Αρχείο για Σεπτεμβρίου 2012

30
Σεπτ.
12

Εμβόλιμον, τεύχος 61 – 62 (Καλοκαίρι – Φθινόπωρο 2011)

Αγαπητέ κύριε, αναρωτιέμαι αν σας απασχόλησε ποτέ το ερώτημα: ποιον λατρεύει κανείς σ’ ένα λογοτέχνημα; Είναι ένα κόλπο για να λατρεύει κάποιος τον εαυτό του; Είναι ένας τρόπος για να χτίζει γύρω του ένα φρούριο από ιδέες και εικόνες; Είναι ένας τρόπος για να κρυφτεί; Είναι μια παγίδα θηραμάτων ή μια παράξενη θεραπεία τους;

Το πιστεύετε εσείς πώς μπορεί κανείς πραγματικά να παγιδεύσει τον χρόνο; Μήπως το μόνο που πετυχαίνει είναι να παγιδευτεί αμετάκλητα απ’ αυτόν; Ο ίδιος φαίνεται έχετε τόση καλοσύνη ώστε στα έργα σας δεν ανακαλείτε το παρελθόν αλλά κατά κάποιο τρόπο ανασταίνετε χωρίς πικρία μια τάξη πραγμάτων που γνωρίσατε. Καταφέρατε να βγάλετε από μέσα της το κεντρί της πικρίας και της απουσίας δικαιοσύνης. Σε τούτο συνίσταται νομίζω η ανάσταση. (Νατάσα Κεσμέτη, Η τέχνη της πόζας, σ. 36 του τεύχους)

Ολοκληρώνεται σήμερα η παρουσίαση των έξι τελευταίων τευχών του Εμβόλιμου (πέντε διπλών και ενός «μονού» και με ελαφρώς ανορθόδοξη σειρά), μια παρουσίαση που μπορεί να μην εμφανιζόταν, ως όφειλε, κατά το χρόνο της έκδοσης του κάθε τεύχους, αλλά τουλάχιστον ακολούθησε την δική μας αναγνωστική άποψη πως τα εγχώρια λογοτεχνικά περιοδικά, και σίγουρα το Εμβόλιμον, δεν διαβάζονται μια κι έξω, μονορούφι, αλλά παίρνουν μια θέση στο ράφι εκείνο της βιβλιοθήκης που είναι «διαθέσιμο» για κάθε στιγμή, ευκαιρία και διάθεση. Στην ουσία έρχεσαι κι επανέρχεσαι σ’ αυτά ανάλογα με την αναγνωστική επιθυμία που ικανοποιούν τα αυτοτελή τους κείμενα: πεζό, ποίηση, κριτική, δοκίμιο, μελέτημα, άλλου είδους σημειώματα. Είναι άλλωστε γνωστό πως οι αναγνώστες μπορούν να βρουν παλαιότερα τεύχη (που είναι το ίδιο – δηλαδή πάντα – επίκαιρα με κάθε τρέχον τεύχος) επικοινωνώντας με το εκάστοτε περιοδικό.

Το πεζογραφικό κομμάτι του τεύχους συμπληρώνουν οι Μαρία Κουγιουμτζή, Ειρήνη Μαργαρίτη, Πάνος Σταθόγιαννης, Νανά Πλευρίτου, Μαίρη Γούβα (για έναν έρωτα μέσω αλληλογραφίας και των οσμών της, που επιχειρεί να ολοκληρωθεί ακριβώς μέσα στα όριά τους), Σταμάτης Γκαβέτας, Jean Cocteau («Διάλογοι»), Γρηγόρης Τεχλεμετζής κ.ά. Στο ποιητικό οι Εύα Μοδινού, Τάσος Πορφύρης, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Λένα Παππά, Αναστασία Γιάτση, Κώστας Ριζάκης, Χρίστος Παπαγεωργίου, Γιώργος Θεοχάρης, Πάνος Καπώνης, Λουκάς Παπαδάκης, Σταύρος Σταμπόγλης, Μαρία Σκιαδαρέση, Φαρούκ Τουντζάι, Ευσταθία Δήμου, Σοφία Κολοτούρου, Κώστας Γαρμπής, Στέλιος Λουκάς, Μαρία Τσιράκου, Στέλλα Γεωργιάδου, κ.ά. Στο δοκιμιακό, οι Φοίβος Πιομπίνος (Η Ελλάδα ως ομφαλός και ο Δικέφαλος Αετός), Σώτος Αλεξίου (Στην ταβέρνα «ΑΕΤΟΣ» κάθε βράδυ ο δαιμόνιος Τσιτσάνης), Αναστασία Γκίτση (Οι ποιητές / Γέφυρες χασμάτων), εκκινώντας από τη φράση της Sarah Kane δεν είναι ότι δεν ξέρουμε αλλά ότι δεν νιώθουμε) και ο Πάνος Καπώνης, για τον Βασίλη Στεριάδη. Στην εικονογράφηση του τεύχους ο Σπύρος Κουρσάρης.

Από τις παλαιές αλλά ακόμα αντηχούσες φωνές ο Jean Cocteau κονταροχτυπιέται με τον δικό του αντίπαλο: Του χρόνου γνωρίζω τις ψευτιές/Και τις αγνοώ συγχρόνως/Μονάχα μέσα στου ονείρου το νερό/Τους νόμους του απορρυθμίζει/[…]/Χρόνε θα θελα να σε τσακώσω να κάνεις λάθος/Τις πονηριές σου να νικήσω να επισκεφτώ/Το μέλλον σου το ψεύτικο δίπλα-δίπλα/Με την ψεύτική σου αρχαιότητα. [«Ο χρόνος ποτέ δεν αλλάζει», μτφ. Ελένη Κόλλια]. Και ο Gonzalo Rojas [1917 – 2011], ο Χιλιανός ποιητής, με την γεμάτη από τις αναμνήσεις των ορυχείων και του κάρβουνου παιδική ηλικία, ο πολιτιστικός σύμβουλος που διόρισε ο Allende στην Κίνα και την Κούβα, ο αποστερημένος από υπηκοότητα και άδεια διδασκαλίας από την δικτατορία του Pinochet, αναπολεί τα δικά του μπορντέλα της νεότητας και της αγαπημένης του ιέρειας. Και ο κύκλος του παλαιού και του παλαιού εντός μας που επιχειρεί να ζήσει μέσα από το νέο και το καινούργιο εκτός μας κλείνει πάλι με το κείμενο της Κεσμέτη:

Τα σχολεία άρχισαν να ρημάζουν μαζί με τα χωριά που με ταχύ ρυθμό ερήμωναν. Πέθαναν οι περισσότεροι από τους φίλους μου και από τους αντιπάλους συγγραφείς, όσους τέλος πάντων επιθυμούσα να εξουδετερώσω ή να μειώσω, ώστε να ξεχωρίζω ανεμπόδιστος. Η γραφή μου άρχισε να θεωρείται «περιφερειακή» και ο μύθος μου να παρακμάζει. Φούντωνε πάλι η νοσταλγία για το «κέντρο» μόνο που αυτή τη φορά ήταν παγκόσμιο ή πιο σωστά παγκοσμιοποιημένο κι έτσι κανείς δε γνώριζε πού ακριβώς ήταν. Οπωσδήποτε τα «παλιά κλάματα» όπως τα παλιά βουνά, δεν συγκινούσαν σχεδόν κανέναν. Αν τα τελευταία μπορούσαν να ξαναβαφτιστούν με κάποιο άλλο όνομα, έστω κι από την Παταγωνία, τη Νέα Γουινέα ή την Ισλανδία των ντοκυμαντέρ, θα ήταν περισσότερο υποφερτά. Τότε έχασα λίγο λίγο και την όρασή μου. Όπως άλλοτε φανταζόμουνα το μέλλον μου, έτσι τώρα παρατηρούσα σε μια φανταστική εσωτερική οθόνη το παρελθόν μου, όπου δεν μπορούσα να διακρίνω παρά μεγάλα ή μικρά κενά.

Στις εικόνες: Jean Cocteau, Gonzalo Rojas.

28
Σεπτ.
12

Εμβόλιμον, τεύχος 65-66 (καλοκαίρι– φθινόπωρο 2012)

Όποτε του δινόταν η ευκαιρία, ταξίδευε. Τα ταξίδια ήταν η ζωή του. Κάθε ταξίδι, μια ξεχωριστή ζωή. Ήταν σαν να έβγαζε, κάθε φορά πιστοποιητικό γεννήσεως με το τσέκ-ιν στο γκισέ της αεροπορικής εταιρείας, ενώ στην επιστροφή, η αποσκευή που παραλάμβανε από τον κυλιόμενο ιμάντα, λες και περιείχε τη σορό μιας ζωής που είχε μόλις τελειώσει. Δεν μελαγχολούσε, δεν τον κατέθλιβε το πεπερασμένο του ταξιδιωτικού χρόνου. Αντίθετα, του φαινόταν ότι ο χρόνος διαστέλλεται μέσα σε κάθε ταξίδι και παραμένει στο μυαλό το αναλλοίωτα επιμηκυσμένος, σε πείσμα του αντίπαλου χρόνου της καθημερινότητας…

«Όχι χωρίς λόγο» η Μαρία Δριμή καταθέτει το πεζογράφημά της στο τεύχος που εκκινεί ως ανωτέρω και ολοκληρώνεται με μια ενδιαφέρουσα περίπτωση ιδεοψυχαναγκαστικής εμμονής και όχι μόνο. Εξίσου συγκινησιακό είναι το μονοσέλιδο αφήγημα του Γρηγόρη Τεχλεμετζή (Το ταξίδι με τη σχεδία). που αφορά την πώληση ενός παλιού αυτοκινήτου μέσα στο οποίο εμφώλευαν ανεξίτηλες στιγμές υπόγλυκων ερεθισμών, περιπετειών σε κορφοβούνια, ταξίδια μέλιτος και επαγγελματικές φορτοεκφορτώσεις μέχρι τη στιγμή του οριστικού του ξεφορτώματος, «όπως κάθε πράγμα που δε μας χρειάζεται φανερά». Στα υπόλοιπα πεζά οι Αρχοντούλα Διαβάτη, Γιάννης Καβάσιλας, Στέλλα Καμπατζά, Μαρία Κουγιουμτζή, Λίλα Χαμπίπη.

Στη γραμματειακή και γραμματολογική υποστήριξη, ο Περικλής Σφυρίδης γράφει για τον Ν. Χριστιανόπουλο, η Ε.-Α. Λουκίδου για την Κική Δημουλά, ο Πάνος Καπώνης για τον Ν. Μοσχοβάκο, ο Τ. Οικονόμου για τον Αργύρη Χιόνη και η Μ. Δριμή για την Σώτια Τσώτου. Στη ζωγραφική η Φανή Μιχαηλίδη. Στην ποίηση οι Σ. Αλεξοπούλου, Μ. Αλιγιζάκης, Τ.Γ. Βασιλαράκος, Γ. Βέης, Τ. Γαλάτης, Κ. Γαρμπής, Λ. Γκλιάτη, Ι. Κοράβος, Μ. Κουλούρη, Χ. Κουτσουμπέλη, Ε. Κοφτερού, Σ. Κωνσταντινίδου, Μ. Μαρκαντωνάτου, Θ. Μαρκόπουλος, Σ. Μεχτίδης, Ε. Μοδινού, Μ. Μοσχόβη, Α. Μπακονίκα, Κ. Ριζάκης, Π. Βερλαίν, Φ. Τουντζάι και πολλοί άλλοι. Στο δοκίμιο ο Φ. Πιομπίνος (Σκέψεις πάνω στις διαφορές μεταξύ της ιερής εικόνας και του θρησκευτικού πίνακα), στο ιστορικό αφήγημα η Λ. Δημουλά – Φίλια (Συμβολή στην τοπική ιστορία: μια ακόμα σελίδα από την Εθνική Αντίσταση στη Ρούμελη).

Κυκλώνω μερικά λόγια του Τ. Οικονόμου: Για τον Άνθρωπο Αργύρη [Χιόνη] θέλω να πω μια κουβέντα. Επέλεξε το Θροφαρί, ένα ξεχασμένο χωριό της ορεινής Κορινθίας για να εγκατασταθεί, αυτός, ένας πολίτης του κόσμου. Ένας άνθρωπος που έχει ζήσει στην Ευρώπη και την Αμερική, που έχει ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο σχεδόν, που μπορούσε και χειριζόταν – όχι μόνο μιλούσε – οχτώ γλώσσες, που είχε φίλους και επικοινωνούσε από όλο τον κόσμο, με τη συνειδητή απομόνωσή του, επεδίωκε την απόλυτη αφοσίωσή του σε αυτό που θεώρησε πρωτεύον στη ζωή του, την ποίηση

…και αποχωρώ με στίχους της Νέλλυ Ζακς από την «Χορωδία διασωθέντων»: Εμείς που σωθήκαμε, /Από τα κοίλα οστά μας σμίλευε ο θάνατος αυλούς/Στους τένοντές μας έπαιζε ο θάνατος δοξάρι-/Ακόμα αντηχούν τα σώμάτα μας/Την σακατεμένη μουσική τους/Εμείς που σωθήκαμε/Ακόμα κρέμονται για το λαιμό μας/Δεμένες οι θηλιές/Μπροστά μας στον γαλάζιο αιθέρα/[…]/Εμείς που σωθήκαμε/Σας σφίγγουμε το χέρι/Αναγνωρίζουμε τα μάτια σας-/Αλλά αυτό που μας δένει ακόμα μαζί σας/είναι ο αποχαιρετισμός/[…]

Στις εικόνες: Νέλλυ Ζακς και έργο της Φανής Μιχαηλίδη.

27
Σεπτ.
12

Εμβόλιμον, τεύχος 63-64 (χειμώνας – άνοιξη 2012)

Κείμενα εδάφια περικοπές και αποσπάσματα/Περικοπές του βίου και αποσπάσματα εκτελέσεων σε εδάφια/που εν μέσω ήχων αρμονίου και ριπών σκοποβολής/χορεύοντας ή σπαρταρώντας ρυθμικά, κατάκεινται/κάτω απ’ τα κείμενα ανιστόρητα τα σώματα/του λεκτικού κοιτάσματός σου, Ποίηση.

… γράφει στη «Γραφή» ο Γιάννης Δάλλας, ένα από τα πέντε ανέκδοτα ποιήματα – προσφορά του στο τεύχος που αφιερώνει Σελίδες για «τον τυφλό οιονωσκόπο, τον κυκλοτερή, τον πολυγωνικό και πολυόμματο ποιητή», το έργο του οποίου, όπως γράφει εισαγωγικά ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης, «από το 1944 μέχρι σήμερα, αποτελεί προοδευτικό, ριζοσπαστικό, ανατρεπτικό, μαχητικό, πολιτικό, ανθρωπιστικό, πνευματικό σημείο αναφοράς απέναντι στην εκβαρβάρωση της ζωής απ’ τους πολεμοκάπηλους, από τις σαρκοβόρες αγορές κι απ’ τ’ άσπονδα πολίτ – μπυρώ του κόσμου». Οι Σελίδες για τον Γιάννη Δάλλα περιλαμβάνουν κείμενα των Π. Γκολίτση, Γ.Χ. Θεοχάρη, Ε. Μωραΐτη και Δ. Ρεντίφη.

Ένα δεύτερο μικρό αφιέρωμα μας γνωρίζει τον Κάρλος Πεγισέρ (Carlos Pellicer, 1897 – 1977), έναν από τους γνωστότερους μοντερνιστές ποιητές στο Μεξικό, σε εισαγωγή και μετάφραση Αμαλίας Ρούβαλη. Υπήρξε, μας γράφει η ισπανίστρια μεταφράστρια, ο κατ’ εξοχήν ποιητής του τροπικού τοπίου και των χρωμάτων, της προϊσπανικής κοιλάδας του Μεξικού, αισθησιακός κι ερωτικός, αλλά και ένας ανήσυχος πολιτικός, που συμμετείχε σε διάφορες αριστερές πολιτικές κινήσεις μαζί με τους Ντιέγο Ριβιέρα και Χοσέ Κλέμέντ Ορόσκο και σε διάφορα περιοδικά της λογοτεχνικής πρωτοπορίας, φτάνοντας να εκλεγεί γερουσιαστής στην πατρίδα του το Ταμπάσκο. Το Μεξικό του οφείλει και την ίδρυση επτά μουσείων, μεταξύ των οποίων της Βέντας στο Ταμπάσκο, με τα πελώρια κεφάλια των Τολτέκας καθώς και της Φρίντας Κάλο στο Κογιοακάν, στην Πόλη του Μεξικού.

Η Βαλεντίνη Καμπατζά γράφει για την γυναικεία παρουσία στο έργο του Νίκου Μπακόλα και τη σημασία της, η Κούλα Αδάλογλου για τον φόνο ως ενδοοικογενειακή υπόθεση στο έργο της Ιωάννας Καρυστιάνη, ο Θεοδόσης Πυλαρινός τις εκτενείς του σκέψεις για το τελευταίο βιβλίο της Μαρίας Κουγιουμτζή. Ακόμη, πεζογραφία από τους Αλέξανδρο Βαναργιώτη, Δημήτρη Κανελλόπουλο Πόλυ Χατζημανωλάκη, Renate Welsh, κείμενα για τους Γ. Γώτη, Π. Κουσαθανά, Τ. Νικηφόρου, Γ. Στεφανάκι, Α. Φλωράκη, ποίηση των Π. Βερλαίν, Π. Νερούδα, Α. Ρεμπώ, Φουάντ Ρίφκα, Ντένις Εμορίν, Φαρούκ Τουντζάι, Ι. Αβραμίδου, Τ.Γ. Βασιλαράκου, Γ. Βέη, Κ. Γαρμπή, Ε.Α.Γέραγα, Η. Γκρη, Γ. Θεοχάρη, Μ.Σ. Καραγιάννη, Μ. Καρδάτου, Κ. Καριζώνη, Δ.Α. Κράνη, Ο. Κουνάγια, Ε. Μαρινάκη, Ν. Μυλόπουλου, A. Ρούβαλη κ.ά. Εικαστικός του τεύχους η Κική Βουλγαρέλη.

Στο τετράδιο των ωραίων ποιημάτων ας προσθέσω το Της νεκρής πριγκίπισσας της Χλόης Κουτσουμπέλης: Δεν το έκανα από πρόθεση, ορκίζομαι/Μα σαν την είδα σαν ξωτικό/να τρέχει με γυμνά τα πόδια/προς εμένα,/νόμισα θα διαπεράσει την καρδιά μου./Γι’ αυτό έρριξα το βέλος./Άλλωστε εμείς οι κυνηγοί του Βασιλιά/στο θέλημά Του υπακούμε/η πινακίδα το έγραφε ολοκάθαρα:/ «Όχι πριγκίπισσες στο δάσος με τα μούρα».

Και ας προετοιμαζόμαστε όλοι για «Το βλέμμα των άλλων», με το ομώνυμο ποίημα του Θανάση Μαρκόπουλου:  Ι – Περιμένω στο πεζοδρόμιο να κόψει το ρεύμα των αυτοκινήτων/Με πλευρίζει αιφνίδια δροσερός πιτσιρίκος/ «Μπάρμπα με περνάς απέναντι;»//Ήμουν δεν ήμουν σαράντα. // ΙΙ – Στέκομαι στην πόρτα του θαλάμου με τη γυναίκα του εγχειρισμένου φίλου/Διερχόμενη αδελφή που τη γνωρίζει πια/ «Πατέρας σου είναι ο κύριος;»//Ήταν στην ηλικία της και η δική μου γυναίκα. // ΙΙΙ – Μπαίνω στο λεωφορείο «Σταθμός Χαριλάου»/Κοπελίτσα κλωνί με μάτια της άνοιξης παραχωρεί ευγενώς τη θέση της//Κοιτάζω πίσω μου δε βλέπω κανέναν.

Αύριο το πιο πρόσφατο τεύχος, αρ. 65-66. Στις εικόνες: Κάρλος Πεγισέρ, Γιάννης Δάλλας, και γράμμα της Φρίντα Κάλο στον Κάρλος Πεγισέρ.

26
Σεπτ.
12

Εμβόλιμον, τεύχος 60 (χειμώνας 2010 – άνοιξη 2011)

Όλοι ταξιδιώτες είμαστε/Στην ερημιά αυτού του κόσμου/Και το πιο πολύτιμο που βρίσκουμε/Στα ταξίδια μας/είναι ένας ειλικρινής φίλος.

έγραφε ο συγγραφέας και περιηγητής Robert Louis Stevenson, που έγινε για πρώτη φορά γνωστός με τις … ταξιδιωτικές του εντυπώσεις. Πρόκειται για απόσπασμα από ποίημα πάνω σε πλακέτα προορισμένη να αναρτηθεί στον τοίχο και το οποίο μεταφράζεται εδώ μαζί με το Ρέκβιεμ του και άλλα τρία ποιήματα ισάριθμων ποιητών άλλων κόσμων και εποχών: των Sir Walter Scott, Leigh Hunt και Robert Herrick, σε εισαγωγή και μετάφραση Έλλης Συναδινού. Το περιοδικό όπως πάντα μετατρέπεται και σε κιβωτό σύγχρονης ελληνικής ποίησης· τις ποιητικές τους καταθέσεις αυτή τη φορά εναποθέτουν οι Γ. Αλισάνογλου, Γ. Βουρλάκος, Τ. Γαλάτης, Β. Γερόκωστα, Π. Γκολίτσης, Β. Ιωαννίδης, Ι. Καραγιάννη, Α. Καρακόκκινος, Μ. Καρδάτου, Κ. Καριζώνη, Ε. Κορνέτη, Γ. Κούκιος, Α. Κουτροκόη, Χ. Κουτσουμπέλη, Χ. Κρεμνιώτης, Σ. Λαμπαδάρη, Α. Λυμπέρη, Κ. Μανωλοπούλου, Σ. Μαφρέδας, Α. Μπακονίκα, Τ. Νικηφόρου, Ε. Παπαδοπούλου, Σ. Παστάκας, Λ.Δ. Παπαδάκης, Γ. Παπαναστασόπουλος, Κ. Ριζάκης, Α. Σιδέρης, Ε. Συναδινού και Μ. Τόκα Καραχάλιου.

