Ελεωνόρα Σταθοπούλου – Εκείνος ΙΙ

stathopoulou ekeinos IIΤο ευαγγέλιο της πολυφωνίας

Τον καιρό εκείνο όλοι περίμεναν… γράφεται στην πρώτη γραμμή του πρώτου κεφαλαίου, που αφιερώνεται στον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Ο Ιωάννης αποκοιμιόταν όρθιος σαν δέντρο, ολομόναχος και βίωνε την πολυπόθητη αναμονή του Μεσσία. Αυτός που ήταν σαν το πιο ταπεινό ξερόχορτο μέσα στην έρημο και αγαπούσε το ποτάμι όπου είχε ξεπλύνει τόσα σώματα και είχε παρασύρει τόσες λέξεις που ομολογούσαν πράγματα ανήκουστα, το ποτάμι όπου αργότερα βάπτισε Εκείνον, κάποτε οργίστηκε: Είχα μέσα μου θυμό. Έκαναν όλοι τόσο ανεπίτρεπτα πράγματα κάτω απ’ το φοβερό μάτι του ήλιου. Τους υποχρέωνα να τα ομολογήσουν καρφωμένοι απ’ τις αχτίδες τους, σαν ζώα στο ακόντιο. Τότε έβλεπα τις αμαρτίες τους να τους εγκαταλείπουν, κι εκείνοι έφευγαν ξαλαφρωμένοι για να τις ξανακάνουν.

Όταν εμφανίστηκε Εκείνος τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Ο διάβολος του πρότεινε να εξουσιάσει τον κόσμο στη θέση του Καίσαρα, αλλά εκείνος του θύμισε πως όσοι πιστεύουν στον Καίσαρα θα πρέπει ν’ αρκεστούν σ’ αυτό που προτείνει: την ανθρώπινη ιστορία να επαναλαμβάνεται σαν ατέρμονη εναλλαγή τυράννων που καταλήγει στο θάνατο. Όλες οι αυτοκρατορίες γκρεμίστηκαν κι όλες θα γκρεμιστούν, ενώ ο άνθρωπος είναι πλασμένος για κάτι καλύτερο. Και εκεί που συσσωρεύαμε όλον τον χρυσό της γης, μολύνεται το νερό. Και εκεί που εξουσιάζουμε τα πάντα, δεν εξουσιάζουμε ούτε την επόμενη ανάσα μας.

106623-stjohnmyart1a6kbΣτην τελευταία του κραυγή από το μπουντρούμι ο Πρόδρομος φώναξε στον διάβολο: Άμα τον συναντήσεις ρώτα Τον. Εκείνος είναι ή άλλον περιμένουμε; Βρισκόμαστε στον Πρώτο Καιρό, την πρώτη ενότητα του πολυφωνικού αφηγήματος εκείνης που κάποτε ονομάστηκε, θυμάμαι, ως η Ωραιότερη Ιστορία του Κόσμου. Εδώ υπάρχει χώρος για όλες τις φωνές, μείζονες και ελάσσονες, πιστές, εύπιστες ή διχασμένες, ενάρετες ή ανάρετες. Λίγο αργότερα τον λόγο, ή ακριβέστερα μονόλογο παίρνουν οι πρώτοι μαθητές. Ο Θωμάς αδιαφορεί για τον θάνατο, μια και δεν θα υπάρχει για να λυπάται που πέθανε. Η ιδέα μιας αιώνιας ζωής στον παράδεισο δεν τον θαμπώνει περισσότερο από μια στιγμή ευτυχίας στη γη. Πιστεύει εις έναν Θεό, Πατέρα, παντοκράτορα, ποιητήν πάντων των ορατών αλλά ουχί των αοράτων. Αλλιώς, σε τι διαφέρει η πίστη απ’ την τρέλα; Ο Ματθαίος αναρωτιέται: Αυτή είναι λοιπόν η ζωή όλη κι όλη; Διαισθάνεται όμως πως κάτι ξεπαγώνει μέσα στο κεφάλι του, αντιλαμβάνεται πως το ταξίδι τους μόλις άρχισε, ελπίζει κάποτε να γράψει ένας βιβλίο που οι λέξεις του να παράγουν θερμότητα.

