Αρχείο για Σεπτεμβρίου 2012

30
Σεπτ.
12

Εμβόλιμον, τεύχος 61 – 62 (Καλοκαίρι – Φθινόπωρο 2011)

Αγαπητέ κύριε, αναρωτιέμαι αν σας απασχόλησε ποτέ το ερώτημα: ποιον λατρεύει κανείς σ’ ένα λογοτέχνημα; Είναι ένα κόλπο για να λατρεύει κάποιος τον εαυτό του; Είναι ένας τρόπος για να χτίζει γύρω του ένα φρούριο από ιδέες και εικόνες; Είναι ένας τρόπος για να κρυφτεί; Είναι μια παγίδα θηραμάτων ή μια παράξενη θεραπεία τους;

Το πιστεύετε εσείς πώς μπορεί κανείς πραγματικά να παγιδεύσει τον χρόνο; Μήπως το μόνο που πετυχαίνει είναι να παγιδευτεί αμετάκλητα απ’ αυτόν; Ο ίδιος φαίνεται έχετε τόση καλοσύνη ώστε στα έργα σας δεν ανακαλείτε το παρελθόν αλλά κατά κάποιο τρόπο ανασταίνετε χωρίς πικρία μια τάξη πραγμάτων που γνωρίσατε. Καταφέρατε να βγάλετε από μέσα της το κεντρί της πικρίας και της απουσίας δικαιοσύνης. Σε τούτο συνίσταται νομίζω η ανάσταση. (Νατάσα Κεσμέτη, Η τέχνη της πόζας, σ. 36 του τεύχους)

Ολοκληρώνεται σήμερα η παρουσίαση των έξι τελευταίων τευχών του Εμβόλιμου (πέντε διπλών και ενός «μονού» και με ελαφρώς ανορθόδοξη σειρά), μια παρουσίαση που μπορεί να μην εμφανιζόταν, ως όφειλε, κατά το χρόνο της έκδοσης του κάθε τεύχους, αλλά τουλάχιστον ακολούθησε την δική μας αναγνωστική άποψη πως τα εγχώρια λογοτεχνικά περιοδικά, και σίγουρα το Εμβόλιμον, δεν διαβάζονται μια κι έξω, μονορούφι, αλλά παίρνουν μια θέση στο ράφι εκείνο της βιβλιοθήκης που είναι «διαθέσιμο» για κάθε στιγμή, ευκαιρία και διάθεση. Στην ουσία έρχεσαι κι επανέρχεσαι σ’ αυτά ανάλογα με την αναγνωστική επιθυμία που ικανοποιούν τα αυτοτελή τους κείμενα: πεζό, ποίηση, κριτική, δοκίμιο, μελέτημα, άλλου είδους σημειώματα. Είναι άλλωστε γνωστό πως οι αναγνώστες μπορούν να βρουν παλαιότερα τεύχη (που είναι το ίδιο – δηλαδή πάντα – επίκαιρα με κάθε τρέχον τεύχος) επικοινωνώντας με το εκάστοτε περιοδικό.

Το πεζογραφικό κομμάτι του τεύχους συμπληρώνουν οι Μαρία Κουγιουμτζή, Ειρήνη Μαργαρίτη, Πάνος Σταθόγιαννης, Νανά Πλευρίτου, Μαίρη Γούβα (για έναν έρωτα μέσω αλληλογραφίας και των οσμών της, που επιχειρεί να ολοκληρωθεί ακριβώς μέσα στα όριά τους), Σταμάτης Γκαβέτας, Jean Cocteau («Διάλογοι»), Γρηγόρης Τεχλεμετζής κ.ά. Στο ποιητικό οι Εύα Μοδινού, Τάσος Πορφύρης, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Λένα Παππά, Αναστασία Γιάτση, Κώστας Ριζάκης, Χρίστος Παπαγεωργίου, Γιώργος Θεοχάρης, Πάνος Καπώνης, Λουκάς Παπαδάκης, Σταύρος Σταμπόγλης, Μαρία Σκιαδαρέση, Φαρούκ Τουντζάι, Ευσταθία Δήμου, Σοφία Κολοτούρου, Κώστας Γαρμπής, Στέλιος Λουκάς, Μαρία Τσιράκου, Στέλλα Γεωργιάδου, κ.ά. Στο δοκιμιακό, οι Φοίβος Πιομπίνος (Η Ελλάδα ως ομφαλός και ο Δικέφαλος Αετός), Σώτος Αλεξίου (Στην ταβέρνα «ΑΕΤΟΣ» κάθε βράδυ ο δαιμόνιος Τσιτσάνης), Αναστασία Γκίτση (Οι ποιητές / Γέφυρες χασμάτων), εκκινώντας από τη φράση της Sarah Kane δεν είναι ότι δεν ξέρουμε αλλά ότι δεν νιώθουμε) και ο Πάνος Καπώνης, για τον Βασίλη Στεριάδη. Στην εικονογράφηση του τεύχους ο Σπύρος Κουρσάρης.

Από τις παλαιές αλλά ακόμα αντηχούσες φωνές ο Jean Cocteau κονταροχτυπιέται με τον δικό του αντίπαλο: Του χρόνου γνωρίζω τις ψευτιές/Και τις αγνοώ συγχρόνως/Μονάχα μέσα στου ονείρου το νερό/Τους νόμους του απορρυθμίζει/[…]/Χρόνε θα θελα να σε τσακώσω να κάνεις λάθος/Τις πονηριές σου να νικήσω να επισκεφτώ/Το μέλλον σου το ψεύτικο δίπλα-δίπλα/Με την ψεύτική σου αρχαιότητα. [«Ο χρόνος ποτέ δεν αλλάζει», μτφ. Ελένη Κόλλια]. Και ο Gonzalo Rojas [1917 – 2011], ο Χιλιανός ποιητής, με την γεμάτη από τις αναμνήσεις των ορυχείων και του κάρβουνου παιδική ηλικία, ο πολιτιστικός σύμβουλος που διόρισε ο Allende στην Κίνα και την Κούβα, ο αποστερημένος από υπηκοότητα και άδεια διδασκαλίας από την δικτατορία του Pinochet, αναπολεί τα δικά του μπορντέλα της νεότητας και της αγαπημένης του ιέρειας. Και ο κύκλος του παλαιού και του παλαιού εντός μας που επιχειρεί να ζήσει μέσα από το νέο και το καινούργιο εκτός μας κλείνει πάλι με το κείμενο της Κεσμέτη:

Τα σχολεία άρχισαν να ρημάζουν μαζί με τα χωριά που με ταχύ ρυθμό ερήμωναν. Πέθαναν οι περισσότεροι από τους φίλους μου και από τους αντιπάλους συγγραφείς, όσους τέλος πάντων επιθυμούσα να εξουδετερώσω ή να μειώσω, ώστε να ξεχωρίζω ανεμπόδιστος. Η γραφή μου άρχισε να θεωρείται «περιφερειακή» και ο μύθος μου να παρακμάζει. Φούντωνε πάλι η νοσταλγία για το «κέντρο» μόνο που αυτή τη φορά ήταν παγκόσμιο ή πιο σωστά παγκοσμιοποιημένο κι έτσι κανείς δε γνώριζε πού ακριβώς ήταν. Οπωσδήποτε τα «παλιά κλάματα» όπως τα παλιά βουνά, δεν συγκινούσαν σχεδόν κανέναν. Αν τα τελευταία μπορούσαν να ξαναβαφτιστούν με κάποιο άλλο όνομα, έστω κι από την Παταγωνία, τη Νέα Γουινέα ή την Ισλανδία των ντοκυμαντέρ, θα ήταν περισσότερο υποφερτά. Τότε έχασα λίγο λίγο και την όρασή μου. Όπως άλλοτε φανταζόμουνα το μέλλον μου, έτσι τώρα παρατηρούσα σε μια φανταστική εσωτερική οθόνη το παρελθόν μου, όπου δεν μπορούσα να διακρίνω παρά μεγάλα ή μικρά κενά.

