Αρχείο για Μαρτίου 2014

31
Μαρ.
14

Σάββας Μιχαήλ – Musica ex Nihilo. Δοκίμια για την ποίηση, τη ζωή, το θάνατο και τη δικαιοσύνη

Η γλώσσα είν1αι τόσο σοφή όσο η Φύση… Η σοφία της γλώσσας προηγήθηκε εκείνης της επιστήμης. Οι φθόγγοι της γλώσσας είναι οι ακουστοί ρυθμοί της ζωής μας…

…έγραφε ο Βελιμίρ Χλιέμπνικωφ, ο κορυφαίος των Ρώσων φουτουριστών, σύντροφος και εν όπλοις συναγωνιστή του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι, που έγραψε μια ποίηση γεμάτη ακατάληπτες λέξεις, πρωτάκουστους ήχους και ανήκουστους ήχους. Η ποίησή του αναγγέλλει την εμφάνιση μιας γλώσσας η οποία θα ονομαστεί ζαούμ, δηλαδή πέρα (ζα) από την κατανόηση (ουμ), κοινώς μια γλώσσα υπερ – λογική. Ήταν η πρώτη κραυγή προς την αυγή μιας Νέας Ζωής, η ίδια η γλώσσα του μέλλοντος. Εκείνη την εποχή, άλλωστε, η ουτοπική αρχή της μεταμόρφωσης του κόσμου αποτελούσε συστατική δύναμη της τέχνης – η Αρχή της Ελπίδας όπως θα έλεγε ο Ernst Bloch.

2 -Velimir_HlebnikovΚαι ήταν αυτή ακριβώς η ορμή προς κάτι που δεν υπήρχε ακόμα, που διαχώρισε τον Χλιέμπνικωφ και τον ρωσικό φουτουρισμό από τον Μαρινέττι και τον ιταλικό φουτουρισμό, διαχωρίζοντας την διαμετρικά αντίθετη πολιτική τους πορεία. Η ασυμβίβαστη διαφορά με τους φασίστες ιταλούς φουτουριστές οδήγησε τους Ρώσους να ονομαστούν Μελλόντιοι. Ο δικός τους μελλοντισμός δεν αποτελούσε αναδίπλωση στον εθνοκεντρισμό αλλά κοιτούσε προς τις παγκόσμιες διαστάσεις του προμηθεϊκού του εγχειρήματος. Στο όνομα εκείνου του μέλλοντος δεν εκμηδενιζόταν το ιστορικό παρελθόν· η μηχανική πρόοδος δεν έσβηνε την παράδοση. Η εκ νέου ανακάλυψη του αρχαϊκού, η ενεργοποίηση του ανεκπλήρωτου δυναμικού, το πρότυπο του Καθολικού Ανθρώπου, η δίψα της οικουμενικότητας, ο κόσμος ως ποίημα μιας κοσμογλώσσας, όλα θα αποτελούσαν τα υλικά της νέας κατά Χλιέμπνικοφ ανθρωπότητας.

tumblr_m9ldf4MvC91qzfmh5o1_500Ξεκινήσαμε με τον τελευταίο από τα θυελλώδη κείμενα της συλλογής, το Όλη η εξουσία στον έναστρο ουρανό! Ο πέραν του λόγου Λόγος του ποιητή Βελιμίρ Χλιέμπνικωφ. Και τι αντικείμενο να έχει άραγε το τρισέλιδο κείμενο υπό το γοητευτικό τίτλο Μνημεία και νομάδες; Νομάδες είναι οι φωτογράφοι του 18ΑΝΩ, περιπλανώμενοι στα μνημεία των πόλεων, σ’ αυτά τα ασάλευτα μνημονικά ίχνη της πορείας του ανθρώπου στην Ιστορία. Φωτογραφίζοντας λοιπόν αυτές τις γραμμές διαφυγής από τη φυγή των καιρών, επιχειρούν μια έντεχνον αντιφυγάδευσιν του χρόνου όπως έγραψε ο Εμπειρίκος στην Σήμερον ως Αύριον και ως Χθες και ακολουθούν την ακινησία στο έδαφος του χώρου και την κίνηση διαφυγής από τη φθορά του χρόνου, εδάφωση [territorialisation] – απεδάφωση [déterritorialisation] και επανεδάφωση [réterritorialisation]. Αν το Μνημείο ακινητοποιεί τη ροή του χρόνου και η φωτογραφία επίσης σταματά τη στιγμή που φεύγει, τότε η φωτογράφισή τους ισοδυναμεί με μια άρνηση θανάτου, με απόρριψη οιουδήποτε συμβιβασμού μαζί του.

HannahArendt2006Ο τίτλος Ο Καντ στο Άουσβιτς και ο υπότιτλος Κοινοτοπία ή ατοπία του Κακού; ορίζουν σαφώς την προβληματική του σχετικού κεφαλαίου. Η «κοινοτοπία του Κακού», το γνωστό ερμηνευτικό σχήμα της Hannah Arredt για την περίπτωση του ναζιστή εγκληματία Eichmann, τολμηρό και ανορθόδοξο στον καιρό του, έχει γίνει, γράφει ο Μιχαήλ, το ίδιο μια κοινοτοπία, που συνδέθηκε με την ιδεολογία της …μη ιδεολογίας, με την αποφόρτιση του ιστορικού Κακού από κάθε ιδεολογικό φορτίο. Για την Άρεντ το φοβερότερο ήταν ότι το Κακό έπαψε στην εποχή μας να εμφανίζεται ανοίκειο· ως φορέας του εμφανιζόταν και ο παραδοσιακός «μέσος ανθρωπάκος», ο «άνθρωπος της «διπλανής πόρτας».

hannah-arendt-eichmann-in-jerusalemΟ Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ αποδομούσε την μέχρι τότε κυρίαρχη απολογητική των εγκλημάτων του Ναζισμού, η οποία παρουσίαζε τις φρικαλεότητές του σαν έργο μιας δράκας φρενοβλαβών. Η Άρεντ επέμεινε στις κλινικές και ψυχιατρικές εξετάσεις του Άιχμαν (που τον εμφάνισαν να χαίρει άριστης ψυχικής υγείας) και στην απόδειξη της ευρύτερης κοινωνικής βάσης που στήριξε το χιτλερικό καθεστώς: τις μικροαστικές μάζες με τις διαψευσμένες κοινωνικές προσδοκίες, το χαμηλό πνευματικό επίπεδο και την ευλάβεια απέναντι στον κάθε Αρχηγό. Η Άρεντ δεν πείστηκε από τον ισχυρισμό του Άχιμαν ότι ακολουθούσε πάντοτε τον Καντ και την διδασκαλία του για την κατηγορική προσταγή, τον Νόμο και την βούληση του Νομοθέτη· αντίθετα προτίμησε να εστιάσει στον στενό πνευματικό του ορίζοντα και στην αδυναμία του να κρίνει τις συνέπειες των πράξεών του· σε μια γενικότερη έλλειψη σκέψης.

Lieberman_Amery_bodyΟ Jean Amery, θύμα ο ίδιος των τραγικών στρατοπέδων και αυτόχειρας υπό το βάρος τους, απάντησε στην Άρεντ πως δεν υφίσταται καμία κοινοτοπία του Κακού, ενώ οι Haslam και Reicher το χαρακτήρισαν ως μια θεωρητική φυλακή. Ο Έρνστ Μπλοχ θεώρησε πως ο Καντ αμφισβητεί το δικαίωμα στην αντίσταση ακόμα κι αν ασκείται απέναντι σε μια σατανική εξουσία. Όπως σημειώνει ο Κίρκεγκωρ, ό,τι σου δίνει ο Καντ με το ένα χέρι, σου το παίρνει με το άλλο. Δεν πρόκειται εδώ για κάποιον «εσωτερικό» ηθικό νόμο αλλά ένα «εξωτερικό» νομικό σύστημα. Και ο Άιχμαν ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι έπραξε ηθικά, αλλά ότι ακολουθούσε τους νόμους της χώρας του. Η περίφημη διάκριση μεταξύ νόμιμου και ηθικού εδώ είναι εμφανέστερη από ποτέ.

blakeΣτον προαναφερθέντα Ζαν Αμερύ και το συγκλονιστικό βιβλίο του Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση (που παρουσιάσαμε στο Πανδοχείο τότε) ο Μιχαήλ αφιερώνει ιδιαίτερο κεφάλαιο, όπως και για τον Αρτ Σπίγκελμαν και το κόμικς του Ο πατέρας μου αιμορραγεί Ιστορία. Σε παράλληλη θεματική κινείται και το κεφάλαιο Πώς θα μιλήσουμε στα παιδιά για τον αντισημιτισμό, ενώ κείμενα με τίτλους όπως Kafka Alert, Μεταμόρφωση και Εξέγερση, [Ένα] όνειρο του Τρότσκυ, Η Γη των Ονείρων [William Blakeκαι Διονύσιος Σολωμός], Κασσάνδρα ή Έκτορος Κακναβάτου Έπη Λοξά καιVitae Meditatio – Η ζωή και ο θάνατος για τον Νίκο Καρούζο είναι ενδεικτικά για το εύρος και το βάθος των θεμάτων της συλλογής. Η γραφή του συγγραφέα είναι πλούσια και ενθουσιώδης, γεμάτη αναφορές, διακειμενικές συνδέσεις, εξαιρετικά ενδιαφέρουσες προβληματικές και γόνιμα ερεθίσματα που δεν έχουν τέλος.

Να ζεις κι όχι απλώς να επιζείς, να ζεις μια ζωή άξια να λέγεται ζωή. Να ζεις την εμπειρία του καθολικού, του αιώνιου. Μ’ άλλα λόγια, να ζεις με την Ιδέα.

4 - alain-badiouΑν ο παρακμασμένος αστικός δημοκρατικός κόσμος έχει αναγορεύσει σε ύπατη αρχή την εντολή «να ζεις χωρίς Ιδέα», όπως καυτηρίασε ο Alain Badiou, τότε ένα προς τιμήν του κείμενο δεν μπορεί παρά να τιτλοφορείται Ζώντας με την Ιδέα. Στην κατακλείδα του πρόσφατου μείζονος έργου του Logiques des mondes ο Μπαντιού συνοψίζει ακριβώς αυτή την προσταγή του φιλελεύθερου καπιταλισμού: «είναι απλώς το βόλεμα στη ρητορική των στιγμών και στην πολιτική των γνωμών». Η Ιδέα – στη νέα ερμηνεία που δίνει ο Μπαντιού στην πλατωνική μορφή της – είναι η διαμεσολάβηση ανάμεσα στο άτομο και στο συλλογικό Υποκείμενο μιας αλήθειας, κοινώς ό,τι προσανατολίζει τα ζωή ενός ατόμου σύμφωνα με το αληθές, μέσα από την ενσωμάτωσή του σε ένα συλλογικό υποκειμενοποιήσιμο σώμα.

logiqueΣυνεπώς η Ιδέα του κομμουνισμού προσανατολίζει την ατομική ζωή και ενσωματώνεται στο σώμα της πολιτικής αλήθειας και χειραφέτησης, ενώ ο δημοκρατικός υλισμός και οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του αγωνίζονται να πάψει να σηματοδοτεί η κομμουνιστική ιδέα μια δυνατότητα. Τα ερείσματα μιας τέτοιας Ιδέας αναζητά ο Μπαντιού, στα φιλοσοφικά του μανιφέστα, αναδιατυπώνοντας την «κομμουνιστική υπόθεση», ενάντια σε μια δημοκρατία που διαλύει την Γιουγκοσλαβία και στήνει το Γκουαντάναμο. Απέναντι στο μόνιμο ρεφραίν των σκεπτικιστών ότι μια τέτοια ουτοπία πουθενά επί γης δεν υπήρξε, ο Μπαντιού επαν- εμπνέεται από την πλατωνική πολιτεία και τις φράσεις της: Δεν έχει σημασία αν υπάρχει ή αν θα υπάρξει αυτή η Πολιτεία, έτσι κι αλλιώς αξίζει να πράττεις μόνο σύμφωνα μ’ αυτήν και για καμιάν άλλη.

Εκδ Άγρα, 2013, σελ. 311.

Στις εικόνες: Velimir_Khlebnikov‎, Hannah Arendt, Jean Amery, William Blake, Alain Badieu. Η φωτογραφία του μνημείου (ο βυζαντινός Άγιος Στέφανος στην Καστοριά) δεν είναι από την αναφερόμενη έκθεση αλλά εκφράζει, κρίνουμε, ιδιαίτερα το σχετικό της πνεύμα.

