Αρχείο για Φεβρουαρίου 2014

26
Φεβ.
14

Συλλογικό – Ανατομία του αστυνομικού μυθιστορήματος

teliko anatomiaΑυτοψίες σε χάρτινα εγκλήματα

Το 1983 εκδόθηκε στην Γαλλία μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συλλογή δοκιμίων πάνω στο αστυνομικό μυθιστόρημα. Εκτός από την αυτονόητη ποικιλία των θεμάτων και των ειδικότερων οπτικών, το βιβλίο είχε την ιδιαιτερότητα της συνάθροισης ετερόκλητων συγγραφέων, οι οποίοι μάλιστα καλύπτουν μια εκτεταμένη χρονική περίοδο. Επιπρόσθετα, σε αντίθεση με ό,τι θα περίμενε κανείς, παρουσιάζει όχι μόνο τις θερμές υποστηρικτικές και υπερθεματίζουσες απόψεις αλλά και τις ακριβώς αντίθετες. Τα ονόματα είναι ενδεικτικά: G.K. Chesterton, W.H. Auden, , Mary McCarthy, Ernst Bloch, Jorge Luis Borges, Edmund Wilson, Somerset Maugham, Maxim Gorki, George Orwell, Marshall McLuhan, Uri Eisenzweig, Raymond Chandler, Walter Benjamin.

Η συλλογή δεν θα μπορούσε να λείπει από την αστυνομική σειρά των εκδόσεων Άγρα που όχι μόνο προχώρησε στην ελληνική μετάφραση αλλά και πρόσθεσε κείμενα των Bertolt Brecht, Tzvetan Todorov, Siegfried Kracauer και από ένα δεύτερο κείμενο των Raymond Chandler και Walter Benjamin. Και το βιβλίο ήδη ζει την δεύτερή raffles a thief in the nightτου έκδοση, είκοσι πέντε και παραπάνω χρόνια από την αρχική. Είναι αυτονόητο πως πολλά κείμενα δεν περιορίζονται στον ούτως ή άλλως ευρύ ορίζοντα του είδους αλλά και επεκτείνονται σε γενικότερους προβληματισμούς πάνω στην σύγχρονη δυτική λογοτεχνία, αποτελώντας πολύτιμες συμβολές πάνω στην λογοτεχνική θεωρία αλλά και την λογοτεχνική κριτική.

Ξεκίνησα την ανάγνωση από τις υπογραφές που μου προκάλεσαν την μεγαλύτερη περιέργεια. Τι θα μπορούσε άραγε να γράφει ο George Orwell στο κείμενό του Ο Ραλφ και η Μις Μπλάντις που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Horizon του 1944 και συμπεριελήφθηκε αργότερα σε κριτικές και δοκιμιακές συλλογές του; Τα βιβλία του Ραλφς γράφτηκαν από τον E.W. Hornung (γαμπρό του Arthur Conan Doyle) ο οποίος συγκέντρωνε την προσοχή του όχι στον αστυνομικό αλλά στον εγκληματία, του οποίου μάλιστα συχνά έπαιρνε και το μέρος. Ο ηθικός κώδικας των περισσοτέρων μας, γράφει ο Όργουελ, παραμένει τόσο κοντά στον ηθικό κώδικα του Ραλφς, ώστε να αντιλαμβανόμαστε τη θέση του ως ιδιαίτερα ειρωνική. Ο Ραλφς, ακόμα, είναι καλός σε όλα τα παιχνίδια, η εκλογή όμως του κρίκετ ως ειδικότητάς του αποτελεί ιδιαίτερο στοιχείο που εκφράζει ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα 4 Auden-black-and-whiteτου εγγλέζικου χαρακτήρα, την τάση εκείνη που τρέφει μεγαλύτερη εκτίμηση στη «φόρμα» ή το «στυλ» παρά στην επιτυχία. Σε κάθε περίπτωση, ο Orwell καταδικάζει τα μαύρα αστυνομικά μυθιστορήματα και διακηρύσσει τη νοσταλγία του για τους τζέντλεμεν διαρρήκτες του παρελθόντος.

Ο W.H. Auden είναι εξομολογητικός ήδη από τον υπότιτλο της δικής του συμβολής Το Ένοχο Πρεσβυτέριο. Παρατηρήσεις για το αστυνομικό μυθιστόρημα από έναν εθισμένο. Ο ποιητές εξομολογείται ευθέως τον εθισμό του από το είδος, συντάσσει ένα σύντομο διάγραμμα της διαλεκτικής Αθωότητας – Ενοχής και του δίπολου Συγκάλυψη και Αποκάλυψη και διατυπώνει ενδιαφέρουσες συγκρίσεις. Αν στην ελληνική τραγωδία το κοινό γνωρίζει την αλήθεια, ενώ οι ηθοποιοί την ανακαλύπτουν αργότερα ή την μαθαίνουν για να ξεπεράσουν το μοιραίο και στην μοντέρνα, δηλαδή την ελισαβετιανή τραγωδία το κοινό γνωρίζει όσα και οι ηθοποιοί, στο αστυνομικό μυθιστόρημα το κοινό δεν γνωρίζει την αλήθεια. Ελληνική τραγωδία όμως και αστυνομικό μυθιστόρημα έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό, κατά το οποίο διαφέρουν από τν μοντέρνα τραγωδία: οι χαρακτήρες δ5 ernst blochεν αλλάζουν στη διάρκεια των ενεργειών τους ή λόγω αυτών – στην πρώτη επειδή οι ενέργειες είναι προκαθορισμένες από τη μοίρα, στο δεύτερο επειδή το αναπότρεπτο γεγονός έχει ήδη συμβεί.

Στο κεφάλαιο των φιλοσόφων ο Ernst Boch διακρίνει πως εδώ πλέον διαφυλάσσονται σημασίες που έχουν χαθεί στο μικροαστικό μυθιστόρημα ενώ ο Walter Benjamin γράφει για την ανάγνωση αστυνομικών μυθιστορημάτων Ταξιδεύοντας, ξεκινώντας από την διαδεδομένη προτίμηση των ταξιδιωτών να αγοράσουν ό,τι τους προσφέρεται την τελευταία στιγμή παρά να εμπιστευτούν τους τυχόν διαθέσιμους τόμους της βιβλιοθήκης τους. Στο σύντομο απολαυστικό του κείμενο διατυπώνονται οι προσφορές της ανάγνωσης στον ταξιδιώτη αλλά και όσα εκείνος χάνει εξαιτίας της!

2 chestertondrawingΣτο ίδιο κεφάλαιο περιλαμβάνεται η εισαγωγή του Siegfried Kracauer στο έργο του Το αστυνομικό μυθιστόρημα: φιλοσοφική πραγματεία και με τον τρόπο αυτό έχουμε δυο…εισαγωγές στο είδος, εφόσον ο Uri Eisenzweig ανοίγει τον τόμο με την δική του εκτενή χρονολογική και θεωρητική εισαγωγή. Τέσσερα κείμενα του G.K. Chesterton είναι αρκετά για να συγκροτήσουν αυτόνομο κεφάλαιο περί συνηγορίας του είδους. Ο συγγραφέας υπερασπίζεται τις αστυνομικές ιστορίες, συλλογίζεται πάνω στα μυθιστορήματα αγωνίας και δράσης και μας γράφει πώς να γράψουμε μια αστυνομική ιστορία. Ο Somerset Maugham απερίφραστα το προτιμά έναντι του αποκαλούμενου σοβαρού μυθιστορήματος και ο Raymond Chandler εκφράζει την ανεπιφύλακτη ψήφο του για hardboiled (σκληρό ανάγνωσμα) απέναντι στο κλασικό αφήγημα – αίνιγμα. Από το ειρωνικό, απαξιωτικό βλέμμα του Bertolt Brecht μέχρι την προβοκατόρικη σκέψη του Edmund Wilson και από την διαγώνια, κοφτερή ματιά της Mary McCarthy μέχρι τις περίφημες πια σελίδες του Jorge Luis Borges για το είδος και ιδιαίτερα για τον αγαπημένο του Edgar Alan Poe, ο τόμος είναι αποτελεί σωστή δοκιμιακή δικογραφία. Σε τούτη την ογκώδη δικογραφία εγκλημάτων που έγιναν στα χαρτιά, φαίνεται πως οι λογοτέχνες τα διαλευκάνουν καλύτερα από τους δικαστές.

3 grahamsutherlandsmaugham1Τέλος, μια ιδιαίτερη περίπτωση εκδοτικής εκδοχής αστυνομικής λογοτεχνίας παρουσιάζει, ανάμεσα στις τυπολογικές του αναλύσεις ο Tzvetan Todorov. Ένας εκδοτικός οίκος είχε εκδώσει αληθινούς φακέλους δικογραφιών που περιελάμβαναν φανταστικές εκθέσεις της αστυνομίας, ανακρίσεις, φωτογραφίες, δακτυλικά αποτυπώματα, ακόμα και μπούκλες μαλλιών· αυτά τα «αυθεντικά» τεκμήρια θα έπρεπε να οδηγήσουν τον αναγνώστη στην ανακάλυψη του ενόχου, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας του ένας κλειστός φάκελος, κολλημένος στην τελευταία σελίδα, έδινε την λύση του παιγνιδιού, για παράδειγμα, τη δικαστική απόφαση! Με όλες αυτές τις σύγχρονες πολυδιαδεδομένες τηλεοπτικές σειρές όπου η διαλεύκανση του εγκλήματος διαρκεί μια ώρα χάρη σε όλα αυτά τα στοιχεία, δεν το θεωρώ και απίθανο αυτή να είναι η ύστατη εξέλιξη της αστυνομικής λογοτεχνίας!

Εκδ. Άγρα, 2009, μτφ. Βαγγέλης Μπιτσώρης, Ανδρέας Αποστολίδης, Λήδα Παλλαντίου, Παναγιώτης Ευαγγελίδης, Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 414 [Autopsies du roman policier, 1983].

Στις εικόνες: W.H. Auden, Ernst Bloch, G.K. Chesterton, Somerset Maugham.

Σύντομα και στο mic.gr [Βιβλιοπανδοχείο, 148].

