Αρχείο για Μαΐου 2013

31
Μάι.
13

Χάρης Μαυρομάτης – Οι εξορίες του ιεροκήρυκα Σέργιου Σκανδάλη

mayromatis-exoriesΑκόμα και εξόριστος στα κακοκτράχαλα βουνά, ο άλλοτε κοσμικός ιεροκήρυκας μικρής επαρχιακής πόλης Στέργιος Σκανδάλης δεν ξεχνάει τις συνήθειές του: ελαφρό ρίμελ και σκιά στο κάτω μέρος των ματιών του και αραιό άρωμα στην άκρη του μαντιλιού του. Έτσι επιτηδευμένα ταλαιπωρημένος βγαίνει από τον ξύλινο οικίσκο του περιορισμού του Δασικό Χωριό Κέδρος μπροστά στην θέα, ενώ στα αθέατα μέρη πίσω από το βουνό πνέει τα λοίσθια ο εμφύλιος. Αλλά τα δάκρυά του διαλύουν κάθε καλλωπισμό και μετατρέπονται σε κόκκους δύσοσμους και ελεεινούς όπως οι κόκκοι της αμαρτίας του Αγίου Αντωνίου των Ερήμων ή ο λεροί βόστρυχοι του Αγίου Συμεών του Στυλίτη, ο οποίος έπασχε, ως γνωστόν, από έναν έντονο χριστοκίνητο μαζοχισμό ακραίας μορφής.

Μόνο η Αγία Γραφή και το Ιερό Κοράνι γαληνεύουν τον ιεροκήρυκα από τον εξοριακό πόνο. Όσο κι αν ξαποσταίνει όμως στους παρηγορητικούς τους λόγους, του λείπει το δεσποτικό του Αγίου Νικολάου, στη μέση του ναού, με το απέναντι παράθυρο να βλέπει το μπαλκόνι του σπιτιού της κυρίας Θέκλας, γηραιάς κυρίας αλλά ικανής συνομιλήτριάς του. Τα λόγια του τελευταίου κηρύγματος στον εσπερινό της Αγίας Άννας στις 8 Δεκεμβρίου 1949 έρχονται και ξανάρχονται στο μυαλό του. Όταν κατέβηκε από το δεσποτικό και βγήκε από τον ναό, τον περίμενε η πατρική αγκάλη του Μητροπολίτη Άρτης, που με το στρατιωτικό τζιπ τον οδήγησε στην εξορία για ίαση της ψυχής και καταλάγιασμα του πνεύματος.

~~~Εκεί που βρίσκεται τώρα οι λέξεις περισσεύουν, καθώς δεν χρησιμοποιεί παρά ελάχιστες για τις ανάγκες του, ενώ οι σωματικές του ταραχές απαλύνονται στο σώμα της γης, ανοίγοντας οπές στο πετρωμένο χώμα ή το παγωμένο χιόνι. Ήχοι που τον συντροφεύουν: οι χτύποι του καλεμιού από τους Καλαρρύτες, οι τσελιγκάδες του Συρράκου, τα σφυρίγματα των ζωοκλεφτών, η ψαλμωδία ενός ιερέας από το Μυρόφυλλο των … Τρικάλων. Συχνοί επισκέπτες του οι αντάρτες που έρχονται να πιούν και να πλυθούν, ενώ οι αυτοσχέδιες λειτουργίες του στο κεφαλόσκαλο του σπιτιού έχουν ως αντίφωνο τον βόμβο των εκρήξεων. Μέχρι τη στιγμή που εμφανίζεται ένας διαφορετικός επισκέπτης, ο νεαρός Νικόλαος Κοντόπουλος που επιθυμεί να γίνει μοναχός και του υπόσχεται την επιστροφή…

Θα σε πάρω πρώτα πρώτα εσένα αποδώ και θα σε κατεβάσω στην πόλη, να βρεις τους άμβωνες που σου έλειψαν. Θα σε αφήσω εκεί να μείνεις στα κελιά του Αγίου Κωνσταντίνου και να γυρνάς τις νύχτες σα φάντασμα στις εκκλησιές που άφησες γύρω σου. Να εμφανίζεσαι ξαφνικά στις απογευματινές συγκεντρώσεις των γυναικών, στα τζάμια των καφενείων των αντρών τις νύχτες του χειμώνα. Να περπατάς υπό βροχή ως σύνολο οστών και δέρματος στον έρημο κεντρικό δρόμο και να τρομάζεις τους χωροφύλακες που περιπολούν.

Άγιος Βασίλειος 4Ο επιστροφέας κουρνιάζει σε εγκαταλειμμένο σπίτι, ξεχνιέται με τα απομεινάρια του αλλοτινού κατοίκου –  ζωγραφισμένα σκηνικά θεάτρου και σχέδια ανάπλασης της πόλης –  και επαναλαμβάνει τα σπαρακτικά του κηρύγματα στον άμβωνα ως άγνωστος και σαλός ή σε μια ολονυχτία απέναντι απ’ την κόγχη του ιερού του Αγίου Βασιλείου, της ταπεινής βυζαντινής βασιλικής της πόλης. Στην δεύτερη αυτή εξορία του, μέσα στον κόσμο αυτή τη φορά, ανακαλεί πλήθη οικογενειακών αναμνήσεων, βρίσκει μια ιδιότυπη προστασία από κάποιον μυστηριώδη πολίτη, ενοικεί υπό την σκέπη των τριών μονοθεϊσμών και οδηγείται στην πολυπόθητη συνάντηση με τον Ιβηρίτη πλέον μοναχό Ευσέβιο, πρώην Νικόλαο, που προσθέτει την δική του αδιανόητη ιστορία, με προσωπικές αποκαλύψεις στο σπειροειδές σχήμα του δαπέδου στο Καθολικό της Ιεράς Μονής Ιβήρων, φώτα άκτιστα και ειλητάρια μικροσκοπικά. Ένας πλαγιογράμματος σχολιαστής μπολιάζει με ειρωνεία την συγγραφική πένα, ενώ ένας άλλος πρωτοπρόσωπος παρατηρητής εμπλέκεται με τον δικό του τρόπο στην ιστορία.

Ο ναός της Παρηγορήτριας  της Άρτας - 1897Όπως και στον Κήπο των Νεκρών, την προηγούμενη, νουβέλα του συγγραφέα, έτσι κι εδώ ο αναγνώστης βρίσκεται εν μέσω διαφορετικών ειδών και αντικρουόμενων διαθέσεων. Η πίστη δανείζεται από την βλασφημία, η θρησκευτικότητα διασπάται από την αποκαθήλωσή της, η σοβαρότητα των καταστάσεων με την διακωμώδηση των συστατικών τους, η συγκινησιακή διήγηση από μια οξύτατη παρωδία. Ο πυρήνας όμως της αφήγησης είναι κατάφωτος αναζητήσεων που σκοπίμως μένουν ημιτελείς, όπως η ομίχλη της άλλοτε περίλαμπρης πόλης με την απωλεσθείσα (ή κρυμμένη) βυζαντινότητα, καθώς οι σύγχρονοι περιπλανώμενοι της παραδίδονται ή κατασκευάζουν ή διαφεύγουν από τις αμέτρητες προσωπικές εκδοχές του Θεού ή ενός Θεού, που, όπως εκείνος του Στέργιου, «είναι ρευστός, παίρνει το σχήμα του δοχείου όπου τον τοποθετεί».

Per_66491Ο συγγραφέας (Άρτα, 1946) εργάστηκε ως δημοσιογράφος και τραπεζικός. Καθώς, όπως μαθαίνω, επικοινωνεί σπάνια με τον συγγραφικό και αναγνωστικό περίγυρο, ας γνωρίζει πως είναι προσκεκλημένος στο Αίθριο του Πανδοχείου.

Εκδ. Εστία, 2013, σελ. 114

.Στις εικόνες: ο Άγιος Βασίλειος στην Άρτα, μια ιδιαίτερη περίπτωση περικαλλούς ναού που επιτέλους βρίσκει τη θέση του στην λογοτεχνία και η περίφημη Παρηγορίτισσα με τιμητική φρουρά εις ανάμνησιν.

30
Μάι.
13

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 125. Νίκος Ξένιος

580120_3542530525363_1937888738_nΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;  

Το δεύτερο βιβλίο μου, Ένα τριάρι για τον Οιδίποδα είναι νουβέλα («Φαρφουλάς», 2012). Ένας παλαίμαχος αιγυπτιώτης ηθοποιός παλεύει με τη μνήμη της πεθαμένης του γυναίκας  και με την παρεφθαρμένη του οπτική της πραγματικότητας, αναπλάθοντας έτσι το κλίμα της μεταπολεμικής Ελλάδας, της Ελλάδας της ανασυγκρότησης και το πέρασμα στη νέα χιλιετία. Οι συνειδησιακές του επιλογές φαντάζουν απολίθωμα μιας άλλης εποχής στο πλαίσιο μιας Αθήνας όπου τη θέση των πολιτειακών ιδεωδών έχουν πάρει οι καιροσκοπικές αντιλήψεις και ο αμοραλισμός. Στο μικρό του τριάρι οι αγαπημένες του γυναίκες θα παραστούν στην πρόβα που κάνει για την τελευταία του παράσταση του Οιδίποδα επί Κολωνώ.

triari-oidipodas-smallΘα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);  

Η συλλογή διηγημάτων Το άχτι είναι το πρώτο μου βιβλίο και κυκλοφόρησε το 2011 από τις εκδόσεις «Φαρφουλάς». Κοινός παρονομαστής των δεκαέξι αυτών διηγημάτων είναι ένα συναίσθημα αγανάκτησης και δυσανεξίας προς όσα αποκόπτουν τον άνθρωπο από τις ρίζες του, τον αληθινό του εαυτό, τα αγαπημένα του πρόσωπα, την αλήθεια των επιλογών του, τον κοινωνικό περίγυρο. Είναι απάνθισμα από μια ευρύτατη παραγωγή διηγημάτων που ξεκίνησα να γράφω ήδη από το 1989. Το ξεσκαρτάρισμα δεν είναι ζήτημα τελειομανίας, αλλά ουσίας για μένα.

xenios-smallΤο Άχτι χαρακτηρίστηκε ως δυναμική είσοδός μου στον τόσο ιεροποιημένο χώρο της δημοσιευμένης λογοτεχνίας, ενώ με το Ένα τριάρι για τον Οιδίποδα απέτισα φόρο τιμής σε κάποιες αφηγηματικές αρετές που θαυμάζω σε άλλους, και δη σε ανθρώπους που δεν υποδύονται τους αφηγητές αλλά αφηγούνται ακατάπαυστα. Η μικρή φόρμα είναι πλησιέστερη ιδιοσυγκρασιακά σε μένα, αλλά δεν αποκλείω το μυθιστόρημα Σπλάχνα που ετοιμάζω να με οδηγήσει κάπου αλλού. Πάντως κύριος πόθος μου ήταν –και παραμένει- η λογοτεχνία μου να είναι δραστική, και όχι απλώς ένα αισθητικό γεγονός.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Κυρίως γράφω σε καράβια, παραλίες και τραίνα. Στο γραφείο του σπιτιού μου υπάρχει ένα τρισάθλιο λαπτοπ όπου κατόπιν μεταφέρω και, φυσικά, «πετσοκόβω» τα φλύαρα κείμενά μου ώστε να τα αντέχω κάπως και ο ίδιος.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους; 

HermannBrochTypingΥπάρχει ένας πράκτορας σε κάθε βιβλίο μου που κατασκοπεύει τις κινήσεις των ηρώων. Αυτός έχει την ιδιότητα αφενός να ακροβατεί σαν παληάτσος σε τεντωμένο σκοινί κι αφετέρου να με περιπαίζει. Από τις γκριμάτσες δυσαρέσκειας και ειρωνικής αποδοκιμασίας του ενημερώνομαι για το αν κάποιοι ήρωές μου είναι παραμελημένοι ή αφημένοι στη μοίρα τους, ώστε να αναλάβω να φέρω εις πέρας αυτήν την κηδεμονία για την οποία δεν είμαι άξιος. Για το αν καιροφυλακτούν να επανεμφανισθούν σε επόμενο βιβλίο. Στην ουσία, ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ δεν γράφουμε όλοι μας;

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν τίθεται bernard-marie_koltesζήτημα «παγίδευσης» ιδεών στη δουλειά του λογοτέχνη. Οι ιδέες υπάρχουν για να διατυπώνονται σε προφορικό λόγο. Αντιθέτως, η λογοτεχνία καταγράφεται χωρίς να προσφεύγει στον ήχο των λέξεων και στη ρητορική, παρά μόνο στη σιωπή. Είναι σιωπηρή η λειτουργία που την αποκαλύπτει, δηλαδή. Το μόνο θέμα που τίθεται είναι να διατηρήσεις την ψυχοσυναισθηματική σου φόρτιση χωρίς να τη μεταφέρεις στο χαρτί. Και να στραφείς στον ανθρώπινο πόνο ξεχνώντας τα δικά σου ζητήματα, τα προσωπικά.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ολοκληρώνω μέχρι την τελευταία λέξη στο μυαλό μου το κείμενο και μετά κάθομαι να το γράψω. Επειδή όμως δεν το θυμάμαι, αρχίζω να το κοινοποιώ στους φίλους που εμπιστεύομαι. Στο τέλος έχει αλλάξει τόσες φορές που E.M. Forsterδεν το αναγνωρίζω και ο ίδιος. Η δε τελετουργία είναι συνυφασμένη με ακατάσχετο κάπνισμα. Ο καρκίνος, νομίζω, θα είναι το αποτέλεσμα πολυετούς ενασχόλησης με τη γραφή. Δεν αντέχω καμια μουσική όταν γράφω ή όταν διαβάζω, γιατί με αποσπά.

Σχεδόν αποκλειστικά ακούω κλασική μουσική και έθνικ. Από τα ελληνικά σαφώς προτιμώ το παλιά λαϊκά τραγούδια. Αστεϊζόμενος, βέβαια, και προκαλώντας ισχυρίζομαι στους φίλους μου πως «εγώ μεγάλωσα με Μαρινέλα», αλλά αυτό μου προκαλεί, ταυτόχρονα, βαθύτατη θλίψη. Είχα την τύχη, παρά τη φτώχεια τους, οι γονείς μου να είναι κοσμοπολίτες και να με στείλουν στο Ωδείο να μάθω κλασική κιθάρα. Τελικά κιθαρίστας ποτέ δεν έγινα, αλλά κάτι έμεινε. Οι νέες, πειραματικές μορφές μουσικής με ενδιαφέρουν και μπροστά τους αποκαλύπτομαι. Η μουσική για μένα είναι συνυφασμένη με τον χορό, δεδομένου ότι χορεύω πολλά χρόνια συστηματικά φλαμένκο.

Annemarie_Selinko_1_photoΠοιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω σπουδάσει στη Φιλοσοφική Ρεθύμνου, έκανα μεταπτυχιακά με τον Κορνήλιο Καστοριάδη στην École des Hautes Études, στο Παρίσι, και διδακτορική διατριβή στην Πολιτική Φιλοσοφία, στο Πάντειο. Κάποτε φιλοδοξούσα να διδάξω στο Πανεπιστήμιο, έτρεχα από συνέδριο σε συνέδριο και υπέβαλλα βιογραφικά, δημοσίευα άρθρα επί άρθρων και έπληττα αφόρητα. Ωστόσο οι πόρτες του ακαδημαϊκού κατεστημένου θα άνοιγαν με βαρύ τίμημα και ευτυχώς ανέκρουσα πρύμνην. Έκτοτε βιοπορίζομαι ως ευτυχής φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση.

Ray BradburyΓια καλή μου τύχη υπάρχει μια γενικότερη παραδοχή των αναγνωστών μου πως τα κείμενά μου  δεν παραπέμπουν σε φιλόλογο. Και τις ελάχιστες φορές που άκουσα σχόλιο του τύπου «η μόρφωσή σου φαίνεται στα γραπτά σου» αυτομάτως θεώρησα το εν λόγω κείμενο αποτυχημένο. Ευτυχώς η δουλειά μου δεν αντανακλά στο θεματολόγιο ή στον τρόπο προσέγγισής μου της γραφής (στη δουλειά μου νοιώθω αρκετά ευτυχής, ενώ όταν γράφω υποφέρω), εκτός πια αν μιλάμε για τον ηθικό κώδικα που διέπει και τα δύο.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Τpeter-handke-210911-540x304ο έχω επανειλημμένως επιχειρήσει. Δεν είμαι σε θέση να αξιολογήσω το αποτέλεσμα, ωστόσο νομίζω πως η ποίηση είναι ένα διαφορετικό ψυχοφυσιολογικό γεγονός από την πεζογραφία. Με ενδιαφέρει, πάντως, αν και δεν συμμερίζομαι την ιεράρχηση που θέτει την ποίηση στην κορωνίδα της αφαίρεσης, ίσως γιατί φιλοδοξώ να την αγγίξω με τον πεζό λόγο.

Με ποιο τρόπο έχετε ασχοληθεί και με το Θέατρο; Σας έχει απασχολήσει η ιδέα συγγραφής ενός θεατρικού έργου;

Έχω γράψει τρία θεατρικά έργα και δυο λιμπρέτι για παιδική όπερα. Η απόλυτη αφήγηση είναι η κύρια λογοτεχνική φιλοδοξία μου σήμερα.

jules verneΑν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;   

Θα με ενδιέφερε ο Ιούλιος Βερν. Ο Λάο Τσε. Ίσως και η Μαίρη Σέλλευ.  Επίσης, θα με ενδιέφερε ένας ιδιοφυής μουσικός.  

Τι γράφετε τώρα; 

Ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα που τιτλοφορείται «Τα σπλάχνα». Πρόκειται για μιαν οδυνηρή πτήση μέσα από τα σπλάχνα της Ευρώπης, όπου πρωταγωνιστούν οι τόποι.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς. 

Ευριπίδης, Στρίντμπεργκ, Σαίξπηρ, Τένεσυ Ουίλιαμς, Κολτές, Ιούλιος Βερν, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Τζόναθαν Σουίφτ, Νικολάι Γκόγκολ, Τσέχωφ, Χόρχε Λουι Μπόρχες, Κάφκα, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Αν-Μαρί Σελίνκο, Κρόνιν, Μαργκερίτ Ντυράς, Χ. Μέλβιλ, Τόμας Μαν, Σαρλότ Μπροντέ, Γκαίτε, Ε.Μ. Φόρστερ, Ουίλιαμ Φώκνερ, Τζων Στάινμπεκ, Ε. Αλ. Πόου, Χέρμαν Μπροχ, Ρέυ Μπράντμπερυ, Πέτερ Χάντκε, Πατρίτσια Χάισμιθ, Βιρτζίνια Γουλφ, Αλμπέρ Καμύ, Τζ. Μ. Κουτσί, Μ.Β.Λιόσα, Φίλιπ Ροθ, Ρέιμοντ Κάρβερ, Σκαρίμπας, Κουμανταρέας, Χειμωνάς, Καραπάνου, Σωτηροπούλου, Δημητρίου, Φάις, Γονατάς, Δημητριάδης, Ζατέλη και πάει λέγοντας.

marquezΑγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Η «Παρτίδα σκακιού», ο «Μάκβεθ», «Ο Ορφέας στον Άδη», ο «Αγώνας νέγρων και σκύλων», «Ο κόμης Μοντεχρήστος», «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ», η «Ντεζιρέ», «Το Μαγικό Βουνό», «Το χωριό Στεπαντσίκοβο», «Το υπόγειο», «Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ», η «Τζέην Έαρ», «Τα νεανικά χρόνια του Βίλχελμ Μάιστερ», «Ο φύλακας στη Σίκαλη», το «Καθώς ψυχορραγώ», «Η θεία Χούλια κι ο γραφιάς», «Οι υπνοβάτες», το «Μεφίστο», το «Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου», το «Στον φάρο», «Ο ξένος», «Η ναυτία», «Η αρρώστεια του θανάτου», «Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι», αλλά και «Το τέλος της μικρής μας πόλης», «Η φάρσα», το «Ντιαλιθ’ιμ Χριστάκη», το «Και με το φως του λύκου επανέρχονται», «Το δαιμόνιο», ο «Πεισίστρατος», «Τα κτερίσματα» και πολλά άλλα που σίγουρα ξεχνώ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

durasΤα διηγήματα του Τσέχωφ, του Τσβάιχ, του Ουάιλντ, του Μωπασάν και του Μπόρχες, τα παραμύθια του Άντερσεν. Τα κείμενα του Σάλιντζερ, του Κόνραντ, του Πεντζίκη, του Παπαδιαμάντη, του Βιζυηνού, του Θεοτόκη, του Δούκα, του Μηλιώνη, του Χατζή, του Βαλτινού, του Χάκκα, του Κυριακίδη και του Δημητρίου.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ναι, πολλοί. Ο Δημήτρης Σωτάκης, ο Χρήστος Αγγελάκος, ο Σπύρος Καρυδάκης, η Έλενα Μαρούτσου, η Αγγελική Μαρίνου, ο Γιώργος Μητάς, ο Νίκος-Αδάμ Βουδούρης και ο σχεδόν άγνωστος Γιάννης Χρυσούλης  (Τα απομνημονεύματα ενός ανθρώπου).

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

riley-krug-philip-rothΟ κόμης Μοντεχρήστος, φυσικά. Α, και ο Τρελαντώνης.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Η «Οδός Πανός», γιατί διατηρεί σταθερά το ύφος αυτό του αιώνιου νοσταλγού της γενιάς των μπητ. To «Εντευκτήριο», τα παλιά θεματικά αφιερώματα του «Διαβάζω» και το «Δέντρο». Ο «Πόρφυρας» και ο «Φαρφουλάς» για τη γνησιότητά τους.  

Τι διαβάζετε αυτόν τον καιρό;  

Εφτά ή οκτώ βιβλία ταυτόχρονα. Συγκεκριμένα, τις  «Εικόνες από τη ζωή στο χωριό» του Άμος Οζ, τα διηγήματα της Ελ. Χριστοφοράτου, τα υπό έκδοσιν βιβλία της Γιούλης Αναστασοπούλου και του Σοφοκλή Ρόκου και, δειλά-δειλά, το «1Q84» του Μουρακάμι. Ίσως γιατί φοβάμαι, διαρκώς αναβάλλω τους Ηλία Έρενμπουργκ, Ρόμπερτ Μούζιλ, Κάρσον Μακ Κάλερς, Ντον Ντε Λίλο και Ρομπέρτο Μπολάνιο. Είμαι βέβαιος πως θα λατρέψω καμιά δεκαριά ακόμη σύγχρονους έλληνες, όταν διαβάσω τα βιβλία τους. Επί παραδείγματι, άμεσα σκοπεύω να διαβάσω Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, Κάλλια Παπαδάκη, Γιάννη Παλαβό, Μαρία Φακίνου, Γιάννη Μακριδάκη, Ιωάννα Μπουραζοπούλου και Χρήστο Οικονόμου.

bronteΔιαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Κάνω λογοτεχνικές παρουσιάσεις (επ’ουδενί δεν θα τις βάφτιζα «κριτικές») στην book press, που είναι ηλεκτρονική και πολύ καλαίσθητη. Περιέργως, σπάνια διαβάζω κριτικές, είτε λογοτεχνικές, είτε κινηματογραφικές, είτε θεατρικές. Αφήνομαι περισσότερο στο ένστικτό μου.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Ναι, θυμάμαι πως σε δύο νύχτες συνεχούς διαδρομής με τραίνο, και με κατεύθυνση την Ανδαλουσία,  διάβασα τους τρεις πρώτους τόμους του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Προυστ.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή; 

Bent-C.-Moore-V.-De-Waele-590x393Είμαι μανιώδης κινηματογραφόφιλος και η συγγραφή σεναρίου είναι το όνειρό μου. Το ίδιο ισχύει για το θέατρο. Βλέπω σινεμά και θέατρο αδιαλείπτως και, όλο και περισσότερο, ταυτίζομαι με τον σεναριογράφο ή τον θεατρικό συγγραφέα. Αγαπημένοι μου σκηνοθέτες είναι ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, ο Χανς Γιούργκεν Ζύρμπεμπεργκ και ο Ακίρα Κουροσάβα από τους κλασικούς και ο Λαρς φον Τρίερ, ο Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιαρίτου και ο Μίκαελ Χάνεκε από τους σύγχρονους. Περιέργως τα σκήπτρα στις κινηματογραφικές μου προτιμήσεις κατέχουν οι κατά τα λοιπά απεχθέστατες βορειοευρωπαϊκές χώρες. Μου αρέσουν οι ταινίες του Βούλγαρη. Η θεατρική σκηνή που με συγκλόνισε ήταν από το «Μπεντ», όταν δυο φυλακισμένοι στο Άουσβιτς, σ’ ένα διάλειμμα ορθοστασίας μέσα στα καταναγκαστικά έργα, κάνουν έρωτα με τα λόγια. Αγαπημένη μου θεατρική σκηνοθέτις είναι η Αριάν Μνούσκιν, οι παραγωγές της οποίας αγγίζουν την τελειότητα.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Θετικές. Θα προτιμούσα να μην μου ροκάνιζε τόσον χρόνο.

