Αρχείο για Σεπτεμβρίου 2013



07
Σεπτ.
13

Εντευκτήριο, τεύχος 100 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2013, κυκλοφ. Ιούλιος 2013)

Layout 1Λέγαμε για τη στενοχώρια που μπορεί να νιώθει ένας εκδότης (άλλη κακόηχη λέξη, αλλά και οι λέξεις πλαστουργός ή δημιουργός θα ακούγονταν υπερφίαλες) περιοδικού. Την ώρα που τον επαινούν για ένα τεύχος που κρατάνε φρέσκο στα χέρια τους οι άλλοι ο ίδιος να μελαγχολεί κρυφά μέσα του γιατί ξέρει αυτό που δεν θα μάθει ποτέ κανείς: Πόσα κείμενα που τον ενθουσιάζουν όσο τα δημοσιευμένα δε κατόρθωσε να τα περιλάβει τελικά στις σελίδες του τεύχους που επαινείται. Τελικά, η έκδοση ενός περιοδικού, όπως όλα τα σημαντικά πράγματα σε αυτή τη ζωή, ενώ φαίνεται προϋπόθεση μιας κοινότητας ανθρώπων, καταλήγει σε μια προσωπική εχέμυθη, σχεδόν μυστική περιπέτεια…

…γράφει στην επιστολή του ο Θανάσης Θ. Νιάρχος [σ. 83] και ακόμα κι αν δεν γνωρίζει κανείς ποιον αφορά το κείμενο, μπορώ να φανταστώ αμέτρητους αναγνώστες να σκέφτονται τον Γιώργο Κορδομενίδη, το Εντευκτήριο του οποίου διανύει ήδη τον 26ο χρόνο ανελλιπούς παρουσίας και συμπλήρωσε τις 100 εκδόσεις. Ο εορτασμός δεν μπορεί παρά μια επετειακή έκδοση: μια συλλογή01-cover λογοτεχνικών και άλλων κειμένων που περιέχουν τη λέξη ή τον αριθμό εκατό, γραμμένων επί τούτου από τους διαχρονικούς, τακτικούς συνεργάτες του και άλλους νεότερους.

Έτσι το τεύχος είναι πλήρες ιστοριών όπου το Εκατό είναι αριθμός σε διεύθυνση (Νίκος Βατόπουλος, Γιώργος Μητάς), απόπειρες συγγραφής ενός κειμένου (Άρις Γεωργίου), σχεδιαζόμενα βιβλία για ανάγνωση (Θεόδωρος Γρηγοριάδης), οι φορές που διπλώνεται ένα μικρό ύφασμα από νεαρό κορίτσι (Σταύρος Ζαφειρίου), κομμάτια της ψυχής (Θωμάς Κοροβίνης για την Φλέρυ Νταντωνάκη), σωζώμενα κατάστιχα (Παναγιώτης Κουσαθανάς), στοιχεία ταυτότητος (Αχιλλέας Κυριακίδης), απόσταση σε μέτρα (Γιώργος Σκαμπαρδώνης) και βέβαια ηλικία, όπως τα χρόνια του Πάτρικ Λη Φέρμορ που αποχαιρετά στην Καρδαμύλη η Εβίτα Αράπογλου.

ent30Πεζά καταθέτουν και οι Βασίλης Αμανατίδης, Κατερίνα Δασκαλάκη, Άκης Δήμου, Γιάννης Επαμεινώνδας, Γιάννης Ευσταθιάδης, Σπύρος Καρυδάκης, Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου, Μαρία Κουγιουμτζή, Κωνσταντίνος Ματσούκας, Σοφία Νικολαΐδου, Δημήτρης Νόλλας, Λευτέρης Ξανθόπουλος, Μανόλης Ξεξάκης, Κωνσταντίνος Παπαχαράλαμπος, Θοδωρής Ρακόπουλος, Γιαν Χένρικ Σβαν, Σάκης Σερέφας, Μαρία Στασινοπούλου, Έρση Σωτηροπούλου, Γιώργος Τούλας κ.ά., ενώ ποίηματα οι Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Κική Δημουλά (το εκατό ως εχθρός του απροσμέτρητου), Νίκος Ειρηνάκης, Γιάννης Καράτζογλου, Χριστόφορος Λιοντάκης, Κώστας Μαυρουδής, Γεωργία Τριανταφυλλίδου, Σαριφούρ Ραμάν, Μαρίνα Τσβετάγιεβα (μτφ. από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης) κ.ά.

Το πρωτότυπο αφιέρωμα συμπληρώνουν, μεταξύ άλλων, ένα ιδιόχειρο σημείωμα του Ντίνου Χριστιανόπουλου, μια αφιέρωση κι ένα υστερόγραφο του Δ.Ν. Μαρωνίτη, ένα μικρό κομμάτι του Αυγούστου Στρίντμπεργκ (μτφ. Μαργαρίτα Μέλμπεργκ), κείμενα της Βάνας Χαραλαμπίδου και «λίγα λόγια» από τον Δημήτρη Δασκαλόπουλου, όπου, μ45εταξύ άλλων τονίζεται αυτό που όλοι έχουμε παρατηρήσει, ότι ακόμα και στα πολυσέλιδα αφιερώματα του περιοδικού δεν εξοβελίστηκαν οι τακτικές στήλες και η συνήθης ύλη.

Ένας πλήρης πίνακας συγγραφέων και συνεργατών των εκατό τευχών συμπληρώνει την σύναξη των κειμένων, στα οποία, όπως σημειώνει στο περιθώριο της δικής του ιστορίας του ο Γιώργος Αδαμίδης, κάθε ομοιότητα με υπαρκτά πρόσωπα και περιστατικά οφείλεται στην ανεξέλεγκτη τάση της ζωής να αντιγράφει την τέχνη. Στoν Σκοτεινό Θάλαμο, τα Ιστορικά Κολάζ της Ρένας Ηλιάδου θυμούνται το γνωστό διαχρονικό ερώτημα του Βίσμαρκ «Πώς να πιστέψει κανείς στην ιστορία, όταν για γεγονότα που έγιναν μόλις χθες, λέγονται τόσα ψεύδη;» και εκφράζουν ακριβώς αυτή την παραποίηση της ιστορικής πραγματικότητας.

ent39Στα ευπρόσδεκτα, όπως προαναφέρθηκε, εκτός αφιερώματος κείμενα, η Μαρία Τσαντσάνογλου γράφει για τον συλλέκτη Γιώργο Κωστάκη και τη Συλλογή Ρωσικής Πρωτοπορίας στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και ο Άκης Παπαντώνης για την «Ομιλούσα σιωπή στο έργο των Κέιτζ και Κάφκα» θυμίζοντας τον καφκικό αφορισμό πως η γλώσσα δεν είναι παρά μια κακή μετάφραση αλλά και μια παλαιότερη, μετεφηβική ημερολογιακή καταγραφή του συγγραφέα πως «οι λέξεις είναι κακοί αναρριχητές και κακοί ανθρακωρύχοι. Δεν μπορούν να κατεβάσουν το θησαυρό από τις κορυφές των βουνών ή να τον ανασύρουν από τα βάθη τους».