Στις εικόνες: Jean Cocteau, Gonzalo Rojas.

Advertisements
28
Σεπτ.
12

Εμβόλιμον, τεύχος 65-66 (καλοκαίρι– φθινόπωρο 2012)

Όποτε του δινόταν η ευκαιρία, ταξίδευε. Τα ταξίδια ήταν η ζωή του. Κάθε ταξίδι, μια ξεχωριστή ζωή. Ήταν σαν να έβγαζε, κάθε φορά πιστοποιητικό γεννήσεως με το τσέκ-ιν στο γκισέ της αεροπορικής εταιρείας, ενώ στην επιστροφή, η αποσκευή που παραλάμβανε από τον κυλιόμενο ιμάντα, λες και περιείχε τη σορό μιας ζωής που είχε μόλις τελειώσει. Δεν μελαγχολούσε, δεν τον κατέθλιβε το πεπερασμένο του ταξιδιωτικού χρόνου. Αντίθετα, του φαινόταν ότι ο χρόνος διαστέλλεται μέσα σε κάθε ταξίδι και παραμένει στο μυαλό το αναλλοίωτα επιμηκυσμένος, σε πείσμα του αντίπαλου χρόνου της καθημερινότητας…

«Όχι χωρίς λόγο» η Μαρία Δριμή καταθέτει το πεζογράφημά της στο τεύχος που εκκινεί ως ανωτέρω και ολοκληρώνεται με μια ενδιαφέρουσα περίπτωση ιδεοψυχαναγκαστικής εμμονής και όχι μόνο. Εξίσου συγκινησιακό είναι το μονοσέλιδο αφήγημα του Γρηγόρη Τεχλεμετζή (Το ταξίδι με τη σχεδία). που αφορά την πώληση ενός παλιού αυτοκινήτου μέσα στο οποίο εμφώλευαν ανεξίτηλες στιγμές υπόγλυκων ερεθισμών, περιπετειών σε κορφοβούνια, ταξίδια μέλιτος και επαγγελματικές φορτοεκφορτώσεις μέχρι τη στιγμή του οριστικού του ξεφορτώματος, «όπως κάθε πράγμα που δε μας χρειάζεται φανερά». Στα υπόλοιπα πεζά οι Αρχοντούλα Διαβάτη, Γιάννης Καβάσιλας, Στέλλα Καμπατζά, Μαρία Κουγιουμτζή, Λίλα Χαμπίπη.

Στη γραμματειακή και γραμματολογική υποστήριξη, ο Περικλής Σφυρίδης γράφει για τον Ν. Χριστιανόπουλο, η Ε.-Α. Λουκίδου για την Κική Δημουλά, ο Πάνος Καπώνης για τον Ν. Μοσχοβάκο, ο Τ. Οικονόμου για τον Αργύρη Χιόνη και η Μ. Δριμή για την Σώτια Τσώτου. Στη ζωγραφική η Φανή Μιχαηλίδη. Στην ποίηση οι Σ. Αλεξοπούλου, Μ. Αλιγιζάκης, Τ.Γ. Βασιλαράκος, Γ. Βέης, Τ. Γαλάτης, Κ. Γαρμπής, Λ. Γκλιάτη, Ι. Κοράβος, Μ. Κουλούρη, Χ. Κουτσουμπέλη, Ε. Κοφτερού, Σ. Κωνσταντινίδου, Μ. Μαρκαντωνάτου, Θ. Μαρκόπουλος, Σ. Μεχτίδης, Ε. Μοδινού, Μ. Μοσχόβη, Α. Μπακονίκα, Κ. Ριζάκης, Π. Βερλαίν, Φ. Τουντζάι και πολλοί άλλοι. Στο δοκίμιο ο Φ. Πιομπίνος (Σκέψεις πάνω στις διαφορές μεταξύ της ιερής εικόνας και του θρησκευτικού πίνακα), στο ιστορικό αφήγημα η Λ. Δημουλά – Φίλια (Συμβολή στην τοπική ιστορία: μια ακόμα σελίδα από την Εθνική Αντίσταση στη Ρούμελη).

Κυκλώνω μερικά λόγια του Τ. Οικονόμου: Για τον Άνθρωπο Αργύρη [Χιόνη] θέλω να πω μια κουβέντα. Επέλεξε το Θροφαρί, ένα ξεχασμένο χωριό της ορεινής Κορινθίας για να εγκατασταθεί, αυτός, ένας πολίτης του κόσμου. Ένας άνθρωπος που έχει ζήσει στην Ευρώπη και την Αμερική, που έχει ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο σχεδόν, που μπορούσε και χειριζόταν – όχι μόνο μιλούσε – οχτώ γλώσσες, που είχε φίλους και επικοινωνούσε από όλο τον κόσμο, με τη συνειδητή απομόνωσή του, επεδίωκε την απόλυτη αφοσίωσή του σε αυτό που θεώρησε πρωτεύον στη ζωή του, την ποίηση

…και αποχωρώ με στίχους της Νέλλυ Ζακς από την «Χορωδία διασωθέντων»: Εμείς που σωθήκαμε, /Από τα κοίλα οστά μας σμίλευε ο θάνατος αυλούς/Στους τένοντές μας έπαιζε ο θάνατος δοξάρι-/Ακόμα αντηχούν τα σώμάτα μας/Την σακατεμένη μουσική τους/Εμείς που σωθήκαμε/Ακόμα κρέμονται για το λαιμό μας/Δεμένες οι θηλιές/Μπροστά μας στον γαλάζιο αιθέρα/[…]/Εμείς που σωθήκαμε/Σας σφίγγουμε το χέρι/Αναγνωρίζουμε τα μάτια σας-/Αλλά αυτό που μας δένει ακόμα μαζί σας/είναι ο αποχαιρετισμός/[…]

Στις εικόνες: Νέλλυ Ζακς και έργο της Φανής Μιχαηλίδη.

27
Σεπτ.
12

Εμβόλιμον, τεύχος 63-64 (χειμώνας – άνοιξη 2012)

Κείμενα εδάφια περικοπές και αποσπάσματα/Περικοπές του βίου και αποσπάσματα εκτελέσεων σε εδάφια/που εν μέσω ήχων αρμονίου και ριπών σκοποβολής/χορεύοντας ή σπαρταρώντας ρυθμικά, κατάκεινται/κάτω απ’ τα κείμενα ανιστόρητα τα σώματα/του λεκτικού κοιτάσματός σου, Ποίηση.

