Μανές Σπέρμπερ – Η καμένη βάτος. Δάκρυ στον ωκεανό

Οιsperber5575-8 εμφύλιοι του κομμουνισμού (ή το θάρρος να ζεις χωρίς αυταπάτες)

Τα γεγονότα ήταν καταιγιστικά. Μολονότι ο Γιόσμαρ είχε άμεση εμπλοκή, ήταν στιγμές που ένιωθε πως τον ξεπερνούσαν· πως τα είχε φανταστεί, πως τα είχε εν μέρει επινοήσει. Όπως στα όνειρα, γνωστά πρόσωπα, χώροι, πλατείες, σοκάκια, άλλαζαν συνέχεια, οι ώρες κυλούσαν σε άνισους χρόνους κι είχε την αίσθηση πως ακόμα και οι τοίχοι των κτιρίων έπαιρναν μέρος σ’ ένα παιχνίδι αλυσιδωτών μεταμορφώσεων.[σ. 92]

Οι δεκάδες χαρακτήρες της φλεγόμενης ευρωπαϊκής μεσοπολεμικής βάτου ζουν σε μια συνεχή παραζάλη μεταμορφώσεων και εναλλαγών όχι μόνο των συνθηκών μέσα στις οποίες παραδέρνουν αλλά και της ίδιας τους της ταυτότητας: την μία συναγωνιστές και την άλλη αντίπαλοι· την μία σύντροφοι και την άλλη προδότες. Πρόκειται για πρόσωπα που συνθέτουν την αχανή τοιχογραφία της κομμουνιστικής ανάδυσης στην μεσευρώπη αλλά και εκατέρωθεν των αλλοτινών βασιλείων του παλαιού κόσμου. Πόσα μέτωπα δεν είχαν να αντιμετωπίσουν οι πιονέροι της νέας ανθρωπότητας: το αντιχιτλερικό / αντιφασιστικό, το αντικρατικό / αντικαθεστωτικό, τον αγώνα για συστράτευση των λαών (άρα και κατά της δυσπιστίας τους) και, το πιο αναπάντεχο όλων, τον ίδιο τους τον εαυτό – την ίδια τους την πηγή, την ίδια την εφαρμογή της Ιδέας. Πώς μπορεί κανείς να επιβιώσει παλεύοντας και προς τα τέσσερα μεταφορικά σημεία ενός μαύρου ορίζοντα;

Αναρίθμητα τα 553_sπρόσωπα λοιπόν – αλλά από ένα σημείο και μετά δεν έχει σημασία να κρατάει κανείς σημειώσεις ως προς το ποιος μιλάει. Σημασία έχει τι λέει ο καθένας, ποια αλήθεια προτείνει και ποια επιλέγει να αγνοήσει· μέχρι πού είναι διατεθειμένος να φτάσει, τι και ποιον αποδέχεται να προδώσει κατά την πρόκριση της δικής του Ιδέας για τον κόσμο. Και ιδού μια – και μορφική συν τοις άλλοις – ειρωνεία: ακριβώς αυτή η αποθέωση της ελεύθερης ατομικότητας είναι που ακυρώνει τα πρόσωπα και φέρνει σε πρώτο πλάνο τα παραπάνω διλήμματα.

Κι εδώ αρχίζει μια διαρκής, ατελεύτητη μάχη ανάμεσα σε ιδέες και σε πρακτικές, ανάμεσα στις γραμμές του Κόμματος και σε ό,τι θεωρείται παρέκκλιση, ανάμεσα στην αλήθεια του Αρχηγού και στην αλήθεια του καθενός. Ο Γιόσμαρ, ένας από τους βασικούς χαρακτήρες, είναι ο πιστός της «διαλεκτικής», εκείνος που έχει πάντα μια εξήγηση για όλες τις παρεκκλίσεις και τις αποτυχίες του Κόμματος. Έχει χάσει την ικανότητα να συνδιαλέγεται, γνωρίζει μόνο να κάνει διακηρύξεις και να καταδικάζει απόψεις. Ο Ντόινο, από την άλλη, ένα πρόσωπο που σταδιακά καταλαμβάνει το κέντρο της τραγικής σκηνής, εκπροσωπεί το ανήσυχο, διαβολεμένο πνεύμα που αναζητάει την ουσία πέρα από τους τύπους.