Μια μεγάλη ενότητα του τεύχους που τιτλοφορείται «Ασκήσεις Γραφής» αφιερώνεται σε κείμενα γραμμένα από γυναίκες της Ομάδας Γονέων του Κέντρου Πρόληψης στον ΟΚΑΝΑ της Λάρισας. Η αμιγής γυναικεία αυτή ομάδα με την καθοδήγηση και τον συντονισμό της Ειρήνης Κουφάκη και της Κικής Τσιάτα μετεξελίχθηκε σε Ομάδα Γραφής και εν συνεχεία σε Ομάδα Θεάτρου. Το περιοδικό εκτίμησε το απαραίτητο της παροχής βήματος σ’ εκείνους που τολμούν κι ανοίγουν τα θυρόφυλλα της ψυχής τους στη δημόσια θέαση, όσο μάλλον όταν στα γραπτά τους, καίτοι πρωτόλεια, διακρίνονται αρετές της γραφής και, κυρίως, έχουν κάτι να πουν στον αναγνώστη. Γράφουν λοιπόν οι Μ. Γκουντέλου, Σ. Καΐπη, Β. Μαγουλιώτου, Ν. Παπακωνσταντίνου, Ε. Σπανού, Ι. Τούνη, Κ. Τσιάτα, Α. Τσοάκη, Μ. Χαχαμίδου, Β. Ψαριανού.

Το γράμμα της σύνταξης εστιάζει στην ευρεία ανάδραση και τα μηνύματα ενθάρρυνσης για την συνέχιση του έργου του περιοδικού, παρά τα προβλήματα, και καθιερώνει τη στήλη «Παρελθόντων αιώνων» με αναδημοσίευση κειμένων για τη Φωκίδα και τη Βοιωτία άλλων καιρών, καθώς και την εικονογράφηση κάθε τεύχους από έναν εικαστικό, με πρώτη δημιουργό την Μαργαρίτα Βασιλάκου. Στο διήγημα: Α. Βαναργιώτης, Μ. Κουγιουμτζή, Φ. Λαμπελέ, Χ. Ξυλινά, Τ. Οικονόμου και Χ. Ψαρράς, σε αυτοβιογραφικό αφήγημα η Ε. Κεχαγιά – Μιχαηλάρη (Μια Επονίτισσα 84 ετών θυμάται) και στο δοκίμιο η Β. Καμπατζά και Φ. Πιομπίνος. Η πρώτη εξετάζει την σχέση αλληλεπίδρασης Φύσης και Ανθρώπου στο ατμοσφαιρικό έργο του Δημοσθένη Βουτυρά και ο δεύτερος την μέσω της τέχνης διαφορετική πνευματική οπτική Ελλάδας και Δύσης.

Και αντιγράφω στο τετράδιο με τα αγαπημένα ποιήματα δυο που μοιάζουν απόλυτα αρχαία και σύγχρονα μαζί, προερχόμενα από δυο εποχές που δεν θα μπορούσαν να είναι μακρύτερα η μια από την άλλη:

Αποστηθίσαμε όλους τους χρησμούς/νάχει το παραμιλητό στον ύπνο μας μια συνοχή/απ’ την αμφίστομη ρομφαία των θεών/το μέλλον να γλυτώσει //Σ’ ένα μαντείο, πάντοτε η προσφυγή μας//Με την ψυχή μας θέλησες να διαπραγματευτείς/μεταρρυθμίσεις και συγχωροχάρτια/αναστηλώσεις πόλεων και ερώτων/Δρασκελίσαμε τα γκρεμισμένα τείχη – κατάλυση συμβόλων μιας κυριακάτικης εξουσίας/και ήρθαμε σε άλλες εποχές· μα εσύ δεν είχες εγκαύματα λέξεων στο κορμί/οράματα με ίχνη απελπισίας,/η μάσκα του προσώπου σου δίαυλος κρυφός των εποχών.[…] [Στέλιος Θ. Μαφρέδας – Οι χρησμοί που αποστηθίσαμε (απόσπασμα)]

Η Τζένη με φίλησε όταν συναντηθήκαμε, /Μ’ έναν πήδο ορμώντας απ’ το κάθισμά της·/Χρόνε, κλέφτη εσύ, που σ’ αρέσει να καταχωρείς/Γλυκές στιγμές στη λίστα σου, κι αυτό να βάλεις!/Πως είμαι κουρασμένος πες, πως είμαι λυπημένος,/Πως η υγεία και ο πλούτος με ξεχάσανε,/Πως γερνάω πες, μα να προσθέσεις·/Η Τζένη με φίλησε. [Leigh Hunt, Η Τζένη με φίλησε].

Αύριο το τεύχος 63-64, χωρίς να ξεχνάμε το 61-62 που θα ακολουθήσει λίγο αργότερα.  Στις εικόνες: δυο έργα της εικαστικού του τεύχους Μαργαρίτας Βασιλάκου και ο Robert Louis Stevenson από τον Joe Kubert.

25
Σεπτ.
12

Εμβόλιμον, τεύχος 58-59 (χειμώνας 2009 – άνοιξη 2010)

Εγχείρημα λόγου, τέχνης και λοιπής φαντασίας

Να είσαι ποιητής σημαίνει να είσαι πιο ψηλά/Από τους ανθρώπους! Να δαγκώνεις σαν να φιλάς!/Να είσαι ένας ζητιάνος κι όμως να δίνεις απλόχερα/Σαν βασιλιάς στο Βασίλειο το Εδώ και του Επέκεινα Πόνου // Να έχεις χίλιες επιθυμίες στο απόγειό τους/Κι όμως να μην ξέρεις τι ακριβώς επιθυμείς!/[…]

… έγραφε στο ποίημα Να είσαι ποιητής η Φλορμπέλα Εσπάνκα (Florbela Espanca, 1894 – 1930), μια από τις σημαντικές ποιήτριες της Πορτογαλίας, που αυτοκτόνησε την ημέρα των 36ωνγενεθλίων της, μετά από τρεις γάμους και δυο απόπειρες αυτοκτονίας. Το τεύχος μάς δωρίζει σε εισαγωγή και μετάφραση Αρετής Κελερμένου μια δίγλωσση έκθεση (πρωτότυπο και μετάφραση) τεσσάρων ποιημάτων της ερωτικότατης και υπερευαίσθητης ποιήτριας που δεν συνδέθηκε με κάποιο συγκεκριμένο λογοτεχνικό κίνημα παρά έμεινε κοντά στον νεορομαντισμό και την τεχνική των σοννέτων του Antero de Quental και του φημισμένου Camōes.

Ένα ενδιαφέρον κείμενο από τον Λ.Δ. Παπαδάκη αφορά την μοναδική συνάντηση του εξαντλημένου από την ασθένεια Κ.Π. Καβάφη και του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Μελέτιου Μεταξάκη στο διαμέρισμα του ποιητή στη φτωχική υποφωτισμένη γειτονιά του με τα κακόφημα σπίτια. Στο ισόγειο στεγαζόταν ένας οίκος ανοχής, δυο στενά πιο κάτω ο ναός του Αγίου Σάββα που έφερνε τον ήχο από τις ψαλμωδίες και την μυρωδιά του λιβανιού. Κάτω το μπορντέλο φροντίζει για τη σάρκα· εκεί είναι η εκκλησία που δίνει άφεση στην αμαρτία κι απέναντι είναι το νοσοκομείο όπου πεθαίνουμε, ξεναγούσε τους επισκέπτες του ο τελευταίος Αλεξανδρινός. Πού θα μπορούσα να ζούσα καλύτερα;

Μεταξύ των μελετημάτων, «η μεταφυσική του Τσέχωφ (με αφετηρία το διήγημα «Θάλαμος Νο 6)»  από τον Δ.Χ. Μποσινάκη με ενέπνευσε να ξαναδιαβάσω το εξαιρετικό κείμενο. Ο μελετητής μας θυμίζει την τσεχωφική «ήρεμη» περιγραφή της φθοράς και της κατάπτωσης που ακολουθεί την ματαίωση των ανθρώπινων προσδοκιών, σε τέτοιο σημείο που και οι υγιείς φθείρονται, ασυλοποιούνται και καταλήγουν κι αυτοί να γίνουν τρόφιμοι του ασύλου, όπως ο Διευθυντής του Νοσοκομείο γιατρός Αντρέι Εφίμιτς Ράγκιν. Στη θεατρική ενότητα εκδίδεται το έργο Παλαμήδης από την Θάλεια Αργυρού. Στο εισαγωγικό της σημείωμα η συγγραφέας αναρωτιέται γιατί όλοι γνωρίζουμε τον πολυμήχανο Οδυσσέα και όχι τον σοφό Παλαμήδη και γιατί απουσιάζει ο Παλαμήδης από την Ιλιάδα του Ομήρου. Το κενό ήρθε να αναπληρώσει η παρουσία του και στους τρεις τραγικούς που έγραψαν ο καθένας τους τραγωδία με τίτλο Παλαμήδης, με διάσωση ελάχιστων στίχους, που ενσωματώνονται στο έργο της καθώς και μέρη από την Παλαμήδους Απολογία του Γοργία.

Το 1988 στον Κόλπο της Αντίκυρας Βοιωτίας, στα Άσπρα Σπίτια της Παραλίας Διστόμου, στην εργατούπολη που χτίστηκε και κατοικήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 από τους εργαζόμενους στο εργοστάσιο παραγωγής αλουμινίου, μια παρέα ανθρώπων του βιομηχανικού τοπίου αποφασίσαμε και εκδώσαμε το περιοδικό Εμβόλιμον κάνει τον απολογισμό του είκοσι δύο χρόνια μετά σ’ ένα σύντομο σημείωμα που σηματοδοτεί την ενηλικίωση δημιουργών και δημιουργήματος και ανησυχεί για τα συνακόλουθα ενδεχόμενα που ευτυχώς αποφεύχθηκαν. Περισσότερα για την έκδοση της μοναδικής περίπτωσης του Εμβόλιμου βλ. εδώ.

Στην ποίηση οι Ν. Καντά, Α. Κελερμένου, Κ. Κούσουλα, Χ. Κουτσουμπέλη, Ν. Μάτσης, Σ.Θ. Μαφρέδας, Γ. Μπαζούκης. Γ.Δ. Μπίμης, Ν. Μυλόπουλος, Λ.Δ. Παπαδάκης, Ε. Παρασκευοπούλου, Α. Πετρινόλη, Κ. Ριζάκης, Γ. Τσιρώνης, Σ. Τσιώρος, Λ. Χαλκιαδάκη, Α. Χάνδρας. Στα διηγήματα: Α. Δεσύλλας, Χ. Λιόλιος, Δ. Μαγουλιώτης, Χ. Ξυλινά.

Στις εικόνες: υδατογραφία της Anna Boghiguian για το διαμέρισμα του Καβάφη, FlorbelaEspanca, Γιώργος Χ. Θεοχάρης.  Αύριο το 60ό τεύχος.

24
Σεπτ.
12

Εμβόλιμον 56-57 (χειμώνας 2008 – άνοιξη 2009)

Εγχείρημα λόγου, τέχνης και λοιπής φαντασίας

Η ποίηση διαβάζεται μοναχικά με μία λάμπα ή ένα κερί έλεγε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος σε εκτενή του συνέντευξη στην κυπριακή εφημερίδα Ένωσις το 2007, που αναδημοσιεύεται εδώ. Ο «εχθρός των ταξιδιών» και «οπαδός της «ασάλευτης ζωής» διηγείται, μεταξύ άλλων, πώς μάζευε τα λόγια των ρεμπέτικων από τους μεθυσμένους που περνούσαν και τραγουδούσαν έξω απ’ το παράθυρο του χαμηλού του σπιτιού (η πρώτη του συλλογή με 300 τραγούδια κλάπηκε από τον Ηλία Πετρόπουλο) και, όπως πάντα, εκφράζεται με τον δικό του τρόπο για τους καθιερωμένους των καθιερωμένων, όπως π.χ. για τον Σεφέρη: Τελικά τι είναι ο Σεφέρης; Ένας καλλιεργημένος νέος που σκέφτηκε ότι ο μόνος τρόπος για να επιβιώσει είναι να μιμηθεί κανέναν Άγγλο, κανένα ξένο ποιητή. Μιμούμενος τον Έλιοτ, που ήταν και μοντέρνος και σύγχρονος, έπιασε την καλή. Ωραία!

Νωρίτερα επιβεβαιώνει το γεγονός πως δεν μπόρεσε ποτέ να συγχωρήσει στον Ελύτη το ότι δεν δούλεψε ποτέ: … κι αυτά τα καμώματα δηλαδή, να έχει χαρτζιλίκι από τη μαμά του, δεν είναι γελοίο; Και είπε μετά στον Πεντζίκη, όταν πήρε το Νόμπελ: «Για πρώτη φορά θα έχω κι εγώ δικό μου εισόδημα». Μα δεν λέγονται αυτά τα πράγματα. Τον τάιζε η μάνα του τόσα χρόνια. Και για να κάνει τι; Για να γράφει ποιήματα; Άμα είσαι ταλέντο, είτε θέλεις είτε δεν θέλεις, θα τα γράψεις τα ποιήματα. Και να πεθαίνεις της πείνας, θα γράφεις. [σ. 78-79]

Το θέμα της αλήθειας που δεν γίνεται πιστευτή, με κεντρική τη μορφή της Κασσάνδρας, αποτέλεσε την κινητήρια έμπνευση της Θάλειας Αργυρού για την συγγραφή του θεατρικού έργου Τράφοι ή Κασσάνδρα που δημοσιεύεται ολόκληρο στο τεύχος και αφιερώνεται από τη συγγραφέα στον αξέχαστο συγγραφέα και μουσικό Γιάννη Ζουγανέλη που την παρότρυνε να γράψει, ιδίως με την φράση «Όλα είναι μέσα μας, αρκεί να τα καλέσεις». Ειδικός φάκελος αφιερώνεται στον αδικοχαμένο ζωγράφο Γιάννη Καΐλη (1950 – 1974), με κείμενα για τον αγωνιστή κατά της απριλιανής δικτατορίας, που, όπως γράφει ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης, πρωτοστάτησε στην εξέγερση του Πολυτεχνείου και τον Φεβρουάριο του 1974 βρέθηκε πεταμένος σ’ ένα σωρό αμμοχάλικο μιας οικοδομής στα Εξάρχεια, δολοφονημένος από τις μυστικές υπηρεσίες της χούντας.

Σε ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα μελετήματα των τελευταίων Εμβόλιμων Τευχών εξετάζεται η ερωτική ζωή των πρώτων ασκητών. Η Δέσποινα Ιωσήφ εστιάζει στην γυναικεία παρουσία στον κόσμο του πρώιμου ασκητισμού και ιδίως στη θέση των παρθένων γυναικών ως ασκητριών αλλά και την παρουσία της πόρνης ως πειραστικής παρουσίας ανάμεσα στους ασκητές και ως μετανοούσης ασκήτριας. Η Μαρώ Τριανταφύλλου επικεντρώνεται στην Λαυσαϊκή Ιστορία του Παλλαδίου Ελενοπόλεως και στο πώς η εμμονή των ασκητών γύρω από την ερωτική αποχή παρουσιάζεται όχι μόνο ε τη διαρκή αναφορά σε πειρασμούς αλλά και με την αποσιώπηση και έγκρυψη αυτών των φόβων. Αντιγράφω από το κείμενο της τελευταίας:

Είναι παράξενο πόσο μοιάζουν τα άκρα. Η ακραία ερωτική αποχή του ασκητισμού και η εξίσου ακραία ερωτική φρενίτιδα. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, μια από τις τραγικές και ιερόσυλες ιστορίες του Μπατάιγ. Την Ιστορία του ματιού, αίφνης. Τι επιδιώκει η ηρωίδα του; Ο απελπισμένος μονόδρομος του σώματος, πού διαλέγει, πού επιθυμεί να την οδηγήσει; Το σώμα της καλπάζει ξέφρενο σε ερωτικές συνευρέσεις, βεβηλώσεις αξιών και ιερών – αλλά ποτέ δεν βρίσκει αυτό που επιθυμεί. Η Σιμόν είναι οργισμένη και μελλοντική. Δεν είναι ποτέ εκεί, την ώρα που πράττει, έχει ήδη περάσει στην επόμενη πράξη, περισσότερο ακραία, περισσότερο αγαπητικά βίαιη, αναμένοντας μια έκσταση που σε τίποτε δεν διαφέρει από την θρησκευτική έκσταση των ασκητών.

Στην πεζογραφία οι Σ. Γκαβέτας, Α. Βαναργιώτης, Χ. Λιόλιος, Χ. Ξυλίνα (διήγημα), Δ. Φαφούτης (νουβέλα), στην ποίηση οι Ν. Χατζημωυσιάδου, Π. Στεφάνου, Κ. Ριζάκης, Ν. Μυλόπουλος, Γ. Τσιρώνης, Γ. Νικολάου, Α. Κάντα, Δ. Μαγουλιώτης και μικρή ανθολογία της Κλαύδιας Κανδηλάπτη με δέκα Φωκιείς ποιητές. Ακόμα, ο Κώστας Ουράνης στο μοναστήρι του Οσίου Λουκά, μαρτυρία για τον Ε.Λ.Α. Ν. Κορινθιακού, οι συνήθεις εκτενείς κριτικές βιβλίων κ.ά.

Στις εικόνες: στιγμή από την θεατρική παράσταση Τα Λόγια της Κασσάνδρας [Όλια Λαζαρίδου], ο αφοριστής ποιητής και εικονογράφημα του Andre Masson για την Ιστορία του Ματιού του G. Bataille (1928).

Στις επόμενες αναρτήσεις της βδομάδας, μια ανά κάθε μέρα, τα νεώτερα τεύχη του περιοδικού (58-66).

22
Σεπτ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 102. Γιώργος Λαμπράκος

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των βιβλίου σας;

Οι Αναμνήσεις από το Ρετιρέ (2009) είναι το πρώτο μου βιβλίο: το «μαύρο» βιβλίο ανατέμνει τη ζωή ενός μετανθρώπινου χαρακτήρα, ο οποίος ζει στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στον οργανικό και τον ψηφιακό κόσμο. Ο Αγνοούμενος (2010) είναι το δεύτερο βιβλίο μου: το «κόκκινο» βιβλίο είναι ένα θεατρικό έργο με θέμα τον έρωτα στη ζωή τριών νέων της εποχής μας, έναν έρωτα που αγνοείται, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχει. Η Υπογείωση (2012) είναι το τρίτο μου βιβλίο: στο «βυσσινί» βιβλίο ακούμε μια ξεπεσμένη μεσήλικη ηθοποιό να μας διηγείται την πλούσια ιστορία της από το κρεβάτι του άπονου πόνου της. Και τα τρία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης». Κι επειδή βαρέθηκα τις μονοχρωμίες, το επόμενο βιβλίο θα είναι πλουμιστό.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν έχω κάποιον προσφιλή τρόπο συγγραφής. Λίγο σκοτάδι να υπάρχει… Όσο για τις ιδέες, πρέπει να πω το κοινότοπο: αυτές με παγιδεύουν, όταν το θελήσουν, όπου κι αν βρεθώ.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Συνήθως δουλεύω στο γραφείο και διαβάζω στο κρεβάτι. Αλλά συχνά συμβαίνει και το ανάποδο. Το βασικό είναι να γίνονται όλα με άνεση, γι’ αυτό δουλεύω μόνο με το σώβρακο. Μουσική ακούω όλη μέρα: κλασική, ηλεκτρονική, ποστ ροκ. Επομένως, υπολογιστής-μουσική-σώβρακο είναι το τελετουργικό τρίπτυχο της δουλειάς μου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σπάνια.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Είχα μια τέτοια πρόταση στις αρχές του χρόνου, και γι’ αυτό καταπιάστηκα με έναν συγγραφέα που γουστάρω από παλιά, τον Μισέλ Ουελμπέκ. Η μονογραφία ολοκληρώθηκε πρόσφατα, οπότε αν όλα πάνε καλά και υπάρχει ακόμα αγορά τους επόμενους μήνες, θα εκδοθεί.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Θα περιοριστώ σε δημιουργούς της νεωτερικότητας και εξής: Μπέκετ, Τζόις, Φλομπέρ, Σελίν, Πεσσόα, Τσέχοφ, Ρεμπό, Ιονέσκο, Ουέλς, Μπάλαρντ, Μπέρνχαρντ, Καμύ, Μπόρχες, Κάμινγκς, Ζενέ, Μπουκόφσκι, αλλά και στοχαστές όπως ο Σοπενχάουερ, ο Δαρβίνος, ο Νίτσε, ο Φρόιντ, ο Σιοράν, ο Μποντριγιάρ. Από Έλληνες προτιμώ κυρίως ποιητές, Ελύτη, Καρούζο, Χιόνη, αλλά και πεζογράφους όπως ο Ροΐδης, ο Σκαρίμπας, ο Χειμωνάς, και από θεωρητικούς τον Κονδύλη. Από σύγχρονους συγγραφείς προκρίνω τον Πίντσον, τον Ουελμπέκ, τη Γέλινεκ, τον Αντούνες, τον Κουτσί.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Μερικά λίγο παλαιότερα λογοτεχνικά βιβλία που μου έρχονται ανάκατα στο νου και τα οποία θεωρώ εντελώς «σύγχρονα»: τα Κύματα της Γουλφ, η Άντα του Ναμπόκοφ, η Κοινή ανθρώπινη μοίρα του Μπάτλερ, το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ, ο Θαυμαστός καινούριος κόσμος του Χάξλεϊ, ο Αιώνας των φώτων του Καρπεντιέρ, ο Φράνκενσταϊν της Σέλεϊ, το Εμείς του Ζαμιάτιν, οι Πρεσβευτές του Τζέιμς, το Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι, ο Μαλντορόρ του Λοτρεαμόν, η Κοκαΐνα του Πιτιγκρίλι, το Ηλεκτρικό πρόβατο του Ντικ… Σταματώ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Κάφκα, του Φιτζέραλντ, του Αντρέγεφ, του Σαλάμοφ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Επειδή γνωρίζω αρκετούς προσωπικά, θα ήταν κρίμα να αναφέρω έναν και να στενοχωρήσω κάποιους άλλους. (Άσε που το καλλιτεχνικό συνάφι είναι συχνά ανελέητο…) Θα αναφέρω λοιπόν έναν νέο λογοτέχνη με τον οποίον γνωριζόμαστε μόνο εκ μεγάλης αποστάσεως, τον Γιώργο Γεωργίου, του οποίου το βιβλίο Αιώνια ύλη με είχε συναρπάσει όταν το διάβασα πριν από τρία χρόνια. Όπου κι αν βρίσκεται, μακάρι να είναι εξίσου δημιουργικός.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.  

