Αρχείο για Ιουνίου 2013

29
Ιον.
13

Νεφέλη Δημελή – Στεγνό στόμα

1Μαύρα παραμύθια για λευκές ψυχές

Η λίμνη της δειλίας δεν αποτελούσε μόνο ονειρικό στοιχείο. Υπήρχε. Η δειλία ήταν μία κολλώδης λιπαρή ουσία που κυλούσε στο αίμα των δειλών ανθρώπων. Αυτή η ουσία σύμφωνα με επιστημονικές έρευνες χρόνων, κώλυε τον δειλό απ’ τα να πάρει έσω και μία θαρραλέα απόφαση. Αν λοιπόν ξεζούμιζε κάποιος πολλούς δειλούς, τότε αποκτούσε πολλά φιαλίδια με την ουσία της δειλίας. Η αναλογία, σύμφωνα με ένα ειδικό άρθρο με τίτλο «Συνταγές και εναλλακτικοί τρόποι διεξαγωγής ενός πολέμου», που είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα της κυβέρνησης ήταν ένα φιαλίδιο ανά τέσσερις δειλούς.

Οι Γεύσεις πολέμου ξεκινούν ως STEGNO STOMA_ASTROTHIRASσυλλογική διήγηση κάποιων που αναζητούν τόπο σωτήριο ή έστω επιβιωτικό, εν μέσω πολέμου και λιμού. Εκείνος που κάθε φορά αναχωρεί από την υπόγεια προσωρινή κατοικία τους προς αναζήτησή του αποχαιρετάται με δισταγμό και αβεβαιότητα προτού τον καταπιεί η σιωπή, η άμεση και η οριστική.  Οι έγκλειστοι παραμένοντες ορμούν στα σώματα των νεκρών τους και σταματούν μετά από λίγες δαγκωνιές. Ο καθένας βλέπει στον άλλον τον κανίβαλο εαυτό του – καθρέφτη του. Όταν λίγο προτού αποφασίσουν ποιος θα είναι ο επόμενος για τα επικίνδυνο ταξίδι, ο αφηγητής αποκοιμιέται και ονειρεύεται τις τρισδιάστατες πόλεις να έχουν «μετατραπεί σε χάρτινη ασπρόμαυρη ζωγραφιά, φτιαγμένη από χέρι ατάλαντου παιδιού» και την δειλία να είναι διαδεδομένη παντού, όπως και στον αληθινό κόσμο.

Αυτή η ουσία ήταν αφάνταστα χρήσιμη. Ύστερα από πειράματα αποδείχτηκε ότι, αν χρησιμοποιούνταν ως ενέσιμο εμφύτευμα στα σώματα των υπερβολικά γενναίων, που με τον αυθορμητισμό τους μπορούσαν να προκαλέσουν κακό στους άλλους και στον εαυτό τους – και ξέρουμε πόσο χρήσιμοι είναι οι γενναίοι σε καιρό πολέμου -, τότε μειωνόταν η μεγάλη τους ανάγκη για περιπέτεια, τουλάχιστον όταν δεν χρειαζόταν. Όμως, η χορήγηση της ενέσιμης δειλίας έπρεπε να επιβλέπεται από εμπειρογνώμονες, να είναι τόση ώστε ο γενναίος να παραμείνει γενναίος. Αν γινόταν κάποιο λάθος κι ο γενναίος γινόταν ολότελα δειλός, τότε έπρεπε να ξεζουμιστεί, ώστε η δειλία του να μην πάει χαμένη.

loneliness1Το χτίσιμο ενός εργοστασίου παραγωγής δειλίας σε μια θεοσκότεινη πόλη και η δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης δειλών ανθρώπων είναι γεγονός, ενώ οι δειλοί φυσικά φοβούνται να βοηθηθούν από τις ανθρωπιστικές οργανώσεις. Ίσως σε κάποιο επόμενο πόλεμο να εξαφανιστεί και το τελευταίο φιαλίδιο, με αποτέλεσμα «να ξεχαστεί ένα κομμάτι Ιστορίας – προκειμένου να επαναληφθεί».

Στο «Μαύρο νερό» η Αργεντινή Εσπεράνζα μεγαλώνει σ’ ένα ορφανοτροφείο που έχει τόσο στενούς διαδρόμους, ώστε κάθε φορά που τους διέσχιζε ο εύσωμος μάγειρας τραβούσε σαν μαγνήτης τη σκόνη από τους τοίχους. Ο χρόνος δεν είναι ποτέ με το μέρος της, ούτε βέβαια η βίαιη διεύθυνση, αλλά το μικρό κορίτσι θα οδηγηθεί στην αλήθεια του χορού, στην θητεία σε μια Ακαδημία και σε μια περιπετειώδη πορεία που καταλήγει σε μια παλιά πηγή νερού, καλυμμένη με μούχλα και σε μια ψυχιατρική κλινική.

3268259141_389c7c6ab7_z 1Αμέσως μετά, μια παχύσαρκη γυναίκα με όμορφες κόκκινες φακίδες στο πρόσωπο, με άρπαξε αδέξια και με τοποθέτησε πάνω σε ένα παγωμένο τραπέζι. Εκεί άρχισε να με καθαρίζει, και δεν ήθελα. Λάτρευα την κακοσμία του σώματός μου μέχρι εκείνη τη στιγμή, μια παράξενη οσμή από αίμα και υγρά. Ωστόσο, παρά τη θέλησή μου, εκείνη συνέχισε να με πλένει κι εγώ, το έμβρυο, πιο καθαρό από ποτέ, μουρμούρισα κάτι από θυμό. Και μόλις το έκανα οι άνθρωποι στο δωμάτιο γέλασαν, μπροστά στην προσπάθειά μου να μιλήσω. Είτε δεν είχα την ικανότητα να τους πείσω πως ένιωθα δυσαρέσκεια είτε αυτοί δεν ήταν ικανοί να με καταλάβουν. Συνειδητοποίησα ότι κάθε καινούργια μου προσπάθεια να επικοινωνήσω με ανθρώπους θα ήταν χαμένος κόπος.

Η παραπάνTaras Andriychuk The-Difficult-Age1ω φωνή ανήκει σ’ ένα έμβρυο που θυμάται τα πάντα, αρχής γενομένης με την αποκοπή της συνοχής με την μητέρα του, και συνεχίζει να μονολογεί στα δεκατρία του, για την αναστάτωση που προκάλεσε στην μητέρα του εξαφανιζόμενο για τρεις βδομάδες ακολουθώντας μια ομάδα νατουραλιστών σε μια άβατη παραλία, ζώντας «μερόνυχτα σπουδαίων αποκαλύψεων», εισπράττοντας, ως αντάλλαγμα, την μητρική σιωπή ενός χρόνου. Και κάπου εκεί ένας έρωτας με την Άλις και μια έλλειψη δημιουργούν δυο μισά του εαυτού της, πλασματικά, φαντασιακά, υπαρκτά (««Αιωρούμενο μισό»).

photo2Και οι υπόλοιπες πέντε ιστορίες της Δημελή (γεν. 1977) έχουν ως ήρωες παιδιά ως και έμβρυα ή μωρά που βρίσκονται ανυπεράσπιστα σε έναν κόσμο που αντιλαμβάνονται πλήρως, από τα πρώτα δευτερόλεπτα και με όλες τους τις αισθήσεις. Εκεί αντιμετωπίζονται συνήθως ως ανεπιθύμητα ή «δυσοίωνα», όπως είναι και το παρανόμι του Τζέικομπ στο φερώνυμο κομμάτι. Οι περιπτώσεις ιδίως των βρεφών είναι ιδιαίτερα υποβλητικές – η τελευταία φορά που θυμάμαι ανάλογες διηγήσεις είναι στην Μεταφυσική των σωλήνων της Αμελί Νοτόμπ. Οι ενήλικες αδυνατούν να φανταστούν πως αυτοί οι παρθένοι οργανισμοί αντιλαμβάνονται τα πάντα και επιθυμούν ακόμα περισσότερα. Όσο κι αν αυτοί οι εκκολαπτόμενοι ήρωες αναζητούν μια σωτήρια στην μουσική, τον χορό, την φαντασία ή την μαγεία, η διαδρομή θα τους προδώσει. Η πορεία τους θα είναι προδιαγεγραμμένη, η υπέρβαση των ορίων τους δραματική. Το τέλος θα τους βρει ακόμα και μέσα στην υπερβατικότητα ή την υπερφυσικότητα, ως πεζή πραγματικότητα. Αφήνοντάς μας την αίσθηση ενός φευγαλέου βλέμματος στον δικό τους ή στον παραπέρα κόσμο και τον απόηχο μαύρων παραμυθιών για λευκές ψυχές.

Εκδ. Χαραμάδα, 2012, σελ. 98. Σκίτσα εξωφύλλου και εικονογράφησης: Tomasz “Tome” Trafial. Η πρώτη εικόνα της ανάρτησης είναι δική του και συνοδεύει τον Αστροθήρα. Τα αποσπάσματα από σελ. 20, 20 και 28.

28
Ιον.
13

Λουίς Σεπούλβεδα – Η σκιά του εαυτού μας

coverΤα κουρέλια πολεμούν ακόμα

Σχεδίαζαν να παρατείνουν τη φιλία τους και να τη διατηρήσουν αλώβητη με τα χρόνια, αλλά υπήρξαν και σύντροφοι, συμπολεμιστές στον αγώνα για να γίνει η χώρα ένας τόπος αν όχι καλύτερος, τουλάχιστον όχι τόσο απαυδισμένος, ώσπου ήρθε εκείνο το βροχερό πρωινό του Σεπτεμβρίου, κι απ’ το μεσημέρι τα ρολόγια άρχισαν να δείχνουν ώρες άγνωστες, ώρες δυσπιστίας, ώρες που οι φιλίες εξανεμίζονταν, αφήνοντας πίσω τους μονάχα τον έντρομο θρήνο των χηρών και των μανάδων. Η ζωή γέμισε με μαύρες τρύπες που βρίσκονταν παντού: κάποιος κατέβαινε στο σταθμό του μετρό και δεν ξανάβγαινε ποτέ, κάποιος έμπαινε σ’ ένα ταξί και δεν έφτανε ποτέ στο σπίτι του, κάποιος έλεγε πως λαχταρούσε μια άσπρη μέρα και τον έτρωγε το μαύρο σκοτάδι. [σ. 51]

109169887613hjΑκόμα και οι σκέψεις του Λόλο Γκαρμενδία είναι κοινές και συντροφικές μ’ εκείνες των άλλων δυο φίλων του, του Κάτσο Σαλίνας και του Λούτσο Αρανσίβια. Λίγο νωρίτερα ο Σαλίνας έχει βρει καταφύγιο σ’ ένα ελεεινό κοτοπουλάδικο μέχρι να κοπάσει η βροχή, συνομιλώντας με τον πωλητή. Το Σαντιάγο με βροχή δεν θα μπορούσε να είναι πιο θλιβερό, ειδικά αν σκέφτεται κανείς πως η φράση «βρέχει στο Σαντιάγο» ήταν το πραξικοπηματικό σύνθημα των φασιστών που σκοτείνιασαν τη χώρα στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973. Σ’ αυτό το παράπηγμα οι δυο άντρες κοιτάζονται φευγαλέα στα μάτια κι ανακαλύπτουν «τα ίδια φαντάσματα, το ίδιο ιστορικό γλαύκωμα που τους επέτρεπε να βλέπουν παράλληλες πραγματικότητες ή να διαβάζουν τη ζωή σε δυο αφηγηματικές γραμμές, καταδικασμένες να μη συναντηθούν ποτέ: αυτήν της πραγματικότητας κι εκείνην των επιθυμιών. Οι ναυαγοί απ’ το ίδιο πλοίο διαθέτουν μια έκτη αίσθηση που τους επιτρέπει να αναγνωρίζονται – όπως οι νάνοι».

11356734_e451ced8b8_zΟ τρίτος της παρέας, ο Λούτσο Αρανσίβια στο υπόστεγο με τους τεχνίτες ονειρεύεται σταυρόλεξα γεμάτα με λέξεις της δικής τους άγραφης Ιστορίας όταν του χτυπάει την πόρτα ο Σαλίνας. Οι δυο άντρες δεν είναι πια νεολαίοι· η νεολαία έχει διασκορπιστεί σε χιλιάδες σημεία, κουρελιασμένη απ’ τα ηλεκτροσόκ στις ανακρίσεις, θαμμένη σε μυστικούς τάφους που έβγαιναν στο φως σιγά σιγά, σε χρόνια φυλακής, σε ξένα σπίτια χωρών ακόμα πιο ξένων, σε ομηρικές επιστροφές από το πουθενά, κι απ’ αυτήν δεν είχαν μείνει παρά ύμνοι του αγώνα που κανείς δεν τραγουδούσε πια, γιατί οι κύριοι του παρόντος αποφάσισαν πως στη Χιλή δεν υπήρξα ποτέ νέοι σαν αυτούς, δεν τραγουδήθηκε ποτέ το Joven Guardia…. [σ. 29]

IMG_2950[1]Κάπου στην ίδια πόλη ένα πικ απ Dual για 33ρια αλλά και τα θρυλικά 78άρια από ανθρακίτη εκτοξεύεται από ένα παράθυρο χτυπώντας έναν τυχαίο περαστικό, μαζί με τις Ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής του Εδουάρδο Γκαλεάνο· άτυχος νεκρός ο Πέδρο Νολάσκο Γκονσάλες, ο υπεύθυνος για την επανασύνδεση των παλιών επαναστατών τριάντα πέντε χρόνια μετά. Ο Νολάσκο δεν σταμάτησε να ενεργεί ούτε ως εξαφανισμένος: επιτέθηκε σ’ ένα εκτροφείο βιζόν στην Παταγονία κι ελευθέρωσε δυο χιλιάδες ζώα, «αξίας» εκατοντάδων χιλιάδων πέσο, που ανακατεύτηκαν με την τοπική πανίδα κι έχασαν κάθε αξία· άλλη φορά ανατίναξε ένα φράγμα αφήνοντας να δραπετεύσουν χιλιάδες σολομοί.