Οι πιο καλοί, βαθείς, απολαυστικοί οργασμοί είναι αυτοί που τους προκαλείς μόνη σου, μηχανικοί οργανισμοί, δε λέω, χωρίς τα φούμαρα, τα άνθη, τις μεταξωτές κορδέλες, του τάχαμ τάχαμ ταυτόχρονου οργασμού που, εντάξει, καλός κι αυτός, αν προκύψει, ως κατάληξη τρυφερότητας, συντροφικότητας, παιχνιδιού, άντε και πάθους, άμα λάχει, αλλά στον οργασμό πρέπει να συγκεντρώνεσαι, να εμβαθύνεις ολότελα στο σώμα σου, να μη σε απασχολεί τίποτε άλλο, και να κοντρολάρεις απόλυτα τους μυς σου, σα να σωφάρεις αυτοκίνητο, να το οδηγείς εσύ εκεί που σε πάει η σήραγγα. [ent152…]. ο οργασμός τι είναι; ένας σπασμός είναι, ένα βότσαλο στη λίμνη, αν η ριξιά είναι καλή, και καταφέρεις να σφίξεις τους μυς στο σωστό κλάσμα του δευτερολέπτου, οι κύκλοι στο νερό θα ανοίξουν, θα πλαταίνουν στο άπειρο, αν όχι ζούφιο αμύγδαλο, υποψία ηδονής, ρηχή, θαμπή κι ανούσια…

… διαβάζουμε στο ερωτικότερο «εκατοστιαίο» κείμενο (Εκατό οργασμοί και βάλε) δια χειρός Νόρας Πυλόρωφ – Προκοπίου, που «μεταγράφει» τη συζήτηση τριών συμμαθητριών, ετών πενήντα. Πέρα από την βαθιά αλήθεια του κειμένου, δε μπορώ να μη διακρίνω τις υπόγειες ομοιότητες των εκατό οργασμών με τους άλλους, τους πνευματικούς, που μας προκάλεσε το Εντευκτήριο όλα μας αυτά τα χρόνια. [σ. 216]

Advertisements
06
Σεπτ.
13

Lorrie Moore – Η πόρτα στη σκάλα

ex_LORI MOORE_EKDOSEIS_POLIS

Ο μοντέρνος υπόγειος ρατσισμός

Δεν είχα ιδέα πως κάτι τέτοιο ήταν δυνατό να συμβεί σ’ αυτή την πόλη. Στο Ντέλακρος, ναι, ίσως – αν και ούτε εκεί άκουσα ποτέ να συνέβη – αλλά εδώ; Το εδώ ήταν τόσο περήφανο για τον εαυτό του. Το εδώ ήταν τόσο προοδευτικό, παράδειγμα προς μίμηση. Το εδώ ήταν τόσο απαρέγκλιτα αριστερίζον. Το εδώ ήταν τόσο – τόσο λευκό. Το μόνο χρώμα που ήξεραν εδώ πέρα ήταν το τοπικό χρώμα, που το χρησιμοποιούσαν για λόγος καμουφλάζ και βολής. Αν εδώ ήταν Σολτ Λέικ Σίτι, ήξερα πως οι μισοί κάτοικοι  ευχαρίστως θα γίνονταν μορμόνοι. Αντ’ αυτού όμως, πνιγμένοι μέσα στο περί δικαίου αίσθημα και στην αυταρέσκεια και στην απόλυτη ομοιομορφία, ήταν όλοι τους μέλη της Αμερικανικής Ένωσης Πολιτικών Ελευθεριών. [σ. 202]

Μια από τις βαθύτερες εκπλήξεις που μπορεί να νιώσει κανείς είναι η εμφάνιση του ρατσισμού ακριβώς στο περιβάλλον που όχι απλώς δείχνει να τον έχει ξεπεράσει αλλά και να διατείνεται το αυτονόητο της ελευθερίας και του δικαίου. Αλλά μέχρι να φτάσει στην πρώτη στη σειρά πολλών έκπληξή της η ηρωίδα, έχει διανύσει ήδη διπλό δρόμο. Πρώτα παρατηρώντας τον μοντέρνο αμερικανικό κόσμο έξω από το «παράθυρό» της – αρχικά με τρυφερές παρατηρήσεις, στην πορεία με έκπληκτες διαπιστώσεις και στο τέλος με τραγικές συνειδητοποιήσεις – και ύστερα βγαίνοντας στον κόσμο, μέσω της αναγκαστικής αναζήτησης εργασίας, και σύντομα ως αναπόδραστα εμπλεκόμενη με μια δίχρονη αφροαμερικανή.

LON119932Όλα αυτά τα στάδια της πορείας της μας τα διηγείται αυτό(πρωτο)προσώπως η εικοσάχρονη φοιτήτρια Τάσι, καθώς αναλαμβάνει μπέιμπι σίτερ της μικρής μιγάδας που υιοθετεί ένα ζεύγος λευκών μεσοαστών. Αλλά εδώ είναι η πρώτη ενδιαφέρουσα επιλογή της συγγραφέως: μέχρι το πρώτο τρίτο του βιβλίου η ηρωίδα πλέκει με εξαιρετικά ενδιαφέροντα τρόπο την ιστορία της οικογένειάς της (και το νέο αγροτικό – βιολογικό – οικολογικό της τοπίο), των σπουδών της (σε ένα κολέγιο που προσφέρει μαθήματα μιας τεράστιας και γελοίας επιδερμικότητας και εξειδίκευσης μαζί), των μοναχικών περιπλανήσεών της, της επιθυμίας της να ζήσει την αναμενόμενη ζωή στην πόλη, με όλες τις κοινωνικές και πολιτιστικές ηδονές, του αμήχανου έρωτά της με τον Βραζιλιάνο συμφοιτητή της και πίσω πάλι στο περιβάλλον όπου μεγάλωσε, όπου…

Στην αρχή υπήρχε η προσδοκία πως θα έρχονταν άνθρωποι από όλη τη χώρα και θα κατασκήνωναν στην ύπαιθρο και θα έμεναν εδώ ελπίζοντας να δουν τα διαστημόπλοια και τους εξωγήινους που μπορεί να εμφανίζονταν στους σταθμούς αναψυχής των αυτοκινητοδρόμων ή στα χωράφια έξω από την πόλη. Η εμπορική έκρηξη και η δημοσιότητα δεν κράτησε ούτε ένα χρ0d2de4f3c3720bfae4cdaf9fd844571cόνο και μετά χάθηκε, σαν τα διαστημόπλοια και τους εξωγήινους. Έλεγαν πως το δημοτικό συμβούλιο μάζεψε τα πάντα, τα φόρτωσε σ’ έναν πύραυλο και τα ξανάστειλε πίσω στον πλανήτη τους, αφήνοντας μόνο κάποια αδέσποτα υπολείμματα. / Είχα την αίσθηση πως αυτά τα αδέσποτα υπολείμματα ήταν οι φίλοι μου, που τώρα τους ένοιωθα σαν αρειανούς. [σ. 95]

