Αρχείο για Μαΐου 2014

30
Μάι.
14

Το Δέντρο, τεύχος 197 – 198 (Μάιος 2014)

δΑφιέρωμα: Η γοητεία της μυθοπλασίας

Μια φορά πηγαίνοντας στο λύκειο με το τραμ, μια γυναίκα στην ηλικία της μητέρας μου ακούμπησε πάνω μου: η πρώτη μεγάλη ταραχή, ένας ευτυχισμένος πανικός. Το στήθος μου άγγιζε το πρόσωπό μου, τα δάχτυλά της πάνω στα δικά μου στη χειρολαβή κι εγώ ακίνητος εκστασιασμένος, γεμάτος αναπάντεχο σφρίγος και διογκώσεις, κολλημένος πάνω της με απελπισία ναυαγού. Κάποια στιγμή απομακρύνθηκε ξαφνικά και έφυγε. Δεν την ξανασυνάντησα ποτέ, αλλά και να την ξανάβρισκα, ακόμα και σήμερα, θα την ευχαριστούσα. Ίσως να περνάει τα απογεύματα στο ζαχαροπλαστείο, χήρα, μπροστά σε ένα άδειο φλιτζάνι καφέ, με την ομπρέλα κρεμασμένη στην πλάτη της καρέκλας, φτωχή συνταξιούχος με τους ρευματισμούς να της καταπονούν τα κόκαλα. [σ. 61]

….γράφει ο Αντόνιο Λόμπο Αντούνες σ’ ένα κείμενο γεμάτο μνήμες ατάκτως ερριμένες, όπως φαίνεται από τον τίτλο (Η μνήμη παίζει παράξενα παιχνίδια), μεταξύ των οποίων και εικόνες χαμογελαστών ενζενί του κινηματογράφου με μαγιό στο χαρτί κι εγώ σίγουρος ότι χαμογελούν σε μένα. Όσον αφορά την ποσότητα των σκουπιδιών που δημοσιεύονται ο Πορτογάλος συγγραφέας σκέφτεται: άραγε τι σκέπτονται οι συγγραφείς τους για τις αηδίες που έχουν γράψει; Προφανώς είναι πολύ ευχαριστημένοι…

Ant Lobo AntΕμπλουτίζοντας ακριβώς μια οιονεί συζήτηση πάνω στο θέμα – αφιέρωμα στο προηγούμενο τεύχος του Δέντρου, ο Κώστας Μαυρουδής γράφει στις Σκέψεις για την παραλογοτεχνία και το ευπώλητο ανάγνωσμα: Το όχημα της ωριμότητας κυλά μόνο στις ράγες που έστρωσε ο χρόνος. Το διάβασμα (παρηγορητική και βαθειά μαθητεία με τον εαυτό μας και τον κόσμο) χωρίς την πείρα της περιπέτειάς μας μένει αβαθής πρωτογένεια. Παίρνει αρκετό χρόνο να το αντιληφθούμε. Μεταξύ των αναγνώσεων του λογοτεχνικού έργου, πλεονεκτεί κατά κράτος εκείνη που γίνεται με γυαλιά πρεσβυωπίας… Διαφορετική λοιπόν είναι η ανάγνωση του παραλογοτεχνικού αφηγήματος, που διατρέχει την άπνοια των ιδεών και την ανύπαρκτη λογοτεχνικότητα και εκφράζει τεράστιες ομάδες που δεν χρειάστηκαν ποτέ την αρωγή της λογοτεχνίας, τη σωτήρια συνάντηση μαζί της, ούτε βέβαια υποψιάζονται σ’ αυτήν τη σχέση τον ψίθυρο της ανθρώπινης μοίρας.

domenicostarnoneΈνα υπέροχο αφήγημα του Ντομένικο Σταρνόνε (Μάτια κλειστά, μάτια ανοιχτά) κοινωνεί τις μνήμες του συγγραφέα από την μύησή του στον κόσμο του κινηματογράφου. Η είσοδος στο σινεμά αποτελούσε, πριν απ’ όλα, απόδραση από την επαχθή πόλη, από τη γλώσσα της την τόσο ακατάλληλη για την αφήγηση ηρωικών πεπρωμένων, από τη χυδαιότητα των αληθινών ημερών που βιώνονταν μέσα σε αληθινή δυστυχία.

prevert«Η γοητεία της μυθοπλασίας» ή του περί αυτής λόγου εντοπίζεται ή επαληθεύεται σε πλήθος κειμένων από τους Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ (Σημεία και σύμβολα), Γιόζεφ Ροτ (Ο Κάιζερ στην Κρύπτη των Καπουτσίνων), Άρθουρ Σνίτσλερ (Όνειρα), Τσαρλς Ντίκενς (Δημόσιος αποκεφαλισμός στη Ρώμη), Τσάρλι Τσάπλιν (Τα φώτα της ράμπας), Αντουάν ντε Σεντ Εξιπερί (Ο φίλος μου, ο μικρός πρίγκιπας), Όσκαρ Εμίλ Τουντέερ (Ταξιδιωτικές αναμνήσεις από την Ελλάδα), σε τρία σύντομα (και απολαυστικά) σύντομα διηγήματα των Αλεχάντρο Μπεντιβόλιο, Μάρκο Ντενέβι, Σέρζι Πάμιες, και άλλα κείμενα από τους Σέρεν Κίρκεγκορ, Ρέι Μπράνμπερι, Βικτόρ Πελέβιν, Κέιτ Σοπέν, Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Αλέξιο Μάινα, Γιώτα Τσεμπερίδου. Ακόμα: τρεις επιστολές του Φερντινάν Σελίν στον Ανρί Μοντόρ, εννέα ιταλικά ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη, οκτώ μικρά κείμενα του Γιάννη Βαρβέρη, εμπνευσμένα από την μικρή, πυκνή φόρμα του βιβλίου του Κώστα Μαυρουδή Με εισιτήριο επιστροφής, ποιήματα από τους Ζακ Πρεβέρ, Γ.Χ. Όντεν, Ιδέα Βιλαρίνιο, κ.ά.

20090729-155434-6_63MbΟι γερμανικές υπηρεσίες είχαν πέσει σε λάθος πρόσωπο. Με είχαν μπερδέψει όχι με κάποιον άλλον, αλλά με ένα άτομο το οποίο είχαν επινοήσει εκ του μηδενός από μια σειρά συκοφαντίες. Και να φανταστεί κανείς ότι κάθε χρόνο, ανάμεσα στις δεκάδες χιλιάδες με­ταναστών που προέρχονται από τη Ρουμανία για οικογενειακή επανασύνδεση έφταναν μερικές εκατοντάδες κατάσκοποι. Ήταν όμως Γερμανοί, και ως εκ τούτου τους υποδέχονταν με ανοιχτές αγκάλες. Εγώ ήμουν δακτυλοδεικτούμενη, διότι δεν ήθελα να απαρνηθώ την κατάστασή μου ως πολιτικά διωκόμενης. Αυτή ήταν η αλήθεια· μια ακριβοπληρωμένη αλήθεια. […] Ήμουν εξόριστη, και για μένα αυτός ο χαρακτηρι­σμός δεν ήταν διαπραγματεύσιμος. Τον διεκδικούσα, διότι αντιστοι­χούσε στην πραγματικότητα. Όμως ενοχλούσε τις αρχές δεν ήθελαν να ακούσουν για δικτατορία. Και με διέκοπταν κάθε φορά που προ­σπαθούσα να πω με ποιο τρόπο αυτή η δικτατορία είχε βιάσει ακόμα και τα πιο προσωπικά σημεία της ύπαρξής μου.

Ύποπτη σε δυο χώρες η Χέρτα Μύλλερ καταθέτει το πιο συγκλονιστικό αυτοβιογράφημα για την τραγικότητα της αυτοεξορίας της από την Ρουμανία του Τσαουσέσκου. Η Μύλλερ είναι αδιάλλακτη ως προς το χρέος της Γερμανίας να τιμήσει τη μνήμη της εξορίας, ως υπεύθυνη του διωγμού της, όπως και για το Ολοκαύτωμα. Αλλά για άλλη μια φορά η εξορία δεν έχει μνημείο για τις ατομικές ανθρώπινες περιπτώσεις. Μένει το χρέος της χώρας απέναντι στην Ιστορία: ένα συλλογικό μουσείο εξορίας.