25
Φεβ.
14

Ανδρέας Αποστολίδης – Αρχαιοκαπηλία και εμπόριο αρχαιοτήτων. Μουσεία, έμποροι τέχνης, οίκοι δημοπρασιών, ιδιωτικές συλλογές

teliko arxaiokapiliaΛηστές της τέχνης, κλέφτες του πολιτισμού

Ο συγγραφέας σχεδίαζε την συγγραφή ενός μη μυθοπλαστικού βιβλίου – μελέτης για την σύγχρονη αρχαιοκαπηλία κατά τη διάρκεια των ερευνών και των γυρισμάτων του ντοκιμαντέρ για το παράνομο εμπόριο ελληνικών αρχαιοτήτων [Το κύκλωμα, 2006]. Κινητήρια έμπνευση υπήρξε, μια δεκαετία περίπου νωρίτερα, η μετάφραση των βιβλίων του Όλιβερ Μπανκς Μανία για τον Καραβάτζο και Ο χαμένος πίνακας του Ρέμπραντ [εκδ. Άγρα, 1990 και 1995 αντίστοιχα]. Και να φανταστεί κανείς πως τα πρωτότυπα, τότε άγνωστα μυθιστορήματα προτάθηκαν στον συγγραφέα από φίλο του που τα ανακάλυψε σε κάποιο αεροδρόμιο. Δεν είναι συναρπαστική η αλυσιδωτή πορεία που μας οδηγεί μερικές φορές εδώ που βρισκόμαστε;

Το ντόμινο της έμπνευσης μόλις είχε ξεκινήσει, καθώς η αρχαιολογία ως μέθοδος ανασκαφής, το αστυνομικό μυθιστόρημα και η οπτικοακουστική λειτουργία του ντοκιμαντέρ αποτελούσαν αγαπημένα του παίγνια. Και το τιτάνιο σχέδιο του συνδυασμού τους, τυπωμένο τώρα πια, καλύπτει κάθε μορφή έρευνας και συγγραφής. Η πρωτογενής του έρευνα περιλαμβάνει μια μεγάλη σειρά συνομιλιών, αφηγήσεων, ερμηνειών. Ακόμα εντρυφά σε αρχεία, αποδελτιώνει τον τύπο, μελετά μελέτες. Ποτέ άλλοτε δεν είχε φωτιστεί τόσο πολύ ο θεοσκότεινος και μουχλιασμένος κόσμος των κλεμμένων αρχαίων. Παρουσιάζονται αδιανόητες περιπτώσεις εγχώριας αρχαιοκαπηλίας, εκτίθενται όλα τα νομικά δεδομένα, αποκαλύπτονται όλοι οι εμπλεκόμενοι – πρόσωπα και, το ελεεινότερο, θεσμοί.

Κεφαλή Διονύσου Ληστεία ΚορίνθουΑπό πού να αρχίσει κανείς, από ποιο νήμα να πιάσει αυτή την Ατέλειωτη Ιστορία; Στην ιστορία των αμερικανικών μουσείων σταθμός υπήρξε το 1870, όταν δημιουργήθηκαν οι δυο μεγάλοι οργανισμοί: το Μητροπολιτικό Μουσείο της Τέχνης της Νέας Υόρκης και το Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστόνης. Ήταν από τις πρώτες «εγκυκλοπαιδικές γκαλερί», που επιθυμούσαν να επιδείξουν την παγκόσμια τέχνη όλων των περιόδων και περιοχών. Μιλάμε για μια εποχή όπου ο αμερικανικός εμφύλιος πόλεμος είχε τελειώσει και η διάχυτη εθνικιστική αναζωογόνηση έφερνε τους αμερικανούς σε ανταγωνισμό με την ευρωπαϊκή κουλτούρα. Κι έτσι ενορχηστρώθηκε η μεγάλη μετανάστευση: τον επόμενο μισό αιώνα οι άδειες αίθουσες γέμισαν με έργα τέχνης απ’ όλο τον κόσμο και όλες τις εποχές.

Η έννοια του μουσείου, μια ευρωπαϊκή ανακάλυψη του 18ου αιώνα τώρα έπαιρνε διαφορετική μορφή στο Νέο Κόσμο. Σε αντίθεση με το Βρετανικό ή το Λούβρο που ήταν υπό κρατικό έλεγχο, τα αμερικανικά μουσεία ήταν ιδιωτικά, συνεπώς μπορούσαν να λειτουργούν χωρίς να αποδίδουν λογαριασμό σε κανέναν. Το μέτρο δε της επιτυχίας τους ήταν ο αριθμός των επισκεπτών τους – η δημοκρατική επιβεβαίωση ενός θεσμού αριστοκρατικής προέλευσης, γράφει ο Αποστολίδης. Κι η πολυπόθητη επισκεψιμότητα δεν μπορούσε παρά να επιτευχθεί παρά με νέα, εντυπωσιακά αποκτήματα. Κάπως έτσι, με διεργασίες που περιγράφονται στο βιβλίο, η μισή αρχαιολογική ιστορία της Κύπρου βρίσκεται στις αποθήκες του ΜΜΝΥ.

από την Γόρτυνα στο Λούβρο 1Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 άρχισε να γίνεται λόγος για το ύψος των χρημάτων που διακυβευόταν από τα μεγάλα μουσεία των ΗΠΑ και μια από τις απόψεις που διατυπώθηκαν υποστήριζε την στροφή στην αγορά μικρών αρχαίων ευρημάτων. Η τάση αυτή συνδέεται άμεσα και με το κύμα σύλησης ταφών σε όλη την Ελλάδα σ’ εκείνη και την επόμενη δεκαετία, ιδιαίτερα στη Νεμέα, τις Κυκλάδες και την Κρήτη. Άλλωστε εκτός από τα μουσεία υπάρχουν και οι αγοραστές ιδιώτες, που ζούνε σε σχετικά μικρά διαμερίσματα στη Νέα Υόρκη και προτιμούν τα μικρού μεγέθους αρχαία από τα μνημειώδη. Κάπως έτσι οι συλλέκτες μεταπήδησαν από τις κλασικές στις κυκλαδικές αρχαιότητες!

Γύρω στο 1961 έγινε ηΤΟ-ΚΥΚΛΩΜΑ-ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ- μεγάλη λαθρανασκαφή στην Κέρο, μία από τις σημαντικότερες και αινιγματικότερες αρχαιολογικές θέσεις των Κυκλάδων, η οποία συνεχίστηκε σε όλη τη δεκαετία του ’60. Εκατοντάδες θραύσματα αγγείων και ειδωλίων κατέκλυσαν τη διεθνή αγορά, σχηματίζοντας στα χέρια του Ελβετού καθηγητή Ερλενμάγιερ τον λεγόμενο Θησαυρό της Κέρου. Η οικογένεια Γουλανδρή αμέσως απέκτησε τη συλλογή, ακολουθώντας μια γραμμή που έκτοτε τήρησε το ελληνικό κράτος, με βάση έναν νόμο του 1935: καλύτερα τα αρχαία να καταλήξουν σε ιδιωτικό συλλέκτη παρά να εκπατρισθούν. Η συναίνεση της αρχαιολογικής υπηρεσίας στην ανάμειξη ενός ιδιώτη σε μια ελληνική συλλογή εξυπηρετούσε το βασικό κριτήριο να μη φύγουν τα αντικείμενα στο εξωτερικό.

Έτσι η συγκέντρωση των κυκλαδικών ευρημάτων έδωσε την ευκαιρία στους Έλληνες αρχαιολόγους να ασχοληθούν με την καταγραφή τους και συνεπώς οι εγχώριοι επιστήμονες αποτέλεσαν ανεπίληπτα συστατικό μέρος της όλης προβληματικής κατάστασης. Είναι η αντίληψη που επικρατεί τη δεκαετία του ’60 πριν από τη Συνθήκη της ΟΥΝΕΣΚΟ που έμελλε δραματικά να αλλάξει ολόκληρη την ηθική γύρω από τη διεξαγωγή του εμπορίου αρχαιοτήτων και τη συγκρότηση ιδιωτικών συλλογών.

christiesΤι συμβαίνει όταν κάτι βγαίνει από το έδαφος στην Ελλάδα, την Τουρκία, την Ιορδανία ή την Ιταλία; Μια μεγάλη διαδρομή που έχει ως πρώτο σταθμό το Φρη Πορτ της Γενεύης, ένα τεράστιο συγκρότημα αποθηκών στο οποίο μπορεί να εισάγονται και να εξάγονται αρχαιότητες χωρίς κανέναν τελωνειακό έλεγχο, πιστοποιητικό ή παραστατικό προέλευσης. Μα πώς διαφεύγει, αναρωτιέμαι, από τους τόσο νομότυπους Ελβετούς; Μια σταθερή κατάληξη αποτελούν οι γνωστοί οίκοι Κρίστι’ς και Σόθμπι’ς. Η μεγαλύτερη δημοπρασία ελληνικών αγγείων που έγινε ποτέ πραγματοποιήθηκε το 2000 στους Κρίστι’ς. Η ελάχιστη έστω νομιμοποίηση της δημοπρασίας αυτής και κάθε ανάλογης στηρίζεται πρώτα στο γεγονός ότι κάποιος αρχαιολόγος παίρνει την ευθύνη να συντάξει, να προλογίσει και να σχολιάσει τον κατάλογό της!

Το 1992 εγκαινιάζεται στην Ιερουσαλήμ ένα νέο ιδιωτικό μουσείο, το Μουσείο των Χωρών της Βίβλου, που σε λίγα χρόνια εμφανίζει μια εντυπωσιακή ξεχωριστή πτέρυγα με ελληνικές αρχαιότητες. Μόνο που δεν υπήρχε καμία συγκεκριμένη ένδειξη για το πού και πότε βρέθηκαν τα συγκεκριμένα εκθέματα. Κατά τα άλλα, σκοπός του μουσείου είναι η συγκέντρωση αντικειμένων από την βιβλική περίοδο, ώστε «άνθρωποι όλων των πεποιθήσεων να επιστρέψουν στα ήθη και την ηθική της Βίβλου». Η ηθική πάνω απ’ όλα!

Βόρεια ΚϋπροςΣε κάποιο άλλο κεφάλαιο διαβάζουμε για το Τέμπλο της Παναγίας της Κανακαριάς και την Μαφία του Μονάχου. Στο βόρειο, κατεχόμενο τμήμα του νησιού, οι είκοσι περίπου χιλιάδες εικόνες που κλάπηκαν από εκκλησίες και μοναστήρια μεταφέροντας στις καρότσες των αγροτικών ημιφορτηγών με κατάληξη συνήθως το Μόναχο. Εδώ η αφήγηση ξεπερνάει κάθε κινηματογραφική φαντασία. Η εκκλησία λεηλατήθηκε το 1976 κι έγινε γνωστή μόλις το 1979 από έναν Άγγλο τουρίστα. Δέκα χρόνια μετά μια έμπορος τέχνης στην Ινδιανάπολη αγόραζε από γνωστό αρχαιοκάπηλο τέσσερα ψηφιδωτά του ναού, αλλά η έφορος του Μουσείου Πωλ Γκεττύ την κάρφωσε στην Εκκλησία της Κύπρου, η οποία την μήνυσε και κέρδισε την υπόθεση.