405616499_640Ήταν κάποιος που είχε μόλις επιστρέψει από την εξορία, ένας άνδρας που είχε ζήσει δεκαπέντε χρόνια στην Πράγα, και στην υπεράσπισή του ισχυρίστηκε πως το περιστατικό είχε συμβεί στη γειτονιά του, πως μια ζωή αυτός ο δρόμος πήγαινε από βορρά προς νότο, πως δεν ήξερα πότε του είχαν αλλάξει κατεύθυνση. Όσοι επέστρεφαν από την εξορία είχαν χάσει τον προσανατολισμό τους, η πόλη δεν ήταν πια η ίδια, έψαχναν τα μπαρ τους κι έβρισκαν κινέζικα μαγαζιά, στη θέση του φαρμακείου της παιδικής τους ηλικίας τώρα έστεκε ένα στριπτιζάδικο, το παλιό σχολείο είχε γίνει ναός των πεντηκοστιανών. Έτσι, απροειδοποίητα, τους είχαν αλλάξει τη χώρα. [σ. 74]

marcelo montecino prisoneras national stadium 1973Η επιστροφή των τριών από την εξορία είναι γεγονός, αλλά υπάρχει ποτέ τέτοια επιστροφή; Γιατί τελικά απ’ την εξορία δεν γυρίζεις, κάθε απόπειρα επιστροφής μια εξωφρενική απόπειρα να κατοικήσεις σε μια χώρα που φυλάς στη μνήμη σου. Όλα είναι ωραία στη χώρα της μνήμης….είναι μια χώρα αμετακίνητη, «σαν τη θηλή της Αγίας Θηρεσίας ή σαν μια ταινία του Ροζέ Βαντίμ». Αν η πρώτη ληστεία τράπεζας στην ιστορία του Σαντιάγο έγινε με προορισμό των χρημάτων για τους κολασμένους της γης και ο υπάλληλος τότε δε φοβήθηκε ούτε στιγμή, γιατί εκείνοι οι τύποι, όπως είπε, του είχαν εμπνεύσει περισσότερη εμπιστοσύνη απ’ ότι οι τακτικοί πελάτες της τράπεζας, τώρα ας γίνει η τελευταία ηρωική καταλήστευση των ληστών της Χιλής.

3905804583_2633456465_zΠολλοί άνδρες και πολλές γυναίκες που γνωρίζονταν, απαρνήθηκαν ο ένας τον άλλον σε μια επιδημία αναγκαίας και σωτήριας αμνησίας. Όχι· δεν τους ξέρω αυτούς τους τύπους που πήγαιναν φορτωμένοι σ’ ένα καμιόνι. Όχι· δεν την έχω ξαναδεί ποτέ αυτή τη γυναίκα που περιμένει στη γωνία. / Η λήθη ήταν επείγουσα ανάγκη, έπρεπε ν’ αλλάζεις πεζοδρόμιο και ν’ αποφεύγεις συναντήσεις, έπρεπε να κάνεις γρήγορη μεταβολή και να σβήνεις τα χνάρια σου. Κι όλα αυτά που ήταν φορτωμένα μέλλον, αμέσως δηλητηριάστηκαν με παρελθόν. [σ. 52]

Η τ11239093_9c028ba927_zραγωδία των Χιλιάνων έπαψε να συγκινεί όταν έπεσε η δικτατορία ενώ η χιλιανή  μεταπολίτευση πραγματοποιήθηκε με βάση το «γατοπαρδιανό» αξίωμα ότι όλα αλλάζουν για να μείνουν όλα ίδια. Ακόμα κι ένας σκεπτικιστής αστυνόμος συζητώντας με την υπαστυνόμο, αναρωτώμενος ποιοι δίνουν τις φονικές διαταγές από ψηλά, σκέφτεται πως όλα θα τα πει μια μέρα η Ιστορία, την μέρα ειδικά εκείνη όπου οι Χιλιανοί θα πάψουμε να ’μαστε χεσμένοι από το φόβο μας για το ίδιο μας το παρελθόν. Όμως το «Γραφείο» υπάρχει ακόμα: ένας παράλληλος οργανισμός ασφάλειαςμε σκοπό την εξόντωση των τελευταίων αριστεριστών που πίστευαν πως μπορούν να ρίξουν την κυβέρνηση με ένοπλο αγώνα, τώρα συνεργάζεται με βασανιστές που ιδρύουν εταιρείες σεκιούριτι. Και πλήθος φασιστικών καταλοίπων ζουν και βασιλεύουν, ενίοτε στις κοιλάδες του καθαρού αέρα, μακριά απ’ το «νέφος» του Σαντιάγκο.

11schileΥπάρχουν καλύτεροι στόχοι για τρεις αιώνια εξεγερμένους παλιόφιλους που δεν το βάζουν ποτέ κάτω; Υπάρχεις ιδανικότερη ηρωική έξοδος, για τρεις αγωνιστές που τώρα κοιτάζουν ξανά μπροστά, γνωρίζοντας πως δεν μπορούν να διορθώσουν πράγματα που έγιναν, αλλά πως μπορούν να προλάβουν πράγματα που θα γίνουν;  Αν κάποτε για τους νικημένους, η ζωή είχε μετατραπεί σ’ ένα στρώμα ομίχλης, στην καταχνιά των καταδικασμένων να συντηρούν με νύχια και με δόντια τις καλύτερες από τις αναμνήσεις τους, αυτά τα λίγα χρόνια ανάμεσα στο εξήντα οκτώ και το εβδομήντα τρία, σημαδεμένα μέρα με τη μέρα με το χαμόγελο της πιο στρατευμένης αισιοδοξίας [σ. 101], τώρα σημασία θα έχουν όχι οι μεγάλες ήττες αλλά οι μικρές νίκες. Ή όπως μουρμουρίζει ένας εξ αυτών, «είμαστε η σκιά του εαυτού μας και θα υπάρχουμε όσο θα υπάρχει φως»

Εκδ. Opera, 2009, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 147, με δωδεκασέλιδο λεξικό ελληνικών και εξελληνισμένων ονομάτων, τοπωνυμίων και τίτλων έργων και τρισέλιδο λεξικό ξένων και μη εξελληνισμένων ονομάτων και τίτλων έργων. [Luis Sepúlveda, La sombra de lo que fuimos].

Οι δυο πρώτες φωτογραφίες: Συλλήψεις στο Σαντιάγκο και συλληφθέντες στο Εθνικό Στάδιο της πόλης μετά το πραξικόπημα.  Στην τελευταία, ο Victor Jara τελευταίος δεξιά, στην πορεία του UP στο Σαντιάγκο στις 4 Σεπτεμβρίου 1973, μια βδομάδα πριν από το πραξικόπημα [φωτ. Marcelo Montecino].

4009424_8f2ff1e530_zΣημ.: Μιλώντας περί φασιστικών καταλοίπων: Στο βίντεο εισβολή στο γραφείο του Edwin Dimter Bianchi που  αναγνωρίστηκε από επιζώντες συγκρατούμενους του Victor Jara ως ο «El Príncipe», ο κύριος βασανιστής και δολοφόνος του. Για όσους δεν γνωρίζουν, είναι αυτός που έκοψε με τσεκούρι τα δάχτυλα του Βίκτορ Χάρα στο χιλιανό στάδιο, και του ζήτησε μετά να παίξει κιθάρα «για την π…την μάνα του». Είναι χαρακτηριστικό το κλαψούρισμά του ιδίως όταν κάθεται με τον πωπό πάνω στο γραφείο του με χέρια και πόδια ψηλά, ακριβώς όπως οι κατσαρίδες. Πάνω στον τρόμο του προστατεύεται με μια αφίσα του Victor Jara: ο ορισμός της απόλυτης ειρωνείας. Οι εισβολείς επιδεικνύουν ανωτερότητα, τον φτύνουν με τις λέξεις και αποχωρούν· άλλοι θα τον έβγαζαν στους δρόμους του Σαντιάγο, ώστε να μάθουν όλοι την ιδιότητα που έκρυβε τόσο γενναία όλα αυτά τα χρόνια. Κι άλλοι θα του έκαναν ακόμα χειρότερα. Υποθέτω θα το κατανοούσε, άλλωστε αυτός ήταν ο κόσμος του. Αυτό που θα του άξιζε όμως θα ήταν να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής τους μαζί με αυτούς, και ακριβώς όπως όλοι οι φτωχοί και κυνηγημένοι της χώρας.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

26
Ιον.
13

Σοφία Διονυσοπούλου – Η κόρη του ξενοδόχου

TELIKO KORHΚόρη φεύγουσα, γυναίκα ηλεκτρογόνα

Είναι στιγμές που τρέμουνε τον κόσμο τα κορίτσια. Τότε κάτι έρχεται και τα μεταμορφώνει. Και συνεχίζουν τη ζωή δαιμονισμένα. [σ. 49]

Η κόρη του ξενοδόχου εμφανίζεται και τρέμουσα και υπό μεταμόρφωση και δαιμονιάζουσα ήδη από τις πρώτες ήδη σελίδες· με το που μπαίνει στο λεωφορείο ελευθερώνει τα καλοπλεγμένα της μαλλιά και τραγουδάει για να εκνευρίσει τον οδηγό. Απώτερος και αγαπημένος στόχος, η ανδρική απώλεια του ελέγχου – έστω και εκφραζόμενη ως πραγματικό ή φαντασιακό χαστούκισμα. Η αγριμένια κορασίδα ονειρεύεται και άλλα εκτός ελέγχου και βρίσκει την ιδανική στάση για να τελειώσει ό,τι άρχισε: όρθια με το πρόσωπο προς τον τοίχο της σχολικής αίθουσας, ως τιμωρία για την καθυστέρησή της. Σε μια αξέχαστη σκηνή, απελευθερώνει τον ρέοντα ερωτισμό της υπό τους ήχους του έξω κόσμου του διαλείμματος και υπό αισθήσεις που έχουν την δική τους σημασία.

Αλλά το βασίλειό της δεκατετράχρονης είναι το παραθαλάσσιο ξενοδοχείο όπου διαβιεί με την μητέρα της, εν έτει 1975. Εκεί βρίσκεται ο πραγματικός της κόσμος και το προσωπικό της δωμάτιο, δίπλα στο δωμάτιο αρ. 7  όπου ο πατέρας πήγαινε τις ερωμένες του, καθιερώνοντάς το ως μυστικό μοιρασμένο, άρα και τρυφερά αποδεκτό Αυτό το δωμάτιο δίνει στην αδελφή της μητέρας της, θεία Έλσα, που φτάνει αναπάντεχα στο ξενοδοχείο, ύστερα από χρόνια. Χρόνια χαμένος στη θάλασσα και ο πατέρας της, καθημερινά απών στο άδειο κτίσμα. Στην θάλασσα τώρα βρίσκεται ένας άλλος άνδρας, ο οδηγός ενός μικρού φορτηγού που πήρε ανοιχτά στη στροφή κι έπεσε στα ρηχά. Το αλαφιασμένο του βλέμμα της θυμίζει τον πατέρα της, ιδίως στις στιγμές της σωματικής της τιμωρίας, όπου δεν υπήρχε θύτης ή θύμα, αυτό το ήξερε από νωρίς. Για το ίδιο αυτό βλέμμα κατοχυρώνει τον άντρα ως δικό της. Και αργότερα θα δει τον εαυτό της μέσα από τα μάτια του.

img244Μόλις είχε γυρίσει από την μπόρα και είχε ανέβει τρέχοντας για να αλλάξει. Έστυψε τα μαλλιά της, τα τύλιξε σε μια λευκή πετσέτα με το κέντημα του ξενοδοχείου – ήταν πολύ ωραίες οι πετσέτες, τις είχε κεντήσει η μαμά κι όλο τις κλέβανε οι πελάτες -, φόρεσε στα γρήγορα ένα φουστάνι με κατακίτρινους ήλιους και βγήκε ξυπόλυτη στο διάδρομο. Είχε παρατηρήσει ότι ο άντρας περπατούσε ξυπόλυτος και ήθελε να δει πως είναι. Στην αρχή της φάνηκε λίγο αυθάδικο. Στη συνέχεια, τα πέλματά της άρχισαν να διαμαρτύρονται κι αυτό της άρεσε. [σ. 47]

Το ξενοδοχείο ζει τις τελευταίες του ημέρες· σε λίγο θα κλείσει οριστικά. Οι γυναίκες του πλέον είναι τρεις κι εκεί θα προσκληθεί ο ταλαιπωρημένος άντρας να συνέλθει από το ατύχημα – φιλοξενούμενος, όπως του τονίζουν, όχι πελάτης. Οι σχέσεις των τεσσάρων συμπλέκονται και διαπλέκονται με διαφορετικούς τρόπους. Οι δύο αδελφές έχουν να διασχίσουν το χάσμα ανάμεσά τους, ένα χάος που περιλαμβάνει τις μεταξύ τους παιδικές σχέσεις, την συνενοχή στην εξαφάνιση του πατέρα, την βασανιστική θητεία σε πολιτικά κελιά, την ύπαρξη μυστικής ερωτικής σχέσης. Η μικρή, αγνοημένη και ελεύθερη μαζί, ταυτόχρονα απολαμβάνει και ασφυκτιά μέσα στο παρακμάζον ξενοδοχείο, όπου οι τοίχοι που επιθυμούν από μόνοι τους να καταρρεύσουν, τα γκαρσόνια απουσιάζουν οριστικά, το παράθυρο αφήνει τον ερεθιστικό αέρα να την χαϊδέψει, το δέντρο την καλεί για αποδράσεις στην έμπιστη θάλασσα.

