο, για να δω ευρύτατα πλάνα εξωτερικών εικόνων αλλά και εσωτερικών σκέψεων (σε μια ομολογουμένως δύσκολη αντίστιξη) και οι ίδιες οι λέξεις απαιτούσαν την στάση μου πάνω στην ποιητική τους αλλά και την ποικιλία τους. Πόσο μάλλον αν σκεφτεί κανείς το εξαιρετικά λεπτό, αβυσσαλέο (και εντελώς ανεπιθύμητο από τους έλληνες λογοτέχνες) επίκεντρο της Τελευταίας Πόλης.

Εκδ. Γαβριηλίδης, 2012, σελ. 101

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

Advertisements
30
Μάι.
12

Spiritualized – Amazing grace (Sanctuary, 2003)

Ένα ερώτημα που κατά καιρούς αντιμετωπίζει ένας αναγνώστης μουσικών εντύπων είναι το εξής: ποιος σ’  ενημερώνει πληρέστερα για ένα δίσκο, ένας φαν ή ένας αντίθετος; Θυμάμαι το ζήτημα ήταν στο φόρτε του τότε στα μέσα των 80s με την γκαραζοψυδελική αναβίωση τύπου Voxx Records. Οι φανς του είδους έπλεαν σε πελάγη ευτυχίας κι έβγαζαν όλους τους δίσκους αριστουργήματα, τη στιγμή που άλλοι κόντευαν ν’ αυτοκτονήσουν από την μονοτονία ή την επαναληπτικότητα. Κατά την προσωπική μου άποψη θα έπρεπε να γράφονται και να διαβάζονται κι οι δυο απόψεις, συν μια ψυχραιμότερη στο ενδιάμεσο. Αυτές οι τρεις υποκειμενικές απόψεις θα έφτιαχναν το ιδεώδες πολυσέλιδο φανζίν.

Μέχρι τότε και για τον εν λόγω δίσκο, αναλαμβάνω το πόστο Άλφα, ως πιστότατος αναγνώστης των κατά Jason Pierce ευαγγελίων. Το τι έκαναν στα προηγούμενες κυκλοφορίες τους το γνωρίζετε: ο ιερός κιθαριστικός τους θόρυβος διέφθειρε και διεφθειρόταν από ουράνιες μελωδίες, η αυθεντική, ψυχοδηλωτική ψυχεδέλεια από το σύγχρονο αστικό γκαράζ κι ο γόνιμος πειραματισμός από τις αιώνιες ροκ φόρμες. Η ιδιαιτερότητα (για να μην πω τίποτε άλλο) κι ο απύθμενος χαρακτήρας του Pierce έδιναν μια εντελώς προσωπική μορφή σ’ όλα τα χιλιοπαιγμένα εδάφια.

Όλα εκείνα λοιπόν υπάρχουν κι εδώ. Κι ας έλεγε ο Jason τη μια ότι θα είναι ο καλύτερος τους δίσκος (ο ψεύτης), την άλλη πως θα είναι περισσότερο ροκ από ποτέ (ο απατεώνας), την τρίτη πως θα σημάνει αλλαγή κατεύθυνσης (ο μυθομανής). Βέβαια ποιος να μπει στο μυαλό του… δε συμφέρει. Αυτό που μας κάπως αργότερα είναι το γεγονός ότι ο δίσκος ηχογραφήθηκε μια κι έξω, σπαταλώντας μια μόνο μέρα για το κάθε κομμάτι· παλιότερα του έπαιρνε μήνα. Θα καταλάβαινε πάντως κανείς με κλειστά μάτια πως είναι ένας τυπικός πνευματισμένος δίσκος. Με μπαλάντες που θες να ανοίξεις τα φυλλοκάρδια σου να εισέλθουν (Oh baby, Rated X), με βαβούρες που θες να χωθούν στους νευρώνες σου (This little life of mine)· με εξερεύνηση της σκοτεινής πλευρά της κάντρι (ποιος ξεχνάει το Do it all over again απ’ το Let it come down;) στο Hold on και τόσο όμορφα εύκολο 60ς (Cheapster)· με κομμάτια που θες να ακούσεις όταν είσαι λιώμα (The ballad of Richie Lee) ή όταν θες να ταξιδέψεις κάτω απ’ το δέρμα το δικό σου ή αλλωνών (Lay it slow down)·  με διαβαθμισμένη πολυμουσικότητα (The power and the glory) και γκόσπελ εκστασιασμό (Lord let it rain on me). Και με μια ένταση που εύχεσαι να είχαν τα ερωτικά αγκαλιάσματα (She kissed me (it felt like a hit)).

Φαντάζομαι πως για άλλη μια φορά του είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρει τίτλους για τα τραγούδια του γι’ αυτό και σχεδόν τους επαναλαμβάνει. Ξανά και οι επικλήσεις στον Lord του καθενός, στις κοσμικές δυνάμεις, στην παθολογική ερωτική έλξη, στην αναζήτηση της ευτυχίας μες τη δυστυχία, στη φιλοσοφία του τίποτα, στο κοίταγμα του ταβανιού. Και οι μουσικοί δεν είναι πάλι καμιά εκατοστή, αλλά έχουν ισόποσο ειδικό βάρος, όπως ο σαξοφωνίστας Evan Parker ή ο βιολιστής Nicky Sweeney.

Amazing grace ήταν ο τίτλος ενός τρυφερού εναρκτήριου τραγουδιού των Low. Δεν αντικατόπτριζε όμως εκείνο το αμετάφραστο κι απερίγραπτο του τίτλου, εκείνη την χαρίεσσα αίσθηση που σ’ αφήνει “amazed”. Ενώ εδώ, ο τίτλος αποτελεί όντως μια πύλη για τα ενδότερά του. [8/10]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

29
Μάι.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 115

Peter Carey, Έκανα λάθος για την Ιαπωνία. Το ταξίδι ενός πατέρα με το γιό του, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2006, μτφ. Άρτεμις Λόη, σ. 107 (Peter Carey, Wrong about Japan, 2005)

Ψηλά στο ταβάνι της σοφίτας […] υπάρχει ένα διακοσμητικό στοιχείο, που περνάει εξίσου απαρατήρητο με την κόκκινη πύλη του ναού ή το σκοινί γύρω απ’ το καμφορόδεντρο που δείχνει ότι είναι ιερό. Παρόλο που ο σκηνοθέτης δεν κάνει τίποτα για να τραβήξει την προσοχή μας, θυμάμαι ότι το χάρτινο διακοσμητικό που κρεμόταν απ’ το δοκάρι έμοιαζε με πουλί. Ο Κέντζι μου εξήγησε ότι θα υπήρχε από τότε που άρχισε να χτίζεται το σπίτι. Δεν μιλούσαμε πλέον για πλασματικές εικόνες που δημιουργούσαν τα πίξελ της οθόνης, αλλά για υλικές υπάρξεις. Στη διάρκεια της κατασκευής το στολίδι πάνω στη δοκό θα το έδερνε ο αέρας και θα το μούλιαζε η βροχή μέχρι να σκιστεί εντελώς. Μόλις θα έμπαινε η σκεπή για να στεγάσει το σπίτι, αυτό το κουρελιασμένο φυλακτό θα το δίπλωναν και θα το φύλαγαν στη σοφίτα σε προστατευμένο μέρος για καλή τύχη.

