Αρχείο για Μαΐου 2014

30
Μάι.
14

Το Δέντρο, τεύχος 197 – 198 (Μάιος 2014)

δΑφιέρωμα: Η γοητεία της μυθοπλασίας

Μια φορά πηγαίνοντας στο λύκειο με το τραμ, μια γυναίκα στην ηλικία της μητέρας μου ακούμπησε πάνω μου: η πρώτη μεγάλη ταραχή, ένας ευτυχισμένος πανικός. Το στήθος μου άγγιζε το πρόσωπό μου, τα δάχτυλά της πάνω στα δικά μου στη χειρολαβή κι εγώ ακίνητος εκστασιασμένος, γεμάτος αναπάντεχο σφρίγος και διογκώσεις, κολλημένος πάνω της με απελπισία ναυαγού. Κάποια στιγμή απομακρύνθηκε ξαφνικά και έφυγε. Δεν την ξανασυνάντησα ποτέ, αλλά και να την ξανάβρισκα, ακόμα και σήμερα, θα την ευχαριστούσα. Ίσως να περνάει τα απογεύματα στο ζαχαροπλαστείο, χήρα, μπροστά σε ένα άδειο φλιτζάνι καφέ, με την ομπρέλα κρεμασμένη στην πλάτη της καρέκλας, φτωχή συνταξιούχος με τους ρευματισμούς να της καταπονούν τα κόκαλα. [σ. 61]

….γράφει ο Αντόνιο Λόμπο Αντούνες σ’ ένα κείμενο γεμάτο μνήμες ατάκτως ερριμένες, όπως φαίνεται από τον τίτλο (Η μνήμη παίζει παράξενα παιχνίδια), μεταξύ των οποίων και εικόνες χαμογελαστών ενζενί του κινηματογράφου με μαγιό στο χαρτί κι εγώ σίγουρος ότι χαμογελούν σε μένα. Όσον αφορά την ποσότητα των σκουπιδιών που δημοσιεύονται ο Πορτογάλος συγγραφέας σκέφτεται: άραγε τι σκέπτονται οι συγγραφείς τους για τις αηδίες που έχουν γράψει; Προφανώς είναι πολύ ευχαριστημένοι…

Ant Lobo AntΕμπλουτίζοντας ακριβώς μια οιονεί συζήτηση πάνω στο θέμα – αφιέρωμα στο προηγούμενο τεύχος του Δέντρου, ο Κώστας Μαυρουδής γράφει στις Σκέψεις για την παραλογοτεχνία και το ευπώλητο ανάγνωσμα: Το όχημα της ωριμότητας κυλά μόνο στις ράγες που έστρωσε ο χρόνος. Το διάβασμα (παρηγορητική και βαθειά μαθητεία με τον εαυτό μας και τον κόσμο) χωρίς την πείρα της περιπέτειάς μας μένει αβαθής πρωτογένεια. Παίρνει αρκετό χρόνο να το αντιληφθούμε. Μεταξύ των αναγνώσεων του λογοτεχνικού έργου, πλεονεκτεί κατά κράτος εκείνη που γίνεται με γυαλιά πρεσβυωπίας… Διαφορετική λοιπόν είναι η ανάγνωση του παραλογοτεχνικού αφηγήματος, που διατρέχει την άπνοια των ιδεών και την ανύπαρκτη λογοτεχνικότητα και εκφράζει τεράστιες ομάδες που δεν χρειάστηκαν ποτέ την αρωγή της λογοτεχνίας, τη σωτήρια συνάντηση μαζί της, ούτε βέβαια υποψιάζονται σ’ αυτήν τη σχέση τον ψίθυρο της ανθρώπινης μοίρας.

domenicostarnoneΈνα υπέροχο αφήγημα του Ντομένικο Σταρνόνε (Μάτια κλειστά, μάτια ανοιχτά) κοινωνεί τις μνήμες του συγγραφέα από την μύησή του στον κόσμο του κινηματογράφου. Η είσοδος στο σινεμά αποτελούσε, πριν απ’ όλα, απόδραση από την επαχθή πόλη, από τη γλώσσα της την τόσο ακατάλληλη για την αφήγηση ηρωικών πεπρωμένων, από τη χυδαιότητα των αληθινών ημερών που βιώνονταν μέσα σε αληθινή δυστυχία.

prevert«Η γοητεία της μυθοπλασίας» ή του περί αυτής λόγου εντοπίζεται ή επαληθεύεται σε πλήθος κειμένων από τους Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ (Σημεία και σύμβολα), Γιόζεφ Ροτ (Ο Κάιζερ στην Κρύπτη των Καπουτσίνων), Άρθουρ Σνίτσλερ (Όνειρα), Τσαρλς Ντίκενς (Δημόσιος αποκεφαλισμός στη Ρώμη), Τσάρλι Τσάπλιν (Τα φώτα της ράμπας), Αντουάν ντε Σεντ Εξιπερί (Ο φίλος μου, ο μικρός πρίγκιπας), Όσκαρ Εμίλ Τουντέερ (Ταξιδιωτικές αναμνήσεις από την Ελλάδα), σε τρία σύντομα (και απολαυστικά) σύντομα διηγήματα των Αλεχάντρο Μπεντιβόλιο, Μάρκο Ντενέβι, Σέρζι Πάμιες, και άλλα κείμενα από τους Σέρεν Κίρκεγκορ, Ρέι Μπράνμπερι, Βικτόρ Πελέβιν, Κέιτ Σοπέν, Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Αλέξιο Μάινα, Γιώτα Τσεμπερίδου. Ακόμα: τρεις επιστολές του Φερντινάν Σελίν στον Ανρί Μοντόρ, εννέα ιταλικά ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη, οκτώ μικρά κείμενα του Γιάννη Βαρβέρη, εμπνευσμένα από την μικρή, πυκνή φόρμα του βιβλίου του Κώστα Μαυρουδή Με εισιτήριο επιστροφής, ποιήματα από τους Ζακ Πρεβέρ, Γ.Χ. Όντεν, Ιδέα Βιλαρίνιο, κ.ά.

20090729-155434-6_63MbΟι γερμανικές υπηρεσίες είχαν πέσει σε λάθος πρόσωπο. Με είχαν μπερδέψει όχι με κάποιον άλλον, αλλά με ένα άτομο το οποίο είχαν επινοήσει εκ του μηδενός από μια σειρά συκοφαντίες. Και να φανταστεί κανείς ότι κάθε χρόνο, ανάμεσα στις δεκάδες χιλιάδες με­ταναστών που προέρχονται από τη Ρουμανία για οικογενειακή επανασύνδεση έφταναν μερικές εκατοντάδες κατάσκοποι. Ήταν όμως Γερμανοί, και ως εκ τούτου τους υποδέχονταν με ανοιχτές αγκάλες. Εγώ ήμουν δακτυλοδεικτούμενη, διότι δεν ήθελα να απαρνηθώ την κατάστασή μου ως πολιτικά διωκόμενης. Αυτή ήταν η αλήθεια· μια ακριβοπληρωμένη αλήθεια. […] Ήμουν εξόριστη, και για μένα αυτός ο χαρακτηρι­σμός δεν ήταν διαπραγματεύσιμος. Τον διεκδικούσα, διότι αντιστοι­χούσε στην πραγματικότητα. Όμως ενοχλούσε τις αρχές δεν ήθελαν να ακούσουν για δικτατορία. Και με διέκοπταν κάθε φορά που προ­σπαθούσα να πω με ποιο τρόπο αυτή η δικτατορία είχε βιάσει ακόμα και τα πιο προσωπικά σημεία της ύπαρξής μου.

Ύποπτη σε δυο χώρες η Χέρτα Μύλλερ καταθέτει το πιο συγκλονιστικό αυτοβιογράφημα για την τραγικότητα της αυτοεξορίας της από την Ρουμανία του Τσαουσέσκου. Η Μύλλερ είναι αδιάλλακτη ως προς το χρέος της Γερμανίας να τιμήσει τη μνήμη της εξορίας, ως υπεύθυνη του διωγμού της, όπως και για το Ολοκαύτωμα. Αλλά για άλλη μια φορά η εξορία δεν έχει μνημείο για τις ατομικές ανθρώπινες περιπτώσεις. Μένει το χρέος της χώρας απέναντι στην Ιστορία: ένα συλλογικό μουσείο εξορίας.

BunuelΣτις πίσω σελίδες, ανάμεσα στα γνωστά συνοπτικά πλην πλήρη κείμενα των συνεργατών, η Πόλυ Χατζημανωλάκη μας υπενθυμίζει την σκέψη της μετατροπή ενός σκανδάλου σε μια φάρσα από έναν «αιρετικό» δημιουργό, μια σκέψη που καταγράφει ο Λουίς Μπουνιουέλ στο αυτοβιογραφικό βιβλίο Η τελευταία πνοή: «Καθώς πλησιάζει η τελευταία μου πνοή, συχνά φαντάζομαι μια τελευταία φάρσα. Καλώ τους παλιούς μου φίλους, εκείνους που είναι ορκισμένοι άθεοι σαν κι εμένα. Τεθλιμμένα παίρνουν θέση γύρω από το κρεβάτι μου. Τότε καταφθάνει ένας ιερέας που τον έχω καλέσει εγώ. Προς μεγάλο σκανδαλισμό των φίλων μου εξομολογούμαι, ζητάω άφεση των αμαρτιών μου και δέχομαι την τελευταία μετάληψη. Ύστερα γυρίζω στο πλάι και πεθαίνω.»

Φαντάζομαι τη σκηνή – και κρατώ σφιχτά ένα επίγραμμα του Αντόνιο Λόμπο Αντούνες: Τι είναι το όνομα, η ανάμνηση ενός ονόματος; Ορισμένες φορές μπορούμε να παραμείνουμε ζωντανοί χάρη σε μια μόνο φράση. [σ. 176]

Στις εικόνες: Antonio Lobo Antunes, Domenico Starnone, Jacques Prevert, Herta Müller, Luis Buñuel.

28
Μάι.
14

Yôko Ogawa – Η πισίνα των καταδύσεων. Ο κοιτώνας. Ημερολόγιο εγκυμοσύνης

0560 OGAWA-PISINA KATADYSEWNΤρυφεροί ψυχισμοί σε φαντασιώσεις σκληρότητας

Η πισίνα των καταδύσεων αποτελεί τον μόνο χώρο όπου η αφηγήτρια μπορεί να ξεφεύγει από την άχαρη ζωή της και να θαυμάζει τον Τζουν, έναν οικότροφο του ορφανοτροφείου Χικάρι που διευθύνουν οι γονείς της. Είναι το παρατηρητήριο που μοιάζει προορισμένο αποκλειστικά για εκείνη: εκεί μπορεί να απολαμβάνει τις βουτιές του, που σαν βέλη τρυπούν την επιφάνεια του νερού, ή την ψυχρή του χάρη, καθώς σαν μπρούντζινο άγαλμα υψώνει τα χέρια του και «τρυπάει την λεπτή κρούστα των συναισθημάτων της».

Από τότε που γεννήθηκα δεν θυμάμαι να έχει περάσει μέρα που να μην άκουσα κλάματα στο ίδρυμα Χικάρι. Ανάμεσα στα αμοιβαία πειράγματα, τους καβγάδες, τα γέλια ή τις οργισμένες φωνές πάντα υπήρχε κάποιος που έκλαιγε. Προσπάθησα μ’ όλες μου τις δυνάμεις να αγαπήσω αυτά τα κλάματα. Επειδή ήμουν ένα ορφανό που κανείς δεν ήθελε να το υιοθετήσει. Επειδή ήμουν η μόνη ανάμεσα στα ορφανά που δεν μπορούσε να εγκαταλείψει το ίδρυμα Χικάρι. [σ. 47]

rineke2

Καθώς η έφηβη τακτοποιεί το φιλμ των αναμνήσεών της δεν βρίσκει παρά λέξεις χωρίς περιεχόμενο, λέξεις που κυλάνε στα πόδια της ηχώντας σαν άδειες κονσέρβες. Το, πιο χειροπιαστό, άλμπουμ με τις φωτογραφίες είναι γεμάτο ομαδικές στάσεις χωρίς παραλλαγή, από τις γιορτές στο ίδρυμα. Ακόμα και σ’ αυτές τις συναθροίσεις η νεαρή αισθάνεται μόνη: θα προτιμούσε να ανήκει ως ορφανό σε μία από τις κατηγορίες των δυστυχιών του οικήματος παρά να βρίσκεται στο μεταίχμιο ως παιδί των ιδιοκτητών.

Η Ογκάουα σκιαγραφεί μια ακόμα βαθιά υπαρξιακή ιστορία, όπου η ηρωίδα της ζει βυθισμένη σε προσωπικές εμμονές, ανέκφραστες σκέψεις, α-νόητες πράξεις. Επίσης για άλλη μια φορά σχεδιάζει ένα επιβλητικό και ταυτόχρονα θλιβερό κτίσμα, με πυκνή εξωτερική βλάστηση και μέγιστη εσωτερική κατάρρευση, με λαβυρινθώδεις διαδρόμους και καταθλιπτικούς χώρους. Η μυρωδιά από την κουζίνα είναι μια μόνιμη πηγή αηδίας, οι φωνές στην τραπεζαρία μια ανυπόφορη κατάσταση, η φλυαρία της μητέρας της επώδυνη καθημερινότητα.

Paul Binnie - tears Namida 2008

Μοναδική της διέξοδος η παρακολούθηση των καταδύσεων του Τζουν, με τον οποίο, εκτός της ιδιαίτερης έλξης αισθάνεται πως μοιράζεται κοινές δυστυχίες. Ο ίδιος κάποτε της εξομολογήθηκε: Οι συνθήκες της γέννησής μου είναι τόσο προβληματικές από μόνες τους ώστε απ’ τη στιγμή που βρίσκομαι στον βατήρα, το μόνο που θέλω είναι να βουτήξω κατευθείαν χωρίς τον παραμικρό δισταγμό [σ. 82]. Η ηρωίδα έχει όμως και μια άλλη ασχολία: συμπεριφέρεται με ιδιαίτερο σαδισμό στην μικρή Ρίε, τιμωρώντας αυτό που η ίδια αποκαλεί παιδιάστικη αλαζονεία. Της κρύβεται, την κατεβάζει σ’ ένα πηγάδι για λίγα λεπτά, φτάνει στο σημείο να την φιλέψει χαλασμένα γλυκά, ενώ στην φαντασία της την υποβάλλει σε ακόμα χειρότερες δοκιμασίες

Οι λυγμοί της, τόσο βίαιοι που ήταν, σαν κάτι να κινδύνευε να διαλυθεί στο εσωτερικό της, ικανοποίησαν μέσα μου το «αίσθημα σκληρότητας». […] Ενώ όταν μεγαλώσουμε ο καθένας μας ψάχνει και βρίσκει πάντα κάπου μια κρυψώνα για την αγωνία, τη μοναξιά, το φόβο ή τη θλίψη του, τα παιδιά δεν έχουν τρόπο να κουκουλώσουν αυτά που αισθάνονται και τα σκορπίζουν γύρω τους με τη μορφή δακρύων. Θα ήθελα να γλείψω αργά αυτά τα δάκρυα. Θα ήθελα, περνώντας τη γλώσσα μου πάνω από αυτό το εύθραυστο σημείο που πυορροεί, να ερεθίσω και να πληγώσω ακόμα πιο βαθιά την ανθρώπινη καρδιά. [σ. 44 – 45]

OgawaAutorMonats

Ανάμεσα σε εγκεφαλικά κενά και βίαιες επιθυμίες, η μοναχική αφηγήτρια συλλέγει τις αναμνήσεις της από τον Τζουν και αναζητά φαντασιώδεις διεξόδους από την άχαρη ζωή της. Στον εμμονικό της εφηβικό κόσμο περίοπτη θέση έχουν οι πάσης φύσεως ήχοι, ακόμα και ως μεταφορές: αγκράφες αποσύνδεσης ψυχικών δεσμών, υπόκωφοι θόρυβοι που αντανακλούν τα αισθητήρια του χρόνου. Η συνάντηση με τον Τζουν είτε στους λουτήρες είτε στην συνενοχή της σκληρότητας θα παραμείνει μια διαρκώς ανοιχτή αδυναμία.

tumblr_m49wheTqzo1qiuhqdo1_500

Ο κοιτώνας αποτελεί μια ακόμα βαθύτερη είσοδο στον κρυπτικό, αινιγματικό και ταυτόχρονα φυσιολογικότατο κόσμο που αναπαριστά η Ογκάουα. Για να εξυπηρετήσει τον εξάδελφό της που ψάχνει για δωμάτιο, η ηρωίδα τον συστήνει στη φοιτητική εστία όπου άλλοτε έμενε η ίδια. Και εδώ το κτίσμα μοιάζει να είναι ένα απλό περίγραμμα σε ένα ρευστό περιβάλλον, και εδώ οι ήχοι που την βασανίζουν μοιάζουν αντικαταστάτες ανείπωτων λέξεων ή σαν τον βόμβο της απόλυτης ησυχίας της νύχτας στο εσωτερικό της παλάμης του χεριού που κρατούσε το ακουστικό, μετά το τηλεφώνημα με τον εραστή. Hεπικοινωνία με τον εξάδελφό της και η επίσκεψη στο κοιτώνα μοιάζουν με επιστροφές σε ένα παρελθόν απαράλλακτο και συνάμα άγνωστο.

Αμέσως μετά την εγκατάσταση του νεαρού, η αφηγήτρια κυριεύεται από μια ανεξήγητη στενοχώρια. Όσες φορές πηγαίνει για να τον δει, εκείνος είναι απών και έτσι συντροφεύει τον αινιγματικό διευθυντή της εστίας. Το σώμα του στερείται τα δυο του χέρια και το αριστερό του πόδι, και αυτό ακριβώς το στοιχείο τον έχει ωθήσει, όπως της εξομολογείται, να καλλιεργήσει με διάφορους τρόπους το ενδιαφέρον του για το σώμα των άλλων.

Paul Neagu - 38 Cells Neagu P's Concept, 1972

Αίφνης, τα κενά που έπρεπε κανονικά να κατέχουν τα δυο του χέρια, και το ένα πόδι, αυτό που ήταν πάντα εκεί αλλά, συνήθως, δεν τραβούσαν την προσοχή μου, ξύπνησαν μέσα μου μια αβάσταχτη αίσθηση απώλειας. Όταν κοιτάζει κανείς εξακολουθητικά ένα πράγμα που δεν υπάρχει, ένας υπόκωφος πόνος απλώνεται στο βάθος των ματιών του. [σ. 147]

Οι επισκέψεις της στον θλιβερό κοιτώνα και το δωμάτιο του μοναχικού ιδιοκτήτη γίνονται όλο και πιο συχνές, βουτηγμένες πάντα σε μια ατμόσφαιρα ανησυχητική, ανάμεσα σε συζητήσεις για μια παλαιότερη εξαφάνιση φοιτητή από την εστία, υπεκφυγές για την απουσία του εξάδελφου, προσωπικές εξομολογήσεις και σιωπές.