mnouschine Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δεν νομίζω ότι τίθεται καν θέμα διλήμματος. Για την αιώνια νιότη τα περιγράμματα είναι ασαφή, όμως φυσικά θα εκλιπαρούσα για την αιώνια ζωή, με οιοδήποτε τίμημα. Και μόνο η ιδέα ότι θα είχα θέματα να καταγράφω για αιώνες ολόκληρους θα με έβαζε στη διαδικασία να εξαπατήσω τον Μεφιστοφελή, περιμένοντας να ξεχάσει σε κάποιαν απώτερη στιγμή τη συμφωνία μας και να με αφήσει να τα γράψω.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα 523363_3891989701624_1687505204_nσας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Η ερώτηση που δεν μου κάνατε είναι: «…χωρίς βιβλία στη ζωή σου,  τι να την κάνεις την αιώνια νιότη ρε φίλε;». Καλύτερα όμως γιατί, σε περίπτωση που θα μου την κάνατε, αυτόματα θα αναθεωρούσα την αμέσως προηγούμενη απόφασή μου.

Στις εικόνες: Hermann Broch, Bernard – Marie Koltès, E.M. Forster, Annemarie Selinko, Ray Bradbury, Peter Handke, Jules Verne, Gabriel Garcia Marquez, Marguerite Duras, Philip Roth, Charlotte Bronte, σκηνή από το αναφερόμενο θεατρικό έργο Bent, Ariane Mnouchkine.

27
Μάι.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 137

william styronΚρίστοφερ Χίτσενς, εκδ. Μεταίχμιο, μτφ. Μιχάλης Μακρόπουλος, 2011, σ. 49 [Cristopher HitchensHitch 22, 2011].

Μου είπε κάποτε ο Γουίλιαμ Στάιρον, συγγραφέας του μυθιστορήματος Η εκλογή της Σόφι, σ’ ένα βρόμικο εστιατόριο στο Χάρτφορντ του Κονέκτικατ, για μια χρυσή στιγμή στο Παρίσι, όταν περίμενε να του δοθεί ένα μεγάλο χρηματικό βραβείο, μια ταινία στολισμένη με θυρεούς, ένα παράσημο για τα επιτεύγματά του στη λογοτεχνία κι ένα πλούσιο δείπνο όπου όλοι του οι φίλοι ήταν καλεσμένοι. «Κοιτούσα με λαχτάρα έξω στο δρόμο, στην άλλη μεριά του φουαγιέ. Κι όταν λέω με λαχτάρα, το εννοώ. Σκεφτόμουν ότι αν μπορούσα να ορμήσω μέσ’ από εκείνες τις βαριές περιστρεφόμενες πόρτες, ίσως κατάφερνα να βρεθώ κάτω από τις ρόδες εκείνου του σπλαχνικού λεωφορείου. Και τότε η αγωνία μου θα έπαυε.

25
Μάι.
13

Ελένη Λαδιά – Μυθολογικά Παράδοξα και ένα διήγημα

MYTHOLOGIKA_PARADOXAΜολονότι ανεξάρτητοι οι τέσσερις κόσμοι (πραγματικός, ονειρικός, μυθολογικός, φαντασιακός) και μη συγκρινόμενοι (αφού άλλωστε μόνο τα όμοια συγκρίνονται), παρουσιάζουν μία δομή και μία λογική διάρθρωση. Διαθέτουν νόμους, κρυφούς ή φανερούς. Το παράδοξο, το παράξενο και το μη σύνηθες φυτρώνει όπου υπάρχει νομοτέλεια, σπάζοντας την αλυσίδα της όποιας δομής…

… γράφει η συγγραφέας που έχει προσεγγίσει τον αρχαίο κόσμο με πλείστους τρόπους – μυθιστορήματα, διηγήματα, αφηγήματα, μεταφράσεις, οδοιπορικά αλλά και μελετήματα, όπως τα Ψυχομαντεία και ο υποχθόνιος κόσμος των Ελλήνων ή εκείνα που απαρτίζουν τον παρόντα τόμο αλλά και εκείνον που θα παρουσιαστεί σε επόμενη ανάρτηση, τους Έλληνες παίδες στην αρχαιότητα.

main_''ARRHTH_KORH''_PHOTO_6«Ο καθρέφτης και μια περίπτωση κατροτρομαντείας» εκκινεί από μια φράση από το γνωστικό ευαγγέλιο του Φιλίππου: «Κανείς δεν μπορεί να δει τον εαυτό του στο νερό ή στον καθρέφτη χωρίς φως». Από το ναό της Μελαίνης Δήμητρος στην Λυκόσουρα της Αρκαδίας, τής κατά μία παράδοση βιασθείσας από τον Ποσειδώνα θεά, όπου στον αλλιώτικο καθρέφτη στην έξοδο του ναού έβλεπε κανείς τον εαυτό του αμυδρά αλλά ξεχώριζε τα αγάλματα των θεών, μέχρι το Σιγηλό μνήμα του Νάρκισσου κοντά στο Αμφιάρειο, το κάτοπτρο φανερώνει μια παραχαραγμένη αλήθεια, καθώς διπλασιάζει ή πολλαπλασιάζει το αληθές, που χάνει έτσι την αυθεντικότητά του – «δόλιον» το αποκαλεί ο Νόννος, απατηλό και νόθο αντίτυπο.

Ιερά Οδός προς Άρρητη Κόρη~322551-253-1(1)Το κείμενο «Ο Ζάλμοξις και το υπόγειο» αναφέρεται στα σπήλαια και όλους τους υποχθόνιους τόπους, που σχετίζονται πάντα με την μεταφυσική γνώση. Ο δούλος το Πυθαγόρα Ζάλμοξις, θεός των Γετών, πρώτα έφτιαξε μια αίθουσα εν είδει πανδοχείου και συγκέντρωσε τους καλύτερους πολίτες για να τους διδάξει την αθανασία, και κατόπιν  κατασκεύασε ένα υπόγειο και εξαφανίστηκε εντός του για τρία χρόνια, για να εμφανιστεί μετά ως αθάνατη ψυχή. Επρόκειτο για πανουργία, που είχε ως αποτέλεσμα την μέγιστη ανδρεία των συμπατριωτών του, ή απλά όπως όλα τα πλάσματα που ζουν στα άντρα και τα σπήλαια, είχε μια ιδιαίτερη ροπή στη μοναξιά και στο στοχασμό;

Αν στο αλληγορικό πλατωνικό υπόγειο σε σχήμα σπηλιάς, επιμηκυσμένο υπό το φως του ήλιου, οι δεσμώτες της απαιδευσίας συνυπάρχουν με τους καλύτερους πολίτες χάριν του κοινού οφέλους, ακριβώς αντίθετη αντίληψη πρεσβεύει ο ήρωας το ντοστογιεσφκικού Υπογείουmain_arriti_kori3 (που έχει επαρκώς μελετήσει η συγγραφέας), ο οποίος στήριξε το διανοητικό του οικοδόμημα πάνω στην αντιστροφή της δελφικής προσταγής «γνώθι σαυτόν». Ο υποχθόνιος, ανώνυμος άνθρωπος ωρύεται από τα συνειδησιακά του βάθη: όχι, δεν είναι καλό να γνωρίζει ο άνθρωπος τον εαυτό του.

«Η κρεμασμένη κούκλα των Δελφών» αναφέρεται στην ορφανή παιδίσκη Χάριλα που σε εποχή ξηρασίας ζήτησε σιτάρι από τον βασιλιά αλλά εκείνος την χτύπησε στο πρόσωπο· η περήφανη μικρή έλυσε τη ζώνη της και κρεμάστηκε. Ο δελφικός χρησμός ζητούσε από τον βασιλιά να εξευμενισθεί η αυτόχειρη παρθένα και καθιερώθηκε τελετή καθαρμού με αναπαράσταση του συμβάντος που τελείωνε με το θάψιμο μιας κούκλας. Ο εκούσιος χαμός του κοριτσιού άλλαξε την κοινωνική κατάσταση: ενώ πριν το θάνατό της η τροφή μοιραζόταν μόνο στους επιφανείς, τώρα δωρίζονταν σε όλους, ξένους και εγχώριους. Επρόκειτο για μια γιορτή για την εκδίωξη του θανάτου, ενώ η Χάριλα ταυτίστηκε με το πνεύμα της Άνοιξης που αναδύεται από το έδαφος. Με την ίδια συνδέονται οι αιωρούμενες μορφές σε ορισμένα αγαλμάτια και ο ελληνιστικός μύθος της Ηριγόνης – και οι νεκρές παρθένες συνδέονται με το λίπασμα της γης και γίνονται πνεύματα βλάστησης και γονιμότητας.

5253Στην «θεραπεία των τρελών κοριτσιών» συγκεντρώνονται η Μηλινόη, θεά της τρέλας, των φαντασιώσεων και των παραισθήσεων, παρούσα μόνο σε έναν ορφικό ύμνο και χαμένη μαζί με τον μύστη που της τον έγραψε, η Κελαινή που τιμωρήθηκε από την Αφροδίτη να τρέχει στους δρόμους ακόλαστη, γυμνή και παθιασμένη, η Ιώ με την σπαρακτική της εξομολόγηση στον αισχύλιο Προμηθέα για τα συμπτώματα της μανίας της και τις κοπιαστικές της περιπλανήσεις και οι μαυροπλέξουδες Προιτίδες, όλες μέλη ενός αδικημένου συντάγματος θηλυκών μορφών που διολίσθησαν σε δρόμους σκοτεινούς και παράφρονες.

CFC4875B18D79A3DA9AEFF566606C36A«Παγχαία, η νήσος των θνητών θεών», «Υπερβόρειοι, ο λαός του φωτός», «Κιμμέριοι, οι γείτονες των νεκρών», «Ερώτια ή ερωτίδια, η εορτή του έρωτος»,  «Λυκόσουρα, η πρώτη πόλη του κόσμου», «Ο άνθρωπος που καταβρόχθισε τον εαυτό του», «Η επτάφωνη στοά της Ηχούς», «Ο χρεμετισμός των αλόγων», «Ο γάμος του θνητού και της θεάς» είναι ορισμένοι μόνο από τους τίτλους των υπόλοιπων κειμένων, που μιλούν από μόνοι τους για το εύρος αλλά και την θελκτικότητα του θέματος. Σε ξεχωριστό δεκαπεντασέλιδο στο τέλος του βιβλίου η συγγραφέας εντάσσει τις παραπομπές ανά κεφάλαιο που αν μη τι άλλο δείχνουν όχι μόνο την ενδελεχέστατη έρευνά της αλλά και την αχανή ποικιλία των πηγών της.

Εκδόσεις Gema, 2008, B΄ έκδοση, σελ. 179.

Η Ελένη Λαδιά στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

Οι φωτογραφίες προέρχονται α. από την παράσταση Άρρητη Κόρη, που περιλαμβάνει θραύσματα λόγου από τον ομηρικό «Ύμνο στη Δήμητρα», τα «Άπαντα» του ποιητή Δημήτρη Παπαδίτσα, το παρόν βιβλίο και τους «Έλληνες παίδες στην αρχαιότητα» και β. από την σχετική έκθεση Ιερά Οδός προς την Άρρητη Κόρη. Στοιχεία για την παράσταση εδώ.

23
Μάι.
13

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 124. Ιφιγένεια Σιαφάκα

ifi 425473_3308560512157_2063155999_nΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

To Τραγούδι του Λύγκα (εκδόσεις Γρηγόρη, 2011) είναι το έκτο κατά σειρά βιβλίο, που επικυρώνει την εκδοτική μου παρουσία, αλλά το πρώτο αμιγώς λογοτεχνικό. Η συγγραφή του ολοκληρώθηκε το 2004, αλλά η έκδοσή του πραγματοποιήθηκε αρκετά χρόνια αργότερα. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα, που ως κεντρικό του θέμα έχει τη σχέση των δύο φύλων, ή, για να είμαι πιο σαφής, την αποτυχία που παρατηρείται στη σύναψη των σχέσεων, και στο οποίο προσπάθησα να ανιχνεύσω και να σχολιάσω τις αιτίες, φθάνοντας ακόμη και ως τη συμβολική της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, που απεικονίζει πολύ εύστοχα, διά μέσου του μύθου, τις δομές του ασυνειδήτου. Το όλον κινείται γύρω από τη σχέση φαντασίωσης και πραγματικότητας  και, επομένως, η προσέγγιση είναι φιλοσοφική και ψυχαναλυτική. Ο τρόπος γραφής του ποικίλλει, τόσον όσο αφορά το ύφος όσο και τα διαφορετικά κάθε φορά εργαλεία που χρησιμοποίησα για να επιτύχω το στόχο μου, ξεκινώντας από το ρεαλισμό και φθάνοντας έως το γκροτέσκο. Αυτό το παρατηρεί κανείς τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο.

lyg 284051_2273549597531_60394_nΕδώ σας δίνω έναν σύνδεσμο για αποσπάσματα από το βιβλίο κι εδώ υπάρχει ένα κείμενο που αφορά το ΓΙΑΤΙ της συγγραφής, τι ήθελα να κάνω εγώ και πώς τίθεμαι απέναντι στη λογοτεχνία… τώρα αν το κατάφερα ή όχι είναι διαφορετικό θέμα, αλλά τουλάχιστον εξηγώ στον αναγνώστη τις προθέσεις μου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ναι, κυρίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Σε παραλίες, δωμάτια, βεράντες με θέα τη θάλασσα, όπου κάνω τις διακοπές μου. Και σε χώρο εργασίας έχω γράψει, όταν υπήρχε χρόνος. Αλλά δεν είμαι από τους συγγραφείς που κρατούν σημειώσεις, στο δρόμο, για παράδειγμα. Ούτε θ’ αφήσω το κρεβάτι μου το βράδυ, για να σηκωθώ να σημειώσω μια ιδέα. Έτσι κι αλλιώς, θα την ξαναβρώ μπροστά μου, με διαφορετικό τρόπο και μετουσιωμένη καλύτερα.

lygas 2Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες του βιβλίου  σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Κανείς από τους ήρωές μου δεν είναι πραγματικός, όλοι γεννήθηκαν από μένα. Συνεπώς δεν είναι δυνατόν να τους συναντήσω πουθενά στην πραγματική ζωή. Ωστόσο, μερικές φορές, κλείνω τα μάτια και τους σκέφτομαι. Και με ρωτάω: τι να γίνεται, άραγε, ο τάδε; Τελικά να το έστειλε το φόρεμα στο καθαριστήριο; Αυτός να σοβαρεύτηκε ή όχι; Πολύ γλυκός άνθρωπος ήταν τελικά… Τους νοσταλγώ!

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Έχω ένα συγκεκριμένο θέμα που με προβληματίζει και για το οποίο θέλω να μιλήσω με λογοτεχνικό τρόπο. Ήδη, θεωρητικά μιλώντας, έχω θέση, έχω αναρωτηθεί, έχω μελετήσει. Ξέρω τι θέλω να πω και προς ποια κατεύθυνση ιδεολογική πρόκειται να κινηθώ. Επομένως, εκείνο που μένει είναι να συλλάβω το όχημα με το οποίο θα κινήσω το κυρίως θέμα μου. Κι αυτό μπορεί να συμβεί οποιαδήποτε στιγμή. Συνήθως, έρχονται εικόνες, είναι σαν να βλέπω μία ταινία μπροστά μου, που καλούμαι να τη βάλω στο χαρτί.

flaubert-8x6Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ο τρόπος για μένα είναι ένας. Να στρωθώ μπροστά στον υπολογιστή μου και να πω «τώρα γράφεις» κι ας πέφτουν βόμβες έξω. Δεν έχω το άγχος της λευκής κόλλας, όταν γράφω την πρώτη πρόταση, καταφθάνει, εν συνεχεία, ένας ποταμός πραγμάτων. Ασφαλώς, αυτό απαιτεί πολύ μεγάλη συγκέντρωση και κατάλληλη διάθεση.  Επομένως, δεν είναι δυνατόν να λειτουργήσω «επαγγελματικά» όταν γράφω λογοτεχνία, είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα από τη συγγραφή ενός άρθρου, μιας λογοτεχνικής παρουσίασης, ενός δοκιμίου, ενός εκπαιδευτικού βιβλίου. Στο τελευταίο στάδιο, των διορθώσεων, μπορώ να μου «επιβάλω» πολύωρη και καθημερινή ενασχόληση.

Δεν μπορώ, συνεπώς, να γράψω ούτε όταν είμαι πολύ καλά ούτε όταν είμαι πολύ άσχημα. Δεν γράφω κοιτάζοντας τον κόσμο από απόσταση, μπαίνω στον κόσμο, προκειμένου να τον μεταφέρω και να διακινήσω τον αναγνώστη. Ο χρόνος και ο χώρος αποκτά διαφορετική διάσταση. Χρειάζομαι, λοιπόν, μια σχεδόν ουδέτερη ή ανεκτή κατάσταση, για να μπορέσω ν’ «αδειάσω» εντελώς και να μπω στη νέα κατάσταση, την οποία και δημιουργώ εξαρχής. Κι αυτό είναι από κουραστικό έως εξαντλητικό. franz-kafka-by-AllieHΤώρα, τελευταία, έχω ανακαλύψει και κάποια αιθέρια έλαια, τα οποία βάζω στα χέρια μου και δημιουργούν ευχάριστη διάθεση. Εν κατακλείδι, όταν είμαι πολύ καλά, δεν έχω λόγους να γράψω και, όταν είμαι πολύ άσχημα, ό, τι γράφω είναι για τα σκουπίδια. Επικρατεί το συναίσθημα, και βγαίνουν πράγματα άνοστα και χλιαρά.

 Ο τρόπος με τον οποίο γράφονται τα κεφάλαια είναι ο εξής: κάθε κεφάλαιο πραγματεύεται και  ένα διαφορετικό σημαίνον, που έχω αποφασίσει ότι θέλω να αναπτύξω και ξεκινώ να το «πλάθω» διά μέσου της αφήγησης. Έτσι στήνονται πολλά κεφάλαια, τα οποία τα επεξεργάζομαι συνεχώς, προσθέτοντας ή αφαιρώντας υλικό. Το επόμενο βήμα είναι να βρω τους αρμούς που τα συνδέουν, για να φτιάξω την τελική ιστορία. Ποτέ δεν ξέρω, όταν ξεκινώ να γράφω, με ποιο, κατά σειρά, κεφάλαιο ασχολούμαι. Αυτό το αποφασίζω στη συνέχεια. Η πλοκή είναι δευτερεύουσας σημασίας για μένα, τη βρίσκω αργότερα. Δεν κάνω ρεπορτάζ, για να ξεκινήσω έχοντας ήδη μία προδιαγεγραμμένη ιστορία. Μια κατασκευή είναι η αφήγηση της οποιαδήποτε ιστορίας, για να εξυπηρετήσει το πλέον ουσιαστικό, το μήνυμα που θέλω να περάσω.

Keith_Jarrett_umvd003Πάντα άκουγα μουσική όταν έκανα πνευματική εργασία, ακόμη και όταν διάβαζα για τις εξετάσεις στο σχολείο ή στο Πανεπιστήμιο. Η μουσική μού είναι απαραίτητη για τη χαλάρωση, γράφω βάζοντας ακουστικά στ’ αυτιά μου. Ακούω συγκεκριμένα κομμάτια, με τα οποία έχω παρατηρήσει ότι μπορώ να συγκεντρωθώ. Μεγάλες αγάπες είναι ο Κιθ Τζάρετ και ο Φίλιπ Γκλας. Μπορεί να γράφω συνεχόμενες ώρες ακούγοντας το ίδιο κομμάτι, δεν θέλω ν’ αλλάζω ατμόσφαιρες. Η μουσική της Ρεμπούτσικα επίσης είναι εκείνη που βρίσκω ότι συντονίζεται πολύ με το δικό μου εσωτερικό ρυθμό γραφής, της Καραΐνδρου και του Λάντσια. Όταν γράφω άρθρα,  δοκίμια ή πράγματα που αφορούν τη διδασκαλία και την εκπαίδευση είμαι πιο ελαστική στις επιλογές μου. Όσον αφορά τις μουσικές μου προτιμήσεις, ακούω ό,τι δεν προσβάλλει τη νοημοσύνη και την αισθητική μου, και αυτά είναι πολλά και διαφορετικά πράγματα, μπορώ ν’ ακούσω το ίδιο άνετα ένα καλό έντεχνο ελληνικό τραγούδι, ένα ρεμπέτικο, ένα μοιρολόι, μια ροκ μπαλάντα, όπερα, μεσαιωνική μουσική,  άμπιεντ… οτιδήποτε. Το όνομα του Μάνου Χατζιδάκι δεν θα το παρέλειπα ποτέ.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

ΜΑΥΡΗ ΣΦΑΙΡΑ 21Οι βασικές σπουδές μου είναι αυτές της κλασικής φιλολογίας, οι οποίες και έχουν καλύψει (όσο μπορούν να καλύψουν αυτά τα «άχρηστα» πράγματα) το βιοποριστικό κομμάτι, είτε αυτό αφορά στην εκπαίδευση, στην αρθρογραφία, στην επιμέλεια βιβλίου, στη μετάφραση. Εν συνεχεία, ασχολήθηκα με την υποκριτική, οφείλω πολλά στην Τότα Σακελαρίου (η οποία είναι παιδί του Κάρολου Κουν και έχει δημιουργήσει το Θέατρο Μαύρη Σφαίρα, όπου ήμουν επί πολλά συναπτά έτη) και στον Δημήτρη Καταλειφό. Τα τελευταία χρόνια παρακολούθησα και μαθήματα γραφιστικής. Όσες φορές προσπάθησα να κάνω μεταπτυχιακό, δύο για την ακρίβεια, τα παράτησα στη μέση. Δεν είχα πλέον το κουράγιο να καταπίνω και το χάπι πραγμάτων που δεν με ενδιέφεραν καθόλου ή με των οποίων την οπτική και την προσέγγιση ήμουν αντίθετη, προκειμένου να αποκτήσω ένα «χαρτί με τίτλο». Επομένως,  τομείς, πέραν της φιλολογίας,  που με ενδιέφεραν και είναι πολυποίκιλοι΄, τους έχω καλύψει και συνεχίζω να τους καλύπτω με προσωπική μελέτη και έρευνα.

IonescoΑσφαλώς και οι σπουδές μου έχουν τεράστια επίδραση στον τρόπο που τίθεμαι απέναντι στη λογοτεχνία. Το σχήμα, βέβαια, είναι κυκλικό εδώ. Δεν γράφω, επειδή είμαι φιλόλογος. «Έγινα»  φιλόλογος, επειδή με γοήτευε πάντα ο γραπτός λόγος. Το αγαπημένο μου παιδικό παιχνίδι ήταν «το βιβλιοπωλείο», αράδιαζα όλα τα περιοδικά της δεκαετίας του ’70, που είχε η μητέρα μου,  σ’ ένα ντιβάνι και σε σειρά, κάποια στο πάτωμα επίσης, σε καρέκλες, και τα πουλούσα σε φανταστικούς πελάτες, καθότι ήμουν μοναχοπαίδι. Κάθε μέρα έκανα αγόγγυστα την ίδια δουλειά, δεν ήμουν πάνω από τριών, τεσσάρων χρονών. Ήταν λίγο βαριά, βέβαια, να τα κουβαλάς όλα μαζί. Επίσης, «υποκρινόμουν» ότι τα διάβαζα, δεν είχε σημασία ότι τα κρατούσα ανάποδα… έφτιαχνα δικές μου ιστορίες και τις έλεγα δυνατά. Nα σου πω τι λέει εδώ… Στην ουσία «έγραφα» προφορικά κι έπαιζα «θέατρο» ταυτόχρονα.

maupassant-cabinet-de-travail2Ήταν η εποχή που ζήλευα παράφορα (γινόμουν μέχρι και παλιόπαιδο) όσους ήξεραν να γράφουν, ενώ εγώ απλώς έκανα απέλπιδες προσπάθειες να μιμηθώ, έχω μουντζουρώσει άπειρα περιοδικά με πλαγιαστές γραμμές και κύκλους… τάχα ότι είχα πλάγιο και καλλιτεχνικό γραφικό χαρακτήρα. Έβαζα και υπογραφές… Στη συνέχεια, έκανα πιο κουραστικά πράγματα, έπαιρνα σαν μυρμήγκι όλους αυτούς τους όγκους, μαζί και με βιβλία, και έκανα στοίβες, έχοντας φοβερή εμμονή και άγχος κάποτε να είναι αισθητικά ωραίες, δίνοντας έμφαση στο χρώμα της ράχης και στο μέγεθος. Τα μεγάλα κάτω, τα μικρά επάνω, πυραμίδες… Πάντα άκουγα και ραδιόφωνο, υπήρχε μουσική, και τραγουδούσα. (Έχω κάνει και λίγο φωνητική, είμαι σοπράνο κολορατούρα, στο σχολείο ήμουν σε χορωδίες και εν συνεχεία «τραγουδίστρια» της μπάντας. Έχω «αποθεωθεί» στο «Γελαστό παιδί» με εισαγωγή συνοδεία μόνο βιολιού. Έτυχε να κρυώσω και προφανώς γίνονταν συνειρμοί με τη Φαραντούρη στη βραχνάδα…  Έμαθα και ακορντεόν κάποια στιγμή, αργότερα ασχολήθηκα και με το χορό, έκανα φλαμένκο).