28
Μάι.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 92. Άννα Παπασταύρου

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Εργάζομαι με ενθουσιασμό, αν αυτός μπορεί να θεωρηθεί τρόπος εργασίας. Από πολύ πρωί και συχνά μέχρι τις εννιά το βράδυ. Η μετάφραση είναι πραγματικά κοπιαστική, αλλά και ανταποδοτική. Η ικανοποίηση από το τελικό αποτέλεσμα αρκεί για να με ξεκουράσει.

Αν μεταφράζω ένα συγγραφέα για πρώτη φορά, χρειάζομαι χρόνο για να τον γνωρίσω. Αν έχω μεταφράσει κι άλλα έργα του, απλώς αναθερμαίνουμε τη σχέση μας. Πάντως, είτε είναι στη ζωή είτε όχι, νιώθω σαν να βρίσκεται δίπλα μου περιμένοντας να τον αποδώσω όπως θα ήθελε! Βέβαια, στην πρώτη περίπτωση, υπάρχει πάντα η δυνατότητα να μου λύσει και κάποια απορία!

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Δύσκολο να καταλήξω σε μία. Από τις πιο δύσκολες μεταφράσεις ήταν το «Ιστορία σαν παραμύθι» του Μπαρίκο. Με γλώσσα ποιητική, ύφος ελλειπτικό, παλινδρομήσεις στο τώρα και στο χτες, ιστορικές αναφορές και συνεχή αναδίφηση σε όλη την πορεία του εικοστού αιώνα. Επίσης το «Με τις χειρότερες προθέσεις» του Πιπέρνο. Εξαιρετική γλώσσα, μακροπερίοδος λόγος, λογοτεχνικό ύφος πολύ υψηλών προδιαγραφών!

Πολύ συχνά, η δυσκολία του έργου είναι το βασικό στοιχείο της απόλαυσης. Για παράδειγμα, η μετάφραση έργων του Τέρυ Πράτσετ, ενός συγγραφέα που λατρεύω. Επιτρέψτε μου μια εξαιρετικά «λαϊκή» φράση: ο άνθρωπος δεν παίζεται! Εκπληκτικό χιούμορ, ατίθασο πνεύμα, απίστευτο παιχνίδι με τις λέξεις.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να συστήσω κάτι στους αναγνώστες, καθένας έχει και μια διαφορετική οπτική και προτίμηση! Πιο πολύ θα έλεγα ότι τα αναφέρω απλώς γιατί άρεσαν πολύ σ’ εμένα.

Τα «Μiddlesex» και «Σενάριο Γάμου» του Τζέφρυ Ευγενίδη. Το «Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα» του Μαρκ Χάντον, από τα λίγα που πρότεινα σε αναγνώστες διαφορετικών προτιμήσεων και ηλικιών και το λάτρεψαν όλοι!

Επίσης η συγκλονιστική σάγκα, «Η τέχνη της χαράς» της Γκολιάρντα Σαπιέντσα. Η «Χωματερή» του Πάολο Τεομπάλντι. (Σίγουρα αυτό το τελευταίο δεν κυκλοφορεί πια. Δυστυχώς η τόσο πλούσια εκδοτική παραγωγή παρασύρει πολλά μικρά διαμαντάκια που χάνονται στο επόμενο εκδοτικό κύμα.)

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Η αλήθεια είναι ότι έχω μεταφράσει (πραγματικά) πολλά βιβλία! Ας μην κουράσω τους αναγνώστες σας, λοιπόν. Θυμάμαι σπουδαία βιβλία που μετέφρασα πολύ παλιά, και σίγουρα δεν κυκλοφορούν πια, όπως το «Μια ζωή άνω κάτω» του Ουόλι Λαμπ. Κλασικά μυθιστορήματα, όπως του πολυαγαπημένου μου Μαρκ Τουέιν («Τομ Σόγερ» και «Χακ Φιν»). Ήταν μια αποκάλυψη για μένα να αποκρυπτογραφώ τη γλώσσα ενός συγγραφέα που είχε μαγέψει τα παιδικά μου απογεύματα και συνοδέψει τις καλοκαιρινές μου διακοπές. «Αποχαιρετισμός στα όπλα» του Χέμινγουεϊ. Βιβλία για πιο απαιτητικούς αναγνώστες: «Ο Καντ και ο ορνιθόρυγχος» και «Η αναζήτηση της τέλειας γλώσσας» του Έκο, «Η Συναισθηματική Νοημοσύνη» του Ντάνιελ Γκόουλμαν. Δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσω τα συναισθήματα που μου προκαλεί η μετάφραση των βιβλίων. Αυτό που με απασχολεί πάντα είναι το κατά πόσο στο τέλος θα έχω το θάρρος –και το δικαίωμα– να πω: «Αν αυτός ο συγγραφέας ήταν Έλληνας, έτσι θα το έγραφε».

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Από πολύ νωρίς το πρωί, όπως προείπα, και σπάνια με μουσική κατά τη μετάφραση. Στην ανάγνωση δεν με ενοχλεί, ειδικά αν είναι ορχηστρική μουσική (τζαζ, σουίνγκ π.χ.). Λόγω …αρχαιότητας, μεγάλωσα με Beatles, Rolling Stones, Χατζιδάκι, Fabrizio de Andre’, Λοΐζο, λόγω γονιών τα ακούσματά μου ήταν κλασική μουσική (προκλασικοί, Μπετόβεν) και αισθάνομαι πολύ τυχερή για όλα αυτά. Ακούω με την ίδια ευχαρίστηση Ornella Vanoni, Santana, και τζαζ από τον Armstrong ή τον Πλέσσα, αλλά… δε θα έβγαινα ζωντανή από καμία «μεγάλη πίστα»!

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Πολλοί! Σβέβο, Καλβίνο, Γκάντα, Ροθ, Φόκνερ… Ποιον να πρωτοσκεφτώ! Και ποιητές επίσης. Κητς, Μπερνς…

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Σκέφτομαι κάτι χειρότερο. Να μπαίνει ο συγγραφέας στο περιθώριο, λόγω μιας κακής μετάφρασης! Αλλά ας το αφήσουμε αυτό. Είναι αλήθεια ότι τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής μένει στο σκοτάδι. Αν αναλογιστούμε βέβαια, άλλες εποχές, που ο μεταφραστής δεν αναφερόταν ούτε στα «ψιλά» της έκδοσης, σίγουρα τα πράγματα έχουν βελτιωθεί σημαντικά από τότε. Ως και βραβεία έχουν θεσπιστεί για χάρη μας. Θυμάμαι την πρώτη φορά σε μια έκθεση βιβλίου στο Πεδίο του Άρεως (πάνε δέκα δώδεκα χρόνια) που είδα επισκέπτη να ξεφυλλίζει ένα βιβλίο για να δει ποιος το είχε μεταφράσει.

