Αρχείο για Μαΐου 2012

31
Μάι.
12

Διονύσης Μαρίνος – Τελευταία πόλη

Στον δρόμο (μιας χώρας που κάποτε έλεγαν Γιουγκοσλαβία)  

Σε αυτό το απύθμενο άγνωστο, που στην αρχή του ταξιδιού μόνο φαρμακερό πόνο τούς προκαλούσε, αλλά, καθώς χανόταν ακόμα πιο βαθιά στην πρησμένη γη και κατατρώγονταν από την τοκογλυφία του χρόνου, ο δρόμος έγινε ο σιαμαίος αδερφός τους. [σ. 23]

Στον δρόμο: σπάνια μια φράση έχει τόσα διαφορετικά εννοιολογικά φορτία – περιπλάνηση, διαφορετική κοσμοθεωρία ζωής, οικείωση με τον κόσμο, έξοδος από τον αστικό εγκλωβισμό του ιδιωτικού σπιτιού αλλά και κατάσταση αστέγων, εκδίωξη, προσφυγιά και ο κατάλογος δεν τελειώνει εδώ. Σε μια από τις χειρότερες εκδοχές του δρόμου ωθείται ένα νεαρό ζεύγος μαζί με το μικρό του παιδί, την εποχή του πολέμου στη Βοσνία. Από τις αρχικές προφορικές τους φράσεις – Μας είπαν πρόσφυγες. Μέσα στην ίδια μας τη χώρα. Και αυτοί που μας ονόμασαν έτσι πρόσφυγες θα γίνουν μια μέρα – , αν άτυπο προφητικό επίγραμμα, μέχρι το ατέλειωτο σιωπηλό τους περπάτημα, γινόμαστε μάρτυρες της πορείας τους, μιας πορείας που αποτελεί πλέον κοινό συλλογικό ευρωπαϊκό υποσυνείδητο.

Αυτά τα τρία κεφάλια περπατούν σκυφτά χωρίς συγκεκριμένο προορισμό· τα μέλη τους μοιάζουν να έχουν προσαρμοστεί τυχαία και ακαθόριστα πάνω στα κυρτωμένα τους κορμιά. Μπροστά τους ανοίγεται ένας ορίζοντας σας πάτος βαρελιού γεμάτου φρέσκια πίσσα, χωρίς ψυχή ζώσα. Προορισμός τους και ενσάρκωση ύστατης ελπίδας η παλιά θάλασσα, έστω και γεμάτη τώρα με πολτώδη βρωμιά, έστω και με νερό σταχτί σα βλέννα, με την βέβαιη σχεδόν υποψία της οριστικής της μόλυνσης. Η αναχώρηση τους έμοιαζε δηλητηριασμένη με κινδύνους, αλλά και οι τέσσερις τοίχοι ήταν αβάσταχτοι όσο ποτέ. Γύρω τους σφύριζαν σπαράγματα ειδήσεων για εχθροπραξίες και σηκωνόταν ο αχός των (πόσο μακρινών;) γεγονότων. Μέχρι χθες έβλεπαν τα ράφια του σούπερ μάρκετ να αδειάζουν, το ρεύμα να κόβεται, τον δρόμο έξω απ’ το παράθυρό τους να ερημώνει, τα γραφεία να κατεβάζουν ρολά από το φόβο της επίταξης.

Η ελπίδα ότι στον δρόμο προς την θάλασσα ίσως αργήσουν να τους βρουν, εκτός κι αν κι αυτή αποτελεί ένα ψεύδος ζωτικό, υπερίσχυσε της επιλογής να μείνουν «με δική τους ευθύνη». Η φυγή με την πόρτα αφημένη ορθάνοιχτη ήταν θέμα χρόνου – και πιθανώς ενός υπόκωφου πανικού. Ο γείτονάς τους έχει ήδη φύγει αλλά τους αρνήθηκε κάθε κοινή πορεία. Είχε δίκιο ο Ζάρκο. Κανείς δεν αντέχει το διπλανό του, γιατί είναι σαν να βλέπει τον ίδιο του τον εαυτό στον καθρέφτη.Και πώς να πορευτείς όταν η  πεπερασμένη αλήθεια του κουρασμένου τοπίου, έτσι ήσυχο όπως τους αγκάλιαζε, έδειχνε να είναι η τέλεια παγίδα; Όταν το περπάτημα γίνεται αβάσταχτο με το καύκαλο στην πλάτη τους, τα σακίδια με τα πράγματα που διάλεξε ο καθένας, τα μοναδικά που τους ανήκουν σε έναν κόσμο που κανείς δεν θα έχει τίποτα για κάμποσο (πόσο;) καιρό; Πόσο μάλλον όταν η προγενέστερη δημόσια ζωή τους ήταν ανύπαρκτη:

Ο Νικόλα δεν είχε βγει ποτέ πέρα από το τετράγωνο που όριζε το σπίτι του και το άλλο που τον περιχαράκωνε στο εργοστάσιό του. Πήγαινε και ερχόταν κουβαλώντας το βάρος των επιθυμιών του, που ποτέ δεν έβρισκαν κάπου αλλού να ξαποστάσουν. με τον καιρό, απέκτησε, σαν τσίχλα που δεν ξεκόλλαγε, εκείνη τη συναισθηματική ανικανότητα να θαυμάσιε κάτι καινούργιο, να ξανοίξει το βλέμμα του, να γευτεί το άγνωστο. Τώρα αναγκάστηκε να το χάφτει με τις παλάμες του γεμάτες από τον πικρό καρπό του άτακτου φευγιού. [σ. 17]

Ο Νίκολα και η Κάλι στο δρόμο χάνουν τα ονόματά τους, γιατί δεν έχουν καμία σημασία. Το κουδούνισμα των ξεχασμένων κλειδιών στην τσέπη ακούγεται ειρωνικό, Ακόμα και οι σκέψεις της παλιάς τους ζωής αφαιρούνται από το μυαλό, «σαν ρούχο περιττό». Πώς θα φύγει όμως ολόκληρο το παρελθόν που τρυπάει ακόμα και τα πλευρά, όταν το παρόν δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα μαύρο αρχιπέλαγος σκόνης και ρύπων, μια κρούστα υποτυπώδους ζωής; Βαδίζοντας προς το τίποτα μετατρέπονται σε «ανθρώπινα σαρκώματα, λεπιασμένα από τη σκόνη και τον ιδρώτα», με πνευμόνια «σαν ξεραμένα ασκιά χωρίς αέρα», μονοδιάστατες λωρίδες κρέατος, σκελετοί που αναπνέουν από συνήθεια, σκιές σπασμένες κι ακανόνιστες, κυνηγημένες απ’ τη φλόγωση του δρόμου και την ρυπαρότητα της ίδιας τους της ύπαρξης. Περνούν από γειτονιές σπαρμένες με λιμνάζοντα φόβο, με χαμόσπιτα έρημα σαν άδεια μνήμη. Και ποιο μέρος είναι άραγε ασφαλέστερο, τα άγνωστα σπίτια ή ο έκθετος δρόμος;

Γύρω τους ένας κόσμος απονεκρωμένος, με σκόρπιες μαριονέτες, «που έχει σπάσει ολότελα σε κομμάτια και κανένα σκοινί δεν μπορεί να τον κρατήσει στη θέση του». Οι άδειες χαμοκέλες με τα χάσκοντα παράθυρα – τρύπες μοιάζουν εφιαλτικότερες απ’ τον δρόμο· ακόμα κι σόμπα στο εσωτερικό τους, μαύρη και ακίνητη, μοιάζει σαν εσταυρωμένος. Στις καχύποπτες ερωτήσεις των οπλισμένων για το ποιοι είναι απαντούν: «Διωγμένοι από τα σπίτια μας, αυτό είμαστε μόνο» και μπροστά στην επιμονή των ξεχασμένων τρωγλοδυτών που οικειοποιούνται τα εγκαταλειμμένα σπίτια και τους προτείνουν επίμονα την πώληση του παιδιού τους δεν μπορούν παρά να συνεχίσουν την πορεία τους. Ελπίζοντας να μην καταλήξουν απόβλητοι σαν κι αυτούς, που απλώς ζουν περιμένοντας, ορισμένες φορές ούτε καν αυτό.

Η μυρωδιά του δάσους ήταν ταγκή και αποκρουστική ακόμα και για τα δικά τους ρουθούνια, που είχαν συνηθίσει να οσμίζονται τις βρομιές σαν κάτι το φυσιολογικό. Λες και οι ίδιοι είχαν ενδυθεί πλέον αυτή την ανυπόφορη μπόχα, τόσο, που άρχισαν να πιστεύουν (και πιο πολύ αυτός) ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος από τη φύση του σαν ένα σφουγγάρι ή μια αχόρταγη καταβόθρα, που υπό συνθήκες μπορεί να καταπιεί τα πάντα: από ροδόνερο μέχρι περιττώματα. [σ. 28 – 29]

Έξω στο δρόμο λοιπόν οι πολίτες γίνονται πρόσφυγες, οι κάτοικοι μετανάστες, οι φίλοι αντίπαλοι, όπως άρχισαν να γίνονται οι αντίπαλοι τις μέρες που έπεσε η πρώτη σφαίρα και οι μάχες γίνονταν πέρα απ’ τα βουνά, όταν η κουβέντα πήγαινε στον ποδοσφαιριστή της ομάδας που είχε γεννηθεί από την άλλη πλευρά του παραπετάσματος και τώρα ήταν κανονικός εχθρός. Πάμε, δεν έχουμε τίποτε άλλο να κάνουμε από το να προχωρήσουμε όσο πιο γρήγορα μπορούμε λέει κάποια στιγμή η Κάλι. Συνεχίζουν προς τον εφιάλτη του κατεστραμμένου λιμανιού, μ’ έναν βαθύ φόβο για την πορεία προς την αποκτήνωση. Συνεχίζουν…μέχρι;

Η νουβέλα δεν ισορροπεί μόνο ανάμεσα σε λεπτότατο σκοινί πάνω από το αβυσσαλέο της θέμα αλλά και ανάμεσα στην υπόκωφη σκληρότητα της συγκυρίας και τον διογκωμένο, σχεδόν πρησμένο εσωτερισμό των χαρακτήρων. Ρεαλισμός βρώμικος και λυρικός ταυτόχρονα. Αλλά, υπάρχει και μια άλλη ισορροπία, στο μέσον της οποίας βρέθηκα ως ανάγνωσης. Από τη μία, ο ίδιος ο μύθος με προέτρεπε να διατρέξω όσο γινόταν γρηγορότερα το τραγικό οδοιπορικό των χαρακτήρων για να είμαι εκεί στην σωτηρία τους (που ήλπιζα) ή στο χαμό τους (που απευχόμουν), – κάποιες φορές μάλιστα και από την φευγαλέα αίσθηση πως κι ο ίδιος έπρεπε να επιταχύνω το βήμα, υπό τον φόβο της απειλής εκείνων που ακολουθούν. Από την άλλη, οι ίδιες οι παράγραφοι με κρατούσαν δέσμιο, για να δω ευρύτατα πλάνα εξωτερικών εικόνων αλλά και εσωτερικών σκέψεων (σε μια ομολογουμένως δύσκολη αντίστιξη) και οι ίδιες οι λέξεις απαιτούσαν την στάση μου πάνω στην ποιητική τους αλλά και την ποικιλία τους. Πόσο μάλλον αν σκεφτεί κανείς το εξαιρετικά λεπτό, αβυσσαλέο (και εντελώς ανεπιθύμητο από τους έλληνες λογοτέχνες) επίκεντρο της Τελευταίας Πόλης.

Εκδ. Γαβριηλίδης, 2012, σελ. 101

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

30
Μάι.
12

Spiritualized – Amazing grace (Sanctuary, 2003)

Ένα ερώτημα που κατά καιρούς αντιμετωπίζει ένας αναγνώστης μουσικών εντύπων είναι το εξής: ποιος σ’  ενημερώνει πληρέστερα για ένα δίσκο, ένας φαν ή ένας αντίθετος; Θυμάμαι το ζήτημα ήταν στο φόρτε του τότε στα μέσα των 80s με την γκαραζοψυδελική αναβίωση τύπου Voxx Records. Οι φανς του είδους έπλεαν σε πελάγη ευτυχίας κι έβγαζαν όλους τους δίσκους αριστουργήματα, τη στιγμή που άλλοι κόντευαν ν’ αυτοκτονήσουν από την μονοτονία ή την επαναληπτικότητα. Κατά την προσωπική μου άποψη θα έπρεπε να γράφονται και να διαβάζονται κι οι δυο απόψεις, συν μια ψυχραιμότερη στο ενδιάμεσο. Αυτές οι τρεις υποκειμενικές απόψεις θα έφτιαχναν το ιδεώδες πολυσέλιδο φανζίν.

Μέχρι τότε και για τον εν λόγω δίσκο, αναλαμβάνω το πόστο Άλφα, ως πιστότατος αναγνώστης των κατά Jason Pierce ευαγγελίων. Το τι έκαναν στα προηγούμενες κυκλοφορίες τους το γνωρίζετε: ο ιερός κιθαριστικός τους θόρυβος διέφθειρε και διεφθειρόταν από ουράνιες μελωδίες, η αυθεντική, ψυχοδηλωτική ψυχεδέλεια από το σύγχρονο αστικό γκαράζ κι ο γόνιμος πειραματισμός από τις αιώνιες ροκ φόρμες. Η ιδιαιτερότητα (για να μην πω τίποτε άλλο) κι ο απύθμενος χαρακτήρας του Pierce έδιναν μια εντελώς προσωπική μορφή σ’ όλα τα χιλιοπαιγμένα εδάφια.

Όλα εκείνα λοιπόν υπάρχουν κι εδώ. Κι ας έλεγε ο Jason τη μια ότι θα είναι ο καλύτερος τους δίσκος (ο ψεύτης), την άλλη πως θα είναι περισσότερο ροκ από ποτέ (ο απατεώνας), την τρίτη πως θα σημάνει αλλαγή κατεύθυνσης (ο μυθομανής). Βέβαια ποιος να μπει στο μυαλό του… δε συμφέρει. Αυτό που μας κάπως αργότερα είναι το γεγονός ότι ο δίσκος ηχογραφήθηκε μια κι έξω, σπαταλώντας μια μόνο μέρα για το κάθε κομμάτι· παλιότερα του έπαιρνε μήνα. Θα καταλάβαινε πάντως κανείς με κλειστά μάτια πως είναι ένας τυπικός πνευματισμένος δίσκος. Με μπαλάντες που θες να ανοίξεις τα φυλλοκάρδια σου να εισέλθουν (Oh baby, Rated X), με βαβούρες που θες να χωθούν στους νευρώνες σου (This little life of mine)· με εξερεύνηση της σκοτεινής πλευρά της κάντρι (ποιος ξεχνάει το Do it all over again απ’ το Let it come down;) στο Hold on και τόσο όμορφα εύκολο 60ς (Cheapster)· με κομμάτια που θες να ακούσεις όταν είσαι λιώμα (The ballad of Richie Lee) ή όταν θες να ταξιδέψεις κάτω απ’ το δέρμα το δικό σου ή αλλωνών (Lay it slow down)·  με διαβαθμισμένη πολυμουσικότητα (The power and the glory) και γκόσπελ εκστασιασμό (Lord let it rain on me). Και με μια ένταση που εύχεσαι να είχαν τα ερωτικά αγκαλιάσματα (She kissed me (it felt like a hit)).

Φαντάζομαι πως για άλλη μια φορά του είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρει τίτλους για τα τραγούδια του γι’ αυτό και σχεδόν τους επαναλαμβάνει. Ξανά και οι επικλήσεις στον Lord του καθενός, στις κοσμικές δυνάμεις, στην παθολογική ερωτική έλξη, στην αναζήτηση της ευτυχίας μες τη δυστυχία, στη φιλοσοφία του τίποτα, στο κοίταγμα του ταβανιού. Και οι μουσικοί δεν είναι πάλι καμιά εκατοστή, αλλά έχουν ισόποσο ειδικό βάρος, όπως ο σαξοφωνίστας Evan Parker ή ο βιολιστής Nicky Sweeney.

Amazing grace ήταν ο τίτλος ενός τρυφερού εναρκτήριου τραγουδιού των Low. Δεν αντικατόπτριζε όμως εκείνο το αμετάφραστο κι απερίγραπτο του τίτλου, εκείνη την χαρίεσσα αίσθηση που σ’ αφήνει “amazed”. Ενώ εδώ, ο τίτλος αποτελεί όντως μια πύλη για τα ενδότερά του. [8/10]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

29
Μάι.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 115

Peter Carey, Έκανα λάθος για την Ιαπωνία. Το ταξίδι ενός πατέρα με το γιό του, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2006, μτφ. Άρτεμις Λόη, σ. 107 (Peter Carey, Wrong about Japan, 2005)

Ψηλά στο ταβάνι της σοφίτας […] υπάρχει ένα διακοσμητικό στοιχείο, που περνάει εξίσου απαρατήρητο με την κόκκινη πύλη του ναού ή το σκοινί γύρω απ’ το καμφορόδεντρο που δείχνει ότι είναι ιερό. Παρόλο που ο σκηνοθέτης δεν κάνει τίποτα για να τραβήξει την προσοχή μας, θυμάμαι ότι το χάρτινο διακοσμητικό που κρεμόταν απ’ το δοκάρι έμοιαζε με πουλί. Ο Κέντζι μου εξήγησε ότι θα υπήρχε από τότε που άρχισε να χτίζεται το σπίτι. Δεν μιλούσαμε πλέον για πλασματικές εικόνες που δημιουργούσαν τα πίξελ της οθόνης, αλλά για υλικές υπάρξεις. Στη διάρκεια της κατασκευής το στολίδι πάνω στη δοκό θα το έδερνε ο αέρας και θα το μούλιαζε η βροχή μέχρι να σκιστεί εντελώς. Μόλις θα έμπαινε η σκεπή για να στεγάσει το σπίτι, αυτό το κουρελιασμένο φυλακτό θα το δίπλωναν και θα το φύλαγαν στη σοφίτα σε προστατευμένο μέρος για καλή τύχη.

28
Μάι.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 92. Άννα Παπασταύρου

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Εργάζομαι με ενθουσιασμό, αν αυτός μπορεί να θεωρηθεί τρόπος εργασίας. Από πολύ πρωί και συχνά μέχρι τις εννιά το βράδυ. Η μετάφραση είναι πραγματικά κοπιαστική, αλλά και ανταποδοτική. Η ικανοποίηση από το τελικό αποτέλεσμα αρκεί για να με ξεκουράσει.

Αν μεταφράζω ένα συγγραφέα για πρώτη φορά, χρειάζομαι χρόνο για να τον γνωρίσω. Αν έχω μεταφράσει κι άλλα έργα του, απλώς αναθερμαίνουμε τη σχέση μας. Πάντως, είτε είναι στη ζωή είτε όχι, νιώθω σαν να βρίσκεται δίπλα μου περιμένοντας να τον αποδώσω όπως θα ήθελε! Βέβαια, στην πρώτη περίπτωση, υπάρχει πάντα η δυνατότητα να μου λύσει και κάποια απορία!

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Δύσκολο να καταλήξω σε μία. Από τις πιο δύσκολες μεταφράσεις ήταν το «Ιστορία σαν παραμύθι» του Μπαρίκο. Με γλώσσα ποιητική, ύφος ελλειπτικό, παλινδρομήσεις στο τώρα και στο χτες, ιστορικές αναφορές και συνεχή αναδίφηση σε όλη την πορεία του εικοστού αιώνα. Επίσης το «Με τις χειρότερες προθέσεις» του Πιπέρνο. Εξαιρετική γλώσσα, μακροπερίοδος λόγος, λογοτεχνικό ύφος πολύ υψηλών προδιαγραφών!

Πολύ συχνά, η δυσκολία του έργου είναι το βασικό στοιχείο της απόλαυσης. Για παράδειγμα, η μετάφραση έργων του Τέρυ Πράτσετ, ενός συγγραφέα που λατρεύω. Επιτρέψτε μου μια εξαιρετικά «λαϊκή» φράση: ο άνθρωπος δεν παίζεται! Εκπληκτικό χιούμορ, ατίθασο πνεύμα, απίστευτο παιχνίδι με τις λέξεις.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να συστήσω κάτι στους αναγνώστες, καθένας έχει και μια διαφορετική οπτική και προτίμηση! Πιο πολύ θα έλεγα ότι τα αναφέρω απλώς γιατί άρεσαν πολύ σ’ εμένα.

Τα «Μiddlesex» και «Σενάριο Γάμου» του Τζέφρυ Ευγενίδη. Το «Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα» του Μαρκ Χάντον, από τα λίγα που πρότεινα σε αναγνώστες διαφορετικών προτιμήσεων και ηλικιών και το λάτρεψαν όλοι!

Επίσης η συγκλονιστική σάγκα, «Η τέχνη της χαράς» της Γκολιάρντα Σαπιέντσα. Η «Χωματερή» του Πάολο Τεομπάλντι. (Σίγουρα αυτό το τελευταίο δεν κυκλοφορεί πια. Δυστυχώς η τόσο πλούσια εκδοτική παραγωγή παρασύρει πολλά μικρά διαμαντάκια που χάνονται στο επόμενο εκδοτικό κύμα.)

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Η αλήθεια είναι ότι έχω μεταφράσει (πραγματικά) πολλά βιβλία! Ας μην κουράσω τους αναγνώστες σας, λοιπόν. Θυμάμαι σπουδαία βιβλία που μετέφρασα πολύ παλιά, και σίγουρα δεν κυκλοφορούν πια, όπως το «Μια ζωή άνω κάτω» του Ουόλι Λαμπ. Κλασικά μυθιστορήματα, όπως του πολυαγαπημένου μου Μαρκ Τουέιν («Τομ Σόγερ» και «Χακ Φιν»). Ήταν μια αποκάλυψη για μένα να αποκρυπτογραφώ τη γλώσσα ενός συγγραφέα που είχε μαγέψει τα παιδικά μου απογεύματα και συνοδέψει τις καλοκαιρινές μου διακοπές. «Αποχαιρετισμός στα όπλα» του Χέμινγουεϊ. Βιβλία για πιο απαιτητικούς αναγνώστες: «Ο Καντ και ο ορνιθόρυγχος» και «Η αναζήτηση της τέλειας γλώσσας» του Έκο, «Η Συναισθηματική Νοημοσύνη» του Ντάνιελ Γκόουλμαν. Δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσω τα συναισθήματα που μου προκαλεί η μετάφραση των βιβλίων. Αυτό που με απασχολεί πάντα είναι το κατά πόσο στο τέλος θα έχω το θάρρος –και το δικαίωμα– να πω: «Αν αυτός ο συγγραφέας ήταν Έλληνας, έτσι θα το έγραφε».