img046Κι ενώ κάθε φορά που συναντιόμαστε με ανάλογες ηρωίδες μένουμε να αναρωτιόμαστε τι απέγιναν και σε τι μεταμορφώθηκαν, ετούτο το μυθιστόρημα γίνεται πόρτα δίφυλλη και ανοίγει εικοσιπέντε χρόνια μετά, αυτή τη φορά δια χειρός και φωνής της ίδιας της Ηλέκτρας. Σε αυτά τα παράλληλα, πλαγιογράμματα κεφάλαια, η Λη επανέρχεται στο ρημαγμένο πια ξενοδοχείο για να δει τι απομένει από το περιβάλλον του παιδικού βίου αλλά και της περιρρέουσας μυθολογίας του ευρύτερου χώρου. Τώρα ο λόγος της γίνεται μονόλογος εσωτερικός, δευτεροπρόσωπος και καταρρακτώδης, σαν σκηνικό παραλήρημα ανάλογο μ’ εκείνα που ζει ως θεατρική τραγωδός, γιατί εκεί μόνο ζει, στο σκοτάδι της σκηνής, στο παιχνίδι με τις λέξεις και στις ιστορίες των άλλων, στην παράσταση που κάθε φορά τελειώνει όπως ο έρωτας, μέχρι την επόμενη, και ξανά και ξανά, οριακά πια εύθραυστη, όπως η κομμένη πια σκάλα του ερειπωμένου ξενοδοχείου, κρεμάμενη σαν «ξεδοντιασμένη βεντάλια».

Η αύρα παρέσυρε δυό – τρία πετραδάκια και στο μυαλό του άντρα επανήλθε ο βηματισμός της μικρής με τις κίτρινες σαγιονάρες, αβέβαιος αλλά και θρασύς, ένας βηματισμός που ήξερε μεν τι ήθελε, είχε όμως αρκεστεί σε αδέξια σουρσίματα κι εν τέλει στη σιωπή. Τι είχε έρθει να του πει; Και γιατί δεν το είπε; Γιατί έφυγε; Τι φοβήθηκε; Ένα σωρό ερωτήματα γυρόφερναν στο νου του, μπλέκονταν, διανθίζονταν από τις γυναικείες φιγούρες, μια μπούκλα από τη Έλσα, μάτια κάρβουνο απ’ τη μητέρα, κίτρινοι ήλιοι απ’ την Ηλέκτρα, κι ήρθε η στιγμή που οι τρεις έγιναν μία, αυτή που ακούει ποικιλοτρόπως στο όνομα γυναίκα, βοηθούσε και η συγγένεια, λίγα στοιχεία από εκεί, λίγα στοιχεία από εδώ, λίγος ο μαύρος ο καπνός, και όμως, με κάποιον τρόπο, ο νους του ήταν καθαρός. [σ. 124]

img214Αναμφίβολα επίκεντρη ηρωίδα, η Ηλέκτρα είναι μια Κασσάνδρα με τους δικούς της λύκους, μια εμπειρίκεια κόρη με τον δικό της μοναχικό τρόπο, μια εκκολαπτόμενη γυναίκα με φίλους όχι συνομίληκους αλλά τα αντικείμενα, που υπακούν και δε μιλούν· ένα θήλυ που παλεύει και πάλλεται, χτυπάει και χτυπιέται όπως το χτυπητό αυγό που τόσο αγαπάει. Η Ηλέκτρα θα ζήσει την τελευταία της ημέρα στο ξενοδοχείο φορώντας για πρώτη φορά τις κίτρινες σαγιονάρες της για να επισκεφθεί τον άντρα αλλά κυρίως για την προσωπική της Έξοδο από τον κόσμο του ψεύδους.

…θα σου φανεί παράξενο αλλά δεν τελειώνουν ποτέ οι ιστορίες που ποτέ τους δεν είχαν αρχίσει, οι ιστορίες οι δανεικές, γέλα όσο θες, έτσι είναι, δεν τελειώνουν, πονάνε, κυλάνε, σε ξεχνούν, σε θυμούνται, ακόμη κι αν ερωτευτείς, πάντα υπάρχει μέσα σου ένα κομμάτι που ανήκει σ’ αυτόν τον κυκλικό χρόνο, με το άκουσμα και μόνο ενός τραγουδιού, τη μυρωδιά ακόμη και του οχετού ή του εμετού αρκεί να υπάρχει αναφορά, είναι μεγάλες μάγισσες οι αισθήσεις, αυτές κοροϊδεύουν, αυτές εμπαίζουν, όχι εγώ… [σ. 106 – 107]

Εκδ. Άγρα, 2012, σελ. 178.

Η συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

24
Ιον.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 138

NUBIA, KUSH, AKSUM, KERMAΟλιβιέ Ρολέν, Μερόη, εκδ. Άγρα, 1999, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σ. 98 και 114 -115, [Olivier Rolin, Méroé, 1998].

Η λογοτεχνία, μου φαίνεται, είναι στραμμένη προς αυτό που έχει εξαφανιστεί, ή μάλλον προς αυτό που θα μπορούσε να συμβεί και δε συνέβη: να γιατί η σύγχρονη εποχή, παθιασμένη μ’ ένα μέλλον δίχως μνήμη, α την αντιμετωπίζει τόσο εχθρικά. Να επίσης γιατί λένε ότι δεν χρησιμεύει πια σε τίποτα. Και πράγματι, τίποτα περισσότερο από μια ήττα, ένα ερείπιο, ένα κοιμητήρι, μια παιδική ανάμνηση. Είναι ένας ισχυρός απόηχος του παρελθόντος. Μου μιλήσατε για τον περσικό στρατό: λοιπόν, οι σάλπιγγες που ξεσπούν κάτω απ’ τα ξίφη, τα σιδηρόφρακτα άλογα, συνηθισμένα στις μάχες, των οποίων τα μάτια με τις μακριές βλεφαρίδες, σαν μάτια γυναικών, έχουν δει εκατό φορές τον ουρανό να σκοτεινιάζει από τα βέλη, και τα οποία ρουθουνίζουν μπροστά σ’ αυτόν τον αιφνίδιο τάφο που τους ανοίγει η γη, όλ’ αυτά τα ζωντανά τα βουτηγμένα μες στη σκόνη, αυτές οι σάρκες, οι φωνές που γίνονται πέτρες, να τι είναι λογοτεχνία.

Νομίζω ότι αν τα βιβλία ζουν πολλές ζωές μέσα μας, μία από αυτές είναι μια μακριά μαγική τελετουργία. Μέσα από τις αράδες τους μιλάμε για τους νεκρούς, παρατηρούμε τελετουργικά εξιλασμού ή εξορκισμού, η μοίρα μας στέλνει σήματα που τον περισσότερο καιρό δεν μπορούμε να αποκρυπτογραφήσουμε.

[Στην εικόνα, τα ερείπια της Μερόης.]

21
Ιον.
13

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 127. Σοφία Διονυσοπούλου

img139Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Στο μυθιστόρημα «Η κόρη του ξενοδόχου» οι θύρες είναι δύο ειδών. Στην παραθαλάσσια ιστορία του 1975, εκεί, στο προς εγκατάλειψη ξενοδοχείο, μπαίνουμε μέσα από τις κλειδαρότρυπες, κλειδαρότρυπες που οδηγούν άλλοτε στο εσωτερικό των δωματίων, άλλοτε στον ψυχισμό των ηρώων και άλλοτε στον περιβάλλοντα χώρο, σαν τα τοπία του Αλαίν Ρομπ Γκριγιέ. Στην αλλόφρονα Αθήνα του 2000, σ’ αυτό το τέλος εποχής και έλλειψης ταυτότητας, η θύρα είναι μια μαύρη βελούδινη αυλαία, που από τη μία πλευρά οδηγεί στο θέατρο και από την άλλη βγάζει ιλιγγιωδώς στην Εθνική οδό μέχρι τα ναυπηγεία, τα διυλιστήρια και τα Ελευσίνια μυστήρια.

b179585Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

«Με τις ευλογίες των νεκρών», Άγρα 1997: Γράφτηκε στο Παρίσι, πρόκειται για μικρές ιστορίες με έναν κεντρικό χαρακτήρα. Φιλία, παιγνίδι, ερωτισμός μέσα από τα μάτια ενός μικρού κοριτσιού που βλέπει την κόσμο με την αθωότητα και τη σκληρότητα της παιδικής ηλικίας.

«Νυχτωδία», θέατρο, Άγρα 2000: Η συνάντηση της Πηνελόπης με τον Οδυσσέα μετά τη σφαγή των μνηστήρων. Σε χρόνο σταματημένο, την αναγνώριση θα διαδεχτεί η αποκάλυψη της Πηνελόπης. Κατά την απουσία του Οδυσσέα συνευρέθηκε μέσα σε μία νύχτα και με τους 129 μνηστήρες. Από την οργασμική αυτή ένωση γεννήθηκε ο Πάνας. Θα υb33862ποστηρίξει ότι ο πόθος της για τον Οδυσσέα και η γιγάντια αναμονή την οδήγησαν σε αυτή την πράξη και ότι αυτό αποδεικνύεται από τη γέννηση ενός θεού.

«Νεροπομπή», θέατρο, Νεφέλη 2001: Ο Ορφέας στον Άδη προς συνάντηση της Ευρυδίκης. Γραμμένο για μία ηθοποιό και βαρύτονη αντρική φωνή. Στον Άδη φαίνονται μόνο οι νεκροί. Οι ζωντανοί είναι σκιές. Η επιμονή της Ευρυδίκης να δει το πρόσωπο του Ορφέα θα καταστρέψει και την επιστροφή της στη γη. Θεατρικό έργο σε οχτώ εικόνες, με λόγο αφαιρετικό.

«img238Ο μονόκερως του πόθου», θέατρο, σε συνεργασία μέσω συνειρμών με τη Μαρίνα Μέντζου: Περί διχασμού και ανέφικτου: ‘Κάποτε ζούσε ένα αγόρι με ένα μάτι μπλε και ένα πράσινο. Το μπλε μάτι έβλεπε τη μέρα και το πράσινο τη νύχτα. Μια μέρα το μπλε μάτι ερωτεύτηκε τον ήλιο. Την ίδια νύχτα, το πράσινο μάτι ερωτεύτηκε το φεγγάρι. Στα όνειρά του μπλέκονταν και τα δυο. Το αγόρι ξυπνούσε τρομαγμένο, Θέλεις εμένα; έλεγε ο ήλιος. Εμένα θέλεις, έλεγε το φεγγάρι. Το αγόρι λυπόταν με τον πόνο του ήλιου. Το αγόρι λυπόταν με τη θλίψη του φεγγαριού. Αποφάσισε να φύγει, να μπει στο πιο πυκνό δάσος, όπου δεν έφτανε το φως και να ξεχάσει. Έμαθε να ζει με τις σκιές. Έμαθε να ζει μόνο. Δεν ξέχασε ποτέ’.

«Ιφιγένimg240εια της Ευριπίδου», μονόλογος, Νεφέλη 2010: Προβληματική πάνω στο πώς το θύμα γίνεται θύτης και αντιστρόφως. Η Ιφιγένεια θυσιάζεται, θυσιάζει, μετατρέπεται στον Ισαάκ, σε παιδί της Γάζας,  σε μετανάστρια πόρνη της Ευριπίδου. Αφιερωμένο στον Αλέξη Γρηγορόπουλο, ο θάνατος του οποίου αποτέλεσε και το έναυσμα για τη συγγραφή του.

«Ροδώνες και πέρλες», διαδραστικός μονόλογος για μπαρ σε συνεργασία με τη Μαρίνα Μέντζου. Μια άστεγη αφηγείται στους θαμώνες ιστορίες παπουτσιών. Κάθε παπούτσι και μια μεγαλομανής φανταστική ερωτική ιστορία-ξόρκι απέναντι στην καθημερινότητα.