… γράφει στη «Γραφή» ο Γιάννης Δάλλας, ένα από τα πέντε ανέκδοτα ποιήματα – προσφορά του στο τεύχος που αφιερώνει Σελίδες για «τον τυφλό οιονωσκόπο, τον κυκλοτερή, τον πολυγωνικό και πολυόμματο ποιητή», το έργο του οποίου, όπως γράφει εισαγωγικά ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης, «από το 1944 μέχρι σήμερα, αποτελεί προοδευτικό, ριζοσπαστικό, ανατρεπτικό, μαχητικό, πολιτικό, ανθρωπιστικό, πνευματικό σημείο αναφοράς απέναντι στην εκβαρβάρωση της ζωής απ’ τους πολεμοκάπηλους, από τις σαρκοβόρες αγορές κι απ’ τ’ άσπονδα πολίτ – μπυρώ του κόσμου». Οι Σελίδες για τον Γιάννη Δάλλα περιλαμβάνουν κείμενα των Π. Γκολίτση, Γ.Χ. Θεοχάρη, Ε. Μωραΐτη και Δ. Ρεντίφη.

Ένα δεύτερο μικρό αφιέρωμα μας γνωρίζει τον Κάρλος Πεγισέρ (Carlos Pellicer, 1897 – 1977), έναν από τους γνωστότερους μοντερνιστές ποιητές στο Μεξικό, σε εισαγωγή και μετάφραση Αμαλίας Ρούβαλη. Υπήρξε, μας γράφει η ισπανίστρια μεταφράστρια, ο κατ’ εξοχήν ποιητής του τροπικού τοπίου και των χρωμάτων, της προϊσπανικής κοιλάδας του Μεξικού, αισθησιακός κι ερωτικός, αλλά και ένας ανήσυχος πολιτικός, που συμμετείχε σε διάφορες αριστερές πολιτικές κινήσεις μαζί με τους Ντιέγο Ριβιέρα και Χοσέ Κλέμέντ Ορόσκο και σε διάφορα περιοδικά της λογοτεχνικής πρωτοπορίας, φτάνοντας να εκλεγεί γερουσιαστής στην πατρίδα του το Ταμπάσκο. Το Μεξικό του οφείλει και την ίδρυση επτά μουσείων, μεταξύ των οποίων της Βέντας στο Ταμπάσκο, με τα πελώρια κεφάλια των Τολτέκας καθώς και της Φρίντας Κάλο στο Κογιοακάν, στην Πόλη του Μεξικού.

Η Βαλεντίνη Καμπατζά γράφει για την γυναικεία παρουσία στο έργο του Νίκου Μπακόλα και τη σημασία της, η Κούλα Αδάλογλου για τον φόνο ως ενδοοικογενειακή υπόθεση στο έργο της Ιωάννας Καρυστιάνη, ο Θεοδόσης Πυλαρινός τις εκτενείς του σκέψεις για το τελευταίο βιβλίο της Μαρίας Κουγιουμτζή. Ακόμη, πεζογραφία από τους Αλέξανδρο Βαναργιώτη, Δημήτρη Κανελλόπουλο Πόλυ Χατζημανωλάκη, Renate Welsh, κείμενα για τους Γ. Γώτη, Π. Κουσαθανά, Τ. Νικηφόρου, Γ. Στεφανάκι, Α. Φλωράκη, ποίηση των Π. Βερλαίν, Π. Νερούδα, Α. Ρεμπώ, Φουάντ Ρίφκα, Ντένις Εμορίν, Φαρούκ Τουντζάι, Ι. Αβραμίδου, Τ.Γ. Βασιλαράκου, Γ. Βέη, Κ. Γαρμπή, Ε.Α.Γέραγα, Η. Γκρη, Γ. Θεοχάρη, Μ.Σ. Καραγιάννη, Μ. Καρδάτου, Κ. Καριζώνη, Δ.Α. Κράνη, Ο. Κουνάγια, Ε. Μαρινάκη, Ν. Μυλόπουλου, A. Ρούβαλη κ.ά. Εικαστικός του τεύχους η Κική Βουλγαρέλη.

Στο τετράδιο των ωραίων ποιημάτων ας προσθέσω το Της νεκρής πριγκίπισσας της Χλόης Κουτσουμπέλης: Δεν το έκανα από πρόθεση, ορκίζομαι/Μα σαν την είδα σαν ξωτικό/να τρέχει με γυμνά τα πόδια/προς εμένα,/νόμισα θα διαπεράσει την καρδιά μου./Γι’ αυτό έρριξα το βέλος./Άλλωστε εμείς οι κυνηγοί του Βασιλιά/στο θέλημά Του υπακούμε/η πινακίδα το έγραφε ολοκάθαρα:/ «Όχι πριγκίπισσες στο δάσος με τα μούρα».

Και ας προετοιμαζόμαστε όλοι για «Το βλέμμα των άλλων», με το ομώνυμο ποίημα του Θανάση Μαρκόπουλου:  Ι – Περιμένω στο πεζοδρόμιο να κόψει το ρεύμα των αυτοκινήτων/Με πλευρίζει αιφνίδια δροσερός πιτσιρίκος/ «Μπάρμπα με περνάς απέναντι;»//Ήμουν δεν ήμουν σαράντα. // ΙΙ – Στέκομαι στην πόρτα του θαλάμου με τη γυναίκα του εγχειρισμένου φίλου/Διερχόμενη αδελφή που τη γνωρίζει πια/ «Πατέρας σου είναι ο κύριος;»//Ήταν στην ηλικία της και η δική μου γυναίκα. // ΙΙΙ – Μπαίνω στο λεωφορείο «Σταθμός Χαριλάου»/Κοπελίτσα κλωνί με μάτια της άνοιξης παραχωρεί ευγενώς τη θέση της//Κοιτάζω πίσω μου δε βλέπω κανέναν.

Αύριο το πιο πρόσφατο τεύχος, αρ. 65-66. Στις εικόνες: Κάρλος Πεγισέρ, Γιάννης Δάλλας, και γράμμα της Φρίντα Κάλο στον Κάρλος Πεγισέρ.

26
Σεπτ.
12

Εμβόλιμον, τεύχος 60 (χειμώνας 2010 – άνοιξη 2011)

Όλοι ταξιδιώτες είμαστε/Στην ερημιά αυτού του κόσμου/Και το πιο πολύτιμο που βρίσκουμε/Στα ταξίδια μας/είναι ένας ειλικρινής φίλος.

έγραφε ο συγγραφέας και περιηγητής Robert Louis Stevenson, που έγινε για πρώτη φορά γνωστός με τις … ταξιδιωτικές του εντυπώσεις. Πρόκειται για απόσπασμα από ποίημα πάνω σε πλακέτα προορισμένη να αναρτηθεί στον τοίχο και το οποίο μεταφράζεται εδώ μαζί με το Ρέκβιεμ του και άλλα τρία ποιήματα ισάριθμων ποιητών άλλων κόσμων και εποχών: των Sir Walter Scott, Leigh Hunt και Robert Herrick, σε εισαγωγή και μετάφραση Έλλης Συναδινού. Το περιοδικό όπως πάντα μετατρέπεται και σε κιβωτό σύγχρονης ελληνικής ποίησης· τις ποιητικές τους καταθέσεις αυτή τη φορά εναποθέτουν οι Γ. Αλισάνογλου, Γ. Βουρλάκος, Τ. Γαλάτης, Β. Γερόκωστα, Π. Γκολίτσης, Β. Ιωαννίδης, Ι. Καραγιάννη, Α. Καρακόκκινος, Μ. Καρδάτου, Κ. Καριζώνη, Ε. Κορνέτη, Γ. Κούκιος, Α. Κουτροκόη, Χ. Κουτσουμπέλη, Χ. Κρεμνιώτης, Σ. Λαμπαδάρη, Α. Λυμπέρη, Κ. Μανωλοπούλου, Σ. Μαφρέδας, Α. Μπακονίκα, Τ. Νικηφόρου, Ε. Παπαδοπούλου, Σ. Παστάκας, Λ.Δ. Παπαδάκης, Γ. Παπαναστασόπουλος, Κ. Ριζάκης, Α. Σιδέρης, Ε. Συναδινού και Μ. Τόκα Καραχάλιου.