Η απόφαση ήταν ιστορική, διότι δεν ασχολήθηκε με τον φυσικό αυτουργό της κλοπής αλλά με τον έμπορο τέχνης που εισέπραξε το μερίδιο του λέοντος από την όλη συναλλαγή. Φυσικά τα συγκεκριμένα συναλλακτικά «ήθη» και έθιμα δεν άλλαξαν στο παραμικρό. Η περίπτωση της Κύπρου είναι ενδεικτική: το διεθνές εμπόριο εκμεταλλεύεται ιδιαίτερα τις χώρες όπου επικρατεί πολιτική αστάθεια, εμφύλιος πόλεμος, τοπική σύρραξη ή ξένη κατοχή. Τα παραδείγματα είναι πολλά: Λίβανος, Σομαλία, Καμπότζη, Αφγανιστάν, Ιράκ. Και στον αντίποδα, η ιστορία που ούτε κινηματογραφικά δεν μπορεί να αποδοθεί: η περίφημη ληστεία της Κορίνθου, που παρουσιάζεται σε ένα αδιανόητο χρονικό, από την εμπλοκή ομογενών «πατριωτών» μας και τα κοντέινερ στο Μαϊάμι της Φλόριντα όπου βρίσκονταν κρυμμένα για οκτώ χρόνια μέχρι την επιστροφή τους.

IRAQ-US-MUSEUMΜια μεγάλη πυραμίδα αποτελεί πλέον θεσμικό και αποδεκτό μνημείο της μεγάλης πολιτισμικής κλοπής. Το εμπόριο στηρίζεται στις λαθρανασκαφές, την κλοπή και την λεηλασία. Ακολουθούν αγοραστές και συλλέκτες, μουσεία και ιδιώτες. Ο όρος κύκλωμα ίσως είναι πολύ μικρός για να περιλάβει όλα τα γρανάζια ενός τόσο βρώμικου συστήματος. Αναμφισβήτητα πρόκειται για ένα βιβλίο που οφείλουν να διαβάσουν όχι μόνο όλοι όσοι «ασχολούνται» με τον πολιτισμό αλλά και εκείνοι που υμνούν να μιλούν εξ ονόματος της εθνικής μας κληρονομιάς. Θα ήταν απλώς ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα αν επρόκειτο για μυθοπλασία. Δεν είναι όμως, συνεπώς απαιτεί ορθάνοιχτα μάτια και πολύ γερό στομάχι για να διαβαστεί και, κυρίως, να χωνευτεί.

Εκδ. Άγρα, 2006, 535 σελ. Περιλαμβάνονται: γυαλιστερό 32σέλιδο με 72 έγχρωμες φωτογραφίες με τις επεξηγήσεις τους. Επίμετρο: Παράρτημα 1: Η Σύμβαση του 1972, Η Διακήρυξη της Φιλαδέλφειας, Πίνακας με τα 172 πιο ακριβά αγγεία που πουλήθηκαν σε δημοπρασίες από το 1960 έως το 2000, βιβλιογραφία και ευρετήριο.

Στις εικόνες: Κεφαλή Διονύσου από την ληστεία της Κορίνθου / Από την Γόρτυνα στο … Λούβρο / Βυζαντινός ναός στη Βόρεια Κύπρο / Βαγδάτη 2003.

22
Φεβ.
14

Γιώργος Χουλιάρας – Λεξικό αναμνήσεων

Τα λήμμLexiko_hiατα ως καταλύματα του βίου

«Τα γράφεις όπως τα θυμάσαι;» με ρώτησε. «Ναι», συμφώνησα, «τα θυμάμαι ακριβώς όπως τα γράφω». [σ. 50]

Αφού λοιπόν η μνήμη ακολουθεί την γραφή και όχι το αντίστροφο, τότε ο καθένας μας οφείλει να συντάξει το δικό του λεξικό, γεμάτο από λήμματα που θα τον βοηθούν να θυμάται. Αν βέβαια συντάξει αυτά τα λήμματα μνήμης από…μνήμης, τότε, υποθέτω, θα έχει διπλό το στρώμα της αυταπ…της μνήμης ήθελα να πω. Εδώ ο συγγραφέας γράφει ως λεξικογράφος και λημματογραφεί ως ποιητής, ως νοσταλγός συντάσσει σχεδίασμα αυτοβιογραφίας (που δεν μπορεί παρά να μείνει ως σχεδίασμα), ως εραστής θυμάται, ως ενήλικος επιστρέφει ως παιδί· εδώ ο σκεπτικιστής φιλοσοφεί, ο κυνικός αφορίζει, ο πειραματιστής δοκιμάζει του κόσμου τα είδη, ο υφολόγος τον μιμείται, ο συνομιλητής μονολογεί, ο μοναχικός ομιλητής αναζητεί τον διάλογο, ο ονειροκρίτης καταγράφει, ο επιστήμονας σμικρύνει τα πορίσματά του σε τρεις γραμμές, ο χιουμορίστας διαβρώνει τα πάντα, ο ειρωνευτής εγκλωβίζει τους πάντες εντός των εξωφύλλων.

Lexicon-of-novelty-Mark-Dylan-Sieber-07Το υπόδειγμα του βιογραφικού του, τύποις αλλά και ουσία υποδειγματικό, εφόσον φανερώνει τα απολύτως απαραίτητα: πως, μεταξύ άλλων, ταξίδεψε και αγάπησε αλλού και πως αν του περίσσευαν περιουσιακά στοιχεία θα τα μετέτρεπε σε μικρά ποσά μια επιτροπή, μοιράζοντάς τα σε άτομα που θέλουν να ξεχάσουν όσα γνωρίζουν για να μάθουν κάτι καινούργιο. Συνεπώς, σκέφτομαι, οι κάτοχοι ακλόνητων εθνικών, θεολογικών, ιδεολογικών και σεξουαλικών βεβαιοτήτων σαφώς και δεν θα είχαν θέση στην κοινότητα των δωρεοδόχων.

Όλοι γράφουν ξέροντας ότι δεν μπορούν να γράψουν. Μόνο οι συγγραφείς δεν γράφουν ξέροντας ότι μπορούν να γράψουν. / Για όλους θα είχε ο θεός, αν είχαν όλοι τον θεό τους. / Όσα χάνονται στη μετάφραση τα κερδίζει το πρωτότυπο;/ Στην εποχή μας το γελοίο δυστυχώς έχει χάσει τη σοβαρότητα που διέθετε άλλοτε [Διάφορα λήμματα]

lexΗ λεξικογραφία, λοιπόν, αποτελεί ζωτικό εργαλείο όπως μας πληροφορεί το λήμμα για την «Αναζήτηση», σύμφωνα με το οποίο, εντοπίζοντας λήμμα που μας κατατοπίζει, προκύπτουν μετατοπίσεις, ενώ καθώς όλοι διαρκώς ψάχνουν κάτι ή κάποιον, η ζωή συνιστά αναζήτηση αντικειμένου ή υποκειμένου, που τελικά ετυμολογείται στο λεξικό της ζωής. «Άγκυρα» σαφώς είναι τα βιβλία, άγκυρα που μας κρατά ενώ σφαδάζουν κύματα ζωής, που θα ήθελαν να παρασύρουν οτιδήποτε, όπως επίσης και «αμαρτία» είναι όσα θέλουμε εμείς να λέμε πως τα θέλει η ζωή.

Εσώκλειστα στα λήμματα, μεταξύ άλλων, μια σημείωση του Ισαάκ Μπασέβις Σίνγκερ, κάποια αποφθέγματα του Καρλ Κράους, ο κατά Βάλτερ Μπένιαμιν πιο αξιέπαινος τρόπος απόκτησης βιβλίων, η νήσος Αντίθασος ως διαλεκτική Antithesis, ένα δελτάριο συμμετοχής σε απομνημονεύματα, μια γενεαλογία σκληρών συζύγων που τυγχάνει να υπήρξαν συγγραφείς, επιβεβαιώνοντας την σαρτρική ρήση πως στη ζωή οι συγγραφείς είναι κατώτεροι των βιβλίων τους, ένα εμβριθές δ2013_62620_190971οκίμιο πάνω στην μεταφυσική των πλυντηρίων της δημόσιας αμερικανικής ζωής, η Αναζήτηση του Χαμένου Γλυκού και μια εκτενής σημασιολόγηση των σχετικών προβληματισμών του Προυστ, του Μπερξόν και άλλων χρονομετρητών,

Υπήρχε ένας διαρκής διάλογος μεταξύ μας, ιδίως όταν δεν μιλούσαμε, γεγονός που μας καθιστούσε αχώριστους μετά από κάθε αποχωρισμό, γράφεται στο λήμμα «Ασανσέρ», το οποίο χωράει μια πλήρη ερωτική ιστορία σε εξίσου πλήρη μικρή φόρμα. Στα ίδια μεγέθη ένα εξίσου εξαιρετικό διήγημα με αρχή, μέση και τέλος [«Χάρλεμ»] κι ένα κανονικότατο αφήγημα [«Χάος»] που, πιστό στην ερμηνεία που καλείται να αποκαλύψει, ξεκινάει με μια καλή συμβουλή σε φίλο για το πώς θα πιάσει κουβέντα σε κοπέλες στο μπαρ αλλά, μπροστά στην εμπλοκή της, επεκτείνεται στην θεωρία του χάους, την αναζητά στις επιστημονικές φαντασίες του Ρέι Μπράντμπερι και καταλήγει σε προσωπικές ιστορίες με χαοτικές επιπτώσεις.