Έχετε γράψει πεζογραφία και θέατρο. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στους δύο αυτούς κόσμους; Είναι διαφορετικές οι ηδονές και οι ταλαιπωρίες τους;

img241Η λογοτεχνία δεν έχει όρια. Μπαίνει κανείς μέσα στις φόρμες και βγαίνει από αυτές, τις προσεγγίζει και τις αφήνει να αγγίξουν η μία την άλλη, ενίοτε να εισχωρήσουν η μία μέσα στην άλλη. Από εκεί κι έπειτα, ναι, όταν αποφασίζεις ότι μια δεδομένη εποχή αφιερώνεσαι σε κάτι, αυτό το κάτι προσφέρει διαφορετικού τύπου πόνο και ηδονή. Στο θέατρο οι ήρωες παίρνουν σάρκα και οστά σιγά σιγά μέχρι να βρουν την πλήρη τους υπόσταση στο σανίδι. Έως τότε βρικολακιάζουν πίνοντας το αίμα του συγγραφέα, ο οποίος συχνά εναλλάσσει τους ρόλους. Σημαντικότερο όμως είναι το ίδιο το θεατρικό παιγνίδι, η δομή του έργου και ιδίως εκείνα που δεν λέγονται. Στο μυθιστόρημα οι ήρωες στοιχειώνουν την καθημερινότητα του συγγραφέα, τους απευθύνεται, συζητάει μαζί τους για άλλα θέματα εκτός κειμένου και τον κυνηγούν για αρκετό διάστημα μετά την ολοκλήρωση της συγγραφής. Το τελευταίο δεν συμβαίνει στο θέατρο. Οι ήρωες χάνονται στο σκοτάδι μετά το χειροκρότημα και περιμένουν τους επόμενους προβολείς τους.

b21711Οι δύο αυτοί κόσμοι με γοητεύουν εξίσου. Θα συνεχίσω πράγματι να ισορροπώ ανάμεσά τους, με εργαλείο πάντοτε την ποίηση.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ως προς το θέατρο, έλκομαι απεριόριστα από την ανεξάντλητη ελληνική μυθολογία και τις ανατροπές των μύθων που προσφέρει. Όπως κάθε κοσμογονία, δεν εμπεριέχει μόνο το άλφα αλλά και το ωμέγα της ανθρωπότητας. Έτσι λοιπόν με επισκέπτονται αγαπημένα πλάσματα από το απώτατο παρελθόν που ανήκουν στην αιωνιότητα.

Μέχρι στιγμής, οι ιδέες μού έχουν έρθει τη νύχτα, στο κρεβάτι, σ’ εκείνο το μεταίχμιο ύπνου και ξύπνιου. Ως προς την ίδια τη συγγραφή ο τρόπος είναι ένας και μοναδικός και τον αναλύω στην επόμενη ερώτηση.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΕργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Βρίσκω πρώτα το θέμα, το οποίο στριφογυρίζει αρκετό καιρό στο μυαλό μου μέχρι να βεβαιωθώ ότι πράγματι με αυτό θέλω να ασχοληθώ. Στη συνέχεια καταστρώνω ένα λεπτομερές και αυστηρό πλάνο, από το οποίο δεν παρεκκλίνω. Πριν αρχίσω έχω έτοιμο το τέλος και τον τίτλο. Αυτό είναι απαραίτητο γιατί νιώθω την ανάγκη να φυλακίσω το κείμενο. Τότε πια έρχεται η ώρα του τρανς.

Με τη μουσική έχω πολύ ιδιαίτερη σχέση. Τα πρώτα μου κείμενα τα έγραψα στο Στρασβούργο περνώντας λευκές νύχτες συντροφιά με κάποιο γερμανικό ραδιόφωνο που έπαιζε κλασική μουσική. Τότε είχα ανάγκη από αυτή τη διαδικασία για να φορτίζομαι. Τα κείμενα όμως δεν είχαν καμία αξία. Στη συνέχεια, όταν άρχισα πια να ασχολούμαι με το κλασικό τραγούδι, ήταν αδύνατο πλέον να ακούω ταυτόχρονα μουσική για τον απλούστατο λόγο ότι στη μουσική βυθίζομαι, παρακολουθώ κάθε μέτρο, μπαίνω ολόκληρη μέσα στο σώμα της συγκεκριμένης τέχνης. Προτιμώ λοιπόν τη σιωπή ή το θόρυβο. Γράφω σε κλειστό χώρο, πάντα στον υπολογιστή, ακόμη και με συνοδεία ηλεκτρικής σκούπας, και κρατώ σημειώσεις οπουδήποτε, σε καφενεία, τρένα, πλοία αεροπλάνα κ.λ.π.

b133506Ως πb146660ρος τις μουσικές προτιμήσεις, είμαι αρκετά ανοιχτή: Μου αρέσει πολύ η όπερα και ιδίως Μότσαρτ, Βάγκνερ, Μασνέ, τα τραγούδια του Σούμπερτ και του Μάλερ, η όπερα δωματίου, πολλά έργα συμφωνικής μουσικής, οι βασιλιάδες της ροκ σκηνής (αναφέρω χαρακτηριστικά τους Pink Floyd), το γαλλικό και γερμανικό καμπαρέ, το τάγκο, το ρεμπέτικο, καθώς και πολλά τουρκικά και αραβικά τραγούδια.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Στο σπίτι μου στην Κέρκυρα, υπό τρομακτικά καταρρακτώδη βροχή, λες και μαίνονταν οι Βαλκυρίες του Βάγκνερ. Στο σπίτι της φίλης και συνεργάτιδάς μου, Μαρίνας Μέντζου στη Σίφνο, υπό τη βία του καύσωνα και την επίμονη μονοτονία των τζιτζικιών. Στην πρώτη περίπτωση έγραψα ένα θεατρικό έργο, άπαιχτο ακόμη, στη δεύτερη, την «Ιφιγένεια της Ευριπίδου».

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Ασυζb24902ητητί τον Ανδρέα Εμπειρίκb3414ο.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Θεωρώ ότι η ποίηση είναι παρούσα στα περισσότερα έργα μου. Απλώς έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε μόνο τις εκδοτικές ταμπέλες. Για παράδειγμα, η «Νυχτωδία» είναι γραμμένη σχεδόν εξολοκλήρου σε δεκαπεντασύλλαβο. Το ότι δεν παρατίθενται οι στίχοι ο ένας κάτω από τον άλλον, νομίζω ότι κάποτε πρέπει να το ξεπεράσουμε. Με τη «Νεροπομπή» συμβαίνει το ίδιο και, επιπλέον, ο λόγος είναι εντελώς αφαιρετικός. Όσο για την «Ιφιγένεια της Ευριπίδου» είναι απολύτως ξεκάθαρο μιας και ο κάθε στίχος είναι κάτω από τον άλλον. Αυτά όμως είναι ζητήματα που η ίδια η ποίηση τα έχει λύσει προ πολλού. Όσο για το μυθιστόρημα, την «Κόρη του ξενοδόχου», εδώ νομίζω ότι υπάρχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από πλευράς φόρμας. Διότι, ναι, πρόκειται για μυθιστόρημα. Η ιστορία όμως που εκτυλίσσεται το 2000 και τέμνει ανά τρία κεφάλαια την ιστορία του 1975, είναι γραμμένη σε ποιητικό λόγο, με πολύ μελετημένη προσωδία και θα μπορούσε να παιχτεί αυτόνομα στο θέατρο. Έχουμε λοιπόν και δύο διαφορετικά είδη γραφής και το θέατρο να εισχωρεί μες στην πεζογραφία δια στόματος μιας ηρωίδας-ηθοποιού.

Πεb102238ρί b106871ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Αισχύλος, Ησίοδος, Όμηρος, Ανδρέας Εμπειρίκος, Κώστας Καρυωτάκης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στρατής Τσίρκας, Σαρλ Μπωντλέρ, Λωτρεαμόν, Τεοφίλ Γκωτιέ, Γκαίτε, Έντγκαρ Άλαν Πόε, Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, Αντονέν Αρτώ, Μαργκερίτ Ντυράς, Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, Σάμιουελ Μπέκετ, Ζαν Ζενέ, Μπερνάρ-Μαρί Κολτές, Στέφαν Τσβάιχ, Κλάους Μαν, Μαρία Πολυδούρη, Μάτση Χατζηλαζάρου, Μίσιμα, Τανιζάκι, Κώστας Αξελός.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

«Ο μέγας ανατολικός», άνευ ορίων, άνευ όρων. Η ποίηση του Εμπειρίκου, Οι ακυβέρνητες πολιτείες» του Τσίρκα, «Τα άνθη του κακού», «Τα άσματα του Μαλντορόρ».

Στα δεκατρία μου λάτρευα τον Ντοστογιέφκι και συγκεκριμένα τους «Αδελφούς Καραμαζοφ» και τον «Ηλίθιο».

b3492Αγαπηb23865μένα σας διηγήματα.

Όλα τα φανταστικά του Μωπασάν και τα περισσότερα του Παπαδιαμάντη.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη με την ποίηση, τη σκέψη και το ήθος της. Ο Σπύρος Κανιούρας με τις ανυπότακτες λέξεις του. Ο Φαίδων Ταμβακάκης με το ρυθμό και την ιδιαιτερότητα των θεμάτων του.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ανδρέας Σπερχής, Δράκουλας και Μίνα, Ιαβέρης, Φάουστ.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

b73095Οδός b80114Πανός και Τραμ. Γιατί κανένα τους δεν ξέρει τι θα πει λογοτεχνική μούχλα.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεκαοχτώ χρονών. Έξω χιόνι. Μεσάνυχτα σ’ ένα τρένο με παγωμένα τζάμια. Βασιλεία-Μετς. Τουρτουρίζω. Είμαι μόνη. Μέχρι που. Το τρένο γεμίζει στρατιώτες. Νεαρά παιδιά. Ορμές. Μυρωδιά σπέρματος που παγώνει. Φόβος. Είμαι ακόμη πιο μόνη. Μου μιλούν. Γερμανικά. Δεν καταλαβαίνω. Γελούν. Με κοιτούν. Χώνομαι στο βιβλίο μου. Χάνομαι στις «Ελεγείες του Ντουίνο».

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Φροντίζω πάντα να κάνω έν2009α ποb147249λύ καλό πρώτο χέρι. Δεν αφήνω ποτέ κενά και απορίες. Και ο ρυθμός πρέπει να είναι αυτός που ζητάω. Αλλιώς, στα επόμενα χέρια δεν θα μπορέσω τίποτε να διορθώσω. Η σχέση νιώθω ότι πρέπει να είναι κάτι ανάμεσα σε έρωτα και εκλεκτική συγγένεια. Τουλάχιστον με μένα αυτό ισχύει.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Μια ιδιάζουσα περίπτωση που περιείχε και βαθμό δυσκολίας και ηδονή ήταν το ‘Ένα πάθος στην έρημο’ του Μπαλζάκ. Κι αυτό, επειδή πρόκειται για ένα μικρό αριστούργημα, που ξεφεύγει από το γνωστό ύφος του συγγραφέα.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

b84723Θα σύστb88295ηνα ανεπιφύλακτα το «Ιστορία της ζωής μου» του Τζάκομο Καζανόβα και το «Διάλογο ενός ιερωμένου με έναν μελλοθάνατο» του Σαντ, και τα δύο στις εκδόσεις Άγρα.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Με τον Μπέκετ και τον Μπωντλέρ. Τους θεωρώ και τους δύο αναξιοπαθούντες.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

b74496b160114Μήπως θα έπρεπε να συζητήσουμε τι θα πει κριτικός στην Ελλάδα; Όταν μεταφράζεται ένα έργο στα ελληνικά, αμέσως έχει προαποφασιστεί ότι έχει κάποια αξία. Οι κριτικοί είναι συνεπώς λιγότερο αγχωμένοι απ’ ότι απέναντι σε κάποιο έργο της εγχώριας παραγωγής. Άλλοτε αφήνονται στις προσωπικές τους προτιμήσεις, άλλοτε διευκολύνονται αντιγράφοντας κομμάτια κειμένων συναδέλφων τους. Ως προς τη μετάφραση τώρα, χρειάζεται άλλη εξειδίκευση που δεν προσφέρεται από τις παρουσιάσεις των ατζέντηδων. Πώς να ξεχωρίσεις, ας πούμε, αγγλισμούς, γαλλισμούς, δυσκαμψίες ή αν ένα κείμενο έχει πράγματι μεταφραστεί από τη γλώσσα που αναγράφεται στην έκδοση; Αν έχεις αναγνωστική εμπειρία, θεωρώ ότι μπορείς. Και αν σέβεσαι τη δουλειά του μεταφραστή. Τώρα, γιατί δεν γίνεται αυτό, φοβάμαι ότι δεν μπορώ εγώ να το απαντήσω.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Πάντοτε ο γλυκύτατος, ευγενέστατος, ερωτικότατος Τζάκομο Καζανόβα, ο οποίος καμία σχέση δεν έχει με την κακεντρεχή μυθολογία που τον κυνηγάει και που ταιριάζει στον Δον Ζουάν.

b118235Περί αb129916διακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Συγκριτική λογοτεχνία στο Παρίσι, φωτογραφία και κλασικό τραγούδι. Φυσικά και υπάρχει επιρροή στη γραφή μου. Θα έλεγα ότι, κατά κάποιον τρόπο, οι σπουδές μου αποτελούν τη βάση της, το στήριγμά της. Από τη Σορβόνη έμαθα αυτό που οι Γάλλοι ονομάζουν πλάνο και που, ως γνήσια Ελληνίδα, το έβρισκα στείρο και ανόητο. Δίχως αυτό, οι ιδέες μου δεν θα έμπαιναν ποτέ σε τάξη. Από την άλλη, το κλασικό τραγούδι και η μουσική γενικότερα με έκαναν εξαιρετικά ευαίσθητη στο ρυθμό. Πρώτα ακούω και μετά γράφω. Το ίδιο ισχύει και με τη μετάφραση. Πρώτα ακούω και μετά μεταφράζω.

Πώς βιοπορίζεστε;

Με μεταφράσεις, επιμέλειες, διορθώσεις.