Είναι λογικό να στρέφονται τα φώτα στο συγγραφέα, χωρίς αυτόν η μετάφραση δε θα είχε λόγο ύπαρξης, ωστόσο πιστεύω βαθιά ότι ο μεταφραστής είναι εξαιρετικά σημαντικός για την τύχη του συγγραφέα, γιατί κι αυτός δε θα έβγαινε ποτέ από τα σύνορα της χώρας του χωρίς το μεταφραστή. Δυστυχώς σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στη μετάφραση. Αλλά και πολλοί εκδοτικοί οίκοι δεν προβάλλουν τους μεταφραστές. Έστω και μόνο η αναγραφή του ονόματος του μεταφραστή στο εξώφυλλο ή στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, και οπωσδήποτε στα ενημερωτικά δελτία των εκδοτικών οίκων που κυκλοφορούν ευρύτατα στο διαδίκτυο, θα ήταν μια καλή αρχή.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Τρέφω μεγάλη εκτίμηση για τους συναδέλφους επιμελητές και διορθωτές. Εγώ μάλιστα δεν θα έκανα διαχωρισμό μεταξύ τους. Για να είναι ένας διορθωτής καλός, πρέπει να είναι και επιμελητής καλός. Από την άλλη, όσο καλή κι αν είναι μια μετάφραση, πάντα χρειάζεται μια δεύτερη ματιά, πάντα κάτι μπορεί να έχει ξεφύγει, κάπου μπορεί να έχει παρασυρθεί ο μεταφραστής, έστω και ελάχιστα. Εξάλλου ο διορθωτής/ επιμελητής είναι στη ουσία ο πρώτος μας αναγνώστης και του οφείλουμε σεβασμό!

Γενικά έχω σταθεί πολύ τυχερή στον τομέα της επιμέλειας των μεταφράσεών μου. Συνεργάζομαι πολύ συχνά με την Αρετή Μπουκάλα. Ιδανική συνεργασία. Την ακούω και με ακούει, μου προτείνει και κουβεντιάζουμε, μελετάμε το κείμενο και φτάνουμε μαζί μέχρι και τις ηλιοτυπίες! Το πιο σπουδαίο: δεν λειτουργούμε ποτέ ανταγωνιστικά. Ο στόχος και των δυο μας είναι το καλό αποτέλεσμα. Γιατί είτε ο επιμελητής πάσχει από το «σύνδρομο του κόκκινου μολυβιού» είτε ο μεταφραστής από το «σύνδρομο του αλάθητου», είτε συμβαίνουν και τα δύο, ο πραγματικός χαμένος είναι το βιβλίο και ο αναγνώστης.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Πολλά βιβλία, πολλοί ήρωες… Τον πρώτο καιρό επηρεαζόμουν πολύ και οι ήρωες των βιβλίων κυριολεκτικά με στοίχειωναν. Δε θα ξεχάσω την πολύπλευρη Καλλιόπη από το Middlesex! Έμαθα με τον καιρό να αποστασιοποιούμαι και να προσπαθώ να λειτουργώ σαν το… γιατρό, που φροντίζει επιμελώς τον ασθενή του, ωσότου γίνει εντελώς καλά, και στη συνέχεια τον ξεπροβοδίζει και ασχολείται με τον επόμενο.

Τυχαίνει βέβαια να μάθω τα νέα, όχι των ηρώων, μάλλον των μεταφράσεών μου, χάρη σε φίλους που με εφοδιάζουν με πληροφορίες και αποκόμματα (e-mails τώρα πια!)

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Κάφκα, Πιραντέλλο, Τουέιν, Ντοστογιέφσκι, Παπαδιαμάντης, Καραγάτσης, Τσίρκας, Πράτσετ, Πιπέρνο, Ευγενίδης.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Τομ Σόγερ και Χακ Φιν του Τουέιν, Η δίκη  και Η μεταμόρφωση του Κάφκα, Η φόνισσα του Παπαδιαμάντη, Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων του Λ. Κάρολ, Middlesex του Τζέφρυ Ευγενίδη, Η τέχνη της χαράς της Γκολιάρντα Σαπιέντσα, Το τρίτο στεφάνι του Ταχτσή, Στρίγκλες του Πράτσετ, Με τις χειρότερες προθέσεις του Πιπέρνο. Είναι πολλά τα αγαπημένα μου, ίσως όμως το ότι αυτά μου ήρθαν πρώτα στο μυαλό να σημαίνει κάτι.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Διηγήματα του Πιραντέλλο.

Οι Ιστορίες Γυναικών του Μιχάλη Γκανά.

Καλό αίμα, κακό αίμα της Ελεωνόρας Σταθοπούλου.

Της αγάπης μου ο σπουργίτης πέταξε (ανθολογία διηγημάτων επιλεγμένων από τον Τζέφρυ Ευγενίδη).

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Μιλώντας για ζώντες: Μιχάλης Γκανάς, Γιάννης Μακριδάκης, Ισίδωρος Ζουργός.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Οδυσσέας.

Ο Τζόζεφ Κ. από τη Δίκη του Κάφκα.

Ο Χακ Φιν.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Η «ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ». Για τη συνέπειά της, για τις επιλογές της, για την ιστορία της.

Πώς βιοπορίζεστε;

Τα τελευταία δεκαοχτώ χρόνια αποκλειστικά από τη μετάφραση. Με εξοντωτικούς ρυθμούς. Συχνά ακούμε από συναδέλφους ή και από εκδότες ότι όποιος επιμένει να ζει αποκλειστικά από τη μετάφραση είναι ή τρελός ή μαζοχιστής. Θέλω να πιστεύω πως δεν είμαι τίποτε από τα δύο. Και με θλίβει όταν το ακούω από συναδέλφους.

Για κάποια χρόνια, παρέδιδα μαθήματα μετάφρασης στο ΕΚΕΜΕΛ. Οι διδακτικές ώρες ήταν ελάχιστες, ωστόσο θα το θυμάμαι με πολλή αγάπη. Από εκεί βγήκαν κάποια παιδιά που πιστεύω πως θα μας κάνουν περήφανους με τις μεταφράσεις τους.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Προσπαθώντας να συνδέσω την ερώτηση με τις μεταφραστικές μου προτιμήσεις και εμμονές (και για να …πρωτοτυπήσω), θα έλεγα ότι ευχαρίστως θα έκανα τη μονογραφία του Τέρυ Πράτσετ. Δεν τον έχω γνωρίσει προσωπικά, ωστόσο έχω την αίσθηση ότι τον γνωρίζω, μέσα από τα βιβλία του, όσα έχω μεταφράσει, αλλά και όχι μόνο. Ο συγγραφέας αυτός συνδυάζει μια εξαιρετική πένα με μια εντυπωσιακή ευφυΐα και μια εξίσου εντυπωσιακή ευρυμάθεια. Έχει αστείρευτη φαντασία, θανατηφόρο χιούμορ και κατορθώνει να σατιρίζει καυστικότατα τα πιο σημαντικά ζητήματα της ζωής μέσα από τους πιο απίθανους συμβολισμούς. Εκτός της συγγραφικής του δεξιοτεχνίας, με εντυπωσίασε και η στάση του απέναντι στην ασθένεια που τόσο άδικα και τόσο άκαιρα τον χτύπησε. Πριν ακόμα κλείσει τα εξήντα του χρόνια, διαγνώστηκε ότι πάσχει από Αλτσχάιμερ. Όχι μόνο δεν έκρυψε την πάθησή του, αλλά και βγήκε στο διαδίκτυο για να ενημερώσει τα εκατομμύρια των φανατικών αναγνωστών του ότι θα παλέψει όσο μπορεί την αρρώστια του και θα αποσυρθεί όταν πια δε θα μπορεί να γράψει γι’ αυτούς. Θεωρώ αυτή του τη στάση έντιμη και εξαιρετικά γενναία.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ και τα δύο, όσο μου επιτρέπει ο χρόνος κυρίως. Σκηνοθέτες που με συγκινούν ιδιαίτερα: F. Fellini, M. Antonioni, G. Tornatore, Ferzan Özpetek, Majid Majidi, Fatih Akin, Woody Allen, αδελφοί Coen.