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Από πολύ νωρίς το πρωί, όπως προείπα, και σπάνια με μουσική κατά τη μετάφραση. Στην ανάγνωση δεν με ενοχλεί, ειδικά αν είναι ορχηστρική μουσική (τζαζ, σουίνγκ π.χ.). Λόγω …αρχαιότητας, μεγάλωσα με Beatles, Rolling Stones, Χατζιδάκι, Fabrizio de Andre’, Λοΐζο, λόγω γονιών τα ακούσματά μου ήταν κλασική μουσική (προκλασικοί, Μπετόβεν) και αισθάνομαι πολύ τυχερή για όλα αυτά. Ακούω με την ίδια ευχαρίστηση Ornella Vanoni, Santana, και τζαζ από τον Armstrong ή τον Πλέσσα, αλλά… δε θα έβγαινα ζωντανή από καμία «μεγάλη πίστα»!

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Πολλοί! Σβέβο, Καλβίνο, Γκάντα, Ροθ, Φόκνερ… Ποιον να πρωτοσκεφτώ! Και ποιητές επίσης. Κητς, Μπερνς…

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Σκέφτομαι κάτι χειρότερο. Να μπαίνει ο συγγραφέας στο περιθώριο, λόγω μιας κακής μετάφρασης! Αλλά ας το αφήσουμε αυτό. Είναι αλήθεια ότι τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής μένει στο σκοτάδι. Αν αναλογιστούμε βέβαια, άλλες εποχές, που ο μεταφραστής δεν αναφερόταν ούτε στα «ψιλά» της έκδοσης, σίγουρα τα πράγματα έχουν βελτιωθεί σημαντικά από τότε. Ως και βραβεία έχουν θεσπιστεί για χάρη μας. Θυμάμαι την πρώτη φορά σε μια έκθεση βιβλίου στο Πεδίο του Άρεως (πάνε δέκα δώδεκα χρόνια) που είδα επισκέπτη να ξεφυλλίζει ένα βιβλίο για να δει ποιος το είχε μεταφράσει.

Είναι λογικό να στρέφονται τα φώτα στο συγγραφέα, χωρίς αυτόν η μετάφραση δε θα είχε λόγο ύπαρξης, ωστόσο πιστεύω βαθιά ότι ο μεταφραστής είναι εξαιρετικά σημαντικός για την τύχη του συγγραφέα, γιατί κι αυτός δε θα έβγαινε ποτέ από τα σύνορα της χώρας του χωρίς το μεταφραστή. Δυστυχώς σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στη μετάφραση. Αλλά και πολλοί εκδοτικοί οίκοι δεν προβάλλουν τους μεταφραστές. Έστω και μόνο η αναγραφή του ονόματος του μεταφραστή στο εξώφυλλο ή στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, και οπωσδήποτε στα ενημερωτικά δελτία των εκδοτικών οίκων που κυκλοφορούν ευρύτατα στο διαδίκτυο, θα ήταν μια καλή αρχή.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Τρέφω μεγάλη εκτίμηση για τους συναδέλφους επιμελητές και διορθωτές. Εγώ μάλιστα δεν θα έκανα διαχωρισμό μεταξύ τους. Για να είναι ένας διορθωτής καλός, πρέπει να είναι και επιμελητής καλός. Από την άλλη, όσο καλή κι αν είναι μια μετάφραση, πάντα χρειάζεται μια δεύτερη ματιά, πάντα κάτι μπορεί να έχει ξεφύγει, κάπου μπορεί να έχει παρασυρθεί ο μεταφραστής, έστω και ελάχιστα. Εξάλλου ο διορθωτής/ επιμελητής είναι στη ουσία ο πρώτος μας αναγνώστης και του οφείλουμε σεβασμό!

Γενικά έχω σταθεί πολύ τυχερή στον τομέα της επιμέλειας των μεταφράσεών μου. Συνεργάζομαι πολύ συχνά με την Αρετή Μπουκάλα. Ιδανική συνεργασία. Την ακούω και με ακούει, μου προτείνει και κουβεντιάζουμε, μελετάμε το κείμενο και φτάνουμε μαζί μέχρι και τις ηλιοτυπίες! Το πιο σπουδαίο: δεν λειτουργούμε ποτέ ανταγωνιστικά. Ο στόχος και των δυο μας είναι το καλό αποτέλεσμα. Γιατί είτε ο επιμελητής πάσχει από το «σύνδρομο του κόκκινου μολυβιού» είτε ο μεταφραστής από το «σύνδρομο του αλάθητου», είτε συμβαίνουν και τα δύο, ο πραγματικός χαμένος είναι το βιβλίο και ο αναγνώστης.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Πολλά βιβλία, πολλοί ήρωες… Τον πρώτο καιρό επηρεαζόμουν πολύ και οι ήρωες των βιβλίων κυριολεκτικά με στοίχειωναν. Δε θα ξεχάσω την πολύπλευρη Καλλιόπη από το Middlesex! Έμαθα με τον καιρό να αποστασιοποιούμαι και να προσπαθώ να λειτουργώ σαν το… γιατρό, που φροντίζει επιμελώς τον ασθενή του, ωσότου γίνει εντελώς καλά, και στη συνέχεια τον ξεπροβοδίζει και ασχολείται με τον επόμενο.

Τυχαίνει βέβαια να μάθω τα νέα, όχι των ηρώων, μάλλον των μεταφράσεών μου, χάρη σε φίλους που με εφοδιάζουν με πληροφορίες και αποκόμματα (e-mails τώρα πια!)

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Κάφκα, Πιραντέλλο, Τουέιν, Ντοστογιέφσκι, Παπαδιαμάντης, Καραγάτσης, Τσίρκας, Πράτσετ, Πιπέρνο, Ευγενίδης.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Τομ Σόγερ και Χακ Φιν του Τουέιν, Η δίκη  και Η μεταμόρφωση του Κάφκα, Η φόνισσα του Παπαδιαμάντη, Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων του Λ. Κάρολ, Middlesex του Τζέφρυ Ευγενίδη, Η τέχνη της χαράς της Γκολιάρντα Σαπιέντσα, Το τρίτο στεφάνι του Ταχτσή, Στρίγκλες του Πράτσετ, Με τις χειρότερες προθέσεις του Πιπέρνο. Είναι πολλά τα αγαπημένα μου, ίσως όμως το ότι αυτά μου ήρθαν πρώτα στο μυαλό να σημαίνει κάτι.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Διηγήματα του Πιραντέλλο.

Οι Ιστορίες Γυναικών του Μιχάλη Γκανά.

Καλό αίμα, κακό αίμα της Ελεωνόρας Σταθοπούλου.

Της αγάπης μου ο σπουργίτης πέταξε (ανθολογία διηγημάτων επιλεγμένων από τον Τζέφρυ Ευγενίδη).

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Μιλώντας για ζώντες: Μιχάλης Γκανάς, Γιάννης Μακριδάκης, Ισίδωρος Ζουργός.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Οδυσσέας.

Ο Τζόζεφ Κ. από τη Δίκη του Κάφκα.

Ο Χακ Φιν.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Η «ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ». Για τη συνέπειά της, για τις επιλογές της, για την ιστορία της.

Πώς βιοπορίζεστε;

Τα τελευταία δεκαοχτώ χρόνια αποκλειστικά από τη μετάφραση. Με εξοντωτικούς ρυθμούς. Συχνά ακούμε από συναδέλφους ή και από εκδότες ότι όποιος επιμένει να ζει αποκλειστικά από τη μετάφραση είναι ή τρελός ή μαζοχιστής. Θέλω να πιστεύω πως δεν είμαι τίποτε από τα δύο. Και με θλίβει όταν το ακούω από συναδέλφους.

Για κάποια χρόνια, παρέδιδα μαθήματα μετάφρασης στο ΕΚΕΜΕΛ. Οι διδακτικές ώρες ήταν ελάχιστες, ωστόσο θα το θυμάμαι με πολλή αγάπη. Από εκεί βγήκαν κάποια παιδιά που πιστεύω πως θα μας κάνουν περήφανους με τις μεταφράσεις τους.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Προσπαθώντας να συνδέσω την ερώτηση με τις μεταφραστικές μου προτιμήσεις και εμμονές (και για να …πρωτοτυπήσω), θα έλεγα ότι ευχαρίστως θα έκανα τη μονογραφία του Τέρυ Πράτσετ. Δεν τον έχω γνωρίσει προσωπικά, ωστόσο έχω την αίσθηση ότι τον γνωρίζω, μέσα από τα βιβλία του, όσα έχω μεταφράσει, αλλά και όχι μόνο. Ο συγγραφέας αυτός συνδυάζει μια εξαιρετική πένα με μια εντυπωσιακή ευφυΐα και μια εξίσου εντυπωσιακή ευρυμάθεια. Έχει αστείρευτη φαντασία, θανατηφόρο χιούμορ και κατορθώνει να σατιρίζει καυστικότατα τα πιο σημαντικά ζητήματα της ζωής μέσα από τους πιο απίθανους συμβολισμούς. Εκτός της συγγραφικής του δεξιοτεχνίας, με εντυπωσίασε και η στάση του απέναντι στην ασθένεια που τόσο άδικα και τόσο άκαιρα τον χτύπησε. Πριν ακόμα κλείσει τα εξήντα του χρόνια, διαγνώστηκε ότι πάσχει από Αλτσχάιμερ. Όχι μόνο δεν έκρυψε την πάθησή του, αλλά και βγήκε στο διαδίκτυο για να ενημερώσει τα εκατομμύρια των φανατικών αναγνωστών του ότι θα παλέψει όσο μπορεί την αρρώστια του και θα αποσυρθεί όταν πια δε θα μπορεί να γράψει γι’ αυτούς. Θεωρώ αυτή του τη στάση έντιμη και εξαιρετικά γενναία.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ και τα δύο, όσο μου επιτρέπει ο χρόνος κυρίως. Σκηνοθέτες που με συγκινούν ιδιαίτερα: F. Fellini, M. Antonioni, G. Tornatore, Ferzan Özpetek, Majid Majidi, Fatih Akin, Woody Allen, αδελφοί Coen.

Ταινία; Ταινίες (ελάχιστες από τις πάρα πολλές): Πολίτης Κέιν (Orson Welles), La strada (Fellini), Σινεμά Παράδεισος (Tornatore), Η βροχή (M.Majidi), Le fate ignoranti (F. Özpetek), Στην άκρη του ουρανού (F. Akin), American Beauty (S. Mendes), Η θάλασσα μέσα μου (Alejandro Amenábar).

Θεατρική σκηνή; Μάλλον ολόκληρη θεατρική παράσταση (ερμηνεία): η Μεντή ως Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου και η Γιασεμή Κηλαηδόνη στο Μαράν Αθά. Αλησμόνητες και οι δύο.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο; 

Έχει λεχθεί πως οι Έλληνες δεν διαβάζουν, γιατί γράφουν. Δεν απέχει πολύ από την αλήθεια αυτό. Για να μην αποτελέσω λοιπόν κι εγώ εξαίρεση, αποφάσισα να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου στη συγγραφή, πριν από έντεκα χρόνια συγκεκριμένα. Έτσι έγραψα ένα μυθιστόρημα (ένα σατιρικό θρίλερ) με αφορμή τα παθήματα των συμπολιτών μας στο Χρηματιστήριο και με πραγματικό στόχο να μιλήσω για τη μετάλλαξη που υφίστανται οι άνθρωποι κάτω από ειδικές συνθήκες. Πώς ο τίμιος γίνεται άτιμος, πώς ο πιστός γίνεται άπιστος. Ο τίτλος του «Τέλος κακό, όλα καλά». Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη. Δε θα τα κατάφερνα να το γράψω ως σοβαρό (παραείναι σοβαρό το θέμα από μόνο του), έτσι μου βγήκε σάτιρα. Έκτοτε ο σκληρός βιοπορισμός δε μου άφησε χρόνο να ολοκληρώσω τις πέντε ή έξι ιδέες που έχω στα σκαριά, μισοτελειωμένες, και οι οποίες περιμένουν υπομονετικά πότε θα πάρω σύνταξη για να ασχοληθώ μαζί τους. Δεδομένων δε των συνθηκών (δύσκολο να πάρω ποτέ σύνταξη), μάλλον θα παραμείνουν μισές!

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω και μεταφράζω τον αγαπημένο μου Πιπέρνο.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δε θα ήταν πάνω από δύο αράδες. Ζαλίζομαι τραγικά στα μέσα μεταφοράς, το πολύ να διαβάσω το χάρτη, αν είναι ανάγκη, για να μη χαθούμε στο δρόμο.

Α, ναι, πολύ παλιά διάβαζα στο πλοίο, αλλά οι μετακινήσεις μου με αυτό το μέσο είναι πλέον σπάνιες, παρά την αμοργιανή μου καταγωγή!

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Ξεκίνησα επιφυλακτικά με το διαδίκτυο κι έγινα φίλη του. Με βοηθάει αφάνταστα στη δουλειά μου. Το χρησιμοποιώ για ενημέρωση και άντληση στοιχείων (με κάθε επιφύλαξη, βέβαια) και σαν επικοινωνία (μόνο με e-mail). Προς το παρόν δεν έχω υποκύψει στη γοητεία του facebook και των συναφών μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Θέλει πολύ ελεύθερο χρόνο αυτή η ιστορία. Μπήκα στο linkedin (μάλλον κατά λάθος), για επαγγελματικούς λόγους, αλλά δεν έχω ιδέα τι θα κάνω μ’ αυτό!

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Ήθελα να με ρωτήσετε για την καταγωγή μου, για να σας πω πως κατάγομαι από την Αμοργό και πως είναι το ωραιότερο νησί της Μεσογείου. Και αν δεν έχετε πάει, να μην το καθυστερήσετε.

Ήθελα επίσης να με ρωτήσετε ποια είναι τα χόμπι μου, για να σας πω ότι ασχολούμαι με τη ζωγραφική και με εικαστικές παρεμβάσεις γενικά.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δε θα δεχόμουν τη συναλλαγή με οποιοδήποτε αντίτιμο. Το λιγότερο που θα με απασχολούσε θα ήταν να χάσω τη μεταφραστική μου ιδιότητα. Δε θα μπορούσα με τίποτα να συνεχίζω να ζω (και μάλιστα νέα, ακόμα χειρότερο) βλέποντας γύρω μου τους αγαπημένους μου να γερνούν και να χάνονται. Να μη χάσω τους αγαπημένους μου. Αυτό μάλιστα. Αυτό μπορεί να μου το εξασφαλίσει κάποιος;

25
Μάι.
12

Συλλογικό – Debtocracy

Το χρέος σου η ζωή μου

H ιστορία του project Debtocracy/Χρεοκρατία είναι γνωστή: είναι το πρώτο ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα με παραγωγό το θεατή (συνολικά 425 συμπαραγωγοί, με ταυτόχρονη άρνηση εμπλοκής χορηγών, κονδυλίων κλπ.) και με θέμα την αναζήτηση των αίτιων της κρίσης, των βημάτων που οδήγησαν στην παγίδα το χρέους και την πρόταση λύσεων που αποκρύπτονται από την κυβέρνηση και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης. Το ντοκιμαντέρ είχε από την πρώτη στιγμή εκρηκτικών διαστάσεων τηλεθέαση στο διαδίκτυο, εφόσον για τα ΜΜΕ θεωρήθηκε ενοχλητικό κι επικίνδυνο και δεν προβλήθηκε ποτέ, παρά το γεγονός ότι διανέμεται χωρίς δικαιώματα χρήσης και αναμετάδοσης. Σε αντίθεση με τους ομιλούντες στα ΜΜΕ που έχουν άμεσο προσωπικό, κομματικό ή πολιτικό συμφέρον (με συχνότατες περιπτώσεις πολιτικών άσχετων, αμόρφωτων και κάθε περίπτωση ανενημέρωτων πάνω στο θέμα, που αναπαράγουν αυτά που τους παραδίδονται από τα κομματικά επιτελεία), εδώ δίνεται λόγος στους σχετικούς, στους γνώστες, στους εξειδικευμένους, στους διανοούμενους και στους αποδεδειγμένους κοινωνικούς αγωνιστές που έχουν ήδη τις πνευματικές τους περγαμηνές και δεν διατηρούν κανένα περαιτέρω όφελος.  Να σημειωθεί ότι στην έντυπη μορφή του το Debtocracy δεν περιλαμβάνει μόνο το ακριβές κειμενικό και εικονιστικό σενάριό του αλλά και ολόκληρες συνομιλίες με τα παραπάνω πρόσωπα, στις οποίες και εστιάζουμε.

Για τον διακεκριμένο πανεπιστημιακό Ντέιβιντ Χάρβεϊ (που έχει επαναφέρει την μαρξιστική σκέψη σε ένα ευρύτατο ακροατήριο μέσα από τα κείμενά του αλλά και τις διαδικτυακές ομιλίες του) δεν υπάρχει καπιταλισμός χωρίς κρίση και η μορφή της παρούσης κρίσης ήταν αρκετά προβλέψιμη τουλάχιστον εφτά – οχτώ χρόνια πριν, όπως και το κραχ που θα ξεσπούσε στην ανεξέλεγκτη αγορά ακινήτων στις ΗΠΑ. Το άνοιγμα των εθνικών οικονομιών στον διεθνή ανταγωνισμό, η εισαγωγή δυο δισεκατομμυρίων κινέζων στην παγκόσμια αγορά εργασίας μετά το 1990 και η ανάπτυξη φτηνού εργατικού δυναμικού δημιούργησαν το πρόβλημα της πώλησης των αγαθών σε κοινωνίες χωρίς αγοραστική δύναμη. Το κενό καλύφθηκε με το σύνθημα «Δώστε πίστωση σε όλους».

Όλη η ιστορία του καπιταλισμού, λοιπόν, είναι μια ιστορία ανανέωσης μέσω κρίσεων που μετακυλίονται. Η λύση τους συνήθως είναι η σωτηρία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και το φόρτωμα των κρατών με όλα τα χρέη, δημιουργώντας έτσι μια δημοσιονομική κρίση κρατικού χρέους. Πρόκειται για μια καθαρά πολιτική απόφαση. Και μπορεί σε κάθε κρίση μεγάλο μέρος της αστικής τάξης να χάνει πολλά, αλλά ταυτόχρονα πολλοί κερδίζουν περισσότερα. Πολλές τράπεζες κατέρρευσαν, όμως αυτές που έμειναν, όπως η Goldman Sachs, είναι πλέον ισχυρότερες από ποτέ. Το σύστημα περνά φοβερές αναταράξεις, αλλά ορισμένοι εξέρχονται από αυτές σε πολύ καλύτερη θέση από πριν.

Ο Χάρβεϊ δεν είναι αισιόδοξος: δεν διακρίνει κάποιου είδους τελική κατάρρευση αλλά μια αυξανόμενη συγκέντρωση της εξουσίας στην τάξη των καπιταλιστών, ενώ ταυτόχρονα βλέπει αδύναμη την Αριστερά σε παγκόσμιο επίπεδο. Η συνήθης αντίδραση είναι να σκύβουμε το κεφάλι και να περιμένουμε να περάσει. Πολλοί απλώς ελπίζουν ότι θα την ξεπεράσουμε, ενώ ο κυρίαρχος πολιτικός λόγος υποστηρίζει ότι βρισκόμαστε προς την έξοδο από την κρίση. Η πρότασή του είναι απόλυτη: πρέπει να γίνει μια συλλογική προσπάθεια , στην οποία θα συμμετέχουν η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ιρλανδία (τα λεγόμενα PIGS) για κήρυξη μορατόριουμ στην αποπληρωμή του χρέους και πλήρη επαναδιαπραγμάτευση.

Έχουν περάσει τριάντα χρόνια προπαγάνδας για τις αρετές της νεοφιλελεύθερης ηθικής, η οποία προτάσσει την προσωπική ευθύνη, το να φροντίζεις τον εαυτό σου, να μη βασίζεσαι στο κράτος. Η τάση, λοιπόν, είναι όλοι να κατηγορούν τον εαυτό τους Γι’ αυτά που συμβαίνουν. Και είναι πολύ δύσκολο να πείσεις τον κόσμο πως το πρόβλημα είναι συστημικό και πως πρέπει να αντιμετωπιστεί πολιτικά. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, σύμφωνα με έρευνες, οι περισσότεροι από εκείνους που έχασαν τα σπίτια τους έριχναν την ευθύνη στον εαυτό τους και όχι στο σύστημα που δημιούργησε τα ενυπόθηκα δάνεια υψηλού κινδύνου. [σ. 121]

Το ίδιο απαισιόδοξος είναι και ο Αλέν Μπαντιού, ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή φιλοσόφους κι ένας ακούραστος μαχητής της επαναστατικής Αριστεράς που συνεχίζει να παίρνει και ο ίδιος μαθήματα – όπως  τονίζει– από τα λαϊκά κινήματα σε ολόκληρο τον κόσμο, με στόχο την ανάπτυξη νέων τρόπων οργάνωσης, δράσης και αντίστασης. Οι καπιταλιστές, ισχυρίζεται, δε σκοπεύουν να την πληρώσουν γιατί δεν είναι αλτρουιστές. Θεωρούν ότι πρέπει να γίνει συλλογική προσπάθεια, αλλά από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο. Το είδαμε να συμβαίνει ξανά τη δεκαετία του ’’30: η κρίση συνέβαλε στην άνοδο της ξενοφοβίας και του αντισημιτισμού. Είναι πολύ σημαντικό γι’ αυτούς που μας εξουσιάζουν να βλέπουν το λαό διαιρεμένο αντί ενωμένο εναντίον τους. Ο Μπαντιού βλέπει σε τέσσερις κοινωνικές ομάδες την ικανότητα για δράση και κινητοποίηση, με την προϋπόθεση της ενότητάς τους: στην μορφωμένη νεολαία (των λυκείων και των πανεπιστημίων), στην λαϊκή νεολαία (όπως οι νέοι των προαστίων στη Γαλλία), στην μάζα των μισθοσυντήρητων (εργάτες, χαμηλόμισθοι υπάλληλοι) και στους προλετάριους που έρχονται από άλλες χώρες – στους μετανάστες γενικά.

Ο Κώστας Λαπαβίτσας ήταν από τους πρώτους Έλληνες ακαδημαϊκούς που μίλησαν ανοιχτά για την ανάγκη εξόδου από την Ευρωζώνη, όταν κάθε σχετική αναφορά αποτελούσε ταμπού στην Ελλάδα. Συμμετείχε στην Πρωτοβουλία Οικονομολόγων και Πανεπιστημιακών, η οποία άνοιξε τη συζήτηση για την ανάγκη στάσης πληρωμών, εξόδου από το ευρώ και εθνικοποίησης του τραπεζικού συστήματος, ενώ έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο και στην πρωτοβουλία για τη σύσταση Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου στην Ελλάδα. Με ακαδημαϊκό ορμητήριο τη σχολή SOAS του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και με τη βοήθεια μιας πολύ δυνατής ομάδας επιστημόνων από το δίκτυο Research on Money and Finance, έχει παρουσιάσει σειρά ερευνών για την κατάσταση της ελληνικής και ευρωπαϊκής οικονομίας.