Πώς εμπλέκεστRadiateur 100ε με τη σκηνοθεσία; Πώς είναι η σχετική εμπειρία;

Ξεκίνησα το 2000, με το πρώτο μου έργο τη «Νυχτωδία». Έκτοτε έχω κάνει οκτώ σκηνοθεσίες. Για μένα η σκηνοθεσία έχει, κατά κάποιον τρόπο, σχέση με τη διεύθυνση ορχήστρας. Οι ηθοποιοί είναι ζωντανά όργανα, το κείμενο και η μουσική είναι αλληλένδετα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι έχω ονομάσει την εταιρεία μου Θέατρο Ρυθμών. Εκτός όμως από καλό αυτί και αίσθηση του χρόνου που πρέπει να διαθέτει κανείς, χρειάζεται υπομονή και διπλωματία. Τα δύο πρώτα με μαγεύουν, τα δύο δεύτερα με διασκεδάζουν. Το ισχυρότερο όμως είναι η αδρεναλίνη των τελευταίων ημερών και η αίσθηση θανάτου όταν ανέβει η παράσταση.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

nyktodiaΠαρακολουθώ και θέατρο και κινηματογράφο. Στον κινηματογράφο με γοητεύει η Ιαπωνία και η Κορέα: Κιτάνο, Τσαν Γου Παρκ, Κιμ Κι Ντουκ.  Από Ευρώπη και Καναδά αναφέρω ενδεικτικά τους εξής: Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, Στάνλεϋ Κιούμπρικ, Κλωντ Σαμπρόλ, Μίκαελ Χάνεκε, Λαρς Φον Τρίερ, Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, Ατόμ Εγκογιάν.

Στο θέατρο θα ανέφερα συνολικά τη δουλειά της Αριάν Μνουσκίν.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω την «Αποκάλυψη του Ιωάννη» και ξαναδιαβάζω για πολλοστή φορά τον «Μέγα Ανατολικό», γράφω ένα καινούργιο θεατρικό έργο που θα ‘αναρριχηθεί’ μέσα στη «Νεροπομπή» και θα αποτελέσει ενιαία παράσταση. Μόλις μετέφρασα, μαζί με τη Μαρίνα Μέντζου, ένα εκπληκτικό κείμενο, μια ποιητική νουβέλα του 19ου αιώνα. Δεν θα πω λεπτομέρειες. Μόνο ότι θα βγει τέλος χειμώνα, αρχές άνοιξης από τις εκδόσεις Περισπωμένη.

b141500Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθb139477αι;

Εξαιρετικό εργαλείο δουλειάς. Επιπλέον, ευτυχώς που υπάρχει το διαδίκτυο και οι άνθρωποι οργανώνονται ταχύτερα ενάντια στον ολοκληρωτισμό.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δεν θα δεχόμουν για δύο λόγους: Είναι ωραίο να γράφεις για πλάσματα αιώνια, όχι να γίνεσαι εσύ ένα από αυτά. Κι ύστερα, η πρόταση αυτή είναι ύπουλη γιατί, αν πάψει να σε απασχολεί ο θάνατος, είναι βέβαιο ότι έτσι κι αλλιώς δεν θα γράψεις. Συνεπώς, ποια είναι ακριβώς η προσφορά; Λογοτεχνία και έρωτας είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το φόβο του θανάτου.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Με τι χρώμα θα χαρακτήριζα το κάθε έργο μου; Έχουμε και λέμε:

img136‘Με τις ευλογίες των νεκρών’: Λευκό.

‘Νυχτωδία’ Μπλε ινδικό.

‘Νεροπομπή’: Ασπρόμαυρο.

‘Ο μονόκερως του πόθου’: Κυπαρισσί.

‘Ιφιγένεια της Ευριπίδου’: Βαθύ κόκκινο.

‘Ροδώνες και πέρλες’: Ουράνιο τόξο.

‘Η κόρη του ξενοδόχου’: Κίτρινο για την Ηλέκτρα, μίνιο για τη Λη.

Στις θεατρικές εικόνες: Ιφιγένεια [Και κάθε βράδυ βγαίνουμε -χρωματιστές ακρίδες-/ Δέκα κορίτσια εδώ στην Ευριπίδου./ Λάμπες που στρεμοσβήνουμε ] και Νυχτωδία [Αχ, τούτη η νύχτα δεν κυλά, κολλάει πάνω στα μαλλιά κι ανάσα μας βαραίνει. Και το φεγγάρι κρύβεται και μας περιγελά.].

Στην επόμενη ανάρτηση, η Κόρη του Ξενοδόχου.

20
Ιον.
13

Antonio Tabucchi – Ρέκβιεμ. Μια παραίσθηση

requiem cΕλεγείο για τις φωνές της μνήμης

Όχι, απάντησα, η παρέα σας ήταν πολύ σημαντική για μένα, αλλά με τάραζε, ορίστε, ας πούμε ότι με τάραζε. Ε βέβαια, επιβεβαίωσε εκείνος, όλα έτσι καταλήγουν με εμένα, πείτε μου όμως κάτι, δεν πιστεύετε ότι αυτό ακριβώς πρέπει να κάνει η λογοτεχνία, να ταράζει; όσον αφορά εμένα δεν έχω την παραμικρή εμπιστοσύνη στη λογοτεχνία που καθησυχάζει τις συνειδήσεις. Ούτε εγώ, συμφώνησα, αλλά βλέπετε, είμαι ήδη αρκετά ανήσυχος από μόνος μου, η δική σας ανησυχία έρχεται να προστεθεί στη δική μου, και αυτό μου προκαλεί άγχος. Προτιμώ το άγχος παρά μια σάπια γαλήνη, δήλωσε εκείνος, ανάμεσα στα δύο αυτά πράγματα προτιμώ το άγχος… [σ. 131 – 132]

…και η συνομιλία με τον Συνδαιτυμόνα, ενός από τα πρόσωπα που o Αφηγητής συναντά μια ιουλιανή ημέρα σε μια έρημη Λισαβόνα, κάτω από τον εκτυφλωτικό ήλιο και την αποχαυνωτική ζέστη, μένει μετέωρη αλλά και οριστικά τελειωτική, σαν να κλείνει τους ημιτελείς λογαριασμούς μιας ολόκληρης ζωής. Αλλά πόσο μπορεί κανείς να είναι σίγουρος όταν η περιπλάνηση είναι διάχυτη και από άγχος και από γαλήνη, και πόσο μπορεί κανείς να βασιστεί στον Φερνάντο Πεσσόα που γίνεται για λίγο συνδαιτυμόνας του περιπλανώμενου;

1221521665_d6c8fd78e0_bΑπό το εξοχικό των φίλων του στο Αζαϊτάου, ο αφηγητής θα βρεθεί να περιμένει σε ένα ασαφές μεσημεριανό ραντεβού στην άδεια θερινή πόλη, ξεκινώντας μια διαρκή αναζήτηση προσώπων που υπάρχουν μόνο μέσα στη μνήμη του. Τον Ναρκομανή Νεαρό έχει την παράλογη εντύπωση πως τον συνάντησε σε ένα βιβλίο, ενώ για τον Κουτσό Λαχειοπώλη είναι βέβαιος πως είναι  εκείνος που έσπαγε τα νεύρα του Μπερνάρντο Σοάρες στο Βιβλίο της ανησυχίας. Αλλά αυτός ο λαχειοπώλης έχει πιο μυθιστορηματική ζωή από τον ίδιο και μπροστά στην επιμονή του συγγραφέα να μιλήσουν πορτογαλικά, γιατί αυτή είναι μια πορτογαλική περιπέτεια, αναγνωρίζει πως αμφότεροι είναι παιδιά του Νότου, δηλαδή του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού, άρα, σε αντίθεση με την Μεσευρώπη, κτήτορες ψυχής.

_DSC0373a-

Ο Ταξιτζής είναι καινούργιος στην Λισαβόνα και διαρκώς χάνονται στους παντέρμους δρόμους, ο εξαντλημένος επιβάτης μπαίνει στο Μπραζελέιρα και αγοράζει κρασί από τον Σερβιτόρο και επιστρέφει στην πλανόδια πωλήτρια Γριά Τσιγγάνα που του λέει πως δεν μπορεί να συνεχίσει να ζει σε δυο πλευρές, στην πραγματικότητα και στο όνειρο μαζί, αλλιώς πάντα θα έχει παραισθήσεις και θα αποτελεί μέχρι και η ίδια κομμάτι του ονείρου του. Όμως κι εκείνη γνωρίζει πως η μέρα αυτή τον περιμένει, δεν μπορεί να της ξεφύγει, θα είναι μια μέρα δοκιμασίας αλλά και κάθαρσης. Ο Φύλακας του Νεκροταφείου που γευματίζει σ’ ένα μικρό δροσερό δωμάτιο, συντροφεύοντας επί πενήντα χρόνια τους νεκρούς, θα τον βοηθήσει να βρει τον συγγραφέα Ταντέους Βάσλαβ, με οδηγό μια φωτογραφία από την επί Σαλαζάρ αποφυλάκιση των συγγραφέων ύστερα από πιέσεις της ξένης κοινής γνώμης.

lisbon-cafe-interiorΤώρα ήρθε η στιγμή να μάθω, σήμερα είμαι ελεύθερος, ζω την πιο ακραία μου ελευθερία, έχασα ακόμα και το υπερεγώ μου, πέρασε η ημερομηνία λήξης του όπως το γάλα, είμαι απελευθερωμένος, αυτός είναι ο λόγος που ήρθα λέει ο ζωντανός συγγραφέας στον νεκρό συγγραφέα, καθώς περπατούν αγκαζέ νοσταλγώντας την αλλοτινή πόλη. Αλλά ο αφηγητής ήρθε για να μάθει τι συνέβη στην κοινή τους ερωμένη Ιζαμπέλ, που έφερε το παιδί του Ταντέους και αυτοκτόνησε υπό το βάρος μιας μυστηριώδους φράσης. Και οι παλαιοί φίλοι μοιράζονται ένα αξέχαστο γεύμα στο εστιατόριο του Κυρίου Καζιμίρο, συνομιλούν με την Σύζυγό του και προτού αποχαιρετιστούν ο Ταντέους τον βεβαιώνει πως ο ερχομός του ήταν το καλύτερο δώρο που θα μπορούσε να έχει.

vinoΣτην Πανσιόν της Ισαντόρα ο περιπλανητής συναντά για άλλη μια φορά έναν καχύποπτο θυρωρό, ευτυχώς η Ισαντόρα του δίνει ένα δωμάτιο να αναπαυτεί και η καμαριέρα Βιριάτα του προτείνει να του κάνει συντροφιά μέχρι να αποκοιμηθεί, ακόμα και να του ξύνει την πλάτη, αλλά εκείνος θέλει για άλλη μια φορά να βυθιστεί στον ύπνο, για να συναντήσει τον Νεαρό Πατέρα του, στο 1932, που του ζητά να μάθει ποιο θα είναι το τέλος της ζωής του, μα ο γιος θα τον καθησυχάσει μη βιάζεσαι, η ζωή είναι αυτό που πρέπει να είναι, εσύ δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, καλύτερα να μην ασχοληθείς, για να ακολουθήσει τελικά μπροστά στην επιμονή του πατέρα μια φορτισμένη διήγηση του θανάτου του. Κι εκείνος, μπροστά στις ενοχές του γιου που δεν τιμώρησε τους αυτουργούς γιατρούς, τον καθησυχάζει με τη σειρά του είναι πιο σωστό αυτό που έκανες, καλύτερα να χρησιμοποιείς τη γραφίδα παρά τα χέρια, είναι ένας πιο κομψός τρόπος να δίνεις μπουνιές.

1970001aΟλόκληρο το κείμενο μοιάζει εκκρεμές που εκκρεμεί πάνω από τα χάη του ασυνείδητου, τις απάτες της μνήμης, της βεβαιότητες του περασμένου βίου, τις αδιανόητες πλοκές των ονείρων, τις παρεκκλίσεις των παραισθήσεων. Εδώ το παρόν προσκαλεί το παρελθόν για μια ημέρα, παραμερίζει για λίγο για να του δώσει ώρες για εκείνα που δεν πρόλαβε, για να ολοκληρωθούν φράσεις που μπορεί να τον βοηθήσουν να καταλάβει, να προσέλθουν τα φαντάσματα που εξορίστηκαν από τη ζωή αλλά και οι κομπάρσοι της υποκειμενικής καθημερινότητας – και οι νεκροί, προπαντός αυτοί. Κι έτσι ο Μπάρμαν του Μουσείου Αρχαίας Τέχνης, ο Αντιγραφέας, ο Ελεγκτής του Τρένου, η Γυναίκα του Φαροφύλακα, ο Μαίτρ της Κάζα ντο Αλεντέζου, η Ιζαμπέλ, ο Πωλητής Ιστοριών, η/ο Μαριαζίνια, ο Συνδαιτυμόνας και ο Ακορντεονίστας, συνομιλούν μαζί του πάντα σε πληθυντικό της ευγένειας ως πρόσωπα φασματικά και αποχαμένα, ζωντανά στη σκέψη του, άρα ζωντανά παντού.