DSCN1099Προχώρησα «γράφοντας», στο Δημοτικό, και στα τζάμια. Έκλεβα κιμωλίες από το σχολείο. Είχα ανακαλύψει την τεχνική «χνώτου και κιμωλίας σε γυαλί»! Μερικές φορές προσέθετα και πλαστελίνη. Αυτά για να γελάσουμε λίγο, αλλά και για να σας δείξω πώς η ζωή μου, η «γραφή», οι σπουδές και οι επιλογές μου είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Η βαθιά γνώση της ελληνικής, η ενασχόληση στο πρωτότυπο με τα τεράστια σε αξία κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, η θεωρητική γνώση όσον αφορά τη λογοτεχνία, ο τρόπος του να μπαίνεις στα πράγματα και να παίζεις τους ρόλους σου στο θέατρο και η τεχνική γνώση σε ό, τι αφορά το στήσιμο και την αισθητική ενός βιβλίου επηρεάζουν βαθύτατα αυτό που κάνω, και είναι εμφανές ότι στοιχεία τους βρίσκονται και θα βρίσκονται πάντα στα βιβλία μου.

anna-akhmatova-2Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Η ποίηση ήταν το πρώτο πράγμα που έγραψα, όταν ήμουν 11 χρονών και διάβαζα τον Ήλιο τον Πρώτο του Ελύτη, μου το είχε δωρίσει μία φίλη μου, με την οποία την εποχή εκείνη είχαμε εξαντλήσει το Νέο Κύμα.  Είχα μάθει πολλά ποιήματα απέξω και, αντί να διαβάζω, όταν έλειπαν οι γονείς μου, έκανα βόλτες στο δωμάτιο απαγγέλλοντας Ελύτη. Βαριόμουν παράφορα το σχολείο, αν και υπήρξα καλή μαθήτρια, και η μόνη μου παρηγοριά ήταν να σκαρώνω ποιηματάκια σ’ ένα όμορφο γαλάζιο τετράδιο, που είχα αγοράσει ειδικά γι’ αυτόν το λόγο, και είχε απέξω τον Σνούπυ.  Στην εφηβεία, συνδύαζα ζωγραφιές με ποιήματα, συνοδευόμενα πάντα με την ίδια δυσφορία για το σχολείο. Τότε άρχισα να μπλέκω, στις εργασίες του σχολείου, την πεζογραφία επίσης. Απαντούσα γράφοντας, σχεδόν, διηγήματα. Εν συνεχεία, έγραψα και στίχους για τραγούδια, νιώθω όμως ότι περιορίζομαι αρκετά στον ποιητικό λόγο, και γι’ αυτό επιλέγω τον πεζό. Κάποιοι μου λένε, βέβαια, ότι τα πεζά μου είναι εκτενή ποιήματα, αλλά, προσωπικά, δεν το καταλαβαίνω. Τα θεωρώ πεζά. Το ποίημα το θέλω μικρό, ανεξαρτήτως της φόρμας που επιλέγω κάθε φορά, σχεδόν αποφθεγματικό, και βρίσκομαι στην ανάγκη να γράψω ποίηση, μόνον όταν ο στόχος μου είναι ν’ αγκιστρωθώ  σε μία πολύ συγκεκριμένη στιγμή ή να εκφράσω ένα συμπέρασμα. Τα μεγάλα ποιήματα για μένα, με τα οποία έχω καταπιαστεί επίσης, θα είναι κυρίως πεζοποιήματα. Αλλά αυτή είναι μία άλλη συζήτηση.

samuel_beckett_2Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα επέλεγα ένα κάθαρμα, για να κάνω και το ψυχογράφημά του. Έναν Στάλιν ή έναν Χίτλερ. Δεν μπορεί να συλλάβει το μυαλό μου τόση τρέλα!

Τι γράφετε τώρα; 

Βάζω σε σειρά κάποια διηγήματα, στην ουσία τα ξαναδουλεύω. Ασχολούμαι με μία νουβέλα κι ένα μυθιστόρημα επίσης. Εναλλάξ δουλεύω, ανάλογα με τη διάθεση. Αλλά θα δώσω, τελικά, την προτεραιότητα σε κάτι, διότι έχω αυτό το πολύ κακό ελάττωμα, να ανακατεύομαι πάντα με πολλά και να μην τελειώνει τίποτε εγκαίρως.

LOGOT b32903Εκπαίδευση και συγγραφή: Έχετε ασχοληθεί και με τη συγγραφή εκπαιδευτικών βιβλίων. Έχετε εκδώσει τέσσερα βιβλία για τη λατινική γραμματεία και ένα βιβλίο που αφορά στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Πώς βλέπετε, από τη μεριά της συγγραφέως, τη λογοτεχνία και τη λειτουργία της μέσα στην εκπαίδευση;

Ναι… υπάρχουν 4 βιβλία λατινικών, τα 2 αμιγώς «βοηθήματα», ενώ τα άλλα 2 είναι βιβλία αναφοράς που χρησιμοποιούνται και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, όντας αναγνωρισμένα και από το Υπουργείο Παιδείας. Το πέμπτο βιβλίο «Μια ματιά στη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία, Τέχνης εκ-παίδευσις» γράφτηκε για να υποστηρίξει  το σχολικό βιβλίο. Πρόκειται για ένα πάρα πολύ καλό σχολικό ανθολόγιο, που εγώ το συνιστώ ανεπιφύλακτα σε φίλους και γνωστούς, διότι λειτουργεί και πέρα από τη σχολική πράξη, προκειμένου να πάρουν μία πρώτη ιδέα για την ευρωπαϊκή λογοτεχνία.

Η δουλειά που έκανα δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τον τρόπο προσέγγισης που παρατηρεί κανείς στα λεγόμενα «λυσάρια», και γι’ αυτό είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται άνετα από τον οποιοδήποτε αναγνώστη, είχε πολύ καλή υποδοχή από την κριτική την εποχή που εκδόθηκε, αναγνωρίστηκε επίσης από το Υπουργείο Παιδείας και συνεχίζει ακόμη και σήμερα να θεωρείται από ανθρώπους που ασχολούνται με το χώρο ως μία ιδιαίτερη, μη «κλασική» προσέγγιση.

Paul_Celan_resting_on_his_knees_1970Η εμπειρία μου στην εκπαίδευση δείχνει ότι το μεγαλύτερο λάθος που γίνεται είναι ότι δεν χρησιμοποιούνται εκείνες οι μέθοδοι που θα αποκαλύψουν στο μαθητή ότι η λογοτεχνία είναι… αυτός, η ζωή του, οι προβληματισμοί του, οι  σκέψεις και τα συναισθήματά του. Ότι  η λογοτεχνία είναι αυτό που όχι μόνον τον αφορά περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, αλλά και αυτό που θα του επιτρέψει να ανακαλύψει και να αποκαλύψει τον εαυτό του. H έτοιμη απάντηση (σε τι άλλωστε;) είναι το χειρότερο που μπορούμε να προσφέρουμε. Συνεπώς, και στο βιβλίο αυτό, προσπάθησα να ενεργοποιήσω τις μεθόδους που εφάρμοσα και στην αίθουσα διδασκαλίας, και απέφεραν πολύτιμους και συγκινητικούς καρπούς: άφησα στην άκρη τα πολλά θεωρητικά, που αφορούν κυρίως τους κριτικούς, εκνευρίζουν τους συγγραφείς και δεν ενδιαφέρουν τους μαθητές, τις γενικόλογες ερμηνείες, οι οποίες δεν στηρίζονται πουθενά, και εστίασα στο κείμενο, ακολουθώντας αφενός την οδό του συγγραφέα, με αυστηρή μαθηματική λογική, και αφετέρου συνδέοντας το υλικό, που υπήρξε και διακειμενικό, με τη θεματική της καθημερινότητας.

william-faulkner-close-upΑυτοί οι δύο άξονες, εάν δουλευτούν σωστά στο σχολείο, μπορούν να δώσουν στη λογοτεχνία ίσως και την πρώτη θέση στις προτιμήσεις των μαθητών. Τουλάχιστον, προσωπικά, το κέρδισα το στοίχημα με τους δικούς μου μαθητές. Έχω βρεθεί σε τάξεις, όπου έφηβοι δακρύζουν μπρος σ’ ένα λογοτεχνικό κείμενο, δίνουν πρωτότυπες εργασίες, εκφράζονται ελεύθερα, διατυπώνουν ερωτήματα και αποβάλλουν  από την τάξη μόνοι τους «τους φασαριόζους», οι οποίοι, εν τέλει, είναι  κάνα δύο. Δεν έκανα ποτέ τον «αστυνόμο» στα σχολεία, εκείνοι που είχαν δικαίωμα στη μάθηση, είχαν και την υποχρέωση να την απαιτήσουν… αν και (κι αυτό το λέω με πικρία),  για πολλούς συναδέλφους φιλολόγους, υπήρξα το «μαύρο πρόβατο», χωρίς  ποτέ να επικρίνω, από τη δική μου πλευρά, τη μεθοδολογία κανενός.  Κι αυτό το επισημαίνω, για να δείξω τι δυνατό όπλο είναι η λογοτεχνία, όταν κανείς την αγαπάει πραγματικά και όταν γνωρίζει ότι οι μαθητές είναι όχι μόνον σφουγγάρια αλλά και ένα απέραντο χρυσορυχείο. Η  εικόνα, ωστόσο, για το τι συμβαίνει, κατά κόρον, στην εκπαίδευση σε σχέση με τη λογοτεχνία είναι απογοητευτική.

Περί ανάγνωσης

French-Portrait-Painter-Jacques-Emile-Blanche-James-Joyce-Oil-PaintingΑγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Πολλοί, πάρα πολλοί, δεν είναι δυνατόν να σας κάνω λίστα.  Θα σας δώσω, απλώς, ενδεικτικά κάποια ονόματα, πέρα από τους δικούς μας τραγικούς, Ντοστογιέφσκι, Τζόυς, Κάφκα, Προυστ, Φώκνερ, Μαν, Φλωμπέρ, Στρίντμπεργκ, Μπέκετ, Ίψεν, Δάντης, Σαίξπηρ, Ιονέσκο, τους οποίους θεωρώ μεγάλους δασκάλους. Μιλώντας, γενικά, δώστε έμφαση στη σχολή του παραλόγου, τους συμβολιστές, τους σουρεαλιστές και τους εκπροσώπους του μαγικού ρεαλισμού, και θα αντιληφθείτε τις κύριες προτιμήσεις μου. Όσον αφορά την ελληνική γραμματεία, ιδιαίτερους θεωρούσα πάντα τον Εμπειρίκο, τον Σκαρίμπα, τον Μάτεσι, τον Γ. Χειμωνά, τον Καχτίτση και τον Γονατά. Μεγάλη θεωρώ την πένα του Καραγάτση επίσης. Ιδιαίτερα με συγκινούν οι περιπτώσεις του Βιζυηνού και του Μητσάκη. Επίσης, οι Τσέλαν, Έλιοτ, Λόρκα, Χέντερλιν, Χέρμπερτ, Μπωντλέρ, Αχμάτοβα, Ραμπώ, Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος, Καββαδίας, Λειβαδίτης…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Τι να πρωIris Murdochτοδιαλέξω… Ενδεικτικά: Οι αδελφοί Καραμαζόφ του Ντοστογιέφσκι με έχουν στιγματίσει, Ο μαύρος πρίγκιπας της Μέρντοχ μ’ έκανε να μην κλείσω μάτι, Η Λαγνεία της Γέλινεκ μου δημιούργησε την ίδια οργασμική απόλαυση που μου δημιουργούν τα γραπτά του Εμπειρίκου. Ο Οδυσσέας του Τζόυς είναι η παρηγοριά μου κάθε φορά που θέλω να θυμηθώ τι εστί λογοτεχνία, έστω διαβάζοντας και μία παράγραφο, και το Φως τον Αύγουστο του Φώκνερ με έχει κάνει να καταγράψω όλη την ατμόσφαιρα του βιβλίου σε τοπία μέσα μου. Θυμάμαι ακόμη και τις μυρωδιές του. Θα μπορούσα να γράφω σελίδες και για τα υπόλοιπα…

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Ο Τσέχωφ, ο Τζόυς και ο Γκυ ντε Μοπασάν έχουν δώσει διαμάντια.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Elfriede_JelinekΘεωρώ μεγάλη κουβέντα τη λέξη γοητεία, και πόσο μάλλον όταν αναφερόμαστε σε σύγχρονους συγγραφείς, που ακόμη γράφουν και εξελίσσονται, ο χρόνος θ’ αναδείξει τη γοητεία τους… γοητευτικοί, για μένα, είναι, κυρίως, οι απόντες που συνεχίζουν να ελκύουν το αναγνωστικό κοινό. Υπόνοιες, όσον αφορά τους εν ζωή που θα συνεχίζουν να διαβάζονται και μετά θάνατον, μπορούμε να έχουμε… Αυτοί, όμως, που κάνουν τομές και έχουν προσωπικό στυλ είναι ελάχιστοι, κάποτε δυσεύρετοι, όχι ιδιαίτερα προβαλλόμενοι και, στο πλείστο των περιπτώσεων, όχι παιδιά των μίντια, είναι βραδύκαυστοι και συνήθως δεν γίνονται άμεσα αντιληπτοί… θα δούμε πώς θα συνεχίσουν.  Ασφαλώς, υπάρχουν και οι αξιοπρεπείς συγγραφείς, που δε δίνουν κακά βιβλία, διαβάζονται ευχάριστα, δεν πρόκειται, όμως, για μεγάλα ταλέντα. Μια, απλώς, σωστή τεχνικά και μη βαρετή αφηγηματική προσέγγιση, ανεξαρτήτως θεματολογίας, δεν κάνει έναν συγγραφέα μεγάλο.

t.s.eliotΚαι δεν μπορώ να σας απαντήσω, διότι θέλω κι εγώ χρόνο, για να διαπιστώσω, εάν κάτι που μου δημιουργεί εντύπωση σήμερα, θα μου δημιουργεί την ίδια εντύπωση ύστερα και από είκοσι χρόνια, για παράδειγμα. Αυτό είναι ένα ασφαλές κριτήριο. Έλληνες συγγραφείς που με είχαν γοητεύσει στα είκοσί μου χρόνια, σήμερα μού είναι αδιάφοροι… δεν θ’ ανοίξω πάλι, έστω και για να διαβάσω μία παράγραφο, τα βιβλία τους. Προς το παρόν, μπορώ να εκτιμήσω, να αναγνωρίσω τη δουλειά και την πένα κάποιων συγγραφέων είτε σε συγκεκριμένα βιβλία είτε σε κάποιο διήγημα,  σε ένα ποίημα… Στο ιστολόγιό μου, για παράδειγμα, το οποίο ενημερώνω διαρκώς, φιλοξενώ κείμενα ομοτέχνων που, για διαφορετικούς κάθε φορά λόγους, ικανοποιούν τα αισθητικά μου κριτήρια σήμερα και τουλάχιστον σε ό, τι επιλέγω να δημοσιεύσω.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Henrik_Ibsen_portraitΔεν έχω αγαπημένο ήρωα. Ακόμη και όταν διαβάζω και παρακολουθώ τον ήρωα, στην ουσία παρακολουθώ και θαυμάζω, όταν πρόκειται για κάτι εξαιρετικό, το συγγραφέα, σκεπτόμενη… κοίτα πώς το κάνει! κοίτα τι ιδιοφυής που είναι, τι λεπτές ανθρώπινες χορδές αγγίζει! Ο ήρωας, έτσι κι αλλιώς, στη μεγάλη λογοτεχνία, είναι απλώς το πρόσχημα. Ο συγγραφέας είναι το άλφα και το ωμέγα, οι επιλογές του και ο τρόπος χειρισμού της ανθρώπινης πραγματικότητας.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Όταν ξεκίνησα να προσεγγίζω το χώρο της λογοτεχνίας, ήμουν σταθερή αναγνώστρια του Διαβάζω. Κυρίως για να ενημερώνομαι για τα βιβλία που κυκλοφορούσαν. Τα αφιερώματα επίσης ήταν ένα κριτήριο προτίμησης. Η οδός Πανός είχε μία ιδιαίτερη, για μένα, οπτική όπως και το Αουτονταφέ. Σήμερα αγοράζω εναλλάξ διάφορα περιοδικά, εξαρτάται από το τι παρουσιάζουν κάθε φορά. Το Εντευκτήριο και ο Πόρφυρας είναι κάποια από αυτά. Σημαντική ήταν, επίσης, η δουλειά του Γιώργου Ρωμανού στο περιοδικό Πανδώρα, στο οποίο υπήρξα τακτική συνεργάτις.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τα  χαϊμαλιά του έρωτα και των αρμάτων του Ανδρέα Εμπερίκου και το La vie dans les plis του Henri Michaux.

portrait_of_august_strindberg_by_richard_bergh_1905Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Για να τις παρακολουθήσω, έχω ανάγκη από ένα ικανό δείγμα γραφής και παραδείγματα που να αιτιολογούν την άποψη του γράφοντος. Εκτός, βεβαίως, εάν συζητούμε για το έργο κάποιου γνωστού συγγραφέα, για τον οποίο ήδη έχουμε σχηματίσει εικόνα. Στην περίπτωση αυτή, μία παρουσίαση λειτουργεί συμπληρωματικά. Με τις κριτικές, γενικώς, είμαι επιφυλακτική, διότι, στο μεγαλύτερο ποσοστό των περιπτώσεων, με έχουν απογοητεύσει. Τις χρησιμοποιώ περισσότερο ενημερωτικά για την παρουσία ενός νέου βιβλίου στα βιβλιοπωλεία.  Δεν με ενοχλεί να διαβάζω στην οθόνη του υπολογιστή μου, αρκεί να τηρούνται οι κανόνες της αισθητικής παρουσίασης και να μεσολαβεί εικόνα και ήχος όταν τα κείμενα είναι εκτενή. Διαφορετικά, τα κείμενα με κουράζουν και δεν μπορώ να διαβάσω τίποτε, όσο ενδιαφέροντα και αν είναι.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Στα φοιτητικά μου χρόνια, σε υπεραστικό λεωφορείο, γραμμή Αθήνα-Πάτρα, για να συναντήσω το αμόρε της εποχής εκείνης. Κούντερα, Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το ταρακούνημα από τις λακκούβες στην εθνική οδό! Ήθελε να μου εκμυστηρευτεί μήπως κάτι ο δρόμος;

Περί αδιακρισίας

background-david-lynchΠαρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Επειδή τα τελευταία χρόνια ζω στο εξωτερικό,  έχω χάσει την επαφή με τις θεατρικές σκηνές της Αθήνας. Στο παρελθόν όμως έβλεπα αρκετά θέατρο. Νομίζω ότι χάσαμε μια πολύ μεγάλη μορφή στο ελληνικό θέατρο, και το λέω και συγκινούμαι, τον Λευτέρη Βογιατζή.  Στον κινηματογράφο έχω μία μικρή αδυναμία: Nτέιβιντ Λιντς. Είναι τα πρόσωπα που μου ήρθαν πρώτα στο μυαλό. Είναι σκληροί και οι δύο, δεν χαρίζονται στους θεατές, χρησιμοποιούν πολύ το σύμβολο και καλείσαι να τους αποκρυπτογραφήσεις. Είναι προκλητικοί και ακραίοι, και αυτό με γοητεύει αφάνταστα. Η αίσθηση που μου έχει αφήσει η δουλειά τους είναι συνεχής και ανυπέρβλητη.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Πολύ θετικές και πολύ αρνητικές την ίδια στιγμή. Για το κοινωνικό δίκτυο του facebook θα έλεγα αποκλειστικά και μόνον τα χείριστα, εάν δεν τύχαινε να γνωρίσω και πέντε, που λέει ο λόγος, αξιοπρεπείς ανθρώπους, με τους οποίους διατηρώ στην πραγματική ζωή πολύ καλές φιλικές σχέσεις και τους εκτιμώ. Το υπόλοιπο κομμάτι αφορά μία κατάπτυστη και χυδαία federico-garcia-lorca-portrait-fabrizio-cassettaπροσωπική εμπειρία, διότι, ως φαίνεται, έκανα το λάθος να κρίνω εξ ιδίων τα αλλότρια και να «εμπιστευτώ» ανθρώπους που δεν γνώριζα καθόλου ή γνώριζα ελάχιστα. Αυτό και μόνον ήταν αρκετό, λόγω της ισχυρής ψυχοπαθολογίας των εμπλεκομένων, να οδηγήσει σε συμπεριφορές που η νομική επιστήμη ονοματίζει πλημμελήματα. Το ήθος, η ευγένεια, η συνέπεια, η ειλικρίνεια, η εντιμότητα και οι προθέσεις, καλώς ή κακώς, δεν εκδικάζονται, για να μπορέσω να τις κρίνω νομικά.

Από την άλλη πλευρά, νιώθω πάρα πολύ καλά, με το δικό μου ιστολόγιο, όπου υπάρχουν δείγματα δικής μου και διαφορετικής, συνάμα, δουλειάς (σε καμία περίπτωση δεν κυριαρχεί η λογική της αυτοέκδοσης), επιλογές από το χώρο της λογοτεχνίας, δοκίμια, μουσική, φωτογραφία, ζωγραφική και, στην ουσία, αποτελεί το επίσημο προφίλ μου. Μπορεί, δηλαδή, να σχηματίσει κανείς άποψη για τη σελίδα και τον κάτοχό της. Αυτός είναι ο στόχος μου. Έχω επίσης ανακαλύψει και κάποιες αξιόλογες διαδικτυακές σελίδες. Το υπόλοιπο διαδικτυακό σκηνικό δεν είναι, στο μεγαλύτερο ποσοστό του, παρά αντανάκλαση της επαίσχυντης κοινωνικής πραγματικότητας, που πλέει ελεύθερη, ανεύθυνη και άκρως επικίνδυνη πλέον στις διαδικτυακές αβύσσους.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Σκέφτομαι, όταν έρθει η ώρα, να κληροδοτήσω την αιώνια νιότη που προσφέρει η γραφή και να το σκάσω με το θάνατο.

Φωτ. Κώστας ΔεληγιαννίδηςΚάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε, μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

– Έχοντας ζήσει στο εξωτερικό, ποια  είναι η άποψη των ξένων αναγνωστών για βιβλία ελλήνων πεζογράφων εν ζωή, που έχουν μεταφραστεί;  

Όλοι ανεξαιρέτως γνωρίζουν τον… Όμηρο! Το ευρύ κοινό, όμως, είτε δεν γνωρίζει σχεδόν τίποτε από σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία είτε του είναι, μάλλον, αδιάφορη. Δεν ξέρω εάν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι… αδιάφορα του είναι τα «γκραν σουξέ» της εγχώριας παραγωγής. Προσωπικά, θλίβομαι για κάποιους πολύ καλούς έλληνες συγγραφείς μεταφρασμένους, που έχουν ιδιαίτερη θεματική, προσέγγιση και ύφος, έχουν ένα απαιτητικό κοινό στην Ελλάδα,  και δεν είναι γνωστοί στο εξωτερικό. Μπορούν επάξια να σταθούν δίπλα στους πολύ  καλούς σύγχρονους ομότεχνούς τους.

Με σειρά εμφάνισης: Gustav Flaubert, Frantz Kafka, Keith Jarett, Μαύρη Σφαίρα, Ευγένιος Ιονέσκο, Το εργαστήριο του Guy de Mauppasant, η Μικρή Συγγραφέας, Anna Akhmatova, Samuel Beckett, Paul Celan, William Faukner, James Joyce, Iris Murdoch, Elfriede Jelinek, T.S. Eliot, Henrik Ibsen, Auguste Strindberg, David Lynch Σκηνικό, Frederico Garcia Lorca. Φωτ. συγγραφέως: Κώστας Δεληγιαννίδης.

22
Μάι.