O καθηγητής παρουσιάζει ένα κατατοπιστικό διάγραμμα της παγκόσμιας κρίσης: η φούσκα στα ακίνητα των ΗΠΑ οδήγησε σε κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος καθώς οι τράπεζες είχαν δανείσει υπερβολικά ποσά, μετατρέποντας την κρίση σε τραπεζική και αργότερα κρίση της οικονομίας, λόγω της συρρίκνωσης και της κατάρρευσης των εξαγωγών. Εκεί παρενέβη το κράτος διασώζοντας τις τράπεζες και τονώνοντας την ζήτηση, οδηγώντας με τη σειρά του στην σημερινή δημοσιονομική κρίση. Τα μέτρα που έχουν ληφθεί ως τώρα είναι μέτρα σταθεροποίησης (δηλαδή για να πάψει να προστίθεται χρέος), όχι μέτρα που θα αποτρέψουν την άμεση παύση πληρωμών, ούτε μέτρα που θα μειώσουν το χρέος! Ο δανεισμός στο ελληνικό κράτος στοχεύει στη  διάσωση των τραπεζών, κυρίως γερμανικών και γαλλικών και τα μεταγενέστερα μέτρα λαμβάνονται για να εξασφαλιστούν οι δανειστές. Ο νέος δανεισμός προς την Ελλάδα δεν ήταν καθόλου χαριστικός γιατί είχε υψηλότατα επιτόκια και η Ευρωπαϊκή Ένωση αποδείχτηκε σκληρότερη από το ΔΝΤ. Έτσι τα μέτρα (με όλα τα τραγικά αποτελέσματα για το επίπεδο ζωής και την καθημερινή ζωή των πολλών) είναι άκρως απίθανο να έχουν θετικό αποτέλεσμα όσον αφορά την οικονομία και τον τρόπο αντιμετώπισης του χρέους συνολικότερα.

Οι τράπεζες, αξιοποιώντας το δανεισμό τους από τη διεθνή αγορά, άρχισαν και οι ίδιες να δανείζουν και εντός του χρηματοπιστωτικού συστήματος, με κύριους δανειζόμενους τα … νοικοκυριά, που άρχισαν να υπερχρεώνονται. Ταυτόχρονα το ελληνικό κράτος χαρακτηρίζεται από συστηματική αδυναμία αποτελεσματικής και δίκαιης φορολογίας, καθώς τεράστιες μερίδες πληθυσμού δεν φορολογούνται καθόλου ή φορολογούνται ελάχιστα. Ο μεγάλος όγκος του εξωτερικού δημόσιου χρέους κατέχεται από ξένες τράπεζες, κυρίως γαλλικές και γερμανικές, που δάνειζαν αφειδώς το ελληνικό δημόσιο, με τη σιγουριά πως η Ελλάδα βρίσκεται στην Ευρωζώνη και αποκλείεται να αθετήσει τις πληρωμές της.

Τι προτείνει ο Λαπαβίτσας; Πρώτα την ευθεία αντιμετώπιση του χρέους ως δυσβάσταχτου άχθους για την ελληνική οικονομία και κοινωνία, που απαιτεί αθέτηση πληρωμών και διαδικασία διαγραφής. Η Ελλάδα πρέπει να βγει από την Ευρωζώνη, να ανατάξει την οικονομία της σε νέα βάση και να αλλάξει τις κοινωνικές της σχέσεις υπέρ των πολλών και κατά των λίγων. Η Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου δεν είναι απαραίτητη για να προχωρήσει μια χώρα σε αθέτηση πληρωμών αλλά παρέχει μεγάλα πλεονεκτήματα. Πρέπει να ανοίξουν τα βιβλία ώστε να φανεί πώς ακριβώς διαμορφώθηκε το τωρινό δημόσιο χρέος. Πρόκειται για δημόσιο χρέος που δεν είναι τόσο άμεμπτο όσο συχνά πιστεύεται. Έννοιες όπως αυτή του απεχθούς, του παράνομου ή του μη νομιμοποιημένου χρέους χρησιμοποιούνται ευρέως στη διεθνή βιβλιογραφία και συζήτηση ενώ στην προκείμενη περίπτωση αποσιωπούνται.

Ερευνώντας το ζήτημα της νομιμότητας τίθεται το ερώτημα: έχουν ακολουθηθεί όλοι οι κανόνες σχετικά με την έκδοση ομολόγων; Ποιες τράπεζες αλλά και ποιοι ενδιάμεσοι κάτω απ’ το τραπέζι επωφελήθηκαν και πώς αμείφθηκαν; Η Συνθήκη του Μάαστριχτ απαγόρευε τον δημόσιο δανεισμό άνω του 60% του ΑΕΠ, συνεπώς οι δανειστές αποδέχτηκαν μια ξεκάθαρη νομική παραβίαση. Ακόμα όμως κι δεν αν επρόκειτο για παράνομο χρέος, τίθεται θέμα κοινωνικής βιωσιμότητας ή διατηρησιμότητάς του. Εάν η εξυπηρέτησή του επιβάλλει διάλυση των νοσοκομείων ή της παιδείας και δεν επιτρέπει στους Έλληνες να ζήσουν με φυσιολογικό τρόπο τότε πρόκειται για μη νομιμοποιημένο χρέος. Όταν το χρέος αποδεικνύεται καταστροφέας των κοινωνικών συνθηκών και της ζωής ενός λαού τότε χάνει τη νομιμοποίησή του και μπορεί να διαγραφεί.

Η Ελλάδα, μετά τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, είναι η χώρα που αφιερώνει το μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ της για εξοπλισμούς. Είναι απολύτως αφύσικο. Είναι προφανές ότι υπάρχουν εξαγωγείς όπλων, όπως η Γερμανία, η Γαλλία και οι ΗΠΑ, οι οποίοι ασκούσαν πιέσεις στη χώρα για να αγοράζει όλο και περισσότερα όπλα. Είναι επίσης προφανές ότι ευθύνονται και Έλληνες πολιτικοί από τα δύο μεγάλα κόμματα, οι οποίοι τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ενέκριναν υπερβολικές εξοπλιστικές δαπάνες, επειδή ωφελούνταν οι ίδιοι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο [σ. 167] λέει ο Ερίκ Τουσέν, που εκτός από πλούσιο συγγραφικό του έργο, έχει ενεργή δράση σε οργανώσεις όπως η CADTM – Επιτροπή Κατάργησης των Χρεών του Τρίτου Κόσμου, γνωρίζει καλά την περίπτωση των χωρών που βάζουν το χρέος πάνω απ’ τη ζωή και μας θυμίζει ένα βασικό στοιχείο που επίσης αποσιωπάται.

Σύμφωνα με το «δόγμα του απεχθούς χρέους», όταν ένα χρέος συνάπτεται από ένα δεσποτικό καθεστώς αποτελεί προσωπικό χρέος του καθεστώτος κι όταν αυτό χάσει την εξουσίας του τότε αυτόματα ακυρώνεται. Πρόκειται για βασική εξαίρεση στη «συνέχεια των κρατών» του διεθνούς δικαίου. Πώς μπορούν να διατηρούνται χρέη δικτατορικών (αλλά και δημοκρατικών) καθεστώτων όταν συνάπτονται χωρίς κανένα σεβασμό στους δημοκρατικούς κανόνες και ενάντια στα συμφέροντα του λαού; Συνεπώς το χρέος που συνήφθη από τους χουντικούς αποτελεί ένα τυπικό απεχθές χρέος που πρέπει να αφαιρεθεί.

Ο Τουσέν συμμετείχε στην Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου στον Ισημερινό, που έκαναν φύλλο και φτερό τα συμβόλαια 30 χρόνων και απέδειξαν πως ένα μεγάλο μέρος του χρέους ήταν μη νομιμοποιημένο. Εκεί οι πολίτες διαπίστωσαν ότι, σε αντίθεση με ό,τι τους έλεγαν, η μη αποπληρωμή ενός χρέους δεν οδηγεί σε χαοτικές καταστάσεις· τους έλεγαν ότι το κεφάλαιο θα εγκαταλείψει τη χώρα και ότι θα παρέλυε η οικονομία. Τίποτα από αυτά δε συνέβη. Αυτό που έγινε στην πραγματικότητα είναι ότι η κυβέρνηση απέκτησε περισσότερα χρήματα για να διαθέσει στην εκπαίδευση, την υγεία και τη βελτίωση των υποδομών. Ο Τουσέν είναι βέβαιος πως το ίδιο θα συμβεί και με την Ελλάδα.

Θέλουν να δώσουν την εντύπωση στον ελληνικό λαό πως, αν σταματήσει την αποπληρωμή τους χρέους, ολόκληρη η Ελλάδα θα παραλύσει. Στην πραγματικότητα θα συμβεί ακριβώς το αντίθετο. Η Ελλάδα δανείζεται σήμερα για να μπορέσει να εξοφλήσει παλιά χρέη. Παίρνει χρήματα για να επιστρέψει χρήματα. Αν η Ελλάδα αποφασίσει να σταματήσει την αποπληρωμή, αυτό που θα συμβεί θα είναι ότι η κυβέρνηση θα έχει στη διάθεσή της περισσότερα χρήματα για τους μισθούς των υπαλλήλων, τις συντάξεις, την κοινωνική ασφάλιση, τη δημόσια υγεία και την ανάπτυξη των υποδομών. Επομένως, η κατάσταση θα βελτιωθεί. [σ. 166]

Όταν η Αργεντινή προχώρησε σε αθέτηση πληρωμών –και ήταν η μεγαλύτερη αθέτηση στην παγκόσμια ιστορία–, αν πιστεύαμε όσα έλεγε στο παρελθόν το ΔΝΤ, θα έπρεπε να έχει επέλθει ολοκληρωτική καταστροφή στην οικονομία. Ξέρετε όμως τι συνέβη; Το μόνο πράγμα που καταστράφηκε ήταν η αξιοπιστία του ΔΝΤ, γιατί η Αργεντινή εισήλθε σε μια περίοδο τρομακτικής ανάπτυξης. Και αυτό συνέβη επειδή οι πόροι που χρησιμοποιούνταν για την αποπληρωμή του παράνομου και απεχθούς χρέους ανακατευθύνθηκαν για τις ανάγκες της οικονομίας [σ. 181] λέει ο Άβι Λούις, που παρουσίασε μαζί με την σύζυγό του Ναόμι Κλάιν, το ντοκιμαντέρ Κατάληψη, για τους εργάτες των υπό κατάληψη εργοστασίων της Αργεντινής, με φόντο την ιστορική πορεία της χώρας από την ακμή μέχρι τον οικονομικό στραγγαλισμό της από το ΔΝΤ.

Ο Καναδός δημοσιογράφος που καλεί στις εκπομπές του τους διαμορφωτές της παγκόσμιας πολιτικής ατζέντας συνήθως για να τους ξεμπροστιάσει, ανατρέποντας την εικόνα που οι ίδιοι παρουσιάζουν για τις διεθνείς εξελίξεις, μιλάει για την επανεμφάνιση του ταπεινωμένου ΔΝΤ με έναν τρομακτικό και κακόβουλο τρόπο στην «διάσωση» της Ελλάδας και απορεί που ενώ ο κόσμος εδώ κατεβαίνει στους δρόμους και παραπονιέται για την άδικη παρουσίαση στα κυρίαρχα μέσα (που στήριξαν τις παρεμβάσεις του ΔΝΤ και της ΕΚΤ) δεν σκέφτεται ποτέ να κατευθύνει τις αντιδράσεις του σε αυτά.

Η Ζάρα Βάγκενκνεχτ (ένα από τα πιο μαχητικά στελέχη του αριστερού κόμματος Die Linke που δεν διστάζει να ασκήσει κριτική ακόμα και στο ίδιο της το κόμμα) εξηγεί με ποιο τρόπο η γερμανική οικονομία επωφελείται από τον πολλαπλασιασμό των χρεών στις άλλες χώρες: Όταν η Γερμανία διαπραγματεύτηκε το πακέτο στήριξης της Ελλάδας πριν από ένα χρόνο, βασικός όρος ήταν να μη σταματήσουν οι εισαγωγές γερμανικών στρατιωτικών εξοπλισμών. Η Ελλάδα έπρεπε να κάνει οικονομία σε συντάξεις και κοινωνικές παροχές, αλλά όχι στους εξοπλισμούς. Αυτό δείχνει το πεδίο των συμφερόντων. Η γερμανική κυβέρνηση λειτουργεί ως προστάτης των συμφερόντων των μεγάλων εταιρειών όπλων καθώς και της βιομηχανίας εξαγωγών.

Η Βάγκενκνεχτ εστιάζει στο σκανδαλώδες γεγονός ότι οι τράπεζες μπορούν να δανείζονται με επιτόκιο 1% από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ενώ τα κράτη είναι υποχρεωμένα να δανείζονται από τις τράπεζες. Έτσι, δεδομένου ότι οι τράπεζες και οι χρηματαγορές μπορούν να αυξάνουν αυθαίρετα τα επιτόκια, τα κράτη πέφτουν θύματα της κερδοσκοπίας των τραπεζιτών. Μόνο η Γερμανία μπορεί και δανείζεται πολύ φτηνά, κυριαρχώντας έτσι στον μηχανισμό στήριξης. Η πρότασή της είναι η κοινή αντίδραση χωρών όπως η Ελλάδα και η Ιρλανδία, να αρνηθούν να συνεχίσουν αυτή την πορεία και να πληρώσουν αυτοί των οποίων η περιουσία πηγάζει από το χρέος. Η λογική της λιτότητας με στόχο τη διάσωση της οικονομίας είναι αποδεδειγμένα εντελώς λανθασμένη και επιδεινώνει την κρίση – δεν οδηγεί στη μείωση του χρέους αλλά στην διόγκωσή του.

«H χώρα χτυπήθηκε από οικονομικούς δολοφόνους» δήλωσε ο Τζον Πέρκινς πρώην οικονομικός δολοφόνος ο ίδιος, που τώρα δρα ως ακτιβιστής και περιγράφει ακριβώς πώς λειτουργεί το σύστημα, «Η χώρα καταστρέφεται, δεν επιδιορθώνεται από το ΔΝΤ και την Ευρωζώνη», έγραψε η Guardian. Μιλούν ακόμα ο επικεφαλής της επιτροπής λογιστικού ελέγχου του Ισημερινού Ούγκο Αρίας, οι ακαδημαϊκοί Σαμίρ Αμίν και Ζεράρ Ντιμενίλ, ο Ζαν Κατρμέρ της Liberation, ο Αργεντίνος σκηνοθέτης Φερνάντο Σολάνας, ο Μανώλης Γλέζος και προλογίζει ο Γιώργος Δελαστίκ. Ο λόγος είναι καταιγιστικός, τα στοιχεία μιλούν μόνα τους και ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματά του.

Όπως είναι γνωστό, η Καταστρόικα, το δεύτερο ντοκιμαντέρ των δημιουργών του debtocracy, είναι εδώ: www.catastroika.com

Συντελεστές: Κατερίνα Κιτίδη [Ράδιο Infowar, αρχισυνταξία Thepressproject.gr], Άρης Χατζηστεφάνου [Τηλε- Infowar, αρχισυνταξία tvxs.gr]. Επιστ. επιμ.: Λεωνίδας Βατικιώτης. / www.debtocracy.gr / Εκδ. Λιβάνη, 2012, σελ. 239 [μεγάλο μέγεθος, γυαλιστερό χαρτί, έγχρωμη εκτύπωση, με φωτογραφίες, σκίτσα, κόμικς κλπ.].

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή σε : mic. gr, υπό τον τίτλο Debt can dance.

23
Μάι.
12

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 60

Jorge Luis Borges – Labyrinths (1962), Ficciones (1944). Οποιαδήποτε εικονογράφηση μοιάζει ανεπαρκής για το έργο του Μπόρχες. Στέκει αμήχανη στο εξωτερικό του, αναγκαστικά απαραίτητη για να μη μένουν γυμνές οι σελίδες. Και πάλι όμως, οτιδήποτε εικονίζεται σίγουρα περιλαμβάνεται μέσα στο έργο του, ή, έστω, στο Άλεφ.

22
Μάι.
12

Manic Street Preachers – Forever delayed (The greatest hits) (Epic, 2003)

I talk to God but the sky is empty (Sylvia Plath)

Δεκατρία χρόνια – μέχρι τη στιγμή της κυκλοφορίας – στην πρώτη γραμμή, ασίγαστα σπινταρισμένοι, με τις δυνατότερες ροκ εντ ρολλ μελωδίες, με μια δυο ουσιώδεις αναζωογονητικές αλλαγές στο στυλ τους, με βροντοφώναχτες κοινωνικοπολιτικές καταγγελίες (περίτεχνα όμως ενσωματωμένες στις ροκ υμνωδίες τους) και κατά τη γνώμη μου ένα από τα σημαντικότερα σχήματα των δυο τελευταίων δεκαετιών. Περίεργο ή αναμενόμενο το ότι δεν άφησαν ιδιαίτερους μιμητές, ούτε κάποια συμπαγή σχολή;

Εδώ έχουμε μια γερή αντιπροσωπευτική βουλή απ’ τα lp τους αλλά και τα δύο τελευταία ως τότε ηχογραφημένα τραγούδια (There by the grace of god, Door to door), αμφότερα δυνατότατα και ξεχωριστά απ’ τις φρέσκιες ροκοφουρνιές. Έχουμε ακόμα τρία σινγκλς που έμειναν εκτός δίσκων αλλά αποτελούν σημαντική πρόφαση να ξανανιώσουμε την άγρια χαρά που μας μετέδωσαν και τότε: Τhe masses against the chasses, Motown Junk, Suicide is painless. Το τελευταίο, κλασική ροκ κατάθεση περί αυτοκτονίας, το πρωτογνωρίσαμε από κάποια σειρά των Ruby Trax (συλλογών με διασκευές), δεν ήταν μόνο προφητικό για την προσωπική τους ιστορία αλλά κι ένας – επιτέλους – ταιριαστός ύμνος της χαμένης γενιάς τους. Τώρα το ποιος τη θεωρεί χαμένη, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Τέλος, έχουμε την ευκαιρία να ξανακούσουμε μερικά από τα πιο γερά κιθαριστικά τρακς που έβγαλε το ροκ την εποχή του εμπορικού του ξεπουλήματος.

Στο δεύτερο δισκίο συμπεριλαμβάνονται, ως είθισται, ρεμίξ. Προτιμώνται κομμάτια τελευταίας κοπής – αναμενόμενο – αλλά και πάλι η επιλογή των καλύτερων είναι ευχάριστη. Είναι η πρώτη φορά που ακούμε ένα ροκ ρεμίξ όπως θα θέλαμε, χωρίς δηλαδή να αλλάζεται ο αδόξαστος στο τραγούδι, χωρίς να γίνεται κάποιο άλλο, παρά είτε να του αλλάζονται τα ρούχα (ή το μέσα έξω), είτε να του αναδεικνύονται πτυχούλες που μας διέφυγαν.

Τι θα μείνει στην ιστορία όταν οι Μάνικς πουν τέρμα ή εξαφανιστούν όπως ο πρώτος τους [ακόμα τον ψάχνουν] κιθαρίστας; Πέρα απ’ τη θέση στο σύμπαν του καθενός μας, ένα μεγάλο ερωτηματικό ίσως. Εκείνοι που έχουν πρόβλημα με το οπισθοδρομικό, ως ισχυρίζονται, ροκ τους αποενοχοποιήθηκαν με την καθάρια, πολιτικοποιημένη τους κραυγή. Αλλά και αντίστροφα, εκείνοι που στάθηκαν δύσπιστοι στις μανιφεστοειδείς κραυγές οικειοθελώς λούζονταν τις καθάριες κιθαριστικές οιμωγές τους. Πιθανώς τοποθετούμαι στη μέση, αδιάφορος για σχετικά διλήμματα, ασύμβατα με το ροκ εν ρολλ. Μου αρκεί που γέμισα γεμίσει ψυχή τε και σώματι με τις υπερμελωδίες τους, σκόνταψα στις συνεχείς ριφφαδόρικες παγίδες τους, μοιράστηκα τον αγοραφοβικό τους εφιάλτη και τη μητροπολιτική τους μοναξιά (ή έζησα τα αντίστοιχα δικά μου). Ακόμα κι οι καθημερινές τους ερωτικές ή κοινωνικές οπτικές τους ταίριαξαν με τη ψυχοσύνθεσή μου – τίποτα παραπάνω, τίποτα παρακάτω.

«Φωνακλάδες», ναι. Πόσοι έμειναν φωνακλάδες στα λόγια μα αποπλανητικοί στη μουσική – και δη σε ατόφιο ροκ; Ο καημένος ο Pete Wylie με τους Might Wah! του κι αυτοί. Οι δυο αντίθετες πλευρές της εμπορικότητας, αδικία και δικαιοσύνη μαζί. Άλλωστε ο προαναφερθείς στίχος της Σύλβια γραφόταν πρώτος πρώτος στα credits του Generation terrorists. Και συμπληρώθηκε με τη δική τους σκυτάλη: Εach day living out a lie / Life sold cheaply forever, ever, ever/…/Living like a comatose / Ego loaded and swallow, swallow, swallow/Under neon loneliness, motorcycle emptiness

«Αυτές ήταν οι αλήθειες μου, πείτε μας τώρα τις δικές σας». [10/10]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

20
Μάι.
12

Χρήστος Χρυσόπουλος – Φακός στο στόμα. Ένα χρονικό για την Αθήνα

Ο ουρανός που δεν μας προστατεύει

στο δικό μας μυαλό έχουμε συνδέσει την καθημερινότητα με το ερείπιο και έχουμε συνηθίσει στη θέα του ημιτελούς, του ανεπισκεύαστου και του όντως κατεστραμμένου. Γι’ αυτό ίσως δεν μας κάνουν εντύπωση τα έμβια, τα ανθρώπινα ερείπια γύρω μας. Να, λοιπόν, που έχουμε μεταβληθεί σε ένα μουσείο ερειπίων. […] Τα συντρίμμια που μας περιβάλλουν, όχι μόνο τα αρχαία, ακόμα και τα σπασμένα μάρμαρα στις πλατείες ή στις προσόψεις των ξενοδοχείων, τα σπασμένα φώτα, τα ξεριζωμένα σίδερα, τα ανθρώπινα ερείπια, γίνονται ο «καθρέφτης» στον οποίο διακρίνουμε  το είδωλό μας, καταλήγοντας πολλές φορές να μισούμε μια εκδοχή αυτού που βλέπουμε. Κι έτσι επιλέγουμε απλώς να μην κοιτούμε. [σ. 95 – 96]

1. Ο συγγραφέας και ο δρομέας

Η δουλειά του συγγραφέα μοιάζει σε πολλά με τον αγώνα του μαραθωνοδρόμου: ο δρομέας τρέχει μόνος, η διαδρομή καταλήγει στην αφετηρία, ο αγώνας γίνεται υπό αντίξοες συνθήκες. Πράγματι, η τέχνη του αποτελεί, όπως και στην περίπτωση του δρομέα, μια άσκηση ρυθμού, άλλοτε επιζητώντας την ταχύτητα (: στην ακαριαία μεταμόρφωση του βιώματος σε λέξεις) και άλλοτε το αντίθετό της (: στην συγκράτηση της έκφρασης και στην κούραση της σκέψης πάνω σ’ αυτό), ενώ συχνά ο αγώνας γίνεται χωρίς ελπίδα για νίκη. Κάπως έτσι η γραφή ενός χρονικού μοιάζει με μια σύντομη επιτάχυνση κατά τη διάρκεια ενός μαραθωνίου. Το τρέξιμο πίσω από τα γεγονότα ανταγωνίζεται την ωρίμανση της εντύπωσης, αμφότερα αποστρέφονται την πλοκή (μολονότι δεδομένη όπου υπάρχει γραφή) και τελικά το παροντικό βλέμμα φιλοδοξεί να διατηρήσει την δραστικότητά του και σε μεταγενέστερους χρόνους.