Ταινία; Ταινίες (ελάχιστες από τις πάρα πολλές): Πολίτης Κέιν (Orson Welles), La strada (Fellini), Σινεμά Παράδεισος (Tornatore), Η βροχή (M.Majidi), Le fate ignoranti (F. Özpetek), Στην άκρη του ουρανού (F. Akin), American Beauty (S. Mendes), Η θάλασσα μέσα μου (Alejandro Amenábar).

Θεατρική σκηνή; Μάλλον ολόκληρη θεατρική παράσταση (ερμηνεία): η Μεντή ως Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου και η Γιασεμή Κηλαηδόνη στο Μαράν Αθά. Αλησμόνητες και οι δύο.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο; 

Έχει λεχθεί πως οι Έλληνες δεν διαβάζουν, γιατί γράφουν. Δεν απέχει πολύ από την αλήθεια αυτό. Για να μην αποτελέσω λοιπόν κι εγώ εξαίρεση, αποφάσισα να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου στη συγγραφή, πριν από έντεκα χρόνια συγκεκριμένα. Έτσι έγραψα ένα μυθιστόρημα (ένα σατιρικό θρίλερ) με αφορμή τα παθήματα των συμπολιτών μας στο Χρηματιστήριο και με πραγματικό στόχο να μιλήσω για τη μετάλλαξη που υφίστανται οι άνθρωποι κάτω από ειδικές συνθήκες. Πώς ο τίμιος γίνεται άτιμος, πώς ο πιστός γίνεται άπιστος. Ο τίτλος του «Τέλος κακό, όλα καλά». Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη. Δε θα τα κατάφερνα να το γράψω ως σοβαρό (παραείναι σοβαρό το θέμα από μόνο του), έτσι μου βγήκε σάτιρα. Έκτοτε ο σκληρός βιοπορισμός δε μου άφησε χρόνο να ολοκληρώσω τις πέντε ή έξι ιδέες που έχω στα σκαριά, μισοτελειωμένες, και οι οποίες περιμένουν υπομονετικά πότε θα πάρω σύνταξη για να ασχοληθώ μαζί τους. Δεδομένων δε των συνθηκών (δύσκολο να πάρω ποτέ σύνταξη), μάλλον θα παραμείνουν μισές!

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω και μεταφράζω τον αγαπημένο μου Πιπέρνο.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δε θα ήταν πάνω από δύο αράδες. Ζαλίζομαι τραγικά στα μέσα μεταφοράς, το πολύ να διαβάσω το χάρτη, αν είναι ανάγκη, για να μη χαθούμε στο δρόμο.

Α, ναι, πολύ παλιά διάβαζα στο πλοίο, αλλά οι μετακινήσεις μου με αυτό το μέσο είναι πλέον σπάνιες, παρά την αμοργιανή μου καταγωγή!

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Ξεκίνησα επιφυλακτικά με το διαδίκτυο κι έγινα φίλη του. Με βοηθάει αφάνταστα στη δουλειά μου. Το χρησιμοποιώ για ενημέρωση και άντληση στοιχείων (με κάθε επιφύλαξη, βέβαια) και σαν επικοινωνία (μόνο με e-mail). Προς το παρόν δεν έχω υποκύψει στη γοητεία του facebook και των συναφών μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Θέλει πολύ ελεύθερο χρόνο αυτή η ιστορία. Μπήκα στο linkedin (μάλλον κατά λάθος), για επαγγελματικούς λόγους, αλλά δεν έχω ιδέα τι θα κάνω μ’ αυτό!

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Ήθελα να με ρωτήσετε για την καταγωγή μου, για να σας πω πως κατάγομαι από την Αμοργό και πως είναι το ωραιότερο νησί της Μεσογείου. Και αν δεν έχετε πάει, να μην το καθυστερήσετε.

Ήθελα επίσης να με ρωτήσετε ποια είναι τα χόμπι μου, για να σας πω ότι ασχολούμαι με τη ζωγραφική και με εικαστικές παρεμβάσεις γενικά.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δε θα δεχόμουν τη συναλλαγή με οποιοδήποτε αντίτιμο. Το λιγότερο που θα με απασχολούσε θα ήταν να χάσω τη μεταφραστική μου ιδιότητα. Δε θα μπορούσα με τίποτα να συνεχίζω να ζω (και μάλιστα νέα, ακόμα χειρότερο) βλέποντας γύρω μου τους αγαπημένους μου να γερνούν και να χάνονται. Να μη χάσω τους αγαπημένους μου. Αυτό μάλιστα. Αυτό μπορεί να μου το εξασφαλίσει κάποιος;

25
Μάι.
12

Συλλογικό – Debtocracy

Το χρέος σου η ζωή μου

H ιστορία του project Debtocracy/Χρεοκρατία είναι γνωστή: είναι το πρώτο ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα με παραγωγό το θεατή (συνολικά 425 συμπαραγωγοί, με ταυτόχρονη άρνηση εμπλοκής χορηγών, κονδυλίων κλπ.) και με θέμα την αναζήτηση των αίτιων της κρίσης, των βημάτων που οδήγησαν στην παγίδα το χρέους και την πρόταση λύσεων που αποκρύπτονται από την κυβέρνηση και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης. Το ντοκιμαντέρ είχε από την πρώτη στιγμή εκρηκτικών διαστάσεων τηλεθέαση στο διαδίκτυο, εφόσον για τα ΜΜΕ θεωρήθηκε ενοχλητικό κι επικίνδυνο και δεν προβλήθηκε ποτέ, παρά το γεγονός ότι διανέμεται χωρίς δικαιώματα χρήσης και αναμετάδοσης. Σε αντίθεση με τους ομιλούντες στα ΜΜΕ που έχουν άμεσο προσωπικό, κομματικό ή πολιτικό συμφέρον (με συχνότατες περιπτώσεις πολιτικών άσχετων, αμόρφωτων και κάθε περίπτωση ανενημέρωτων πάνω στο θέμα, που αναπαράγουν αυτά που τους παραδίδονται από τα κομματικά επιτελεία), εδώ δίνεται λόγος στους σχετικούς, στους γνώστες, στους εξειδικευμένους, στους διανοούμενους και στους αποδεδειγμένους κοινωνικούς αγωνιστές που έχουν ήδη τις πνευματικές τους περγαμηνές και δεν διατηρούν κανένα περαιτέρω όφελος.  Να σημειωθεί ότι στην έντυπη μορφή του το Debtocracy δεν περιλαμβάνει μόνο το ακριβές κειμενικό και εικονιστικό σενάριό του αλλά και ολόκληρες συνομιλίες με τα παραπάνω πρόσωπα, στις οποίες και εστιάζουμε.

