Αρχείο για Μαρτίου 2014

31
Μαρ.
14

Σάββας Μιχαήλ – Musica ex Nihilo. Δοκίμια για την ποίηση, τη ζωή, το θάνατο και τη δικαιοσύνη

Η γλώσσα είν1αι τόσο σοφή όσο η Φύση… Η σοφία της γλώσσας προηγήθηκε εκείνης της επιστήμης. Οι φθόγγοι της γλώσσας είναι οι ακουστοί ρυθμοί της ζωής μας…

…έγραφε ο Βελιμίρ Χλιέμπνικωφ, ο κορυφαίος των Ρώσων φουτουριστών, σύντροφος και εν όπλοις συναγωνιστή του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι, που έγραψε μια ποίηση γεμάτη ακατάληπτες λέξεις, πρωτάκουστους ήχους και ανήκουστους ήχους. Η ποίησή του αναγγέλλει την εμφάνιση μιας γλώσσας η οποία θα ονομαστεί ζαούμ, δηλαδή πέρα (ζα) από την κατανόηση (ουμ), κοινώς μια γλώσσα υπερ – λογική. Ήταν η πρώτη κραυγή προς την αυγή μιας Νέας Ζωής, η ίδια η γλώσσα του μέλλοντος. Εκείνη την εποχή, άλλωστε, η ουτοπική αρχή της μεταμόρφωσης του κόσμου αποτελούσε συστατική δύναμη της τέχνης – η Αρχή της Ελπίδας όπως θα έλεγε ο Ernst Bloch.

2 -Velimir_HlebnikovΚαι ήταν αυτή ακριβώς η ορμή προς κάτι που δεν υπήρχε ακόμα, που διαχώρισε τον Χλιέμπνικωφ και τον ρωσικό φουτουρισμό από τον Μαρινέττι και τον ιταλικό φουτουρισμό, διαχωρίζοντας την διαμετρικά αντίθετη πολιτική τους πορεία. Η ασυμβίβαστη διαφορά με τους φασίστες ιταλούς φουτουριστές οδήγησε τους Ρώσους να ονομαστούν Μελλόντιοι. Ο δικός τους μελλοντισμός δεν αποτελούσε αναδίπλωση στον εθνοκεντρισμό αλλά κοιτούσε προς τις παγκόσμιες διαστάσεις του προμηθεϊκού του εγχειρήματος. Στο όνομα εκείνου του μέλλοντος δεν εκμηδενιζόταν το ιστορικό παρελθόν· η μηχανική πρόοδος δεν έσβηνε την παράδοση. Η εκ νέου ανακάλυψη του αρχαϊκού, η ενεργοποίηση του ανεκπλήρωτου δυναμικού, το πρότυπο του Καθολικού Ανθρώπου, η δίψα της οικουμενικότητας, ο κόσμος ως ποίημα μιας κοσμογλώσσας, όλα θα αποτελούσαν τα υλικά της νέας κατά Χλιέμπνικοφ ανθρωπότητας.

tumblr_m9ldf4MvC91qzfmh5o1_500Ξεκινήσαμε με τον τελευταίο από τα θυελλώδη κείμενα της συλλογής, το Όλη η εξουσία στον έναστρο ουρανό! Ο πέραν του λόγου Λόγος του ποιητή Βελιμίρ Χλιέμπνικωφ. Και τι αντικείμενο να έχει άραγε το τρισέλιδο κείμενο υπό το γοητευτικό τίτλο Μνημεία και νομάδες; Νομάδες είναι οι φωτογράφοι του 18ΑΝΩ, περιπλανώμενοι στα μνημεία των πόλεων, σ’ αυτά τα ασάλευτα μνημονικά ίχνη της πορείας του ανθρώπου στην Ιστορία. Φωτογραφίζοντας λοιπόν αυτές τις γραμμές διαφυγής από τη φυγή των καιρών, επιχειρούν μια έντεχνον αντιφυγάδευσιν του χρόνου όπως έγραψε ο Εμπειρίκος στην Σήμερον ως Αύριον και ως Χθες και ακολουθούν την ακινησία στο έδαφος του χώρου και την κίνηση διαφυγής από τη φθορά του χρόνου, εδάφωση [territorialisation] – απεδάφωση [déterritorialisation] και επανεδάφωση [réterritorialisation]. Αν το Μνημείο ακινητοποιεί τη ροή του χρόνου και η φωτογραφία επίσης σταματά τη στιγμή που φεύγει, τότε η φωτογράφισή τους ισοδυναμεί με μια άρνηση θανάτου, με απόρριψη οιουδήποτε συμβιβασμού μαζί του.

HannahArendt2006Ο τίτλος Ο Καντ στο Άουσβιτς και ο υπότιτλος Κοινοτοπία ή ατοπία του Κακού; ορίζουν σαφώς την προβληματική του σχετικού κεφαλαίου. Η «κοινοτοπία του Κακού», το γνωστό ερμηνευτικό σχήμα της Hannah Arredt για την περίπτωση του ναζιστή εγκληματία Eichmann, τολμηρό και ανορθόδοξο στον καιρό του, έχει γίνει, γράφει ο Μιχαήλ, το ίδιο μια κοινοτοπία, που συνδέθηκε με την ιδεολογία της …μη ιδεολογίας, με την αποφόρτιση του ιστορικού Κακού από κάθε ιδεολογικό φορτίο. Για την Άρεντ το φοβερότερο ήταν ότι το Κακό έπαψε στην εποχή μας να εμφανίζεται ανοίκειο· ως φορέας του εμφανιζόταν και ο παραδοσιακός «μέσος ανθρωπάκος», ο «άνθρωπος της «διπλανής πόρτας».

hannah-arendt-eichmann-in-jerusalemΟ Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ αποδομούσε την μέχρι τότε κυρίαρχη απολογητική των εγκλημάτων του Ναζισμού, η οποία παρουσίαζε τις φρικαλεότητές του σαν έργο μιας δράκας φρενοβλαβών. Η Άρεντ επέμεινε στις κλινικές και ψυχιατρικές εξετάσεις του Άιχμαν (που τον εμφάνισαν να χαίρει άριστης ψυχικής υγείας) και στην απόδειξη της ευρύτερης κοινωνικής βάσης που στήριξε το χιτλερικό καθεστώς: τις μικροαστικές μάζες με τις διαψευσμένες κοινωνικές προσδοκίες, το χαμηλό πνευματικό επίπεδο και την ευλάβεια απέναντι στον κάθε Αρχηγό. Η Άρεντ δεν πείστηκε από τον ισχυρισμό του Άχιμαν ότι ακολουθούσε πάντοτε τον Καντ και την διδασκαλία του για την κατηγορική προσταγή, τον Νόμο και την βούληση του Νομοθέτη· αντίθετα προτίμησε να εστιάσει στον στενό πνευματικό του ορίζοντα και στην αδυναμία του να κρίνει τις συνέπειες των πράξεών του· σε μια γενικότερη έλλειψη σκέψης.

Lieberman_Amery_bodyΟ Jean Amery, θύμα ο ίδιος των τραγικών στρατοπέδων και αυτόχειρας υπό το βάρος τους, απάντησε στην Άρεντ πως δεν υφίσταται καμία κοινοτοπία του Κακού, ενώ οι Haslam και Reicher το χαρακτήρισαν ως μια θεωρητική φυλακή. Ο Έρνστ Μπλοχ θεώρησε πως ο Καντ αμφισβητεί το δικαίωμα στην αντίσταση ακόμα κι αν ασκείται απέναντι σε μια σατανική εξουσία. Όπως σημειώνει ο Κίρκεγκωρ, ό,τι σου δίνει ο Καντ με το ένα χέρι, σου το παίρνει με το άλλο. Δεν πρόκειται εδώ για κάποιον «εσωτερικό» ηθικό νόμο αλλά ένα «εξωτερικό» νομικό σύστημα. Και ο Άιχμαν ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι έπραξε ηθικά, αλλά ότι ακολουθούσε τους νόμους της χώρας του. Η περίφημη διάκριση μεταξύ νόμιμου και ηθικού εδώ είναι εμφανέστερη από ποτέ.

blakeΣτον προαναφερθέντα Ζαν Αμερύ και το συγκλονιστικό βιβλίο του Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση (που παρουσιάσαμε στο Πανδοχείο τότε) ο Μιχαήλ αφιερώνει ιδιαίτερο κεφάλαιο, όπως και για τον Αρτ Σπίγκελμαν και το κόμικς του Ο πατέρας μου αιμορραγεί Ιστορία. Σε παράλληλη θεματική κινείται και το κεφάλαιο Πώς θα μιλήσουμε στα παιδιά για τον αντισημιτισμό, ενώ κείμενα με τίτλους όπως Kafka Alert, Μεταμόρφωση και Εξέγερση, [Ένα] όνειρο του Τρότσκυ, Η Γη των Ονείρων [William Blakeκαι Διονύσιος Σολωμός], Κασσάνδρα ή Έκτορος Κακναβάτου Έπη Λοξά καιVitae Meditatio – Η ζωή και ο θάνατος για τον Νίκο Καρούζο είναι ενδεικτικά για το εύρος και το βάθος των θεμάτων της συλλογής. Η γραφή του συγγραφέα είναι πλούσια και ενθουσιώδης, γεμάτη αναφορές, διακειμενικές συνδέσεις, εξαιρετικά ενδιαφέρουσες προβληματικές και γόνιμα ερεθίσματα που δεν έχουν τέλος.

Να ζεις κι όχι απλώς να επιζείς, να ζεις μια ζωή άξια να λέγεται ζωή. Να ζεις την εμπειρία του καθολικού, του αιώνιου. Μ’ άλλα λόγια, να ζεις με την Ιδέα.

4 - alain-badiouΑν ο παρακμασμένος αστικός δημοκρατικός κόσμος έχει αναγορεύσει σε ύπατη αρχή την εντολή «να ζεις χωρίς Ιδέα», όπως καυτηρίασε ο Alain Badiou, τότε ένα προς τιμήν του κείμενο δεν μπορεί παρά να τιτλοφορείται Ζώντας με την Ιδέα. Στην κατακλείδα του πρόσφατου μείζονος έργου του Logiques des mondes ο Μπαντιού συνοψίζει ακριβώς αυτή την προσταγή του φιλελεύθερου καπιταλισμού: «είναι απλώς το βόλεμα στη ρητορική των στιγμών και στην πολιτική των γνωμών». Η Ιδέα – στη νέα ερμηνεία που δίνει ο Μπαντιού στην πλατωνική μορφή της – είναι η διαμεσολάβηση ανάμεσα στο άτομο και στο συλλογικό Υποκείμενο μιας αλήθειας, κοινώς ό,τι προσανατολίζει τα ζωή ενός ατόμου σύμφωνα με το αληθές, μέσα από την ενσωμάτωσή του σε ένα συλλογικό υποκειμενοποιήσιμο σώμα.

logiqueΣυνεπώς η Ιδέα του κομμουνισμού προσανατολίζει την ατομική ζωή και ενσωματώνεται στο σώμα της πολιτικής αλήθειας και χειραφέτησης, ενώ ο δημοκρατικός υλισμός και οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του αγωνίζονται να πάψει να σηματοδοτεί η κομμουνιστική ιδέα μια δυνατότητα. Τα ερείσματα μιας τέτοιας Ιδέας αναζητά ο Μπαντιού, στα φιλοσοφικά του μανιφέστα, αναδιατυπώνοντας την «κομμουνιστική υπόθεση», ενάντια σε μια δημοκρατία που διαλύει την Γιουγκοσλαβία και στήνει το Γκουαντάναμο. Απέναντι στο μόνιμο ρεφραίν των σκεπτικιστών ότι μια τέτοια ουτοπία πουθενά επί γης δεν υπήρξε, ο Μπαντιού επαν- εμπνέεται από την πλατωνική πολιτεία και τις φράσεις της: Δεν έχει σημασία αν υπάρχει ή αν θα υπάρξει αυτή η Πολιτεία, έτσι κι αλλιώς αξίζει να πράττεις μόνο σύμφωνα μ’ αυτήν και για καμιάν άλλη.

Εκδ Άγρα, 2013, σελ. 311.

Στις εικόνες: Velimir_Khlebnikov‎, Hannah Arendt, Jean Amery, William Blake, Alain Badieu. Η φωτογραφία του μνημείου (ο βυζαντινός Άγιος Στέφανος στην Καστοριά) δεν είναι από την αναφερόμενη έκθεση αλλά εκφράζει, κρίνουμε, ιδιαίτερα το σχετικό της πνεύμα.

30
Μαρ.
14

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 151. Στέργια Κάββαλου

stergia photoΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Η «πλαστική άνοιξη» βγήκε από την ΕΚΑΤΗ το περασμένο καλοκαίρι. Είναι η πρώτη μου ποιητική συλλογή και ίσως το πιο αγαπημένο μου βιβλίο. Αγαπώ πολύ το πλαστικό και καθόλου την άνοιξη. Κάπως έτσι και τα τριάντα της ποιήματα. Σημάδια λατρείας και φόβων ετών τριάντα.

b189482Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Αλτσχάιμερ Trance: «Σταμάτα να αφαιρείς πραγματικότητα και να προσθέτεις όνειρα. Πάψε να ζεις αντιστρόφως ανάλογα»
Αρνητικό 13: «Θα είμαι ευτυχής. Θα είμαστε ευτυχείς».
Η κόκκινη πινέζα: Μαυροκόκκινη πινέζα και οικογενειακή αγάπη.
Το μπλε τριαντάφυλλο: Ονειρικά τριαντάφυλλά της αντίδρασης και της οικολογίας.
Πλαστική άνοιξη: «Όσο φουσκώνει η θάλασσα, φουσκώνουν κι οι ματαιότητες»

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Στο μπαλκόνι και με το ζόρι. Ίσως γιατί το εκb151968τός σπιτιού το έχει συνδυάσει με πιο εξωστρεφείς δραστηριότητες. Η μόνη φορά που άλλαξα περιβάλλον ήταν για το «Αρνητικό 13» το οποίο και γράψαμε με τη Μαίρη Γεωργίου. Ξεκινήσαμε με μέιλ το καλοκαίρι. Κάποια στιγμή πήγα στα Ζωνιανά και έπρεπε να στέλνω τα κείμενά μου από εκεί. Τώρα το βιβλίο μας έχει κάτι και από Κρήτη.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Και να θέλω να κόψω τα πολλά πολλά μαζί τους, δύσκολο. Κάνουν τις γύρες τους στα αναγνωστικά μυαλά και επιστρέφουν στον τόπο του εγκλήματος για να μου τρίψουν τις εμπειρίες τους στη μούρη.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Αυτό είναι το ενδιαφέρον, ότι δεν ξέρεις. Απλώς b170847αλλάζει ξαφνικά ο τρόπος με τον οποίο βλέπεις κάτι που έχεις είτε μπροστά σου, είτε μέσα σου. Και τότε σε πονάει η κοιλιά σου, χτυπάει πιο γρήγορα η καρδιά σου και παθαίνεις κάτι σαν πανικό. Τα συμπτώματα σε οδηγούν στην καρέκλα και τον υπολογιστή σου από τον οποίο σηκώνεσαι μόνο όταν νιώσεις αυτή την μύχια ευχαρίστηση, τη σχεδόν χαρά. Εναλλακτικά, χαίρεσαι-βασανίζεσαι για μέρες οικειοθελώς και αυτοβούλως, με την ιδέα σου χωρίς ούτε καν να ανοίξεις τον υπολογιστή. Απλώς ξέρεις, έχεις αποφασίσει το επόμενό σου βήμα. Θα το κάνεις όποτε αποφασίσεις και να καθίσεις.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ησυχία, ζέστη, χωρίς πολύ φως. Ιδανικά. Είμαι τόσο παρασυρμένη στη στιγμή που δεν με νοιάζουν και πολλά περιφερειακά.

Ποιες είνb154873αι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Τελείωσα το τμήμα «Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας» του ΕΚΠΑ. Πήρα πτυχίο Λογοτεχνικής μετάφρασης και μετάφρασης ανθρωπιστικών επιστημών από την INALCO και τώρα κάνω μεταπτυχιακό Πολιτιστικής Διαχείρισης στην Πάντειο. Έχω δουλέψει στο τμήμα παιδικού βιβλίου της Fnac, στην Audio Visual, τη Nova και την Good Brothers στο τμήμα του Υποτιτλισμού και με το 0-6 στο τμήμα της μεταγλώττισης. Όταν ζούσα στη Λιόν, ήμουν στη θεατρική ομάδα Cie Traverses Αυτό τον καιρό κάνω μαθήματα γαλλικών και ασχολούμαι με τα βότανα, τα αρωματικά φυτά και τα παραδοσιακά προϊόντα στην εταιρία cretan herbs. Όλα συνδέονται, είναι μία ζωή. Πχ το διήγημα «το σπίτι του Δούναβη» που υπάρχει στη συλλογή “Αλτσχάιμερ Trance” , το έγραψα με αφορμή μια Βουλγάρα καθαρίστρια που συναντούσα ορισμένα πρωινά. Εγώ ξεκινούσα τη βάρδια, εκείνη μόλις είχε τελειώσει και κάπου εκεί συστηθήκαμε. Τη θυμάμαι πάντα να στρώνει τα μαλλιά τας στις οθόνες των σβηστών προς πώληση τηλεοράσεων.

Γράφετε πεζογραφία και πρόσφατα και ποίηση. Θb173287α συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί;

Πριν βγει η «πλαστική άνοιξη» είχα πει πως θα βγάλω μόνο μια ποίηση και τέλος. Και ήμουν σίγουρη. Τώρα, δεν είμαι και τόσο.

Η συγγραφή, από την άλλη, παιδικής λογοτεχνίας …

… είναι η μεγαλύτερη χαρά. Μακάρι να είχαν προχωρήσει πιο γρήγορα οι εκδόσεις των παραμυθιών που έχω ήδη ετοιμάσει αλλά..καθυστερήσεις βλέπετε.

ZeldaBallCostume_Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Σήμερα θα επέλεγα την Ζέλντα Φιτζέραλντ.

Τι γράφετε τώρα;

Το μυαλό μου είναι στα επόμενα βιβλία που θα κυκλοφορήσουν άμεσα και νομίζω πως θα γράψω πάλι αφού τα δω τυπωμένα.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Adonis, Bobin, Koltes.

adoniss_1_innerbigΑγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Θα πω για τα δυο πιο πρόσφατα που διάβασα με τα οποία έπαθα ακαριαία αγάπη. «Μαμά κι εγώ δεν σ’ αγαπώ» της Μαργαρίτας Φρανέλη. «Στο έλεος του κυκλώνα» του Λοράν Γκοντέ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Οι Δουβλινέζοι.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Κατερίνα Έσσλιν, Κων/να Τασσοπούλου, Βάσια Τζανακάρη, Μαρία Φακίνου. Τους κυρίους θα τους αναφέρουμε την επόμενη φορά.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

christian-bobin_article_largeΑγαπώ την Τερέζα Ρακέν γιατί την ήθελα αλλιώς. Γιατί εκείνη την ήθελε αλλιώς.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Έχω σίγουρα κάποια τεύχη του ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ και του ΔΙΑΒΑΖΩ. Η εμπειρία μου στην ανάγνωση λογοτεχνικών περιοδικών είναι ελάχιστη.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Αγοράζω, αγοράζω, τα ξεφυλλίζω, τα κοιτάω με τις ώρες αλλά τις τελευταίες μέρες δεν είμαι στην κατάσταση της απαιτούμενης διαύγειας, συγκέντρωσης και υπομονής.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

bernard marie koltesΠολύ αποσπασματικά, πολύ τυχαία. Κυρίως στο ίντερνετ. Αν δεν έχω διαβάσει το εν λόγω βιβλίο, με τίποτα.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

550/Τελευταίο λεοφορείο/Πάντειος-Μαρούσι. Διαβάζω Μίλτο Σαχτούρη και το ποίημα του «ο Χέμινγουέι»

Αυτή την Τίγρη
Αυτό το τέρας
Την ψυχή μου
(έλεγε συχνά ο Χέμινγουέι)
Θα την σκοτώσω.

Παίρνω την ίδια απόφαση για φονικό και δεν θα το μάθει ποτέ ο διπλανός επιβάτης. Υπερκετιμημένη η εγγύτητα των σωμάτων.

Περί μεb173445τάφρασης

Διακονείτε και το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Είναι σαν να διαβάζεις πρώτος τα κρυφά ημερολόγια κάποιου τελείως ξένου, να γνέφεις το κεφάλι όλος κατανόηση, να του ανταπαντάς με τρυφερότητα και μετά να γίνεστε friends for life. Αλληλεπίδραση παλλόμενη και παρούσα.

Μπορείτε να μας μιλήσετε για τα βιβλία που μεταφράσατε; Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις δοκιμασίες τους.

Είναι πάντα ηδονικό να σου εμπιστεύεται κάποιος τις λέξεις του. Κι ας ξέρεις ότι δεν είσαι δική του προσωπική επιλογή. Η ηδονή είναι από μόνη της δοκιμασία. Όπως και η αόρατη εμπιστοσύνη και ο εκ γενετής σεβασμός που υπάρχει στην αναπτυσσόμενη συνομιλία.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Η μουσική κατά την ανάγνωση ή τη μετάφραση, μουb148982 είναι τρομερά ενοχλητική. Όταν είσαι έφηβος στα 90’s, το grunge παραμένει η παντοτινή σου αγάπη. Η δική μου τουλάχιστον. Η καλύτερη προτίμηση όμως είναι η κάθε νέα μικρή μουσική σου ανακάλυψη.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θέλω τόσο να μεταφράσω ποίηση, ακούει κανείς; Μίριελ Στιούαρτ απ’ τις πρώτες.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Ο συγγραφέας είναι ο δημιουργός, δικά του είναι τα φώτα. Η δουλειά του μεταφραστή δεν χρειάζεται να είναι λαμπερή. Λαμπρή ναι, λαμπερή όχι. Νομίζω ότι έχει όση αναγνώριση χρειάζεται.

Από την άλλb190311η οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Ο επιμελητής θα φροντίσει την δική σου βερσιόν και τις δικές σου μεταφραστικές επιλογές. Και ναι, πρέπει να υπάρχει επικοινωνία προτού φτάσουμε στην έκδοση του βιβλίου. Πράγμα που δεν συμβαίνει σε όλους τους εκδοτικούς. Άδικό, λάθος και στείρο. Οι λέξεις είναι για να πηγαινοέρχονται.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Από το «Διπλό Παιχνίδι» και μετά θέλω να πάω στο Τελ Αβίβ. Όχι για να συναντήσω τον ντετέκτιβ ήρωα αλλά τον ίδιο τον συγγραφέα Lapid. Ξεχνάω τα ονόματα των ηρώων, θυμάμαι όμως τις εμμονές, τις φοβίες και τις αγάπες του. Κάποιες, ενίοτε γίνονται και δικές μου.

Περί αδιακρισίας

veronika La maman et la putainΠαρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Υποσυνείδητη έμπνευση είναι ίσως όσα αγαπάς. Σίγουρη έμπνευση είναι μια στιγμή που σε ακολουθεί. Μια τέτοια είναι ο χορός της πλαστικής σακούλας στην ταινία “American Beauty”.

Η μάνα του «Ρέκβιεμ για ένα όνειρο» που χάνει λίπος και δέρματα δια εφήμερης αφορμής, ορκίζομαι πως δεν θα με αποχωριστεί ποτέ. Το ίδιο και ο μονόλογος της Βερονίκ στην ταινία «Η μαμά και η πουτάνα» του Ζαν Εστάς. Δεν είναι σύγχρονος κινηματογράφος, μιας και μιλάμε για 70’s και γαλλική nouvelle vague, είναι το ποστ μαγιάτικο παραλήρημα μιας νέας γυναίκας που θέλει και την ονειρική αγάπη και την σεξουαλική έκφραση. Και τα θέλω και τα δύο, απόλυτα και επιτακτικά. Αν δεν είναι αυτό σύγχρονο…

bissinger-williamsΤο θέατρο με μελαγχολεί. Τα λεπτά της παράστασης είναι ο αγώνας των συντελεστών να νικήσουν το θανάσιμο τέλος. Κάτι από αυτό ελπίζεις κι εσύ ως θεατής. Η ανάγνωση θεατρικών, με ηρεμεί περισσότερο. Και μόνο που έχω τα έργα τουΤένεσι Ουίλιαμς σαν pillow books, με παρηγορεί. Και η παρηγοριά μπορεί να έρθει από τις πιο αλλόκοτες σχέσεις, όπως αυτή μεταξύ μιας οικογένειας πιθήκων. Ο κύριος πίθηκος κάνει γενέθλιο δώρο στη γυναίκα του έναν κατοικίδιο άνθρωπο. Πρόκειται για ένα μονόπρακτο του βέλγου Πολ Εμόντ. Το δουλέψαμε στη Λυόν, το μετέφρασα και τώρα μαζί με υπόλοιπα οκτώ του ιδίου στήθηκε από την Έφη Νιχωρίτη και το θέατρο ΔΙΘΥΡΑΜΒΟΣ μια παράσταση υπό τον τίτλο «επίγειος παράδεισος». Ακόμα ακούω την περασμένη αλυσίδα από τα μέλη του να χτυπά σε κάθε του κίνηση. Κίνηση που σαν να σου επιβεβαιώνει την απουσία ελεύθερης βούλησης.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Σ.Κ.Εκεί έξω παίζει πολλή μοναξιά/παράλληλο σύμπαν/ντροπές κι ευγνωμοσύνες.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Define youth first και το συζητάμε..

Στις εικόνες: Zelda Fitzgerald, Adonis, Christian Bobin, Bernard Koltes, Veronique [La maman et la putain], Tennessee Williams.

29
Μαρ.
14

David Sedaris – Ας συζητήσουμε για το διαβήτη με κουκουβάγιες

Γύμνωμα ΑΣ ΣΥΖΗΤΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΙΑΒΗΤΗ_2μέχρι ξεκαρδίσματος

Παρ’ όλα αυτά αισθάνθηκα αυτό το κάτι μεταξύ μας, όχι απλώς πόθο, αλλά ένα είδος στιγμιαίου έρωτα, κάτι που μπορεί, σαν τα στιγμιαία δημητριακά, να φτιαχτεί σε μερικά λεπτά και είναι εξίσου θρεπτικό με το πρωτότυπο. Θα φιληθούμε….τώρα, σκεφτόμουν διαρκώς. Και μετά, Εντάξει…τώρα. Και η κατάσταση συνεχιζόταν έτσι… [σ. 152]

To απραγματοποίητο ειδύλλιο που δεν λαμβάνει χώρα αφορά τον αιωνίως αυτοσαρκαζόμενο αφηγητή και τον Μπασίρ, σιδηροδρομική γνωριμία στο ταξίδι Ρώμη Μπρίντιζι κάποτε στα 80’ς – αλλά προφανώς κάτι θυμίζει σε όλους μας. Τώρα το ξαναφέρνει στο νου του αφηγούμενος μια άλλη αποτυχημένη μικροσχέση στο τρένο από το Ράλεϊ για το Σικάγο. «Ένας άντρας μπαίνει στο μπαρ ενός τρένου», όπως αναφέρεται και στον τίτλο του σπαρταριστού διηγήματος, λοιπόν· στο μπαρ όπου αρχικά οι φωνές φαίνονται εύθυμες, με τον ζεστό τόνο μεταξύ των ξένων που γίνονται φίλοι. Προοδευτικά βέβαια οι πότες χάνουν τις λέξεις τους για να καταλήξουν τελικά με αλλήθωρα μάτια στον ακατάληπτο μονόλογο που περνιέται για μεθυσμένη ειλικρίνεια.

Αλλά ο εξομολόγος μας πάντοτε David_Sedaris 2ένιωθε μια έλξη για ανθρώπους που μοιάζουν κατεστραμμένοι ακόμα κι αν τα πράγματα που έχουν κοινά είναι όλα καταθλιπτικά.  Έτσι η γνωριμία με τον Τζόνι: συζητούν αν η μητέρα του τού κάνει έκπτωση στα ναρκωτικά, στριφογυρίζουν το πλαστικό ποτήρι με τη βότκα σαν να είναι κάποιο εκλεκτό κονιάκ και αναζητούν μια αξιοπρεπή τουαλέτα να τα πιουν και να τα πουν με την ησυχία τους, ενώ στα ενδιάμεσα ένας μαύρος θαμώνας εκτοξεύει στην ομήγυρη μερικά θανατηφόρα ανέκδοτα. Κι όταν οι ευκαιρίες χάνονται, δεν μένει παρά να φιλοσοφήσεις τα γλυκόπικρα και τα ελεεινά:

Όταν είσαι νέος, εύκολα πιστεύεις ότι μια τέτοια ευκαιρία θα εμφανιστεί ανά. Αντί για ένα Λιβανέζο στην Ιταλία, ίσως συναντήσεις έναν Νιγηριανό στο Βέλγιο ή έναν Πολωνό στην Τουρκία. Πείθεις τον εαυτό σου ότι αφού ταξίδεψες μόνος στην Ευρώπη φέτος το καλοκαίρι, θα μπορούσες σίγουρα να το κάνεις πάλι του χρόνου και του παραχρόνου. Φυσικά δεν γίνεται έτσι και, προτού το καταλάβεις, είσαι πλέον ένα όχι και τόσο νεαρό, άνεργο ξωτικό, τόσο απελπισμένος για αγάπη, που περνάς την βραδιά σου ποθώντας έναν στρέιτ αλκοολικό. [σ. 153]

ds3Ο Σεντάρις είναι ένας ανεξάντλητος χιουμορίστας· θαρρείς και ο σάκος με τις ιστορίες του δεν τελειώνει ποτέ. Και να σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για ιστορίες που αν δεν είναι, σε πείθουν πως είναι προσωπικές οικογενειακές, επαγγελματικές, ερωτικές, κοινωνικές, και που όπως σωστά μαντεύετε καταλήγουν σε ματαιώσεις, αποτυχίες, ήττες μεγαλειώδεις – ή έτσι ισχυρίζεται. Μόνο που στα ενδιάμεσα ο αυτοσαρκασμός φτάνει σε θεαματικά υψίπεδα, προκαλώντας το γέλιο – ομολογώ πως τα τελευταία χρόνια είναι ο μόνος που με κάνει σταθερά να γελάω σχεδόν σε κάθε του διήγημα – ενώ οι περιγραφές καταστάσεων και συμπεριφορών μετατρέπονται σε ευφυή ανέκδοτα.