BunuelΣτις πίσω σελίδες, ανάμεσα στα γνωστά συνοπτικά πλην πλήρη κείμενα των συνεργατών, η Πόλυ Χατζημανωλάκη μας υπενθυμίζει την σκέψη της μετατροπή ενός σκανδάλου σε μια φάρσα από έναν «αιρετικό» δημιουργό, μια σκέψη που καταγράφει ο Λουίς Μπουνιουέλ στο αυτοβιογραφικό βιβλίο Η τελευταία πνοή: «Καθώς πλησιάζει η τελευταία μου πνοή, συχνά φαντάζομαι μια τελευταία φάρσα. Καλώ τους παλιούς μου φίλους, εκείνους που είναι ορκισμένοι άθεοι σαν κι εμένα. Τεθλιμμένα παίρνουν θέση γύρω από το κρεβάτι μου. Τότε καταφθάνει ένας ιερέας που τον έχω καλέσει εγώ. Προς μεγάλο σκανδαλισμό των φίλων μου εξομολογούμαι, ζητάω άφεση των αμαρτιών μου και δέχομαι την τελευταία μετάληψη. Ύστερα γυρίζω στο πλάι και πεθαίνω.»

Φαντάζομαι τη σκηνή – και κρατώ σφιχτά ένα επίγραμμα του Αντόνιο Λόμπο Αντούνες: Τι είναι το όνομα, η ανάμνηση ενός ονόματος; Ορισμένες φορές μπορούμε να παραμείνουμε ζωντανοί χάρη σε μια μόνο φράση. [σ. 176]

Στις εικόνες: Antonio Lobo Antunes, Domenico Starnone, Jacques Prevert, Herta Müller, Luis Buñuel.

Advertisements
28
Μάι.
14

Yôko Ogawa – Η πισίνα των καταδύσεων. Ο κοιτώνας. Ημερολόγιο εγκυμοσύνης

0560 OGAWA-PISINA KATADYSEWNΤρυφεροί ψυχισμοί σε φαντασιώσεις σκληρότητας

Η πισίνα των καταδύσεων αποτελεί τον μόνο χώρο όπου η αφηγήτρια μπορεί να ξεφεύγει από την άχαρη ζωή της και να θαυμάζει τον Τζουν, έναν οικότροφο του ορφανοτροφείου Χικάρι που διευθύνουν οι γονείς της. Είναι το παρατηρητήριο που μοιάζει προορισμένο αποκλειστικά για εκείνη: εκεί μπορεί να απολαμβάνει τις βουτιές του, που σαν βέλη τρυπούν την επιφάνεια του νερού, ή την ψυχρή του χάρη, καθώς σαν μπρούντζινο άγαλμα υψώνει τα χέρια του και «τρυπάει την λεπτή κρούστα των συναισθημάτων της».

Από τότε που γεννήθηκα δεν θυμάμαι να έχει περάσει μέρα που να μην άκουσα κλάματα στο ίδρυμα Χικάρι. Ανάμεσα στα αμοιβαία πειράγματα, τους καβγάδες, τα γέλια ή τις οργισμένες φωνές πάντα υπήρχε κάποιος που έκλαιγε. Προσπάθησα μ’ όλες μου τις δυνάμεις να αγαπήσω αυτά τα κλάματα. Επειδή ήμουν ένα ορφανό που κανείς δεν ήθελε να το υιοθετήσει. Επειδή ήμουν η μόνη ανάμεσα στα ορφανά που δεν μπορούσε να εγκαταλείψει το ίδρυμα Χικάρι. [σ. 47]

rineke2

Καθώς η έφηβη τακτοποιεί το φιλμ των αναμνήσεών της δεν βρίσκει παρά λέξεις χωρίς περιεχόμενο, λέξεις που κυλάνε στα πόδια της ηχώντας σαν άδειες κονσέρβες. Το, πιο χειροπιαστό, άλμπουμ με τις φωτογραφίες είναι γεμάτο ομαδικές στάσεις χωρίς παραλλαγή, από τις γιορτές στο ίδρυμα. Ακόμα και σ’ αυτές τις συναθροίσεις η νεαρή αισθάνεται μόνη: θα προτιμούσε να ανήκει ως ορφανό σε μία από τις κατηγορίες των δυστυχιών του οικήματος παρά να βρίσκεται στο μεταίχμιο ως παιδί των ιδιοκτητών.

Η Ογκάουα σκιαγραφεί μια ακόμα βαθιά υπαρξιακή ιστορία, όπου η ηρωίδα της ζει βυθισμένη σε προσωπικές εμμονές, ανέκφραστες σκέψεις, α-νόητες πράξεις. Επίσης για άλλη μια φορά σχεδιάζει ένα επιβλητικό και ταυτόχρονα θλιβερό κτίσμα, με πυκνή εξωτερική βλάστηση και μέγιστη εσωτερική κατάρρευση, με λαβυρινθώδεις διαδρόμους και καταθλιπτικούς χώρους. Η μυρωδιά από την κουζίνα είναι μια μόνιμη πηγή αηδίας, οι φωνές στην τραπεζαρία μια ανυπόφορη κατάσταση, η φλυαρία της μητέρας της επώδυνη καθημερινότητα.

Paul Binnie - tears Namida 2008

Μοναδική της διέξοδος η παρακολούθηση των καταδύσεων του Τζουν, με τον οποίο, εκτός της ιδιαίτερης έλξης αισθάνεται πως μοιράζεται κοινές δυστυχίες. Ο ίδιος κάποτε της εξομολογήθηκε: Οι συνθήκες της γέννησής μου είναι τόσο προβληματικές από μόνες τους ώστε απ’ τη στιγμή που βρίσκομαι στον βατήρα, το μόνο που θέλω είναι να βουτήξω κατευθείαν χωρίς τον παραμικρό δισταγμό [σ. 82]. Η ηρωίδα έχει όμως και μια άλλη ασχολία: συμπεριφέρεται με ιδιαίτερο σαδισμό στην μικρή Ρίε, τιμωρώντας αυτό που η ίδια αποκαλεί παιδιάστικη αλαζονεία. Της κρύβεται, την κατεβάζει σ’ ένα πηγάδι για λίγα λεπτά, φτάνει στο σημείο να την φιλέψει χαλασμένα γλυκά, ενώ στην φαντασία της την υποβάλλει σε ακόμα χειρότερες δοκιμασίες

Οι λυγμοί της, τόσο βίαιοι που ήταν, σαν κάτι να κινδύνευε να διαλυθεί στο εσωτερικό της, ικανοποίησαν μέσα μου το «αίσθημα σκληρότητας». […] Ενώ όταν μεγαλώσουμε ο καθένας μας ψάχνει και βρίσκει πάντα κάπου μια κρυψώνα για την αγωνία, τη μοναξιά, το φόβο ή τη θλίψη του, τα παιδιά δεν έχουν τρόπο να κουκουλώσουν αυτά που αισθάνονται και τα σκορπίζουν γύρω τους με τη μορφή δακρύων. Θα ήθελα να γλείψω αργά αυτά τα δάκρυα. Θα ήθελα, περνώντας τη γλώσσα μου πάνω από αυτό το εύθραυστο σημείο που πυορροεί, να ερεθίσω και να πληγώσω ακόμα πιο βαθιά την ανθρώπινη καρδιά. [σ. 44 – 45]

OgawaAutorMonats

Ανάμεσα σε εγκεφαλικά κενά και βίαιες επιθυμίες, η μοναχική αφηγήτρια συλλέγει τις αναμνήσεις της από τον Τζουν και αναζητά φαντασιώδεις διεξόδους από την άχαρη ζωή της. Στον εμμονικό της εφηβικό κόσμο περίοπτη θέση έχουν οι πάσης φύσεως ήχοι, ακόμα και ως μεταφορές: αγκράφες αποσύνδεσης ψυχικών δεσμών, υπόκωφοι θόρυβοι που αντανακλούν τα αισθητήρια του χρόνου. Η συνάντηση με τον Τζουν είτε στους λουτήρες είτε στην συνενοχή της σκληρότητας θα παραμείνει μια διαρκώς ανοιχτή αδυναμία.

tumblr_m49wheTqzo1qiuhqdo1_500

Ο κοιτώνας αποτελεί μια ακόμα βαθύτερη είσοδο στον κρυπτικό, αινιγματικό και ταυτόχρονα φυσιολογικότατο κόσμο που αναπαριστά η Ογκάουα. Για να εξυπηρετήσει τον εξάδελφό της που ψάχνει για δωμάτιο, η ηρωίδα τον συστήνει στη φοιτητική εστία όπου άλλοτε έμενε η ίδια. Και εδώ το κτίσμα μοιάζει να είναι ένα απλό περίγραμμα σε ένα ρευστό περιβάλλον, και εδώ οι ήχοι που την βασανίζουν μοιάζουν αντικαταστάτες ανείπωτων λέξεων ή σαν τον βόμβο της απόλυτης ησυχίας της νύχτας στο εσωτερικό της παλάμης του χεριού που κρατούσε το ακουστικό, μετά το τηλεφώνημα με τον εραστή. Hεπικοινωνία με τον εξάδελφό της και η επίσκεψη στο κοιτώνα μοιάζουν με επιστροφές σε ένα παρελθόν απαράλλακτο και συνάμα άγνωστο.