Σε εRaising of Lazarus (detail) 1080  Cathedral, Chichester_κείνη την εποχή ολόκληρη η ζωή στηριζόταν στην αδικία, περιμένοντας μια λογική απάντηση ή μια αιματοβαμμένη ανατροπή. Σ’ εκείνη την ατέλειωτη αναμονή, συμβαίνουν τα Θαύματα, που έχουν το δικό τους κεφάλαιο – στην Κανά Εκείνος σκέφτεται τι ωραία να μην φοβούνται οι άνθρωποι τον Θεό, να μην πιστεύουν πως θα τους εκδικηθεί για τις στιγμές της ευτυχίας που τους χάρισε. Το ίδιο και οι Παραβολές, κατάγραφες από «περιπτώσεις ανθρώπων και ταλέντων»: ο ζωγράφος, η χορεύτρια, άσωτοι και παρθένες, άφρονοι πλούσιοι και καλοί σαμαρείτες. Κι ύστερα Διδασκαλίες, Λόγοι και Αντίλογοι.

Δεν υπάρχω; Υπάρχει μόνο η αδελφή μου που είναι όλα αυτιά και Τον ακούει στα γόνατα; Που δεν κάνει τίποτε όλη μέρα, έξω από το να Τον ονειρεύεται, βηματίζοντας ζαλισμένη; Όταν εκείνος έρχεται τα μάτια της τρέχουν, όπως τα δικά μου όταν καθαρίζω κρεμμύδια. Μόλις Τον βλέπω φεύγω για την κουζίνα μου. Νομίζω ότι είναι ένας άνεμος που, αν με σηκώσει, δεν πρόκειται να ξαναβρώ ποτέ το σπίτι μου. Το σπίτι μου δεν αποτελείται από πέτρες, αλλά από απαράβατες μικρές συνήθειες που χτίζουν μια ασφαλή ζωή.// Εκείνος τι ζωή κάνει; Χωρίς στέγη, μπαινοβγαίνει τα χωριά σαν να μην ανήκει σε πατρίδα. Άλλοτε περίγελως κι άλλοτε Θεός, με ζαλίζει και με αναστατώνει. Αν δεν ξαναερχόταν θα ένοιωθα ανακούφιση. [σ. 137 -138]

Saint_Martha…μονολογεί η Μάρθα μέσα στη σκόνη της λάτρας, προτού ακουστεί από την μέσα κάμαρα ο αντιμονόλογος της Μαρίας. Κάποτε και ο Ιούδας σκέφτεται φωναχτά: θα διατυπώσω κι εγώ επιτέλους τον λόγο μου. Ο επιτετραμμένος της αναπότρεπτης προδοσίας, αν μου επιτραπεί ο χαρακτηρισμός – να θυμηθώ και φέτος να διαβάσω τις μπορχικές εκδοχές του Ιούδα – πιστεύει πως ο Θεός υπάρχει αλλά δεν Τον απασχολεί καθόλου αν ο αδύναμος φτύνει αίμα κι ο ισχυρός το πίνει και ευφραίνεται. – πιστεύει μάλιστα ότι μπορεί να το θεωρεί φυσικό. Η διαθήκη του: Όσοι τη Μεγάλη Παρασκευή θα με καιν στις πλατείες, καλό είναι ν’ αναρωτηθούν πόσα βήματα έκαναν στο κενό· από έρωτα.

ev3pa02Στο ύστατο κεφάλαιο, Οι Τελευταίες Μέρες, στο κείμενο Η τιμή της αγάπης διαβάζουμε: Η επιβεβλημένη «ορθότητα», ακόμα κι αν αποτελεί απαίτηση του πλέον ορθού ηγέτη, μας αφαιρεί κάθε λαχτάρα να πράξουμε το ορθό από χαρά κι από μόνοι μας. Ίσως μάλιστα και να φτάσουμε να το αποστρεφόμαστε με τον καιρό, αντί να το επιθυμούμε. Στην Βαϊοφόρο Εκείνος μπαίνει σ’ όλες τις πολιτείες των ανθρώπων καθισμένος πάνω σε μια πλάτη που αιώνες τώρα λείανε και λύγισε η υπομονή, γνωρίζοντας καλά πως πηγαίνει για να πεθάνει. Ακόμα κι εκείνη τη στιγμή οι άνθρωποι συνέχισαν να βλέπουν τον Ναό ακατάλυτο, κι ούτε που φαντάζονταν πως σε λίγα χρόνια δεν θα ’μενε τίποτα όρθιο απ’ αυτόν, εκτός από λίγο τοίχο για να χτυπάν τα κεφάλια τους.