Για τον διακεκριμένο πανεπιστημιακό Ντέιβιντ Χάρβεϊ (που έχει επαναφέρει την μαρξιστική σκέψη σε ένα ευρύτατο ακροατήριο μέσα από τα κείμενά του αλλά και τις διαδικτυακές ομιλίες του) δεν υπάρχει καπιταλισμός χωρίς κρίση και η μορφή της παρούσης κρίσης ήταν αρκετά προβλέψιμη τουλάχιστον εφτά – οχτώ χρόνια πριν, όπως και το κραχ που θα ξεσπούσε στην ανεξέλεγκτη αγορά ακινήτων στις ΗΠΑ. Το άνοιγμα των εθνικών οικονομιών στον διεθνή ανταγωνισμό, η εισαγωγή δυο δισεκατομμυρίων κινέζων στην παγκόσμια αγορά εργασίας μετά το 1990 και η ανάπτυξη φτηνού εργατικού δυναμικού δημιούργησαν το πρόβλημα της πώλησης των αγαθών σε κοινωνίες χωρίς αγοραστική δύναμη. Το κενό καλύφθηκε με το σύνθημα «Δώστε πίστωση σε όλους».

Όλη η ιστορία του καπιταλισμού, λοιπόν, είναι μια ιστορία ανανέωσης μέσω κρίσεων που μετακυλίονται. Η λύση τους συνήθως είναι η σωτηρία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και το φόρτωμα των κρατών με όλα τα χρέη, δημιουργώντας έτσι μια δημοσιονομική κρίση κρατικού χρέους. Πρόκειται για μια καθαρά πολιτική απόφαση. Και μπορεί σε κάθε κρίση μεγάλο μέρος της αστικής τάξης να χάνει πολλά, αλλά ταυτόχρονα πολλοί κερδίζουν περισσότερα. Πολλές τράπεζες κατέρρευσαν, όμως αυτές που έμειναν, όπως η Goldman Sachs, είναι πλέον ισχυρότερες από ποτέ. Το σύστημα περνά φοβερές αναταράξεις, αλλά ορισμένοι εξέρχονται από αυτές σε πολύ καλύτερη θέση από πριν.

Ο Χάρβεϊ δεν είναι αισιόδοξος: δεν διακρίνει κάποιου είδους τελική κατάρρευση αλλά μια αυξανόμενη συγκέντρωση της εξουσίας στην τάξη των καπιταλιστών, ενώ ταυτόχρονα βλέπει αδύναμη την Αριστερά σε παγκόσμιο επίπεδο. Η συνήθης αντίδραση είναι να σκύβουμε το κεφάλι και να περιμένουμε να περάσει. Πολλοί απλώς ελπίζουν ότι θα την ξεπεράσουμε, ενώ ο κυρίαρχος πολιτικός λόγος υποστηρίζει ότι βρισκόμαστε προς την έξοδο από την κρίση. Η πρότασή του είναι απόλυτη: πρέπει να γίνει μια συλλογική προσπάθεια , στην οποία θα συμμετέχουν η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ιρλανδία (τα λεγόμενα PIGS) για κήρυξη μορατόριουμ στην αποπληρωμή του χρέους και πλήρη επαναδιαπραγμάτευση.

Έχουν περάσει τριάντα χρόνια προπαγάνδας για τις αρετές της νεοφιλελεύθερης ηθικής, η οποία προτάσσει την προσωπική ευθύνη, το να φροντίζεις τον εαυτό σου, να μη βασίζεσαι στο κράτος. Η τάση, λοιπόν, είναι όλοι να κατηγορούν τον εαυτό τους Γι’ αυτά που συμβαίνουν. Και είναι πολύ δύσκολο να πείσεις τον κόσμο πως το πρόβλημα είναι συστημικό και πως πρέπει να αντιμετωπιστεί πολιτικά. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, σύμφωνα με έρευνες, οι περισσότεροι από εκείνους που έχασαν τα σπίτια τους έριχναν την ευθύνη στον εαυτό τους και όχι στο σύστημα που δημιούργησε τα ενυπόθηκα δάνεια υψηλού κινδύνου. [σ. 121]

Το ίδιο απαισιόδοξος είναι και ο Αλέν Μπαντιού, ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή φιλοσόφους κι ένας ακούραστος μαχητής της επαναστατικής Αριστεράς που συνεχίζει να παίρνει και ο ίδιος μαθήματα – όπως  τονίζει– από τα λαϊκά κινήματα σε ολόκληρο τον κόσμο, με στόχο την ανάπτυξη νέων τρόπων οργάνωσης, δράσης και αντίστασης. Οι καπιταλιστές, ισχυρίζεται, δε σκοπεύουν να την πληρώσουν γιατί δεν είναι αλτρουιστές. Θεωρούν ότι πρέπει να γίνει συλλογική προσπάθεια, αλλά από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο. Το είδαμε να συμβαίνει ξανά τη δεκαετία του ’’30: η κρίση συνέβαλε στην άνοδο της ξενοφοβίας και του αντισημιτισμού. Είναι πολύ σημαντικό γι’ αυτούς που μας εξουσιάζουν να βλέπουν το λαό διαιρεμένο αντί ενωμένο εναντίον τους. Ο Μπαντιού βλέπει σε τέσσερις κοινωνικές ομάδες την ικανότητα για δράση και κινητοποίηση, με την προϋπόθεση της ενότητάς τους: στην μορφωμένη νεολαία (των λυκείων και των πανεπιστημίων), στην λαϊκή νεολαία (όπως οι νέοι των προαστίων στη Γαλλία), στην μάζα των μισθοσυντήρητων (εργάτες, χαμηλόμισθοι υπάλληλοι) και στους προλετάριους που έρχονται από άλλες χώρες – στους μετανάστες γενικά.

Ο Κώστας Λαπαβίτσας ήταν από τους πρώτους Έλληνες ακαδημαϊκούς που μίλησαν ανοιχτά για την ανάγκη εξόδου από την Ευρωζώνη, όταν κάθε σχετική αναφορά αποτελούσε ταμπού στην Ελλάδα. Συμμετείχε στην Πρωτοβουλία Οικονομολόγων και Πανεπιστημιακών, η οποία άνοιξε τη συζήτηση για την ανάγκη στάσης πληρωμών, εξόδου από το ευρώ και εθνικοποίησης του τραπεζικού συστήματος, ενώ έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο και στην πρωτοβουλία για τη σύσταση Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου στην Ελλάδα. Με ακαδημαϊκό ορμητήριο τη σχολή SOAS του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και με τη βοήθεια μιας πολύ δυνατής ομάδας επιστημόνων από το δίκτυο Research on Money and Finance, έχει παρουσιάσει σειρά ερευνών για την κατάσταση της ελληνικής και ευρωπαϊκής οικονομίας.