Αμέσως μετά την εγκατάσταση του νεαρού, η αφηγήτρια κυριεύεται από μια ανεξήγητη στενοχώρια. Όσες φορές πηγαίνει για να τον δει, εκείνος είναι απών και έτσι συντροφεύει τον αινιγματικό διευθυντή της εστίας. Το σώμα του στερείται τα δυο του χέρια και το αριστερό του πόδι, και αυτό ακριβώς το στοιχείο τον έχει ωθήσει, όπως της εξομολογείται, να καλλιεργήσει με διάφορους τρόπους το ενδιαφέρον του για το σώμα των άλλων.

Paul Neagu - 38 Cells Neagu P's Concept, 1972

Αίφνης, τα κενά που έπρεπε κανονικά να κατέχουν τα δυο του χέρια, και το ένα πόδι, αυτό που ήταν πάντα εκεί αλλά, συνήθως, δεν τραβούσαν την προσοχή μου, ξύπνησαν μέσα μου μια αβάσταχτη αίσθηση απώλειας. Όταν κοιτάζει κανείς εξακολουθητικά ένα πράγμα που δεν υπάρχει, ένας υπόκωφος πόνος απλώνεται στο βάθος των ματιών του. [σ. 147]

Οι επισκέψεις της στον θλιβερό κοιτώνα και το δωμάτιο του μοναχικού ιδιοκτήτη γίνονται όλο και πιο συχνές, βουτηγμένες πάντα σε μια ατμόσφαιρα ανησυχητική, ανάμεσα σε συζητήσεις για μια παλαιότερη εξαφάνιση φοιτητή από την εστία, υπεκφυγές για την απουσία του εξάδελφου, προσωπικές εξομολογήσεις και σιωπές.

Η νεαρή παρατηρεί εντυπωσιασμένη τις σχεδόν χορογραφικές κινήσεις του ακρωτηριασμένου άντρα, καθώς επιβιώνει με τον δικό του τρόπο στο μικροσκοπικό του δωμάτιο. Και για άλλη μια φορά, η ιστορία θα διχαστεί ανάμεσα στην απόλυτη προφάνεια, τις αυταπάτες της εμμονικής φαντασίας και τις υπαρκτές παρεκκλίσεις της ανθρώπινης σκοτεινότητας.

cpc2728

Στο Ημερολόγιο εγκυμοσύνης η αφηγήτρια καταγράφει κάθε αλλοίωση στο σώμα και την συμπεριφορά της αδελφής της – μέλλουσας μητέρας. Έλκεται και απωθείται από τα ιατρικά διαγράμματα με τις σπαστές γραμμές και τα γωνιώδη σχήματα, απορεί με την ιδιαίτερη σχέση σωματικής οικειότητας με τον γιατρό της, παρακολουθεί την παράξενη σχέση του ζευγαριού. Εδώ το μελαγχολικό κτίσμα είναι η κλινική Μ. με την μισοσβησμένη επιγραφή και τα θολά τζάμια. Η αφηγήτρια περιτριγυρίζει από μια ανεξήγητη περιέργεια για το κτίριο, παρακολουθεί από το παράθυρο την έρημη αίθουσα τον εξετάσεων με τα παράξενα μπουκάλια και τα μυστηριώδη όργανα και απορεί για την επιλογή της αδελφής της.

ogawa

Εκείνη με τη σειρά της αποκτά ολοένα καιπιο εριστική συμπεριφορά στο σπίτι, αδυνατώντας να γευτεί ή να μυρίσει οτιδήποτε. Η μυρωδιά του καμένου τηγανιού, τα πορσελάνινα πιάτα, το σαπούνι στο νεροχύτη, οι κουρτίνες στο υπνοδωμάτιο, όλα μυρίζουν τρομερά. Κάθε μυρωδιά ξαπλώνεται σαν αμοιβάδα, μετά έρχεται μια άλλη, την αφομοιώνει μέσα της και μαζί διογκώνονται, ύστερα φτάνει ακόμα μια και διαλύεται κι αυτή μέσα τους…και πάει λέγοντας επ’ άπειρον. Εδώ οι εφιαλτικές νησίδες που εισχωρούν στην καθημερινότητα ενυπάρχουν μέσα στο ίδιο το οικιακό περιβάλλον. Η εγκυμονούσα ονειρεύεται αποστειρωμένους χώρους απόλυτης έλλειψης οσμών όπου θα αδειάσει τα εντόσθιά της να τα ξεπλύνει με καθαρό νερό μέχρι να λάμψουν.

Η αφηγήτρια φτάνει στο σημείο να περνάει πολλές ώρες της ημέρας έξω στον μικρό κήπο, περιορισμένη σε βουβό θεατή της φορτισμένης ενέργειας του σπιτιού. Και όταν η αδελφή της αποκτά αδηφάγο όρεξη, βρίσκει την ευκαιρία να της ετοιμάζει μεγάλες ποσότητες μαρμελάδας από γκρέιπφρουτ, έχοντας τυχαία διαβάσει πως τα εισαγόμενα φρούτα έχουν κριθεί επικίνδυνα για την υγεία. Για άλλη μια φορά η φαντασίωση της σκληρότητας, που ελάχιστα απέχει από την ίδια την πραγματοποίησή της αποτελεί το νοσηρό αντιστάθμισμα ενός ιδιάζοντος ψυχισμού.

Εκδ. Άγρα, μτφ. από τα ιαπωνικά Παναγιώτης Ευαγγελίδης, σελ. 252. Περιλαμβάνεται βιογραφικό σημείωμα της συγγραφέως [Yôko Ogawa – Daibingu Puru / Domitori / Ninshin Karenda, 1990 – 1991].

Ο παράμεσος της Γιόκο Ογκάουα εδώ.

24
Μάι.
14

Σταυρούλα Πετρέλλη – Μήδειες και Κλυταιμνήστρες

ΜήδειεςΓυναικών κραυγή: άχρονη και διαχρονική

Αφιερωμένο στο υπέρτατο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και στις γυναίκες που χρειάστηκε και χρειάζεται ν’ αγωνιστούν γι’ αυτό, το βιβλίο αποτελεί μια ιδιότυπη συλλογή ποιημάτων και πεζών κειμένων. Τα πεζά ακολουθούν γραμμική χρονολογική δομή, ξεκινώντας από τα μέσα του 17ου αι. π.Χ., όταν τα σαράντα εννέα πτώματα σφαγιασμένων Αιγυπτίων άδειασαν οριστικά τις ισάριθμες νυφικές κλίνες της πόλης του Άργους. Το πεντηκοστό σώμα διέφυγε της ενστικτώδους αυτοδιάθεσης καθώς η Υπερμνήστρα πρόδωσε τον όρκο των γυναικών. Για εκείνες κάλλιο κατάρα και φευγιό να ’ναι το ριζικό τους κι εξορία στα Δάση τα αφιλόξενα για σπιτικό να έχουν, παρά σε κλίνες να πλαγιάσουνε αντρών που δε θελήσαν. Οι πρότερες ικεσίες τους σε θεούς και ανθρώπους έμειναν αναπάντητες και οριστικά αγνοημένες, και δεν έμενε άλλο από την έσχατη προσωπική διάπραξη αυτοδιάθεσης και ελευθερίας.

- A scene from Medea at the La MaMa Annex.Τρεις αιώνες και μια σελίδα μετά, η Υψιπύλη στην σύναξη των γυναικών της Λήμνου καλείται να αντιμετωπίσει το μίασμα της αντρικής επιβολής ενός αρσενικού Θεού που θα εκτόπιζε την Μεγάλη Θεά και θα γκρέμιζε τα ιερά της. Σύμφωνα με τα τελετουργικά και τις παραδόσεις της οι γυναίκες παρέμεναν σ’ όλη τους τη ζωή ελεύθερες, εκφράζοντας πνεύματα δυναμικότητας, δημιουργίας και έκστασης. Η κοινή καθαρτήρια απόφαση ορίζεται για το επόμενο βράδυ, σε μια ανάλογη απόδοση δικαιοσύνης.