Η νεαρή παρατηρεί εντυπωσιασμένη τις σχεδόν χορογραφικές κινήσεις του ακρωτηριασμένου άντρα, καθώς επιβιώνει με τον δικό του τρόπο στο μικροσκοπικό του δωμάτιο. Και για άλλη μια φορά, η ιστορία θα διχαστεί ανάμεσα στην απόλυτη προφάνεια, τις αυταπάτες της εμμονικής φαντασίας και τις υπαρκτές παρεκκλίσεις της ανθρώπινης σκοτεινότητας.

cpc2728

Στο Ημερολόγιο εγκυμοσύνης η αφηγήτρια καταγράφει κάθε αλλοίωση στο σώμα και την συμπεριφορά της αδελφής της – μέλλουσας μητέρας. Έλκεται και απωθείται από τα ιατρικά διαγράμματα με τις σπαστές γραμμές και τα γωνιώδη σχήματα, απορεί με την ιδιαίτερη σχέση σωματικής οικειότητας με τον γιατρό της, παρακολουθεί την παράξενη σχέση του ζευγαριού. Εδώ το μελαγχολικό κτίσμα είναι η κλινική Μ. με την μισοσβησμένη επιγραφή και τα θολά τζάμια. Η αφηγήτρια περιτριγυρίζει από μια ανεξήγητη περιέργεια για το κτίριο, παρακολουθεί από το παράθυρο την έρημη αίθουσα τον εξετάσεων με τα παράξενα μπουκάλια και τα μυστηριώδη όργανα και απορεί για την επιλογή της αδελφής της.

ogawa

Εκείνη με τη σειρά της αποκτά ολοένα καιπιο εριστική συμπεριφορά στο σπίτι, αδυνατώντας να γευτεί ή να μυρίσει οτιδήποτε. Η μυρωδιά του καμένου τηγανιού, τα πορσελάνινα πιάτα, το σαπούνι στο νεροχύτη, οι κουρτίνες στο υπνοδωμάτιο, όλα μυρίζουν τρομερά. Κάθε μυρωδιά ξαπλώνεται σαν αμοιβάδα, μετά έρχεται μια άλλη, την αφομοιώνει μέσα της και μαζί διογκώνονται, ύστερα φτάνει ακόμα μια και διαλύεται κι αυτή μέσα τους…και πάει λέγοντας επ’ άπειρον. Εδώ οι εφιαλτικές νησίδες που εισχωρούν στην καθημερινότητα ενυπάρχουν μέσα στο ίδιο το οικιακό περιβάλλον. Η εγκυμονούσα ονειρεύεται αποστειρωμένους χώρους απόλυτης έλλειψης οσμών όπου θα αδειάσει τα εντόσθιά της να τα ξεπλύνει με καθαρό νερό μέχρι να λάμψουν.

Η αφηγήτρια φτάνει στο σημείο να περνάει πολλές ώρες της ημέρας έξω στον μικρό κήπο, περιορισμένη σε βουβό θεατή της φορτισμένης ενέργειας του σπιτιού. Και όταν η αδελφή της αποκτά αδηφάγο όρεξη, βρίσκει την ευκαιρία να της ετοιμάζει μεγάλες ποσότητες μαρμελάδας από γκρέιπφρουτ, έχοντας τυχαία διαβάσει πως τα εισαγόμενα φρούτα έχουν κριθεί επικίνδυνα για την υγεία. Για άλλη μια φορά η φαντασίωση της σκληρότητας, που ελάχιστα απέχει από την ίδια την πραγματοποίησή της αποτελεί το νοσηρό αντιστάθμισμα ενός ιδιάζοντος ψυχισμού.

Εκδ. Άγρα, μτφ. από τα ιαπωνικά Παναγιώτης Ευαγγελίδης, σελ. 252. Περιλαμβάνεται βιογραφικό σημείωμα της συγγραφέως [Yôko Ogawa – Daibingu Puru / Domitori / Ninshin Karenda, 1990 – 1991].

Ο παράμεσος της Γιόκο Ογκάουα εδώ.

24
Μάι.
14

Σταυρούλα Πετρέλλη – Μήδειες και Κλυταιμνήστρες

ΜήδειεςΓυναικών κραυγή: άχρονη και διαχρονική

Αφιερωμένο στο υπέρτατο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και στις γυναίκες που χρειάστηκε και χρειάζεται ν’ αγωνιστούν γι’ αυτό, το βιβλίο αποτελεί μια ιδιότυπη συλλογή ποιημάτων και πεζών κειμένων. Τα πεζά ακολουθούν γραμμική χρονολογική δομή, ξεκινώντας από τα μέσα του 17ου αι. π.Χ., όταν τα σαράντα εννέα πτώματα σφαγιασμένων Αιγυπτίων άδειασαν οριστικά τις ισάριθμες νυφικές κλίνες της πόλης του Άργους. Το πεντηκοστό σώμα διέφυγε της ενστικτώδους αυτοδιάθεσης καθώς η Υπερμνήστρα πρόδωσε τον όρκο των γυναικών. Για εκείνες κάλλιο κατάρα και φευγιό να ’ναι το ριζικό τους κι εξορία στα Δάση τα αφιλόξενα για σπιτικό να έχουν, παρά σε κλίνες να πλαγιάσουνε αντρών που δε θελήσαν. Οι πρότερες ικεσίες τους σε θεούς και ανθρώπους έμειναν αναπάντητες και οριστικά αγνοημένες, και δεν έμενε άλλο από την έσχατη προσωπική διάπραξη αυτοδιάθεσης και ελευθερίας.

- A scene from Medea at the La MaMa Annex.Τρεις αιώνες και μια σελίδα μετά, η Υψιπύλη στην σύναξη των γυναικών της Λήμνου καλείται να αντιμετωπίσει το μίασμα της αντρικής επιβολής ενός αρσενικού Θεού που θα εκτόπιζε την Μεγάλη Θεά και θα γκρέμιζε τα ιερά της. Σύμφωνα με τα τελετουργικά και τις παραδόσεις της οι γυναίκες παρέμεναν σ’ όλη τους τη ζωή ελεύθερες, εκφράζοντας πνεύματα δυναμικότητας, δημιουργίας και έκστασης. Η κοινή καθαρτήρια απόφαση ορίζεται για το επόμενο βράδυ, σε μια ανάλογη απόδοση δικαιοσύνης.

Κι ήταν ο Έρωτας Maria Callas-Medea, Göreme (Cappadocia), giugno 1969αυτός/που λάβωσε με περισσή επιδεξιότητα/της Μήδειας το στήθος, με βέλος που εβούτηξε πρωτύτερα/στο πάθος./Εκείνο το παράταιρο/που ενώνει την οδύνη, /ίσα με τη γλυκιά του πόθου τη σαγήνη. [Ήταν ο έρωτας]

Δέκα χρόνια μετά την Αργοναυτική Εκστρατεία η Μήδεια μονολογεί καθισμένη στα σκαλιά της εισόδου του βασιλικού ανακτόρου στην Κόρινθο: Είναι φορές που με ξυπνάει ο θυμός κι άλλες φορές ο πόνος. Μα πιο συχνά το τίποτα, αυτό με ξημερώνει. Φοράει η καρδιά μου σάβανο. Πως ζω, πια δεν το νιώθω… Έμαθε πια να τραβάει τα μάγουλά της και ν’ αφήνει αχτένιστα τα μαλλιά της, να αποδέχεται πως δεν θα ξαναπεί κανείς «Μήδεια, κορίτσι ευτυχισμένο». Πώς να ανταποκριθεί στον δικό της βαθύτατο νόμο; Είναι ανώφελη η εξόντωση του Ιάσωνα που κρύφτηκε κάτω απ’ τα φουστάνια της· σκέφτεται πως αν τον σκοτώσει «σύννεφο ξεπαστρεύει, αγέρα ανώφελο λογχίζει»…

Ανακυκλώνοντας την Μήδεια… αφού ο χρόνος διάβηκε από τότε χρόνους εμπρός, /μα αδιάφορος για τη δική μου την άχρονη μνήμη…γράφεται εντός παρενθέσεως στο ποίημα Ερεσός – Αθήνα, και αυτός ο ανοιχτός χρόνος διατρέχει τους διαχρονικούς πόνους των γυναικών, από την Κλυταιμνήστρα γύρω στο 1180 π.Χ. (σ’ ένα κείμενο που αν και δεν είναι πρωτοπρόσωπο συνομιλεί ευθέως με την Κλυταιμνήστρα της Γιουρσενάρ) μέχρι σήμερα, τις πρώτες απογευματινές ώρες ή αργά το βράδυ, όπου μια γυναίκα κακοποιείται μέσα στο σπίτι της ή βιάζεται εκτός. Μετά τις απανταχού Λήμνιες και Δαναΐδες, Μήδειες και Κλυταιμνήστρες, ο κύκλος ολοκληρώνεται με τις Αμαζόνες και την χαμένη αφήγηση μιας άλλης γυναικείας Ιστορίας.

Στο αίμα μου κυλάν/μυριάδες μικροσκοπικά ./Στο βλέμμα του αναδύεται/το Χάος τροπαιούχο./Χείμαρρος από σβέλτες πέστροφες το κορμί σου…/Γυναίκα, /πώς να σ’ αγγίξω/χωρίς τον τρόμο μην ξεγλιστρήσεις/μέσα από τα σε δέος απ’ την επαφή σου/ – γι’ αυτό και τόσο αδέξια – / δάκτυλά μου. [Ερωτευμένη]

Σε Martha Graham - KLYTAIMNISTRA520_bαντίθεση με την συλλογική αφήγηση των πεζών, η ποίηση ακολουθεί έναν προσωπικό τόνο μα κι έναν υπόγειο εσωτερικό ρυθμό, όπου ο λόγος κάποτε μοιάζει αντηχεί ορχημένες φωνές, επικλήσεις αρχαίου χορού ή κραυγές μοναχικών θήλεων από τα βάθη του άχρονου χρόνου. Στα στιχουργήματα αυτά είναι πανταχού παρών ο έρωτας, κάποτε «όλο ρωγμές» όπως τιτλοφορείται ένα ποίημα, καθώς η ποιήτρια ομολογεί πως σκάβεται από την σκέψη της [ερωμένης], οσφραίνεται το χώμα ως τα έγκατα τα άγια, διαισθάνεται την αρχαία καταγωγή της και μένει οργωμένη απ’ τα δάχτυλά της, άλλοτε ως «παραίσθηση», σε άλλο ομότιτλο ποίημα, όπου τα μάτια παρομοιάζονται με φωτεινά ζώα που ποθούν και απειλούν ταυτόχρονα. Όταν η Μνήμη είναι Ανεπαρκής, η καρδιά σου/θυμάται τριανταφυλλώνες και αμπελώνες/να ποτίζονται από τις μήτρες μας./Η μήτρα σου όχι… Ενώ η Μνήμη της αφής προσπαθεί να θυμηθεί πως είναι/να τη φιλάς κρυφά/στη σκιά του δρόμου, /να χώνεις τα τρεμάμενα δάκτυλα/κάτω απ’ το ρούχο της, /να νοιώθεις το δέρμα της δειλά…

 Η συγγραφέας ΣΠ(Μυτιλήνη, 1969) ζει από τα εφτά της στην Αθήνα και εργάζεται σε εταιρεία έρευνας αγοράς. Η πρώτη της ποιητική συλλογή Άγρα Ηρεμία κυκλοφόρησε το 2000 από τις εκδόσεις Αστάρτη.

Εκδ. Πολύχρωμος Πλανήτης, 2008, σελ. 93.

Στις εικόνες: Σκηνή από την Μήδεια [LaMaMaAnnex– Medea], η MariaCallas ως Μήδεια [Καππαδοκία, Ιούνιος 1969], Σκηνή από το κινηματογραφική όπερα – μπαλέτο – ντοκιμαντέρ Ανακυκλώνοντας την Μήδεια [Μαρία Κουσουνή], η Martha Graham ως Κλυταιμνήστρα.

22
Μάι.
14

(δε)κατα, τεύχος 37 (άνοιξη 2014)

ΔΕΚΑΤΑΑφιέρωμα λιμάνια

Εκατόν είκοσι σελίδες ορθάνοιχτες μπροστά σε κάθε είδους λιμάνι, γεμάτες αλμύρα και σκουριά, πλημμυρισμένες από λέξεις απόπλου και εικόνες κατάπλου, διάστικτες με φράσεις ανοιχτών οριζόντων και λιμενικών μνημών – ιδού ο ιδανικός τρόπος να εορταστεί το δέκατο έτος κυκλοφορίας του περιοδικού. Οι Γιώργος Μπλάνας, Φίλιππος Δρακονταειδής, Γιώργος Βέης, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Μηνάς Βιντιάδης, Ιωάννα Μπουραζοπούλου, Γιώργος Ρούβαλης, Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Γιώργος Ανωμερίτης, Δήμητρα Χριστοδούλου, Miguel Florez Nohesell, Robert Herschbach, Κώστας Δανούσης, Ελένη Πέγκα, Ρήγας Καππάτος, Έλσα Κορνέτη, Λάμπρος Σκουζάκης, Κώστας Ζωτόπουλος, Κώστας Χατζηαντωνίου, Γιάννης Τζώρτζης, Παντελής Απέργης, Γιούλη Βολανάκη, Γιώρος Μητσάκης, Παναγιώτης Βούζης, Τάκης Μουσαφίρης, Χρήστος Οικονόμου, Παυλίνα Παμπούδη, Ρίβα Λάββα, Παναγιώτης Ράμμης, Χρύσα Φάντη, Διαμαντής Μπασαντής, κ.ά. γράφουν για το λιμάνι ως χώρο εμπορίου, ως τόπο μετάβασης ανάμεσα σε δύο συνθήκες, ως ξεχωριστό και διακριτό μικρόκοσμο εντός της κοινωνίας, ως ανάμνηση, ως συναίσθημα, για τη στιγμή στη ζωή του κάθε ταξιδιώτη μετά την άφιξη ή πριν την αναχώρηση, την μελαγχολία της ματαίωσης και του ανεκπλήρωτου και γενικά για όλες τις όψεις του πλέον ταξιδευτικού και αταξίδευτου τόπου.

ουκρανία 2014Στις πίσω σελίδες ο Γιώργος Μπλάνας καταθέτει το πυκνότερο σημείωμα για την Ουκρανία και την κατάσταση εξαίρεσης της ζωής. Η ανακάμπτουσα αυτοκρατορική πολιτική της Γερμανίας με το ρυπαρό ένδυμα της Ε.Ε. πυροδότησε μια ακόμα βόμβα από αυτές που κοιμούνται στην Ανατολή. Γνωρίζουν βέβαια οι Γερμανοί κεφαλαιούχοι και γαιοκτήμονες πως οι εθνικές βόμβες της Ανατολικής Ευρώπης είναι ιστορικά μορφώματα και όχι συμπτώματα υπανάπτυξης. Οι λαοί της αναγκάστηκαν επί αιώνες να διαχειριστούν πολύπλοκα προβλήματα και κατέκτησαν τις ισορροπίες τους με πολύ κόπο. Επιβιώνουν, γράφει ο Μπλάνας, επειδή ξεχνούν την ίδια στιγμή που θυμούνται. Ξεχνούν τις αντιπαλότητές τους για χάρη της επιβίωσής τους και θυμούνται ποιο είναι, για να επιβιώσουν ως αυτοί που είναι. Και φυσικά τα γνωρίζουν αυτά οι ηγεμόνες του ευρωπαϊκού «φετίχ» και χτυπούν στο μαλακό υπογάστριο.

Το κλειδί φυσικά αποτελεί η μεταπολιτική ή βιοπολιτική: η πολιτική που ισχυρίζεται πως έχει ξεπεράσει τις ιδεολογίες και επικεντρώνει το ενδιαφέρον της στη διαχείριση από «ειδήμονες» οι οποίες δεν αναγνωρίζουν υψηλότερο αγαθό από την ανθρώπινη ζωή. Κι έτσι από τη στιγμή που η κοινωνία δεν περιέχει ιδεολογίες και συλλογικά οράματα, το μόνο που απομένει είναι ένα απολιτικό πλήθος, τα μDolo-Adoέλη του οποίου ενδιαφέρονται μόνο για τη ρύθμιση των συμφερόντων του. Όταν χρειαστεί, ο πόλεμος θα θέσει σε παρένθεση την πολιτική και η πολιτική την ηθική.

Στις ίδιες επικράτειες ο Θανάσης Σπυράτος από τους Γιατρούς χωρίς Σύνορα γράφει την ανταπόκρισή του από το στρατόπεδο προσφύγων Dolo Abo στην Αιθιοπία, στα σύνορα με την Σομαλία. Εδώ οι άνθρωποι δε σκέφτονται το μέλλον, γιατί γνωρίζουν όσο απρόβλεπτο μπορεί να είναι και πόσο εύκολα μπορεί να ανατραπεί κάθε σχεδιασμός. Οι γηγενείς αδυνατούν να απαντήσουν σε οποιαδήποτε ερώτηση σε σχέση με το δικό τους μέλλον. Τους έχει πάρει άλλωστε χρόνια να τελειώσουν κάποιο σχολείο, με τις αλλεπάλληλες διακοπές του. Ακόμα και στις πιο σκληρές συνθήκες, τα παιδιά συνεχίζουν τα παίζουν, με την εξαιρετικά εφευρετική τους ικανότητα να μετατρέπουν τα πάντα σε παιχνίδια. Ο ανταποκριτής απορεί: εξαγριωνόμαστε αν κάποιος μας βρίσει, αλλά όχι όταν βλέπουμε τέτοιες καταστάσεις, που θεωρούμε μέχρι και φυσιολογικές.

limani-thessaloniki3Η βαθιά λογοτεχνία δεν αναπαρίσταται ως εικόνα, λέει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης στην ενδιαφέρουσα συνέντευξή του στον Χρήστο Παρίδη. Ο συγγραφέας μοιράζεται τις σκέψεις του, μεταξύ άλλων, για τους νεότερους συγγραφείς αλλά και συνομίληκούς του στους διακρίνει έλλειψη ύφους, τόνου και προσωπικής φωνής, ενώ από την άλλη παραληρούν μπροστά σε μια ξένη μοντερνιά αντί να ανακαλύψουν το Ξεφλούδα, τον Πεντζίκη, τον Σκαρίμπα, αγνοούν ότι ο Λόρενς Στερν τα έκανε αυτά πριν τον Τζόις. Γι’ αυτό και η γλώσσα τους είναι παγερή, εσπεράντο ελληνικά. Όσον αφορά το μέλλον της τέχνης του λόγου, βλέπει το πέρασμά της σε υποκατηγορίες, με την έμφαση να δίνεται όχι στην γλώσσα αλλά στην θεματική διεύρυνση, στην ευκολία και στο ξάφνιασμα. Κάπου τριγύρω, πέντε συγγραφείς [Ζυράνα Ζατέλη, Αχιλλέας Κυριακίδης, Δημήτρης Καλοκύρης, Ντίνος Σιώτης, Γιώργος Χουλιάρας] καταθέτουν ισάριθμους λόγους υπέρ του αριθμού 100 – και, όπως αντιλαμβάνονται όσοι έχουν ταχεία αντανακλαστικά λογοτεχνικής επικαιρότητας, πρόκειται για τα σκονάκια τους στην παρουσίαση του βιβλίου 100 του Γιάννη Ευσταθιάδη. [σ. 192]

21
Μάι.
14

Σάββας Μιχαήλ – Μορφές της περιπλάνησης

…α1ν όμως στην καρδιά σας δεν υπάρχει θέληση, αν δεν διαθέτετε αγγελική υπομονή, αν όπως οι χελώνες δεν ξαναπαίρνετε το μονοπάτι του δικού σας απείρου, καθώς εκείνες ξαναπαίρνουν απ’ όπου κι αν βρεθούν το δρόμο που θα τις φέρει στον αγαπημένο ωκεανό, όσο μακριά από τους στόχους σας και να σας έχουν πετάξει οι ιδιοτροπίες της μοίρας, παραιτηθείτε, είναι ακόμα νωρίς…

…έγραφε ο Μπαλζάκ στις Illusions Perdues [ελλ. έκδ. Χαμένα Όνειρα] και η περιπλάνηση κατά την αναζήτηση του απόλυτου στην σύνθεση και την «κορωνίδα», όπως γράφεται, όλης της 90τομης Ανθρώπινης Κωμωδίας – βυθοσκόπησης της αστικής κοινωνίας στη Γαλλία του 19ου αιώνα που καυτηριάζει τα ήθη αριστοκρατών και αστών, αποτελεί μια από τις περιπλανητικές διαδρομές που επιχειρεί ο Σάββας Μιχαήλ στα πάντα ταξιδευτικά, πυκνά και ταυτόχρονα ποιητικά του δοκίμια. Μια από τις δικαιωματικές αφετηρίες αποτελεί ο Γάλλος συγγραφέας, εκείνος ο συντηρητικός υποστηρικτής της μοναρχίας που ταυτόχρονα θαύμαζε τον Fourier και τους ουτοπικούς σοσιαλιστές και προφήτευσε τη επερχόμενη κοινωνική επανάσταση του 1848.