Κάπως έτσι, δρομέας της μιας ανάσας, ο Χρήστος Χρυσόπουλος εντάσσει τις  παραπάνω σκέψεις στον «επίλογο» ενός χρονικού που γράφτηκε τον Δεκέμβριο του 2011 ως χειρόγραφου κομματιού ενός μελλοντικού βιβλίου που συζευγνύει κείμενο, εικόνα και περιπλάνηση· ενός έργου που γράφτηκε μεμιάς και παραδόθηκε άμεσα στον εκδότη. Το χρονικό συνδυάζει παρατήρηση, συνομιλία, δοκίμιο και μυθοπλασία και αποδίδει ακριβώς την συγκυρία της πόλης [του] κατά την δεδομένη χρονική στιγμή.

2. Η πόλη των νέων φόβων

Στην πόλη μας ο αισθησιασμός μοιάζει να έχει αντικατασταθεί από την οδύνη.

Η μητροπολιτική τοπολογία, γράφει ο Χρυσόπουλος, δεν χαρακτηρίζεται πλέον από ένα προνομιακό σημείο όπου όλα τα γεγονότα συμβαίνουν αλλά από μια πρωτοφανή διασπορά προς κάθε γωνία της πόλης. Ταυτόχρονα όμως το γεγονός [αυτό που συμβαίνει] μεταμορφώνεται σε φόβο [αυτό που σημαίνει], που συχνά συναντιέται στα ίδια μέρη με την ηδονή [εκεί όπου συμβαίνουν περίεργα πράγματα]. Η πόλη τελευταία έχει σιωπήσει, έχει σκοτεινιάσει και ίσως γι’ αυτό ακούγεται τόσο έντονα ο νέος οξύς ήχος, η μεταλλική στριγγλιά από τα καροτσάκια πολυκαταστημάτων που σέρνουν οι περιπλανώμενοι ρακοσυλλέκτες. Αν επιτρέψουμε την άκριτη ταύτιση με τα γεγονότα, τότε είμαστε εκτεθειμένοι σε κάθε είδους μόλυνση, σε κάθε είδους φόβο και παρανόηση. Αν, από την άλλη, επιδιώξουμε την περίκλειστη προστασία από κάθε γεγονός (χωρίς στην ουσία να προστατευόμαστε από τον κίνδυνο), γινόμαστε αιχμάλωτοι της νοσταλγίας ενός φανταστικού αισθήματος ασφάλειας («τότε που αφήναμε τις πόρτες ξεκλείδωτες»), που όμως δεν υπήρξε ποτέ. [σ. 28]

3. Ο συγγραφέας περιπατητής του αστικού τοπίου

Δεδηλωμένος περιπατητής του αστικού τοπίου, ο συγγραφέας υποκύπτει για άλλη μια φορά στην σφοδρή επιθυμία να εγκαταλείψει το δωμάτιό του («των φαντασμάτων») για έναν περίπατο στην πόλη. Είναι άλλωστε απαραίτητο για τον οποιονδήποτε περιηγητή να εγγράφει στην προσωπική του ανάγνωση το οποιοδήποτε περιβάλλον και η κάθε διαδρομή να γίνεται η δική του διαδρομή, συνώνυμη της επινόησης και της προσωπικής μυθοπλαστικής κατασκευής. Η μοίρα του διαβάτη είναι να δημιουργεί ιδεατούς κόσμους όπου συγκατοικούν αληθινοί άνθρωποι και επινοημένοι χαρακτήρες. Η μοίρα του συγγραφέα είναι να επιστρέψει από την περιπλάνηση πασχίζοντας να τους διασώσει όλους ή όσους μπορέσει. [σ. 52]

Αλλά αδιάσπαστο πλέον κομμάτι της Αθήνας αποτελούν οι σκιώδεις υπάρξεις που αποφεύγουμε στους δρόμους, γυρνώντας το πρόσωπο ή αλλάζοντας την κατεύθυνση του περιπάτου μας. Αναπόφευκτα ο συγγραφέας σκοντάφτει στην πρώτη διπλωμένη ανθρώπινη ύπαρξη που μοιάζει με «γιγάντιο σαλιγκάρι» και δίνει την εντύπωση ενός «έμψυχου απορρίμματος». Αναρωτιέται κανείς αν ο ίδιος αντιλαμβάνεται την ύπαρξή του ως ανθρώπινο σκουπίδι… Το απροστάτευτο σώμα που κείται στο δημόσιο χώρο έχει, ως εικόνα, κάτι το βαθιά ανησυχαστικό – ένας αρχέγονος φόβος υποδεικνύει μια αγριότητα που υποτίθεται ότι είχε ξεπεραστεί ή έστω κατασταλεί από την οργανωμένη κοινότητα.

4. Ο συγγραφέας και ο άστεγος

Αυτό το βιβλίο δεν γράφεται μόνο από τον συγγραφέα. Ο άνθρωπος που ζει έξω γίνεται πρόθυμος συνομιλητής του (σε σημείο να εκφράζει μια ύστατη επιθυμία επικοινωνίας με τον κόσμο που δεν ζει έξω), μ’ έναν λόγο θρυμματισμένο, αλλά όχι περισσότερο θρυμματισμένο από του συγγραφέα και της πόλης [τους]. Στο κάθισμα μπροστά από το αμαξοστάσιο των λεωφορείων εκφράζονται τα συμπυκνώματα της εμπειρίας: Όταν πέσεις έξω είναι δύσκολο να ξανασηκωθείς. Δεν μπορείς να βγεις απ’ το πεζοδρόμιο. […] Άμα βγεις στο δρόμο, δεν μπορείς να επιστρέψεις στην κανονική ζωή. […] Μόλις δουν [ενν. η αστυνομία] άστεγο μόνο σε σηκώνουν και σου λένε να προχωρήσεις. Σα να μην έχεις δικαίωμα να σταθείς. Δεν ξέρω, γι’ αυτούς είναι σαν παιχνίδι. […] Υπάρχει μόνο μια κατεύθυνση κι αυτή είναι προς τα κάτω, όλο και πιο βαθιά, όλο και πιο βαθιά, και στο τέλος απλά μέχρι να πεθάνεις. […]

Οι άνθρωποι χωρίς σπίτι κοιμούνται οπουδήποτε, από τις εσοχές και τους ακάλυπτους κτιρίων μέχρι σε εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα, ξαποσταίνουν στα κινούμενα λεωφορεία, παρακαλούν για διαμονή στα νυχτερινά, μαθαίνουν πως τα καλάθια των αχρήστων στις στάσεις έχουν τα χρησιμότερα αποφάγια, «διαμένουν» πίσω από την δημόσια βιβλιοθήκη (ονομασία διπλής ειρωνείας), ξεκοιλιάζουν τα πεταμένα στρώματα από τα συρμάτινα ελατήρια, επιχειρούν να προφυλαχτούν από το κρύο μέσα στους κάδους απορριμμάτων. Ο δρόμος πληθαίνει από νέους κατοίκους, συνήθως πρόσφατους συνταξιούχους που αδυνατούν να πληρώσουν το ενοίκιο. Στην οσμή του ανθρώπινου σώματος ζέχνει μια κοινή μοίρα, την φράση δεν θέλω να συνεχίσω, αυτό δεν είναι ζωή δεν μπορεί να ακολουθεί καμία φράση.

Ο συγγραφέας θυμάται τον παράξενο, σχεδόν ειρωνικό παραλληλισμό:  το να είσαι συγγραφέας απαιτεί να παραδεχτείς ότι ένα μέρος σου θα παραμένει πάντοτε απροστάτευτο, δημόσιο, και ο καθένας μπορεί εύκολα να το ξεφυλλίσει. Αλλά πώς είναι να ζεις σε δημόσια θέα με όλη τη σημασία της λέξης; Πόσο εύκολα μπορεί να ανατραπεί η ισορροπία οδηγώντας έναν «κανονικό άνθρωπο» στο περιθώριο και κάποιον ήδη περιθωριοποιημένο στην άβυσσο; Και ο συγγραφέας ως συγγραφέας θα εστιάσει λαίμαργα το βλέμμα του στον γονατισμένο ή θα φοβηθεί μην του κλέψει την αξιοπρέπειά του; Κι όταν δεν τον ξαναβρεί στο συνηθισμένο του σημείο, θα ανησυχήσει μήπως τον εγκατέλειψαν οι δυνάμεις του ή θα ελπίσει πως τα κατάφερε; Τι να ευχηθεί; Να τον βρει αύριο στο ίδιο σημείο;

5. Καταγραφείς και καταγραφόμενοι

Σε κάθε σελίδα αναζητώ την δική μου θέση σ’ αυτή το χρονικό. Πού βρίσκομαι ο ίδιος ως αναγνώστης, ως διαβιών στην συγκεκριμένη πόλη των νέων αστέγων, ως περαστικός δίπλα από τα καταλύματά τους, πεζός διαβάτης της πεζής πραγματικότητας; Αν αποστρέψω το βλέμμα δειλιάζω; Αν προσποιηθώ πως δεν υπάρχουν απαλλάσσω την καθημερινότητά μου από ένα (παραπάνω) δυσάρεστο άγος/άλγος; Αν δεν γυρίσω το κεφάλι αλλά τους κοιτάξω με καθαρό βλέμμα είμαι περισσότερο γενναίος και διατείνομαι πως κοιτάζω στα ίσια το πρόβλημα; Στα πόσα ευθεία βλέμματα απαλλάσσομαι; Και ως προσωρινός ενδιάμεσος [αναγνώστης] μεταξύ χρονικογράφου και έκθετου της πόλης, σε ποια θέση είναι πιθανότερο να βρεθώ σε μια μελλοντική συγκυρία, του καταγραφέα ή του καταγραφόμενου; Ποια απατηλότητα με πείθει πως το πρώτο είναι πιθανότερο από το δεύτερο; Και πως η απάθεια της ενδιάμεσης ζώνης συνεπάγεται ασφάλεια;

6. Η επιστροφή του συγγραφέα στο γραφείο του

Ο συγγραφέας ΧΧ για άλλη μια φορά επέλεξε τον πιο σύνθετο τρόπο να (απο-, περι-, κατα-, εγ-, συγ-) γράψει την οιονεί πόλη, την ύπαρξή του στην πόλη και την ύπαρξη εκείνων κάπου ανάμεσα, δηλαδή τους τρεις διαφορετικούς άξονες που έχουν καρφωθεί εγκάρσια στον βίο μας. Όσον αφορά τον τρίτο (την παροντική και μελλοντική διάσταση του οποίου αδυνατούμε ή αποφεύγουμε να συλλάβουμε), θα μπορούσε να συγγράψει μια ευπώλητη νουβέλα των αστέγων ή ένα μυθιστόρημα των ανθρώπων του δρόμου και να εξαργυρώσει την συγγραφική ευαισθησία πάνω στο απαγορευμένο θέμα. Αλλά πιστός στην υβριδική του γραφή (που αυτή τη φορά απόλυτα την επιζητά η ίδια η «ιστορία») επιχειρεί να κυκλώσει και να κυκλωθεί από το θέμα, μέρος του οποίου αποτελεί ο ίδιος.  Και για μια ακόμη φορά έγραψε ένα βιβλίο που είναι αδύνατο να διαβαστεί μόνο μια φορά αλλά και να κλείσει: η τελευταία του σελίδα είναι η πρώτη ενός άλλου που δεν θα είναι μόνο έντυπο αλλά θα γράφεται σε κάθε νέα περιπλάνηση δική του και δική μας.

Κι όσο υπάρχει εκείνος ο άνθρωπος που με τον φακό στο στόμα, για να έχει τα χέρια ελεύθερα, έψαχνε (για) την επιβίωσή του στον κάδο των σκουπιδιών, εκκινώντας άθελά του το παρόν βιβλίο, δεν θα παύω να σκέφτομαι γι’ αυτόν πως, σε αντίθεση με τον απέραντο τίτλο εκείνου του βιβλίου του Πολ Μπόουλς (The Sheltering Sky), ούτε ο ουρανός δεν τον προστατεύει.

Η πόλη μοιάζει να έχει γυρίσει το μέσα – έξω. Όπως βάζουμε το χέρι για να γυρίσουμε μια κάλτσα. Όσα προορίζονταν κάποτε για τον προστατευμένο από το δημόσιο βλέμμα χώρο, όλα εκείνα που παρέμεναν κρυφά – ή μάλλον ιδιωτικά – μέσα στους τέσσερις τοίχους των σπιτιών, τώρα γίνονται δίχως καμιά προφύλαξη καταμεσής του δρόμου. Η κηδεμονία του σώματος, οι βασικές λειτουργίες όπως ο ύπνος και το φαγητό, οι διαπληκτισμοί και οι ερωτοτροπίες τώρα πλέον ξεχύνονται με απελπισία ολόγυρά μας, όχι με αιδημοσύνη ούτε με το θράσος της απόλαυσης, αλλά με έναν νευρικό σπασμό. [σ. 33-34]

Εκδ. Πόλις, 2012, σελ. 128, με σειρά φωτογραφιών του συγγραφέα (εκτός τεσσάρων που προέρχονται από το Athensville.blogspot.com).

Οι φωτογραφίες του δρόμου τραβήχτηκαν από τον συγγραφέα κατά τη διάρκεια των περιπλανήσεων για τη γραφή του βιβλίου (εκτός από τις δυο τελευταίες που είναι διαδικτυακές) και είναι ανέκδοτες.  Οι φωτογραφίες όπου εικονίζεται ο ίδιος συγγραφέας είναι από τους: Πέπη Λουλακάκη (1), Γ. Καμπούρη (2) και Σωκράτη Σπανού (video – still) (3).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

19
Μάι.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 114

Edith Wharton, «Χαμένες ψυχές», από το: Χαμένες ψυχές και άλλα διηγήματα, εκδ. Ροές, 2005, μτφ. Νίκη Προδρομίδου (Edith Wharton, Souls Belated, 2004)

Ξέρεις, αρχίζω να καταλαβαίνω σε τι χρησιμεύει ο γάμος. Είναι για να κρατάει τους ανθρώπους μακριά τον έναν απ’ τον άλλο. Μερικές φορές νομίζω ότι δύο άνθρωποι που αγαπιούνται μπορούν να γλιτώσουν απ’ την τρέλα μόνο χάρη στα πράγματα που μπαίνουν ανάμεσά τους – τα παιδιά, τις υποχρεώσεις, τι επισκέψεις, τους βαρετούς ανθρώπους, του συγγενείς, – τα πράγματα που προστατεύουν τον έναν σύζυγο από τον άλλον. Εμείς ήμασταν πολύ κοντά ο ένας στον άλλον – αυτή ήταν η δική μας αμαρτία. Είδαμε ο καθένας τη γύμνια της ψυχής του άλλου

17
Μάι.
12

Διαβάζω, τεύχος 529 (Μάιος 2012)

Αφιέρωμα Ορχάν Παμούκ

Εννοώ τα βράδια που έρχονται νωρίς, τους γερασμένους βιβλιοπώλες που έπειτα από κάθε οικονομική κρίση περιμένουν τρέμοντας από το κρύο στο μαγαζί τους όλη μέρα πελάτη, τα δεμένα στις άδειες αποβάθρες παλιά βαπόρια του Βοσπόρου, τις μαντιλοδεμένες γυναίκες με τις πλαστικές σακούλες στα χέρια που περιμένουν στις στάσεις των λεωφορείων, χωρίς να μιλάνε μεταξύ τους, το λεωφορείο που δεν έρχεται ποτέ, τα ξύλινα παλιά αρχοντικά που έχουν μετατραπεί σε δημαρχεία και που τα ξύλινα πατώμάτα τους βογκάνε σε κάθε βήμα, τις σφυρίχτρες των βαποριών στην ομίχλη, τα ερειπωμένα βυζαντινά τείχη….

…έγραφε ο Ορχάν Παμούκ στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο Ινστανμπούλ. Πόλη και αναμνήσεις κι η μεταφράστριά του Στέλλα Βρετού ξαναθυμάται το απόσπασμα στο επτασέλιδο κείμενό της για την μεταφραστική της αναμέτρηση με τo έργο του αλλά και την μεταξύ τους επικοινωνία καθώς και τις προσωπικές μνήμες από την Τουρκία. Αφετηρία της διαδρομής υπήρξε το Μαύρο βιβλίο με την αλησμόνητη περιπλάνηση στην τουρκική επαρχία και στην ατμόσφαιρα που δημιουργούν τα πρατήρια και οι αντιπροσωπείες, τα πρακτορεία στοιχημάτων ιπποδρόμου, τα πανό από πλεξιγκλάς, οι τηλεοράσεις, τα φαρμακεία, τα ζαχαροπλαστεία, το ταχυδρομείο και το νοσοκομείο με τους φτωχούς ασθενείς που περιμένουν στην ουρά… Έκτοτε η γραφή του Παμούκ επιχειρεί διαδρομές και μέσα στο «χιουζούν», μια λέξεη που δεν σημαίνει την μελαγχολία του μοναχικού ανθρώπου αλλά το σκοτεινό συναίσθημα που νιώθουν εκατομμύρια άνθρωποι, η θλίψη μιας ολόκληρης πόλης σαν κι αυτή.

Από την άλλη πλευρά, ο συγγραφέας σχεδόν πάντα καταλήγει να εμπλέκεται με την πολιτική, καθώς ζει σ’ ένα κράτος όπου η ατομικότητα του συγγραφέα συνήθως επιδέχεται μεγάλες αποκλίσεις από την επίσημη κρατική εξουσία, πόσο μάλλον όταν πλέον θεωρείται από πολλούς «προδότης» και «εχθρός» των Τούρκων για την δήλωσή του «εμείς οι Τούρκοι σφαγιάσαμε ένα εκατομμύριο Αρμένιους». Η αρχική αναγνώριση πάντως του δικαιώματος σε κάθε τούρκο πολίτη να μπορεί χωριστά να μηνύει τον συγγραφέα για «εξύβριση του τουρκισμού» (!) έχει, τουλάχιστο, αλλάξει, απαιτώντας την έγκριση του υπουργού Δικαιοσύνης. Το κείμενο του Ηρακλή Μήλλα αναφέρεται στον πολιτικό Ορχάν Παμούκ και, μεταξύ άλλων, και στους υπόγειους τρόπους με τους οποίους ενέταξε την Αρμενία στο βιβλίο του Χιόνι.

Το αφιέρωμα του συγγραφέα που όπως ο ίδιος παραδέχεται στα Άλλα χρώματα όλα του τα βιβλία «γεννήθηκαν από το ανακάτεμα των μεθόδων, των λογοτεχνικών τάσεων, των συνηθειών, της ιστορίας της Ανατολής και της Δύσης» επιμελείται, μαζί με δικό της κείμενο, η Έλενα Χουζούρη. Στους συνομιλητές του τεύχους περιλαμβάνονται οι Ίρβιν Γιάλομ και Ευγενία Φακίνου, ενώ η μηνιαία συνάντηση του Γιάννη Μπασκόζου είναι με τον Θανάση Βαλτινό. Ακόμη, από το παρόν τεύχος και μέχρι το Δεκέμβριο του 2012 φιλοξενούνται κόμικς εμπνευσμένα από το έργο του Κάρολου Ντίκενς. [120 σελ.]

ΥΓ. Ένα παλιό λογοτεχνικό κέρασμα από τον Παμούκ εδώ.

14
Μάι.
12

Ulrich Schnauss – A strangely isolated place (City Centre Offices, 2003)

Εδώ και λίγο καιρό οι αδελφοί Hartnoll έφυγαν ο καθένας από διαφορετική πόρτα, χωρίς να τους αφορά πλέον η τροχιά των Orbital, αφήνοντάς την στα χέρια των αποδεκτών – φανς. Για εκείνους που θέλουν τα υποκατάστατά της, θα συνεχίσουν να υπάρχουν τύποι που θα μας τρέφουν με τις αντανακλάσεις της και θα κινούνται στις σκοτεινές άκρες των πεζοδρομίων της electronica, που συχνά βλέπουν σε αιφνίδια «αποκαλυπτικά» ανοίγματα γεμάτα φως.

Ένας από αυτούς, ο Βερολινέζος Ulrich Schnauss, δεν δείχνει καν το πρόσωπό του αλλά όταν τιτλοφορείς την πρώτη σου δισκογράφηση ως Far Away Trains Passing By’ είναι σα να έχεις αυτοφωτογραφηθεί με αλλεπάλληλες κόντακ μινιατούρες. Τον θυμάμαι καλά αυτόν τον γεμάτο ονειρώδεις techno ηλεκτρελετουργίες δίσκο, να περιλαμβάνεται σε πολλές ηλεκτρονικές λίστες με τους αξιομνημόνευτους του έτους εκείνου. Δεν άκουσα μακρινά τραίνα να περνούνε, κι ας έμενα κοντά στον ηλεκτρικό τότε κι ήταν το επταμηνίτικό μου σάουντρακ. Αλλά όποτε τον άφηνα να γυρνάει, τα φώτα των κεντρικών δρόμων που περιδιάβαινα μου θύμιζαν, ως εκ θαύματος, διάδρομο αεροδρομίου. Τότε θυμήθηκα κάποιον που είχε γράψει πως ακόμα κι οι ασχημότερες πόλεις το βράδυ δείχνουν αλλιώς.

Ο Ulrich Schnauss όταν δεν κάνει παραγωγές και engineerings σε πλήθος άλλων ομοειδών ομογάλακτων, συνθέτει ηλεκτρονικές ραψωδίες, πάντοτε μελωδικές και κυρίως αιθέριες… Συμπτωματικά οι Ethereal 77 είναι ένα από τα project του, με ήχο που περισσότερο αγγίζει το drum’n’bass αλλά με πλεοτέρηση ηλεκτρονικών οργάνων. Ένα ακόμα project του, οι Hexaquart, στροβιλίζονται σε αέναους minimal techno-house κύκλους. Ένα τρίτο αυτοκινείται: View to the future.

Το A Strangely Isolated Place είναι απομακρυσμένο από το U.K. techno και πλησιέστερο στις mellow κυκλικές αναπτύξεις. Είναι ένας δίσκος εγκεφαλικός κι ανάλαφρος μαζί. Πολλοί συνάδελφοι από ευρωπαϊκά πιξελοχώρια λένε για τις αιθέριες ιστοπλοκίες των Cocteau Twins – και θα το δεχόμουν, εφόσον μιλάμε μόνο για τα λεπτουργήματα του Victorialand, πολλαπλασιασμένα όμως στη μέγιστη ταχύτητα… Ο παραλληλισμός με το μπητ των Βlack Dog ίσως είναι εξίσου παραπλανητικός. Πτερόεντα γυναικεία φωνίσματα (δε θα τα έλεγα φωνητικά, είναι σ’ ένα πρότερο στάδιο) -όπως αυτά της Judith Beck στο Clear Day – άλλοτε ενισχύουν το αιθέριο, άλλοτε κινδυνεύουν προς το new age ευπρόβλεπτο.