Κι ήταν ο Έρωτας Maria Callas-Medea, Göreme (Cappadocia), giugno 1969αυτός/που λάβωσε με περισσή επιδεξιότητα/της Μήδειας το στήθος, με βέλος που εβούτηξε πρωτύτερα/στο πάθος./Εκείνο το παράταιρο/που ενώνει την οδύνη, /ίσα με τη γλυκιά του πόθου τη σαγήνη. [Ήταν ο έρωτας]

Δέκα χρόνια μετά την Αργοναυτική Εκστρατεία η Μήδεια μονολογεί καθισμένη στα σκαλιά της εισόδου του βασιλικού ανακτόρου στην Κόρινθο: Είναι φορές που με ξυπνάει ο θυμός κι άλλες φορές ο πόνος. Μα πιο συχνά το τίποτα, αυτό με ξημερώνει. Φοράει η καρδιά μου σάβανο. Πως ζω, πια δεν το νιώθω… Έμαθε πια να τραβάει τα μάγουλά της και ν’ αφήνει αχτένιστα τα μαλλιά της, να αποδέχεται πως δεν θα ξαναπεί κανείς «Μήδεια, κορίτσι ευτυχισμένο». Πώς να ανταποκριθεί στον δικό της βαθύτατο νόμο; Είναι ανώφελη η εξόντωση του Ιάσωνα που κρύφτηκε κάτω απ’ τα φουστάνια της· σκέφτεται πως αν τον σκοτώσει «σύννεφο ξεπαστρεύει, αγέρα ανώφελο λογχίζει»…

Ανακυκλώνοντας την Μήδεια… αφού ο χρόνος διάβηκε από τότε χρόνους εμπρός, /μα αδιάφορος για τη δική μου την άχρονη μνήμη…γράφεται εντός παρενθέσεως στο ποίημα Ερεσός – Αθήνα, και αυτός ο ανοιχτός χρόνος διατρέχει τους διαχρονικούς πόνους των γυναικών, από την Κλυταιμνήστρα γύρω στο 1180 π.Χ. (σ’ ένα κείμενο που αν και δεν είναι πρωτοπρόσωπο συνομιλεί ευθέως με την Κλυταιμνήστρα της Γιουρσενάρ) μέχρι σήμερα, τις πρώτες απογευματινές ώρες ή αργά το βράδυ, όπου μια γυναίκα κακοποιείται μέσα στο σπίτι της ή βιάζεται εκτός. Μετά τις απανταχού Λήμνιες και Δαναΐδες, Μήδειες και Κλυταιμνήστρες, ο κύκλος ολοκληρώνεται με τις Αμαζόνες και την χαμένη αφήγηση μιας άλλης γυναικείας Ιστορίας.

Στο αίμα μου κυλάν/μυριάδες μικροσκοπικά ./Στο βλέμμα του αναδύεται/το Χάος τροπαιούχο./Χείμαρρος από σβέλτες πέστροφες το κορμί σου…/Γυναίκα, /πώς να σ’ αγγίξω/χωρίς τον τρόμο μην ξεγλιστρήσεις/μέσα από τα σε δέος απ’ την επαφή σου/ – γι’ αυτό και τόσο αδέξια – / δάκτυλά μου. [Ερωτευμένη]

Σε Martha Graham - KLYTAIMNISTRA520_bαντίθεση με την συλλογική αφήγηση των πεζών, η ποίηση ακολουθεί έναν προσωπικό τόνο μα κι έναν υπόγειο εσωτερικό ρυθμό, όπου ο λόγος κάποτε μοιάζει αντηχεί ορχημένες φωνές, επικλήσεις αρχαίου χορού ή κραυγές μοναχικών θήλεων από τα βάθη του άχρονου χρόνου. Στα στιχουργήματα αυτά είναι πανταχού παρών ο έρωτας, κάποτε «όλο ρωγμές» όπως τιτλοφορείται ένα ποίημα, καθώς η ποιήτρια ομολογεί πως σκάβεται από την σκέψη της [ερωμένης], οσφραίνεται το χώμα ως τα έγκατα τα άγια, διαισθάνεται την αρχαία καταγωγή της και μένει οργωμένη απ’ τα δάχτυλά της, άλλοτε ως «παραίσθηση», σε άλλο ομότιτλο ποίημα, όπου τα μάτια παρομοιάζονται με φωτεινά ζώα που ποθούν και απειλούν ταυτόχρονα. Όταν η Μνήμη είναι Ανεπαρκής, η καρδιά σου/θυμάται τριανταφυλλώνες και αμπελώνες/να ποτίζονται από τις μήτρες μας./Η μήτρα σου όχι… Ενώ η Μνήμη της αφής προσπαθεί να θυμηθεί πως είναι/να τη φιλάς κρυφά/στη σκιά του δρόμου, /να χώνεις τα τρεμάμενα δάκτυλα/κάτω απ’ το ρούχο της, /να νοιώθεις το δέρμα της δειλά…

 Η συγγραφέας ΣΠ(Μυτιλήνη, 1969) ζει από τα εφτά της στην Αθήνα και εργάζεται σε εταιρεία έρευνας αγοράς. Η πρώτη της ποιητική συλλογή Άγρα Ηρεμία κυκλοφόρησε το 2000 από τις εκδόσεις Αστάρτη.

Εκδ. Πολύχρωμος Πλανήτης, 2008, σελ. 93.

Στις εικόνες: Σκηνή από την Μήδεια [LaMaMaAnnex– Medea], η MariaCallas ως Μήδεια [Καππαδοκία, Ιούνιος 1969], Σκηνή από το κινηματογραφική όπερα – μπαλέτο – ντοκιμαντέρ Ανακυκλώνοντας την Μήδεια [Μαρία Κουσουνή], η Martha Graham ως Κλυταιμνήστρα.

22
Μάι.
14

(δε)κατα, τεύχος 37 (άνοιξη 2014)

ΔΕΚΑΤΑΑφιέρωμα λιμάνια

Εκατόν είκοσι σελίδες ορθάνοιχτες μπροστά σε κάθε είδους λιμάνι, γεμάτες αλμύρα και σκουριά, πλημμυρισμένες από λέξεις απόπλου και εικόνες κατάπλου, διάστικτες με φράσεις ανοιχτών οριζόντων και λιμενικών μνημών – ιδού ο ιδανικός τρόπος να εορταστεί το δέκατο έτος κυκλοφορίας του περιοδικού. Οι Γιώργος Μπλάνας, Φίλιππος Δρακονταειδής, Γιώργος Βέης, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Μηνάς Βιντιάδης, Ιωάννα Μπουραζοπούλου, Γιώργος Ρούβαλης, Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Γιώργος Ανωμερίτης, Δήμητρα Χριστοδούλου, Miguel Florez Nohesell, Robert Herschbach, Κώστας Δανούσης, Ελένη Πέγκα, Ρήγας Καππάτος, Έλσα Κορνέτη, Λάμπρος Σκουζάκης, Κώστας Ζωτόπουλος, Κώστας Χατζηαντωνίου, Γιάννης Τζώρτζης, Παντελής Απέργης, Γιούλη Βολανάκη, Γιώρος Μητσάκης, Παναγιώτης Βούζης, Τάκης Μουσαφίρης, Χρήστος Οικονόμου, Παυλίνα Παμπούδη, Ρίβα Λάββα, Παναγιώτης Ράμμης, Χρύσα Φάντη, Διαμαντής Μπασαντής, κ.ά. γράφουν για το λιμάνι ως χώρο εμπορίου, ως τόπο μετάβασης ανάμεσα σε δύο συνθήκες, ως ξεχωριστό και διακριτό μικρόκοσμο εντός της κοινωνίας, ως ανάμνηση, ως συναίσθημα, για τη στιγμή στη ζωή του κάθε ταξιδιώτη μετά την άφιξη ή πριν την αναχώρηση, την μελαγχολία της ματαίωσης και του ανεκπλήρωτου και γενικά για όλες τις όψεις του πλέον ταξιδευτικού και αταξίδευτου τόπου.

ουκρανία 2014Στις πίσω σελίδες ο Γιώργος Μπλάνας καταθέτει το πυκνότερο σημείωμα για την Ουκρανία και την κατάσταση εξαίρεσης της ζωής. Η ανακάμπτουσα αυτοκρατορική πολιτική της Γερμανίας με το ρυπαρό ένδυμα της Ε.Ε. πυροδότησε μια ακόμα βόμβα από αυτές που κοιμούνται στην Ανατολή. Γνωρίζουν βέβαια οι Γερμανοί κεφαλαιούχοι και γαιοκτήμονες πως οι εθνικές βόμβες της Ανατολικής Ευρώπης είναι ιστορικά μορφώματα και όχι συμπτώματα υπανάπτυξης. Οι λαοί της αναγκάστηκαν επί αιώνες να διαχειριστούν πολύπλοκα προβλήματα και κατέκτησαν τις ισορροπίες τους με πολύ κόπο. Επιβιώνουν, γράφει ο Μπλάνας, επειδή ξεχνούν την ίδια στιγμή που θυμούνται. Ξεχνούν τις αντιπαλότητές τους για χάρη της επιβίωσής τους και θυμούνται ποιο είναι, για να επιβιώσουν ως αυτοί που είναι. Και φυσικά τα γνωρίζουν αυτά οι ηγεμόνες του ευρωπαϊκού «φετίχ» και χτυπούν στο μαλακό υπογάστριο.