Για τον Μπαλζάκ στόχος της τέχνης και της μυθιστορίας δεν είναι η αντιγραφή της φύσης αλλά η έκφρασή της – η δημιουργία, όχι το δημιούργημα. Η Ανθρώπινη κωμωδία δεν μένει στην περιγραφή αλλά προχωρά στην αιτία της κίνησης· δεν είναι τυχαίο ότι τους ίδιους στόχους θέτει στο Κεφάλαιό του ο Μαρξ, θαυμαστής άλλωστε του Μπαλζάκ. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Πωλ Λαφάργκ ο Μαρξ ταύτιζε τον εαυτό του με τον Φρενχόφερ και την παθιασμένη αναζήτηση του απόλυτου από τον τραγικό μπαλζακικό ήρωα. Όποιος δεν δει την ταύτιση Μαρξ/Φρενχόφερ δεν μπορεί ποτέ να νιώσει τι πάθος και πόση οδύνη, ποια τραγωδία κινεί τη γραφίδα και τη γραφή του Das Kapital. Κι όποιος δεν διάβασε το Κεφάλαιο έχασε την ουσία της Ανθρώπινης Κωμωδίας, γράφει ο Μιχαήλ

Balzac_annexeΟ Μπαλζάκ περι/γράφει την διαδικασία των Χαμένων ονείρων σαν διαρκή διάψευση, σαν πορεία «απομάγευσης» του κόσμου, που ο MaxWeber αναγνώρισε ως γνώρισμα της αστικής νεωτερικότητας. Σβήνει κάθε μαγικός χαρακτήρας των πραγμάτων, το ιδιωτικό συμφέρον απογυμνώνει τα πάντα· ο φετιχισμός του εμπορεύματος, η κερδοφόρα βιομηχανία ψευδαισθήσεων και το θέαμα αναδεικνύονται σε ιδεολογικούς στυλοβάτες του καπιταλιστικού συστήματος. Εδώ άλλωστε υπάρχει η πιο ανατρεπτική κριτική του ρόλου του Τύπου στην αστική κοινωνία.

Στο κέντρο της φενακισμένης πραγματικότητας βρίσκεται η μοντέρνα Πόλη· το αρχετυπικό Παρίσι είναι ο ιδεώδης τόπος της flânerie, της άσκοπης περιπλάνησης ως ιδιαίτερου τρόπου ζωής στη νεωτερικότητα, όπως το έδειξε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν. Και αναρωτιέται ο Μιχαήλ: Μπορεί ένας flâneur, ένας μαέστρος της οφθαλμαπάτης και αριστοτέχνης της φαντασμαγορίας να ξεφύγει από τη σαγήνη της πόλης και να οραματιστεί πέρα από την λιτανεία των Χαμένων ονείρων;

gyorgy-lukacs in his libraryΤο κείμενο Apocalypsis cum Figuris αφορά την διαμάχη Λούκατς και Μπλοχ για την τέχνη και την φιλοσοφία. Πρόκειται για την περίφημη διαμάχη τους για τον εξπρεσιονισμό [1938]. Ο «πρόλογος» του θέματος περιλαμβάνει μια τραγική ειρωνεία: ο ναζισμός καταδίκασε τον εξπρεσιονισμό και όλα τα πρωτοποριακά ρεύματα του Μοντέρνου, όπως ακριβώς έκανε και η σοβιετική γραφειοκρατία, που τα καταδίκασε ως προάγγελους του φασισμού! Η διαφωνία άρχισε όταν ο KlausMannεκδήλωσε τη θλίψη του για την προσχώρηση στο στρατόπεδο του Χίτλερ του εξπρεσσιονιστή ποιητή GottfriedBenn, ενώ σύντομα ο Λούκατς συμφώνησε με την άποψη ότι ο εξπρεσιονισμός εκφράζει την μικροαστική απελπισία και τον ανορθολογισμό.

Επρόκειτο για την τελευταία ανοιχτή διαμάχη για τον μοντερνισμό εντός των τειχών του επίσημου κομμουνιστικού κινήματος τον καιρό του παντοδύναμου σταλινισμού ενώ είχαν ήδη ξορκιστεί οι πρωτοπορίες της πρώτης επαναστατικής περιόδου και είχε επιβληθεί το δόγμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Το δόγμα αυτό επέμενε να καυτηριάζει ο Έρνστ Μπλοχ, όπως και, εκτός των τειχών, οι Μπρετόν, Τρότσκυ, Ριβιέρα με το Μανιφέστο για μια Ανεξάρτητη Επαναστατική Τέχνη.

Τα έργErnst_Blochα των Λούκατς και Μπλοχ, Ιστορία και ταξική συνείδηση και Πνεύμα της Ουτοπίας αντίστοιχα, αποτέλεσαν σταθμούς στην μαρξιστική φιλολογία και συνειδητή έκφραση των αντιφάσεων και του πνεύματος της επαναστατικής θύελλας. Είναι γεννήματα της εποχής όπου επιχειρούνταν η σύζευξη της πιο προωθημένης φιλοσοφίας με την ίδια την επανάσταση, προτού η ανερχόμενη γραφειοκρατία κλείσει το θέμα με τον οριστικό διαχωρισμό τους. Ένα από τα πρώτα δείγματα πνευματικού στραγγαλισμού υπήρξε η καταδίκη του βιβλίου του Λούκατς από την Κομιντέρν και ο εξαναγκασμός του σε αυτοκριτική. Για μια ολόκληρη περίοδο ο Λούκατς θα συμβιβαστεί με τον σταλινισμό φτάνοντας και σε ύμνους στην «αθάνατη συνεισφορά του Στάλιν στην μαρξιστική αισθητική και στη γλωσσολογία!

Το 1934 ο Λούκατς δημοσίευσε το δοκίμιο Ακμή και παρακμή του εξπρεσιονισμού όπου, παρόλο που αναγνωρίζει ότι οι τάσεις των εξπρεσιονιστών δεν ήταν φασιστικές, επιμένει ότι πρόκειται για λογοτεχνική έκφραση του ιμπεριαλισμού που στηρίζεται μάλιστα σε ένα υπόβαθρο μυθολογικό και ανορθολογικό. Με ανάλογο σκεπτικό βλέπει και ως μορφές καπιταλιστικής φθοράς όλα τα σύγχρονα πρωτοποριακά ρεύματα στην τέχνη και την λογοτεχνία. Στον αντίποδα ο Μπλοχ θα προσεγγίσει μια άλλη ριζοσπαστική εκδοχή της μαρξιστικής αντίληψης της τέχνης, την μοντέρνα τέχνη και δη την «κρυπτοδιαλεκτική» του Τζόυς και του Προυστ και η διαμάχη των δυο διανοητών θα φτάσει ως τη ρήξη με τα έργα τους Καταστροφή του Λόγου και Η αρχή της ελπίδας και άλλους σταθμούς που ο Μιχαήλ παρουσιάζει ευσύνοπτα και ελκυστικά.

Θάλεια Ξενάκη [λάδι σε μουσαμά]Οι Μορφές της Περιπλάνησης που χαρτογραφούνται στον τόμο είναι πλείστες και πολύπλοκες και αφορούν την Έξοδο [Οδυσσέας, Κάιν, Ικέτιδες, Έξοδος], τον Οδυσσέα [στον οποίο καταχωρούνται ο Δον Κιχώτης ντε λα Μάντσα, ο Οδυσσέας του Τζέημς Τζόυς, ο Οδυσσέας των χαλεπών καιρών, ο Herman Melville και ο Ανδρέας Εμπειρίκος, η Ναυς των Ονείρων, το Μυστικό της Ζεμφύρας και Το Ασυνείδητο σαν Ταξίδι], την Μέθοδο [όπου ως Πυξίδες και Αστρολάβοι κινούνται οι Μαρξ και Κίρκεγκωρ, ο Λέων Τρότσκυ ως φιλόσοφος και ο Βάλτερ Μπέγιαμιν και τα περί επαναστατικής βίας κ.ά.], το Σώμα και τα Άστρα [Αντονέν Αρτώ, Γιώργος Χατζημιχάλης κ.ά].

Και τι απέγιναν οι ποιητές της Επανάστασης; Έχουν το δικό τους μερίδιο στην μετεπαναστατική τραγωδία της χώρας των Σοβιέτ: ο Μαγιακόφσκι, ο Γιεσένιν και η Τσβετάγιεβα αυτοκτόνησαν, ο Μπάμπελ, ο Πιλνιάκ και ο Μαντελστάμ κυνηγήθηκαν και εξοντώθηκαν. Το τελευταίο κείμενο αφιερώνεται στον Μαγιακόφσκι, το ζωντανό τούτο Σύννεφο με παντελόνια, που μάταια ο σταλινισμός θέλησε να το απολιθώσει μετά θάνατον σε ανδριάντα, ενώ δεν ήταν θεατής ή έστω ραψωδός, αλλά σάρκα από τη σάρκα της Επανάστασης. Ο Μαγιακόφσκι που οδηγήθηκε στην απόγνωση και στον θάνατο, ο ποιητής που μετατράπηκε σε συμβατικότητα και σε πρότυπο του αίσχους που ονομάστηκε «σοσιαλιστικός ρεαλισμός», έμοιαζε, κατά τα λόγια της Τσβετάγιεβα ως ο πρώτος νέος άνθρωπος του νέου κόσμου, ο πρώτος από τους ερχόμενους…

Ο ριζοσπαστικός mayakovsky R2μοντερνισμός του δεν αφορούσε μόνο κάποιο αισθητικό ρεύμα αλλά ήταν η ίδια η αντανάκλαση και ο αναστοχασμός του Μοντέρνου. Το Μεσσιανικό λάμπει μέσα στην ποίησή του, ένα Μεσσιανικό όμως χωρίς ίχνος μεταφυσικού – θρησκευτικού στοιχείου. Το Μεσσιανικό χωρίς μεταφυσική: η ανατίναξη του συνεχούς της Ιστορίας, όπως το ονόμαζε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, η ρήξη του κύκλου της Αιώνιας Επιστροφής των ανθρώπινων δεινών, το ριψοκίνδυνο άλμα – salto mortale και salto vitale– προς το βασίλειο της Ελευθερίας.

Ο Μαγιακόφσκι έζησε μέχρι τα απώτατα όρια το έπος, την τραγωδία της Επανάστασης και την έκπτωσή της σε φάρσα των γραφειοκρατών. Στο ξέφωτο της Ουτοπίας οδηγεί η ποίησή του και πιθανώς η κάθε αυθεντική ποίηση. Έξοδο η ποίηση δεν έχει, γράφει η Τσβετάγιεβα για τον Μαγιακόφσκι, έξοδος μπορεί να γίνει μόνο προς την πλευρά της δράσης. Σε κάθε είδους παρόμοια δράση είναι αφιερωμένος ο τόμος και πάνω απ’ όλα στην περιπλάνηση σε σκέψεις, τόπους και ιδέες, στην περιπλάνηση που αποτελεί σκέψη και δράση μαζί.

Εκδ. Άγρα, 2004, σελ. 372.

Στις εικόνες: György Lukács, Ernst Bloch, Ανδρέας Εμπειρίκος [έργο της Θάλειας Ξενάκη], Vladimir Mayakovsky.

20
Μάι.
14

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 159. Αλεξάνδρα Ρασιδάκη

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Τον Δεκέμβριο του 2013 εκδόθηκε η μελέτη μου «περί Μελαγχολίας», αποτέλεσμα πολλών ετών έρευνας.

Τι σας έθελξε στην ιδέα της συγγραφής πάνω στο θέμα της Μελαγχολίας;

Η μελαγχολία ανήκει, όπως άλλωστε και η τρέλα, ο έρωτας ή ο θάνατος με τα οποία προφανώς συνδέεται, στα «μεγάλα ζητήματα» που απασχολούν, συναρπάζουν και θορυβούν τον άνθρωπο κάθε εποχής. Οι τρόποι έκφρασης του φόβου και του δέους ποικίλουν ανάλογα με την εποχή και το εκάστοτε γνωστικό πλαίσιο (θρησκευτικό, ιατρικό, φιλοσοφικό κτλ.). Από την οπτική της πολιτισμικής ιστορίας δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για την μελαγχολία καθεαυτή, αλλά για τους ποικίλους λόγους περί μελαγχολίας. Πρόκειται δηλαδή για μια έννοια, που ενώ χρησιμοποιείται καθημερινά, έχει ένα ευρύτατο φάσμα νοηματοδοτήσεων, ιδίως αν την μελετήσει κανείς διαχρονικά και διεπιστημονικά. Με άλλα λόγια: η μελέτη της αντιμετώπισης της μελαγχολίας αποκαλύπτει τον τρόπο του σκέπτεσθαι της κάθε εποχής. Ταυτόχρονα πρόκειται για μια πολιτισμική κληρονομιά «ενεργή» που επηρεάζει και την σύγχρονη δημιουργία.

b184834Πώς εργαστήκατε πάνω στο βιβλίο σας; Ακολουθήσατε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; 

Το πρώτο μέρος, η παρουσίαση των πλέον σημαντικών σταθμών του λόγου περί μελαγχολίας απαιτούσε πολύ μελέτη και εκτενή βιβλιογραφική αναζήτηση, είχε όμως ένα σαφές περίγραμμα εξαρχής. Η μεγάλη δυσκολία στο συγκεκριμένο βιβλίο ήταν η επιλογή των λογοτεχνικών κειμένων τα οποία προσέγγισα στο δεύτερο μέρος της μελέτης, υπό το πρίσμα του λόγου περί μελαγχολίας. Κάθε επιλογή συνεπάγεται αποκλεισμούς: έτσι δεν περιέλαβα τελικά συγγραφείς τον Καβάφη, τον Τόμας Μάνν τον Σέμπαλντ και τον Γρυνμπαιν. Κατά την διάρκεια της συγγραφής και σύνθεσης προσπαθούσα αφενός να φανταστώ τον «ιδανικό αναγνώστη» – το προφίλ δηλαδή του αναγνωστικού κοινού που θα ενδιαφέρονταν για ένα τέτοιο βιβλίο, αφετέρου να ακολουθήσω τα μονοπάτια εκείνα που παρουσιάζουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για μένα.

Ποια είναι η τελική αποτίμηση μιας τόσο ευρείας έρευνας; Θεωρείτε πως καλύψατε το θέμα;

Δεν τb144838ίθεται θέμα να «καλυφθεί» ένα θέμα όπως η μελαγχολία; ελπίζω όμως ότι συνέβαλα στην ανάδειξη της πολυπρισματικότητας της έννοιας αυτής, η οποία άλλωστε και την καθιστά ανεξάντλητη ως ερευνητικό αντικείμενο.

Ποια είναι τα γενικότερα ερευνητικά σας ενδιαφέροντα; Σε ποιους τομείς εξειδικεύεστε;

Ασχολήθηκα για πολλά χρόνια με τον γνωστικισμό, που, ως «μεταφυσική αναρχία» εξακολουθεί να με γοητεύει. Με συναρπάζει η κοσμοαντίληψη και η λογοτεχνική παραγωγή του γερμανικού ρομαντισμού ενώ στην ενασχόλησή μου με την σύγχρονη λογοτεχνία με ενδιαφέρει η σχέση μύθου και λογοτεχνίας, η λογοτεχνία του φανταστικού και η δυστοπία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας αλλά και γενικότερα πάνω σε κάποιο ευρύτερο θέμα ποιο θα επιλέγατε;  

Ετοιμάζω μια μελέτη για την πεζογραφία του Γεώργιου Βιζυηνού υπο «ρομαντική οπτική γωνία» στην οποία αντιπαραβάλλω τα κείμενά του με τις τεχνικές γραφής του γερμανικού ρομαντισμού.

Γράψατε ποτέ πεζογραφία ή ποίηση – κι αν όχι, για ποιο b81895λόγο;

Είμαι πολύ απαιτητική αναγνώστρια και είμαι σίγουρη ότι δεν θα μπορούσα να παράγω ένα κείμενο που θα με έπειθε.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Μεταφράζω αποκλειστικά κείμενα που με συναρπάζουν και με προκαλούν. Για μένα η μεταφραστική διαδικασία είναι κατ αρχήν μια πράξη κανιβαλισμού, ενσωμάτωσης του κειμένου. Κατά συνέπεια πρόκειται για κείμενα που δεν μου αρκεί να τα διαβάσω αλλά θέλω να γίνουν μέρος του εαυτού μου. Όσο για τον συγγραφέα, ακολουθώ τον Barthes: ο συγγραφέας δεν με ενδιαφέρει ως ιστορική οντότητα – είναι μια αράχνη που μου προσφέρει τον ιστό της.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Ο Κάb57226φκα αποτελεί πάντοτε πηγή έκπληξης. Υπήρξαν κείμενα στα «μικρά πεζά» που είναι τόσο συμπυκνωμένα και ελλειπτικά που χρειάστηκα ώρες για μια πρόταση.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Συγγραφείς όπως ο Κάφκα και ο Ρίλκε δεν χρειάζονται συστάσεις. Η Άιχιγκερ όμως δεν είναι πολύ γνωστή στην Ελλάδα, η συλλογή στις εκδόσεις Ροές «Επίκαιρη συμβουλή» αποτελεί επαρκή εισαγωγή στο έργο μιας από τις πλέον σημαντικές φωνές της σύγχρονης Αυστριακής λογοτεχνίας.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

b109717Χόφμαν, Ντον, Κλάιστ, Γουλφ, Καβάφης, Τσελαν, Ματσάδο, Χικμέτ, Κάφκα, Ζενέ, Γκιμπράν, Μπόρχες, Κορτάσαρ, Αιρε, Μαντέλ, Φαιμπερ, Γκανατσίνο, Νότεμποομ, Κουτσί, Μπαρίκο…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Το Άσμα Ασμάτων στην μετάφραση του Σεφέρη, Ο Τριστάνος και η Ιζόλδη του Γοτφρείδου του Στρασβούργου, Λενς του Μπυχνερ, Απόψεις ενός κλοουν του Μπελ, Άνθρωπος χωρις ιδιότητες του Μούζιλ, Ο εκλεκτός του Τομας Μανν, Ο Αδριανός της Γιούρσεναρ, Το έτος των θαυμάτων της Μπρουκς, Σίλας Μάρνερ της Έλιοτ, Γράμματα μιας πορτογαλής μοναχής (στη μετάφραση του Ρίλκε), Τούνελ του Σάμπατο, Το κουτσό του Κορτάσαρ, Κόκκινο του Ούβε Τιμ, Των ψυχών του Νότεμποομ, Η γυναίκα της άμμου του Αμπέ…

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Ο μαGeorg Buchnerύρος γάτος του Πόε, Παιχνίδι υπομονής του Κάφκα, Η λοταρία της Βαβυλώνας του Μπόρχες,   Αποκάλυψη στο Σολεντινάμε του Κορτάσαρ, Ηλεκτρικό μερμήγκι του Ντικ, O χοντρούλης του Keret, To άσυλο του Φάιμπερ, Η γλώσσα μου κι εγώ της Άιχιγκερ…

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Θαυμάζω την αμεσότητα και την γλωσσική μαεστρία της Καρυστιάνη που με συγκινεί χωρίς να γίνεται ποτέ μελό. Με συνεπήρε το Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι της Αναστασέα, με έπεισε Το αστείο του Παλαβού.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Το ζώο στο κτίσμα του ΚάφκAntonio Machadoα

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Την άνοιξη του 97 επιστρέφοντας από την Γρανάδα βρέθηκα αποκλεισμένη στο αεροδρόμιο της Μαδρίτης, να περιμένω την ανταπόκριση της πτήσης μου που μέσω Αθηνών θα με πήγαινε στη Θεσσαλονίκη. Άρχισα ένα μυθιστόρημα που είχα τυχαία αγοράσει στην Γρανάδα. (Λέω τυχαία, επειδή δεν είχα υπ όψη μου τον συγγραφέα). Δεν θυμάμαι τίποτα από την πολύωρη καθυστέρηση και το μακρύ ταξίδι που ακολούθησε, γιατί πέρασα τις ώρες αυτές φυλακισμένη σε μια εφιαλτική καθημερινότητα: Ήταν το Περί τυφλότητος του Σαραμάγκου. Στα επόμενα χρόνια διάβασα και τα υπόλοιπα μυθιστορήματά του, κάποια από τα οποία θεωρώ και καλύτερα από την τυφλότητα. Αλλά οι ώρες αυτές που πέρασα στον κόσμο των τυφλών θα μου μείνουν αξέχαστες.