30
Μαρ.
14

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 151. Στέργια Κάββαλου

stergia photoΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Η «πλαστική άνοιξη» βγήκε από την ΕΚΑΤΗ το περασμένο καλοκαίρι. Είναι η πρώτη μου ποιητική συλλογή και ίσως το πιο αγαπημένο μου βιβλίο. Αγαπώ πολύ το πλαστικό και καθόλου την άνοιξη. Κάπως έτσι και τα τριάντα της ποιήματα. Σημάδια λατρείας και φόβων ετών τριάντα.

b189482Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Αλτσχάιμερ Trance: «Σταμάτα να αφαιρείς πραγματικότητα και να προσθέτεις όνειρα. Πάψε να ζεις αντιστρόφως ανάλογα»
Αρνητικό 13: «Θα είμαι ευτυχής. Θα είμαστε ευτυχείς».
Η κόκκινη πινέζα: Μαυροκόκκινη πινέζα και οικογενειακή αγάπη.
Το μπλε τριαντάφυλλο: Ονειρικά τριαντάφυλλά της αντίδρασης και της οικολογίας.
Πλαστική άνοιξη: «Όσο φουσκώνει η θάλασσα, φουσκώνουν κι οι ματαιότητες»

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Στο μπαλκόνι και με το ζόρι. Ίσως γιατί το εκb151968τός σπιτιού το έχει συνδυάσει με πιο εξωστρεφείς δραστηριότητες. Η μόνη φορά που άλλαξα περιβάλλον ήταν για το «Αρνητικό 13» το οποίο και γράψαμε με τη Μαίρη Γεωργίου. Ξεκινήσαμε με μέιλ το καλοκαίρι. Κάποια στιγμή πήγα στα Ζωνιανά και έπρεπε να στέλνω τα κείμενά μου από εκεί. Τώρα το βιβλίο μας έχει κάτι και από Κρήτη.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Και να θέλω να κόψω τα πολλά πολλά μαζί τους, δύσκολο. Κάνουν τις γύρες τους στα αναγνωστικά μυαλά και επιστρέφουν στον τόπο του εγκλήματος για να μου τρίψουν τις εμπειρίες τους στη μούρη.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Αυτό είναι το ενδιαφέρον, ότι δεν ξέρεις. Απλώς b170847αλλάζει ξαφνικά ο τρόπος με τον οποίο βλέπεις κάτι που έχεις είτε μπροστά σου, είτε μέσα σου. Και τότε σε πονάει η κοιλιά σου, χτυπάει πιο γρήγορα η καρδιά σου και παθαίνεις κάτι σαν πανικό. Τα συμπτώματα σε οδηγούν στην καρέκλα και τον υπολογιστή σου από τον οποίο σηκώνεσαι μόνο όταν νιώσεις αυτή την μύχια ευχαρίστηση, τη σχεδόν χαρά. Εναλλακτικά, χαίρεσαι-βασανίζεσαι για μέρες οικειοθελώς και αυτοβούλως, με την ιδέα σου χωρίς ούτε καν να ανοίξεις τον υπολογιστή. Απλώς ξέρεις, έχεις αποφασίσει το επόμενό σου βήμα. Θα το κάνεις όποτε αποφασίσεις και να καθίσεις.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ησυχία, ζέστη, χωρίς πολύ φως. Ιδανικά. Είμαι τόσο παρασυρμένη στη στιγμή που δεν με νοιάζουν και πολλά περιφερειακά.

Ποιες είνb154873αι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Τελείωσα το τμήμα «Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας» του ΕΚΠΑ. Πήρα πτυχίο Λογοτεχνικής μετάφρασης και μετάφρασης ανθρωπιστικών επιστημών από την INALCO και τώρα κάνω μεταπτυχιακό Πολιτιστικής Διαχείρισης στην Πάντειο. Έχω δουλέψει στο τμήμα παιδικού βιβλίου της Fnac, στην Audio Visual, τη Nova και την Good Brothers στο τμήμα του Υποτιτλισμού και με το 0-6 στο τμήμα της μεταγλώττισης. Όταν ζούσα στη Λιόν, ήμουν στη θεατρική ομάδα Cie Traverses Αυτό τον καιρό κάνω μαθήματα γαλλικών και ασχολούμαι με τα βότανα, τα αρωματικά φυτά και τα παραδοσιακά προϊόντα στην εταιρία cretan herbs. Όλα συνδέονται, είναι μία ζωή. Πχ το διήγημα «το σπίτι του Δούναβη» που υπάρχει στη συλλογή “Αλτσχάιμερ Trance” , το έγραψα με αφορμή μια Βουλγάρα καθαρίστρια που συναντούσα ορισμένα πρωινά. Εγώ ξεκινούσα τη βάρδια, εκείνη μόλις είχε τελειώσει και κάπου εκεί συστηθήκαμε. Τη θυμάμαι πάντα να στρώνει τα μαλλιά τας στις οθόνες των σβηστών προς πώληση τηλεοράσεων.

Γράφετε πεζογραφία και πρόσφατα και ποίηση. Θb173287α συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί;

Πριν βγει η «πλαστική άνοιξη» είχα πει πως θα βγάλω μόνο μια ποίηση και τέλος. Και ήμουν σίγουρη. Τώρα, δεν είμαι και τόσο.

Η συγγραφή, από την άλλη, παιδικής λογοτεχνίας …

… είναι η μεγαλύτερη χαρά. Μακάρι να είχαν προχωρήσει πιο γρήγορα οι εκδόσεις των παραμυθιών που έχω ήδη ετοιμάσει αλλά..καθυστερήσεις βλέπετε.

ZeldaBallCostume_Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Σήμερα θα επέλεγα την Ζέλντα Φιτζέραλντ.

Τι γράφετε τώρα;

Το μυαλό μου είναι στα επόμενα βιβλία που θα κυκλοφορήσουν άμεσα και νομίζω πως θα γράψω πάλι αφού τα δω τυπωμένα.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Adonis, Bobin, Koltes.

adoniss_1_innerbigΑγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Θα πω για τα δυο πιο πρόσφατα που διάβασα με τα οποία έπαθα ακαριαία αγάπη. «Μαμά κι εγώ δεν σ’ αγαπώ» της Μαργαρίτας Φρανέλη. «Στο έλεος του κυκλώνα» του Λοράν Γκοντέ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Οι Δουβλινέζοι.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Κατερίνα Έσσλιν, Κων/να Τασσοπούλου, Βάσια Τζανακάρη, Μαρία Φακίνου. Τους κυρίους θα τους αναφέρουμε την επόμενη φορά.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

christian-bobin_article_largeΑγαπώ την Τερέζα Ρακέν γιατί την ήθελα αλλιώς. Γιατί εκείνη την ήθελε αλλιώς.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Έχω σίγουρα κάποια τεύχη του ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ και του ΔΙΑΒΑΖΩ. Η εμπειρία μου στην ανάγνωση λογοτεχνικών περιοδικών είναι ελάχιστη.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Αγοράζω, αγοράζω, τα ξεφυλλίζω, τα κοιτάω με τις ώρες αλλά τις τελευταίες μέρες δεν είμαι στην κατάσταση της απαιτούμενης διαύγειας, συγκέντρωσης και υπομονής.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

bernard marie koltesΠολύ αποσπασματικά, πολύ τυχαία. Κυρίως στο ίντερνετ. Αν δεν έχω διαβάσει το εν λόγω βιβλίο, με τίποτα.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

550/Τελευταίο λεοφορείο/Πάντειος-Μαρούσι. Διαβάζω Μίλτο Σαχτούρη και το ποίημα του «ο Χέμινγουέι»

Αυτή την Τίγρη
Αυτό το τέρας
Την ψυχή μου
(έλεγε συχνά ο Χέμινγουέι)
Θα την σκοτώσω.

Παίρνω την ίδια απόφαση για φονικό και δεν θα το μάθει ποτέ ο διπλανός επιβάτης. Υπερκετιμημένη η εγγύτητα των σωμάτων.

Περί μεb173445τάφρασης

Διακονείτε και το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Είναι σαν να διαβάζεις πρώτος τα κρυφά ημερολόγια κάποιου τελείως ξένου, να γνέφεις το κεφάλι όλος κατανόηση, να του ανταπαντάς με τρυφερότητα και μετά να γίνεστε friends for life. Αλληλεπίδραση παλλόμενη και παρούσα.

Μπορείτε να μας μιλήσετε για τα βιβλία που μεταφράσατε; Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις δοκιμασίες τους.

Είναι πάντα ηδονικό να σου εμπιστεύεται κάποιος τις λέξεις του. Κι ας ξέρεις ότι δεν είσαι δική του προσωπική επιλογή. Η ηδονή είναι από μόνη της δοκιμασία. Όπως και η αόρατη εμπιστοσύνη και ο εκ γενετής σεβασμός που υπάρχει στην αναπτυσσόμενη συνομιλία.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Η μουσική κατά την ανάγνωση ή τη μετάφραση, μουb148982 είναι τρομερά ενοχλητική. Όταν είσαι έφηβος στα 90’s, το grunge παραμένει η παντοτινή σου αγάπη. Η δική μου τουλάχιστον. Η καλύτερη προτίμηση όμως είναι η κάθε νέα μικρή μουσική σου ανακάλυψη.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θέλω τόσο να μεταφράσω ποίηση, ακούει κανείς; Μίριελ Στιούαρτ απ’ τις πρώτες.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Ο συγγραφέας είναι ο δημιουργός, δικά του είναι τα φώτα. Η δουλειά του μεταφραστή δεν χρειάζεται να είναι λαμπερή. Λαμπρή ναι, λαμπερή όχι. Νομίζω ότι έχει όση αναγνώριση χρειάζεται.

Από την άλλb190311η οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Ο επιμελητής θα φροντίσει την δική σου βερσιόν και τις δικές σου μεταφραστικές επιλογές. Και ναι, πρέπει να υπάρχει επικοινωνία προτού φτάσουμε στην έκδοση του βιβλίου. Πράγμα που δεν συμβαίνει σε όλους τους εκδοτικούς. Άδικό, λάθος και στείρο. Οι λέξεις είναι για να πηγαινοέρχονται.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Από το «Διπλό Παιχνίδι» και μετά θέλω να πάω στο Τελ Αβίβ. Όχι για να συναντήσω τον ντετέκτιβ ήρωα αλλά τον ίδιο τον συγγραφέα Lapid. Ξεχνάω τα ονόματα των ηρώων, θυμάμαι όμως τις εμμονές, τις φοβίες και τις αγάπες του. Κάποιες, ενίοτε γίνονται και δικές μου.

Περί αδιακρισίας

veronika La maman et la putainΠαρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Υποσυνείδητη έμπνευση είναι ίσως όσα αγαπάς. Σίγουρη έμπνευση είναι μια στιγμή που σε ακολουθεί. Μια τέτοια είναι ο χορός της πλαστικής σακούλας στην ταινία “American Beauty”.

Η μάνα του «Ρέκβιεμ για ένα όνειρο» που χάνει λίπος και δέρματα δια εφήμερης αφορμής, ορκίζομαι πως δεν θα με αποχωριστεί ποτέ. Το ίδιο και ο μονόλογος της Βερονίκ στην ταινία «Η μαμά και η πουτάνα» του Ζαν Εστάς. Δεν είναι σύγχρονος κινηματογράφος, μιας και μιλάμε για 70’s και γαλλική nouvelle vague, είναι το ποστ μαγιάτικο παραλήρημα μιας νέας γυναίκας που θέλει και την ονειρική αγάπη και την σεξουαλική έκφραση. Και τα θέλω και τα δύο, απόλυτα και επιτακτικά. Αν δεν είναι αυτό σύγχρονο…

bissinger-williamsΤο θέατρο με μελαγχολεί. Τα λεπτά της παράστασης είναι ο αγώνας των συντελεστών να νικήσουν το θανάσιμο τέλος. Κάτι από αυτό ελπίζεις κι εσύ ως θεατής. Η ανάγνωση θεατρικών, με ηρεμεί περισσότερο. Και μόνο που έχω τα έργα τουΤένεσι Ουίλιαμς σαν pillow books, με παρηγορεί. Και η παρηγοριά μπορεί να έρθει από τις πιο αλλόκοτες σχέσεις, όπως αυτή μεταξύ μιας οικογένειας πιθήκων. Ο κύριος πίθηκος κάνει γενέθλιο δώρο στη γυναίκα του έναν κατοικίδιο άνθρωπο. Πρόκειται για ένα μονόπρακτο του βέλγου Πολ Εμόντ. Το δουλέψαμε στη Λυόν, το μετέφρασα και τώρα μαζί με υπόλοιπα οκτώ του ιδίου στήθηκε από την Έφη Νιχωρίτη και το θέατρο ΔΙΘΥΡΑΜΒΟΣ μια παράσταση υπό τον τίτλο «επίγειος παράδεισος». Ακόμα ακούω την περασμένη αλυσίδα από τα μέλη του να χτυπά σε κάθε του κίνηση. Κίνηση που σαν να σου επιβεβαιώνει την απουσία ελεύθερης βούλησης.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Σ.Κ.Εκεί έξω παίζει πολλή μοναξιά/παράλληλο σύμπαν/ντροπές κι ευγνωμοσύνες.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Define youth first και το συζητάμε..