Μια μεγάλη ενότητα του τεύχους που τιτλοφορείται «Ασκήσεις Γραφής» αφιερώνεται σε κείμενα γραμμένα από γυναίκες της Ομάδας Γονέων του Κέντρου Πρόληψης στον ΟΚΑΝΑ της Λάρισας. Η αμιγής γυναικεία αυτή ομάδα με την καθοδήγηση και τον συντονισμό της Ειρήνης Κουφάκη και της Κικής Τσιάτα μετεξελίχθηκε σε Ομάδα Γραφής και εν συνεχεία σε Ομάδα Θεάτρου. Το περιοδικό εκτίμησε το απαραίτητο της παροχής βήματος σ’ εκείνους που τολμούν κι ανοίγουν τα θυρόφυλλα της ψυχής τους στη δημόσια θέαση, όσο μάλλον όταν στα γραπτά τους, καίτοι πρωτόλεια, διακρίνονται αρετές της γραφής και, κυρίως, έχουν κάτι να πουν στον αναγνώστη. Γράφουν λοιπόν οι Μ. Γκουντέλου, Σ. Καΐπη, Β. Μαγουλιώτου, Ν. Παπακωνσταντίνου, Ε. Σπανού, Ι. Τούνη, Κ. Τσιάτα, Α. Τσοάκη, Μ. Χαχαμίδου, Β. Ψαριανού.

Το γράμμα της σύνταξης εστιάζει στην ευρεία ανάδραση και τα μηνύματα ενθάρρυνσης για την συνέχιση του έργου του περιοδικού, παρά τα προβλήματα, και καθιερώνει τη στήλη «Παρελθόντων αιώνων» με αναδημοσίευση κειμένων για τη Φωκίδα και τη Βοιωτία άλλων καιρών, καθώς και την εικονογράφηση κάθε τεύχους από έναν εικαστικό, με πρώτη δημιουργό την Μαργαρίτα Βασιλάκου. Στο διήγημα: Α. Βαναργιώτης, Μ. Κουγιουμτζή, Φ. Λαμπελέ, Χ. Ξυλινά, Τ. Οικονόμου και Χ. Ψαρράς, σε αυτοβιογραφικό αφήγημα η Ε. Κεχαγιά – Μιχαηλάρη (Μια Επονίτισσα 84 ετών θυμάται) και στο δοκίμιο η Β. Καμπατζά και Φ. Πιομπίνος. Η πρώτη εξετάζει την σχέση αλληλεπίδρασης Φύσης και Ανθρώπου στο ατμοσφαιρικό έργο του Δημοσθένη Βουτυρά και ο δεύτερος την μέσω της τέχνης διαφορετική πνευματική οπτική Ελλάδας και Δύσης.

Και αντιγράφω στο τετράδιο με τα αγαπημένα ποιήματα δυο που μοιάζουν απόλυτα αρχαία και σύγχρονα μαζί, προερχόμενα από δυο εποχές που δεν θα μπορούσαν να είναι μακρύτερα η μια από την άλλη:

Αποστηθίσαμε όλους τους χρησμούς/νάχει το παραμιλητό στον ύπνο μας μια συνοχή/απ’ την αμφίστομη ρομφαία των θεών/το μέλλον να γλυτώσει //Σ’ ένα μαντείο, πάντοτε η προσφυγή μας//Με την ψυχή μας θέλησες να διαπραγματευτείς/μεταρρυθμίσεις και συγχωροχάρτια/αναστηλώσεις πόλεων και ερώτων/Δρασκελίσαμε τα γκρεμισμένα τείχη – κατάλυση συμβόλων μιας κυριακάτικης εξουσίας/και ήρθαμε σε άλλες εποχές· μα εσύ δεν είχες εγκαύματα λέξεων στο κορμί/οράματα με ίχνη απελπισίας,/η μάσκα του προσώπου σου δίαυλος κρυφός των εποχών.[…] [Στέλιος Θ. Μαφρέδας – Οι χρησμοί που αποστηθίσαμε (απόσπασμα)]

Η Τζένη με φίλησε όταν συναντηθήκαμε, /Μ’ έναν πήδο ορμώντας απ’ το κάθισμά της·/Χρόνε, κλέφτη εσύ, που σ’ αρέσει να καταχωρείς/Γλυκές στιγμές στη λίστα σου, κι αυτό να βάλεις!/Πως είμαι κουρασμένος πες, πως είμαι λυπημένος,/Πως η υγεία και ο πλούτος με ξεχάσανε,/Πως γερνάω πες, μα να προσθέσεις·/Η Τζένη με φίλησε. [Leigh Hunt, Η Τζένη με φίλησε].

Αύριο το τεύχος 63-64, χωρίς να ξεχνάμε το 61-62 που θα ακολουθήσει λίγο αργότερα.  Στις εικόνες: δυο έργα της εικαστικού του τεύχους Μαργαρίτας Βασιλάκου και ο Robert Louis Stevenson από τον Joe Kubert.

25
Σεπτ.
12

Εμβόλιμον, τεύχος 58-59 (χειμώνας 2009 – άνοιξη 2010)

Εγχείρημα λόγου, τέχνης και λοιπής φαντασίας

Να είσαι ποιητής σημαίνει να είσαι πιο ψηλά/Από τους ανθρώπους! Να δαγκώνεις σαν να φιλάς!/Να είσαι ένας ζητιάνος κι όμως να δίνεις απλόχερα/Σαν βασιλιάς στο Βασίλειο το Εδώ και του Επέκεινα Πόνου // Να έχεις χίλιες επιθυμίες στο απόγειό τους/Κι όμως να μην ξέρεις τι ακριβώς επιθυμείς!/[…]

… έγραφε στο ποίημα Να είσαι ποιητής η Φλορμπέλα Εσπάνκα (Florbela Espanca, 1894 – 1930), μια από τις σημαντικές ποιήτριες της Πορτογαλίας, που αυτοκτόνησε την ημέρα των 36ωνγενεθλίων της, μετά από τρεις γάμους και δυο απόπειρες αυτοκτονίας. Το τεύχος μάς δωρίζει σε εισαγωγή και μετάφραση Αρετής Κελερμένου μια δίγλωσση έκθεση (πρωτότυπο και μετάφραση) τεσσάρων ποιημάτων της ερωτικότατης και υπερευαίσθητης ποιήτριας που δεν συνδέθηκε με κάποιο συγκεκριμένο λογοτεχνικό κίνημα παρά έμεινε κοντά στον νεορομαντισμό και την τεχνική των σοννέτων του Antero de Quental και του φημισμένου Camōes.