Heinrich BoellΠερί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στις επιλογές των βιβλίων και των θεμάτων με τα οποία ασχολείστε;  

Σπούδασα Γερμανική και ισπανική (λατινομερικάνικη) Φιλολογία και λογοτεχνική μετάφραση. Από το 2001 διδάσκω γερμανική και συγκριτική γραμματολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Είχα δηλαδή την τύχη να σπουδάσω και να κάνω επάγγελμα την λογοτεχνία, που από μαθήτρια με συνάρπαζε.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή, την ανάγνωση ή την κριτική; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Uwe TimmΠροκλασική μουσική, κλασσική ινδική μουσική, πέρσικο σαντούρι, Γρηγοριανούς ύμνους, κλασσική μουσική δωματίου, Σοστακόβιτς, Λουτοσλάβσκι, Μαρτινού. Μπαχ και παλι Μπαχ.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το τελευταίο μυθιστόρημα του Σιράχ, Ταμπού.

Γράφω μια μελέτη για την σύζευξη θρησκευτικότητας και οικολογίας στις σύγχρονες δυστοπίες.

Μεταφράζω κάποια από τα διηγήματα με ζώα του Κάφκα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Το φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης είναι για μένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα αυτής της πόλης. Οι λύκοι ήταν μια από τις πρόσφατες παραστάσεις που με εντυπωσίασαν.

Αν κάποιος σαΑ.Ρ.1ς χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δε μπορώ – δεν θέλω- να φανταστώ μια ζωή χωρίς βιβλία.

Στις εικόνες: Georg Buchner, Antonio Machado, Heinrich Boell, Uwe Timm.

Παρουσίαση του βιβλίου της Αλεξάνδρας Ρασιδάκη Περί μελαγχολίας εδώ. Περί Ίλζε Άιχινγκερ και Επίκαιρης Συμβουλής εδώ.

19
Μάι.
14

Τρεις σκύλοι σ’ ένα κείμενο, χώρια οι συγγραφείς

Κώστας Μαυρουδής – Η αθανασία των σκύλων
Sidney
Lumet– Serpico
Τζερόμ Τζερόμ / Αντόνιο Λόμπο Αντούνες

serpico-6

Η αθανασία των σκύλων του Κώστα Μαυρουδή [Εκδ. Πόλις, 2013] διαπραγματεύεται την παρουσία των σκύλων σε εβδομήντα διαφορετικούς κειμενικούς και υπαρκτούς κόσμους, με αδιόρατο κοινό την απουσία του θανάτου τους, μια αθανασία που εδράζεται σ’ έναν ευφυώς φιλοσοφημένο συλλογισμό. Φαίνεται πως τόσο η ανάγνωση όσο και οι αναρίθμητες σκέψεις που ενεργοποιεί ακόμα κι όταν κλείσουν οι σελίδες προσκαλεί τον αναγνώστη σε μια δική του μνημονική συνέχεια της συγγραφής, ή έστω σ’ έναν συνεχή διάλογο με το βιβλίο, που ούτως ή άλλως προσκαλεί σε ύστερες επισκέψεις. Τι βρίσκεται λοιπόν μπροστά μπροστά στην μνημονική μου δελτιοθήκη με την ετικέτα σκύλος; Μια κινηματογραφική σκηνή, ένα βιβλίο και μια οριακή φράση.

serpico_2571618b

Βλέπω τον Σέρπικο [στην ταινία του Sidney Lumet, 1973], παρατημένο από όλους, να κάθεται πάνω σε μια δέστρα στην άκρη του λιμανιού, μπροστά από θηριώδη καράβια, σαν μια μικρογραφία ανθρώπου που συνθλίβεται από κάτι συντριπτικά μεγαλύτερο. Η αυτονόητη πράξη της καταγγελίας της αστυνομικής διαφθοράς δεν συγκίνησε κανέναν· απεναντίας, πυροβολήθηκε στο πρόσωπο, απολύθηκε από τη δουλειά του, αμαυρώθηκε το όνομά του, έχασε τους φίλους του, απομονώθηκε από τους συνεργάτες τους. Στο τέλος εγκαταλείφθηκε και από την αγαπημένη του. Η εικόνα της αξιοπρεπούς «ήττας» επιτείνεται από την μοναδική του παρέα: τον μεγάλο, άσπρο, μαλλιαρό σκύλο που απέκτησε τις ωραίες ημέρες του έρωτά του. Είναι προφανώς η αρχή ενός ακόμα μεγαλύτερου δεσμού. Η εικόνα ακινητοποιείται, πέφτουν οι τίτλοι τέλους, το unhappy endείναι αναπότρεπτο, η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη δένεται εφ’ όρου ζωής με την προσφιλέστερα αισθήματα συμπάθειας προς τους κινηματογραφικούς μας ήρωες. Ίσως από σύμπτωση, μια άλλου είδους εγκατάλειψη παγιώθηκε στην φωνητική εκδοχή εκείνης της μουσικής, από εκείνον ή εκείνη που προχωρούσε μέσα στην νύχτα, χωρίς να γνωρίζει κανέναν, κι ούτε κανένας τον/την γνώριζε.

frank serpico

Αναζητώ στο διαδίκτυο τον Φρανκ Σέρπικο, βλέπω το «αληθινό» του πρόσωπο, διαβάζω την ιστορία του και την αναπόφευκτη στροφή στην συγγραφή ενός βίου που όφειλε να ακολουθήσει τις ηθικές του επιταγές πληρώνοντας τα ακριβότερα τιμήματα αλλά κερδίζοντας μια δεύτερη ζωή. Κι ύστερα σκέφτομαι πως στους ολοένα και πιο δαιδαλώδεις λαβύρινθους που μας οδηγεί η ανάγνωση προστίθενται και οι διαδικτυακοί, όπου η μία σελίδα ανοίγει σε άλλη, μια τυχαία φωτογραφία οδηγεί σε νέες τοποθεσίες, η θεματολογία μεταβάλλεται διαρκώς και στο τέλος βρίσκεσαι σε άλλο τόπο, χρόνο και αφήγηση από την αφετηρία. Άλλη μια δικαίωση της ανάγνωσης και της ηλεκτρονικότητας μαζί.

hampton_jerome

Αν ένας σκύλος απέκτησε επάξια τη θέση του σε τίτλο βιβλίου και ισοδύναμη αφηγηματική παρουσία εντός του, αυτός δίχως άλλο θα είναι εκείνος του Τρεις άντρες σε μια βάρκα (χώρια ο σκύλος) του Τζερόμ Τζερόμ [1889]. To Say Nothing of the Dog, διατύπωνε η παρένθεση στην πρωτότυπη ονοματοδοσία, αλλά η όποια σιωπή του σκύλου και περί αυτού εξαργυρώθηκε στην ευφυή μυθοπλασία. Δεκαετίες αργότερα ο πορτογάλος συγγραφέας Αντόνιο Λόμπο Αντούνες εξομολογείται πως έμαθε πολύ περισσότερα για τη δημοκρατία από τον στίχο του Λαφοντέν ένας σκύλος μπορεί κάλλιστα να κοιτάξει έναν επίσκοπο παρά μέσα στο κομμουνιστικό κόμμα της χώρας του, ενώ είχε ήδη διαφύγει από την μοναρχική και φασιστική ιδεολογία του πατέρα του και του αποικιοκρατικού πορτογαλικού κράτους. Η εξομολόγηση προέρχεται από το βιβλίο του Ανταίου Χρυστοστομίδη, Οι κεραίες της εποχής μου, ΙΙ. Ταξιδεύοντας με άλλους 30+1 διάσημους συγγραφείς απ’ όλο τον κόσμο [εκδ. Καστανιώτη, 2013]. Ένας σκύλος, έστω και σε αφορισμό, πλάθει την πολιτική συνείδηση ενός ακατάπαυστα ανήσυχου συγγραφέα. Πώς να ήταν άραγε αυτός ο καθολικός σκύλος στο μυαλό του;

Πρώτη δημοσίευση: Το Δέντρο, τεύχος 197-198 (Μάιος 2014).

18
Μάι.
14

Εικονικοί αμμόλοφοι

Hiroshi Teshgahara – Η γυναίκα στους αμμόλοφους
Kōbō Abe – Η γυναίκα της άμμου

ammou 1

Η προβολή της ταινίας Η γυναίκα στους αμμόλοφους του Hiroshi Teshigahara [1964], βασισμένη στο αριστουργηματικό βιβλίο του Κόμπο Αμπέ, [ελλ. έκδ. Η γυναίκα της άμμου, εκδ. Άγρα, 2005, μτφ. από τα ιαπωνικά Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος] εν έτει 2014 υπήρξε σαφώς απρόσμενη και ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη. Το σενάριο γράφτηκε από τον ίδιο τον συγγραφέα και η απόκοσμη μουσική από τον Toru Takemitsu. Φυσικά δεν είχα καμία προσδοκία ακριβούς εικονιστικής μετάπλασης ενός κειμένου που δεν είναι απλώς πρωτότυπο και μορφικά περιπλεγμένο αλλά και πλούσιο σε προεκτάσεις στοχασμού. Η σκοτεινή αίθουσα στον παράδρομο του αθηναϊκού κέντρου, βράδυ Τετάρτης και ποδοσφαιρικής μονομαχίας ομάδων ελληνικού και αγγλικού λιμένος, μέτρησε μόλις έξι επισκέπτες – δυο νεαρά ζεύγη και δυο ηλικιακά ωριμότερους μόνους – ίσους με τον αριθμό των ομιλούντων χαρακτήρων της ταινίας, αν θυμάμαι καλά. Υπό άλλες συνθήκες με περισσότερο ανεπτυγμένη κοινοτική αίσθηση θα έπαιρνα το θάρρος να ρωτήσω πόσοι έχουν διαβάσει το βιβλίο ή έστω γνωρίζουν την ύπαρξή του. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον θα είχε αν το αγόραζε κανείς από έναν μικρό πάγκο στην έξοδο της αίθουσας, όπως συμβαίνει με τις συναυλίες. Τώρα απλώς αφέθηκα στην εκτυφλωτικότητα των αμμόλοφων που θα παγίδευαν οριστικά τον τραγικό ήρωα.

ammou 2

Τι μπορεί να προσθέσει κανείς στην πλούσια, συνήθως προφορική φιλολογία περί της κινηματογραφικής μεταφοράς ενός λογοτεχνικού έργου; Αφήνοντας στην άκρη το αυτονόητο του ασύγκριτου – τόσο με την έννοια ότι δεν είναι δυνατόν να συγκριθούν δυο τόσο διαφορετικά πνευματικά δημιουργήματα, όσο και με την σημασία μιας αξιωματικής υπεροχής του λόγου απέναντι στην εικόνα – η τελική εντύπωση διατηρεί δυο αντίρροπα πλεονεκτήματα. Από την μια ο συγκλονιστικός εσωτερικός μονόλογος του παγιδευμένου δασκάλου, κλυδωνιζόμενος μεταξύ ψυχραιμίας και απαισιοδοξίας και κατάστικτος από αποσιωπητικά, δεν αποδίδεται στα πλάνα, που εδώ προτιμούν τις σιωπές ή τις κινήσεις του αλλά δεν γνωρίζουν τον λόγο του. Από την άλλη, οι εκφράσεις της γυναίκας, ιδίως στις κοντινές λήψεις, αποδίδουν ιδανικά, κάποτε και παραστατικότερα, τα ερωτηματικά που έχουν ήδη προκαλέσει στον αναγνώστη: αφελής ή παρανοϊκή; ευτυχισμένη ή απελπισμένη; υποκείμενο και αυτουργός της αιχμαλωσίας του άνδρα ή υποκείμενη στην συλλογική θέληση του χωριού;

Πρώτη δημοσίευση: Το Δέντρο, τεύχος 197-198 (Μάιος 2014).

17
Μάι.
14

Επί κλίνης, περί ακρωτηριασμού

Εντουάρντο Γκαλεάνο – Το βιβλίο των εναγκαλισμών [Β΄]
Χουάν Κάρλος Ονέτι – Η σύντομη ζωή

onetti

Προτού κλείσω την ιδιόμορφη συλλογή των μικρών εναγκαλισμών διατρέχω για άλλη μια φορά τους τίτλους. Συμβαίνει και σ’ εσάς να τους δοκιμάζετε ως οιονεί στίχους ασύνθετων ακόμα τραγουδιών ή πρόκειται για μια εμμονή μου ως πιστού της δισκογραφημένης μουσικής; Εν πάσει περιπτώσει, ανάμεσα σε τίτλους όπως «Ο πωλητής γέλιων», «Άλλη μια μυστική αλκή» «Ο καταβροχθισμένος καταβροχθιστής» «Η αποθέωση της υποκειμενικότητας» και τουλάχιστον πέντε Χρονικά Πόλεων, σαφώς ξεχωρίζει ένα συγγραφικό επώνυμο. Στο «Ονέτι», λοιπόν, ένα μικροκείμενο για τον ουρουγουανό συγγραφέα Χουάν Κάρλος Ονέτι, ο Γκαλεάνο επιστρέφει στην ηλικία των είκοσι, τότε που «πορευόταν παίζοντας τυφλόμυγα τις νύχτες του κόσμου», γράφοντας που και που κάποιο διήγημα που το πήγαινε στον συγγραφέα να το δει. Η περιγραφή του κλινήρους Ονέτι συμβαδίζει με τις σύγχρονες διαδικτυακές του εικόνες: με εμφανή ανία και θλίψη, «τριγυρισμένος από πυραμίδες αποτσίγαρων, πίσω από ένα τείχος άδειων μπουκαλιών», αναμφίβολα κουρασμένος και εμφανώς κυνικός. Ο εκκολαπτόμενος συγγραφέας μάταια περιμένει τις φιλοφρονήσεις του, αντ’ αυτών εισπράττει όμως μερικές αλησμόνητες αποφάνσεις: Άκου, μικρέ. Αν ο Μπετόβεν είχε γεννηθεί στο Ταουκαρεμπό, μαέστρος στην τοπική μπάντα θα είχε καταλήξει. [ό.π., σ. 171]

Onetti-en-Madrid

Έχω αργά και απολαυστικά διαβάσει τα μοναδικά δυο μυθιστορήματά που μεταφράστηκαν στη χώρα μας: Το ναυπηγείο και το Η σύντομη ζωή [Εκδ. Καστανιώτη, 1993 και 2000 αντίστοιχα, μτφ. Αγγελική Αλεξοπούλου]. Τα θλιμμένα, μυστηριώδη, μύχια βιβλία του είναι οι θεμέλιοι λίθοι της αποξενωμένης μας νεωτερικότητας, αποφάνθηκε ο Κάρλος Φουέντες το 1969. Αυτός ο ιδιόρρυθμος συγγραφέας κατασκευάζει ένα σπάνιο λογοτεχνικό σύμπαν που σχεδόν κοροϊδεύει κάθε επιχείρηση περιγραφής του. Μένουν οι αξέχαστες ιστορίες του και τα σημειωμένα αποσπάσματα πάνω στις σελίδες, όπως ετούτο: Και ανακαλύπτεις ότι η ζωή είναι καμωμένη, εδώ και πολλά χρόνια, από παρεξηγήσεις. Η Γερτρούδη, η δουλειά μου, η φιλία μου με τον Στάιν, η εντύπωση που έχω για τον ίδιο μου τον εαυτό, παρεξηγήσεις. Πέραν τούτου, ουδέν· πού και πού η ευκαιρία της λήθης, κάποιες χαρές που έρχονται και ξαναφεύγουν δηλητηριασμένες. Ίσως κάθε μορφή ύπαρξης που μπορώ να φανταστώ είναι καταδικασμένη να μεταμορφώνεται σε μια παρεξήγηση. Στο μεταξύ, είμαι αυτός ο άτολμος, αμετάβλητος ανθρωπάκος, παντρεμένος με τη μοναδική γυναίκα που σαγήνευσα ή που σαγήνευσε εμένα, ανίκανος, όχι πλέον να είμαι κάποιος άλλος, αλλά ανίκανος να έχω τη θέληση να γίνω κάποιος άλλος.

onetti_

Υπάρχουν εδώ μερικές εξίσου αξιομνημόνευτες σκέψεις για τον φθόνο – ο αφηγητής φθονεί τον Στάιν «που είχε διεισδύσει στην Γερτρούδη χωρίς να γίνει αιχμάλωτός της» – αλλά και μια μοναδική ερωτική έκφραση. Αντιμετωπίζοντας την αφαίρεση του στήθους της Γερτρούδης, ο αφηγητής διαβλέπει ένα μέλλον, μια ευτυχία γεμάτη εκπλήξεις, αφού θα ήταν θεμελιωμένη ακριβώς στον ακρωτηριασμό της, μια νίκη απέναντι σε κάποιον άγνωστο, μια νίκη που θα είχε επιτύχει χωρίς καμία στρατηγική, εναντίον κάποιου απροσδιόριστου τύπου άντρα για τον οποίο ο ακρωτηριασμός αντιπροσωπεύει, χωρίς διαστροφή καμιά, την ακαταμάχητη ιδιότητα του σώματός της. [Η σύντομη ζωή, σ. 83, 99]

Πρώτη δημοσίευση: Το Δέντρο, τεύχος 197-198 (Μάιος 2014) [εκτός της τελευταίας παραγράφου].

Εντουάρντο Γκαλεάνο – Το βιβλίο των εναγκαλισμών [Α΄] εδώ.

Στις εικόνες: ύστερος και πρώιμος Ονέτι.