Στις εικόνες: Zelda Fitzgerald, Adonis, Christian Bobin, Bernard Koltes, Veronique [La maman et la putain], Tennessee Williams.

29
Μαρ.
14

David Sedaris – Ας συζητήσουμε για το διαβήτη με κουκουβάγιες

Γύμνωμα ΑΣ ΣΥΖΗΤΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΙΑΒΗΤΗ_2μέχρι ξεκαρδίσματος

Παρ’ όλα αυτά αισθάνθηκα αυτό το κάτι μεταξύ μας, όχι απλώς πόθο, αλλά ένα είδος στιγμιαίου έρωτα, κάτι που μπορεί, σαν τα στιγμιαία δημητριακά, να φτιαχτεί σε μερικά λεπτά και είναι εξίσου θρεπτικό με το πρωτότυπο. Θα φιληθούμε….τώρα, σκεφτόμουν διαρκώς. Και μετά, Εντάξει…τώρα. Και η κατάσταση συνεχιζόταν έτσι… [σ. 152]

To απραγματοποίητο ειδύλλιο που δεν λαμβάνει χώρα αφορά τον αιωνίως αυτοσαρκαζόμενο αφηγητή και τον Μπασίρ, σιδηροδρομική γνωριμία στο ταξίδι Ρώμη Μπρίντιζι κάποτε στα 80’ς – αλλά προφανώς κάτι θυμίζει σε όλους μας. Τώρα το ξαναφέρνει στο νου του αφηγούμενος μια άλλη αποτυχημένη μικροσχέση στο τρένο από το Ράλεϊ για το Σικάγο. «Ένας άντρας μπαίνει στο μπαρ ενός τρένου», όπως αναφέρεται και στον τίτλο του σπαρταριστού διηγήματος, λοιπόν· στο μπαρ όπου αρχικά οι φωνές φαίνονται εύθυμες, με τον ζεστό τόνο μεταξύ των ξένων που γίνονται φίλοι. Προοδευτικά βέβαια οι πότες χάνουν τις λέξεις τους για να καταλήξουν τελικά με αλλήθωρα μάτια στον ακατάληπτο μονόλογο που περνιέται για μεθυσμένη ειλικρίνεια.

Αλλά ο εξομολόγος μας πάντοτε David_Sedaris 2ένιωθε μια έλξη για ανθρώπους που μοιάζουν κατεστραμμένοι ακόμα κι αν τα πράγματα που έχουν κοινά είναι όλα καταθλιπτικά.  Έτσι η γνωριμία με τον Τζόνι: συζητούν αν η μητέρα του τού κάνει έκπτωση στα ναρκωτικά, στριφογυρίζουν το πλαστικό ποτήρι με τη βότκα σαν να είναι κάποιο εκλεκτό κονιάκ και αναζητούν μια αξιοπρεπή τουαλέτα να τα πιουν και να τα πουν με την ησυχία τους, ενώ στα ενδιάμεσα ένας μαύρος θαμώνας εκτοξεύει στην ομήγυρη μερικά θανατηφόρα ανέκδοτα. Κι όταν οι ευκαιρίες χάνονται, δεν μένει παρά να φιλοσοφήσεις τα γλυκόπικρα και τα ελεεινά:

Όταν είσαι νέος, εύκολα πιστεύεις ότι μια τέτοια ευκαιρία θα εμφανιστεί ανά. Αντί για ένα Λιβανέζο στην Ιταλία, ίσως συναντήσεις έναν Νιγηριανό στο Βέλγιο ή έναν Πολωνό στην Τουρκία. Πείθεις τον εαυτό σου ότι αφού ταξίδεψες μόνος στην Ευρώπη φέτος το καλοκαίρι, θα μπορούσες σίγουρα να το κάνεις πάλι του χρόνου και του παραχρόνου. Φυσικά δεν γίνεται έτσι και, προτού το καταλάβεις, είσαι πλέον ένα όχι και τόσο νεαρό, άνεργο ξωτικό, τόσο απελπισμένος για αγάπη, που περνάς την βραδιά σου ποθώντας έναν στρέιτ αλκοολικό. [σ. 153]

ds3Ο Σεντάρις είναι ένας ανεξάντλητος χιουμορίστας· θαρρείς και ο σάκος με τις ιστορίες του δεν τελειώνει ποτέ. Και να σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για ιστορίες που αν δεν είναι, σε πείθουν πως είναι προσωπικές οικογενειακές, επαγγελματικές, ερωτικές, κοινωνικές, και που όπως σωστά μαντεύετε καταλήγουν σε ματαιώσεις, αποτυχίες, ήττες μεγαλειώδεις – ή έτσι ισχυρίζεται. Μόνο που στα ενδιάμεσα ο αυτοσαρκασμός φτάνει σε θεαματικά υψίπεδα, προκαλώντας το γέλιο – ομολογώ πως τα τελευταία χρόνια είναι ο μόνος που με κάνει σταθερά να γελάω σχεδόν σε κάθε του διήγημα – ενώ οι περιγραφές καταστάσεων και συμπεριφορών μετατρέπονται σε ευφυή ανέκδοτα.

David_SedarisΕίναι, άραγε, όντως αυτοβιογραφικές οι σπαρταριστές διηγήσεις του; Αν είναι έτσι, τότε είναι απορίας άξιον πώς επιβίωσε στον κωμικοτραγελαφικό κόσμο που περιγράφει. Ο πατέρας του αποτελεί μια ιδιαίτερη μορφή αυτού του κόσμου. Στους «Τόπους ευτυχίας» επιμένει μέχρι εμμονής στην κολονοσκόπηση που οφείλει να κάνει ο γιος του, κατορθώνοντας να την εντάξει σε κάθε είδους συζήτηση, αλλά είναι στους «Κύκλους της μνήμης» που τα παιδικά τραύματα μπορούν σήμερα να γράφονται και διαβάζονται απολαυστικά, χωρίς ίχνος θλίψης. Εδώ ο συγγραφέας επιστρέφει στην ηλικία των έντεκα, στο μίζερο κάντρι κλαμπ του Σαββατοκύριακου, με την πισίνα («λάκκοι με χλώριο, χημικά μπάνια»), τα γελοία μετάλλια, τους μισομεθυσμένους γονείς που φωνάζουν ενθαρρυντικά και τον τυπικό πατέρα που εκθειάζει τον καλύτερο αθλητή εις βάρος του γιου του. Η συμπεριφορά του δεν αλλάζει ούτε τα επόμενα χρόνια: όταν ο συγγραφέας τον ενημερώνει για την πρωτιά του βιβλίου του στους Times, ο πατέρας του αντιτείνει πως δεν είναι πρώτο στη λίστα του Wall Street Journal. Αιώνιοι ανθρωποφάγοι και τεκνοφάγοι γονείς! Μέχρι και ήρωες ωραίων διηγημάτων γίνεστε! Κι ας περιπλέκονται τα πράγματα όταν μεγάλο μέρος του βιβλίου εκείνου έχει να κάνει μ’ εσένα και με το πόσο γελοίος μπορείς να είσαι.

dsΣτο διήγημα «Μια φιλενάδα από το γκέτο» ο ήρωας είναι τηλεφωνητής σε γραμμή αλληλοβοήθειας, που όπως σωστά ίσως μαντέψατε, επιχειρεί να χρησιμοποιήσει ο ίδιος για την δική του βοήθεια, και κυρίως για να ακούσει όσο πιο μίζερες καταστάσεις γίνεται ώστε να αισθανθεί καλύτερα. Η ίδια νοοτροπία των ωθεί να συνάψει σχέση με την Ντελίσια, την ευτραφή μαυρούλα της γειτονιάς του, με μερικές ενδιαφέρουσες συνέπειες. Το Καναδικό Σύστημα υγείας μοιάζει με γενοκτονία, αλλά τα ευρωπαϊκά συστήματα είναι ακόμα χειρότερα, μας προετοιμάζει ο αφηγητής στους «Οδοντίατρους χωρίς σύνορα». Ας τον φέρουμε και κατά δω, θα γράψει ολόκληρη συλλογή μόνο στα νοσοκομεία μας. Εδώ ο ασθενής, εθισμένος στην ελεεινή ιατρική συμπεριφορά, ανησυχεί όταν του φέρονται ευγενικά και όλα πάνε καλά. Αναζητά κάποιο πτυχίο κρεμασμένο στον τοίχο, απορεί μήπως το Γιατρός είναι απλά το μικρό τους όνομα και επιθυμεί τις γνωστές ακατανόητες και εντυπωσιακές λέξεις που χρησιμοποιούν οι γιατροί ώστε να νοιώσει σημαντικός και τραγικός.

David-S__5«Ο συγγραφέας» περιγράφει τις περιοδείες προώθησης ενός βιβλίου, όπου ο καθένας πλέον χρησιμοποιεί την φωτογραφική μηχανή του κινητού – εφόσον υπάρχει, κάπου πρέπει να την στρέψουν. Πρώτη έκπληξη για τον τιμώμενο αποτελούν οι παρόντες έφηβοι, που αντί να καπνίζουν μπάφους μέσα σε ένα κλεμμένο αυτοκίνητο ή να μένουν έγκυες στο παράσπιτο του γείτονα, προτιμούν να ακούσουν έναν μεσήλικα άντρα να διαβάζει δυνατά. Μπροστά δε στην αναγνώστρια που τον ενημερώνει πως εργάζεται με παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, εκείνος ρωτάει: Δεν είναι όμως πολλοί από τους μαθητές σου απλώς μαλάκες; Είναι εμφανές πως ο Σεντάρις έχει γράψει τις θεωρίες περί πολιτικής σωστότητας στα παλιά του τα μολύβια.

David_Sedaris_2_2014Μαρκ Τουέιν, Μπορίς Βιαν, Γούντι Άλλεν, Ντόροθι Πάρκερ, αλλά και ολόκληρη η σειρά των φλεγματικών βρετανών κωμικογράφων, όπως και η εκλεκτή ομήγυρη των αμερικανών κωμικών της σκηνής, όλοι έχουν επηρεάσει τον Σεντάρις που έχει όμως εξαρχής κατασκευάσει μια δική του χιουμοριστική γραφή που σε εκπλήσσει σε κάθε γύρισμα της παραγράφου. Ο ελληνοαμερικανός κάτοικος της Αγγλίας χειρίζεται περίτεχνα την ειρωνεία, βγάζει διαρκώς ατάκες από την τσέπη του και τις πετάει σαν σαΐτες, καυτηριάζει καλόπιστα και τρυφερά, απομυθοποιεί ολοκληρωτικά, ξεγυμνώνεται ελεύθερα – Γυμνός άλλωστε είναι και ο τίτλος παλαιότερης συλλογής του.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, στο Βιβλιοπανδοχείο, 151 υπό τον τίτλο Laughing clowns.

Εκδ. Μελάνι, 2014, μτφ. Μυρσίνη Γκανά, σελ. 209 [Let’s explore diabetes with owls, 2013]

28
Μαρ.
14

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 150. Κώστας Δεσποινιάδης / Εκδόσεις Πανοπτικόν

ΠεΚ.Δ1ρί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο είναι οι «Νύχτες που μύριζαν θάνατο» (2010) που πρόσφατα κυκλοφόρησε και σε γαλλική μετάφραση της Christine Frat, οπότε έχει δύο θύρες εισόδου. Θα σας συνοδέψω ως εκεί (ας πούμε ότι είναι μια συλλογή με μικρά πεζά ή πεζοποιήματα;), αλλά όποιος θέλει ας εισέλθει μόνος του, κι άμα του αρέσει ας καθίσει.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση –εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν;

b193060Τα άλλα δύο μου βιβλία είναι το: «Φραντς Κάφκα. Ο ανατόμος της εξουσίας», μια συλλογή δοκιμίων που αναδεικνύουν την αποσιωπημένη αναρχική-αντιεξουσιαστική πλευρά στο έργο και τη ζωή του Κάφκα, και το «Πόλεμος και ασφάλεια» μια συλλογή δοκιμιακών παρεμβάσεων στα «χρόνια της αντιτρομοκρατικής υστερίας».