Ένα ενδιαφέρον κείμενο από τον Λ.Δ. Παπαδάκη αφορά την μοναδική συνάντηση του εξαντλημένου από την ασθένεια Κ.Π. Καβάφη και του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Μελέτιου Μεταξάκη στο διαμέρισμα του ποιητή στη φτωχική υποφωτισμένη γειτονιά του με τα κακόφημα σπίτια. Στο ισόγειο στεγαζόταν ένας οίκος ανοχής, δυο στενά πιο κάτω ο ναός του Αγίου Σάββα που έφερνε τον ήχο από τις ψαλμωδίες και την μυρωδιά του λιβανιού. Κάτω το μπορντέλο φροντίζει για τη σάρκα· εκεί είναι η εκκλησία που δίνει άφεση στην αμαρτία κι απέναντι είναι το νοσοκομείο όπου πεθαίνουμε, ξεναγούσε τους επισκέπτες του ο τελευταίος Αλεξανδρινός. Πού θα μπορούσα να ζούσα καλύτερα;

Μεταξύ των μελετημάτων, «η μεταφυσική του Τσέχωφ (με αφετηρία το διήγημα «Θάλαμος Νο 6)»  από τον Δ.Χ. Μποσινάκη με ενέπνευσε να ξαναδιαβάσω το εξαιρετικό κείμενο. Ο μελετητής μας θυμίζει την τσεχωφική «ήρεμη» περιγραφή της φθοράς και της κατάπτωσης που ακολουθεί την ματαίωση των ανθρώπινων προσδοκιών, σε τέτοιο σημείο που και οι υγιείς φθείρονται, ασυλοποιούνται και καταλήγουν κι αυτοί να γίνουν τρόφιμοι του ασύλου, όπως ο Διευθυντής του Νοσοκομείο γιατρός Αντρέι Εφίμιτς Ράγκιν. Στη θεατρική ενότητα εκδίδεται το έργο Παλαμήδης από την Θάλεια Αργυρού. Στο εισαγωγικό της σημείωμα η συγγραφέας αναρωτιέται γιατί όλοι γνωρίζουμε τον πολυμήχανο Οδυσσέα και όχι τον σοφό Παλαμήδη και γιατί απουσιάζει ο Παλαμήδης από την Ιλιάδα του Ομήρου. Το κενό ήρθε να αναπληρώσει η παρουσία του και στους τρεις τραγικούς που έγραψαν ο καθένας τους τραγωδία με τίτλο Παλαμήδης, με διάσωση ελάχιστων στίχους, που ενσωματώνονται στο έργο της καθώς και μέρη από την Παλαμήδους Απολογία του Γοργία.

Το 1988 στον Κόλπο της Αντίκυρας Βοιωτίας, στα Άσπρα Σπίτια της Παραλίας Διστόμου, στην εργατούπολη που χτίστηκε και κατοικήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 από τους εργαζόμενους στο εργοστάσιο παραγωγής αλουμινίου, μια παρέα ανθρώπων του βιομηχανικού τοπίου αποφασίσαμε και εκδώσαμε το περιοδικό Εμβόλιμον κάνει τον απολογισμό του είκοσι δύο χρόνια μετά σ’ ένα σύντομο σημείωμα που σηματοδοτεί την ενηλικίωση δημιουργών και δημιουργήματος και ανησυχεί για τα συνακόλουθα ενδεχόμενα που ευτυχώς αποφεύχθηκαν. Περισσότερα για την έκδοση της μοναδικής περίπτωσης του Εμβόλιμου βλ. εδώ.

Στην ποίηση οι Ν. Καντά, Α. Κελερμένου, Κ. Κούσουλα, Χ. Κουτσουμπέλη, Ν. Μάτσης, Σ.Θ. Μαφρέδας, Γ. Μπαζούκης. Γ.Δ. Μπίμης, Ν. Μυλόπουλος, Λ.Δ. Παπαδάκης, Ε. Παρασκευοπούλου, Α. Πετρινόλη, Κ. Ριζάκης, Γ. Τσιρώνης, Σ. Τσιώρος, Λ. Χαλκιαδάκη, Α. Χάνδρας. Στα διηγήματα: Α. Δεσύλλας, Χ. Λιόλιος, Δ. Μαγουλιώτης, Χ. Ξυλινά.

Στις εικόνες: υδατογραφία της Anna Boghiguian για το διαμέρισμα του Καβάφη, FlorbelaEspanca, Γιώργος Χ. Θεοχάρης.  Αύριο το 60ό τεύχος.

24
Σεπτ.
12

Εμβόλιμον 56-57 (χειμώνας 2008 – άνοιξη 2009)

Εγχείρημα λόγου, τέχνης και λοιπής φαντασίας

Η ποίηση διαβάζεται μοναχικά με μία λάμπα ή ένα κερί έλεγε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος σε εκτενή του συνέντευξη στην κυπριακή εφημερίδα Ένωσις το 2007, που αναδημοσιεύεται εδώ. Ο «εχθρός των ταξιδιών» και «οπαδός της «ασάλευτης ζωής» διηγείται, μεταξύ άλλων, πώς μάζευε τα λόγια των ρεμπέτικων από τους μεθυσμένους που περνούσαν και τραγουδούσαν έξω απ’ το παράθυρο του χαμηλού του σπιτιού (η πρώτη του συλλογή με 300 τραγούδια κλάπηκε από τον Ηλία Πετρόπουλο) και, όπως πάντα, εκφράζεται με τον δικό του τρόπο για τους καθιερωμένους των καθιερωμένων, όπως π.χ. για τον Σεφέρη: Τελικά τι είναι ο Σεφέρης; Ένας καλλιεργημένος νέος που σκέφτηκε ότι ο μόνος τρόπος για να επιβιώσει είναι να μιμηθεί κανέναν Άγγλο, κανένα ξένο ποιητή. Μιμούμενος τον Έλιοτ, που ήταν και μοντέρνος και σύγχρονος, έπιασε την καλή. Ωραία!

Νωρίτερα επιβεβαιώνει το γεγονός πως δεν μπόρεσε ποτέ να συγχωρήσει στον Ελύτη το ότι δεν δούλεψε ποτέ: … κι αυτά τα καμώματα δηλαδή, να έχει χαρτζιλίκι από τη μαμά του, δεν είναι γελοίο; Και είπε μετά στον Πεντζίκη, όταν πήρε το Νόμπελ: «Για πρώτη φορά θα έχω κι εγώ δικό μου εισόδημα». Μα δεν λέγονται αυτά τα πράγματα. Τον τάιζε η μάνα του τόσα χρόνια. Και για να κάνει τι; Για να γράφει ποιήματα; Άμα είσαι ταλέντο, είτε θέλεις είτε δεν θέλεις, θα τα γράψεις τα ποιήματα. Και να πεθαίνεις της πείνας, θα γράφεις. [σ. 78-79]

Το θέμα της αλήθειας που δεν γίνεται πιστευτή, με κεντρική τη μορφή της Κασσάνδρας, αποτέλεσε την κινητήρια έμπνευση της Θάλειας Αργυρού για την συγγραφή του θεατρικού έργου Τράφοι ή Κασσάνδρα που δημοσιεύεται ολόκληρο στο τεύχος και αφιερώνεται από τη συγγραφέα στον αξέχαστο συγγραφέα και μουσικό Γιάννη Ζουγανέλη που την παρότρυνε να γράψει, ιδίως με την φράση «Όλα είναι μέσα μας, αρκεί να τα καλέσεις». Ειδικός φάκελος αφιερώνεται στον αδικοχαμένο ζωγράφο Γιάννη Καΐλη (1950 – 1974), με κείμενα για τον αγωνιστή κατά της απριλιανής δικτατορίας, που, όπως γράφει ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης, πρωτοστάτησε στην εξέγερση του Πολυτεχνείου και τον Φεβρουάριο του 1974 βρέθηκε πεταμένος σ’ ένα σωρό αμμοχάλικο μιας οικοδομής στα Εξάρχεια, δολοφονημένος από τις μυστικές υπηρεσίες της χούντας.