Ο «άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» Ούλριχ, ο κεντρικός χαρακτήρας στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Μούζιλ. Ένας ευφυής άνθρωπος που αδυνατεί να βρει στόχο και νόημα, καθώς ζει σε έναν χαοτικό και νευρόσπαστο κόσμο που απαιτεί από τους ανθρώπους να διαθέτουν ένα γνώρισμα αρκετά οξύμωρο: ρευστές ιδιότητες. Αυτό είναι ευλογία και μαζί κατάρα. Στην εποχή μας εξακολουθεί να υπάρχει αυτός ο «χαρακτήρας», αλλά όπως γράφει ωραία και θλιβερά ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν, ο μοντέρνος άνθρωπος χωρίς ιδιότητες (Mann ohne Eigenschaften) έχει σε μεγάλο βαθμό μετατραπεί στον μεταμοντέρνο άνθρωπο χωρίς δεσμούς (Mann ohne Verwandtschaften).

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το πρόβλημα με τα λογοτεχνικά περιοδικά είναι πως είτε μυρίζουν φορμόλη, είτε επιδίδονται σε μεταμοντερνιές χωρίς κανένα έρεισμα. Πιστεύω πως η «Ποιητική» είναι το περιοδικό που κρατά τις πιο γερές ισορροπίες ανάμεσα στο παλαιό και στο καινούριο.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Θυμάμαι να διαβάζω τις Επικίνδυνες σχέσεις του Λακλό στο στρατιωτικό λεωφορείο, πηγαίνοντας από τον Αυλώνα στο 401 Νοσοκομείο το 1999. Η μισητή θητεία, ο εκνευριστικός πόνος, οι δυσώδεις αρβύλες, η απουσία γυναικών, όλα συνδυάστηκαν αμετάκλητα με το αριστούργημα έρωτα, σαγήνης και εξουσίας του στρατηγού Λακλό.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Η σχέση συγγραφέα και μεταφραστή είναι πολύπλοκη, όπως κάθε σχέση. Καταρχάς, δεν μπορεί κανείς να διαλέγει πάντα ό,τι του αρέσει: έτσι, από τα βιβλία που μεταφράζω, υπάρχουν κάποια που μάλλον δεν θα τα διάβαζα, και άλλα τα οποία λατρεύω. Ο μεταφραστής έχει συχνά μια αμφίθυμη σχέση αγάπης-μίσους με τον συγγραφέα: ο κόπος της μετάφρασης, καθώς και οι γλίσχρες απολαβές, επιβραβεύονται πάντως από το τελικό αποτέλεσμα. «Σε κατάφερα κι εσένα!» αναφωνεί ο μεταφραστής στον αόρατο συγγραφέα, μέχρι να βρεθεί κάποιος να του επισημάνει τα αναπόφευκτα λάθη του… Κι όλο πάλι απ’ την αρχή.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Δύσκολη μετάφραση ήταν το εξαιρετικό βιβλίο του Brian Leiter, Νίτσε και ηθική (εκδ. Οκτώ), καθώς έπρεπε να μεταφράσω εκατοντάδες αποσπάσματα του νιτσεϊκού έργου από τα γερμανικά και να τα συντονίσω με τον λεπτομερή σχολιασμό τους, που γράφτηκε στα αγγλικά. Μεγάλες «ηδονές», αφού έτσι το θέλετε, μου προσφέρει η μετάφραση αγαπημένων μου ποιημάτων του 20ού αιώνα, την οποία άρχισα υπό τον τίτλο «Στιχοπλοκίες» στο έντυπο περιοδικό Κοντέινερ και τη συνεχίζω στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ντουέντε.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Το βιβλίο του Mark Edmundson, Ο θάνατος του Σίγκμουντ Φρόιντ (εκδ. Πατάκης) δεν προσέχτηκε ιδιαίτερα, αν και είναι συναρπαστικό: εξιστορεί εκ παραλλήλου τη ζωή του Φρόιντ και του Χίτλερ, συνδυάζοντας καίρια τις ψυχαναλυτικές ιδέες με την πολιτική ιστορία του Μεσοπολέμου. Είναι δε απελπιστικά επίκαιρο, καθώς εξηγεί την άνοδο του φασισμού αξιοποιώντας τη φροϋδική θεωρία για το πώς συμπεριφέρονται ηγέτες και μάζες σε περιόδους οικονομικής και πολιτισμικής κρίσης… Ας αναφέρω και το βιβλίο του Τζον Γκρέι Αχυρένια σκυλιά (εκδ. Οκτώ), στα συμπεράσματα του οποίου θα σκοντάφτουμε συνέχεια, θέλοντας και μη, στον 21ο αιώνα.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.  

Η μεταφραστική εμπειρία είναι δύσκολη, η ηδονή επισφαλής και η απομάγευση πιθανή. Μεγαλύτερη απογοήτευση προκύπτει όταν ένα βιβλίο, που ο μεταφραστής θεωρεί αξιοπρόσεκτο, πάει κατά διαόλου ως προς τις πωλήσεις και την ανταπόκριση (αντιστοίχως, όταν ένα υπερκείμενο πάει άπατο ως προς τα λάικ…). Επειδή είναι αδύνατον να μιλήσω εδώ συγκεκριμένα για όσα έχω μεταφράσει, ας αναφέρω μονάχα μερικά ονόματα: Τζορτζ Στάινερ, Πίτερ Άκροιντ, Άνταμ Φίλιπς, Τζούλιαν Μπελ, Μάρθα Νούσμπαουμ, Ουμπέρτο Έκο, Μάρτιν Χάιντεγκερ, Νάιτζελ Ουόρμπερτον, Κουέντιν Σκίνερ, Άρθουρ Ντάντο, Καλίλ Τζιμπράν. Συχνά, για προσωπική μου ευχαρίστηση (κι όχι μόνο, ελπίζω), μεταφράζω διηγήματα και δοκίμια για περιοδικά: Βιρτζίνια Γουλφ, Φ. Σ. Φιτζέραλντ, Χ. Τζ. Ουέλς, Όσκαρ Ουάιλντ, Τσαρλς Μπουκόφσκι κ.α.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Υπάρχει ένας σημαντικός και άλλοτε διάσημος αμερικανός ποιητής, ο Ρόμπινσον Τζέφερς, το έργο του οποίου μεταφράζω και δημοσιεύω, προσπαθώντας να το καταστήσω γνωστό στην Ελλάδα. Συνάμα, με τα ακόμα αμετάφραστα κείμενα του Μπέκετ αναμετριέμαι όποτε νιώθω τη βαθύτατη ανάγκη να αποτυγχάνω (κάθε φορά, καλύτερα). Έχουν δημοσιευτεί τρία από δαύτα, και ποιος ξέρει τι ακολουθεί; Ποιος ξέρει γενικά τι ακολουθεί;

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Αυτό εν γένει ισχύει, αλλά τα τελευταία χρόνια έχει ευτυχώς αλλάξει. Οι κριτικές αναφέρουν πλέον πιο συχνά τους μεταφραστές, ακόμα κι αν οι κριτικοί δεν αντιλαμβάνονται πόσος κόπος καταβλήθηκε. Πάντως, όσοι διαβάζουν συστηματικά, έχουν μάθει να ξεχωρίζουν τους καλούς μεταφραστές. Συχνά, μάλιστα, κάποιοι αναγνώστες αγοράζουν τα βιβλία που έχουν μεταφράσει οι αγαπημένοι τους μεταφραστές, ακόμα κι αν δεν ξέρουν περί τίνος πρόκειται.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της; 

Η συνεργασία μεταξύ ανθρώπων είναι εν γένει «αγγούρι». Καθώς μάλιστα το αντικείμενο της συνεργασίας μεταξύ συγγραφέων-μεταφραστών-διορθωτών είναι το ίδιο το εργαλείο της επικοινωνίας τους, δηλαδή η γλώσσα, τα προβλήματα περιπλέκονται αφάνταστα. Αλλά ευτυχώς δεν έχω αντιμετωπίσει μέχρι τώρα πρόβλημα με κάποια συνεργασία. Ιδανική μορφή της παραμένει η συνεργασία μέσω ιμέιλ και τηλεφώνου, σαν να λέμε: «μακριά κι αγαπημένοι».

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Επειδή μεταφράζω κυρίως θεωρητικά βιβλία, οι ήρωες που με ακολουθούν είναι συνήθως οι ιδέες! Και ναι, μου λένε τα νέα τους συχνά, τους λέω κι εγώ τα δικά μου, και γενικά (θέλω να πιστεύω ότι) τα βρίσκουμε. Με τα λόγια ενός ποιητή: “They are never alone [those] that are accompanied with noble thoughts”.

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Η μετάφραση, καθώς και η συμμετοχή μου σε οικογενειακή επιχείρηση, ήταν και παραμένουν οι βασικοί τρόποι βιοπορισμού μου. Μακάρι να πλήρωναν και όλοι οι υπόλοιποι… Φαίνεται πως της ανόδου του φασισμού στην Ελλάδα προηγήθηκε η κυριαρχία του «φεσισμού».

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω κάποια βιβλία για τη βιοτεχνολογία, θέμα με το οποίο καταπιάνεται το μυθιστόρημα που γράφω. Παράλληλα μεταφράζω Σάμιουελ Μπάτλερ, έναν συγγραφέα που ήταν πολύ μπροστά από τη βικτοριανή εποχή του. Η πρώτη δημοσίευση αυτής της εργασίας εν προόδω είναι το δοκίμιο «Ο Δαρβίνος μεταξύ των μηχανών», ένα σατιρικό κείμενο ανεπανάληπτα προφητικό για τον σημερινό κόσμο. Μεταξύ άπειρων δραστηριοτήτων (λογοτέχνης, στοχαστής, ζωγράφος, φωτογράφος, βιογράφος, ιστορικός τέχνης, εκτροφέας προβάτων…), ο Μπάτλερ μετέφρασε τα ομηρικά έπη, οι δε μεταφράσεις του κυκλοφορούν και διαβάζονται μέχρι σήμερα. Γενικότερα, σε ό,τι κάνω, συμμερίζομαι την αυτοεικόνα του Μπάτλερ: είμαι ένα παιδάκι που του αρέσει να πετά πέτρες στα τζάμια των άλλων.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ συστηματικά. Με γοητεύει η δουλειά σκηνοθετών που είναι συγχρόνως συγκινητικοί και κλινικοί, όπως π.χ. ο Λευτέρης Βογιατζής και ο Θεόδωρος Τερζόπουλος στο ελληνικό θέατρο, ή όπως ο Κι-Ντουκ, ο Χέρτζογκ, ο Καουρισμάκι, ο Χάνεκε, ο Τρίερ και ο Λιντς στον κινηματογράφο. Και φυσικά οι αδερφοί Μαρξ και ο παλιός Γούντι Άλεν. Το χιούμορ είναι ιερό.

Τι περιλαμβάνει το ιστολόγιό σας; Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν και το διαδικτυώνεσθαι;

Το ιστολόγιό μου περιλαμβάνει πληροφορίες και κριτικές για τα βιβλία μου, καθώς και πολλά αναδημοσιευμένα κείμενά μου, θεωρητικά και λογοτεχνικά. Το Διαδίκτυο έχει γίνει αναπόσπαστο μέρος της δουλειάς μου, αλλά αν είχα άλλη δουλειά, μάλλον θα το βαριόμουν. Πρόκειται για μια τρομερή εφεύρεση, που αλλάζει την ίδια μας τη συνείδηση. Όπως όλες οι τεχνολογίες, έτσι κι αυτό είναι κάθε άλλο παρά ουδέτερο. Η ειρωνεία είναι πως μια γόνιμη σχέση με το Διαδίκτυο προϋποθέτει ακριβώς όσα είναι δύσκολο να έχουμε στη σχέση μας μαζί του: αποδοχή με κριτική σκέψη και χρήση με αποστασιοποίηση. Για να πετύχει όμως αυτό (αν υποθέσουμε πως είναι δυνατό), απαιτείται επίγνωση, και η επίγνωση προκύπτει κυρίως από τον στοχασμό πάνω στις επιδράσεις της τεχνικής στη ζωή μας. Ιδίως αυτός ο τύπος στοχασμού λείπει στην Ελλάδα, αφού εδώ τα πάντα κρίνονται ακόμα με βάση το δίπολο Δεξιά-Αριστερά. Ανθρώπους τυπικά μορφωμένους αλλά ουσιαστικά ακαλλιέργητους, που έχουν ελλιπή έως μηδαμινή σχέση με τον έντυπο λόγο, τα βιβλία κ.λπ., το Διαδίκτυο τους αποτελειώνει πνευματικά.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όχι. Βαριέμαι την αιώνια νιότη. Επιθυμώ να ζήσω μια πλήρη ζωή, κάνοντας ό,τι αρμόζει σε κάθε ηλικία, και προσεύχομαι στον ανύπαρκτο θεό μου να φανεί πολυέλεος και να μου φέρει έναν γαλήνιο θάνατο.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Οι κεφτέδες.

Εικονιζόμενοι: Α. Rimbaud, J.G. Ballard, A. Lobo Antunes, C. Bukowski, J. Baudrillard.

20
Σεπτ.
12

Barry Miles – Hippie. Τα παιδιά των λουλουδιών

Η ολάνθιστη εξαετία

Θα διατρανώσουμε και θα αναδείξουμε την πνευματική επανάσταση. Ενωμένοι θα λούσουμε τη χώρα σε κύματα έκστασης και εξαγνισμού. Ο φόβος θα εξαλειφθεί· η άγνοια θα εκτεθεί στο λαμπρό φως του ήλιου· κέρδη και αυτοκρατορίες θα γείρουν θνήσκουσες σε ερημωμένες παραλίες· η βία θα πνιγεί και θα μετουσιωθεί σε ρυθμό και χορό. [Berkeley Barb, σ. 186]

O Μάιλς έζησε από μέσα το κίνημα των Χίπις: υπήρξε δημιουργός του γνωστού παράνομου βιβλιοπωλείου Indica, ένας από τους ιδρυτές του International Times, ο βρετανικός σύνδεσμος των Fugs, Allen Ginsberg, Frank Zappa, συμμετείχε στην Zapple των Beatles, είναι στο εξώφυλλο του Sgt. Pepper’s, είδε αμέτρητα live, έγραψε διάφορα βιβλία με αντικείμενο την Beat γενιά και τους δημιουργούς της (έχουμε παρουσιάσει την βιογραφία του W. Burroughs) κι έγραψε το βιβλίο Black Bird μαζί με τον Paul McCartney. Συνεπώς μια δική του πλούσια και ταυτόχρονα συνοπτική εικόνα του φαινομένου έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς μάλιστα ο ίδιος προτιμάει την περισσότερο ψυχρή γραμμική παράθεση των βασικότερων γεγονότων, χωρισμένη σε έξι χρόνια, από το 1965 μέχρι και το 1971, παρά την διήγηση της δικής του εμπλοκής, αν και ορισμένες συμπάθειες και αντιπάθειες είναι φανερές. Το βιβλίο έχει κυρίως την μορφή λευκώματος, με συνδυασμό κειμένου και έγχρωμων και μαυρόασπρων φωτογραφιών, πολλές από τις οποίες ολοσέλιδες.

Ο συγγραφέας ερευνά αρχικά τις καταβολές των Χίπις σε ποίηση, μουσική και μόδα από το 1965. Στην αρχή επρόκειτο για φαινόμενο μικρής έκτασης που πήγαζε από την Beat γενιά της δεκαετίας του ’50· σαν τους μπίτνικς οι χίπις αρνούνταν την αποβλακωτική ανία της αμερικανικής καταναλωτικής κοινωνίας. To σκηνικό του Σαν Φρανσίσκο πρωτοστήθηκε στη … Virginia City, μια ανακαινισμένη πόλη φάντασμα στα σύνορα της Νεβάδα. Εκεί φτιάχτηκε το θρυλικό Red Dog Saloon, που προσέλαβε τους τότε πρωτόβγαλτους Charlatans που με το ντύσιμό τους (ρούχα του 19ου αιώνα, μακριά πανωφόρια, καουμπόικα καπέλα) επηρέασαν τους θαμώνες και μια ολόκληρη ενδυματολογική άποψη. Τη σκυτάλη πήρε το Σαν Φρανσίσκο που διέθετε πληθώρα βικτοριανών σπιτιών ιδιαίτερα στην περιοχή Haight – Ashbury· εδώ οι χίπις θεωρήθηκαν ως μια νεότερη εκδοχή των παλαιότερων χίπστερς. Ο φαρμακοποιός Augustus Owsley Stanley ο Γ΄ πλημμυρίζει το Μπέρκλεϊ με σπιντάκια που περιέχουν ικανές δόσεις LSD, που ήταν ακόμα νόμιμο – αργότερα έγινε πάμπλουτος. Η ψιλοκυβίνη είχε διαδοθεί στην Ανατολική Ακτή από τους Allen Ginsberg και Timothy Leary, που είχαν πρωτοστατήσει σε ελεγχόμενες συνεδρίες το 1960 με καλλιτέχνες και συγγραφείς όπως ο Thelonious Monk, o Jack Kerouac και ο Robert Lowell. Παντού παρών ο Neal Cassady, το γνωστό ίνδαλμα του Kerouac, υμνηθείς ως Dean Moriarty στο On the road.

Νωρίτερα το 1962 ο συγγραφέας Ken Kesey είχε ταράξει τα νερά με το μυθιστόρημα One Flew Over The Cuckoo’s Nest [Στη φωλιά του κούκου] που είχε γράψει ενόσω εργαζόταν ως βοηθός ψυχιάτρου με ψυχικά ασθενείς και με την προκαταβολή για το δεύτερό του μυθιστόρημα (Sometimes A Great Notion) αγόρασε ένα σχολικό λεωφορείο, το καταχρωμάτισε κι έβαλε μια σχάρα στην οροφή για την παρέα του και για μια σειρά μικρόφωνα ώστε οι μέσα να ακούν τους έξω και αντίστροφα. Ιούνιο του 1964 ο Ken Kesey και οι Merry Pranksters ξεκίνησαν να ανακαλύψουν την Αμερική και να την υποβάλουν στα δικά τους Acid Test. Μεταξύ των βιβλίων που αναφέρονται σ’ εκείνο το ταξίδι είναι το [μνημειώδες] The Electric Kool – Aid Acid Test του Thom Wolfe, το On the bus του Paul Perry και το Further Inquiry του ίδιου το Kesey, 25 χρόνια μετά. Σε αντίθεση με τον Kesey και την παρέα του που έβλεπαν το LSD ως άθλημα αντοχής για προχωρημένους, κατάλληλο για περιβάλλοντα όπου τα πάντα μπορούσαν να συμβούν, ο Timothy Leary πίστευε πως πρέπει να το παίρνει κανείς σε ήρεμη ατμόσφαιρα για μια απολύτως προσωπική, ρεμβώδη πνευματική εμπειρία. Πρέπει να βγεις από το μυαλό σου και να χρησιμοποιήσεις το κεφάλι σου.

Ο καμπανιστός ήχος της δωδεκάχορδης Rickenbacker του Roger McGuinn στο Mr. Tambourine Man επέδρασε καθοριστικά στον ήχο του ’65 – το κομμάτι έκανε τον Marty Balin να ξεκινήσει για το Φρίσκο και να φτιάξει το δικό του γκρουπ, προτού συναντήσει τον Paul Kantner για τους Jefferson Airplane. Την ίδια εποχή έφταναν οι Stones στην πρώτη τους αμερικάνικη τουρνέ, σχηματίζονταν οι Warlocks (με μέλη των μετέπειτα Grateful Dead), οι Quicksilver Messenger Service και οι Country Joe and the Fish. Δημιουργείται η ομάδα των Family Dog με την Ellen Harmon (που έζησε για μήνες πάνω σ’ ένα …δέντρο στο Μεξικό) κι ένα σωρό αντεργκράουντ δραστηριότητες, ατομικές δράσεις και εκδηλώσεις στην πόλη δημιουργούν το εκπληκτικό φαινόμενο του Haight –Ashbury (H/A). Εκεί ζούσε και ο συγγραφέας Hunter S. Thomson, δημοσιογράφος τότε του Gonzo, που έγραψε αργότερα και το βιβλίο για τους Hell’s Angels, οι οποίοι  είχαν ήδη αρχίσει να δημιουργούν ταραχές στις αντιπολεμικές εκδηλώσεις. Στη Νέα Υόρκη το κίνημα των χίπις ήταν η απλή συνέχεια της Beat γενιάς· άλλωστε το Factory τoυ Andy Warhol ήταν στο αποκορύφωμά του το 1964. Απλώς κάποιοι ποιητές μεταπήδησαν από την μία κατάσταση στην άλλη, όπως ο Allen Ginsberg ενώ για άλλους στάθηκε αδύνατο, όπως για τον Jack Kerouac.