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Οι ιδέες, νομίζω, μας παγιδεύουν αυτές. Γράφω συνήθως στο χέρι, αν αυτό ρωτάτε. Κατά τα άλλα, έχω γράψει κάποτε το εξής δίστιχο: «Όταν με ζώνει η μοναξιά γράφω / Ας γινόταν να μην είχα γράψει ούτε αράδα στη ζωή μου».

b163323Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι, ούτε τελετουργία ούτε διαδικασία ούτε μουσική. Είμαι και ολιγογράφος. Θέλω να πω, δεν γράφω κάθε μέρα, ούτως ή άλλως.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Λογοτεχνικά κείμενα, ναι. Κι έχω κρατήσει πολλές σημειώσεις, για κείμενα που ολοκληρώθηκαν μετά. Αλλά τα δοκιμιακά γραπτά χρειάζονται, αναγκαστικά, «επιμελητεία» που δεν προσφέρεται εκτός γραφείου.

b138640Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Του Ντοστογιέφκσι. Μου βασανίζει το μυαλό χρόνια τώρα, αλλά όλο νιώθω ότι ξεπερνά τις δυνάμεις μου.

Έχετε γράψει ποίηση, πεζογραφία και δοκίμιο. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσά τους ή βλέπετε κάποιο να επικρατεί των άλλων;

Μέχρι τώρα, πράγματι, μου προκύπτουν δύο συγγραφικές ανάγκες και ροπές, μία δοκιμιακή και μία λογοτεχνική. Μάλλον έτσι θα συνεχίσει να συμβαίνει.

b126292Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ανάκατα λογοτέχνες και στοχαστές, ξένοι και έλληνες, όπως μου έρχονται με κίνδυνο να παραλείψω κάποιους: Ντοστογιέφκσι, Κάφκα, Νίτσε, Τολστόι, Ουγκώ, Καμύ, Τόμας Μαν, Ε.Μ. Σιοράν, Μπέρχαρντ, Σελίν, Μέλβιλ, Γκόγκολ, Μούζιλ, Μπαλζάκ, Τράβεν διάφοροι κλασικοί του αναρχισμού, Βάλτερ Μπένγιαμιν, Φουκώ, Καστοριάδης, Αντόρνο, οι Καταστασιακοί στις καλές τους στιγμές, Αγκάμπεν, Καρυωτάκης, Καβάφης, Παπαδιαμάντης, Σαχτούρης, Καρούζος, Άρης Αλεξάνδρου, Βύρωνας Λεοντάρης, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ρένος Αποστολίδης, Ε.Χ. Γονατάς, Ρόμβος, Φ. Τερζάκης κ.ά.

b188517Αναφέρω κυρίως αυτούς που σε κάποιο βαθμό με διαμόρφωσαν, λόγω της χρονικής συγκυρίας που τους διάβασα. Ατυχώς μερικούς σημαντικούς συγγραφείς τους διάβασα αργά• και ασφαλώς δεν φτάνουν ούτε 10 ζωές για να διαβάσει κανείς τα άξια που γράφτηκαν…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Πολλά βιβλία των παραπάνω συγγραφέων (αλλά και άλλων, που δεν ανέφερα)

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Αρκετά είναι, αλλά αν πρέπει να πω μόνο ένα θα έλεγα τον «Παίκτη του σκακιού» του Ουναμούνο (παρότι είναι μάλλον νουβέλα κι όχι διήγημα). Το έχω διαβάσει πολλές φορές στη ζωή μου, αλλά μία ανάγνωσή του δεν θα την ξεχάσω ποτέ.

b186827Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Συνολικά όχι, ωστόσο έχει τύχει να διαβάσω ελπιδοφόρα πράγματα. Είναι λίγα αλλά υπάρχουν.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Διάφοροι Ντοστογιεφσκικοί. Πολύ φοβάμαι ότι έχουν καθορίσει σε κάποιον βαθμό, χωρίς να το καταλάβω, και κομμάτια του χαρακτήρα μου.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Οι «Σημειώσεις» του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλb167677ου και της υπόλοιπης «παρέας του Χαλανδρίου». Αν το «Πανοπτικόν» είχε γονείς, οι «Σημειώσεις» θα ήτανε.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω, και λόγω της δουλειάς μου. Προτιμώ αυτές που δεν είναι αποτέλεσμα προσωπικών και εκδοτικών συνδιαλλαγών, αλλά πραγματικές κριτικές. Σπανίζουν. (Ειδικά στις κριτικές, έχω την αίσθηση ότι οι διαδικτυακές είναι περισσότερο αδέσμευτες και ακαθοδήγητες, κι ας τους λείπει καμιά φορά το κύρος των έντυπων)

b173969Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Μιας και είμαι μάλλον ανίκανος να οδηγήσω, μετακινούμε συχνά με τρένα και διαβάζω σχεδόν πάντα στη διαδρομή. Θυμάμαι όταν διάβαζα το συγκλονιστικό «Αν αυτό είναι ο άνθρωπος» του Πρίμο Λέβι, πηγαίνοντας από τη Θεσσαλονίκη προς την Κοζάνη. Το στομάχι μου κόμπος καθόλη τη διαδρομή, και για μέρες μετά.

Περί μετάφρασης
Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

b152872Αν έχει επιλέξει ο μεταφραστής τον συγγραφέα απαλλαγμένος από βιοποριστικές απαιτήσεις, η σχέση είναι τρόπον τινά ερωτική. Αν του έχει ανατεθεί η μετάφραση και την κάνει για λόγους βιοποριστικούς, είναι μια απαιτητική, κακοπληρωμένη δουλειά που απλώς προσπαθείς να την κάνεις σωστά και ευσυνείδητα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Τελετουργία όχι. Ούτε μουσική. Τα πράγματα είναι απλά όσον αφορά τη «διαδικασία»: Το κεφάλι κάτω, τα λεξικά στο πλάι, και ατελείωτη δουλειά, σαν τα βόδια που οργώνουν το χωράφι αγόγγυστα.

b130738Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Πολλοί, αλλά άλλοι έχουν μεταφραστεί ήδη, άλλοι έγραψαν σε γλώσσες που δεν γνωρίζω…

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Νομίζω ότι, με μια έννοια, καλώς τίθεται στο περιθώριο. Η δουλειά του δεν συνίσταται στο να φανεί αυτός, αλλά να υπηρετήσει το κείμενο που έχει μπροστά του. Αν μάλιστα προσπαθήσει ματαιόδοξα να κάνει επίδειξη του εαυτού του, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα την πληρώσει ο συγγραφέας.

b120305Από την άλλη, σαφώς πρέπει να βελτιωθούν οι όροι δουλειάς και αμοιβής των μεταφραστών, που είναι τραγικοί. Και σαφώς η κριτική πρέπει να επιβραβεύει και να αναδεικνύει τις καλές μεταφράσεις.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Έχοντας βρεθεί, επαγγελματικά, και στις δύο θέσεις, μπορώ να πω ότι ένας καλός επιμελητής μπορεί να αποδειχτεί ευεργετικός για τον συγγραφέα και τον μεταφραστή, ενώ ένας ανεπαρκής και συμπλεγματικός μπορεί να αποδειχτεί καταστροφικός. Τα προβλήματα, συνήθως, προκύπτουν από τη σύγκρουση εγωισμών. Η ιδανική μορφή της συνεργασίας θα ήταν αλληλοσεβασμός και αναλυτική συζήτηση για όποιο θέμα προκύψει (αυτό το τελευταίο μερικές φορές δεν το επιτρέπουν οι ρυθμοί της δουλειάς και η βιασύνη των εκδοτών).

ΚατEXOFYLO.qxdά τα άλλα, οι επιμελητές και οι διορθωτές, ένεκα της κρίσης, απειλούνται όχι μόνο με αφάνεια αλλά και με αφανισμό.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Επειδή μεταφράζω σχεδόν αποκλειστικά δοκιμιακά βιβλία, δεν συνέβη κάτι τέτοιο.

Περί αδιακρισίας
Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Είμαι τραγικά αυτοδίδακτος σε όλα. Το εννοώ• δεν έχω σπουδάσει τίποτα απολύτως. Μ’ αρέσει η άγρια φύση κι ο καθαρός αέρας και όχι η αποπνικτική ατμόσφαιρα των θερμοκηπίων.

b108674Πώς βιοπορίζεστε;

Ως εκδότης, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Την συγγραφική και την μεταφραστική ιδιότητα θα τις αντάλλασσα μάλλον εύκολα• Την αναγνωστική όχι• αλλά όποιος έχει διαβάσει το «Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι», δεν ξέρω αν θα αποδεχόταν ούτως ή άλλως μια προσφορά σαν τη δική σας.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

b114292Θα ήθελα να με ρωτήσετε «Της γυναίκας η καρδιά;» και να σας απαντήσω, κοινότοπα: «είναι μια άβυσσος». Αλλά εμένα αμετανόητα με γοητεύουν τα αβυσσαλέα πράγματα.

 Περί εκδόσεων

Εκδόσεις Πανοπτικόν. Θα μας δώσετε ένα γενικό διάγραμμα της δημιουργίας του εκδοτικού οίκου [ή της δικής σας συμμετοχής σε αυτόν];

Όπως έχω ξαναπεί, το Πανοπτικόν είναι ένας μικρός, προσωποπαγής, ανεξάρτητος εκδοτικός οίκος, έξω από τα κυκλώματα της διαφήμισης και της οργανωμένης προβολής. Είναι ένας οίκος που τον ξεκίνησα με ανύπαρκτο αρχικό κεφάλαιο και περίσσευμα από μεράκι το 2001, μαζί με το ομώνυμο περιοδικό, όπου τα πάντα σχεδόν τα κάνω μόνος μου.

b191485Η θεματολογία των εκδόσεων χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες: είναι κυρίως πολιτικά δοκίμια (ελευθεριακής και αντιεξουσιαστικής, με την ευρεία έννοια, κατεύθυνσης), υπάρχει μια λογοτεχνική σειρά, με κείμενα που θέλω να «ξεφεύγουν» από την πεπατημένη, τόσο ως τρόπος γραφής όσο και ως συνολική αντίληψη για το τι είναι και ποιον ρόλο επιτελεί η λογοτεχνία στην εποχή των βιομηχανοποιημένων best-seller, η συγγραφή των οποίων διδάσκεται σε κάτι απερίγραπτα σεμινάρια δημιουργικής γραφής, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει προστεθεί η σειρά των Απάντων του Φρίντριχ Νίτσε.

Είχατε κάποιο προσωπικό σχέδιο ή επιθυμία; Πώς αποφασίσατε να γίνετε εκδότης;

b114291Εκεί γύρω στα 20 μου αποφάσισα ότι το μόνο που θέλω να κάνω σε τούτη τη σύντομη ζωή είναι να γίνω εκδότης -να ζω από τα βιβλία, μέσα στα βιβλία, για τα βιβλία- και έγινα στα 23 μου (κυριολεκτικά δίχως δραχμή στην τσέπη).

Πως επιλέξατε ή καταλήξατε στο όνομα;

Διαβάζοντας το βιβλίο του Μισέλ Φουκώ, «Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής» όπου γίνεται εκτενής αναφορά στο «Πανοπτικόν» του Μπένθαμ.

Πώς επιλέγονται οι τίτλοι σας; Σας παραδίδονται χειρόγραφα αυτοπροσώπως ή ταχυδρομικώς, σας προτείνονται συγκεκριμένοι συγγραφείς, έχετε αναγνώστες χειρογράφων;

b120947Συνήθως τους διαλέγω εγώ, μερικές φορές είναι προτάσεις στενών φίλων και συνεργατών. Αναγνώστες χειρογράφων δεν υπάρχουν. Ούτε άλλοι απασχολούμενοι σε αυτόν. Τα κάνω όλα μόνος μου. Σελιδοποιώ, διορθώνω, επιμελούμαι, επιλέγω τα εξώφυλλα, διαβάζω τα χειρόγραφα που καταφτάνουν, κάνω τον αποθηκάριο, τον λογιστή, εκτελώ τις παραγγελίες. Είπαμε: μονοπρόσωπος οίκος εντατικής εργασίας.