Σε ευρύτερη πλαίσιο, στο ίδιο «πρώτο» μέρος εκτίθεται η σχεδόν υπερρεαλιστική κατάσταση του συστήματος των υιοθεσιών, μιας κοινή συναινέσει μυστικοπαθούς διαδικασίας όπου εμπλέκονται προσωρινές ανάδοχες οικογένειες, μεσολαβητικά πρακτορεία, υπηρεσίες «προστασίας» φυσικών μητέρων και κέντρα αυθαίρετων αποφάσεων. Σε μια παράπλευρη περίπτωση εκ παραδρομής αναφέρεται παιδί από βιασμό. Παραδόξως, ακριβώς μέσα στο εργοστάσιο των υιοθεσιών, φυλές και τάξεις ξεχνούν τις διακρίσεις τους και αναμειγνύονται με όλους τους τρόπους. Το γεωγραφικό – και εν τέλει γεωπολιτικό – παρατηρητήριο και πεδίο του μύθου είναι εκείνο των Μεσοδυτικών Πολιτειών, άγνωστο στους περισσότερους και παρανοημένο, ανά τομείς παραδοσιακό και μοντέρνο μαζί, τυπικό δείγμα μιας ευρείας πλην σιωπηλής πλειοψηφίας.

Μια ολόκληρη σημειολογία διακρίσεων

il_570xN.249695989Οι φυλετικές προκαταλήψεις βαθιά ριζωμένες στο σώμα και την καρδιά του «Ελεύθερου Κόσμου» αναβλύζουν πλέον ελεύθερα μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Το ίδιο ιστορικό Σημείο Μηδέν εξαπολύει τα θραύσματά του στους υποκριτικούς πολέμους σε Αφγανιστάν και Ιράκ που απορρόφησαν ένα άλλο κομμάτι του νεανικού πληθυσμού αλλά και στην εκ νέου δημιουργία φανατικών από τις δυο πλευρές, που επιλέγουν την τρομοκρατία για να αφανίσουν ζωές – των άλλων και της δικής τους. Οι δυο αρσενικές παρουσίες στη ζωή της, ο αδελφός της και ο σύντροφος της, θα αλωθούν ακριβώς από τις παράπλευρες χοάνες του πολιτικού και του θρησκευτικού φανατισμού. Η Τάσι θα βιώσει με τον χειρότερο τρόπο τις επιλογές του πρώτου για συμμετοχή στο εκστρατευτικό σώμα και του δεύτερου για τρομοκρατούμενη αυτοθυσία.

Αν οι ενήλικες είναι έκθετοι στο επίκεντρο των φυλετικών προκαταλήψεων και της ξενοφοβικής συμπεριφοράς, τότε τι τύχη έχει η μικρή Μαίρη – Έμμα; Να αποτελέσει το θύμα όχι μόνο κάθε απροκάλυπτης τέτοιας στάσης αλλά και της πλέον διαδεδομένης μορφής του νέου ρατσισμού: εκείνου που δρα υπόγεια και έχει εμποτιστεί στις συνειδήσεις· εκείνου που λανθάνει ακόμα και στους πιο «καλλιεργημένους» πολίτες ή ζει και στην πιο απλή καθημερινότητα. Πόσο μάλλον στον υποτιθέμενο φιλελεύθερο αμερικάνικο κόσμο, όπου ο πληθυσμός τελικά για να εκτονώσει τις πλείστες νευρώσεις του αναζητά νέους εχθρούς και κάποτε τους βρίσκει και στους παλαιούς. lorrie_moore_wideweb__470x324,0Είναι χαρακτηριστική η «μαθητεία» της Τάσι στις πραγματικές απόψεις του εργασιακού της περιβάλλοντος: καθώς απασχολεί τα παιδιά των φίλων και επισκεπτών του ζεύγους, καταγράφει τις συζητήσεις των γονέων τους δυο πατώματα πιο κάτω και αυτός είναι ένας ενδεικτικός παλμογράφος της «κοινής γνώμης». Είναι εξίσου χαρακτηριστική η πρόταση μιας άλλης μητέρας να παίζει το παιδί της με την Μαίρη – Έμμα, ώστε να αποκτήσει «ποικιλία» στις παρέες της.

Αν λοιπόν η νεαρή κοπέλα σε πρώτη φάση δεσμεύεται σταδιακά στον νέο της ρόλο (όπου κι εκεί, σε προσωπικό – ψυχολογικό επίπεδο, διαρκώς λογοδοτεί απέναντι στην μητέρα, που δείχνει κι αυτή περισσότερο από ποτέ πνιγμένη στον νέο της ρόλο), στη συνέχεια αντιλαμβάνεται πως οφείλει διαρκώς να προστατεύει την μικρή από τον συνήθως αόρατο και σιωπηλό εχθρικό περίγυρο. Τελικά η άβγαλτη Τάσι μοιάζει να είναι η ωριμότερη όλων ή πιθανώς να ήταdeja-vu-jessica-grundyν εξαρχής ώριμη. Αν οι οικογένειες είναι τόσο επίπλαστες, οι ψευτοπατριωτικές αποστολές τόσο μάταιες, οι κοινωνίες μισούν τόσο πολύ οποιονδήποτε διαφορετικό και ο καθένας κρύβει το δικό του βρώμικο ένοχο μυστικό και, τότε η ενηλικίωσή της έχει ήδη συμβεί, μακριά της.

Η συγγραφέας [Νέα Υόρκη, 1957] διδάσκει δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο του Wisconsin κι έχει δημοσιεύσει τέσσερις συλλογές διηγημάτων και άλλα δυο μυθιστορήματα. Η γλώσσα της είναι ευφάνταστη και λογοπαιγνιώδης· αλατίζει τον ρεαλιστικό και κάποτε ποιητικό της λόγο με πανέξυπνους παραλληλισμούς και απρόσμενες λεκτικές ακροβασίες και συνολικά συντάσσει μια προσωπική και μια ευρύτερη έκθεση της αθώας και ταυτόχρονα ενήλικης ματιάς στη σύγχρονη αμερικανική ζωή.