Στον Ιορδάνη και στο Θαβώρ είχε ακουστεί η φωνή Του. Απόψε δεν μιλάει κανείς. Οι ουρανοί έπρεπε να ’ναι αυτή τη στιγμή γεμάτοι από λεγεώνες αγγέλων. Αυτή τη στιγμή θα έπρεπε, στην ιδέα της ουσίας, Εκείνος να λάμπει ολόκληρος. Αυτή η στιγμή είναι η στιγμή Του. Στη Γεσθημανή ακούγονται για τελευταία φορά τα αδοκίμαστα λόγια. Ο ουρανός παραμένει σιωπηλός αλλά είναι καθησυχαστικό που Εκείνος έχει χάσει κάθε ίχνος θεότητας, που επιτέλους τους περικλείει όλους. Σύλληψη – Εμπαιγμός – Πέτρος και Πιλάτος – Σταύρωση – Ψηλάφηση – Εμφάνιση στους Μαθητές. Έπρεπε. Εκείνο που σας έκανε δύσπιστους έπρεπε να συμβεί. Να βγει η ψυχή μου από ένα στόμα που είναι το στόμα όλων μας. / Από γενιά σε γενιά, από χώρα σε χώρα, μην πάψετε ποτέ να τους λέτε πόσο ωραία περάσαμε σήμερα μαζί, βουτώντας το δάχτυλο στην ίδια λίμνη από μέλι.

Στο σαγηνευτικότατο αφEmil_Nolde,_1915,_Die_Grablegung_(Begravelsen,_The_Burial)ήγημα της Σταθοπούλου τα πρόσωπα της πυρηνικής ιστορίας του χριστιανισμού παίρνουν τον λόγο και εξομολογούνται σε πρώτο πρόσωπο την ζωή τους Πριν και Μετά, τις συγκλονισμένες σκέψεις τους, τις βασανιστικές αμφιβολίες τους. Η ομολογία της πίστεως ή του αντίθετού της εναλλάσσεται με τις τριτοπρόσωπες διηγήσεις της συγγραφέως, με απλή γλώσσα αλλά ποιητική λάμψη, σαν λαϊκές αφηγήσεις που διακοσμήθηκαν από τις πλουσιότερες των γλωσσών, σαν ταπεινά παραμύθια που επιχειρούν να διηγηθούν το αδιήγητο, σαν Ευαγγέλια – βάλσαμα που διασώζουν το άφατο αλλά και δικαιώνουν το εναρκτήριο παράθεμα: «Ο Θεός είναι ο Λόγος και η ζωή ο διάλογος».

Εκδ. Εστία, 2013, σελ. 186.

Στις εικόνες: Λαϊκότροπος Πρόδρομος, Γλυπτός Λάζαρος Καθεδρικού Chichester, Ιησούς με Μάρθα και Μαρία, Η Αποκαθήλωση του EmilNolde.

Εντευκτήριο, τεύχος 102 – 103

Ήταν τ102 103 COVER WEBόσο θαυμάσιο να γεύεται την ουσία της ζωής μ’ όλη του την ύπαρξη, αρχίζοντας από τα πιο απλά της σημεία: από ένα βλέμμα, από μια κίνηση, από έναν ήχο! Τίποτε δεν ήταν περιφρονήσιμο. Είχε την ικανότητα να ανακαλύπτει κόσμους ολόκληρους εκεί που οι άλλοι περνούσαν ανυποψίαστοι, με την ιδέα της φτηνής καθημερινότητας να τους κλείνει τα μάτια. Αν τολμούσες να του πεις ότι είχε φαντασία (έτσι το έπαθα κι εγώ στην αρχή της γνωριμίας μας), γινόταν έξω φρενών. «Δεν είναι φαντασία», έλεγε, «η εντελής αντίληψη της πραγματικότητος, η διείσδυσις του νοήμονος ανθρώπου στη φαινομενικότητα των γεγονότων, η σύλληψις της ακριβούς κινήσεως πάσης ευελιξίας. Η πραγματικότης είναι απείρως πλουσιωτέρα και της πλέον πληθωρικής φαντασιώσεως. Απλώς, αντιλαμβάνομαι. Δεν εφευρίσκω. Διαφέρω από τους πολλούς γιατί αντιλαμβάνομαι δι’ όλης μου της υπάρξεως και όχι μόνο με το πνέυμα»