Ποια είναι τα κυριότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ένας εκδοτικός οίκος; Πώς κρίνετε την σύγχρονη εκδοτική κατάσταση; Σε ποιο βαθμό επηρεάζουν οι τρέχουσες συνθήκες την παραγωγή και την αγορά των βιβλίων σας;

b114295Στο οικονομικό πεδίο, «φέσια» και καθυστερημένες πληρωμές από χοντρεμπόρους και βιβλιοπώλες (το φαινόμενο υπήρχε και πριν την κρίση, τώρα έχει επιδεινωθεί) καθώς και η ληστρική (νταβατζίδικη ίσως είναι σωστότερη λέξη) αντιμετώπιση από το κράτος και την εφορία. Επιπλέον, σε μια χώρα που ούτως ή άλλως οι άνθρωποι δεν διαβάζουν πολύ, αν προσθέσουμε το 30% ανεργία και άλλους τόσους που φυτοζωούν με πενιχρούς μισθούς, καταλαβαίνουμε ότι ακόμα κι αυτοί που θα’ θελαν να παίρνουν βιβλία, δυσκολεύονται πολύ.

Κατά τα άλλα, όσο πιο μικρός σε μέγεθος είναι ένας εκδότης, τόσο δυσκολότερο είναι να διακινήσει τα βιβλία του και ακόμα δυσκολότερο να τα προβάλλει όπως πρέπει.

b153467Διατηρείτε προσωπική σχέση με τους έλληνες συγγραφείς σας;

Το μεγαλύτερο ίσως όφελος από την μέχρι τώρα εκδοτική διαδρομή μου είναι 4-5 πολύτιμες φιλίες, με ανθρώπους που δεν τους ήξερα και γίναμε φίλοι κατά τη διάρκεια της εκδοτικής μας συνεργασίας. Στενή σχέση με όλους τους συγγραφείς είναι αδύνατον να έχει ένας εκδότης, συν τοις άλλοις και για λόγους χρόνου.

Ποια βιβλία περιλαμβάνονται στα άμεσα εκδοτικά σας πλάνα;

Η ολοκλήρωση των Απάντων του Φρίντριχ Νίτσε στις κλασικές πλέον μεταφράσεις του Ζήση Σαρίκα. Μεταφραστικό έργο ζωής και πραγματικός άθλος για τον ίδιο, καμάρι για εμένα να φιλοξενώ αυτή την σειρά στο Πανοπτικόν. Έχουμε εκδώσει 13 από τους 16 τόμους και έπεται συνέχεια.

pan18Περιοδικό Πανοπτικόν. Περί τίνος πρόκειται;

Το Πανοπτικόν είναι ένα περιοδικό πολιτικής φιλοσοφίας και κριτικής. Όπως είπα και άλλοτε, στοχαστές ή ρεύματα σκέψης με τα οποία συνομιλεί είναι όλες οι τάσεις της αναρχικής και ελευθεριακής παράδοσης, αλλά και πιο πρόσφατοι στοχαστές που άσκησαν κατεδαφιστική κριτική σε όψεις της σύγχρονης κυριαρχίας. Όλοι οι στοχαστές που έχουν φιλοξενηθεί στις σελίδες του, βέβαια, δεν συμφωνούν μεταξύ τους, αλλά αυτό που με ενδιαφέρει δεν είναι να συντάξω ένα νέο ευαγγέλιο (πολιτικής) σκέψης που θα προστεθεί στα ήδη υπάρχοντα. Με ενδιαφέρει ένας ουσιαστικός διάλογος διαφόρων τάσεων σκέψης, που όλες όμως έχουν μία κοινή συνισταμένη: την ανυποχώρητη κριτική του υπάρχοντος, γιατί θεωρώ πως μόνον όποια σκέψη πάει «κόντρα στην εποχή της», έχει λόγο ύπαρξης. Ταυτόχρονα -δεδομένου ότι η ύλη του περιοδικού είναι μοιρασμένη ανάμεσα σε μεταφρασμένα και πρωτότυπα κείμενα-, με ενδιαφέρουν πάρα πολύ και οι αντίστοιχες (τηρουμένων των αναλογιών) απόπειρες πραγματικά ριζοσπαστικής και ανεξάρτητης σκέψης που εκδηλώνονται από σύγχρονους έλληνες στοχαστές.

Πρώτη δημοσίευση: στο Λιστολόγιο του mic.gr.

27
Μαρ.
14

Αλεξάνδρα Ρασιδάκη – Περί μελαγχολίας. Στη θεωρία, τη λογοτεχνία, την τέχνη

Είναι περLayout 1ιττό να αναφέρουμε το ερεθιστικότατο της πολυπρισματικής ερεύνησης ενός θέματος που αποτελεί ταυτόχρονα απολύτως σύγχρονο πρόβλημα της νεωτερικής μας κατάστασης (όπου η περιρρέουσα θλίψη και κατάθλιψη εμφανίζεται διάχυτη και δικαιολογημένη όσο ποτέ) και την ίδια στιγμή βαθύ διαχρονικό δεδομένο της ανθρώπινης κατάστασης. Όταν δε κατά την πραγμάτευση ενός τέτοιου θέματος ακολουθείται η τριμερής κατόπτευση των τομέων εκείνων που έχουν αιχμαλωτίσει τις πνευματικές μας ηδονές: την λογοτεχνική, την θεωρητική – δοκιμιακή και την καλλιτεχνική, τότε τα πολλαπλά δωρήματα του έργου είναι εμφανή.

Η αρχική προσέγγιση στο θέμα αφορά τρεις θεματικούς άξονες: την ιδιαιτερότητα και ατομικότητα του μελαγχολικού που βιώνει με τον τρόπο αυτό την αυτοσυνείδησή του και την σχέση του με τον κόσμο, την διαφορετική οπτική γωνία που οδηγεί σε κριτική διάθεση απέναντι στην τάξη των πραγμάτων και την σχέση της μελαγχολίας με την δημιουργικότητα, έναν συσχετισμό που αποτελεί κοινό τόπο που διαπερνά την ιστορία της δυτικής σκέψης. Η μελέτη χωρίζεται σε δυο μέρη. Το πρώτο αφιερώνεται στον περί μελαγχολίας λόγο και διατρέχει ορισμένες προσεγγίσεις της μελαγχολίας από την κλασική αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα μέχρι την Αναγέννηση και το Μπαρόκ. Ιδιαίτερα κεφάλαια εδώ αφιερώνονται στην Ανατομία της μελαγχολίας του Richard Burton και στο Πένθος και μελαγχολία του Sigmund Freud.

Το δεύτερο μέρος αφιερώνεται στην ποιητική της μel-otono-del-patriarca_ελαγχολίας και αφορά τον ευρωπαϊκό λογοτεχνικό λόγο της. Η μελαγχολία της εξουσίας ανιχνεύει την παραδοσιακή συσχέτιση μελαγχολίας και εξουσίας μέσα από την ανάλυση των μυθιστορημάτων Το φθινόπωρο του Πατριάρχη του Gabriel Garcia Marquez και Ο λαβύρινθος του Πάνου Καρνέζη. Το κείμενο του Marquez, ειδικότερα, εντάσσεται στο ξεχωριστό λογοτεχνικό είδος του «μυθιστορήματος του δικτάτορα» και σε μια ιδιαίτερη πλευρά του, εκείνη που παρουσιάζει την παθολογία της εξουσίας και την παρακμή του ηγέτη μέσα από το ψυχολογικό του πορτρέτο. Ακριβώς αυτή η έκθεση της ευάλωτης και θνητής πλευράς του λειτουργεί υπονομευτικά και συμβάλλει στην απομυθοποίησή του: η μορφή του δικτάτορα γίνεται προσιτή, μπορεί να αμφισβητηθεί και να καταδικαστεί. Επιπλέον, η υποτιθέμενη μυθική του διάσταση παρουσιάζεται ως προϊόν συνειδητής κατασκευής και η λεπτομερής περιγραφή της φθαρτής του υπόστασης διαβρώνει τον μύθο του. Εδώ η μελαγχολία λειτουργεί ως καταλυτική δύναμη που καταβάλλει δραματικά το εγώ του ηγέτη. Η μελαγχολική διάσταση της μορφής συναρτάται με την απο – γοήτευση: η συνειδητοποίηση της αντίθεσης μεταξύ της δημόσιας και της ιδιωτικής του εικόνας παρουσιάζεται ως στιγμή διαύγειας και ταυτόχρονα απόλυτης απογοήτευσης καθώς και ο ίδιος είχε πιστέψει στον μύθο του.

Η βεβαιότητα τrobert-burton-largeου θανάτου και η συνεπακόλουθη συνειδητοποίηση της ματαιότητας των πάντων αποτελούν, όπως και στο Μπαρόκ, πηγή αλλά και αντικείμενο της μελαγχολικής σκέψης, συνεπώς η ποιητική της ματαιότητας μπορεί να ερμηνευτεί ως έκφραση της σχετικής μελαγχολικής κοσμοαντίληψης. Στο κεφάλαιο Παραλλαγές στο θέμα της ματαιότητες η ερευνήτρια εξετάζει υπό αυτό το πρίσμα τον κύκλο των Ποιημάτων του Gottfried Benn Morgue [1912] και τη νουβέλα της Anna Seghers Η εκδρομή των νεκρών κοριτσιών [1943]. Πρόκειται για κείμενα που σκηνοθετούν τον θάνατο όχι ως το δραματικό τέλος της ζωής αλλά ως μέρος της καθημερινότητας· μιας καθημερινότητας κατά τη οποία η μελλοντική απουσία του ανθρώπου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ζωής.

Σε ετούτη την «αναπαράσταση της απουσίας» κυριαρχούν μεταξύ άλλων έντονη εικονικότητα, οι άκρως ρεαλιστικές περιγραφές εικόνων θανάτου και αποσύνθεσης, η εμμονή στην ύλη. Αν στην τέχνη του Μπαρόκ η αρχή της ματαιότητας παρουσιάζεται ως σκηνοθεσία της απουσίας με τρεις τρόπους: με αναπλήρωση της παρουσίας και υπογράμμιση της απουσίας, με προβολή στο μέλλον (η τωρινή παρουσία λειτουργεί ως ένδειξη της μελλοντικής απουσίας), με προβολή στο παρελθόν (το παρόν παρουσιάζεται «εμποτισμένο| από το παρελθόν, γεμάτο ίχνη της αλλοτινής παρουσίας.

Στο βιβλίο της Seghers, ειδικότερα, η αSeghersπουσία βιώνεται ως απώλεια, με ανάλογους με το Μπαρόκ όρους παρουσίας / απουσίας. Η διαδικασία της ανάμνησης αποτελεί το έναυσμα της γραφής και λειτουργεί θεραπευτικά, καθώς αποτελεί τμήμα της διεργασίας πένθους. Ωστόσο, δεν πρόκειται απλώς για ταξίδι στο παρελθόν, καθώς η αφηγήτρια διατηρεί τη συνείδηση του παρόντος και τη γνώση όλων όσα θα συμβούν. Η αφήγησή της συντελείται από διπλή οπτική γωνία: του παρόντος της σχολικής εκδρομής και του παρόντος της ενήλικης παρατήρησης αλλά και της επίγνωσης των τραγικών γεγονότων. Η τεχνική της προβολής της μελλοντικής απουσίας έχει πιο δραστικό αποτέλεσμα από μια γραμμική αφήγηση, καθώς λειτουργεί από – γοητευτικά για τον αναγνώστη, υπονομεύοντας μια σκηνής εξ ορισμού θετική, αν όχι ειδυλλιακή (άνοιξη, σχολική εκδρομή). Η ερευνήτρια όμως μας υποδεικνύει μια σημαντική διαφοροποίηση: ο θάνατος παρουσιάζεται ως τραυματική εμπειρία ορισμένων γενεών και ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών και ιδεολογικών συνθηκών. Διόλου τυχαία οι επιζήσαντες δάσκαλοι θα έχουν ένα άλλου είδος ζοφερό μέλλον, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Έτσι το κείμενο πέρα από προσωπική διεργασία πένθους καθίσταται και πολιτική καταγγελία.