Izola_ad_1950sΘα διαβάσετε επίσης πως γίνεται και στο λήμμα Φάρσαλα ενυπάρχει όχι απλώς το μικρό και μικρογράμματο έπος Φαρσαλιάδα αλλά και το σύντομο δράμα Τριστάνος και Ιζόλα, φόρος τιμής σ’ εκείνες τις οικιακές συσκευές, σε κάποια από τις οποίες άλλωστε η οθόνη του φούρνου καθιστά την οικιακή συσκευή κουζίνας μια θερμά (παρά τον ΜακΛούαν) τηλεόραση, που φιλοξενεί ένα σίριαλ δικαίως ψητών και αδίκως ψημένων. Και παρόλο ο συγγραφέας συχνά διαφωνεί με συμβουλές που δίνει, προτείνει σε υπεύθυνο κινηματογράφου να μην δείχνει Προσεχώς, αφού κάποιο κοινό θα έρθει έτσι κι αλλιώς, αλλά Προηγουμένως, σκηνές από ταινίες που ήδη προβλήθηκαν, ώστε να δουν τι έχασαν. Κατά τα άλλα, αν η μόνη απάντηση στο ερώτημα «ποιο θεωρείτε το καλύτερό σας έργο» είναι Το επόμενο, τότε αξίζει να γράψει ένα βιβλίο με αυτόν ακριβώς τον τίτλο.

lLgΤι μουσική «παίζει» άραγε στο Λεξικό; Μα την υδραυλική, δηλαδή την μουσική των νερών, όπου και το σπαρταριστό αληθές περιστατικό με πρωταγωνιστή τον Τζόσουα Μπελ. Ο κορυφαίος βιολιστής έπαιξε στο μετρό στην Ουάσιγκτον επί σαράντα πέντε λεπτά και δεν σταμάτησαν παρά έξι άτομα για να σταθούν να τον ακούσουν, ρίχνοντας ελάχιστα κέρματα, ενώ είχε προηγηθεί δυο μέρες πριν μια sold out συναυλία με ακριβά εισιτήρια. Η εφημερίδα που ενορχήστρωσε το πείραμα έθεσε τα σχετικά ερωτήματα: Αντιλαμβανόμαστε κάτι όμορφο σε ακατάλληλη στιγμή σε κοινόχρηστο χώρο; Σταματάμε να το απολαύσουμε; Αναγνωρίζουμε το ταλέντο σε περιβάλλον όπου δεν το περιμένουμε; Πόσα πράγματα μπορεί να μας διαφεύγουν; Αν δεν έχουμε ούτε μία στιγμή να σταθούμε να ακούσουμε έναν κορυφαίο μουσικό να παίζει ορισμένα από τα ομορφότερα κομμάτια σε ένα σπουδαίο μουσικό όργανο, ποια άλλα πράγματα μας διαφεύγουν; [σ. 176 – 177]

Η μοναδική ζαβολιά του συγγραφέα είναι πLexicon-of-novelty-Mark-Dylan-Sieber-01ως μας υποκλέπτει την τελευταία μας παράγραφο, όπου συνήθως, κι ενώ μέχρι τότε έχουμε ευφρανθεί επαναδιατρέχοντας, αντιγράφοντας και ενοποιώντας τα σημειωμένα αποσπάσματα του βιβλίου, αντιλαμβανόμαστε πως πρέπει να γράψουμε και τρεις κουβέντες για το τι και το πώς του βιβλίου, εκείνος μας προλαβαίνει, τα γράφει όλα στο οπισθόφυλλο (που συνήθως αντιγράφουν επί λέξει οι βιαστικοί δημοσιογράφοι του βιβλίου), τα περιλαμβάνει και στο σχετικό λήμμα, κι εμείς τώρα από/με δεύτερο χέρι γράφουμε πως το Λεξικό του συνιστά αλφαβητικό μυθιστόρημα ενός συγγραφέα, αλφαβητάριο νεκρών και ζωντανών και άλλα άγραφα αλλά τόσο απολαυστικά στην ανάγνωση λήμματα.

Οι αναγνώστες διαβάζουν Kleidia 1λογοτεχνία πιστεύοντας ότι πρόκειται για αυτοβιογραφία, γεγονός που εξάπτει την φαντασία, γράφει ο Χουλιαράς στο λήμμα «Αυτοβιογραφία & Λογοτεχνία». Οι συγγραφείς γράφοντας αυτοβιογραφίες πιστεύοντας ότι παράγουν λογοτεχνία, γεγονός που ευεργετεί τη φαντασία, συνεχίζει η δεύτερη παράγραφος του ίδιου λήμματος. Και βιβλία αγοράζονται για δώρα, που κανείς δεν πρόκειται α διαβάσει, γιατί αν η λογοτεχνία αντικαθιστούσε τη ζωή, κανείς δεν θα έγραφε όσο ζούσε – ψελλίζεται κάπου παρακάτω. Σύμφωνοι, λοιπόν, ας κλείσουμε τις λογοτεχνίες και ας πάμε να ζήσουμε. Αλλά προικισμένοι όσοι, αυτά που θα ζήσουν και τα άλλα που θα δουν, τα εντάξουν σ’ ένα τέτοιο λεξικό.

Εκδ. Μελάνι, 2013, σελ. 215.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, στο Βιβλιοπανδοχείο, 147/Λήμματα – καταλύματα ζωής.

20
Φεβ.
14

Κώστας Μαυρουδής – Η αθανασία των σκύλων

Η 1αειθαλής κυνότητα

Για χρόνια παρακολουθώ σκύλους να οσμίζονται «σήματα» των πεζοδρομίων και των πάρκων, να ερμηνεύουν το αθέατο κρυπτογράφημα, να μεταβάλλουν ασαφείς πληροφορίες σε απαντήσεις. Μόνο που στο σκύλο το ζητούμενο, αν και κρίσιμο, δείχνει στοιχειώδες […] δεν υπάρχει ο κοινός τόπος, οι ειδήσεις διαθέτουν την αμεσότητα, τη φρεσκάδα, την επικαιρότητα της Γένεσης. Η ζωή, σύνθεση από άμεσες εντυπώσεις και έμφυτους αυτοματισμούς, απλώς «είναι», χωρίς την εμπλοκή που φτιάχνει η συνείδηση, δηλαδή χωρίς μοίρα: λόγος κοινός και συνάφεια εδεμική με τον κόσμο, με τον οποίο δεν μπορεί να μην ταυτίζεται. [σ. 162, 163]

Η συλλογή ιστοριών με κοινό θέμα αποτελεί οπωσδήποτε μια σαγηνευτική ιδέα που μπορεί να μας προσφέρει πολλαπλές τέρψεις, από εκείνη της ανθολογημένης συλλογής πάνω σε αγαπημένο έμψυχο ή άψυχο μέχρι την συμμετοχή στο λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό εύρος του βίου του και από την δοκιμή πάνω σε διάφορες μορφές γραφής μέχρι την απόσταξη αληθειών και φιλοσοφιών μέσα από οικείες σκέψεις και εικόνες.

Θυμάμαι μάλιστα, την εποχή που «άνοιξα» το Πανδοχείο, ένας εκλεκτός συνεργάτης σ’ εκείνο το ερευνητικό κέντρο, μου αποκάλυψε το δικό του ιστολόγιο, εξολοκλήρου αφιερωμένο στους σκύλους, το Κυνολόγιο. Βρήκα την ιδέα εξαιρετική και καθώς επρόκειτο γBill Styron walking with Aquinnah, Roxbury, Connecticut, April 29, 1979ια ανθολογία ειδήσεων, διαφόρων κειμένων, φωτογραφιών, μαρτυριών, λογοτεχνικών αποσπασμάτων κ.ά. αμέσως σκέφτηκα το εκδοτικό κενό μιας αμιγούς τέτοιας λογοτεχνικής συλλογής.

Ο Μαυρουδής, σεσημασμένος συμμέτοχος της κοινότητας ή της μοναχικότητας των σκύλων, μιας ευρύτερης κυνότητας (δεν αντέχω να μην εντυπώσω το λογοπαικτικό ομόηχο) αναλαμβάνει το έργο σε εβδομήντα κείμενα – διηγήματα, αφηγήματα, μικρές φόρμες. Η γραφή του, ακριβώς όπως την γνωρίζουμε: μνημονική αλλά προσγειωμένη, νοσταλγική και ταυτόχρονα ψύχραιμη, ειρωνική όπως και τρυφερή, αισθητική και αισθητηριακή· ανοιχτή σε όλους τους χαρακτήρες, διαχέεται στον χρόνο και εκτείνεται στον τόπο, προσκαλεί την ποίηση, λογοτεχνεί την λεπτομέρεια, αποφθεγματίζει και φιλοσοφεί, γνωρίζοντας την ίδια στιγμή την ίδια την ακύρωση των αληθειών που τόσο πειστικά διακρίνει.

Neil YoungΜια ανάμνηση μπορεί να εκκινεί από κάποια κινηματογραφική σκηνή ή απλώς να συνομιλεί μαζί της στο ίδιο κείμενο. Οι τυφλοί εκδρομείς που βλέπουν δια της περιγραφής τα μνημεία στο ντοκιμαντέρ του Βέρνερ Χέρτσογκ Η χώρα της σιωπής και του σκότους φέρνουν στην μνήμη ένα συμβάν από μια πλατεία στο Ρίμινι. Ένας τυφλός νέος χαϊδεύει έναν σκύλο που τον πλησιάζει και αποφαίνεται αλάνθαστα για το χρώμα και την ράτσα· την ίδια στιγμή ο αυτόπτης συγγραφέας ως αδιάκριτος κατάσκοπος αισθάνεται το ερώτημα του Πώς σου φαίνεται, περίεργε, που το μάτι της αφής έχει την ίδια βεβαιότητα με την όρασή σου;

Σε μια άλλη σύντομη σκηνή από την Βιριδιάνα ένας άνθρωπος απελευθερώνει έναν δεμένο σκύλο, αλλά αμέσως μετά βλέπει μια ανάλογη εικόνα. Σύμφωνα με την άποψη ενός κριτικού τότε, η απελευθέρωση του ενός δεν προσφέρει τίποτα και η λύση, αν δεν είναι συλλογική, δεν είναι λύση. Έπρεπε να ειπωθεί μιfrancoise saganα φράση στον Σίντλερ χρόνια μετά, πως Εκείνος που σώζει έναν άνθρωπο είναι σαν να σώζει όλο τον κόσμο. Και αυτή η άποψη για τον Έναν, γράφει ο συγγραφέας, ακούγεται πιο κατανοητή και ανθρώπινη, σε σχέση με το επικό σχέδιο της οικουμενικής σωτηρίας. Και, προσθέτω, αυτό άλλωστε κινεί καθημερινά όλους εμάς στη σωτηρίου ενός κουταβιού ή ενός κακοπαθημένου σκύλου; Σώζουμε το ένα και σφίγγουμε τα δόντια για τα υπόλοιπα· κι αυτές οι μονάδες, πολλές στο ανοιχτό τελικό άθροισμα, αποτελούν ισάριθμες ζωές. Όπως άλλωστε και η δική μας, μία αναλογεί στον καθένα μας.