01051488Γύρω τους ένα συνεχές αλισβερίσι συναγωνιστών και ανταγωνιστών. Από την μία, οι νέες ακλόνητες βεβαιότητες: Επειδή ξέρουμε την Ιστορία, επειδή έχουμε απελευθερωθεί πλήρως από την ανάγκη να πιστεύουμε – από τη νοσταλγία του Απόλυτου. Ξέρουμε πως ακόμα και ο πιο άπιστος άνθρωπος το’ χει πιο εύκολο να κατασκευάσει έναν νέο Θεό, παρά να εκπαιδεύσει, να διαμορφώσει ένα νέο άνθρωπο. Και από την άλλη, οι άλλες φωνές: Εσύ δεν έχεις πάει στη Ρωσία. Αν είχες πάει θα ήξερες πως σε καμία άλλη χώρα δεν έχουν εξορίσει τόσο ριζικά το έλεος. Εκεί, στο φτωχό που ζητάει έλεος, του βάζουν αμέσως την ταμπέλα του επαναστάτη. / Το αίμα των εργατών είναι πιο φτηνό απ’ το μελάνι που ξοδεύουν για την μετατροπή κάθε ήττας τους σε νίκη.

400px-Soviet_propagandaΔεκάδες πρόσωπα περιπλανιούνται στις πανάθλιες βαλκανικές πόλεις και στα γερμανοαυστριακά εδάφη, αναζητούν συμμάχους, αφυπνίζουν τον λαό, προδίδουν και καταδίδονται, ψάχνουν χρόνο να χαρούν το έρωτα, συνειδητοποιούν «πόσο μοναχική είναι η Επανάσταση», βιώνουν τον τρόμο της δίωξης, εμπνέονται από την θαμμένη επανάσταση του 1905, τον Σπάρτακο, την Ρόζα Λούξεμπουργκ, αναζητούν έμπνευση στην Ιστορία, αλλά και εχθρούς μέσα στην ίδια τους την συντροφία, φωνάζουν την αλήθεια, που κάποτε όμως θρυμματίζεται σε δεκάδες ατομικές αλήθειες. Όλες αυτές οι αλήθειες διαχέονται στην Ευρώπη αλλά εκβάλλουν στα Κεντρικά. Εκεί θα αποφανθούν για την μοίρα τους – τόσο ως ιδεών όσο και εκείνη των φορέων τους. Κάποιοι άλλοι θα κληθούν να επιλέξουν την πρόκριση της συμπαράταξης με τον σοβιετικό άρα και τον σταλινικό κόσμο μπροστά στην χιτλερικό φάσμα, κοινώς η εκλογή του λιγότερο καταστροφικού ολοκληρωτισμού.

tumblr_mcq9e017wy1qzfmh5o1_r1_500Ποια είναι η τραγική τομή στην ζωή μερικών από αυτούς που χαρακώνει δραματικά την ζωή τους και γεμίζει σημάδια την συλλογική ανάταση; Είναι η στιγμή που διακρίνουν το λάθος, που συνειδητοποιούν το παράλογο, που αντιλαμβάνονται την πλάνη. Είναι η στιγμή που η συνείδηση τους πνίγει, η λογική τους ξυπνάει, το αίσθημα της προσωπικής ηθικής τους κατακλύζει. Ύστερα από αυτήν, τίποτε δεν θα είναι το ίδιο. Καταδικάζονται οριστικά και αμετάκλητα με όλους τους τρόπους αναίρεσης της ίδιας τους της ύπαρξης (από τον στιγματισμό και την ατίμωση μέχρι τον κατατρεγμό και τον θάνατο) αλλά πρωτύτερα έχουν εξοριστεί εσωτερικά, στην μοναξιά του αιρετικού. Ο προβληματισμός φυσικά έχει ευρύτερους ομόκεντρους κύκλους, καθώς θέτει και το ερώτημα της επιβίωσης – ιδιαίτερα σε οριακούς καιρούς – μακριά από ομάδες, ιδεολογίες, κοινές συστρατεύσεις.