13

Ζωρζ Σιμενόν – Η φυγή του κυρίου Μοντ

TELIKO FYGH

Η επιθυμία της απόδρασης, της νέας  – ακόμα και κατώτερης της τρέχουσας – ζωής και της ανωνυμίας δεν θα μπορούσε να λείπει από τις πλείστες φαντασιώσεις του μέσου αστοανθρώπου που έχει περιγράψει η τρικυμιώδης πένα του Βέλγου Μαιτρ. Μιλάμε για έναν πόθο ευσεβή, ευσεβέστατο, που δεν γνωρίζει όρους και όρια, μα κάνει τα γλυκά μάτια ακόμα και στους «ευτυχείς»· ή στους φαινομενικά ευτυχείς. Έτσι και ο 48χρονος Νορμπέρ Μοντ, με την «ολοκληρωμένη» οικογένεια και την επιτυχημένη επιχείρηση σε μια έκλαμψη της στιγμής κάνει την κίνηση που όσο δύσκολη φαίνεται, τόσο εύκολα πραγματοποιείται. Κι εμείς στην αρχή διαβάζουμε τις δυο εκδοχές της εξαφάνισής του, την καταγγελία της γυναίκας του στην αστυνομία (γεμάτη με αλήθεια, που όμως «συμβαίνει να είναι το μεγαλύτερο ψέμα») και την τριτοπρόσωπη διήγηση του συγγραφέα.

Georges-SimenonΚανένας εσωτερικός διάλογος δεν τον ταλανίζει, καμιά σκέψη δεν παρεισφρύει στην ημέρα της εξαφάνισης. Μόνο ο ήλιος παίζει τον ρόλο του. Η μεταμόρφωσή του ξεκινάει από το κουρείο και συνεχίζεται με περιπλάνηση σε άγνωστες γειτονιές. Νωρίτερα είχε δει την αναχώρησή τους σε όνειρο, μαζί με αληθινές εικόνες σαν κι αυτή: Ξαφνικά πέρασε μια γυναίκα. Δεν είδε παρά μια μαύρη σιλουέτα και μία ομπρέλα. Περπατούσε γρήγορα στο γυαλιστερό απ’ τη βροχή πεζοδρόμιο, συγκρατώντας το φόρεμά της με το ένα χέρι, θα χανόταν στρίβοντας στη γωνία του δρόμου, χάθηκε, και τότε του ήρθε η επιθυμία να τρέξει, να ξεφύγει απ’ το σπίτι· του φάνηκε ότι μπορούσε ακόμη να το κάνει, ότι θα αρκούσε μια μεγάλη προσπάθεια, και ότι μόλις θα βρισκόταν έξω θα σωζόταν. [σ. 38]

couloirΑυτός ο άνθρωπος που πάντα φοβόταν μην προκαλεί, μην τυχόν και δεν βρίσκεται στη σωστή του θέση, μήπως γίνεται ενοχλητικός, τώρα δεν έχει καμία θέση πουθενά. Σηκώνει τα απαραίτητα χρήματα, αγοράζει πρόχειρα ρούχα κρύβοντας το καλό του κουστούμι, αφήνεται να παρασυρθεί από το πλήθος, μπαίνει στο τρένο, αλλάζει σταθμούς, καταλήγει στο λιμάνι της Μασσαλίας και παρατηρεί τον κόσμο, «έκπληκτος που η ζωή συνεχιζόταν». Στο ξενοδοχείο όπου καταλύει γίνεται αυτήκοος μάρτυρας του τσακωμού ενός ζευγαριού από το διπλανό δωμάτιο· η βίαιη συμπεριφορά του άντρα και η αποχώρησή του σηματοδοτούν την δική του είσοδο στη ζωή της Ζυλί. Μόνο που εδώ δεν ακολουθεί κανένας αναμενόμενος θυελλώδης έρωτας αλλά μια περιπλάνηση σε ταβερνεία και μπαρ, μια συνύπαρξη στον πραγματικό έξω κόσμο, στις έρημες αίθουσες αναψυχής και στους νυχτερινούς δρόμους, στα ξενοδοχεία και στα τραίνα.

Άλλη μια εικόνα που είχε πολλές φορές εντυπωσιάσει τον κύριο Μοντ, μια εικόνα που την αντικρύζεις στους δρόμους του Παρισιού όταν ρίχνεις το βλέμμα σου στις τζαμαρίες των εστιατορίων: Αντικρυστά, έχοντας ανάμεσά τους ένα τραπέζι απ’ όπου έχουν σηκώσει τα πιάτα, με λερωμένο τραπεζομάντηλο, φλιτζανάκια του καφέ, ποτήρια του κονιάκ ή του λικέρ, ένας άντρας κάποιας ηλικίας, καλοζωισμένος, ξανανιωμένος, με ευτυχισμένο και κάπως ανήσυχο βλέμμα, και μια νεαρή γυναίκα με την τσάντα της στο ύψος του προσώπου και ένα καθρεφτάκι στο χέρι να ξαναβάφει το πάνω τόξο των χειλιών της. [σ. 90]

Τώρα οedward hopper 2 Μοντ δεν είναι ο Άνθρωπος που έβλεπε τα Τραίνα να περνούν (παρά το γεγονός ότι διατηρεί κοινά στοιχεία με τον έτερο εμβληματικό σιμενονικό χαρακτήρα) αλλά ο Άνθρωπος που βρίσκεται ο ίδιος μέσα στα Τραίνα. Τώρα αΑναγνωρίζει πως όταν αποφάσισε να φύγει δεν ένιωσε καμία έκπληξη ή ταραχή με την απόφαση: ήξερε πως ήταν μοιραίο να συμβεί, σαν μια νομοτέλεια του βαθύτερου εαυτού. Είναι ευτυχισμένος κάθε φορά που κοιτάζει τον κόσμο από το παράθυρο, που κινείται σ’ ένα κόσμο άλλων διαστάσεων. Η σποραδική ερωτική του επαφή με την Ζυλί είναι απλώς αυτονόητη. Οποιαδήποτε στιγμή θα μπορούσαν να σηκωθούν και οι δυο και να πουν αντίο, να φύγει ο καθένας απ’ τη μεριά του και να μην ξαναϊδωθούν ποτέ. Θα νόμιζε κανείς ότι δεν ήξεραν πώς έπρεπε να το κάνουν και γι’ αυτό έμειναν εκεί. [σ. 94]

Image 043Η ησυχία βάραινε τους ώμους, η αίθουσα έμοιαζε έρημη, ο αέρας ήταν σαν να είχε μείνει μετέωρος, ανάμεσα στους αραιούς πελάτες, και κάθε θόρυβος ακουγόταν μεμονωμένος, έπαιρνε σημαντικές διαστάσεις, κάποιο επιφώνημα από κάποιον που έπαιζε χαρτιά, το χτύπημα απ’ τις μπίλιες του μπιλιάρδου, ο ξερός γδούπος απ το συρτάρι με τις πετσέτες που το ανοιγόκλεινε το γκαρσόν. Οι λάμπες άναψαν, και υπήρξε κάποια ανακούφιση, αλλά τότε, μες στο σούρουπο, το γκρίζο θέαμα του δρόμου έγινε θλιβερό, μια περίεργη ακολουθεί από άντρες, γυναίκες, παιδιά που προχωρούσαν βιαστικά ή αργά, διασταυρώνονταν, προσπερνούσαν, χωρίς να γνωρίζονται, πηγαίνοντας ο καθένας ένας Θεός ξέρει προς ποια κατεύθυνση ή πουθενά  συγκεκριμένα, ενώ τα τεράστια λεωφορεία μετέφεραν στριμωγμένα ανθρώπινα φορτία. [σ. 95]

M.67.25.18Ακόμα κι όταν του κλέβουν τα χρήματα, αισθάνεται ακόμα πιο ελεύθερος· η Ζυλί κάποτε σχολιάζει: «Δείχνεις πάντα ευχαριστημένος…Θα μπορούσε να σε βάλει κανείς σε οποιαδήποτε κατάσταση». Είναι θέμα χρόνου για τον κύριο Μοντ να βυθιστεί σε ακόμα πιο διαφορετική ζωή. Θα εργαστούν μαζί σε νυχτερινό κέντρο, εκείνη ως κονσοματρίς, εκείνος ως οικονόμος, θα βιώσουν τον κόσμο της νύχτας, θα ξαναβρεί την πρώτη του σύζυγο – που κάποτε συνέλαβε με άσεμνα σκίτσα στο συρτάρι της -, θα την βοηθήσει στον κατήφορο της ζωής της, αλλά για άλλη μια φορά δεν θα πράξει το αναμενόμενο, κοινώς δεν θα συνεχίσει τον ημιτελή τους έρωτα.

Υπάκουσε σαν μικρό κοριτσάκι. Και, έτσι όπως ήταν αυτή τη στιγμή, έδειχνε ακόμα πιο παιδούλα και ταυτόχρονα πιο γερασμένη απ’ ό,τι ήταν όταν τη συνάντησε το πρωί στην πόλη. Και εκείνος, όταν στεκόταν ένα τέταρτο μπροστά στον καθρέφτη για να ξυριστεί, έδινε την εντύπωση ενός γερασμένου παιδιού. Άραγε ένας άντρας είναι ποτέ κάτι άλλο; Μιλάς για το χρόνο σαν κάτι υπαρκτό. Μετά αντιλαμβάνεσαι ότι μεταξύ της στιγμής που πήγαινες σχολείο, και μεταξύ της στιγμής, ακόμη και εκείνης που μια μητέρα σε νανούριζε στο κρεβάτι ή αυτής που ζεις… [σ. 178]

…και εδώ κόβεται ο συλλογισGeorges Simenon Original Art by Ronald Searleμός του κυρίου Μοντ ή του συγγραφέα, γνωρίζουμε τι υπάρχει ανάμεσα στις αναφερόμενες στιγμές, ένας χρόνος απόλυτα σχετικός και αναμφίβολα απερίγραπτος. Προς τα πού φεύγει τελικά ο κύριος Μοντ; Προς τη νεότητά του, προς μια εναλλακτική ζωή, προς το πρώτο περαστικό ρεύμα; Ή απλά δεν έχει σημασία πού πηγαίνει αλλά το ότι πηγαίνει; Προσοχή, στο τέλος θα είναι απρόβλεπτος για πολλοστή φορά. Ένα είναι βέβαιο: ποτέ δεν θα θεωρήσει ξανά τη ζωή μονότονη.

Ζωρζ Σιμενόν: αυτός ο αστείρευτος κατασκευαστής ιστοριών, αυτή η αδιανόητη μηχανή (εκατοντάδων…) μυθιστορημάτων που έζησε στις δυο αμφι-ατλαντικές ηπείρους και ολοκλήρωσε την δαιμονιώδη του γραφή με εξίσου ογκώδη απομνημονεύματα δεν υπήρξε απλώς πολυαγαπημένος των αναγνωστών αλλά και τιμημένος των ομότεχνών του – ένα δείγμα επιστολικών φιλοφρονήσεων από τους Αντρέ Ζιντ, Μαξ Ζακόμπ, Χένρυ Μίλλερ, Φρανσουά Μωριάκ, Πιέρ Μακ Ορλάν κ.ά. περιλαμβάνονται στο επίμετρο της έκδοσης.

Εκδ. Άγρα, 2012, μτφ. Αργυρώ Μακάρωφ, σελ. 205 [George Simenon, La fuit de monsieur Monde, 1945].

17
Μάι.
13

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 123. Ντορίνα Παπαλιού

DP2Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Tο Απαραίτητο Φως, Ικαρος, είναι το τελευταίο μου μυθιστόρημα. Η ηρωίδα, η Λουίζα Λασκαράτου, επιστρέφει από την Οξφόρδη όπου εργάζεται ως ανθρωπολόγος, ύστερα από τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα της, αθηναίου δικηγόρου. Την περιμένει το τελευταίο του μήνυμα σ’ εκείνη: μια αινιγματική φωτογραφία, άγνωστη στην ίδια ως τώρα, τραβηγμένη το ’41, της μητέρας του Λασκαράτου, της νεαρής τότε ζωγράφου Λουίζ Χατζηλουκά. Στο φόντο της φωτογραφίας βρίσκεται ο πίνακας ενός διάσημου σκοτσέζου ζωγράφου που είχε κλαπεί από την οικογένειά της στα χρόνια της κατοχής. Σύντομα η Λουίζα θα ανακαλύψει πως η ιστορία του πίνακα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ανεξήγητη εκτέλεση της Λουίζ Χατζηλουκά, το 1944. Η αλήθεια όμως, όπως και η τύχη του πίνακα αγνοούνται…

9789609527811Μέσα από την αναζήτηση του χαμένου πίνακα, θέλησα να εξερευνήσω τους εύθραυστους δεσμούς που ενώνουν το παρελθόν με το παρόν, τη σχέση της απώλειας με τη μνήμη, αλλά και την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που συνέβη και αυτό που μεταφέρεται, την αλήθεια και τις αφηγήσεις της. Και τελικά, τι είναι αυτό που έχουμε περισσότερο ανάγκη, την αλήθεια ή τους μύθους;

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το πρώτο μου μυθιστόρημα είναι το Γκάτερ, Κέδρος. Είναι η ιστορία ενός νεαρού κομίστα που άθελά του, εξαιτίας της μανίας του να σκιτσάρει όπου σταθεί κι όπου βρεθεί, γίνεται μάρτυρας ενός παράξενου εγκλήματος. Νύχτα σε μια καφετέρια, ο Αλέξανδρος Δαμιανός σκιτσάρει το πρόσωπο του άγνωστου άντρα που κάθεται σε μια γωνιά. Το σκίτσο όμως αυτό δεν είναι παρά Gutter Cover RGBμόνο η αρχή, η πρώτη εικόνα σε μια ιστορία που αρχίζει να ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του, σαν τα κόμικς που σχεδιάζει. Δύο σκοτεινοί τύποι πλησιάζουν και λένε κάτι στον άγνωστο. Ο άγνωστος τους ακολουθεί  έξω. Ο Αλέξανδρος είναι σίγουρος πως βλέπει ένα πιστόλι. Ή μήπως έτσι του φάνηκε; Τα λιγοστά καρέ που έχει σκιτσάρει, το πρώτα καρέ μιας άγνωστης ακόμη σ’ εκείνον ιστορίας, θα τον οδηγήσουν σε μια περιπέτεια όπου ξαφνικά ο ίδιος θα αρχίσει να βιώνει σαν μυθιστορηματικός ήρωας, ενώ παράλληλα προσπαθεί να την κατανοήσει μέσα από τη ματιά του κομίστα. Νιώθοντας εγκλωβισμένος σ’ ένα περιβάλλον που δεν τον χωράει, ανάμεσα σε ένα πατέρα που αντιστρατεύεται τα όνειρά του και βασανισμένος από τον έρωτά του για την υπέροχη Ιζαμπέλλα, ο Αλέξανδρος ψάχνει καρέ-καρέ την αλήθεια.

b37586Στο Γκάτερ, μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση θέλησα να αφηγηθώ την ιστορία με τη φωνή και τη ματιά του νεαρού αγοριού. Ο λόγος του να είναι όσο κοντύτερα γίνεται στο αφηγηματικό ύφος των κόμικς. Κι ενώ από τη μια με απασχόλησε η αστυνομική πλοκή και η δράση, εξίσου σημαντική έμφαση θέλησα να δώσω και σε μια άλλη διάσταση, της προσωπικής ιστορίας του ήρωα, τις αγωνίες και τις δυσκολίες που κρύβονται στο πέρασμα προς την ενηλικίωση.

Το μόνο διήγημα που έχω γράψει ως τώρα είναι το Σπουδή στο Πράσινο, στη συλλογή του Κέδρου, Ονόματα. Ως ήρωα επέλεξα τον Κόναν Ντόιλ. Η ιστορία εξελίσσεται το 1882, στο Πλίμουθ, όταν ο συγγραφέας ήταν ακόμη νεαρός γιατρός και αφηγείται μια φανταστική συνάντηση του Ντόιλ με τη μυστηριώδη ασθενή με το πράσινο φόρεμα. Η σύντομη αυτή ιστορία αναζητά τα ερεθίσματα που οδήγησαν τον Ντόιλ στη δημιουργία του διάσημου μυθιστορηματικού ντετέκτιβ Σέρλοκ Χολμς.

b70826Το πρώτο μου βιβλίο, Άκου μια ιστορία: η παραδοσιακή τέχνη της προφορικής αφήγησης και η αναβίωσή της στις μέρες μας, Ακρίτας, είναι μια συλλογή αγαπημένων μου κειμένων, μεταφρασμένα από εμένα, που πραγματεύονται την τέχνη του παραδοσιακού ιστορητή. Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, συμπεριλαμβάνονται συνεντεύξεις που πήρα από διάσημους σύγχρονους ιστορητές, που προσπαθούν να αναβιώσουν την τέχνη του ιστορητή.

Παιδικά βιβλία άρχισα να γράφω μετά την έκδοση του Άκου μια ιστορία. Το βασικό μου ερέθισμα ήταν η μελέτη μου πάνω στην προφορική αφήγηση. Θέλησα να δοκιμάσω να γράψω σύντομες ιστορίες, εμπνευσμένες από παραδοσιακές ιστορίες αρχικά, στα δύο πρώτα βιβλία κυρίως, με έναν σύγχρονο λόγο αλλά διατηρώντας την απλότητα και αμεσότητα του ύφους του παραδοσιακού ιστορητή.

b72640Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σπάνια. Χρειάζομαι τον υπολογιστή μου και βρίσκω απαραίτητη την ησυχία του γραφείου μου. Δεν γράφω σχεδόν ποτέ στο χαρτί, παρά μόνο σημειώσεις. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί το διήγημα Σπουδή στο Πράσινο. Βρισκόμουν για ώρες στο θάλαμο αναμονής ενός οφθαλμιατρείου εξαιτίας ενός προβλήματος που είχα στα μάτια μου και το μόνο που είχα στο νου, ήταν πως πολύ σύντομα έπρεπε να παραδώσω ένα  διηγήμα στον Κέδρο για το οποίο ακόμη δεν είχα γράψει ούτε λέξη. Είχα αποφασίσει πως θα έγραφα για τον Κόναν Ντόιλ, είχα διαβάσει ήδη αρκετά βιβλία για τον συγγραφέα, βιογραφίες, μελέτες πάνω στο έργο του, είχα ξαναδιαβάσει κάποιες ιστορίες του Σέρλοκ Χολμς, βιβλία πάνω στη βικτωριανή εποχή, υποθέσεις που απασχόλησαν τον τύπο στα χρόνια που ζούσε ο Ντόιλ, όμως ακόμη δεν είχα καταλήξει στη δική μου ιστορία. Κι εκεί, περιμένοντας, την βρήκα. Στο σημειωματάριο που πάντοτε περιφέρω μέσα στην τσάντα μου, άρχισα να γράφω. Δεν είναι τυχαίο που το διήγημά μου ξεκινά στο θάλαμο αναμονής ενός ιατρείου. Μόνο που εκείνο το ιατρείο, της ιστορίας μου, βρίσκεται στο Πλίμουθ, το 1882 και η ασθενής, η μυστηριώδης κοπέλα με το πράσινο φόρεμα, αντίθετα από εμένα, δεν θα βρει την γιατριά που αποζητά…

b125712Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Τελειώνοντας το Γκάτερ, μου πήρε καιρό να αποβάλλω από το νου μου τον Αλέξανδρο. Είχα συνηθίσει να ζω καθημερινά στο μυαλό του δεκαοχτάχρονου κομίστα ήρωά μου. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση σε ρουφά μέσα της. Τα τελευταία τρία χρόνια, γράφοντας To Απαραίτητο Φως, ζω συνεχώς με δυο νέες ηρωίδες και πολλούς άλλους χαρακτήρες, χωμένη στο σήμερα και στα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τώρα που τελείωσα, τόσο οι ήρωες όσο και ο κόσμος τους, σιγά σιγά χάνονται για άλλη μια φορά.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Συνήθως οι ιδέες μου διαμορφώνονται μέσα από τα διαβάσματά μου πάνω σε θέματα που με ενδιαφέρουν και όχι διαβάζοντας άλλα μυθιστορήματα. Κρατώ σημειώσεις για χαρακτήρες ή ιστορίες που αυθόρμητα μου έρχονται στο νου. Όλα όμως αλλάζουν όταν αρχίζω να γράφω. Μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, με τα χέρια στο πληκτρολόγιο, νιώθω σαν να σκέφτομαι με τα δάχτυλα.

b83466Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ξεκινώ γνωρίζοντας πάντα το τέλος της ιστορίας μου. Κάνω αυστηρά σχεδιαγράμματα για την πλοκή και τους χαρακτήρες, που συχνά όμως δεν ακολουθώ, αλλά ανασκευάζω συνεχώς, παράλληλα με το γράψιμο. Πολλοί φίλοι συγγραφείς μού λένε πως το να κάνεις σχεδιαγράμματα σου κόβει τον αυθορμητισμό. Εγώ όμως βρίσκω την ελευθερία μου μονάχα πίσω από τα σχεδιαγράμματα. Είμαι λίγο σαν το παιδί που νιώθει μεγαλύτερη ελευθερία μέσα στον κήπο με τον πανύψηλο φράχτη απ’ότι στον κήπο χωρίς περίφραξη. Γιατί στον περιφραγμένο κήπο νιώθει πιο ελεύθερο να κλωτσήσει με δύναμη τη μπάλα του. Δεν κινδυνεύει να καταλήξει από τη δυνατή κλωτσιά του στην λεωφόρο, στην άκρη του κήπου. Όσο για την μουσική, δεν ακούω ποτέ όταν γράφω, ούτε όταν διαβάζω.

b142913Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα Ιστορία στην Αμερική, στο Brown University, και συνέχισα με μεταπτυχιακές σπουδές στην Κοινωνική Ανθρωπολογία, στην Αγγλία, στο πανεπιστήμιο του Cambridge. Στην εφηβεία μου δεν ήθελα να ασχοληθώ με τίποτα καλλιτεχνικό. Ίσως από αντίδραση στους γονείς μου. Η μητέρα μου είναι σκηνοθέτιδα και ο πατέρας μου ασχολήθηκε για πολλά χρόνια με τον κινηματογράφο, ως παραγωγός. Ο Θίασος, του Θ. Αγγελόπουλου, ήταν η πρώτη του ταινία. Τελικά δεν τα κατάφερα να ξεφύγω… Στο τελευταίο μου μυθιστόρημα η ηρωίδα εργάζεται στο μουσείο ανθρωπολογίας και αρχαιολογίας, Pitt Rivers, στην Οξφόρδη. Κατά τα άλλα δεν έχω τίποτα κοινό μαζί της πέρα από κάποιες γνώσεις στην κοινωνική ανθρωπολογία.

b103042Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι, ποτέ. Δεν μου ταιριάζει.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα έγραφα κάτι για το σύνθετο ζήτημα της διεκδίκησης από τους νόμιμους κληρονόμους τους και της επιστροφής σε εκείνους, των κλεμμένων έργων τέχνης από τους ναζί.

bulgakovΤι γράφετε τώρα; 

Μόλις τελείωσα Το Απαραίτητο Φως, 632 σελίδες, ύστερα από 3,5 χρόνια συνεχούς εργασίας. Δικαιούμαι να πάρω μια ανάσα…

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Οι πρώτοι συγγραφείς που μου έρχονται αυθόρμητα στο νου: Μ. Μπουλγκάκοφ, Ι. Τουργκένιεφ, Ο. Ντε Μπαλζάκ, Τ. Μαν, Σ. Τσβάιχ, Ε. Χέμινγκγουει, Τ. Στάινμπεκ, Κ. Βόνεκγκατ, Φ. Σ. Φιτζέραλντ, Λ. Ντάρελ, Β. Ναμπόκοφ, Τζον λε Καρέ, Γκράχαμ Γκρήν, Χένρι Μάνκελ, Π. Ντ. Τζέιμς, Τζον Μπάνβιλ, Σεμπάστιαν Φωκς, Κόλιν Ντέξτερ, Ναγκίμπ Μαχφούζ, Μπ. Σλίνκ, Σώμερσετ Μωμ, Φ. Κερ.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

k.vonnegut«Σημειώσεις ενός επαρχιακού γιατρού», του Μπουλγκάκοφ. «Πατέρες και γιοί», του Τουργκένιεφ. «Χαμένα όνειρα», του Μπαλζάκ. «Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο», του λε Καρέ. «Τα γράμματα του Βαν Γκογκ στον Τέο». Η «Βιογραφία του Κιμ Φίλμπι», του Φίλιπ Νάιτλι. «Ο Λαγός με τα κεχριμπαρένια μάτια», του Ε. Ντε Βαλ. «Ο Μπαλζάκ και η μικρή κινέζα ράφτρα», του Ντάι Σούτσι. «Επιχείρηση Μίνσμιτ», του Μπεν Μάκινταϊρ. «Η γυναίκα στα λευκά», του Γουίλκι Κόλλινς.  «Dracula», του Μπραμ Στοκερ. Oι «Χαμένοι», του Μέντελσον. «Το παζάρι του Φάουστ», του Τζ. Πετρόπουλος. «Η μορφολογική ανάλυση του παραμυθιού κατά τον Β. Πρόπ». «Η μορφή του φιλμ», Σ. Αϊζενστάιν. «Logicomix», του Α. Δοξιάδη

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Του Τσέχωφ και του Μπόρχες.

Σαjohn steinbeck-ς έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Μα φυσικά, ο Απόστολος Δοξιάδης!

