Στο αίθριο του Πανδοχείου, 139. Αποστόλης Αρτινός

AAΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των δύο βιβλίων σας;

Φοβάμαι ότι θα χάσω το δρόμο ακόμη κι εγώ…

Πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Ο Βίος ιδεόληπτος, το πρώτο μου βιβλίο, είναι μια συλλογή αφηγημάτων, οι πρώτες μου απόπειρες σ’ αυτό το είδος, κείμενα που σε μια επανέκδοση θα αναλάβουν και τις μεταβολές τους, αυτές που έχουν ήδη υποστεί στο σκληρό δίσκο του υπολογιστή μου. Το δεύτερο Τα γράμματα της Ντόρας είναι ένα μυθιστόρημα που βασίζεται σ’ ένα πραγματικό αρχείο  αλληλογραφίας, της δεκαετίας του 50, τα γράμματα μιας  ερωτευμένης γυναίκας, Αυτό βέβαια που διαβάζει ο αναγνώστης δεν είναι το αρχειακό υλικό, αλλά η λογοτεχνική του εκτροπή, η μετατόπιση του, ο εκτοπισμός και εντοπισμός του σε μια άλλη τοπική, σ’ ένα εντελώς άλλο πεδίο, σ’ αυτή τη σκηνή της λογοτεχνίας. Είχε μια πυρηνική αλήθεια ο λόγος της Ντόρας, την αλήθεια του άλλου, κι αυτό ήταν κάτι που με συνεπήρε απ’ τη πρώτη στιγμή.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Βίος ιδεόληπτοςΓράφω πάντα στο σπίτι. Εκεί όπου ελέγχω το περιβάλλον και τις οχλήσεις του. Έχω ένα πρόβλημα συγκέντρωσης, το παραμικρό μπορεί να με αποσπάσει.  Αλλά και για έναν ακόμη λόγο, πιο σημαντικό, επειδή το μεγαλύτερο μέρος του συγγραφικού μου έργου είναι θεωρητικό, ανεξαρτήτως του τι έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα, έχω ανάγκη και την υποδομή της βιβλιοθήκης μου.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όλοι οι ήρωες των βιβλίων μου είμαι εγώ. Δεν χρειάζεται έτσι να μ’ ακολουθήσει κανείς.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γράφω αργά και πάντα σ’ ένα τετράδιο πρώτα που καταλήγει ένα μουτζουρωμένο   παλίμψηστο και από εκεί μετά τα περνάω στον υπολογιστή μου. Μια διαδικασία που δεν είναι όμως μια αδιάφορη, παθητική αντιγραφή γιατί εκεί κάνω αυτόματα και την πρώτη επεξεργασία του κειμένου μου. Πολλές φορές αυτό που γράφεται στην οθόνη δεν έχει καμία σχέση με το κείμενο που αντιγράφεται απ’ το τετράδιο.

ΕργάζεστΤα γράμματα της Ντόραςε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όπως είπα και πιο πάνω έχω τεράστιο πρόβλημα συγκέντρωσης, όχι μουσική ούτε αναπνοή ζώντος δεν θέλω ν’ ακούω. Ιδανικό περιβάλλον εργασίας για μένα θα ήταν μια νεκρή ζώνη πολλών χιλιομέτρων. Αλλά και γενικότερα όμως δεν είμαι μουσικόφιλος, μπορώ άνετα να ζήσω και χωρίς μουσική.

Έχετε γράψει ποτέ ποίηση. Αν όχι, για ποιο λόγο;

Έχω γράψει, όπως όλοι. Αλλά δεν θεωρώ και τον εαυτό μου ποιητή. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν σέβομαι τα ποιήματα μου, ή ότι δεν αναγνωρίζω την ποιητική έδρα της καταγωγής τους.

maurice_blanchot_Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Του Μωρίς Μπλανσώ. Ο χώρος της λογοτεχνίας, ήταν το βιβλίο που με σφράγισε και μου αποκάλυψε την εμπειρία της γραφής. Αλλά δεν είμαι όμως ο τύπος που θα κάτσει να κάνει τη μονογραφία ενός δημιουργού και μάλιστα τέτοιου βεληνεκούς. Αυτό απαιτεί μια ακαδημαϊκή συγκρότηση που εγώ ευτυχώς, δεν την έχω…

Τι γράφετε τώρα; 

Μόλις τέλειωσα δύο βιβλία μου. Το δεύτερο μυθιστόρημα μου, το Αγαπημένη μου Lyda, που βασίζεται κι αυτό, όπως και Τα γράμματα της Ντόρας, σ’ ένα πραγματικό αρχείο και μια συλλογή δοκιμίων αρχιτεκτονικής θεωρίας, με τον τίτλο Η ετεροτοπία της Καλύβας, που θα χει κυκλοφορήσει μέχρι το φθινόπωρο. Και ευρισκόμενος πάντα βέβαια υπό τις επιταγές των Λεξημάτων που ναι για μένα το διαρκές συγγραφικό μου project.