Το κλειδί φυσικά αποτελεί η μεταπολιτική ή βιοπολιτική: η πολιτική που ισχυρίζεται πως έχει ξεπεράσει τις ιδεολογίες και επικεντρώνει το ενδιαφέρον της στη διαχείριση από «ειδήμονες» οι οποίες δεν αναγνωρίζουν υψηλότερο αγαθό από την ανθρώπινη ζωή. Κι έτσι από τη στιγμή που η κοινωνία δεν περιέχει ιδεολογίες και συλλογικά οράματα, το μόνο που απομένει είναι ένα απολιτικό πλήθος, τα μDolo-Adoέλη του οποίου ενδιαφέρονται μόνο για τη ρύθμιση των συμφερόντων του. Όταν χρειαστεί, ο πόλεμος θα θέσει σε παρένθεση την πολιτική και η πολιτική την ηθική.

Στις ίδιες επικράτειες ο Θανάσης Σπυράτος από τους Γιατρούς χωρίς Σύνορα γράφει την ανταπόκρισή του από το στρατόπεδο προσφύγων Dolo Abo στην Αιθιοπία, στα σύνορα με την Σομαλία. Εδώ οι άνθρωποι δε σκέφτονται το μέλλον, γιατί γνωρίζουν όσο απρόβλεπτο μπορεί να είναι και πόσο εύκολα μπορεί να ανατραπεί κάθε σχεδιασμός. Οι γηγενείς αδυνατούν να απαντήσουν σε οποιαδήποτε ερώτηση σε σχέση με το δικό τους μέλλον. Τους έχει πάρει άλλωστε χρόνια να τελειώσουν κάποιο σχολείο, με τις αλλεπάλληλες διακοπές του. Ακόμα και στις πιο σκληρές συνθήκες, τα παιδιά συνεχίζουν τα παίζουν, με την εξαιρετικά εφευρετική τους ικανότητα να μετατρέπουν τα πάντα σε παιχνίδια. Ο ανταποκριτής απορεί: εξαγριωνόμαστε αν κάποιος μας βρίσει, αλλά όχι όταν βλέπουμε τέτοιες καταστάσεις, που θεωρούμε μέχρι και φυσιολογικές.

limani-thessaloniki3Η βαθιά λογοτεχνία δεν αναπαρίσταται ως εικόνα, λέει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης στην ενδιαφέρουσα συνέντευξή του στον Χρήστο Παρίδη. Ο συγγραφέας μοιράζεται τις σκέψεις του, μεταξύ άλλων, για τους νεότερους συγγραφείς αλλά και συνομίληκούς του στους διακρίνει έλλειψη ύφους, τόνου και προσωπικής φωνής, ενώ από την άλλη παραληρούν μπροστά σε μια ξένη μοντερνιά αντί να ανακαλύψουν το Ξεφλούδα, τον Πεντζίκη, τον Σκαρίμπα, αγνοούν ότι ο Λόρενς Στερν τα έκανε αυτά πριν τον Τζόις. Γι’ αυτό και η γλώσσα τους είναι παγερή, εσπεράντο ελληνικά. Όσον αφορά το μέλλον της τέχνης του λόγου, βλέπει το πέρασμά της σε υποκατηγορίες, με την έμφαση να δίνεται όχι στην γλώσσα αλλά στην θεματική διεύρυνση, στην ευκολία και στο ξάφνιασμα. Κάπου τριγύρω, πέντε συγγραφείς [Ζυράνα Ζατέλη, Αχιλλέας Κυριακίδης, Δημήτρης Καλοκύρης, Ντίνος Σιώτης, Γιώργος Χουλιάρας] καταθέτουν ισάριθμους λόγους υπέρ του αριθμού 100 – και, όπως αντιλαμβάνονται όσοι έχουν ταχεία αντανακλαστικά λογοτεχνικής επικαιρότητας, πρόκειται για τα σκονάκια τους στην παρουσίαση του βιβλίου 100 του Γιάννη Ευσταθιάδη. [σ. 192]

21
Μάι.
14

Σάββας Μιχαήλ – Μορφές της περιπλάνησης

…α1ν όμως στην καρδιά σας δεν υπάρχει θέληση, αν δεν διαθέτετε αγγελική υπομονή, αν όπως οι χελώνες δεν ξαναπαίρνετε το μονοπάτι του δικού σας απείρου, καθώς εκείνες ξαναπαίρνουν απ’ όπου κι αν βρεθούν το δρόμο που θα τις φέρει στον αγαπημένο ωκεανό, όσο μακριά από τους στόχους σας και να σας έχουν πετάξει οι ιδιοτροπίες της μοίρας, παραιτηθείτε, είναι ακόμα νωρίς…

…έγραφε ο Μπαλζάκ στις Illusions Perdues [ελλ. έκδ. Χαμένα Όνειρα] και η περιπλάνηση κατά την αναζήτηση του απόλυτου στην σύνθεση και την «κορωνίδα», όπως γράφεται, όλης της 90τομης Ανθρώπινης Κωμωδίας – βυθοσκόπησης της αστικής κοινωνίας στη Γαλλία του 19ου αιώνα που καυτηριάζει τα ήθη αριστοκρατών και αστών, αποτελεί μια από τις περιπλανητικές διαδρομές που επιχειρεί ο Σάββας Μιχαήλ στα πάντα ταξιδευτικά, πυκνά και ταυτόχρονα ποιητικά του δοκίμια. Μια από τις δικαιωματικές αφετηρίες αποτελεί ο Γάλλος συγγραφέας, εκείνος ο συντηρητικός υποστηρικτής της μοναρχίας που ταυτόχρονα θαύμαζε τον Fourier και τους ουτοπικούς σοσιαλιστές και προφήτευσε τη επερχόμενη κοινωνική επανάσταση του 1848.

Για τον Μπαλζάκ στόχος της τέχνης και της μυθιστορίας δεν είναι η αντιγραφή της φύσης αλλά η έκφρασή της – η δημιουργία, όχι το δημιούργημα. Η Ανθρώπινη κωμωδία δεν μένει στην περιγραφή αλλά προχωρά στην αιτία της κίνησης· δεν είναι τυχαίο ότι τους ίδιους στόχους θέτει στο Κεφάλαιό του ο Μαρξ, θαυμαστής άλλωστε του Μπαλζάκ. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Πωλ Λαφάργκ ο Μαρξ ταύτιζε τον εαυτό του με τον Φρενχόφερ και την παθιασμένη αναζήτηση του απόλυτου από τον τραγικό μπαλζακικό ήρωα. Όποιος δεν δει την ταύτιση Μαρξ/Φρενχόφερ δεν μπορεί ποτέ να νιώσει τι πάθος και πόση οδύνη, ποια τραγωδία κινεί τη γραφίδα και τη γραφή του Das Kapital. Κι όποιος δεν διάβασε το Κεφάλαιο έχασε την ουσία της Ανθρώπινης Κωμωδίας, γράφει ο Μιχαήλ

Balzac_annexeΟ Μπαλζάκ περι/γράφει την διαδικασία των Χαμένων ονείρων σαν διαρκή διάψευση, σαν πορεία «απομάγευσης» του κόσμου, που ο MaxWeber αναγνώρισε ως γνώρισμα της αστικής νεωτερικότητας. Σβήνει κάθε μαγικός χαρακτήρας των πραγμάτων, το ιδιωτικό συμφέρον απογυμνώνει τα πάντα· ο φετιχισμός του εμπορεύματος, η κερδοφόρα βιομηχανία ψευδαισθήσεων και το θέαμα αναδεικνύονται σε ιδεολογικούς στυλοβάτες του καπιταλιστικού συστήματος. Εδώ άλλωστε υπάρχει η πιο ανατρεπτική κριτική του ρόλου του Τύπου στην αστική κοινωνία.