O καθηγητής παρουσιάζει ένα κατατοπιστικό διάγραμμα της παγκόσμιας κρίσης: η φούσκα στα ακίνητα των ΗΠΑ οδήγησε σε κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος καθώς οι τράπεζες είχαν δανείσει υπερβολικά ποσά, μετατρέποντας την κρίση σε τραπεζική και αργότερα κρίση της οικονομίας, λόγω της συρρίκνωσης και της κατάρρευσης των εξαγωγών. Εκεί παρενέβη το κράτος διασώζοντας τις τράπεζες και τονώνοντας την ζήτηση, οδηγώντας με τη σειρά του στην σημερινή δημοσιονομική κρίση. Τα μέτρα που έχουν ληφθεί ως τώρα είναι μέτρα σταθεροποίησης (δηλαδή για να πάψει να προστίθεται χρέος), όχι μέτρα που θα αποτρέψουν την άμεση παύση πληρωμών, ούτε μέτρα που θα μειώσουν το χρέος! Ο δανεισμός στο ελληνικό κράτος στοχεύει στη  διάσωση των τραπεζών, κυρίως γερμανικών και γαλλικών και τα μεταγενέστερα μέτρα λαμβάνονται για να εξασφαλιστούν οι δανειστές. Ο νέος δανεισμός προς την Ελλάδα δεν ήταν καθόλου χαριστικός γιατί είχε υψηλότατα επιτόκια και η Ευρωπαϊκή Ένωση αποδείχτηκε σκληρότερη από το ΔΝΤ. Έτσι τα μέτρα (με όλα τα τραγικά αποτελέσματα για το επίπεδο ζωής και την καθημερινή ζωή των πολλών) είναι άκρως απίθανο να έχουν θετικό αποτέλεσμα όσον αφορά την οικονομία και τον τρόπο αντιμετώπισης του χρέους συνολικότερα.

Οι τράπεζες, αξιοποιώντας το δανεισμό τους από τη διεθνή αγορά, άρχισαν και οι ίδιες να δανείζουν και εντός του χρηματοπιστωτικού συστήματος, με κύριους δανειζόμενους τα … νοικοκυριά, που άρχισαν να υπερχρεώνονται. Ταυτόχρονα το ελληνικό κράτος χαρακτηρίζεται από συστηματική αδυναμία αποτελεσματικής και δίκαιης φορολογίας, καθώς τεράστιες μερίδες πληθυσμού δεν φορολογούνται καθόλου ή φορολογούνται ελάχιστα. Ο μεγάλος όγκος του εξωτερικού δημόσιου χρέους κατέχεται από ξένες τράπεζες, κυρίως γαλλικές και γερμανικές, που δάνειζαν αφειδώς το ελληνικό δημόσιο, με τη σιγουριά πως η Ελλάδα βρίσκεται στην Ευρωζώνη και αποκλείεται να αθετήσει τις πληρωμές της.

Τι προτείνει ο Λαπαβίτσας; Πρώτα την ευθεία αντιμετώπιση του χρέους ως δυσβάσταχτου άχθους για την ελληνική οικονομία και κοινωνία, που απαιτεί αθέτηση πληρωμών και διαδικασία διαγραφής. Η Ελλάδα πρέπει να βγει από την Ευρωζώνη, να ανατάξει την οικονομία της σε νέα βάση και να αλλάξει τις κοινωνικές της σχέσεις υπέρ των πολλών και κατά των λίγων. Η Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου δεν είναι απαραίτητη για να προχωρήσει μια χώρα σε αθέτηση πληρωμών αλλά παρέχει μεγάλα πλεονεκτήματα. Πρέπει να ανοίξουν τα βιβλία ώστε να φανεί πώς ακριβώς διαμορφώθηκε το τωρινό δημόσιο χρέος. Πρόκειται για δημόσιο χρέος που δεν είναι τόσο άμεμπτο όσο συχνά πιστεύεται. Έννοιες όπως αυτή του απεχθούς, του παράνομου ή του μη νομιμοποιημένου χρέους χρησιμοποιούνται ευρέως στη διεθνή βιβλιογραφία και συζήτηση ενώ στην προκείμενη περίπτωση αποσιωπούνται.

Ερευνώντας το ζήτημα της νομιμότητας τίθεται το ερώτημα: έχουν ακολουθηθεί όλοι οι κανόνες σχετικά με την έκδοση ομολόγων; Ποιες τράπεζες αλλά και ποιοι ενδιάμεσοι κάτω απ’ το τραπέζι επωφελήθηκαν και πώς αμείφθηκαν; Η Συνθήκη του Μάαστριχτ απαγόρευε τον δημόσιο δανεισμό άνω του 60% του ΑΕΠ, συνεπώς οι δανειστές αποδέχτηκαν μια ξεκάθαρη νομική παραβίαση. Ακόμα όμως κι δεν αν επρόκειτο για παράνομο χρέος, τίθεται θέμα κοινωνικής βιωσιμότητας ή διατηρησιμότητάς του. Εάν η εξυπηρέτησή του επιβάλλει διάλυση των νοσοκομείων ή της παιδείας και δεν επιτρέπει στους Έλληνες να ζήσουν με φυσιολογικό τρόπο τότε πρόκειται για μη νομιμοποιημένο χρέος. Όταν το χρέος αποδεικνύεται καταστροφέας των κοινωνικών συνθηκών και της ζωής ενός λαού τότε χάνει τη νομιμοποίησή του και μπορεί να διαγραφεί.

Η Ελλάδα, μετά τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, είναι η χώρα που αφιερώνει το μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ της για εξοπλισμούς. Είναι απολύτως αφύσικο. Είναι προφανές ότι υπάρχουν εξαγωγείς όπλων, όπως η Γερμανία, η Γαλλία και οι ΗΠΑ, οι οποίοι ασκούσαν πιέσεις στη χώρα για να αγοράζει όλο και περισσότερα όπλα. Είναι επίσης προφανές ότι ευθύνονται και Έλληνες πολιτικοί από τα δύο μεγάλα κόμματα, οι οποίοι τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ενέκριναν υπερβολικές εξοπλιστικές δαπάνες, επειδή ωφελούνταν οι ίδιοι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο [σ. 167] λέει ο Ερίκ Τουσέν, που εκτός από πλούσιο συγγραφικό του έργο, έχει ενεργή δράση σε οργανώσεις όπως η CADTM – Επιτροπή Κατάργησης των Χρεών του Τρίτου Κόσμου, γνωρίζει καλά την περίπτωση των χωρών που βάζουν το χρέος πάνω απ’ τη ζωή και μας θυμίζει ένα βασικό στοιχείο που επίσης αποσιωπάται.

Σύμφωνα με το «δόγμα του απεχθούς χρέους», όταν ένα χρέος συνάπτεται από ένα δεσποτικό καθεστώς αποτελεί προσωπικό χρέος του καθεστώτος κι όταν αυτό χάσει την εξουσίας του τότε αυτόματα ακυρώνεται. Πρόκειται για βασική εξαίρεση στη «συνέχεια των κρατών» του διεθνούς δικαίου. Πώς μπορούν να διατηρούνται χρέη δικτατορικών (αλλά και δημοκρατικών) καθεστώτων όταν συνάπτονται χωρίς κανένα σεβασμό στους δημοκρατικούς κανόνες και ενάντια στα συμφέροντα του λαού; Συνεπώς το χρέος που συνήφθη από τους χουντικούς αποτελεί ένα τυπικό απεχθές χρέος που πρέπει να αφαιρεθεί.