Pierre KlossowskiΠερί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Υπάρχει μια ιερή ή ανίερη τριάδα, μέσα στον 20ο αιώνα, στην οποία συχνά καταφεύγω και αναφέρομαι: ο Μωρίς Μπλανσώ, ο Ζορζ Μπατάιγ και ο Πιέρ Κλοσόβσκι. Το έργο τους δεν δοκίμασε απλώς την εμπειρία της γραφής αλλά και τα όρια της κατανόησής της, μαζί κι αυτά της δικής μου.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

bataille3Η Μαντάμ Εντουαρντά και η Ιστορία του ματιού του Μπατάιγ, Ο Θωμάς ο σκοτεινός και Ο τελευταίος άνθρωπος του Μπλανσώ, Οι Νόμοι της φιλοξενίας του Κλοσόβσκι, το Μίλησε Μνήμη του Ναμπόκοφ, Ο Σωσίας του Ντοστογιέφσκι, Το Κόκκινο και το Μαύρο του Σταντάλ, Η αισθηματική αγωγή του Φλομπέρ, το Τι γυρεύω εδώ του Τσάτουιν, η Ζυστίν του ντε Σαντ, Ο πεθαμένος και η ανάσταση του Πεντζίκη, τα έργα του Χειμωνά, αλλά βεβαίως και θεωρητικά κείμενα, κυρίως του 20ου αιώνα, όπως το έργο του Ντεριντά, του Μπωντριγιάρ, του Λακάν και που μερικά απ’ αυτά τα διαβάζω ευχαρίστως και ως μυθιστορήματα, τίτλοι ων ουκ έστι αριθμός που τείνουν  προς αυτό το ελευσόμενο βιβλίο για το οποίο μιλούσε κάπως μελαγχολικά ο Μπλανσώ. Αυτές οι λίστες δεν έχουν τέλος και γι αυτό νομίζω δεν έχουν και νόημα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος έλληνας λογοτέχνης;

Δεν φηΠεντζίκηςμίζομαι για την ελληνομάθεια μου, αλλά ο Ν.Γ. Πεντζίκης, ο Γιώργος Χειμωνάς και ο Δημήτρης Δημητριάδης, είναι μεγάλες στιγμές της αναγνωστικής μου εμπειρίας.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η Ανιές της Αθανασίας του Κούντερα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν μου αρέσουν ιδιαίτερα τα περιοδικά, αλλά θα ήθελα να αναφερθώ σ’ ένα καινούργιο περιοδικό, το a glimpse of, της συγγραφέως Δήμητρας Ιωάννου. Ένα περιοδικό για την πειραματική λογοτεχνία, μοναδικό δείγμα στον ελληνόγλωσσο χώρο.

braudrillardΤι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τα ονόματα του Πατρός, του Ζακ Λακάν.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Παρουσιάσεις σπάνια. Κριτικές ποιος κάνει;

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

TarkovskyΕπιδράσεις απ’ αυτούς τους χώρους υπάρχουν αλλά δεν είναι εύκολα εντοπίσιμες μέσα σ’ ένα συγγραφικό έργο. Σίγουρα πάντως δεν μπορώ να τις εντοπίσω εγώ στο δικό μου, το όποιο αυτό… Αλλά οι ατάκες από το Θάνατο στη Χιροσίμα για παράδειγμα ή από την Κόκκινη έρημο του Αντονιόνι, ο μετεωρισμός τους, μου έχουν αποδώσει μια ατμόσφαιρα στην οποία και προστρέχω συχνά. Μ’ αρέσει επίσης πολύ ο αργός  χρόνος στον κινηματογράφο, όπως ας πούμε το έργο του Ταρκόφσκι, ή ο παλιός γιαπωνέζικος κινηματογράφος. Μια αργή δράση στα όρια της ακινησίας που όμως δεν ακινητεί. Το έργο τέχνης είναι μια καθηλωτική στιγμή μέσα στον χρόνο, μια παύση και όχι αυτή η υστερία της en direct απεικόνισης  που έχει καταλάβει τη σύγχρονη τέχνη.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το ίντερνετ μ’ έκανε άνθρωπο :)

Αν κάdeserto rossoποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Θα τη δεχόμουν και με πιο ρεαλιστικές υποσχέσεις κι εδώ ο Νίτσε θα συμφωνούσε μαζί μου…

Στις εικόνες: Μaurice Blanchot, Pierre Klossowski, George Bataille, Γ.Π. Πεντζίκης, Jean Braudrillard, Andrei Tarkovsky, Deserto Rosso [Michelangelo Antonioni].