Και ενώ, όπως τόσες δευτερεύουσες ή ασήμαντες παρουσίες στη ζωή οδήγησε σε κάτι κεντρικό που μετράει περισσότερο, μολονότι η φωτογραφία του Μαξ είναι αφηγηματική λεπτομέρεια, ο ίδιος κερδίζει πόντους, δεν χάνει τη σημασία του. Τον σκεπτόμαστε περισσότερο απ’ ότι του αναλογεί, κατανοούμε τη συντομία του περάσματος, αφού, όπως εκείνος, είμαστε κι εμείς πολύ συχνά για τους άλλους βιαστικές, χωρίς προσδιορισμούς αναφορές, ποιο υπήρξαμε πραγματικά, τι κάναμε. [σ. 143]

E.L. Doctorow with Becky. a Weimaraner, swimming in Gardiner's Bay, Ny August 3, 1975Στο μυθιστόρημα του Τζούλιαν Μπαρνς Χωρίς να φοβάμαι τίποτα πια ο συγγραφέας εντοπίζει στην τσάντα της νεκρής πια μητέρας του την φωτογραφία ενός Γκόλντεν Ριτρίβερ που είχε μικρός, του Μαξ. Ο σκύλος σαν διακριτική σκιά περνάει αδιάφορα στην αφήγηση, καθώς αποτελεί ευκαιρία και μόνο για να βγει στο προσκήνιο ένας άλλος ήρωας – και ακριβώς αυτό το πέρασμα δίνει το έναυσμα στον Μαρουδή για τις παραπάνω σκέψεις.

Κάποτε η αυτοβιογραφικότητα του συγγραφέα και το ύφος του αφηγητή αναζητούν την τετράποδη αφορμή για να εκφράσουν την δική τους ουσία. Το κείμενο που βρίσκεται στο νούμερο 38 εκφράζει το παρόν μιας εποχής όπου η απόκρυψη της ταυτότητας και η συνακόλουθη διαδικτυακή φάρσα αποτελούν εκτός από ηθικό αδίκημα, ευκαιρία ψυχολογικών διαπιστώσεων και εκδικητικής δικαίωσης. Εδώ η κοκερίνα Κορντέλια αποδεικνύεται ιδανική παγίδα για το θύμα που τόλμησε να αγνοεί επιδεικτικά για καιρό απροσμέτρητο τον συγγραφέα φαρσέρ.

James Ellroy - DogΊσως το κείμενο που δεν κουράζομαι να διαβάζω και να μεταφέρω είναι το υπ’ αριθ. 21, που πρωτοδιάβασα στο ιστολόγιο του συγγραφέα. Εδώ ο αφηγητής βρίσκεται, Χριστούγεννα του 1972, στην είσοδο ενός μεγάλου παρισινού «Πριζουνίκ» όπου τον πλησιάζει μια γυναίκα για να του ζητήσει να κρατήσει τρία λεπτά τον σκύλο της, για να μπει για λίγο στο κατάστημα. Μετά από πολλαπλάσια λεπτά, ο προσωρινός κάτοχος εντοπίζει ένα σημείωμα: «δεν έχω άλλη επιλογή». Ο σκύλος τώρα ανήκει σε αυτόν εκτός αν επαναληφθεί το παραπλανητικό εύρημα, σε μια πιθανή εις το άπειρο διαιώνιση…

Οι σελίδες του Συμβολισμού βρίθουν από εικόνες συναντήσεων ανάμεσα σε πρόσωπα που κοιτάζονται για λίγο και το επόμενο λεπτό χάνονται για πάντα. Το βιαστικό βλέμμα είναι μια εμμονή της λογοτεχνίας η οποία, ως γνωστόν, διψά για εμπόδια και διαψεύσεις…γράφει στον 45ο παράλληλο ο συγγραφέας, παραλληλίζοντας τον περίφημο μπωντλαιρικό στίχο  – μυστική συνεννόηση ανάμεσα στα βλέμματα με την ενθύμηση εκείνης που διέσχισε μια διάβαση στη νότια Γαλλία κρατώντας ένα μεγαλόσωμο αγγλικό Φοξχάουντ. Άραγε οι δυο ραφινάτες φιγούρες, συμπλήρωμα η μια της άλλης, θα δικαιώσουν το φιλολογικό ανεκπλήρωτο ή η εξέλιξη θα είναι διαφορετική;

P.G. Wodehouse with his Dachshund, Jed, Remsenberg, NY, February 21, 1973Το εκλεκτό κυνοκομείο είναι ευρύχωρο: περιλαμβάνει γραπτές φωτογραφίες (κι ας είναι αυτές «ψίθυροι, το “αντ’ αυτού”, ο αδύνατος αντίλογος στην εμπειρία»), σχόλια πάνω σε ποίηση (π.χ. στον Επιτάφιο για ένα Σκύλο του Μπάιρον [1808]), ένα αξέχαστο ιαπωνικό παραμύθι, τις λέξεις του Ζαν Ζενέ για τον μπρούντζινο σκύλο του Τζακομέτι, επίμονα γαβγίσματα που «δεν αξιολογήθησαν» στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του 1912 (στην υπέροχη μικροϊστορία υπ’ αριθμ. 51), τον στρατό των χιλιάδων ανατολικογερμανικών σκύλων του Τείχους του Βερολίνου, στα αχρείαστα πλέον, που βρήκε καταφύγιο σε σπίτια εθελοντών ιδιοκτητών, μακριά από τον ρόλο του κρατικού φύλακα, αδυνατώντας να αποφύγει την ταραχή όποτε πλησιάζουν τις ανύπαρκτες πια διαδρομές.

Townes van ZandtΚάποια στιγμή την αφήγηση την αναλαμβάνει το τιμώμενο ζώο. Μιλάει για τις διαθέσεις που δημιουργεί η μετακίνηση των μεγάλων αποστάσεων – την συγκίνηση, την αρχαία ανησυχία της αλλαγής και εστιάζει στον δικό του αισθητικό και αισθητηριακό κόσμο: μυρίζει δέντρα, φανοστάτες, πυροσβεστικούς κρουνούς για να μάθει τα κατορθώματα του δικού του πληθυσμού, όπως ο άνθρωπος διαβάζει την εφημερίδα. Και, εντέλει, οι σκύλοι είναι όντως αθάνατοι, όχι μόνο χάρη στο αναντίλεκτο αξίωμα που κρύβεται κάπου μέσα στα κείμενα αλλά και επειδή έγιναν, γίνονται και μπορούν να γίνουν λογοτεχνικοί. Ποια άλλη ύπαρξη νοιώθει παρείσακτη, ποια μηχανεύεται ταυτότητες που την υπερβαίνουν, τι απ’ όλα γύρω μας είναι συγχρόνως και κάτι άλλο; Σίγουρα όχι αυτοί.

Υστερόγραφο: ένα προσωπικό κείμενο του Πανδοχέα που αφιερώνεται στον Συγγραφέα.

Ο σκύλος της ΦωκίωνοςΥπάρχει κάτι πρόσθετο που μένει από την ανάγνωση της διόλου κυνικής Κυνικής Αθανασίας: η αίσθηση ενός παιχνιδιού ατελεύτητου, μια πρόσκληση ενθύμησης όλων των σκύλων με τους οποίους κάποτε και με κάποιο τρόπο διασταυρωθήκαμε σε ιστορία διηγήσιμη και μια παράλληλη ώθηση εγγραφής της σε κείμενο μικρό και ευσύνοπτο. Η μονάκριβή μου Πέτρα τετράποδη συμβία από εξαετίας είναι τόσο παρούσα και τόσο ενεργή στη ζωή μου ώστε η όποια διήγηση να μοιάζει ανεδαφική μπροστά στα συμβαίνοντα και τα αξιοβίωτα. Αν αναζητούσα το άλλο χρονικό άκρο της συναισθηματικής μου εμπλοκής με σκύλο, θα έφτανα μέχρι τα παλαιότερο δυνατό ενθύμιο παρελθόν μου· εκεί, θα με περίμενε στην ίδια θέση όπως και τότε, σαράντα χρόνια πριν, ένας μαρμάρινος καθιστός σκύλος στην πράσινη νησίδα στο μέσον της Φωκίωνος Νέγρη: [έργο του Ευριπίδη Βαβούρη, 1940].

abbaΔεν θυμάμαι πόσες φορές κάθισα πάνω του, ακίνητος ιππέας με την βεβαιότητα πως δεν γίνομαι βάρος στο λείο του κορμί· θυμάμαι όμως καλά την λευκότητα και την δροσιά του μαρμάρου, την αναζήτηση μιας ζωντάνιας στο ακίνητο πρόσωπο, την υπόθεση της ευτυχίας που υποκρύπτει το ελαφρώς υψωμένο πρόσωπο, την ασφαλή αλλά και ζηλευτή θέση του στο μέσο των περιπάτων. Αλλά αυτό που βλέπω πια σήμερα είναι ακριβώς ένα σημείο όπου κάθισα μικρός, ίσως το μόνο που διατηρεί την μνήμη του αγγίγματός μου αλλά και που μου επιστρέφει ατόφια την ανάμνηση του παππού μου. Στις δικές μου εβδομήκοντα ιστορίες, αυτή θα ήταν η πρώτη, η Πετρούλα η τελευταία, και σίγουρα οι ενδιάμεσες 68 έχουν ήδη τους ήρωες και τις ηρωίδες τους.

Cat Stevens - DogΚαθώς πάλι ολοκληρώνεται το πάντα εν θερμώ γραμμένο κείμενο και αναζητώ στο γνωστό κυβερνητικό χάος τις φωτογραφίες που θα πλαισιώσουν την ανάρτηση, καταλήγω σε ζεύγη πολύ αγαπημένων συγγραφέων ή μουσικών με τον σκύλο τους, που με τη σειρά τους εμπνέουν κι εκείνοι την δική τους κατάθεση στην οιονεί ανοιχτή συλλογή. Από την πλευρά των σελίδων βλέπω τον William Styron, να ισορροπεί σαν άθλημα πάνω στην δική του λεπτή ψυχική ισορροπία, που διαταράχθηκε βαθειά αλλά ακόμα και τότε απέδωσε άξια γραφή. Τα μισόκλειστα μάτια του σχεδόν μοιάζουν να εμπιστεύονται τον ακόλουθο σύντροφό του. Στην πλευρά του «πενταγράμμου», στέκομαι στο βλέμμα των Townes van Zandt και Cat Stevens, προτού απεκδυθούν την ταυτότητά τους και χαθούν σε άλλους πολιτισμούς – ένα βλέμμα που διηγείται την επιθυμία της φυγής από τον κόσμο των ανθρώπων, αλλά όχι των σκύλων.