Η έφεση του Schnauss προς τα ψευδεπίγραφα πλην γοητευτικά σχήματα τύπου Chapterhouse και Slowdive είναι «δηλωμένη» απ’ τον ίδιο, ήδη από την διασκευή του Crazy For You των τελευταίων στο χορταστικό (όπως όλα της) προς τιμήν τους compilation της Morr Music, Blue Skied And Clear (2002). Σε στιγμές νοιώθεις πως οι μεν να κάνουν ψηφιακά αεροδυναμικά remix στους δε. Στο A Letter from Home σίγουρα πάντως αισθάνεσαι τον απόηχο της κιθάρας του Neil Halstead των Sl. Oι γοητευμένοι από τα υπνωτικότερα κομμάτια του Place συγκρίνουν με τις μελωδικότερες στιγμές των Βoards of Canada, Manitoba, Herrmann und Kleine. Οι κυκλικές πάλι φόρμες τροφοδοτούνται από τις καλύτερες Orbital και Moby τεχνικές – το Voodoo Child σχήμα του τελευταίου κινείται σε παράλληλους αλλά χορευτικούς παρακαμπτήριους ενώ ακόμα και τα καμπανίσματα του τέλους του Gone Forever θα σας θυμίσουν το Belfast των πρώτων.

Βυθισμένος σ’ αυτό τον αεικίνητο κόσμο γεμάτο λούπες και ονειρικά φευγαλέα περάσματα, προσπερνάς τα παλιομοδίτικα rhythm section του On My Own και αφήνεσαι μέχρι και τις τελευταίες στάσεις του τραίνου: από την ταμπλετολαγνεία των Blumenthal και Monday Paracetamol έως το εορταστικό σπινθηροβόλο τελείωμα. Το A Strangely Isolated Place είναι κι αυτό κυκλοφορημένο από την City Centre Offices, ένα άλλο όνομα που θυμίζει τις Central Services της εφιαλτικής πόλης του αλησμόνητου Brazil του Terry Gilliam και μια εταιρεία που κυκλοφορεί, μεταξύ άλλων, τους εφευρετικούς Remote Viewer, τους παιγνιώδεις Dictaphone, τους αέρινους Arovane, τους σκουροδιάθετους Xela.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.

12
Μάι.
12

Λουίς Σεπούλβεδα – Σημειώσεις εν καιρώ πολέμου

Το βίαιο καλειδοσκόπιο της μνήμης

Έχασα μια πατρίδα και δε με νοιάζει, τα νιάτα μου πέρασαν σαν αστραπή μέσα σε μάχες, εξορίες και φυλακές, αλλά ο τελικός απολογισμός με γεμίζει περηφάνια. Και ζω έντονα γιατί όλες μου οι ενέργειες, όλα μου τα όνειρα, όλες μου οι λαχτάρες, είναι γεμάτα από την παρουσία αυτού που μου λείπει: του Σέρχιο Λέιβα, το φίλου μου, του συντρόφου μου, του αδελφού μου. [σ. 181]

Το απόσπασμα είναι ενδεικτικό της «δοκιμιακής» – μη μυθοπλαστικής γραφής αλλά και της ευρύτερης κοσμοθεωρίας του Σεπούλβεδα, συνεπώς και της γενικότερης θεματολογίας της συγκεκριμένης συλλογής: οι κοινωνικοί αγώνες στέκουν δίπλα στις σπουδαίες προσωπικές σχέσεις, καθώς αμφότερα, άρρηκτα μεταξύ τους δεμένα, πλέκουν τη ζωή του ίδιου και των συντρόφων του. Το κομμάτι προέρχεται από το κείμενο Σύντομη ιστορία ενός άξιου ανθρώπου, από το οποίο και κλέψαμε τη φράση του τίτλου μας – το βίαιο καλειδοσκόπιο της μνήμης ενεργοποιείται βέβαια με την επέτειο των τριάντα χρόνων «από το φασιστικό στρατιωτικό πραξικόπημα που σκότωσε για πάντα την χιλιανή δημοκρατία».

Ο Σεπούλβεδα ήταν 23 χρονών τη βροχερή 11η Σεπτεμβρίου 1973 και σήμερα γράφει εν θερμώ, στα 53 του πλέον, κοιτάζοντας για άλλη μια φορά τον κατάλογο των απωλειών του: εκεί πρώτος πρώτος βρίσκεται ο φίλος του Σέρχιο Λέιβα. Μαζί διέσχισαν την έρημο Ατακάμα στην καρότσα ενός καμιονιού, μιλώντας για το μέλλον που θα έφτιαχναν μόλις γίνονταν πολίτες μιας ελεύθερης ηπείρου. Ο ίδιος ο Βίκτορ Χάρα, ο μέγας ραψωδός του χιλιανού έπους του είχε εκφράσει την στενοχώρια του γιατί ο Λέιβα δεν ηχογραφούσε τα τραγούδια του παρά άφηνε το ταλέντο του μέσα στο τσαλακωμένο τετράδιο που κουβαλούσε πάντα μαζί του. Αλλά ο Λέιβα είχε και γι’ αυτό απάντηση: πρώτα θα έφτιαχνε μια χαρούμενη όπερα όπου δεν θα υπήρχε λύπη ή στεναγμός.

Την ημέρα του πραξικοπήματος άρπαξε απ’ τους στρατιωτικούς ένα πεντακοσαράκι Φίατ αρματωμένο με πυροβόλα κι απ’ την ανοιχτή του στέγη τους σημάδευε με το μυδραλιοβόλο. Πολέμησε για πέντε μέρες, πήδηξε το φράχτη της αργεντινής πρεσβείας όπου κατάσχεσε τις τεράστιες ποσότητες χρημάτων που είδε με μεγάλη έκπληξη στα χέρια των συντρόφων του, ξαναβγήκε στους αγώνες του δρόμου και όταν ετοιμαζόταν να πηδήξει έναν ακόμα φράχτη τον σημάδεψε ο χωροφύλακας Βιγιάλμπα. Μη στενοχωριέσαι αδελφέ, του είπε ο Λέιβα, χωρίς να χάσει το χαμόγελό του, πυροβολείς και την κάνεις. Χρόνια αργότερα ο Σεπούλβεδα συνάντησε τον χωροφύλακα για να του πει ότι εκείνος σκότωσε τον αδελφό του. O στρατιώτης ήταν ένα ερείπιο – δυο χρόνια μετά την δολοφονία είχε χάσει το μυαλό του και διώχθηκε απ’ το σώμα.

Πού είναι η Λατινική Αμερική; Μη ψάχνετε στους σχολικούς χάρτες, αλλά στην αθέατη περιοχή των μεγάλων λησμονημένων που, εκτός απ’ τα ισπανικά και τα πορτογαλικά, μιλούν χίλιες άλλες γλώσσες. Πού είναι η Λατινική Αμερική; Μη ψάχνετε στην υδρόγειο σφαίρα, αλλά στη σφαίρα της αβεβαιότητας. […] Αυτή η άλλη στεριά βροντοφώναζε πως υπήρχε χώρος για τους πάντες, αλλά δεν μπορούσε να προβλέψει πως αυτοί οι «πάντες» εποφθαλμιούσαν τον δικό της χώρο.  [σ. 10-11]

Στη διάρκεια των χιλίων ημερών της κυβέρνησης του Αγιέντε και του συλλογικού ονείρου, γράφει ο Σεπούλβεδα, «ανακαλύψαμε τον άλλον, αυτόν που ήταν εδώ πριν από μας, τους Λατινοαμερικανούς, κι επιστρέψαμε στους μαπούτσε [αυτόχθονες της Χιλής] ένα μέρος απ’ την κλεμμένη γη τους». Ο συγγραφέας προβληματίζεται για την «αβέβαιη» πατρίδα της Λατινικής Αμερικής, της οποίας έχουν κλέψει ακόμα και το όνομά της και αναρωτιέται αν μπορεί να υπάρξει μόνο ως επικράτεια «αποκλεισμών, απειλών, διαφθοράς, εισβολών, στρατιωτικών και τραπεζικών πραξικοπημάτων, διαρπαγών και καπιταλιστικού κυνισμού».

Οι σημειώσεις εν καιρώ πολέμου (δηλαδή σε κάθε χρόνο κι εποχή) γράφτηκαν σε τρία μαύρα σημειωματάρια moleskin από τον Ιανουάριο του 2002 ως τον Ιανουάριο του 2004 και διατρέχουν ολόκληρο το σύμπαν του Σεπούλβεδα, από την εξέγερση των ιθαγενών του Τσιάπας («Δεν εξεγέρθηκαν για να καταλάβουν την εξουσία, αλλά για να πουν: υπάρχουμε») και το παλαιστινιακό ζήτημα μέχρι την κινηματογραφική ταινία που γύρισε κάτω απ’ τη βροχή αλλά και τον εκτυφλωτικό ήλιο των Άνδεων, με τρία βαγόνια επιβατηγού τρένου ως καμαρίνια, δυο φορτηγά ως τροχήλατα κελιά που και τους φίλους που έπαυαν να είναι φίλοι και άρχισαν να γίνονται ένα μέρος της ιστορίας του, της φρικτής ιστορίας τόσων χιλιανών … [Nowhere, 2001, βασισμένη σε δικό του διήγημα].

Ο Σεπούλβεδα διαπιστώνει πως τα μεγαλύτερα θύματα των πολέμων δεν φορούν στολές και δεν ανήκουν σε καμία από τις αντιμαχόμενες πλευρές και πως το πρόβλημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατάντησε να λύνεται με …αποζημιώσεις, ενώ βλέποντας στις ΗΠΑ να έχουν εξαφανιστεί οι φωτογραφίες των νεκρών που απανθρακώθηκαν στην ιρακινή έρημος κατά την επιχείρηση «Θύελλα της ερήμου» αλλά και γενικότερα οι εικόνες από τους πολέμους του Βιετνάμ και του Αφγανιστάν να μην υπάρχουν σε κανένα αρχείου του Τύπου και να έχουν σβηστεί από το διαδίκτυο, είναι πλέον απόλυτος: η μοίρα των νεκρών είναι η μοναξιά και η λήθη.

Στο κάτω κάτω γι’ αυτό γράφω: για να γνωρίζομαι με ομοιοπαθείς.

Ο λόγος και η γραφή έχουν βέβαια κυρίαρχη θέση στις σκέψεις του Χιλιανού, που ομολογεί για άλλη μια φορά πως δεν μπορεί να έχει άλλη πατρίδα από τη γλώσσα του, καθώς οι λέξεις «πατρίδα», «κοιτίδα», «γενέτειρα», ή είναι συνώνυμα ενός τόπου γιορτινού και χαρούμενου, ή μια σειρά φθόγγων χωρίς νόημα. Τα λόγια και ο λόγος αναφέρονται στην κοινοτοπία και το μπανάλ του σύγχρονου λόγου, ένα μπανάλ που τείνει να διαστρέφει το πραγματικό βάρος των λέξεων γιατί αισθάνεται την απειλή της τάξης που εγκαθιστούν οι λέξεις, καθώς και του κατ’ εξοχήν καρπού τους, του Λόγου, που μας φυλάει απ’ το να πέσουμε στην άβυσσο, μας βοηθάει να είμαστε γενναίοι μπροστά στις αντιξοότητες και να δυσπιστούμε στον πρώτο κανάγια που προσπαθεί να μας πουλήσει φύκια για μεταξωτές κορδέλες.

Στις Μνήμες ισπανικών εξομολογείται πως για τον ίδιο δεν υπάρχει μεγαλύτερη γιορτή από μια σύναξη ισπανόφωνων που μαζεύονται απ’ όλες τις γωνιές του πλανήτη. Το να διαπιστώνεις ότι ο ανεξάντλητος γλωσσικός τους θησαυρός έδεσε μια χαρά με τις σύγχρονες πραγματικότητες και η ενσωμάτωση ακόμα και αμερινδικών εκφράσεων, του γεννά την ευτυχή αίσθηση πως ανήκει σε μια κουλτούρα που δεν τη βρίσκεις στα μουσεία, αλλά σε μια κουλτούρα του σήμερα, που διαμορφώνεται κάθε μέρα, κάθε ώρα, σε μια εξαίσια, αέναη συγκολλητική διαδικασία. [σ. 19-23]

Ένα δισέλιδο κείμενο αφιερώνεται στον Ρομπέρτο Μπολάνιο και στα συναισθήματά του στο άκουσμα της είδησης του θανάτου του. Εδώ αντιδιαστέλλεται ο πρόωρα χαμένος συγγραφέας που έφτασε στο σημείο να παραδεχτεί μια επώδυνη αλήθεια πως δεν έλαβε ποτέ μέρος φανερά, πανηγυρικά, στους αγώνες που έδωσε η γενιά του για αλλαγή της χιλιανής κοινωνίας με τον «μεγάλο προβοκάτορα» Χ.Λ. Μπόρχες. Και το πιο προσωπικό κομμάτι του τόμου (Παιδικά χρόνια) διασώζει τα λόγια του ετοιμοθάνατου παππού του προς τον ίδιο: Μη στενοχωριέσαι. Όταν ήμουν στη φυλακή της Αλμερίας, ορκίστηκα να ζήσω, όχι για να δω τον θρίαμβο της κοινωνικής επανάστασης αλλά για να διαβάσω τον Κιχώτη στα εγγόνια μου. Κράτησα τον όρκο μου και θέλω να κάνεις κι εσύ το ίδιο. [σ. 220]

Εκδ. Opera, 2004, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 245, με δεκασέλιδες σημειώσεις [Luis Sepúlveda, Moleskin, 2004]

Δημοσίευση και σε mic.gr

11
Μάι.
12

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 59

                                                                                                                                                                                                                                Νίκος Μπακόλας – Ο κήπος των πριγκήπων (1989), Εμβατήρια (1984), Η μεγάλη πλατεία (1995). Λέξεις με βαθύ περιεχόμενο, χρωματισμοί με βαθιές αποχρώσεις, χαρακτήρες βαθιά μέσα στον Τόπο και την Ιστορία τους: η σπάνια πεζογραφία του συγγραφέα αφημένη σε αφαιρετικές προσόψεις.

10
Μάι.
12

Ελεωνόρα Σταθοπούλου – Καλό αίμα κακό αίμα

Καλλιγραφώντας ανείπωτα δράματα

Άλλες προσευχές πιάνουν κι άλλες μένουν ανεκπλήρωτες. Όμως όλες ο Θεός τις άκουσε. Δεν μπορεί να ισχυριστεί πως δεν τις άκουσε. Γι’ αυτό και όταν θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία και κριθεί ο Θεός, τότε θα δώσει λόγο για τις προσευχές που αγνόησε. Ακόμα δεν μπορεί να μιλήσει. Όμως τη μέρα της απολογίας Του θα απολογηθεί για όλα. [σ. 165]

Ο Νίκος Βαλσάμος προσπαθεί να ξεκινήσει μια νέα ζωή βγαίνοντας από το ορφανοτροφείο, πάντα βασανισμένος απ’ τις οικογενειακές μνήμες κι άυπνος από το φόβο μην επαναληφθούν οι τραγικές στιγμές της ζωής του. Αλλά και η νέα του ζωή δεν έχει παρά ένα καθυστερημένο παιδί που παίζει στο χώμα, ένα σκυλί που ψήνεται δεμένο στο βαρέλι, ένα καμένο δάσος με την ταμπέλα «Καλώς ήλθατε» και την Μαργαρίτα που κάποτε έπαιζε μπάσκετ, τώρα να κυλά σε καροτσάκι. Την βγάζει βόλτες, την παντρεύεται, αρχίζει να πείθεται πόσο άχρηστο είναι να υποφέρεις. Αν προσκολληθεί στις γλύκες της γυναίκας του, ίσως οι σκέψεις που κατοικούν στην άβυσσο παραμείνουν εκεί.

Όσο υπάρχει ο Ιούνιος, τα τριζόνια και οι αστρικές λάμψεις εκείνη έχει απτή χαρά για τη ζωή· όσο ζει στην εξοχή, αισθάνεται πως ολόκληρο το σύμπαν κινείται αργά και δεν την προσπερνά, γιατί «είναι δέντρο πια, κι ανθίζει σαν δέντρο». Αντίθετα, για εκείνον ήταν πάντα αδύνατον να παραδοθεί στην ευτυχία, που εμπεριέχει μια κατάσταση ξενοιασιάς, καθώς από παιδί είχε μάθει να είναι σε εγρήγορση, κυκλοφορούσε μεγάλος κίνδυνος στο σπίτι, ο πατέρας απειλούσε να τους κάψει. Ο Βαλσάμος αποτάσσεται την ευτυχία: το μόνο που αξίζει είναι να πολεμάς με όλη σου τη δύναμη καρδιάς, ψυχής και διάνοιας. Γιατί γνωρίζει πως όλα μπορούν να συμβούν από τη μια στιγμή στην άλλη, όπως στη Μαργαρίτα με το γαλάζιο φόρεμα που πήγαινε προς το ζαχαροπλαστείο αλλά σταμάτησε στην άσφαλτο, όπως στην αδελφή του και τα καμένα της μαλλιά.

Εκείνος περιμένει την ημέρα που η Μαργαρίτα θα περπατήσει, εκείνη του λέει πως δεν υπάρχει τέτοια μέρα αλλά τριακόσιες εξήντα πέντε άλλες, που έχουν τη λάμψη τους και τη λύπη τους αλλά είναι ζωή και αυτό φτάνει. Στην πολλαπλώς τραγική κορύφωση της ιστορίας ο Βαλσάμος εκβιάζει τον ερχομό της σωτήριας ημέρας με ένα εμπύρετο κήρυγμα στην εκκλησία, συγκλονισμένος από την πίστη πετάει το καροτσάκι της και φτάνει στο σημείο να θυσιάσει και τα δικά του πόδια, ώστε να μοιράζονται την ίδια κατάσταση, προτού εκείνη ξαναβάλει το γαλάζιο φουστάνι να ισορροπήσει πάλι στα πόδια της, αλλά τώρα μπροστά στο κενό («Απόγνωση»).

Η Ευγενία του διηγήματος «Σύμπτωση» ζει μ’ έναν άντρα δυνάστη «εισπνέοντας κάθε μέρα δίπλα του αναθυμιάσεις δηλητηριώδεις». Κάθε φορά που ξαπλώνει δίπλα του γυρνά το κεφάλι προς την φωτισμένη πινακίδα του φαρμακείου, με γράμματα «σαν αστεράκια στον ουρανό μιας ζωής χαμένης». Για τον φαρμακοποιό είναι όμορφη, ηττημένη και κουτή, πράγμα που καμιά φορά δημιουργεί στους άντρες μια εντύπωση κυριαρχίας που μοιάζει με τον έρωτα, ενώ απεχθάνεται τους πελάτες του, καθώς ελάχιστοι αξίζουν την θεραπεία των φαρμάκων, για να συνεχίσουν μετά να διεκδικούν και να τσακώνονται, αποτελώντας ο καθένας ενόχληση για τον άλλον.

Όταν εκείνη μπαίνει βιαστική στο φαρμακείο για να ζητήσει τις απολύτως απαραίτητες σταγόνες του άντρα της, ακόμα και μετά την κακομεταχείρισή της, ο φαρμακοποιός ενισχύει την μισανθρωπία του: Το κλάμα είναι μύξες, αλάτι και νερό. Εγώ θέλω να συνεννοηθώ με το Λόγο. Μη με γυρίζεις πίσω. στη φυλακή των δακρύων, γιατί θα σου απαντήσω με το αίμα που ανεβαίνει στο κεφάλι μου και τότε δεν θα συνεννοηθούμε ποτέ. Θα πρέπει να τον βγάλει απ’ τη ζωή της, απ’ την ίδια τη ζωή, αλλιώς θα χαθεί μαζί του. Η διπλά συντετριμμένη γυναίκα δίνει τις σταγόνες στον άντρα της αλλά σε υπερβολική δόση. Ο φαρμακοποιός την περιμένει να χαρεί την ελευθερία της αλλά εκείνη τον ενημερώνει πως άφησε ένα γράμμα – ομολογία της ενοχής της στις αρχές. Κι αντιδρά ξανά: αυτό σου μαθαίνουν από την ημέρα που γεννήθηκες. Πώς είσαι ένα σκουπίδι σου μαθαίνουν. Πως δεν υπάρχει χαρά σου μαθαίνουν. Ούτε μια τόση δα χαρούλα για τα σκουπίδια…

Όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι του φαίνονται οριστικά ασύντακτοι, ασυνάρτητοι – και η ομολογία της Ευγενίας μια ανεπίτρεπτη επιλογή που του πρόσφερε βαθύτατη απογοήτευση και τον ωθεί να παντρευτεί μια νέα γυναίκα. Αλλά το σκουλήκι της πλήξης αρχίζει πάλι να τον κατατρώει κι αρχίζει ν’ αναπολεί την Ευγενία, εκείνο το παλιό είδος γυναίκας που είναι πιο πολύ μητέρες παρά ερωμένες. Και ύστερα από δέκα χρόνια εγκλεισμού της, σε μια ακαριαία επιφοίτηση, παραδέχεται γραπτώς και επιστολικώς πως εκείνος θα έπρεπε να βρίσκεται στη φυλακή, στη θέση της. Αλλά προτού τις στείλει μαθαίνει για τον θάνατό της και τελικά η απροστάτευτη γυναίκα τον προστάτευσε από την δική του καταστροφή. Τουλάχιστο το επισκεπτήριο που περίμενε μάταια στην φυλακή, τώρα θα της το προσφέρει στην τελευταία της κατοικία.

Όταν η Ιουλία έχασε τους γονείς της στην ηλικία των πέντε, η θεία της, βλέποντάς την να σηκώνει το φουστάνι της κάτω από μια μηλιά, της είπε: ή πουτάνα ή καλόγρια. Η μικρή πέρασε να δει τις καλόγριες και δεν της άρεσαν, άρα στα δεκάξι βγήκε στο πεζοδρόμιο. Στα κυριακάτικα ρεπό της σκεφτόταν πως είχε σηκώσει το φουστάνι της να δείξει πόσο είχε φουσκώσει η κοιλίτσα της απ’ τα ρεβύθια. Τώρα ολόκληρη η οικογένειά της είναι η τραβεστί Τερέζα, που μυρίζει γιασεμί. Γι’ αυτό την αγαπάνε οι άντρες την Τερέζα. Γι’ αυτό την θέλουν. Ρίχνονται πάνω της κι είναι σα να ’χωσαν τα μούτρα τους σε μια ανθοδέσμη. Και δεν τους λέει όχι σε τίποτα. Τη γδέρνουν, τη ματώνουν, μπήγουν τα δόντια στο σώμα της και τη νύχτα αποκοιμιόνται μες στα γιασεμιά. Κάτι παλιά γιασεμιά που ξεφυτρώνουν απ’ το δέρμα της με ωραία σκιούλα δροσερή και νανουρίσματα. [σ. 259]

Στα δεκαοχτώ της πηγαίνει στην εκκλησία την Μεγάλη Παρασκευή, όπου μυρίζει τα λουλούδια πάνω απ’ το νεκρό Χριστό και την κολόνια που ραντίζουν τους πιστούς, μια μυρωδιά από λεμόνι γλυκό και ξυνισμένο. Και σκέφτεται να φέρει στην εκκλησία το άρωμα της Τερέζας, να ευωδιάσουν οι ψυχές. Στην επόμενη Μεγάλη Παρασκευή πηγαίνει με τα κόκκινα λουστρίνια που της χάρισε η Τερέζα, σαν δυο πέταλα από παπαρούνες, να δουν οι επίτροποι πώς μυρίζει η αγάπη, να δουν πως μόνο η Τερέζα είναι καλή. Το ίδιο βράδυ περιμένει να τιναχτεί το άρωμα απ’ το μπουκάλι, να ευχαριστηθούν απ’ τον Κάτω Κόσμο εκείνοι που θα καταλάβουν ότι τους σκέφτεται. Αλλά η εκκλησία είναι μαύρη απ’ την μουτζούρα, απ’ τα πολλά κεριά που ανάψαν  χωρίς όφελος («Τερέζα»).