Σε ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα μελετήματα των τελευταίων Εμβόλιμων Τευχών εξετάζεται η ερωτική ζωή των πρώτων ασκητών. Η Δέσποινα Ιωσήφ εστιάζει στην γυναικεία παρουσία στον κόσμο του πρώιμου ασκητισμού και ιδίως στη θέση των παρθένων γυναικών ως ασκητριών αλλά και την παρουσία της πόρνης ως πειραστικής παρουσίας ανάμεσα στους ασκητές και ως μετανοούσης ασκήτριας. Η Μαρώ Τριανταφύλλου επικεντρώνεται στην Λαυσαϊκή Ιστορία του Παλλαδίου Ελενοπόλεως και στο πώς η εμμονή των ασκητών γύρω από την ερωτική αποχή παρουσιάζεται όχι μόνο ε τη διαρκή αναφορά σε πειρασμούς αλλά και με την αποσιώπηση και έγκρυψη αυτών των φόβων. Αντιγράφω από το κείμενο της τελευταίας:

Είναι παράξενο πόσο μοιάζουν τα άκρα. Η ακραία ερωτική αποχή του ασκητισμού και η εξίσου ακραία ερωτική φρενίτιδα. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, μια από τις τραγικές και ιερόσυλες ιστορίες του Μπατάιγ. Την Ιστορία του ματιού, αίφνης. Τι επιδιώκει η ηρωίδα του; Ο απελπισμένος μονόδρομος του σώματος, πού διαλέγει, πού επιθυμεί να την οδηγήσει; Το σώμα της καλπάζει ξέφρενο σε ερωτικές συνευρέσεις, βεβηλώσεις αξιών και ιερών – αλλά ποτέ δεν βρίσκει αυτό που επιθυμεί. Η Σιμόν είναι οργισμένη και μελλοντική. Δεν είναι ποτέ εκεί, την ώρα που πράττει, έχει ήδη περάσει στην επόμενη πράξη, περισσότερο ακραία, περισσότερο αγαπητικά βίαιη, αναμένοντας μια έκσταση που σε τίποτε δεν διαφέρει από την θρησκευτική έκσταση των ασκητών.

Στην πεζογραφία οι Σ. Γκαβέτας, Α. Βαναργιώτης, Χ. Λιόλιος, Χ. Ξυλίνα (διήγημα), Δ. Φαφούτης (νουβέλα), στην ποίηση οι Ν. Χατζημωυσιάδου, Π. Στεφάνου, Κ. Ριζάκης, Ν. Μυλόπουλος, Γ. Τσιρώνης, Γ. Νικολάου, Α. Κάντα, Δ. Μαγουλιώτης και μικρή ανθολογία της Κλαύδιας Κανδηλάπτη με δέκα Φωκιείς ποιητές. Ακόμα, ο Κώστας Ουράνης στο μοναστήρι του Οσίου Λουκά, μαρτυρία για τον Ε.Λ.Α. Ν. Κορινθιακού, οι συνήθεις εκτενείς κριτικές βιβλίων κ.ά.

Στις εικόνες: στιγμή από την θεατρική παράσταση Τα Λόγια της Κασσάνδρας [Όλια Λαζαρίδου], ο αφοριστής ποιητής και εικονογράφημα του Andre Masson για την Ιστορία του Ματιού του G. Bataille (1928).

Στις επόμενες αναρτήσεις της βδομάδας, μια ανά κάθε μέρα, τα νεώτερα τεύχη του περιοδικού (58-66).

22
Σεπτ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 102. Γιώργος Λαμπράκος

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των βιβλίου σας;

Οι Αναμνήσεις από το Ρετιρέ (2009) είναι το πρώτο μου βιβλίο: το «μαύρο» βιβλίο ανατέμνει τη ζωή ενός μετανθρώπινου χαρακτήρα, ο οποίος ζει στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στον οργανικό και τον ψηφιακό κόσμο. Ο Αγνοούμενος (2010) είναι το δεύτερο βιβλίο μου: το «κόκκινο» βιβλίο είναι ένα θεατρικό έργο με θέμα τον έρωτα στη ζωή τριών νέων της εποχής μας, έναν έρωτα που αγνοείται, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχει. Η Υπογείωση (2012) είναι το τρίτο μου βιβλίο: στο «βυσσινί» βιβλίο ακούμε μια ξεπεσμένη μεσήλικη ηθοποιό να μας διηγείται την πλούσια ιστορία της από το κρεβάτι του άπονου πόνου της. Και τα τρία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης». Κι επειδή βαρέθηκα τις μονοχρωμίες, το επόμενο βιβλίο θα είναι πλουμιστό.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν έχω κάποιον προσφιλή τρόπο συγγραφής. Λίγο σκοτάδι να υπάρχει… Όσο για τις ιδέες, πρέπει να πω το κοινότοπο: αυτές με παγιδεύουν, όταν το θελήσουν, όπου κι αν βρεθώ.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Συνήθως δουλεύω στο γραφείο και διαβάζω στο κρεβάτι. Αλλά συχνά συμβαίνει και το ανάποδο. Το βασικό είναι να γίνονται όλα με άνεση, γι’ αυτό δουλεύω μόνο με το σώβρακο. Μουσική ακούω όλη μέρα: κλασική, ηλεκτρονική, ποστ ροκ. Επομένως, υπολογιστής-μουσική-σώβρακο είναι το τελετουργικό τρίπτυχο της δουλειάς μου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σπάνια.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Είχα μια τέτοια πρόταση στις αρχές του χρόνου, και γι’ αυτό καταπιάστηκα με έναν συγγραφέα που γουστάρω από παλιά, τον Μισέλ Ουελμπέκ. Η μονογραφία ολοκληρώθηκε πρόσφατα, οπότε αν όλα πάνε καλά και υπάρχει ακόμα αγορά τους επόμενους μήνες, θα εκδοθεί.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Θα περιοριστώ σε δημιουργούς της νεωτερικότητας και εξής: Μπέκετ, Τζόις, Φλομπέρ, Σελίν, Πεσσόα, Τσέχοφ, Ρεμπό, Ιονέσκο, Ουέλς, Μπάλαρντ, Μπέρνχαρντ, Καμύ, Μπόρχες, Κάμινγκς, Ζενέ, Μπουκόφσκι, αλλά και στοχαστές όπως ο Σοπενχάουερ, ο Δαρβίνος, ο Νίτσε, ο Φρόιντ, ο Σιοράν, ο Μποντριγιάρ. Από Έλληνες προτιμώ κυρίως ποιητές, Ελύτη, Καρούζο, Χιόνη, αλλά και πεζογράφους όπως ο Ροΐδης, ο Σκαρίμπας, ο Χειμωνάς, και από θεωρητικούς τον Κονδύλη. Από σύγχρονους συγγραφείς προκρίνω τον Πίντσον, τον Ουελμπέκ, τη Γέλινεκ, τον Αντούνες, τον Κουτσί.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Μερικά λίγο παλαιότερα λογοτεχνικά βιβλία που μου έρχονται ανάκατα στο νου και τα οποία θεωρώ εντελώς «σύγχρονα»: τα Κύματα της Γουλφ, η Άντα του Ναμπόκοφ, η Κοινή ανθρώπινη μοίρα του Μπάτλερ, το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ, ο Θαυμαστός καινούριος κόσμος του Χάξλεϊ, ο Αιώνας των φώτων του Καρπεντιέρ, ο Φράνκενσταϊν της Σέλεϊ, το Εμείς του Ζαμιάτιν, οι Πρεσβευτές του Τζέιμς, το Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι, ο Μαλντορόρ του Λοτρεαμόν, η Κοκαΐνα του Πιτιγκρίλι, το Ηλεκτρικό πρόβατο του Ντικ… Σταματώ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Κάφκα, του Φιτζέραλντ, του Αντρέγεφ, του Σαλάμοφ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Επειδή γνωρίζω αρκετούς προσωπικά, θα ήταν κρίμα να αναφέρω έναν και να στενοχωρήσω κάποιους άλλους. (Άσε που το καλλιτεχνικό συνάφι είναι συχνά ανελέητο…) Θα αναφέρω λοιπόν έναν νέο λογοτέχνη με τον οποίον γνωριζόμαστε μόνο εκ μεγάλης αποστάσεως, τον Γιώργο Γεωργίου, του οποίου το βιβλίο Αιώνια ύλη με είχε συναρπάσει όταν το διάβασα πριν από τρία χρόνια. Όπου κι αν βρίσκεται, μακάρι να είναι εξίσου δημιουργικός.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.  