16
Μάι.
14

Οι μικροί θάνατοι

Εντουάρντο Γκαλεάνο – Το βιβλίο των εναγκαλισμών [Α΄]
Πίτερ Γκρίναγουεϊ Ο μάγειρας, ο κλέφτης, η γυναίκα του και ο εραστής της

galeano

Δεν μας χαρίζει γέλιο ο έρωτας, γράφει ο Εντουάρντο Γκαλεάνο στο Βιβλίο των Εναγκαλισμών [εκδ. Κέδρος, 1989, μτφ. Μελίνα Παναγιωτίδου, σ. 95]· μας αποσπά βογκητά και στεναγμούς, φωνές πόνους, ακόμη κι αν είναι πόνος χαρούμενος, και, αν το καλοσκεφτεί κανείς, δεν υπάρχει τίποτα το παράξενο, γιατί η γέννηση είναι χαρά που πονάει. Μικρό θάνατο, λοιπόν, μας θυμίζει ο ουρουγουανός συγγραφέας, δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος, αποκαλούν στη Γαλλία την κορύφωση του αγκαλιάσματος, που μας ενώνει θραύοντάς μας και μας σμίγει χάνοντάς μας και μάς αρχίζει τελειώνοντάς μας. Κάθε φορά που διαβάζω ανάλογες αφηγηματικές συνόψεις ερωτικών εναγκαλισμών, σαρκικών ή αφηρημένων, εφαρμόζω ένα από τα δεκάδες μνημονικά μου παίγνια: προσπαθώ να εντοπίσω μια κινηματογραφική σκηνή που – έστω, κάπως – ζευγαρώνει με την εκάστοτε ανεικονική γραφή. Ποιος εναγκαλισμός άραγε θα πλησίαζε τον θάνατο; Αφήνοντας στην άκρη διάφορες ποιητικές υπερβολές ρομαντικού ή πάσης φύσεως μελοδραματικού ύφους, διατηρώ πάντα ζωηρή την εικόνα ενός δραματικού αγκαλιάσματος που δεν είχε τίποτε το λιβιδικό αλλά ζευγάρωνε τον έρωτα με την απελπισία ή τον τρόμο.

cookthief2

Είναι η σκηνή από το φιλμικό μνημείο του Πίτερ Γκρίναγουεϊ Ο μάγειρας, ο κλέφτης, η γυναίκα του και ο εραστής της [1985], κατά την οποία το παράνομο ζεύγος μόλις καταφέρει να διαφύγει από τον μαινόμενο σύζυγο και ιδιοκτήτη εκείνου του αδιανόητου εστιατορίου. Μοναδική διαθέσιμη κρυψώνα προς απόδραση, ένα κλειστό φορτηγό γεμάτο σάπια κρέατα, προφανώς προς τροφοδοσία των τρομοκρατημένων πελατών του κυρίου Spica. Οι εραστές αγκαλιάζονται σφιχτά, τρομαγμένοι και αηδιασμένοι, κλυδωνιζόμενοι από τις στροφές του μαινόμενου οχήματος και υπό το βουητό των μυγών που ευτυχούν ανάμεσα στις μισοφαγωμένες κεφαλές και τα δυο γυμνά σώματα που ήδη χάνουν την λευκότητά τους. Ίσως αυτή να είναι μια πρόγευση θανάτου, τόσο ως προς την σαρκική σήψη, όσο και ως προς το απώτατο άκρο του πάθους τους. Αλήθεια, μπορεί κανείς να φανταστεί πιο θερμό σφίξιμο, παράκληση σωτηρίας και ψευδαίσθηση αμόλυντου έρωτα;

galeano 1

Ξεφυλλίζω τις τυπογραφικά πλαισιωμένες βινιέτες του Γκαλεάνο, εις αναζήτηση ενός παρήγορου αφορισμού περί έρωτος, για να αναπνεύσω πάλι καθαρό αέρα (ή για να ειρωνευτώ την αποδεκτή κυκλικότητα ζωής και θανάτου, άρα να καταλήξω εκεί απ’ όπου άρχισα) αλλά εις μάτην. Εντοπίζω όμως, τουλάχιστον, το φυσικό τέκνο του έρωτα: τον γάμο. Ο τίτλος ομιλεί για «Το πανηγύρι των γάμων νου και καρδιάς» και η πρώτη φράση ρητορεύοντας ερωτά: Για ποιο λόγο γράφει κανείς, αν όχι για να μαζέψει τα κομμάτια του; Πρόκειται, μας εξηγείται, για τα κομμάτια που απομένουν από τον τεμαχισμό ψυχής και σώματος που μας διδάσκει το σχολείο, η εκκλησία και η εκπαίδευση εν γένει. Ακριβώς εκείνο το διαζύγιο νου και καρδιάς σκίζεται με την γραφή. Σε κάποια άκρη του κόσμου, πάντως, οι ψαράδες της κολομβιανής ακτής επινόησαν τη λέξη «αισθησκεπτόμενος» για να ορίσουν τη γλώσσα που λέει την αλήθεια, καταλήγει ο συγγραφέας, αφοσιωμένος γνώστης κάθε τοπικότητας που έμεινε άγραφη ενώ μας αφορά όλους.

Σημ.: Η αναφερόμενη ερωτική σκηνή, ανεύρετη σε φωτογραφίες, αντικαθιστάται εδώ από σκηνή ανάλογη κρυπτεία στην κουζίνα του εστιατορίου.

Εντουάρντο Γκαλεάνο – Το βιβλίο των εναγκαλισμών [Β΄] στην επόμενη ανάρτηση.

Πρώτη δημοσίευση: Το Δέντρο, τεύχος 197-198 (Μάιος 2014).

15
Μάι.
14

Τα ύστατα ημερολόγια

Μισέλ Σνεντέρ – Φανταστικοί Θάνατοι [Β΄]

Andre_Gide

Μερικοί συγγραφείς έχουν αργό θάνατο· ενώνονται μαζί του μετά από μακροχρόνιους αρραβώνες. Τέτοιοι γάμοι έχουν την πικρή γεύση που μας αφήνουν οι γιορτές που κουραστήκαμε να προσμένουμε, συλλογίζεται ο Σνεντέρ, συγκρίνοντας τους με τον θάνατο των περισσοτέρων, που μοιάζει με ένα κακό χαρτί που μας έλαχε, μια γυναίκα που συναντά κανείς τυχαία και η οποία θα αποπλανήσει τον πρώτο που θα βρει μπροστά της και θα τον αδράξει χωρίς να πει λέξη. Πρόκειται πάντοτε για λάθος, άλλον έπρεπε να πάρει.

walser

Αλλά τι σημαίνει τελικά να πεθαίνει κανείς ως καλλιτέχνης των λέξεων; Ο Αντρέ Ζιντ αρνούνταν να κλείσει το Ημερολόγιό του: Όχι, δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι με το τέλος αυτού του ημερολογίου θα τελειώσουν όλα, οριστικά. Ίσως νιώσω την επιθυμία να προσθέσω κάτι ακόμα. Την τελευταία στιγμή, να προσθέσω ακόμα κάτι… Άλλοι συγγραφείς επιλέγουν να φύγουν από τον κόσμο χωρίς φράσεις, απαλλαγμένοι από την έγνοια της σημασίας και του βάρους των λέξεων ή την αναζήτηση της μουσικότητάς τους.

Υπάρχουν και εκείνοι που γράφουν ως το τέλος, με τον δικό τους τρόπο. Το πιο ιδιαίτερο από τα έργα του Ρόμπερτ Βάλζερ έμεινε για πολύ καιρό κρυμμένο: ένα σύνολο 526 φύλλων, το μέγεθος των οποίων ξεκινά από το επισκεπτήριο και φτάνει ως τη σελίδα ενός βιβλίου. Αποτελούνται από κάθε είδος χαρτιού: λευκά περιθώρια από εφημερίδες, διαφημιστικές κάρτες, σελίδες από ημερολόγια, αρνητικές επιστολές από εκδότες. Μοιάζουν περισσότερο με πρόχειρα σχέδια ή με γεωγραφικούς χάρτες παρά με χειρόγραφα. Αυτό που ο Βάλζερ αποκάλεσε «το πεδίο του μολυβιού» περιέχει σπαράγματα μυθιστορημάτων, ποιήματα, πεζά, διαλόγους, προσωπικές σημειώσεις, αποσπάσματα δοκιμίων.

Walser Phonograph

Τα Χριστούγεννα του 1956 κλείνουν είκοσι τρία χρόνια από τότε που ο Βάλζερ εισήχθη στην ψυχιατρική κλινική του Εριζάου και από τότε που σταμάτησε να γράφει. Το τελευταίο χρονικό διάστημα ο περίπατος είναι ο μοναδικός του τρόπος γραφής, Θαρρείς και το μολύβι έχει αντικατασταθεί με τα πόδια και η γραμμή με τον βηματισμό. Μετά το γεύμα βγαίνει στα χιονισμένα χωράφια, κατευθυνόμενος στο Ρόζενμπεργκ, όπου υπάρχουν κάποια ερείπια που θέλει να ξαναδεί. Σε κάποιο ίσιωμα αισθάνθηκε τον ελαφρύ ίλιγγο· ίσως χαμογέλασε, ίσως ύψωσε την φωνή του. Έπεσε ανάσκελα, αφήνοντας με το σώμα του μια τελευταία «μικρογραφία» χαραγμένη πάνω στο χιόνι. Το μαύρο περίγραμμά του θα έμοιαζε με στάμπα από μελάνι που την απορροφά το χιόνι.

Μισέλ Σνεντέρ – Φανταστικοί Θάνατοι [Α΄] εδώ.

Πρώτη δημοσίευση: Το Δέντρο, τεύχος 197-198 (Μάιος 2014).

Στις εικόνες: André Gide και διπλός Robert Walser.

14
Μάι.
14

Οι τελευταίες λέξεις

Μισέλ Σνεντέρ – Φανταστικοί Θάνατοι [Α΄]

schneder

O θάνατος στην λογοτεχνική ή δοκιμιακή γραφή βρίσκει πρόθυμους, και ενίοτε ιδιαίτερα πιστούς αναγνώστες, σε αντίθεση δηλαδή με την εκτός σελίδων πραγματικότητα. Οι Φανταστικοί Θάνατοι του Μισέλ Σνεντέρ [Εκδ. Καστανιώτη, 2005, σειρά Διαγωνίως, μτφ. Γιάννης Στρίγκος] αποτελούν μια ιδιαίτερα ευρηματική συλλογή όπου η απόλαυση του κειμένου και ιδίως της λογοτεχνικότητας των σύντομων βιογραφημάτων υπερισχύουν κάθε πιθανής μελαγχολικής διάθεσης. Ο γάλλος συγγραφέας, δοκιμιογράφος και ψυχαναλυτής εμπνεύστηκε από την φράση του Προυστ «Λέμε “ο θάνατος” για να απλοποιήσουμε τα πράγματα, αλλά υπάρχουν τόσοι θάνατοι όσοι και άνθρωποι» και εκκινεί τα σύντομα κείμενά του από τις τελευταίες λέξεις που είπαν ή έγραψαν τριάντα έξι συγγραφείς των τεσσάρων τελευταίων αιώνων.

sterne

Η αυτοθανατογραφία είναι ανέφικτη, γράφει λοιπόν, και συντάσσει αυτό το βιβλίο του τέλους των λέξεων, το κατάστιχο φανταστικών θανάτων πραγματικών συγγραφέων. Εκτός καταλόγου αλλά με θέση στην εισαγωγή, ο Λώρενς Στερν αποχαιρετάει την ζωή μόνος σε κάποιο ξενοδοχείο, στοιχειωμένος από τις λέξεις και το μόλις ολοκληρωμένο Αισθηματικό του Ταξίδι, έχοντας εκφράσει τη επιθυμία να πεθάνει αλλά, όχι διαφορετικός απ’ αυτό που υπήρξε, «μακριά απ’ το σπίτι του σε κάποιο αξιοπρεπές πανδοχείο». Ζητάει από το αγόρι που στάλθηκε για να τον φωνάξει να περιμένει λίγο και ύστερα από πέντε λεπτά του λέει: «Τώρα εντάξει. Ήρθε». Στο δωδέκατο κεφάλαιο, πάντως, του πρώτου τόμου του Τρίστραμ Σάντι ο Στερν ολοκλήρωνε την αφήγηση ενός θανάτου με μια τυπογραφική παρατολμία: μια μαύρη σελίδα, ανοιχτή σαν τάφος.

Guitry dessin chapeau

Αν η λογοτεχνία είναι ένας μακροσκελής τρόπος να αναπτύξει κανείς μια έσχατη φράση και να μιλήσει ακόμα και πέρα από το σημείο όπου οι λέξεις παύουν, όπως θεωρεί ο ανθολόγος, τότε δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση το γεγονός ότι ο λακωνισμός είναι κανόνας για τα τελευταία λόγια κάποιου. Κάποτε οι λέξεις είναι συνθηματικές, για να μας ανοίξουν κάποια πόρτα. Ο Σασά Γκιτρύ, μερικούς μήνες, προτού πεθάνει, ηχογράφησε έναν μονόλογο υπό τον τίτλο Τα τελευταία δέκα λεπτά, όπου ομολογεί την επιθυμία του να πεθάνει μακιγιαρισμένος, σαν θεατρίνος του ίδιου του εαυτού, όπως άλλωστε υπήρξε. Κάποιοι άλλοι αυτοκτονούν έτσι ώστε να μη χρειαστεί να πεθάνουν.

Thomas de Quincey

Η πίεση του χρόνου μπροστά στον ικρίωμα και τον δήμιο ακονίζει και συμπυκνώνει την λεκτική ικανότητα των ανθρώπων, είχε γράψει ο Τόμας ντε Κουίνσυ. Λάτρης του λόγου ο ίδιος, ζούσε σε δωμάτια ασφυκτικά γεμάτα από βιβλία, χειρόγραφα και επιστολές, που καταλάμβαναν ολοένα και περισσότερο χώρο. Ευγενής μέχρι την τελευταία του στιγμή είπε «ευχαριστώ» πριν σβήσει. Σύμφωνα με τα λόγια του στο Suspiria de Profundis: «οι βαθύτερες τραγωδίες – όπως του παιδιού που ξεριζώνεται για πάντα από την αγκαλιά της μάνας και που τα χείλη του δεν πρόκειται ποτέ πια να δεχτούν το φιλί της αδελφής του – εξακολουθούν να υπάρχουν, κρυμμένες κάτω απ’ όλα τα άλλα, μέχρι το τέλος».

Μισέλ Σνεντέρ – Φανταστικοί Θάνατοι [B΄] εδώ.

Πρώτη δημοσίευση: Το Δέντρο, τεύχος 197-198 (Μάιος 2014).

Στις εικόνες: Laurence Sterne, Sasha Guitry, Thomas de Quincey.

13
Μάι.
14

David Harvey – Εξεγερμένες πόλεις. Από το δικαίωμα στην πόλη στην επανάσταση της πόλης

1Πόλεις: εστίες πολιτικών επαναστάσεων, κοινωνικών εξεγέρσεων και πολιτιστικών αλλαγών· πεδία άσκησης της κυρίαρχης εξουσίας και των οικονομικών επιλογών του καπιταλισμού, χώροι αντίστασης των αντίθετων ιδεών και πάνω απ’ όλα τόποι όπου ζουν και εργάζονται οι άνθρωποι οι οποίοι όμως έχουν αποστερηθεί κάθε δικαίωμα χρήσης και απόλαυσης της ζωής τους σε αυτές. Όπως και στο βιβλίο του Spaces of Hope [2000] έτσι και σε εδώ ο συγγραφέας επιχειρεί να καταλήξει σ’ ένα σχεδίασμα – πρόταση εναλλακτικών πρακτικών για την οργάνωση της αντίστασης στις πόλεις, επηρεασμένος και από την προσωπική επαφή του με ακτιβιστές των μητροπόλεων.

Ο Χάρβεϊ είναι γεωγράφος (και όχι ανθρωπολόγος ή οικονομολόγος όπως λανθασμένα τον αναφέρουν οι προηγούμενες ελληνικές εκδόσεις). Η προσέγγισή του είναι καταρχήν μαρξιστική και θέτει την πόλη στο επίκεντρο δυο συγκρουσιακών διαδικασιών: αφενός των επενδύσεων του κεφαλαίου σε συνεργασία με την επιβολή ελέγχου από την πολιτική εξουσία και αφετέρου των αγώνων αντίστασης στις παραπάνω διαδικασίες. Έτσι η πόλη αναλύεται ως διαδικασία παραγωγής υπεραξίας, ως τόπος επένδυσης του πλεονάζοντος κεφαλαίου, ως τόπος ταξικών συγκρούσεων και ως προνομιακός χώρος για συνεύρεση και οργάνωση όλων όσων εργάζονται και ζουν σε αυτήν ή έχουν αποκλειστεί από αυτήν.

2Όπως τονίζεται όμως στην ελληνική εισαγωγή της ελληνικής έκδοσης, οι απόψεις του ιδίως όσον αφορά «τα κοινά της πόλης» μπορούν να χαρακτηριστούν αντιμαρξιστικές και ουτοπικές, με επιρροές και από τους Hard tκαι Negri. Ο Harvey ασκεί κριτική στον «οργανωτικό φετιχισμό της Αριστεράς», στις ατέρμονες και αδιέξοδες αντιπαραθέσεις αναρχικών και παλαιοαριστερών, στις οργανωτικές δομές της κομμουνιστικής Αριστεράς και της Σοσιαλδημοκρατίας αλλά και στην διαφωνία της ελευθεριακής Αριστεράς να συζητήσει θέματα διοίκησης, κράτους και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Είναι, πράγματι, διαφορετική η διαδικασία κατάληψης ενός πάρκου ή μιας πλατείας με άμεση δημοκρατία και διαφορετική η διαχείριση των προβλημάτων μιας ολόκληρης πόλης που χρειάζεται άλλου είδους αντιπροσωπευτικές δομές.

3Η πραγμάτευση ενός τέτοιου θέματος δεν μπορεί να μην εκκινήσει από το όραμα του Ανρί Λεφέβρ [Henri Lefebvre] και το έργο του Δικαίωμα στην πόλη [1967], που πρότεινε μια εναλλακτική αστική ζωή λιγότερο αποξενωμένη και περισσότερο παιχνιδιάρικη, πάντα δε διαλεκτική, ανοιχτή σε αντιπαραθέσεις και κάθε είδους διεργασίες. Το έργο του Λεφέβρ, εμφανώς επηρεασμένο από τους Καταστασιακούς και την ιδέα μιας ψυχογεωγραφίας της πόλης, αποτέλεσε βασικό κείμενο του παρισινού Μάη. Η σύγχρονη όμως αναβίωση του δικαιώματος δεν προέρχεται από την κληρονομιά του Λεφέβρ αλλά έχει τις ρίζες της στα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα της πόλης.

4Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της Βραζιλίας, όπου οι σχετικοί αγώνες οδήγησαν σε νέες συνταγματικές ρήτρες, ο λεγόμενος «συμμετοχικός προϋπολογισμός – η συμμετοχή των απλών κατοίκων στην κατανομή του δημοτικού προϋπολογισμού μέσω δημοκρατικών διαδικασιών -, η περίπτωση του Πόρτο Αλέγκρε. Όλα τα κοινωνικά κινήματα άλλωστε που συναντήθηκαν στο Κοινωνικό Φόρουμ των ΗΠΑ στην Ατλάντα σχημάτισαν μια ευρύτατη Συμμαχία για το Δικαίωμα στην Πόλη. Αν κάτι εδώ θυμίζει Λεφέβρ δεν είναι οι ίδιες οι ιδέες του αλλά το γεγονός ότι αυτές γεννήθηκαν στους δρόμους και τις γειτονιές που υπέφεραν. Ήδη όμως διαφαίνεται η πρώτη ρήξη με την κομμουνιστική ιδεολογία, που θέτει το προλεταριάτο στην ηγεσία της επαναστατικής αλλαγής και όχι τους κατοίκους των πόλεων, συνεπώς εδώ ο Λεφέβρ προκάλεσε την παραδοσιακή μαρξιστική συλλογιστική.