moore_lorrie-19981022015RΟι ιστορίες ήττας του ανθρώπινου πνεύματος πάντα εξέφραζαν και υπογράμμιζαν μια πλησμονή κοινωνικού προβληματισμού. Η εξασθένηση της ψυχής, οι ιστορίες πτώσεων και ανεπιτυχών επανακάμψεων – τρένα που χάθηκαν, γράμματα που δεν παρελήφθησαν, η έξαρση της αλαζονείας, η καταστροφή παιδιών κάποιου και η κατάληξή τους στην κατσαρόλα – όλα αυτά είναι ένα είδος ψυχαγωγίας του δέους και του τραύματος, χωρίς χρησιμότητα, που παρουσιάζεται εκ του ασφαλούς σε τραπέζια όπου δεν λείπει η αγάπη και το χρήμα. Όποτε όμως η ζωή είναι πιο στερημένη, όποτε τα τραπέζια είναι μόνο μισογεμάτα, ο κωμικός θρίαμβος των φτωχών αποτελεί ένα χρήσιμο ημι-ψεύδος. Εκεί χρειάζονται τα καλαμπούρια. Και τότε το μωρό έπεσε από τις σκάλες. Μπορεί να είναι και αστείο! Ειδικά σ’ έναν τόπο και χρόνο όπου συμβαίνουν και χειρότερα. Όχι πως τα βάσανα είναι διαγωνισμός, αλλά σίγουρα είναι κάτι παραπλήσιο. Η κατανόηση και η ορθή προοπτική απαιτεί μια πιο μπακάλικη, πιο χασάπικη αντιμετώπιση. Και για να ανακουφιστούν τα βάσανα του ακροατή, τα πράγματα πρέπει να είναι αστεία. Έστω κι αν δεν ήταν αστεία εξ αρχής. Κάπως έτσι μας απογοητεύουν καμιά φορά οι ιστορίες: Δεν είναι και τόσο αστείες. Ή, ακόμα χειρότερα, δεν είναι αστείες ούτε κατά διάνοια. [σ. 323]

Εκδ. Πόλις, 2013, μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, σελ. 414, με τετρασέλιδες σημειώσεις της μεταφράστριας [A gate at the stairs, 2009].

04
Σεπτ.
13

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 133. Καρολίνα Μέρμηγκα

memriga_hiresΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Το μυθιστόρημά μου («Συγγενής», εκδ. Μελάνι) είναι μια ανήθικη ιστορία. Αλλά και ηθική και σκληρή και τρυφερή, όπως, νομίζω, όλες οι ιστορίες συγγένειας που με παραλλαγές ζούμε οι ίδιοι και βλέπουμε να ξετυλίγονται συνέχεια ολόγυρά μας. Καθημερινά αισθάνομαι ότι λαθρακούω τους θυμωμένους ή χαρούμενους ή φοβισμένους ή υποκριτικούς διαλόγους που, σε μικρογραφία, ανταλλάσσονται και μέσα στο βιβλίο. Οι οικογένειες μας, οι «άνθρωποί μας», οι γονείς, σύζυγοι, φίλοι, είναι εστίες αγάπης αλλά και οργής, τρυφερότητας και βιαιότητας, εμπιστοσύνης και απιστίας. Αν και αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ζωής μας σπάνια δημιουργούν σχέσεις και συναισθήματα ξεκάθαρα ή, όπως μας αρέσει να τα λέμε, «απλά». Το μόνο ίσως που ξεχωρίζει, αν και ούτε και αυτό απλό, είναι η αγάπη. Όλα αυτά ίσχυαν πάντα, αυτό που όμως αλλάζει τώρα είναι ότι οι συγγενικές μας σχέσεις, οι ισχυρότεροι δεσμοί της κοινωνίας μας, διευρύνονται (και μπερδεύονται) ακόμα περισσότερο από τις  δυνατότητες που μας παρέχει η επιστήμη για «ζωή α λα καρτ». Τόσο το καλύτερο, από μια άποψη, αφού όλοι μπορούν να διαλέξουν τους «δικούς τους» έτσι όπως τους ονειρεύονται, αλλά από την άλλη τόσο το χειρότερο, ακριβώς για τον ίδιο λόγο. Μπορούμε σήμερα να πιαστούμε στα ίδια μας τα δίχτυα επιθυμιών -το βιβλίο αγγίζει κάποια απ’ αυτά.

ΣΥΓΓΕΝΗΣ_hiΈχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει παντού. Αλλά γράφω πάρα πολύ δύσκολα, δηλαδή μέχρι να κάτσω να γράψω. Προτιμώ να κάνω οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό, και μέχρι τώρα στη ζωή μου έκανα οτιδήποτε άλλο.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Τελευταία μου μπήκε η υποψία ότι πρέπει να προσέχω τι γράφω γιατί, όπως λένε και για τις ευχές μας, μπορεί κάποιοι από τους χαρακτήρες να βγούνε αληθινοί. Και, να πω την αμαρτία μου, δεν τους πολυθέλω πια. Δεν ξέρω τι να τους κάνω. Δηλαδή εκείνοι παραμένουν συνεπείς στους ρόλους τους, αλλά εγώ είμαι εξαιρετικά άπιστη απέναντί τους. Μόλις τελειώσει ένα βιβλίο κάνω την αδιάφορη, τους παρατάω εγκλωβισμένους στις σελίδες τους, και πάω για άλλους καλύτερους. Όταν λοιπόν τους αντιμετωπίζω ξαφνικά μπροστά μου, στην αληθινή μου ζωή, σαν ξεμέθυστη και νηφάλια που θέλει να ξεχάσει τι έκανε το προηγούμενο βράδυ, αισθάνομαι φρικτή αμηχανία. «Οι πίσω μου σελίδες», που λέει και ο Σαββόπουλος, μου θυμίζουν τις παλιές μου αμαρτίες: πόσο αφελής και ατελής υπήρξα ως δημιουργός τους.

030Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Εννοείται ότι με παγιδεύουν αυτές. Κάποιες φορές είναι μια φράση που επιμένει να επαναλαμβάνεται μέσα μου, ή ένα θραύσμα ιστορίας που κάποιος είπε σε ένα τραπέζι, ή μια φευγαλέα εικόνα που είδα περνώντας έξω από ένα ανοικτό παράθυρο. Αλλά όλες βέβαια είναι στη πραγματικότητα δικές μου ιστορίες, ξεχασμένες, απωθημένες, θαμμένες. Σαν ένα κομματάκι σκοινί που μετά βίας προεξέχει από το χώμα, και που στο τέλος σκύβω και το τραβάω και βλέπω πόσο βαθιά πάει, πόσο μακρύ είναι, και πόσο αντέχω να το τραβήξω.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

51cKIwld9JLΌλη μου τη ζωή εργαζόμουν σαν δικηγόρος και δημοσιογράφος, και έλεγα ότι κάποια στιγμή, όταν θα έχω χρόνο, θα μπορώ να γράφω. Αλλά η ζωή, όπως ξέρουμε, είναι αυτό που συμβαίνει ενώ κάνεις σχέδια για το μέλλον, κι εγώ έζησα μαθαίνοντας τη πειθαρχία της νομικής σκέψης αρχικά και τη πλημμυρίδα του δημοσιογραφικού ροκοκό κατόπιν. Και όλα αυτά φυσικά με επηρέασαν, και με καλό και με αρνητικό τρόπο. Παράλληλα έκανα και μεγάλωσα παιδιά, δραστηριότητα που από μόνη της (αν και καθόλου πρωτότυπη) αποτελεί άσκηση αντοχής και εντατικό ακόνισμα των αισθήσεων. Έχω όμως επίγνωση του ότι έζησα και ζω σε έναν μικρόκοσμο, σε μια πόλη και μια χώρα και, σχεδόν, μια γειτονιά, και ότι  επομένως η θεματολογία μου τείνει να είναι και αυτή στενών οριζόντων.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