Λουίς Σεπούλβεδα – Τελευταία νέα από το Νότο

 Το ε1υρετήριο των απωλειών και η παταγωνιώδης μνήμη

 Φωτογραφίες: Ντανιέλ Μορτζίνσκι

Όπως μερικά σπάνια βιβλία γεννιούνται πάνω στην συνύπαρξη των φίλων και στη συνομιλία της στιγμής, έτσι κι ετούτο γεννήθηκε ένα απόγευμα στο Παρίσι του 1996, με τον συγγραφέα και τον αργεντινό φωτογράφο συνεργάτη του Ντανιέλ Μορτζίνσκι (Μπουενος Άιρες, 1960) να μιλούν για την σχέση κειμένου και φωτογραφίας, που μέχρι τότε τους είχε συνταξιδέψει σε όλες τις κοσμικές γωνίες για ρεπορτάζ εφημερίδων και περιοδικών. Μόνο που η περιορισμένη έκταση χώρου στα έντυπα και η τρομαγμένη λογοκρισία ορισμένων εξ’ αυτών άφησε τους δυο κομπανιέρος με ανοιχτούς λογαριασμούς μπροστά στους ανοιχτούς ορίζοντες του Νότου. Έτσι μόνοι τους αυτή τη φορά αποφάσισαν να κυκλώσουν τα τρεισήμισι χιλιάδες χιλιόμετρα της νοτιότερης Λατινικής Αμερικής

Luis_SepulvedaΚαι πάλι όμως! Συγκέντρωσαν τις φωτογραφίες σε κόντακτ και όλα όσα έζησαν μετατράπηκαν σε θέμα συζήτησης με τους φίλους αλλά όχι σε βιβλίο – άλλωστε ο φωτογράφος επέμενε ότι τα βιβλία είναι κάτι ζώα παράξενα, απρόβλεπτα, κι ότι υπάρχουν ιστορίες που προτιμούν να τις αφηγείσαι με τη θαλπωρή ενός κρασιού, που τους αρέσει να κουρνιάζουν με χίλιους τρόπους στο στόμα του αφηγητή τους, ώσπου να φτάσει η στιγμή που αυτές και μόνο αυτές θ’ αποφασίσουν να γίνουν λέξεις στο χαρτί. Άλλωστε ο Σεπούλβεδα διαφοροποιεί τις επιθυμίες του από τις καθιερωμένες των ομότεχνών του: δεν επιθυμεί τα γραπτά του να αποτελούν μνήμη του συγγραφέα  αλλά μέρος της συλλογικής μνήμης, ένα κομμάτι του ελεύθερου αέρα που υπερασπίζονται οι άξιοι άνθρωποι.

Ήρθε τελικά η στιγμή2 να γραφούν και αυτές οι ιστορίες που λειτουργούσαν ως καταφύγιο για τον συγγραφέα, κάθε φορά που δεν αισθανόταν καλά, πόσο μάλλον κατά την τελική γραφή τους. Κάθε μια τους ασχολείται με κάτι οριστικά χαμένο, σαν παρμένο από το «ευρετήριο απωλειών» της εποχής, κατά την έκφραση του εκλεκτού του φίλου και επίσης συγγραφέα Οσβάλντο Σοριάνο, ή σαν ένα βιβλίο μεταθανάτιων ειδήσεων ή ένα μικρό μυθιστόρημα για εξαφανισμένες περιοχές.

Και το ταξίδι, αυτός «ο υπέροχος μηχανισμός ζωής που πάντα φέρνει κοντά τους ομοίους μας», ξεκινάει από την Παταγονία, τον τόπο για τον οποίο ο βρετανικός Τύπος παραληρούσε όχι για την εύθραυστη ομορφιά του αλλά για τις διαφαινόμενες οικονομικές ευκαιρίες, υπό την προϋπόθεση βέβαια τηN2ς «ανάγκης εξόντωσης των βαρβάρων». Γι’ αυτό και γέμισε με καταπατητές, διψασμένους για εδάφη που δεν έμελλε να αγαπήσουν ποτέ. Σήμερα οι επιζώντες τουέλτσε και μαπούτσε επέλεξαν να μη γίνουν άλλη μια τουριστική ατραξιόν και συνεχίζουν να ζουν στις Άνδεις, διατηρώντας την κουλτούρα τους, μια κουλτούρα αντίστασης και μνήμης – κι ας γνωρίζουν πόσο δύσκολο είναι να γραφεί η ιστορία των νικημένων («Καθ’ οδόν»).