Το βλέμμα του μελαγχολικού μπορεί να είναι κριτικό, θυμίζοντας τις «μικροπαρατηρήσεις» που κάνει ο Richard Burton στην Ανατομία του. Ο επικριτικός αυτός ρόλος του μελαγχολικού πραγματώνεται σε δυο γερμανικά έργα που προέρχονται από δυο κομβικές ιστορικές συγκυρίες· πρόκειται για τα βιβλία Οι απόψεις ενός κλόουν του Heinrich Böll [1963] και Τα αχλάδια του Ρίμπεκ του Friedrich Christian Delius [1991]. Σε αμφότερα η μειονεκτική θέση στο περιθώριο της κοινωνίας δίνει τη δυνατότητα στο αφηγητή να εκφέρει έναν λόγο απομυθοποιητικό, που στέκεται απέναντι στην γενικότερη αισιοδοξία και ευφορία. Το κριτικό βλέμμα του μελαγχολικού λοιπόν αποτελεί το αντικείμενο του επόμενου κεφαλαίου.

e_Boell_Ansichten_eines_Clowns_Στο κείμενο το Böll o Χανς αισθάνεται ξένος μέσα στον κόσμο που το περιβάλλει, καθώς έχει από νωρίς απορρίψει το αστικό ιδανικό του οικογενειακού μικρόκοσμου. Η παρουσίαση του ως ξένου στο ίδιο του το σπίτι δεν είναι παρά η προβολή μιας γενικότερης αποξένωσης στον ιδιωτικό χώρο. Η μελαγχολία του εμφανίζεται ως προϋπόθεση της κριτικής του στάσης: ο Χανς διακρίνει και καταγγέλλει τις πάσχουσες πλευρές του κόσμου. Είναι γνωστή η θυελλώδης διαμάχη που προκάλεσε το βιβλίο, καθώς ξεγύμνωνε την εικόνα που είχε η Δυτική Γερμανία για τον εαυτό της σε μια εποχή που πάσχιζε να τονίσει την ασυνέχεια ανάμεσα στο βρώμικο ναζιστικό παρελθόν και στο παρόν, και πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η γερμανική ιδέα της «νέας αρχής». Σε εκείνη ακριβώς την προσπάθεια αποσιώπησης και ωραιοποίησης ο κλόουν αντιτείνει την εμμονή του στην ενθύμηση. Βαθύτατα πολιτικό και αυτό το κείμενο, εντάσσεται στη γενικότερη προβληματική του συγγραφέα γύρω από το θέμα το στρατευμένου διανοούμενου – καλλιτέχνη.

Ο κεντρικός χαρακτήρας στην νουβέλα του Delius διατηρεί σκεπτική στάση τόσο απέναντι στο παρελθόν – την πρώην Ανατολική Γερμανία – όσο και στα γεγονότα του «ευδαιμονικού» παρόντος – την εορταζόμενη ενοποίηση. Η αφήγησή του λειτουργεί αποκαλυπτικά και απο – γοητευτικά, στρέφοντας την προσοχή του αναγνώστη στις σχέσεις εξουσίας και εξάρτησης που καθόρισαν ολόκληρο το παρελθόν του [τοπικός άρχοντας – ναζί – ΛΔΓ] αναδεικνύοντας ακόμα την λεπτή διαχωριστική γρα51TnjXH7FjLμμή μεταξύ «απελευθερωτών» και «κατακτητών». Φλύαρος και σκωπτικός, αρνείται την αφελή αισιοδοξία του περίγυρου και αναζητά ως το τέλος προσωπική ελευθερία και αξιοπρέπεια.

Ψυχικές ασθένειες, σχολιασμένες αποτελούν το αντικείμενο του τελευταίου κεφαλαίου. Εδώ το διήγημα του Γεωργίου Βιζυηνού Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας ως χρονικό μελαγχολίας εξετάζεται σε συνάρτηση με τον γερμανικό ρομαντισμό ως διακειμενική αναφορά και με το θεωρητικό σχήμα του Freud περί μελαγχολίας. Είναι εμφανές πως Περί μελαγχολίας Λόγος δια χειρός της πανεπιστημιακού και μεταφράστριας Αλεξάνδρας Ρασιδάκη δεν φωτίζει μόνο αθέατες και ημιθέατες πλευρές ενός θέματος ιδιαίτερα λεπτού και αβαθούς όπως είναι η μελαγχολία αλλά και τροφοδοτεί με νέα ερεθίσματα για διαφορετική οπτική όχι μόνο παρελθοντικών μορφών της αλλά και των απολύτως σύγχρονων εκφάνσεών της. Ο τόμος διανθίζεται από φωτογραφίες έργων τέχνης, μεταξύ των οποίων και ένα ένθετο έγχρωμο γυαλιστερό οχτασέλιδο με δεκατρία εικαστικά έργα, και περιλαμβάνει βιβλιογραφία και ευρετήριο προσώπων.

Εκδ. Κίχλη, 2013, σελ. 291.

25
Μαρ.
14

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 149. Luis Gómezbeck

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως τη θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Όχι μόνον ως τη θύρα του πιο πρόσφατου βιβλίου μου, αλλά ως τη θύρα της πατρίδας μου, του πολιτισμού μου, του σπιτιού μου: το Μεξικό, για το οποίο γράφω στα βιβλία μου.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση-εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιούς πόθους συνεγράφησαν);

Σας παραθέτω τα όσα γράφονται στα οπισθόφυλλα των βιβλίων μου:

COVER AZTEKON POIISIS_1«Αζτέκων Ποίησις»: Ένας Μεξικάνος συγκέντρωσε τα ωραιότερα δείγματα της αζτέκικης ποίησης και τα μετέφρασε στα ελληνικά –τα περισσότερα για πρώτη φορά– συνοδεύοντάς τα με ένα συνοπτικό αλλά πλούσιο ταξίδι στον κόσμο των Αζτέκων. Ο Luis Gómezbeck δεν ενώνει απλώς δυο γλώσσες, μα συνδέει δυο πολιτισμούς. Βοηθά τον αναγνώστη να οσμιστεί τη μαγεία ενός λαού που την ίδια στιγμή που προσφέρει αίμα ανθρώπινο στους θεούς, γράφει στίχους για το θρόισμα ενός αραβοσίτου. Ίσως επειδή ο Αζτέκος νοιώθει την υπεροχή του Θεού, ειδικά μέσα από την ίδια την ποίηση, αφού όπως χαρακτηριστικά γράφει περί έμπνευσης: «Είμαι ποιητής, διαισθάνομαι την αρχή του τραγουδιού. Στη γη το όμορφο τραγούδι δεν έχει την αρχή. Όχι, προέρχεται από τον ουρανό».

«ο Χάρος στο Μεξικό είναι γένους θηλυκού»: Θάνατος: η μόνη βεβαιότητα στη ζωή. Ίσως γι’ αυτό να συμφέρει τον θνητό να τον έχει φίλο καλό. Να τον ακούει. Να του μιλά. Να τρώνε, να πίνουν και να γλεντούν μαζί. Ο Μεξικάνος 00_cover_deathφαίνεται να έχει αντιληφθεί αυτή την αναγκαιότητα εδώ και αιώνες. Γιορτάζει τον θάνατο κάθε χρόνο, με μουσική και χορό. Για τρεις ή τέσσερεις μέρες ή και για μια ολόκληρη εβδομάδα. Ακριβώς όπως ο Έλληνας, χρόνια πριν, γιόρταζε τον γάμο. Ο Μεξικάνος Luis Gómezbeck δημιούργησε ένα εγχειρίδιο για τη Γιορτή των Νεκρών, για να μεταδώσει στον Έλληνα τη χαρά της μεξικάνικης ψυχής απέναντι στον θάνατο. Εξάλλου, όπως ο ίδιος έχει γράψει: «Πενθεί η ψυχή κάθε φορά που μένει ανεκπλήρωτο ένα όνειρο… σε κάθε άλλη περίπτωση, σίγουρα γιορτάζει».

«Μεξικού Γέννησις» (ο πρόσφατος μα όχι επίκαιρος): Ο Luis Gómezbeck καταγράφει σε αυτό το μικρό «εγχειρίδιο» τις μεξικάνικες χριστουγεννιάτικες παραδόσεις, απομυζώντας ταυτόχρονα το βαθύτερο νόημά τους. Ο Μικρός Ιησούς που φέρνει δώρα στα παιδιά, οι τρεις Μάγοι που προσφέρουν τα καλούδια τους, η περιφορά της Μαρίας και του Ιωσήφ, η πινιάτα, η φάτνη, τα κάλαντα, το χρώμα, η γεύση, η ευωδιά που αναδίδεται από κάθε σπίτι, και τα γλέντια που πλημμυρίζουν κάθε δρόμο, δίνουν το στίγμα της μοναδικής αυτής γιορτής. Του μοναδικού τρόπου με τον οποίο τη γιορτάζουν οι Μεξικάνοι.

Τα προαναφερθέντα βιβλία αποτελούν μέρος της σειράς “Cultura Mexicana” (Εκδόσεις Οσελότος), μέσα από την οποία καταγράφω, σε λίγες σελίδες, διάφορες πτυχές του μεξικάνικου πολιτισμού. Στο «τραπέζι της ανάγνωσης» τα βιβλία μου είναι ένα ορεκτικό για τον αναγνώστη, ο οποίος αν επιθυμήσει μπορεί να απολαύσει και κυρίως πιάτο και γλυκό, ερευνώντας και μελετώντας περαιτέρω τους τομείς που αναλύω στα βιβλία μου.

«Άνθος και Γαλήνη»
Αυτή είναι μια ποιητική συλλογή για την οποία κάνω αναφορά έξι ερωτήσεις παρακάτω.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Βέβαια, νομίζω πως όλοι όσοι γράφουν δεν βρίσκουν μόνο άνεση σε ένα σπίτι ή σε ένα γραφείο, αλλά και σε ένα ταξίδι, σε ένα καφενείο, σε ένα πάρκο, όπου οι Μούσες ή το Ντουέντε αποφασίσουν να συνεπάρουν τη δημιουργική γραφή.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι ήρANTHOS & GALINI COVERωες των βιβλίων μου είναι τα βιώματά μου. Δεν είμαι λογοτέχνης, δεν το θεωρώ εγώ τουλάχιστον. Γράφω μελέτες για τον μεξικάνικο πολιτισμό, για τη μεξικάνικη πατρίδα μου, με σκοπό να δείξω στην ελληνική πατρίδα μου, τον μικρό κήπο στον οποίο έπαιζα μικρός. Τα νέα τους; Τα περισσότερα είναι παλιά… απλώς καρτερούν με περισσή υπομονετικότητα τη στιγμή που θα αποτυπωθούν σε λέξεις και θα γίνουν βιβλίο.

Ποιός είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Στο σπίτι μου, κοιτάζοντας το ενυδρείο μου, και έχοντας ψυχική ηρεμία. Οι ιδέες έρχονται και φεύγουν και δεν κοιτάζουν χώρο και χρόνο. Οι άνθρωποι που γράφουν πρέπει να βρίσκονται συνεχώς σε εγρήγορση, ώστε να τις αρπάξουν πριν εξαφανιστούν.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά τη γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Graciliano_Ramos_Συγγραφικά τελετουργικά δεν τηρώ. Περισσότερο τα τηρώ την ώρα του φαγητού, παρέα με τους ανθρώπους που εκτιμώ, παρά την ώρα που γράφω. Σίγουρα χρειάζομαι ψυχική ηρεμία. Να μην είναι ξύπνια η πόλη. Να έχει πάει για ύπνο και να ακούγεται μόνο το ροχαλητό της νύχτας. Βέβαια, αυτό δεν είναι απόλυτο. Πολλές φορές γράφω οπουδήποτε τον σκελετό των πραγμάτων που θέλω να πω και έπειτα, στον μικρό μου νυκτερινό κόσμο, βάζω σε τάξη λέξεις και σκέψεις. Οι μουσικές μου προτιμήσεις διαφέρουν αναλόγως με τη διάθεσή μου: ακούω πολλή κλασική μουσική, ελληνική έντεχνη, δημοτική, παραδοσιακή, ελαφρολαϊκή, μουσική (παραδοσιακή και μη) από όλο τον κόσμο, ροκ. Ακούω σχεδόν τα πάντα, μόνο μη μου ζητήστε να ακούσω σκυλάδικα και ορχηστρικά από αυτά που ακούγονται σε ανελκυστήρες ή σε κάποια καταστήματα, κυρίως το απαίσιο οργανάκι που έχουν σε πολλές ταβέρνες και εστιατόρια.