Και τα 18 διηγήματα της συλλογής ξεχειλίζουν από ανείπωτα σκληρές κι όμως περίτεχνα ειπωμένες ιστορίες, που καλλιγραφούν την απόλυτη σκληρότητα της ζωής όπως ακριβώς είναι, συμπληρώνοντας ένα άτυπο σύνολο εξαίρετης δραματικής, διηγηματογραφίας μαζί με το Γλυκό του Κουταλιού της Ελένης Ζαχαριάδου και τις δυο συλλογές διηγημάτων της Μαρίας Κουγιουμτζή, ως πρώτα που μου έρχονται στο μυαλό. Και εδώ όμως τα βαθύτατα ταχυδράματα δεν μας μαυρίζουν την ψυχή, ούτε μας σκοτεινιάζουν τους ορίζοντες, αλλά αντίθετα μας παρηγορούν με ένα αδιόρατο αλλά παχύ στρώμα της γλυκόπικρης αίσθησης πως τελικά ακόμα και η πιο τραχιά όψη της ζωής μπορεί τελικά να αποδοθεί με τις λέξεις και να προσφερθεί ως βάλσαμο τόσο σ’ όσους γνωρίζουν καλά τέτοιες οριακές καταστάσεις, όσο και σ’ εκείνους που θωρακίζονται για να τις αντιμετωπίσουν στο μέλλον τους.

Όταν η μητέρα πηγαίνει στο κομμωτήριο, γίνεται τόσο ψηλή που δεν αγαπάει κανέναν. Κι όταν έχει λεφτά, γίνεται τόσο αγέρωχη που δεν λογαριάζει κανέναν. Κι όταν ντύνεται, γίνεται τόσο εντυπωσιακή που δεν συγχωρεί κανέναν. Έτσι η Μόνικα τρυπάει στα κενά που η μητέρα δεν κάνει τίποτα απ’ τα τρία και να εκτιμά όποια μορφή αγάπης ανθίζει στο μεσοδιάστημα.«Μητέρα έχεις δυο πρόσωπα», είπε μια φορά στη Στέλλα η Μόνικα. «Το ένα με παγώνει και το άλλο με καίει. Δεν θα μπορούσες να ’σαι δροσερή;»…«Είναι μια απέραντη θάλασσα η καρδιά σου, μαμά, μα εγώ δεν ξέρω μπάνιο». [σ. 26-27]

Η συλλογή ξεκινάει με ένα εμβληματικό διήγημα (στην έκταση της νουβέλας) για την ολοκληρωτική συντριβή μιας κόρης από την μητέρα της (H μαμά μου κι εγώ), που συμπληρώνει με τη σειρά του σημαντικά κείμενα ανάλογης θεματολογίας, από την Η Κασσάνδρα και τον Λύκο ή την Μαμά της Μαργαρίτας Καραπάνου ως τη Σκύλλα και το Κουτάβι του Μιχάλη Μιχαηλίδη. Η δωδεκάχρονη Μόνικα ζει για να είναι ευχαριστημένη η μητέρα της. Τσαλακωμένη σαν το φουστάνι της, με την απορία αν η μητέρα απολαμβάνει την ντροπή της, με μια μόνιμη αίσθηση πως η  «αγέρωχη» και «μορφωμένη» μαμά την αφήνει μετεξεταστέα, όπως όταν κάποτε μικρή τόλμησε να προτιμήσει ένα παγωτό από το να εισέλθει στη σκοτεινή αξιοθέατη εκκλησία και για τρεις μέρες δεν της απηύθυνε τον λόγο. Πώς να έκανε κάτι τόσο εντυπωσιακό ώστε να της μιλήσει πάλι; Κι όμως δεν είμαι ένα παιδί για πέταμα…Θα διορθωθώ, σ’ το υπόσχομαι, και θα καμαρώνεις για μένα. Θα γίνω σπουδαία και θα σε πάρω να φύγουμε και τότε θα με πιστέψεις. Ό,τι δεν έκανε ο μπαμπάς θα το κάνω εγώ.

Η μητέρα τρελαίνεται και χάνει συχνά το κέφι της αλλά δικαιολογείται γιατί είναι ανώτερη, είναι θεά. Αρκεί όμως να μην δείχνει μπροστά της ευτυχισμένη, γιατί σύμφωνα μ’ εκείνη, η ευτυχία είναι για να τα ζώα. Όταν ένα μεγάλο αγόρι σ’ ένα παζάρι της πρόσφερε μια φλογέρα, η μικρή την έκρυψε στο εικονοστάσι της γιαγιάς, ψηλά στον τοίχο, όπου και παραμένει μέχρι σήμερα. «Τι θες να κάνω για σένα μαμά;», την ρωτάει κάθε φορά με αγωνία. Αλλά υπάρχουν και οι σιωπηλές ερωτήσεις: Γιατί όταν οι άντρες χτυπάνε τα παιδιά τους οι γυναίκες προτιμάν τους άντρες; Όταν ο πατέρας ζούσε μαζί τους, μόνο το μέρος του έπαιρνε.

Οι επιμέρους ενότητες διατρέχουν γρήγορα τα χρόνια μιας ζωής: η Μόνικα μεγαλώνει και συνεχίζει να ζει δίπλα στη μητέρα της, που πάντα «μιλάει άπταιστα όλες τις γλώσσες των ανθρώπων εκτός απ’ τη δική της». Η ζωή δίπλα της στερείται χαρά, η αγάπη που περίμενε δεν έφτασε ποτέ κι όλα όσα ονειρεύεται δεν γίνονται χωρίς αγάπη. Ακόμα κι όταν η μητέρα της σωριάζεται απ’ την αρρώστια, εκείνη βρίσκεται ακόμα πιο χαμηλά. Μήπως ο σύζυγος και πατέρας εξακολουθεί παρά την φυγή του να μολύνει τη ζωή τους; Μήπως για σένα είμαι αυτός και γι’ αυτόν είμαι εσύ, γι’ αυτό δεν είμαι απολύτως τίποτα;

Ανάμεσα στην σιωπηλή συμπαράσταση της εξίσου ανυπεράσπιστης θείας και στον πειρασμό της δολοφονίας, η Μόνικα αποδέχεται πως οι ανάγκες της δεν πρόκειται να τελειώσουν πριν την δική της ζωή. Την κοιτάζει κι αναρωτιέται γιατί δεν την μισεί αρκετά ώστε να ξεπεράσει τον φόβο της. Ακόμα κι όταν ο λόγος της πλέον ξεχύνεται χείμαρρος, η μητέρα ανοίγει στη διαπασών την τηλεόραση. Θα’ θελε να της φωνάξει: Εσύ κι όλοι οι καλοί άνθρωποι λυπηθείτε κάποτε τους φονιάδες σας.

Συνέχισε να υπάρχεις, μαμά, μαζί με τη βρύση που στάζει και μαζί με το χρόνο στο κομοδίνο σου…Γιατί αν πεθάνεις δεν θα’ μαι πια το παιδάκι κανενός και τα μαλλιά μου θ’ ασπρίσουν σε μια νύχτα. [σ. 60]

Εκδ. Εστία, 2010, σελ. 266.

08
Μάι.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 113

Μισέλ Σνεντέρ, «Θάνατος καθ’ ομοίωση. Στέφαν Τσβάιχ, 22 Φεβρουαρίου 1942», Φανταστικοί θάνατοι, εκδ. Καστανιώτη, 2004, μτφ. Γιάννης Στρίγκος [Michel Schneider, Morts imaginaires, 2003], σ. 256-257.

Προτού εγκαταλείψω τη ζωή, με τη θέλησή μου και έχοντας απολύτως τα λογικά μου, οφείλω να εκπληρώσω ένα τελευταίο καθήκον: να ευχαριστήσω με όλη μου την καρδιά τη Βραζιλία, αυτή την  υπέροχη χώρα, που πρόσφερε σ’ εμένα και τη δουλειά μου ένα λιμάνι τόσο ευχάριστο και τόσο φιλόξενο. Μέρα με τη μέρα, έμαθα να την αγαπώ όλο και περισσότερο, και σε κανένα άλλο μέρος στον κόσμο δεν θα είναι με τόσο μεγάλη προθυμία ξαναφτιάξει τη ζωή μου από την αρχή, από τη στιγμή που ο κόσμος της δικής μου γλώσσας χάθηκε για μένα και η πνευματική μου πατρίδα, η Ευρώπη, αυτοκαταστρέφεται.

Χρειάζονταν όμως, μετά το εξηκοστό έτος της ηλικίας μου, υπέρογκες δυνάμεις για να ξαναρχίζω τα πάντα πάνω σε καινούργιες βάσεις. Και οι δικές μου οι δυνάμεις έχουν εξαντληθεί από όλα αυτά τα χρόνια της περιπλάνησης χωρίς πατρίδα. Αυτός είναι κι ο λόγος που θεωρώ προτιμητέο να τελειώσω έγκαιρα και με το κεφάλι ψηλά μια ζωή για την οποία η πνευματική εργασία υπήρξε πάντοτε η πιο αγνή χαρά, και η προσωπική ελευθερία το υψηλότερο αγαθό ετούτου του κόσμου.

Αποχαιρετώ όλους μου τους φίλους! Τους εύχομαι να μπορέσουν ακόμα να δουν τη λάμψη της αυτής μετά τη μεγάλη νύχτα! Εγώ, πολύ ανυπόμονος, θα προηγηθώ!

06
Μάι.
12

Ολιβιέ Τοντ – Αλμπέρ Καμύ. Μια ζωή

Δημιουργός μύθων, εμπνευστής ζωής

«Πιστεύω πως ο συγγραφέας δεν πρέπει να αγνοεί τίποτε από τα δράματα του καιρού του και πως πρέπει να παίρνει θέση όποτε μπορεί ή γνωρίζει. Πρέπει όμως και να διατηρεί ή να παίρνει, από καιρού εις καιρόν, μια κάποια απόσταση απέναντι στην ιστορία μας» έλεγε σε συνέντευξή του στη Demain ο «κλασικός» πλέον Γάλλος στοχαστής, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος, δημοσιογράφος, δραματουργός, σκηνοθέτης και ηθοποιός Αλμπέρ Καμύ. Ένας κλασικός που χαρακτηρίζεται επικίνδυνος από τον παρόντα βιογράφο του, σε μια ογκώδη αλλά αναμφισβήτητα  αξιανάγνωστη βιογραφία, που δεν εξαντλεί απλώς με απόλυτη γραμμικότητα και εξαντλητικές λεπτομέρειες ολόκληρη τη ζωή και το έργο του συγγραφέα αλλά και παρουσιάζει για πρώτη φορά συζητήσεις με μεγάλο αριθμό προσώπων που διασταυρώθηκαν με την ζωή του, καθώς και ανέκδοτα κείμενα (μεταξύ των οποίων και η αλληλογραφία του). Οι παραπάνω σκέψεις του Καμύ σαφώς εντάσσονται σ’ έναν ευρύτερο προβληματισμό του όσον αφορά τη θέση και τη στράτευση του συγγραφέα, ένα ζήτημα που δεν σταμάτησε να τίθεται στο επίκεντρο των περί δημιουργίας προβληματισμών του. Σύμφωνα με τον δικό του κανόνα ζωής ένας συγγραφέας μπορεί να βοηθήσει μόνο μέσα από τα βιβλία του και δεν πρέπει να οικειοποιηθεί τον τίτλο του καθοδηγητή συνείδησης. Η παραπάνω στάση δεν αποτελεί παραίτηση αλλά αναγνώριση των ορίων του.

Το παρόν βιογραφικό δοκίμιο, εμπλουτισμένο όσον αφορά την ελληνική έκδοση με εξήντα σελίδες σημειώσεων, επιλεκτική βιβλιογραφία, ευρετήριο ονομάτων και δεκαεξασέλιδο με σαράντα φωτογραφίες, δεν αποτελεί, κατά επιθυμία του συγγραφέα του, ούτε απομυθοποίηση ούτε αγιογραφία. Ο Τοντ σαφώς διάκειται θετικότατα απέναντι στον Καμύ αλλά επιθυμεί να συμπεριλάβει στο φιλόδοξο πόνημά του κάθε υπαρκτό στοιχείο· σπάνια μια βιογραφία περιλαμβάνει τόσο υλικό «εναντίον» του βιογραφούμενου. Το desideratum του έργου είναι εμφανές: όλα τα στοιχεία του συναρπαστικού, πολύπλοκου και αντιφατικού βίου του Καμύ να παρατεθούν μπροστά στον αναγνώστη, ώστε ο ίδιος να οδηγηθεί στα προσωπικά του συμπεράσματα. Σημαντική μάλιστα βοήθεια σε τούτο προσφέρει η ιδιαίτερα ελκυστική πλευρά του βιβλίου που αφορά τη συνεχή επικοινωνία, αντιπαράθεση αλλά και συνύπαρξη (σύμφωνα άλλωστε με τον περίφημο ευφημισμό του Σαρτρ, στο άκουσμα της είδησης του θανάτου του Καμύ) με σπουδαία πρόσωπα της γαλλικής κουλτούρας: Αντρέ Μαλρώ, Πωλ Νιζάν, Ρεμόν Κενώ, Ρενέ Σαρ, Μωρίς Μερλό-Ποντύ, Σιμόν Ντε Μποβουάρ, με τον Σαρτρ βέβαια, κ.ά. Είναι αμέτρητες οι  μεταξύ τους συνομιλίες που αποκαλύπτουν βαθύτερες «συνομιλίες» σκέψης και πνεύματος.

Ο Καμύ αρνούνταν την πολιτική χωρίς ηθική, γεγονός που προκαλούσε και συνεχίζει να προκαλεί την θυμηδία τόσο της Αριστεράς όσο και της Δεξιάς. Ο ουμανισμός του, ακόμα και «πεισματάρικος» (κατά τον χαρακτηρισμό του Σαρτρ), υπήρξε καθολικός και αδιαπραγμάτευτος. «Γνωρίζουμε πως η εποχή των ιδεολογιών έχει παρέλθει» δήλωνε ήδη από το 1957, ενώ η άμεση αίσθησή του από την επίσκεψη στα σπίτια ενός ευημερούντος σοβιετικού κολχόζ ήταν η «αποπροσωποποίηση του ανθρώπου». Πρώην στρατευμένος στο Κομμουνιστικό Κόμμα, αρνήθηκε να θυσιάσει αυτούς που ονομάζει «Άραβες» και τις ιδέες του για την τέχνη στις πιέσεις ενός κόμματος «που θέτει το πολιτικό περιεχόμενο ενός έργου υπεράνω της καλλιτεχνικής φύσης του». Η ρήξη με τον κομματικό μηχανισμό τον σημάδεψε χωρίς να τον τραυματίσει, καθώς ουδέποτε αισθάνθηκε ότι πρόδωσε μια τάξη.

Στοχαστής και ηθικολόγος, απέρριψε τους πειρασμούς του ολοκληρωτισμού και τη δική του κλίση προς το μηδενισμό, ενώ κατάφερε να μην ολισθήσει ούτε προς τον κυνισμό. Αρνήθηκε τον φανατισμό, αλλά όχι την μαχητικότητα. Κόντρα στις τάσεις της εποχής του κατήγγειλε, όπως κι ο Όργουελ, τις φρικαλεότητες του στρατοπεδικού και αστυνομοκρατούμενου κόσμου της Αριστεράς και της Δεξιάς, ενώ ως το τέλος συμβούλευε να μη συγχέουμε την δημιουργία με την προπαγάνδα. Απομονώθηκε στο γαλλικό περιβάλλον όπου θριάμβευε ένας «ακατέργαστος μαρξισμός» και τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του υπήρξε ο αποδιοπομπαίος τράγος της «παραπληροφορημένης» παριζιάνικης Αριστεράς. Κι όμως, σε μια ζωή όπου αγωνίστηκε να ελέγξει τις αντιφάσεις της, συχνά προτιμούσε τους στρατευμένους ανθρώπους από τη στρατευμένη λογοτεχνία και στάθηκε με υποδειγματικό τρόπο στο πλευρό πολλών συγγραφέων ανεξαρτήτως παράταξης ή και φανατισμού. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν ήθελε να είναι ούτε θύτης ούτε θύμα: «Ξέφυγα […] απ’ όλους […] και κατά κάποιον τρόπο εγώ θέλησα να φύγουν όλοι από κοντά μου».

Σε σχέση με το πρόβλημα της Αλγερίας το πράγματα είναι περισσότερο περίπλοκα. Ο Τοντ κατά βάση συμφωνεί με την άποψη που εντοπίζει στον «Ξένο» «την ανησυχητική ομολογία μιας ιστορικής ενοχής που παίρνει τη μορφή μιας τραγικής πρόβλεψης». Απέναντι το αλγερινό ζήτημα ο Καμύ ήταν φορμαλιστής και ηθικολόγος: επιθυμούσε για την Αλγερία αυτό που ο καθένας, με επικεφαλής τη Ναντίν Γκόρντιμερ επιθυμεί σήμερα για την Νότια Αφρική: συνύπαρξη με ίσα δικαιώματα, δυο λαούς σε ένα έθνος και ένα κράτος πολυφυλετικού δικαίου. Εδώ ο βιογράφος ανασκευάζει τις κατηγορίες πως ο Καμύ υποστήριζε πάντοτε, αν όχι εμφανώς τουλάχιστο σιωπηρά, την καθεστηκυία τάξη και πως ουδέποτε διατάραξε το παραμικρό στον καπιταλιστικό και χριστιανικό πολιτισμό, διατηρώντας πάντα ένα πλευρό «γαλλικής Αλγερίας».

Ο τελικός απολογισμός, αν ποτέ μπορεί να υπάρξει τέτοιος, μας παραδίδει έναν ασίγαστα ανήσυχο κι εμπνευσμένο άνθρωπο που αισθανόταν καλλιτέχνης και «δημιουργός μύθων», που δεν υπήρξε μόνο ο συγγραφέας των σπουδαίων μυθιστορημάτων και δοκιμίων. Αλλά κι ένας ποιητής που δεν αισθανόταν τέτοιος, όμως μας κληροδότησε σελίδες πρόζας με έξοχο ποιητικό πλούτο· ένας στοχαστής που μας έδωσε ιδέες, ορισμένες από τις οποίες στο πεδίο της πολιτικής φιλοσοφίας γίνονται περισσότερο αποδεκτές σήμερα· ένας δημοσιογράφος που δεν αφοσιώθηκε ποτέ στην δημοσιογραφία για να διοχετεύσει την ενέργειά του στο τρίπτυχο «μυθιστόρημα, θεατρικό έργο και δοκίμιο». Κι όμως, για δυόμισι χρόνια υπήρξε ο πιο προικισμένος αρθρογράφος του γαλλικού Τύπου: τα άρθρα του ιδίως στην Combat και στην Alger Républicain σημαδεύουν μια εποχή, ενίοτε με την έμφαση του εφήμερου, την ίδια στιγμή που υποκύπτει αρκετές φορές στον μόνιμο πειρασμό κάθε στρατευμένου δημοσιογράφου, να διαμορφώσει ή και να αλλάξει την Ιστορία μέσα από τη γραφή του.

Εκείνος ο ρομαντικός, αντιεξουσιαστής συγγραφέας και διανοητής, ο γιος ενός οιναποθηκάριου και μιας αναλφάβητης γυναίκας, «ξοδευόταν αλόγιστα» σε μια γεμάτη ζωή, αγωνιζόμενος να ισορροπήσει ανάμεσα στα δύσκολα στοιχήματα, να λυτρωθεί από την πολιτική με την λογοτεχνία και να παραδοθεί άνευ όρων στην «αγάπη για τη ζωή» (τίτλο άλλωστε ενός από τα δοκίμια – νουβέλες του). Και εντέλει, μέσα από τον λογοτεχνικό ή πολιτικό λόγο ή και ενάντια σ’ αυτόν, να αφιερωθεί σ’ εκείνο που ο Τ.Σ. Έλιοτ ονόμασε «αμείλικτη μάχη με τις λέξεις» που «σκληραίνουν, ραγίζουν, γλιστρούν, χάνονται».

Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ. Ρίτα Κολαΐτη, σ. 788 [Olivier Todd, Albert Camus. Une vie, 1996].

Δημοσίευση σε: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 29 (άνοιξη 2012).

Οι εικόνες: Εvgeniya Kashina, Scenery sketch for a screen version «L’Etranger» by Albert Camus.

05
Μάι.
12

Ennio Morricone & Dulce Pontes – Focus (Universal, 2004)

Όπως θα έλεγε και το γνωστό ανέκδοτο… ποιος είναι αυτός δίπλα στην Dulce Pontes; Λοιπόν, πρέπει κάποτε ν’ αποδοθεί δικαιοσύνη για τον μαέστρο. Όλοι τον λένε μεγάλο και κορυφαίο, αλλά ζήτημα να έχουν ακούσει το ένα εικοστό από τις αμέτρητες δημιουργίες του. Το εκπληκτικότερο στην περίπτωσή του βέβαια δεν είναι ο αριθμός των πεντακοσίων και παραπάνω σάουντρακ· άλλωστε δεν είναι λίγοι οι scorers που χτυπάνε τριψήφιες κυκλοφορίες. Είναι το ότι για όσα αδιάφορα κι ανέμπνευστα σάουντρακ έχει φτιάξει (και δεν είναι λίγα), έχει τα αντίστοιχα πανέμορφα, σε μια μάλλον ανεπανάληπτη αναλογία.