Εκδ. Πόλις, 2013, σελ. 212. Με δεκαπέντε σημειώσεις του συγγραφέα.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr, υπό τον τίτλο Βιβλιοπανδοχείο, 146 / They wanna be your dog.

Στις εικόνες: William Styron, Neil Young, Francoise Sagan, E.L. Doctorow, James Ellroy, P.G. Wodehouse, Townes van Zandt, O σκύλος της Φωκίωνος Νέγρη, 2 Abba, Cat Stevens.

17
Φεβ.
14

Νέο Πλανόδιον, τεύχος 1 (χειμώνας 2013 – 2014)

ΝΠ, τχ. 1, εξώφυλλοΟυσιαστικά δεν έχουμε καμία δυνατότητα να αλλάξουμε στο παραμικρό το σώμα μας. Το αποδεχόμαστε όπως είναι, όσο κι αν οι εγχειρήσεις, οι παρεμβάσεις των αισθητικών, οι ατυχίες της ζωής ενδέχεται να αφήσουν ανεξάλειπτα ίχνη. Ισχύει με άλλα λόγια ένα αόρατο συμβόλαιο ανάμεσα στη συνείδησή μας και στη σαρκική ύπαρξη που αποδεικνύεται μοίρα, ιδιωτικό πεπρωμένο και γρίφος αμετάθετος. Άλλωστε πρόκειται για ένα περικαλλές συγκρότημα που ταχέως μπολιάζει τον ψυχισμό, συνταυτίζεται μαζί του καταλήγοντας άθροισμα άνευ προθέσεως.

… γράφει ο Κωστής Παπαγιώργης, στο δοκίμιό του Ο εαυτός στο πρώτο τεύχος του Νέου Πλανόδιου που αφιερώνεται στον ίδιο, σ’ ένα αφιέρωμα που έλειπε σε όλους εμάς που ερχόμαστε και επανερχόμαστε στα βιβλία του απολαυστικού δοκιμιογράφου. Ο Κώστας Κουτσουρέλης στο εκτενές κείμενό του «Ένας δοκιμιογράφος» διατρέχει το έργο και την γραφή του Κ.Π. από την εποχή που υπέγραφε ως Κίμων Νησιώτης στο περιοδικό Κριτική και κείμενα και Κ. Πλάνης στο Πλανόδιον και εντοπίζει μια σειρά αξιόγραπτων στοιχείων μέσα στην αχανή εργογραφία, κριτικογραφία και σημειωματογραφία του δαιμόνιου γραφέως. Ας συνοψίσουμε το απολαυστικό πορτραίτο του με τα δικά του λόγια.

kostis-papagiorgis-Πολέμιος του «πανεπιστημιακού καθωσπρεπισμού» και επικριτής των επιδόσεων της αφηγηματικής μας πρόζας, ο Παπαγιώργης σύντομα εξέρχεται από τον κλειστό περίβολο της θεωρίας προς τον ρευστό κόσμο των οικείων παθών και αργότερα από την μάχιμη κριτική προς το μόνο είδος που είναι ικανό να χωρέσει τα πολυσχιδή του ενδιαφέροντα και, ταυτόχρονα, το άκρως προσωπικό ιδίωμα της γραφής του: το δοκίμιο. Σε αυτόν τον κατεξοχήν δυτικό τρόπο του γράφειν, στην σύμπτωση της σκέψης με το ύφος, ο Παπαγιώργης βρίσκεται στο στοιχείο του, καθαρόαιμος δοκιμιογράφος με την απόλυτη έννοια του Μονταίνιου. Εδώ μορφή και περιεχόμενο συμπλέκονται τόσο στενά, ώστε η διάκρισή τους αποτελεί δύσκολο εγχείρημα.

b64182Πώς μπορεί να ξεφύγει η ελληνική πεζογραφία από αυτή την ανεξάντλητη τράπεζα βιωμάτων που επιμένει να σκαρώνει βιβλία με μόνο άλλοθι το «γράφω επειδή έζησα»; / Η νοσταλγία δεν είναι ο καλύτερος σύμβουλος για ένα συγγραφέα και τα καλά αισθήματα, είναι πασίγνωστο, τις περισσότερες φορές οδηγούν στην κακή λογοτεχνία.

Αντιδιανοητής και αντισχολαστικός, ο Παπαγιώργης αφοσιώνεται πια σε θέματα βιωμένα και πρωτοπρόσωπα σε σημείο κάθε φορά που παίρνει τον λόγο να είναι σαν να μιλάει επί προσωπικού. Πέρα από τους κλασικούς του δοκιμίου, επηρεάζεται από το εκφραστικό συνεχές του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος του 19ου αιώνα, την γαλλική πρόζα, την λόγια παράδοση του ελληνικού δοκιμίου (από τους Ροΐδη και Παπαρρηγόπουλο μέχρι την κουβεντιαστή δοκιμιογραφία των Σεφέρη και Λορεντζάτου). Ρομαντικός στην βιοθεωρία του και κλασσικότροπος στην πρόζα, ενίοτε ερωτοτροπών με τον μανιερισμό και το μπαρόκ, κάποτε στο μπορχεσιανό στυλ, ο Παπαγιώργης αδιαφορεί για τις καινοτομίες και τους μοντερνισμούς του 20ού αιώνα, δελεάζεται από την λεπτομέρεια κατά την σχολή του Ηροδότου, αποφεύγει να ιδεολογεί.

b45213Ο Παπαγιώργης δεν είναι ο θεωρητικός δοκιμιογράφος με την συστηματική έννοια, όπως υπήρξε στα καθ’ ημάς ο Παναγιώτης Κονδύλης, δεν είναι ούτε ο ιστορικός ή κριτικός δοκιμιογράφος, αλλά ένας δοκιμιογράφος καθολικός, με την αρχετυπική έννοια του όρου, ένας καλλιεργητής της στοχαστικής, νευρώδους, ελευθέριας γραφής, που παλινδρομεί διαρκώς ανάμεσα στην προσωπική έκφραση και τη γενική ερμηνευτική, ανάμεσα στη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία, χωρίς να λογοδοτεί σε καμία. Κι αν η αποστροφή του για τοις ποιητές είναι δεδομένη, τότε η εσωτερική του συγγένεια με τους δοκιμιογράφους ποιητές, από τον Πολυλά και τον Παλαμά ως τον Σεφέρη και τον Λορεντζάτο μας προσφέρει την κορυφαία ειρωνεία.

Το αφιέρωμα συμπληρώνεται με αποσπάσματα από τη συνομιλία του Κ.Π. με τη συντακτική ομάδα του περιοδικού και κείμενα των Κωνσταντίνου Πουλή και Λεωνίδα Σταματελόπουλου. Ένα δεύτερο ερεθιστικό θέμα του τεύχους αφορά την λογοκλοπή στην Ελλάδα από τις αρχές του 19ου αιώνα ως τις μέρες μας, με μια αναδρομή σε απροκάλυπτες και μη, γνωστές και λιγότερο γνωστές, παλαιές και φρέσκιες περιπτώσεις κλεφτών και λογοκλόπων. Ο αριθμημένος κατάλογος περιλαμβάνει λογοτέχνες, πανεπιστημιακούς, πολιτικούς, δημοσιογράφους και άλλους ανήθικους.

Ο Γιώργpaul valéryος Βαρθαλίτης παρουσιάζει το «Θαλασσινό Κοιμητήρι» του Πωλ Βαλερύ, από τα σημαδιακότερα ποιήματα του 20ού αιώνα, σε νέα δική του μετάφραση και επίμετρο, ο Παναγιώτης Κονδύλης γράφει για τον «Συντηρητισμό ως πολιτικό σύνθημα» σ’ ένα αδημοσίευτο στα ελληνικά κείμενό του που αντιστρατεύεται ευθέως τις κρατούσες στη θεωρία σχετικές αντιλήψεις, ο Φώτης Τερζάκης περιηγείται συγγραφικά τη Μικρά Ασία και την Κωνσταντινούπολη και μαζί τους τις προφανείς αλλά απωθημένες συνάφειες αυτού του κοινού «ελληνοτουρκικού» κόσμου,  ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ σατιρίζει τους οικονομολόγους και τις ψευδαισθήσεις της επιστήμης τους. Περιλαμβάνονται ακόμα ποιήματα Κικής Δημουλά και Διονύση Καψάλη, συνοδευόμενα από δοκίμια για το έργο τους (Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου και Άρης Μπερλής αντίστοιχα), διήγημα του Κωνσταντίνου Πουλή.

Το Νέο Πλανόδιον ανατρέχει συνειδητά σb3726την κληροδοσία του Πλανόδιου (1986 – 2012), που υπό την διεύθυνση του Γιάννη Πατίλη υπήρξε ένα κορυφαίο λογοτεχνικό περιοδικό. Ο Πατίλης εδώ επιμελείται την στήλη Το Μέγα Πανελλήνιον, με αντικείμενο ετούτη τη φορά ένα Ημερολόγιο Αιχμαλωσίας (1944 – 1945) του Παναγιώτη Νικόπουλου (εισαγωγή Ηρώ Νικοπούλου). Κατά τα λοιπά, ο Τζόζεφ Έπσταϊν υποστηρίζει πως ο Κάφκα είναι υπερτιμημένος, ο μεταφραστής του κειμένου Γιώργος Λαμπράκος αντικρούει με τα δικά του επιχειρήματα, πιο πέρα ένας άλλος διάλογος αφορά την σχέση της ποίησης με την μουσική (Φίλιππος Τσαλαχούρης – Κώστας Κουτσουρέλης), η Έλενα Σταγκουράκη θεατρολογεί, οι Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Δάνος Παπαδημητρίου, Λεωνίδας Σταματελόπουλος κ.ά. ασκούν το κατοχυρωμένο δικαίωμα της βιβλιοκριτικής, και στο οπισθόφυλλο ο Μιχάλης Γκανάς μας αποχαιρετάει με μια απρόσμενη μπολερό μεταγραφή ενός αγάπης εγκωμίου. Η μεταβίωση του Πλανόδιου ως Νέο Πλανόδιον δημιούργησε ένα απολαυστικό, χορταστικό πρώτο τεύχος. Με τις ευχές μας για εμπνευσμένη μακροημέρευση. [208 σελ.]