Ποιές είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε;

rulfo 4Έχω σπουδάσει ισπανική φιλολογία, θέατρο, υποκριτική και σωματικό θέατρο στο Μεξικό και στην Αγγλία. Έχω παρακολουθήσει άτυπες σπουδές (σεμινάρια διαρκείας δηλαδή) πάνω στη μουσική, στον σύγχρονο χορό, στη φωνή, στο τραγούδι και στη φωτογραφία στο Μεξικό και στην Ελλάδα. Παρακολουθώ σπουδές πάνω στον ελληνικό πολιτισμό, όμως, έχω πάρει αναστολή φοίτησης, λόγω προσωπικών θεμάτων. Είμαι μέλος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών και της Ένωσης Φωτορεπόρτερ Ελλάδας, καθώς και ιδρυτικό μέλος του Συλλόγου Μεξικάνων Καλλιτεχνών και Διανοούμενων στην Ελλάδα «BALAM» και της Αστικής Πολιτιστικής Εταιρίας «la Melena del Huachinango». Επαγγελματική αποκατάσταση; Βιοπορισμός; Αυτές είναι λέξεις που πλέον έχουν παραχωρήσει τη θέση τους στις λέξεις «επιβιώνω» και «φυτοζωώ». Πάντως, είμαι συνηθισμένος στην έννοια «οικονομική κρίση», την έχω βιώσει στο πετσί μου πολλάκις. Αυτό είναι όμως το στοίχημα για μένα, να συνεχίζω να παίζω, να σκηνοθετώ και να διδάσκω θέατρο, να δημοσιογραφώ, να μεταφράζω, να οργανώνω πολιτιστικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Να συνεχίζω να είμαι δραστήριος και δημιουργικός, παρόλο που η εποχή τιμωρεί τη φαντασία και τη δημιουργικότητα.

TOSCANO - ERNESTO SABATO_Γράψατε ποτέ ποίηση, κι αν όχι, για ποιον λόγο;

Γράφω; Γράφω, αλλά είναι ποίηση; Κυκλοφορεί μια ποιητική μου συλλογή που τιτλοφορείται «Άνθος και Γαλήνη» (Εκδόσεις Άπαρσις). Απλώς δεν ξέρω αν οι στοχασμοί μου μπορεί να ονομάζονται ποιήματα. Ίσως έχω βάλει τις βαθιές μου σκέψεις να ηχούν ευχάριστα, ξεκούραστα. Ίσως αυτό χρειαζόμουν εγώ ό ίδιος, να τακτοποιήσω κατ’ αυτό τον τρόπο τα πράγματα που με «βασάνιζαν» χρόνια. Σας παραθέτω το όσα λέει το οπισθόφυλλο: Η μητρική μου γλώσσα είναι η ισπανική, όμως, όλα τα ποιήματα αυτής της συλλογής γράφτηκαν στην ελληνική. Συναισθήματα, βιώματα και στοχασμοί, όχι μόνο από την αναγέννησή μου στην Ελλάδα, αλλά και από παλαιότερες γεννήσεις μου. Μητρική γλώσσα δεν είναι μόνο αυτή που σε μαθαίνει να μιλάς, αλλά κι αυτή που σου βρίσκει λέξεις για να μιλήσεις.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία-παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα, ποιό θα επιλέγατε;

Εν μέρει αυτό κάνω με τα βιβλία μου. Γράφω για το πρόσωπο της μεξικανικότητάς μου. Αν χρειάζεται να το συγκεκριμενοποιήσω, τότε θα έλεγα ότι θα μου άρεσε να γράψω για καλλιτέχνες-διανοούμενους που έχουν αδικηθεί από την Ιστορία ή που παρόλο που άφησαν μεγάλο και ουσιαστικό έργο δεν είναι γνωστοί.

juan jose arreolaΤι γράφετε τώρα;

Ετοιμάζω αυτό τον καιρό το τέταρτο βιβλίο της σειράς “Cultura Mexicana” που θα ασχολείται με τους Μάγια και τις «Ιερές Γραφές» τους.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Πλάτων, Αριστοτέλης, Ευριπίδης, Νίκος Καζαντζάκης, Μ. Καραγάτσης, Έζρα Πάουντ, Τζων Στάινμπεκ, Γουίλιαμ Φώκνερ, Αλμπέρτ Καμύ, Βίκτωρ Ουγκώ, Φεδερίκο Γκαρσία Λόρκα, Ερνέστο Σάμπατο, Χουάν Ρούλφο, Χουάν Χοσέ Αρρεόλα, Χάιμε Σαμπίνες, Γκρασιλιάνο Ράμος.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Θα τα παραθέσω με την ίδια σειρά που απάντησα την προηγούμενη ερώτησή σας:

Πλάτων: «Πολιτεία», «Συμπόσιο». Αριστοτέλης: «Περί ψυχής», «Ποιητική». Ευριπίδης: «Εκάβη», «Ηλέκτρα», «Ελένη», «Τρωάδες». Καζαντζάκης: «Ασκητική», «Ο Καπετάν Μιχάλης». Καραγάτσης: «Ο Κίτρινος Φάκελος», «Το 1jaime sabines0». Πάουντ: “The cantos”. Στάινμπεκ: «Τα σταφύλια της οργής». Φώκνερ: «Η αρκούδα». Καμύ: «Ο ξένος», «Η πανούκλα». Ουγκώ: «Οι άθλιοι». Λόρκα: “Romancero Gitano”. Σάμπατο: «Αντίσταση», «Περί ηρώων και τάφων». Ρούλφο: «Πέδρο Πάραμο», «Ο κάμπος στις φλόγες». Αρρεόλα: “Palindroma”, “Varia invención”, “Confabulario”. Σαμπίνες: “Adán y Eva”, “Tlatelolco”. Ράμος: «Άγονες ζωές».

Υπάρχουν κι άλλα, αυτά όμως έχουν πρωθυπουργική θέση στη βιβλιοθήκη μου.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Δεν θα πω για ένα διήγημα μόνο, αλλά για τις συλλογές διηγημάτων που είναι και που θα είναι πάντα αγαπημένες μου: «Ο κάμπος στις φλόγες» του Χουάν Ρούλφο, «Οι δύσκολοι έρωτες» του Ίταλο Καλβίνο, «Ιστορίες του παρθένου δάσους» του Οράσιο Κιρόγα, «Περσινή Αρραβωνιαστικιά» της Ζυράννας Ζατέλη και «Σταγόνες» της Κωνσταντίνας Τασσοπούλου.

Horacio Quiroga 3Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος Έλληνας λογοτέχνης;

Βαθιά ο Παύλος Μάτεσις. Τρελά η Κωνσταντίνα Τασσοπούλου. Αρκετά ο Γιώργος Γιαννόπουλος. Θετικά ο Γκαζμέντ Καπλάνι. Ευχάριστα η Βασιλική Ηλιοπούλου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Μερσώ στον «Ξένο» του Καμύ. Ο Γιάννης Αγιάννης στους «Αθλίους» του Ουγκώ. Ο Χουάν Πρεσιάδο στον «Πέδρο Πάραμο» του Ρούλφο. Αυτοί είναι αγαπημένοι και όχι ζηλευτοί, το διευκρινίζω.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Αγοράζω μερικά, όποτε η κρίση μου το επιτρέπει. Μου αρέσουν ιδιαιτέρως τα εξής: «Οδός Πανός», «Το Δέντρο», «(δε)κατα». Ο λόγος; Απλώς μου αρέσουν.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

FG Lorca_Δεν διαβάζω αυτό τον καιρό. Κάτι συμβαίνει μέσα μου και δεν μπορώ να ολοκληρώσω σελίδα. Ίσως η θέρμη να καταπιαστώ με τα βιβλία μου με έχει αποσβολώσει. Πάντως, πριν από τρεις ή τέσσερις μήνες είχα διαβάζει την «Ασκητική» του Καζαντζάκη, τον «Κύριο Επισκοπάκη» του Μήτσου, την «Αντίσταση» του Σάμπατο και τα «Λόγια του πρωινού και του σούρουπου» του Μαχφούζ.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Συνήθως δεν διαβάζω λογοτεχνικές κριτικές, διότι ενδόμυχα επηρεάζουν την κρίση μου. Αυτό που διαβάζω (ψάχνω) είναι τα βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα. Να ξέρω ποιος είναι, από πού προέρχεται, τι γράφει. Τον βίο και την πολιτεία του.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο-διαδρομή-βιβλίο-λόγος μνήμης]

Πάμε Θέατρο… με το Τραμ.

Περί αδιακρισίας

victor hugoΠαρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ και τα δυο, όσο μου το επιτρέπουν οι υποχρεώσεις μου. Το μόνο που δεν παρακολουθώ είναι η τηλεόραση, διότι απλούστατα δεν υπάρχει στο σπίτι μου… όχι ότι δεν την ανοίγω… δεν υπάρχει η συσκευή. Τώρα, όντας άνθρωπος του θεάτρου εγώ ο ίδιος, φροντίζω να ενημερώνομαι για τα θεατρικά και κινηματογραφικά δρώμενα. Ξέρετε όμως τι συμβαίνει πολλές φορές με μας που ασχολούμαστε με την υποκριτική; Τα έργα τα παρακολουθούμε από την πλευρά του «ειδικού» και όχι από την πλευρά του απλού θεατή. Αυτό όπως καταλαβαίνετε, δεν μας επιτρέπει να απολαύσουμε τις παραστάσεις. Όταν όμως, αντικειμενικά, τα έργα είναι συναρπαστικά και καταφέρνουν να μας συνεπάρουν, τότε αφήνουμε στην άκρη το βλέμμα του «κριτικού».

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

john steinbeck_2Το διαδίκτυο είναι ένα χρήσιμο εργαλείο. Δικτυώνομαι είτε για να ενημερώνω για τις εκδηλώσεις στις οποίες λαμβάνω μέρος, είτε για να ενημερώνομαι για τις εκδηλώσεις των γνωστών και φίλων μου, είτε για να κοινοποιώ κάποιο δημοσιογραφικό μου κείμενο, είτε για να προωθώ κάποιο βιβλίο μου. Φροντίζω πάντα να δικτυώνομαι για επαγγελματικούς λόγους. Θεωρώ ανούσιο έως ηλίθιο να αναρτώ οτιδήποτε οικογενειακό και προσωπικό, να αναρτώ δηλαδή [μετά φωτογραφίας] πού πίνω καφέ, πού τρώω, πού κάνω μπάνιο, πού βγήκα να διασκεδάσω. Αν βρέχει, αν κάνει ζέστη, αν κάνει κρύο. Το πόσο χαριτωμένο είναι το σκυλί μου, η γάτα μου. Είναι θλιβερό να παρακολουθεί κανείς πως οι άνθρωποι έχουν ανάγκη για τέτοια αυτοπροβολή, γι’ αυτή την «επικοινωνία», γι’ αυτό το «μοίρασμα». Πλέον όλα τα προσωπικά τους τα βγάζουν στη φορά.

camus_by_peileppeΑναρωτιέμαι αν αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν κάτι άλλο να κάνουν, πιο ουσιαστικό, πιο βαθύ, πιο δημιουργικό. Πλέον δεν απολαμβάνουν τίποτα αν δεν το αναρτούν κάπου στο διαδίκτυο. Το χειρότερο είναι ότι εκθέτουν σε υπέρμετρο βαθμό και τα παιδιά τους. Όλο αυτό πιστεύω προέρχεται από την έλλειψη ουσιαστικής φιλοσοφικής σκέψης και από τη μη συμφιλίωση με τους εαυτούς τους. Θυμάμαι μια παλιά μου επαφή που έγραψε και εξέδωσε ένα βιβλίο. Είχε αναρτήσει φωτογραφίες από την ώρα που το έγραφε, που το παρέδιδε στον εκδοτικό οίκο, που υπέγραφε το συμβόλαιο, που έβγαινε το εξώφυλλο, που είχε το πρώτο αντίτυπο στο χέρι, που βγήκε στα ράφια, που το αγόραζε κάποιος… Στο τέλος τη διέγραψα την επαφή μου αυτή.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δεν θα δεχόμουν καμία τέτοια συναλλαγή για τίποτα από όσα κάνω. Ο καθένας κάνει τον κύκλο του. Θα περάσω από τη νιότη για όσο πρέπει, όπως πρέπει και όταν χρειαστεί να κλείσει ο κύκλος της, απλώς θα ήθελα να είμαι ευχαριστημένος από αυτά που κατάφερα να κάνω.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Ναι, αν έχω σχέση, παιδιά, γατιά, σκυλιά… απορώ πως δεν τα ρωτάτε αυτά… δεν θέλετε να πουλάτε;

Σημ. Ο Luis Gómezbeck διατηρεί τη στήλη «Paseo de Salónica» στην πολιτιστική ιστοσελίδα thessalonikiartsandculture.gr, όπου προτείνει λογοτεχνικά βιβλία από τη Λατινική Αμερική.