Η ανακάλυψη ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει άπειρες δυνατότητες και μπορεί να λειτουργήσει σε ανυποψίαστες διαστάσεις χώρου και χρόνου με γέμισε χαρά, μου προκάλεσε δέος, και σχεδόν με έπεισε ότι είχα ξυπνήσει από έναν μακρύ οντολογικό ύπνο. Ύστερα από μια βαθιά υπερβατική εμπειρία προκύπτει ένας διαφορετικός άνθρωπος και μια διαφορετική ζωή. [Timothy Leary, σ. 71]

Ο δόκτωρ Timothy Leary είχε ήδη από το 1960 αρχίσει να μελετά την χρήση των παραισθησιογόνων για την ανακούφιση από τον ψυχικό πόνο και ως καθηγητής του … Χάρβαρντ. O Leary ήταν ήδη σαρανταπεντάρης το 1965, που το πέρασε στην Cuernavaca μελετώντας τα μαγικά μανιτάρια των προϊσπανικών πολιτισμών. To ίδιο το Χάρβαρντ είχε χρηματοδοτήσει την έρευνά του σχετικά με τις αντιδράσεις στην ψιλοκυβίνη – το 83% είχε απαντήσει ότι είχε μάθει κάτι από την έκλαμψη και το 62%  ότι η ζωή τους άλλαξε προς το καλύτερο – κι όπως είναι ευνόητο ο ίδιος ήταν πεπεισμένος ότι είχε βρει την απάντηση στις κοινωνικές ασθένειες και ζητούσε να παραμείνει διαθέσιμη για ερευνητές και επιστήμονες. Φυσικά το πανεπιστήμιο έκοψε τη χρηματοδότηση (και δυο χρόνια αργότερα με κάποια άλλη πρόφαση τον απέλυσε) αλλά γύρω του είχε ήδη μαζευτεί μια μεγάλη ομάδα που οραματιζόταν μια νέα παγκόσμια κοινωνία βασισμένη στα ψυχεδελικά και σε μια σύνθεση ανατολικών θρησκειών. Το 1965 υπήρχαν περίπου τέσσερα εκατομμύρια χρήστες LSD κι εκείνος έκανε διαλέξεις και παρουσιαζόταν ως ο αρχηγός του ψυχεδελικού κινήματος. Τα επόμενα χρόνια πάντως θα βρίσκεται σ’ ένα διαρκές κυνηγητό με τις αρχές και θα αφιερώνει τεράστιο χρόνο για να αντικρούει κατηγορίες και να αποφεύγει την φυλακή.

Ενώ οι Αμερικανοί αντιδρούσαν σε μια από τις πλουσιότερες καταναλωτικές κοινωνίες στη γη, στην Βρετανία οι νέοι για πρώτη φορά είχαν χρήματα στην τσέπη τους – εκεί το αντεργκράουντ κίνημα προήλθε από τη συνάντηση διαφόρων στάσεων ζωής, όπως οι mods, οι ακτιβιστές της αποπυρηνικοποίησης, οι ριζοσπάστες αριστεροί φοιτητές κι ένα τεράστιο κομμάτι ροκ μουσικών και ακροατών. Το βρετανικό καλοκαίρι του ’65 έχει να θυμάται επτά χιλιάδες άτομα να συνωστίζονται στις ποιητικές βραδιές των Gregory Corso, Allen Ginsberg και Lawrence Ferlinghetti – ο τελευταίος συνεπήρε το κοινό με το To Fuck is to Love Again, ένα κοινό που συνειδητοποιούσε πως αποτελεί ένα συμπαγές «εκλογικό σώμα»: τη γενιά του ’60. Κάποιοι άρχισαν να κοιμούνται στις σπηλιές του Hastings το χειμώνα κι έξω στο Λονδίνο τις υπόλοιπες εποχές.

Το 1966 είναι η χρονιά με τις δεκάδες αντεργκράουντ ψυχεδελικές φυλλάδες και έντυπα, όπως η San Francisco Oracle με τα υπέροχα ψυχεδελικά γραφικά, με το πρώτο μαγαζί στην H/A (Το Ψυχεδελικό Κατάστημα), με τις ψυχεδελικές αφίσες που διαδίδονται ευρέως και βέβαια βλέπονταν αλλά και αποκρυπτογραφούνταν διαφορετικά από ένα «φτιαγμένο» βλέμμα. Κάθε κοινότητα έχει τη δική της εφημερίδα, όλα τα φολκ γκρουπ μετατρέπονται σε ηλεκτρικά, το LSD κηρύσσεται παράνομο. Στα Φεστιβάλ με Τριπάκια ο Kesey εμφανιζόταν με ασημένια στολή αστροναύτη και κράνος ενώ οι συλλήψεις του από τις αρχές φυσικά αποτελούσαν την καλύτερη διαφήμιση. Η ομάδα των Diggers, πρώην καταληψίες ελεύθερων περιοχών, άρχισε να φτιάχνει κοινότητες έξω από κέρδη και ιδιοκτησίες, να οργανώνει συσσίτια και να κλέβει από μαγαζιά και προμηθευτές για να δίνει σ’ όσους είχαν μεγάλη ανάγκη – σαν σύγχρονοι Ρομπέν των Δασών. H πρώτη σελίδα της International Times έχει για καιρό στην κορυφή της πρώτης σελίδας τη φράση Όταν η μουσική αλλάζει, τα τείχη της πόλης σείονται.

Είμαστε στην εποχή των πολιτικών δικαιωμάτων, της επανάστασης για την σεξουαλική απελευθέρωση και τη διεύρυνση της συνείδησης και αυτά είναι τα λάβαρα υπό τα οποία οι Fugs θα παρουσιαστούν στην Αμερική δήλωνε ο Ed Sanders των Fugs, μιας μπάντας που προήλθε από τους λογοτεχνικούς κύκλους της Νέας Υόρκης, ονομάστηκε με παραλλαγή του fuck, όπως το έγραφε ο Norman Mailer στο βιβλίο του The Naked and the Dead, και έφτιαχνε τραγουδούσε από William Blake μέχρι Allen Ginsberg. Στη Νέα Υόρκη ανεβαίνει το Exploding Plastic Inevitable του Andy Warhol με τους Velvet Underground, στην Sunset Strip οι Love, οι Byrds, οι Doors, κι ακόμα οι Mothers of Invention, οι Chocolate Watch Band, οι Buffalo Springfield. Οι μπουλντόζες ισοπεδώνουν το θρυλικό Pandora’s Box στην Sunset κι ο Stephen Stills γράφει το For what it’s worth.

Η rock’n’roll μουσική δυναμώνει όλο και περισσότερο, οι χορευτές κινούνται σε όλα και πιο ξέφρενους ρυθμούς, και τα φώτα αρχίζουν να αναβοσβήνουν σαν τρελά. Και προβολείς σε τυφλώνουν, και κλάξον αυτοκινήτων αρχίζουν να ουρλιάζουν, και ο Gerard Malanga και οι χορευτές σείονται σαν τρελοί, και δεν πιστεύεις ότι ο θόρυβος μπορεί να γίνει δυνατότερος, και τότε γίνεται ακόμα δυνατότερος, μέχρι που δημιουργείται ένα τεράστιο ηχητικό παλιρροϊκό κύμα, που συνθλίβει τα πάντα γύρω σου και είναι αρκετά θολό ώστε να μπορεί να πάρεις ό,τι το καλύτερο· οι ακροατές, οι χορευτές, η μουσική και οι ταινίες, όλα αυτά ενώνονται και γίνονται μια υπέροχη στιγμή υστερίας. [George English, άρθρο για το Exploding Plastic Inevitable, σ. 154]

Το 1967 είναι η χρονιά όπου δεκάδες χιλιάδες νέων καταφτάνουν στη Δυτική Ακτή και τα απανταχού Be-Ins για Το Καλοκαίρι της Αγάπης ενώ την ίδια στιγμή αυξάνεται η καταστολή της αντικουλτούρας με μαζικές διώξεις. Είναι η χρονιά των Sgt Pepper’s, Surrealistic Pillow, Satanic Magesties και δεκάδων κορυφαίων ψυχεδελικών δίσκων αλλά και της μεγαλύτερης εμπλοκής της Αμερικής στο Βιετνάμ που οδήγησε στις πιο εκδηλωτικές διαμαρτυρίες.

Όλοι άρχισαν να πηγαίνουν στο Σαν Φρανσίσκο φορώντας λουλούδια στο κεφάλι τους για να συναντηθούν με ωραίους ανθρώπους και οι αρχές δεν ήξεραν πώς να αντιμετωπίσουν την μαζική ροή. H λιγότερο πανικόβλητη χίπικη κοινότητα  έφτιαξε 24ωρο τηλεφωνικό κέντρο με στεγαστικές και ιατρικές πληροφορίες, πίνακες ανακοινώσεων για τους χαμένους (και τους τρομαγμένους γονείς) κι ένα ελεύθερο κατάστημα, ενώ ένας γιατρός άνοιξε δωρεάν διανυκτερεύουσα κλινική (σε μια Αμερική όπου η δωρεάν περίθαλψη ήταν όνειρο θερινής νυκτός). Εδώ ο Miles ειρωνεύεται το σύντομο πέρασμα του George Harrison στην H/A, το γιουχάισμα και τη φυγή με την λιμουζίνα του.

Στο περίφημο Human Be In στο Golden Gate Park του Φρίσκο ο Jerry Rubin φώναζε τα χαμόγελά μας είναι τα πολιτικά μας λάβαρα και η γύμνια μας το πανό μας, ελάχιστοι άκουγαν τις ομιλίες και τις απαγγελίες, ορισμένοι ισχυρίστηκαν πως είδαν τον Θεό, όλοι συνυπήρξαν και αγαπήθηκαν μεταξύ τους, για τον Ginsberg (που μετά τις γκουρού ψαλμωδίες του ηγήθηκε μιας ομάδας καθαριότητας) ήταν η τελευταία ημέρα της αθωότητας, η τελευταία ιδεαλιστική χίπικη εκδήλωση. Κι είμαστε μόνο στο ’67…

Η H/A άρχισε να πλημμυρίζει κόσμο, άρα και με περαστικούς και περίεργους από τα υπερπροστατευμένα μεσοαστικά προάστια καθώς και δεκάδες χριστιανούς, ιεραπόστολους, ευαγγελιστές και αυτόκλητους γκουρού που έβρισκαν εύκολα οπαδούς. Πόσο θα άντεχαν αυτά; Το τηλεφωνικό κέντρο κλάπηκε, το δωρεάν κατάστημα καταστράφηκε από φτιαγμένους, τα ουρλιαχτά κάποιων που είχαν «άσχημο ταξίδι» τρόμαζαν τον κόσμο. Τα σκληρά ναρκωτικά αποδεκάτιζαν την κοινότητα και η κοινοβιακά μαστουρώματα αντικαταστάθηκαν από τις αμφεταμίνες, αν και ο Country Joe διέδιδε ότι μπορείς να φτιαχτείς καπνίζοντας μπανανόφλουδα κι ο Donovan τον σιγόνταρε στο Mellow Yellow με τη γραμμή περί electrical banana. Κάτι σχετικό έμπαινε στο εξώφυλλο των Velvets, νομίζω. Η εμπορική εκμετάλλευση του φαινομένου ήταν φανερή, εξ ου και η Πορεία για τον Θάνατο των Χίπις στον θρυλικό δρόμο.

Το L.A. αποτελεί πλέον το κέντρο της ψυχεδελικής ροκ: Seeds, Peanut Butter Conspiracy, Electric Prunes, West Coast Pop Art Experimental Band, United States of America. Το Ιούνιο γίνεται το Φεστιβάλ του Monterey, με 32 ονόματα αφιλοκερδούς εμφάνισης: Hendrix, Joplin, Canned Heat, Moby Grape, Byrd, Blues Project, Mamas and Papas, Who, Country Joe. Στη Νέα Υόρκη το Chelsea Hotel γνωρίζει νέες δόξες με τους πρώην beat και με Leonard Cohen, Nico, Warhol, Burroughs, Arthur Miller, Thomas Wolfe, Bob Dylan, Jefferson Airplane, ενώ στο Λονδίνο το κλαμπ UFO έχει ως μόνιμους παίκτες τους Pink Floyd, τους Soft Machine και τους Crazy World of Arthur Brown (όλοι τους θα εμφανιστούν και σε μια από τις μεγαλύτερες εκδηλώσεις της εποχής, το θρυλικό 14ωρο Technicolor Dream) και προβάλλει τις πρωτοποριακές δουλειές του Kenneth Anger ενώ οι λονδρέζικες ψυχεδελικές αφίσες εμπνέονται από ιστορίες με ιπτάμενους δίσκους, αγγλικά παραμύθια, το κίνημα της art nouveau, τον Beardsley και τους προραφαηλίτες.

Οι Stones σκανδαλίζουν τον τύπο με την ιστορία της Ταγγέρης και αρχίζει το τέλος για τον Brian Jones. Jagger, Beatles, Donovan, Marianne Faithful κ.ά. ακολουθούν πιστά τον αμφιλεγόμενο Maharishi. Ο Leary προτίμησε να ιδρύσει τη δική του …θρησκεία, την League for Spiritual Discovery (με αρχικά διόλου τυχαία) και εμφανίζεται πλέον ως προφήτης και πνευματικός δάσκαλος, έχοντας καταλήξει πως τα βασικά ανθρώπινα προβλήματα πηγάζουν από τις οικογένειες και την σεξουαλική δυστυχία.

Το 1968 ήταν η χρονιά της πολιτικής στράτευσης και της μεγάλης φυγής στην εξοχή, της εξάπλωσης του φαινομένου (κάθε πόλη και προάστιο είχαν τη δική τους χίπικη κοινότητα) και των κοινοβίων (επιβίωσης, θρησκευτικών, σεξουαλικών), με διάφορα ιδανικά: ομαδικού έρωτα, καλλιέργειας της γης, αγαμίας, θρησκευτικής μύησης. Στο LA ήταν ανέκαθεν εφικτό να ζεις ανάμεσα στα δέντρα και στα βουνά και στήθηκαν παντού ράντσα, καλύβες, σκηνές. Ο ποιητής Wavy Gravy π.χ. συμμετείχε στη Hog Farm, «μια μεγάλη οικογένεια, μια περιφερόμενη ψευδαίσθηση, ένα κοινωνιολογικό πείραμα, πενήντα άτομα σε διαρκές ταξίδι». Ένα άλλο κοινόβιο ονομαζόταν Charles Manson Family…

Οι Grateful Dead παρατούν αηδιασμένοι την Ashbury: το μέρος έχει γίνει τόσο γνωστό ώστε έρχονται διαρκώς λεωφορεία με τουρίστες που κατεβαίνουν για φωτογραφίες. Οι μέρες της μικρής δεμένης κοινότητας μουσικών και ψυχεδελιστών έχουν παρέλθει. Ειδικά η αφοσίωση των Dead στην κοινότητα τούς είχε στοιχίσει μια περιουσία, σε αντίθεση με τους Jefferson που έγιναν πάμπλουτοι. Το πέρασμα του ψυχεδελικού πνεύματος στον κινηματογράφο ήταν θέμα χρόνου: τα Mondo φιλμ, τα πρώτα σκληρά πορνό ευρείας κυκλοφορίας (Βαθύ Λαρύγγι, Ο Διάβολος στο κορμί της Μις Τζόουνς/1972), το The Trip του Jack Nicholson, το Psych-Out.

Υπήρχε μια πολιτική τάση στο αντεργκράουντ που την ακολούθησε η παλιά Αριστερά και έτεινε μάλλον προς την αναρχία παρά προς κάποιο οργανωμένο μαρξιστικό ή σοσιαλιστικό κόμμα. Jerry Rubin, Ed Sanders, Wavy Gravy και άλλοι «αρχηγοί» αλλοιωνόταν συχνά από εγωιστικές αντιδράσεις. O Abbie Hoffman και ο Jerry Rubin κάνουν το Φεστιβάλ Ζωής στο Σικάγο, δημιουργούν το Διεθνές Κόμμα των Νέων – Yippies και «συζητούν» για την επανάσταση, γράφει ειρωνικά ο Miles για τους δυο αγκιτάτορες που επιχείρησαν να εκμεταλλευτούν και να καπελώσουν πολιτικά τους χίπις, ενώ η πραγματική επανάσταση βέβαια γινόταν τον Μάη στο Παρίσι. Το Σικάγο γνωρίζει βίαιες ταραχές και καταστολή και ο Jean Genet λέει στον William Burroughs: Ανυπομονώ να σαπίσει αυτή η πόλη. Ανυπομονώ να δω αγριόχορτα να φυτρώνουν μέσα σε άδειους δρόμους. Οι ταραχές στο Λονδίνο εμπνέουν τους Stones να γράψουν το Street Fighting Man για τον συγγραφέα Tariq Ali που ο Miles επίσης ειρωνεύεται επειδή εξαφανιζόταν μόλις εμφανίζονταν οι αστυνομικοί – ο ίδιος έλεγε πως προστατευόταν από τους συντρόφους του.

Το 1969 ο Ronald Reagan ως Κυβερνήτης της Καλιφόρνια ισοπεδώνει ολόκληρες περιοχές στο Μπέρκλεϊ για να μην χρησιμοποιούνται από χίπις, με αποτέλεσμα τις μεγάλες ταραχές στην περιοχή, οι Weathermen αναλαμβάνουν την ευθύνη για δεκάδες βομβιστικές επιθέσεις, το πνεύμα γνωρίζει την κορύφωσή του στο Woodstock και την πτώση του στο Altamont Speedway με τον νεκρό από τους Hell’s Angels. Το 1970 είναι  χρονιά με δίκες (του Μαύρου Πάνθηρα Bobby Seale, των Hoffman, Rubins κ.ά.), νέα κινήματα (Gay Pride, Εθνική Ημέρα Γης), νέες ταραχές (Οχάιο). Σε κάθε περίπτωση οι χίπις γίνονται πλέον το κυρίαρχο ρεύμα σε όλες τις εκφάνσεις της αμερικανικής κουλτούρας – όλοι έχουν μακριά μαλλιά και χρωματιστά ρούχα. Το 1971 υπήρχαν τόσα πολλά κοινόβια ώστε μόνο για το Μπέρκλεϊ υπήρχε ένα καθημερινό ενημερωτικό φυλλάδιο μοιραζόταν χέρι με χέρι σε πάνω από πενήντα τέτοια. Jimi, Janis, Jim αναχωρούν ο ένας μετά τον άλλον.

Σε καμιά άλλη περίοδο δεν αναπτύχθηκε τόσο πολύ η φαντασία και δεν παρατηρήθηκαν τόσες δοξασίες σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Η αντικουλτούρα των χίπις αμφισβήτησε την σεξουαλική ηθική και πρότεινε μια θετική αποθέωση της σεξουαλικότητας. Ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε τέτοιο μαζικό κίνημα ενδοσκόπησης, προσωπικής ανάπτυξης, αυτοθεραπείας, βαθιάς οικολογικής συνείδησης, κοινωνικής συλλογικότητας, αλληλεγγύης, εθελοντισμού, άρνησης ιδιοκτησίας. Τι μένει απ’ όλη αυτή την κληρονομιά της ψυχεδέλειας, εκτός από την μουσική; Σίγουρα όχι οι βλακώδεις αναβιώσεις των διαφόρων Woodstock (που πνίγηκαν στο πλιάτσικο και στη φωτιά). Η ερώτηση μένει ανοιχτή και αναπάντητη. Μόνο ο δρ. Λήρι ήταν βέβαιος:

Η βασική ενέργεια της επανάστασής μας είναι ερωτική. Ελεύθερος είναι κάποιος που η ερωτική του ενέργεια έχει απελευθερωθεί και δύναται να εκφραστεί με όλο και ομορφότερους, περίπλοκους τρόπους. Η σεξουαλική επανάσταση δεν αποτελεί απλώς μέρος της περιρρέουσας ατμόσφαιρας ελευθερίας που δημιουργείται διαμέσου των παιδιών. Πιστεύω ότι είναι το επίκεντρο αυτής της ελευθερίας. [Timothy Leary, EVO, 1969, σ. 326]

Εκδ. Ψυχογιός, 2012, μτφ. Γιώργος Παρλαλόγλου, σελ. 379 [Barry Miles -Hippie, 2003]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr υπό τον τίτλο: Flower. Power?

Στις εικόνες: η θρυλική γωνία, το μαγικό λεωφορείο του Ken Kesey Brian Jones Jimi Hendrix, Timothy Leary, πορεία κατά του Βιετνάμ στο Σαν Φρανσίσκο (1967), Dr Leary μπροστά στο κοινό του, Allen Ginsberg.

19
Σεπτ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 121

Θόρντον Ουάιλντερ – Το αίμα του Καίσαρα, εκδ. Ζαχαρόπουλος, 1992, μτφ. Ν., σ. 209 [Thornton Wilder, The Ides of March, 1976].