David_SedarisΕίναι, άραγε, όντως αυτοβιογραφικές οι σπαρταριστές διηγήσεις του; Αν είναι έτσι, τότε είναι απορίας άξιον πώς επιβίωσε στον κωμικοτραγελαφικό κόσμο που περιγράφει. Ο πατέρας του αποτελεί μια ιδιαίτερη μορφή αυτού του κόσμου. Στους «Τόπους ευτυχίας» επιμένει μέχρι εμμονής στην κολονοσκόπηση που οφείλει να κάνει ο γιος του, κατορθώνοντας να την εντάξει σε κάθε είδους συζήτηση, αλλά είναι στους «Κύκλους της μνήμης» που τα παιδικά τραύματα μπορούν σήμερα να γράφονται και διαβάζονται απολαυστικά, χωρίς ίχνος θλίψης. Εδώ ο συγγραφέας επιστρέφει στην ηλικία των έντεκα, στο μίζερο κάντρι κλαμπ του Σαββατοκύριακου, με την πισίνα («λάκκοι με χλώριο, χημικά μπάνια»), τα γελοία μετάλλια, τους μισομεθυσμένους γονείς που φωνάζουν ενθαρρυντικά και τον τυπικό πατέρα που εκθειάζει τον καλύτερο αθλητή εις βάρος του γιου του. Η συμπεριφορά του δεν αλλάζει ούτε τα επόμενα χρόνια: όταν ο συγγραφέας τον ενημερώνει για την πρωτιά του βιβλίου του στους Times, ο πατέρας του αντιτείνει πως δεν είναι πρώτο στη λίστα του Wall Street Journal. Αιώνιοι ανθρωποφάγοι και τεκνοφάγοι γονείς! Μέχρι και ήρωες ωραίων διηγημάτων γίνεστε! Κι ας περιπλέκονται τα πράγματα όταν μεγάλο μέρος του βιβλίου εκείνου έχει να κάνει μ’ εσένα και με το πόσο γελοίος μπορείς να είσαι.

dsΣτο διήγημα «Μια φιλενάδα από το γκέτο» ο ήρωας είναι τηλεφωνητής σε γραμμή αλληλοβοήθειας, που όπως σωστά ίσως μαντέψατε, επιχειρεί να χρησιμοποιήσει ο ίδιος για την δική του βοήθεια, και κυρίως για να ακούσει όσο πιο μίζερες καταστάσεις γίνεται ώστε να αισθανθεί καλύτερα. Η ίδια νοοτροπία των ωθεί να συνάψει σχέση με την Ντελίσια, την ευτραφή μαυρούλα της γειτονιάς του, με μερικές ενδιαφέρουσες συνέπειες. Το Καναδικό Σύστημα υγείας μοιάζει με γενοκτονία, αλλά τα ευρωπαϊκά συστήματα είναι ακόμα χειρότερα, μας προετοιμάζει ο αφηγητής στους «Οδοντίατρους χωρίς σύνορα». Ας τον φέρουμε και κατά δω, θα γράψει ολόκληρη συλλογή μόνο στα νοσοκομεία μας. Εδώ ο ασθενής, εθισμένος στην ελεεινή ιατρική συμπεριφορά, ανησυχεί όταν του φέρονται ευγενικά και όλα πάνε καλά. Αναζητά κάποιο πτυχίο κρεμασμένο στον τοίχο, απορεί μήπως το Γιατρός είναι απλά το μικρό τους όνομα και επιθυμεί τις γνωστές ακατανόητες και εντυπωσιακές λέξεις που χρησιμοποιούν οι γιατροί ώστε να νοιώσει σημαντικός και τραγικός.

David-S__5«Ο συγγραφέας» περιγράφει τις περιοδείες προώθησης ενός βιβλίου, όπου ο καθένας πλέον χρησιμοποιεί την φωτογραφική μηχανή του κινητού – εφόσον υπάρχει, κάπου πρέπει να την στρέψουν. Πρώτη έκπληξη για τον τιμώμενο αποτελούν οι παρόντες έφηβοι, που αντί να καπνίζουν μπάφους μέσα σε ένα κλεμμένο αυτοκίνητο ή να μένουν έγκυες στο παράσπιτο του γείτονα, προτιμούν να ακούσουν έναν μεσήλικα άντρα να διαβάζει δυνατά. Μπροστά δε στην αναγνώστρια που τον ενημερώνει πως εργάζεται με παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, εκείνος ρωτάει: Δεν είναι όμως πολλοί από τους μαθητές σου απλώς μαλάκες; Είναι εμφανές πως ο Σεντάρις έχει γράψει τις θεωρίες περί πολιτικής σωστότητας στα παλιά του τα μολύβια.

David_Sedaris_2_2014Μαρκ Τουέιν, Μπορίς Βιαν, Γούντι Άλλεν, Ντόροθι Πάρκερ, αλλά και ολόκληρη η σειρά των φλεγματικών βρετανών κωμικογράφων, όπως και η εκλεκτή ομήγυρη των αμερικανών κωμικών της σκηνής, όλοι έχουν επηρεάσει τον Σεντάρις που έχει όμως εξαρχής κατασκευάσει μια δική του χιουμοριστική γραφή που σε εκπλήσσει σε κάθε γύρισμα της παραγράφου. Ο ελληνοαμερικανός κάτοικος της Αγγλίας χειρίζεται περίτεχνα την ειρωνεία, βγάζει διαρκώς ατάκες από την τσέπη του και τις πετάει σαν σαΐτες, καυτηριάζει καλόπιστα και τρυφερά, απομυθοποιεί ολοκληρωτικά, ξεγυμνώνεται ελεύθερα – Γυμνός άλλωστε είναι και ο τίτλος παλαιότερης συλλογής του.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, στο Βιβλιοπανδοχείο, 151 υπό τον τίτλο Laughing clowns.

Εκδ. Μελάνι, 2014, μτφ. Μυρσίνη Γκανά, σελ. 209 [Let’s explore diabetes with owls, 2013]

28
Μαρ.
14

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 150. Κώστας Δεσποινιάδης / Εκδόσεις Πανοπτικόν

ΠεΚ.Δ1ρί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο είναι οι «Νύχτες που μύριζαν θάνατο» (2010) που πρόσφατα κυκλοφόρησε και σε γαλλική μετάφραση της Christine Frat, οπότε έχει δύο θύρες εισόδου. Θα σας συνοδέψω ως εκεί (ας πούμε ότι είναι μια συλλογή με μικρά πεζά ή πεζοποιήματα;), αλλά όποιος θέλει ας εισέλθει μόνος του, κι άμα του αρέσει ας καθίσει.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση –εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν;

b193060Τα άλλα δύο μου βιβλία είναι το: «Φραντς Κάφκα. Ο ανατόμος της εξουσίας», μια συλλογή δοκιμίων που αναδεικνύουν την αποσιωπημένη αναρχική-αντιεξουσιαστική πλευρά στο έργο και τη ζωή του Κάφκα, και το «Πόλεμος και ασφάλεια» μια συλλογή δοκιμιακών παρεμβάσεων στα «χρόνια της αντιτρομοκρατικής υστερίας».

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Οι ιδέες, νομίζω, μας παγιδεύουν αυτές. Γράφω συνήθως στο χέρι, αν αυτό ρωτάτε. Κατά τα άλλα, έχω γράψει κάποτε το εξής δίστιχο: «Όταν με ζώνει η μοναξιά γράφω / Ας γινόταν να μην είχα γράψει ούτε αράδα στη ζωή μου».

b163323Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι, ούτε τελετουργία ούτε διαδικασία ούτε μουσική. Είμαι και ολιγογράφος. Θέλω να πω, δεν γράφω κάθε μέρα, ούτως ή άλλως.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Λογοτεχνικά κείμενα, ναι. Κι έχω κρατήσει πολλές σημειώσεις, για κείμενα που ολοκληρώθηκαν μετά. Αλλά τα δοκιμιακά γραπτά χρειάζονται, αναγκαστικά, «επιμελητεία» που δεν προσφέρεται εκτός γραφείου.

b138640Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Του Ντοστογιέφκσι. Μου βασανίζει το μυαλό χρόνια τώρα, αλλά όλο νιώθω ότι ξεπερνά τις δυνάμεις μου.

Έχετε γράψει ποίηση, πεζογραφία και δοκίμιο. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσά τους ή βλέπετε κάποιο να επικρατεί των άλλων;

Μέχρι τώρα, πράγματι, μου προκύπτουν δύο συγγραφικές ανάγκες και ροπές, μία δοκιμιακή και μία λογοτεχνική. Μάλλον έτσι θα συνεχίσει να συμβαίνει.

b126292Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ανάκατα λογοτέχνες και στοχαστές, ξένοι και έλληνες, όπως μου έρχονται με κίνδυνο να παραλείψω κάποιους: Ντοστογιέφκσι, Κάφκα, Νίτσε, Τολστόι, Ουγκώ, Καμύ, Τόμας Μαν, Ε.Μ. Σιοράν, Μπέρχαρντ, Σελίν, Μέλβιλ, Γκόγκολ, Μούζιλ, Μπαλζάκ, Τράβεν διάφοροι κλασικοί του αναρχισμού, Βάλτερ Μπένγιαμιν, Φουκώ, Καστοριάδης, Αντόρνο, οι Καταστασιακοί στις καλές τους στιγμές, Αγκάμπεν, Καρυωτάκης, Καβάφης, Παπαδιαμάντης, Σαχτούρης, Καρούζος, Άρης Αλεξάνδρου, Βύρωνας Λεοντάρης, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ρένος Αποστολίδης, Ε.Χ. Γονατάς, Ρόμβος, Φ. Τερζάκης κ.ά.

b188517Αναφέρω κυρίως αυτούς που σε κάποιο βαθμό με διαμόρφωσαν, λόγω της χρονικής συγκυρίας που τους διάβασα. Ατυχώς μερικούς σημαντικούς συγγραφείς τους διάβασα αργά• και ασφαλώς δεν φτάνουν ούτε 10 ζωές για να διαβάσει κανείς τα άξια που γράφτηκαν…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Πολλά βιβλία των παραπάνω συγγραφέων (αλλά και άλλων, που δεν ανέφερα)

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Αρκετά είναι, αλλά αν πρέπει να πω μόνο ένα θα έλεγα τον «Παίκτη του σκακιού» του Ουναμούνο (παρότι είναι μάλλον νουβέλα κι όχι διήγημα). Το έχω διαβάσει πολλές φορές στη ζωή μου, αλλά μία ανάγνωσή του δεν θα την ξεχάσω ποτέ.

b186827Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Συνολικά όχι, ωστόσο έχει τύχει να διαβάσω ελπιδοφόρα πράγματα. Είναι λίγα αλλά υπάρχουν.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Διάφοροι Ντοστογιεφσκικοί. Πολύ φοβάμαι ότι έχουν καθορίσει σε κάποιον βαθμό, χωρίς να το καταλάβω, και κομμάτια του χαρακτήρα μου.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Οι «Σημειώσεις» του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλb167677ου και της υπόλοιπης «παρέας του Χαλανδρίου». Αν το «Πανοπτικόν» είχε γονείς, οι «Σημειώσεις» θα ήτανε.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω, και λόγω της δουλειάς μου. Προτιμώ αυτές που δεν είναι αποτέλεσμα προσωπικών και εκδοτικών συνδιαλλαγών, αλλά πραγματικές κριτικές. Σπανίζουν. (Ειδικά στις κριτικές, έχω την αίσθηση ότι οι διαδικτυακές είναι περισσότερο αδέσμευτες και ακαθοδήγητες, κι ας τους λείπει καμιά φορά το κύρος των έντυπων)

b173969Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Μιας και είμαι μάλλον ανίκανος να οδηγήσω, μετακινούμε συχνά με τρένα και διαβάζω σχεδόν πάντα στη διαδρομή. Θυμάμαι όταν διάβαζα το συγκλονιστικό «Αν αυτό είναι ο άνθρωπος» του Πρίμο Λέβι, πηγαίνοντας από τη Θεσσαλονίκη προς την Κοζάνη. Το στομάχι μου κόμπος καθόλη τη διαδρομή, και για μέρες μετά.

Περί μετάφρασης
Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

b152872Αν έχει επιλέξει ο μεταφραστής τον συγγραφέα απαλλαγμένος από βιοποριστικές απαιτήσεις, η σχέση είναι τρόπον τινά ερωτική. Αν του έχει ανατεθεί η μετάφραση και την κάνει για λόγους βιοποριστικούς, είναι μια απαιτητική, κακοπληρωμένη δουλειά που απλώς προσπαθείς να την κάνεις σωστά και ευσυνείδητα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Τελετουργία όχι. Ούτε μουσική. Τα πράγματα είναι απλά όσον αφορά τη «διαδικασία»: Το κεφάλι κάτω, τα λεξικά στο πλάι, και ατελείωτη δουλειά, σαν τα βόδια που οργώνουν το χωράφι αγόγγυστα.

b130738Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Πολλοί, αλλά άλλοι έχουν μεταφραστεί ήδη, άλλοι έγραψαν σε γλώσσες που δεν γνωρίζω…

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Νομίζω ότι, με μια έννοια, καλώς τίθεται στο περιθώριο. Η δουλειά του δεν συνίσταται στο να φανεί αυτός, αλλά να υπηρετήσει το κείμενο που έχει μπροστά του. Αν μάλιστα προσπαθήσει ματαιόδοξα να κάνει επίδειξη του εαυτού του, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα την πληρώσει ο συγγραφέας.

b120305Από την άλλη, σαφώς πρέπει να βελτιωθούν οι όροι δουλειάς και αμοιβής των μεταφραστών, που είναι τραγικοί. Και σαφώς η κριτική πρέπει να επιβραβεύει και να αναδεικνύει τις καλές μεταφράσεις.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Έχοντας βρεθεί, επαγγελματικά, και στις δύο θέσεις, μπορώ να πω ότι ένας καλός επιμελητής μπορεί να αποδειχτεί ευεργετικός για τον συγγραφέα και τον μεταφραστή, ενώ ένας ανεπαρκής και συμπλεγματικός μπορεί να αποδειχτεί καταστροφικός. Τα προβλήματα, συνήθως, προκύπτουν από τη σύγκρουση εγωισμών. Η ιδανική μορφή της συνεργασίας θα ήταν αλληλοσεβασμός και αναλυτική συζήτηση για όποιο θέμα προκύψει (αυτό το τελευταίο μερικές φορές δεν το επιτρέπουν οι ρυθμοί της δουλειάς και η βιασύνη των εκδοτών).

ΚατEXOFYLO.qxdά τα άλλα, οι επιμελητές και οι διορθωτές, ένεκα της κρίσης, απειλούνται όχι μόνο με αφάνεια αλλά και με αφανισμό.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Επειδή μεταφράζω σχεδόν αποκλειστικά δοκιμιακά βιβλία, δεν συνέβη κάτι τέτοιο.

Περί αδιακρισίας
Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Είμαι τραγικά αυτοδίδακτος σε όλα. Το εννοώ• δεν έχω σπουδάσει τίποτα απολύτως. Μ’ αρέσει η άγρια φύση κι ο καθαρός αέρας και όχι η αποπνικτική ατμόσφαιρα των θερμοκηπίων.

b108674Πώς βιοπορίζεστε;

Ως εκδότης, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Την συγγραφική και την μεταφραστική ιδιότητα θα τις αντάλλασσα μάλλον εύκολα• Την αναγνωστική όχι• αλλά όποιος έχει διαβάσει το «Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι», δεν ξέρω αν θα αποδεχόταν ούτως ή άλλως μια προσφορά σαν τη δική σας.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

b114292Θα ήθελα να με ρωτήσετε «Της γυναίκας η καρδιά;» και να σας απαντήσω, κοινότοπα: «είναι μια άβυσσος». Αλλά εμένα αμετανόητα με γοητεύουν τα αβυσσαλέα πράγματα.

 Περί εκδόσεων

Εκδόσεις Πανοπτικόν. Θα μας δώσετε ένα γενικό διάγραμμα της δημιουργίας του εκδοτικού οίκου [ή της δικής σας συμμετοχής σε αυτόν];

Όπως έχω ξαναπεί, το Πανοπτικόν είναι ένας μικρός, προσωποπαγής, ανεξάρτητος εκδοτικός οίκος, έξω από τα κυκλώματα της διαφήμισης και της οργανωμένης προβολής. Είναι ένας οίκος που τον ξεκίνησα με ανύπαρκτο αρχικό κεφάλαιο και περίσσευμα από μεράκι το 2001, μαζί με το ομώνυμο περιοδικό, όπου τα πάντα σχεδόν τα κάνω μόνος μου.

b191485Η θεματολογία των εκδόσεων χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες: είναι κυρίως πολιτικά δοκίμια (ελευθεριακής και αντιεξουσιαστικής, με την ευρεία έννοια, κατεύθυνσης), υπάρχει μια λογοτεχνική σειρά, με κείμενα που θέλω να «ξεφεύγουν» από την πεπατημένη, τόσο ως τρόπος γραφής όσο και ως συνολική αντίληψη για το τι είναι και ποιον ρόλο επιτελεί η λογοτεχνία στην εποχή των βιομηχανοποιημένων best-seller, η συγγραφή των οποίων διδάσκεται σε κάτι απερίγραπτα σεμινάρια δημιουργικής γραφής, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει προστεθεί η σειρά των Απάντων του Φρίντριχ Νίτσε.

Είχατε κάποιο προσωπικό σχέδιο ή επιθυμία; Πώς αποφασίσατε να γίνετε εκδότης;

b114291Εκεί γύρω στα 20 μου αποφάσισα ότι το μόνο που θέλω να κάνω σε τούτη τη σύντομη ζωή είναι να γίνω εκδότης -να ζω από τα βιβλία, μέσα στα βιβλία, για τα βιβλία- και έγινα στα 23 μου (κυριολεκτικά δίχως δραχμή στην τσέπη).

Πως επιλέξατε ή καταλήξατε στο όνομα;

Διαβάζοντας το βιβλίο του Μισέλ Φουκώ, «Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής» όπου γίνεται εκτενής αναφορά στο «Πανοπτικόν» του Μπένθαμ.

Πώς επιλέγονται οι τίτλοι σας; Σας παραδίδονται χειρόγραφα αυτοπροσώπως ή ταχυδρομικώς, σας προτείνονται συγκεκριμένοι συγγραφείς, έχετε αναγνώστες χειρογράφων;

b120947Συνήθως τους διαλέγω εγώ, μερικές φορές είναι προτάσεις στενών φίλων και συνεργατών. Αναγνώστες χειρογράφων δεν υπάρχουν. Ούτε άλλοι απασχολούμενοι σε αυτόν. Τα κάνω όλα μόνος μου. Σελιδοποιώ, διορθώνω, επιμελούμαι, επιλέγω τα εξώφυλλα, διαβάζω τα χειρόγραφα που καταφτάνουν, κάνω τον αποθηκάριο, τον λογιστή, εκτελώ τις παραγγελίες. Είπαμε: μονοπρόσωπος οίκος εντατικής εργασίας.

Ποια είναι τα κυριότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ένας εκδοτικός οίκος; Πώς κρίνετε την σύγχρονη εκδοτική κατάσταση; Σε ποιο βαθμό επηρεάζουν οι τρέχουσες συνθήκες την παραγωγή και την αγορά των βιβλίων σας;

b114295Στο οικονομικό πεδίο, «φέσια» και καθυστερημένες πληρωμές από χοντρεμπόρους και βιβλιοπώλες (το φαινόμενο υπήρχε και πριν την κρίση, τώρα έχει επιδεινωθεί) καθώς και η ληστρική (νταβατζίδικη ίσως είναι σωστότερη λέξη) αντιμετώπιση από το κράτος και την εφορία. Επιπλέον, σε μια χώρα που ούτως ή άλλως οι άνθρωποι δεν διαβάζουν πολύ, αν προσθέσουμε το 30% ανεργία και άλλους τόσους που φυτοζωούν με πενιχρούς μισθούς, καταλαβαίνουμε ότι ακόμα κι αυτοί που θα’ θελαν να παίρνουν βιβλία, δυσκολεύονται πολύ.

Κατά τα άλλα, όσο πιο μικρός σε μέγεθος είναι ένας εκδότης, τόσο δυσκολότερο είναι να διακινήσει τα βιβλία του και ακόμα δυσκολότερο να τα προβάλλει όπως πρέπει.

b153467Διατηρείτε προσωπική σχέση με τους έλληνες συγγραφείς σας;

Το μεγαλύτερο ίσως όφελος από την μέχρι τώρα εκδοτική διαδρομή μου είναι 4-5 πολύτιμες φιλίες, με ανθρώπους που δεν τους ήξερα και γίναμε φίλοι κατά τη διάρκεια της εκδοτικής μας συνεργασίας. Στενή σχέση με όλους τους συγγραφείς είναι αδύνατον να έχει ένας εκδότης, συν τοις άλλοις και για λόγους χρόνου.

Ποια βιβλία περιλαμβάνονται στα άμεσα εκδοτικά σας πλάνα;

Η ολοκλήρωση των Απάντων του Φρίντριχ Νίτσε στις κλασικές πλέον μεταφράσεις του Ζήση Σαρίκα. Μεταφραστικό έργο ζωής και πραγματικός άθλος για τον ίδιο, καμάρι για εμένα να φιλοξενώ αυτή την σειρά στο Πανοπτικόν. Έχουμε εκδώσει 13 από τους 16 τόμους και έπεται συνέχεια.

pan18Περιοδικό Πανοπτικόν. Περί τίνος πρόκειται;

Το Πανοπτικόν είναι ένα περιοδικό πολιτικής φιλοσοφίας και κριτικής. Όπως είπα και άλλοτε, στοχαστές ή ρεύματα σκέψης με τα οποία συνομιλεί είναι όλες οι τάσεις της αναρχικής και ελευθεριακής παράδοσης, αλλά και πιο πρόσφατοι στοχαστές που άσκησαν κατεδαφιστική κριτική σε όψεις της σύγχρονης κυριαρχίας. Όλοι οι στοχαστές που έχουν φιλοξενηθεί στις σελίδες του, βέβαια, δεν συμφωνούν μεταξύ τους, αλλά αυτό που με ενδιαφέρει δεν είναι να συντάξω ένα νέο ευαγγέλιο (πολιτικής) σκέψης που θα προστεθεί στα ήδη υπάρχοντα. Με ενδιαφέρει ένας ουσιαστικός διάλογος διαφόρων τάσεων σκέψης, που όλες όμως έχουν μία κοινή συνισταμένη: την ανυποχώρητη κριτική του υπάρχοντος, γιατί θεωρώ πως μόνον όποια σκέψη πάει «κόντρα στην εποχή της», έχει λόγο ύπαρξης. Ταυτόχρονα -δεδομένου ότι η ύλη του περιοδικού είναι μοιρασμένη ανάμεσα σε μεταφρασμένα και πρωτότυπα κείμενα-, με ενδιαφέρουν πάρα πολύ και οι αντίστοιχες (τηρουμένων των αναλογιών) απόπειρες πραγματικά ριζοσπαστικής και ανεξάρτητης σκέψης που εκδηλώνονται από σύγχρονους έλληνες στοχαστές.

Πρώτη δημοσίευση: στο Λιστολόγιο του mic.gr.

27
Μαρ.
14

Αλεξάνδρα Ρασιδάκη – Περί μελαγχολίας. Στη θεωρία, τη λογοτεχνία, την τέχνη

Είναι περLayout 1ιττό να αναφέρουμε το ερεθιστικότατο της πολυπρισματικής ερεύνησης ενός θέματος που αποτελεί ταυτόχρονα απολύτως σύγχρονο πρόβλημα της νεωτερικής μας κατάστασης (όπου η περιρρέουσα θλίψη και κατάθλιψη εμφανίζεται διάχυτη και δικαιολογημένη όσο ποτέ) και την ίδια στιγμή βαθύ διαχρονικό δεδομένο της ανθρώπινης κατάστασης. Όταν δε κατά την πραγμάτευση ενός τέτοιου θέματος ακολουθείται η τριμερής κατόπτευση των τομέων εκείνων που έχουν αιχμαλωτίσει τις πνευματικές μας ηδονές: την λογοτεχνική, την θεωρητική – δοκιμιακή και την καλλιτεχνική, τότε τα πολλαπλά δωρήματα του έργου είναι εμφανή.

Η αρχική προσέγγιση στο θέμα αφορά τρεις θεματικούς άξονες: την ιδιαιτερότητα και ατομικότητα του μελαγχολικού που βιώνει με τον τρόπο αυτό την αυτοσυνείδησή του και την σχέση του με τον κόσμο, την διαφορετική οπτική γωνία που οδηγεί σε κριτική διάθεση απέναντι στην τάξη των πραγμάτων και την σχέση της μελαγχολίας με την δημιουργικότητα, έναν συσχετισμό που αποτελεί κοινό τόπο που διαπερνά την ιστορία της δυτικής σκέψης. Η μελέτη χωρίζεται σε δυο μέρη. Το πρώτο αφιερώνεται στον περί μελαγχολίας λόγο και διατρέχει ορισμένες προσεγγίσεις της μελαγχολίας από την κλασική αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα μέχρι την Αναγέννηση και το Μπαρόκ. Ιδιαίτερα κεφάλαια εδώ αφιερώνονται στην Ανατομία της μελαγχολίας του Richard Burton και στο Πένθος και μελαγχολία του Sigmund Freud.

Το δεύτερο μέρος αφιερώνεται στην ποιητική της μel-otono-del-patriarca_ελαγχολίας και αφορά τον ευρωπαϊκό λογοτεχνικό λόγο της. Η μελαγχολία της εξουσίας ανιχνεύει την παραδοσιακή συσχέτιση μελαγχολίας και εξουσίας μέσα από την ανάλυση των μυθιστορημάτων Το φθινόπωρο του Πατριάρχη του Gabriel Garcia Marquez και Ο λαβύρινθος του Πάνου Καρνέζη. Το κείμενο του Marquez, ειδικότερα, εντάσσεται στο ξεχωριστό λογοτεχνικό είδος του «μυθιστορήματος του δικτάτορα» και σε μια ιδιαίτερη πλευρά του, εκείνη που παρουσιάζει την παθολογία της εξουσίας και την παρακμή του ηγέτη μέσα από το ψυχολογικό του πορτρέτο. Ακριβώς αυτή η έκθεση της ευάλωτης και θνητής πλευράς του λειτουργεί υπονομευτικά και συμβάλλει στην απομυθοποίησή του: η μορφή του δικτάτορα γίνεται προσιτή, μπορεί να αμφισβητηθεί και να καταδικαστεί. Επιπλέον, η υποτιθέμενη μυθική του διάσταση παρουσιάζεται ως προϊόν συνειδητής κατασκευής και η λεπτομερής περιγραφή της φθαρτής του υπόστασης διαβρώνει τον μύθο του. Εδώ η μελαγχολία λειτουργεί ως καταλυτική δύναμη που καταβάλλει δραματικά το εγώ του ηγέτη. Η μελαγχολική διάσταση της μορφής συναρτάται με την απο – γοήτευση: η συνειδητοποίηση της αντίθεσης μεταξύ της δημόσιας και της ιδιωτικής του εικόνας παρουσιάζεται ως στιγμή διαύγειας και ταυτόχρονα απόλυτης απογοήτευσης καθώς και ο ίδιος είχε πιστέψει στον μύθο του.

Η βεβαιότητα τrobert-burton-largeου θανάτου και η συνεπακόλουθη συνειδητοποίηση της ματαιότητας των πάντων αποτελούν, όπως και στο Μπαρόκ, πηγή αλλά και αντικείμενο της μελαγχολικής σκέψης, συνεπώς η ποιητική της ματαιότητας μπορεί να ερμηνευτεί ως έκφραση της σχετικής μελαγχολικής κοσμοαντίληψης. Στο κεφάλαιο Παραλλαγές στο θέμα της ματαιότητες η ερευνήτρια εξετάζει υπό αυτό το πρίσμα τον κύκλο των Ποιημάτων του Gottfried Benn Morgue [1912] και τη νουβέλα της Anna Seghers Η εκδρομή των νεκρών κοριτσιών [1943]. Πρόκειται για κείμενα που σκηνοθετούν τον θάνατο όχι ως το δραματικό τέλος της ζωής αλλά ως μέρος της καθημερινότητας· μιας καθημερινότητας κατά τη οποία η μελλοντική απουσία του ανθρώπου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ζωής.

Σε ετούτη την «αναπαράσταση της απουσίας» κυριαρχούν μεταξύ άλλων έντονη εικονικότητα, οι άκρως ρεαλιστικές περιγραφές εικόνων θανάτου και αποσύνθεσης, η εμμονή στην ύλη. Αν στην τέχνη του Μπαρόκ η αρχή της ματαιότητας παρουσιάζεται ως σκηνοθεσία της απουσίας με τρεις τρόπους: με αναπλήρωση της παρουσίας και υπογράμμιση της απουσίας, με προβολή στο μέλλον (η τωρινή παρουσία λειτουργεί ως ένδειξη της μελλοντικής απουσίας), με προβολή στο παρελθόν (το παρόν παρουσιάζεται «εμποτισμένο| από το παρελθόν, γεμάτο ίχνη της αλλοτινής παρουσίας.

Στο βιβλίο της Seghers, ειδικότερα, η αSeghersπουσία βιώνεται ως απώλεια, με ανάλογους με το Μπαρόκ όρους παρουσίας / απουσίας. Η διαδικασία της ανάμνησης αποτελεί το έναυσμα της γραφής και λειτουργεί θεραπευτικά, καθώς αποτελεί τμήμα της διεργασίας πένθους. Ωστόσο, δεν πρόκειται απλώς για ταξίδι στο παρελθόν, καθώς η αφηγήτρια διατηρεί τη συνείδηση του παρόντος και τη γνώση όλων όσα θα συμβούν. Η αφήγησή της συντελείται από διπλή οπτική γωνία: του παρόντος της σχολικής εκδρομής και του παρόντος της ενήλικης παρατήρησης αλλά και της επίγνωσης των τραγικών γεγονότων. Η τεχνική της προβολής της μελλοντικής απουσίας έχει πιο δραστικό αποτέλεσμα από μια γραμμική αφήγηση, καθώς λειτουργεί από – γοητευτικά για τον αναγνώστη, υπονομεύοντας μια σκηνής εξ ορισμού θετική, αν όχι ειδυλλιακή (άνοιξη, σχολική εκδρομή). Η ερευνήτρια όμως μας υποδεικνύει μια σημαντική διαφοροποίηση: ο θάνατος παρουσιάζεται ως τραυματική εμπειρία ορισμένων γενεών και ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών και ιδεολογικών συνθηκών. Διόλου τυχαία οι επιζήσαντες δάσκαλοι θα έχουν ένα άλλου είδος ζοφερό μέλλον, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Έτσι το κείμενο πέρα από προσωπική διεργασία πένθους καθίσταται και πολιτική καταγγελία.