2 - Occupy_London_-_Finsbury_Square_tentsΤο σχετικό δικαίωμα δεν περιλαμβάνει μόνο πρόσβαση στον λεγόμενο δημόσιο χώρο αλλά και τη δημιουργία νέων κοινών χώρων για κοινωνικοποίηση και πολιτική δράση, όπως εμφατικά υποστηρίζει για παράδειγμα η Συμμαχία για το Δικαίωμα στην Πόλη [Right to the City Alliance] της Νέας Υόρκης. Και φυσικά δεν χρειάζεται να περιμένει κανείς τη μεγάλη επανάσταση για να δημιουργήσει τέτοιους χώρους. Ιδού μια δεύτερη διαφορά με τον Λεφέβρ, σύμφωνα με τον οποία τα επαναστατικά κινήματα ξεσπούν σε μια στιγμή «εισβολής», σε μια αιφνίδια συνειδητοποίηση και αυθόρμητη συλλογική δράση. Οι κεντρικές πλατείες του Καΐρου, της Μαδρίτης, της Αθήνας, της Βαρκελώνης, το Μάντισον του Ουισκόνσιν και το πάρκο Ζούκοτι στη Νέα Υόρκη αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα.

blu3Τα δικαιώματα της ατομικής ιδιοκτησίας και του κέρδους υπερισχύουν κάθε άλλης έννοιας δικαιώματος και αναπόφευκτα το δικαίωμα στην πόλη δεν μοιάζει απλώς υποτιμημένο αλλά και ανύπαρκτο. Για τον συγγραφέα όμως το ερώτημα τι είδους πόλη επιθυμούμε δεν μπορεί να διαχωριστεί από το ερώτημα τι είδους άνθρωποι θέλουμε να είμαστε, τι είδους κοινωνικές σχέσεις αναζητάμε, ποιο είδος ζωής επιθυμούμε. Πρόκειται δε για δικαίωμα βαθύτατα ατομικό αλλά κατά βάση απόλυτα συλλογικό. Έχει συμβάλει λοιπόν η δραματική αστικοποίηση στην ανθρώπινη ευημερία; Μας έκανε καλύτερους ανθρώπους ή έχουμε γίνει απλές μονάδες που παραδέρνουν σε σκληρά και αντιαισθητικά περιβάλλοντα;

7 - Occupy Wall StreetΟ καπιταλισμός εκ φύσεως οφείλει να επανεπενδύει το πλεόνασμά του ώστε να αποκτήσει ακόμα μεγαλύτερο πλεόνασμα. Η συνεχής ανάγκη εντοπισμού κερδοφόρων πεδίων για παραγωγή και απορρόφηση του πλεονάζοντος κεφαλαίου οδήγησε στην άλωση των πόλεων· η αγορά ακινήτων απορρόφησε άμεσα μεγάλο μέρος του πλεονάσματος μέσα από νέες κατασκευές στα κέντρα των πόλεων και στα προάστια. Ακολούθησαν οι οικιστικές εξάρσεις (από την Πόλη του Μεξικού ως την Βομβάη, από το Λος Άντζελες ως το Σαν Ντιέγκο, από το Γιοχάνσεμπουργκ ως την Σεούλ) η πλημμύρα δανειοδοτήσεων, οι αλλεπάλληλες κρίσεις, η κατάρρευση των χρηματοοικονομικών συστημάτων.

6Η Κομμούνα του Παρισιού [1871] υπήρξε, εκτός από μια λαϊκή εργατική εξέγερση και ένα κατεξοχήν κίνημα που αφορούσε τον χώρο της πόλης. Η ιστορία των ταξικών αγώνων στο πλαίσιο της πόλης είναι εντυπωσιακή: Παρίσι 1789, 1830, 1848· Σιάτλ 1919, Βαρκελόνη 1936, Κόρδοβα 1969, τα κινήματα των 60sστις ΗΠΑ, η Άνοιξη της Πράγας, σήμερα η Γένοβα, το Ταχρίρ, η Πουέρντα ντελ Σολ στη Μαδρίτη, το Ελ Άλτο της Βολιβίας, το Μπουένος Άιρες κλπ. Οι πλατείες έδειξαν για άλλη μια φορά ότι εκείνο που έχει σημασία και αποτελέσματα είναι να βγαίνουν οι άνθρωποι στο δρόμο και όχι οι ανόητοι συναισθηματισμοί στο Facebook και τα άλλα «μέσα κοινωνικής δικτύωσης». Η «στασιαστική ιδιότητα του πολίτη», κατά την έκφραση του James Holston, είναι περισσότερο από κάθε άλλη φορά παρούσα. Ο Harvey αναζητά τους πιο δίκαιους και φιλικούς προς το περιβάλλον τρόπους για την αναδιοργάνωση της αστικής ζωής και την ανατροπή των συστημάτων που προκαλούν δυστυχισμένες ζωές σε άθλιες πόλεις.

Το δικαίωμ5α στην πόλη, Οι καπιταλιστικές κρίσεις έχουν ρίζες στην πόλη, Η δημιουργία των κοινών της πόλεις, Εξεγερμένες πόλεις, Αναδιεκδίκηση της πόλης για αντικαπιταλιστική πάλη, Λονδίνο 2011 – Ο άγριος καπιταλισμός βγαίνει στους δρόμους, «Καταλάβατε τη Γουόλ Στριτ»: Το Κόμμα της Γουόλ Στριτ συναντά τη νέμεσή του – οι τίτλοι των κεφαλαίων είναι εύγλωττοι. Τα παραπάνω κείμενα δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά New Left Review, Social Register 2002 και 2011, Radical History Review και παρουσιάστηκαν και στις διαλέξεις του Harvey στην Αθήνα [Ιούνιος 2012, την εποχή των εκλογών της 17ης Ιουνίου, σε πανεπιστημιακούς χώρους αλλά και στο παρκάκι της οδού Τσαμαδού].

Εκδ. ΚΨΜ, 2013, μτφ. Κατερίνα Χαλμούκου, πρόλογος: Κωστής Χατζημιχάλης, σελ. 308. Με βιβλιογραφία, ευρετήριο θεσμών και κομμάτων, ονομάτων και τοπωνυμίων [David Harvey – Rebel cities, 2012].

Πρώτη δημοσίευση: mic. gr / Βιβλιοπανδοχείο, 156 υπό τον τίτλο Big City Lights.

11
Μάι.
14

Angel de la Calle – Tina Modotti. Από Την Τέχνη Στην Επανάσταση

modotti_exof_siteΕάν μαζέψεις αυτές τις φωτογραφίες, σχηματίζουν ένα παζλ που αφηγείται το Μεξικό. Κάτι τέτοιο αναζητώ στη λογοτεχνία…ψήγματα, διαφορετικές ματιές που, όταν προστίθενται, αποδίδουν την πραγματικότητα, δίνοντας ζωή σε ένα…μυθιστόρημα!

Ο συγγραφέας που όχι απλά εκπλήσσεται αλλά και εμπνέεται για ένα μοντέρνο είδος μυθιστορήματος είναι ο Τζον Ντος Πάσος και οι φωτογραφίες ανήκουν στην φωτογράφο Τίνα Μοντότι, σύντροφο τότε του Χαβιέ Γκερέρο, μεξικανού κομμουνιστή στα χρόνια της δεκαετίας του ’20 τον οποίο και επισκέφτηκε ο αμερικανός λογοτέχνης. Πράγματι, οι φωτογραφίες της Μοντότι, τραβηγμένες πάντα σε φυσικό φως με μια graflex χειρός, ακολούθησαν την τέχνη του δασκάλου της, του μοντέρνου αμερικανού φωτογράφου Έντουαρντ Γουέστον αλλά την επέκτειναν και την ενστάλαξαν στην σκληρή και ελπιδοφόρα μεξικανική πραγματικότητα.

Weston_Tina-ModottiΠοια ήταν όμως η Μοντότι στην οποία αφιερώνεται το πολυσέλιδο αυτό graphic novel; Μια μοναδική γυναικεία προσωπικότητα, μια πρωτοποριακή φωτογράφος, ένας ερωτικότατος άνθρωπος, μια πολιτικά στρατευμένη καλλιτέχνις, μια ακούραστη αγωνίστρια. Παιδί ιταλών μεταναστών στις ΗΠΑ, ξεκίνησε ως ηθοποιός του βωβού κινηματογράφου και μοντέλο αλλά άφησε το θέαμα για την δική της δημιουργία πάνω στα ουσιαστικότερα της ζωής. Η Μοντότι ήταν παρούσα παντού στα χρόνια του 1920 και του 1930, έζησε τις ιστορίες που έγιναν η Ιστορία, αναζήτησε την αξιοπρέπεια στον αγώνα, έζησε σε αναβράζουσες πόλεις και γνώρισε όλους όσους ήταν σημαντικοί, τους ξακουστούς και τους ανώνυμους, τον Χέμινγουεϊ και τους νεαρούς σοσιαλιστές από τη Βιέννη, τον Αιζενστάιν και τους ανήλικους Αστουριανούς, τον Έγκον Κις και τους τελευταίους λαθραίους κομμουνιστές στο Βερολίνο, όπως γράφει ο Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο, φίλος και συνεργάτης του συγγραφέα.

Σύμφωνα με τον Τάιμπο το βιβλtumblr_lj5tgnYIKa1qcl8ymo1_1280ίο αποκρίνεται σε δυο ερωτήματα – παγίδες: πώς να μιλήσεις για αυτή την γυναίκα και πώς να την μεταπλάσεις σε εικονογραφημένο σχέδιο. Το στοίχημα αφορά τα αφηγηματικά όρια ενός κόμικ, την μετατροπή της διήγησης σε βιογράφηση, την προσωπική εμπλοκή του βιογράφου. Εδώ διακρίνει επιρροές του φίλου του από την μεξικανική θεωρία της Ιστορίας (δηλαδή την θεώρησή της ως εύπλαστού υλικού που μπερδεύεται με το σήμερα και συγκροτεί σε ενιαία αφήγηση παρόν και παρελθόν) και εξομολογείται την σφοδρή του επιθυμία να ήταν ο σεναριογράφος της ιστορίας – έχουν άλλωστε ήδη εργαστεί μαζί σε εικονογραφημένη νουβέλα για τους Πάντσο Βίγια και … Ντάσιελ Χάμετ.

Tina-Modotti-by-Edward-Weston-1923Πράγματι, de la Calle και Τάιμπο παίρνουν τον δικό τους διακριτικό ρόλο στην αφήγηση που αρχίζει από το μετεπαναστατικό Μεξικό, όπου βρέθηκε η Μοντότι στις αρχές του ’20. Η σταδιακή ένταξή της στην πολιτιστική και πολιτική μποέμ και αβανγκάρντ σκιτσάρεται με ιδανικό τρόπο στις αρχικές σελίδες του βιβλίου. Δεκάδες πρόσωπα παρελαύνουν από το σπίτι της, από τον Ντιέγκο Ριβέρα που την χρησιμοποιεί ως μοντέλο και την εντάσσει σε τοιχογραφίες του ως την Αλεξάντρα Κολοντάϊ και άλλους στρατευμένους της κομμουνιστικής ιδέας. Η Μοντότι βρίσκεται μπροστά σε ένα μεγάλο βήμα· μπορεί η εξωτερική όψη του προοδευτικού κύκλου να ήταν γεμάτη καλλιτέχνες και διανοούμενους, όμως η καθημερινή στράτευση ήταν σκληρή και επικίνδυνη, γεμάτη από αιματοβαμμένα σώματα αγωνιστών ή απεργών δολοφονημένων από τον μεξικανικό στρατό ή από πιστολέρος πληρωμένους από γαιοκτήμονες και εργοδότες.

woman with flag [mexico 1926]Αλλά και πριν την πολιτική της ένταξη, η μεξικανική κοινωνία την είχε ήδη αντιπαθήσει ως γυμνό μοντέλο αλλά και ως μια μοντέρνα γυναίκα που απολαμβάνει τους έρωτές της και αδιαφορεί για κάθε στερεότυπο του φύλου της. Είναι χαρακτηριστική η συνομιλία με φίλη της: ο τρόπος ζωής της, το ντύσιμό της, τα γυμνά της έργα, ενόχλησαν της καθολική αστική τάξη περισσότερο από δεκάδες διαδηλώσεις με δρεπάνια και σφυριά· ακόμα και στο Κόμμα λίγα πράγματα μένουν για τις γυναίκες· άλλωστε καμία δεν φτάνει ποτέ ως την Κεντρική Επιτροπή. Όπως αλλού σχολιάζει μια άλλη παράπλευρη παρουσία, η νέα της εμφάνιση ως γκρίζας και θλιμμένης κομμουνίστριας ερχόταν σε εμφανή αντίθεση με τους καλλιτέχνες καλεσμένους της.

Tina Modotti en la calle Altamirano. Ο κύβος όμως είχε ήδη ριφθεί. Το 1930 η Μοντότι εκδιώχθηκε από το Μεξικό, ταξίδεψε φρουρούμενη ως το Ρόττερνταμ, πέρασε από το Βερολίνο, έφτασε στην Ιταλία όπου εντάχθηκε στο αντιφασιστικό κίνημα και τελικά έφυγε για την Μόσχα το 1931. Εκεί σταματούν οι φωτογραφίες της. Ο τελευταίος της αγώνας για καλύτερη ζωή δεν μπορούσε παρά να γίνει στον Ισπανικό Εμφύλιο· μετά την ήττα, έφυγε με ψευδώνυμο στο Μεξικό, όπου και πέθανε εξαντλημένη από την καρδιά της. Ακόμα και στις οριακές ιστορικές στιγμές δεν έπαψε να ζει τον έρωτα με συναγωνιστές και συ-στοχαστές.

Tina Modotti Mexico City's pulquería La Palanca in 1926.Οι σελίδες αφυκτιούν από τα μικρά καρέ του de la Calle που αποδίδουν ολόκληρους κόσμους με μαεστρικά σκίτσα γεμάτα πυκνές γραμμές και ευφάνταστη εικονογραφία· ο Τάιμπο χαρακτηρίζει την τέχνη του πρωτότυπο νέο – μάνγκα, με προσωπικά μπαρόκ στοιχεία. Γοητευμένος κι αυτός από αυτή την σπάνια προσωπικότητα, αναρωτιέται αν τον ελκύει τον γεγονός πως πίσω της φουντώνουν οι διωγμοί, οι δυσκολίες, η ατυχία, η μόνιμη καταδίωξη, η ηθική μιας ιδέας που ηττήθηκε από την σταλινική αυταρχικότητα, μια ιστορία ηρώων από τον Ζαπάτα, την Λάικα, τον Ντουρίτι ως τον Μαγιακόφσκι και τον Μπένγιαμιν. Σε κάθε περίπτωση είναι βέβαιος πως τίποτα δεν εξαφανίζεται, τα πάντα μένουν, μεταλλάσσονται και ως ό,τι έχει αξία διαιωνίζεται και επιζεί.

Στο τέTina_Modotti_with_her_arms_raised_-_Edward_Weston_restorationλος ο κομικίστας παραδέχεται την αδυναμία του να διηγηθεί την ιστορία της Μοντότι χωρίς να βάλει τις δικές του σκέψεις. Κι έτσι το βιβλίο είναι η ιστορία και των δυο τους και η μόνη κατάλληλη γλώσσα είναι εκείνη «που ενώνει τις λέξεις και την εικόνα». Μένει το ερώτημα για ποιο λόγο εκείνη δεν τράβηξε φωτογραφίες τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής της. Απάντηση καμία. Δεν του έμενα παρά να αφήσει ένα αντίτυπο του βιβλίου στον τάφο της, που, όπως ακούστηκε, παρέμεινε για καιρό κι ύστερα είτε έγινε φύλλο και φτερό στον ουρανό του Τσαπουλτεπέκ είτε βρέθηκε στον πάγκο με τα μεταχειρισμένα στην οδό Στασιαστών. Και τα δυο φινάλε τον γαλήνεψαν.

Εκδ. ΚΨΜ, 2013, μτφ. – επιμ. – εισαγωγή: Εύη Παρασκευή Γούσια, πρόλογος Ι και ΙΙ: Paco Ignacio Taibo II, σελ. 295 [Angel de la Calle – Modotti: Una mujer del siglo XX, 2011]. Στο παράρτημα περιλαμβάνονται: κείμενο της T.M. Περί φωτογραφίας και δεκαέξι φωτογραφίες της αλλά και δείγματα από το εργαστήριο του συγγραφέα: βινιέτες σε φυσικό μέγεθος, φωτογραφίες που έγιναν καρέ, προσχέδια σκίτσων, σελίδες που αφαιρέθηκαν από την τελική έκδοση.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr – Βιβλιοπανδοχείο 155 / Fotolusion.

06
Μάι.
14

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 158. Saunterer

DCIM100MEDIAΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Χάριν παραμυθίας και…σασπένς, θα σας πάω να ρίξουμε μια ματιά από το παράθυρο, όπου πίσω από την κουρτίνα που πάει πέρα δώθε από το ψυχρό, νυχτερινό αεράκι διακρίνουμε…πολλή μαυρίλα, όπως είπαν και οι περισσότεροι που το διάβασαν, μα ας μη ξεχνάμε ότι ο τίτλος του είναι «Από τη λάθος πλευρά», και αυτό είναι το βασικό χαρακτηριστικό των ιστοριών και των ποιημάτων (και του θεατρικού) που ξεδιπλώνονται στις σελίδες του. Λάθος φίλοι –το ίδιο θα έλεγαν και οι ίδιοι για τον φίλο τους, πιστέψτε με-, λάθος γυναίκες, λάθος μουσική γενικά και blues ειδικά, λάθος πόλη, λάθος χώρα, σε μια αφήγηση κι αυτή σίγουρα όχι σωστή, λίγο αλλόκοτη, μα με πολλή μουσική, και άλλη τόση λογοκλοπή από πραγματικούς αυτή τη φορά συγγραφείς. Όσο για το εξώφυλλο, πραγματοποιεί ένα άπιαστο, όπως φαινόταν πριν λίγο καιρό, όνειρο στον γράφοντα με τον πίνακα του Claus Castenskiold να το κοσμεί.

Cover_tales_EXODUSΤέλος αν και όσες κριτικές-παρουσιάσεις του επίμαχου συγγράμματος έχουν δημοσιευτεί ως τώρα ήταν κάτι παραπάνω από γενναιόδωρες, επιλέγω να τελειώσω αυτό το βιβλιομπανιστήρι με λίγα λόγια από το γράμμα ενός φίλου:

«Μια αναστάτωση γλυκιά κι ενοχλητική ταυτόχρονα. «Ενοχλητική», η λέξη στα ελληνικά μου φαίνεται μικρή, η αντίστοιχη στα αγγλικά μου κάνει μεγαλύτερη και περισσότερο … ενοχλητική: “disturbing”, είναι αυτό που εννοώ».