Στο κέντρο της φενακισμένης πραγματικότητας βρίσκεται η μοντέρνα Πόλη· το αρχετυπικό Παρίσι είναι ο ιδεώδης τόπος της flânerie, της άσκοπης περιπλάνησης ως ιδιαίτερου τρόπου ζωής στη νεωτερικότητα, όπως το έδειξε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν. Και αναρωτιέται ο Μιχαήλ: Μπορεί ένας flâneur, ένας μαέστρος της οφθαλμαπάτης και αριστοτέχνης της φαντασμαγορίας να ξεφύγει από τη σαγήνη της πόλης και να οραματιστεί πέρα από την λιτανεία των Χαμένων ονείρων;

gyorgy-lukacs in his libraryΤο κείμενο Apocalypsis cum Figuris αφορά την διαμάχη Λούκατς και Μπλοχ για την τέχνη και την φιλοσοφία. Πρόκειται για την περίφημη διαμάχη τους για τον εξπρεσιονισμό [1938]. Ο «πρόλογος» του θέματος περιλαμβάνει μια τραγική ειρωνεία: ο ναζισμός καταδίκασε τον εξπρεσιονισμό και όλα τα πρωτοποριακά ρεύματα του Μοντέρνου, όπως ακριβώς έκανε και η σοβιετική γραφειοκρατία, που τα καταδίκασε ως προάγγελους του φασισμού! Η διαφωνία άρχισε όταν ο KlausMannεκδήλωσε τη θλίψη του για την προσχώρηση στο στρατόπεδο του Χίτλερ του εξπρεσσιονιστή ποιητή GottfriedBenn, ενώ σύντομα ο Λούκατς συμφώνησε με την άποψη ότι ο εξπρεσιονισμός εκφράζει την μικροαστική απελπισία και τον ανορθολογισμό.

Επρόκειτο για την τελευταία ανοιχτή διαμάχη για τον μοντερνισμό εντός των τειχών του επίσημου κομμουνιστικού κινήματος τον καιρό του παντοδύναμου σταλινισμού ενώ είχαν ήδη ξορκιστεί οι πρωτοπορίες της πρώτης επαναστατικής περιόδου και είχε επιβληθεί το δόγμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Το δόγμα αυτό επέμενε να καυτηριάζει ο Έρνστ Μπλοχ, όπως και, εκτός των τειχών, οι Μπρετόν, Τρότσκυ, Ριβιέρα με το Μανιφέστο για μια Ανεξάρτητη Επαναστατική Τέχνη.

Τα έργErnst_Blochα των Λούκατς και Μπλοχ, Ιστορία και ταξική συνείδηση και Πνεύμα της Ουτοπίας αντίστοιχα, αποτέλεσαν σταθμούς στην μαρξιστική φιλολογία και συνειδητή έκφραση των αντιφάσεων και του πνεύματος της επαναστατικής θύελλας. Είναι γεννήματα της εποχής όπου επιχειρούνταν η σύζευξη της πιο προωθημένης φιλοσοφίας με την ίδια την επανάσταση, προτού η ανερχόμενη γραφειοκρατία κλείσει το θέμα με τον οριστικό διαχωρισμό τους. Ένα από τα πρώτα δείγματα πνευματικού στραγγαλισμού υπήρξε η καταδίκη του βιβλίου του Λούκατς από την Κομιντέρν και ο εξαναγκασμός του σε αυτοκριτική. Για μια ολόκληρη περίοδο ο Λούκατς θα συμβιβαστεί με τον σταλινισμό φτάνοντας και σε ύμνους στην «αθάνατη συνεισφορά του Στάλιν στην μαρξιστική αισθητική και στη γλωσσολογία!

Το 1934 ο Λούκατς δημοσίευσε το δοκίμιο Ακμή και παρακμή του εξπρεσιονισμού όπου, παρόλο που αναγνωρίζει ότι οι τάσεις των εξπρεσιονιστών δεν ήταν φασιστικές, επιμένει ότι πρόκειται για λογοτεχνική έκφραση του ιμπεριαλισμού που στηρίζεται μάλιστα σε ένα υπόβαθρο μυθολογικό και ανορθολογικό. Με ανάλογο σκεπτικό βλέπει και ως μορφές καπιταλιστικής φθοράς όλα τα σύγχρονα πρωτοποριακά ρεύματα στην τέχνη και την λογοτεχνία. Στον αντίποδα ο Μπλοχ θα προσεγγίσει μια άλλη ριζοσπαστική εκδοχή της μαρξιστικής αντίληψης της τέχνης, την μοντέρνα τέχνη και δη την «κρυπτοδιαλεκτική» του Τζόυς και του Προυστ και η διαμάχη των δυο διανοητών θα φτάσει ως τη ρήξη με τα έργα τους Καταστροφή του Λόγου και Η αρχή της ελπίδας και άλλους σταθμούς που ο Μιχαήλ παρουσιάζει ευσύνοπτα και ελκυστικά.

Θάλεια Ξενάκη [λάδι σε μουσαμά]Οι Μορφές της Περιπλάνησης που χαρτογραφούνται στον τόμο είναι πλείστες και πολύπλοκες και αφορούν την Έξοδο [Οδυσσέας, Κάιν, Ικέτιδες, Έξοδος], τον Οδυσσέα [στον οποίο καταχωρούνται ο Δον Κιχώτης ντε λα Μάντσα, ο Οδυσσέας του Τζέημς Τζόυς, ο Οδυσσέας των χαλεπών καιρών, ο Herman Melville και ο Ανδρέας Εμπειρίκος, η Ναυς των Ονείρων, το Μυστικό της Ζεμφύρας και Το Ασυνείδητο σαν Ταξίδι], την Μέθοδο [όπου ως Πυξίδες και Αστρολάβοι κινούνται οι Μαρξ και Κίρκεγκωρ, ο Λέων Τρότσκυ ως φιλόσοφος και ο Βάλτερ Μπέγιαμιν και τα περί επαναστατικής βίας κ.ά.], το Σώμα και τα Άστρα [Αντονέν Αρτώ, Γιώργος Χατζημιχάλης κ.ά].

Και τι απέγιναν οι ποιητές της Επανάστασης; Έχουν το δικό τους μερίδιο στην μετεπαναστατική τραγωδία της χώρας των Σοβιέτ: ο Μαγιακόφσκι, ο Γιεσένιν και η Τσβετάγιεβα αυτοκτόνησαν, ο Μπάμπελ, ο Πιλνιάκ και ο Μαντελστάμ κυνηγήθηκαν και εξοντώθηκαν. Το τελευταίο κείμενο αφιερώνεται στον Μαγιακόφσκι, το ζωντανό τούτο Σύννεφο με παντελόνια, που μάταια ο σταλινισμός θέλησε να το απολιθώσει μετά θάνατον σε ανδριάντα, ενώ δεν ήταν θεατής ή έστω ραψωδός, αλλά σάρκα από τη σάρκα της Επανάστασης. Ο Μαγιακόφσκι που οδηγήθηκε στην απόγνωση και στον θάνατο, ο ποιητής που μετατράπηκε σε συμβατικότητα και σε πρότυπο του αίσχους που ονομάστηκε «σοσιαλιστικός ρεαλισμός», έμοιαζε, κατά τα λόγια της Τσβετάγιεβα ως ο πρώτος νέος άνθρωπος του νέου κόσμου, ο πρώτος από τους ερχόμενους…

Ο ριζοσπαστικός mayakovsky R2μοντερνισμός του δεν αφορούσε μόνο κάποιο αισθητικό ρεύμα αλλά ήταν η ίδια η αντανάκλαση και ο αναστοχασμός του Μοντέρνου. Το Μεσσιανικό λάμπει μέσα στην ποίησή του, ένα Μεσσιανικό όμως χωρίς ίχνος μεταφυσικού – θρησκευτικού στοιχείου. Το Μεσσιανικό χωρίς μεταφυσική: η ανατίναξη του συνεχούς της Ιστορίας, όπως το ονόμαζε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, η ρήξη του κύκλου της Αιώνιας Επιστροφής των ανθρώπινων δεινών, το ριψοκίνδυνο άλμα – salto mortale και salto vitale– προς το βασίλειο της Ελευθερίας.

Ο Μαγιακόφσκι έζησε μέχρι τα απώτατα όρια το έπος, την τραγωδία της Επανάστασης και την έκπτωσή της σε φάρσα των γραφειοκρατών. Στο ξέφωτο της Ουτοπίας οδηγεί η ποίησή του και πιθανώς η κάθε αυθεντική ποίηση. Έξοδο η ποίηση δεν έχει, γράφει η Τσβετάγιεβα για τον Μαγιακόφσκι, έξοδος μπορεί να γίνει μόνο προς την πλευρά της δράσης. Σε κάθε είδους παρόμοια δράση είναι αφιερωμένος ο τόμος και πάνω απ’ όλα στην περιπλάνηση σε σκέψεις, τόπους και ιδέες, στην περιπλάνηση που αποτελεί σκέψη και δράση μαζί.

Εκδ. Άγρα, 2004, σελ. 372.

Στις εικόνες: György Lukács, Ernst Bloch, Ανδρέας Εμπειρίκος [έργο της Θάλειας Ξενάκη], Vladimir Mayakovsky.

20
Μάι.
14

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 159. Αλεξάνδρα Ρασιδάκη

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Τον Δεκέμβριο του 2013 εκδόθηκε η μελέτη μου «περί Μελαγχολίας», αποτέλεσμα πολλών ετών έρευνας.