Το βλέμμα του μελαγχολικού μπορεί να είναι κριτικό, θυμίζοντας τις «μικροπαρατηρήσεις» που κάνει ο Richard Burton στην Ανατομία του. Ο επικριτικός αυτός ρόλος του μελαγχολικού πραγματώνεται σε δυο γερμανικά έργα που προέρχονται από δυο κομβικές ιστορικές συγκυρίες· πρόκειται για τα βιβλία Οι απόψεις ενός κλόουν του Heinrich Böll [1963] και Τα αχλάδια του Ρίμπεκ του Friedrich Christian Delius [1991]. Σε αμφότερα η μειονεκτική θέση στο περιθώριο της κοινωνίας δίνει τη δυνατότητα στο αφηγητή να εκφέρει έναν λόγο απομυθοποιητικό, που στέκεται απέναντι στην γενικότερη αισιοδοξία και ευφορία. Το κριτικό βλέμμα του μελαγχολικού λοιπόν αποτελεί το αντικείμενο του επόμενου κεφαλαίου.

e_Boell_Ansichten_eines_Clowns_Στο κείμενο το Böll o Χανς αισθάνεται ξένος μέσα στον κόσμο που το περιβάλλει, καθώς έχει από νωρίς απορρίψει το αστικό ιδανικό του οικογενειακού μικρόκοσμου. Η παρουσίαση του ως ξένου στο ίδιο του το σπίτι δεν είναι παρά η προβολή μιας γενικότερης αποξένωσης στον ιδιωτικό χώρο. Η μελαγχολία του εμφανίζεται ως προϋπόθεση της κριτικής του στάσης: ο Χανς διακρίνει και καταγγέλλει τις πάσχουσες πλευρές του κόσμου. Είναι γνωστή η θυελλώδης διαμάχη που προκάλεσε το βιβλίο, καθώς ξεγύμνωνε την εικόνα που είχε η Δυτική Γερμανία για τον εαυτό της σε μια εποχή που πάσχιζε να τονίσει την ασυνέχεια ανάμεσα στο βρώμικο ναζιστικό παρελθόν και στο παρόν, και πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η γερμανική ιδέα της «νέας αρχής». Σε εκείνη ακριβώς την προσπάθεια αποσιώπησης και ωραιοποίησης ο κλόουν αντιτείνει την εμμονή του στην ενθύμηση. Βαθύτατα πολιτικό και αυτό το κείμενο, εντάσσεται στη γενικότερη προβληματική του συγγραφέα γύρω από το θέμα το στρατευμένου διανοούμενου – καλλιτέχνη.

Ο κεντρικός χαρακτήρας στην νουβέλα του Delius διατηρεί σκεπτική στάση τόσο απέναντι στο παρελθόν – την πρώην Ανατολική Γερμανία – όσο και στα γεγονότα του «ευδαιμονικού» παρόντος – την εορταζόμενη ενοποίηση. Η αφήγησή του λειτουργεί αποκαλυπτικά και απο – γοητευτικά, στρέφοντας την προσοχή του αναγνώστη στις σχέσεις εξουσίας και εξάρτησης που καθόρισαν ολόκληρο το παρελθόν του [τοπικός άρχοντας – ναζί – ΛΔΓ] αναδεικνύοντας ακόμα την λεπτή διαχωριστική γρα51TnjXH7FjLμμή μεταξύ «απελευθερωτών» και «κατακτητών». Φλύαρος και σκωπτικός, αρνείται την αφελή αισιοδοξία του περίγυρου και αναζητά ως το τέλος προσωπική ελευθερία και αξιοπρέπεια.

Ψυχικές ασθένειες, σχολιασμένες αποτελούν το αντικείμενο του τελευταίου κεφαλαίου. Εδώ το διήγημα του Γεωργίου Βιζυηνού Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας ως χρονικό μελαγχολίας εξετάζεται σε συνάρτηση με τον γερμανικό ρομαντισμό ως διακειμενική αναφορά και με το θεωρητικό σχήμα του Freud περί μελαγχολίας. Είναι εμφανές πως Περί μελαγχολίας Λόγος δια χειρός της πανεπιστημιακού και μεταφράστριας Αλεξάνδρας Ρασιδάκη δεν φωτίζει μόνο αθέατες και ημιθέατες πλευρές ενός θέματος ιδιαίτερα λεπτού και αβαθούς όπως είναι η μελαγχολία αλλά και τροφοδοτεί με νέα ερεθίσματα για διαφορετική οπτική όχι μόνο παρελθοντικών μορφών της αλλά και των απολύτως σύγχρονων εκφάνσεών της. Ο τόμος διανθίζεται από φωτογραφίες έργων τέχνης, μεταξύ των οποίων και ένα ένθετο έγχρωμο γυαλιστερό οχτασέλιδο με δεκατρία εικαστικά έργα, και περιλαμβάνει βιβλιογραφία και ευρετήριο προσώπων.

Εκδ. Κίχλη, 2013, σελ. 291.

25
Μαρ.
14

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 149. Luis Gómezbeck

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως τη θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Όχι μόνον ως τη θύρα του πιο πρόσφατου βιβλίου μου, αλλά ως τη θύρα της πατρίδας μου, του πολιτισμού μου, του σπιτιού μου: το Μεξικό, για το οποίο γράφω στα βιβλία μου.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση-εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιούς πόθους συνεγράφησαν);

Σας παραθέτω τα όσα γράφονται στα οπισθόφυλλα των βιβλίων μου:

COVER AZTEKON POIISIS_1«Αζτέκων Ποίησις»: Ένας Μεξικάνος συγκέντρωσε τα ωραιότερα δείγματα της αζτέκικης ποίησης και τα μετέφρασε στα ελληνικά –τα περισσότερα για πρώτη φορά– συνοδεύοντάς τα με ένα συνοπτικό αλλά πλούσιο ταξίδι στον κόσμο των Αζτέκων. Ο Luis Gómezbeck δεν ενώνει απλώς δυο γλώσσες, μα συνδέει δυο πολιτισμούς. Βοηθά τον αναγνώστη να οσμιστεί τη μαγεία ενός λαού που την ίδια στιγμή που προσφέρει αίμα ανθρώπινο στους θεούς, γράφει στίχους για το θρόισμα ενός αραβοσίτου. Ίσως επειδή ο Αζτέκος νοιώθει την υπεροχή του Θεού, ειδικά μέσα από την ίδια την ποίηση, αφού όπως χαρακτηριστικά γράφει περί έμπνευσης: «Είμαι ποιητής, διαισθάνομαι την αρχή του τραγουδιού. Στη γη το όμορφο τραγούδι δεν έχει την αρχή. Όχι, προέρχεται από τον ουρανό».

«ο Χάρος στο Μεξικό είναι γένους θηλυκού»: Θάνατος: η μόνη βεβαιότητα στη ζωή. Ίσως γι’ αυτό να συμφέρει τον θνητό να τον έχει φίλο καλό. Να τον ακούει. Να του μιλά. Να τρώνε, να πίνουν και να γλεντούν μαζί. Ο Μεξικάνος 00_cover_deathφαίνεται να έχει αντιληφθεί αυτή την αναγκαιότητα εδώ και αιώνες. Γιορτάζει τον θάνατο κάθε χρόνο, με μουσική και χορό. Για τρεις ή τέσσερεις μέρες ή και για μια ολόκληρη εβδομάδα. Ακριβώς όπως ο Έλληνας, χρόνια πριν, γιόρταζε τον γάμο. Ο Μεξικάνος Luis Gómezbeck δημιούργησε ένα εγχειρίδιο για τη Γιορτή των Νεκρών, για να μεταδώσει στον Έλληνα τη χαρά της μεξικάνικης ψυχής απέναντι στον θάνατο. Εξάλλου, όπως ο ίδιος έχει γράψει: «Πενθεί η ψυχή κάθε φορά που μένει ανεκπλήρωτο ένα όνειρο… σε κάθε άλλη περίπτωση, σίγουρα γιορτάζει».

«Μεξικού Γέννησις» (ο πρόσφατος μα όχι επίκαιρος): Ο Luis Gómezbeck καταγράφει σε αυτό το μικρό «εγχειρίδιο» τις μεξικάνικες χριστουγεννιάτικες παραδόσεις, απομυζώντας ταυτόχρονα το βαθύτερο νόημά τους. Ο Μικρός Ιησούς που φέρνει δώρα στα παιδιά, οι τρεις Μάγοι που προσφέρουν τα καλούδια τους, η περιφορά της Μαρίας και του Ιωσήφ, η πινιάτα, η φάτνη, τα κάλαντα, το χρώμα, η γεύση, η ευωδιά που αναδίδεται από κάθε σπίτι, και τα γλέντια που πλημμυρίζουν κάθε δρόμο, δίνουν το στίγμα της μοναδικής αυτής γιορτής. Του μοναδικού τρόπου με τον οποίο τη γιορτάζουν οι Μεξικάνοι.

Τα προαναφερθέντα βιβλία αποτελούν μέρος της σειράς “Cultura Mexicana” (Εκδόσεις Οσελότος), μέσα από την οποία καταγράφω, σε λίγες σελίδες, διάφορες πτυχές του μεξικάνικου πολιτισμού. Στο «τραπέζι της ανάγνωσης» τα βιβλία μου είναι ένα ορεκτικό για τον αναγνώστη, ο οποίος αν επιθυμήσει μπορεί να απολαύσει και κυρίως πιάτο και γλυκό, ερευνώντας και μελετώντας περαιτέρω τους τομείς που αναλύω στα βιβλία μου.

«Άνθος και Γαλήνη»
Αυτή είναι μια ποιητική συλλογή για την οποία κάνω αναφορά έξι ερωτήσεις παρακάτω.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Βέβαια, νομίζω πως όλοι όσοι γράφουν δεν βρίσκουν μόνο άνεση σε ένα σπίτι ή σε ένα γραφείο, αλλά και σε ένα ταξίδι, σε ένα καφενείο, σε ένα πάρκο, όπου οι Μούσες ή το Ντουέντε αποφασίσουν να συνεπάρουν τη δημιουργική γραφή.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι ήρANTHOS & GALINI COVERωες των βιβλίων μου είναι τα βιώματά μου. Δεν είμαι λογοτέχνης, δεν το θεωρώ εγώ τουλάχιστον. Γράφω μελέτες για τον μεξικάνικο πολιτισμό, για τη μεξικάνικη πατρίδα μου, με σκοπό να δείξω στην ελληνική πατρίδα μου, τον μικρό κήπο στον οποίο έπαιζα μικρός. Τα νέα τους; Τα περισσότερα είναι παλιά… απλώς καρτερούν με περισσή υπομονετικότητα τη στιγμή που θα αποτυπωθούν σε λέξεις και θα γίνουν βιβλίο.

Ποιός είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Στο σπίτι μου, κοιτάζοντας το ενυδρείο μου, και έχοντας ψυχική ηρεμία. Οι ιδέες έρχονται και φεύγουν και δεν κοιτάζουν χώρο και χρόνο. Οι άνθρωποι που γράφουν πρέπει να βρίσκονται συνεχώς σε εγρήγορση, ώστε να τις αρπάξουν πριν εξαφανιστούν.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά τη γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Graciliano_Ramos_Συγγραφικά τελετουργικά δεν τηρώ. Περισσότερο τα τηρώ την ώρα του φαγητού, παρέα με τους ανθρώπους που εκτιμώ, παρά την ώρα που γράφω. Σίγουρα χρειάζομαι ψυχική ηρεμία. Να μην είναι ξύπνια η πόλη. Να έχει πάει για ύπνο και να ακούγεται μόνο το ροχαλητό της νύχτας. Βέβαια, αυτό δεν είναι απόλυτο. Πολλές φορές γράφω οπουδήποτε τον σκελετό των πραγμάτων που θέλω να πω και έπειτα, στον μικρό μου νυκτερινό κόσμο, βάζω σε τάξη λέξεις και σκέψεις. Οι μουσικές μου προτιμήσεις διαφέρουν αναλόγως με τη διάθεσή μου: ακούω πολλή κλασική μουσική, ελληνική έντεχνη, δημοτική, παραδοσιακή, ελαφρολαϊκή, μουσική (παραδοσιακή και μη) από όλο τον κόσμο, ροκ. Ακούω σχεδόν τα πάντα, μόνο μη μου ζητήστε να ακούσω σκυλάδικα και ορχηστρικά από αυτά που ακούγονται σε ανελκυστήρες ή σε κάποια καταστήματα, κυρίως το απαίσιο οργανάκι που έχουν σε πολλές ταβέρνες και εστιατόρια.

Ποιές είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε;

rulfo 4Έχω σπουδάσει ισπανική φιλολογία, θέατρο, υποκριτική και σωματικό θέατρο στο Μεξικό και στην Αγγλία. Έχω παρακολουθήσει άτυπες σπουδές (σεμινάρια διαρκείας δηλαδή) πάνω στη μουσική, στον σύγχρονο χορό, στη φωνή, στο τραγούδι και στη φωτογραφία στο Μεξικό και στην Ελλάδα. Παρακολουθώ σπουδές πάνω στον ελληνικό πολιτισμό, όμως, έχω πάρει αναστολή φοίτησης, λόγω προσωπικών θεμάτων. Είμαι μέλος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών και της Ένωσης Φωτορεπόρτερ Ελλάδας, καθώς και ιδρυτικό μέλος του Συλλόγου Μεξικάνων Καλλιτεχνών και Διανοούμενων στην Ελλάδα «BALAM» και της Αστικής Πολιτιστικής Εταιρίας «la Melena del Huachinango». Επαγγελματική αποκατάσταση; Βιοπορισμός; Αυτές είναι λέξεις που πλέον έχουν παραχωρήσει τη θέση τους στις λέξεις «επιβιώνω» και «φυτοζωώ». Πάντως, είμαι συνηθισμένος στην έννοια «οικονομική κρίση», την έχω βιώσει στο πετσί μου πολλάκις. Αυτό είναι όμως το στοίχημα για μένα, να συνεχίζω να παίζω, να σκηνοθετώ και να διδάσκω θέατρο, να δημοσιογραφώ, να μεταφράζω, να οργανώνω πολιτιστικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Να συνεχίζω να είμαι δραστήριος και δημιουργικός, παρόλο που η εποχή τιμωρεί τη φαντασία και τη δημιουργικότητα.

TOSCANO - ERNESTO SABATO_Γράψατε ποτέ ποίηση, κι αν όχι, για ποιον λόγο;

Γράφω; Γράφω, αλλά είναι ποίηση; Κυκλοφορεί μια ποιητική μου συλλογή που τιτλοφορείται «Άνθος και Γαλήνη» (Εκδόσεις Άπαρσις). Απλώς δεν ξέρω αν οι στοχασμοί μου μπορεί να ονομάζονται ποιήματα. Ίσως έχω βάλει τις βαθιές μου σκέψεις να ηχούν ευχάριστα, ξεκούραστα. Ίσως αυτό χρειαζόμουν εγώ ό ίδιος, να τακτοποιήσω κατ’ αυτό τον τρόπο τα πράγματα που με «βασάνιζαν» χρόνια. Σας παραθέτω το όσα λέει το οπισθόφυλλο: Η μητρική μου γλώσσα είναι η ισπανική, όμως, όλα τα ποιήματα αυτής της συλλογής γράφτηκαν στην ελληνική. Συναισθήματα, βιώματα και στοχασμοί, όχι μόνο από την αναγέννησή μου στην Ελλάδα, αλλά και από παλαιότερες γεννήσεις μου. Μητρική γλώσσα δεν είναι μόνο αυτή που σε μαθαίνει να μιλάς, αλλά κι αυτή που σου βρίσκει λέξεις για να μιλήσεις.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία-παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα, ποιό θα επιλέγατε;

Εν μέρει αυτό κάνω με τα βιβλία μου. Γράφω για το πρόσωπο της μεξικανικότητάς μου. Αν χρειάζεται να το συγκεκριμενοποιήσω, τότε θα έλεγα ότι θα μου άρεσε να γράψω για καλλιτέχνες-διανοούμενους που έχουν αδικηθεί από την Ιστορία ή που παρόλο που άφησαν μεγάλο και ουσιαστικό έργο δεν είναι γνωστοί.

juan jose arreolaΤι γράφετε τώρα;

Ετοιμάζω αυτό τον καιρό το τέταρτο βιβλίο της σειράς “Cultura Mexicana” που θα ασχολείται με τους Μάγια και τις «Ιερές Γραφές» τους.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Πλάτων, Αριστοτέλης, Ευριπίδης, Νίκος Καζαντζάκης, Μ. Καραγάτσης, Έζρα Πάουντ, Τζων Στάινμπεκ, Γουίλιαμ Φώκνερ, Αλμπέρτ Καμύ, Βίκτωρ Ουγκώ, Φεδερίκο Γκαρσία Λόρκα, Ερνέστο Σάμπατο, Χουάν Ρούλφο, Χουάν Χοσέ Αρρεόλα, Χάιμε Σαμπίνες, Γκρασιλιάνο Ράμος.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Θα τα παραθέσω με την ίδια σειρά που απάντησα την προηγούμενη ερώτησή σας:

Πλάτων: «Πολιτεία», «Συμπόσιο». Αριστοτέλης: «Περί ψυχής», «Ποιητική». Ευριπίδης: «Εκάβη», «Ηλέκτρα», «Ελένη», «Τρωάδες». Καζαντζάκης: «Ασκητική», «Ο Καπετάν Μιχάλης». Καραγάτσης: «Ο Κίτρινος Φάκελος», «Το 1jaime sabines0». Πάουντ: “The cantos”. Στάινμπεκ: «Τα σταφύλια της οργής». Φώκνερ: «Η αρκούδα». Καμύ: «Ο ξένος», «Η πανούκλα». Ουγκώ: «Οι άθλιοι». Λόρκα: “Romancero Gitano”. Σάμπατο: «Αντίσταση», «Περί ηρώων και τάφων». Ρούλφο: «Πέδρο Πάραμο», «Ο κάμπος στις φλόγες». Αρρεόλα: “Palindroma”, “Varia invención”, “Confabulario”. Σαμπίνες: “Adán y Eva”, “Tlatelolco”. Ράμος: «Άγονες ζωές».

Υπάρχουν κι άλλα, αυτά όμως έχουν πρωθυπουργική θέση στη βιβλιοθήκη μου.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Δεν θα πω για ένα διήγημα μόνο, αλλά για τις συλλογές διηγημάτων που είναι και που θα είναι πάντα αγαπημένες μου: «Ο κάμπος στις φλόγες» του Χουάν Ρούλφο, «Οι δύσκολοι έρωτες» του Ίταλο Καλβίνο, «Ιστορίες του παρθένου δάσους» του Οράσιο Κιρόγα, «Περσινή Αρραβωνιαστικιά» της Ζυράννας Ζατέλη και «Σταγόνες» της Κωνσταντίνας Τασσοπούλου.

Horacio Quiroga 3Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος Έλληνας λογοτέχνης;

Βαθιά ο Παύλος Μάτεσις. Τρελά η Κωνσταντίνα Τασσοπούλου. Αρκετά ο Γιώργος Γιαννόπουλος. Θετικά ο Γκαζμέντ Καπλάνι. Ευχάριστα η Βασιλική Ηλιοπούλου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Μερσώ στον «Ξένο» του Καμύ. Ο Γιάννης Αγιάννης στους «Αθλίους» του Ουγκώ. Ο Χουάν Πρεσιάδο στον «Πέδρο Πάραμο» του Ρούλφο. Αυτοί είναι αγαπημένοι και όχι ζηλευτοί, το διευκρινίζω.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Αγοράζω μερικά, όποτε η κρίση μου το επιτρέπει. Μου αρέσουν ιδιαιτέρως τα εξής: «Οδός Πανός», «Το Δέντρο», «(δε)κατα». Ο λόγος; Απλώς μου αρέσουν.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

FG Lorca_Δεν διαβάζω αυτό τον καιρό. Κάτι συμβαίνει μέσα μου και δεν μπορώ να ολοκληρώσω σελίδα. Ίσως η θέρμη να καταπιαστώ με τα βιβλία μου με έχει αποσβολώσει. Πάντως, πριν από τρεις ή τέσσερις μήνες είχα διαβάζει την «Ασκητική» του Καζαντζάκη, τον «Κύριο Επισκοπάκη» του Μήτσου, την «Αντίσταση» του Σάμπατο και τα «Λόγια του πρωινού και του σούρουπου» του Μαχφούζ.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Συνήθως δεν διαβάζω λογοτεχνικές κριτικές, διότι ενδόμυχα επηρεάζουν την κρίση μου. Αυτό που διαβάζω (ψάχνω) είναι τα βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα. Να ξέρω ποιος είναι, από πού προέρχεται, τι γράφει. Τον βίο και την πολιτεία του.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο-διαδρομή-βιβλίο-λόγος μνήμης]

Πάμε Θέατρο… με το Τραμ.

Περί αδιακρισίας

victor hugoΠαρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ και τα δυο, όσο μου το επιτρέπουν οι υποχρεώσεις μου. Το μόνο που δεν παρακολουθώ είναι η τηλεόραση, διότι απλούστατα δεν υπάρχει στο σπίτι μου… όχι ότι δεν την ανοίγω… δεν υπάρχει η συσκευή. Τώρα, όντας άνθρωπος του θεάτρου εγώ ο ίδιος, φροντίζω να ενημερώνομαι για τα θεατρικά και κινηματογραφικά δρώμενα. Ξέρετε όμως τι συμβαίνει πολλές φορές με μας που ασχολούμαστε με την υποκριτική; Τα έργα τα παρακολουθούμε από την πλευρά του «ειδικού» και όχι από την πλευρά του απλού θεατή. Αυτό όπως καταλαβαίνετε, δεν μας επιτρέπει να απολαύσουμε τις παραστάσεις. Όταν όμως, αντικειμενικά, τα έργα είναι συναρπαστικά και καταφέρνουν να μας συνεπάρουν, τότε αφήνουμε στην άκρη το βλέμμα του «κριτικού».

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

john steinbeck_2Το διαδίκτυο είναι ένα χρήσιμο εργαλείο. Δικτυώνομαι είτε για να ενημερώνω για τις εκδηλώσεις στις οποίες λαμβάνω μέρος, είτε για να ενημερώνομαι για τις εκδηλώσεις των γνωστών και φίλων μου, είτε για να κοινοποιώ κάποιο δημοσιογραφικό μου κείμενο, είτε για να προωθώ κάποιο βιβλίο μου. Φροντίζω πάντα να δικτυώνομαι για επαγγελματικούς λόγους. Θεωρώ ανούσιο έως ηλίθιο να αναρτώ οτιδήποτε οικογενειακό και προσωπικό, να αναρτώ δηλαδή [μετά φωτογραφίας] πού πίνω καφέ, πού τρώω, πού κάνω μπάνιο, πού βγήκα να διασκεδάσω. Αν βρέχει, αν κάνει ζέστη, αν κάνει κρύο. Το πόσο χαριτωμένο είναι το σκυλί μου, η γάτα μου. Είναι θλιβερό να παρακολουθεί κανείς πως οι άνθρωποι έχουν ανάγκη για τέτοια αυτοπροβολή, γι’ αυτή την «επικοινωνία», γι’ αυτό το «μοίρασμα». Πλέον όλα τα προσωπικά τους τα βγάζουν στη φορά.

camus_by_peileppeΑναρωτιέμαι αν αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν κάτι άλλο να κάνουν, πιο ουσιαστικό, πιο βαθύ, πιο δημιουργικό. Πλέον δεν απολαμβάνουν τίποτα αν δεν το αναρτούν κάπου στο διαδίκτυο. Το χειρότερο είναι ότι εκθέτουν σε υπέρμετρο βαθμό και τα παιδιά τους. Όλο αυτό πιστεύω προέρχεται από την έλλειψη ουσιαστικής φιλοσοφικής σκέψης και από τη μη συμφιλίωση με τους εαυτούς τους. Θυμάμαι μια παλιά μου επαφή που έγραψε και εξέδωσε ένα βιβλίο. Είχε αναρτήσει φωτογραφίες από την ώρα που το έγραφε, που το παρέδιδε στον εκδοτικό οίκο, που υπέγραφε το συμβόλαιο, που έβγαινε το εξώφυλλο, που είχε το πρώτο αντίτυπο στο χέρι, που βγήκε στα ράφια, που το αγόραζε κάποιος… Στο τέλος τη διέγραψα την επαφή μου αυτή.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δεν θα δεχόμουν καμία τέτοια συναλλαγή για τίποτα από όσα κάνω. Ο καθένας κάνει τον κύκλο του. Θα περάσω από τη νιότη για όσο πρέπει, όπως πρέπει και όταν χρειαστεί να κλείσει ο κύκλος της, απλώς θα ήθελα να είμαι ευχαριστημένος από αυτά που κατάφερα να κάνω.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Ναι, αν έχω σχέση, παιδιά, γατιά, σκυλιά… απορώ πως δεν τα ρωτάτε αυτά… δεν θέλετε να πουλάτε;

Σημ. Ο Luis Gómezbeck διατηρεί τη στήλη «Paseo de Salónica» στην πολιτιστική ιστοσελίδα thessalonikiartsandculture.gr, όπου προτείνει λογοτεχνικά βιβλία από τη Λατινική Αμερική.

Στις εικόνες: Graciliano Ramos, Juan Rulfo, Ernesto Sabato, Juan Jose Arreola, Jaime Sabines, Horacio Quiroga, Frederico Garcia Lorca, Victor Hugo, John Steinbeck, Albert Camus.

22
Μαρ.
14

Κωστής Παπαγιώργης – Περί μνήμης

ΜνήμηΟ μεθυσμένος, όπως παρατήρησε ο Ντοστογιέφκσι, δεν πίνει για να ξεχάσει, απεναντίας πίνει για να θυμηθεί. Δραματοποιεί το παρόν δεξιωνόμενος το παρελθόν εν βρασμώ καρδίας. Ακατάπαυτη ιδεόρροια, σάμπως να φέρει μέσα του τα σπλάχνα δέκα ανθρώπων, δεξιοτεχνία στους δραματικούς αναχρονισμούς, μπουφόνος κατά ευτυχή σύμπτωση και οδυνόμενος κατ’ ανάγκη, παριστάνει τον σωσία του εαυτού του που επανήλθε αψηφώντας τον χρόνο. Σε αυτές τις στιγμές παρατηρούμε ότι δεν νοείται ανάκληση χωρίς δραματικό νόημα. Είτε στο σπίτι του έχασε στα χαρτιά, είτε δεν άντεξε κάποτε μια προσβολή, ο μεθυσμένος αντιδρά σαν έμπειρος υποκριτής, παίζει θέατρο όχι μόνο για να θεατριστεί μπροστά στα (πάντα απαραίτητα) μάτια των άλλων, αλλά κυρίως για να θυμηθεί την αλήθεια του εαυτού του που λανθάνει μισοναυαγισμένη. [σ. 80]

papagiorgis Για άλλη μια φορά η ζωή (άρα και το τέλος με το οποίο είναι οργανικά ζευγαρωμένη) ξεπερνάει την φαντασία και την γραφή, την φιλοσοφία και την ανάγνωση. Φέτος άρχισα να επιστρέφω στα κείμενα του Κωστή Παπαγιώργη, έχοντας διανύσει έναν μεγάλο κύκλο αναγνωστικής εμπλοκής με την δοκιμιακή και φιλοσοφική γραφή. Και πάνω που ήδη τελείωσα την τόσο διαφορετική, κατά εικοσιπενταετία μεταγενέστερη ανάγνωση των δικών του ευαγγελίων, πάνω που προετοίμαζα μια οριακή διαλεκτική επ’ αυτών και με τον ίδιο και ακριβώς την ημέρα που άρχισα να ετοιμάζω την πρώτη καταγραφή αυτής της τόσο δύσκολα καταγράψιμης «ανάγνωσης», έμαθα την ταχύτατη φυγή του. Ευτυχώς, στο τέλος πάντα επανακάμπτει η γραφή, εκδικείται με την δική της διάρκεια και η Μνήμη στην οποία αφιέρωσε [και …«αφιέρωσε», όπως μεταφορικολογούμε] ένα πυκνό βιβλίο θα ενοικεί και στα γραπτά του.

1320243352bΑκόμα θυμάμαι την έκπληκτη αίσθηση της ανάγνωσης του πρώτου βιβλίου του που έπιασα στα χέρια μου, του Ίμερος και κλινοπάλη, τότε στις εκδόσεις  Ροές [1988], σ’ ένα μικρόσχημο τομίδιο με την έκσταση της Αγίας Θηρεσίας στο εξώφυλλο, δίπλα σε μια πλατειά πορτοκαλιά γραμμή και αργότερα το Περί μέθης [Ροές, 1987], βασικό εγχειρίδιο τότε για μας να κατανοήσουμε όχι τους «αλκοολικούς» επιδειξίες συγγραφίσκους του θλιβερού μας μικροελληνικού χωριού αλλά τους αληθινούς ροκ εντ ρόλλ χαρακτήρες, όπως ο Nick Cave τότε, για τους οποίους οι προαναφερθέντες αντιγραφείς των ξένων μεθυσμένων είχαν κατα-μαύρα μεσάνυχτα. Στο τέλος της γραμμικής μνήμης, φτάνω στο πρόσφατο πρώτο τεύχος του Νέου Πλανόδιου που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό, με κεντρικό αφιέρωμα ακριβώς την γραφή του Κωστή Παπαγιώργη. Μια φράση από εκεί αποδίδει ακριβώς την συγγραφική ιδιοσυστασία του: καλλιεργητής της στοχαστικής, νευρώδους, ελευθέριας γραφής, που παλινδρομεί διαρκώς ανάμεσα στην προσωπική έκφραση και τη γενική ερμηνευτική, ανάμεσα στη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία, χωρίς να λογοδοτεί σε καμία.

Memory-myths-001Μας αρέσει, αρχίζει ο Παπαγιώργης, να μας μιλούν για την συνείδηση, για το εσωτερικό κάτοπτρο που διαθέτουμε, κι ύστερα να παρακολουθούμε πάνω στο μυθικό μας έσποπτρο ράκη του εαυτού μας και του κόσμου. Μόνο που και απολησμονημένες σκηνές καταλαμβάνουν εξαπίνης την σκηνή της συνείδησής μας και μας μετακινούν σε ένα βάθος που μας ανήκει αποκλειστικά. Εκεί βλέπουμε κάτι που οι άλλοι δεν βλέπουν, ζούμε ψευδαισθητικά κάτι που ξαναζήσαμε άλλοτε,  σ’ έναν ακαριαίο αποκρυφισμό της στιγμής. Η ανακλητικότητα αυτή δεν είναι διόλου δεδομένη, καθότι καταφτάνει μέσα από έναν δρόμο που δεν ελέγχουμε.