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Σέρλοκ Χολμς

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν έχω «αγαπημένο» σύγχρονο περιοδικό. Μου αρέσουν πολλά από τα λογοτεχνικά περιοδικά που βγαίνουν σήμερα. Θαυμάζω όμως τα Νέα Γράμματα. Ένα περιοδικό της Γενιάς του ’30.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Philip-KerrΔυστυχώς δεν διαβάζω όση λογοτεχνία θα ήθελα. Πάντα πέφτω με τα μούτρα σε βιβλία που έχουν να κάνουν με θέματα που πραγματεύομαι στο γράψιμό μου. Τον τελευταίο καιρό ήταν Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, βιβλία γύρω από τη Γενιά του ’30, για την ζωγραφική και την τέχνη της βικτωριανής Γλασκόβης, για τους εξπρεσιονιστές γενικότερα. Στον χρόνο που μου μένει, συνήθως ξαναδιαβάζω αγαπημένα μου βιβλία από την κλασική λογοτεχνία και ελάχιστα καινούργια.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Μια μέρα στο Underground του Λονδίbanvilleνου, πηγαίνοντας προς την Euston Square, στο πανεπιστήμιο UCL όπου εργαζόμουν για το καλοκαίρι σε ένα εργαστήρι Νευροεπιστημών, καθώς διάβαζα τους Λαβύρινθους του Μπόρχες αναρωτήθηκα για πρώτη φορά, τι στο καλό έκανα με τη ζωή μου. Ίσως η ξαφνική αμφισβήτηση του δρόμου που είχα επιλέξει, να είχε να κάνει και με το συγκεκριμένο βιβλίο. Είχε σταθεί το πρώτο ερέθισμα. Γυρίζοντας τον Σεπτέμβρη στην Αμερική —στα αμερικάνικα πανεπιστήμια υπάρχει αυτή η δυνατότητα πριν το τέλος της δεύτερη ακαδημαϊκής χρονιάς—άλλαξα το πτυχίο μου από Βιολογία σε Ιστορία. Το ότι ήθελα να γίνω συγγραφέας, το αποδέχθηκα αργότερα.

Περί αδιακρισίας

Pip Carter as Edward Thomas Shaun Dooley as Robert FrostΠαρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Αγαπώ τον Tαρκόφσκι και τον Κουροσάβα. Φέτος έτυχε να βρίσκομαι για οικογενειακούς λόγους κάποιους μήνες στην Αγγλία. Η θεατρική παράσταση που με γοήτευσε ήταν το ανέβασμα από τον R. Eyre του «Τhe Dark Earth and the Light Sky» του Nick Dear, πάνω στη ζωή του ποιητή Edward Thomas. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ καλύτερες ερμηνείες, επιλογή ηθοποιών ή σκηνοθεσία, γι’ αυτό το έργο που έχει να κάνει με την τόσο αινιγματική μορφή του E. Τhomas και τη σχέση του με τον ποιητή και μέντορά του R. Frost.

DP2Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Τρέμω μην εθιστώ. Tο αποφεύγω όσο μπορώ.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αυτό τώρα θα ήταν δώρο ή κατάρα;

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Τα βιβλία που πραγματικά αγάπησα, είναι εκείνα που διάβασα στην εφηβεία μου. Δεν ξέρω γιατί…

Στις εικόνες: Mikhail Bulgakov, Kurt Vonnegut. John Steinbeck, Philip Kerr, John Banville και οι θεατρικοί χαρακτήρες των Robert Frost και Edward Thomas στην αναφερόμενη από την συγγραφέα παράσταση.

16
Μάι.
13

Χρήστος Αστερίου – Το ταξίδι του Ιάσονα Ρέμβη. Μια αληθινή ιστορία

xaΤο κτίσμα της μνήμης

Είναι παράξενο, σκέφτηκε ο Ρέμβης, το πώς λειτουργεί ο μηχανισμός αποτύπωσης των εικόνων στο μνημονικό του ανθρώπου. Θα ’λεγες πως υπάρχει στο κεφάλι μας μια ακίδα που εγγράφει τις στιγμές της ζωής σε μια εύπλαστη επιφάνεια, σ’ ένα είδος μαλακού βινυλίου, στα αυλάκια του οποίου μπορεί κανείς ν’ ανατρέξει για πολλά χρόνια και να τις αναπαραγάγει μέχρι να σβηστούν και να χαθούν για πάντα. Η ακίδα αυτή ειδοποιείται από καιρού εις καιρόν απ’ τις αισθήσεις χαράσσοντας βαθύτερα τα γεγονότα εκείνα που κρίνονται ως κομβικά στη ζωή του καθενός, στιγμές που ξεχνιούνται δυσκολότερα και που σε κάθε περίπτωση αναδύονται στην επιφάνεια του παρόντος με μεγαλύτερη ευκολία όταν και εφόσον αναζητηθούν. [σ. 55]

Οι σκέψεις του Ιάσονα Ρέμβη δεν αποτελούν μέρος μιας αφηρημένης προβληματικής πάνω στη μνήμη αλλά έκφραση μιας ολόκληρης διανοητικής έρευνας πάνω στην λειτουργία εκείνου που μοιάζει να αποτελεί την μόνη «πατρίδα» ή την μόνη «περιουσία» ενός ανθρώπου. Αυτή η ενδελεχής ανίχνευση μιας συνολικής μνήμης άρα κι ενός ολόκληρου παρελθόντος είναι για τον Ελληνοαυστραλό ζωγράφο – κεντρικό χαρακτήρα του «αληθινού» αυτού μυθιστορήματος – κυριολεκτικά θέμα ζωής και θανάτου: ακριβώς έχοντας αποφύγει τον θάνατο σ’ ένα αυτοκινητικό ατύχημα και αντιλαμβανόμενος πως μόνο με την επιστροφή στην γενέθλια γη μπορεί να αντικρίσει την πραγματική του ζωή. Σε αυτούς τους τόπους ευελπιστεί να ακούσει περισσότερο τα αποτελέσματα της ακίδας πάνω στην μνημονική επιφάνεια:

941117_10151604913688633_887060396_nΕίναι, όμως, και κάποιες φορές που η οξεία αυτή ακίδα ενεργοποιείται αφ’ εαυτής, χωρίς την παρέμβαση και τη μεσολάβηση των αισθήσεων, εγχαράσσοντας μέσα μας εικόνες τυχαίες, φαινομενικά ασήμαντες, χωρίς συγκεκριμένο λόγο και χωρίς αιτία, εικόνες που άξαφνα προβάλλονται μπροστά μας χωρίς να τις περιμένουμε και χωρίς να τις έχουμε ζητήσει. Γιατί ποιος είναι ο λόγος, αλήθεια, που είχε αποτυπωθεί μέσα του τόσο έντονα αυτή η συγκεκριμένη στιγμή […] ή εκείνος ο περίπατος που δεν συνδεόταν με κανένα ιδιαίτερο περιστατικό; [σ. 55]

Μπροστά στην εκκωφαντική παρουσία του πεπερασμένου της ζωής ο Ρέμβης καλείται να αποφασίσει ποιος είναι ο πίνακας που θα τον χαρακτηρίσει εσαεί και θα «φέρει» εντός το ίχνος της ζωής του δημιουργού του. Αλλά η λίστα των επιτυχημένων έργων του παραμένει σιωπηλή: κανένα δεν συμπυκνώνει όλα όσα εκείνος επιθυμεί· όλα μοιάζουν με απλά προσχέδια, «δοκιμές για μια εικόνα που δεν ευτύχησε ποτέ να ολοκληρωθεί». Η φιλοτέχνηση ενός οριακού έργου τέχνης δεν μπορεί να γίνει χωρίς την αντίστροφη μετανάστευση από την Μελβούρνη στην γενέθλια Αθήνα. Με οδηγό την παιδική του ηλικία και ιδίως μια φωτογραφία που χάνεται στα πέντε πρώτα α-θύμητα χρόνια της ζωής του αναζητά το σπίτι στο φόντο της και νοικιάζει ένα διαμέρισμα σ’ ένα κτίριο που σχεδόν ταυτίζεται με το αλλοτινό. Σ’ αυτόν τον χώρο αναμένει την εμπύρετη έμπνευση που θα διοχετεύσει όλες του τις δυνάμεις σε έναν μοναδικό πίνακα.

X.A.Όσο ο αφηγητής βυθίζεται στα κατάβαθα της μνήμης του, εισχωρεί και στα έγκατα του παλιού κτιρίου, με το ξεχαρβαλωμένο παλιό ασανσέρ σαν γέρικη νοητή ραχοκοκαλιά του και τον καυστήρα με την παλιά δεξαμενή του πετρελαίου «ίδια με καρίνα πλοίου που έχει προσαράξει σε αβαθή νερά και σαπίζει αργά στην ακινησία του βυθού». Η παράλληλη αυτή διείσδυση αποδίδεται με ιδιαίτερα υποβλητικό τρόπο αλλά και με μια γλώσσα που με χειρουργική προσοχή και ακρίβεια όσο και πλούτο αποδίδει ακόμα κι εκείνα που δύσκολα περιγράφονται. Ο ίδιος ο καλλιτέχνης, από την άλλη, προσπαθεί να καταγράψει το ταξίδι του σε αποσπασματικές σημειώσεις παλαιότερης και τρέχουσας μνήμης: Αν κάθε ποιητής (γιατί κι εμείς οι ζωγράφοι ποιητές είμαστε) για να είναι σημαντικός πρέπει να χτίσει ένα δικό του κόσμο, καινούργιο, διαφορετικό, τότε το δικό μου συμπαντικό οικοδόμημα θα πρέπει να ήταν πολύ σαθρό για να καταρρεύσει στα μάτια μου. Πρέπει να βρω το γιατί. +++ (Εδώ να επανέλθω). [σ. 74 – 75]

5878252248_17086271b4_zΑν το κουβούκλιο του ασανσέρ στέκει παρατημένο, τότε μένει το κλιμακοστάσιο ως η μόνη «ζωντανή» δίοδος όσων έχουν απομείνει στο κτίριο και εδώ ο Ρέμβης θα συναπαντηθεί με την γηραιά σοπράνο Μαρίκα Ναβάρου, πολυετή ένοικο που παρ’ ολίγο να συνυπάρξει με την παιδικότητα του καλλιτέχνη – ερευνητή. Η προσωπική αφήγηση της ζωής της, στο κέντρο της οποίας χαίνει το τραύμα της απώλειας ενός παιδιού, αποτελεί για τον συνομιλητή της μια διπλοτυπία αφήγησης πάνω στην δική του, όπως ακριβώς η αντιπαραβολή και σύμμειξη της παλιάς και της καινούργιας φωτογραφίας του κτίσματος.

Για ποια «μνήμη αιωνία» γίνεται λόγος όταν κανείς μας δεν γνωρίζει ποιος υπήρξε ο πατέρας του προπάππου του, για παράδειγμα, όταν δεν έχουμε δει ποτέ το πρόσωπό του, όταν αγνοούμε τα χαρακτηριστικά και τις συνήθειες ενός συγγενής που έζησε μόλις μερικές γενιές πριν από μας. Πολλοί χαμένοι άνθρωποι πίσω μας, πολλοί ξεχασμένοι…[σ. 24]

Μόνο που για τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είμαστε σίγουροι, ή, για να μιλήσω απολύτως υποκειμενικά, δεν είμαι βέβαιος αν όλα αυτά συμβαίνουν στην μυθοπλασμένη πραγματικότητα. Ο Ιάσωνας Ρέμβης μού μιλάει αλλά δεν έχω κανέναν μάρτυρα, και καλούμαι να πιστέψω αποκλειστικά την δική τουΑπέραντα άδειο σπίτι - Τάσος Χώνιας διήγηση. Η πατρική του εστία μένει παραδόξως ακατοίκητη, ενώ όσο αντιλαμβάνεται την μέγιστη αλλαγή της πόλης άλλο τόσο το σπίτι στο οποίο κάθε φορά επιστρέφει μοιάζει ανέγγιχτο από τον χρόνο. Η κρίβεια των λέξεων αντικρούεται από την θαμπή, ενίοτε ονειρική διάσταση των σκέψεων.

Μπορεί ο χρόνος να παγιδευτεί σε κάποιο τόπο ή να περικλειστεί σ’ ένα έργο τέχνης; Μπορεί η επιστροφή στην πολεοδομική μήτρα να ενεργοποιήσει άλλου είδους επιστροφές ή, έστω, εμπνεύσεις;  Ή μήπως η ίδια η καλλιτεχνική δημιουργία δεν αποτελεί παρά μια πρόφαση για την καταβύθιση προς τα πίσω; Κρύβεται στους παρελθοντικούς μας τόπους ακόμα κάποιο απαράλλαχτο κομμάτι του εαυτού μας; Έχει νόημα ένα τέτοιο ταξίδι; Κι αν επιτέλους καταλήξει εκεί που ο καθένας επιθυμεί τότε μπορεί να προχωρήσει την ζωή του – ή μήπως τότε είναι που η ζωή δεν έχει κανένα νόημα να συνεχιστεί;

sΌποιος πιστεύει πως το παρελθόν είναι μονάχα χρόνος κάνει σοβαρό λάθος. Εδώ, είναι πρωτίστως τόπος, δεν είναι έννοια αφηρημένη, σκέψη άυλη, αλλά πράγμα χειροπιαστό, μορφοποιημένο, είναι κάτι που το βλέπεις συνεχώς μπροστά σου, κι όσο κι αν έχεις τη διάθεση να το αγνοήσεις, εκείνο δε σ’ αφήνει να τα προσπερνάς, σ’ αρπάζει αμέσως. Όποιος πιστεύει τη θεωρία περί γραμμικού χρόνου και θεωρεί πως τα έτη διαδέχονται απλώς το ένα το άλλο, πως η κάθε δεκαετία αποχαιρετά και δίνει τη θέση της στην επόμενη, της παραδίδεται ολοκληρωτικά και της βάζει στο χέρι τα σκήπτρα εν είδει σκυτάλης, οφείλει σ’ αυτή τη γειτονιά ν’ ανοίξει τα μάτια το. Εδώ το παρελθόν ζει μέσα στο παρόν, δίπλα του, πλάι του. Δεν είναι μια ενιαία συμπαγής γειτονιά αυτή, είναι πολλές ταυτόχρονα και συνυπάρχουν. [σ. 141]

Εκδόσεις Πόλις, 2013, σελ. 201, με τρεις μαυρόασπρες φωτογραφίες. 1η έκδοση: εκδ. Πατάκη, 2006.

Στην δεύτερη φωτογραφία (τραβηγμένη από τον συγγραφέα): κτίσμα στην οδό Μιχαήλ Βόδα, δρόμο του μυθοπλασμένου κτιρίου, με πολλά εκ των υστέρων ανακαλυφθέντα κοινά στοιχεία.

13
Μάι.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 136

NPG 6352; Salman Rushdie ('The Moor') by Bhupen KhakharΣάλμαν Ρουσντί, Το χώμα που πατάει, Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 105 [Φεβρουάριος – Μάρτιος 1999]. Ιστορίες για τον Θεό. 37 κείμενα για την θρησκευτικότητα, σ. 86, απόδοση Μαρία Αγγελίδου. [απόσπασμα από το τότε υπό μετάφραση μυθιστόρημα του Salman Rushdie, The Ground Beneath Her Feet, 1999].

Παρ’ όλα της τα καμώματα, παρ’ όλες τις πνευματιστικές ιδιοτροπίες της και παραξενιές, εγώ ο άθεος πάντα δυσκολευόμουν αφάνταστα να πιστέψω ότι πίστευε στ’ αλήθεια. Ότι πίστευε στ’ αλήθεια σ’ έναν αληθινό Θεό. Φαίνεται, όμως, πως έπεφτα έξω. Πως είχα άδικο και σ’ αυτό το ζήτημα. Μα…όπως κι αν έχει, ποια άλλη λέξη υπάρχει; Ποια άλλη λέξη μπορεί να εκφράσει αυτήν την ευγνωμοσύνη, που νιώθεις μέσα σου, για τις ευτυχισμένες συμπτώσεις της ζωής, όταν δεν υπάρχει κανένας να του πεις ευχαριστώ κι εσύ χρειάζεσαι να πεις ευχαριστώ σε κάποιον; Ο Θεός, έλεγε η Βίνα. Αυτή η λέξη ηχούσε πάντα στ’ αυτιά μου σαν μια θυρίδα ασφαλείας, όπου μπορούσες να καταθέσεις τη συγκίνησή σου. Ένα μέρος για να βάλεις ό,τι δεν χωρούσε, ό,τι δεν έμπαινε πουθενά αλλού.

11
Μάι.
13

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 122. Γιάννης Καλπούζος

ΓΚ2Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε  ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου πόνημα τιτλοφορείται «Ουρανόπετρα» και πρόκειται για κοινωνικό  μυθιστόρημα με καμβά δυο ιστορικές  περιόδους, μοιρασμένο αντίστοιχα σε δύο μέρη. Το πρώτο το ονομάζω «Το μικρό χρονικό» και εξελίσσεται για 54 σελίδες στην Κύπρο από το 1569 μέχρι το 1572 επί ενετοκρατίας, καθώς και επί οθωμανικής εισβολής. Το δεύτερη το ονομάζω «Το μεγάλο χρονικό» και διαδραματίζεται πάλι στην Κύπρο τα πρώιμα χρόνια της αγγλοκρατίας από το 1878 μέχρι το 1917 αλλά και μέρος του στην Ελλάδα καθώς παρακολουθεί μέσα από τους Κύπριους εθελοντές τους πολέμους του 1897 και του 1912-13.

Θα μοιραστείτε μια  μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο  κάθε σας βιβλίο χωριστά;

b52799Θα ξεκινήσω από την ποιητική συλλογή «Το νερό των ονείρων» εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα 2000, παραθέτοντας μικρό δείγμα γραφής από το ομώνυμο ποίημα: Ήμουν βουνό/ ήσουν θάλασσα/ κι άλλο τρόπο δεν είχαμε να έλθουμε κοντά/ έκανες εσύ τα όνειρά σου βροχή και χιόνι/ κι έκανα τα όνειρά μου ρέματα και ποτάμια/ κι έτσι μένουμε/ δεμένοι με το νερό των ονείρων.

Συνεχίζω  με τη συλλογή διηγημάτων «Μόνο να τους άγγιζα» εκδόσεις Κέδρος 2002, πάλι με ένα μικρό απόσπασμα από το διήγημα «Λουνέμα»: Βλέπω καπνούς και θάλασσες και φωνές να σ’ αρπάζουν να  σε βουτούν στο αίμα τους. Βλέπω ανάσες και νύχτες και ποτάμια να υφαίνονται στα χέρια σου. Να σε τραβούν σκιές και σκέψεις, να σε πατούν και να σε πηγαινοφέρνουν. Να ψάχνεις, να ρωτάς. Να στέκεσαι στα περάσματα και στα γεφύρια. Να μη μπορείς να περιμένεις. Να πηγαίνεις μαζί με το νερό και κόντρα. Γυμνός να κυλιέσαι στις πλαγιές και να ’χουν χιόνι. Να μπαίνεις στους κορμούς των δέντρων, στους τοίχους και στα κάστρα. Να χώνεσαι στο χώμα και να φυτρώνεις. Ν’ ανάβεις ήλιους σε σπηλιές και να κυλάς φεγγάρια στους γκρεμούς. Να δένεσαι, να λύνεσαι κι όλο δεμένος να ’σαι…

b73661Το 2005 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγκυρα το μυθιστόρημά μου «Παντομίμα φαντασμάτων», το οποίο θα κυκλοφορήσει ξανά από τις  εκδόσεις Μεταίχμιο το φθινόπωρο. Το θέμα του ένα νησί – που θα μπορούσε να είναι μια χώρα ή ο κόσμος ολόκληρος- το οποίο βυθίζεται προοδευτικά και οι κάτοικοί του ανεβαίνουν ολοένα και ψηλότερα για να σωθούν. Στην ανάβαση προς τη σωτηρία τέσσερις φίλοι κι άλλοτε οι απόγονοί τους, οι κρυμμένες αμαρτίες τους, ηγέτες νάνοι, απλοί άνθρωποι γίγαντες, το καθήκον και ο φιλοτομαρισμός, μια αινιγματική διαθήκη, ο έρωτας που φυτρώνει ωσάν λουλούδι στη ραγισματιά της ασφάλτου, ένας βιαστής και δολοφόνος, η συνεχής μετάλλαξη των χαρακτήρων σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, τα θεμέλια του πλούτου και της φτώχειας των ψυχών, το ένστικτο εμπρός στο ήμερο και το άγριο, η ελπίδα. Με κάποιο τρόπο, προφητικό θα έλεγα, ένα μυθιστόρημα για όλα όσα συμβαίνουν σήμερα στον τόπο μας.

b94375Το 2006 και  το 2007 από τις εκδόσεις Ίκαρος κυκλοφόρησαν οι ποιητικές συλλογές μου: «Το παραμιλητό των σκοτεινών θεών» και «Έρωτας νυν και αεί». Παραθέτω δυο δείγματα γραφής: Να ‘μαι! Βάτος που  φλέγεται, στέργει να καεί./ Με σκεπάζουν σελάχια, καπνοί δικοί μου, μόνο δικοί μου. Και υφαίνω στις στάχτες. Στις στάχτες μου. Υφαίνω στον αργαλειό του τσιγάρου μου. Ταξινομώ την ομίχλη./Να ‘μαι! Υφαντό ήχων./ Αλαλάζοντα φωνήεντα. Έρποντα σύμφωνα…/ Να ‘μαι! παραμιλητό στις εκβολές της νύχτας./ Απαγορευμένο μήλο. Επιτρεπόμενος καρπός. Σοδειά. Συλλέγω τη μορφή μου. Συλλέγω ό,τι δόθηκε στα μάτια μου. Ό, τι ψηλάφισαν τα χέρια μου. Συλλέγομαι απ’ όπου σκορπίστηκα./ Αντλία μνήμης./ Συλλέκτης./ Όπου σκορπίστηκα με άντλησε η μνήμη άλλων. Μνήμες, διασταυρούμενα πυρά, όπως αλληλογραφούν οι θύελλες…

b106915και από το «Έρωτας νυν και αεί»: Είμ’ εδώ! Να λες, για σένα!/ Προκυμαία, στον ωκεανό της νύχτας/ Εξώφυλλο των ανέμων σου/ Έρημος αβάπτιστη, κι ο κόκκος σου μου δίνει τ’ όνομα/ Κλωστή απ’ την κορυφή του Ολύμπου ως την αιχμή των πυραμίδων, απάνω μου να περπατήσεις./ Είμ’ εδώ!/ Αγιασμός και ομπρέλα των δακρύων/ Λάλημα εφτά πουλιών/ Ξερολιθιά, στο ξεδιάλεγμα της γης σου/ Σκαλωσιά, λαιμός και ώμος ν’ ανεβαίνεις κι όπου χρεμετίζει η άνοιξη να τρέχεις…

Το 2008 από  τις εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφόρησε  το μυθιστόρημά μου «Ιμαρέτ», με υπότιτλο: «Στη σκιά του ρολογιού», το οποίο εξελίσσεται στην οθωμανοκρατούμενη Άρτα από το 1854 μέχρι το 1882, ένα χρόνο μετά την απελευθέρωση της περιοχής ανατολικά του Αράχθου. Δύο αγόρια γεννιούνται την ίδια νύχτα, ένας Έλληνας κι ένας Τούρκος, και η μοίρα τούς κάνει ομογάλακτους. Το μυθιστόρημα παρακολουθεί με διαδοχικές αφηγήσεις των δύο ηρώων τη ζωή τους αναπαριστάνοντας συγχρόνως μια ολόκληρη εποχή παράλληλα με την περιπέτεια, τη δράση, τον έρωτα, τις κωμικές ή τις τραγικές καταστάσεις. Στη σκιά του ρολογιού που χτυπά τις οθωμανικές ώρες Έλληνες, Τούρκοι και Εβραίοι, οι δύο φίλοι, μια δολοφονία μυστήριο, ο παππούς Ισμαήλ, ο φανατικός Ντογάν, συγκρούσεις, επαναστάσεις, συνύπαρξη, καθημερινή ζωή, χοροεσπερίδες, Καφέ Αμάν, πετροπόλεμος, Απόκριες, Ραμαζάνι, χαμάμ, ο τουρκικός μπερντές του Καραγκιόb125082ζη, αφορισμοί, ο «άλλος» στα πρόσωπα και στις συνήθειες των κατοίκων των τριών φυλών, λαθρεμπόριο, κολίγοι, τσιφλικάδες, πλούτος και εξαθλίωση, γλυκιά και πικρή ζωή. Όλα κάτω από τον συμβολικό τίτλο του μυθιστορήματος «Ιμαρέτ», τα οποία ήταν φιλανθρωπικά ιδρύματα επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το 2011 από τις εκδόσεις Μεταίχμιο εκδόθηκε το μυθιστόρημά μου «Άγιοι και δαίμονες», του οποίου η μυθοπλασία  συνυφαίνεται με τα πραγματικά γεγονότα στο υφαντό της Πόλης από το 1808 ως το 1831. Καθημερινή ζωή, έρωτες, δυνατές φιλίες, πλούτη, φτώχεια, οραματιστές, συμμορίες των δρόμων, χασικλήδες, δερβίσηδες, γενίτσαροι, αρνησίθρησκοι, κρυπτοχριστιανοί, δεισιδαιμονίες, ερωτικά ξόρκια, χαμένα όνειρα, οι γυναίκες στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, πυρκαγιές, παζάρια, βεγγέρες, το μπουντρούμι και η αστυνομία του Πατριαρχείου, τα κοινά σχολεία, η Μεγάλη του Γένους Σχολή, ερωμένες Πατριαρχών, αρώματα, λάσπες, βασανιστήρια, πανούκλα, προεπαναστατική περίοδος, Φαναριώτες, συνωμοσίες, μυστικές εταιρείες, προδότες, μισαλλοδοξία, οι σφαγές στην Πόλη το 1821, Ρωμιοί, Οθωμανοί, Αρμένιοι, Φράγκοι, Εβραίοι, Πόντος, Χίος, Δραγατσάνι, Μανιάκι και πόσα άλλα θα βρει ο αναγνώστης στις σελίδες του. Κι ακόμα τον πόθο, τον φόβο και τον όχλο, άγιους και δαίμονες, ενώ μπορεί να λείψει το «και» και να μεταβολιστούν σε άγιους δαίμονες.