Στις εικόνες: Graciliano Ramos, Juan Rulfo, Ernesto Sabato, Juan Jose Arreola, Jaime Sabines, Horacio Quiroga, Frederico Garcia Lorca, Victor Hugo, John Steinbeck, Albert Camus.

22
Μαρ.
14

Κωστής Παπαγιώργης – Περί μνήμης

ΜνήμηΟ μεθυσμένος, όπως παρατήρησε ο Ντοστογιέφκσι, δεν πίνει για να ξεχάσει, απεναντίας πίνει για να θυμηθεί. Δραματοποιεί το παρόν δεξιωνόμενος το παρελθόν εν βρασμώ καρδίας. Ακατάπαυτη ιδεόρροια, σάμπως να φέρει μέσα του τα σπλάχνα δέκα ανθρώπων, δεξιοτεχνία στους δραματικούς αναχρονισμούς, μπουφόνος κατά ευτυχή σύμπτωση και οδυνόμενος κατ’ ανάγκη, παριστάνει τον σωσία του εαυτού του που επανήλθε αψηφώντας τον χρόνο. Σε αυτές τις στιγμές παρατηρούμε ότι δεν νοείται ανάκληση χωρίς δραματικό νόημα. Είτε στο σπίτι του έχασε στα χαρτιά, είτε δεν άντεξε κάποτε μια προσβολή, ο μεθυσμένος αντιδρά σαν έμπειρος υποκριτής, παίζει θέατρο όχι μόνο για να θεατριστεί μπροστά στα (πάντα απαραίτητα) μάτια των άλλων, αλλά κυρίως για να θυμηθεί την αλήθεια του εαυτού του που λανθάνει μισοναυαγισμένη. [σ. 80]

papagiorgis Για άλλη μια φορά η ζωή (άρα και το τέλος με το οποίο είναι οργανικά ζευγαρωμένη) ξεπερνάει την φαντασία και την γραφή, την φιλοσοφία και την ανάγνωση. Φέτος άρχισα να επιστρέφω στα κείμενα του Κωστή Παπαγιώργη, έχοντας διανύσει έναν μεγάλο κύκλο αναγνωστικής εμπλοκής με την δοκιμιακή και φιλοσοφική γραφή. Και πάνω που ήδη τελείωσα την τόσο διαφορετική, κατά εικοσιπενταετία μεταγενέστερη ανάγνωση των δικών του ευαγγελίων, πάνω που προετοίμαζα μια οριακή διαλεκτική επ’ αυτών και με τον ίδιο και ακριβώς την ημέρα που άρχισα να ετοιμάζω την πρώτη καταγραφή αυτής της τόσο δύσκολα καταγράψιμης «ανάγνωσης», έμαθα την ταχύτατη φυγή του. Ευτυχώς, στο τέλος πάντα επανακάμπτει η γραφή, εκδικείται με την δική της διάρκεια και η Μνήμη στην οποία αφιέρωσε [και …«αφιέρωσε», όπως μεταφορικολογούμε] ένα πυκνό βιβλίο θα ενοικεί και στα γραπτά του.

1320243352bΑκόμα θυμάμαι την έκπληκτη αίσθηση της ανάγνωσης του πρώτου βιβλίου του που έπιασα στα χέρια μου, του Ίμερος και κλινοπάλη, τότε στις εκδόσεις  Ροές [1988], σ’ ένα μικρόσχημο τομίδιο με την έκσταση της Αγίας Θηρεσίας στο εξώφυλλο, δίπλα σε μια πλατειά πορτοκαλιά γραμμή και αργότερα το Περί μέθης [Ροές, 1987], βασικό εγχειρίδιο τότε για μας να κατανοήσουμε όχι τους «αλκοολικούς» επιδειξίες συγγραφίσκους του θλιβερού μας μικροελληνικού χωριού αλλά τους αληθινούς ροκ εντ ρόλλ χαρακτήρες, όπως ο Nick Cave τότε, για τους οποίους οι προαναφερθέντες αντιγραφείς των ξένων μεθυσμένων είχαν κατα-μαύρα μεσάνυχτα. Στο τέλος της γραμμικής μνήμης, φτάνω στο πρόσφατο πρώτο τεύχος του Νέου Πλανόδιου που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό, με κεντρικό αφιέρωμα ακριβώς την γραφή του Κωστή Παπαγιώργη. Μια φράση από εκεί αποδίδει ακριβώς την συγγραφική ιδιοσυστασία του: καλλιεργητής της στοχαστικής, νευρώδους, ελευθέριας γραφής, που παλινδρομεί διαρκώς ανάμεσα στην προσωπική έκφραση και τη γενική ερμηνευτική, ανάμεσα στη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία, χωρίς να λογοδοτεί σε καμία.

Memory-myths-001Μας αρέσει, αρχίζει ο Παπαγιώργης, να μας μιλούν για την συνείδηση, για το εσωτερικό κάτοπτρο που διαθέτουμε, κι ύστερα να παρακολουθούμε πάνω στο μυθικό μας έσποπτρο ράκη του εαυτού μας και του κόσμου. Μόνο που και απολησμονημένες σκηνές καταλαμβάνουν εξαπίνης την σκηνή της συνείδησής μας και μας μετακινούν σε ένα βάθος που μας ανήκει αποκλειστικά. Εκεί βλέπουμε κάτι που οι άλλοι δεν βλέπουν, ζούμε ψευδαισθητικά κάτι που ξαναζήσαμε άλλοτε,  σ’ έναν ακαριαίο αποκρυφισμό της στιγμής. Η ανακλητικότητα αυτή δεν είναι διόλου δεδομένη, καθότι καταφτάνει μέσα από έναν δρόμο που δεν ελέγχουμε.

Paul Klee - Carpet of Memory 1914_Οι επαφές μας ασκούνται στην πανοψία: πρόσωπο με πρόσωπο βλέπουμε τα πάντα, αλλά όχι το παρελθόν τους – ιδού το όριο στην εποπτεία των άλλων. Το παρελθόν τους τούς ανήκει, βρίσκεται στο αφανές του ιδιωτικού τους χρόνου. Ρωτάμε τον άλλον «Πόσων χρονών είσαι;» αλλά ουδέποτε «Πόση μνήμη έχεις;». Τα ημεροχρονολόγια δεν τα γνωρίζει η μνήμη· ο τρόπος που εισάγεται και εξάγεται κανείς από τον χρόνο του μοιάζει να αναγνωρίζει κάποιο «κατώφλι», μετά από το οποίο το εδώ και το εκεί, το τώρα και το άλλοτε διαθλώνται και εναλλάσσονται. Χωρομαθημένοι καθώς είμαστε, δύσκολα κατανοούμε την αιφνίδια σύνδεση του άλλοτε και του τώρα. Διαθέτουμε μήπως μνημονική αλχημεία η οποία καταργεί τον χρόνο και τον χώρο; Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι βλέπουμε την μνημονική παράσταση με τέσσερα μάτια; Δύο του αλλοτινού εγώ μας και δύο του τωρινού;

hqdefaultΗ καθημερινή μας ανάκληση του παρελθόντος δεν αποτελεί μια απλή τεχνική του ψυχοπρακτικού βίου. Η μνήμη ανακαλεί τα πάντα: μέσα στο άηχο ενδιαίτημά μας ξαναβλέπουμε ξέφτια από παλαιά πρόσωπα, σκηνές από γλέντια, μια οδυνηρή μετακόμιση, κάποια ευτυχή συνάντηση, καθημερινές παραστάσεις με σούρτα φέρτα, φευγαλέες κουβέντες, ένα κραταιό συλλαλητήριο. Το παράδοξο, γράφει ο Παπαγιώργης, είναι ότι ενώ μια παρελθούσα εικόνα επανέρχεται όταν την ανακαλούμε, την συλλαμβάνουμε στατική και ασάλευτη. Ανήκει μήπως σε μια αδιερεύνητη εσωτερικότητα, σε μια δική της πατρίδα απ’ όπου πρέπει να εκπατρισθεί για να μας δοθεί;  Η κίνηση απουσιάζει, αφού το παρελθόν αποτελεί μόνο μία διάσταση του χρόνου· πώς να κινηθεί κάτι αν δεν διαθέτει και τις τρεις χρονικές διαστάσεις; Η μνήμη μνημειώνει αλλά δεν αφηγείται· εμφανίζεται στιγμιοτυπικά, σαν απόκομμα, σαν ασάλευτη εικόνα. Η όραση υπερτερεί κατά κράτος και η στιγμιοτυπική μνήμη αποδίδει τον χώρο, το σχήμα, το πρόσωπο, αλλά στερείται χρόνου και κινήσεως. Όλες οι εικόνες έχουν πέσει θύματα της ασάλευτης αχρονικότητας.

henribergson2Η μνήμη δεν ψάχνει – αυτή που γυρεύει είναι η ανάμνηση, που επιδίδεται σε ετεροκίνητη έρευνα. Δεν κλαίμε για κάτι συγκεκριμένο, κλαίμε για όλες τις δυστυχίες της ζωής μας, όπως γράφει ο Ίταλο Σβέβο. Κι εδώ αρχίζει η μεγάλη ανασκαφή του Παπαγιώργη στους φιλοσόφους, λογοτέχνες, ερευνητές της μνήμης. Από τον Αριστοτέλη και τον Αυγουστίνο στον Καντ, από τον Χιουμ στον Φρόυντ, από τις πρωτοπόρες συλλογιστικές των Henri Bergson και Edmund Husserl στα γραπτά των Gilles Deleuze, Maurice Halbwachs, Emmanuel Kant, Maurice Merleau – Ponty, Paul Ricoeur και άλλων μνημογράφων. Και βέβαια από τον Ναμπόκοφ και την βιογραφία του Μίλησε μνήμη όπου ακριβώς ζητάει από την μνήμη του να μιλήσει μέχρι τον Μαρσέλ Προυστ που υποβαθμίζει την μνημονική πράξη και στρέφεται προς την «αναζήτηση» του χαμένου χρόνου. Ο Ζιλ Ντελέζ ερμήνευσε παραδειγματικά την προυστική τεχνική του μυθιστορήματος. Πιστεύοντας ότι δεν ανακαλύπτουμε την αλήθεια ωσάν να κρύβεται σε μια πτυχή της μνήμης αλλά την πλάθουμε, υποστηρίζοντας ότι δεν αντιγράφουμε τη ζωή αλλά την επινοούμε, προσδίδει ιδιαίτερα βαρύτητα στην μαθητεία.

Gilles DeleuzeΔιάνοια, αντίληψη, μνήμη ρέπουν προς το αισθητό, λατρεύουν ή απεχθάνονται αντικείμενα, ενώ η μαθητεία του μυθιστοριογράφου αφορά την ερμηνεία των εκάστοτε σημείων, όχι την υλικότητά τους. Άλλωστε το αντικείμενο πάντα απογοητεύει, αποδεικνύεται κατώτερο του αναμενόμενου, αντίθετα το σημείο επιδέχεται πολλαπλές ερμηνείες, με τελική κατάληξη να αποδεικνύεται βαθύτερο από το πρόσωπο ή το πράγμα. Η μυστική δύναμη του αφηγητή οφείλεται στο γεγονός ότι δεν παγιδεύεται στα πράγματα που περιγράφει, ο έρωτας δεν ενσαρκώνεται στην συγκεκριμένη γυναίκα, οι τόποι και οι εποχές δεν είναι αθροίσματα εντυπώσεων. Το «λίγο» ή το ανεπαρκές της πραγματικότητας αντισταθμίζεται με την πολύτιμη πλασματικότητα του αφηγητή. [σ. 130 – 131]

ΚΠΘα συνεχίσουμε να διαβάζουμε τα απολαυστικά – ταυτοχρόνως φιλοσοφικά και προσωπικά – γραπτά του Παπαγιώργη και θα συνεχίσουμε να συνομιλούμε μαζί του, έστω και στην νέα ιδιόμορφη παρουσία – απουσία.  Ολόκληρο το έργο του, άρα και όλες οι επανεκδόσεις, κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Εκδ. Καστανιώτης, 2008, σελ.335, με τρισέλιδη βιβλιογραφία.

Στην τέταρτη εικόνα: Το χαλί της μνήμης [Paul Klee, 1914].  Στις δυο προτελευταίες: Henri Bergson, Gilles Deleuze.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, στο Βιβλιοπανδοχείο, 150 / The only thing that shines. Η μνήμη μας δηλαδή και η Μνήμη του.




Μαρτίου 2014
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Φεβ.   Απρ. »
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Blog Stats

  • 1.005.070 hits

Αρχείο