Paul Klee - Carpet of Memory 1914_Οι επαφές μας ασκούνται στην πανοψία: πρόσωπο με πρόσωπο βλέπουμε τα πάντα, αλλά όχι το παρελθόν τους – ιδού το όριο στην εποπτεία των άλλων. Το παρελθόν τους τούς ανήκει, βρίσκεται στο αφανές του ιδιωτικού τους χρόνου. Ρωτάμε τον άλλον «Πόσων χρονών είσαι;» αλλά ουδέποτε «Πόση μνήμη έχεις;». Τα ημεροχρονολόγια δεν τα γνωρίζει η μνήμη· ο τρόπος που εισάγεται και εξάγεται κανείς από τον χρόνο του μοιάζει να αναγνωρίζει κάποιο «κατώφλι», μετά από το οποίο το εδώ και το εκεί, το τώρα και το άλλοτε διαθλώνται και εναλλάσσονται. Χωρομαθημένοι καθώς είμαστε, δύσκολα κατανοούμε την αιφνίδια σύνδεση του άλλοτε και του τώρα. Διαθέτουμε μήπως μνημονική αλχημεία η οποία καταργεί τον χρόνο και τον χώρο; Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι βλέπουμε την μνημονική παράσταση με τέσσερα μάτια; Δύο του αλλοτινού εγώ μας και δύο του τωρινού;

hqdefaultΗ καθημερινή μας ανάκληση του παρελθόντος δεν αποτελεί μια απλή τεχνική του ψυχοπρακτικού βίου. Η μνήμη ανακαλεί τα πάντα: μέσα στο άηχο ενδιαίτημά μας ξαναβλέπουμε ξέφτια από παλαιά πρόσωπα, σκηνές από γλέντια, μια οδυνηρή μετακόμιση, κάποια ευτυχή συνάντηση, καθημερινές παραστάσεις με σούρτα φέρτα, φευγαλέες κουβέντες, ένα κραταιό συλλαλητήριο. Το παράδοξο, γράφει ο Παπαγιώργης, είναι ότι ενώ μια παρελθούσα εικόνα επανέρχεται όταν την ανακαλούμε, την συλλαμβάνουμε στατική και ασάλευτη. Ανήκει μήπως σε μια αδιερεύνητη εσωτερικότητα, σε μια δική της πατρίδα απ’ όπου πρέπει να εκπατρισθεί για να μας δοθεί;  Η κίνηση απουσιάζει, αφού το παρελθόν αποτελεί μόνο μία διάσταση του χρόνου· πώς να κινηθεί κάτι αν δεν διαθέτει και τις τρεις χρονικές διαστάσεις; Η μνήμη μνημειώνει αλλά δεν αφηγείται· εμφανίζεται στιγμιοτυπικά, σαν απόκομμα, σαν ασάλευτη εικόνα. Η όραση υπερτερεί κατά κράτος και η στιγμιοτυπική μνήμη αποδίδει τον χώρο, το σχήμα, το πρόσωπο, αλλά στερείται χρόνου και κινήσεως. Όλες οι εικόνες έχουν πέσει θύματα της ασάλευτης αχρονικότητας.

henribergson2Η μνήμη δεν ψάχνει – αυτή που γυρεύει είναι η ανάμνηση, που επιδίδεται σε ετεροκίνητη έρευνα. Δεν κλαίμε για κάτι συγκεκριμένο, κλαίμε για όλες τις δυστυχίες της ζωής μας, όπως γράφει ο Ίταλο Σβέβο. Κι εδώ αρχίζει η μεγάλη ανασκαφή του Παπαγιώργη στους φιλοσόφους, λογοτέχνες, ερευνητές της μνήμης. Από τον Αριστοτέλη και τον Αυγουστίνο στον Καντ, από τον Χιουμ στον Φρόυντ, από τις πρωτοπόρες συλλογιστικές των Henri Bergson και Edmund Husserl στα γραπτά των Gilles Deleuze, Maurice Halbwachs, Emmanuel Kant, Maurice Merleau – Ponty, Paul Ricoeur και άλλων μνημογράφων. Και βέβαια από τον Ναμπόκοφ και την βιογραφία του Μίλησε μνήμη όπου ακριβώς ζητάει από την μνήμη του να μιλήσει μέχρι τον Μαρσέλ Προυστ που υποβαθμίζει την μνημονική πράξη και στρέφεται προς την «αναζήτηση» του χαμένου χρόνου. Ο Ζιλ Ντελέζ ερμήνευσε παραδειγματικά την προυστική τεχνική του μυθιστορήματος. Πιστεύοντας ότι δεν ανακαλύπτουμε την αλήθεια ωσάν να κρύβεται σε μια πτυχή της μνήμης αλλά την πλάθουμε, υποστηρίζοντας ότι δεν αντιγράφουμε τη ζωή αλλά την επινοούμε, προσδίδει ιδιαίτερα βαρύτητα στην μαθητεία.

Gilles DeleuzeΔιάνοια, αντίληψη, μνήμη ρέπουν προς το αισθητό, λατρεύουν ή απεχθάνονται αντικείμενα, ενώ η μαθητεία του μυθιστοριογράφου αφορά την ερμηνεία των εκάστοτε σημείων, όχι την υλικότητά τους. Άλλωστε το αντικείμενο πάντα απογοητεύει, αποδεικνύεται κατώτερο του αναμενόμενου, αντίθετα το σημείο επιδέχεται πολλαπλές ερμηνείες, με τελική κατάληξη να αποδεικνύεται βαθύτερο από το πρόσωπο ή το πράγμα. Η μυστική δύναμη του αφηγητή οφείλεται στο γεγονός ότι δεν παγιδεύεται στα πράγματα που περιγράφει, ο έρωτας δεν ενσαρκώνεται στην συγκεκριμένη γυναίκα, οι τόποι και οι εποχές δεν είναι αθροίσματα εντυπώσεων. Το «λίγο» ή το ανεπαρκές της πραγματικότητας αντισταθμίζεται με την πολύτιμη πλασματικότητα του αφηγητή. [σ. 130 – 131]

ΚΠΘα συνεχίσουμε να διαβάζουμε τα απολαυστικά – ταυτοχρόνως φιλοσοφικά και προσωπικά – γραπτά του Παπαγιώργη και θα συνεχίσουμε να συνομιλούμε μαζί του, έστω και στην νέα ιδιόμορφη παρουσία – απουσία.  Ολόκληρο το έργο του, άρα και όλες οι επανεκδόσεις, κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Εκδ. Καστανιώτης, 2008, σελ.335, με τρισέλιδη βιβλιογραφία.

Στην τέταρτη εικόνα: Το χαλί της μνήμης [Paul Klee, 1914].  Στις δυο προτελευταίες: Henri Bergson, Gilles Deleuze.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, στο Βιβλιοπανδοχείο, 150 / The only thing that shines. Η μνήμη μας δηλαδή και η Μνήμη του.

21
Μαρ.
14

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 36 (χειμώνας 2013)

d1Αφιέρωμα Darlings!

… ήτοι εκφράσεις ερωτισμού, εκφάνσεις ερωτοτροπίας, σελίδες αγαπητικές, αγαπησιάρες και αγαπηνές, ερωτικές υπο-ιστορίες, ερωτιάρικες ομολογίες, λιβιδικές εξάρσεις και λατρειακές εξαρτήσεις, ξεχειλίζουν το τεύχος και εκτονώνονται από τις πρώτες ως τις τελευταίες του σχεδόν σελίδες. Οι καταγραφείς του περί Αγάπης και Darling Λόγου με σειρά εισόδου στις κατά τόπους κρεβατοκάμαρες και τους ερωτόβιους τρόπους είναι οι εξής: Έλσα Κορνέτη, Θανάσης Λιακόπουλος, Ρίτα Λάββα, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Βαγγέλης Προβιάς, Νίκος Ειρηνάκης, Τάσος Ψάρρης, Αντιγόνη Κατσαδήμα, Άννα Βουγιουκλίδου, Γιώργος Αναγνώστου, Χρύσα Φάντη, Άγγελα Γαβρίλη, Κώστας Χατζηαντωνίου, Γιώργος Ρούβαλης, Αλίκη Στελλάτου, Αλέξανδρος Κυπριώτης, Γιώργος Βέης, Χρύσα Σπυροπούλου, ενώ ανάμεσα στους αλλόγλωσσους καταθέτες εμπειριών δικών τους ή των ηρώων τους διαβάζουμε τους Anton Chekhov, Sukutu Mehta, Ledo Ivo και Leonardo Padura, Dani Shapiro και Joyce Ashuntantang.

Καλλιτέχνημα 22Το τεύχος δημοσιεύει και ένα εκτενές απόσπασμα από το υπό έκδοση Πανδοχείο, και δη από το κεφάλαιο – κτίσμα Πανδοχείο των Γυμνών Ποδιών, όπου καταγράφονται εξήντα δελτία μιας ευρύτερης δοκιμιακής και μυθοπλαστικής γραφής περί των γυμνών γυναικείων ποδιών – κοινώς ένα δικό μας γραπτό. Οι πηγές που χρησιμοποιεί ο εν λόγω Πανδοχέας περιλαμβάνουν, εκτός των υποκειμενικών αφηγήσεων των χαρακτήρων, και πάσης φύσεως λογοτεχνικά, μη μυθοπλαστικά και καλλιτεχνικά ανθολογήματα, συνεπώς συγγραφείς, δοκιμιογράφοι ή φιλόσοφοι προσκαλούνται και παρακαλούνται να αποστείλουν σχετικά αποσπάσματα γραπτών ή να γράψουν επί τούτου· οι αναγνώστες με ικανή μνήμη που ανακαλεί σχετικά χωρία να τα γνωστοποιήσουν ή να τα μεταγράψουν και έτεροι ενδιαφερόμενοι,  υποκείμενα των παραπάνω ενασχολήσεων να έρθουν σε επικοινωνία μαζί μας για να οριστεί το μερίδιο της συνεισφοράς τους και η ιδιαίτερη μυθοπλαστική τους αμοιβή.

002_mdnΟι ’πνάδες [σπαρταριστή οπισθοσέλιδη στήλη του περιοδικού από τα γεννοφάσκια του] εντοπίζουν στην κηδεία του Νέλσον Μαντέλα δυο τρεις προέδρους των Ηνωμένων Πολιτειών, που μάλλον ξέχασαν πως ο νεκρός είχε μέχρι το 2008 περίοπτη θέση στον κατάλογο τρομοκρατών που είχε συντάξει η CIA για λογαριασμό της αμερικανικής κυβέρνησης. Οι υποκριτές ως κλαμένες χήρες, επιπροσθέτω. Παρακάτω μας γνωστοποιείται το αποτέλεσμα έρευνας του περιοδικού Entepreneur, με αντικείμενο Πώς οι μεγάλοι έγιναν μεγάλοι, σύμφωνα με το οποίο, εκείνοι, μεταξύ άλλων, άκουγαν τους άλλους με προσοχή και είχαν συλλογικό πνεύμα. Ακριβώς δηλαδή αυτά που δεν έχουν οι εντόπιοι καλλιτεχνίζονες και λογοτεχνίζοντες, ξανασκέφτομαι. Στις ίδιες γειτονιές των τελευταίων φύλλων ασφυκτιούν και πολλές σκέψεις, όπως για το Face το Book όπως κατάντησε σήμερα: άκρατο ξεκατίνιασμα, ρηχή ηλιθιότητα, ανόητη αυτοπροβολή και άλλα αναμφισβήτητα που ορισμένοι τα βαφτίζουν πρόοδο.

20
Μαρ.
14

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 148. Δημήτρης Φύσσας

ΕΓΩ ΔΕΚ. 2013 18-22 dek. 2013 (2)Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Είναι μυθιστόρημα, κυκλοφορεί από την «Εστία» και βγήκε πριν λίγες βδομάδες. Αντιγράφω από τ’ οπισθόφυλλο: «Προς το τέλος του 1940, ο νεαρός μετεωρολόγος (κυριολεκτικά: καιροσκόπος) Χάρης Χωματάς αποφασίζει  να μελετήσει συστηματικά το κλίμα της Αθήνας, προσδοκώντας ότι κάποτε η πόλη θα πολεοδομηθεί κατά το δυνατόν εξαρχής,  με βάση τα πορίσματά του. Λίγο αργότερα -και ανεξάρτητα, ενώ έχει αρχίσει η κατοχή- ο γεωπόνος (σχεδόν: κηπουρός) Αντώνης Αστεριάδης ξεκινάει μια εξίσου εξαντλητική έρευνα για τους λαχανόκηπους της πρωτεύουσας, για ν’ αναδείξει τον αποφασιστικό ρόλο τους κατά την πολεμική περίοδο, αλλά και ελπίζοντας να ωθήσει τη μεταπολεμική τους ανάπτυξη.

ΦύσσαςΚαι οι δυο παίρνουν σβάρνα τις γειτονιές της Αθήνας και περνάνε ‘το πλείστον των τρομερών κατοχικών ετών’ συλλέγοντας στοιχεία. Ο ‘Καιροσκόπος’ καταγράφει την υγρασία, τη θερμοκρασία, την ομίχλη, τη διεύθυνση των ανέμων, τις αστραπές, τους κεραυνούς, την ηλιοφάνεια, τα καυσαέρια των σιδηροδρόμων και της βιομηχανίας, το πράσινο, τα βουνά, τους λόφους, το μικροκλίμα, το χιόνι, το χαλάζι, τους παγετούς, την ξηρασία, τη νεφοκάλυψη, τα κτίρια, τις βροχές, τις καταιγίδες, την εξάτμιση και άλλους παράγοντες που συμβάλλουν στην κλιματολογία και μετεωρολογία της πόλης. Ο ‘Κηπουρός’ τα γεωλογικά υποστρώματα, τα χημικά στοιχεία ως θρεπτικά συστατικά, τα είδη του χώματος, τις συγκρούσεις μικροκηπουρών – αρτεσιανούχων, την οργάνωση της λαχαναγοράς, την αγροτική φορολόγηση, το ρόλο των μεσαζόντων, τα λιπάσματα, τα πηγάδια, τους λαχανόκηπους, τα χωράφια και τη σχετική νομοθεσία, τους τρόπους φύτευσης, τα λαχανοφάγα έντομα, τα μαρούλια, τις πατάτες, τα κρεμύδια, τις ντομάτες κλπ, περνώντας ξώφαλτσα κι από την κτηνοτροφία (βοοειδή, κότες, κουνέλια).

b176113Οι δυο ερευνητές γνωρίζονται, ο ένας εκτιμά την επιστημοσύνη και τον ‘αθηναϊσμό’ του άλλου και, καθώς ο Χωματάς επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό το μεγαλύτερό του Αστεριάδη,  γίνονται και φίλοι. Αμφότεροι ζουν φυσικά τις πολιτικές συγκρούσεις της εποχής –που πολλαπλασιάζονται όσο πλησιάζει η απελευθέρωση–  μα αρνούνται να επιλέξουν στρατόπεδο, επιμένοντας να επικεντρώνονται στο επιστημονικό τους έργο, υπέρ της κοινωνίας. Με τέτοια μυαλά, επόμενο είναι ότι απομονώνονται πολιτικά και απειλούνται απ΄ όλες τις πλευρές. Καταφέρνουν όμως να ολοκληρώσουν τα βιβλία τους, ο ένας μάλιστα το βγάζει πριν την αποχώρηση των Γερμανών.

Ο Χωματάς κι ο Αστεριάδης αποτελούν συγγραφικές μεταλλαγb135120ές υπαρκτών προσώπων, αποσπάσματα από τις μελέτες των οποίων (μαζί με άλλα κείμενα εποχής) εντίθενται στο μυθιστόρημα. Εννοείται ότι η μεταπολεμική Αθήνα ούτε πολεοδομήθηκε εξαρχής, ούτε νέους λαχανόκηπους απόχτησε– ξεπατώθηκαν μάλιστα και οι υπάρχοντες. Εμείς όμως, ως αναγνώστες, κερδίζουμε αφενός μιαν εικόνα για το τι σημαίνει εμμονή στην επιστημονική έρευνα και αφετέρου μια θέαση της κατοχής αρκετά αποκλίνουσα από τα συνήθη ‘τραγικά’, ‘εθνικά’ και/ή ‘αγωνιστικά’ στερεότυπα. Συνεπώς το βιβλίο αυτό μπορεί εκ του ασφαλούς να κατηγορηθεί ότι δεν έχει καμία σχέση με τις υγιείς, ηρωικές και φρονηματικές εκείνες αρχές, επί των οποίων στηρίζεται η κρατούσα κατοχική ιστορία ‘και των δύο ημισφαιρίων’, όπως θα έγραφε κι ο Άρης Αλεξάνδρου».

b101168Συμπληρώνω ότι το 50% του βιβλίου αποτελείται από υπαρκτό υλικό, πράγμα που θέτει σε αμφιβολία το κατά πόσο είναι πράγματι μυθιστόρημα. Δεν περιμένω ν’ αγαπηθεί, ούτε να πουλήσει παρά ελάχιστα. Ελπίζω όμως να εκτιμηθεί από την απαιτητική κριτική και να διαβαστεί από ανάλογους αναγνώστες.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

  1. «Η γενιά του Πολυτεχνείου. Ένα βιογραφικό λεξικό». Δελφίνι, Αθήνα 1993 (εξαντλημένο)
  2. «Αυστηρώς ακατάλληλον. Προγράμματα αθηναϊκών κινηματογράφων σεξ. Συμβολή στην κοινωνιολαογραφία». Δελφίνι, Αθήνα 1994 (εξαντλημένο). Eίναι προγράμματα τσοντάδικων. Θα ξαναβγεί φέρος από τις εκδόσεις «Παρουσία»
  3. «Αγύριστο κεφάλι», διηγήματα. Εστία, Αθήνα 2004
  4. «Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος», μυθιστόρημα. Εστία, Αθήνα 2005. ΣΤ΄ έκδοση 20006. Εναλλακτική ιστορία, που αφηγείται μια εκδοχή της σοβιετικής Ελλάδας 1944 – 1990
  5. «Στρατιώτης του Χριστού. Ημερολόγιο δυσμετάφραστο», μυθιστόρημα. Γνώσεις, Αθήνα 2008 (λίγα αντίτυπα στα χέρια του συγγραφέα). Η δολοφονία του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη από ένα θρησκειομανή, λόγω της αφαίρεσης του Χ.Ο. από τις ταυτότητες
  6. «Οι αστικοί χώροι είναι ποίηση από μόνοb85989ι τους. Ποιήματα 1972-2008». Γιαου. Κε., Αθήνα 2008 (εξαντλημένο). Γιάου Κε, όπως μας πληροφορεί ο κολοφώνας, θα πει «Γιαουρτλού Κεμπάπ». Είναι φυσικά αυτοέκδοση. Θ΄ ανέβει όπου να ’ ναι σε μπλογκ της ποιήτριας Σοφίας Κολοτούρου.
  7. «Αίμα στο Μοναστηράκι», συμμετοχή στις «Υπόγειες ιστορίες», διηγήματα. Athens Voice, Αθήνα 2008
  8. «Ο αναγνώστης του Σαββατοκύριακου», μυθιστόρημα. Εστία, Αθήνα 2012. Β΄ έκδοση 2013. Η ιστορία μιας ακαλλιέργητης νεαρής, που καλλιεργείται διαβάζοντας λογοτεχνία σε μια τυφλή ακροάτρια. Σατιρικό βιβλίο.
  9.  «Τα σινεμά της Αθήνας 1896 – 2013. Ιστορίες του αστικού τοπίου», έρευνα, στο στο www.hestia.gr. Δεκαετής έρευνα με 960 σελίδες και 3.500 υποσημειώσεις. Λεξικό αό την ΑΑβόρα μέχρο το Ψυρρή (Σινε). Ελέυθερο και δίχως δικαιώματα σε έξι σάιτ κι ένα μπλογκ.
  10.  «Της καύλας + Ου φωνητά. Βωμολοχικά ποιήματα και βωμολοχικές παρωδίες», ποιήματα, στο http://periodikotrypa.wordpress.com/ 255 οκτασύλλαβα ομοιοκατάληκτα σεξουαλικά δίστιχα. Μαζί με τρεις ανάλογες παρωδίες  δύο γνωστών ποιημάτων κι ενός  τραγουδιού.

mark twainΑυτά για βιβλία. Μεμονωμένα λογοτεχνικά κομμάτια έχω επίσης δημοσιέψει στο «Cyborg», τα «Φανταστικά Χρονικά» και το www.staxtes.com, ενώ όπου να ’ναι αρχίζω συνεργασία και με το www.diastiho.com.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Πανcarroll-lewisτού όπου πηγαίνω, παίρνω μαζί το εκάστοτε λάπτοπ μου. Όταν είμαι σπίτι, γράφω στην κουζίνα.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όχι ακόμα. Τώρα σχεδιάζω στο μυαλό μου έναν αχταρμά, που δεν ξέρω πώς θα καταλήξει, όπου θ’ ανακατέψω διάφορους δικούς μου ήρωες με άλλους, υπαρκτούς

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γράφω πάντα σε λάπτοπ. Αν δεν το ’χω πρόχειρο, καταγράφω ηχητικά την ιδέα στο αρχαίο κινητό μου («zylo», της sony ericsson)

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

RabelaisΌπως είπα, γράφω πάντα σε λάπτοπ. Καμιά τελετουργία ή διαδικασία. Πάντα γράφω στον ελεύθερο χρόνο που μου αφήνουν οι δουλειές, το νοικοκυριό  και παλιότερα τα παιδιά μου, που τώρα είναι πολύ μεγάλα. Δεν ακούω μουσική όταν γράφω, ούτε όταν διαβάζω. Την αγαπώ πολύ και δεν τη θεωρώ συνοδευτική. Όταν ακούω μουσική, προτιμώ ν’ ακούω μουσική και μόνο.  Εκτός βέβαια αν γλεντάω. Ακούω ρεμπέτικα, μπλουζ, ελληνικά έντεχνα, φολκ, συμφωνική  και ρόκ του ΄55- ΄80. Βαριέμαι την όπερα, τη τζαζ, την έθνικ, τα ελαφρά, την ποπ, τα σκυλοπόπ και το χιπχόπ. Στα λαϊκά είμαι διχασμένος.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω σπουδάσει Νεοελληνική Φιλολογία (κάκιστος φοιτητής) και Πολιτική Επιστήμη – Διεθνείς Σπουδές (σχεδόν άριστος φοιτητής).

ΒιοπορίσIsaacAsimov2τηκα κατά σειρά ως ανειδίκευτος εργάτης, βιβλιοϋπάλληλος,  λημματογράφος σ’ εγκυκλοπαίδεια, καθηγητής σε φροντιστήρια (άλλων και δικά μου), ιδιαιτερατζής,  λεξικογράφος. Τα τελευταία χρόνια είμαι κειμενογράφος και δημοσιογράφος. Πολύ δύσκολα τα φέρνω βόλτα, ήδη πριν την κρίση. Αρκεί να πω ότι το ΤΕΒΕ (ΟΑΕΕ) είναι σχεδόν 450 ευρώ το μήνα. Είμαι φτωχός αυτοαπασχολούμενος, δεν έχω κανένα μισθό ή αργομισθία από πουθενά.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Απάντησα πιο πάνω, ερωτήσεις 6 και 10.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Κάποιο πρόσωπο ενδιάμεσο, σε κρίση, μπερδεμένο, μεταιχμιακό. Αλεξάνδρου, Καβάφης, Καμί, Βουτυράς, Μαρτινέγκου, Τζόις. Τέτοια πράματα.

philip dickΤι γράφετε τώρα; 

Τελειώνω το μυθιστόρημα «Η Νιλουφέρ στα χρόνια της κρίσης», την παράλληλη ιστορία μιας Τουρκάλας δημοσιογράφου κι ενός ξεπεσμένου Έλληνα διανοούμενου που προσπαθούν να γράψουν ο καθένας το βιβλίο του για τη Μακρόνησο. Διαδραματίζεται στο σήμερα, ανάμεσα στο Μάη  του 2013 και το Φλεβάρη του 2014.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Έλληνες: Ροϊδης, Παπαδιαμάντης, Αλεξάνδρου, Βαλτινός, Πικρός, Καβάφης, Πετρόπουλος, Τσίρκας, Καχτίτσης, Παπαγιώργης, Θουκυδίδης, Ιωάννου, Κάλβος, Βιζυηνός, Ηρόδοτος, Καρυωτάκης, Κουτρουμπούσης, Καμπανέλλης, Χατζής, Λουκιανός, Σεφέρης, Μητσάκης, Εμπειρίκος, Αλεξανδρόπουλος και πολλοί άλλοι. Αλλοδαποί: Ντικ, Χέλερ, Μέλβιλ, Φλομπέρ, Σταντάλ, Τσέχοφ, Καμί, Βιαν, Κλαρκ, Πεσόα, Κενό, Πιραντέλο, Θερβάντες, Τσάντλερ, ντε Μοπασάν, Σπέρμπερ, Γκρόσμαν, Ραμπλέ, Βερν, Κάρολ, Τσβάιχ, Τουέιν, Μομ, Μπόρχες, Ασίμοφ και πολλοί άλλοι.

joseph-hellerΑγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Τα βιβλία των παραπάνω, και πολλών άλλων.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όσων από τους παραπάνω γράψανε διηγήματα, και πολλών άλλων.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Φάις, Τζαμιώτης, Τριανταφύλλου, Τσήτας, Παλαβός και πολλοί άλλοι.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ζηλευτός, όχι βέβαια. Αγαπημένοι: Έκτορας, Προμηθέας, Γουόλτερ Μίτι, Αλίκη, Ροβίρος, Καβ Τζερ, Φίλιπ Μάρλοου και πάρα πολλοί άλλοι.

Herman_Melville1Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

«Το τραμ», «Το δέντρο» και «Η λέξη», γιατί συμβάλανε στη διαμόρφωσή μου. «Ο Χάρτης» και το «Εντευκτήριο» για τ’ αφιερώματά τους. «Το Πλανόδιον», γιατί καθιέρωσε το «μπονσάι». Η «Νέα Εστία», γιατί ξαναγεννήθηκε (δυο φορές μάλιστα) τα τελευταία  δεκαπέντε περίπου χρόνια.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το τρίτομο βιβλίο της «Σύγχρονης Εποχής» και το δίτομο του Νίκου Μάργαρη («Δωρικός») για τη Μακρόνησο, καθώς κι  ένα είδος της βιογραφίας του δικτάτορα Δημήτρη Ιωαννίδη- όλα αυτά για το βιβλίο που τελειώνω. Τη δουλειά της Χριστίνας Ντουνιά για την Πολυδούρη («Εστία») και την «τριλογία» της στη «Άγρα» για τον Πικρό. Τους τρεις τόμους Μπόρχες του «Πατάκη». Επίσης Αχιλλέα Κυριακίδη και  το «Λεξικό αναμνήσεων» του Γιώργου Χουλιάρα.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Πάρα πολarthurcclarkύ κι από τα δυο. Και υπάρχουν σημαντικοί κριτικοί,  που μετράω πολύ τη γνώμη τους. Παρουσιάζω κι εγώ βιβλία αλλά ΔΕΝ είμαι κριτικός, απλά παρουσιαστής.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Είμαι χρήστης των ΜΜΜ. Διαβάζω πολύ ιδίως στον ηλεκτρικό. Έχω διαβάσει τόσο πολλά βιβλία εκεί, ώστε στη μνήμη μου τα συγχέω. Μάλλον δεν απάντησα καλά την ερώτηση.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Θέατρο ελάχιστα πια, είχα δει μαζικά στα 15 με 20 μου. Κινηματογράφο πολύ, τόσο σε κινηματογραφικές αίθουσες, όσο και στο λάπτοπ μου. Έχω εμπνευστεί από τον Αγγελόπουλο και τον Άλεν, τουλάχιστον αυτά θυμάμαι πρόχειρα. Έχω γοητευτεί από τη δουλειά πολύ περισσότερων σκηνοθετών: Κοέν, Γουέλς, Κόπολα, Κουροσάβα, Παζολίνι, Φελίνι, Πέιν, Μπερτολούτσι, Πέκινπα, Όζου, Κίτον, Τριφό, Δαμιανός,  Σκορτσέζε, Λιάππα και πολλών άλλων.

--raymond-queneauΟι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Θετικότατες ως προς το γουέμπ και το μέιλ, δεν μπορώ να φανταστώ εύκολα τη ζωή μου δίχως αυτά. Σπουδαία και τα ebooks. Βρίσκω βαρετό το φέισμπουκ. Δεν έχω ακόμα γνώμη για το τουίτερ.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δε θα δεχόμουνα την αιώνια νιότη με οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Είναι πολύ λογική η φθορά και ο θάνατος.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αν γράφω σε πολυτονικό ή  μονοτονικό. Μονοτονικό. Ευχαριστώ πολύ για την τιμή, Δημήτρης Φύσσας.

Στις εικόνες:  Mark Twain, Lewis Carroll, Francois Rabelais, Isaac Asimov, Philip Dick, Joseph Heller, Herman Melville, Arthur Clarke, Raymond Queneau.

19
Μαρ.
14

Γιάννης Πατίλης – Μικρός τύπος: Το Λογοτεχνικό Περιοδικό. Θεωρία και ασκήσεις. Κείμενα 1978 – 2013

Η κPatilis,Giannis-MikrosTypos-ToLogotechnikoPeriodiko-Theoria&Askiseis-01υκλοφορία αυτού του βιβλίου υπήρξε μια απρόσμενη μα τόσο ευπρόσδεκτη έκπληξη. Ένας πολύτιμος τόμος με αντικείμενο ακριβώς ένα μεγάλο κομμάτι της αναγνωστικής μας ζωής και ευρύτερα του λογοτεχνικού μας κόσμου. Μια συλλογή κειμένων του πάντα απολαυστικού στην γραφή Γιάννη Πατίλη, και ιδίως εκείνων που αφορούν το Λογοτεχνικό Περιοδικό, το ίδιο το Πλανόδιον, αλλά την ηλεκτρονική του εκδοχή, το μικρό διήγημα, τις ευρύτερες δημιουργικές του εμπειρίες. Εδώ έχουν θησαυριστεί κείμενα τριανταπέντε περίπου ετών με αντικείμενο το Λογοτεχνικό Περιοδικό τόσο στην θεωρία όσο και στην πράξη· τόσο ως επιμέρους μορφή του Μικρού Τύπου [Small Press], όσο και, ειδικότερα, του προσωπικού του δημιουργήματος. Έτσι η μορφολογική τους πολυείδεια είναι δεδομένη: κείμενα, άρθρα, συνεντεύξεις, ομιλίες, κριτικές, σχόλια, όλα αποσπάσματα μιας οιονεί δημόσιας πνευματικής αυτοβιογραφίας ενός εκδότη, περιοδικάκια, ποιητή, αναγνώστη.