5403392969_49710e7558_zΜόνο σαν έφηβη, τότε που λίγο-πολύ όλοι όσοι δεν παίζουν μπάσκετ γράφουν ποίηση. Κάποτε στο γυμνάσιο ένας καθηγητής μας είχε ρωτήσει, «τι είναι ποίηση»; Είναι η ομοιοκαταληξία; Η εσωτερική μουσικότητα; Οι στροφές; Το γεγονός ότι βρίσκεται σε ένα βιβλίο που γράφει απ’έξω «Ποιήματα»; Δυστυχώς ο καθηγητής εκείνος δεν μας είχε δώσει την απάντηση, πάντως εγώ δεν έχω ούτε το θάρρος, ούτε τη δεξιότητα, ούτε ό,τι άλλο χρειάζεται για να θέλει και να μπορεί κανείς να γράψει ποίηση.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Πολύ θα μου άρεσε να είχα κάποτε μια πρόταση! Δυστυχώς δεν έχω, εν τούτοις στα σχέδιά μου είναι να γράψω για ένα πρόσωπο της οικογένειάς μου, ένα είδος ιστορικού μυθιστορήματος, αυθαιρετώντας αναίσχυντα.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς, αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία, αγαπημένα σας διηγήματα.

2397894797_3d9ee46a53Είναι πάρα πολύ δύσκολο να απομονώσει κανείς αγαπημένους συγγραφείς και αναγνώσματα. Από ένα σημείο και μετά όλα τα βιβλία που έχεις αγαπήσει έχουν κατά κάποιο τρόπο μεταμοσχευτεί μέσα σου κι σχηματίζουν όλα μαζί έναν χορό που συνεχώς μουρμουρίζει κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού σου. Κι όλα αυτά χωρίς να είσαι (ακόμα) τρελός. Συχνά μου συμβαίνει να κατεβάσω ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη μου και να το ξαναδιαβάσω (όπως «Το Πορτρέτο μιας Κυρίας» του Χ. Τζέημς, ή τις «Αναμνήσεις του Αδριανού» της Μ. Γιουρσενάρ, ή το «Άντεργκράουντ» του Βλ. Μακάνιν,  ή το «Εμβατήριο του Ραντέτσκι» του Γ. Ροτ, ή τον «Κύριο Μάνι» του Α.Β. Γεοσούα…)  και λέω ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος ούτε να γράφω, ούτε να διαβάσω άλλα βιβλία. Και μετά φυσικά πάω στο βιβλιοπωλείο κι αγοράζω μια αρμαθιά από καινούργια.

Νομίζω πάντως ότι στις πυρκαγιές του μυαλού μου, αυτά που πάντα θα σώζονται πρώτα θα είναι τα διηγήματα του Μπόρχες και του Ρ. Γιέητς

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Underground:Linee di escatologia cristianaΕπίσης πολύ δύσκολο να απαντηθεί, για τους ίδιους λόγους. Καθόλου ζηλευτοί και όχι ιδιαίτερα αγαπημένοι, αλλά ανεξίτηλα εντυπωμένοι μέσα μου για τη τραγική τους διάσταση είναι η Λίλυ Μπαρτ του «Σπιτιού της Ευθυμίας» (Ήντιθ Ουόρτον) και ο Ντικ Ντάιβερ, του «Τρυφερή είναι η Νύχτα» (Φιτζέραλντ).

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Μου αρέσει πολύ το Books Journal γιατί συνδυάζει σοβαρότατα και μελετημένα άρθρα με ακομπλεξάριστη κριτική ματιά, κανένα ίχνος σοβαροφάνειας, και μια φρέσκια «πανοραμική» αντίληψη. Τα πομπώδη κείμενα που κινούνται μέσα στα μεγαλόστομα στεγανά όσων «δικαιούνται να ομιλούν» είναι μεγάλη παγίδα σε τέτοιου είδους έντυπα, και εμένα με κουράζουν.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Μόλις τ628x471έλειωσα την 5λογία του Edward St Aubyn («τα διηγήματα του Melrose») και τη «Γραμμή της Ομορφιάς» του Alan Hollinghurst,  και τώρα διαβάζω το “Umbrella” του Will Self. Οι συγγραφείς αυτοί μοιάζουν να ανήκουν σε μια «παρέα» της σύγχρονης βρετανικής λογοτεχνίας (όχι ισοδύναμου ταλέντου, κατά τη γνώμη μου) που ήθελα να καταλάβω, κυρίως σαν συνέχιση μιας παράδοσης που θα αποκαλούσα «απελπισία με στυλ» -μαύρο χιούμορ, δυστυχία και δράματα στο πλαίσιο των προνομιούχων κοινωνικών τάξεων, σαρκασμός και ειρωνεία κλπ..

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη urlπροτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Ναι, διαβάζω ό,τι βρω μπροστά μου, έντυπα και ηλεκτρονικά. Θεωρώ ότι οι λογοτεχνικές παρουσιάσεις του New Yorker αποτελούν από μόνες τους σχολή. (Ο John Wood είναι ο θεός μου). Όταν μια βιβλιοκριτική είναι σωστή, μπορείς πάντα να μάθεις ή να αντιληφθείς κάτι φρέσκο απ’ αυτήν. Με τον όρο «σωστή» δεν εννοώ φυσικά ούτε θετική/αρνητική, ούτε την καταγραφή της πλοκής του βιβλίου, την οποία για κάποιο λόγο θεωρούν ότι απαραιτήτως πρέπει να συμπεριλάβουν. Δεν θέλω να μου πουν τη πλοκή -δεν πρόκειται για κάποιο φαγητό για το οποίο πρέπει να προειδοποιηθώ ως προς τα υλικά του, μήπως μου προκαλέσουν φούσκωμα. Θέλω με τις ειδικές τους γνώσεις, με τον πιο ενημερωμένο τρόπο τους, να με βοηθήσουν να δω το γενικότερο πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται το βιβλίο, να μου δώσουν συσχετισμούς, αναφορές, να με πιάσουν από το χέρι για «να μπω» μέσα σ’ αυτό. «Η γνώμη του ειδικού» (το expert opinion που λένε) δεν έχει καμία σχέση με τα δελτία τύπου που συνήθως διαβάζουμε και μας πείθουν κυρίως για το ότι ο γράφων δεν πρόλαβε να διαβάσει το βιβλίο αλλά διεκπεραιώνει μια υποχρέωση.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

borgesΠριν από πολλά χρόνια γυρνούσα μόνη με το πλοίο από την Πάρο και είχε τρομερή τρικυμία. Διάβαζα με τρομερή προσήλωση τον «Κήπο των Φίτζι Κοντίνι» (του Τζ. Μπασάνι) ενώ παράλληλα προσευχόμουν να μην πνιγώ. Με το που έφτασα στον Πειραιά πέταξα το βιβλίο χωρίς να έχω καταλάβει λέξη και ακόμα και σήμερα οι λέξεις «Φίτζι Κοντίνι» μου προκαλούν ακαριαία ναυτία. (Φυσικά το βιβλίο δεν φταίει σε τίποτα).