Ο Τουσέν συμμετείχε στην Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου στον Ισημερινό, που έκαναν φύλλο και φτερό τα συμβόλαια 30 χρόνων και απέδειξαν πως ένα μεγάλο μέρος του χρέους ήταν μη νομιμοποιημένο. Εκεί οι πολίτες διαπίστωσαν ότι, σε αντίθεση με ό,τι τους έλεγαν, η μη αποπληρωμή ενός χρέους δεν οδηγεί σε χαοτικές καταστάσεις· τους έλεγαν ότι το κεφάλαιο θα εγκαταλείψει τη χώρα και ότι θα παρέλυε η οικονομία. Τίποτα από αυτά δε συνέβη. Αυτό που έγινε στην πραγματικότητα είναι ότι η κυβέρνηση απέκτησε περισσότερα χρήματα για να διαθέσει στην εκπαίδευση, την υγεία και τη βελτίωση των υποδομών. Ο Τουσέν είναι βέβαιος πως το ίδιο θα συμβεί και με την Ελλάδα.

Θέλουν να δώσουν την εντύπωση στον ελληνικό λαό πως, αν σταματήσει την αποπληρωμή τους χρέους, ολόκληρη η Ελλάδα θα παραλύσει. Στην πραγματικότητα θα συμβεί ακριβώς το αντίθετο. Η Ελλάδα δανείζεται σήμερα για να μπορέσει να εξοφλήσει παλιά χρέη. Παίρνει χρήματα για να επιστρέψει χρήματα. Αν η Ελλάδα αποφασίσει να σταματήσει την αποπληρωμή, αυτό που θα συμβεί θα είναι ότι η κυβέρνηση θα έχει στη διάθεσή της περισσότερα χρήματα για τους μισθούς των υπαλλήλων, τις συντάξεις, την κοινωνική ασφάλιση, τη δημόσια υγεία και την ανάπτυξη των υποδομών. Επομένως, η κατάσταση θα βελτιωθεί. [σ. 166]

Όταν η Αργεντινή προχώρησε σε αθέτηση πληρωμών –και ήταν η μεγαλύτερη αθέτηση στην παγκόσμια ιστορία–, αν πιστεύαμε όσα έλεγε στο παρελθόν το ΔΝΤ, θα έπρεπε να έχει επέλθει ολοκληρωτική καταστροφή στην οικονομία. Ξέρετε όμως τι συνέβη; Το μόνο πράγμα που καταστράφηκε ήταν η αξιοπιστία του ΔΝΤ, γιατί η Αργεντινή εισήλθε σε μια περίοδο τρομακτικής ανάπτυξης. Και αυτό συνέβη επειδή οι πόροι που χρησιμοποιούνταν για την αποπληρωμή του παράνομου και απεχθούς χρέους ανακατευθύνθηκαν για τις ανάγκες της οικονομίας [σ. 181] λέει ο Άβι Λούις, που παρουσίασε μαζί με την σύζυγό του Ναόμι Κλάιν, το ντοκιμαντέρ Κατάληψη, για τους εργάτες των υπό κατάληψη εργοστασίων της Αργεντινής, με φόντο την ιστορική πορεία της χώρας από την ακμή μέχρι τον οικονομικό στραγγαλισμό της από το ΔΝΤ.

Ο Καναδός δημοσιογράφος που καλεί στις εκπομπές του τους διαμορφωτές της παγκόσμιας πολιτικής ατζέντας συνήθως για να τους ξεμπροστιάσει, ανατρέποντας την εικόνα που οι ίδιοι παρουσιάζουν για τις διεθνείς εξελίξεις, μιλάει για την επανεμφάνιση του ταπεινωμένου ΔΝΤ με έναν τρομακτικό και κακόβουλο τρόπο στην «διάσωση» της Ελλάδας και απορεί που ενώ ο κόσμος εδώ κατεβαίνει στους δρόμους και παραπονιέται για την άδικη παρουσίαση στα κυρίαρχα μέσα (που στήριξαν τις παρεμβάσεις του ΔΝΤ και της ΕΚΤ) δεν σκέφτεται ποτέ να κατευθύνει τις αντιδράσεις του σε αυτά.

Η Ζάρα Βάγκενκνεχτ (ένα από τα πιο μαχητικά στελέχη του αριστερού κόμματος Die Linke που δεν διστάζει να ασκήσει κριτική ακόμα και στο ίδιο της το κόμμα) εξηγεί με ποιο τρόπο η γερμανική οικονομία επωφελείται από τον πολλαπλασιασμό των χρεών στις άλλες χώρες: Όταν η Γερμανία διαπραγματεύτηκε το πακέτο στήριξης της Ελλάδας πριν από ένα χρόνο, βασικός όρος ήταν να μη σταματήσουν οι εισαγωγές γερμανικών στρατιωτικών εξοπλισμών. Η Ελλάδα έπρεπε να κάνει οικονομία σε συντάξεις και κοινωνικές παροχές, αλλά όχι στους εξοπλισμούς. Αυτό δείχνει το πεδίο των συμφερόντων. Η γερμανική κυβέρνηση λειτουργεί ως προστάτης των συμφερόντων των μεγάλων εταιρειών όπλων καθώς και της βιομηχανίας εξαγωγών.

Η Βάγκενκνεχτ εστιάζει στο σκανδαλώδες γεγονός ότι οι τράπεζες μπορούν να δανείζονται με επιτόκιο 1% από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ενώ τα κράτη είναι υποχρεωμένα να δανείζονται από τις τράπεζες. Έτσι, δεδομένου ότι οι τράπεζες και οι χρηματαγορές μπορούν να αυξάνουν αυθαίρετα τα επιτόκια, τα κράτη πέφτουν θύματα της κερδοσκοπίας των τραπεζιτών. Μόνο η Γερμανία μπορεί και δανείζεται πολύ φτηνά, κυριαρχώντας έτσι στον μηχανισμό στήριξης. Η πρότασή της είναι η κοινή αντίδραση χωρών όπως η Ελλάδα και η Ιρλανδία, να αρνηθούν να συνεχίσουν αυτή την πορεία και να πληρώσουν αυτοί των οποίων η περιουσία πηγάζει από το χρέος. Η λογική της λιτότητας με στόχο τη διάσωση της οικονομίας είναι αποδεδειγμένα εντελώς λανθασμένη και επιδεινώνει την κρίση – δεν οδηγεί στη μείωση του χρέους αλλά στην διόγκωσή του.

«H χώρα χτυπήθηκε από οικονομικούς δολοφόνους» δήλωσε ο Τζον Πέρκινς πρώην οικονομικός δολοφόνος ο ίδιος, που τώρα δρα ως ακτιβιστής και περιγράφει ακριβώς πώς λειτουργεί το σύστημα, «Η χώρα καταστρέφεται, δεν επιδιορθώνεται από το ΔΝΤ και την Ευρωζώνη», έγραψε η Guardian. Μιλούν ακόμα ο επικεφαλής της επιτροπής λογιστικού ελέγχου του Ισημερινού Ούγκο Αρίας, οι ακαδημαϊκοί Σαμίρ Αμίν και Ζεράρ Ντιμενίλ, ο Ζαν Κατρμέρ της Liberation, ο Αργεντίνος σκηνοθέτης Φερνάντο Σολάνας, ο Μανώλης Γλέζος και προλογίζει ο Γιώργος Δελαστίκ. Ο λόγος είναι καταιγιστικός, τα στοιχεία μιλούν μόνα τους και ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματά του.