PagkyprioGymnasion(04-08-2011)Πώς ταξινομείται αυτή η επιθυμητά χαώδης ύλη; Πρώτα σε δυο μέρη, ως Θεωρία και Ασκήσεις· κατόπιν η Θεωρία σε δυο ειδικότερα τμήματα. Οι Αναφορές στο πεδίο, διαπραγματεύονται ευρύτερα θέματα όπως ο ρόλος του λογοτεχνικού περιοδικού στην λογοτεχνική εξέλιξη αλλά και, σε άλλο κείμενο, στο σχολείο και στην σχολική πράξη, η ιστορική του εξέλιξη, το μέλλον του, ο «Μικρός Τύπος» ως εναλλακτικό μέσο και ως «αθέατος πολιτισμός», η κίνησή του από το τοπικό προς το υπερτοπικό, η μοναξιά του βιβλίου και η συντροφιά του περιοδικού (αμφότερα με ερωτηματικό), η λογοτεχνία σε σχέση με την αγορά, τα περιοδικά λόγου και οι προκλήσεις της Νέας Εποχής κ.ά. Στα Αυτοαναφορικά ταξινομούνται οι δεκάδες συνεντεύξεις, συνομιλίες και εξομολογήσεις του συγγραφέα όπου μοιράζεται την προσωπική του εμπειρία από όλα τα παραπάνω. Και, τέλος, στις Ασκήσεις επιλέγονται κείμενα από επικαιρικά σχόλια και κριτικές του συγγραφέα από τα περιοδικά του ή έντυπα τρίτων. Εδώ ακριβώς εφαρμόζονται στην κριτική πράξη οι θέσεις που εκτίθενται στο τμήμα της Θεωρίας, με έμφαση στην αντιπαράθεση προς τον φενακιστικό «λόγο» των ΜΜΕ και τον εκμαυλισμό που αυτά ασκούν στις συνειδήσεις των δημιουργών.

Planodion 1_Η αναζήτηση και εν τέλει η ίδρυση στα όρια του κειμένου μιας άλλης πραγματικότητας, είτε αυτή βρίσκεται μέσα στην ίδια τη γλώσσα και τους λογοτεχνικούς τρόπους (σύμφωνα με μια απόλυτη φορμαλιστικη θέση) είτε εκτός αυτής, παραμένει πάντοτε το ριζικό σκοπούμενο κάθε λογοτεχνίας, «μεγάλης» ή «μικρής», υποστηρίζει ο συγγραφέας, τόσο όσον αφορά τα λογοτεχνικά περιοδικά όσο και την ίδια την συγγραφή. Εδώ ο «Μικρός Τύπος» μοιάζει με εκδήλωση τοπικότητας μέσα σε συνθήκες έντονης πολιτισμικής ομογενοποίησης. Αυτή η κοινωνική τοπικότητα – γεωγραφική, επαγγελματική ή πολιτισμική – φαίνεται «περιθωριακή» στους τρίτους, αλλά για τα εμπλεκόμενα πρόσωπα τοποθετείται στο επίκεντρο της ελεύθερης αυτοσυγκρότησής τους ως προσωπικοτήτων και ο «Μικρός Τύπος» αποτελεί εν τέλει έναν παράδεισο πολιτικής και πολιτισμικής αυτοπραγμάτωσης αλλά και ευρύτερα έναν «αθέατο» πολιτισμό.

Nisos-01-(Anoiksi1983)-01-EksofylloΟ Γιάννης Πατίλης ξεκίνησε το Πλανόδιον τον Δεκέμβριο του 1986. Νωρίτερα είχε ιδρύσει μαζί με τον ποιητή και κριτικό Κώστα Σοφιανό, το συνθέτη Χάρη Βρόντο και τον ανεπανάληπτο και πρόωρα χαμένο τουμπίστα Γιάννη Ζουγανέλη την καλλιτεχνική ομάδα Νήσος· μουσική και ποίηση, με καρπό το φερώνυμο περιοδικό – κασέτα [1983 – 1985] και το κριτικό – λογοτεχνικό περιοδικό Κριτική και Κείμενα [1984 – 1985]. Τώρα βλέποντας το εξαιρετικά δύσκολο, σύμφωνα με την προσωπική του εμπειρία, μιας ισότιμης και συνυπεύθυνης συλλογικής έκδοσης προχώρησε μόνος του αλλά με την φιλική συμπαράσταση μιας μικρής ομάδας τακτικών συνεργατών. Όσον αφορά την επιλογή της ύλης το βάρος δόθηκε στο ίδιο το περιεχόμενο των κειμένων παρά στις υπογραφές, ενώ παραμερίστηκε η εύκολη λύση των επικερδών «αφιερωμάτων». Αντί αυτών καθιερώθηκε σε κάθε σχεδόν τεύχος η παρουσίαση μιας ολοκληρωμένης και εκτενούς μεταφραστικής εργασίας: είτε ενός σημαντικού δοκιμίου, είτε μιας ποιητικής ενότητας ή μιας αντιπροσωπευτικής ανθολόγησης από το έργο ενός σημαντικού ξένου ποιητή ή πεζογράφου. Το περιοδικό δεν καταχώρησε διαφημίσεις, επιθυμώντας να ελέγχει πλήρως την εκδοτική του εικόνα.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΌμως για άλλη μια φορά ο λόγος του συγγραφέα – εκδότη είναι ειλικρινής, απροκάλυπτος και γνήσιος. Πόσα έτη φωτός από δεκάδες άλλες ομοειδείς περιπτώσεις! Καμία έπαρση, καμία αίσθηση ιερής αποστολής, καμία βεβαιότητα περί ανεξίτηλου αποτυπώματος στα ένδοξα πεδία των γραμμάτων μας. Η άγρια χαρά της δημιουργίας, της χειροτεχνίας και της κατάρτισης ενός περιοδικού με τεύχη κυριολεκτικά βιβλία ή θησαυρούς κειμένων αρκεί! Τον Πατίλη ποτέ σε ό,τι έκανε, με εξαίρεση φυσικά το επάγγελμά του ως εκπαιδευτικός, δεν τον απασχόλησε η πιθανή ωφέλεια τρίτου. Στην ερώτηση τι θεωρεί ότι συνεισέφερε στα ελληνικά γράμματα μέσα από το «Πλανόδιον» απαντά:

KritikiKaiKeimena-01-(Cheimonas1984)-01-EksofylloΩς αμετανόητος περιοδικάκιας θεωρούσα πάντα το γνήσιο λογοτεχνικό περιοδικό ως  μορφή προσωπικής καλλιτεχνικής έκφρασης, πράξη δηλαδή ιδιότυπου εκφραστικού εγωισμού, συγγενική προς τον προσωπικό καλλιτεχνικό εγωισμό του δημιουργού, αλλά κάπως «ανώτερη», αφού στο πρόγραμμά της συμπεριλαμβάνει και την εκφραστική συμπαρουσία τρίτων! Έτσι, μια τέτοια «συνεισφορά», και αν συνέβη, δεν περιλαμβανόταν ποτέ στους σκοπούς μου. / Η «προσφορά στα Γράμματα» ως στόχος είναι έργο των θεσμών και, δυστυχώς, της…παραλογοτεχνίας. Η πραγματική λογοτεχνία κάνει απλώς το κέφι της χωρίς να λογοδοτεί πουθενά, γι’ αυτό και δεν πρέπει ποτέ να ζητεί τα εαυτής, βραβεία και τιμητικές θέσεις για την αξία της, όσο σπουδαία κι αν είναι…[σ. 209]

Planodion-EikonesApoTinParagogi-04Σε αντίθεση με το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των συγγραφέων, ποιητών και εκδοτών της γενιάς του που διακατέχονται από μεγάλο φόβο και άγνοια του διαδικτύου, επιμένοντας να αρνούνται την ύπαρξή του (το Πανδοχείο έχει προσωπική πείρα και δεκάδες ιστορίες να θυμάται από την σχετική άρνησή τους ιδίως να δεχτούν την αναγνωσιμότητα και την χρησιμότητα των διαδικτυακών σελίδων, κριτικών και περιοδικών), ο Πατίλης υπήρξε από τους πρώτους που όχι απλώς καλωσόρισε το νέο μέσο και το χρησιμοποίησε πολλαπλώς και επιτυχώς αλλά και που δήλωσε πως το διαδίκτυο αποτελεί την πνευματική ουτοπία της ώριμης ανθρωπότητας.

KostisPapagiorgis-GiannisPatilis(Aiges,12-01-1985)Πνευματική ουτοπία της ώριμης ανθρωπότητας: ουτοπία, διότι, στην καλύτερη μορφή του, «εκπληρώνει έναν αδιανόητο πόθο της πολιτισμένης ανθρωπότητας: το απόλυτο μουσείο των γραμμάτων και των τεχνών, υφασμένο και προσβάσιμο δωρεάν απ’ όλους και από παντού»· πνευματική επειδή αποτελεί «το πλέον αποϋλοποιημένο μέσο επικοινωνίας και έκφρασης»· και ώριμης ανθρωπότητας επειδή συνδυάζει την μέγιστη ανθρώπινη συνύπαρξη και εκφραστική ελευθερία με την ελάχιστη υλική βία προς τα άλλα όντα και το περιβάλλον. Ενδεικτικός είναι ένας σχετικός παραλληλισμός: στον λόγιο του 5ου μ.Χ. αιώνα, θα ήταν περισσότερο οικεία ως εικόνα μια σύγχρονη ιστοσελίδα με τα παρασελίδια εικονίδια και τα σχόλια, παρά ένα βιβλίο τσέπης χωρίς εικονογράφηση!

Anepaisthitos-01-(Septembrios1987)-02-03-Taytotita-ChaikouKaiTankaΤο χαρτί πεθαίνει, και καλώς. Έκλεισε τον ιστορικό του κύκλο. Είναι μια πολυτέλεια που σύντομα δεν θα την συγχωρεί η φύση. Θα μείνει για τις αναμνηστικές και συλλεκτικές εκδόσεις στις χρονολογικές επετείους δημοφιλών ή  κλασσικών συγγραφέων. Θα δίνει «κύρος» και σοβαροφάνεια στους μέτριους. Θα γίνει η κατάλληλη ύλη για τον λόγο ως «μνημείο» πια (ή μνήμα), όπως ήταν κάποτε η πέτρα και ο μπρούντζος…Από την άλλη δεν χρειάζεται να «φυσικοποιούμε» τις αναγνωστικές μας έξεις. Δεν θα διαβάζαμε πιο εύκολα μια τραγωδία του Ευριπίδη στα ειλητάρια ή τους παπύρους. Όσο για την συγκίνηση, ναι, μπορεί να είναι τέτοια και μεγαλύτερη μέσα από την οποιαδήποτε οθόνη…Εξάλλου, η ηλεκτρονική εξαΰλωση όχι μόνο του γράμματος αλλά και της εικόνας ή του ήχου είναι πιο κοντά στην φασματική / συμβολική φύση του ίδιου πνεύματος… [σ. 194]

GiannisPatilis-FotisTerzakis-GiorgosSagkriotis(Mistriotou23,25-12-1998)Ο Πατίλης δεν σταμάτησε στιγμή να πιστεύει στην δράση των ανεξάρτητων προσώπων και των μικρών ομάδων που αντιστέκονται στον γιγαντισμό των συμφερόντων και της επιζητούμενης ηγεμονίας τους στον πολιτισμό. Η συλλογή του είναι εμπνευστική, ενθαρρυντική, πολύτιμη. Και έχει απόλυτο δίκιο όταν γράφει ότι τέτοιες συναγωγές κειμένων από εκδότες λογοτεχνικών περιοδικών συμβάλλουν στην δημιουργία ενός διαλόγου για τους όρους μιας Νέας Ελεύθερης και Απελευθερωτικής Δημόσιας Εκφραστικής, που θέλει να πραγματώσει τα παλαιά ιδανικά του Μικρού Τύπου σε μια νέα συναρπαστική εποχή της ανθρωπότητας, κατά την οποία χιλιάδες πρόσωπα ή κοινότητες προσώπων σπεύδουν να κοινοποιήσουν τους προβληματισμούς τους, τις καλλιτεχνικές τους αναζητήσεις αλλά και τα μυχιότερα των συναισθημάτων τους.

LeyterisPoulios-GiannisPatilis-ZefiDaraki(2010)26 χρόνια, 12 τόμους, 52 τεύχη καὶ 9200 σελίδες άξιζαν τον κόπο. Κι εμείς, διατηρώντας στο μυαλό μας και στα όποια μας κατάστιχα δεκάδες από αυτές, ας είχαμε τον χρόνο να τις διαβάσουμε όλες, μια προς μία.

Εκδ. Ύψιλον, 2013, σελ. 285. Με 11σέλιδο ευρετήριο ονομάτων, προσώπων και πραγμάτων.

Στις φωτογραφίες μαζί με τον Γιάννη Πατίλη: Μαρώ Τριανταφύλλου – Ηρώ Νικοπούλου / Κωστής Παπαγιώργης / Φώτης Τερζάκης – Γιώργος Σαγκριώτης / Λευτέρης Πούλιος – Ζέφη Δαράκη.

Για το Μπονζάι και τα σχετικά τεύχη του Πλανόδιου βλ. αναρτήσεις για τα τεύχη 50 [Αμερικανικό Μπονζάι], 51 και 52 [Ελληνικό Μπονζάι]. Βλ. ακόμα τις παρουσιάσεις των τευχών 47 [Ρικάρντο Πίγλια κ.ά.] και 49 [Αντονέν Αρτώ κ.ά.].

17
Μαρ.
14

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 147. Τάκης Σπετσιώτης

ΤΣΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Εδώ προκύπτει θέμα με τον καρμικό μου αριθμό, που είναι το 2. Το τελευταίο μου βιβλίο ήταν λοιπόν δύο ολιγοσέλιδα βιβλία, 75 – 80 σελίδων το καθένα. Το ένα ήταν ένα θεατρικό έργο που δεν είχε παιχτεί, με τίτλο “ Το άλλο κρεβάτι’’, εμπνευσμένο από ένα ομότιτλο ημιτελές κείμενο του Κώστα Ταχτσή, του οποίου εγώ εφεύρα την μυθοπλασία, την εξέλιξη και το τέλος, πάντα στηριγμένος σε αυθεντικά ντοκουμέντα. Πρόκειται στην ουσία για αυτονομημένο έργο από τον Ταχτσή, στο οποίο ο ήρωας, ο ψυχαναλυόμενος συγγραφέας Ερμής, φανταστικά δολοφονείται αλλά και φανταστικά ανασταίνεται.

b143249Το δεύτερο βιβλίο μου, που μαζί με το “΄Αλλο κρεβάτι” κυκλοφόρησε από τον ίδιο εκδότη – Άγρα – την ίδια μέρα, ήταν μια μικρή νουβέλα με τον τίτλο «Γραμματικός σ’ ένα παιδί του δρόμου», την οποία χαρακτηρίζω ‘‘Λαϊκή περιπέτεια’’. ΄Ηταν κι αυτό ένα κείμενο που το 2007 είχε μείνει έξω από τη συλλογή κειμένων μου ‘Τριανδρίες και Σία’ (από την ΄Αγρα ξανά), δεν είχα φανταστεί ότι θα κυκλοφορούσε αυτόνομο, το πρότεινα στον εκδότη μου και έγινε αποδεκτό. Διηγείται την ιστορία ενός νεαρού άστεγου, μεροκαματιάρη μικροπωλητή το πρωί και rent boy τη νύχτα, που τον περιμαζεύει στο σπίτι του ένας σαραντάρης καθηγητής αγγλικών και διανοούμενος, αρχίζοντας, ενώ μιλάει ο νεαρός, να γράφει καθ’ υπαγόρευσιν τη ζωή του.  Που είναι – θα το μαντέψατε – ένα κομμάτι από την ζωή των περιθωριακών στην ειδικά αθηναική κοινωνική αθλιότητα των τελευταίων χρόνων. Κατά μία περίεργη αίσθηση, που δεν μπορώ να εξηγήσω, θεωρώ αυτά τα βιβλία σαν αυτόνομα αλλά και σαν ένα μαζί. Η κριτική δεν τα είδε έτσι. Περισσότερες αναφορές έγιναν στον ‘‘Γραμματικό’’. Με την εξαίρεση ενός εύστοχου κειμένου που έγραψε η κ. Λίνα Πανταλέων η οποία τα εξετάζει μαζί, ισόποσα και ισόχρονα.

b143250Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση –εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν;

Έγραφα από παλιά, από τα χρόνια του Δημοτικού, και δημοσίευα σε εφημερίδες και περιοδικά ως μαθητής Γυμνασίου. Εμφανίστηκα ταυτόχρονα σχεδόν με δύο μικρού μήκους ταινίες, την ‘‘Λίζα και η άλλη’’ το 1976 και την ‘‘Καλλονή’’ το 1977. Το 1978 δημοσίευσα σ’ ένα βραχύβιο λογοτεχνικό περιοδικό που λεγόταν ‘Καμπύλη’ ένα μου διήγημα με τίτλο ‘‘Μια φιλία’’. Ψαχνόμουνα ακόμα, δεν ήξερα τι θ’ ακολουθήσω, η παιδεία μου η λογοτεχνική, πολύ αυστηρού… μικρομέγαλου παιδιού, μου απαγόρευε να δω την συγγραφή σαν επάγγελμα. Την πάτησα λοιπόν, θεωρώντας … επάγγελμα τον κινηματογράφο, και δή στην Ελλάδα! Σημασία έχει πως όλα ξεκινούσαν από την η συγγραφή για μένα. Άλλωστε και η ‘‘Λίζα και η άλλη’’ και η ‘‘Αναπαυτική μεριά’’, η πρώτη μου μεγάλου μήκους ταινία το 1981, είχαν σαν βάση το κείμενο. Οι εικόνες ήταν απλώς το χαλί, ο τόπος ακρόασης του κειμένου.

19068Βιβλίο πρωτοεξέδωσα το 1996, το ‘Στον Κώστα Ταχτσή αντί στεφάνου’. Ήθελα να πω πράγματα που με έπνιγαν, είχαν συσσωρευτεί μέσα μου, και δεν είχα τον χρόνο, ασχολούμενος πάνω από δεκαπέντε χρόνια με τον κινηματογράφο, να τα πω, κι έτσι τα έβαλα σ’ένα βιβλίο που ήταν σα να γράφτηκε από μόνο του το φθινόπωρο του 1995, σε τρεις μόλις μήνες! Ξεκίνησα γράφοντας μια μαρτυρία για τον Ταχτσή, που τον είχα γνωρίσει το ’74, είχαμε αποπειραθεί να συνεργαστούμε το 1983, να μεταφέρω ένα του διήγημα στην τηλεόραση ως τηλεταινία, είχαμε αποτύχει, κι όλη αυτή την ιστορία διηγούμαι στον ‘‘Ταχτσή αντί στεφάνου’’, μαζί μ’ άλλα πολλά, σε ένα, θα το έλεγα, από κεφάλαιο σε κεφάλαιο ‘μεταμορφωνόμενο βιβλίο’’. Με την έννοια ότι δεν ανήκει σε κανένα λογοτεχνικό είδος, είναι και πεζογραφία και κριτική και ντοκιμαντέρ και ποίηση και αναμνήσεις και σχέδιο βιογραφίας διπλό – δικής μου και του Ταχτσή -, κλπ. ΄Οταν ξαναεκδόθηκε αναθεωρημένο το 2006 με τίτλο ‘‘Ταχτσής – Δεν ντρέπομαι’’ έβαλα ως επίτιτλο ‘Λογοτεχνικό χρονικό’. Η διαμαρτυρία ήταν η αφετηρία μου για να γράψω. Ο πόνος, επειδή είχε απορριφθεί ως ‘ακατάλληλο’ ένα μου σενάριο από το Κέντρο Κινηματογράφου, αν και είχε χρηματοδοτηθεί η συγγραφή του από το ευρωπαικό ταμείο σεναρίου. Είχα ταυτισθεί με τον Ταχτσή, απογοητευμένο επίσης, επειδή δεν είχε πετύχει να γίνει ταινία το ‘ ‘Τρίτο Στεφάνι’’.  Εκείνη την εποχή μιλούσα νοερά μαζί του.

XaireΤο βιβλίο που πάντα λογάριαζα να εκδώσω, ήρθε τρία χρόνια μετά. ΄Ηταν μια εκτενής μελέτη για την τέχνη του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, το ‘‘ Χαίρε Ναπολέων’’- ΄Αγρα 2009. Στην ταινία μου του 1985 ‘‘Μετέωρο και Σκιά’’ για τον ποιητή – ίνδαλμα της αξέχαστης αλλά και λίγο προβληματικής εφηβείας μου, δεν χωρούσαν όσα ήθελα να πω για το αμφιλεγόμενο έργο του. Κυρίως τα πεζά του ποιήματα, που έβρισκα ότι είχαν το πιο ιδιαίτερο βάρος απ’ ό,τι έγραψε. Ανθολόγησα έναν ικανό αριθμό από πεζοτράγουδα που μάζευα χρόνια, μαζί με την μελέτη, τις σημειώσεις κι έβαλα και εικόνες. Κάποιοι με κατηγόρησαν ότι υποτιμώ τον εαυτό μου, βάζοντας εικόνες στο σοβαρό και αυστηρό είδος του δοκιμίου.Δεν ήθελα καθόλου να πάρω ύφος φιλολογικού τιμητού – θα ήταν αστείο, ιδίως για τον Λαπαθιώτη! -, και ακαδημαικού. Απλώς να προχωρήσω την κριτική λίγο παραπέρα για τον αισθητισμό ως υπαρξιστικό κίνημα ή φιλοσοφία ζωής. Μέχρι τότε για τον Λαπαθιώτη γράφονταν τα ίδια και τα ίδια, για την ζωή του, και ξανά απ’ την αρχή, Ντόριαν Γκρέυ και κλισέ.

b77849Το κομμένο κινηματογραφικό μου σενάριο του 1993 έγινε μυθιστόρημα, το ‘‘Δελτίον ταυτότητος’’, από την ΄Αγρα το 2003. Δεν ήταν μόνο η εξιστόρηση της εσωτερικής διαμόρφωσης του κεντρικού ήρωά μου Παύλου Μέρλου, μουσικού και συγγραφέα, αυτό που ήθελα να διηγηθώ. Ούτε ο κόσμος του έρωτα ως σεξουαλικό ξύπνημα της σάρκας στην ηλικία των δώδεκα ή ως αισθηματικό, ερωτικό πάθος στην ηλικία των είκοσι χρόνων. Ούτε ο κόσμος της επαρχίας και της πρωτεύουσας, μέσα από την μυθολογία των μικρών και μεγάλων λιμανιών που κουβαλούσα από τις ταινίες της παιδικής μου ηλικίας. ‘‘Η Αγνή του λιμανιού’’ και το ‘‘Λιμάνι των Αποκλήρων’’. ΄Ηθελα, γράφοντας για τα δικά μου βιώματα, να διατρέξω συνειδητά – ει δυνατόν – όλη τη γκάμα της λογοτεχνίας που είχα διαβάσει από παιδί, ακόμη και παραλογοτεχνίας. Προκειμένου να δώσω μορφή στο εγχείρημά μου και να πιάσω αυτό που είναι για μένα η έννοια της ταυτότητας : ταυτότητα σημαίνει το να αποτελείς μέρος του περιγύρου σου αλλά και, ταυτόχρονα, το να είσαι τόσο διαφορετικός από αυτόν.

b119920Το βιβλίο μου ‘‘Τριανδρίες και Σία’’ με ιστορίες και κείμενα είναι ένα απάνθισμα των καλύτερων κειμένων μου μιας εικοσιπενταετίας, για την λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, καθώς και εσωτερικής εξομολόγησης.

΄Εχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Χα χα! Μικρός, σε σχολικά τετράδια, στα βράχια της Ερμιόνης, δίπλα στη θάλασσα. Ως σεναριογράφος, τη νύχτα, σε λεωφορεία, επιστρέφοντας στο σπίτι από ιδιαίτερα μαθήματα αγγλικών. Πολύ συχνά, ως και σήμερα, σε καφενεία του κέντρου ή απόκεντρα, υποβαθμισμένων και ταυτόχρονα ειδυλλιακών συνοικιών, όπου για τους άλλους θαμώνες είμαι πάντα ‘‘εκείνος που γράφει και διαβάζει’’.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Ο Άρης Κορτέσης του ‘‘Δελτίου ταυτότητος’’, ο b105828ωραίος έφηβος, δεν είναι πια νέος. ΄Εχουμε συχνή τηλεφωνική επαφή. Του Νικήτα του ‘‘Γραμματικού’’ έχω κάμποσα χρόνια να ακούσω νέα. ΄Οσο για τον Λάμπρο, του ‘‘Δελτίου’’ ξανά, με το αρχετυπικό όνομα από τον Σολωμό, ε, αυτός είναι πια όλοι οι άντρες που γνώρισα στη ζωή μου. Αλλά, ξέρετε κάτι; ΄Οταν βγαίνω απ’ τις σελίδες, αυτοί οι ήρωες, όσο κι αν βασίστηκαν σε πραγματικά πρόσωπα, ποτέ δεν είναι οι ίδιοι με τα πρότυπά τους.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Που και πώς παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Η ζωή, οι εμπειρίες μου μού δίνουν τις ιδέες για συγγραφή. Προσφιλής μου τρόπος είναι ωστόσο να μην αναλώνομαι απλά και μόνον στην καταγραφή του βιωθέντος, όσο κι αν αποτελεί πλεονέκτημα. Να το κάνω να αφορά και πέρα από μένα. Και να τού δίνω και μια αξία αισθητική μέσα από την γλώσσα. Πριν και πάνω απ’ όλα γράφω για την γλώσσα. ΄Οπως και διαβάζω άλλωστε.

Εικόνα (14)(1)Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση. Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Παλιότερα έγραφα πρώτα χειρόγραφο και στη συνέχεια το δακτυλογραφούσα. Τώρα γράφω κατευθείαν πια στον υπολογιστή. Αλλά όταν γράφω σε καφενείο, γράφω ξανά στο χέρι. Αν και δεν επιλέγω συγκεκριμένη μουσική όταν γράφω, μου αρέσει η ερώτηση που μου κάνετε. Η μουσική, μετά το γράψιμο, είναι η τέχνη που με λυτρώνει. Παλιά ρεμπέτικα, λαικά, και όλντ τάιμς τζαζ. Κινούμαι μουσικά στο κλίμα των μπλουζ των πέριξ των μεγαλουπόλεων. Στην ελεγειακή ατμόσφαιρά τους, στην θρησκευτικότητα και τον αποκλεισμό τους από την μεγάλη τέχνη.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεσθε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στην γραφή σας ( π.χ. στην θεματολογία και τον τρόπο προσέγγισης);

Εικόνα (18)Σπουδές σκηνοθεσίας κινηματογράφου. Κάποιες τηλεοπτικές και ελάχιστες θεατρικές σκηνοθεσίες είχαν βιοποριστικό σκοπό, με ελάχιστα χρήματα για μένα. Κάποια πνευματικά δικαιώματα από ταινίες μου που εισέπραξα, κυρίως από το ‘‘Μετέωρο και Σκιά’’, από κάποιες προβολές στην εδώ κρατική τηλεόραση και από την κυκλοφορία του σε dvd στη Νέα Υόρκη ήταν οικονομικά ξελασπώματα. Για τη ρουτίνα; Κανά δυό μούφα επαγγέλματα. Από διδασκαλία ιδιαιτέρων αγγλικών μέχρι διορθώσεις τυπογραφικών δοκιμίων. Ναι, όσον αφορά την απορρόφηση, γράφω λίγο σα να σκηνοθετώ, όπως εξάλλου και σκηνοθετώ σα να γράφω.

Γράφετε πεζογραφία αλλά και θέατρο. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί;

Εικόνα (17)Δεν γράφω μόνον αυτά τα δύο είδη, αλλά και μαρτυρία, δοκίμιο.Δεν αισθάνομαι ότι μπορώ να αφοσιωθώ αποκλειστικά και μόνο σ’ένα είδος λόγου. Είμαι λίγο αλητάκος ως προς αυτό. Βαριέμαι το ένα και μόνο είδος. Σουλατσάρω λιγάκι σαν Πρωτέας, αρκεί να μπορώ να προωθήσω τις ιδέες μου. Να βρώ κάθε φορά την πιο ταιριαστή φόρμα που κατά την κρίση μου τις εκφράζει. Δεν πιστεύω ότι ελλοχεύει κίνδυνος μη ισορροπίας όταν καλλιεργείς περισσότερα από ένα είδη, γράφοντας… Άλλωστε θαυμάζω πολυσχιδείς δημιουργούς, σαν τον Κοκτώ λ.χ.

Έχετε γράψει ποίηση; Αν όχι, γιατί;

Έχω γράψει μια ποιητική συλλογή που παραμένει ανέκδοτη, αν και είχαμε κανονίσει με τον εκδότη μου Σταύρο Πετσόπουλο να έβγαινε το 2010. Κάποια προβλήματα την εμπόδισαν και ξεχάστηκε.

ΛαπαθιώτηςΑν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα, ποιο θα επιλέγατε;

Ακριβώς όπως το διατυπώσατε : «Αν είχα σήμερα την πρόταση…». Επειδή έχω γράψει δύο μονογραφίες, για τον Λαπαθιώτη και τον Ταχτσή, ξέρω τι δύσκολο είδος είναι, πόσο από μέσα σου πρέπει να βγαίνουν οι συγγραφείς για τους οποίους γράφεις για να μην είναι οι μονογραφίες  σου ανεκδοτολογικές μαρτυρίες μόνον ή  άνοστες φιλολογικές διατριβές. ΄Η να βγαίνεις εσύ κατά κάποιο τρόπο μέσα από αυτούς.Και το είδος δεν θεωρείται πολύ εμπορικό γι’ αυτό οι προτάσεις σπανίζουν ή δεν γίνονται ποτέ. Γράφεις για κάποιον άλλο σημαίνει ταυτίζεσαι και λιγάκι μαζί του. Και με πόσους μπορείς να ταυτίζεσαι στην έκταση και το βάθος που μια μονογραφία απαιτεί; Μμμ…

Τι γράφετε τώρα;

Έχω μισοτελειωμένο ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, θέλει κάμποση δουλειά ακόμη. Και είμαι στα πρώτα κεφάλαια ενός δοκιμίου. Αλλά έχω αδρανήσει κάπως, ίσως φταίει η αβεβαιότητα, η οικονομική κατάσταση… αρκούμαι να γράφω στο φεισμπουκ μικρά κείμενα, σαν συνθήματα σε τοίχο… Ζούμε δύσκολες μέρες σαν έθνος, η καθημερινότητά μας έχει επηρεασθεί. Και το ίδιο το βιβλίο περνάει δύσκολη εποχή… Θα δούμε…

ΤαχτσήςΠερί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς;

Πρώτοι απ’ όλους αυτοί που με επηρέασαν στα χρόνια της εφηβείας και ασχολήθηκα με πάθος μαζί τους δύο ή και περισσότερες φορές, είτε ως σεναριογράφος – σκηνοθέτης, είτε ως συγγραφέας μελετητής τους ο ίδιος. Εννοώ τον Ροίδη, τον Καβάφη, τον Λαπαθιώτη, τον Ταχτσή.