b135347Τέλος για  την «Ουρανόπετρα», η οποία έχει υπότιτλο «Η δωδέκατη γενιά», να προσθέσω σε όσα είπα στην αρχή τα εξής: Το 1571, ο Γερόλεμος κόβει στα τέσσερα το φυλαχτό που του έσωσε τη ζωή, χαράζει σημάδια σε κάθε κομμάτι και τα μοιράζει στους τέσσερις γιους του. Τι θα αποκαλυφθεί άραγε εάν ποτέ ενωθούν; Δώδεκα γενιές αργότερα ένας απόγονός του πορεύεται με βάση τη θεωρία του: Όπου πατώ είναι δικός μου δρόμος (παραπέμποντας στην πορεία προς την αυτογνωσία) μέσα από περιπέτειες, δυνατούς έρωτες, μέσα σε άγνωστες εποχές και στην άγνωστη για τους σημερινούς καθημερινότητα της εποχής εκείνης. Ακόμα θέση στο βιβλίο έχουν η αιώνια πάλη του καλού και του κακού, το νόμιμο άδικο και το παράνομο δίκιο, ο πατριωτισμός και τα συνθήματα, οι ολόιδιοι κατακτητές με τα διαφορετικά προσωπεία, η Κύπρος ανά τους αιώνες και τα όνειρα και οι ελπίδες των προπατόρων μας έτσι ώστε όλα να γίνονται γέφυρα με το σήμερα θέτοντας μεταξύ πολλών άλλων το ερώτημα: Μήπως λησμονώντας το χθες αποκόβεσαι απ’ τη ρίζα σου κι αντί για δεντρί είσαι κισσός που ψάχνει αλλού στηρίγματα;

b162860Έχετε γράψει σε τόπους εκτός  του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Μόνο κάποιες  ιδέες στα σπάργανά τους ή ασήμαντες συνήθως σημειώσεις.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας  από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι περισσότεροι με ακολουθούν ή τους ακολουθώ. Για μένα είναι σα να υπήρξαν στην πραγματική ζωή μου ή να έζησα εγώ στην εποχή τους, μαζί τους. Μάλιστα διδάσκομαι από πολλούς ήρωές μου. Προσπαθώ, για παράδειγμα, να μοιάσω στον παππού Ισμαήλ (του Ιμαρέτ) σε ό,τι αφορά τη στωικότητά του και τον τρόπο πρόσληψης και ανάλυσης της ζωής και των γεγονότων.

b186095Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση;

Γράφω με στυλό  και χαρτί στον χώρο μου, απομονωμένος, νύχτα κυρίως, χειμώνα και πλάι στο μονίμως αναμμένο τζάκι. Προετοιμάζω το έδαφος, πολλές φορές για ώρες, μέχρι να μ’ επισκεφτεί αυτό το Θείο πυρ και η Θεία μανία της έμπνευσης. Ο χορός των αοράτων. Προσκαλώ την έμπνευση ή πασχίζω να την αποπλανήσω ακούγοντας ηπειρώτικα τραγούδια, μοιρολόγια, μπλουζ, τζαζ ή διαβάζοντας ποίηση. Όταν μ’ επισκεφτεί γράφω με πυρετώδεις ρυθμούς, σε κατάσταση ενσυνείδητης παραίσθησης. Κανείς άλλος δεν μπορεί να διαβάσει όσα γράφω, ορνιθοσκαλίσματα είναι τα γράμματά μου αυτές τις ώρες. Όμως ακολουθεί και η δουλειά του χειρώνακτα ή έχει προηγηθεί η εργασία του μυρμηγκιού σε ό,τι αφορά την έρευνα. Πολλές ώρες κάθε μέρα, ατέλειωτες. Συνήθως σε κάθε μυθιστόρημα κάνω τρεις χειρόγραφες γραφές και στη συνέχεια πολλές άλλες κατά κεφάλαιο στον υπολογιστή. Παλεύω με τις λέξεις ή εκείνες παλεύουν μαζί μου. Τις κυνηγώ όπως τις πυγολαμπίδες σε σκοτεινές νύχτες ή στην ομίχλη των ατέλειωτων τσιγάρων. Επίπονη μα και γοητευτική διαδικασία, η οποία πέρα από το όποιο ταλέντο απαιτεί μέγα πάθος.

b52726Έχετε γράψει ποίηση και  πεζογραφία. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε  ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί;

Προς το παρόν  επικράτησε ο πεζός λόγος, αν και σ’ αυτόν ενυπάρχει η ποίηση, η παντοτινή ερωμένη μου. Θα επιστρέψω στην ποίηση, τουλάχιστον αυτή είναι η επιθυμία μου και η πρόθεσή μου. Όμως στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο νιώθω ότι θέλω να εκφραστώ μέσα από το μυθιστόρημα.

Αν είχατε σήμερα την  πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της  λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Με έλκει η κοινωνική ιστορία που γAyn-Rand-002ράφουν οι απλοί άνθρωποι. Αυτοί που μπολιάζουν τις επόμενες γενιές και αποδείχνονται  τα μπόλια τους πιότερο δυνατά και  από τα διδάγματα του σχολειού. Αν ωστόσο έπρεπε οπωσδήποτε να γράψω για κάποιον θα έγραφα είτε για τον Ζώη Καπλάνη, είτε για τον Ιωάννη Καποδίστρια.

Τι γράφετε τώρα;

Πολλά γράφονται  στον νου μου, όμως ούτε σε μένα φανερώνονται αποκρυσταλλωμένα και καθάρια.

Περί ανάγνωσης

Ivo_Andric_in_VišegradΑγαπημένοι σας παλαιότεροι  και σύγχρονοι συγγραφείς.

Γκάτσος, Ελύτης, Καραγάτσης, Μακρυγιάννης, Ισίδωρος Ζουργός, Ελένη Πριοβόλου, Μαρκές, Μπαλζάκ, Πηνελόπη Δέλτα, Άυν Ράντ, Ντοστογιέφσκι, Σκαρίμπας, Ροΐδης, Ναμπόκοφ, Τολστόι, Κούντερα, Μπόρχες, Μαλρώ, Σαραμάγκου, Μούζιλ, Σαλαμπέρτ, Ίβο Αντριτς, Στάινμπεκ, Καμύ και πολλοί άλλοι.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αμοργός, Πάπισσα Ιωάννα, Το Θείο τραγί, Ο κοτσάμπασης του Καστρόπυργου, Άξιον Εστί, Εκατό χρόνια μοναξιάς κ.α.

andre_malraux_015_beskow_72-12Τι διαβάζετε αυτό τον  καιρό;

«Στη σκιά  της πεταλούδας» του Ισίδωρου  Ζουργού, ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα, ενώ μόλις τέλειωσα το «Η Γαλλίδα δασκάλα» του συμπατριώτη μου Ντίνου Γιώτη το οποίο βρήκα πολύ γοητευτικό βιβλίο και θα συνεχίσω με το «Μαύρα Μάτια» του Μάνου Ελευθερίου.

Στις εικόνες: Ayn Rand, Ivo Andrić, André Malraux.

10
Μάι.
13

Μπίλι Χολιντέι – Η κυρία τραγουδάει τα μπλουζ. Αυτοβιογραφία

TELIKO BILLIEΜπλέ ψυχή, μαύρο αίμα

Παίζαμε σε μια ατέλειωτη σειρά από ξεφτιλισμένα μαγαζιά, σε ζόρικες νέγρικες αίθουσες χορού στον Νότο, όπου το ουίσκυ από καλαμπόκι το φέρνανε κρυφά απέναντι από τις σιδηροδρομικές γραμμές, οπότε, μπαμ, ξαφνικά σταμάταγε αυτό το μαγγανοπήγαδο και μας αγκαζάρανε σε κάποιο μεγάλο ξενοδοχείο λευκών. Δεν είχαμε τις σωστές φορεσιές, τα σωστά ρούχα ή μηχανήματα – οι μάγκες στην ορχήστρα δεν είχανε καν τα πνευστά που έπρεπε και που χρειάζονταν – ήμασταν όλοι ξεχαρβαλωμένοι, έχοντας διανύσει χιλιάδες μίλια άυπνοι, χωρίς πρόβες και χωρίς προετοιμασία – παρ’ όλα αυτά απαιτούσαν από μας να σκίσουμε. [σ. 92 – 93]

Προτού βρεθεί η Μπίλι Χολιντέι στον δρόμο, βρισκόταν πάντα στον δρόμο. Η ίδια μουσική που την αποπλάνησε μια για πάντα είχε νωρίτερα κλέψει την ψυχή του πατέρα της, και αργότερα τον ίδιο. Μπορεί τα δηλητηριώδη αέρα του πολέμου να του ρήμαξαν τα πνευμόνια δίνοντας τέλος στην καριέρα του ως τρομπετίστα, όμως τα χέρια του ήταν γερά και το μυαλό του πεισματωμένο: να γίνει οπωσδήποτε μουσικός. Όταν το κατάφερε τα ταξίδια με την μπάντα του ήταν και το τέλος της οικογενειακής του ζωής. Η Βαλτιμόρη κατάντησε γι’ αυτόν απλώς ένα πέρασμα μες στη νύχτα™™™. Τι απέμεινε στην μικρή Ελεονόρα; Μια νεαρή παιδούλα ως μητέρα της, και μια γιαγιά που πέθανε από γεράματα αλλά πρόλαβε να της εξηγήσει τι σήμαινε να’ ναι σκλάβα, να ανήκει ψυχή τε και σώματι σ’ έναν λευκό, που ήτανε ο πατέρας των παιδιών της.

Στα έξι ο κόσμος της ήταν η κακομεταχείριση από τους συγγενείς, το σφουγγάρισμα των «παναθεματισμένων άσπρων σκαλιών της Βαλτιμόρης» και τα θελήματα σε σπίτια και στο πορνείο της γωνίας. Κι όταν εκεί ερχότανε η ώρα της πληρωμής, τους έλεγε να κρατήσουν τα λεφτά και να την αφήσουν να πάει στο μπροστινό σαλόνι ν’ ακούσει τον Λούις Άρμστρονγκ και την Μπέσσυ Σμίθ στο γραμμόφωνο: Μερικές φορές ο δίσκος μ’ έκανε να νιώθω τέτοια θλίψη που έριχνα ένα κλάμα άλλο πράγμα. Κι άλλες φορές ο ίδιος ο παναθεματισμένος ο δίσκος μ’ έκανε τόσο ευτυχισμένη που ξεχνούσα πόσο χρήμα, που είχα βγάλει με ιδρώτα, μου στοίχιζε η μουσική βραδιά στο σαλόνι.[σ. 27]. Το μπορντέλο ήταν ένα από τα ελάχιστα μέρη όπου ακουγόταν αυτή η μουσική, αλλά και όπου μπορούσαν να συναντηθούν όσο πιο φυσικά γινόταν οι λευκοί με τους μαύρους.

3Στα δέκα, της έλαχε «το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε μια γυναίκα», ο βιασμός, στα δώδεκα την κακοποίησε ένας τρομπετίστας από μια μεγάλη νέγρικη ορχήστρα. Κι έτσι δεν ήτανε ν’ απορεί κανείς που το σεξ το φοβόταν «σαν τον θάνατο». Όμως η πορνεία ήταν μονόδρομος επιβίωσης και όταν δεν αναλάμβαναν οι νταβατζήδες του, έρχονται οι επίσημοι του είδους, οι δικαστές, για να την στείλουν με ιδιαίτερη ευκολία στο αναμορφωτήριο. Μετά την θητεία της αναχωρεί με την μητέρα της για το Χάρλεμ, την εποχή του κραχ. Μόνο που, με εξαίρεση τις ουρές του ψωμιού, το κραχ δεν είναι ήταν «τίποτα καινούργιο για εκείνες, πάντα το είχαν».

Η αρχή έγινε στην 4«Ξύλινη Καλύβα», με πρώτο τραγούδι το Trav’ lin’ all alone που έκανε τους φασαριόζους θαμώνες να σιωπήσουν. Και η συνέχεια περιλαμβάνει όλους όσους έρχονταν στο καταγώγι, την άκουσαν και αργότερα συνεργάστηκαν μαζί της, επηρεαζόμενοι και οι ίδιοι από εκείνο το στυλ της ή ανάμιξαν τις μαύρες ψυχοσυνθέσεις τους σε μπλουζ, τζαζ και σουίνγκ κορυφώματα: Benny Goodman, Johnny Hodges, Coleman Hawkins, Count Basie, Artie Shaw, Duke Ellington, Lester Young, Buck Clayton, Charlie Shavers, Oscar Peterson, Roy Eldridge, Ben Webster. Ακολουθεί το αξέχαστο πρωινό της έναρξης στο Απόλλο και όλα τα μαγαζιά του Χάρλεμ. Αλλά τα μαγαζιά δεν είχανε ουσία. Η ζωή που ζούσαμε είχε. Η όλη ιστορία γινότανε στα παρασκήνια και ελάχιστοι ήτανε οι λευκοί που μπόρεσαν να τη ζήσουν από κοντά. Κι όταν γινότανε αυτό, ήταν σαν να είχανε έρθει από άλλο πλανήτη. Ήτανε βάσανο. Μερικές φορές αναρωτιέμαι πώς επιβιώσαμε. [σ. 70]

5Ο ιδιοκτήτης του Uptown House στο Χάρλεμ έγινε ο μεγάλος της έρωτας και ταυτόχρονα ο ναρκωτικός της καταστροφέας. Στην μαύρη της ζωή μπαίνουν τα απατηλά λευκά: οι γόβες, οι γαρδένιες και η πρέζα. Κατά τα άλλα ο αιώνιος και αμετακίνητος «παναθεματισμένος φυλετικός διαχωρισμός» θα βρίσκεται πάντα μπροστά της. Η Lady Day των Υπογείων θα φτάσει ψηλά, εκεί όπου τελικά δεν υπάρχει τίποτα. Στην διαδρομή δεν επιτρεπόταν ποτέ να αρρωστήσει, να δείξει πόνο, να βγει άσχημη, να μην τραγουδήσει καλά, να μην ανταποκριθεί στις προσμονές των πολλών.

Με τη ζωή που κάναμε στην τουρνέ, κανένας δεν είχε καιρό να πάει μόνος στο κρεβάτι, πόσο μάλλον και με κάποιον άλλον. Το βράδυ, όπως έλεγε κι ο Λέστερ, κάναμε στάση σε μια πόλη, πληρώναμε δύο έως τέσσερα δολάρια για ένα δωμάτιο, ξυριζόμασταν και ρίχναμε για κάμποσα λεπτά μια ματιά στο κρεβάτι, πηγαίναμε να κάνουμε πρόγραμμα, ξαναρχόμασταν, ξαναρίχναμε πάλι μια ματιά στο κρεβάτι κι ανεβαίναμε στο λεωφορείο. [σ. 93]

6Ούτως ή άλλως η ζωή της σε μεγάλο βαθμό είναι προδιαγεγραμμένη: θα παραμείνει πάντα μια μαύρη σε μια κοινωνία που αδυνατεί να την δει ως κάτι διαφορετικό από μια «μαυριδερή», μια αταίριαστη στον βρώμικο κόσμο της δημοσιότητας, μια ευάλωτη στον έρωτα και τα ψέματα των ουσιών, μια ανεπιθύμητη του «νόμου». Αυτή η αιώνια «βρωμονέγρα» καλωσόριζε τον πόνο σαν καθημερινό επισκέπτη, δεν ξεχνούσε να επαναλαμβάνει πως χωρίς φίλους δεν πας πουθενά, γνώριζε καλά πως η νομοκοινωνία δεν θα την αφήσει ποτέ ήσυχη, έμαθε να μετράει υπομονετικά τα χτυπήματα και τις ουλές (τις ορατές και τις αόρατες). Ίσως γι’ αυτό στο Strange fruit εκφραζόταν τόσο εσώψυχα· γιατί ήξερε πως το παράξενο φρούτο θα ήταν πάντα εκείνη για όλους.

7Αν περιμένει κανείς μια ατέλειωτη ελεγεία, δεν θα βρει τίποτα. Η Κυρία γράφει όπως μιλούσε, απλά, σταράτα, κοφτερά και απροκάλυπτα, όπως γράφουν σήμερα οι «βρώμικοι ρεαλιστές». Και πολύ περισσότερο δεν κλαψουρίζει ούτε αναζητά απαντήσεις. Στα δύσκολα μόνο βρίζει τους απάνθρωπους που επιχείρησαν να την τσακίσουν και τους προσπερνά με τρεις φράσεις, μέχρι τους επόμενους. Διόλου τυχαία κάθε κεφάλαιο έχει τον τίτλο ενός τραγουδιού της. Αλλά εκτός από την προσωπική διήγηση της  στο βιβλίο ανασαίνει ολόκληρος ο αληθινός τζαζ κόσμος: απαρχές, μουσικοί, μαγαζιά, τζαμαρίσματα, ηχογραφήσεις, δισκογραφήσεις, πρόσωπα, κλίμα.

233-1345280332Αν βγάλουμε τους δίσκους της Μπέσσυ Σμιθ και του Λούις Άρμστρονγκ που άκουγα όταν ήμουνα μικρή, δεν ξέρω κανέναν άλλο που να επηρέασε το τραγούδι μου, τότε ή και σήμερα. Πάντα ζήλευα τον γεμάτο δυνατό ήχο της Μπέσσυ και το αίσθημα του Ποπ. Παιδιά με ρωτάνε συνέχεια από πού προέρχεται το στυλ μου, πώς εξελίχθηκε κι άλλα τέτοια. Τι  να τους πω; Αν βρεις μια μελωδία που να σου μιλάει, τότε δεν χρειάζεται να εξελίξεις τίποτα. απλώς το αισθάνεσαι κι όταν τραγουδάς υπάρχουνε κι άλλοι που αισθάνονται κάτι. Για μένα η δουλειά, η ενορχήστρωση ή η πρόβα δεν έχουν καμία σχέση. Δώστε μου ένα τραγούδια που  να το αισθάνομαι και δεν το θεωρώ ποτέ κόπο. Τέτοιο είναι το αίσθημα που έχω για μερικά τραγούδια που δεν αντέχω να τα πω, αυτό όμως είναι πάλι άλλο θέμα. [σ. 66]

Η 8φωνή της ταυτίστηκε με την ερμηνεία, ο συρτός της ήχος με την έννοια του πόνου, η εκφορά των λέξεων ήταν σχεδόν χειροπιαστή, όπως τις άφηνε να μείνουν για λίγο στον αέρα, για να τις δεις μέσα στο πλήρες περίγραμμα και στο ολοκληρωμένο τους νόημα. Όπως άλλωστε έλεγε, «μου ’χουνε πει πως κανείς δε λέει τη λέξη «πείνα» σε τραγούδι όπως εγώ. Ούτε τη λέξη «αγάπη». Ίσως να ’ναι που θυμάμαι τι σημαίνουν τούτες οι λέξεις». Οι αστυνόμοι περίμεναν να την συλλάβουν ακόμα και έξω από το νοσοκομείο Μετροπόλιταν του Μανχάταν όπου μεταφέρθηκε για άλλη μια φορά ερείπιο τον Ιούλιο του 1959. Αλλά αυτή τη φορά απέτυχαν, τους την έκλεψε ο θάνατος.

billie and misterΗ έκδοση περιλαμβάνει γυαλιστερό ένθετο με 31 ασπρόμαυρες φωτογραφίες, δισκογραφία από τον Albert McCarthy [1973] και το πεντασέλιδο κείμενο του David Ritz «Μια χρήσιμη δισκογραφία για όσους αγαπούν την Μπίλλυ» [2006], με τις δικές του απόψεις και προτάσεις για μια σειρά δίσκων της.

Πλήρης τίτλος: Billie Holiday, με τη συνεργασία του William Dufty  – Η κυρία τραγουδάει τα μπλουζ. Αυτοβιογραφία. Εκδ. Άγρα, 2012 [Α΄ έκδ. 1984] μτφ. Ιουλία Ραλλίδη, εισαγωγή David Ritz, σελ. 327 [Billie Holiday, Lady sings the blues, 1956].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

08
Μάι.
13

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 121. Ιγνάτης Χουβαρδάς

ΝΛΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Είναι ένα ποιητικό βιβλίο, το «Θερινό τετράδιο». Μια συρραφή αποσπασμάτων γύρω από το σκηνικό διάκοσμο του καλοκαιριού. Μια προσπάθεια αποτύπωσης του ρίγους από το θάμπος του ελληνικού θέρους.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Όλα τα βιβλία μου νομίζω κινούνται γύρω από το ίδιο θέμα. Είναι ο κόσμος της ετερότητας. Τα υλικά της σαγήνης. Η αγωνία άμβλυνσης της απόστασης ανάμεσα στον ερωτευμένο και τη μορφή που τον γοητεύει. Το μυστήριο της θηλυκότητας. Ψαύοντας τους ιστούς αυτού του κόσμου, ανακαλύπτω τη μαγεία. Η λέξη κλειδί στα κείμενά μου είναι, πιστεύω, η λέξη «κορίτσι».

10Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όχι, δεν έχω γράψει. Οι δρόμοι είναι ο χώρος της έμπνευσης, της δράσης. Ύστερα όλη η ένταση που έχει συσσωρευτεί αποτυπώνεται στο χαρτί, στο μισόφωτο του γραφείου.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι ήρωες ή καλύτερα οι ηρωίδες είναι διαρκώς παρούσες, απλά αλλάζουν μορφή, μεταμορφώνονται, εμπλουτίζουν με νέα φίλτρα το ελιξίριο του έρωτα. Ο κόσμος των γυναικών ποτέ δεν είναι επίπεδος. Ούτε κι οι δικές μου επιθυμίες. Κι η ομορφιά βασίζεται σε ένα μωσαϊκό ανόμοιων στοιχείων, σε οξύμωρα και αντιφάσεις, στην έξαρση των αντιθέσεων, στο συγχρονισμό ετερόκλητων καταστάσεων πάνω στην επιφάνεια μιας ελάχιστης νησίδας χρόνου.

09Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Τα κείμενά μου είναι κατά κύριο λόγο αυτοαναφορικά, υπάρχει ένας υπερτονισμός του εγώ, μια προβολή της προβληματικής σχέσης με τον έξω κόσμο. Είμαι λάτρης της πραγματικότητας, εκκινώ από το βίωμα αλλά στη διαδρομή η πραγματικότητα αποδεικνύεται ότι δεν είναι μονοσήμαντη, ρευστοποιείται, εισβάλλει ο πειρασμός της αναζήτησης μιας βαθύτερης ουσίας, πιο ερωτικής, πιο αποκαλυπτικής. Τότε προκύπτει το ερώτημα της τροποποίησης του αληθινού, σύμφωνα με πιο μύχιες επιθυμίες. Το γράψιμο ξεφεύγει από το γραμμικό ορίζοντα και γίνεται καλειδοσκοπικό.

01Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Πιστεύω στην έμπνευση. Δεν είμαι εργαστηριακός συγγραφέας. Θα ήθελα να δουλεύω με μέθοδο αλλά μέχρι τώρα δεν το έχω καταφέρει. Ανάμεσα στα γραπτά μου, μεσολαβούν μεγάλα διαστήματα χαμένου χρόνου. Αυτό είναι ένα από τα ελαττώματά μου. Ο τρόπος που γράφω είναι ευκαιριακός και απρόβλεπτος. Αν και η τελετουργία είναι ένα θέμα που μ’ ενδιαφέρει, όμως στο γράψιμο είμαι σκόρπιος και παρορμητικός. Στο πλαίσιο αυτό θα έλεγα ότι η μουσική δεν με επηρεάζει.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

05Είμαι φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Ως συγγραφέας είμαι ολότελα αποστασιοποιημένος από τη φιλολογική μου ιδιότητα. Θα μπορούσα να χαρακτηριστώ και προχειρογράφος.