Ηλεκτρονικό Επισκεπτήριο: http://neoplanodion.wordpress.com/

16
Φεβ.
14

Τετράδια Πολιτικού Διαλόγου, Έρευνας και Κριτικής, τεύχος 62 – 63 [καλοκαίρι – φθινόπωρο 2013]

Το1 λαϊκό στοιχείο αισθάνεται, αλλά δεν κατανοεί πάντα ή δεν ξέρει. Ο διανοούμενος ξέρει, αλλά δεν κατανοεί πάντα και ειδικότερα δεν αισθάνεται. / Το λάθος του διανοούμενου συνίσταται στο ότι πιστεύει πως μπορεί να ξέρει χωρίς να κατανοεί και ειδικότερα χωρίς να αισθάνεται και να ενδιαφέρεται ζωηρά, δηλαδή πως ο διανοούμενος μπορεί να είναι τέτοιος μόνο αν διακρίνεται και αποχωρίζεται από το λαό – έθνος, δηλαδή χωρίς να αισθάνεται τα στοιχειώδη πάθη του λαού, κατανοώντας τα και μετά εξηγώντας τα και δικαιολογώντας τα μέσα στην καθορισμένη ιστορική κατάσταση. / Δεν γίνεται πολιτική ιστορία χωρίς αυτό το πάθος, δηλαδή χωρίς αυτό το συναισθηματικό δεσμό ανάμεσα στους διανοούμενος και το λαό – έθνος.

Η παραπάνω θέση για την διανόηση, επίκαιρη ξανά και ξανά, γράφτηκε από τον μαρξιστή Αντόνιο Γκράμσι, έναν από τους σημαντικότερους στοχαστές και πολιτικούς ακτιβιστές του 20ού αιώνα, τον οποίο και αφορά το αφιέρωμα του τρέχοντος τεύχους των Τετραδίων, Η σημασία και η ιδιαίτερη θέση του γκραμσιανού έργου στο μαρξιστικό πολιτικό – θεωρητικό οικοδόμημα έχει ορισμέν1a-Leggi-Gramsciα «παράξενα» στοιχεία, γράφει ο Ρούντι Ρινάλντι (συνεκδότης της εφημερίδας «Δρόμος της Αριστεράς»), αφού τα Τετράδια της φυλακής, το κύριο θεωρητικό έργο του, δεν γράφτηκαν για να εκδοθούν, ενώ διαβάστηκαν κατά κύματα και εκδόθηκαν το ίδιο τμηματικά, για να εξυπηρετηθούν πολιτικές σκοπιμότητες.

Πράγματι, ο διανοητής ηγέτης του ιταλικού κομμουνιστικού κινήματος, του οποίου η ζωή και το έργο αποτελούσαν μια αξεδιάλυτη ενότητα, δεν δημοσίευσε κανένα βιβλίο ενώ απέφευγε ακόμα και να υπογράφει τα άρθρα που έγραφε για τον Τύπο. Τα Τετράδια της φυλακής γράφτηκαν το 1929, όταν πρωτοδόθηκε στον Γκράμσι η δυνατότητα να γράφει, τρία χρόνια μετά την σύλληψή του, και σταμάτησαν το 1935 όταν η υγεία  του δεν του επέτρεπε να συνεχίσει, αλλά και ουσιαστικά δεν τελείωσαν ποτέ, αφού πρόκειται για ένα σύνολο σημειώσεων μεταγραμμένων σε τετράδια.

3Δίκαια το έργο του αποτελεί πηγή έμπνευσης και στοχασμού, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί ένα μεγάλο εργαστήρι σκέψης και διάνοιξης νέων πολιτικών δρόμων – πόσο μάλλον στην μετά τον 20ό αιώνα εποχή όπου ζητήματα όπως η παλινόρθωση του καπιταλισμού στις μεταβατικές κοινωνίες, η διάψευση της σωτήριας λύσης που θα ερχόταν μέσα από την τεχνολογική και επιστημονική επανάσταση και η ανάδυση ζητημάτων που φαίνονταν να έχουν ξεπεραστεί, όπως οι θρησκευτικοί και εθνικιστικοί φονταμενταλισμοί, ζητούν μια βαθύτερη και εκτενέστερη θεωρητική και πρακτική αντιμετώπιση. Αυτή ακριβώς η επείγουσα ανάγκη για την αντιμετώπιση του προβλήματος της σχέσης θεωρίας και πράξης, είχε ήδη τεθεί από τον Γκράμσι, που όριζε ως «πρωτόγονη ιστορική φάση» τη περίοδο κατά την οποία αμφότερες έχουν διασπαστεί. Φαίνεται πως και η τρέχουσα συγκυρία αποτελεί μια τέτοια φάση, όπου η έλλειψη κάθε επαναστατικής θεωρίας είναι εμφανής.

4 antonio_gramsci_by_ludilozezanje-d5eqwsvΤο αφιέρωμα συμπληρώνεται με κείμενα των Αλέξη Τσίπρα, Λαοκράτη Βάσση, Γιώργου Μανιάτη και Νίκου Γ. Ξυδάκη. Ο τελευταίος επιχειρεί την δική του διαδρομή «προς μια νέα Γενική Διάνοια», παίρνοντας μερικά αναλυτικά μοτίβα από την γκραμσιανή σκέψη, συγκρίνοντας με τις θεωρητικές επεξεργασίες άλλων στοχαστών από τη ίδια παράδοση, τον πρωτομοντέρνο Καρλ Μαρξ των Χειρογράφων 1848 και τον υστερομοντέρνο Ιταλό Πάολο Βίρνο της Γραμματικής του Πλήθους, και εφαρμόζοντάς τα στο Ελληνικό Παράδειγμα. Η διαπίστωση ενός βαθύτατου κοινωνικού μετασχηματισμού δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, τουλάχιστον στο πολιτικό – κοινωνικό πεδίο. Στην αγωνιώδη έκκληση δέκα επιφανών Ευρωπαίων συγγραφέων (μεταξύ των οποίων και οι Αντόνιο Λόμπο Αντούνες, Ουμπέρτο Έκο, Μπερνάρ – Ανρί Λεβί, Κλάουντιο Μάγκρις, Φερνάντο Σαβατέρ κ.ά.), αλλά και στο μανιφέστο των Χάμπερμας, Μπόφινγκερ και Νίντα – Ρίμελιν διαβάζουμε ότι η Ευρώπη μπορεί να μην περνάει ανάλογη κρίση αλλά πεθαίνει όπως την γνωρίζαμε και απειλείται η δημοκρατία και ο πολιτισμός της.

2Εδώ τίθεται το ερώτημα πως γίνεται και οι ευφυείς και ικανότατοι επιβιωτές Έλληνες επιλέγουν για ηγέτες τους πρόσωπα χαμηλών προσόντων και προσδοκιών· πώς, ενώ στο ατομικό πεδίο η ευφυΐα και η μέριμνα καρποφορούν, στο δημόσιο πεδίο όλα καρκινοβατούν· πώς ο Έλληνας της μαζικής δημοκρατίας σιχαίνεται πάντα τα δημόσια. Όμως η επίγνωση της νέας ανθρώπινης κατάστασης που αναδύεται με τη παγκοσμιοποίηση, παράλληλα με την κατίσχυση της ιδεολογίας της απληστίας και της ακατάσχετης συσσώρευσης πλούτου με κάθε τίμημα, οδηγεί σε μια νέα γενική διάνοια, General Intellect, σκέψη που επιθυμεί και επιθυμία που σκέφτεται, όπως εισηγήθηκε ο Μαρξ στα χειρόγραφα και όπως πριν από αυτόν είχαν περιγράψει τη Γενική Βούληση ο Ζαν Ζακ Ρουσώ και τον Ποιητικό  Νου ο Αριστοτέλης στο Περί Ψυχής. Μια νέα γενική διάνοια κυοφορείται δύσκολα, επώδυνα, στα έγκατα της κοινωνίας, βουβά, με πρόδρομες αναταράξεις […]. Οι νέοι, καλωδιωμένοι από τα γεννοφάσκια τους, γαλακτισμένοι στο κυβερνοσύμπαν, αφουγκράζονται εναργέστερα αυτό το επερχόμενο κύμα. Είναι οι μόνοι άλλωστε που μπορούν να ζουν στις φαντασιακές κοινότητες του Δικτύου […] και ταυτόχρονα να βγαίνουν στον φυσικό χώρο, στην ένυλη πραγματικότητα, νεοχίππυς, τοπικοί σαμάνοι και πολίτες του κόσμου μαζί, glocal υποκείμενα. [σ. 93]

5 - Pag.-II-Gramsci«Είμαι πεπεισμένος πως πάντα πρέπει να στηριζόμαστε στον εαυτό μας και στις δικές μας δυνάμεις· να μην περιμένουμε τίποτα από κανένα κι έτσι να μην εισπράττουμε απογοητεύσεις», έγραφε ο Γκράμσι και οι φράσεις του αποτελούν και την βάση του μελετήματος του Λουκά Αξελού Η στήριξη στις δικές μας δυνάμεις ως θεμέλιος λίθος της εθνικής στρατηγικής του Ρήγα. Τα υπόλοιπα ενδιαφέροντα κείμενα: Αξίες και πολιτική ευθύνη (Μανόλης Αγγελίδης), Κρίση, συσσώρευση και κοινωνική ανατροπή (Ηλίας Ι. Νικολόπουλος), ΑΚΕΛ-ΚΚΕ στις δεκαετίες ’40 – ’50 (Σπύρος Σακελλαρόπουλος), Περί φαντασμάτων (και άλλων πλασμάτων της ιδεολογίας) (Στάθης Ανδρέου), Ασταθείς πολιτικές ισορροπίες σε εύφλεκτο κοινωνικό τοπίο (Σταύρος Λυγερός), Ο μετασχηματισμός του ελληνικού τραπεζικού συστήματος (Γιώργος Τοζίδης), Έλληνες εθνικιστές και Γερμανοί εθνικοσοσιαλιστές (Δημήτρης Δεληολάνης), Από την μεταπολίτευση στο μνημόνιο (Βασίλης Ασημακόπουλος), Δικαιοσύνη και αποζημίωση. Το ζήτημα των γερμανικών οφειλών (Αριστομένης Ι. Συγγελάκης), Από την οικονομική κρίση στην κρίση της δημοκρατίας; (Χρύσανθος Δημ. Τάσσης). Ακόμα, δυο καθιερωμένα Scripta που Manent,  In Memoriam Παναγιώτη Κατερίνη, Ανδρέα Παστελλά και Περικλή Ροδάκη και Έντεκα και έξι Νέα Βιβλία από την Χριστίνα Ανδρέου. Βλέπω πως πρόκειται για εκδόσεις που σπάνια μαθαίνουμε την κυκλοφορία τους αλλά μας αφορούν άμεσα. [σελ. 200]

14
Φεβ.
14

Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ – Ένας φίλος του Κάφκα και άλλες ιστορίες

1Στα βάθη των ανθρώπινων αντιφάσεων

Αν υπήρχε όντως ένα επέκεινα, αυτό θα ήταν η μεγαλύτερη σκαιότητα. Γιατί να θυμάται μια ψυχή όλη την αθλιότητα της ύπαρξής της; Γιατί είναι τόσο υπέροχο η ψυχή του πατέρα μου να συνεχίσει να ζει και να θυμάται πώς ακριβώς σούφρωσε τα λεφτά ο συνεργάτης του, πώς καταστράφηκε το σπίτι του από πυρκαγιά, πώς η αδερφή μου η Μίρελε πέθανε στη γέννα, και ύστερα τα γκέτο, τα στρατόπεδα και τους φούρνους των Ναζί. Αν στη φύση υπάρχει έστω και η παραμικρή δικαιοσύνη, βρίσκεται στην εξάλειψη του πνεύματος όταν το σώμα σαπίζει. Δεν μπορώ να κατανοήσω πώς γίνεται κανείς να σκέφτεται διαφορετικά [σ. 128].