Παρακολουθώ συστηματικά δοκιμιογράφους και στοχαστές επίσης. Τον Συκουτρή, τον Πηνιάτογλου, τον Καπετανάκη, τον ΄Αγρα, τον Νικολαρείζη, τον Δικταίο ως δοκιμιογράφο αλλά και ποιητή.

Κατά καιρούς έχω εντρυφήσει στο λογοτεχνικό έργο Ελληνίδων γυναικών λογοτεχνών. Μαρία Πολυδούρη, Λιλίκα Νάκου, Καίη Τσιτσέλη, Μαρία Λαμπαδαρίδου, Κατερίνα Αγγελάκη – Ρούκ, Μαργαρίτα Καραπάνου, Μαρία Μήτσορα και Τζένη Μαστοράκη.

9789602791516Οι ξένοι κλασσικοί με συντροφεύουν πάντα, κατά διαστήματα επανέρχονται. Ντοστογιέφσκι, Προυστ, Κοκτώ, Σελίν, Ζενέ, Γιουρσενάρ, Ντυράς, Τρούμαν Καπότε, Τζων Κέννεντυ Τούλ, οι εικαστικοί Gilbert and George ως ποιητές, ο Φουκώ ως θεωρητικός.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία;

Τα ‘‘Συριανά διηγήματα’’ του Ροίδη, τα ‘‘Ρέστα’’ του Ταχτσή, η ‘‘Εισαγωγή στο Συμπόσιο του Πλάτωνα’’ του Συκουτρή, το ‘‘Ημερολόγιο’’ της Μαρίας Πολυδούρη, η ‘‘Ξεπάρθενη’’ της Λιλίκας Νάκου, το ‘‘Aδριανού Απομνημονεύματα’’ της Γιουρσενάρ, το ‘‘Λευκό βιβλίο’’ του Κοκτώ, το ‘Ημερολόγιο ενός κλέφτη’’ του Ζενέ, το  ‘‘Rien ne va plus’’ της Μαργαρίτας Καραπάνου, το ‘‘Τhe Νeon Βible’’ του Τζων Κέννεντυ Τούλ, το ‘‘Side by Side’’ των Gilbert and George, και ‘‘Οι μη κανονικοί’’ του Φουκώ.

Αγαπημένα σας διηγήματα;

Abbott.Cocteau.hΤώρα πέσατε διάνα επειδή λατρεύω αυτό το είδος. Το ‘‘Παράπονο του νεκροθάπτου’’ του Ροίδη, το ‘‘Εις το φως της ημέρας’’ του Καβάφη, το ‘‘Μια διπλωματική ιστορία’’ του Ταχτσή, το ‘‘Ποσοστό συμμετοχής’’ της Μαρίας Μήτσορα, τα ‘‘Πουλιά’’ της Ζυράννας Ζατέλη, το ‘‘Νύχτα σε ξένο σπίτι’’ του Αλέξανδρου Μπάρα, το ‘‘Ωρολόγιον του Αγίου Σουλπικίου’’ του Φαίδρου Μπαρλά, το ‘‘Μια νύχτα φιλίας με τον Λούις ΄Αρμστρογκ’’, του Τάκη Κανελλόπουλου, τις ‘‘Φυσικές ανάγκες’’ του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου. Θα περιοριστώ σ’ αυτές τις ‘‘εννέα μούσες’’ από την γλώσσα μας γιατί αλλιώς ο κατάλογος θα γινόταν μακρύς και κουραστικός.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος ΄Ελληνας λογοτέχνης;

Ομολογώ ότι δεν πολυπαρακολουθώ συστηματικά τinitiales-Durasην ελληνική λογοτεχνία του σήμερα για να μπορέσω να εκφραστώ για κάποιον ως σύνολο. Φοβάμαι πως θα αδικούσα πρόσωπα και έργα.

Αγαπημένος ή και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Η Ρασκόλνικωφ από το ‘‘΄Εγκλημα και Τιμωρία’’ του Ντοστογιέφσκι. Πολύ ζωντανός άνθρωπος. Σπαρακτική η μητέρα του.

Αγαπημένο σας λογοτεχνικό περιοδικό ‘‘ενεργό’’ ή μή; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Οταν ήμουν έφηβος ήταν για μένα μυθικό το ‘‘Τραμ’’, όπου είχε δημοσιεύσει την ‘ Διπλωματική Ιστορία’’ του ο Ταχτσής, και ο Ηλίας Πετρόπουλος το ποίημα ‘‘ Σώμα’’. Το περιοδικό εξαιτίας του ποιήματος και ενός διηγήματος, του Λιβεριάδη νομίζω, είχε διωχθεί τότε από την χουντική λογοκρισία για άσεμνα δημοσιεύματα, προσβολή δημοσίας αιδούς, είχαν πάει οι εκδότες σε δικαστήρια κλπ. Από τα ακόμη ‘‘ενεργά’’ – απ’ όσο ξέρω – περιοδικά, το ‘‘Δέντρο’’ με το οποίο συνεργάστηκα και έχω αναμνήσεις.

Alberto Giacometti, “Portrait of Jean Genet”, 1954 – 1955Τι διαβάζετε αυτόν τον καιρό;

Ξαναδιαβάζω με ενδιαφέρον τον Κοκτώ, και βλέπω και κάποιες από τις ταινίες του που κατάφερα όπως όπως να βρω. Το γοητευτικότατο ‘‘Αίμα ενός ποιητή’’….

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; ΄Εντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Μπα. Μόνο αν τύχει ή αν μ’ενδιαφέρει ένα βιβλίο. Δεν είμαι στο σινάφι το λογοτεχνικό, δεν παρακολουθώ την κίνηση. Και προτιμώ την κριτική την στεγασμένη στα βιβλία. Τα ‘‘Δοκίμια Κριτικής’’ του Νικολαρείζη, βιβλίο του 1962, είναι ένα από τα πιο πρόσφατά μου αναγνώσματα, όσον αφορά την κριτική. Από κει να καταλάβετε που βρίσκομαι, χαχαχα!

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; (μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης)

John Kennedy TooleΤην ανάγνωση του ‘‘΄Ισκιου των ανθισμένων κοριτσιών’’ του Προυστ, τριάντα χρόνια πριν, σ’ ένα ταξίδι στην Αίγυπτο, το 1984, γράφοντας και το σενάριο της ταινίας ‘‘Μετέωρο και Σκιά’’. Από το Κάιρο ως το Λούξορ, με τραίνο, είχα μεθύσει με φράσεις του Προύστ όπως: «Η ευτυχία που μου δινόταν να μην αποχωριστώ την Ζιλμπέρτ μ’έκανε να λαχταρώ αλλά να μην είμαι άξιος να γράψω κάτι καλό που να μπορώ να το δείξω στον κύριο ντε Νορπουά.΄Υστερ’ από μερικές προκαταρκτικές σελίδες, η απελπισία έκανε την πένα να πέφτει από το χέρι μου, έκλαιγα από λύσσα όταν σκεφτόμουνα πως δεν θα είχα ποτέ ταλέντο…» Θυμάμαι ένα χολερικό φίλο που με συνόδευε και, βλέποντάς με τόσο απορροφημένο από τον Προύστ, μού πέταξε μια μπηχτή: ‘‘Ε, καλά πια,  πώς κάνεις έτσι….Δεν είναι και ο ΄Ομηρος!’’ – χαχα!

Περί αδιακρισίας

Πώς εμπλέκεστε με τον κινηματογράφο αλλά και το θέατρο; Θα μοιραστείτε ένα διάγραμμα της σχετικής πορείας σας και των εμπειριών σας;

Μαρία ΠολυδούρηΠολύ οδυνηρή ιστορία αυτή του κινηματογράφου. ΄Ηταν το Ζενίθ και το Ναδίρ μου ταυτόχρονα. Μετά το ‘‘Μετέωρο και Σκιά’’ μούχε δοθεί η εντύπωση μιας αντιμετώπισης απ’ το σινάφι ότι δεν θα μπορούσα να κάνω και κάτι άλλο – τόλεγαν κιόλας. Με χίλια βάσανα, με την βοήθεια συναδέλφων, τεχνικών και ηθοποιών που με εκτιμούσαν έκανα τα ‘‘Κοράκια ή το Παράπονο του Νεκροθάφτη’’, μια ταινία που δεν τής βρήκαν τίποτα καλό τότε. Οι προσπάθειες εύρεσης χρηματοδότησης, η αβεβαιότητα, η απειρία, η εμπλοκή με τη δουλειά μου σε ψυχαναγκαστικό βαθμό, λες κι εξαρτιόταν όλη η ζωή μου από μια ταινία! – ήμουν και νέος, ούτε καν σαράντα εκείνη την εποχή, άπειρος – έβγαλαν στην επιφάνεια τον χειρότερο εαυτό μου. Δεν με αναγνώριζα, έτσι επιθετικός όπως γινόμουν. ΄Οταν απορρίφθηκα για ένα σενάριο στο οποίο προσέβλεπε σοβαρά το Ευρωπαικό Ταμείο Σεναρίου, ένιωσα πια σα νάβρισκα πάνω σε τοίχο – καμία επικοινωνία με το κινηματογραφικό σινάφι. Απειλήθηκε η υγεία μου, γι’ αυτό και σταμάτησα να πηγαίνω…προτάσεις στο Κέντρο Κινηματογράφου. ΄Αρχισαν τότε κάποιοι να με κατηγορούν ότι παραιτήθηκα αμαχητί – οι ίδιοι που, ως μάχιμο, λέγανε : «Πάλι ο Σπετσιώτης… Θα βγάλει πολλά λεφτά αυτός…». Δεν μάσησα. ΄Ενιωθα τι είχε συμβεί : η φλόγα μου με είχε κάψει. Σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, σκαλίζοντας τη στάχτη, ξέρω καλά ότι είχε συμβεί – εν μέρει εξαιτίας του χαρακτήρα μου, εν μέρει εξαιτίας του χώρου -, το μοιραίο: είχε κλείσει κύκλος, βίωνα ένα θάνατο.

Με το irving-penn-truman-capote-new-york-1948-772293θέατρο δεν είχα σκεφτεί ποτέ να ασχοληθώ. Σκηνοθέτησα τρία – τέσσερα πραγματάκια ύστερα από παραγγελία. Την περίοδο 1999 – 2001 στο θέατρο ‘Χυτήριο’ η παράσταση της ‘Ψυχολογίας Συριανού συζύγου’ είχε πάει πολύ καλά, εισπρακτικά και από άποψη υποδοχής από τους κριτικούς. Ξαναπήγα σε διάφορα θέατρα με ένα μου project, αλλά δεν μού έδωσαν ξανά σημασία. Δέχτηκα την πρόταση ενός παλιού, αγαπητού συναδέλφου μου από τον κινηματογράφο να σκηνοθετήσω – το ήθελε εκείνος, το αισθανόταν έτσι –, ένα θεατρικό που είχε γράψει. Και πού δεν πήγε ο άνθρωπος! Μοναχός του πήγε, ξαναγύρισε μοναχός: «Να κάνει κινηματογράφο ο Σπετσιώτης..» κλπ. Είχε φρίξει ο χριστιανός: «Τέτοια εχθρότητα δεν την έχω ξανασυνατήσει, μανάρι μου…»

louis-ferdinand-celine-1-by-ci-fijΠαρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία ή θεατρική σκηνή;

Πολύ σπάνια, μόνο όταν με καλούνε και πάλι όχι πάντα. Παρακολουθώ κάποιους νέους που καταπιάνονται σήμερα, θεατρικά, με θέματα που  είχα καταπιαστεί τριάντα χρόνια πριν εγώ, στον κινηματογράφο… Ελάτε κύριε Σπετσιώτη…Και πάω…Αλλά δεν πολυκυκλοφορώ σε παραστάσεις.. βερνισάζ…πρεμιέρες…ζω στη ζούλα… λαικός άνθρωπος… αφανής, που οι συνήθειες της τάξης του και το πορτοφόλι του δεν τού επιτρέπουν την αγορά εισιτηρίων θεάτρου… Στη γειτονιά – ζω κοντά τριάντα χρόνια στα ΄Ανω Πετράλωνα-, έχουμε ακόμα θερινούς κινηματογράφους. Τον λαικό ‘Ζέφυρο’ και το αστικό ‘Θησείο’.. Βλέπω κάποιες επαναλήψεις, καμιά φορά και καινούργιες ταινίες… Αλλά όχι πια, φοβάμαι, με πολλή ζέση…

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

gilbert and george silver tagsΠαρακολουθώ το διαδίκτυο από το 2007. Με μύησε κάποιος φίλος μου, καταρχάς για να γράφω στο Word, είχα κουραστεί χρόνια από την γραφομηχανή.. Ωραία εμπειρία να ψάχνω σπάνια βιβλία στην Αγγλία και την Αμερική… ήταν σαν να πήγαινα σε…ηλεκτρονικό Μοναστηράκι… και κάποια αγγλικά άρθρα που τύπωνα…και κάποια σπάνια φιλμς στο You tube.Eδώ κι ενάμιση μήνα και στο Facebook…Το διασκεδάζω… Αρκεί να μην μάς υποκαθιστά… Να μην είναι μόνον εικονικό όλο αυτό. Να είναι ένα μέσο για να βρεθούμε και όχι ο αυτοσκοπός: Μιλάμε στα τσατ; Τα είπαμε όλα. ΄Ε, όχι δεν τα είπαμε! Να τα πούμε κι από κοντά!

proust4 Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας θα δεχόσαστε τη συναλλαγή;

Όχι. Δεν ανήκω σ’ αυτούς που υπερεκτιμούν την αξία της νιότης. Παραδοξολογώντας, ο Ουάιλντ είχε πει κάτι πολύ σωστό: “ Η νεότης, τι θείο δώρο! Και τι ανοησία της φύσεως να τη δίνει σε μικρά παιδιά!’’ Δεν ξέρουμε να τα απολαύσουμε όλα όταν είμαστε νέοι… Δεν χρειάζεται μόνον ο ενθουσιασμός αλλά και η εμπειρία.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σάς κάνουμε μα σάς απογοητεύσαμε; Απαντήστε την…

Καμία. Το ερωτηματολόγιό σας ήταν ωραίο, το απάντησα με κέφι, και, μιας και δεν έχουμε γνωριστεί, θα ήθελα να σάς γνωρίσω και από κοντά. Σας ευχαριστώ….

Στις εικόνες: σκηνή από ταινία Κοράκια ή το Παράπονο του Νεκροθάφτη, στιγμιότυπο από το γύρισμα της ίδιας ταινίας, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κώστας Ταχτσής, Jean Cocteau, Marguerite Duras, Jean Genet [πορτραίτο του Alberto Giacometti, 1954 – 1955], John Kennedy Toole, Μαρία Πολυδούρη, Truman Capote, Gilbert and Georg, Louis-Ferdinand Céline, Marcel Proust.

14
Μαρ.
14

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 146. Κωσταντίνα Τασσοπούλου

tina by vasia(2)Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως τη θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Ευχόμενη να μην είναι το τελευταίο, απλώς να είναι το πιο πρόσφατο για τη στιγμή που μιλάμε, ήτοι Μάρτιος του 2014, σας παίρνω από το χέρι: το βιβλίο έχει ως τίτλο «ΣΤΑΓΟΝΕΣ» και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Άπαρσις. Είναι μια συλλογή δεκατεσσάρων διηγημάτων γραμμένα από το 2008 έως το 2013, τα οποία είτε έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά, είτε βραβευτεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, είτε και τα δυο. Είναι πολύ ιδιαίτερο βιβλίο για μένα, διότι συγκεντρώνει συναισθήματα και κόπο πολλών ετών, ιδρώτα σε σταγόνες που έπρεπε να απορροφήσει το χαρτί. Έπρεπε να νοικοκυρευτεί, να εκδοθεί για να μπορέσω να πάω στα επόμενα.

stagones_coverΘα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά;

Στην Αριθμούπολη – Εκδόσεις Καστανιώτη – 2004

Το πρώτο μου βιβλίο. Πάντα θα το ξεχωρίζω γι’ αυτό τον λόγο. Παιδικό. Αγαπημένο. Με αυτό ξεκίνησα. Με αυτό ξορκίζω τη δύσκολη σχέση μου με τους αριθμούς. Υποσυνείδητα αφιερωμένο στον μαθηματικό πατέρα μου.

 Τα Κοινόχρηστα – Εκδόσεις Καστανιώτη – 2008

Μυθιστόρημα. Πικρό. Ζωές ανθρώπων που ζούνε στην ίδια πολυκατοικία, αλλά όχι μαζί.

τα κοινόχρηστα Kidy και Φανούρης – Εκδόσεις OtherWise – 2010

Δυο παιδιά που τσακώνονται διαρκώς μέσα σε ένα κόμικ που μιλά για τις διαφορές ανάμεσα στο χωριό και στην πόλη, για τις διαφορές που συνθέτουν εμένα την ίδια, παρόλο που κάποιοι φίλοι μου βιάζονται να με ονομάσουν Kidy ξεχνώντας πως έχω και στοιχεία του Φανούρη.

Σιγά τ’ αυγά…κι είναι και κόκκινα – Εκδόσεις OtherWise – 2010

Ωδή στη μάνα που βάφει αυγά. Ωδή στο κόκκινο. Ωδή στην Άνοιξη, στην Ανάσταση, στη χαρά του να είσαι διαφορετικός, στο να κατανοείς τα μαθήματα ζωής που σου προσφέρουν τα προβλήματα, στο να μπορείς να ξετρυπώνεις τη χαρά οπουδήποτε.

 To Καλοκαίρι του Ευκλείδη – Εκδόσεις Οσελότος – 2011

Το χωριό μέσα μου σε μια νουβέλα εξηντατο καλοκαίρι του ευκλείδητεσσάρων σελίδων. Το καλοκαίρι της ανήλικης ζωής μου. Το καλοκαίρι κάθε παιδιού που πήγαινε στη γιαγιά και στον παππού από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμβριο και που μετρούσε με φοβερή υπομονή κάθε του μπάνιο. Ή αλλιώς, η σκληρότητα των μεγάλων μέσα από τη γλύκα των παιδικών ματιών. Φοβόμουν όταν βγήκε πως, ίσως δεν το καταλάβουν τα σημερινά παιδιά που έχουν μνήμες διαφορετικές, που δεν έζησαν ίδια καλοκαίρια, όμως το καταλαβαίνουν. Αυτό σημαίνει πως η σκληρότητα των μεγάλων παραμένει. Λατρεμένο μου βιβλίο.

 όταν είναι Χριστούγεννα – Εκδόσεις Οσελότος – 2011

Πολύ μικρό βιβλίο με δικές μου λέξεις και ζωγραφιές. Ένας στόχος που είχα από παιδί: να δημιουργήσω ένα βιβλίο τοσοδούλικο, από αυτά που πωλούνται μπροστά στα ταμεία. Κυκλοφορεί στα ελληνικά, στα αγγλικά και στα ισπανικά. Υπέροχο συναίσθημα την ώρα που έβλεπα τις λέξεις μου να μεταφράζονται, να γίνονται άλλες παραμένοντας ίδιες.

 ΜαγεΌταν Είναι Χριστούγενναιρεύοντας μ’ ένα Ψάρι – Εκδόσεις Ίτανος – 2012

Οι γεύσεις μου, κυριολεκτικά. Τι μαγειρεύω, τι τρώω, τα φαγητά που κουβαλώ από πιρουνιά σε πιρουνιά, από γενιά σε γενιά. Το φαγητό πήγαινε και καθόταν σε κάθε μου διήγημα, δίχως να το προσπαθώ, γι’ αυτό αποφάσισα να το πετάξω σε μια κατσαρόλα και να βράσει. Έγινε μυθιστόρημα, αποτελούμενο από εικοσιπέντε συνταγές – εικοσιπέντε διηγήματα τα οποία αναγκάζεσαι να διαβάσεις προκειμένου να καταλάβεις πως εκτελείται η κάθε συνταγή.

Κατσαριδάγματα – Εκδόσεις Οσελότος – 2012

Όπως οι κατσαρίδες κρύβονται στους υπονόμους, έτσι και αυτό μου το παραμύθι κρύφτηκε μέσα στη συλλογή «τα παραμύθια του οσελότου» παρέα με παραμύθια άλλων. Μιλά για τον φόβο. Τον κυνηγά. Ακριβώς όπως εμείς οι άνθρωποι κυνηγούμε τις κατσαρίδες.

μαγειρεύοντας μ'ένα ψάρι,cover Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Φυσικά. Στο καφενείο της γειτονιάς, στη δουλειά, περπατώντας…

 Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όλοι με ακολουθούν και σχεδόν όλους τους ακολούθησα εγώ. Μονάχα από κάποιους που βρίσκονται στον ουρανό δεν έχω νέα, αλλά αυτοί μαθαίνουν σίγουρα δικά μου. Με διαβάζουν.

Kidy & FanourisΠοιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Παγιδεύω τις ιδέες στη διαδρομή που κάνω με το μετρό. Είναι η ώρα που συνήθως δεν με διακόπτει κανείς. Είμαι μόνη μου με τον εαυτό μου. Παγιδεύω ιδέες την ώρα που πλένω πιάτα, που είμαι στο μπαλκόνι, που κάνω μπάνιο, που τρώω, ίσως και όταν μου μιλάει κάποιος. Σίγουρα όταν δεν κάνω απολύτως τίποτα και μόνο σκέφτομαι. Το πέρασμα από την ιδέα στην πράξη γίνεται στον φορητό μου υπολογιστή, πάνω στον καναπέ ή στο κρεβάτι. Έξω η νύχτα βαθαίνει και οι θόρυβοι ελαχιστοποιούνται για να ακούγεται καλύτερα το πληκτρολόγιο.

1Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά τη γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν υπάρχει αυστηρό τελετουργικό, αλλά υπάρχουν βασικές προϋποθέσεις. Ένα ζεστό τσάι, μια «σοκοφρέτα», να είναι τακτοποιημένος ο χώρος, αλλά όχι αποστειρωμένος, να ακούγεται μουσική αλλά όχι δυνατά: τζαζ, Nina Simone, Τζένη Βάνου, Gary Moore, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Mozart, Heitor Villa-lobos, Silvio Rodríguez. Δεν υπάρχει λογική, ούτε σειρά σε αυτό. Δεν υπάρχει και όριο. Μέσα στο ίδιο βράδυ μπορεί να ακουστεί το ίδιο κομμάτι πάνω από πενήντα φορές. Δόξα και τιμή στο you tube.

στην αριθμούποληΠοιές είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας

Έχω σπουδάσει δημοσιογραφία από την οποία κρατώ και τα δυο συνθετικά της λέξης: και τη γραφή και το δημόσιο αυτής. Όμως δεν δημοσιογραφώ τακτικά και επαγγελματικώς. Έχω κατά καιρούς δημοσιογραφήσει. Έχω επίσης σπουδάσει μουσική. Είμαι κάτοχος Πτυχίου Πιάνου και Πτυχίου Θεωρητικών της Μουσικής και παίζω όταν μου δίνεται η ευκαιρία σε παραστάσεις χορού ή θεάτρου. Μου αρέσει να μοιράζομαι το άγχος της σκηνής με την υπόλοιπη ομάδα. Να εκτιθόμαστε όλοι παρέα.

papadiamantisΒιοπορίζομαι λιγότερο καλλιτεχνικά. Εργάζομαι σε εκδοτική εταιρεία, όχι γράφοντας, αλλά κάνοντας μια απλή γραμματειακή δουλειά. Έχω δουλέψει σε εταιρείες πληροφορικής, έχω σερβίρει πίτσες και ποτά. Η πρώτη μου δουλειά ήταν σε ένα μαγαζί που πουλούσε ανταλλακτικά αυτοκινήτων και είχα να κάνω με κόσμο από συνεργεία που μιλούσαν για μίζες και δυναμό, με γράσο στο χέρι και βρισιές στο στόμα. Οι εργασίες που κάνεις για να ζήσεις σου απορροφούν ενέργεια και μοιάζουν άσκοπες, επειδή χάνεις χρόνο σε αυτές, ενώ θα μπορούσες να τον χρησιμοποιείς γράφοντας. Από την άλλη όμως, μέσα σε αυτές τις δουλειές γίνεσαι αυτό που αποκαλύπτεται σε κάθε σου έργο, σε κάθε σου βιβλίο. Συλλέγεις εμπειρίες, εικόνες, ερεθίσματα. Συναντάς ανθρώπους που ίσως δεν θα συναντούσες αν η ζωή σου είχε παραχωρήσει τόσα χρήματα, ώστε να μη χρειάζεται να δουλεύεις. Να καθόσουν δηλαδή όλη μέρα σ’ ένα τραπέζι και να έγραφες, δίχως ενόχληση.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι – για ποιον λόγο;

Δεν έχΜ. Καραγάτσηςω γράψει ποίηση διότι δεν έχω νιώσει την ανάγκη να το κάνω. Όμως νομίζω πως γράφω ποιητικά. Κάθε μου κείμενο. Ειδικώς τα μικρά μου διηγήματα που θα μπορούσα αν ήθελα να τα ονομάζω μεγάλης έκτασης ποιήματα. Είναι κατά πολύ ποιητικότερα και κατά πολύ μικρότερα από κάποια ποιήματα τριών ή τεσσάρων σελίδων, γραμμένα από επίσημους ποιητές, που στα δικά μου τουλάχιστον μάτια μοιάζουν με διηγήματα που ίσως και να υστερούν λογοτεχνικά.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

7208076-LΘα μου άρεσε να γράψω την οποιαδήποτε βιογραφία – παρουσίαση του οποιουδήποτε ανθρώπου μου το ζητήσει. Τις προάλλες μου ζήτησε κάποιος να γράψω τη ζωή του με δικά μου λόγια. Μου αρέσει να μου δίνουν θέματα. Όπως στο σχολείο που μας ζητούσαν να γράψουμε κάποια έκθεση με συγκεκριμένο τίτλο. Λειτουργώ ευκολότερα όταν μου ορίζουν σε ποιο δρόμο θέλουν να βαδίσω. Με ξεκουράζουν διότι στο μυαλό μου υπάρχουν πολλές ιδέες – μεγάλο χάος – πολλά παρακλάδια. Ορίζοντάς μου κάποιος πού επιθυμεί να πάω, μου λύνει τα πόδια, τα χέρια και το μυαλό. Μου βρίσκει τον στόχο.

Τι γράφετε τώρα; 

Τις απαντήσεις στις ερωτήσεις σας.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς. Αγαπημένα σας διηγήματα. Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία. Αγαπημένος λογοτεχνικός ήρωας. 

Παπαδιαμάντης, ΚαραγάτΛυγερήσης, Καζαντζάκης, Βιζυηνός. Ακούγομαι υπερβολικά παραδοσιακή ή μονότονη, αλλά σε αυτούς ξεκουράζεται η ψυχή μου, ακόμα και όταν ταράζεται. Αγαπώ την Αγκάθα Κρίστι και τον Πουαρό της. Λατρεύω τα κείμενα που με κάνουν να κλαίω. Πηγαία και βαθιά, όχι απλώς παραθέτοντας μεγάλους θανάτους και βαρύγδουπες τραγωδίες για να με αναγκάσουν να συγκινηθώ. Η  «Πρώτη Νύχτα» του Πιραντέλο με έκανε να κλάψω. Αγαπώ τον Καρκαβίτσα. Ο «Ζητιάνος» και η «Λυγερή» με ενεργοποίησαν. Είπα, ότι έτσι θέλω να γράφω. Αληθινά. Να παρουσιάζω τη ζωή όπως ακριβώς είναι. Στη διάσταση του κακού και του καλού. Όχι υπερβολικά όμορφο, όχι υπερβολικά άσχημο, όχι υπερβολικά πικρό, όχι υπερβολικά γλυκό.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν διαβάζω λογοτεχνικά περιοδικά, όχι συστηματικά. Αν βρεθεί στα χέρια μου κάποιο, ναι, ίσως. Διαβάζω βιβλία, όχι τόσο σχόλια και κριτικές που τα αφορούν.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

ΒιζυηνόςΣήμερα στην τσάντα μου με πετυχαίνετε με το «Παράδοξο του Έρωτα» του Πασκάλ Μπρυκνέρ. Τόσο καλογραμμένο, τόσο αληθινό, τόσο χρήσιμο! Μου τακτοποιεί τον έρωτα, δίχως να μου τον απομυθοποιεί. Με βοηθά.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Όχι συστηματικά. Θα σας απογοητεύσω και πάλι. Συνήθως πρώτα διαβάζω ένα βιβλίο και αν και εφόσον με γοητεύσει αναζητώ τι έχουν γράψει άλλοι γι’ αυτό, με τη λογική του να μοιραστώ αυτό που ένιωσα με εκείνους που το έχουν ήδη νιώσει, ενδεχομένως. Ξεφυλλίζοντας βέβαια μια εφημερίδα, πάντοτε θα ρίξω μια ματιά σε περιλήψεις βιβλίων που κυκλοφόρησαν ή κριτικές για να δω ποιό θέλω να αγοράσω.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Σήμερα γιοagatha-christieρτάζουν οι: Σωφρόνιος, Σωφρονία.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Φυσικά και παρακολουθώ. Όχι τόσο ασφυχτικά σαν ντετέκτιβ, όμως έχω ανάγκη τον κινηματογράφο ειδικώς. Να χωθώ σε ένα κάθισμα και με μέσο αυτό, να χωθώ σε μια άλλη ζωή – σε άλλες ζωές – σε ιστορίες, μουσικές, αισθήσεις. Από παιδί το είχα ανάγκη. Κουβαλώ ακόμη την αίσθηση του Σαββατοκύριακου που βγήκε στους κινηματογράφους το «Σινεμά ο Παράδεισος» και πήγα και το είδα δυο φορές. Στο ίδιο Σαββατοκύριακο. Ήμουν έντεκα χρονών. Γενικώς δεν είμαι καλή στο να θυμάμαι ονόματα. Θυμάμαι αυτό που με έκαναν να νιώσω. Απόλαυσα τις θεατρικές παραστάσεις που παρακολούθησα πρόσφατα: Kassandra και Interview. Μου άρεσε «Ο κύριος Πιμπόντι και ο Σέρμαν». Αφήνομαι με ασφάλεια στις ιστορίες κοινουμένων σχεδίων. Μού άρεσε το « Μετά τη Λουσία» για τον βίαιο ρεαλισμό του. Λάτρεψα το «Είμαι ο έρωτας».

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

TASSOPOULOU PHOTO STAGONESΔιαδικτυώνομαι μονάχα για να μπορώ με ευκολία να στέλνω τα εξώφυλλα των βιβλίων μου και ένα δελτίο τύπου. Να μπορώ να ανταλλάσω νέα με παλιούς συμμαθητές που βρίσκονται στα πέρατα της γης ή απλώς έχουμε χαθεί στην ίδια πόλη. Να ενημερώνω για μια εκδήλωσή μου. Δεν διαδικτυώνομαι για να συλλέγω ηλεκτρονικούς φίλους. Ποτέ δεν έκανα συλλογές, ούτε πεταλούδων, ούτε γραμματοσήμων, ούτε καν από αυτοκόλλητα με στρουμφ.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όχι.