Antonio Tabucchi in 1988Αυτά έλεγα στον εαυτό μου, κλεισμένος εκεί πάνω για να γράψω εκείνη την αλλόκοτη ιστορία, μια ιστορία που κάποιος, αργότερα, θα μιμούνταν στη ζωή, μεταφέροντάς τη στο επίπεδο του πραγματικού: κι εγώ δεν το ήξερα, αλλά το φανταζόμουν, δε ξέρω γιατί φανταζόμουν πως δεν πρέπει κανείς να γράφει ιστορίες σαν κι εκείνη, γιατί υπάρχει πάντα κάποιος που μιμείται τη μυθοπλασία, που κατορθώνει να τη μετατρέψει σε αλήθεια. Και πράγματι, αυτό έγινε. Την ίδια εκείνη χρονιά κάποιος μιμήθηκε την ιστορία μου, ή καλύτερα, η ίδια η ιστορία ενσαρκώθηκε, είχε μετουσιωθεί, κι εγώ χρειάστηκε να ζήσω εκείνη την αλλόκοτη ιστορία μια φορά ακόμα, αλλά αυτή τη φορά στην πραγματικότητα, αυτή τη φορά οι χάρτινες μορφές απέκτησαν σάρκα και οστά, αυτή τη φορά η ακολουθία της ιστορίας μου άρχισε να εξελίσσεται μέρα με τη μέρα, κι εγώ την παρακολουθούσα στο καλεντάρι, σε σημείο που μπορούσα να την προβλέψω.[σ. 101 – 102]

Old cable car in the street of Lisbon, PortugalΣε ένα παράρτημα τριαντατεσσάρων σελίδων υπό τον τίτλο «Το σύμπαν σε μια συλλαβή» ο συγγραφέας μοιράζεται μια δεύτερη «περιπλάνηση», αυτή τη φορά «γύρω από ένα μυθιστόρημα»: ξεκινάει από τις συνθήκες και τον τόπο γραφής του Ρέκβιεμ, καθώς και το όνειρο της προηγούμενης νύχτας, αλλά επικεντρώνεται στην πραγματική ιστορία του πατέρα του: τον καρκίνο του λάρυγγα, την απώλεια της φωνής, τις μορφές σωματικής σημειολογίας που μοιράστηκαν, τον σιωπηρό τους διάλογο πάνω στην επιφάνεια του «μαγικού» πίνακα, γράφοντας και σβήνοντας. Το αληθινό όνειρο με τον νεαρό πατέρα να του μιλάει στα πορτογαλικά βυθίζει τον συγγραφέα στον κόσμο των ονείρων, στη γλώσσα, τους, στην φωνητική νοηματική, την ψυχοφωνητική, την αρχαία σύγκρουση φωνής και γραφής, τον ορφικό μύθο, την γραφή ως συμπλήρωμα της φωνής, τις αποτυπώσεις των φωνών στη μνήμη μας.

MALPENSTΦωνές. Τι ωραία που θα ήταν αν μπορούσαμε να μεταφράσουμε σε λέξεις τις συγκινήσεις που έχουν προκαλέσει μέσα μας οι φωνές αυτών που αγαπήσαμε στη διάρκεια της ζωής μας! Παρ’ όλα αυτά τις κουβαλάμε μέσα μας, στο πιο βαθύ κομμάτι του εαυτού μας, σαν θησαυρό σε κοσμηματοθήκη που δεν μπορούμε να τη δείξουμε σε κανέναν, και της οποίας μονάχα εμείς διαθέτουμε το κλειδί. Ο ανύπαντρος θείος που φλερτάριζε τα κορίτσια, που καλλιεργούσε τη λογοτεχνία, που σκοτώθηκε σε δυστύχημα και που εμείς τον ακούσαμε, εκείνη την ίδια μέρα, να διηγείται μελαγχολικός μια ερωτική του απογοήτευση· ο άξεστος και τρυφερός παππούς ο οποίος, με έναν τόνο εξέγερσης που ακόμα δεν είχε σβήσει αλλά παραδόξως χαρακτηριζόταν και από μια νοσταλγική φλέβα, περιέγραφε το χαράκωμα στο οποίο πολεμούσε στον Μεγάλο Πόλεμο· η κυκλοθυμική αδελφή του παππού, κάποιες εποχές γενναιόδωρη σε χαρούμενους ήχους όπως εκείνοι ενός σπίνου, και κάποιες άλλες εξαιρετικά τσιγκούνα σε λέξεις, αποκαλύπτοντας έτσι την γκριζάδα της κατάθλιψής της. Και κάποιες άλλες φωνές: φωνές της παιδικής μας ηλικίας, της παιδικής ηλικίας του καθένα μας. Μα πώς να τις επαναφέρεις; Οι λέξεις που γράφουμε στο χαρτί είναι κωφές: ακολουθούν ματαίως εκείνες τις φωνές, χωρίς να κατορθώνουν ποτέ να πιάσουν τη χροιά τους. Βρισκόμαστε στο επίπεδο της αφαίρεσης, και η αφαίρεση δεν είναι μεταφράσιμη. [σ. 177 – 178]

tabucchi 3Επιστρέφω στην πολύτιμη συνομιλία του Ταμπούκι με τον μεταφραστή του και διαβάζω την μόνη του βεβαιότητα, πως πατρίδα του είναι η γλώσσα του· πως ένας συγγραφέας ζει μέσα στη γλώσσα του κι αυτός κατοικεί μέσα στη ιταλική γλώσσα, αλλά η αγάπη του για την Πορτογαλία τον έκανε να γράψει το Ρέκβιεμ στα πορτογαλικά. Κι ένοιωσε ότι ξαναβαφτίστηκε, ότι μ’ αυτό το εξαγνιστικό γεγονός ήταν σα να διέσχισε ένα ποτάμι και να πέρασε στην άλλη όχθη. Ένα ρέκβιεμ, έλεγε, δεν μπορούσε να γραφτεί παρά σε μια  γλώσσα διαφορετική, «τόπο στοργής και προβληματισμού». Και πάντως ποτέ δεν γράφτηκε ρέκβιεμ με σύμμαχο έναν τόσο εκτυφλωτικό ήλιο.

251400898KUQkgj_fsΑυτό το Ρέκβιεμ θα μπορούσε να αποτελεί το τελευταίο βιβλίο του Ταμπούκι, αλλά όχι, ακολούθησαν και άλλα πολυαισθητικά έργα και ημέρες, όπως οι τελευταίες του Πεσσόα, ισχυρισμοί σαν του Περέιρα, θάνατοι  σαν του Τριστάνο, γαστρίτιδες όπως του Πλάτωνα. Όμως ήδη σα να φανέρωνε πως ο συγγραφέας, παρά τον πολυταξιδεμένο του βίο και την τοσκανική του αφοσίωση, κάπου στη Λισαβόνα θα άφηνε την τελευταία του πνοή. Κι έτσι συνέβη, στα τελειώματα του περσινού Μαρτίου.

Εκδ. Άγρα, 2008, μτφ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, σελ. 186 [Antonio Tabucchi – Requiem: uma alucinação, 1991]. Η έκδοση περιλαμβάνει πεντασέλιδες σημειώσεις για τα αναφερόμενα πιάτα από τον μεταφραστή των ιταλικών εκδόσεων Feltrinelli Σέρτζιο Βέκιο, το προαναφερθέν παράρτημα και ειδικότερη περί ονείρων βιβλιογραφία από τον ίδιο τον συγγραφέα.

14
Ιον.
13

Εμβόλιμον, τεύχος 67- 68 (Χειμώνας 2012 – Άνοιξη 2013)

ΑΕφιέρωμα στον Μάρκο Μέσκο

Η πληρωμή, ούτως ή άλλως για τη ζωή μας, με τη ζωή μας. Εδώ με τα ποίηματά μας, ας πούμε χαρτονομίσματα και άκυρες επιταγές προ πολλού, έρματα σκορπισμένα βαθειά στο χώμα – οι μελλοντικές αναγνώσεις πιθανόν, «μιλούν» τελευταία…

…κι αυτά τα λόγια του Μάρκου Μέσκου, ειπωμένα σε μια εκδήλωση ευτυχώς δεν διέφυγαν αποκλειστικά στη μνήμη των παρόντων μα και κατέφυγαν σε εμβόλιμο χαρτί, μικρά φώτα πορείας πάντα αναγκαία.

Κάθε ποίημα του Μάρκου Μέσκου είναι ένα συμβάν, που ισχυρίζεται πως η πραγματικότητα δεν είναι ένα χρονικό συνεχές, αλλά μια ασυνεχής παράθεση στιγμών. Το ποίημα του Μάρκου Μέσκου δεν αναδύεται μέσα μας, για να μας μεταδώσει ένα μήνυμα – τα συναισθήματα ή και τις ίδιες ενδεχομένως ιδέες του ποιητή  δεν προκύπτει από την διαχείριση κοινών συναισθηματικών τόπων. Πρόκειται για ένα στοχαστικό συμβάν, που αφήνει στην σελίδα ένα αυτόνομο αντικείμενο φτιαγμένο με γλώσσα: το ποιητικό κείμενο είναι ένα ίχνος του οποίου τη σημασία πρέπει να εξερευνήσουμε, να κατοικήσουμε και φυσικά να αναλάβουμε την ευθύνη του.

PAPAD_ 001γράφει ο Γιώργος Μπλάνας στο τρίτο από τα επτά σημεία που καταθέτει «Για το ποίημα του Μάρκου Μέσκου», σ’ ένα πλούσιο αφιέρωμα στον ποιητή που καταλαμβάνει ολόκληρο το τεύχος του αειθαλούς περιοδικού εγχειρήματος λόγου, τέχνης και λοιπής φαντασίας που πάντα καταφτάνει πλήρες χρωμάτων από τα Άσπρα βοιωτικά Σπίτια. Οι Μ. Βασιλάκου, A. Villar Lecumberri, Α. Γεωργιάδου, Σ. Γεωργιάδου, Α. Δανιήλ, Μ. Κουγιουμτζή, Χ. Κουτσουμπέλη, Δ. Μήττα, Σ. Σταμπόγλης, Γ.Χ. Στεργιόπουλος, Β.Χ. Καμπατζά, Κ. Κούσουλα, Ε. Κοφτερού, Φ. Μιχαηλίδη, Μ.Γ. Μπακογιάννης, Ν. Μυλόπουλος, Ι. Ναούμε, Ο. Ντέλλα, Σ. Παντελιά, Χ. Παπαγεωργίου, Χ. Σπυρέλη, Β. Τασιόπουλος, Κ.Θ. Φωτεινός κ.ά. καταθέτουν τα δικά τους βλέμματα πάνω στο έργο ενός ιδιαίτερα αγαπημένου ποιητή.

Μιλώ με τα πάθη μου και τα ερείπιά μου. / Στην εκτεταμένη επιφάνειά τους /

βάζω το δάχτυλό μου και λέω: Εδώ / κάτι αναπνέει ακόμα

[Στον ενικό και πληθυντικό ψίθυρο ΧΧVI]

edessa-venizelouΌσο κι αν ο Μέσκος έχει συλλογικά εντυπωθεί ως ποιητής, είναι τα μικρά του πεζογραφήματα που έχουν προσελκύσει πλείστους, κι εμένα ανάμεσα, βαθύτερα στο έργο του – και σε αυτά αφιερώνει το κείμενό του ο Γρηγόρης Τεχλεμετζής. Από τα Παιχνίδια στον παράδεισο και την Κομμένη γλώσσα ως το Μουχαρέμ και το Νερό Καρκάγια το προσωπικό ή βιωματικό αναμφισβήτητα αποτελεί τον κεντρικό άξονα, ενώ το επικαιρικό βρίσκεται πανταχού παρόν ως φόντο· τα άτομα περιγράφονται ως αφανείς ήρωες της καθημερινής ζωής, με δράση περιορισμένη στα μικρά και «καθημερινά», κι όλα τούτα «μπορούν να χαρακτηριστούν ως ντοκιμαντέρ της ζωής μιας ολόκληρης εποχής, τόσο περιγραφικά όσο και βιωματικά».

Αχ! πόλη / που με γέννησες δεν μ’ ακούς, κάθε νύχτα χτυπώ τα τείχη σου /

μα οι φύλακες δεν μου ανοίγουν. Γυρίζω πίσω κόβω κλαρί /

πιάνω τραγούδι να σκεπαστούν τα δάκρυα – τυφλό άλογο /

περπατώ / και κλαίω μέτωπο στο μέτωπό του  [Άλογο]      

yla27Ο Κ.Θ. Ριζάκης του αφιερώνει το ποίημα «Στρατεύσιμος», ο Μ. Γκανάς έξι ποιητικά tweets και ο Γιώργος Θεοχάρης λογοτεχνεί πάνω στους τόπους του Μέσκου που και ο ίδιος έζησε δύσκολα και αλλιώς, μα που τον αγκάλιασαν μαζί με τους ανθρώπους τους, συνεχίζοντας μιαν ατέλειωτη συσσώρευση μνήμης. Μνήμη που αναζητά και η Μαρία Ν. Ψάχου στο κείμενό της με τον τίτλο «Ποιος θα μπλοκάρει τις νοσταλγίες; Η ελεγεία της μνήμης στην ποίηση του Μάρκου Μέσκου»: Μνήμη πατρίδας άσβεστη η ποίησή του, άλλοτε ως αυτοσκοπός κι άλλοτε ως το σκηνικό υπόβαθρο των περισσότερων ποιημάτων του, όπως αποκαλύπτει η προβολή τοπίων του γενέθλιου τόπου του. Επιστρέφει σταθερά σ’ αυτά, με εικονοπλαστικό λόγο αισθαντικό, δίνοντάς μας συνθέσεις πολλαπλών αισθήσεων που στοιχειοθετούν τη μυθολογία της ελληνικής ενδοχώρας διασώζοντας ήχους και χρώματα, χάρτη στη δύναμη μιας γλώσσας που τροφοδοτείται στα σημαίνοντα και στα σημαινόμενά της από την χλωρίδα, την πανίδα και την ανθρωπογεωγραφία της. Ο ποιοτικός λόγος αξιοποιεί την  περιγραφή για α δώσει αυθεντικά στο καταφύγιο των ποιητικών εικόνων, με τη  διεισδυτική ματιά ενός κυριολεκτικά και μεταφορικά ζωγράφου ποιητή, πολύτιμα βιώματα και της προσωπικής ζωής, που λογίζονται σύμφωνα με τη λογική του χρόνου απωλεσθέντα….