Nora_Manolis_…έγραφε η Νόρα Αναγνωστάκη σε ένα έξοχο κείμενο, ανοιχτό και κλειστό μαζί [Ο αναμένων], δημοσιευμένο στο περιοδικό Νέα Πορεία [τεύχος 6] και αναδημοσιευμένο στο παρόν Εντευκτήριο. Σύντροφος και συνοδοιπόρος του Μανόλη Αναγνωστάκη, συνδημιουργός του περιοδικού – σταθμού Κριτική [1959], η Αναγνωστάκη δεν έζησε στη σκιά του αλλά υπήρξε μια αυτόφωτη πνευματική παρουσία, πάντα ανοιχτή σε οτιδήποτε καινούργιο παρουσιαζόταν στην τέχνη της γραφής – μετέφερασε άλλωστε ταυτόχρονα με την έκδοσή του αποσπάσματα του έργου Ο βαθμός μηδέν της γραφής του Ρολάν Μπαρτ, φέροντας το όνομα του Γάλλου θεωρητικού στην Ελλάδα, ενώ ανέδειξε και τα προτάγματα του Νέου Μυθιστορήματος. Είχε πράγματι την ικανότητα να διακρίνει το νέο που κόμιζε κάθε εποχή και να το αναδεικνύει έξω από αισθητικές και ιδεολογικές σκοπιμότητες. Υπήρξε σπάνιος τύπος κριτικού, κριτικός με γούστο, κατά τον γνωστό χαρακτηρισμό του Τ.Σ. Έλιοτ, όπως γράφει ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, που μαζί με την Πόλυ Κρημνιώτη υπογράφουν τα δυο προς μνήμην της κείμενα, με αφορμή την φυγή της την τελευταία ημέρα του περσινού έτους.

tadeusz kantorΑΓΑΠΗ καπριτσιόζα…/αυτή η αγάπη που πεθαίνει όταν χάνεται/κι εκείνη η αγάπη που παραμένει/και σου συμπαραστέκεται/στην ήττα/μέχρι τέλους./[…]

… διακρίνει ανάμεσα στις Συναντήσεις του με τον θάνατο ο Ταντέους Καντόρ (μετάφραση: Ζαφείρης Νικήτας), ο Πολωνός εικαστικός καλλιτέχνης, σκηνοθέτης, σχεδιαστής, συγγραφέας και θεωρητικός του θεάτρου, μια επιδραστικότατη φωνή του θεάτρου και ένας καλλιτέχνης των λέξεων και των γραμμών. Το τεύχος προτείνει και παρουσιάζει δυο νέες ποιητικές φωνές, τον 19χρονος Ένο Αγκόλλι, γεννημένο στην Κορυτσά της Αλβανίας και υπότροφο σπουδαστή πλέον αναλυτικής φιλοσοφίας στο Σικάγο και τον 18χρονο Γιαχύα Χασάν, γεννημένο στην Δανία από Παλαιστίνιους γονείς. Δημοσιεύονται ακόμη ποιήματα της Κικής Δημουλά, του Χάρη Βλαβιανού, της Ανθής Μαρωνίτη, του Πολ Όστερ (παρουσίαση και απόδοση: Βασίλης Κουγέας), του Θανάση Μαρκόπουλου, του Κωνσταντίνου Παπαχαράλαμπου, του Λεωνίδα Κακάρογλου, , του Γιώργου Χ. Θεοχάρη, του Συμεών Τσακίρη, του Απόστολου Λυκεσά, της Μαρίας Καρδάτου, του Άγγελου Ευθυμιάδη και της Άλκηστης Πανάγου.

kokorasΣτρέφω τη σκέψη στους παιδεμένους ποιητές που τυραννίστηκε η ζωή τους σε σανατόρια, σε ψυχιατρεία και σε νοσοκομεία χρονίων παθήσεων. Βιζυηνός, Φιλύρας, Πολυδούρη, Ρίτσος, Κοτζιούλας, τραγούδησαν τη ζωή ενώ ο θάνατος σελάγιζε μέσα τους.