Ηλεκτρονικό επισκεπτήριο: http://www.tassopoulou.gr

Φωτογραφίες της Κωνσταντίνας Τασσοπούλου: Βάσια Αναγνωστοπούλου.

12
Μαρ.
14

Το Δέντρο, τεύχος 195-196 (Ιανουάριος 2014)

Δ1Πώς διαβάζουμε. Κριτήρια – ψευδείς Κανόνες. Το κείμενο, η ανάγνωση, το κοινό

«Παραλογοτεχνία»: έννοια παρούσα αλλά ασαφής και ρευστή, συνθήκη άπνοιας των ιδεών, περιοχή κοινών τόπων, εξομολογήσεων ή αισθηματολογίας, πεδίο που δεν ανταποκρίνεται στα κριτήρια μιας δοκιμασμένης πνευματικότητας και έντεχνων αξιών, έκφραση συμπεριφορών συγγραφέων και κοινού: ιδού ορισμένες από τις πιθανές και εκφραζόμενες στο εκδοτικό σημείωμα όψεις ενός φαινομένου που αποτελεί αντικείμενο διαλόγου στο αφιερωματικό φάκελο του τρέχοντος τεύχους του Δέντρου. Από την μία πλευρά η πραγματική λογοτεχνία κοιτάζει εκείνο για το οποίο μένει ξένη και απαθής η παραλογοτεχνία, από την άλλη ένας μεγάλος περιφερειακός κόσμος στέκεται απέναντι σ’ αυτόν του λογοτεχνικού έργου και του έγκυρου αισθητηρίου. Και στη μέση ο μέσος αναγνώστης, ευτυχής που οι χαρακτήρες που συναντά στα παρ – αναγνώσματα (ας προσθέσω κι εγώ τον δικό μου όρο στην πάντα πλούσια λεξιλογία των εκδοτών) είναι πάντα αυτός ο ίδιος ή μοιάζει με τα πρόσωπα που ακούει και βλέπει γύρω του· σε ετούτη την αυτοβιογραφική συνθήκη δεν χρειάζεται να επικοινωνήσει με καμία ετερότητα.

Dino_Buzzati_1Για να ορίσουμε στις μέρες μας τι είναι παραλογοτεχνία πρέπει πρώτα να ορίσουμε τι είναι λογοτεχνία, προτείνει ο Ερρίκος Μπελιές σε συνομιλία του με τον Τάσο Γουδέλη, και προσπερνώντας τους στενούς ορισμούς λέει πως πρόκειται για την έκφραση η οποία εκμεταλλεύεται τις ήδη υπάρχουσες καταθέσεις γραφής και ανοίγει νέους δρόμους. Χρησιμοποιώντας το ενδεικτικό παράδειγμα της Βιρτζίνια Γουλφ, ο μεταφραστής υποστηρίζει πως ο συγγραφέας που έχει γνώση της παράδοσης και του μοντερνισμού, συν το ταλέντο, έχει να αρθρώσει κάτι, ενώ αν ξεκινάει από την ίδια την Γουλφ και την θραυσματικότητα της έκφρασης μένει εκεί στατικά και δεν αποδίδει. Για τον Μπελιέ οι διδάσκοντες την δημιουργική γραφή είναι οι «εκθεσάδες» του Γυμνασίου σε άλλη ηλικία, η θεματολογία στην Τέχνη δεν έχει όρια και ο συγγραφέας έχει ως στόχο να εκφράσει την δική του ανάγκη και όχι την ανάγκη των καιρών.

virginia woolfΟ Δημήτρης Ραυτόπουλος εντοπίζει ένα ενοιολογικό τέρας στην ίδια τη λέξη «παραλογοτεχνία», ιδίως αν υπολογίσει κανείς τις σημασίες του «παρά». Σε κάθε περίπτωση η παραλογοτεχνία υπήρχε πάντα, και η πρώτη πολεμική εναντίον της βρίσκεται στις «ευριπίδειες» κωμωδίες του Αριστοφάνη που ταυτίζει τους δύσμορφους και ανόητους βατράχους με τους «άθλιους ριμαδόρους της Αθήνας». Πώς γίνεται όμως και σήμερα πολλαπλασιάζεται η παραγωγή εκατοντάδων τίτλων και ειδών, ακόμα και εν μέσω οικονομικής κρίσης; Προσπερνώντας τους γνωστούς συντελεστές της αγοράς, ο Ραυτόπουλος στέκεται σ’ έναν παράγοντα που δεν πολυεξετάζεται, τον «κοινωνιοψυχολογικό»: Η μαζοποίηση του κοινωνικού ανθρώπου συμπορεύεται με τη μιντιακή αίγλη, τη λάμψη της δημοσιότητας, το πρότυπο του «αναγνωρίσιμου». Για να βγει από την ανωνυμία, για να ’χει τη δική του στιγμή διασημότητας, κάποιος σκοτώνει ανθρώπους. Άλλοι σκοτώνουν μόνο τη γλώσσα ή τον Αριστοτέλη, το Καντ, ακόμα και τον Λιοτάρ. Η ντόπια γραφομανία ίσως μπορεί να συνδεθεί και με την παρακμή της πολιτικής, της επανάστασης ή του ριζοσπαστισμού. [σ. 69]

Barthes-Milano1974Η Άννα Κουστινούδη στο κείμενό της Παραλογοτεχνία [Η παρανάγνωση του Κανόνα ή ο Κανόνας της παρανάγνωσης], εκκινεί από την Απόλαυση του Κειμένου με την οποία ο Ρολάν Μπαρτ επιχείρησε να ορίσει τη ουσία της συγγραφικής και αναγνωστικής απόλαυσης του ηδονικού /οργασμικού (la texte de jouissance) και όχι του απολαυστικού απλά (le texte de plaisir), καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω ηδονική /οργασμική διάσταση είναι κάτι που δεν μπορεί να ειπωθεί ή να διατυπωθεί παρά μόνο να προκύψει και μάλιστα στιγμιαία μέσα από την αμφίδρομη σχέση συγγραφής – ανάγνωσης. Οι ρώσοι φορμαλιστές και οι εκπρόσωποι της σχολής της Φρανκφούρτης πρώτοι αποπειρώνται να ορίσουν την έννοια της «παραλογοτεχνίας», εισάγοντας τον όρο της «ανοικείωσης». Ένα εφήμερο λογοτεχνικό κείμενο…

…παράγεται και προσλαμβάνεται με τρόπο μηχανικό και αυτοματοποιημένο, χωρίς να προκαλεί στον αναγνώστη/τρια την αίσθηση της ανοικείωσης, μέσω της οποίας η ιδιάζουσα χρήση της γλώσσας της λογοτεχνίας οφείλει να ανατρέπει, να διασπά και να καταργεί την στερεοτυπική, ανυποψίαστη σχέση μας με αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως οικεία πραγματικότητα. Η λογοτεχνία λοιπόν, σε αντίθεση με την παραλογοτεχνία, παραμορφώνει μέσα από το ανοικειωτικό της λεκτικό πρίσμα και τους γλωσσικούς μηχανισμούς της την αντίληψή μας για τα πράγματα και τον κόσμο… [σ. 55 – 56]

Κείμενα και συνομιJuan Bosch_λίες ανοίγουν θέματα, ξεδιπλώνουν όψεις και φωτίζουν γωνίες του ιδιαίτερου φαινομένου που καίει (και, επιτρέψτε μου, ενίοτε ζέχνει) πάνω στα γραφεία όλων των εμπλεκόμενων του λογοτεχνικού κόσμου. Ενδεικτικά ορισμένοι τίτλοι και τιτλούχοι: Στάντης Αποστολίδης – Εξ απαλών ονύχων προετοιμάζεται ο αναγνώστης παραλογοτεχνίας, Βενετία Αποστολίδου – Παραλογοτεχνία και λογοτεχνικό σύστημα, Γιώργος Αριστηνός – Το λούστρο μιας παστρικής λογοτεχνίας, Γιώργης Γιατρομανωλάκης – Στην άσκηση της λογοτεχνίας δεν υπάρχουν κανόνες, Γιάννης Δάλλας – Ο μέσος αναγνώστης έχει δημιουργήσει Κανόνα, Νίκος Δήμου – Τρεις (παρ)αναγνώσεις του Δον Κιχώτη, Πέτρος Μαρτινίδης – Παραλογοτεχνία ή παραναγνώστες;, Μαίρη Μικέ – Παραλογοτεχνία, Μιχαήλ Γ. Μπακογιάννης –  «Παραλογοτεχνία» και άδολη αναγνωστική τέρψη – ή μήπως όχι;, Ερρίκος Μπελιές – Έχει σημασία ο στόχος που θέτει εις εαυτόν ο συγγραφέας, Δημήτρης Ραυτόπουλος – Διόνυσος και Βάτραχοι, Μάνος Στεφανίδης – Πώς μπορούμε να πλοηγηθούμε…, Μίλτος Φραγκόπουλος – Λογοτεχνία – Παραλογοτεχνία: Ένας ατελεύτητος διάλογος κ.ά.

Benjamin1929Στο υπόλοιπο λογοτεχνικό σώμα, η λογοτεχνία με κεφαλαίο το λάμδα, χωρίς προθέσεις και προθέματα: διαλεχτά διηγήματα από τους Χουάν Μπος (του ιδιαίτερου Δομηνικανού συγγραφέα αλλά και πολιτικού, που φυλακίστηκε επί Τρουχίλο, εγκατέλειψε την χώρα, επανήλθε με την Δημοκρατία, έγινε Πρόεδρός της και απομακρύνθηκε εκ νέου από τις ΗΠΑ και την Εκκλησία), Ντίνο Μπουτζάτι, Ντονάτο Καρίζι, εξομολογητικά – δοκιμιακά κείμενα από τους Αντρέα Καμιλέρι και Ίαν ΜακΓιούαν, τέσσερα ποιήματα του Σέις Νόοτεμποομ (μτφ. Νάντια Πούλου), τρία ποιήματα της Αντριέν Ριτς (μτφ. Άννα Κουστινούδη). Κάπου ανάμεσα, ένα απόσπασμα από το κείμενο του Βάλτερ Μπένγιαμιν Αδειάζοντας τα ράφια της βιβλιοθήκης μου, μια εξομολόγηση για τον συλλέκτη βιβλίων που υπήρξε, με δηλωμένη πρόθεση να μας δείξει τη σχέση του συλλέκτη με τα συλλογή του, και περισσότερο με την συλλεκτική δράση παρά με την ίδια τη συλλογή. Εάν, όντως, κάθε πάθος συνορεύει με το χάος, του συλλέκτη συνορεύει με το χάος των αναμνήσεων, γράφει ο γερμανός φιλόσοφος, όπως και για την συλλογή ως ορισμό της ακαταστασίας που, ενσωματωμένη σ’ αυτή τη συνήθεια, φαίνεται σαν τάξη, αλλά και για τον συλλέκτη που δεν προτάσσει την λειτουργική αξία ή την χρησιμότητα των αντικειμένων, αλλά την υποχρέωση που του εμπνέουν να τα μελετά και να τα αγαπά ως σκηνικό, ως θέατρο του ίδιου τους του πεπρωμένου.

cees-nooteboom- brasilia1968Στην εξίσου λογοτεχνική – με βάρος στην τέχνη του λόγου  – γαλαρία μας περιμένουν τα συνήθη ερεθιστικά μικρά και μεσαία κείμενα. Στο “Facebook” του ο Κώστας Μαυρουδής παρατηρεί, μεταξύ άλλων, τους διάφορους έκπληκτους με τον εντόπιο νεοναζισμό και απορεί για την αθωότητα της μέσης νοημοσύνης, που θεωρεί το «κακό» μια ηθική κατηγορία ξένη, ένα είδος εκτροπής, στον ανθρώπινο χαρακτήρα, αγνοώντας ότι «το κακό είναι ο θρίαμβός μας, τα διαπιστευτήρια της ζωής στην ύπαρξη, που ζητά επιβεβαίωση, τη χωρίς όρους συνομιλία με τον κόσμο». Θυμάται μάλιστα και τον Αλέξανδρο Κοτζιά, που είχε ανάλογα εκπλαγεί με την υποστήριξη της κοινής γνώμης σε άλλες, παλαιές δολοφονίες, μολονότι συγγραφέας, εξοικειωμένος δηλαδή με τα ανεντόπιστα σκοτάδια αυτού που λέμε ψυχή. Και μιλώντας για τον Κοτζιά, ο Μαυρουδής θυμάται ένα κείμενο του εκλιπόντα συγγραφέα με αφιέρωση προς τον Θ. Βοσταντζόγλου, συγγραφέα του περίφημου Αντιλεξικού, χωρίς να τον γνωρίζει προσωπικά. Ήταν η πρώτη φορά, μας ομολογεί, συναντούσε την περίπτωση ενός πεζογράφου να εξομολογείται ότι οφείλει χάριτες στις άψυχες σελίδες ενός λεξικού μ’ ένα νεύμα ευγνωμοσύνης σ’ αυτό το ογκώδες αρχείο των εννοιών. [176 σελ.]

Στις εικόνες: Dino Buzzati, Virginia Woolf, Roland Barthes [1974], Juan Bosch, Walter Benjamin [1929], Cees Nooteboom [1968].

06
Μαρ.
14

Έλση Σακελλαρίδου – Θέατρο – Αισθητική – Πολιτική. Περι-διαβάζοντας τη Σύγχρονη Βρετανική Σκηνή στο γύρισμα της Χιλιετίας

Η ιδ1ιαίτερα καλλιεργημένη στον βρετανικό πολιτισμό θεατρική έκφραση πάνω στη σκηνή και εντός της κοινωνίας έχει ως αποτέλεσμα την διαρκή εκφραστική ανανέωση του θεάτρου της τόσο στην θεματική όσο και στη φόρμα του. Έτσι το βρετανικό θέατρο είναι ανοιχτό όσο κανένα άλλο προς όλα τα νέα ψυχοκοινωνικοπολιτικά φαινόμενα: από τους νέους πολέμους και τις ταξικές διαφορές μέχρι τις διαφορές φύλου, σεξουαλικότητας και φυλής, από την μετααποικιοκρατική σκέψη και πολυπολιτισμικότητα μέχρι τον χειρισμό των παραβατικών και των μειονοτικών,  από τα νέα ήθη της τρομοκρατίας και της παγκοσμιοποίησης μέχρι την διαδικτυακή επικοινωνία της μετα-ανθρώπινης εποχής. Ταυτόχρονα, προβληματίζεται πάνω στην ίδια του τη φύση, στην αυτονόμηση της παράστασης και την ψηφιακή επιρροή, στον θάνατο του συγγραφέα και την αυθεντία του σκηνοθέτη ενώ τροφοδοτεί και τον ανάλογο οργασμό εκδόσεων, μελετών και φυσικά συγγραφής νέων έργων. Όψεις αυτού ακριβώς του θεατρικού τοπίου εξετάζουν οι δώδεκα μελέτες της τελευταίας εικοσαετίας που απαρτίζουν τον εν λόγω τόμο.

2 PinterΣτο πρώτο μέρος εκτίθεται μια κριτική επισκόπηση των σημαντικότερων εξελίξεων της βρετανικής σκηνής κατά τις δυο τελευταίες δεκαετίες [1990 – 2010]. Εξετάζονται μεταξύ άλλων η εξέλιξη του πολιτικού/σοσιαλιστικού και του φεμινιστικού θεάτρου, η γενιά των νέων συγγραφέων, η αισθητική της σκληρότητας, το ζωντανό θέατρο, η τεχνολογικοποιημένη σκηνή. Ένα βασικό χαρακτηριστικό της νέας αυτής εποχής είναι η ανάπτυξη του οπτοκεντρικού και θεαματικού θεάτρου προς αντικατάσταση του περισσότερο λογοκεντρικού θεάτρου. Τα θατσερικά ιδεώδη της ιδιωτικότητας και του ατομισμού διάβρωσαν όλα τα επίπεδα της θεατρικής επικοινωνίας· η  σκληρή πολιτική σκέψη και η μαζική κοινωνική αντίδραση εξορίστηκαν από την σκηνή, ενώ κάθε πνεύμα συλλογικής αλληλεγγύης εξανεμίστηκε. Ταυτόχρονα υπήρξε μια εμφανής στροφή προς ξεχωριστά ή μειονεκτικά ή παραβατικά άτομα, με αποτέλεσμα κάθε αίσθηση του εμείς να έχει καταρρεύσει σε ένα αδύναμο «εγώ». Από την άλλη, ένα θέατρο «καταστροφής» αρνήθηκε να μεταδώσει μηνύματα ή να μετατραπεί σε προϊόν της αγοράς, ενώ αντιμετώπισε τον θεατή όχι ως πελάτη αλλά ως μύστη υπό υποσυνείδητη διέγερση.

4 howard barkerΟ Ντέιβιντ Έντγκαρ πρότεινε την εμπλοκή του ακροατηρίου με πρότυπο το καρναβαλικό μοντέλο του Μπαχτίν για την αντιεξουσιαστική έκφραση τω καταπιεσμένων, λειτουργώντας ως διανοητής και ιδεολόγος, πάντα αντίθετος στην θεατρική μεταφορά και πιστός υποστηρικτής ενός πολιτικού θεάτρου. Ο Χάρολντ Μπάρκερ ήταν αντίθετος: Το καρναβάλι δεν είναι επανάσταση. Μετά το καρναβάλι, μετά την πτώση της μάσκας, είσαι ακριβώς αυτό που ήσουν και πριν. Μετά τη τραγωδία, δεν είσαι σίγουρος για το ποιος είσαι. Και ακριβώς αυτή η εποικοδομητική αβεβαιότητα της τραγωδίας υπήρξε βασική του κατεύθυνση.

3 - David-HareΗ διάσταση μεταξύ δεσμευμένης και αδέσμευτης τέχνης παραμένει ένα μέγιστο ζήτημα. Ένα μεγάλο μέρος της θεατρικής δημιουργίας εξακολουθεί να αποτελεί συνειδητή αντίδραση στα οξυμένα προβλήματα (Έντουαρντ Μποντ, Χάουαρντ Μπάρκερ, Ντέιβιντ Χέαρ κ.ά.), ενώ άλλοι προσηλώνονται στην καταστροφή των προσωπικών σχέσεων, που αντανακλά μια τρομακτική κοινωνική αποσύνθεση· αρνούμενοι όμως να ηθικολογήσουν επάνω σ’ αυτή την καταστροφή (π.χ. Σάρα Κέην, Μαρκ Ρέιβενχιλ, Πάτρικ Μπάρμπερ). Είναι χαρακτηριστικό πως το έργο του τελευταίου δεν περιλαμβάνει σωματικά βίαιες σκηνές αλλά μεταθέτει τη βία στη χρήση της γλώσσας, χρησιμοποιώντας έναν πιντερικό λεκτικό βασανισμό.

sarah kaneO Μπέκετ πειραματίστηκε με τις συμβάσεις του ρεαλιστικού θεάτρου και ο Πίντερ με την φόρμα και τις γλωσσικές παγίδες, προτού εμφανιστεί ο Στόπαρντ με τα κειμενικά του παζλ, ο Μπάρκερ με τη ποιητική του σκληρότητα, ο Μποντ με τον μαρξιστικό μεταμοντερνισμό του, η Κέην με την «νέα κτηνωδία». Σε ιδιαίτερο κεφάλαιο η συγγραφέας αναζητά ακριβώς τις νέες περιπέτειες και τα νέα πειράματα του Σύγχρονου Βρετανικού Θεάτρου. Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου εξετάζονται ειδικότερα θεωρητικά ζητήματα γραφής και σύνθεσης του κειμένου, όπως η αντιστροφή της φασιστικής αισθητικής στους Χάρολντ Πίντερ, Σάρα Κέην και Χάουαρντ Μπάρκερ και οι μεταστάσεις του λόγου σε έργα του τελευταίου, ιδίως όταν συνδυάζονται διαφορετικές αφηγήσεις που θέτουν υπό αμφισβήτηση την φερεγγυότητά τους ή/και συγκροτούν μια νέα ιστορία.

Αντικείμενο του τρίτου μέρους αποτελεί η δυναμική του σκηνικού χώρου στους Μπέκετ και Πίντερ – ενός χώρου το τρομακτικό κενό του οποίου πρώτος εξερεύνησε ο Αρτώ και αργότερα επιχείρησε να ενοικήσει ο Πήτερ Μπρουκ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει εδώ η διαπίστωση ενός κοινού σημείου αναφοράς στους Πίντερ και Μερλώ Ποντύ: πρόκειται για την επικέντρωση στο ζων σώμα, το οποίο αντιμετωπίζεται ως υποκείμενο της αντίληψης του κόσμου και της δημιουργίας διαλόγου ανάμεσα σε αυτό και στον φυσικό κόσμο. Η κοινή φαινομενA180AeWrt9Lολογική αντίληψη του χώρου συνοδεύεται από ανάλογη αντίληψη του χρόνου, που είναι εμφανής και στην γνωστή ατάκα της Άννα στο Old Times: Υπάρχουν πράγματα που θυμάμαι που μπορεί να μη συνέβησαν ποτέ, αλλά έτσι όπως τα ανακαλώ μ’ αυτόν τον τρόπο λαμβάνουν χώρα.

Μιλώντας για τον Πίντερ, κινδυνεύουμε να παρασυρθούμε από την ενδυνάμωση του πολιτικού του λόγου και του αριστερού – ακτιβιστικού χαρακτήρα του τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ενώ η πραγματική του πρωτοτυπία βρίσκεται αλλού. Μιλάμε βέβαια για την λειτουργία των συναισθημάτων μέσα σε φορτισμένο χώρο. Η ανεξήγητα φορτισμένη ατμόσφαιρα δημιουργεί αισθήσεις σκοτεινιάς και απειλής μέσα στον καθημερινό μας χώρο, στο δωμάτιο. Ακριβώς τα δωμάτια θεωρούνται σύμβολα του διανοητικού και ψυχικού πεδίου των χαρακτήρων του· έχουν όμως και άλλες αναγνώσεις πέρα από την σημειολογική και αυτές αναζητά εδώ η συγγραφέας: τις συναισθηματικές φορτίσεις και εκρήξεις εντός του χώρου, την ιδιαίτερη ποιητική του, την διαμάχη των σωμάτων, την εισβολή της ανησυχίας και του τρόμου.

Samuel Beckett manuscript of MurphyΣτο τέταρτο μέρος ξεδιπλώνονται πτυχές της φεμινιστικής θεατρικής γραφής, όπως η αναθεώρηση και επανεγγραφή της ιστορίας και της μυθολογίας στο έργο της Τίμπερλεϊκ Ουέρτενμπεϊκερ και η «Οπτική της Περσεφόνης» στο έργο Deborah’s Daughter της Παμ Τζεμς, ενώ στο πέμπτο μέρος ο λόγος δίνεται στους Χάουαρντ Μπάρκερ και Χάρολντ Πίντερ που συνομιλούν με την ερευνήτρια. Ο πρώτος μας διαβεβαιώνει πως το θέατρό του περιλαμβάνει το αίτημα της απόδοσης της δικαιοσύνης, χωρίς να προβλέπει ούτε τιμωρία ούτε κάθαρση. Οι χαρακτήρες απλά διαβαίνουν και το μόνο που προσπαθεί ο ίδιος να κάνει είναι «να καταφέρει ένα ρήγμα στην καμπύλη της ηθικής». Εδώ ομολογείται η επίδραση του Ευριπίδη, ενός «πολύ υπονομευτικού συγγραφέα στα θέματα της τάξης και της κάθαρσης». Ο Πίντερ, από την άλλη, είναι βέβαιος πως το θέατρο δεν χρειάζεται κριτικούς αλλά ακροατήριο ενώ, όταν γράφει, το μόνο κοινό που έχει στο μυαλό του είναι ο εαυτός του, «αυτός είναι το ακροατήριό του». Για τον Πίντερ η γραφή είναι μια πράξη ελευθερίας κι ο ίδιος εστιάζει στην απειλή που υπάρχει παντού, «ακόμα και σ’ αυτό το δωμάτιο, αυτή τη στιγμή, πως δεν χρειάζεται να την ψάξει, αφού βρίσκεται εκεί, είναι παρούσα στη ζωή μας καθημερινά, πως απειλούμαστε από πανίσχυρες δυνάμεις κάθε στιγμή».

Εκδ. Παπαζήση, 2012, σελ. 402. Περιλαμβάνεται 20σέλιδο ευρετήριο όρων – εννοιών και 20σέλιδη βιβλιογραφία.

Στις εικόνες: Harold Pinter, Harold Barker, David Hare, Sarah Kane, σχέδια του Samuel Beckett.

02
Μαρ.
14

Χάουαρντ Ζιν – Διακηρύξεις ανεξαρτησίας

ZINN_frontΤο δίκαιο ζειν κατά τον Ζιν

Όσοι από εμάς διακηρύττουμε την απόρριψη της μαζικής βίας ως τρόπου επίλυσης των ανθρώπινων προβλημάτων πρέπει ν’ ακουγόμαστε ουτοπικοί, ρομαντικοί. Έτσι ακούγονταν και εκείνοι που απαιτούσαν τον τερματισμό της δουλείας. Ωστόσο οι ουτοπικές ιδέες γίνονται ρεαλιστικές σε κάποιο σημείο της ιστορίας, όταν η ηθική δύναμη μιας ιδέας κινητοποιεί μεγάλο αριθμό ανθρώπων προς την υποστήριξή τους. [σ. 328]

 Ο Χάουαρντ Ζιν από τα πρώτα χρόνια της ερευνητικής και πανεπιστημιακής του ζωής αρνήθηκε τον αμερικανικό καπιταλισμό και τον σοβιετικό σοσιαλισμό ως μοντέλα ελευθερίας και δικαιοσύνης, ενώ συμμετείχε ενεργά στα κινήματα της δεκαετίας του ’60. Σύντομα στράφηκε στην μελέτη της φιλοσοφίας του αναρχισμού. και υποστήριξε την αυτοοργάνωση, την συνεργασία και την δημοκρατική συναίνεση. Έγινε ιστορικός για ν’ αλλάξει τον κόσμο και έθεσε την ιστορία στην υπηρεσία του ανθρώπου ως εργαλείο μεταβολής της κοινωνίας και όχι διαιώνισης μιας άρρωστης πραγματικότητας. Στις Διακηρύξεις του ο Ζιν αναδεικνύει τον καταπιεστικό χαρακτήρα της δυτικής «δημοκρατίας» που εξαπατά τους πολίτες προσφέροντας ψεύτικο πλουραλισμό και πλαστές δυνατότητες επιλογής μεταξύ περιορισμένων λύσεων, επιχειρηματολογεί υπέρ της μη βίας και καταφάσκει την απεριόριστη δύναμη των απλών ανθρώπων.

ZINN_FIXED_1Ο συγγραφέας εκκινεί από το βασικότερο στοιχείο του εικοστού αιώνα: την αδυναμία πρόβλεψης των οριακών γεγονότων. Ποιος θα μπορούσε να προβλέψει την Ρωσική Επανάσταση, την σταλινική της παραμόρφωση ή την τελική πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, την ευημερία της Γερμανίας παρά τις δυο ήττες στους παγκόσμιους πολέμους, την σαραντάχρονη δικτατορία του Φράνκο, την αδυναμία των ΗΠΑ να νικήσουν στο Βιετνάμ, την Κορέα ή την Κούβα, την αποχώρηση των Σοβιετικών από το Αφγανιστάν, την πτώση του κομμουνισμού χωρίς βίαιη μαζική δράση στις χώρες του Ανατολικού Μπλοκ;

zinn 8Ακριβώς το γεγονός της μη προβλεψιμότητας μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο αγώνας για δικαιοσύνη δεν πρέπει να εγκαταλείπεται ποτέ επειδή είναι μάταιος, εξαιτίας της προφανούς συντριπτικής υπεροχής εκείνων που έχουν τα όπλα ή τα χρήματα και ότι η μαζική βία δεν δικαιολογείται από κανένα σκοπό, όσο ευγενικός κι αν είναι. Η προφανής τους δύναμη αποδείχθηκε ευάλωτη απέναντι στο «οπλοστάσιο» των ανθρώπων: την ηθική κατακραυγή, τη αποφασιστικότητα, την θυσία, την υπομονή, τις μη βίαιες πράξεις. Πόλεμοι, επεμβάσεις, εσωτερική βία δεν κατάφεραν τίποτα απ’ όσα ευαγγελίζονταν, ενώ καμία ιδεολογία δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη  θυσία εκατομμυρίων ζώων. Η μαζική βία έχει γίνει ιστορικά αποδεκτή από τους πολίτες, αν και όχι όλους, γι’ αυτό και οι σύγχρονοι στρατοί καταφεύγουν στον χρηματικό δελεασμό και τον καταναγκασμό. Το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων δεν επιθυμεί την βία. Πώς μπορεί λοιπόν να επιτευχθεί δικαιοσύνη χωρίς αυτήν; Αυτή είναι η μέγιστη ηθική και μεθοδολογική πρόκληση της εποχής μας.