Έχετε γράψει ποίηση και πεζογραφία. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί;

Η πεζογραφία υπηρετεί το ποίημα και όχι το ανάποδο. Για μένα το πεζό είναι ένα ποίημα που αφήνεται στο χορό των λεπτομερειών. Βέβαια τα μέσα διαφέρουν αλλά ο στόχος παραμένει ο ίδιος: η ποιητική ανάπλαση του κόσμου, το ρίγος, η μαγική στιγμή που έχει διάρκεια.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

ΝΛΦΘα επέλεγα το πολυσχιδές πρόσωπο του Κάρολου Τσίζεκ, το έγχρωμο βλέμμα του, τα εξαίρετα ελληνικά του. Είναι και η τύχη που είχα να μοιραστώ μαζί του μια οδοιπορία στη φύση, μια Κυριακή Φεβρουαρίου, από το πρωί μέχρι τη δύση του ήλιου. Μια σπουδή στη μεγέθυνση της λεπτομέρειας, μια εμπειρία ζωής. Θυμάμαι το βράδυ της ίδιας Κυριακής, παρόλη την κόπωση, τριγυρνούσα αλαφιασμένος στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, με τη ζάλη ενός ανθρώπου που είχε τη χαρά ν’ ανακαλύψει τις ατέρμονες δίπλες της ζωής.

Τι γράφετε τώρα; 

Μια συλλογή αφηγημάτων. Πραγματεύονται το θέμα της σταδιακής προσέγγισης της θηλυκότητας μέσα από τη στρατηγική της αποπλάνησης. Είναι διαρκώς παρόν το ζήτημα της «αμοιβαίας παραμόρφωσης», όπως το θέτει ο Γκόμπροβιτς: “ο πρωταγωνιστής αισθάνεται ότι τον δημιουργεί η μορφή, ταυτόχρονα είναι σκηνοθέτης’’.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Θα περιοριστώ σε συγγραφείς που με επηρέασαν με τρόπο βιωματικό, που τους έβαλα στο προσκεφάλι μου: Ρεμπώ, Σολωμός, Ελύτης, Γκόμπροβιτς, Ζενέ, Παζολίνι, Μπωντριγιάρ.

Αγαπημένα σα03ς παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Τόμας Μαν «Ο θάνατος στη Βενετία», Ζαν Κοκτώ «Τα τρομερά παιδιά», Ραιημόν Καινώ «Ο φίλος μου ο Πιερό», Πολ Όστερ «Λεβιάθαν», Νίκος Α. Κοκάντζης «Τζιοκόντα», Λωτρεαμόν «Τα άσματα του Μαλντορόρ», Εμμανουήλ Ροΐδης « Η Πάπισσα Ιωάννα», Τσέζαρε Παβέζε «Στην παραλία», Οδυσσέας Ελύτης «Το Φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά» και «Εξη και μια τύψεις για τον ουρανό», Βίτολντ Γκόμπροβιτς «Φερντυτούρκε» και «Η πορνογραφία», Αρθούρος Ρεμπώ «Εκλάμψεις», Ανδρέας Εμπειρίκος «Οκτάνα», Νίκος Εγγονόπουλος «Ποιήματα», Έρση Σωτηροπούλου «Διακοπές χωρίς πτώμα» και «Η φάρσα», Ευγένιος Αρανίτσης «Σε ποιον ανήκει η Κέρκυρα;» και «Αφρική», Χάρης Μεγαλυνός «Καλοκαίρια και ενιαυτοί», Γιώργος Χρονάς «Τα ποιήματα 1973-2008», Αλέξανδρος Σχινάς «Αναφορά περιπτώσεων». Επίσης τα άπαντα του ε.ε. κάμμινγκς,  τα «Κάντος» του Έζρα Πάουντ, το έργο του Ντίνου Χριστιανόπουλου…….

04Αγαπημένα σας διηγήματα.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης «Όνειρο στο κύμα», Βλαντιμίρ Ναμπόκωφ «Μια ρωσίδα καλλονή», Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ «Το απόγευμα ενός συγγραφέα», Τρούμαν Καπότε «Μύριαμ», Χανς Κρίστιαν Άντερσεν «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα», Γεώργιος Βιζυηνός «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας», Νίκος Καχτίτσης «Η ομορφάσχημη». Κείμενα του Δημήτρη Καλοκύρη, του Μανόλη Ξεξάκη, του Βασίλη Δημητράκου. Μικρά διαμάντια στο έργο του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη. Επίσης διηγήματα του Γιώργου Β. Κάτου, του Νάσου Θεοφίλου, του Άρη Σφακιανάκη, του Περικλή Σφυρίδη…

06Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ναι, με γοητεύει ο Ευγένιος Αρανίτσης, τον θεωρώ έναν συγγραφέα ξεχωριστό και ιδιαίτερο.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο μικρός πρίγκιπας του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Συναισθηματικά είμαι δεμένος με το βραχύβιο περιοδικό «Ζάλη» που έβγαινε στο Βόλο από τον ποιητή Γιάννη Τζώρτζη, στα μέσα της δεκαετίας του ΄80. Εκεί είχα πρωτοδημοσιεύσει τα πρώτα μου ποιήματα. Επίσης χρωστώ πολλά στα περιοδικά «Λέξη», «Τραμ», «Εντευκτήριο», «Παραφυάδα», «Μπιλιέτο»  και «Οδός Πανός». Εκτιμώ πολύ και τον «Πόρφυρα». Το «Παραμιλητό» με τη μικρή διαδρομή που έκανε και τον εκδότη του Δημήτρη Παναγιωτόπουλο. Κοιτώντας πιο πίσω στο παρελθόν, περιοδικά όπως ο «Κοχλίας», η «Διαγώνιος», το «Πάλι» αποτελούν μια παρακαταθήκη εξαιρετική.

07Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το μυθιστόρημα «Τα ονόματα» του Ντον Ντελίλλο.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Ναι, διαβάζω κριτικές, είτε έντυπες είτε ηλεκτρονικές. Ο έντυπος λόγος είναι αναντικατάστατος, τον προτιμώ. Θα δεχόμουν αβασάνιστα να γλιστρήσω στη γοητεία της ηλεκτρονικής εποχής, με την προϋπόθεση ο έντυπος λόγος να συνεχίσει να έχει την πρωτοκαθεδρία. Εδώ χρωστώ μια αναφορά στον τυπογράφο Ε. Ν. Νικολαίδη που τον γνώρισα υπερήλικα να δουλεύει σαν έφηβος στο σκιερό χώρο του παλιού του τυπογραφείου, μέσα σε ένα συρφετό από αντίτυπα μυθικών βιβλίων που είχε  τυπώσει στη μακριά διάρκεια της επαγγελματικής του πορείας. Είχα δεθεί συναισθηματικά μαζί του, με ταξίδευε στις αναμνήσεις του από τα χρόνια της νεότητας: η εποχή που έζησε στο Παρίσι, η αγάπη του για το γραφίστα Γιάννη Σβορώνο, η νεανική του ψυχή – κι όλα αυτά να εντυπώνονται μέσα μου, σε συνδυασμό με  τη νοτισμένη μυρωδιά του χαρτιού που ανέδυε σκιές  από ένα παρελθόν που έμοιαζε με παραμύθι.

ΛΝΒΘα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Σε κάθε ταξίδι διαβάζω τα πρόσωπα και τα τοπία. Τα βιβλία με περιμένουν υπομονετικά στο σπίτι.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Αν και δεν είναι σύγχρονος, θέλω να αναφέρω τον Πιερ Πάολο Παζολίνι στις «Χίλιες και μια νύχτες». Μια ταινία που μοιάζει πρόχειρη, ασπόνδυλη, εκνευριστικά ακατάστατη. Κι όμως βαθύτατα ερωτική, με όλη τη μυστικοπάθεια της ανατολής.

08Επίσης ο Αμπάς Κιαροστάμι με την ταινία του «Μέσα στους ελαιώνες». Εμίρ Κου- στουρίτσα «Ο καιρός των τσιγγάνων».  Οι γάλλοι σκηνοθέτες Γκοντάρ, Ρομέρ, Ριβέτ. Κάποιες σκηνές από ταινίες του ιταλικού νεορεαλισμού. Οι κωμωδίες των αδελφών Μαρξ.

 Από έλληνες σκηνοθέτες: Σταύρος Τορνές «Μπαλαμός», Δήμος Αβδελιώδης «Η εαρινή σύναξις των αγροφυλάκων», Αθηνά Ραχήλ Τσαγκάρη «Attenberg». Τέλος αρκετές ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου της δεκαετίας του `50 και του `60.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

02Έχω προσωπικό μαίηλ, τελευταία διαβάζω ηλεκτρονικά περιοδικά λογοτεχνίας, μερικούς νέους λογοτέχνες τους έχω ανακαλύψει από το διαδίκτυο. Σίγουρα είναι εργαλείο το διαδίκτυο, είναι όμως και λαβύρινθος και παγίδα. Κι όλα καταλήγουν σε μια σιωπή μάλλον απειλητική. Εκείνο που πιο πολύ με ενοχλεί αναφορικά με τους νέους είναι ότι η αλητεία στους δρόμους έδωσε τη θέση της στο σερφάρισμα στο διαδίκτυο.

Τα εικονιζόμενα έργα τέχνης: Νικόλαος Λύτρας, Το ψάθινο καπέλο, Νικηφόρος Λύτρας, Το φίλημα και Λεονάρντο ντα Βίντσι, Η Παναγία και το Θείο Βρέφος με την Αγία Άννα, όπως και η συγκεκριμένη σειρά των εικόνων, αποτελούν επιλογή του συγγραφέα.

07
Μάι.
13

Άκης Δήμου – Ούζο και μελαγχολία

Layout 2Τα απομεινάρια μιας σχέσης, τα όρια μιας αφήγησης

Αφού λοιπόν τίμησε Και την Ιουλιέττα (άνευ Ρωμαίου στον τίτλο), ταξίδεψε για ένα βράδυ την Μαργαρίτα Γκωτιέ, οργάνωσε δείπνο στης Ιοκάστης, ενορχήστρωσε και άλλες Ποπ Οικογενειακές Ιστορίες, ζήτησε να Ακούγεται η Σιωπή και να αναζητιέται το Αίμα που Μαράθηκε, αφού με δυο λόγια χώρεσε την νεοελληνική πραγματικότητα σε διαλόγους και σκηνικές πράξεις, ο Άκης Δήμου επιχειρεί μιαν άλλου είδους πύκνωση: τόσο μυθοπλαστική όσο και βαθύτατα εσωτερική.

Η ιστορία του αφηγητή πλέει εν μέσω Ιουλίου, του σεσημασμένου μήνα «των σκοτεινών προφητειών» και μιας «αδιευκρίνιστης άφιξης», στα αβέβαια νερά του άστεως, «με το καρυδότσουφλό» του «δεμένο και το δυάρι αιχμάλωτο μιας εκνευριστικής άπνοιας», με την Πατρίτσια Χάισμιθ στο κομοδίνο και τους Συλβάνα Μαγκάνο και Ντερκ Μπόγκαρντ στις εικόνες, αλλά τι πλοήγηση να προσφέρουν αυτοί, παρεκτός ίσως από τον Θάνατο στη Βενετία τους – στην δική του ο καθένας. Θα είναι όμως μια ιστορία διαφεύγουσα και αβέβαιη, αφού και η δική του μνήμη και αφήγηση υπονομεύονται, μπορεί δε και να εξωραΐζονται «για να σωθεί εκείνος που θυμάται». Άλλωστε όπως κάθε αφηγητής, έτσι κι αυτός «θα μπορούσε να ξηλώσει το τσιτάκι εκείνων των ημερών και να το ράψει απ’ την αρχή φιγουρίνι». Αν δεν οργιάζει η πραγματικότητα, τι νόημα έχουν τα χοροπηδήματα της φαντασίας; Και τι αξία έχει μια αφήγηση ανειλικρινής;

D00883v01Σ’ ένα επόμενο καλοκαίρι, σε άλλο σπίτι και άλλον «πλου», η αφηγηματική επιχείρηση δοκιμάζεται πάνω στον δεσμό δυο ανθρώπων με τις «ασύμβατες» ιδιότητες του εικοσιεφτάχρονου γιου και του πενηντάχρονου αδελφικού φίλου ενός επαγγελματία των ακινήτων. Όμως ο έρωτας είναι ασύμβατος με κάθε συζήτηση περί ασυμβατότητας· και ο κατανικημένος από έρωτα ήρωας δοκιμάζει κι αυτός την αλκοολική καταβύθιση, συνήθως υπό το ημίφως φωτιστικών σχήματος πεταλούδας: «Συνέχισα να πίνω όλο εκείνο το απόγευμα. Αργά, αθόρυβα, ήσυχα. Σα να είχα μεγαλώσει σε καπηλειό. Σιγά – σιγά, στο κεφάλι μου άρχισε να παίζει μια ολόκληρη φιλαρμονική. Στην αρχή άκουγα μόνο τα έγχορδα. Από το τέταρτο ποτήρι και κάτω, άρχισα ν’ ακούω τα πνευστά. Λίγο πριν το μπουκάλι αδειάσει, μπήκα στο παιχνίδι και τα κρουστά. Ενδιαμέσως βόμβιζαν επικίνδυνα. Το ένα από τα δυο αναμμένα αμπαζούρ έσβησε και η πεταλούδα βρέθηκε να σπαρταράει στο στήθος μου. Σηκώθηκα να την τινάξω αλλά ξανακάθισα αμέσως. Είχα μεθύσει άγρια, αυτό όμως δεν έπρεπε να το μάθει ο οικοδεσπότης μου. Η πεταλούδα ας τα έβγαζε πέρα μόνη της.» [σ. 16 – 17]

Raphael PerezΣε αυτή την σχέση ο φόβος εξακολουθεί να είναι παρών· και αν στην προηγούμενη καθυστέρησε κατά δυο χρόνια την προσωπική γνωριμία των εραστών παρά την άμεση συμβίωσή τους, τώρα προκαλεί μούδιασμα. Είναι όμως ένας άλλος φόβος, κινητήριος, συμβατός με την φράση του Πεσόα «ό,τι μέσα μου αισθάνεται πρέπει να σκέφτεται». Η σκέψη επινοεί τρόπους να διαρκέσει η αίσθηση του Αντώνη Ευμοιρίδη, του καταχωρημένου ως τρίτου άντρα της ζωής του· τι άλλο μπορεί να αποστάξει την ουσία μιας ερωτικής σχέσης από την εναπομείνασα αίσθηση; Άλλωστε στα ενδιάμεσα μας ενημερώνει πως η ιστορία του στερείται δραματικών κορυφώσεων, πως είχε δράσεις υπόγειες «σαν ενδοφλέβια ένεση», πρόσωπα σκιώδη, συμπεριφορές υπαινικτικές, και λόγια χαμηλόφωνα, σε αντίθεση με τις συναρπαστικά φλύαρες, όπως τις χαρακτηρίζει, σιωπές…

Buddha-1989-by-Nam-June-P-007Έτσι πήγε. Ώρες. Απογεύματα. Βράδια. Έχετε δει τον Βούδα που παρατηρεί ένα κερί του Ναμ Τζουν Πάικ; Ένα αναμμένο κερί καίει μπροστά σε μια κάμερα που το κινηματογραφεί και το προβάλλει σε μια μικρή συσκευή τηλεόρασης. Απέναντι στη συσκευή, ένας μικρός αγαλματένιος Βούδας είναι προσηλωμένος στη φλόγα του κελιού που αυξάνει ή ελαττώνεται, δυναμώνει ή τρεμοσβήνει. […] Αν πάλι βάλετε στη θέση του Βούδα τον Ευμοιρίδη και στη θέση της φλόγας εμένα, θα έχετε μια ακριβή εικόνα των συναντήσεών μας. [σ. 23]

Ίσως αυτή να είναι η τυπολογία της μοντέρνας ερωτικής σχέσης: απόρρητη και υπόρρητη· πιθανώς έτσι να είναι η παθολογία της σήμερα: βραδύκαυστη και υπόγεια. Ίσως πάλι αυτή να είναι η σύγχρονη νεοελληνική ερωτογραφία: δεν περιγράφεται πια το πάθος αλλά το ξεθύμασμά του (ή η απουσία του), όχι η ερωτική πράξη αλλά τα ψυχικά της αποτυπώματα, ούτε η θεαματική έναρξη της σχέσης αλλά ένα σχεδόν ανεπαίσθητο, σβηστό τέλος. Στον λογοτέχνη δεν μένει να αποδώσει τίποτα περισσότερο από το έγκαυμα, τον απόηχο, το απομεινάρι του έρωτα. Όσο για τον αναγνVarekamp, Eddy 1ώστη, το δράμα που επιθυμεί να διαβάσει θα το γράψει μόνος του, διατρέχοντας τις σελίδες, όπως μας ενθαρρύνει ο αφηγητής. Αν μάλιστα χρειαστεί μια σφαιρικότερη άποψη, πρέπει να αναζητήσει τον έτερο πόλο και την δική του εκδοχή και, τέλος, να μην παραλείψει να ενημερώσει τον παθόντα για τις λέξεις και τις παύσεις εκείνου. Άλλο ένα δείγμα των συγγραφικών ορίων λοιπόν: ο λογοτέχνης ζητά την συνδρομή του αναγνώστη του.

Με γοητεύει να φαντάζομαι τους ανθρώπους που συναντώ σε στιγμές που δεν θα μπορούσαν να φανταστούν ποτέ οι ίδιοι τον εαυτό τους. Δεν είναι αυθαίρετη μια τέτοια στάση, αντιθέτως. Είναι απολύτως νόμιμη καθώς την υπαγορεύει – σχεδόν την επιβάλλει – η μονοσήμαντη συμπεριφορά τους, το ένα και μοναδικό τους πρόσωπο, η έλλειψη αμφισημίας στις κινήσεις τους, η απουσία υπαινιγμών στα λόγια τους, ο αποκλεισμός του αιφνιδιασμού και της δυνατότητας ανατροπής της πρώτης εντύπωσης. Αναγκάζομαι να φανταστώ τους ανθρώπους, είμαι υποχρεωμένος να τους φαντάζομαι, οι ίδιοι με υποχρεώνουν. [σ. 27]

Miguel Ángel Eugui 2Και καθώς ο απέναντι εραστής παραμένει κρυπτικός, δαιδαλώδης και δυσανάγνωστος, ο αφηγητής – σκηνοθέτης πια των αφανών όψεων των άλλων, αδυνατεί να αντισταθεί «στην περίπτωση ενός ανθρώπου του οποίου και η παραμικρή κίνηση, επιδεχόμενη πλήθος ερμηνειών, συνιστούσε ένα μικρό και απαραβίαστο σύμπαν». Η απόλυτη υποκειμενικότητα της διήγησης επιβεβαιώνεται οριστικά. Άλλωστε και ο τίτλος, που μοιάζει να ειρωνεύεται τυπικές φράσεις και κλισέ, δεν παραπέμπει παρά στο οινόπνευμα που καθώς αδειάζει το μπουκάλι μετράει τον κοινό ερωτικό χρόνο σαν κλεψύδρα, προτού ολοκληρωθεί και αναλάβουν οι λέξεις. Η νουβέλα του Δήμου πρωτοδημοσιεύτηκε σε τεύχος του Εντευκτηρίου και προστίθεται στην σειρά των ιδιαίτερων κειμένων και των καλαίσθητων εκδόσεων του περιοδικού.

Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2010, 30 σελ.

Υπό δημοσίευση: Περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 100 (Ιανουάριος-Απρίλιος 2013). Στις εικόνες έργα των Raphael Perez, Nam June Paik, Eddy Varekamp και Miguel Ángel Eugui.

04
Μάι.
13

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 120. Γιώργος Βέης

Veis-BaliΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου; 

Βεβαίως. Πρόκειται για το Μανχάταν-Μπανγκόκ, μαρτυρίες – μεταβάσεις. Εκδόσεις «Κέδρος», 2011. Ήταν πέρυσι υποψήφιο για το Βραβείο Δοκιμίου του περιοδικού «Διαβάζω». Ένα βιβλίο πυξίδα. Και εγκόλπιο ταξιδιωτικών εμπειριών. Αναδρομή στα τοπία που μ’ έχουν εκπαιδεύσει. Που μ’ έχουν μυήσει στα πάθη της στοχαστικής παρατήρησης.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας / σπιτιού σας; 

Έχω γράψει σε καφενεία του Πεκίνου, του Χονγκ Κονγκ και της Μελβούρνης. Πάντως το μεγαλύτερο μέρος των βιβλίων μου γράφτηκε στο σπίτι.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους; 

b165809Διατηρώ επαφές με φίλους από την Κίνα, την Ιαπωνία, αλλά και από το Σουδάν.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; 

Οι ιδέες έρχονται, η μια μετά την άλλη. Συχνά επί ημέρες. Ένα τρεχαλητό. Κάποτε σταματούν. Μετά πάλι από την αρχή. Ιδέες σονέτων, κεφάλαια ταξιδιογραφημάτων, όπως τα βάφτισε ο φίλος Ντίνος Σιώτης. Γράφω σχεδόν αυτομάτως. Το δεύτερο πέρασμα είναι όμως πολύ σχολαστικό. Τότε διασταυρώνομαι με τη λογοτεχνία των άλλων. Ιδίως εκείνων, η ιδιοσυγκρασία και το έργο των οποίων μ’ εμπνέουν διαρκώς. Το πρόβλημα είναι ο χρόνος. Πάντα μου λείπει, πάντα δεν επαρκεί για να τα αποτυπώσω όλα αυτά που βλέπω – αισθάνομαι – ακούω – αγγίζω – μετρώ.

b100161Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Γράφω όποτε μου δοθεί η ευκαιρία. Προτιμώ τα ξημερώματα. Στόχος οι 200 λέξεις την ημέρα. Αυτό μας έχει μάθει η Βιρτζίνια Γουλφ. Στην πρώτη γραφή αφήνομαι στη μουσική των ίδιων των λέξεων. Το ζύγισμα των συλλαβών είναι σημαντική υπόθεση ύφους για μένα. Οι προτάσεις αντιμετωπίζονται χορωδιακά. Οι παράγραφοι οφείλουν κι αυτές να άδουν. Ακούω κλασική μουσική ή τζαζ, όταν επεξεργάζομαι την τελική μορφή του κειμένου. Με υποστηρίζουν ιδιαιτέρως εδώ και οι δημιουργίες του Μάνου Χατζιδάκι.

b147393Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π. χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Είμαι απόφοιτος του Νομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Παρακολούθησα μεταπτυχιακά μαθήματα στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Από το 1980 υπηρετώ στον Διπλωματικό Κλάδο του Υπουργείου Εξωτερικών. Τα νομικά με έμαθαν να ακριβολογώ, ενώ θεωρώ ταυτοχρόνως, από διάφορες όψεις, τα πράγματα και τα πρόσωπα του κόσμου της ημέρας και της νύχτας. Ο Σταντάλ μας έχει εξομολογηθεί άλλωστε ότι κάθε πρωί διάβαζε 2-3 άρθρα του Αστικού Κώδικα και αμέσως μετά αφιερωνόταν στο δημιουργικό του γράψιμο. Τον ενδιέφερε δηλαδή η απόλυτη κυριολεξία. Η σαφήνεια και η συνέπεια του ρήματος.

b138278Θα μας δώσετε ένα διάγραμμα της ανά τον κόσμο επαγγελματικής σας περιπλάνησης;

Διετέλεσα Πρόξενος στη Νέα Υόρκη (1983-1989), Γενικός Πρόξενος στο Ντόρτμουντ (1989-1991), στη Μελβούρνη (1994-1998), στο Χονγκ Κονγκ(2000-2003) και στο Μακάο, Σύμβουλος πολιτικών θεμάτων Πρεσβείας στο Πεκίνο (1991-1993) και στη Σεούλ, επιτετραμμένος στο Καμερούν(2004), με παράλληλη διαπίστευση στο Τσαντ, στο Σάο Τομέ-Πρινσίπε, στην Γκαμπόν, στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία και στη Γουϊνέα του Ισημερινού. Διετέλεσα Πρέσβυς στο Σουδάν, με παράλληλη διαπίστευση στη Σομαλία (2005-2008). Το 2010 τοποθετήθηκα Πρέσβυς στην Ινδονησία, όπου υπηρετώ έκτοτε, με παράλληλη διαπίστευση στη Μαλαισία, στο Σουλτανάτο του Μπρούνεϊ και στοb116813 Ανατολικό Τιμόρ.