Η σχετική βιομηχανία βέβαια μένει αδικαιολόγητα προσκολλημένη στον προ τεσσαρακονταετίας κόσμο του: ακόμα εκδίδονται συλλογές του που περιλαμβάνουν χιλιοπαιγμένες και καταγνωστές συνθέσεις του, κυρίως τις γουέστερν! Όμοια περίπτωση με τον Piovani: έχει φτιάξει μοναδικές κινηματογραφικές μουσικές και για όποιο σκηνοθέτη μπορεί κανείς να φανταστεί, το ίδιο και για καμιά 50αριά θεατρικές παραστάσεις, κι ο ευρύς κόσμος τον γνωρίζει μόνο από το μετριότατο La vita e bella, άντε κι απ’ το Kaos. Αισθάνομαι πάντως μια διαφορά ανάμεσα στους δύο Ιταλούς που αδυνατώ να εξηγήσω ή να επιχειρηματολογήσω σχετικά: ο Νικόλα βάζει μουσική υπόκρουση στις μνήμες και τις εικόνες μου, ο Έννιο στα συναισθήματα και τις συγκινήσεις μου. Είναι τυχαίο που ο Τορνατόρε διαλέγει μόνο αυτούς κι ότι αυτοί του δίνουν τον καλύτερο τους εαυτό; Και το τυχαίο αυτό παράδειγμα δεν είναι το μόνο που μπορώ να σκεφτώ.

Για την Dulce ας αποφύγουμε να εγκωμιάσουμε πολλά, γιατί φοβάμαι πως θα ολισθήσουμε στην αναπόφευκτη «έθνικ» οπτική: α, τι ωραία γλώσσα «εξωτική», α, τι μαγευτική χώρα η Πορτογαλία της, α, πόσο μυστηριώδης μα και κοντινή μας η κουλτούρα της, πόσο αγαπούμε τα fados (το εξωτικό που λέγαμε) και πόσο έχουμε γοητευτεί από τον Φερνάντο με τους δέκα ετερώνυμους και τον Ζοζέ που έφυγε με την Πέτρινη Σχεδία προς άλλες Αζόρες. Πάντως η Δουλτσινέα έχει, αναπόφευκτα, επιρροή μα όχι αντιγραφή από την Amalia Rodriguez, παρόλο που ο χαρακτηρισμός της ως νέα Αμαλία δείχνει την εκτίμηση του κοινού της χώρας της. Κυκλοφόρησε τα Lagrimas (1996), Caminhos (1998), A Brisa do Coracao (2000), Lusitania (2000), O Primeiro Canto (2001) κι ένα πρώιμο Best (2003), αφού πρωτοπέρασε από έργα, τηλεόραση και ευρωπαϊκούς διαγωνισμούς.

Έτσι σε τούτο το δίσκο – εναγκαλισμό των δύο προσώπων (που αμφότερα δηλώνουν πως ήθελαν από καιρό πολύ να συνεργαστούν) τίποτα δεν είναι απρόβλεπτο. Η φωνή της Pontes κάνει τη διαφορά στα μαγικά θέματα του θείου Έννιο. Τα τελευταία όταν ενδύονται με φωνή παίρνουν μια άλλη, εξίσου δραματική διάσταση, ακούγονται αλλιώς. Πόσο μάλλον τώρα, που με τούτη τη διαπεραστική φωνή ακούγονται διπλά αλλιώς, όταν δε άδονται με την συγκεκριμένη γλώσσα εκεί κι αν γίνονται ιδιαίτερα. Αντίθετα, όταν δοκιμάζει την αγγλική ή την γαλλική γλώσσα, κάτι χάνεται από την ατμόσφαιρα που η ίδια δημιούργησε, κάτι θυμίζει τις ερμηνείες των διαφόρων αμερικανίδων γλυκανάλατων κυριών. Ευτυχώς η πρώτη γλωσσική επιλογή είναι συχνότερη.

Συνεπώς έχουμε την ευκαιρία να μας ξανατρυπηθεί η καρδιά με το μελώδημα του Cinema Paradiso, να μελώσουμε με την ερωτική παράδοση της Κλαυδίας Καρδιναλίας στο ανεπανάληπτο Once Upon A Time In The West, να χαθούμε στα όρη και στα νερά του Νότου με τις νότες του Mission, όλα ούτως ή άλλως κορυφογραμμές του μουσικοκινηματογραφικού είδους. Λείπει βέβαια η άλλη μεγάλη στιγμή του Μεγάλου Αμερικάνου Παραμυθά, του Σέρτζιο Λεόνε, εκείνα τα ελεγειακά κομμάτια από το Once Upon a Time In America. Ασυγχώρητο! Ακόμα όμως και περισσότερο «κλασικά» δείγματα, όπως εκείνο του Moses ή του Chi Mai, αποκτούν άλλη διάσταση με τη φωνή της, εξίσου κινηματογραφική και ταξιδιάρικη. Ωραία θα ήταν ν’ ακούγαμε κι άλλες φωνητικές εκδοχές κινηματογραφικών συνθετών. Θα κέρδιζαν και τα δύο είδη, και φυσικά εμείς.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.

03
Μάι.
12

Edward W. Said – Αναστοχασμοί για την εξορία

Το ευαγγέλιο της ανεστιότητας

1. Η μη αναπαράσταση του αποπροσανατολισμού

Στο πρώτο του βιβλίο, που είχε ως αντικείμενο τον «Τζόζεφ Κόνραντ και την μυθοπλασία της αυτοβιογραφίας», ο Έντουαρντ Σαΐντ (1935-2003) χρησιμοποιούσε τον συγγραφέα ως παράδειγμα ανθρώπου του οποίου η ζωή και το έργο αντιπροσωπεύουν το πεπρωμένο ενός πλάνητος που γίνεται επιτυχημένος συγγραφέας σε μια επίκτητη γλώσσα, αλλά δεν μπορεί ποτέ να αποτινάξει την αίσθηση της αποξένωσης από τη νέα του, έστω και θαυμαστή, πατρίδα. Πράγματι: από την πρώτη στιγμή που εισέρχεται κανείς στη γραφή του, νιώθει απαραγνώριστη την αύρα του εκτοπισμού, της αστάθειας και της ιδιορρυθμίας. Κανείς δεν μπορούσε να αναπαραστήσει το πεπρωμένο του αποπροσανατολισμού καλύτερα από τον Conrad…Έπρεπε να περάσει πολύς καιρός μέχρι να συνειδητοποιήσουμε πως το έργο του συνίσταται ουσιαστικά στην εμπειρία της εξορίας και της αποξένωσης που δεν μπορεί ποτέ να αποκατασταθεί, ενώ όσο τέλεια και να μπορούσε να εκφράσει κάτι, πάντα θεωρούσε ότι το αποτέλεσμα μόνο κατά προσέγγιση εκφράζει αυτό που ήθελε να πει ή ότι η έκφραση ήλθε πάρα πολύ αργά…

2. Ενοχλητικά απροσδιόριστος

Βρισκόμαστε σε ένα από τα δεκάδες δοκιμιακά κείμενα του Σαΐντ που περιλαμβάνονται στον 800σέλιδο αυτόν τόμο, που όμως δεν έχει ως αντικείμενο την περίπτωση του Κόνραντ (σε αυτόν αφιερώνει ένα άλλο κείμενο που επίσης δημοσιεύεται εδώ) αλλά στην ίδια του τη ζωή. Πώς κάνει την σύνδεση; Αναγνωρίζοντας πως όλα όσα είχε ζήσει, τα είχε ζήσει ο Conrad πριν από αυτόν, με την διαφορά βέβαια πως εκείνος ήταν ένας Ευρωπαίος που μετακινήθηκε στην Ευρώπη. Ο Σαΐντ αντίθετα γεννήθηκε στην Ιερουσαλήμ, βρέθηκαν με την οικογένειά του ως πρόσφυγες στην Αίγυπτο, έλαβε την παιδεία του σε αποικιακά, αγγλικά ιδιωτικά σχολεία και τελικά πήγε στις ΗΠΑ. Ενοχλητικά απροσδιόριστος, με μητρική γλώσσα τα αραβικά και σχολική τα αγγλικά, και με την αίσθηση «πως βρισκόταν εκτός τόπου, ότι στεκόταν σε λάθος γωνία, σε ένα μέρος που έμοιαζε να του ξεγλιστρά τη στιγμή που προσπαθούσε να το ορίσει ή να το περιγράψει».

Μολονότι με είχαν μάθει να πιστεύω και να σκέφτομαι σαν Άγγλος, με είχαν επίσης εκπαιδεύσει να δέχομαι την ιδέα πως ήμουν ένας ξένος, ένας μη Ευρωπαίος Άλλος, ο οποίος είχε μάθει από τους ανωτέρους του να γνωρίζει ποια είναι η θέση του και να μη φιλοδοξεί να γίνει Βρετανός. Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε Εμάς και σε Αυτούς ήταν γλωσσική, πολιτισμική, φυλετική και εθνοτική. […] Όντας συγχρόνως έγχρωμος και αγγλικανός, βρισκόμουν σε μια κατάσταση διαρκούς εμφύλιου πολέμου.

Όταν ο Σαΐντ πήγε το 1963 στη Νέα Υόρκη για να διδάξει στο Κολούμπια (ενώ στο μεταξύ η οικογένειά του μετακόμισε στον Λίβανο) ο περίγυρός του θεωρούσε πως είχε εξωτικό και «κάπως ακαθόριστο αραβικό υπόβαθρο». Εκείνος όμως είχε ήδη αποφασίσει να σταθεί εκτός του πλαισίου που κάλυπτε τους συγχρόνους του. Μπορεί να ένοιωθε ζήλεια για φίλους που είχαν ως γλώσσα τη μία ή την άλλη, είχαν ζήσει στο ίδιο μέρος όλη τους τη ζωή και που πραγματικά ανήκαν κάπου, αλλά εξοικειώθηκε έγκαιρα με το γεγονός ότι δεν θα ανήκε ποτέ σ’ αυτές τις κατηγορίες. Άλλωστε πάντοτε ελκυόταν από ισχυρογνώμονες αυτοδίδακτους και κάθε λογής απροσάρμοστους, με τρόπο σκέψης άκρως ατομικιστικό και αμίμητο, με εκφραστικά μέσα εκκεντρικά, λεπτοδουλεμένα και αυτοσυνείδητα: Conrad, Vico, Adorno, Swift, Hopkins, Auerbach, Gould.

3. Εντός μη ύπαρξης και μη ιστορίας

Η συλλογική συνέχεια είναι γνωστή: Οι περισσότεροι Παλαιστίνιοι υποχρεώθηκαν να ζήσουν ως πρόσφυγες και να συμφιλιωθούν με το εκμηδενισμένο τους παρόν, ακολουθώντας την ίδια πορεία με την πρώτη γενιά Παλαιστινίων προσφύγων, που είχαν διασκορπιστεί σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο, χωρίς τη δυνατότητα εργασίας ή μετακίνησης, συχνά περιορισμένοι σε στρατόπεδα όπως τα Σάμπρα και Σατίλα της Βηρυτού, που 34 χρόνια αργότερα έγιναν τόποι σφαγής. Ο ίδιος εκπονούσε το έργο του σε μια σφαίρα σχεδόν ολοκληρωτικά αρνητική, στη μη ύπαρξη και στη μη ιστορία. Αναπόφευκτα στράφηκε στην γραφή ως κατασκευή πραγματικοτήτων και ασφαλώς προσανατολίστηκε στον κόσμο της εξουσίας και των αναπαραστάσεων που υποδεικνύουν μια πραγματικότητα και συγχρόνως σβήνουν άλλες.

Ο Σαΐντ άρχισε να έχει εχθρούς απ’ όλες τις πλευρές: χαρακτηριζόταν ναζί από τον Εβραϊκό Αμυντικό Σύνδεσμο και υπέρ το δέον φιλελεύθερος από την άκρα αριστερά, εφόσον υποστήριξε την ιδέα της συνύπαρξης Ισραηλινών Εβραίων και Παλαιστινίων Αράβων. Για πολλούς φίλους, ως Παλαιστίνιος, ήταν ένα είδος μυθολογικού όντος, κάτι σαν τον μονόκερω, ενώ μετά την Ιντιφάντα άρχισε να παίζει τον ρόλο του υποκατάστατου που συρόταν από δω και από κει για μια δήλωση των δέκα δευτερολέπτων. Από τα κείμενά του στον αραβικό Τύπο και παρά την αντιθρησκευτική του πολιτική χαρακτηρίζεται ως υπερασπιστής του Ισλάμ και απολογητής της τρομοκρατίας.

4. Ο ακηδεμόνευτος διανοούμενος και η αποδοχή του ασυμβίβαστου

Πρέπει να υπερασπιζόμαστε τους λαούς και τις ταυτότητες που απειλούνται με εξαφάνιση ή καθυποτάσσονται επειδή θεωρούνται κατώτερης φύσεως· άλλο αυτό, όμως, και άλλο να μεγαλοποιούμε ένα παρελθόν που έχει επινοηθεί για την εξυπηρέτηση υποθέσεων του παρόντος. […] Έχοντας ο ίδιος χάσει μια πατρίδα, δίχως μάλιστα ελπίδα να την ξανακερδίσω άμεσα, δεν βρίσκω ιδιαίτερη παρηγοριά στην «καλλιέργεια ενός νέου κήπου» ή στην επιδίωξη της ένταξης σε άλλον οργανισμό. Έμαθα από τον Adorno ότι η συμφιλίωση που επιτυγχάνεται εξαναγκαστικά είναι πράξη δειλίας και ψεύδους: προτιμότερη είναι μια χαμένη υπόθεση….

Η πρισματική ιδιότητα της γραφής κάποιου, όταν αυτός δεν ανήκει πλήρως σε ένα στρατόπεδο ή δεν είναι φανατικός οπαδός ενός συγκεκριμένου αγώνα δεν είναι καθόλου ευχάριστη υπόθεση· έχω αποδεχτεί την αδυνατότητα συμφιλίωσης των διαφόρων αλληλοσυγκρουόμενων ή τουλάχιστον ατελώς εναρμονισμένων πτυχών του στοιχείου που φαίνεται πως αντιπροσωπεύω. Υπάρχει μια φράση του Gunter Grass που περιγράφει τη δύσκολη αυτή θέση: πρόκειται για τη θέση του «ακηδεμόνευτου διανοούμενου».

5. Οι χαμένες υποθέσεις και το αλύτρωτο μυθιστόρημα

Υπάρχει ένας προστάτης άγιος των χαμένων υποθέσεων, ο Άγιος Ιούδας, που είχε την ατυχία να τον συνδέουν με τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, οπότε και επονομάστηκε Ιούδας ο Κρυφός, που αποτελεί το σύμβολο όλων εκείνων που δεν έχουν καταφέρει να διακριθούν, εκείνων που είδαν τις υποσχέσεις να μένουν ανεκπλήρωτες, εκείνων που οι προσπάθειες δεν έχουν ευοδωθεί. Ο Jude the Obscure [Τζουντ ο αφανής] του Thomas Hardy προοριζόταν ακριβώς να λειτουργήσει ως σφοδρή επίθεση σε κάθε ανάλογη παραμυθία. Ο Τζουντ κυριεύεται από την ιδέα πως πρέπει να προσπαθήσει να κατακτήσει την μάθηση, την επιτυχία, έναν ανώτερο σκοπό στη ζωή – εντούτοις στο διάβα του δε βρίσκει παρά ατυχίες, απογοητεύσεις και μπλεξίματα και οδηγείται σε απελπιστικό ξεπεσμό. Οποτεδήποτε επιχειρεί να βελτιώσει τη μοίρα του, έρχεται αντιμέτωπος με απίστευτες αντιστάσεις. Ο Hardy φροντίζει ώστε τόσο οι περιστάσεις όσο και οι αδυναμίες του Τζουντ να υπονομεύουν οτιδήποτε κάνει. Δεν είναι μόνο ότι ο Θεός έχει εγκαταλείψει τον κόσμο, είναι επίσης ότι κάθε ανάμνηση ή ίχνος που έχει απομείνει από έναν προηγούμενο κόσμο είτε λοιδορεί χωρίς συναίσθηση τη δυστυχία του ατόμου είτε είναι σκοπίμως μη λυτρωτικό, μη θεραπευτικό [σ. 774].

Ιδού λοιπόν, γράφει ο Σαΐντ στο κείμενο Περί χαμένων υποθέσεων,  ένα κοινό στοιχείο των Cervantes, Flaubert και Hardy: οι ώριμες αφηγήσεις τους προς τα τέλη της σταδιοδρομίας τους (τη στιγμή που αισθάνεται κανείς την ανάγκη να συνοψίσει και να προβεί σε κρίσεις όσον αφορά την επιτυχία των νεανικών ονείρων και φιλοδοξιών) εκθέτουν ειρωνικά την απόκλιση μεταξύ πραγματικότητας και απώτερου σκοπού. Είτε συμμορφώνεται κανείς προς τις άθλιες συνήθειες του κόσμου, είτε εξοντώνεται – όπως ο Τζουντ, η Έμμα Μποβαρύ και ο Δον Κιχώτης. Και το μυθιστόρημα προσφέρει ακριβώς μια αφήγηση χωρίς λύτρωση.

6. Υπερόριες λογοτεχνίες, μάταιοι εθνικισμοί

Μεγάλο μέρος της ζωής του εξόριστου αφιερώνεται στην αντιστάθμιση της αποπροσανατολιστικής απώλειας μέσω της δημιουργίας ενός νέου κόσμου προς κυριάρχηση. Δεν είναι παράξενο που τόσο πολλοί εξόριστοι είναι μυθιστοριογράφοι, σκακιστές, πολιτικοί ακτιβιστές και διανοούμενοι. Καθεμιά από αυτές τις ασχολίες απαιτεί ελάχιστη επένδυση σε αντικείμενα και επιβραβεύει την κινητικότητα και την ικανότητα. Ο νέος κόσμο του εξόριστου, κατά τρόπον αρκετά λογικό, είναι ένας κόσμος αφύσικος και εξωπραγματικός – ιδιότητα που προσεγγίζει τη μυθοπλασία. Ο Georg Lukács στο έργο του Η θεωρία του μυθιστορήματος, ισχυρίζεται με ακαταμάχητη πειθώ ότι το μυθιστόρημα, ως λογοτεχνικό είδος που έχει δημιουργηθεί από την εξωπραγματικότητα της φιλοδοξίας και της φαντασίας, αποτελεί την κατεξοχήν μορφή «υπερβατικής ανεστιότητας». [σ. 297]

Η εξορία είναι, γράφει ο Σαΐντ συναρπαστική ως σκέψη αλλά φρικτή ως εμπειρία. Είναι η αθεράπευτη ρήξη που επιβάλλεται βιαίως ανάμεσα σε έναν άνθρωπο και έναν τόπο, στον εαυτό του και στην πραγματική του πατρίδα. Ενώ μάλιστα αληθεύει ότι στη λογοτεχνία και την ιστορία μπορούμε να εντοπίσουμε ηρωικές, ρομαντικές, ένδοξες ή και θριαμβευτικές στιγμές από τη ζωή του εξόριστου, κατ’ ουσίαν πρόκειται απλώς για προσπάθειες με σκοπό την υπέρβαση της συντριπτικής θλίψης της αποξένωσης. Τα επιτεύγματα της εξορίας υποσκάπτονται διαρκώς από την απώλεια ενός πράγματος που έχει μείνει πίσω για πάντα. [σ. 286]

Τίθεται εδώ το ερώτημα: αν η πραγματική εξορία είναι μια κατάσταση οριστικής απώλειας, πως έχει μετατραπεί τόσο εύκολα σε στοιχείο που επηρεάζει ή και εμπλουτίζει την σύγχρονη κουλτούρα; Ειδικά η νεότερη δυτική κουλτούρα είναι, σε μεγάλο βαθμό, έργο εξόριστων, αυτοεξόριστων και προσφύγων. Ο George Steiner έχει γράψει ότι ένα ολόκληρο είδος της δυτικής λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα είναι «υπερόρια» [extraterritorial] λογοτεχνία – μια λογοτεχνία από εξόριστους για εξόριστους. Πολύ περισσότερο η εποχή μας, με τις σύγχρονες μορφές πολέμου, τον ιμπεριαλισμό και τις εθνοκαθάρσεις των ολοκληρωτικών καθεστώτων είναι η κατεξοχήν εποχή του εξόριστου, του εκτοπισμένου και του μαζικού μετανάστη.

Ο εθνικισμός είναι ο ισχυρισμός ότι υπάγεσαι και ανήκεις σε έναν τόπο, έναν λαό, μια κληρονομιά. Με τον καιρό οι επιτυχημένοι εθνικισμοί θεωρούν πως μόνο οι ίδιοι είναι κάτοχοι της αλήθειας και αποδίδουν το ψεύδος και την κατωτερότητα στους ξένους. Ακριβώς πέραν του συνόρου ανάμεσα σε «εμάς» και τους «ξένους» βρίσκεται η επικίνδυνη επικράτεια του μη ανήκειν…Η εξορία, αντίθετα με τον εθνικισμό, είναι μια κατάσταση ασυνεχούς ύπαρξης – οι εξόριστοι αποκόπτονται από ρίζες, τόπο, παρελθόν. Το πιο παράξενο από τα δεινά που περνάει ένας εξόριστος είναι να εξορίζεται από εξόριστους: το 1982 οι Παλαιστίνοι άρχισαν ξανά να εκδιώκονται από τους προσφυγικούς τους καταυλισμούς στο Λίβανο, έχοντας ήδη διωχθεί από τον τόπο τους το 1948, πασχίζοντας τώρα να ανασυστήσουν μια εθνική ταυτότητα στην εξορία.

Ο Σαΐντ δεν περιορίζεται στην καταγραφή των σχετικών ιδεών αλλά διαπερνά συγκεκριμένες ενδιαφέρουσες περιπτώσεις λογοτεχνών και κειμένων: τα ποιήματα του Mahmoud Darwish (το έργο του οποίου αποτελεί μια επική προσπάθεια μετουσίωσης των στίχων της απώλειας στο επ’ αόριστον αναβληθέν δράμα της επιστροφής, το διήγημα Έημυ Φόστερ του Joseph Conrad (το πιο ασυμβίβαστο κείμενο απεικόνισης της εξορίας που έχει γραφτεί μέχρι σήμερα, με την εμμονή του αυτοεξόριστου στο πεπρωμένο του), το Minima Moralia, την αυτοβιογραφία του Theodor Adorno που γράφτηκε στην εξορία και που έγραφε πως το μόνο «σπίτι» που υφίσταται πλέον, αν και εύθραυστο και ευάλωτο είναι η γραφή. Σε κάθε περίπτωση η κατάσταση του εξόριστου είναι κατά τη σύγχρονη εποχή η κατάσταση που βρίσκεται πλησιέστερα στην τραγωδία.

7. Απόδημες κοινότητες και ετερογενείς κουλτούρες

Ο τόμος περιλαμβάνει 46 δοκίμια που γράφτηκαν από το 1967 έως το 1998 και δημοσιεύτηκαν στα Times Literary Supplement, New Statesman, The Nation, London Review of Books, Granta, Partisan Review, Modern Language Notes, Raritan: A Quarterly Review, Critical Inquiry, The Hudson Review, σε θεματικούς τόμους, ως εισαγωγές εκδόσεων κ.ά., μαζί μ’ ένα εκδιδόμενο για πρώτη φορά. Η γνώριμη ευρύτατη θεματολογία του (πολιτική, εξορία, αποικιοκρατία, λογοτεχνία, θεωρία, κριτική) εμπλουτίζεται με κείμενα για τους Eric Hobsbawm, Ernest Hemingway, E.M. Cioran, T.E. Lawrence [της Αραβίας], George Orwell, Nagib Mahfouz Michel Foucault, V.S. Naipul, Georg Lukács, Herman Melville, Maurice Merleau – Ponty, R.P. Blackmur, Georges Poulet, E.D.Hirsch, John Berger, την αραβική πρόζα μετά το 1948 κ.ά.