Ο «άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» Ούλριχ, ο κεντρικός χαρακτήρας στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Μούζιλ. Ένας ευφυής άνθρωπος που αδυνατεί να βρει στόχο και νόημα, καθώς ζει σε έναν χαοτικό και νευρόσπαστο κόσμο που απαιτεί από τους ανθρώπους να διαθέτουν ένα γνώρισμα αρκετά οξύμωρο: ρευστές ιδιότητες. Αυτό είναι ευλογία και μαζί κατάρα. Στην εποχή μας εξακολουθεί να υπάρχει αυτός ο «χαρακτήρας», αλλά όπως γράφει ωραία και θλιβερά ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν, ο μοντέρνος άνθρωπος χωρίς ιδιότητες (Mann ohne Eigenschaften) έχει σε μεγάλο βαθμό μετατραπεί στον μεταμοντέρνο άνθρωπο χωρίς δεσμούς (Mann ohne Verwandtschaften).

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το πρόβλημα με τα λογοτεχνικά περιοδικά είναι πως είτε μυρίζουν φορμόλη, είτε επιδίδονται σε μεταμοντερνιές χωρίς κανένα έρεισμα. Πιστεύω πως η «Ποιητική» είναι το περιοδικό που κρατά τις πιο γερές ισορροπίες ανάμεσα στο παλαιό και στο καινούριο.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Θυμάμαι να διαβάζω τις Επικίνδυνες σχέσεις του Λακλό στο στρατιωτικό λεωφορείο, πηγαίνοντας από τον Αυλώνα στο 401 Νοσοκομείο το 1999. Η μισητή θητεία, ο εκνευριστικός πόνος, οι δυσώδεις αρβύλες, η απουσία γυναικών, όλα συνδυάστηκαν αμετάκλητα με το αριστούργημα έρωτα, σαγήνης και εξουσίας του στρατηγού Λακλό.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Η σχέση συγγραφέα και μεταφραστή είναι πολύπλοκη, όπως κάθε σχέση. Καταρχάς, δεν μπορεί κανείς να διαλέγει πάντα ό,τι του αρέσει: έτσι, από τα βιβλία που μεταφράζω, υπάρχουν κάποια που μάλλον δεν θα τα διάβαζα, και άλλα τα οποία λατρεύω. Ο μεταφραστής έχει συχνά μια αμφίθυμη σχέση αγάπης-μίσους με τον συγγραφέα: ο κόπος της μετάφρασης, καθώς και οι γλίσχρες απολαβές, επιβραβεύονται πάντως από το τελικό αποτέλεσμα. «Σε κατάφερα κι εσένα!» αναφωνεί ο μεταφραστής στον αόρατο συγγραφέα, μέχρι να βρεθεί κάποιος να του επισημάνει τα αναπόφευκτα λάθη του… Κι όλο πάλι απ’ την αρχή.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Δύσκολη μετάφραση ήταν το εξαιρετικό βιβλίο του Brian Leiter, Νίτσε και ηθική (εκδ. Οκτώ), καθώς έπρεπε να μεταφράσω εκατοντάδες αποσπάσματα του νιτσεϊκού έργου από τα γερμανικά και να τα συντονίσω με τον λεπτομερή σχολιασμό τους, που γράφτηκε στα αγγλικά. Μεγάλες «ηδονές», αφού έτσι το θέλετε, μου προσφέρει η μετάφραση αγαπημένων μου ποιημάτων του 20ού αιώνα, την οποία άρχισα υπό τον τίτλο «Στιχοπλοκίες» στο έντυπο περιοδικό Κοντέινερ και τη συνεχίζω στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ντουέντε.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Το βιβλίο του Mark Edmundson, Ο θάνατος του Σίγκμουντ Φρόιντ (εκδ. Πατάκης) δεν προσέχτηκε ιδιαίτερα, αν και είναι συναρπαστικό: εξιστορεί εκ παραλλήλου τη ζωή του Φρόιντ και του Χίτλερ, συνδυάζοντας καίρια τις ψυχαναλυτικές ιδέες με την πολιτική ιστορία του Μεσοπολέμου. Είναι δε απελπιστικά επίκαιρο, καθώς εξηγεί την άνοδο του φασισμού αξιοποιώντας τη φροϋδική θεωρία για το πώς συμπεριφέρονται ηγέτες και μάζες σε περιόδους οικονομικής και πολιτισμικής κρίσης… Ας αναφέρω και το βιβλίο του Τζον Γκρέι Αχυρένια σκυλιά (εκδ. Οκτώ), στα συμπεράσματα του οποίου θα σκοντάφτουμε συνέχεια, θέλοντας και μη, στον 21ο αιώνα.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.  

Η μεταφραστική εμπειρία είναι δύσκολη, η ηδονή επισφαλής και η απομάγευση πιθανή. Μεγαλύτερη απογοήτευση προκύπτει όταν ένα βιβλίο, που ο μεταφραστής θεωρεί αξιοπρόσεκτο, πάει κατά διαόλου ως προς τις πωλήσεις και την ανταπόκριση (αντιστοίχως, όταν ένα υπερκείμενο πάει άπατο ως προς τα λάικ…). Επειδή είναι αδύνατον να μιλήσω εδώ συγκεκριμένα για όσα έχω μεταφράσει, ας αναφέρω μονάχα μερικά ονόματα: Τζορτζ Στάινερ, Πίτερ Άκροιντ, Άνταμ Φίλιπς, Τζούλιαν Μπελ, Μάρθα Νούσμπαουμ, Ουμπέρτο Έκο, Μάρτιν Χάιντεγκερ, Νάιτζελ Ουόρμπερτον, Κουέντιν Σκίνερ, Άρθουρ Ντάντο, Καλίλ Τζιμπράν. Συχνά, για προσωπική μου ευχαρίστηση (κι όχι μόνο, ελπίζω), μεταφράζω διηγήματα και δοκίμια για περιοδικά: Βιρτζίνια Γουλφ, Φ. Σ. Φιτζέραλντ, Χ. Τζ. Ουέλς, Όσκαρ Ουάιλντ, Τσαρλς Μπουκόφσκι κ.α.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Υπάρχει ένας σημαντικός και άλλοτε διάσημος αμερικανός ποιητής, ο Ρόμπινσον Τζέφερς, το έργο του οποίου μεταφράζω και δημοσιεύω, προσπαθώντας να το καταστήσω γνωστό στην Ελλάδα. Συνάμα, με τα ακόμα αμετάφραστα κείμενα του Μπέκετ αναμετριέμαι όποτε νιώθω τη βαθύτατη ανάγκη να αποτυγχάνω (κάθε φορά, καλύτερα). Έχουν δημοσιευτεί τρία από δαύτα, και ποιος ξέρει τι ακολουθεί; Ποιος ξέρει γενικά τι ακολουθεί;