Στρέφω τη σκέψη στους ποητές που εκόμισαν εις την ιατρικήν επιστήμην όπως εκόμισαν εις την τέχνην. Σ’ εκείνους που αντιμετώπισαν το άλγος του πόνου μακριά από βαριές ασθένειες και δοκιμασίες μετατρέποντάς το σε τέχνη μέσ’ από τη διήθησή του στα φίλτρα της ευαισθησίας των. Σ’ εκείνους που άωρα έφυγαν από κοντά μας.

Κάπως έτσι κι εγώ, αν μη τι άλλο σ’ αυτή τη ζωή, προσδοκώ να συναριθμηθώ με τους πονεμένους της συκοφαντημένης γενιάς μου. Με τους αδελφούς μου και τις αδελφές μου της περιώνυμης «Γενιάς του ’70»: την Μπίλλη να σφάζει τον Κ ό κ ο ρ α τ ω ν θ ε μ ε λ ί ω ν στο Πήλιο και τον Βασίλη, το χλωμό κ ύ ρ ι ο Ί β ο του Παγασητικού και με τον Μίμη των βορείων συνόρων […] την Ηρώ και τον Γιάννη, πλανόδιους θηρευτές αισθημάτων στην Α κ τα ή Κ α λ λ ι μ α σ ι ώ τα η…

…. γb98175ράφει ο Γιώργος Θεοχάρης στο ένα από τα τρία Ποιήματα (Εκόμισαν…) που τυπικά καλύπτουν ένα δισέλιδο αλλά ουσιαστικά έναν ολόκληρο κόσμο όπου η γλώσσα και η Ποίηση «μας σκέπουν αδιαλείπτως», όπως άλλωστε στιχουργεί και στο ισχαιμικό του επεισόδιο σε εξέλιξη, όπου και η χρήση της γλώσσας ως στοιχείο επιβίωσης. Στο ίδιο τεύχος πεζά του Δημήτρη Πετσετίδη, του Ηλία Μαγκλίνη, της Άννυς Κουτροκόη, της Ντάντης Σιδέρη-Σπεκ, του Ιγνάτη Χουβαρδά, της Άννας Κουστινούδη, του Χρήστου Δήμα, του Ντέιβιντ Σεντάρις (μετ.: Γιάννης Θεοδοσίου), του Γιώργου Μαυρομμάτη, του Βασίλη Τερζόπουλου και των πρωτοεμφανιζόμενων Άννας Γούλα και Μαρίας Ντινάκη. Η Λίζυ Τσιριμώκου γράφει για την πολυδιάστατη διδακτική και συγγραφική προσφορά της Τζίνας Πολίτη και ο Γιώργος Κορδομενίδης νεκρολογεί τον Κάρολο Τσίζεκ. Και πάλι η φωνή της Νόρας Αναγνωστάκη, από τις Μαγικές Εικόνες: Επτά δοκίμια, 1960 – 1965 [Τραμ, 1973]:

Η τέχνη, austerκαι να το θέλουμε, δεν μπορεί πια να είναι για μας μια σπουδή γυμνής ομορφιάς. Αυτό το σκέφτομαι επίμονα κάθε φορά που βλέπω μερικές κινέζικες ζωγραφιές. Θέλω να βγάλω έναν επικήδειο του ανέφελα ωραίου […]. Νομίζω πως δεν μας φτάνει πια η απόλαυση του ωραίου που διαστέλλει την ψυχή σε άχρονη έκσταση. […]. Δεν βρισκόμαστε σ’ ένα findesiècle. Έχουμε ήδη εισχωρήσει βαθειά μέσα σ’ ένα ζέοντα και ανασχηματιζόμενο κόσμο. Κι αυτοί που μπορούν να μιλήσουν, για να είναι σύγχρονοι, πρέπει να μιλάνε τη γλώσσα του. [176 σελ.]