Περί αδιακρισίας

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Όλοι πιστεύω έχουμε διαβάσει το διήγημα «Aleph» του Μπόρχες. Εκεί μέσα περιγράφει, πολύ προτού υπάρξει στ’ αλήθεια, αυτό που είναι για μένα το διαδίκτυο! Αυτό το μαγικό που απλώνεται παντού και σου δείχνει τόσο πλατιά αλλά και τόσο μικροσκοπικά ό,τι μπορείς να θελήσεις. Η γνώση στην άκρη των δακτύλων μας. Είμαι αρκετά μεγάλη ώστε να θυμάμαι πώς ήταν προτού αποκαλυφθεί όλος αυτός ο θησαυρός και δεν τον θεωρώ καθόλου αυτονόητο -και δεν τον χορταίνω. Έχω κανονική λαιμαργία με το διαδίκτυο, και θλίβομαι με όσους (συνήθως συνομήλικούς μου) το  στερούνται είτε γιατί το έχουν πάρει από φόβο («μας παρακολουθούν»), είτε έχουν άποψη-φιλοσοφία («δεν έχεις πια προσωπική ζωή», «καλωδιώνεσαι», κλπ). Όπως όλα τα μέσα, η σημασία του βρίσκεται στον τρόπο χρήσης του. Αυτό ισχύει και για τα «μέσα κοινωνικής δικτύωσης» (facebook κλπ), με τα οποία επίσης μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις: από το να γίνεις διάτρητος σαν ελβετικό τυρί γιατί ανεβάζεις προσωπικά δεδομένα, ως το να διαβάζεις ό,τι σε ενδιαφέρει με τον πιο συμπυκνωμένο τρόπο, γιατί έχεις σαν επαφές σου σοβαρούς ανθρώπους που εκτιμάς –και δεν επιθυμείς ούτε να τους γνωρίσεις καλύτερα, ούτε να μοιραστείς μαζί τους το 24ωρο σου.

photoΑν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Μπορεί και ναι, γιατί θα την ξανάβρισκα. Θα ξανάβρισκα δηλαδή τις μαγευτικές εκείνες στιγμές που πρωτοδιάβασα όλα όσα με έκαναν αυτή που είμαι, χαρίζοντάς μου τον κόσμο μέσα στον οποίο ήθελα και θέλω να ζω. Που πρωτο-ανακάλυπτα βιβλία και ιστορίες και πρωτο-επιχειρούσα να συνομιλήσω μαζί τους γράφοντας τους δικούς μου κόσμους. Ο Μεφιστοφελής παραδοσιακά μας βάζει στο πειρασμό προσφέροντάς μας τη δυνατότητα να ξαναζήσουμε τις γλυκύτερες εμπειρίες της νιότης μας, και για μένα αυτές σίγουρα ήταν οι πρώτες μου επαφές με την λογοτεχνία. Όπως θα έλεγε ο δικός μου Φάουστ, «αχ, να ξαναδιάβαζα το ‘Πόλεμος και Ειρήνη’ για πρώτη φορά!».

Στις εικόνες: Richard Yates, Joseph Roth, Jorges Luis Borges.

01
Σεπτ.
13

Χουάν Κάρλος Ονέτι – Το ναυπηγείο

c1Η φάρσα ως μόνη δυνατότητα ζωής

Δεν υπάρχουν εκπλήξεις στη ζωή, εσείς το ξέρετε. Ό,τι μας εκπλήσσει είναι ακριβώς αυτό που επιβεβαιώνει το νόημα της ζωής. [σ. 113]

Πέντε χρόνια μετά τον εκτοπισμό του από την επαρχία, ο Λάρσεν βρίσκεται ξανά πίσω· τον βλέπουν στη στάση των λεωφορείων, εξαντλημένο από την ήττα και παραιτημένο από κάθε ελπίδα· ακόμα και για όσους δεν τον είδαν, ο θόρυβος των τακουνιών του μεταδίδεται στον αέρα με αυθάδεια. Εγκαθίσταται ξανά στο δωμάτιό του στην πανσιόν και σχεδιάζει να επιβάλει πάλι την παρουσία του στους δημόσιους χώρους της μισητής πόλης και να πάρει την άδολη ρεβάνς. Είναι θέμα χρόνου να βρεθεί στο ναυπηγείο, μπροστά στα πελώρια μισοφαγωμένα γράμματα, δίπλα στους σκουριασμένους γερανούς, τα γκριζοπράσινα σανίδια με τα αγριόχορτα, το γκρίζο κτίριο σε σχήμα κύβου.

… σχεδόν οτιδήποτε άλλο ήταν προτιμότερο από το ταβάνι με τις χιλιοτρυπημένες λαμαρίνες, από τα σκονισμένα και κουτσά γραφεία, από τα βουνά των ντοσιέ και των κλασέρ στοιβαγμένα στους τοίχους, από τα αγκαθωτά αγριόχορτα που τυλίγονταν στον παραστάτη του γυμνού παραθύρου, από την εξοργιστική, υστερική κωμωδία της εργασίας, της επιχείρησης , της ευημερίας που διακοσμούσε τα έπιπλα (σκεβρωμένα από την πολυκαιρία και σαρακοφαγωμένα, βιαστικά να δείξουν ότι προορίζονται για καυσόξυλα, τα λερωμένα χαρτιά από τη βροχή, τον ήλιο και τις πατημασιές, πεταμένα ακατάστατα πάνω στο τσιμεντένιο πάτωμα, τα γαλαζωπά ρολά των σχεδίων συγκεντρωμένα σε πυραμίδα ή σκισμένα να κρέμονται από τους τοίχους. [σ. 35]

1Κι όμως, ενώ οτιδήποτε άλλο θα ήταν προτιμότερο ο Λάρσεν επιλέγει αυτόν ακριβώς τον χώρο να γίνει το ορμητήριο της μοναχικής, προσωπικής του εκδίκησης. Σε μια πράξη απελπισμένη και εξωφρενική ζητάει από τον γέροντα ιδιοκτήτη του ερειπωμένου ναυπηγείου Χερεμίας Πέτρους να γίνει Γενικός Διευθυντής. Και βρίσκεται αμέσως να διασχίζει το αχανές άδειο κτίριο, περνώντας γραφεία δίχως πόρτες και παράθυρα δίχως τζάμια, τα κομμένα καλώδια ενός τηλεφωνικού κέντρου, «νηστικός ανάμεσα σε σύμβολα, σε μια ατμόσφαιρα επιλόγου που ο ίδιος ενίσχυε». Εκεί γνωρίζει τους δυο εναπομείναντες υπαλλήλους, τον Γκάλβες και τον Κουνς, προϊστάμενους της οικονομικής και τεχνικής διεύθυνσης αντίστοιχα. Ο πρώτος τον ρωτάει ποιο πόσο να γράψει για τον μισθό του με μια ειρωνεία που στο εξής θα διαβρώνει ακατάπαυστα τους τρεις συνεργάτες, ανάμεσα σε υποκριτικά χαμόγελα και συζητήσεις για τα όρια πίεσης στους λέβητες ή τις τρέχουσες τιμές των μηχανών.