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Αυτό εν γένει ισχύει, αλλά τα τελευταία χρόνια έχει ευτυχώς αλλάξει. Οι κριτικές αναφέρουν πλέον πιο συχνά τους μεταφραστές, ακόμα κι αν οι κριτικοί δεν αντιλαμβάνονται πόσος κόπος καταβλήθηκε. Πάντως, όσοι διαβάζουν συστηματικά, έχουν μάθει να ξεχωρίζουν τους καλούς μεταφραστές. Συχνά, μάλιστα, κάποιοι αναγνώστες αγοράζουν τα βιβλία που έχουν μεταφράσει οι αγαπημένοι τους μεταφραστές, ακόμα κι αν δεν ξέρουν περί τίνος πρόκειται.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της; 

Η συνεργασία μεταξύ ανθρώπων είναι εν γένει «αγγούρι». Καθώς μάλιστα το αντικείμενο της συνεργασίας μεταξύ συγγραφέων-μεταφραστών-διορθωτών είναι το ίδιο το εργαλείο της επικοινωνίας τους, δηλαδή η γλώσσα, τα προβλήματα περιπλέκονται αφάνταστα. Αλλά ευτυχώς δεν έχω αντιμετωπίσει μέχρι τώρα πρόβλημα με κάποια συνεργασία. Ιδανική μορφή της παραμένει η συνεργασία μέσω ιμέιλ και τηλεφώνου, σαν να λέμε: «μακριά κι αγαπημένοι».

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Επειδή μεταφράζω κυρίως θεωρητικά βιβλία, οι ήρωες που με ακολουθούν είναι συνήθως οι ιδέες! Και ναι, μου λένε τα νέα τους συχνά, τους λέω κι εγώ τα δικά μου, και γενικά (θέλω να πιστεύω ότι) τα βρίσκουμε. Με τα λόγια ενός ποιητή: “They are never alone [those] that are accompanied with noble thoughts”.

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Η μετάφραση, καθώς και η συμμετοχή μου σε οικογενειακή επιχείρηση, ήταν και παραμένουν οι βασικοί τρόποι βιοπορισμού μου. Μακάρι να πλήρωναν και όλοι οι υπόλοιποι… Φαίνεται πως της ανόδου του φασισμού στην Ελλάδα προηγήθηκε η κυριαρχία του «φεσισμού».

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω κάποια βιβλία για τη βιοτεχνολογία, θέμα με το οποίο καταπιάνεται το μυθιστόρημα που γράφω. Παράλληλα μεταφράζω Σάμιουελ Μπάτλερ, έναν συγγραφέα που ήταν πολύ μπροστά από τη βικτοριανή εποχή του. Η πρώτη δημοσίευση αυτής της εργασίας εν προόδω είναι το δοκίμιο «Ο Δαρβίνος μεταξύ των μηχανών», ένα σατιρικό κείμενο ανεπανάληπτα προφητικό για τον σημερινό κόσμο. Μεταξύ άπειρων δραστηριοτήτων (λογοτέχνης, στοχαστής, ζωγράφος, φωτογράφος, βιογράφος, ιστορικός τέχνης, εκτροφέας προβάτων…), ο Μπάτλερ μετέφρασε τα ομηρικά έπη, οι δε μεταφράσεις του κυκλοφορούν και διαβάζονται μέχρι σήμερα. Γενικότερα, σε ό,τι κάνω, συμμερίζομαι την αυτοεικόνα του Μπάτλερ: είμαι ένα παιδάκι που του αρέσει να πετά πέτρες στα τζάμια των άλλων.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ συστηματικά. Με γοητεύει η δουλειά σκηνοθετών που είναι συγχρόνως συγκινητικοί και κλινικοί, όπως π.χ. ο Λευτέρης Βογιατζής και ο Θεόδωρος Τερζόπουλος στο ελληνικό θέατρο, ή όπως ο Κι-Ντουκ, ο Χέρτζογκ, ο Καουρισμάκι, ο Χάνεκε, ο Τρίερ και ο Λιντς στον κινηματογράφο. Και φυσικά οι αδερφοί Μαρξ και ο παλιός Γούντι Άλεν. Το χιούμορ είναι ιερό.

Τι περιλαμβάνει το ιστολόγιό σας; Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν και το διαδικτυώνεσθαι;

Το ιστολόγιό μου περιλαμβάνει πληροφορίες και κριτικές για τα βιβλία μου, καθώς και πολλά αναδημοσιευμένα κείμενά μου, θεωρητικά και λογοτεχνικά. Το Διαδίκτυο έχει γίνει αναπόσπαστο μέρος της δουλειάς μου, αλλά αν είχα άλλη δουλειά, μάλλον θα το βαριόμουν. Πρόκειται για μια τρομερή εφεύρεση, που αλλάζει την ίδια μας τη συνείδηση. Όπως όλες οι τεχνολογίες, έτσι κι αυτό είναι κάθε άλλο παρά ουδέτερο. Η ειρωνεία είναι πως μια γόνιμη σχέση με το Διαδίκτυο προϋποθέτει ακριβώς όσα είναι δύσκολο να έχουμε στη σχέση μας μαζί του: αποδοχή με κριτική σκέψη και χρήση με αποστασιοποίηση. Για να πετύχει όμως αυτό (αν υποθέσουμε πως είναι δυνατό), απαιτείται επίγνωση, και η επίγνωση προκύπτει κυρίως από τον στοχασμό πάνω στις επιδράσεις της τεχνικής στη ζωή μας. Ιδίως αυτός ο τύπος στοχασμού λείπει στην Ελλάδα, αφού εδώ τα πάντα κρίνονται ακόμα με βάση το δίπολο Δεξιά-Αριστερά. Ανθρώπους τυπικά μορφωμένους αλλά ουσιαστικά ακαλλιέργητους, που έχουν ελλιπή έως μηδαμινή σχέση με τον έντυπο λόγο, τα βιβλία κ.λπ., το Διαδίκτυο τους αποτελειώνει πνευματικά.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όχι. Βαριέμαι την αιώνια νιότη. Επιθυμώ να ζήσω μια πλήρη ζωή, κάνοντας ό,τι αρμόζει σε κάθε ηλικία, και προσεύχομαι στον ανύπαρκτο θεό μου να φανεί πολυέλεος και να μου φέρει έναν γαλήνιο θάνατο.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Οι κεφτέδες.

Εικονιζόμενοι: Α. Rimbaud, J.G. Ballard, A. Lobo Antunes, C. Bukowski, J. Baudrillard.




Σεπτεμβρίου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιολ.   Οκτ. »
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930

Blog Stats

  • 991.124 hits

Αρχείο

Advertisements