Έχετε γράψει ποίηση και πεζογραφία. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί; 

Γνωρίζουμε από παλιά ότι όντως, παρόλο που η μορφή και οι τόνοι έκφρασης διαφέρουν, το πεζογραφικό μήνυμα και το ανάλογο ποιητικό παραμένει το ίδιο. Αξίζει να παραθέσω τι απήντησε στα  ίδια  ερωτήματα περί ποιήσεως  του Γουάνγκ Τζιλίνγκ , ο Γου Κιάο, αρκετούς αιώνες πριν, στην Κίνα, στα χρόνια της δυναστείας Κινγκ. Απλώς για να υπογραμμιστεί η διαχρονικότητα του φαινομενικά βασανιστικού αυτού ψευδό-διχασμού, απομονώνω ενδεικτικά τα εξής, τονίζοντας τα κρίσιμα  σημεία:

 b115162      «Το μήνυμα είναι σαν το ρύζι. Γράφοντας πρόζα, μαγειρεύεις ρύζι. Γράφοντας ποίηση, μετατρέπεις το ρύζι σε ρυζόκρασο. Όταν μαγειρεύεις ρύζι, το σχήμα του ρυζιού δεν αλλάζει, όταν όμως μετατρέπεις το ρύζι σε κρασί, τότε αλλάζει τόσο το σχήμα όσο και η υφή του. Το μαγειρεμένο ρύζι σε χορταίνει για να μπορέσεις να ζήσεις- αυτή είναι η φυσιολογική πορεία των ανθρώπινων πραγμάτων. Το κρασί, από την άλλη πλευρά, σε μεθάει- κάνει τη θλίψη χαρά και τη χαρά θλίψη. Η επίδραση του είναι πέρα από κάθε λογική εξήγηση.» Αυτά και άλλα αξιοσημείωτα αναπτύσσονται στη «Τέχνη της Συγγραφής – μαθήματα δημιουργικής γραφής από τους Κινέζους δασκάλους», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις του «Κέδρου»,  (2003)

b95243Προσωπικά δεν αισθάνθηκα ποτέ απομονωμένος γράφοντας ποίηση- άλλωστε η γενιά μου διέθετε από την αρχή πολλούς, ικανούς  και αναγκαίους τρόπους προβολής της δουλειάς της ,όχι μόνον στην ευρύτερη ελληνική σκηνή, αλλά πολλές  φορές και στο εξωτερικό, ιδίως στην Δυτική Ευρώπη, στις ΗΠΑ και στον Καναδά. Θυμάμαι ότι, όταν υπηρετούσα ως Πρόξενος, για έξι χρόνια στη Νέα Υόρκη, από το 1983 έως το 1989, περιδιάβαζα συχνά αγγλόφωνες κυρίως εκδόσεις πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και άλλων ιδιωτικών, ή πολιτειακών φορέων, οι οποίες φιλοξενούσαν ποιήματα σε μετάφραση νεότερων και νεότατων δημιουργών μας , οι οποίοι τότε θα είχαν εκδώσει μετά βίας  δύο – τρεις συλλογές. Εννοείται ότι τα έντυπα αυτά κυκλοφορούσαν σε χιλιάδες αντίτυπα, έφταναν ασφαλώς στις βιβλιοθήκες εκπαιδευτηρίων, κολλεγίων, κλπ. Ορισμένοι μάλιστα είχαν προσκληθεί να δώσουν διαλέξεις σε ακαδημαϊκούς χώρους γύρω από τη λογοτεχνία μας γενικότερα και την προσωπική εργασία τους ειδικότερα. Θέλω να πω ότι οι συγκυρίες δεν  ήταν εναντιωματικές, κάθε άλλο. Βεβαίως, το κοινό της ποίησης ήταν πάντα εξ ορισμού περιορισμένο – αλλά αυτό δεν είναι κατ΄ ανάγκην αρνητικό. Η ποίηση δεν πουλάει, διότι είναι ακριβώς «ακριβή»! Από την άλλη πλευρά οι ποιητές δικαιώνονται πάντα, αφού είναι πεπεισμένοι ότι, αν θέλουν μπορούν να γράψουν καλλίτερη πρόζα από τους υπόλοιπους.

b84427Συνοψίζω: ανήκω σε αυτούς που φρονούν ότι ο δημιουργικός λόγος δεν μπορεί παρά να είναι ενιαίος. Οι δύο ταχύτητες δρουν συμπληρωματικά. Το όχημα της γραφής χρειάζεται και τις δυο. Εδώ θα μιλούσα για κειμενική τάξη, για κειμενική  δικαιοσύνη. Η ποίησή  δεν υπονομεύει, με άλλα λόγια, τις πεζογραφικές εφαρμογές μου. Το αντίθετο – τις ενισχύει από πλευράς ρυθμού και πύκνωσης των εκασταχού εκάστοτε καταγραφών. Το ένα βιβλίο μου προσβλέπει στο άλλο, το τελευταίο είναι ο επίλογος του προηγηθέντος και η εισαγωγή στο επόμενο. Πρόκειται για μια αρμονική διαχείριση των εκφραστικών μου μέσων, που θέλουν να θεωρούνται  απολύτως ισότιμα. Και χαίρομαι ιδιαίτερα όταν η κριτική, στο σύνολό της, μου το επισημαίνει.

b100161Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;   

Θα έγραφα για τον Ανδρέα Κάλβο.

Τι γράφετε αυτό τον καιρό;  

Ετοιμάζω ταυτοχρόνως την 12η ποιητική μου συλλογή και τον 7ο τόμο των λεγομένων ταξιδιωτικών μου μαρτυριών. Τίτλοι Βλέπω – Βιετνάμ και όχι μόνο, αντιστοίχως.

Περί ανάγνωσης

b80779Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Όμηρος, Δάντης, όλος ο Σαίξπηρ,  Μπωντλαίρ,  Ρεμπώ, Έμιλι Ντίκινσον, Ουάλας Στήβενς, ελληνικό δημοτικό τραγούδι (ιδίως παραλογές), Πάουντ, Φιλίπ Ζακοτέ, Κάλβος, Σολωμός, Καβάφης, Καρυωτάκης, Σικελιανός, Σεφέρης, Ελύτης, Κητς, Ρίλκε, Φίλιπ Λάρκιν, Ελίζαμπεθ Μπίσοπ, Γιέητς, Σίλβια. Πλαθ, Κάλγουει Κινέλ, τον οποίον μετέφρασα για το περιοδικό «πλανόδιον», τεύχος 15 (1991).

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Τα ομηρικά έπη, τα όσα διεσώθησαν από τον Ηράκλειτο, ο Τίμαιος του Πλάτωνος, Ο Οιδίπους Τύραννος του Σοφοκλή, τα ποιήματα του Λι Πο (ή ορθότερον Λι Μπάι) , τα Ανάλεκτα του Κομφούκιου, οι Ουπανισάδες, τα χαϊκού του Μπασό και του Ίσσα, ο Άμλετ, ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες, Ο Κόσμος ως Βούληση και ως Παράσταση του Σοπενχάουερ, ο Θάνατος στη Βενετία του Τόμας Μαν, Η βουή και η μανία του Φώκνερ, το Κάτω από το ηφαίστειο του Μάλκολμ  Λόουρυ, η Αισθηματική Αγωγή του Φλωμπέρ, Ο εξάδελφος Πονς του Μπαλζάκ, η Χαρούμενη Γνώση του Νίτσε, Η κυρία στη λίμνη του Ραίημοντ Τσάντλερ, ο Πολιτισμός πηγή δυστυχίαςΗ δυσφορία μέσα στον πολιτισμό] & Η ερμηνεία των ονείρων τουb17123 Φρόιντ, η Φιλοσοφική Γραμματική του Βιτγκενστάιν, η Υψικάμινος του Ανδρέα Εμπειρίκου, το Φωτόδεντρο του Οδυσσέα Ελύτη, το Άλλο του πράγματος της Ελένης Βακαλό, το Χαίρε ποτέ της Κικής Δημουλά, το 20ο Σεμινάριο encore/ακόμη του Ζακ Λακάν, τα Φύλλα χλόης του Ουίτμαν, το Πιάνο Βυθού του Γιάννη Βαρβέρη, τα Ποιήματα προτέρου εντίμου βίου του Μάριου Μαρκίδη, ο Λευκοπλάστης για μικρές και μεγάλες αντινομίες του Νίκου Καρούζου (με αφιέρωση).

Αγαπημένα σας διηγήματα. 

Ό, τι έχουν γράψει οι εξής: Κάφκα,  Φώκνερ,  Τζόις,  Μπόρχες,  Χεμινγουέι,  Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, Μισίμα, Καβαμπάτα, Τανιζάκι, Κάρβερ, Ντον Ντελίλο, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης,  Δημήτρης Χατζής,  Θανάσης Βαλτινός και  Δημήτρης Νόλλας.

51876Αγαπημένος ή/ και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας. 

Ο ομηρικός Οδυσσέας, φυσικά.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Με συντηρούν τα περισσότερα από αυτά, εδώ στην Ιάβα, που βρίσκομαι. Θεωρώ πολυτέλεια την διάκριση. Μέσα στην ποσότητα υπάρχει πάντα η ποιότητα, λένε οι Κινέζοι.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό; 

Εναλλακτικά, για λόγους ρυθμού: Μόμπ99υ Ντικ του Μέλβιλ (5η φορά), Μισέλ Φουκώ,  Η αρχαιολογία της γνώσης(2η φορά), Κόνραντ, Λόρδος Τζιμ(6η φορά), Ηθική του Σπινόζα (4η φορά), τη βιογραφία της Amy Winehouse από τον πατέρα της και το μυθιστόρημα Το πρόσωπο του ουρανού της Δήμητρα Κολλιάκου, το οποίο θα παρουσιάσω λίαν προσεχώς στις ηλεκτρονικές σελίδες του bookpress.gr.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε; 

Διαβάζω εξ ίσου και από τα δύο είδη – ό, τι προλαβαίνω, εννοείται.

Θα μας αναφέρετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

83Όλα τα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι στα αγγλικά στο μετρό της Νέας Υόρκης, όταν ήμουν εκεί Πρόξενος.

Έχετε γράψει βιβλία ταξιδευτικά και περιπλανητικά (και αποπλανητικά, αν μου επιτρέπεται ο όρος). Υπάρχουν τέτοιοι συγγραφείς ή βιβλία που αγαπάτε και που θα προτείνατε στον ενδιαφερόμενο αναγνώστη;

Πρόκειται για τους Ηρόδοτο, Παυσανία, Νίκο Καζαντζάκη, Κώστα Ουράνη, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο, Πολ Μοράν, Ουίλιαμ Νταλρίμπλ, Μπιλ Μπράισον και βεβαίως Μπρους Τσατγουίν.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

b89194Εκτιμώ ιδιαιτέρως τους εξής: Σαμ Πέκινπα (ξαναβλέπω τακτικά όλες ανεξαιρέτως τις κινηματογραφικές του ταινίες), Μπέκετ, Πίντερ, Σαμ Σέπαρντ, Κάρολο Κουν, Δημήτρη Κεχαΐδη, Παύλο Μάτεσι, Αλέξη Δαμιανό, Γιώργο Σκούρτη.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι; 

Μόνον θετικές, αλλά 1 ώρα την ημέρα…

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Μα αυτό συνιστά την τέλεια αντίφαση, διότι: δημιουργική γραφή + στοχαστική ανάγνωση = ακήρατη νεότης!

2Φωτογραφίες: Ο συγγραφέας στο Μπαλί και με την Κλάρα, τη σύζυγό του, στο Χονγκ Κονγκ [2004].

Το Πανδοχείο έχει παρουσιάσει τα βιβλία του Γιώργου Βέη Μανχάταν – Μπανγκόκ. Μαρτυρίες, μεταβάσεις, Από το Τόκιο στο Χαρτούμ. Μαρτυρίες, συνδηλώσεις και Έρωτες τοπίων. Κίνα, Ινδονησία, Ιαπωνία, Ταϊλάνδη. Μαρτυρίες, μεταφορές και σύντομα ακολουθούν και τα Στην απαγορευμένη πόλη και Με τις Μογγόλες.

03
Μάι.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 135

Los tambores de CalandaΛουίς Μπουνιουέλ, ΉΧΟΙ. Τα τύμπανα της Καλάνδα, σε: Η τελευταία μου πνοή, μτφ. Γιώργος Χουλιάρας, Περιοδικό Χάρτης, τεύχος 9, Δεκέμβριος 1983, σ. 349 – 350.

Υπάρχει ένα έθιμο, που υφίσταται ίσως μόνο σε ορισμένα χωριά της Αραγονίας, το οποίο ονομάζεται τα Τύμπανα της Μεγάλης Παρασκευής. […]. Τα τύμπανα της Καλάνδα ηχούν σχεδόν χωρίς διακοπή από το μεσημέρι της Μ. Παρασκευής μέχρι το μεσημέρι του Μ. Σαββάτου […]

Στα παιδικά μου χρόνια, λίγες μόνο εκατοντάδες τυμπανιστές έπαιρναν μέρος στην ιεροτελεστία αυτή, αλλά σήμερα ξεπερνούν τους χίλιους, συνυπολογίζοντας εξακόσια με εφτακόσια τύμπανα και τετρακόσια bombos. Προς το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής, οι τυμπανιστές συγκεντρώνονται στην κεντρική πλατεία απέναντι από την εκκλησία και περιμένουν εκεί σε απόλυτη σιωπή· αν κανείς χτυπήσει νευρικά ένα δύο «χρόνους», το πλήθος του επιβάλλει σιωπή. Όταν η πρώτη καμπάνα αρχίσει να χτυπά στο καμπαναριό, μια έκρηξη ήχου, σαν ένας φοβερός κεραυνός, ηλεκτρίζει ολόκληρο το χωριό, γιατί όλα τα τύμπανα εκρήγνυνται την ίδια στιγμή. Ένα είδος άγριου μεθυσιού διαπερνά κυματιστά τους τυμπανιστές· παίζουν τα τύμπανα δια δύο ώρες έως ότου σχηματιστεί η πομπή (που ονομάζεται El Pregón, με βάση το τύμπανο του επίσημου «τελάλη), έπειτα ξεκινά η πομπή από την πλατεία και κάνει έναν ολόκληρο γύρο του χωριού. Είναι συνήθως τόσο μεγάλη που το τέλος της βρίσκεται ακόμη στην πλατεία όταν οι επικεφαλείς έχουν ήδη επανεμφανισθεί από την απέναντι μεριά.

01
Μάι.
13

Εντευκτήριο, τεύχος 98 (Αύγουστος – Οκτώβριος 2012)

Layout 1Είχαμε την πεποίθηση πως ο έρωτας θα υπάρχει για πάντα, όπως ο αέρας, όπως το νερό, όπως το καλοκαίρι, όπως ο ήλιος. Ο έρωτας μπορούσε να φροντίζει τον εαυτό του. Δεν δώσαμε σημασία στη κλίση που έπαιρνε σιγά σιγά το οικοδόμημα του έρωτα, στα καθημερινά μπαλώματα στο ύφασμά του. Το ευσυνείδητο γιγαντιαίο έργο που έκανε τον έρωτα να παραμένει τόσο κανονικός όσο και ο φως.

… γράφει η πάντα εις βάθος γράφουσα συγγραφέας Τζινέτ Γουίντερσον, σε ένα κείμενο που διαπλέκει την ερωτική ιστορία με την δική της μούσα και την παραλληλισμένη περίπτωση της Γερτρούδης Στάιν (μετ.: Μαρία Παπαδοπούλου), με κεντημένες φράσεις σαν κι ετούτες: Ο έρωτας είναι ένα οικοσύστημα σαν όλα τα άλλα. Δεν μπορείς να αποστραγγίζεις, να το απογυμνώνεις, να το εκμεταλλεύεσαι, να το σκάβεις και να χτίζεις από πάνω το και ύστερα να αναρωτιέσαι που πήγαν τα πουλιά και οι μέλισσες.

jeanette wintersonΟμολογώ χωρίς καμία διάθεση υπερβολής πως ένα από τα αλάνθαστα προσωπικά μου ωρολόγια αποτελούν τα εκλεκτά λογοτεχνικά περιοδικά, συνεπώς και το Εντευκτήριο, που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή. Η ευφρόσυνη πλευρά αυτής της χρονικής υπόδειξης είναι αυτονόητη· υπάρχει όμως και η σκοτεινή: την μία στιγμή απολαμβάνω το ξεφύλλισμα του φρέσκου τεύχους και την περιπλάνηση στον πάντα γεμάτο εκπλήξεις κήπο του, διαβάζω με την ησυχία μου, το κλείνω κι επανέρχομαι, ετοιμάζω την ανάρτηση. Και την «άλλη στιγμή», βρίσκεται στα χέρια μου το επόμενο τεύχος. Καθώς η καθυστέρηση είναι όλη δική μου, εκπλήσσομαι κάθε φορά και περισσότερο: πότε πέρασε τόσος χρόνος; Για άλλη μια φορά ο συνδυασμός της τελετουργίας της ανάγνωσης ενός λογοτεχνικού περιοδικού με την αναγκαιότητα να παρουσιαστεί άμεσα, τον χρόνο της κυκλοφορίας του, έμεινε ζητούμενο και όχι πράξη. Ελπίζω από την επόμενη φορά…

le_tellier_herveΈνα από τα απολαυστικότερα  κείμενα που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ανήκει στον Herve Le Tellier – και η ένδειξη του ονόματος του μεταφραστή (Αχιλλέας Κυριακίδης) θα έπρεπε να μας βάλει αμέσως σε υποψία. Όταν ο αφηγητής επιχειρεί να βάλει λίγη τάξη στη βιβλιοθήκη του με έκπληξη βλέπει τίτλους όπως Ο τρικέφαλος Αετός ή οι Τέσσερις σωματοφύλακες. Ο  Γύρος του κόσμου γίνεται σε 81 μέρες, τα βιβλία καίγονται στη θερμοκρασία Φαρενάιτ 452, η πτώση του ανθρώπου στις Εκατόν είκοσι μία μέρες στα Σόδομα. Η μετάλλαξη πλήττει μόνο τίτλους, υποτίτλους και προμετωπίδες, όχι την πλοκή. Έτσι το μυθιστόρημα 1985 του Όργουελ δεν αλλάζει, ούτε ή Πτήση 748. Πόσο εύκολο όμως είναι να κρατήσεις τη ψυχραιμία σου μπροστά στη Χιονάτη και τους Οκτώ Νάνους, τους Οκτώ Σαμουράι ή το Τέταρτο Ράιχ; Ευτυχώς υπάρχουν οι Δεύτερες Βοήθειες. Εκεί θα μπορεί να πει σ’ ένα γιατρό ότι νομίζει πως του έχουν στρίψει δυο βίδες, πως δεν τα έχει πια τετρακόσια ένα, πως θυμάται την μητέρα του με τρία μάτια βουρκωμένα. Κι αν βρεθεί στην ψυχιατρική κλινική, θα αρχίσει να διαβάζει τα τρία ομηρικά έπη, μέχρι και την 25η ραψωδία της Ιλιάδας, όπου δεν θ’ αργήσει να αλωθεί η Τέσσερα.

Έργο Μιχάλη ΜανουσάκηΈνα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο μεταφράζει ο Χρήστος Χρυσόπουλος. Το βιβλίο του κέικ του Κάρολυ Μέχες (με καταγωγή από την ουγγρική κοινότητα της Τρανσυλβανίας). Ο συγγραφέας βρέθηκε για πρώτη φορά στο πατρογονικό το σπίτι στην Κράζνα μετά την κατάρρευση του καθεστώτος Τσαουσέσκου και την επιστροφή των περιουσιών των Ούγγρων κατοίκων της Τρανσυλβανίας στους αρχικούς κατόχους ή στους νόμιμους κληρονόμος τους. Εκεί ανακάλυψε μια σειρά από μεγάλα δερματόδετα τετράδια , στα οποία η γιαγιά του κατέγραφες όχι μόνο τις αγαπημένες της συνταγές για κέικ αλλά και καθημερινές ιστορίες από την μικρή επαρχιακή πόλη που βρέθηκε στη μέση ενός ιστορικού κυκλώνα. Εδώ δεν έχουμε απλή παράθεση συνταγών και ιστοριών αλλά απόλυτο διάλογο και εξάρτηση των μεν με τις δε.

Η ζωή είναι ένα θέλημα του δευτερολέπτου· αυτή τη στιγμή είμαι εδώ και σε ένα δευτερόλεπτο μπορεί να μην υπάρχω. Αυτό συμβαίνει από τότε που γεννιόμαστε. Νομίζω ότι είμαστε έκθετοι σε αυτό το απρόοπτο που λέγεται διακοπή της ζωής. Όταν γεννιέσαι δεν έχεις εγγύηση ότι θα ζήσεις, δεν έρχεσαι με τέτοιο πιστοποιητικό. Επομένως, δεν εξασφαλίζεις την επόμενη μέρα, γι’ αυτό κι εγώ έχω κάνει τον ύμνο στην επανάληψη, διότι επανάληψη σημαίνει ότι έρχεται και ξαναέρχεται η μέρα και τροφοδοτεί τη διάρκειά μας. Λοιπόν, πολύ την εκτιμώ την επανάληψη και την υμνώ, και υποπίπτουν και σε επαναλήψεις πολλά απ’ αυτά που λέω…

26-03-10_330417_21…εξομολογείται η Κική Δημουλά στον ποιητή και σκηνοθέτη Λευτέρη Ξανθόπουλο, που μας κοινωνεί εδώ δυο εκτενείς συνεντεύξεις – σωστούς ποταμούς, τόσο με την ποιήτρια όσο και με τον Τίτο Πατρίκιο· πρόκειται για την πλήρη απομαγνητοφώνηση των συνομιλιών που ο Ξανθόπουλος είχε μαζί τους το 2011, για τις ανάγκες ενός ντοκιμαντέρ για την ΕΤ1, υπό τον τίτλο «Πάρε τα δώρα της ψυχής σου να ’ρτεις» (στίχο ποιήματος του Καρυωτάκη).

Πεζογραφήματα καταθέτουν ακόμα οι Θανάσης Βαλτινός, Γιάννης Ευσταθιάδης, Μαρία Κουγιουμτζή, Κυριάκος Χαρίτος, Κώστας Αρκουδέας, Μαρία Στασινοπούλου, Λίλυ Εξαρχοπούλου και Λεοπόλντο Άλας (Κλαρίν) (συλλογική μετάφραση υπό τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο). Ποιήματα δωρίζουν οι Aνθή Μαρωνίτη, Βασίλης Παπάς, Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Σωτήρης Παστάκας, Νίκος Κυριακίδης και οι Τούρκοι Μουρατχάν Μουνγκάν και Μπιρχάν Κέσκιν (μετ: Ντέιβιντ Κόνολι και Αρζού Εκέρ-Ροδιτάκη),

Sarah Girard - City Actions, 2002Ο Μένης Κουμανταρέας αφιερώνει ένα – σχεδόν ενύπνιο – κείμενο για έναν υποθετικό εορτασμό του λογοτεχνικού του ιωβηλαίου, η Αντιγόνη Βλαβιανού ακολουθεί και παρακολουθεί με παρατηρήσεις για το πεζογραφικό, κυρίως, αλλά και το δοκιμιακό του έργο, ο Άκης Παπαντώνης γράφει για τη φύση στο έργο του Μπέκετ και – εκτός των καθιερωμένων κριτικών σημειωμάτων, η Βάνα Χαραλαμπίδου παρουσιάζει πρόσφατα και παλαιότερα βιβλία για την εγγύς Ανατολή και ο Γιώργος Κορδομενίδης, συνεχίζει πάντα να μας παρουσιάζει σύντομα και πυκνά όλα τα βιβλία που στοιβάζονται «στο κομοδίνο». Η Σάρα Ζιράρ καταλαμβάνει το ειδικό τετράχρωμο ένθετο δεκαεξασέλιδο με φωτογραφίες της και το τεύχος κοσμείται εξωτερικά και εσωτερικά με την εξαιρετική ζωγραφική του Μιχάλη Μανουσάκη.

Ένα ακόμα τεύχος λοιπόν γεμάτο με φράσεις που κυκλώθηκαν από το αναγνωστικό μου μολύβι, όπως συνέβη και με τους πρώτους στίχους του Chiaroscuro, ενός από τα πέντε ποιήματα του Βασίλη Παπά: Στον έρωτα εμφανίζεσαι πάντα με μαύρο φόντο/στήνεις τη θέαση, τους προβολείς/υποδεικνύεις το σκηνικό/τον τρόπο που θα σε κοιτάει ο άλλος./Εδώ μπροστά του θα κτιστεί/ο φωτεινός κόσμος των αισθημάτων/αυτόν που θα υποδυθείς/με τη θεατρικότητα, βεβαίως, που του αρμόζει.[…]

Το τρέχον (αρ. 99) τεύχος του περιοδικού παρουσιάστηκε στην προηγούμενη ανάρτηση. Στις εικόνες: Jeanette Winteson, Herve Le Tellier, έργο του Μιχάλη Μανουσάκη, Κική Δημουλά και φωτογραφία της Sarah Girard.




Μαΐου 2013
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Blog Stats

  • 1.034.462 hits

Αρχείο