Το ευρετήριο των απωλειών παραμερίζεται κάθε φορά που ο συγγραφέας βρίσκεται με τους φίλους του, στις τελετουργικές βόλτες στα ζαχαροπλαστεία ή στο Edelweiss, όπου συναντά τον καυστικό σατιριστή Ενρίκε Πίντι και τον Σοριάνο, που μόλις έχει εκδώσει το μυθιστόρημα Η ώρα δίχως σκιά. Όποτε διαβάζουμε ή γράφουμε, συμφωνούν οι τρεις ομοτράπεζοι, πραγματώνουμε μια φυγή, την πιο αγνή και νόμιμη δραπέτευση. Όταν η κουβέντα πάει στον πόλεμο στις Μαλβίνες και τους νεκρούς φίλους, αναρωτιούνταιN3 τι να γραφτεί από τις ιστορίες που γεμάτες βρόμα και ατιμία βγαίνουν με βορβορυγμούς από τις διηγήσεις. Είναι όμως εκεί, λουφάζουν, κρύβονται, και περιμένουν τον συγγραφέα, όπως έλεγε και ο Κορτάσαρ – κι οι φίλοι οφείλουν να τις  γράψουν («Η καρδιά της μνήμης μου»).

Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε μ’ αυτό; Ό,τι τολμούν να κάνουν κάποιοι από τους χαρακτήρες μας; Είναι σίγουρο πως αυτοί εκδικούνται για λογαριασμό μας και για λογαριασμό όλων όσοι μέσα τους κρατούν ακόμα την ιερή οργή των νικημένων, των προδομένων, στις φλέβες τους κυλάει μελάνι, κι ακριβώς γι’ αυτό είναι κόσμιοι. [σ. 42]

N1Ακόμα κι όταν το αυτοκίνητο χάνει τον προσανατολισμό του η παρέα δεν σταματάει, καθώς στην Παταγονία λένε πως η οπισθοδρόμηση είναι γρουσουζιά και η μοίρα είναι πάντα μπροστά. Ευτυχώς αγνωστικιστές, όπως τονίζουν οι δυο συνεργάτες, αναζητούν την εσωτερική γαλήνη που μόνο η δράση χαρίζει. Μια τέτοια «χαμένη» πορεία τους οδηγεί στο σπίτι μιας ευτυχισμένης γριούλας που φαίνεται να ζει «μόνη της», αλλά πόσο μόνη, απορεί, όταν έχει σκύλο, πρόβατα, φυτά και λουλούδια. Οι μαγευτικές ιστορίες της δόνια Ντέλια είναι γεμάτες με την απλούστερη ευτυχία, όπως τώρα που μοιράζεται τα γενέθλια των ενενήντα πέντε χρόνων της με δυο ταξιδιώτες, ή, όπως όταν οι καταπατητές ήρθαν και πετσόκοψαν τη γη, έφεραν και τον … Τεντ Τέρνερ με τον Σιλβέστερ Σταλόνε να αγοράσουν σε τιμή ευκαιρίας. Όμως η είδηση διαδόθηκε από πουλπερία σε πουλπερία και οι κινήσεις κάποιων αγωνιστών της ζωής απέτρεψαν την αγορά και ιδού τι συμβαίνει στην Παταγονία: η εύθραυστη «κυρά των θαυμάτων» νίκησε τον Ράμπο!

Patagonia-ExpressΟι ιστορίες είναι άξιες διήγησης, ανάγνωσης και διασποράς, είτε διαβάζουμε για τα παιδιά της Βιολέτα Πάρα και τον Ομάρ Τορίχος, τον παναμέζο στρατιωτικό και επαναστάτη που χρημάτισε Πρόεδρος της χώρας του για δεκατρία χρόνια μέχρι να δολοφονηθεί, είτε για την Ταξιαρχία Ραμόνα Πάρα (το εικαστικό και τοιχογραφικό «κίνημα» των μελών της Κομμουνιστικής Νεολαίας της Χιλής) και το Μέτωπο Μανουέλ Ροδρίγκες (τη χιλιανή αντιστασιακή ομάδα που συγκροτήθηκε το 1983 για να πολεμήσει το καθεστώς Πινοτσέτ), τους ποιητές, ακτιβιστές και αγωνιστές, με όλες τις πολύτιμες πληροφορίες χάρη στο – όπως πάντα – πλήρες ευρετήριο του μεταφραστή, απαραίτητου συνταξιδιώτη μας και πρεσβευτή του καθάριου σεπουλβεδιανού κόσμου. Που όσο πικρός κι αν είναι, όπως στο τελευταίο ταξίδι του Παταγονία Εξπρές, άλλο τόσο γεμίζει φως τους αξιοπρεπείς και τους δίκαιους.

Εκδ. Opera, 2012, μετάφραση – σημειώσεις Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 175, με ευρετήριο ελληνικών και εξελληνισμένων ονομάτων, τοπωνυμίων και τίτλων έργων και γλωσσάριο [Luis Sepulveda & Daniel Mordziski – Últimas noticias del Sur, 2011]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, υπό τον τίτλο Παταγωνιώδεις Ήρωες.