Δεν είναι τυχαίο πως ακόμα και η συναρπαστική εκτεταμένη εισαγωγή έχει ως τίτλο Κριτική και εξορία, καθώς γράφεται, όπως και όλα τα κείμενα, στη Νέα Υόρκη πολλά στοιχεία της οποίας προήλθαν από τις απόδημες κοινότητες (Ιρλανδών, Ιταλών, Εβραίων Ανατολικοευρωπαίων και μη, Αφρικανών, Μεσανατολιτών, Απωανατολιτών, κατοίκων των νησιών της Καραϊβικής) ενώ σήμερα παραμένει πόλη μεταναστών και εξόριστων ταυτόχρονα αλλά και συμβολικό κέντρο της παγκοσμιοποιημένης υστεροκαπιταλιστικής οικονομίας. Βέβαια είναι η «άλλη» Νέα Υόρκη, των κοινοτήτων, της τριτοκοσμικής διασποράς, την πολιτικής των εκπατρισμένων, των πολιτιστικών συζητήσεων που τον ενέπνευσε να ζήσει εδώ και α γράψει σε πείσμα του ρατσισμού εναντίον όλων των μη ευρωπαϊκών πολιτισμών, παραδόσεων και λαών, να προβεί σε κριτική ανάλυση του ευρωκεντρισμού και να φωνάξει πόσο ανεπαρκής είναι η πολιτική της ταυτότητας και πόσο εσφαλμένη η απόδοση προτεραιότητας σε μια συγκεκριμένη παράδοση έναντι όλων των άλλων. Ο Σαΐντ στάθηκε πάνω απ’ όλα στη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι όλες οι κουλτούρες συνίστανται πάντοτε από μεικτούς, ετερογενείς, ακόμα και αλληλοαναιρούμενους λόγους.

Πλήρης τίτλος: Αναστοχασμοί για την εξορία και άλλα δοκίμια λογοτεχνικής και πολιτισμικής θεωρίας. Εκδ. Scripta, 2006, [Πολιτιστική Θεωρία – Κριτική], μτφ. Γιάννης Παπαδημητρίου, 860 σελ. [Reflections on Exile and Other Literary and Cultural Essays, 2001]

Στις εικόνες, εκτός του συγγραφέα, καθημερινά στιγμιότυπα από την συμβίωση Παλαιστινίων – Ισραηλινών, Παλαιστίνιοι  (1948) και Βόσνιοι πρόσφυγες, στρατόπεδα Παλαιστινίων προσφύγων σε Ιορδανία και Λίβανο και οι J. Conrad, T. Hardy και T. Adorno.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή στο mic.gr υπό τον τίτλο Ένας Παλαιστίνιος στην Αμερική.

02
Μάι.
12

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 58

                                                                                                                                                                                                                 Οδός Πανός, τεύχος 118, Παρουσία τεύχος 18, Εντευκτήριο, τεύχος 53.

Έξω: το ανοιχτό βλέμμα των συγγραφέων, το κλειστό μιας μούσας κι ένα χρώμα ως πλαίσιο. Μέσα: αμέτρητα βλέμματα συγγραφέων, μούσες και χρώματα στις ένθετες ιστορίες των ανεξάντλητων λογοτεχνικών περιοδικών.

01
Μάι.
12

Τα αριστουργήματα της ντροπής

Αφιέρωμα

Άλλο ένα συλλογικό αφιέρωμα του mic.gr ξεγύμνωσε τις αληθινές μας προτιμήσεις και μας ώθησε να αποκαλύψουμε τα αριστουργήματα που πάντα απολαμβάναμε αλλά ντρεπόμασταν να παραδεχτούμε. Ιδού η δική μας εξομολόγηση (πρώτη δημοσίευση εδώ), ιδού και τα υπόλοιπα κείμενα υπό τον τίτλο Ένοχες απολαύσεις.

Ελεύθεροι – Έμαθα ελεύθερος να ζω

Δεν ξέρω ποιοι τους ονόμασαν Παπαροκάδες, (το ροκάδες δεν ήταν υποτιμητικός όρος από εφημερίδες τύπου Ελεύθερος Τύπος στα 80s;). Προφανώς τίποτα τιποτένιοι ισοπεδωτικοί δημοσιογραφίσκοι. Καλύτερα θα τους πήγαινε Παπα Ρόκερς, Πατερόκερς, Πουρόκερς, έστω. Αφού όμως τους διέφυγε η ειρωνεία του ονόματος και το (καλο)δέχτηκαν, εμάς δε μας πέφτει λόγος. Ακόμα θυμάμαι τον Μουλατσιώτη, πόσο καμάρωνε όποτε τον καλούσαν σ’ εκπομπές, ιδιαίτερα με το ωραίο μαύρο μπερεδάκι με τους σταυρούς, που όμως ήταν καθαρά punk αισθητικής: το είχα δει – το ορκίζομαι – χρόνια πριν στο Remember στην Αδριανού. Μετά είδαμε τον ψυχοτροπικό τους παράδεισο στο Τρίκορφο Δωρίδας, το μνημειώδες κιτς μοναστήρι με τα 1000 σήμαντρα (που θα μπορούσαν με ομαδική κρούση να οδηγήσουν σε παράκρουση υπό το νέο μουσικό είδος bell noise) με γήπεδο μπάσκετ παρακαλώ, όπου ο γνώριμος ψηλός μουσάτος του συγκροτήματος συχνά νικούσε κάτι παιδάκια που τα περνούσε τουλάχιστον τρία κεφάλια.

Πάμε στην θεϊκή μουσική. Στην εισαγωγή, ένα αέρινο συνθεσαιζάρισμα. Μετά είναι αλήθεια τρομάζεις λίγο με τη φωνή, που ο παραγωγός (προφανώς οι ίδιοι, με την συγκινητική διάθεση μάθησης που έχουν στις μονές να κάνουν τα πάντα) έβαλε τόσο μπροστά από τα όργανα. Το ενδιάμεσο μεταξύ κουπλέ ρεφρέν σαφώς φέρει σφραγίδα James, εκείνη την ροκ ποπ έξαρση. Το μόνο λάθος ήταν τα βιντεοκλιπάκια με παλιομοδίτικη τεχνοτροπία 80s, όπου η υποτιθέμενη τρομερή τηλεοπτική συσκευή του μέλλοντος θυμίζει περισσότερο την μαυρόασπρη της γιαγιάς στο χωριό.

Οκ, ο Θεός λυτρώνει και απελευθερώνει. Το ροκ όμως περισσότερο, γιατί λίγο καιρό μετά ο ψηλός Ελεύθερος καλόγερος θα αφήσει το μοναστήρι και το βαρετό μπακότερμα για την ζωή του κοσμικού. Γιατί μέσα στις ροκιές, είδε πως η Ζωή Είναι Αλλού. Αθάνατο ροκ εντ ρολλ, μόνο εσύ βγάζεις τον πραγματικό εαυτό των ανθρώπων!

Χρήστος Αυγερινός – Για τα μάτια του κόσμου

Με χαίτη στο στιλ του Σαράντη Σαλέα και μια ένρινη ερμηνεία που αφήνει μίλια πίσω τον Βοσκόπουλο (τον οποίο κατηγορήθηκε πως μιμήθηκε), ο Αυγερινός εδώ άγγιξε την τελειότητα μ’ ένα άσμα απόλυτου πόνου (η Μαύρη Κυριακή που τραγουδίζει είναι η δικιά μας Gloomy Sunday) αλλά και ένδειξης τζεντλεμανικής ανωτερότητος: Μα όταν πονέσεις και κλάψεις μια μέρα, που δε θα το θελα ποτέ, ποτέ αυτό/ στα χέρια του κόσμου να βάλεις τη βέρα, να μοιραστείτε τον καημό. Σωστός Άρχοντα! Και στα χέρια του κόσμου να (τους) τη βάλει, κι όπου αλλού (όπως υπονοείς)!

Εκπληκτικά γυρίσματα στα κήμπορντς (μ’ έναν πεντακάθαρο ήχο που μόνο τα σκυλαδικίσια πλήκτρα μπορούν να εξαγάγουν), αυτό το στροβιλιστικό ζεϊμπέκικο με τις εμπνευσμένες ομοιοκαταληξίες [ανωτερός μου/φώς μου/κόσμου] λατρεύτηκε από τις δισκοθήκες των Γιαννιτσών ως τα μπαρ των Μολάων Λακωνίας, και το άκουσα αυτοαυτόπως από τις καφετέριες της Τσαριτσάνης επαρχίας Ελασσόνος (τόπος καταγωγής του) μέχρι τα ΚΤΕΛ Κομοτηνής. Ο ορισμός του One hit wonder: ο Αυγερινός δεν επανέλαβε ποτέ την επιτυχία του.

Κάποτε έπαιξα μπάρμαν σ’ ένα πέμπτης κατηγορίας επαρχιακό σκυλάδικο κάπου κοντά στο Σιδηρόκαστρο Σερρών. Με το που μπαίνει ο Αυγερινός (το κομμάτι) ένοιωσα άτρωτος: πέταξα για πρώτη φορά, με τριπλό γύρισμα, το Τζακ Ντάνιελς στον αέρα, κι έπιασε! Στην επόμενη ριξιά, κάποιες μέρες μετά αλλού, με κάτι θλιβερά παλιοροκάδικα, το έκανα χίλια κομμάτια.

Πασχάλης – Παραδώσου λοιπόν

Έχοντας μια εμμονή με την επιστήμη της Ιστορίας είχα πάντα ένα παράπονο: ποτέ η ποπ δεν καταδέχτηκε να ασχοληθεί στιχουργικά με κάτι επικό από δαύτην. Μέχρι το 1987, στο τρομερό comeback του αειίδιου, ανάλλαχτου, αιώνιου Πασχάλη, όπου στην ίδια ποπάρα χωράει μέσα τους Κριτές του Γεδεών, τους Βίκινγκς των Θαλασσών, τους Ρωμαίους, τους Πέρσες, τον Τζένκις Χαν (ενώ φήμες λένε πως στην εξτέντιντ βέρσιον είναι μέσα κι οι Βούλγαροι Κομιτατζήδες).

Ακριβώς 20 χρόνια μετά, ένας Πασχάλης πάντα χαιτίσιος αλλά αμήχανος κλήθηκε να λογοδοτήσει για ένα στιγμιαίο λάθος και μερικές σπιτικές μαρμελάδες που έφτιαχνε για μια παγανίστρια. Εξαιρετικά άδικο. Δε γίνεται ο τροβαδούρος της αγάπης να εγκαλείται επειδή δεν έκανε τίποτε άλλο από το να παραδοθεί άνευ όρων, ακριβώς στην γυναίκα με την καλύτερη ιστορική συνείδηση, επαληθεύοντας το τραγούδι. Σαν τον Ιβάν τον Τρομερό, και σαν τον Μέγα Αλεξανδρό…  [καλύτερος ήχος αλλά χωρίς φάτσα Πασχάλη εδώ].

Ρόμπερτ Ουίλλιαμς – Ζήτω η Ελλάδα/Ο ύμνος της γαλάζιας γενιάς

Το κορυφαίο τραγούδι της Γαλάζιας Γενιάς (σε κουβά με μπογιά πέσανε; αναρωτιόταν ο Αργύρης Ζήλος σ’ εκείνα τα (οινο;)πνευματώδη σχολιάκια του στον Ήχο). Αν εγώ ένας Μη ΝουΔός αισθάνομαι τέτοια ανάταση ακούγοντας το κομμάτι, τι θα παθαίνουν οι πιστοί του κόμματος; Πολλαπλούς οργασμούς στην Τσιμισκή και στην Τσακάλωφ; Κάποιος κακεντρεχής ίσως εντοπίσει φτηνό αρμονιάκι που πουλούσαν τότε ακόμα και τα ψιλικατζίδικα της γειτονιάς, αλλά θα τον αγνοήσω. Απορώ πώς οι υπέρμαχοι του τριπτύχου κράτος – θρησκεία – το άλλο ξεχνάω τι είναι – δεν το έχουν ύμνο. Αργότερα ο σεβάσμιος Ρόμπερτ επέμενε πως είχε δει UFO και γενικώς ήταν από τους πρώτους που είχε ασχοληθεί με το θέμα (Respecto, Roberto). Μετά βέβαια σκεφτόμουν ότι μπορεί να έβλεπε τα ΟΥΦΟ του υμνηθέντος κόμματος: πάντα εκτός τόπου, χρόνου και γαλαξία.

Οι Άσοι της Πένας (Μάκης Τριανταφυλλόπουλος) – Διακοπές

Ο άνθρωπος που είναι παντού, άλωσε και το τραγούδι! Ζαμπέτεια εισαγωγή, καρό πουκαμισάκι, ελεεινή εμφάνιση ντουέτου λερών μουσάτων (δίσκος: Τζώνυ – Μαξ – Οι Άσοι της Πένας) η γνώριμη φωνή αρχίζει… Όχι, σήμερα δεν θα μιλήσει για το λάδωμα των πολιτικών αλλά για το λάδωμα της φέτας! At last! ……… ουζάκι με μεζέ/ξυδάτο χταποδάκι/λαδόκολα φτηνή/φέτα με καρπούζι/ψωμάκι ζυμωτό/σαλάτα λαδοτύρι/ξυλάκι παγωτό… Κοινώς, ένας πλήρης κατάλογος ελληνούλικων πλην συμπαθητικούλικων λεξούλων, του γνωστού κλίματος της νεοελληνικής κλαψοκατάστασης με ολίγη από έξω ντέρτια και καημοί. Απέθαντε Μάκη…Κάθε στιγμή που στην εκπομπή σου μαλώνεις τους καλεσμένους – πολιτικούς (οι οποίοι πάντα χαμηλώνουν το κεφάλι ή το βουλώνουν όποτε τους διακόπτεις γιατί στήνουν και πωπό για ολίγη prime time δημοσιότητα), ε βάζε και μετά το Διακοπές, να γελάει λίγο το χειλάκι τους.

Αλέξια – Άσπρο Μαύρο

Τόσο ανεβαστικό, τόσο ερωτικό. Και μια άρτια σύνθεση. Το κορίτσι με τα τεράστια μάτια και την κυπριακή προφορά (αμφότερα στοιχεία ερωτικά, κατ’ εμέ) διπλάρωσε τον χαριτωμένο Χαριτοδιπλωμένο που της έ(γ)ραψε τις κατάλληλες συνθέσεις. Η καλύτερη εκτέλεση παίχτηκε στο ραδιόφωνο, όταν ήταν καλεσμένη σ’ έναν από τους φλώρικους σταθμούς της Θεσσαλονίκης (Ράδιο Θεσσαλονίκη). Οι εκφωνητές με μια γλοιώδη αρρενωποβραχνίζουσα φωνή κάθε φορά χαιρετούσαν τον απλό λαούλη (Καλησπέρα και σ’ εσένα ταξιτζή που μου κάνεις σινιάλο, και σ’ εσένα μπογιατζή με την ταβανόβουρτσα που ανηφορίζεις την Αγγελάκη – προφανώς ο μπογιατζής ήταν εν έτει 1988 καλωδιωμένος, αν και το πιθανότερο είναι να επρόκειτο για παράνομο αφισοκολλητή). Ε, εκεί λοιπόν παίζουν το κομμάτι στο δίσκο, ψιθύριζε η Αλέξια από πάνω, και τους τα συγχώρεσα όλα…

Διάλειμμα για διαφημίσεις

Μέσα στους σκουπιδότοπους των διαφημιστικών jingles οπωσδήποτε κρύβονται σπάνια μονόλεπτα αριστουργήματα. Επιλέγω μόνο δυο τέτοια, ένα παλιό κι ένα καινούργιο: της κολώνιας 4711 (girl group μαργαριτάριον) και το υπέροχο Όπου σαντιγί/γιώτης Γκαρνί!, αυτό το υποδειγματικό (με τρία μέρη) ποπάκι, φανταστείτε το με γυναικεία girl pop φωνητικά στο κλίμα της Creation ή της Sarah (και όχι με τον  παχουλό μάγειρα που γλύφει το υπερμέγεθες δάχτυλό του), και ευ-δαιμονιστείτε!

C.C.Catch – Cause you are young

Το απόλυτο italodisco της εποχής, με στέλνει κατευθείαν στις υποσχέσεις των εφηβικών μου 80s. Εξαιρετικό εύρημα οι πινελιές ηλεκτρικής κιθάρας πάνω στα σύνθια και βέβαια μια Γυναικεία Υποσχετική Φωνή που σου ηρεμούσε τις …εχμ…. ανησυχίες της ηλικίας με λόγια όπως: You’re a hero, You’re a man… You will always be so strong/you are right/don’t give up… Έτσι δυνατός άνδρας ένοιωθα κι εγώ ακούγοντάς το, άλλο αν αμέσως μετά δεν μπορούσα να σηκώσω ούτε δίκιλο βαράκι. Κάποια στιγμή απογοητεύτηκα όταν έμαθα πως ήταν παντρεμένη μ’ έναν από τους δυο Modern Talking (δεν θυμάμαι ποιον, τον μελαχρινό που είχε μια φορά – αλήθεια – καεί από το σολάριουμ, όπως διάβασα στην Μανίνα της αδελφής μου ή τον ξανθομπούμπουρα, με τα φρικτά, τσιριχτά βήτα φωνητικά του σ’ όλα, μα όλα, μα όλα τα κομμάτια τους). Αλλά τη συγχώρεσα, γιατί σίγουρα αν τη ρωτούσα γιατί όχι μ’ εμένα, θα μου απαντούσε Cause You Are Young! Τώρα που μεγάλωσα, πού είσαι ΣίΣι;

Lucia – Marinero

Σκοτεινά ξημερώματα έξω από το ετοιμόρροπο Λύκειό μου στην Κυψέλη (τι ωραίο που φαινόταν βράδυ, σκεφτόμουν, και ειδικά αν φλεγόταν, ξανασκεφτόμουν), έχουμε μαζευτεί για πενταήμερη και η παρέα των φλώρων με τεράστιο κασετόφωνο παίζει αυτό εδώ. Τους κοιτάω σνομπιστά, έχω μαζί μου την καινούργια κασέτα με το The Top των Cure και νοιώθω ανώτερος. Αυτά που ακούω εγώ θα διαρκέσουν, ενώ αυτά που ακούν αυτοί θα χαθούν. Σύμφωνοι. Σύμφωνοι; Γιατί τώρα παρατηρώ πως τελικά αυτό έμεινε να μου θυμίζει για πάντα, ενώ εκείνα όχι – άλλωστε δεν ταιριάζανε με τίποτα σ’ εκείνη την ντόλτσε βίτα! Η οριστική εκδίκηση αυτού του υπέροχου, ανεβαστικότατου είδους ήρθε γλυκά και σταδιακά, και τώρα αρκεί για να με στείλει ξανά πίσω στη δική μου ψευτοφελινική χαζοβιόλικη «γύρα»! Άλλα εξαίσια ιταλοντίσκο της εποχής: Savage – Don’t cry tonight, Baltimora – Tarzan boy.

Limahl – Never ending story

Σύμφωνοι, οι Kajagoogoo ήταν το ελεεινότερο συγκρότημα όλων των εποχών, με τις χειρότερες κομμώσεις όλων των εποχών. Αλλά όταν έφυγε ο τραγουδιστής τους για σόλο καριέρα – προφανώς τσακωνόταν με τους υπόλοιπους για το χρωμοσαμπουάν – δεν περίμενα τέτοιο θεϊκό ποπ αριστούργημα. Συνθεσάιζερ, συνθετητές, συνθετικά, συνθοπλάστ, ένα κομμάτι που με τάραξε συν-θέμελα. Η μόνη μουσικολογικής φύσεως αντίρρησή μου ήταν πως τόσο ζελέ και χρώματα στα μαλλάκια δεν πήγαινε με αξύριστο λουκ. Θύμιζε τους άντρες που ντύνονται γυναίκες στις απόκριες αλλά ξεχνούν να ξυριστούν, άρα αυτό που βγαίνει δεν είναι ούτε άντρας ούτε γυναίκα, αλλά κάτι ανύπαρκτο (ή υπαρκτό στα πέριξ της Συγγρού). Η τελευταία φορά που άκουσα τότε το τραγούδι…ήταν από κασέτα εντός walkman σε επιστροφή από σχολική εκδρομή. Κι όποτε το ακούω ψάχνω έναν Αλαντίν να με ξαναπάει πίσω.

Και δυο τηλεοπτικά σήματα:

Ζακ Ιακωβίδης – Η Λάμψη

Η μαθουσάλειος σειρά που έγινε ταυτόσημη με την έννοια «διάρκεια» δεν αγαπήθηκε μόνο από τις γριές ή τον Μίκη Θεοδωράκη (που όλοι έπεσαν να τον φάνε όταν δήλωσε πως δεν χάνει επεισόδιο, λες και δεν δικαιούται ο κορυφαίας μας Ορφέας να διαθέτει προσωπικό γούστο). Στηνόμουν κι εγώ μπροστά στη οθόνη μόνο και μόνο για τα δύο μαγικά λεπτά της έναρξης: εισαγωγή Vangelis (τύπου 1492, επική είσοδος καρδιναλίων και ΧρηστοΠολίτιδων), κουπλέ – εγχόρδεια προέκταση, κι ένα ρεφραίν αποθέωση Μορρικόνε, για μια υποθετική μονομαχία στα φωσκόλεια νταμάρια. Πραγματικά εμπνευσμένη σύνθεση, αν την έγραφε π.χ. ο Παπαθανασίου για το Alexander (όπου είχε ανεμπνευσιές) θα λέγαμε για το έπος των σάουντρακς, ενώ τώρα μόνο στο youtube το βρίσκουμε. Κι αν φύγει κι από εκεί;

Κώστας Τουρνάς – O Ανδροκλής και τα Λιοντάρια του

Υποδειγματικό casio instro σηματάκι από εκείνα που σηματοδότησαν την μουσική της βιντεοκασέτας και ολόκληρης της πρώτης πασοκικής δεκαετίας. Βέβαια ο Τουρνάς έπαιζε με τέτοια όργανα κάτι χρόνια πριν, άρα εδώ ήδη βρίσκεται στο στοιχείο του. Ταίριαζε και με την σειρά όπου ο αιωνίως συμπαθής Βουτσάς (στα mid-s του) ταλαιπωρείται από τα παιδοβούβαλά του. Αναζητείστε τέτοια άριστα τιουνάκια στις βιντεοταινίες της εποχής – κι οπωσδήποτε όπου σκηνοθετεί ο Όμηρος Ευστρατιάδης ή παίζουν οι Σουπιάδης, Τζελέπης, Καλέση και οι ρέστοι μπέστοι.




Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 1.043.916 hits

Αρχείο