Τι σας έθελξε στην ιδέα της συγγραφής πάνω στο θέμα της Μελαγχολίας;

Η μελαγχολία ανήκει, όπως άλλωστε και η τρέλα, ο έρωτας ή ο θάνατος με τα οποία προφανώς συνδέεται, στα «μεγάλα ζητήματα» που απασχολούν, συναρπάζουν και θορυβούν τον άνθρωπο κάθε εποχής. Οι τρόποι έκφρασης του φόβου και του δέους ποικίλουν ανάλογα με την εποχή και το εκάστοτε γνωστικό πλαίσιο (θρησκευτικό, ιατρικό, φιλοσοφικό κτλ.). Από την οπτική της πολιτισμικής ιστορίας δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για την μελαγχολία καθεαυτή, αλλά για τους ποικίλους λόγους περί μελαγχολίας. Πρόκειται δηλαδή για μια έννοια, που ενώ χρησιμοποιείται καθημερινά, έχει ένα ευρύτατο φάσμα νοηματοδοτήσεων, ιδίως αν την μελετήσει κανείς διαχρονικά και διεπιστημονικά. Με άλλα λόγια: η μελέτη της αντιμετώπισης της μελαγχολίας αποκαλύπτει τον τρόπο του σκέπτεσθαι της κάθε εποχής. Ταυτόχρονα πρόκειται για μια πολιτισμική κληρονομιά «ενεργή» που επηρεάζει και την σύγχρονη δημιουργία.

b184834Πώς εργαστήκατε πάνω στο βιβλίο σας; Ακολουθήσατε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; 

Το πρώτο μέρος, η παρουσίαση των πλέον σημαντικών σταθμών του λόγου περί μελαγχολίας απαιτούσε πολύ μελέτη και εκτενή βιβλιογραφική αναζήτηση, είχε όμως ένα σαφές περίγραμμα εξαρχής. Η μεγάλη δυσκολία στο συγκεκριμένο βιβλίο ήταν η επιλογή των λογοτεχνικών κειμένων τα οποία προσέγγισα στο δεύτερο μέρος της μελέτης, υπό το πρίσμα του λόγου περί μελαγχολίας. Κάθε επιλογή συνεπάγεται αποκλεισμούς: έτσι δεν περιέλαβα τελικά συγγραφείς τον Καβάφη, τον Τόμας Μάνν τον Σέμπαλντ και τον Γρυνμπαιν. Κατά την διάρκεια της συγγραφής και σύνθεσης προσπαθούσα αφενός να φανταστώ τον «ιδανικό αναγνώστη» – το προφίλ δηλαδή του αναγνωστικού κοινού που θα ενδιαφέρονταν για ένα τέτοιο βιβλίο, αφετέρου να ακολουθήσω τα μονοπάτια εκείνα που παρουσιάζουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για μένα.

Ποια είναι η τελική αποτίμηση μιας τόσο ευρείας έρευνας; Θεωρείτε πως καλύψατε το θέμα;

Δεν τb144838ίθεται θέμα να «καλυφθεί» ένα θέμα όπως η μελαγχολία; ελπίζω όμως ότι συνέβαλα στην ανάδειξη της πολυπρισματικότητας της έννοιας αυτής, η οποία άλλωστε και την καθιστά ανεξάντλητη ως ερευνητικό αντικείμενο.

Ποια είναι τα γενικότερα ερευνητικά σας ενδιαφέροντα; Σε ποιους τομείς εξειδικεύεστε;

Ασχολήθηκα για πολλά χρόνια με τον γνωστικισμό, που, ως «μεταφυσική αναρχία» εξακολουθεί να με γοητεύει. Με συναρπάζει η κοσμοαντίληψη και η λογοτεχνική παραγωγή του γερμανικού ρομαντισμού ενώ στην ενασχόλησή μου με την σύγχρονη λογοτεχνία με ενδιαφέρει η σχέση μύθου και λογοτεχνίας, η λογοτεχνία του φανταστικού και η δυστοπία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας αλλά και γενικότερα πάνω σε κάποιο ευρύτερο θέμα ποιο θα επιλέγατε;  

Ετοιμάζω μια μελέτη για την πεζογραφία του Γεώργιου Βιζυηνού υπο «ρομαντική οπτική γωνία» στην οποία αντιπαραβάλλω τα κείμενά του με τις τεχνικές γραφής του γερμανικού ρομαντισμού.

Γράψατε ποτέ πεζογραφία ή ποίηση – κι αν όχι, για ποιο b81895λόγο;

Είμαι πολύ απαιτητική αναγνώστρια και είμαι σίγουρη ότι δεν θα μπορούσα να παράγω ένα κείμενο που θα με έπειθε.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Μεταφράζω αποκλειστικά κείμενα που με συναρπάζουν και με προκαλούν. Για μένα η μεταφραστική διαδικασία είναι κατ αρχήν μια πράξη κανιβαλισμού, ενσωμάτωσης του κειμένου. Κατά συνέπεια πρόκειται για κείμενα που δεν μου αρκεί να τα διαβάσω αλλά θέλω να γίνουν μέρος του εαυτού μου. Όσο για τον συγγραφέα, ακολουθώ τον Barthes: ο συγγραφέας δεν με ενδιαφέρει ως ιστορική οντότητα – είναι μια αράχνη που μου προσφέρει τον ιστό της.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Ο Κάb57226φκα αποτελεί πάντοτε πηγή έκπληξης. Υπήρξαν κείμενα στα «μικρά πεζά» που είναι τόσο συμπυκνωμένα και ελλειπτικά που χρειάστηκα ώρες για μια πρόταση.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Συγγραφείς όπως ο Κάφκα και ο Ρίλκε δεν χρειάζονται συστάσεις. Η Άιχιγκερ όμως δεν είναι πολύ γνωστή στην Ελλάδα, η συλλογή στις εκδόσεις Ροές «Επίκαιρη συμβουλή» αποτελεί επαρκή εισαγωγή στο έργο μιας από τις πλέον σημαντικές φωνές της σύγχρονης Αυστριακής λογοτεχνίας.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

b109717Χόφμαν, Ντον, Κλάιστ, Γουλφ, Καβάφης, Τσελαν, Ματσάδο, Χικμέτ, Κάφκα, Ζενέ, Γκιμπράν, Μπόρχες, Κορτάσαρ, Αιρε, Μαντέλ, Φαιμπερ, Γκανατσίνο, Νότεμποομ, Κουτσί, Μπαρίκο…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Το Άσμα Ασμάτων στην μετάφραση του Σεφέρη, Ο Τριστάνος και η Ιζόλδη του Γοτφρείδου του Στρασβούργου, Λενς του Μπυχνερ, Απόψεις ενός κλοουν του Μπελ, Άνθρωπος χωρις ιδιότητες του Μούζιλ, Ο εκλεκτός του Τομας Μανν, Ο Αδριανός της Γιούρσεναρ, Το έτος των θαυμάτων της Μπρουκς, Σίλας Μάρνερ της Έλιοτ, Γράμματα μιας πορτογαλής μοναχής (στη μετάφραση του Ρίλκε), Τούνελ του Σάμπατο, Το κουτσό του Κορτάσαρ, Κόκκινο του Ούβε Τιμ, Των ψυχών του Νότεμποομ, Η γυναίκα της άμμου του Αμπέ…

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Ο μαGeorg Buchnerύρος γάτος του Πόε, Παιχνίδι υπομονής του Κάφκα, Η λοταρία της Βαβυλώνας του Μπόρχες,   Αποκάλυψη στο Σολεντινάμε του Κορτάσαρ, Ηλεκτρικό μερμήγκι του Ντικ, O χοντρούλης του Keret, To άσυλο του Φάιμπερ, Η γλώσσα μου κι εγώ της Άιχιγκερ…

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Θαυμάζω την αμεσότητα και την γλωσσική μαεστρία της Καρυστιάνη που με συγκινεί χωρίς να γίνεται ποτέ μελό. Με συνεπήρε το Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι της Αναστασέα, με έπεισε Το αστείο του Παλαβού.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Το ζώο στο κτίσμα του ΚάφκAntonio Machadoα

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Την άνοιξη του 97 επιστρέφοντας από την Γρανάδα βρέθηκα αποκλεισμένη στο αεροδρόμιο της Μαδρίτης, να περιμένω την ανταπόκριση της πτήσης μου που μέσω Αθηνών θα με πήγαινε στη Θεσσαλονίκη. Άρχισα ένα μυθιστόρημα που είχα τυχαία αγοράσει στην Γρανάδα. (Λέω τυχαία, επειδή δεν είχα υπ όψη μου τον συγγραφέα). Δεν θυμάμαι τίποτα από την πολύωρη καθυστέρηση και το μακρύ ταξίδι που ακολούθησε, γιατί πέρασα τις ώρες αυτές φυλακισμένη σε μια εφιαλτική καθημερινότητα: Ήταν το Περί τυφλότητος του Σαραμάγκου. Στα επόμενα χρόνια διάβασα και τα υπόλοιπα μυθιστορήματά του, κάποια από τα οποία θεωρώ και καλύτερα από την τυφλότητα. Αλλά οι ώρες αυτές που πέρασα στον κόσμο των τυφλών θα μου μείνουν αξέχαστες.