Ακόμα και νέος, Λούκιε, είχες την ικανότητα να διακρίνεις, χωρίς να γελαστείς, την αναπόφευκτη ερώτηση και την αναπόφευκτη συνέπεια. Δεν έχανες τον καιρό σου παρακαλώντας να ’ναι αλλιώτικα τα πράγματα. Από σένα έμαθα, αλλά σιγά – σιγά, ότι υπάρχουν μεγάλες σφαίρες εμπειρίες που η προσδοκία μας δεν μπορεί ν’ αλλάξει και οι φόβοι μας δεν μπορούν ν’ αποτρέψουν. Για χρόνια καλλιεργούσα ένα σωρό αυταπάτες, την πεποίθηση ότι η φοβερή ένταση του μυαλού μπορεί να σου φέρει ένα μήνυμα από κάποιον που αγαπάς χωρίς ανταπόκριση και πως η αγανάχτηση μπορεί από μόνη της να εμποδίσει το θρίαμβο ενός εχθρού. Το σύμπαν προχωρεί αδυσώπητα και δεν μπορείς να κάνεις σχεδόν τίποτα για ν’ αλλάξεις την πορεία του. Θυμάσαι πόσο σοκαρίστηκα όταν είπες παιχνιδιάρικα: Η ελπίδα δεν άλλαξε ποτέ τον καιρό της άλλης μέρας». Υο λιβάνισμα των άλλων με διαβεβαιώνει διαρκώς πως «πέτυχα το ακατόρθωτο» και «ανέτρεψα τη φορά των πραγμάτων». Δέχομαι αυτούς τους επαίνους κλίνοντας με σοβαρότητα το κεφάλι, αλλά επιθυμώντας συγχρόνως να βρίσκονταν εκεί οι καλύτεροι φίλοι μου για να μοιραστούν μαζί μου την περιφρόνησή μου.

18
Σεπτ.
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 101. Ασημίνα Ξηρογιάννη

Θα μας συνοδεύσετε ως τη θύρα των  βιβλίων σας;

Το πρώτο μου βιβλίο Η προφητεία του ανέμου», κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Δωδώνη. (Πολύ πριν από αυτό είχα συμμετοχή σε δύο ανθολογίες για νέους ποιητές). «Η προφητεία του ανέμου» αποτελείται από δύο συλλογές: α. «Η σκέψη μου βυθίστηκε στα χέρια σου», που περιλαμβάνει ερωτικά ποιήματα και β. «Τα ωραιότερα ταξίδια είναι του μυαλού» που περιλαμβάνει ποιήματα με γενικό περιεχόμενο. Το δεύτερο βιβλίο μου είναι η νουβέλα «Το σώμα του έγινε σκιά» που κυκλοφόρησε το 2010 από τις εκδόσεις Ανατολικός. Είναι μια νουβέλα για την φθορά, τις εξαρτήσεις, τον χρόνο, τον έρωτα…βασισμένη σε αληθινή ιστορία. Με το τρίτο βιβλίο επιστρέφω στην ποίηση. Βασικά είναι μια αναμέτρηση με τις πληγές μου «Πληγές» ο τίτλος λοιπόν… από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2011. Και φέτος έχω μια συμμετοχή, σε συλλογικό έργο που εκδόθηκε στη Θεσσαλονίκη και είναι αφιερωμένο στον Νικηφόρο Βρεττάκο, ο τίτλος είναι «Ανθολογία Ποίησης και πεζού λόγου (επιμέλεια Βάσω Παππά και Εύα Πετροπούλου Λιανού).

Γράφετε ποίηση και πεζογραφία. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δυο; Πότε επιλέγετε το ένα αντί του άλλου;

Δεν επιλέγω. Με επιλέγουν! Αυτά επιλέγουν και τη στιγμή ….είναι όμορφη αυτή η ταλάντευση από  το ένα στο άλλο, σχεδόν μαγική…Δεν θα μπω στη διαδικασία να διαλέξω, δεν υπάρχει λόγος…..Υπάρχουν και οι θεατρικές μου γραφές άλλωστε…Ο χρόνος  θα δείξει ίσως…

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Οπουδήποτε μπορώ να παγιδεύσω ιδέες! Και στα πιο απίθανα μέρη! Ένα ερέθισμα μπορεί να καταγραφεί μέσα μου ή στο μπλοκάκι που πάντα κουβαλώ μαζί μου. Αυτό το ερέθισμα  με ταλαιπωρεί μέχρι να το αποτυπώσω στο χαρτί  με κάποιο τρόπο. Μετά αρχίζει η επεξεργασία όλου αυτού…που είναι συνήθως μια αργή και βασανιστική διαδικασία, που όμως παράλληλα μου χαρίζει μοναδική απόλαυση. Και να σημειώσω…είπα χαρτί γιατί γράφω με μολύβι πρώτα  οτιδήποτε(περισσότερο σβήνω θα έλεγα). Ο υπολογιστής έρχεται εφόσον  έχει ολοκληρωθεί το έργο. Και μάλιστα πολλές φορές βάζω άλλους να μου  δακτυλογραφούν τα κείμενα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

…Όχι, ο τρόπος δεν είναι συγκεκριμένος…Δοκιμάζω πράγματα. Όταν γράφω διαβάζω κιόλας. Διαβάζω γράφω, διαβάζω γράφω….πάνε πάντα μαζί…Συχνά με ερεθίζουν οι άλλες λέξεις…κείμενα άλλων που διαβάζω και μου μιλάνε δημιουργούν μια διάθεση μέσα μου που μπορεί να αποτελέσει τον οδηγό για τη δική μου γραφή….γίνεται μια μυστική γοητευτική ζύμωση…! Γενικά και ειδικά με  τρελαίνουν τα παιχνίδια ΔΙΑΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑΣ…η ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΗ κρυφή ή φανερή με άλλα κείμενα και λογοτέχνες…Λίγες φορές  ακούω μουσική όταν γράφω και διαβάζω, συνήθως προτιμώ τη σιωπή …και τις μικρές ώρες της νύχτας… Ωστόσο, λατρεύω τη μουσική και ακούω πάντα μέσα στην ημέρα… Κλασική, τζαζ, ελληνικό έντεχνο, τα πορτογαλλικά fados.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των γραπτών σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Η Μάγια Μ. μου …είναι η ηρωίδα  ενός από τα δύο  βιβλία  ποίησης που μόλις τελείωσα…Η Μάγια Μ. είναι ίσως ο ποιητικός μου εαυτός …αυτός πάντα με ακολουθεί. Βασικά υπάρχει μέσα μου, κυλάει στις φλέβες μου…είναι αξεδιάλυτα δεμένος με την ύπαρξή μου και τη βαθύτερη ουσία μου…

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Φυσικά! Άλλωστε είμαι και γω από τους συγγραφείς που κουβαλάνε πάντα μαζί τους μπλοκάκι  για σημειώσεις, όπως είπα και προηγουμένως! Η έμπνευση μπορεί να σε βρει παντού. Ακόμα και σε μέρη που ποτέ δεν φαντάζεσαι μπορεί να πέσεις μοιραία πάνω στην αφορμή, στην αρχική ιδέα, στο ερέθισμα…τα οποία θα επεξεργαστείς αργότερα. Οπότε έχει τύχει να σημειώσω ή να γράψω μέσα σε λεωφορεία ,σε τραίνα, σε αυτοκίνητα, σε πλοία, σε καφετέριες….στην παραλία, οπουδήποτε…Και θεωρώ φυσικό να συμβαίνει αυτό.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ενδεικτικά  μόνο αναφέρω… Μπέκετ, Ιψεν, Σαίξπηρ, Καζαντζάκης, Εliot, Βιζυηνός, Καραγάτσης, Παπαδιαμάντης, Τσίρκας, Πρέσσφιλντ, Ελύτης, Σεφέρης, Καβάφης, Καρυωτάκης, Πίντερ, Κάρβερ, Κουτσί, Κούντερα, Κάφκα, Τσέχωφ, Μανσούρ, Χατζηλαζάρου, Κάμμινγκς, Ντ.Χ.Λώρενς, Τέννεση Ουίλλιαμς, Χοσέ Κάρλος Σομόθα, Αξελός.

 Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

«Η Βραδύτητα», Κούντερα, «Τα ελεγεία της οξώπετρας», «Μαρία Νεφέλη» Ελύτης, «Περιμένοντας τον Γκοντό», Μπέκετ, «Τhe remainds of the day», Kazuo Ishiguro (novel), Ruth Prawer Jhabvala  (screenplay) «O Πόλεμος της Τέχνης», Πρέσσφιλντ «Κυμβελίνος», Σαίξπηρ, «Δεσποινίς Τζούλια», Στρίντμπεργκ, «Η Φόνισσα», Παπαδιαμάντης, «Ο μικρός πρίγκηπας», Εξυπερί, «Θείος Βάνιας», Τσέχωφ, «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα», Πιραντέλλο, «Ποιήματα», Λειβαδίτης, «Διακοπές στην πραγματικότητα», Βλαβιανός, «Ποιήματα», Χριστιανόπουλος, τα παραμύθια, τα αστυνομικά του Μαρή και της Αγκάθα Κρίστι και πολλά άλλα και όχι απαραίτητα με αυτήν τη σειρά.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Είναι τα χριστουγεννιάτικα, τα πασχαλινά και τα παιδικά διηγήματα του Παπαδιαμάντη και τα ψυχογραφήματα του Βυζηινού… Πάντα με αγγίζουν  κι ας μοιάζουν να έρχονται από εποχή μακρινή σε μας. Ακόμα αγαπώ τα διηγήματα του Τσέχωφ και του Κάρβερ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Δεν θα αναφερθώ συγκεκριμένα, όμως θα πω ότι υπάρχουν πολλοί νέοι ταλαντούχοι λογοτέχνες. Που έχουν όμορφες ιδέες, υπόσχονται πολλά και μάλιστα, ακολουθώντας τις επιταγές της εποχής, προβάλουν τη δουλειά τους  μέσω των social media επειδή την πιστεύουν. Παρακολουθώ  πάντα την λογοτεχνική κίνηση και ενημερώνομαι σχετικά με  εκδόσεις νέων δημιουργών.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Αμλετ και η Μαντάμ Μποβαρύ! Και οι δύο ζηλευτοί!

Πώς βιοπορίζεστε;

Εδώ και δέκα περίπου χρόνια διδάσκω το μάθημα της Θεατρικής Αγωγής στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Έχω ανεβάσει κάμποσες παραστασούλες με τους μικρούς μου ηθοποιούς, τους μαθητές μου. Παράλληλα παραδίδω μαθήματα γλώσσας, λογοτεχνίας, καθώς και ιστορίας και θεωρίας του Θεάτρου και εργάζομαι ως εμψυχώτρια θεατρικού παιχνιδιού συνεργαζόμενη με ιδιωτικούς φορείς.

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας;

Έχω σπουδάσει κλασική φιλολογία και στη συνέχεια θεατρολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Επίσης έχω τελειώσει τη δραματική σχολή «Θέατρο – Εργαστήριο» (Εμπρός). Σαφώς και είμαι επηρεασμένη από τις σπουδές μου. Έχω ξαναπεί πόσο πολύ συνέβαλαν οι φιλολογικές μου σπουδές στο να μελετήσω λογοτεχνία, να διαβάσω κυρίως έλληνες  ποιητές και πεζογράφους. Συνάντησα δασκάλους (ένας από αυτούς ήταν και ο Δημήτρης Λιαντίνης) που με μύησαν  στο χώρο της λογοτεχνίας. Την ίδια εποχή που μπήκα στο Πανεπιστήμιο πειραματιζόμουν με διάφορα είδη γραφής, προσπαθούσα να αρθρώσω την δική μου φωνή και βίωνα  όλη την αγωνία σε σχέση με αυτό. Όχι πως η αγωνία της γραφής σταματά ποτέ βέβαια.

Αργότερα ήρθε το θέατρο…θεωρία και πράξη. Έχω αδυναμία στους διαλόγους…αυτό είναι εμφανές και στα διηγήματά μου. Κάποια ποιήματά μου από την «Προφητεία του Ανέμου» έχουν ως θέμα το θέατρο, και πιο ειδικά, τη μάσκα. Η νουβέλα μου «Το Σώμα Του Έγινε Σκιά» στην ουσία είναι δύο μεγάλοι παράλληλοι μονόλογοι ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα που αφηγούνται την ίδια ιστορία  ο καθένας από τη δική του σκοπιά. Δεν λείπουν όμως και κάποιες διαλογικές σκηνές που φωτίζουν τους χαρακτήρες των ηρώων μου. Θα μπορούσε το βιβλίο αυτό να διασκευαστεί θεατρικά και πρώτη φορά λέω σε συνέντευξη ότι  ναι, η θεατρική του μεταφορά είναι μελλοντικός μου στόχος…Ο ήρωας της νουβέλας μου είναι χορευτής και εδώ έρχεται και μια δεύτερη εξομολόγηση.

Πέρα από τις παραπάνω σπουδές και παράλληλα με αυτές ,έχω ασχοληθεί με το χορό για πάνω από 15 χρόνια. Από μικρή ηλικία και μέχρι τα 28 μου χρόνια έκανα κλασικό μπαλέτο και σύγχρονο χορό, είχα συμμετοχή σε παραστάσεις χορευτικές και χοροθεατρικές …είναι γνωστό σε όσους  με γνωρίζουν καλά. Οπότε δεν είναι  καθόλου τυχαία ούτε η επιλογή του θέματος της νουβέλας, ούτε το γεγονός ότι  ο ήρωάς μου, ο Άγγελος, είναι χορευτής…έχει πολλά στοιχεία δικά μου .Τέλος,…η θεατρική γραφή είναι μέσα στο πεδίο μου αναπόφευκτα. Ο Ποιητικός μου Μονόλογος «Χωριστά» έχει λάβει έπαινο από τον Ιωνικό Σύνδεσμο στα πλαίσια λογοτεχνικού διαγωνισμού. Αλλά και για τις  ανάγκες των παραστάσεων  που ανεβάζω στο σχολείο… πολλές φορές χρειάζεται να κάνω θεατρικές διασκευές ή να γράψω κάποιο έργο ή έστω κάποιο σκετς….

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Παρακολουθώ τις δραστηριότητες αρκετών λογοτεχνικών περιοδικών… Όταν ήμουν φοιτήτρια θυμάμαι διάβαζα την «Λέξη». Όμορφες προσπάθειες γενικά  στον τομέα αυτό… το «Δέντρο» μου αρέσει πολύ, το «Κουκούτσι», το «Εντευκτήριο», η «Σοδειά», ο νεοϊδρυθείς «Σίσυφος» και άλλα. Όμως δυστυχώς διάβαζα ένα άρθρο στο Βήμα τις προάλλες που λέει ότι πολλά από αυτά τα περιοδικά που μας κρατούσαν συντροφιά τόσα χρόνια κινδυνεύουν να κλείσουν, βασικά παλεύουν να μείνουν όρθια   …Μήπως είναι το τέλος εποχής και η αρχή μιας άλλης; Nα, δείτε εδώ. Επειδή ρωτάτε για το αγαπημένο μου όμως… θα αναφερθώ στην «Ποιητική»! Καλοστημένο, με πλούσια ύλη, πάντα με ξαφνιάζει ευχάριστα, βρίσκω  θέματα σχετικά με την τέχνη της Ποίησης  που με ενδιαφέρουν και με συγκινούν  ιδιαίτερα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε; 

Θα επέλεγα ένα θεατρικό πρόσωπο…τον  θεατρικό συγγραφέα Χάρολντ Πίντερ!!!

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ πάντα κινηματογράφο, ελληνικό και ξένο. Τον αγαπώ εξίσου με το θέατρο. Όταν σπούδαζα στην Θεατρολογία Αθήνας είχαμε  μάθημα  υποχρεωτικό κινηματογράφου σε αρκετά εξάμηνα το οποίο απολάμβανα αφάνταστα. Ο δύσκολος αλλά ποιητικός κινηματογράφος του Αγγελόπουλου εμένα  με κέρδισε. Ο Αγγελόπουλος μόνος  του είναι σχολή και ρεύμα μαζί. Λατρεύω τον Παντελή Βούλγαρη, έχω δει  σχεδόν όλες του τις ταινίες. Τον θεωρώ πολύ σημαντικό. Παρακολουθώ στενά τον νέο ελληνικό κινηματογράφο όλα τα χρόνια. Αλλά ξεχωρίζω και κάποιους ξένους σκηνοθέτες. Τον Λαρς Φον Τριαρ και τον Γούντι Άλλεν ας πούμε. Αγαπημένες μου ταινιες…(έχω δει την καθεμία από αυτές πάνω από 10 φορές): Φρίντα, Great expectations, οι Ωρες !!! Εξαιρετικές!!! Το Θέατρο είναι  αναπόφευκτα μέσα στη ζωή μου… Επειδή  θεατρο-παιχνιδίζω και διδάσκω θέατρο σε παιδιά και εφήβους παρακολουθώ πολύ παιδικό και εφηβικό θέατρο, καθώς και χοροθέατρο…Από σκηνοθέτες θεάτρου, παρακολουθώ από κοντά  τη δουλειά του Λευτέρη Βογιατζή και του Θωμά Μοσχόπουλου που ήταν και δάσκαλός μου στο μάθημα της σκηνοθεσίας θεάτρου στο «Θέατρο – Εργαστήριο». Εξακολουθώ να μελετώ  θεατρικά  έργα  και αρθρογραφώ  στην εφημερίδα του Πανελλήνιου Επιστημονικού Συλλόγου Θεατρολόγων.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

… μόλις χθες τελείωσα  τον «Κρυφό Κήπο» του Νάιτζελ Μακ Κρέρι.

Τι γράφετε τώρα;

Πριν κάποιο διάστημα  ολοκλήρωσα δυο έργα…Την ποιητική συλλογή «Εποχή μου είναι η ποίηση» (ένα διάλογο ανάμεσα στην εποχή και την τέχνη της ποίησης) και το ποιητικό βιβλίο «Η μυστική ζωή της Μάγιας Μ.». Έχουν γίνει αρκετές προδημοσιεύσεις σε ηλεκτρονικά περιοδικά και  blogs….Τώρα  δουλεύω  αφενός μεν πάνω στην συνέχεια της Μάγιας Μ. (γιατί θα υπάρχει και συνέχεια) και αφετέρου πάνω σε μια νέα  ανεξάρτητη συλλογή …

Τι περιλαμβάνει το ιστολόγιό σας; Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν και το διαδικτυώνεσθαι;

To varelaki, σελίδες Τέχνης και Πολιτισμού, μπήκε σε λειτουργία  το 2009 και μέχρι σήμερα αποτελεί μια σταθερή παρουσία μέσα την μπλογκόσφαιρα. Ίσως να είναι το μοναδικό μπλογκ που δεν δημοσιεύει φωτογραφίες. Είναι κατ’ επιλογήν  Kαθαρός Λόγος. Βέβαια οι πειρασμοί είναι πολλοί, γιατί, κακά τα ψέματα, ζούμε στην εποχή της εικόνας και η εικόνα έχει τεράστια δύναμη…Το varelaki επιμένει σε αυτή την γραμμή πριμοδοτώντας τη φαντασία του αναγνώστη  και…όσο αντέξει. Το μπλογκ περιλαμβάνει δημοσιεύσεις που αφορούν στην ποίηση, στο θέατρο ,αλλά και στην λογοτεχνία γενικότερα. Ακόμα, δημοσιεύσεις που μπορεί να αφορούν και άλλες μορφές τέχνης. Εμφανώς έχει αδυναμία στην Ποίηση, αλλά αυτό δεν αποτελεί αιτία μομφής. Επιπλέον, περιλαμβάνει κείμενα δικά μου, αλλά και άλλων συντακτών τους οποίους φιλοξενεί κατά καιρούς. Περιλαμβάνει παρουσιάσεις βιβλίων, κριτικές, καθώς και τη στήλη «Τhe art-maniac».

Αυτή η στήλη περιέχει μια σειρά από συνεντεύξεις που έχω πάρει  από διάφορους ποιητές, πεζογράφους, ανθρώπους του θεάτρου, ηθοποιούς, και άλλους. Καταθέτουν τις σκέψεις τους και τη δουλειά τους…Η συνέντευξη που πήρα πρόσφατα ήταν από τον  ποιητή και μεταφραστή Γιώργο Μπλάνα. Μέσα στο varelaki υπάρχει και η δική μου προσωπική γωνιά. Είναι συγκεντρωμένα όλα τα στοιχεία  αναφορικά με το έργο μου: ποιήματά μου, πεζά μου, θεατρικά μου, προδημοσιεύσεις από τα βιβλία μου, κριτικές για το έργο μου, κριτικές δικές μου για το έργο άλλων, λινκς που αφορούν δημοσιεύσεις της δουλειά μου σε άλλα blogs ή ηλεκτρονικά περιοδικά, κείμενά μου για την ποίηση και γενικά, συνεντεύξεις μου. Για περισσότερα, εσείς και οι αναγνώστες σας, δείτε εδώ. Το varelaki δέχεται κείμενα, βιβλία και συνεργασίες. Πολλοί νέοι και παλαιότεροι λογοτέχνες έχουν διαβεί το κατώφλι του και έχουν καταθέσει τη δουλειά τους.

To ιστολογείν είναι, πιστεύω, ένα υπέροχο ταξίδι στην γνώση  και στον πολιτισμό, όπως και το διαδικτυώνεσθαι. Δεν είμαι  από αυτούς που βλέπουν παντού τέρατα. Ο τρόπος χρήσης του διαδικτύου, αλλά και των social media είναι το κλειδί για όλα. Ακόμα και το facebook που όλοι το κατηγορούν, αλλά όλοι είναι μέσα, μου  έχει προσφέρει πολλά θετικά, περισσότερα από αρνητικά  Είχα τη ευκαιρία να γνωριστώ με αξιόλογους ανθρώπους και με ομότεχνους, να ανταλλάξουμε απόψεις, να γνωρίσει  ο ένας την δουλειά του άλλου και να προχωρήσουμε σε συνεργασίες και σε φιλίες ακόμα. Έχω τοποθετηθεί ανοιχτά πάνω στο θέμα του φατσοβιβλίου και της επίδρασής του πάνω μας και της λειτουργίας του. Έχω υποστηρίξει στο protagon πως η ποίηση ανθίζει μέσα στο διαδίκτυο. Δείτε εδώ και σε παραπλήσιο κείμενο στο varelaki εδώ.