Όπως είναι γνωστό, η Καταστρόικα, το δεύτερο ντοκιμαντέρ των δημιουργών του debtocracy, είναι εδώ: www.catastroika.com

Συντελεστές: Κατερίνα Κιτίδη [Ράδιο Infowar, αρχισυνταξία Thepressproject.gr], Άρης Χατζηστεφάνου [Τηλε- Infowar, αρχισυνταξία tvxs.gr]. Επιστ. επιμ.: Λεωνίδας Βατικιώτης. / www.debtocracy.gr / Εκδ. Λιβάνη, 2012, σελ. 239 [μεγάλο μέγεθος, γυαλιστερό χαρτί, έγχρωμη εκτύπωση, με φωτογραφίες, σκίτσα, κόμικς κλπ.].

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή σε : mic. gr, υπό τον τίτλο Debt can dance.

23
Μάι.
12

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 60

Jorge Luis Borges – Labyrinths (1962), Ficciones (1944). Οποιαδήποτε εικονογράφηση μοιάζει ανεπαρκής για το έργο του Μπόρχες. Στέκει αμήχανη στο εξωτερικό του, αναγκαστικά απαραίτητη για να μη μένουν γυμνές οι σελίδες. Και πάλι όμως, οτιδήποτε εικονίζεται σίγουρα περιλαμβάνεται μέσα στο έργο του, ή, έστω, στο Άλεφ.

22
Μάι.
12

Manic Street Preachers – Forever delayed (The greatest hits) (Epic, 2003)

I talk to God but the sky is empty (Sylvia Plath)

Δεκατρία χρόνια – μέχρι τη στιγμή της κυκλοφορίας – στην πρώτη γραμμή, ασίγαστα σπινταρισμένοι, με τις δυνατότερες ροκ εντ ρολλ μελωδίες, με μια δυο ουσιώδεις αναζωογονητικές αλλαγές στο στυλ τους, με βροντοφώναχτες κοινωνικοπολιτικές καταγγελίες (περίτεχνα όμως ενσωματωμένες στις ροκ υμνωδίες τους) και κατά τη γνώμη μου ένα από τα σημαντικότερα σχήματα των δυο τελευταίων δεκαετιών. Περίεργο ή αναμενόμενο το ότι δεν άφησαν ιδιαίτερους μιμητές, ούτε κάποια συμπαγή σχολή;

Εδώ έχουμε μια γερή αντιπροσωπευτική βουλή απ’ τα lp τους αλλά και τα δύο τελευταία ως τότε ηχογραφημένα τραγούδια (There by the grace of god, Door to door), αμφότερα δυνατότατα και ξεχωριστά απ’ τις φρέσκιες ροκοφουρνιές. Έχουμε ακόμα τρία σινγκλς που έμειναν εκτός δίσκων αλλά αποτελούν σημαντική πρόφαση να ξανανιώσουμε την άγρια χαρά που μας μετέδωσαν και τότε: Τhe masses against the chasses, Motown Junk, Suicide is painless. Το τελευταίο, κλασική ροκ κατάθεση περί αυτοκτονίας, το πρωτογνωρίσαμε από κάποια σειρά των Ruby Trax (συλλογών με διασκευές), δεν ήταν μόνο προφητικό για την προσωπική τους ιστορία αλλά κι ένας – επιτέλους – ταιριαστός ύμνος της χαμένης γενιάς τους. Τώρα το ποιος τη θεωρεί χαμένη, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Τέλος, έχουμε την ευκαιρία να ξανακούσουμε μερικά από τα πιο γερά κιθαριστικά τρακς που έβγαλε το ροκ την εποχή του εμπορικού του ξεπουλήματος.

Στο δεύτερο δισκίο συμπεριλαμβάνονται, ως είθισται, ρεμίξ. Προτιμώνται κομμάτια τελευταίας κοπής – αναμενόμενο – αλλά και πάλι η επιλογή των καλύτερων είναι ευχάριστη. Είναι η πρώτη φορά που ακούμε ένα ροκ ρεμίξ όπως θα θέλαμε, χωρίς δηλαδή να αλλάζεται ο αδόξαστος στο τραγούδι, χωρίς να γίνεται κάποιο άλλο, παρά είτε να του αλλάζονται τα ρούχα (ή το μέσα έξω), είτε να του αναδεικνύονται πτυχούλες που μας διέφυγαν.

Τι θα μείνει στην ιστορία όταν οι Μάνικς πουν τέρμα ή εξαφανιστούν όπως ο πρώτος τους [ακόμα τον ψάχνουν] κιθαρίστας; Πέρα απ’ τη θέση στο σύμπαν του καθενός μας, ένα μεγάλο ερωτηματικό ίσως. Εκείνοι που έχουν πρόβλημα με το οπισθοδρομικό, ως ισχυρίζονται, ροκ τους αποενοχοποιήθηκαν με την καθάρια, πολιτικοποιημένη τους κραυγή. Αλλά και αντίστροφα, εκείνοι που στάθηκαν δύσπιστοι στις μανιφεστοειδείς κραυγές οικειοθελώς λούζονταν τις καθάριες κιθαριστικές οιμωγές τους. Πιθανώς τοποθετούμαι στη μέση, αδιάφορος για σχετικά διλήμματα, ασύμβατα με το ροκ εν ρολλ. Μου αρκεί που γέμισα γεμίσει ψυχή τε και σώματι με τις υπερμελωδίες τους, σκόνταψα στις συνεχείς ριφφαδόρικες παγίδες τους, μοιράστηκα τον αγοραφοβικό τους εφιάλτη και τη μητροπολιτική τους μοναξιά (ή έζησα τα αντίστοιχα δικά μου). Ακόμα κι οι καθημερινές τους ερωτικές ή κοινωνικές οπτικές τους ταίριαξαν με τη ψυχοσύνθεσή μου – τίποτα παραπάνω, τίποτα παρακάτω.

«Φωνακλάδες», ναι. Πόσοι έμειναν φωνακλάδες στα λόγια μα αποπλανητικοί στη μουσική – και δη σε ατόφιο ροκ; Ο καημένος ο Pete Wylie με τους Might Wah! του κι αυτοί. Οι δυο αντίθετες πλευρές της εμπορικότητας, αδικία και δικαιοσύνη μαζί. Άλλωστε ο προαναφερθείς στίχος της Σύλβια γραφόταν πρώτος πρώτος στα credits του Generation terrorists. Και συμπληρώθηκε με τη δική τους σκυτάλη: Εach day living out a lie / Life sold cheaply forever, ever, ever/…/Living like a comatose / Ego loaded and swallow, swallow, swallow/Under neon loneliness, motorcycle emptiness

«Αυτές ήταν οι αλήθειες μου, πείτε μας τώρα τις δικές σας». [10/10]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.




Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ.   Ιον. »
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 999.094 hits

Αρχείο

Advertisements