Heinrich BoellΠερί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στις επιλογές των βιβλίων και των θεμάτων με τα οποία ασχολείστε;  

Σπούδασα Γερμανική και ισπανική (λατινομερικάνικη) Φιλολογία και λογοτεχνική μετάφραση. Από το 2001 διδάσκω γερμανική και συγκριτική γραμματολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Είχα δηλαδή την τύχη να σπουδάσω και να κάνω επάγγελμα την λογοτεχνία, που από μαθήτρια με συνάρπαζε.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή, την ανάγνωση ή την κριτική; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Uwe TimmΠροκλασική μουσική, κλασσική ινδική μουσική, πέρσικο σαντούρι, Γρηγοριανούς ύμνους, κλασσική μουσική δωματίου, Σοστακόβιτς, Λουτοσλάβσκι, Μαρτινού. Μπαχ και παλι Μπαχ.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το τελευταίο μυθιστόρημα του Σιράχ, Ταμπού.

Γράφω μια μελέτη για την σύζευξη θρησκευτικότητας και οικολογίας στις σύγχρονες δυστοπίες.

Μεταφράζω κάποια από τα διηγήματα με ζώα του Κάφκα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Το φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης είναι για μένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα αυτής της πόλης. Οι λύκοι ήταν μια από τις πρόσφατες παραστάσεις που με εντυπωσίασαν.

Αν κάποιος σαΑ.Ρ.1ς χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δε μπορώ – δεν θέλω- να φανταστώ μια ζωή χωρίς βιβλία.

Στις εικόνες: Georg Buchner, Antonio Machado, Heinrich Boell, Uwe Timm.

Παρουσίαση του βιβλίου της Αλεξάνδρας Ρασιδάκη Περί μελαγχολίας εδώ. Περί Ίλζε Άιχινγκερ και Επίκαιρης Συμβουλής εδώ.

19
Μάι.
14

Τρεις σκύλοι σ’ ένα κείμενο, χώρια οι συγγραφείς

Κώστας Μαυρουδής – Η αθανασία των σκύλων
Sidney
Lumet– Serpico
Τζερόμ Τζερόμ / Αντόνιο Λόμπο Αντούνες

serpico-6

Η αθανασία των σκύλων του Κώστα Μαυρουδή [Εκδ. Πόλις, 2013] διαπραγματεύεται την παρουσία των σκύλων σε εβδομήντα διαφορετικούς κειμενικούς και υπαρκτούς κόσμους, με αδιόρατο κοινό την απουσία του θανάτου τους, μια αθανασία που εδράζεται σ’ έναν ευφυώς φιλοσοφημένο συλλογισμό. Φαίνεται πως τόσο η ανάγνωση όσο και οι αναρίθμητες σκέψεις που ενεργοποιεί ακόμα κι όταν κλείσουν οι σελίδες προσκαλεί τον αναγνώστη σε μια δική του μνημονική συνέχεια της συγγραφής, ή έστω σ’ έναν συνεχή διάλογο με το βιβλίο, που ούτως ή άλλως προσκαλεί σε ύστερες επισκέψεις. Τι βρίσκεται λοιπόν μπροστά μπροστά στην μνημονική μου δελτιοθήκη με την ετικέτα σκύλος; Μια κινηματογραφική σκηνή, ένα βιβλίο και μια οριακή φράση.

serpico_2571618b

Βλέπω τον Σέρπικο [στην ταινία του Sidney Lumet, 1973], παρατημένο από όλους, να κάθεται πάνω σε μια δέστρα στην άκρη του λιμανιού, μπροστά από θηριώδη καράβια, σαν μια μικρογραφία ανθρώπου που συνθλίβεται από κάτι συντριπτικά μεγαλύτερο. Η αυτονόητη πράξη της καταγγελίας της αστυνομικής διαφθοράς δεν συγκίνησε κανέναν· απεναντίας, πυροβολήθηκε στο πρόσωπο, απολύθηκε από τη δουλειά του, αμαυρώθηκε το όνομά του, έχασε τους φίλους του, απομονώθηκε από τους συνεργάτες τους. Στο τέλος εγκαταλείφθηκε και από την αγαπημένη του. Η εικόνα της αξιοπρεπούς «ήττας» επιτείνεται από την μοναδική του παρέα: τον μεγάλο, άσπρο, μαλλιαρό σκύλο που απέκτησε τις ωραίες ημέρες του έρωτά του. Είναι προφανώς η αρχή ενός ακόμα μεγαλύτερου δεσμού. Η εικόνα ακινητοποιείται, πέφτουν οι τίτλοι τέλους, το unhappy endείναι αναπότρεπτο, η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη δένεται εφ’ όρου ζωής με την προσφιλέστερα αισθήματα συμπάθειας προς τους κινηματογραφικούς μας ήρωες. Ίσως από σύμπτωση, μια άλλου είδους εγκατάλειψη παγιώθηκε στην φωνητική εκδοχή εκείνης της μουσικής, από εκείνον ή εκείνη που προχωρούσε μέσα στην νύχτα, χωρίς να γνωρίζει κανέναν, κι ούτε κανένας τον/την γνώριζε.

frank serpico

Αναζητώ στο διαδίκτυο τον Φρανκ Σέρπικο, βλέπω το «αληθινό» του πρόσωπο, διαβάζω την ιστορία του και την αναπόφευκτη στροφή στην συγγραφή ενός βίου που όφειλε να ακολουθήσει τις ηθικές του επιταγές πληρώνοντας τα ακριβότερα τιμήματα αλλά κερδίζοντας μια δεύτερη ζωή. Κι ύστερα σκέφτομαι πως στους ολοένα και πιο δαιδαλώδεις λαβύρινθους που μας οδηγεί η ανάγνωση προστίθενται και οι διαδικτυακοί, όπου η μία σελίδα ανοίγει σε άλλη, μια τυχαία φωτογραφία οδηγεί σε νέες τοποθεσίες, η θεματολογία μεταβάλλεται διαρκώς και στο τέλος βρίσκεσαι σε άλλο τόπο, χρόνο και αφήγηση από την αφετηρία. Άλλη μια δικαίωση της ανάγνωσης και της ηλεκτρονικότητας μαζί.

hampton_jerome

Αν ένας σκύλος απέκτησε επάξια τη θέση του σε τίτλο βιβλίου και ισοδύναμη αφηγηματική παρουσία εντός του, αυτός δίχως άλλο θα είναι εκείνος του Τρεις άντρες σε μια βάρκα (χώρια ο σκύλος) του Τζερόμ Τζερόμ [1889]. To Say Nothing of the Dog, διατύπωνε η παρένθεση στην πρωτότυπη ονοματοδοσία, αλλά η όποια σιωπή του σκύλου και περί αυτού εξαργυρώθηκε στην ευφυή μυθοπλασία. Δεκαετίες αργότερα ο πορτογάλος συγγραφέας Αντόνιο Λόμπο Αντούνες εξομολογείται πως έμαθε πολύ περισσότερα για τη δημοκρατία από τον στίχο του Λαφοντέν ένας σκύλος μπορεί κάλλιστα να κοιτάξει έναν επίσκοπο παρά μέσα στο κομμουνιστικό κόμμα της χώρας του, ενώ είχε ήδη διαφύγει από την μοναρχική και φασιστική ιδεολογία του πατέρα του και του αποικιοκρατικού πορτογαλικού κράτους. Η εξομολόγηση προέρχεται από το βιβλίο του Ανταίου Χρυστοστομίδη, Οι κεραίες της εποχής μου, ΙΙ. Ταξιδεύοντας με άλλους 30+1 διάσημους συγγραφείς απ’ όλο τον κόσμο [εκδ. Καστανιώτη, 2013]. Ένας σκύλος, έστω και σε αφορισμό, πλάθει την πολιτική συνείδηση ενός ακατάπαυστα ανήσυχου συγγραφέα. Πώς να ήταν άραγε αυτός ο καθολικός σκύλος στο μυαλό του;

Πρώτη δημοσίευση: Το Δέντρο, τεύχος 197-198 (Μάιος 2014).




Μαΐου 2014
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ.   Ιον. »
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Blog Stats

  • 991.126 hits

Αρχείο

Advertisements