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Οι ιστορίες πέρασαν στο χαρτί τα τρία τελευταία χρόνια, άσχετα αν κάποιες από αυτές τις είχα μέσα στο μυαλό από πολύ παλιότερα, ενώ τα ποιήματα είναι γραμμένα σε μια μεγάλη περίοδο, με το πιο παλιό να πηγαίνει πίσω στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και το νεότερο κάποια χρόνια πριν από σήμερα.

fpbΠάντως, όλα, ιστορίες και ποιήματα, γράφτηκαν υπό συνθήκες εκτάκτου ανάγκης, χρόνιας προσωπικής κρίσης –σοβούσε πάνω και μέσα μου πολύ πριν γίνει αυτή η λέξη πιο συχνή και από το «μαλάκα» στα στόματα όλων μας – και με τον πόθο μάλλον της συντροφιάς, αλλά και για να πλάσω έναν φανταστικό κόσμο μέσα στον οποίον θα ήθελα να ζω, όπως έχει πει και ο γέρο-Bill Burroughs.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει, ναι, κουβαλάω και ένα σημειωματάριο σχεδόν πάντα μαζί μου –και καλά συγγραφέας κι έτσι- αλλά συνήθως βαριέμαι να το βγάζω και να γράφω, και όλο λέω θα το θυμηθώ όταν φτάσω σπίτι, αλλά φυσικά τις περισσότερες φορές ως τότε το έχω ξεχάσει.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Μέρα νύχτα οι άτιμοι στο κατόπι μου είναι…ούτε να κλάσω δεν μπορώ!

cendrarsΠοιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν έχω κάποιον συγκεκριμένο… παλιότερα θα έλεγα ότι με επηρεάζουν πολύ οι διάφορες ουσίες, κυρίως οι ψυχεδελικές, αλλά τα τελευταία χρόνια δε νομίζω να παίζει κάποιον σημαντικό ρόλο σε όλο αυτό το τίλιο που καταναλώνω νωρίς το βράδυ μαζί με το βρεγμένο παξιμάδι…οπότε πάμε σε κάτι πιο κλασικό, δηλαδή…εικόνες που βλέπω στον δρόμο, όνειρα, σκέψεις, κουβέντες με φίλους, ένας στίχος τραγουδιού, μια φράση βιβλίου…άλλες πάλι φορές, μου κατεβαίνει στα καλά καθούμενα και από άγνωστο τόπο χλοερό μια ιδέα…

PaulBowlesΕργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή, το ιδανικό είναι να κάτσει και η γάτα μου η Ηλιαχτίδα δίπλα, πράγμα όμως που δεν συμβαίνει πάντα, αφού πολλές φορές αυτή θέλει να παίξει και κάνει και βαβούρα και με αποσπάει, αλλά γάτα είναι πώς θα γίνει; Τι έλεγα όμως; Α ναι! Κάθομαι στον υπολογιστή που λέτε, ανοίγω το word και ξεκινάω…βράδυ κατά κανόνα όλα αυτά, να υπάρχει και η ωραία, υγρή και μυστηριώδης ατμόσφαιρα έτσι; Μουσική φυσικά και παίζει, και εγώ δεν είμαι της άποψης να παίζει κάτι ουδέτερο χωρίς λόγια και τέτοια, μπορεί να ακούω και hardcoreσε φάση, ή να αφήνω ένα κομμάτι να επαναλαμβάνεται για ώρες…

Robert JohnsonΜουσικές προτιμήσεις…είναι πάρα πολλές, μια ζωή ολόκληρη θαλασσοπνίγομαι και σώζομαι στα βαθιά νερά της μουσικής, οπότε θα γράψω μερικά αγαπημένα συγκροτήματα και μουσικούς…οι Wipers πρώτα και πάνω απ’ όλα, οι Hüsker Dü, οι Gun Club, οι Cramps, οι Dead Moon, οι Joy Division, μοναχικές και μοναδικές περιπτώσεις μουσικών σαν τον Rowland S. Howard και τον Phil Shoenfelt, Robert Johnson, Howlin’ Wolf και γενικά το παλιό νέγρικο blues αλλά και το αγγλικό rhythm and blues, ο Townes Van Zandt, οι 16 Horsepower, οι Sonic’s Rendezvous Band και όλη εκείνη η φοβερή σκηνή των «σκληρών» του Detroit, οι Ramones και όλη η νεοϋορκέζικη σκηνή από τους Velvet κι έπειτα, οι Radio Birdman, οι Birthday Party, οι Sunnyboys και η αυστραλέζικη σκηνή των 70’s-80’s γενικά, αλλά και η σημερινή με μπάντες σαν τους Witch Hats τους Holy Soul και τους Greta Mob, οι Chocolate Watchband και όλες οι γκαραζόμπαντες των 60’s, ψυχεδέλεια, folk, οι Last Drive, οι Hydes, και για να μη σας κουράζω άλλο-αν και ωραία θα ήταν να συνεχίζαμε την κουβέντα μας για μουσική- θα δανειστώ –παραφράζοντάς την λίγο-μια φράση των τελευταίων για να κλείσω αυτήν την απάντηση…στη μουσική γενικά αλλά και στο rock and roll ειδικά, είμαι άπληστος.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

algren1Το όνειρό μου ήταν να σπουδάσω στην ανώτατη σχολή της ΕΚΠΑΠΕ, Εκμετάλλευση Πατρικής Περιουσίας δηλαδή, αλλά ατύχησα και βγήκα από φτωχά αρχίδια, όπως μου είχε πει μια φορά κάποιος εργάτης όταν σε τρυφερή ηλικία πήγα ένα καλοκαίρι να δουλέψω σε φάμπρικα, οπότε σπούδασα κάτι ψιλά δημοσιογραφία, και όταν ναυάγησε και το όνειρο να γίνω rock and roll star και να πεθάνω πάμπλουτος από υπερβολική δόση στην πισίνα μου, ξεκίνησα κι έκανα ένα κάρο κι άλλο ένα δουλειές –θέλω να το τονίσω αυτό με τα δύο κάρα, γιατί ενισχύει το λαϊκό μου προφίλ, και είναι εκλογικό το κλίμα- από σερβιτόρος, μπάρμαν, ψητάς, DJ, σιδεράς, αφισοκολλητής, συντάκτης περιοδικού και εφημερίδας, πωλητής μαϊμού CD-DVD, αγρότης, υπάλληλος σε δισκάδικο, φωτογράφος γάμων, πωλητής σπέρματος, και άλλα πολλά ώσπου αν και φύσει και θέσει Λουδίτης, κατέληξα να πληρώνω το νοίκι μου παλεύοντας με τα μηχανήματα του διαβόλου, μέσα από τα οποία διαβάζετε και ’σεις αυτές τις γραμμές.

Τώρα, απ’ όλα αυτά σίγουρα, έστω και ασυνείδητα, κάτι θα έχει περάσει μέσα στα γραπτά, δε μπορεί ρε παιδί μου, τόση αναισθησία πια;

hunter_s__thompson_by_10baron10Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Έγραψα κυρίως λίγο παλιότερα, μερικά από αυτά που έχω γράψει υπάρχουν και στο βιβλίο, πλέον γράφω κάτι σαν «πεζοποίηση», με τελικό στόχο να καταλήξω στην οριστική πεζοδρόμηση. Επίσης θα στρώσω καινούργια άσφαλτο σε όλους τους δρόμους του χωριού, ψηφίστε με!

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Αν είχα τα προσόντα θα επέλεγα μάλλον κάποιον αγαπημένο που συνδυάζει περιπετειώδη γραφή και ζωή, όπως ο Joseph Conrad, ο William Burroughs ή ο Blaise Cendrars.

Burroughs-2Τι γράφετε τώρα;

Εκτός από τις καθιερωμένες αναρτήσεις στο orphan drugs blog, και τις αφιερώσεις μαζί με τα αυτόγραφα που μου ζητούν οι πολυάριθμοι φανατικοί και εκδηλωτικοί θαυμαστές, γράφω και πολλά e-mails αυτόν τον καιρό, από τότε που βγήκε το βιβλίο δηλαδή, σε γνωστούς και αγνώστους, σε σημείο να αρχίσω να αναρωτιέμαι αν έχω γίνει δημοσιοσχεσίτης…

Πάντως, κρατάω και καμιά σημείωση για ένα επόμενο βιβλίο που έχω στο μυαλό, όπως και για την αυτοβιογραφία μου που έχει ζητηθεί από ουκ ολίγους εκδοτικούς οίκους, και την οποία τη γράφει ο μάνατζέρ μου βασικά, αλλά εγώ θα πρέπει να βάλω την τελική πινελιά!

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

btraven_sliderΕκτός από τους τρεις που ανέφερα παραπάνω, δηλαδή τον Conrad τον Burroughs και τον Cendrars, τι να σας πω… κλασικά πράματα… Shakespeare, R.L.Stevenson, Becket, Ambrose Bierce, Chandler, Camus, Pynchon, Faulkner, Langston Hughes, Caldwell, Céline, Paul Bowles, Melville, Rimbaud, B. Traven, Salinger, Jim και Hunter Thompson, Capote, Nelson Algren, Arthur Cravan, Thoreau, London, Koltès, Dostoyevsky, Γονατάς, Καββαδίας, Καζαντζάκης, Παπαδιαμάντης, Λεωνίδας Χρηστάκης και άλλοι πολλοί, γιατί και στα βιβλία έχω μια απληστία επίσης.

MingusCanoΑγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ταξίδι στην άκρη της νύχτας του Céline, Οι πόλεις της κόκκινης νύχτας του Burroughs, Η νύχτα μόλις πριν από τα δάση του Koltès, (πολλή νύχτα έπεσε όμως, ας βάλω και τίποτε άλλο μπας και ξημερώσουμε), Μια εποχή στην κόλαση του Rimbaud, Το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας του Pynchon, Η καρδιά του σκότους όπως και όλα του Conrad, Καλώς να πέσει του Paul Bowles, Καθώς Ψυχορραγώ του Faulkner, Χειρότερα κι από σκυλιά του Mingus, Άπαντα του Επίκουρου, Εκκλησιαστής…να μην επαναλαμβάνω τα περί απληστίας…

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Οι πρώτοι που μου έρχονται στο νου είναι ο Γιάννης Ζελιαναίος και ο Λεωνίδας Βασιλειάδης που με τιμούν με την φιλία τους, ο Μπάμπης Αργυρίου που πέρα από το πολύ όμορφο βιβλίο του «Έχω όλους τους δίσκους τους», πιστεύω ότι είναι ο μοναδικός έλληνας μουσικογραφιάς του οποίου διάφορα κείμενα και δισκοκριτικές θα μπορούσαν να σταθούν σε μια έντυπη έκδοση με τη μορφή βιβλίου, ο Αιμόφιλος Τ. Ινφλουέντζας, ο αείμνηστος Χάρης Λύτας, ο Δημήτρης Τσιρώνης που διάβασα πρόσφατα

C_Illo_Conrad2Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Dr. Benway, Philip Marlowe, Pig Bodine, Kurtz, Captain Ahab, Dr. Gonzo, Spud…

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Λογοτεχνικά περιοδικά δεν διαβάζω και πολύ για τον απλό λόγο ότι με τα λιγοστά χρήματα που μου περισσεύουν προτιμώ να πάω κατευθείαν στην πηγή, να αγοράσω κάποιο βιβλίο δηλαδή. Πάντως, το αγαπημένο μου περιοδικό όλων των εποχών είναι το Rollin Under–που ήταν σε μερικές σελίδες του και λογοτεχνικό- και από τα ενεργά μου αρέσει πολύ το Straw Dogs, που επίσης είναι σε αρκετές σελίδες του λογοτεχνικό, αλλά και μουσικό, και αποπνέει από την πλευρά των παιδιών που το βγάζουν μία αφοσίωση και μία αγάπη που μου θυμίζει «φανζινικές» εποχές. Α! επίσης γράφει εκεί και η μεγαλειότης μου καμιά φορά.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τελευταία βιβλία στα ράφι με τα άρτι διαβασμένα είναι το MaoII του Don DeLillo και Ο Παν του Knut Hamsun.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζωlangston-hughes-warren-goodson, βασικά ηλεκτρονικές για τον λόγο που έγραψα στην προ-προηγούμενη ερώτηση. Διαβάζω επίσης και αρκετές δισκοκριτικές.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Σκαλίζοντας την ασθενή, ομολογουμένως, μνήμη μου, φέρνω στο νου το πρώτο καλοκαιρινό ταξίδι στα νησιά με σλίπιν μπαγκ που έκανα στην εφηβεία, όπου διάβαζα σε τρένα και βαπόρια το On the road και φαντασιωνόμουν ο αγαθός –γι’ αυτό είναι ωραία τα νιάτα- ότι είμαι κάτι σαν τον Dean Moriarty…

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

LondΔεν πηγαίνω ούτε στον κινηματογράφο ούτε στο θέατρο, από θεάματα μόνο συναυλίες παρακολουθώ. Τώρα, για σύγχρονες ταινίες βλέπω ό,τι μου γράφουν οι φίλοι μου, πέφτω και σε καμιά καλή πού και πού, αλλά οι σκηνοθέτες και οι ταινίες που με έχουν γοητεύσει έρχονται κατά κανόνα από το βαθύ παρελθόν…Ταινίες σαν το Cool Hand Luke του Rosenberg, το Κάποτε στην Αμερική του Leone (όπως και όλες οι άλλες ταινίες του), το Fat City του Huston, οι παλιές του Scorsese, το La Haine, το Fear and Loathing in Las Vegas…Από πιο νέους μ’ αρέσουν οι ταινίες του John Hillcoat (Ghosts…of the Civil Dead, The Proposition, The Road)…μ’ άρεσε και η τελευταία των Coen. Α! Μου αρέσουν πολύ και όλες οι ταινίες του Γραμματικού.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Είμαστε όλοι μια ωραία ατμόσφαιρα.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

«Ό,τι γεννιέται, αξίζει κιόλας να χαθεί».

Rollin Under 4_Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Don’t ask me to move a mountain
Don’t ask me to swim your sea
Don’t think that I am a tower of strength
Don’t lean too much on me

Ask me to be tender
Ask me to be truth
Ask me for all the love I have
I’ll give it all to you

I ain’t no miracle worker
I ain’t no miracle man
I do the best that I can

Στις εικόνες: R.L. Stevenson, Blaise Cendrars, Paul Bowles, Robert Johnson, Nelson Algren, Hunter Thompson, William Burroughs, B. Traven, Charles Mingus, Joseph Conrad, Langston Hughes, Jack London, Rollin Under 4.

05
Μάι.
14

Νικόλαος Κάλας – Βίος και πολιτεία

Η συνέ829ντευξη για τα Αρχεία της Αμερικανικής Τέχνης το 1977

Ηχογραφημένα θραύσματα αυτοβιογραφίας

Μια μαγνητοφωνημένη συνομιλία με τον Νικόλαο Κάλας ευνόητα αποτελεί ένα πολύτιμο κείμενο. Οι λόγοι είναι πολλοί: πρόκειται για το πλησιέστερο στην αυτοβιογραφία κείμενο που θα μπορούσαμε να έχουμε για τον Κάλας αλλά και για μια έστω και σύντομη επιτομή των καλλιτεχνικών του προτιμήσεων – καθώς ακόμα και σήμερα το μεγαλύτερο κομμάτι των τεχνοκριτικών και άλλων θεωρητικών κειμένων του Κάλας παραμένει αμετάφραστο και ανέκδοτο στα ελληνικά. Ακόμα, καθώς η διήγηση αφορά τα χρόνια του Κάλας μακριά από την Ελλάδα, φωτίζει την περισσότερο «άγνωστη» περίοδο της ζωής του. Έτσι στην ουσία πρόκειται για μια ομιλούσα αναδρομή στη ζωή και το έργο του ποιητή και διανοητή που υπήρξε μάρτυρας και μέτοχος των πιο σημαντικών και ρηξικέλευθων κινημάτων της πρωτοποριακής τέχνης και σκέψης του 20ού αιώνα [φουτουρισμό, προπολεμικό και μεταπολεμικό υπερρεαλισμό, ποπ αρτ, ποίηση των μπιτ] και υπήρξε ένας από τους πρώτους Έλληνες υπερρεαλιστές ποιητές στη δεκαετία του ’30.

8342a69d59a685c257b9bfc80b7505d3Ο Κάλας διατήρησε αμείωτο τον έντονο πολιτικό του προβληματισμό, παρέμεινε πάντα σ’ ένα μαρξιστικό πλαίσιο αναφοράς ασκώντας έντονη κριτική στις διαστρεβλώσεις του κομμουνισμού, υποστήριξε διακαώς την διεπιστημονικότητα και την συγκοινωνία των τεχνών και έγραψε σειρά πρωτοποριακών και πρωτότυπων κειμένων πάνω στην σύγχρονη τέχνη. Η περίπτωσή του υπήρξε μοναδική: από την μία υπήρξε ένας suigenerisστοχαστής, από την άλλη συλλογίστηκε και δημιούργησε πάνω στις μεγαλύτερες συλλογικότητες. Ο συνδυασμός αυτός προσωπικής ανεξαρτησίας και κοινωνικής εμπλοκής είναι εμφανής στον εν λόγω διάλογο. Τη συνέντευξη πήρε ο PaulCummings, ερευνητής της Τέχνης, διευθυντής γκαλερί, εκδότης και διευθυντής του Προγράμματος Προφορικής Ιστορίας των Αρχείων της Αμερικανικής Τέχνης για το οποίο πήρε συνεντεύξεις από δεκάδες καλλιτέχνες. Η ηχογράφηση ανακαλύφθηκε στα Αρχεία της Αμερικανικής Τέχνης του Ινστιτούτου Σμιθσόνιαν στην Ουόσινγκτον.

Confound the WiseΝέα Υόρκη, Ανατολική 68η οδός, αριθμός 210. Η συζήτηση επιχειρεί με γραμμικό τρόπο να διασχίζει ολόκληρο τον βίο του συνομιλητή κι έτσι ξετυλίγεται το νήμα μιας δαιδαλώδους πορείας. Ο Κάλας μιλάει για το επώνυμό του (το επέλεξε από την περίφημη υπεράσπιση του Ζαν Καλάς από τον Βολταίρο), τις πρώιμες αριστερές του πεποιθήσεις παρά το αστικό του περιβάλλον, για τον προβληματισμό του πάνω στο υπόβαθρο της Ελληνικής Επανάστασης και την αριστερή της τροπή, που ανακόπηκε από τις μεγάλες δυνάμεις που επιθυμούσαν ένα συντηρητικό και εξαρτώμενο καθεστώς. Εξομολογείται πως υπήρξε από τους πρώτους φοιτητές που έγραψαν στη δημοτική και υπέστησαν τις συνέπειες και υμνεί την τριγλωσσία του, που του έδινε πρόσβαση σε τρεις κόσμους αλλά είχε και ως αποτέλεσμα την ανορθογραφία του καθώς δεν μπορούσε ποτέ να δει μια λέξη σε μία μόνο γλώσσα.

Icons and Images of the SixtiesΑκολουθεί η είσοδός του στον κόσμο των καλλιτεχνών και των διανοούμενων, διατρέχοντας αλλεπάλληλα ονόματα και γνωριμίες – Σίριλ Κόνολι Πίτερ Γουότσον Σίμπιλ Μπέντφορντ, Καρές Κρόσμπι, Έντμουντ Γουίλσον, Μαίρη ΜακΚάρθι, Μάργκαρετ Μιντ, Άλεν Γκίνσμπεργκ, τα φτωχά πλην τελετουργικά δείπνα με τον Πορτογάλο ζωγράφο Αντόνιο Πέδρο όπου κι ένα κομμάτι ψωμί κοβόταν με τελετουργικό τρόπο και τρωγόταν υπό το φως των κεριών. Ανέπτυξε στενή φιλική σχέση με τον επίσης ιδιαίτερα ενεργό πολιτικά Μπενζαμέν, κράτησε μακρά αλληλογραφία με τον Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς και βρέθηκε με τον Ρενέ Κρεβέλ την νύχτα πριν αυτοκτονήσει και είχε μαζί του μια μεγάλη συζήτηση περί αυτοκτονίας.