Τα λόγια της Φρέιντλ, πρώην μαθήτριας και κρυφού έρωτα του αφηγητή, που επιστρέφει στο Τελ Αβίβ το 1955 ως καταξιωμένος γίντις συγγραφέας και επιχειρεί να ξανασυνδεθεί με την παλαιά του ζωή, είναι ενδεικτικά της εσωτερικής μεταστροφής της σύγχρονης εβραϊκής ψυχής. Κατά την μεσονύκτια περιπλάνηση στην πόλη με το αυτοκίνητό της, ο χρόνιος ανεκπλήρωτος έρωτάς τους τ2ίθεται σε δεύτερη μοίρα και αμφότεροι αναζητούν απαντήσεις απέναντι στην πεζή, απογοητευμένη τους ζωή. Απογοητευμένη από τα κιμπούτς «που έχουν όλα τα λάθη του κομμουνισμού και του καπιταλισμού μαζί», τον γάμο της, καθώς «δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος απ’ το να αγαπιέσαι από ένα βλάκα» και την κόρη της, που ακολουθεί τυφλά έναν μέντορα, η Φρέιντλ υποστηρίζει ότι, μετά από όλα όσα συνέβησαν στους Εβραίους, «πρέπει να είναι κανείς εντελώς ηλίθιος για να πιστεύει στο Θεό και σ’ όλα αυτά τα φληναφήματα. Άλλωστε, η πίστη σε έναν ελεήμονα Θεό αποτελεί τη χειρότερη προδοσία προς τα θύματα. Δεν χρειάζεται να’ σαι ψυχολόγος για να καταλάβεις τι ακριβώς αναπληρώνει μια τέτοια πίστη». Η παράλληλη οδική και ψυχική περιπλάνηση καταλήγει στο μονόδρομο τέρμα των κιμπούτς όπου βιώνεται η έσχατη οικογενειακή απογοήτευση («Ο μέντορας»).

3Αυτή είναι μία από τις γοητείες του Σίνγκερ: την ίδια στιγμή που αποθεώνει μια ακλόνητη βεβαιότητα (θρησκευτική, πολιτισμική, προσωπική) την επόμενη την αποκαθηλώνει, γυμνώνοντας με κυνισμό τις έκθετες πλευρές της. Τόσο στα μυθιστορήματα (ιδίως στα «Σκιές στον ποταμό Χάντσον» και «Σκλάβοι. Μια ερωτική ιστορία») όσο και στα διηγήματα, κυρίως τα εκτενή, οικοδομεί έναν κόσμο όπου η εβραϊκότητα συνυπάρχει με την αμφισβήτησή της, η θρησκευτικότητα με τον σαρκασμό της, ο ερωτισμός με την ενοχική απομόνωση, η αδηφαγία του πνεύματος με την δίψα του σώματος. Οι χαρακτήρες του την μία στιγμή ανταλλάσουν ερεθιστικότατους διαλόγους για τα πιο βαθειά θέματα και την επόμενη διολισθαίνουν σε ποταπές συμπεριφορές ή αναλώνονται σε χαμερπείς σκέψεις. Ακόμα κι όταν ο εκφραστής των αντιφάσεων δεν είναι ο ίδιος ο αφηγητής αλλά κάποιος συνομιλητής του, ο πρώτος παραδέχεται πως μοιράζεται τις ίδιες βασανιστικές αβεβαιότητες.

4Ένας μέρος των ιστοριών του συγγραφέα αντλεί από το ανεξάντλητο απόθεμα του προγονικού πολιτισμού, επιστρέφοντας σε βάθος χρόνου και σε περίκλειστες επαρχίες. Αλλά τα πιο ενδιαφέροντα διηγήματά του είναι εκείνα που αφορούν τους σύγχρονούς του εβραίους, κατά την νέα τους ζωή στις αμερικανικές μεγαλουπόλεις. Μια απολαυστική ενδεικτική ιστορία είναι «η καφετερία», ένα στέκι στο άνω Μπρόντγουεϊ όπου συχνάζει ένας γίντις συγγραφέας, μια τυπική αφηγηματική περσόνα του Σίνγκερ. Σε αυτό τον τόπο, που συχνά παρομοιάζει με το γειτονικό γραφείο τελετών, «είδος καφετερίας και αυτό, όπου παίρνει κανείς μια ευλογία στα γρήγορα ή ένα καντίς στο δρόμο του προς την αιωνιότητα», γνωρίζει την Εσθήρ, μια γυναίκα που έχει επιστρέψει από την καταστροφή, «εύθυμη και πάλι». Ανάμεσα στις εξομολογήσεις της για τους χαμένους της άντρες, θύματα των χιτλερικών και των σταλινικών ετών, η ισχυριζόμενη αναγνώστριά του, αποκαλύπτει την τρομερή της εμπειρία: μια νύχτα είδε στην κλειστή καφετερία τον Χίτλερ με τους στρατηγούς του.

6Ο ακροατής της δεν εκπλήσσεται: για εκείνον πρόκειται για μια επιστροφή στο χρόνο. Το παρελθόν δεν έχει χαθεί. Μια εικόνα απ’ τα παλιά παραμένει παρούσα κάπου μέσα στην τέταρτη διάσταση και έφτασε σ’ εσένα ακριβώς εκείνη τη στιγμή, την καθησυχάζει. Πράγματι, σε γραφές ανάμεσα στο όνειρο και το γκροτέσκο αλλά και την απατηλότητα του πνευματισμού και των σύγχρονων ψυχολογικών ρευμάτων, μπορεί όντως ο Χίτλερ να βρεθεί στο Μπρόντγουεϊ. Διόλου τυχαία, άλλωστε, η καφετερία την επόμενη ημέρα βρίσκεται καμένη. Αν ο χρόνος και ο χώρος δεν είναι παρά μορφές αντίληψης, όπως θεωρεί ο Καντ, και η ποιότητα, η ποσότητα, η αιτιότητα είναι απλώς κατηγορίες της σκέψης, γιατί να μη συσκέπτεται ο Χίτλερ με τους Ναζί του σε μια καφετέρια στο Μπρόντγουεϊ; Η Εσθήρ δεν ακουγόταν τρελή. Είχε δει ένα κομμάτι πραγματικότητας, που η ουράνια λογοκρισία απαγορεύει κατά κανόνα. Είχε προλάβει να δει φευγαλέα πίσω από το παραπέτασμα των φαινομένων. [σ. 119 – 120]

7Με τις σχετικά σύντομες, κοφτές αλλά ταυτόχρονα περιεκτικές φράσεις του ο Σίνγκερ εισάγει τον αναγνώστη όχι μόνο στην ευρύτερη επιφάνεια του κόσμου των χαρακτήρων αλλά και στα βάθη της εκάστοτε ιστορίας του. Με τον ίδιο απολαυστικό τρόπο χειρίζεται την ταπεινότητά τους και τις ασήμαντες ανθρώπινες εμμονές.«Η κοκέτα» αφορά την ιστορία μιας γυναίκας που ενδιαφέρεται σε τέτοιο βαθμό για την εμφάνισή της ώστε να γίνει χριστιανή, για να ταφεί με τα ρούχα που επιθυμεί και όχι με το απλό εβραϊκό σάβανο. Ο «Σλόιμελε» αποτελεί μια τυπική περίπτωση αποτυχημένου (θεατρικός επιχειρηματίας χωρίς θέατρο, κατακτητής γυναικών που τον εγκαταλείπουν άμεσα, οραματιστής σχεδίων που δεν πραγματοποιούνται ποτέ) που συναντιέται σε διάφορα μέρη με τον αφηγητή, που είναι ένας εξίσου αποτυχημένος συγγραφέας – με την διαφορά ότι το γνωρίζει.

8Κωμικοτραγικοί ή σοφοί, διαβολικοί ή αγνοί, αφελείς ή κυνικοί, οι χαρακτήρες των είκοσι ενός διηγημάτων αφορίζουν τους ηλίθιους που διαθέτουν «μια μυστηριώδη δύναμη, βαθιά ριζωμένη στο αρχέγονο χάος», τα παιδιά που δεν είναι παρά τυχαία γονιμοποιημένα ωάρια, την γονεϊκή αγάπη που δεν είναι παρά ένα τυφλό ένστικτο, τον σύγχρονο Εβραίο «που δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τον αντισημιτισμό, που υποστηρίζει την επανάσταση και ταυτόχρονα θέλει δικό του κάθε προνόμιο του καπιταλισμού, που προσπαθεί να καταστρέψει τον εθνικισμό στους άλλους, αλλά ο ίδιος καυχιέται ότι ανήκει στον Περιούσιο Λαό». Χαρακτήρες που αδυνατούν ακόμα και να κοιμηθούν στον τόπο όπου βαραίνει η Ιστορία, που δεν γνωρίζουν σε τι μπορούν πια να ορκιστούν και που θέλουν να γράψουν αλλά αναρωτιούνται ποιος χρειάζεται τις ιστορίες τους. Αναμφισβήτητα εμείς, που τις διαβάζουμε μέχρι σήμερα.

Εκδ. Καστανιώτη, 2013, μτφ. από τα αγ5γλικά: Βασίλης Αμανατίδης, σελ. 371, με τρισέλιδο χρονολόγιο του συγγραφέα.

Πρώτη δημοσίευση: Εντευκτήριο, τεύχος 102 – 103 [Ιούλιος – Δεκέμβριος 2013, κυκλοφ. 4 Μαρτίου 2014].




Φεβρουαρίου 2014
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν.   Μαρ. »
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
2425262728  

Blog Stats

  • 1.001.604 hits

Αρχείο