Να σημειώσω τέλος ότι δεν θεωρώ ότι η στενή σχέση με το διαδίκτυο απειλεί τη σχέση μας με το βιβλίο .Είναι δυο πράγματα που δεν συγκρίνονται. Και είναι άδικο να γίνεται σύγκριση εντέλει. Όσοι λατρεύουμε  το βιβλίο ξέρουμε να διαχωρίζουμε τα πράγματα.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Ναι, διαβάζω και παρουσιάσεις και κριτικές για διάφορα βιβλία (και για τα δικά μου φυσικά) …Και έντυπες και ηλεκτρονικές όσο μπορώ! Με την παρουσίαση αισθάνομαι πάντα πιο άνετα. Η κριτική όμως είναι πράγμα εξαιρετικά δύσκολο και οφείλει κανείς να έχει βαθιά γνώση των  πραγμάτων  και να είναι πολύ προσεκτικός και ακριβής στις παρατηρήσεις του, ώστε να μην δημιουργούνται παρανοήσεις, παρεξηγήσεις και άλλα παρόμοια… Η  άσκηση κριτικής είναι κι αυτή μια μορφή έκθεσης στον κόσμο. Και οι κριτικοί δέχονται  κι οι ίδιοι κριτική  μοιραία!

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεν θα απαντήσω ακριβώς…δεν τυχαίνει να έχω κάτι ιδιαίτερο να θυμηθώ… Όμως…θα σας πω μια πολύ σύντομη ιστορία, που αποτελεί το πρώτο υλικό για ένα διήγημα που ετοιμάζω… Λοιπόν…. Ένας άντρας είναι μέσα τον ηλεκτρικό. Είναι βραδάκι Αυγούστου και  υπάρχει λίγος κόσμος μέσα στο  βαγόνι. Άλλωστε και η πόλη είναι άδεια τέτοια εποχή. Για να περάσει η ώρα διαβάζει ένα λογοτεχνικό βιβλίο που έχει σασπένς. Η  κεντρική ηρωίδα του  περνάει ερωτική απογοήτευση και ετοιμάζεται να  αυτοκτονήσει, πιο συγκεκριμένα…να πέσει στις ράγες του τρένου … Είναι απορροφημένος στο διάβασμα  του βιβλίου, αλλά παρόλα αυτά ακούει την ανακοίνωση από τα μεγάφωνα ότι ο ηλεκτρικός σταματάει την πορεία του. Κάτι είχε συμβεί. Μετά από δευτερόλεπτα  άκουσε έναν κύριο να λέει εκνευρισμένος: Ποιος ξέρει πόση ώρα θα περιμένουμε πάλι; Ο άντρας διαποτισμένος από μια παράξενη αναστάτωση, άρχισε να συνομιλεί με τους λίγους συνεπιβάτες…Την άλλη μέρα έμαθε από τις εφημερίδες τί είχε γίνει .Μια κοπέλα έπεσε στις ράγες και αυτοκτόνησε. Ελένη Ζαφειρίου ήταν το όνομά της. Ήταν σίγουρος ότι κάπου είχε ακούσει αυτό το όνομα. Μα ναι, ήταν το όνομα της ηρωίδας του βιβλίου. Η κοπέλα για την οποία  διάβαζε χθες ότι ετοιμαζόταν να αυτοκτονήσει….Σε ποιό κεφάλαιο ήταν να δεις;; Τί να συνέβη παρακάτω; Έψαξε το βιβλίο…μέσα στην τσάντα του….δεν το βρήκε…έψαξε στον καναπέ…με το βλέμμα πάνω στο τραπέζι…πουθενά…Το βιβλίο είχε εξαφανιστεί…Κάπως έτσι….

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ξέρετε…θίγετε τώρα ευαίσθητες χορδές μου…Είχα πάντα θέμα με τα γηρατειά, την αλλοίωση των μορφών…Δεν φοβόμουν τον θάνατο, αλλά έτρεμα τα γηρατειά. (Ένα από τα κοινά μου σημεία με τον ήρωα της νουβέλας μου, τον Άγγελο.)Έτρεμα στην κυριολεξία, λοιπόν. Το δούλεψα πολύ μέσα μου όλο αυτό με τα χρόνια…έχω συμφιλιωθεί αρκετά με την ιδέα… Ίσως τελικά και η αιώνια νιότη να είναι αφόρητα βαρετή…δεν θα το μάθουμε ποτέ όμως.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

(Κάνοντας χιούμορ)…Η αλήθεια είναι ότι όλοι με ρωτούν από πού προέκυψε το όνομα του Ιστολογίου μου, Varelaki. Εσείς όμως  δεν με ρωτήσατε. Αλλά και να με ρωτούσατε, θα είχα τη χαρά να μην απαντήσω για άλλη μια φορά….οπότε….

Στις εικόνες: H. Ιbsen, J. Mansour, H. Pinter, F. Kafka, Μ. Χατζηλαζάρου, e.e. cummings, D.H. Lawrence, T.S. Eliot, J.C. Somoza, Great Expectations, The Hours.

16
Σεπτ.
12

Robert Walser – Γιάκομπ φον Γκούντεν

Το εγχειρίδιο της πρόθυμης υποταγής

…δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε ότι είμαστε και θα παραμείνουμε ασήμαντοι. Ο νόμος που διατάζει, η πειθαρχία που εξαναγκάζει, οι ατέλειωτοι αδυσώπητοι κανονισμοί που ορίζουν την κατεύθυνση και διαμορφώνουν το κλίμα – αυτά μετρούν εδώ και όχι εμείς οι οικότροφοι. Όλοι μας κι εγώ ακόμα, νιώθουμε πως δεν είμαστε παρά ασήμαντοι, φτωχοί, εξαρτημένοι νάνοι, εξαναγκασμένοι σε διαρκή υπακοή. Ανάλογη είναι και η συμπεριφορά μας: Σκύβουμε το κεφάλι αλλά συνάμα δείχνουμε άκρως αισιόδοξοι. [σ. 92]

Ήδη από τις πρώτες φράσεις ο αφηγητής εμφανίζεται βέβαιος πως θα παραμείνει ένα χαριτωμένο, ολοστρόγγυλο μηδενικό για ολόκληρη τη ζωή του. Η οικειοθελής του φοίτηση στο Ινστιτούτο Μπενζαμέντα, μια σχολή για υπηρέτες, θα βοηθήσει ακριβώς αυτόν, έναν γόνο αριστοκρατικής οικογένειας, να μυηθεί στην υπηρέτηση των άλλων, να ασκηθεί στην προθυμία και την ταπεινοφροσύνη, να γίνει απολύτως ασήμαντος. Εκεί δεν διδάσκεται μόνο η ευπρεπής συμπεριφορά αλλά ένας ολόκληρος τρόπος υποτακτικής σκέψης.

Η διαμονή του στο ημιφωτισμένο, σχεδόν καφκικό Ινστιτούτο του φαίνεται σαν αδιανόητο όνειρο. Οι κανονισμοί δεν τελειώνουν ποτέ, ο ένας μοιάζει να γεννά δεκάδες άλλους. Οι διευθυντές κρύβονται στους εσωτερικούς χώρους, η φασαρία απαγορεύεται: τους επιτρέπουν μόνο να γλιστρούν αθόρυβα σαν σκιές και να μιλούν ψιθυριστά. Πίσω από το κτίριο, ένας παλιός εγκαταλειμμένος κήπος προσελκύει τα βλέμματα των σχεδόν υπνωτισμένων μαθητών που είναι καταδικασμένοι να περνούν την μισή τους μέρα σε μια παράξενη αδράνεια. Ο Γιάκομπ μοιράζεται με τους συμμαθητές του την αίσθηση πως δεν τους υπολογίζει κανείς, πως η στολή που φορούν τους ευτελίζει αλλά και τους εξυψώνει, αλλά ταυτόχρονα αισθάνεται πως όλα εκεί μέσα είναι ύποπτα και παρακμιακά.

Ο Διευθυντής κύριος Μπενζαμέντα ένας γίγαντας ανάμεσα σε νάνους, ένας «καθοδηγητής και ηγέτης ενός τσούρμου από μικροσκοπικά και ασήμαντα πλάσματα» εκφράζει τον κόσμο της εξουσίας που δεν δίνει λόγο σε κανέναν και δεν αμφισβητείται από κανέναν. Η αδελφή του, δεσποινίδα Μπενζαμέντα, εκφράζει έναν άλλο, απόκοσμο κόσμο. Οικεία και απόμακρη, όταν επαινεί, η τάξη μοσχοβολά, όταν επιπλήττει, η αίθουσα σκοτεινιάζει. Μακριά από τα μάγουλά της η ζωή μοιάζει με κόλαση κακίας και βαναυσότητας.

Ο Γιάκομπ αρχίζει να προκαλεί τον κύριο Μπενζαμέντα, με το ιδιότυπο ιδιοσυγκρασιακό του αμάλγαμα ευστροφίας, αυτοσαρκασμού και δουλικότητας, αμφισβητώντας το ίδιο το ίδρυμα και αψηφώντας τις συνέπειες. Οι μικρές του απόπειρες εξέγερσης λήγουν άδοξα και, κυρίως, συντομότατα. Ο Μπενζαμέντα μοιάζει να ζει καθ’ εικόνα και ομοίωση του ιδρύματός του: σκοτεινός, μοναχικός, σχεδόν φασματικός, συνεπώς αντιδρά με θετικό τρόπο στις προκλήσεις του νεαρού, θαρρείς και αποτελούν την τελευταία του ευκαιρία να ζωντανέψει και να ζήσει μια ζωή έξωαπό το ίδρυμα άρα έξωκαι από τον ίδιο. Για τον Γιάκομπ η μανιασμένη επιθυμία να αποκτήσει εμπειρίες γιγαντώνεται όσο αισθάνεται ότι ξεκλειδώνει τον κατάκλειστο κόσμο του Διευθυντή. Η ανάγνωση του δίπολου δεν μπορεί να αγνοήσει τις ομοφυλοφιλικές και σαδομαζοχιστικές προεκτάσεις αλλά ούτε και να περιοριστεί σε αυτές.

Την ίδια στιγμή κάθε παρατήρηση ή γεγονός που υποπίπτει στην αντίληψή του τον εμπνέει για μια σειρά από ειρωνικές διαπιστώσεις, σαρκαστικές φιλοσοφίες και κυνικά συμπεράσματα, με επίκεντρο την αναπόδραστη υποταγή στην εξουσία. Από την μία η μισανθρωπία – άλλωστε, όπως δηλώνει απολαμβάνει την γκρίνια και την μεμψιμοιρία των άλλων. «Ο άνθρωπος, όσο σημαντικός κι αν είναι, μένει πάντα ένα φωνακλάδικο νιάνιαρο». Ο ίδιος ξέρει πως πιθανόν να κρύβεται μέσα του «ένας πολύ μα πολύ μοχθηρός άνθρωπος». Από την άλλη εκφράζεται ως εστέτ που παρατηρεί με ειρωνεία τις γυναίκες: Κατανοώ την αξιολάτρευτη φύση των γυναικών. Η κοκεταρία τους με διασκεδάζει και διακρίνω ένα βαθύ νόημα πίσω από τις πιο τετριμμένες εκφράσεις τους. Οι ψυχές τους χοροπηδούν μαζί με τα ψηλοτάκουνα μποτίνια. Το χαμόγελό τους είναι μια παιδιάστικη συνήθεια και συνάμα ένα κεφάλαιο της παγκόσμιας ιστορίας. [σ. 86] και τον κόσμο:

Κι έπειτα είδα το στρογγυλό, χαζούλικο, χαριτωμένο καπελάκι του να χάνεται ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα κεφάλια και καπέλα. Τον κατάπιε το πλήθος, όπως λέμε. Ο Πέτερ δεν μαθαίνει απολύτως τίποτα στη σχολή, μολονότι – κι εδώ είναι το αστείο – το έχει απόλυτη ανάγκη, και, καθώς φαίνεται γράφτηκε στο ινστιτούτο Μπενζαμέντα μόνο και μόνο για να διαπρέψει με τις απίθανες χαζομάρες το. Ίσως μάλιστα καταφέρει εδώ μέσα να αυξήσει τη βλακεία του σε σημαντικό βαθμό. Στο κάτω κάτω, ποιος μπορεί να του απαγορέψει να αξιοποιήσει την κουταμάρα του; […] Έχω το παρήγορο και ερεθιστικό και ευχάριστο προαίσθημα ότι αργότερα θα πέσω πάνω σ’ ένα τέτοιο αφεντικό και προϊστάμενο σαν τον Πέτερ, καθώς οι ανόητοι σαν κι αυτόν είναι προορισμένοι να προάγονται, να προωθούνται, να καλοπερνούν και να διατάζουν, ενώ κάτι ατσίδες σαν κι εμένα ξεδιπλώνουν και σπαταλούν το ταλέντο τους στις υπηρεσίες των άλλων. [σ. 64 – 65]

Ο Γιάκομπ, όπως και κάθε χαρακτήρας του συγγραφέα, είναι οικειοθελώς μοναχικός, και επίμονα πείσμων, εκ φύσεως πλάνης και αναχωρητής, αρνητής των προνομίων και κυνηγός των εμπειριών, όσο αρνητικές και αν είναι, και σε κάθε περίπτωση πνευματικά ελεύθερος ακόμα και υπό συνθήκες απόλυτης υποταγής. Έχει ξεκόψει κάθε επικοινωνία με τους γονείς του επειδή δεν του αρέσει να δίνει λογαριασμό σε κανέναν – θα προτιμούσε να μην έχει γονείς που να τον αγαπούν. Όταν καλείται να γράψει το βιογραφικό του δίνει μια αντεστραμμένη εικόνα του εαυτού του, φροντίζοντας να απογοητεύσει οποιονδήποτε έχει την παραμικρή προσδοκία. Λατρεύει τους περιορισμούς επειδή του δίνουν τη δυνατότητα να παρανομήσει και να το χαρεί με την ψυχή του. Ειρωνεύεται κάθε πνευματική ανάπτυξη. «Τι ωφελούν οι σκέψεις και οι εμπνεύσεις αν δεν ξέρεις τι να κάνεις με δαύτες;»

Αλλά ούτε διαμαρτυρόμαστε καθόλου. Δεν μας περνά καν απ’ το μυαλό αυτή η σκέψη. Άλλωστε, οι σκέψεις μας είναι μετρημένες στα δάχτυλα. Ίσως εγώ να σκέφτομαι περισσότερο απ’ τους άλλους, είναι πολύ πιθανό, αλλά κατά βάθος περιφρονώ τον πλούτο της σκέψης μου. Εκτιμώ μονάχα τις εμπειρίες, κι αυτές είναι κατά κανόνα ανεξάρτητες από σκέψεις και συγκρίσεις. [σ. 125]

Οι συζητήσεις του με τον «ανταγωνιστή» συμμαθητή του Κράους και με το αδελφό του Γιόχαν, που έχει αποδεχτεί το όνομα και τον πλούτο της οικογένειάς τους δεν αποτελούν μόνο αντιπαραθέσεις με τα αντίθετά του εντός και εκτός σχολής αντίστοιχα αλλά και ενδεικτικές διαλεκτικές περί χρήματος και μεγαλούπολης – εδώ υπάρχουν μερικές εξαιρετικές εξπρεσιονιστικές σελίδες για την αέναη κίνηση της μοντέρνας πλέον μεγαλούπολης και τον «ελκυστικά εκτεθειμένο βιομηχανικό πλούτο».

Στην σχεδόν ημερολογιακή γραφή του συγγραφέα – αφηγητή εναλλάσσεται η σκέψη με την φαντασία και η φασματική πραγματικότητα με το όνειρο. Η καφκική ατμόσφαιρα με την εσωτερική μύηση, ο σαρκασμός εξουσίας με την τομή της μαζοχιστικής ψυχολογίας, η άσβεστη δίψα για νέες εμπειρίες αλλά και αναχωρητισμό με την ανελέητη κριτική στάση. Στο εσωτερικό του ιδιόρρυθμου βαλζερικού ύφους, ο μελετητής του Gilles Ortlieb εντοπίζει ορισμένα γνωρίσματα της ρομαντικής γερμανικής παράδοσης, όπως η έλξη προς την αποτυχία του Κλάιστ, η εύθραυστη διανοητική κατάσταση του Χαίλντερλιν ή την μελαγχολική ιδιοσυγκρασία του Λέναου αλλά και η ανεξάντλητη Wanderlust [Μανία της περιπλάνησης] που τον έκανε να αναγάγει τον περίπατο και την πεζοπορία σε τρόπο ζωής, θέασης του κόσμου και ίσως γραφής.

Τα μαλλιά μας είναι πάντα καθαρά, καλοχτενισμένα και βουρτσισμένα και όλοι μας πρέπει να χωρίζουμε μια ολόισια χωρίστρα στον κόσμο που βρίσκεται ψηλά στο κεφάλι μας. Έτσι είναι το σωστό. Μέχρι και οι χωρίστρες προβλέπονται από τον κανονισμό. Και επειδή έχουμε όλοι τόσο όμορφες κομμώσεις και χωρίστρες, είμαστε σχεδόν ολόιδιοι, πράγμα που θα έκανε ένα συγγραφέα να σκάσει στα γέλια αν μας επισκεπτόταν για να μας μελετήσει σε όλη τη λαμπρότητα και την ταπεινότητά μας. Ε, λοιπόν, καλά θα κάνει αυτός ο συγγραφέας να κάτσει στο σπίτι του. Είναι ελαφρόμυαλοι όποιοι θέλουν μονάχα να εξετάζουν και να παρατηρούν. άμα ζει κανείς πραγματικά, οι παρατηρήσεις έρχονται από μόνες τους. [σ. 84]

Ανάμεσα στις σημειώσεις του επιμέτρου, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η άποψη πως ο συγγραφέας ουσιαστικά ακυρώνει τρία από τα πρότυπά του, πρότυπα τυπικών μυθοπλαστικών μοτίβων. Πρώτα, το ινστιτούτο αποτελεί μεν τόπο δοκιμασιών και μύησης για τον μεταμφιεσμένο πρίγκιπα που οφείλει περιπλανηθεί στον κόσμο και να περάσει δοκιμασίες· μόνο που η λύτρωση εδώ αμφισβητείται: ο «πρίγκιπας» διατηρεί μόνο την εσωτερική του ελευθερία αλλά παραμένει υποταγμένος. Από την άλλη, ο άσωτος υιός που αποποιείται τα αγαθά του και βαδίζει στο «σοσιαλιστικό μονοπάτι της λύτρωσης» εδώ δεν έχει καμία ενοχή ότι ανήκει σε μια τάξη εκμεταλλευτών ούτε διακατέχεται από συναισθήματα αλληλεγγύης για τους ανίσχυρους· απλώς η ελιτίστικη συνείδησή του εμπνέει την ανάγκη άσκησης στην ταπεινοφροσύνη. Τέλος, η «μαθητεία» εδώ παραλλάσσεται αν δεν παρωδείται. Δεν υπάρχει κανένα παραδοσιακό παιδαγωγικό περιεχόμενο εδώ: η σχολή μοιάζει με τόπο ψυχολογικής τρομοκρατίας και αποτυπώνει τις χειρότερες πτυχές του κόσμου. Η διαμόρφωση της προσωπικότητας τελικά οδηγεί στον εκμηδενισμό της· μόνο τα απλά μηδενικά δεν θα απειλήσουν τις κοινωνικές δομές.

Δεν θα ξαναδώ ποτέ έλατα; Ε, δεν είναι και τόσο τραγικό. Η στέρηση έχει κι αυτή άρωμα και σφρίγος. [σ. 37]

Ο Γερμανόφωνος Ελβετός ποιητής και πεζογράφος Ρόμπερτ Βάλζερ (1878 – 1956) εργάστηκε σε τράπεζες και σε ασφαλιστικές εταιρείες στη Ζυρίχη αλλά και ως μαθητευόμενος ηθοποιός, βοηθός σε γραφείο μηχανικού, μαθητής σε στρατιωτική σχολή και υπηρέτης σε πύργο. Από τα έξι του συνολικά μυθιστορήματα τρία μόνο διασώθηκαν και εκδόθηκαν, μαζί με μια συλλογή ποιημάτων και δυο τόμους δοκιμίων (μεταξύ των ετών 1907 και 1913). Οι εκδόσεις αυτές δεν βελτίωσαν την δυσχερέστατη οικονομική του κατάσταση και ο Βάλζερ υπό την πίεση και μιας βαθιάς υπαρξιακής κρίσης επέστρεψε στην Ελβετία και έμεινε για επτά χρόνια στη σοφίτα ενός ξενοδοχείου, όπου και έγραψε μια δεύτερη σειρά έργων, κυρίως σύντομα και διαυγή πεζά που ο ίδιος συνέκρινε με μικροκαμωμένες μπαλαρίνες που «χορεύουν μέχρις ότου εξαντληθούν και πέσουν χάμω από την κούραση». Εμπνεύστηκε το «Γιάκομπ φον Γκούντεν» από την προσωπική του μηνιαία μαθητεία σε μια σχολή για υπηρέτες

Η τελευταία περίοδος της ζωής του Βάλζερ χαρακτηρίζεται από συνεχή αλλαγή τόπων κατοικίας και τα σημάδια μιας διανοητικής ανισορροπίας που οδήγησαν στον διαδοχικό εγκλεισμό του σε δυο άσυλα – στο δεύτερο παρά τη θέλησή του, αρνούμενος πάντως αργότερα να το εγκαταλείψει. Αποστασιοποιήθηκε και αποξενώθηκε από τους σύγχρονούς του, έθεσε ο ίδιος τον εαυτό του στο περιθώριο, φτάνοντας στο σημείο να καταστρέφει ολόκληρα χειρόγραφα. Παρέμεινε αδιάφορος για την επανέκδοση των παλαιότερων έργων του και για τις πρώτες του βιογραφίες και αποτραβηγμένος από τον κόσμο μέχρι τον θάνατό του (κατά τη διάρκεια ενός μακρινού περιπάτου). Υπήρξε από τους αγαπημένους συγγραφείς του Κάφκα και εκτιμήθηκε από σημαντικούς σύγχρονούς του λογοτέχνες. Το έργο του ανακαλύφθηκε και εκδόθηκε εκ νέου τη δεκαετία του ’70 και σήμερα θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους γερμανόφωνους συγγραφείς του 20ύ αιώνα. Αγαπημένη του φράση: «Είναι τόσο όμορφα παράμερα».