ΜΕΣΚΟΣ φωτ. Γιάννης ΒανίδηςΚαι ξανά πίσω στα φώτα των πρώτων σελίδων, για τις λέξεις του τιμώμενου: Ο καθείς παίρνει από τα πάντοτε πολύτιμα υπόλοιπα των προηγούμενων  γραφών του κόσμου (όσο και αν η περίοδος χάριτος λιγοστεύει), ξόρκι τάχα, λόγος τελεσίδικος, ευχή και κατάρα, φως και σκοτάδι, και πάμπολλα μεταίχμια ωσάν ξυράφια, «λύτρα» λοιπόν για την απελευθέρωση από την Κόλαση· όβολα για την Αχερουσία. […] Αλλά η ποίηση θα συνεχίσει να γράφει για τα πρίν και τα μετά – σαν για πρώτη φορά ο κόσμος ανακαλύπτεται.

Σχέδια και χαρακτικά του τεύχους από τον Γιάννη Δ. Στεφανάκι.

Σημ.: Η τελευταία φωτογραφία του συγγραφέα είναι του Γιάννη Βανίδη. Η εικονιζόμενη έντυπη σελίδα προέρχεται από το παλαιότερο λογοτεχνικό περιοδικό Ύλαντρον, τεύχος 1.

10
Ιον.
13

Ελισάβετ Χρονοπούλου – Φοράει κουστούμι

XronopoulouΘυτών θύμηση, θυμάτων θυμικό

Σκέφτομαι τώρα αυτό το γνωστό που λέμε και ξαναλέμε ότι η ζωή είναι μια κι έξω, μία λήψη και χωρίς πρόβα. Κι η κάμερα τραβάει συνέχεια, έχουμε ξεχάσει το μοτέρ ανοιχτό. Δεν μπορείς να το κλείσεις και να πεις: Θα ξεκουραστώ τώρα δεν θα ζω για λίγο, κι όταν είμαι έτοιμος ξαναπατάω το μοτέρ και πάμε. Να πω τώρα: Λάθος, παιδιά, πάμε πάλι, αρχικές θέσεις και είναι πάλι πρωί….[σ. 56 – 57]

…αλλά η αρχέγονη επιθυμία να επιστρέψει ο πρότερος χρόνος, να μας δοθεί η δεύτερη ευκαιρία ή να επανορθώσουμε την μετανοημένη πράξη θα μείνει πάντα επιθυμία αρχέγονη. Και πάνω στα διλήμματα και τα ελλείμματα που έχουν διαποτίσει όλες μας τις σχέσεις, συνεχίζουμε να ταλαντευόμαστε και να τρεκλίζουμε, στερημένοι ακόμα κι από την έκφραση της αλήθειας μας. Ένα τέτοιο οκτάγωνο φυσιολογικότατα προβληματικών σχέσεων κατασκευάζει η συγγραφέας – σχέσεων που στην σύγχρονη πραγματικότητα – ελληνική και μη – εμπεριέχουν τις ιδιότητες θυτών και θυμάτων, μοιράζοντας τις κατά βούληση. Φαίνεται πως είναι αμέτρητες οι συγκυρίες όπου είναι αδύνατο να αποφύγεις την μία ή την άλλη.

Στην Μπουτίκ δώρων ένας «φοβιστικός» πελάτης δημιουργεί κλιμακωτή σειρά αρνητικών συναισθημάτων στην καταστηματάρχη, που κατακλύζεται από εσωτερικά ερωτήματα προτού καν τον ρωτήσει τι χρειάζεται. Ακόμα κι όταν ο διανοητικής ιδιαιτερότητας «εισβολέας» κάνει την ερώτησή του, εκείνη έχει ήδη καταστήσει εμφανή τον πανικό της. Ποιος δικαιούται να είναι περισσότερο φοβισμένος σε τέτοιες περιπτώσεις; jacob brest mans best friendΠοιος «δικαιολογημένα» μπορεί να ανησυχήσει για τυχόν απρόβλεπτη έκβαση μιας απλής αγοραπωλησίας; Και ποιος έχει έτσι ανατραφεί ώστε ο πανικός μπροστά στο διάφορο που βλέπει ή εκπροσωπεί να γίνει στο τέλος απόλυτος κυρίαρχος σκέψης και πράξης;

Ακόμα πιο επιτακτικά προβάλλουν τα ερωτήματα σΤο μοτόρι: όταν η ενοχοποίηση του αλλοδαπού συμμαθητή οδηγεί στην δίωξή του, κάθε δευτερόλεπτο σιωπής που περνάει κάνει ακόμα δυσκολότερη την παραδοχής του λάθους. Κι ίσως το πιο τραυματικό ερώτημα δεν αφορά την ανώριμα αυθόρμητη παγίδευση του άλλου αλλά τους ανεπαίσθητους, χαμένους λόγους που οδήγησαν στο συγκεκριμένο θύμα. Ένα από τα σκληρότερα διλήμματα που μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς σκαλίζεται ανάγλυφα στο διήγημα Τι να σου πει κι η θάλασσα. Ο μονολογών ατυχεί με την ταυτόχρονη ιδιότητα του γιου και του αυτόπτη μάρτυρα ενός βιασμού μιας τουρίστριας από τον πατέρα του. Η πανικόβλητη φυγή του πρώτα από τη σκηνή και μετά από το νησί δεν τον απαλλάσσει από τους συνεχείς ψυχολογικούς κλυδωνισμούς στους οποίες προστίθεται και η ασφυκτική πίεση της νέας του συντρόφου να καταθέσει υπέρ δικαίου. Εδώ η κορύφωση αναμένει στην δικαστηριακή αίθουσα.

Woodman-Some-disordered-interior-gormetires_525Στον αντίποδα, το περισσότερο βαθύ και εσωτερικό κείμενο αφορά το βιολογικό τέλος ενός άνδρα που υπήρξε η μυστική ερωτική σχέση ενός εφήβου στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Στο διήγημα Σήμερα πέθανες η απώλεια της ευψυχίας επιτάσσεται από τους απαράβατους κοινωνικούς κανόνες· ο άνδρας επιλέγει να εξαφανιστεί από την ζωή της οικογένειας, που μέσα στην άγνοιά της τον χαρακτηρίζει «κενόδοξο». Για τον νεαρό γόνο αυτή η κενή νοήματος λέξη γεμίζει το κενό της με την εικόνα του και γίνεται η αγαπημένη του λέξη: κενόδοξος πλέον είναι κάποιος που αγαπά και του λείπει. Η αυτόνομη προσωπικότητα της γλώσσας καλύπτει ακόμα και την ίδια την αβεβαιότητα της μνήμης:

δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία πέρα απ’ την ανάμνησή μου. Αλλά οι αναμνήσεις δεν είναι αξιόπιστες. Το αντίθετο. Είναι επιρρεπείς στις μεταμορφώσεις. Προσαρμόζονται στις επιθυμίες μας και μας κάνουν τα χατίρια με σκανδαλώδη προθυμία. Δηλαδή τώρα που πέθανες, κανείς πια δεν μπορεί να με διαβεβαιώσει ότι όντως εκείνη η νύχτα συνέβη. Ότι δεν την φαντάστηκα. [σ. 107]

elisa anfusoΗ ίδια δυσπιστία για τα γεγονότα βασανίζει και την διαφορετική διαταραχή του χαρακτήρα στο ομότιτλο και μεγαλύτερο διήγημα της συλλογής. Από την μία γνωρίζει πως «τα γεγονότα δεν λένε την αλήθεια», από την άλλη η «ηλίθια φαντασία» του καλείται να επιβεβαιώσει τους φόβους του, σαν «νίκη θλιβερή και γελοία». Η «διαπίστωση» πως η ερώμενη γυναίκα υποτάσσεται μαζοχιστικά στον σαδισμό μεγαλύτερων αντρών σε δωμάτια ξενοδοχείων τον οδηγεί σε λαβύρινθους παρακολούθησης, επινόησης, επιβεβαίωσης αλλά και πραγματοποίησης ανάλογης πράξης, αναζητώντας απελπισμένα και σαφώς αποτυχημένα την απόλυτη ερωτική εξομολόγηση.

getFile-1212Η συγγραφέας (γεν. 1961) εργάζεται ως μοντέζ και σκηνοθέτης από το 1985, έχοντας στο ενεργητικό της δυο ταινίες μικρού μήκους, την 118λεπτη Ένα τραγούδι δε φτάνει και τη 104λεπτη O Αννίβας προ των Πυλών). Εν τούτοις στα διηγηματικά της πλατώ δεν εκβιάζει την κινηματογραφικότητα των πλάνων της, όσο κι αν όλα σχεδόν τα κομμάτια χουν στιγμές κορυφαίας έντασης. Αντίθετα επικεντρώνει τους φακούς της στις εσωτερικές εντάσεις και τις θυελλώδεις σκέψεις, που κανένα φίλτρο και καμία κάμερα δεν μπορεί να αποδώσει όσο η συγγραφική γραφίδα. Έτσι χειμαρρώδης είναι η ρεαλιστική της γραφή, καθώς παραδίδεται στον εκάστοτε επίκεντρο χαρακτήρα, να εκθέσει ο ίδιος την τραγικότητα της κατάστασής του χωρίς δακρύσματα και οικτιρμούς, όχι όπως θα την εξομολογούνταν σε φίλο αλλά όπως την σκέφτεται ο ίδιος, όπως θα την αναλογίζεται μόνος του. Και είναι γνωστό πόσα ψέματα μπορούμε να λέμε στον εαυτό μας αλλά και την επόμενη στιγμή, πόσο του αντιλογούμε, αναζητώντας την πολυπόθητη απάντηση.

Εκδ. Πόλις, 2013, σελ. 109. Στις εικόνες:  έργα των Jacob Brest (σε αντιστοιχία με τον άνδρα του διηγήματος που βρίσκει «κλειστες» πόρτες), Francesca Woodman (για τις γεωμετρίες του χρόνου) και Elisa Anfuso, η γυναίκα της οποίες ξύνεται μανιωδώς, όπως η Ειρήνη του διηγήματος «Το χειρόγραφο», που ορμάει γυμνή στις σκάλες της πολύκατοικίας και ξύνεται μέχρι να ματώσει μπροστά στα έκπληκτα μάτια ενός ενοίκου.

09
Ιον.
13

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 68

d0a33a_f379d81b83bbb5627cef2cf1cb44d3e6oleanna invitación finalOleanna_Poster_FINAL

David Mamet – Oleanna (1992).

Ολεάνα: το οξύ και κοφτερό έργο του θεατρογράφου των καταιγιστικών διαλόγων με τις πολλαπλές χαρακιές πάνω στη σχέση καθηγητή και φοιτήτριας. Όσο αμήχανα ήταν τα εξώφυλλα των εκδόσεων τόσο σιωπηρώς ομιλητικές είναι οι αφίσες των θεατρικών παρατάσεων ανά τον κόσμο.

07
Ιον.
13

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 126. Άκης Δήμου

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Είναι δύο: ο τρίτος και ο τέταρτος τόμος των έργων μου, που εκδόθηκαν ταυτόχρονα στον «Αιγόκερω», περιλαμβάνοντας τα θεατρικά μου της περιόδου 2007-2012. Αρχίζει με το «Αίμα που μαράθηκε» – τη διασκευή της «Κερένιας κούκλας» του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, που έγραψα για τον Γιώργο Σαχίνη και την ομάδα του – και τελειώνει με τον «Όθωνα και (την) Ποθούλα», που ανέβασαν ο Σταμάτης Φασουλής και η Σοφία Φιλιππίδου το χειμώνα που μας πέρασε.

a2Σκέφτεστε το ενδεχόμενο συστηματικότερης γραφής «μη θεατρικής» λογοτεχνίας;

Μόνο ως υστερόγραφο στην «θεατρική μου λογοτεχνία». Δηλαδή βιαστικά και κάπως επιπόλαια.

Τι σας ώθησε στην συγγραφή θεατρικών έργων αντί άλλων γραφών;

Το γεγονός ότι τελικά ένα θεατρικό μπορεί να γράφεται κατά μόνας (αν και όχι πάντα) αλλά συμβαίνει (πάντα) ενώπιον μαρτύρων. Κι άλλοι λόγοι ίσως. Αλλά δεν τους ξέρω.

Ποιες οι ηδονές και ποιες οι απογοητεύσεις μιας τέτοιας γραφής;

Σε χaειροκροτούν, αν υποθέσουμε ότι… Αλλά εσύ λείπεις πάντα (το δεύτερο το βάζω στις ηδονές. Χωρίς, εννοείται, να μ’ απογοητεύει το πρώτο).

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας έργο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Δεν θα το κάνω. Ούτε να αναπολήσω θέλω ούτε να ανασκοπήσω τις στάσεις μιας διαδρομής που συνεχίζεται. Έτσι κι αλλιώς, ό,τι κι αν πω σήμερα, το βέβαιο θα είναι ότι άλλα εννοούσα τότε που τα έγραφα.

10Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Περιστασιακά, αποσπασματικά και ανολοκλήρωτα… σε  διάφορους χώρους.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Δεν με ακολουθούν αλλά, ευτυχώς, δεν μου γυρνάνε και την πλάτη αν τύχει και συναντηθούμε.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

12Δεν παγιδεύω ιδέες. Πρόσωπα προσπαθώ να παγιδεύσω. Καταλήγοντας να πέσω εγώ στην παγίδα τους. Και να με φυλακίσουν μπροστά σε μια λευκή οθόνη.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Γράφω συνήθως πρωί χωρίς ν’ ακούω τίποτ’ άλλο εκτός από τις φωνές των ηρώων μου. Τώρα αν έχουν κέφι ν’ ακούσουν ή, ακόμη καλύτερα, να τραγουδήσουν κάτι…

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (πχ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

11Τα γνωστά νομικά, τα οποία τελείωσα, υπηρέτησα λίγο, κλείδωσα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Παλιά, πολύ παλιά. Στα βάθη μιας ηλικίας που έψαχνε τον καλύτερο τρόπο να ονομάσει το αίσθημά της και πανηγύριζε νομίζοντας ότι τον έχει βρει (δεν τον είχε).

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Δεν το έχω σκεφτεί. Αλλά τώρα που το λέτε…

Τι 10-γράφετε τώρα;

Ένα(ακόμη) έργο.

Πώς βλέπετε το σύγχρονο ελληνικό θέατρο; Υπάρχουν δημιουργοί ή έργα που σας προσέλκυσαν;

Μετα-κινούμενο στην άμμο του αδυσώπητου παρόντος μας. Όσο για έργα και δημιουργούς είναι τόσα πολλά όσο και κείνα που … μ’ έδιωξαν.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

08Ο Τέννεση Ουίλιαμς, η Λούλα Αναγνωστάκη, η Μάρω Δούκα. Ο Στρατής Τσίρκας, ο Κοσμάς Πολίτης. Η Τζένη Μαστοράκη και η Μαρία Λαϊνά. Η Ντυράς και η Γιουρσενάρ παλιότερα. Και ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ .

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Η «Eroica» του Πολίτη. «Η πόλη» του Σπύρου Πλασκοβίτη. «Η γραμμή του ορίζοντος» του Χρήστου Βακαλόπουλου. Η «Πλωτή πόλη» και «Οι λεύκες ασάλευτες» της Μάρως Δούκα. Το «Σοφό παιδί» του Χωμενίδη, ο «Άχρηστος Δημήτρης» του Γιώργου Συμπάρδη και «Η Ιδιαιτέρα» της Ελιάνας Χουρμουζιάδου. Η «Βιοτεχνία Υαλικών» του Μένη Κουμανταρέα. Η «μεγάλη χίμαιρα» του Καραγάτση και το «Τρίτο στεφάνι» του Ταχτσή – ας μην περάσω τα σύνορα.

Α07γαπημένα σας διηγήματα.

Κάποια του Ρέιμοντ Κάρβερ. Και το «Ωχ, βασανάκια» του Παπαδιαμάντη.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Χρήστος Αστερίου και το «Ίσλα Μπόα» του.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

07bΝομίζω ο Τρέπλιεφ από τον τσεχωφικό «Γλάρο». Ο Χώκλμπερι Φιν. Και ο Κόλιν με την Χλόη του «Αφρού των ημερών».

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το «Εντευκτήριο» θα σας πω και θα μου πείτε ότι μεροληπτώ (για πολλούς λόγους).

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Διηγήματα της Φλάνερυ Ο’ Κόνορ.

06Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε; 

Πάρα πολύ σπάνια για να έχω και προτιμήσεις.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεν διαβάζω στα μέσα μεταφοράς. Συνήθως γράφω με το νου μου, κοιτώντας τους συνεπιβάτες μου ή έξω απ’ το παράθυρο.

99Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ου, ένα σωρό. Συχνά σκέφτομαι ότι αν δεν είχα δει την «Κλυταιμνήστρα;» του Αντρέα Στάϊκου, στην παράσταση του Βασίλη Παπαβασιλείου το 1987, μπορεί και να σκεφτόμουν το θέατρο αλλιώς ή και καθόλου. Πολύ πρόσφατα δε, το «Little Children» του Todd Field με βοήθησε να ολοκληρώσω το τελευταίο μου θεατρικό έργο.  

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

95Αν εννοείτε τα social media, πλήττω αφόρητα. Ακόμη και τ’ αυτιά μου πονούν όταν διάφοροι μου μεταφέρουν τις «εμπειρίες» τους. Από κει και πέρα, μπαίνω σε κάποιες ιστοσελίδες, διαβάζω κάτι που και που, αντλώ κάποιες πληροφορίες… Μέχρι εκεί, δεν είμαι για περισσότερα.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δεν θα έμπαινα ποτέ στη διαδικασία να διαπραγματευτώ ο,τιδήποτε με αντάλλαγμα να παραμένω εσαεί ίδιος.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Οι απαντήσεις, ενίοτε, απογοητεύουν. Οι ερωτήσεις είναι πάντα γοητευτικές, όπως όλες οι αφετηρίες.

Παρουσίαση της νουβέλας του Άκη Δήμου «Ούζο και μελαγχολία»  εδώ.

05
Ιον.
13

Μιχάλης Μακρόπουλος – Σπουργίτω και Γκράχαμ. Δύο νουβέλες

Ήξερbook_coverε και κατάλαβε. Μια ανάσταση, αν δεν είναι θεανθρώπινο θαύμα αλλ’ ανθρώπινη βούληση που πηγάζει από τη μοναξιά, τον πόνο, την λαχτάρα, δεν μπορεί να γίνει συνολικά και μονομιάς, αλλά πρέπει από κάπου να ξεκινήσει, κι ένα νεκραναστημένο όνομα είναι μια αρχή εξίσου καλή με οποιαδήποτε άλλη. Από το παρελθόν ανασταίνεις το όνομα, αυτό βρίσκει τον έως τότε ξένο άνθρωπο και τον φέρνει στα μέτρα του, του δίνει σάρκα φτιαγμένη από μνήμη και πνεύμα που έχει ζήσει ξανά σε άλλο σώμα, όνομα και άνθρωπος είναι πλέον ένα και το αυτό, και η ανάσταση έχει τώρα συντελεστεί. [σ. 30]

 Μια νεαρή γυναίκα μπαίνει στο χωριό ένα ανοιξιάτικο πρωί, όταν «κάθε χρώμα έχει τη μυρωδιά του». Η παντοπώλισσα ψάχνει την απάντηση στην ιδρωμένη πλάτη της, ενώ ο πενηνταπεντάχρονος Σπυρομέλης με το λεξιλόγιο πεντάχρονου απλά ηρεμεί με την ματιά της. Όταν κατασκονισμένη καθίσει στο καφενείο της πλατείας, ο Μητσιμπεράτης θα την ρωτήσει  το όνομά της κι εκείνη θα σχεδιάσει στο χαρτί έναν σπουργίτη. Θα την πάει στην κυρα – Σίγια, στο σπίτι που μυρίζει μοναχικά γηρατειά («γιατί μυρωδιά δεν έχει μόνον η ύλη της ζωής αλλά και η ζωή η ίδια»), κι εκεί στο διάλειμμα της τηλεοπτικής της ζωής, θα μιλήσουν με το πρόσωπο και το βλέμμα και παρά το κολλημένο πάνω της μαύρο ρούχο της μοναξιάς θα την δεχτεί, βαπτίζοντάς την άμεσα με το όνομα και τα ρούχα της χαμένης της κόρης: Δέσπω.

DSC03278Αυτή λοιπόν την ανάσταση συλλογίζεται ο Μητσιμπεράτης και το δράμα εκεί μόλις τώρα αρχίζει, ενώ στο σπίτι του μαίνεται εδώ και έξι χρόνια, από τότε που το ατύχημα της καλής του Λίγιας τους έχει αιχμαλωτίσει σε ατέλειωτες ανταλλαγές φόβου, μίσους και αγάπης. Εκείνη άλλωστε αυτοτιμωρούμενη και τιμωρήτρια, ακριβώς επέλεξε την εθελούσια φυλάκιση, κατηγορώντας τον βουβά αντί να τον μέμφεται ευθέως, σε μια εξάρτηση που βάθαινει και πλάταινει την αγάπη της. Τώρα η Νέα Δέσπω θα κληθεί να βοηθάει και το δικό του σπίτι, κοινώς, κατά την γλώσσα του χωριού, «η μουγγή θα φροντίζει την σακάτισσα».

DSC04103Το τριζοβόλημα του χαλικιού κάτω απ’ τις σόλες της και το βούισμα των εντόμων, όμοια όπως το νερό ξεπλένει το στόμα από μια άσχημη γεύση, ξέπλεναν το μυαλό της απ’ ό,τι βίαιο είχε δει και νιώσει το προηγούμενο βράδυ. Κι ο ρυθμός του βαδίσματός της γινόταν και ρυθμός μέσα της, ένας παλμός που γεννούσε κανονικότητα και γαλήνη. Το ρυθμικό βάδισμα, ο ουρανός, η μουσική των κουδουνιών, οι μυρωδιές της άνοιξης κι όλα της τα χρώματα, ξέσφιγγαν ό,τι μέσα της ήταν σφιγμένο και τ’ άνοιγαν διάπλατο προς τον κόσμο. Ό,τι ήταν έξω, ήταν και μέσα της. Είμαι ο ουρανός, σκέφτηκε… [σ. 67]

Η Δέσπω, νεκρή και αγέννητη θυγατέρα αντίστοιχα, θα μάθει τα γράμματα, από το μολύβι του Μητσιμπεράτη, τα λόγια της ερημίτισσας δασκάλας του χωριού ή την παλαιά ορθογραφία της κυρα Σίγιας, που γράφει το τρέχη και το πηρούνι με ήττα. Θα αναζητήσει τον καθαρμό από την φύση, θα βιώσει μια σχέση έντονης εξάρτησης με την Sian as Pauline  LeonΛίγια, θα συνυπάρξει με περιφερειακούς χαρακτήρες μιας περιφέρειας που αναπαράγεται στον μικρόκοσμό της, από τον τρελό ως τις αρχές του τόπου και θα περάσει την Μεγάλη Εβδομάδα έχοντας κρυμμένες τις δικές της Εβδομάδες, ή καλύτερα, Χρόνια ολόκληρα Παθών, προτού φτάσει ως την άκρη τους. Κι όταν τελειώσει κι αυτή η άκρη, η τραγική ζωή της θα χωρέσει σε λίγες σελίδες.

Αν η «Ξένη» της πρώτης και μεγαλύτερης νουβέλας είναι πλήρως εξαρτημένη, εκείνος της δεύτερης διαβιεί σε πλήρη ανεξαρτησία στην αυτοσχέδια παράγκα του σε μια απότομη παραλία. Και εκείνος έχει άγνωστο παρελθόν, που μια περαστική παρέα του κολλά ερήμην του, σαν ουρά από πολύχρωμα χαρτάκια σε ξεσχισμένο χαρταετό. Ο ζωγράφος Γκράχαμ ακούει διαρκώς μια χιλιοπαιγμένη κασέτα με το Άστραλ Γουίκς του Βαν Μόρρισον, προκαλεί ανάμεικτες αντιδράσεις στα προσκεκλημένα μέλη της, έλκει και έλκεται από την Μαρία, εκτοξεύει θραυσματικά κοινωνικά σχόλια, χάνεται σε μια φωτογραφία, DSC03274αναζητά τις απαντήσεις του στην έρημη φύση και πασχίζει να επανασυνδεθεί με την τέχνη του, με τον τρόπο…

…που σαν ζωγράφος ανάσαινε, αργά και βαθιά, όποτε βρισκόταν έξω στην ύπαιθρο έχοντας μπροστά του τον άδειο μουσαμά, που σιγά σιγά γέμιζε, και παραπίσω έναν δρόμο που ξετυλιγόταν ευθύς ή καμπυλωτός, ένα χάλασμα, τον ουρανό· κι ένιωθε τον τρόπο που κοιτούσε σαν ζωγράφος, πως μάτια και παραμέσα κι άλλα μάτια, κι άλλα πιο μέσα, άνοιγα απανωτά, για να φτάσει ο κόσμος ως τα δάχτυλά του που βαστούσαν το χρωστήρα και να γίνει εικόνα. [σ. 132]

DSC04108Αν η «επαρχιακή» ζωή αγωνίζεται να ξεγλιστρήσει από την  μοναξιά και τον κοινωνικό έλεγχο, οι αγώνες των ξένων που επιχειρούν εκεί να συνεχίσουν ή να επανασυγκολλήσουν την ζωή τους μοιάζει ακόμα δυσκολότερη. Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι χαρακτήρες των ιστοριών προσπαθούν να σταθούν σ’ έναν κόσμο όπου όλα μοιάζουν λανθασμένα ή τυχαία, ψυχανεμιζόμενοι την ίδια στιγμή πως , ό.τι συνέβαινε, δε συνέβαινε τυχαία, πως υπήρχαν αντιστοιχίες κι αναλογίες στα πράγματα, συμμετρίες, αντιθέσεις που τόνιζαν τις συμμετρίες αυτές και, σαν κλειδί στην κλειδωνιά του, κλείδωναν τις αντιστοιχίες, τη μια μέσα στην άλλην, και κύκλοι έκλειναν και μεγαλύτεροι ανοίγονταν. [σ. 27]

Εκδ. Γιάννης  Πικραμένος, 2011, σελ. 144.

Ο συγγραφέας (και μεταφραστής) στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.

Ο πρώτος και τελευταίος πίνακας είναι του Γιάννη Κολέφα από το Σταυροσκιάδι Πωγωνίου,  ενώ ο ενδιάμεσος απεικονίζει πώς φαντάζομαι την Δέσπω.  Οι δυο φωτογραφίες είναι του συγγραφέα.




Ιουνίου 2013
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930

Blog Stats

  • 1.043.404 hits

Αρχείο