Τώρα είχε πιαστεί στην παγίδα, μα ήταν ανίκανος να της δώσει ένα όνομα, ανίκανος να συνειδητοποιήσει ότι είχε ταξιδέψει, ότι είχε κάνει σχέδια, είχε αφιερώσει χαμόγελα, ραδιουργίες και την υπομονή του, μόνο και μόνο για να πιαστεί σ’ αυτήν, για να βρει επιτέλους ανακούφιση σ’ ένα απελπισμένο και παράλογο καταφύγιο. [σ. 39 – 40]

2Ο δεύτερος τόπος που θα χρησιμοποιήσει τον υπολειπόμενο χρόνο του στην άσκηση μιας ανώφελης εκδίκησης, «σε αισθησιασμούς χωρίς νόημα», είναι το σπίτι της μισότρελης κόρης του ιδιοκτήτη, της Ανχέλικα Ινές. Την συναντάει σ’ ένα κιόσκι στον χορταριασμένο της κήπο ενώ το βρώμικο και ογκώδες σπίτι πιο μέσα ορθώνεται άχαρο πάνω σε υπερβολικά ανασηκωμένα υποστυλώματα, πιο πάνω από το επίπεδο μιας πιθανής φουσκονεριάς… Εκεί στο μελαγχολικό απογευματινό φως και στα απόμακρα αλυχτήματα των σκύλων της εξομολογείται τον ψευδό του έρωτα, της ομολογεί «δεν ξέρω τι μου επιφυλάσσει η ζωή· όμως αυτή η συνάντηση με αποζημιώνει».

4Ο Ονέτι [Μοντεβιδέο Ουρουγουάης, 1909 – 1994] είναι ένας σπουδαίος συγγραφέας, με υψηλής λογοτεχνικότητας γραφή. Η ανθρώπινη υπαρξιακή αγωνία τον απασχόλησε από το πρώτο του μυθιστόρημα Το πηγάδι [1939], που γράφτηκε πριν κυκλοφορήσει Ο Ξένος του Καμύ και σηματοδότησε, κατά τον Μάριο Βάργκας Λιόσα την γέννηση του μοντέρνου λατινοαμερικάνικου μυθιστορήματος. Όπως έγραψε ο Χ.Μ. Γκαρσία Ράμος στην εκτενή του εισαγωγή στην ισπανική έκδοση του 1983, «ο σύγχρονος μηδενισμός που εγκαινίασε ο Νίτσε και συνέχισαν ο Χάιντεγκερ και ο Σαρτρ βρίσκει στον Χ.Κ. Ονέτι, μέσω του Λάρσεν, μια από τις πιο εκπληκτικές ερμηνείες μέσα στη λογοτεχνική παράδοση». Από αυτό το κείμενο και άλλα τέσσερα η μεταφράστρια συντάσσει την τετρασέλιδη κατατοπιστική εισαγωγή. Η σκληρή αντίθεση ακριβώς ανάμεσα στη μάταιη επιθυμία και στην καταθλιπτική πραγματικότητα είναι που ωθεί τον ήρωα στον μονόδρομο της επινόησης ενός ψέματος, στην υπόδυση ενός ρόλου και στην αποδοχή της διπλής φάρσας – της διεύθυνσης, του φλερτ – μόνο και μόνο γιατί πρέπει να ελπίσει σε κάτι που θα δώσει ένα νόημα στα χρόνια που του απομένουν να ζήσει.

5Τούτη είναι η δυστυχία συλλογίστηκε «κι όχι η κακοτυχία που έρχεται, επιμένει, και σαν άπιστη φεύγει, μα η παλιά, ψυχρή, πρασινωπή δυστυχία. Δεν έρχεται για να μείνει, είναι διαφορετικά μαζί της, δεν έχει να κάνει με τα γεγονότα, μολονότι τα χρησιμοποιεί για να κάνει εμφανή την παρουσία της. Η δυστυχία απλώς υπάρχει, καμιά φορά. Και τούτη τη φορά υπάρχει, δεν ξέρω από πότε, στριφογύρισα αρκετά για να μην το αντιληφθώ, τη βοήθησα να θεριέψει με το όνειρο της Γενικής Διεύθυνσης, των τριάντα εκατομμυρίων, του στόματος που γέλασε αθόρυβα στο κιόσκι. Και τώρα, ό,τι κι αν κάνω, θα χρησιμεύσει μόνο για να έρθει να κολλήσει πιο δυνατά επάνω μου. Το μόνο πράγμα που μου απομένει να κάνω είναι ακριβώς αυτό: ό,τι να ’ναι, το ένα πράγμα μετά το άλλο, χωρίς ενδιαφέρον, χωρίς νόημα… [σ. 84]

07_espacios_astillero_416Διευθυντής πια στο Ναυπηγείο, ο Λάρσεν αφιερώνει τα απογεύματά του στο «γραφείο», ξεφυλλίζοντας ντοσιέ με εκθέσεις καταλακιασμένες από την υγρασία και προϋπολογισμούς επισκευών και αναφορές ναυαγίων. Άλλοτε κατεβαίνει την σιδερένια σκάλα που οδηγεί στο υπόστεγο και σε ό,τι έχει απομείνει από την αποβάθρα· κι εκεί, ανάμεσα σε σκουριασμένες ακατανόητες κόκκινες από τη σκουριά μηχανές, παραλυμένες ίσως για πάντα και στη μονότονη γεωμετρία των ραφιών γεμάτων με πτώματα εργαλείων αναζητά να πειστεί πως όλα αυτά είναι δικά του, και περιμένουν την αφοσίωση που θα δώσει ένα νόημα στα χρόνια που του απομένουν.

7Τα μεσημέρια και το βράδυ βολοδέρνει στου Μπελγκράνο – μπαρ – εστιατόριο – ξενοδοχείο και εμπορικό κατάστημα μαζί. Κάποτε, μπροστά στη μοναξιά και το κρύο, επισκέπτεται την ξύλινη παράγκα όπου ζει ο Γκάλβες με την γυναίκα του, μεταξύ του λεμβοστασίου κι ενός καλαμιώνα. Ξεχνούν τη γελοία πρόφαση της επίσκεψης και μοιράζονται το φαγητό και το φτηνό πότο. Η διόλου ελκυστική γυναίκα με το αντρικό πανωφόρι γίνεται για τον ίδιο η απαραίτητη συντροφιά στα βράδια που οι τρεις θα μοιράζονται από εδώ και μπρος. Επιθυμώντας απεγνωσμένα να ασκήσει ξανά την τεχνική του ξελογιάσματος κάποια στιγμή θα κάνει δώρα τόσο στην Ανχέλικα όσο και στην γυναίκα του Γκάλβες· ένας παλιός εραστής, που εδώ και χρόνια γνωρίζει πως «το πλησίασμα μιας γυναίκας δεν ήταν τίποτε άλλο από μία απαραίτητη τελετουργία, μια αποστολή που πρέπει να επιτελεστεί».