Πλήρης τίτλος: Γιάκομπ φον Γκούντεν.  … Αυτό το όνειρο που ονομάζουμε ανθρώπινη ζωή… Εκδ. Ροές, 2012, μτφ. Βασίλης Πατέρας, σελ. 253. Με εργοβιογραφικό σημείωμα του Gilles Ortlieb και σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα από τον ίδιο τον συγγραφέα (μτφ. Πελαγία Τσινάρη), επίμετρο, χρονολόγιο και «γνώμες  για τον Ρόμπερτ Βάλζερ» από τους Christian Morgenstern, Walter Benjamin και Elias Canetti. [Robert Walser – Jakob von Gunten – Ein Tagebuch, 1909]

Σημ. Στο μυθιστόρημα βασίστηκε και η ταινία των αδελφών Quay «Ινστιτούτο Μπενζαμέντα», απ’ όπου και ο υπότιτλος και η φωτογραφία του εξωφύλλου της ελληνικής έκδοσης. // Οι εκδόσεις Ροές θα εκδώσουν προσεχώς και το πρώτο μυθιστόρημα του Βάλζερ, Οι αδελφοί Τάννερ.

Ο άνθρωπος που έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του δύσκολα γλιτώνει από εξευτελισμούς και απογοητεύσεις, καθώς βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπος με καταστάσεις που τσακίζουν την αυτοπεποίθηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι εμείς οι μαθητές δεν διαθέτουμε αξιοπρέπεια, απλώς πρόκειται για μια πολύ μικρή, ευέλικτη, εύκαμπτη και ελαστική αξιοπρέπεια, που την τεντώνουμε και τη λασκάρουμε ανάλογα με τις ανάγκες.[σ. 129]

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 31 (φθινόπωρο 2012).

15
Σεπτ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 120

Γιάννης Πάνου, …από το στόμα της παλιάς Remington…, εκδ. Ύψιλον, 1983, [Β΄ έκδ.], σ. 220.

Ο καιρός που περνάει πάνω από τα πολύχρονα κρεμασμένα κάδρα, αφήνει ένα τετράγωνο κομμάτι στον τοίχο με το αρχικό χρώμα. Αν σηκώσεις την άκρη της κρεμασμένης πάνω στο κρεβάτι κεντητής μπάντας, θα θυμηθείς το παλιό καθαρό χρώμα του καπνισμένου τοίχου, με όλο τον κίνδυνο, έτσι καθώς διπλώνεις το ύφασμα και καταστρέφεις τις αναλογίες και την προοπτική, να φέρεις τους άγριους διώκτες πολύ κοντά στον παράτολμο κλέφτη. Αν γελάσεις μ’ αυτή τη σκέψη και αδιαφορώντας για τις συνέπειες σηκώσεις πιο πολύ το ύφασμα, τότε θα δεις την πίσω όψη του παραμυθιού, χαμένη τη μαγεία των χρωμάτων, την τεχνική ξεμπροστιασμένη, όλο κόμπους και στηρίγματα και μεγάλες βελονιές.

13
Σεπτ.
12

Ανταίος Χρυσοστομίδης – Οι κεραίες της εποχής μου

Τα κατά (σπουδαίων) συγγραφέων ευαγγέλια

«Τι είναι η μυθοπλασία; Είναι να γράφεις μια απλή ιστορία με κοινότοπους ανθρώπους αλλά να τη γράφεις τόσο ζωντανά, με τόση ένταση και τόση αυτοσυγκέντρωση, ώστε ο αναγνώστης να τη νιώθει, να την κάνει δική του. […] Αυτό κάνει ο καλλιτέχνης με τον κόσμο. Παίρνει κάτι το συνηθισμένο και, μολονότι δεν το μετατρέπει σε κάτι ασυνήθιστο, δείχνει καθαρά πόσο ασυνήθιστο είναι το κάθε αντικείμενο στην κοινοτοπία του. Αυτή είναι τελικά η δουλειά της τέχνης: να δείχνει πόσο εκπληκτική είναι η κοινή εμπειρία». (Τζον Μπάνβιλ, σ. 44)

Πώς γεννιέται ένας συγγραφέας και γιατί αρχίζει να γράφει; Επειδή του αρέσει να διηγείται ιστορίες ή επειδή θέλει να μιλήσει για τον εαυτό του μέσω των ιστοριών που επινοεί;  Πώς επιλέγει τα θέματά του και πώς καταλαβαίνει ότι μια ιδέα μπορεί να γίνει μυθιστόρημα και μια άλλη όχι; Ξεκινάει το γράψιμο ενός βιβλίου έχοντας την πλοκή ή την ιδεολογία του; Όταν γράφει σκέφτεται τον αναγνώστη; Πότε η βιογραφία γίνεται λογοτεχνία; Πότε αυτό που εμείς έχουμε ζήσει αποκτά ενδιαφέρον και για τους άλλους; Γιατί διαβάζουμε λογοτεχνία; Επειδή θέλουμε να ζήσουμε μια ζωή άλλη από την αληθινή μας; Μήπως επειδή θέλουμε να μάθουμε μέσα από τις ζωές άλλων τι είναι η ζωή; Μια ολόκληρη σειρά ερεθιστικών ερωτημάτων οδηγούν στις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συνομιλίες που μεταγράφονται εδώ από την γνωστή τηλεοπτική εκπομπή που παρουσιάζει από το 2006 ο Α.Χ. είτε μόνος του είτε με την Μικέλα Χαρτουλάρη.

Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα πιστεύειπως αν έχεις διαβάσει καλή λογοτεχνία, ο τρόπος με τον οποίο βιώνεις π.χ. τον έρωτα είναι πιο πλούσιος σε σχέση με αυτόν που δεν έχει μια τέτοια εμπειρία: «Η λογοτεχνία έχει αντίχτυπο στη ζωή μας, στον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα: αναπτύσσουμε μια περισσότερο κριτική στάση, δεν μένουμε ικανοποιημένοι από το αληθινό κόσμο, θέλουμε να τον αλλάξουμε. Γι’ αυτό και όλοι οι δικτάτορες, αριστεροί και δεξιοί, προσπαθούν πάντα να ελέγχουν τη λογοτεχνία». Η Μάργαρετ Άτγουντ υποστηρίζει πως το διάβασμα επιτρέπει στους ανθρώπους να κοιτάξουν τη δική τους ζωή με πιο προσεκτικό τρόπο, τους δίνει ένα μέτρο σύγκρισης, ακόμα και τη σκέψη πως η δική τους ζωή είναι καλύτερη, πως μπορούν να αισθάνονται ευτυχείς εφόσον αυτό που διαβάζουν – τουλάχιστον όσον αφορά δυστυχείς καταστάσεις – δεν τους έχει συμβεί ακόμα.

Για τον Ίνγκο Σούλτσε η λογοτεχνία γεννά κάτι το εντελώς καθημερινό που έχει όμως ταυτόχρονα τη δύναμη να ξεπερνά τον εαυτό του και να διασπά το αυτονόητο της καθημερινότητας: «Και τότε, ξαφνικά, αντιλαμβάνεται κανείς το θαύμα της ζωής, πόσο μεγάλο θαύμα είναι ότι ζούμε, ότι ακούμε, βλέπουμε, γευόμαστε, αισθανόμαστε – πράγμα που ούτε καν σκεφτόμαστε στην καθημερινότητά μας». Για τον Αντόνιο Ταμπούκι η λογοτεχνία προσφέρει «αυτό το κάτι περισσότερο σε σχέση με αυτά που η ζωή μας παραχωρεί – εδώ συμπεριλαμβάνεται η ετερότητα, το μικρό θαύμα που μας επιτρέπει να βγούμε από τον εαυτό μας και να γίνουμε «άλλοι». Μας βάζει να ταξιδεύουμε στον κόσμο, στις ζωές των άλλων, στον ίδιο μας τον εαυτό».

«Το μυθιστόρημα είναι ένα από τα ελάχιστα μέρη στον κόσμο όπου δύο άγνωστοι συναντιούνται κάτω από απολύτως οικείους όρους. Αναφέρομαι στον συγγραφέα και τον αναγνώστη. Μαζί φτιάχνουν το βιβλίο. Δεν είναι μόνο ο συγγραφέας. Είναι και ο αναγνώστης που επινοεί ένα βιβλίο. Κάθε αναγνώστης διαβάζει ένα διαφορετικό βιβλίο. Διότι φέρνεις όλη σου τη ζωή σε ό,τι διαβάζεις» λέει ο Πολ Όστερ και οι περισσότεροι συγγραφείς συμφωνούν για την αυτονομία της κάθε ανάγνωσης. Σύμφωνα με τον Χάρι Μούλις το βιβλίο δεν ανήκει τον συγγραφέα, αλλά στον αναγνώστη: «Το χαρακτηριστικό ενός καλού μυθιστορήματος είναι ότι μπορεί να ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως. Ένα μυθιστόρημα δεν μπορεί ποτέ να είναι σωστό ή λάθος, όπως μια επιστημονική πραγματεία». Για τον Μάρτιν Βάλζερ ο κάθε αναγνώστης διαβάζοντας το μυθιστόρημα κάποιου άλλου δημιουργεί το δικό του μυθιστόρημα. «Μου γράφουν συχνά πολυσέλιδα γράμματα για κάποιο μυθιστόρημα μου: είναι άντρες και γυναίκες κάθε επαγγέλματος και καταγωγής, που πιστεύουν ότι μου γράφουν σχετικά με κάποιο κείμενό μου. Στην πραγματικότητα μου γράφουν για τον εαυτό τους, γι’ αυτό που οι ίδιοι νιώθουν σημαντικό όταν διαβάζουν ένα μυθιστόρημά μου».

Όσον αφορά τη σχέση Ιστορίας και λογοτεχνίας, ο Χαβιέρ Θέρκας υποστηρίζει ότι υπάρχει μεν μια αλήθεια, αλλά κατά πάσα πιθανότητα είναι το άθροισμα όλων των εκδοχών της πραγματικότητας. «Αυτό μπορεί να ισχύει για την Ιστορία, δεν ισχύει όμως για την ηθική: υπάρχει μια τεράστια ποικιλία ηθικών αληθειών. Εκεί δεν υπάρχει μια αλήθεια, αλλά πολλές. Εξαρτάται από την εποχή, την οπτική γωνία, το πρόσωπο που διερευνά». Ο ίδιος ομολογεί πως στα βιβλία του τον ενδιαφέρει περισσότερο να κατανοήσει (αλλά όχι και δικαιολογήσει) τους εχθρούς του, παρά τους φίλους του και να ερευνήσει γιατί οι καλύτερες προθέσεις και τα καλύτερα ιδανικά μετατράπηκαν σε τερατωδίες και δημιούργησαν μια επίγεια κόλαση αλλά και ποιος είναι ο μηχανισμός που μετατρέπει τους ανθρώπους σε τέρατα.

Για τον Μούλις η μεγάλη σιωπηλή πλειοψηφία δεν είναι λιγότερο υπεύθυνη για τα εγκλήματα των καθεστώτων. Αν δεν μιλήσουμε για τις συλλογικές ευθύνες όσων ανέχτηκαν τη φρίκη, υποστηρίζει, θα έχουμε πάντα ανοιχτή την πόρτα σε άλλα παρόμοια εγκλήματα του μέλλοντος. Σε κάθε περίπτωση η Ιστορία είναι άτεγκτη, δεν ενδιαφέρεται για τα ατομικά δράματα, σε κάθε της στροφή δεν υπάρχουν αθώοι και ένοχοι, όλοι είναι αθώοι και ταυτόχρονα ένοχοι. Για τον Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ ιστορική πηγή δεν είναι μόνο ό,τι βρίσκεται στα ράφια, αλλά και ό,τι κρύβεται στο πίσω μέρος του μυαλού μας.

Οι συγγραφείς εκφράζουν τις σύγχρονες πολιτικές τους ανησυχίες αλλά και πολλές διαπιστώσεις σε σχέση με το παρελθόν. Ο Ζοζέ Σαραμάγκου παραμένει πιστός στην φράση του Γκράμσι πως πρέπει να είμαστε απαισιόδοξοι στη λογική μας και αισιόδοξοι στη βούλησή μας· άλλωστε οι τελευταίες του λέξεις στο blog του ήταν ένα «Ευχαριστώ, Μανκέλ», που απευθυνόταν στον μόνο διάσημο συγγραφέα που μπήκε στα «πλοία της ειρήνης» για να σπάσουν το ισραηλινό εμπάργκο της Γάζας. Κατά τη γνώμη του η ελευθερία λόγου δεν αρκεί όταν περνάμε σε μια περίοδο όλο και πιο αυταρχικών δημοκρατιών· μπροστά δε στην παγκοσμιοποίηση, που είναι ο φασισμός της εποχής μας, χρειάζεται να αναθεωρήσουμε τους όρους που χρησιμοποιούμε και να ξαναδούμε τι σημαίνουν διεθνισμός και ελευθερία.

Σύμφωνα με τον Κάρλος Φουέντες, η εποχή της παγκοσμιοποίησης δεν επιτρέπει τις ένοπλες επαναστάσεις με την κλασική έννοια του όρου. Αν δεν καταφέρει η Δημοκρατία να προσφέρει φαγητό, μόρφωση και στέγαση στα εκατομμύρια των μη προνομιούχων τότε οι κατακτημένοι δημοκρατικοί θεσμοί θα κινδυνεύσουν. Στο ίδιος μήκος κύματος ο Ίνγκο Σούλτσε δίνει έμφαση στα οικονομικά θέματα και τις σχέσεις ιδιοκτησίας καθώς εκεί κρίνεται η ελευθερία μας, έννοια ανύπαρκτη όταν δεν υπάρχει κοινωνική ισότητα και δικαιοσύνη. Ο Τζον Λε Καρέ είναι απογοητευμένος που χάθηκε το τρένο όταν τελείωσε ο Ψυχρός Πόλεμος και εξοργισμένος με τις ΗΠΑ που δεν μπορούν να φανταστούν την ύπαρξή τους χωρίς πολέμους, αλλά και τους Βρετανούς που γίνονται σκλάβοι της εξωτερικής της πολιτικής. Για τον Άμος Όζ το βασικό πρόβλημα του 21ου αιώνα θα είναι ο φανατισμός· το γεγονός ότι είμαστε συνεχώς και απόλυτα πεπεισμένοι ότι οφείλουμε να αλλάξουμε τον άλλον:. «Ο φανατικός είναι πάντα αλτρουιστής: θέλει να σε αλλάξει, ακόμα κι αν εσύ δεν το θέλεις. Κι αν δεν σε σώσει, σε σκοτώνει για το καλό σου. Ο συμβιβασμός είναι ζωή. Το αντίθετο του συμβιβασμού είναι ο φανατισμός και ο θάνατος».

Μπορεί η λογοτεχνία να αλλάξει τα πολιτικά δεδομένα; Όταν ο Λιόσα αναρωτήθηκε, όπως φανταζόταν πως κάνουν ακόμα πολλοί νέοι του Τρίτου Κόσμου, αν, από ηθική και πολιτική άποψη, είναι σωστό να αφιερώνεις τη ζωή σου στη συγγραφή, ειδικά όταν προέρχεσαι από χώρα με τόσα άλυτα προβλήματα, εμπνεύστηκε από τον Σαρτρ που έλεγε πως ναι, πως άξιζε τον κόπο, διότι η λογοτεχνία ήταν μια μορφή δράσης, διότι οι ίδιες οι λέξεις είναι πράξεις. Ο Εντσενμπέργκερ, αντίθετα, υποστηρίζει πως δεν πρέπει να υπερτιμούμε το ρόλο της λογοτεχνίας: «Αν θέλω να καταπολεμήσω, για παράδειγμα, την πείνα στον πλανήτη, ένα ποίημα δεν είναι το πιο κατάλληλο μέσο. Η λογοτεχνία και η ποίηση είναι, κατά κάποιον τρόπο, αυτόνομες, δεν υπάρχουν για να εκπληρώνουν κάποιο πολιτικό ή κοινωνικό πρόγραμμα. Οι ρίζες της λογοτεχνίας έχουν σχέση με αυτά που έχει ανάγκη ο άνθρωπος, και σε αυτόν τον κόσμο υπάρχουν χιλιάδες πράγματα που είναι πιο διασκεδαστικά, πιο ωραία και πιο αστεία από την πολιτική».

Ο Βάλζερ είναι βέβαιος πως ο ναζισμός αποτελεί οριστικό παρελθόν και πως δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να ξαναγίνει κάτι παρόμοιο: «Θεωρώ γελοίο, επειδή κάποιοι μισότρελοι ή δυστυχισμένοι νεαροί τρέχουν δεξιά κι αριστερά με τις σβάστικες στον ώμο, να πιστεύουμε ότι θα επαναληφθεί κάτι που συνέβη κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες». Η Ναντίν Γκόρντιμερ τονίζει πως οι Έλληνες της Νοτίου Αφρικής δεν έδειξαν την παραμικρή ευαισθησία σε όσα συνέβαιναν στην μεγάλη πλειονότητα του λαού της και δεν ύψωσαν ποτέ φωνή διαμαρτυρίας, αλλά αντίθετα επιθυμούσαν την διατήρηση του καθεστώτος ανισότητας και ανελευθερίας. Ο Νικολό Αμανίτι διαπιστώνει ότι όλα όσα έμαθε από μικρός ως κακά πράγματα, την ανηθικότητα, την γελοιότητα, την χυδαιότητα, τώρα πια θεωρούνται συνηθισμένα και νόμιμα και ηθικά και δεν εκπλήσσουν πλέον κανέναν.

Ο Χρυσοστομίδης αφηγείται περίτεχνα και το περιθώριο των συνομιλιών: τις εντυπώσεις του από την υποδοχή, την επικοινωνία, την περιποίηση, τις απαιτήσεις τους αλλά και το σαλόνι τους, το γραφείο τους, την περιοχή όπου ζουν , με την ζωντανή γραφή μιας λογοτεχνίας ταξιδιωτικής– ταξιδιωτικής όμως όχι μόνο όσον αφορά τις γειτονιές των συγγραφέων και τους καθημερινούς τόπους της έμπνευσης, της δημιουργίας και της προσωπικής τους μυθολογίας. Επιπρόσθετα, καθώς διαθέτει την απαραίτητη γνώση του έργου τους, η συζήτηση επεκτείνεται σε ιδέες που πηγάζουν από συγκεκριμένα βιβλία κι έτσι ο αναγνώστης αποκτά έναν δεύτερο, ειδικότερο οδηγό ανάγνωσης. Οι υπόλοιποι συγγραφείς: Μωρίς Αττιά, Γκαμάλ Αλ Γιτάνι, Αντρέα Καμιλέρι, Ντάνιελ Κέλμαν, Χανίφ Κιουρέισι, Κλαούντιο Μάγκρις, Βλαντίμιρ Μακάνιν, Ιάν ΜακΓιούαν, Νόρμαν Μανέα, Ορχάν Παμούκ, Τζορτζ Πελεκάνος, Σέρχιο Πιτόλ, Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, Π.Ντ. Τζέιμς, Ντάριο Φο, Γιασμίνα Χάνρα και Άλαν Χόλινγκχερστ.

Δεν είναι λίγες οι φορές οι συγγραφείς εκφράζονται με αυτοσαρκασμό για το έργο και την εποχή τους, όπως ο Άμος Όζ, που παραδέχεται πως όταν γράφει τα βιβλία του ο νους του πηγαίνει καμιά φορά στους ανθρώπους που δεν έχουν ακόμα γεννηθεί: «Σκέφτομαι ποια άραγε γνώμη θα έχουν για μας, αν τύχει να μας διαβάσουν. Αν θα μας αγαπήσουν ή αν θα μας αντιμετωπίσουν ως τους απόλυτους ηλίθιους». Ή παραδέχονται με συγκινητική ειλικρίνεια τους λόγους που τους ωθούν στη γραφή, όπως ο Ταμπούκι: «Ίσως περισσότερο η αίσθηση ότι η πραγματικότητα δεν είναι ποτέ αρκετή. Είναι η διάθεση να πλάσεις μια άλλη πραγματικότητα. Είναι ότι η ίδια η ζωή δεν είναι αρκετή για τους συγγραφείς. Γράφουμε κυρίως επειδή η ζωή δεν μας αρκεί».

Πλήρης τίτλος: Οι κεραίες της εποχής μου. Ταξιδεύοντας με 33 διάσημους συγγραφείς σ’ ένα δωμάτιο, εκδ. Καστανιώτη, 2012, σελ. 589.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 31 (Φθινόπωρο 2012).

Στις εικόνες: John Banville, Antonio Tabucchi, Paul Auster, Javier Cercas, Harry Mulisch, José Saramagu, Hans Markus Enzersberger, Martin Walser, Niccolò Amaniti, Amos Oz.