Σε κάθε σελίδα αναφέρεται και μια εμπλοκή με έντυπα και περιοδικά – η ομάδα του Partisan Review, το τεύχος του New Directions για τον υπερρεαλισμό, τα μείζονα περιοδικά τέχνης [View, Village, Voice, Artforum, Arts Magazine, Art International] όπου άσκησε την ευφυή και οξύτατη κριτική του γραφή πάνω σε κάθε μορφή σύγχρονης τέχνης. Για τον Κάλας η μοντέρνα τέχνη αναπτύχθηκε στη Γαλλία για πολλούς λόγους, ένας εκ των οποίων το γεγονός ότι επρόκειτο για την μόνη μη – καθολική χώρα που πέρασε από τον καθολικισμό στην αθεΐα ως επίσημη θρησκεία και έτσι δεν είχε το ταμπού της εικόνας.

Untitled-1_25Ιδιαίτερη υπήρξε η σχέση του με τον Αντρέ Μπρετόν που εξύμνησε σε βαθμό υπερβολής τις Εστίες πυρκαγιάς· υπήρξε μάλιστα από τα αγαπημένα παιδιά του Μπρετόν, ό,τι κι αν σήμαινε αυτό. Εδώ όμως εντοπίζεται ένα ιδιαίτερο στοιχείο του Κάλας, εμφανές και στην σχέση του με την έτερη ηγεμονική φυσιογνωμία, τον Μαρσέλ Ντισάν. Η στάση του απέναντι στους υπερρεαλιστές χαρακτηριζόταν από μεγάλο βαθμό ανεξαρτησίας. Αρνήθηκε να θεωρήσει Θεούς τους ηγέτες του κινήματος και να υποταχθεί στις επιθυμίες και στις απαγορεύσεις τους, όπως έκαναν τόσοι άλλοι. Μια άλλη βασική του διαφοροποίηση από τον Μπρετόν ήταν η απολιτική στάση του τελευταίου. Ο Καλάς ευνόητα εκκίνησε από τον ορθόδοξο μαρξισμού αλλά αναπόφευκτα διαμόρφωσε την δική του άποψη, που υπήρξε όχι μόνο εκλεκτική και επηρεασμένη από την φροϋδική ψυχανάλυση αλλά και κυρίως προσανατολισμένη στην ανυποταξία του ανθρώπου. Δεν είναι τυχαίο ότι κάποια στιγμή εξομολογείται πως αν ζούσε στην Σοβιετική Ένωση σίγουρα θα οδηγούνταν είτε στη Σιβηρία είτε στο θάνατο.

1325793_101023124115_SDC17695Ο κοσμοπολίτης Κάλας χώρισε τη ζωή του σε Αθήνα, Παρίσι και Νέα Υόρκη, με τελική επιλογή διαβίωσης στην τελευταία επειδή «είναι η απόλυτη Βαβυλώνα»· δεν παύει όμως να υπερθεματίζει την Γαλλία για το πλεονέκτημα των καφέ, όπου, σε αντίθεση με την Αμερική, είναι οι απόλυτοι τόποι για να συναντήσει κανείς πολλούς ανθρώπους, να φτιάξει συντροφιές, και να έχει στο ίδιο μέρος «σαλόνια και επαναστάσεις». Το απρόσμενο επίμετρο του Joseph Masheck, καθηγητή Ιστορίας της Τέχνης και αρχισυντάκτη του Artforum στα τέλη της δεκαετίας του ’70, έχει ως τίτλο: «Filioque» κ.λπ. Ο Νίκος ως βυζαντινός εστιάζει πάνω σε ιδιαίτερα στοιχεία της κοσμολογίας του Κάλας, από τα ετερόκλητα παρελθόντα που μπορεί να αποδεικνύονται περιέργως συμβατά μέχρι την υπερρεαλιστική και ελευθέρας μορφής ορθοδοξία του

Εκδ. ύψιλNikolas_Kalasον/βιβλία, 2012, μετάφραση, επιμέλεια και σημειώσεις: Σπήλιος Αργυρόπουλος – Βασιλική Κολοκοτρώνη, σελ. 135. Περιλαμβάνει εισαγωγή των μεταφραστών, κείμενο του Τζόζεφ Μάσεκ και 209 + 25 σημειώσεις σε 36 σελίδες.

Η πολυπρόσωπη φωτογραφία είναι από συνάντηση στο σπίτι του Pierre Matisse όπου ως εικονιζόμενοι υποδεικνύονται οι André Breton, Nicolas Calas, Aimé Césaire, Enrico Donati, Marcel Duchamp, Max Ernst, Esteban Francès, Arshile Gorky, Frederick Kiesler, Robert Lebel, Pierre Mabille, Henri Matisse, Roberto Matta, B. Reis, Denisde Rougemont, Sonia Sekula, Elisa Claro Breton, Lolia Calas, Irène Francès, Nina Lebel, Michette Mabille.

03
Μάι.
14

Jean Genet – Τέσσερις ώρες στη Σατίλα

Η α278νταρσία των λέξεων

οι επαναστάσεις και τα απελευθερωτικά κινήματα γίνονται – ασαφώς – με σκοπό να βρούμε ή να ξαναβρούμε την ομορφιά, δηλαδή, το άψαυτο, το ακατονόμαστο, που το αποδίδουμε μ’ αυτή τη λέξη. Ή μάλλον όχι: λέγοντας ομορφιά εννοούμε μια γελαστή αναίδεια που τη χλευάζει η παλιά δυστυχία, τα συστήματα, και οι υπεύθυνοι γι’ αυτήν τη δυστυχία και την ντροπή· μια γελαστή αναίδεια όμως που αντιλαμβάνεται ότι η ρήξη, μόλις ξεπεραστεί η ντροπή, ήταν πολύ εύκολη. [σ. 42]

Ο Ζενέ επέστρεψε στην Μέση Ανατολή τον Σεπτέμβριο του 1982, ύστερα από απουσία δέκα ετών, για να συνοδεύσει στη Βηρυτό την φίλη του Λαϊλά Σαχίντ, υπεύθυνη της Επιθεώρησης Παλαιστινιακών Μελετών. Φτάνει στην πόλη σε μια κρίσιμη στιγμή για τον πόλεμο στον Λίβανο: οι Παλαιστίνιοι μαχητές έχουν καταφύγει στη Δυτική Βηρυτό και δέχονται να εγκαταλείψουν τη χώρα υπό την προστασία μιας πολυεθνικής Δύναμης Επέμβασης, ενώ οι παλαιστινιακοί καταυλισμοί αφοπλίζονται. Ο ίδιος βρίσκεται σε περίοδο κατάθλιψης αλλά και επώδυνης θεραπείας για τον καρκίνο, δεν έχει δημοσιεύσει τίποτα από το 1977, δεν έχει διάθεση να γράψει, έχει αφήσει στην άκρη το μεγάλο βιβλίο επί χρόνια για τους Παλαιστινίους.

sabra 16Η δολοφονία του νέου προέδρου της Δημοκρατίας του Λιβάνου και ηγέτη των κομμάτων της χριστιανικής δεξιάς Μπασίρ Τζεμαγιέλ στις 14 Σεπτεμβρίου δίνει την αφορμή στον ισραηλινό στρατό να παραβιάσει όλες τις προηγούμενες συμφωνίες και να μπει στη λιβανική πρωτεύουσα. Το ίδιο βράδυ περικυκλώνει τους συγκοινωνούντες παλαιστινιακούς καταυλισμούς Σάμπρα και Σατίλα στον δυτικό τομέα της Βηρυτού και οι οποίοι είχαν στις αρχές της δεκαετίας του 1980 πληθυσμό περίπου 35.000 κατοίκους. Μετά από δυο μέρες επιτρέπεται σε οπλισμένες ομάδες με στολές διάφορων λιβανικών χριστιανικών πολιτοφυλακών να περάσουν στο εσωτερικό τους και να τα «καθαρίσουν» από τους τρομοκράτες. Ακολούθησε η γνωστή επιχείρηση μαζικής σφαγής: επί δυο μέρες και τρεις νύχτες εξοντώθηκαν χιλιάδες κάτοικοι του καταυλισμού.

Την ΚυριακήPalestinian Camp of Sabra and Chatila 19 Σεπτεμβρίου στις δέκα το πρωί ο Ζενέ μπαίνει στον καταυλισμό παριστάνοντας τον δημοσιογράφο και επί τέσσερις ώρες διατρέχει τα στενοσόκακα κάτω από έναν εξουθενωτικό ήλιο. Είναι η ώρα που οι μπουλντόζες του λιβανικού στρατού σκάβουν εσπευσμένα ομαδικούς τάφους. Η πρώτη του αίσθηση αφορά για άλλη μια φορά το πολυδιάστατο της προσωπικής εμπειρίας, σε αντίθεση με την φωτογραφία όπως και την τηλεοπτική οθόνη που έχουν μόνο δυο διαστάσεις, συνεπώς είναι αδιαπέραστες. Τα δρομάκια είναι τόσο στενά ώστε ακόμα κι ένα νεκρό παιδί μπορεί να φράξει τη δίοδο.

sabra 10Ο λογοτέχνης Ζενέ παρατηρεί τα νεκρά σώματα και αντιλαμβάνεται «την αισχρότητα του έρωτα και του θανάτου»: και στις δυο περιπτώσεις τα κορμιά δεν έχουν τίποτα πια να κρύψουν: στάσεις, συσπάσεις, σημάδια, ακόμα και σιωπές, όλα ανήκουν και στους δύο κόσμους. Γράφει για την αίσθηση πως βρίσκεται στο κέντρο μιας πυξίδας που οι ακτίνες της είναι εκατοντάδες νεκροί· πλησιάζει τα σώματά τους και βλέπει τον βασανισμό που προηγήθηκε, αναρωτιέται ποιοι να έφτασαν σε τέτοιο σημείο καθώς οι γελοίες χειρονομίες των νεκρών εξακολουθούν να παιδεύονται από σύννεφα μύγες μες τον ήλιο. Ζαλισμένος συνεχίζει το μακάβριο «κουτσό» του σ’ αυτό το επίπεδο νεκροταφείο τη στιγμή που οι εργολάβοι σπεύδουν να οικοδομήσουν το φιλέτο. Αναρωτιέται τι λείπει και συνειδητοποιεί πως αυτό είναι η προσωδία μιας προσοχής.

bw03901Σε αυτά τα χιλιάδες χιλιόμετρα στενοσόκακα έδρασαν αμέτρητοι δολοφόνοι και βασανιστές. Η αποφορά των νεκρών μοιάζει να βγαίνει από το δικό του κορμί. Τώρα τα περισσότερα κτίρια του Δυτικού Τομέα της Βηρυτού είναι ξεκοιλιασμένα ή έχουν κατακαθίσει, σαν κομμάτι μιλφέιγ ή σαν φυσαρμόνικα ή σαν λιβανέζικος αρχιτεκτονικός πλισές. Αν δεν υπάρχουν ρωγμές σε κάποια από τις τέσσερις πλευρές, τότε η βόμβα θα έχει πέσει στο κέντρο και το κλιμακοστάσιο με τον ανελκυστήρα θα είναι ένα βαθύ πηγάδι.

women fighters jordan 1970Ο συγγραφέας επιστρέφει στις μνήμες της πρώτης του επαφής με τον παλαιστινιακό κόσμο, όταν έμεινε στους παλαιστινιακούς καταυλισμούς της Ιορδανίας από τον Οκτώβριο του 1970 ως τον Απρίλιο του 1971. Θυμάται την διαφορετική ομορφιά των τόπων, που οφειλόταν στην επικράτηση των γυναικών και των παιδιών. Συχνά οι κάτοικοι παραβίαζαν τα πατροπαράδοτα έθιμα: κοιτούσαν τους άντρες κατάματα, δεν φορούσαν φερετζέ, άφηναν τα μαλλιά του ακάλυπτα. Η επιθυμία απελευθέρωσης ήταν και προσωπική. Βρισκόμασταν στις παρυφές μιας προεπαναστατικής περιόδου και ταυτόχρονα πλέαμε σ’ έναν απροσδιόριστο αισθησιασμό. Η πάχνη που ξύλιαζε κάθε χειρονομία, ταυτόχρονα τη μαλάκωνε. Στα βουνά του Ατζλούν, του Σαλτ και του Ίρμπιντ ο αισθησιασμός των ανθρώπων απελευθερώθηκε με την ανταρσία και τα όπλα.

genet15Οι φράσεις που ο Ζενέ αφιερώνει στους φενταγίν των βουνών εμβολίζουν το ανελέητο οδοιπορικό στην ανθρώπινη σκληρότητα σαν νησίδες ονείρου. Μπορεί να περιγράψει κάποιος τα μυρωδιά του αέρα ή το χρώμα της γης και του ουρανού, αλλά ποτέ δεν θα καταφέρει να μεταδώσει εκείνη την ανάλαφρη μέθη ή τη λάμψη στα μάτια τους, γράφει χαρακτηριστικά. «Όλα ανήκαν σε όλους και καθένας ήταν μόνος του – ή ίσως και όχι». Αργότερα θα θυμηθεί τους Άραβες της Αλγερίας μετά τον πόλεμο με την Γαλλία: η νίκη τους είχε ομορφύνει, η αποτίναξη της ντροπής ακόμα περισσότερο. Σ’ εκείνα τα ιορδανικά χωριά με τις καταπράσινες βελανιδιές ο συγγραφέας βίωσε μια άλλη αίσθηση της ζωικής χαράς. Τώρα η ιορδανική περίοδος του μοιάζει σαν ονειροφαντασία και ξαναθυμάται το προαίσθημά του για το εύθραυστο του οικοδομήματος. Γνώριζε πως σύντομα στη θέση του χωραφιού με το κριθάρι θα βρεθεί μια τράπεζα και εκεί που ήταν το ταπεινό αμπελοχώραφο θα χτιστεί ένα εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος.

genet 1Ένα μήνα μετά την τραγική σφαγή ο συγγραφέας γράφει το κείμενο που θα δημοσιευτεί στην Επιθεώρησης παλαιστινιακών μελετών (τεύχος αρ. 6, 1983)· πρόκειται, κατά την άποψη του Γάλλου επιμελητή, για το σημαντικότερο πολιτικό και λογοτεχνικό κείμενο του έκτου τόμου των Απάντων του στις εκδόσεις Γκαλλιμάρ, όπου είναι συγκεντρωμένη η πολιτική αρθρογραφία του και οι συνεντεύξεις του. Ο Ζενέ γράφει εν θερμώ πάνω στην προσωπική του εμπειρία ενός από τα τραγικότερα συμβάντα της σύγχρονης παγκόσμιας ιστορίας. Υπήρξε από τους ελάχιστους επισκέπτες του εφιαλτικού τόπου και συνομίλησε με επιζώντες, καταγράφει το παρασκήνιο σε μια εποχή που ο ίδιος ευρωπαϊκός Τύπος φρόντισε να απαλλάξει το Ισραήλ από κάθε κατηγορία.

gaza 1 (1) copiaΤο Ισραήλ είχε δεσμευτεί να μην πατήσει το πόδι του στη Δυτική Βηρυτό· ο Ρέηγκαν έστειλε επιστολή στον Αραφάτ με την ίδια υπόσχεση. Μιττεράν και Περτίνι έδωσαν την ίδια διαβεβαίωση. Αμερικανοί, Γάλλοι και Ιταλοί ειδοποιήθηκαν «να ξεκουμπιστούν εν πάση μεγαλοπρεπεία». Το πεδίο ήταν πλέον ελεύθερο και ο ισραηλινός στρατός άφησε να κάνουν άλλοι τη «βρομοδουλειά»· ενθάρρυνε τους εισβολείς, τους έδινε φαγητό και ποτά, φώτιζε τα στρατόπεδα τη νύχτα. Οι ισραηλινοί στρατιώτες διατείνονται πως δεν άκουσαν ούτε υποπτεύθηκαν το παραμικρό. Αναρωτιέται ο Ζενέ, άραγε η σφαγή έγινε μέσα σε ψιθύρους ή απόλυτη σιωπή; Το Ισραήλ θα αποτινάξει εύκολα όλες τις κατηγορίες, με την βοήθεια και των ευρωπαίων διαμορφωτών της κοινής γνώμης. Άλλωστε το ίδιο το κράτος εμφανίστηκε να ερευνά το συμβάν και θεώρησε πως και μόνο το γεγονός αυτό υποδεικνύει την αθωότητά της. Kαι ήταν και καιρός να ξεκινήσει ο σχεδιασμός ανοικοδόμησης του οικοπέδου: «πέντε εκατομμύρια παλιά γαλλικά φράγκα το τετραγωνικό μέτρο».

tumblr_lyhib725X11ql8slko1_1280_Στην συνέντευξη – συνομιλία με τον δημοσιογράφο ο Ζενέ εξομολογείται πως ξαναβρήκε τον πραγματικό εαυτό του σε δυο επαναστατικά κινήματα, στους Μαύρους Πάνθηρες και τους Παλαιστίνιους, πως πηγαίνει όπου του ζητούν χωρίς να γνωρίζει πάντα την κατάσταση και πως έγραψε το αφήγημά του όχι με δικές του ιδέες αλλά με τις δικές του λέξεις. Συχνά γίνεται ειρωνικός όταν διαπιστώνει πως ο δημοσιογράφος επιχειρεί να εκμαιεύσει απαντήσεις που επιθυμεί ή απλώς να προβοκάρει την συζήτηση. Στην παρατήρησή του για την ματαιότητα κάθε αισιόδοξης προσδοκίας απαντάει: και τι δεν είναι μάταιο σε αυτόν τον κόσμο; Κι εσείς θα πεθάνετε, κι εγώ θα πεθάνω, κι αυτοί θα πεθάνουν…και, αργότερα, στην ερώτηση τι νόημα έχει μια επανάσταση ή ακόμα και μια εξέγερση σ’ έναν κόσμο τόσο πολύ μοιρασμένο ανάμεσα σε υπερδυνάμεις απαντάει: ακόμα κι αν ο κόσμος είναι μοιρασμένος … είναι αναγκαία η ανταρσία κάθε ανθρώπου. Κάνουμε μικρές καθημερινές ανταρσίες. Μόλις δημιουργούμε μια ελάχιστη αταξία, δηλαδή μόλις δημιουργούμε τη δική μας μοναδική τάξη, κάνουμε μια ανταρσία. [σ. 67]

genet1 alberto gacomettiΕκδ. Ύψιλον/βιβλία, 2013, μτφ. Σεραφείμ Βελέντζας, σελ. 89 [Quatreheures à Chatila, 1982]. Περιλαμβάνεται εισαγωγικό σημείωμα του Γάλλου επιμελητή και πλήρες παράρτημα με δεύτερο, εκτενέστερο σημείωμα του Γάλλου επιμελητή, συνέντευξη στον Ρούντιγκερ Βίσενμπαρτ και την Λαϊλά Σαχίντ Μπαραντά και σημείωμα του μεταφραστή. Ας σημειωθεί πως μια πρώτη εκδοχή της μετάφρασης έγινε ύστερα από επείγουσα παραγγελία του Άγγελου Ελεφάντη και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ο Πολίτης (τ. 60, Μάιος 1983), ελάχιστους μήνες μετά την δημοσίευση του πρωτότυπου.

Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 39 (φθινόπωρο 2014).

Σημ. Από τα γνώριμά μας μουσικά πεδία, οι μεσανατολίτες ηχητικοί πειραματιστές Muslimgauze έχουν βέβαια τους δικούς τους ήχους για Sabra και Satila. Περισσότερο υποβλητικοί, ως συνηθίζουν, γίνονται στα Mosaic Palestine, Every grain of Palaistinian Sand και All the Stolen Land of Palestine.




Μαΐου 2014
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Blog Stats

  • 1.043.150 hits

Αρχείο