3Κι αν εκείνοι είναι τρελοί, αναγκαστικά είμαι κι εγώ τρελός. Διότι εγώ μπορούσα να παίξω το παιχνίδι μου, γιατί το έπαιζα μόνος μου· όμως, αν οι άλλοι με συνοδεύουν, τότε το παιχνίδι γίνεται αλήθεια, μετατρέπεται σε πραγματικότητα. Αν το δέχεσαι έτσι – εγώ που το έπαιζα γιατί ήταν ένα παιχνίδι – σημαίνει ότι δέχεσαι την παραφροσύνη. [σ. 68]

Ο Λάρσεν αποτελεί έναν αξέχαστο λογοτεχνικό χαρακτήρα. Σαν μια καρικατούρα, παχύς αλλά με λικνιστικό βάδισμα, το καπέλο πάντα ριγμένο πάνω στο φρύδι, το χέρι μέσα στο πέτο, με την ειρωνεία και την λεπτή περιφρόνηση να χαρακτηρίζει πάντα τη στάση του, «με την επιθυμία να τροποποιήσει ξένα πεπρωμένα, εν γένει συγκεχυμένα και ήδη περατωμένα». Ένας άντρας μόνος, που προσπαθεί να συνεχίσει να υπάρχει σ’ ένα κτίσμα κρύο και υγρό, μπροστά σ’ ένα ρημαγμένο γραφείο, με μια στοίβα φακέλων με νεκρά γεγονότα, αδύναμος μπροστά στην απομάκρυνση της παλιάς νεότητας.

6«Φτάνει μια στιγμή που κάτι ασήμαντο, κάτι ανάξιο λόγου, μας αναγκάζει να ξυπνήσουμε και να δούμε τα πράγματα όπως ακριβώς είναι». Ήταν ο φόβος της φάρσας, αυτεξούσια τώρα πια, ο φόβος μπροστά στην πρώτη πραγματική προειδοποίηση ότι το παιχνίδι είχε παιχτεί ανεξάρτητα από αυτόν, από τον Πέτρους, απ’ όλους εκείνους που είχαν παίξει με τη βεβαιότητα ότι το έκαναν για το κέφι τους και ότι αρκούσε να πουν ένα όχι για να σταματήσει το παιχνίδι. [σ. 178]

Μέσα από υποτιθέμενες μεταγενέστερες διηγήσεις, κάποτε σε μεγάλο βάθος χρόνου, συχνά αμφίβολες η αντικρουόμενες, μαθαίνουμε για τις συναντήσεις του Λάρσεν τον γιατρό Ντίας Γκρέυ ή τον μπάρμαν του συνοικιακού καταγωγίου Μπαρέιρο· τις νυκτωδίες του στο χαμαιτυπείο «Τσαμαμέ» και τις συζητήσεις με τον Χερεμίας ή τον Γκάλβες, που εκβιάζει και τους δυο με καταγγελία στους ανυποψίαστους πιστωτές, αδύναμοι να ξεχωρίσουμε ποιος κοροϊδεύει ποιον. Ο γιατρός άλλωστε κάποια στιγμή του λέει..

6bΚι εσείς, όπως κι εκείνοι, ξέρετε πως η ζωή μας, με τον τρόπο που τη ζούμε, είναι μια φάρσα, όλοι είναι ικανοί να το παραδεχτούν, μα κανείς δεν το κάνει, γιατί ο καθένας έχει ανάγκη, επιπλέον, να προστατεύει μια προσωπική φάρσα. Κι εγώ το ίδιο φυσικά. Ο Πέτερους είναι ένας φαρσέρ όταν σας προσφέρει τη Γενική Διεύθυνση, κι εσείς το ίδιο όταν τη δέχεστε. Είναι ένα παιχνίδι, τόσο εσείς, όσο κι εκείνος, ξέρετε ότι ο άλλος παίζει. Όμως σωπαίνετε και προσποιείστε. [σ. 114]

Κι έτσι παραπαίει ο Λάρσεν, οδεύοντας προς την αυτοκαταστροφή, προτιμώντας ό,τι έμελλε να συμβεί, να του είχε τύχει μερικά χρόνια νωρίτερα, όταν ήταν νέος, έχοντας μια άλλου είδους πίστη· «Όμως ποτέ δε σε αφήνουν να διαλέξεις, μόνο μετά καταλαβαίνεις ότι θα μπορούσες να είχες διαλέξει». Βέβαιος πια πως όλες οι ανθρώπινες πράξεις γεννιούνται πριν διαπραχθούν και προηγούνται της συναντήσεώς τους μ’ έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο εκτελεστή.

onettifotojovenΣκεφτόμουν αυτό που λέγαμε πριν, για το νόημα της ζωής. Το λάθος μας είναι ότι νομίζουμε πως το ίδιο συμβαίνει με τη ζωή, ότι δηλαδή δεν είναι αυτό που κάνει. Όμως είναι ψέμα, δεν είναι τίποτε άλλο  πέρα απ’ αυτό που όλοι βλέπουμε και ξέρουμε – μα δεν βρήκε το κουράγιο να προχωρήσει και μόνο σκέφτηκε «Και τούτο έχει ένα ξεκάθαρο νόημα, ένα νόημα που εκείνη, η ζωή, ποτέ δεν προσπάθησε να κρύβει, ενάντια στο οποίο οι άνθρωποι ανοήτως πάλευαν από πάντα με λόγια και αγωνίες. Και η απόδειξη της αδυναμίας των ανθρώπων να αποδεχτούν το νόημά της βρίσκεται στο ότι η πιο απίστευτη απ’ όλες τις πιθανότητες, αυτή του ίδιου μας του θανάτου, είναι για κείνη μια απλή ρουτίνα· ένα γεγονός που ανά πάσα στιγμή μπορεί να συμβεί». [σ. 115]

Εκδ. Καστανιώτη, 1993, μτφ. Αγγελική Αλεξοπούλου, σελ. 231, με τετρασέλιδη εισαγωγή της μεταφράστριας [Juan Carlos Onetti, Il astillero, 1961].

Ο Χουάν Κάρλος Ονέτι στο Λογοτεχνείο του Πανδοχείου και παραδίπλα, στις Θελκτικές Προσόψεις. Τα σχέδια προέρχονται από εδώ.




Σεπτεμβρίου 2013
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Αυγ.   Οκτ. »
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30  

Blog Stats

  • 983.755 hits

Αρχείο

Advertisements