03
Σεπτ.
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 100. Μαρία Γιαγιάννου

Θα μας συνοδεύσετε ως τη θύρα των δυο βιβλίων σας;

Η θύρα του «Ταξιδιώτη του Άλλοτε» (εκδ. Κάκτος, 2006) είναι ελαφριά σαν σεντόνι. Εύκολα κανείς την παραμερίζει, εισέρχεται και εξέρχεται. Πρόκειται για μια συλλογή έμμετρων διηγημάτων, όπου ανασυνθέτω τρεις λαϊκούς θρύλους της ελληνικής προφορικής παράδοσης. Κατάλληλο για τους λυρικούς βουκόλους και τους λάτρεις της δημοτικής στιχοπλοκίας.

Η θύρα της «Μελανίππης» (εκδ. Σμίλη, 2012) είναι μάλλον από ξύλο μαύρης πεύκης, ήτοι πρόκειται για πόρτα στιλπνή και βαριά, την οποία επιπλέον πρέπει να κρούσεις από μέσα προς τα έξω για να ανοίξει. Στο μικρό αυτό μυθιστόρημα, η ηρωίδα ζει έγκλειστη εξαιτίας μιας καταλυτικής σωματικής δυσμορφίας, η οποία δεν της επιτρέπει να ρισκάρει την πλήρη ορατότητα. Διακυβεύεται η ανθρωπινότητά της. Το βιβλίο είναι κατάλληλο για γλωσσολάγνους και για όσους αποφεύγουν το φτηνό φως όσο και τη μόδα του σκοταδισμού.

Γράφετε πεζογραφία και θέατρο. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δυο; Πότε επιλέγετε το ένα αντί του άλλου;

Είμαι και στα δύο άπειρη (μακάρι και με τις δύο έννοιες). Ναι, θα ήθελα να πετύχω μια καλή ισορροπία, που να μου επιτρέπει να χρησιμοποιώ το ένα προς όφελος του άλλου (π.χ. με μια οικονομημένη ένθεση προφορικότητας στην πεζογραφία και ποίησης στον θεατρικό λόγο) και προς όφελος ενός απαιτητικού κοινού. Ίσως το θέατρο να είναι μια δυσκολότερη υπόθεση, όχι απαραιτήτως από συνθετικής άποψης, αλλά από πρακτικής, όπως κάθε ομαδική δουλειά. Επίσης μια (γοητευτική) δυσκολία είναι ότι η συγγραφή θεάτρου σε τοποθετεί ένα βήμα μπροστά μέσα στον Χρόνο. Το θεατρικό Παρόν δεν είναι η στιγμή που γράφεις, αλλά η στιγμή της παράστασης. Τώρα, τα κίνητρα της επιλογής μεταξύ των ειδών είναι διαφορετικά. Θέατρο γράφω όταν θέλω να «παίξω»˙ με τοποθετεί νοερά στη σκηνή, μου ανοίγει δρόμους επισφαλούς μα σπαρταριστής επικοινωνίας με τον φανταστικό ακροατή, και (να πω την αμαρτία μου) μου δίνει την ευκαιρία να γράφω ατακαριστούς διαλόγους. Μια καλή ατάκα είναι τρομερό πράγμα όταν ειπωθεί σωστά. Η πεζογραφία πάλι είναι άλλο πράγμα˙ στον παράλληλο κόσμο όπου είμαι σαλιγκάρι, είναι το σπίτι μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Μολονότι μάλλον έχω μόλις απαντήσει, πρέπει να παραδεχτώ ότι ο πιο πηγαίος μου τρόπος συγγραφής είναι ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος. Όχι όμως και ο αγαπημένος μου. Κάποιες ιδέες χρειάζονται μεγαλύτερη ελευθερία, χώρο και χρόνο. Στην πραγματικότητα, πάντως, κάτω από κάθε πεζή μου φράση διαισθάνομαι μια καταπιεσμένη ρίμα.

Παγιδεύω τις ιδέες σε όποιο μέρος είναι εύκαιρο. Συνήθως στο σημειωματάριό μου, σε ποστ-ιτ, καμιά φορά τις ηχογραφώ στο κινητό. Όσες ιδέες αποσπαστούν αλώβητες απ’ την παγίδα, μπορεί να γίνουν οτιδήποτε: διήγημα, ποίημα, μονόπρακτο, δοκίμιο, φιλί. Μπορεί και να μείνουν ιδέες.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Καμιά σπουδαία τελετουργία. Γράφω κι επιστρέφω διαρκώς σε όσα έγραψα από τον πρωϊνό καφέ μέχρι το απογευματινό τσάι. Δεν δουλεύω βράδυ. Όχι, δεν μπορώ να ακούσω μουσική όσο γράφω ή διαβάζω. Το προσπάθησα, αλλά παλεύω διπλά να μείνω συγκεντρωμένη και καταλήγω να την αντιπαθώ. Δεν έχω καλλιεργημένη μουσική παιδεία, όμως η ιδιοσυγκρασία μου και οι περιστάσεις με έχουν κάνει να αγαπήσω το φλαμένκο, τα blues και την Μαρία Κάλλας. Απολαμβάνω επίσης τον Χατζιδάκι και τα ρεμπέτικα. Με χαλαρώνει η κλασική τζαζ και η σόουλ. Συγκινούμαι εξίσου με τις χρωματιστές ταραντέλες και με τον γκρίζο κύριο Μέρτενς.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των γραπτών σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Χωρίς δεύτερη σκέψη, η Μελανίππη. Κάποιο βράδυ ένιωσα μια μικρή αγωνία, μια σταλιά από εκείνο που φαντάζομαι ότι ένιωθε ο Ουίλλιαμ Μπλέικ όταν επισκέπτονταν άγγελοι το περβάζι του παραθύρου του και τον ενέπλεκαν σε οραματικές συγκινήσεις. Η Μελανίππη ήρθε στο τότε μικρό μου πατάρι και φάνταζε πολύ μεγάλη και τρομερή. Νομίζω ότι πάντα θα με ακολουθεί.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Μια εποχή πήγαινα κάθε Παρασκευή στις 14:30 σε ένα συγκεκριμένο καφέ στο Γκάζι (μετά την τότε βασική δουλειά μου), έτρωγα τη σούπα της ημέρας και έγραφα ένα μονόπρακτο. Ανεξαρτήτως καλλιτεχνικού αποτελέσματος ήμουν πολύ ικανοποιημένη με αυτή τη μικρή ρουτίνα.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μμμμ… σε ανάκατη σειρά: Χένρι Τζέημς, “the Master”. Ο Ντοστογιέφσκι. Ανέκαθεν και ες αεί. Ο Σαίξπηρ. Για την απλότητα και το βάθος του. Η Άντζελα Κάρτερ. Αισθησιακή, στοχευμένη, με χιούμορ. Ο Τσέχοφ. Τα είπε όλα, αυτός ο βαρύ-γλυκός. Ο Πίντερ, λιτός και παιχνιδιάρης. Ο Ζενέ. Σκοτώνει. Ο Σκαρίμπας. «Μείνε ημιόχις/ημιναινές/- κράτα ημιπόζα/ Έσω ημίβλεπτος/ ημιαν-φάς/ και -τότε- τέλεια/ η φήμη θάρτει σου/ σαν μια Κυρία/ ημιμιμόζα/ λίγον τι κρύα/ και λίγον μπλάβη/ από τα γέλια…». Μην ξεχάσω τον Καρούζο μας.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ουδείς μπορεί να αναμετρηθεί με τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι. Ωστόσο, πρώτη μου αγάπη είναι τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μάρκες. «Το στρίψιμο της βίδας» του Τζέημς είναι ένα υπαινικτικό αριστούργημα. «Το ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Σελίν είναι ένα σιχαμένο αριστούργημα. Το «Moderato Cantabile» της Ντυράς, μια μελαγχολική σονάτα. Αγαπώ πολύ το «Duende» του Λόρκα, γιατί μου έδωσε αυτή την υπέροχη λέξη.  Ο «Θωμάς ο Σκοτεινός» του Μπλανσό, ένας αγώνας ελεύθερης κολύμβησης στον Υπαρξισμό. «Ο ρινόκερος» συμπυκνώνει τη σοφία και το χιούμορ του Ιονέσκο. «Το σόλο του Φίγκαρο» του Σκαρίμπα κάποτε με μάγεψε. Ο «Πλους αεροστάτου» του Εμπειρίκου, μια πάλη ψυχανάλυσης και αισθησιασμού. Με την «Κασσάνδρα και το λύκο» της Καραπάνου ζήλεψα˙ πρόκειται για ένα χαριτωμένο φονικό και δεν διαπράττει εύκολα κανείς κάτι τέτοιο. Θα αναφέρω και το βιβλίο φιλοσοφίας των μέσων «Το σύμπαν των τεχνικών εικόνων» του Βίλεμ Φλούσερ που θεώρησα αποκαλυπτικό όσον αφορά στο πέρασμά μας σε μια ψηφιακή μορφή συνείδησης. Αγαπώ φετιχιστικά και διάφορα βιβλιαράκια τσέπης με συλλογές έργων τέχνης. Επίσης, το πορτοκαλί βιβλίο «Παραμύθια του Λαού μας» απ’ όπου μου διάβαζε ιστορίες ο πατέρας μου.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Τα κυκλικά ερείπια» του Μπόρχες. Το «Ουίλιαμ Ουίλσον» του Πόε. «Ο παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ» του Τσβάιχ. Η «Grande Malade» της Τζούνα Μπαρνς. «Η νύφη του τίγρη» της Άντζελα Κάρτερ. «Το αηδόνι και το τριαντάφυλλο» του Όσκαρ Ουάιλντ. «Η καταδυομένη Αφροδίτη» του Νάσου Θεοφίλου. Οπωσδήποτε και άλλα που τώρα μου διαφεύγουν.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Φυσικά. Ευτυχώς είναι πολλοί. Θα αναφέρω το βιβλίο που διάβασα πιο πρόσφατα. Ο «Αέρας Αύγουστος» του Κώστα Κουτσουρέλη (των εκδόσεων Περισπωμένη) είναι μια θεσπέσια ποιητική συλλογή˙ κάθε στίχος είναι μια διαπεραστική ριπή κομψότητας και χαρμολύπης.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο πρίγκιπας Μίσκιν. Ο Ντοστογιέφσκι γέννησε έναν ήρωα που αντιπροσωπεύει το απόλυτο καλό. Το κακό (ακριβώς λόγω της προφανέστερης γοητείας του) είναι τρομερά κοινό. Βέβαια, πιθανότερο είναι να βρούμε τον Άνθρωπο (όταν διερευνά τα όριά του) εκεί που ο Μίσκιν συναντάει τον Μαλντορόρ. Βέβαια εκείνο το πεδίο θα ήταν τόσο αιματηρό, ώστε συνήθως οι άνθρωποι προτιμούμε να πλατσουρίζουμε σε έλη κοινοτοπίας. Επίσης, η Νόρα του Ίψεν κατάφερε να βγει απ’ το κουκλόσπιτο της συνήθειας, γι’ αυτό την θαυμάζω απεριόριστα.

Πώς βιοπορίζεστε;

Από τα βιβλία μου. [Γέλια] Λοιπόν, όχι, δεν έχω καμία τέτοια προσδοκία. Είμαι υπεύθυνη για την οργάνωση και την επιμέλεια πολιτιστικών εκδηλώσεων σε ένα χαριτωμένο καφεθέατρο και όπου αλλού με εμπιστεύονται και με εμπνέουν.

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας;

Σπούδασα επικοινωνία και ΜΜΕ, πολιτιστική διαχείριση και στο ενδιάμεσο φιλοσοφία τέχνης (για ένα διδακτορικό που εγκαταλείφθηκε). Κάποιες νύξεις θεωρίας των μέσων και της αισθητικής που βρίσκει κανείς στη «Μελανίππη» (μα είναι πολύ νωρίς ακόμα για να προβλέψω την τροπή που θα πάρει το παιχνίδι των επιδράσεων στο μέλλον), νομίζω προέρχεται από τις σπουδές. Από την άλλη, όποιο ενδιαφέρον μου σχετίζεται με την τέχνη, την αισθητική και τα ζητήματα του οπτικού πολιτισμού, μάλλον έχει τις ρίζες του στο οικογενειακό περιβάλλον.

Ασχολείστε και με την επιμέλεια εκθέσεων. Περί τίνος πρόκειται;

Η πείρα μου στο να παρακολουθώ στησίματα και επιμέλειες εκθέσεων είναι πολύ μεγαλύτερη από το να τις οργανώνω η ίδια. Είναι μια απαιτητική δουλειά που αποσκοπεί στην γοητευτική προβολή του εικαστικού έργου και το άνοιγμα εκείνου του δρόμου που προσφέρεται στον θεατή, ώστε να περάσει σε ένα νέο σύμπαν. Αδρά, επιμέλεια σημαίνει: επιλογή των καλλιτεχνών και του θέματος (σε κάποιες περιπτώσεις), θεωρητικός ιστός, γενικός τίτλος, κείμενα και τον άθλο του στησίματος. Για ορισμένους υπερμοντέρνους επιμελητές σημαίνει να επιλέγουν εκθέματα εκ των οποίων το κάθε ένα λειτουργεί ως ένα λειψό γράμμα της αμφαβήτου, σύμφωνο ή φωνήεν, που μόνο του δεν λέει τίποτα αλλά μαζί με τα άλλα φτιάχνει τη φράση που έχει ο επιμελητής στο μυαλό του. Κλασική περίπτωση βλάβης.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το Κουκούτσι, για την συνολικά ποιοτική του παρουσία και ο Μανδραγόρας, διότι είναι ίσως το μόνο λογοτεχνικό περιοδικό που ενδιαφέρεται τόσο για τα εικαστικά.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Μια αναπάντεχη δυσλεξία με έκανε εκεί που λέτε «να γράψετε μια μονογραφία» να διαβάσω «να πράξετε μια μονομαχία». Υποθέτω όμως ότι πάνω-κάτω είναι το ίδιο. Αυτή η ερώτηση παραμένει δύσκολη [λέει και πάει να βάλει καφέ, επιστρέφει, ανάβει τσιγάρο, σκέφτεται να πει τη Μαρία Κάλλας, αλλάζει γνώμη… έχει ήδη συν-γράψει ένα θεατρικό με την Αλεξάνδρα Κ*]. Ίσως να έγραφα για την αισθητική θεωρία του Χένρι Τζέημς ή για τον ανθρωπιστή Αντόν Τσέχοφ. Ίσως πάλι μια μονογραφία για το Νάσο Θεοφίλου, που λείπει από τα ελληνικά γράμματα. Ωστόσο, αν δεν είχαν όλα πολλαπλώς γραφτεί, μάλλον θα προτιμούσα κάποιον μεγάλο ζωγράφο του μοντερνισμού. Προτιμώ να αναλύω την εικόνα απ’ ότι τον λόγο. Σκέφτομαι ότι πριν πολλά χρόνια σ’ αυτή την ερώτηση θα απαντούσα χωρίς δεύτερη σκέψη τη Μέριλιν Μονρόε. Εξακολουθεί να με δελεάζει. Τα ευάλωτα idols έχουν πολύπλευρο ενδιαφέρον. Ίσως πάλι να έγραφα για τον Μάικλ Τζάκσον. Με ενδιαφέρει η ψυχοπαθολογία του, η σχέση του με τα μίντια, το σύνδρομο του Πήτερ Παν και το γεγονός ότι ήταν ένας ανατριχιαστικά καλός χορευτής. [Θεέ μου, πόσο μεταμοντέρνα απάντηση]

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Η τελευταία ταινία που μου άρεσε ήταν «Το λιμάνι της Χάβρης» του Καουρισμάκι. Το κίτρινο φουστάνι με τα λουλουδάκια, η τρυφερότητα του ήρωα, ο βαρύς λιμανίσιος αέρας. Πριν από τη Χάβρη, ενθουσιάστηκα με «Το δέρμα που κατοικώ» του Αλμοδόβαρ. Έγραψα και κάτι σχετικό. Τι τέλειο σοκ, τι ανελέητη κιτς πληθώρα. Τρελαίνομαι με τα αλμοδοβαρικά κόλπα. Θέατρο; Ναι, φυσικά παρακολουθώ. Και τα πειραματικά και τα σίγουρα. Ο Βογιατζής είναι δάσκαλος και τον παρακολουθώ πάντα. Το «Ύστατο Σήμερα» του Μπάρκερ που ανέβασε πρόπερσι μου άρεσε περισσότερο από το περσινό «Θερμοκήπιο» του Πίντερ. Επίσης το «Αλάρμ» του Τερζόπουλου ήταν συγκλονιστικό. Στην παράσταση εκείνη ενσωμάτωσε ήχο, εικαστικά ευρήματα και θεατρικό λόγο σε ένα ερέθισμα υψηλής αισθητικής. Πιο πολύ όμως με εμπνέει ο σύγχρονος χορός. Πέρσι στο φεστιβάλ Αθηνών ήρθε ξανά η Μαγκί Μαρέν… σύνθετες μετα-χορογραφίες και τρελά ταμπλώ βιβάν. Δεν σταματάς να επεξεργάζεσαι.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Την «Άντα» του Ναμπόκοφ και κυριολεκτικά διαβάζω σταγονομετρικά τις τελευταίες εβδομήντα σελίδες, μη μου τελειώσει. Ο συναισθητικός μάγος της λογοτεχνίας έγραψε. Ο έρωτας νικά.

Τι γράφετε τώρα; 

Γράφω ένα ποίημα με πρόσκαιρο τίτλο «Μελέτη χωροχρόνου και πλάγιου ίππου» και ξανακοιτάζω το θεατρικό μου «Εκτός Εαυτού» μήπως το ανεβάσω το χειμώνα.

Τι περιλαμβάνει το ιστολόγιό σας; Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν και το διαδικτυώνεσθαι;

Η «Γραπτομηχανή» περιλαμβάνει κυρίως αναλύσεις πολιτισμικών φαινομένων και ζητημάτων του οπτικού πολιτισμού (αναδημοσιευμένα δοκίμια), με αφορμή εικαστικές εκθέσεις, κινηματογραφικές ταινίες και βιβλία, κάποια χρονογραφήματα, καθώς επίσης και πληροφορίες για το μικρό έργο μου.

Το Διαδίκτυο είναι μια διαβολεμένα χρήσιμη μηχανή. Φοβάμαι ότι η τεχνητή εξασφάλιση του παρελθόντος και η εύκολη άντληση πληροφοριών (από αυτή τη δεξαμενή μνήμης που επεκτείνεται και καταλαμβάνει σταδιακά το υπέδαφος της αναλογικής επικράτειας του κόσμου, την οποία τροφοδοτεί ακατάπαυστα) είναι αντιστρόφως ανάλογη με την δίψα για βαθιά γνώση.

Το φέισμπουκ είναι η νέα Εκκλησία του Δήμου (και του δήμιου, αν λάβεις υπόψιν σου τις εικονικές κατραπακιές που αλληλοκαταφέρνουν οι άσπονδοι «friends»). Μεγάλη εξάρτηση οι μηχανές. Έχει πλάκα να παρακολουθείς τον εαυτό σου να διαφθείρεται. Είναι ανάμικτο είδος τα σόσιαλ μίντια. Καλό και κακό όπως και ο χρήστης τους. Μας έχει βάλει όλους να παράγουμε σκέψεις μόνο και μόνο για να τις μοιραστούμε, μας οδηγεί να στενεύουμε (αλλά και ορίζουμε) την ταυτότητά μας. Συγκεκριμένα το φέισμπουκ, κατά τη γνώμη μου, είναι το πιο ενδιαφέρον μέσο ενημέρωσης. Σου λένε τα νέα οι άνθρωποι που έχεις επιλέξει. Δεν πιστεύω ωστόσο πως το Διαδίκτυο είναι τόσο δημοκρατικό όσο πολλοί ισχυρίζονται.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Όχι συστηματικά. Όταν το κάνω, κάθε μέσο με εξυπηρετεί.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

ΚΤΕΛ Αθήνα-Τρίπολη/ Βιβλίο «Λολίτα»/ Εγώ δεκαεφτά ετών, ένας σαραντάρης με την κόρη του (;), περίπου δέκα ετών, με πλευρίζουν και προσπαθούν να με δελεάσουν να πάω μαζί τους στην Αυστραλία. Ευτυχώς ο Ναμπόκοφ ήταν αρκετά ισχυρό αντικίνητρο. Και η ορεινή Αρκαδία επίσης.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ανυπερθέτως [λέει ματαιόδοξα. Σύντομα μετανιώνει με αίσθημα πανικού.] Δηλαδή δεν θα μπορούσα να διαβάσω ή να γράψω τίποτα κατά τη διάρκεια της αιώνιας νιότης μου; Δηλαδή το αιωνίως αρυτίδωτο μέτωπό μου δεν θα ταρασσόταν ποτέ από «έναν έρωτα του Σουάν»; Ό,τι θα κατέβαινε στο μυαλό μου θα έμενε για πάντα εκεί ή θα εξανεμιζόταν προφορικά; [Το ενδεχόμενο τώρα τής φαίνεται φριχτό] Λοιπόν, ας πούμε ότι δέχομαι τη συναλλαγή αφού περάσω τα εξήντα, αφού γράψω ένα παγκόσμιο αριστούργημα και αφού διαβάσω και τους εφτά τόμους του Προυστ. Γίνεται;

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Η αυθεντική χαρά.

Στις εικόνες, εμπνευστές και συνοδοιπόροι: Fiodor Dostoevsky, Henry James, Γιάννης Σκαρίμπας, Harold Pinter, Angela Carter, Jean Genet, Anton Chekhov, Κάτοικος Δέρματος, Vladimir Nabokov, Νίκος Καρούζος, Ξύλινο Αλογάκι.




Σεπτεμβρίου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930

Blog Stats

  • 1.046.885 hits

Αρχείο