Howard Zinn. Zinn, right, being arrested at an anti-Vietnam war demonstration in the 1960sΈνα βασικό «επιχείρημα» των υποστηρικτών της βίας είναι η δεδομένη σχέση της με την ανθρώπινη φύση. Ο Μακιαβέλι υποστήριξε πως οι άνθρωποι έχουν την τάση να είναι κακοί ενώ ο φιλόσοφος του 17ου αιώνα Τόμας Χομπς μπροστά στον ακατάπαυστο ανθρώπινο πόθο για περισσότερη δύναμη και εξουσία υποστήριξε κάθε είδους διακυβέρνηση υπό τον όρο της διατήρησης της ειρήνης. Πρόκειται για αντιλήψεις για την ανθρώπινη φύση που μετατρέπονται σε προφητείες που αυτοεκπληρώνονται, ενώ παρέχουν μια επαρκή δικαιολογία ρεαλισμού και παραμερισμού κάθε ηθικού φραγμού. Όλες οι προτεινόμενες αποδείξεις για την ύπαρξη του ενστίκτου της επιθετικότητας δεν βρίσκονται στην ψυχολογία, ούτε στη γενετική, ούτε στη ζωολογία, ούτε στην ανθρωπολογία αλλά στην ιστορία.

howard-zinnΟ Ζιν ποτέ δεν πείστηκε πως η βία αποτελεί αποτέλεσμα κάποιου φυσικού ενστίκτου αλλά, αντίθετα, είναι βέβαιος πως όλες οι εκδηλώσεις της μπορούν να εξηγηθούν από τις εκάστοτε κοινωνικές συνθήκες. Μια ατέλειωτη σειρά δεδομένων που παραθέτει στα γραπτά του (από την ανθρώπινη συμπεριφορά στον πόλεμο ή σε ακραίες συνθήκες μέχρι πειράματα) οδηγούν όλα στο ίδιο συμπέρασμα: οι βίαιες συμπεριφορές ήταν μαθημένες και όχι έμφυτες. Δεν είναι άσχετη και η γνωστή συμπεριφορά των θυτών απέναντι στα θύματα: όταν βρίσκονται μακριά τους, είναι πολύ πιο εύκολο να υπακούουν σε διαταγές και να τα εξοντώνουν, ενώ όταν βρίσκονται κοντά τους αμφιβάλλουν για τις πράξεις τους. Ο Κ. Σνόου, βρετανός μυθιστοριογράφος και επιστήμονας είχε ήδη γράψει το 1961: τα περισσότερα ειδεχθή εγκλήματα έχουν διαπραχθεί στο όνομα της υπακοής και όχι στο όνομα της επανάστασης. Ενδεικτικό παράδειγμα οι γερμανοί αξιωματικοί, που είχαν εκπαιδευτεί με τον πιο άτεγκτο κώδικα υπακοής…

Howard Zinn in Selma, Alabama_1Μη βία δεν σημαίνει αποδοχή αλλά αντίσταση· όχι αναμονή αλλά δράση· δεν είναι καθόλου παθητική αλλά πλήρως ενεργητική. Περιλαμβάνει απεργίες, μποϊκοτάζ, οικονομικές κυρώσεις, άρνηση συνεργασίας και υπακοής σε κανόνες, μαζικές διαδηλώσεις, καταλήψεις, καθιστικές διαμαρτυρίες, εκκλήσεις στη συνείδηση του κόσμου. Σε μη βίαια κινήματα όπως αυτά των μαύρων, των γυναικών, των ομοφυλόφιλων, το κίνημα ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ απλοί άνθρωποι μπόρεσαν να ανατρέψουν θεσμούς και ν’ αλλάξουν πολιτικές που φαίνονταν ότι θα κρατούσαν για πάντα. Τα μέσα που μεταχειριζόμαστε για να πετύχουμε την κοινωνική αλλαγή πρέπει να συνάδουν ηθικά προς τους σκοπούς μας. Χιλιάδες τέτοια παραδείγματα άλλαξαν τον κόσμο αλλά απουσιάζουν σχεδόν παντελώς από τα βιβλία της ιστορίας. Και όλοι μένουμε ανενημέρωτοι για την μακρά παγκόσμια ιστορία του μη βίαιου αγώνα και της μη βίαιης αντίστασης.

bigzinnΑς σταθούμε λίγο στο θέμα της παραδιδόμενης Ιστορίας. Πώς γίνεται και η Ιστορία μας διδάσκει μόνο ατέλειωτες εκατόμβες θυμάτων; Για ποιο λόγο είναι γεμάτη από μάχες, πολέμους, βασιλείς και πρωθυπουργούς, αγώνες κρατών για σύνορα και «ελευθερία»; Φαίνεται πως τα σχολικά και πανεπιστημιακά εγχειρίδια καταλήγουν στην επίλυση των προβλημάτων αποκλειστικά μέσω ηγετών και πολέμων. Η Ιστορία προτιμάει την παράλειψη και τον υποτονισμό σημαντικών στοιχείων κι έτσι δεν μαθαίνουμε ποτέ όλα όσα επιτεύχθηκαν με μακροχρόνιους και ασυμβίβαστους αγώνες. Η Ιστορία, τόσο φιλότιμη στην καταγραφή των καταστροφών, παραμένει άκρως σιωπηλή απέναντι στον τεράστιο αριθμό ειρηνικών πράξεων θάρρους από άτομα που αμφισβήτησαν την εξουσία και αδιαφόρησαν για το θάνατο.

ZinnΗ στρατιωτική δύναμη είναι ανήμπορη χωρίς τη συναίνεση εκείνων από τους οποίους απαιτεί να υπακούσουν στις διαταγές. Παρομοίως οι κυβερνήσεις αντλούν τις εξουσίες τους από την συναίνεση των κυβερνωμένων. Δεν είναι τυχαίο ότι εκείνοι που έχουν τεράστια δύναμη – κυβερνήσεις, πολυεθνικές εταιρείες, στρατοί, κλπ. – επιδεικνύουν ιδιαίτερη νευρικότητα στην προσπάθεια να διατηρήσουν την εξουσία τους και αντιδρούν σχεδόν υστερικά σε κάθε σημάδι έστω και αδύναμης αντίστασης, ακόμα και απέναντι σε ενδείξεις ότι η κοινή γνώμη ξεφεύγει από τον έλεγχό τους. Ίσως έχουν επίγνωση της ίδιας της αδυναμίας τους· ίσως αντιλαμβάνονται ότι οι ιδέες είναι περισσότερο ανίκητες από τους στρατούς τους.

washington-protest_13386_600x450Ένας από τους θεωρητικούς του ψυχρού πολέμου, ο διπλωμάτης και ιστορικός Τζορτζ Κέναν παραδέχτηκε, για παράδειγμα, ότι οι φόβοι της σοβιετικής απειλής στη δυτική Ευρώπη ήταν βασισμένοι σε μύθους. Οι πολίτες των ΗΠΑ λοιπόν φορολογήθηκαν τρισεκατομμύρια δολάρια εξαιτίας ενός παράλογου φόβου. Ιδού η ειρωνεία: η κούρσα των εξοπλισμών απέναντι σε κάτι που δεν θα συμβεί έτσι κι αλλιώς, δεν μπορεί να αποτρέψει αυτό που συνέβη παντού, δηλαδή τους ανά την υφήλιο πολέμους. Με λίγα λόγια, αμέτρητα χρήματα ξοδεύονται απλώς για την διατήρηση μιας εικόνας ισχύος. Διαφορετικά, πως γίνεται ένα έθνος τόσο υπερεξοπλισμένο όπως οι ΗΠΑ να μην μπορεί να νικήσει μια μικροσκοπική χώρα στην νοτιοανατολική Ασία ή στην Καραϊβική; Από την άλλη, οι επεμβάσεις σε χώρες με το επιχείρημα της σωτηρίας τους από τυραννικούς άρχοντες ή πολιτεύματα δεν οδηγεί στην καταστροφή των καθεστώτων αλλά στις δολοφονίες των υποτελών τους. Και εδώ αποδεικνύεται πως τα θύματα ανήκουν σε συγκεκριμένες τάξεις: στο Βιετνάμ ήταν Αμερικανοί της εργατικής τάξης και ασιάτες χωρικοί.

howard-zinn1Τα τρομακτικά γεγονότα αυτού του αιώνα δείχνουν ότι οι πολιτικοί ηγέτες του κόσμου και οι ειδικοί που τους συμβουλεύουν είναι εξίσου ανίκανοι και αναξιόπιστοι. Οι άνθρωποι έχουν μεγαλύτερη υποχρέωση να επιδιώκουν την δικαιοσύνη παρά να υπακούουν σε άδικους νόμους. Η ίδια η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας υποσχόταν ισότιμο δικαίωμα στη ζωή, την ελευθερία και την επιδίωξη της ευτυχίας. Δεν μπορούμε να εγκαταλείψουμε την δημοκρατία στα χέρια κάποιων αντιπροσώπων. Οι ανυπέρβλητες οικονομικές και στρατιωτικές δυνάμεις συχνά κάμφθηκαν από τους απλούς ανθρώπους.

Εκδ. Εξάρχεια, 2009, μτφ. – επιμ.: Δημητρης Κωνσταντίνου, 373 σελ., με 38σέλιδες σημειώσεις του συγγραφέα και 8σέλιδο πρόλογο του μεταφραστή [Howard Zinn – Declarations of Independence, 1990].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr [Βιβλιοπανδοχείο, 149].

Δεν τελειώσαμε με τον Χάουαρντ Ζιν – ακολουθεί σύντομα η εξαιρετική του σύντομη αυτοβιογραφία με τον τίτλο Δεν μπορείς να είσαι ουδέτερος σ’ ένα τρένο που κινείται.

02
Μαρ.
14

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 145. Γιώργος Ν. Περαντωνάκης

ΓΠ2Περί της “Μεταπολιτευτικής Κριτικής στον Καθρέφτη”

Η μεταπολιτευτική κριτική στον καθρέφτη (εκδ. Πόλις, 2013). Πώς επιλέξατε το συγκεκριμένο θέμα και για ποιο λόγο σας έχει απασχολήσει;

Η κριτική με απασχολούσε από τότε που ήμουν μαθητής/φοιτητής και διάβαζα τις εφημερίδες, με απασχόλησε κατά τις σπουδές μου και συνεχίζει να με ερεθίζει έως τώρα, καθώς προβληματίζομαι πάνω στα σημεία στα οποία το βιβλίο συναντά τον αποδέκτη του. Ειδικά, όταν αυτός ο αποδέκτης εκφράζει δημόσιο λόγο, τότε αξίζει να δούμε πώς η λογοτεχνία προσλαμβάνεται και τι ψάχνουμε σ’ αυτήν. Το συγκεκριμένο θέμα με προσέλκυσε, όταν συνειδητοποίησα ότι οι κριτικοί μιλάνε για την κριτική και διασταυρώνουν συχνά τις απόψεις τους απαντώντας ο ένας στον άλλο.

Ποια ήταν η βασική επιθυμία σας όσον αφορά την γραφή και την ολοκλήρωση της μελέτης σας;

ex_peradonakis_ekdoseispolisΗ συγκέντρωση και η μελέτη της μεταπολιτευτικής κριτικής, ενώ έχει απασχολήσει μεμονωμένα τους ίδιους τους κριτικούς, δεν είχε ώς τώρα τύχει ολοκληρωμένης επεξεργασίας. Επιθυμία μου ωστόσο δεν ήταν να καλύψω γραμματολογικά το θέμα, ούτε να γράψω μια ολοκληρωμένη ιστορία της κριτικής αυτής της περιόδου. Σ’ αυτό το βιβλίο δεν με ενδιέφερε να κάνω καταλόγους κριτικών με τα προσόντα τους και τα ενδιαφέροντά τους. Πιο πολύ επιδίωξα να ανοίξω τα θέματα, να τα βάλω μάλλον στο τραπέζι και, αφού τα χαρτογραφήσω, να τα κρίνω με βάση τη θεωρία της λογοτεχνίας και την προσωπική μου πείρα. Από εκεί και πέρα αναμένω έναν συνεχόμενο διάλογο με όσους έχουν γνώμη…

Η συλλογή όλων των απόψεων όσον αφορά έναν μεγάλο αριθμό θεμάτων είναι μεγάλη. Πως εργαστήκατε, ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε ως προς την συλλογή αλλά και γενικότερα κατά την συγγραφή της μελέτης σας, με ποιες απολαύσεις τις αντισταθμίσατε;

Ακολούθησα ένα είδος σκυταλοδρομίας, αφού κάθε κείμενο που διάβαζα με παρέπεμπε, είτε ευθέως είτε πλαγίως, στο επόμενο κείμενο. Η βασική δυσκολία ήταν να τα ομαδοποιήσω, ώστε να διεξαγάγουν ενεργούς διαλόγους, κι έπειτα δυσκολεύτηκα στην πορεία του ελέγχου, καθώς η θεωρία της λογοτεχνίας έχει απαξιώσει την πρωτογενή κριτική (book review) και ασχολείται μόνο με τη θεωρητική κριτική (criticism). Η απόλαυση ερχόταν όσο το παζλ έπαιρνε μορφή, όσο το τοπίο της μεταπολιτευτικής κριτικής ολοκληρωνόταν.

Ν. ΚαζαντζάκηςΠοια είναι η τελική αποτίμηση μιας τόσο ευρείας έρευνας; Θεωρείτε πως καλύψατε το θέμα;

Νιώθω σαν να έγραψα τον πρώτο τόμο από μια τεράστια εγκυκλοπαίδεια την οποία δεν μπορεί να αποπερατώσει ένα μόνο άτομο. Πολλές παρατηρήσεις περνάνε διάστικτα μέσα στα κεφάλαια, και μερικά βασικά συμπεράσματα συνοψίζω στην τελευταία ενότητα του βιβλίου: οι κριτικοί αντιλαμβάνονται τα προβλήματα της κριτικής, αλλά δύσκολα προωθούν αλλαγές, οι περισσότεροι δεν έχουν θεωρητικό υπόβαθρο και κρίνουν εμπειρικά (λιγότερο από άλλες εποχές αλλά ακόμα συμβαίνει), βαφτίζονται ως τέτοιοι από εκδότες περιοδικών και υπεύθυνους βιβλιοφιλικών ενθέτων, ενώ οι πολιτικές παρωπίδες έχουν ευτυχώς παρέλθει. Φυσικά ο κριτικός έχει την ιδεολογία του που διαμορφώνει το δικό του πρίσμα θέασης της λογοτεχνίας, αλλά προσπαθεί –έστω και υποσυνείδητα- να οριοθετήσει τον αναπόφευκτο υποκειμενισμό του στη δι-υποκειμενικότητα ενός δημόσιου διαλόγου.

Θανάσης ΒαλτινόςΘα συνεχίσετε να μελετάτε το θέμα; Ποια θα είναι η επόμενη ερευνητική σας εργασία;

Επειδή πιο πολύ έθεσα τα ερωτήματα και άφησα χώρο στους ίδιους τους κριτικούς να μιλήσουν, νομίζω ότι χρειάζεται να ξαναδώ το θέμα καθαρίζοντας ακόμα περισσότερο το ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο της κριτικής.

Έχω πάντα ιδέες για επόμενες έρευνες, αλλά δεν ξέρω ποια θα αποδώσει καρπούς: από το αστυνομικό μυθιστόρημα στην ελληνική μεταμοντέρνα λογοτεχνία και από τη βιβλιογραφία Καζαντζάκη, που δουλεύω χρόνια τώρα, μέχρι το τοπίο της μεταπολιτευτικής πεζογραφίας.

Περί έρευνας και κριτικής της λογοτεχνίας

Γνωρίσαμε την κριτική σας γραφή στο ένθετο της Βιβλιοθήκης της Ελευθεροτυπίας. Η θεωρητική σας σκευή και οι εμφανείς γνώσεις των ρευμάτων και των σχετικών ιδεών πρόσληψης και λογοτεχνικής κριτικής όριζαν μια διαφορετική ανάγνωση. Ποιες είναι, κατά τη γνώμη σας, τα απαραίτητα εφόδια για την λογοτεχνική κριτική;

KARTSAKIS EXOFILO_high Όσο κι αν ο υποκειμενισμός είναι αναπόδραστος, κανείς δεν μπορεί να προβάλλει μόνο το ένστικτο, τη γενική παιδεία και την πείρα από μυριάδες διαβάσματα ως βασικά εφόδια κριτικής. Αυτά είναι καλό να συνοδεύονται από οξυμένα κριτικά εργαλεία που να τον βοηθήσουν να διαβάσει το κείμενο σε πολλά επίπεδα ερμηνείας, να το αξιολογήσει ενδοκειμενικά και εξωκειμενικά, να το εντάξει στην εποχή του αλλά και να αναδείξει την πιθανή διαχρονική του αξία. Επομένως, γνώσεις θεωρίας και ιστορίας της λογοτεχνίας, άλλες γνώσεις των ανθρωπιστικών κυρίως επιστημών, διάθεση ρήξης με την αναμενόμενη ανάγνωση, αποστασιοποίηση από τον συγγραφέα και προσέγγισης του αναγνώστη είναι μερικά απ’ αυτά που μου έρχονται πρόχειρα στο μυαλό. Και τέλος, απροκαταληψία, θετική ή αρνητική, όσο βέβαια αυτό μπορεί να γίνει: απόσταση από το πρόσωπο του συγγραφέα, ώστε αυτό να μην επηρεάσει την αξιολόγηση του κειμένου.

Υπάρχουν συγκεκριμένα έργα που θα προτείνατε στον ενδιαφερόμενο να εισέλθει στον δύσκολο, συχνά «ανεπιθύμητο» κόσμο της κριτικής της λογοτεχνίας; 

fantasma_0Θα σταθώ σε ελληνικούς τίτλους, μακριά από τη γενική θεωρία που καταπιάνεται με την πρόσληψη και την ερμηνεία του κειμένου: το βιβλίο του Αντ. Καρτσάκη “Μεταπολεμική κριτική και ποίηση. Ζητήματα αισθητικής και ιδεολογίας” (Εστία 2009), τον τόμο “Κριτική στη Νεότερη Ελλάδα” (Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας/Ίδρυμα Σχολής Μωραϊτη 1981), “Το φάντασμα της θεωρίας. Λογοτεχνία – κριτική – ιστορία” (Πλέθρον 1993) του Δ. Δημηρούλη, φυσικά το βιβλίο του Π. Μουλλά “Η δέκατη Μούσα. Μελέτες για την κριτική” (Σοκόλης 2001) και της Χρ. Ντουνιά “Λογοτεχνία και πολιτική. Τα περιοδικά τής Αριστεράς στο μεσοπόλεμο” (Καστανιώτης 1999). Τονίζω όμως πάλι ότι έχουμε μεγάλο έλλειμμα στην χαρτογράφηση του χώρου και πιο χρήσιμα είναι τα άρθρα των ίδιων των κριτικών που αυτοαναλύονται.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στις επιλογές των βιβλίων και των θεμάτων με τα οποία ασχολείστε;  

Αποφοίτησα από το Τμήμα Φιλολογίας του Ε.Κ.Π.Α. και στη συνέχεια έκανα -με υποτροφία του ΙΚΥ- μεταπτυχιακές σπουδές (μάστερ) στη Νεοελληνική Φιλολογία. Τέλος, στο ίδιο Τμήμα εκπόνησα διδακτορική διατριβή πάνω στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Οι σπουδές αυτές έγιναν από χόμπι, αφού βιοπορίζομαι στον χώρο της ιδιωτικής εκπαίδευσης, όπου η διατριβή δεν επηρεάζει καθοριστικά την απόδοσή μου. Πρόκειται για δύο παράλληλες πορείες, από τις οποίες μόνο η δεύτερη, η θεωρητική μου σκευή δηλαδή, με βοηθάει να δω ίσως δεύτερα επίπεδα σε κάθε βιβλίο.

ΑΚ - ΦΠΤι αντικείμενο είχε η διδακτορική σας διατριβή και γιατί επιλέξατε το συγκεκριμένο θέμα; Σκοπεύετε να την εκδώσετε;  

Η διατριβή μου με τίτλο “Από την τεχνική τού μοντάζ στην τεχνική τού κολλάζ (στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία)” αφορά στα μυθιστορήματα που είναι γραμμένα με την τεχνική των παραθεμάτων, είναι άκρως αποσπασματικά και αποτελούνται από ετερόκλητα κείμενα, όπως άρθρα, επιστολές, ημερολογιακές καταγραφές. Αναφέρομαι σε κείμενα της Μεταπολίτευσης αρχής γενομένης από τα “Τρία ελληνικά μονόπρακτα” και τα “Στοιχεία για τη δεκαετία του ’60” του Θανάση Βαλτινού ώς τη “Σουνυάτα” του Χρήστου Χρυσόπουλου κι από τη “Φανταστική περιπέτεια” του Αλέξανδρου Κοτζιά μέχρι την “Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου” του Μισέλ Φάις κ.ά. Θεώρησα το θέμα ενδιαφέρον, γιατί εστιάζει στην πιο ακραία μορφή του μυθιστορήματος, αφού η ενιαία αφήγηση διασπάται και ο αναγνώστης ωθείται στο να συνδράμει τον συγγραφέα στη νοηματοδότηση του κειμένου.

Με ποια έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά έχετε συνεργαστεί και συνεργάζεστε σήμερα;

9789600338348Ξεκίνησα δειλά την κριτική μου παρουσία στο περιοδικό “Διαβάζω”, όπου και ανδρώθηκα στην τριβή μου με τη σύγχρονη πεζογραφία. Αντίστοιχα εργάστηκα για ένα μεγάλο διάστημα στην εφημερίδα “Ελευθεροτυπία” επί εποχής Βιβλιοθήκης, ενώ συνεργάστηκα και με τα περιοδικά “Εντευκτήριο” και “Παράγραφος”. Τώρα κριτικογραφώ στο ηλεκτρονικό περιοδικό www.bookpress.gr και στην έντυπη “Εφημερίδα των Συντακτών”.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα, ποιο θα επιλέγατε;  

Νομίζω ότι δεν θα με ενδιέφερε ένα πρόσωπο και το έργο του, χωρίς αυτό να αποκλείεται για το μέλλον. Θεωρώ ότι τα ίδια τα έργα και όχι ο δημιουργός τους αξίζουν την προσοχή μας, μακριά από βιογραφικές και προθετικές συνιστώσες. Έτσι, θα προτιμούσα θέματα που συναρθρώνουν ομοειδή κείμενα διαφορετικών δημιουργών και τα αναδεικνύουν με πολιτισμικό τρόπο ή τα θέτουν απέναντι στον αναγνώστη, που τα νοηματοδοτεί. Ωστόσο, έχω δουλέψει και θα ήθελα ίσως να κάνω κάτι ευρύτερο στο έργο του Ν. Καζαντζάκη, της Ρ. Γαλανάκη, του Π. Μάρκαρη, του Βασίλη Αλεξάκη, τα διηγήματα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη κ.λπ.

Περί ανάγνωσης

alexakisΣας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Στην Ελλάδα έχουμε εξαιρετικά πρώτα βιβλία. Μετά; Θα ήθελα να σταθώ σε φερέλπιδες συγγραφείς από τους οποίους περιμένω τα μελλοντικά βιβλία τους. Καταρχάς, η Ιωάννα Μπουραζοπούλου, που ήδη έχει δείξει τα λογοτεχνικά της δόντια με βιβλία που καινοτομούν τόσο ολοκληρωμένα που δεν μπορούν να περάσουν απαρατήρητοι. Από τους πιο μεγάλους ο πολύ δοκιμιακός Χρήστος Χρυσόπουλος, ο ή του ύψους ή του βάθους Αύγουστος Κορτώ, ο καφκικός Δημήτρης Σωτάκης, ο Παντελής Κοντογιάννης, η Έλενα Μαρούτσου, ο Γιάννης Μακριδάκης, η Σοφία Νικολαΐδου κ.ά. Συμπληρώνω με χαρά μερικούς νεότερους: τον Χρήστο Οικονόμου, τη Βασιλική Πέτσα, τον Ιάκωβο Ανυφαντάκη, τον Γιάννη Τσίρμπα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Πιστεύω ότι το «Διαβάζω» λειτούργησε για σχεδόν σαράντα χρόνια ως κυψέλη κριτικών, ως κιβωτός βιβλίων, ως πεδίο ιδεών. Και δεν είναι μόνο οι βιβλιοκριτικές, αλλά και τα αφιερώματα σε συγγραφείς και θέματα βρίσκουν μια θέση στη βιβλιοθήκη κάθε αναγνώστη. Η Ιστορία της μεταπολιτευτικής λογοτεχνίας μας πέρασε σίγουρα μέσα από το «Διαβάζω».

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Προσπαθώ να παρακολουθώ στενά τη SKABARDONHS-3σύγχρονη ελληνική παραγωγή, με αποτέλεσμα να διαβάζω ό,τι κυκλοφορεί (υπερβολή!). Από την άλλη, καταλαβαίνω ότι η ξένη πεζογραφία δεν μπορεί να μένει εκτός, γιατί αυτή δίνει το στίγμα και θέτει τον πήχυ των παγκόσμιων τάσεων. Θα σταθώ όμως περισσότερο στο παραμελημένο δοκίμιο, που αξίζει να προσεχθεί, γιατί αυτό ακριβώς συλλαμβάνει και αποδεικνύει πού βρίσκεται ο στοχασμός της εγχώριας και διεθνούς σκέψης. Αναφέρομαι στα πολύ πρόσφατα έργα, όπως το βιβλιαράκι της Σοφίας Νικολαΐδου “Πώς έρχονται οι λέξεις” (εκδόσεις Μεταίχμιο), τον τόμο του Σταύρου Ζουμπουλάκη “Ποιος Θεός και ποιος άνθρωπος;” (εκδόσεις Πόλις) και τη συλλογή άρθρων του Δ. Δασκαλόπουλου “Κ.Π. Καβάφης. Η ποίηση και η ποιητική του” (εκδόσεις Κίχλη). Και μια χαρτογράφηση της Θεωρίας της λογοτεχνίας με τίτλο “Η λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα” σε επιμέλεια K.M. Newton (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) ή τη συλλογή κειμένων του Δ. Τζιόβα “Κουλτούρα και λογοτεχνία” (εκδόσεις Πόλις). Εντελώς ενδεικτικά και εντελώς εφήμερα… (ή μπορεί και διαχρονικά).

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Παρ0046779ακολουθούσα πάντα τις λογοτεχνικές κριτικές που δημοσιεύονται στον σαββατοκυριακάτικο τύπο αλλά και στο διαδίκτυο, ενώ μερικές φορές διατρέχω λίγο πιο βιαστικά και τα ιστολόγια. Έγινα κριτικός επειδή από φοιτητής μαθήτευσα στις κριτικές του Σπ. Τσακνιά, του Δ. Κούρτοβικ, του Β. Χατζηβασιλείου, της Ελ. Κοτζιά και άλλων. Σήμερα, το διαδίκτυο είναι το μέλλον, αφού κάνει την κριτική προσιτή σε όλους και έτσι ανοίγει το πεδίο της φιλαναγνωσίας.

Περί αδιακρισίας

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής λογοτεχνίας; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Νομίζω ότι όποιος διαβάζει θέλει και να γράψει, ενώ θα έπρεπε όποιος γράφει, πρώτα ή παράλληλα να διαβάζει. Μικρός έγραφα ποίηση, αλλά, όπως με προειδοποίησε ένας αγαπημένος μου καθηγητής στο Πανεπιστήμιο, ο στρατός θα ήταν το όριο ή το τέλος. Κι όντως ήταν το τέλος. Το πεζό από εκεί και πέρα θα μπορούσε να είναι μια προοπτική. Αλλά πέρα από τις ιδέες, χρειάζεται και επιμονή στις λεπτομέρειες, συγγραφική συνείδηση, υπομονή με τα αμήχανα σημεία της αφήγησης κ.λπ.

Τι γράφετε τώρα; 

Πέτρος ΜάρκαρηςΔούλευα μέχρι πρόσφατα μια ανακοίνωση για το αστυνομικό μυθιστόρημα και πώς αυτό κάλυψε ή όχι τη μεταπολιτευτική δημόσια σφαίρα. Αυτή η ανακοίνωση θα χρειαστεί επέκταση και εμβάθυνση για να συμπεριληφθεί σε έναν τόμο που θα κυκλοφορήσει στην Αγγλία για τη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Η λογοτεχνία δεν μπορεί να μείνει έξω από τους προβληματισμούς που θέτει γενικά η πορεία της τέχνης τον 21ο αιώνα. Επομένως, ενδιαφέρομαι για τον κινηματογράφο και το θέατρο τόσο ως απλός θεατής, ανίδεος για τα μυστικά που κρύβονται πίσω από την οθόνη ή την αυλαία, αλλά και ως υποψιασμένος φιλόμουσος που προσπαθεί να διακρίνει τις καλλιτεχνικές πρωτοπορίες και το πώς στην κBKS.0308550οινωνία της εικόνας η λογοτεχνία μπορεί να εξακολουθήσει να μιλά. Μην ξεχνάμε ότι η διατριβή μου συσχέτιζε την πεζογραφία με τον κινηματογράφο μέσω της τεχνικής του μοντάζ.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Η λογοτεχνία αλλά κυρίως η πρόσληψή της περνάνε πλέον και από το διαδίκτυο. Συνεργάζομαι με μια επιθεώρηση βιβλίου (την http://www.bookpress.gr) που κυκλοφορεί μόνο στο διαδίκτυο, διαβάζω ό,τι προλαβαίνω από τις κριτικές προσλήψεις των εφημερίδων, των περιοδικών, των ιστολογίων, παρακολουθώ τις εξελίξεις εντός και εκτός της λογοτεχνίας, διαβάζω για την επικαιρότητα σε ποικίλες ενημερωτικές ιστοσελίδες, πληροφορούμαι τακτικά για τον αθλητισμό και πάει λέγοντας. Στο διαδίκτυο βρήκα ενημέρωση αλλά και πλούσιο υλικό για τα επιστημονικά θέματα με τα οποία ασχολούμαι. Απορώ πώς δουλεύαμε στο παρελθόν χωρίς την προσβασιμότητα σ’ αυτό το μεγάλο εύρος πηγών…

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

unnamedΓιατί η μεταπολιτευτική κριτική δεν θέλει να κοιτάζει στον καθρέφτη; Γιατί έχει πολλά βαρίδια, με πρώτο και σημαντικότερο τη γνωριμία με το πρόσωπο του συγγραφέα, επαφή που την κάνει άλλοτε εγκωμιαστική κι άλλοτε επιφυλακτική και άφωνη. Γιατί έχει επαναπαυτεί σε μια συγκεκριμένη στάση και δυσκολεύεται να δει τον ρόλο της έξω από τη στενή συζήτηση με το εκάστοτε βιβλίο. Γιατί ζει στην ημιμάθεια και προσπαθεί να κρύψει την άγνοιά της. Γιατί ζει με τις προκαταλήψεις της και αποφασίζει να γράψει, πριν καν διαβάσει το βιβλίο. Γιατί δεν συζητά, απλώς μονολογεί…

Ευχαριστώ για το στριπτίζ στο οποίο με υποβάλατε.

Παρουσίαση της Μεταπολιτευτικής Κριτικής στον Καθρέφτη εδώ.

01
Μαρ.
14

Λογοτεχνείο, αρ. 140

magrisΚλαούντιο Μάγκρις, Δούναβης, εκδ. Πόλις, 2011, μτφ. Μπάμπης Λυκούδης, σ. 405 [Claudio Magris, Dunabio, 1986].

[Ο λόγος για την γιαγιά Άνκα] Στη ζωή της δεν υπάρχει το παράπονο, ο ολοφυρμός για τα βάσανα, ούτε για τον εαυτό της ούτε για τους άλλους. Δεν κλαίγεται ούτε γι’ αυτήν την ίδια ούτε για κανέναν, δεν της περνά απ’ τα νου να φοβηθεί το θάνατο ούτε να ταραχτεί για το θάνατο κάποιου άλλου, παρόλο που είναι έτοιμη να συντρέξει όποιον έχει ανάγκη για βοήθεια, αγνοώντας την κόπωση και την ίδια την ιδέα της θυσίας· στον δικό της κόσμο τα πράγματα, απλούστατα, συμβαίνουν.




Μαρτίου 2014
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Blog Stats

  • 1.047.325 hits

Αρχείο