Manès_Sperber_7Ο Σπέρμπερ αποτελεί μια ιδιάζουσα περίπτωση συγγραφέα που αποτέλεσε μέλος της ζέουσας Ιστορίας που συγγράφει, κομμάτι εκείνου του κόσμου που τώρα αποκαλύπτει με μια μυθοπλασία που θα της άξιζε να αποκαλείται αληθοπλασία. Η αντισταλινική του κριτική τον συνδέει με τον Άρθουρ Καίστλερ αλλά και με άλλους συγγραφείς και διανοητές όπως ο Ιγκνάσιο Σιλόνε ή ο Αντρέ Ζιντ, κείμενα των οποίων συστεγάστηκαν στην συλλογή Ο Θεός απέτυχε [1949]. Μόνο που ο συγγραφέας εμφανώς συνεχίζει να πιστεύει στην Μεγάλη Ιδέα που κίνησε αναπότρεπτα την Ιστορία, κι ας την εκτροχίασε στην άβυσσο εξαιτίας των άθλιων χειριστών της. Από αυτή την άποψη, και τηρουμένων πάντα των αναλογιών, το μυθιστόρημα συγγενεύει με την οπτική και το λογοτεχνικό εγχείρημα των δυο εξίσου συναρπαστικών βιβλίων του Βικτόρ Σερζ (Υπόθεση Τουλάγιεφ και Αναμνήσεις ενός Επαναστάτη – βλ. τις σχετικές παρουσιάσεις στο παράπλευρο ευρετήριο του Πανδοχείου).

leninΣτον πρόλογό του ο συγγραφέας εξομολογείται την αίσθηση πως όσα γράφει αποτελούν θραύσματα ενός έργου ανολοκλήρωτου· πως αν ενέδωσε στην συγγραφή ήταν διότι υπό της συνθήκες της εποχής εκείνης πιο δύσκολο ήταν να μη γράφεις, παρά να γράφεις· πως μελάνιαζε τις σελίδες όχι αναζητώντας τον χαμένο χρόνο αλλά για να ζωντανέψει τις νεκρωμένες ελπίδες και να ανακαλύψει το νόημά τους, διατηρώντας πάντοτε την βεβαιότητα πως η γνώση του κάθε ανθρώπου συνδέεται άμεσα με την επίγνωση των χαμένων του ελπίδων και των προσωπικών του ουλών. Στο τέλος είναι βέβαιος πως έγραψε για όλους και για κανέναν και πως δεν έχει να προσφέρει καμία παρηγορητική ηθική και καμία βεβαιότητα παρά μόνο μια συμβολή στην ωρίμανση ερωτημάτων. Ίσως και στο θάρρος να ζουν χωρίς αυταπάτες.

Εδώ και τουλάχιστον σαράντα χρόνια επαναλαμβάνει τον εαυτό του ο Νορβηγός ποιητής, αφηγούμενος τις ίδιες και τις ίδιες ιστορίες, πάντα με αιχμές πολιτικής υφής και απαράμιλλης βλακείας. Ωστόσο ο Ντόινο, που τον είχαν μαγέψει τα βιβλία αυτά στην πρώτη του νεότητα, ένιωθε να του θερμαίνει την ψυχή ένα αίσθημα απέραντης ευγνωμοσύνης κάθε φορά που θυμόταν τον γηραιό συγγραφέα. 

manes_sperber.jpg w=1024Είχε φτάσει στην ηλικία εκείνη, όπου κανείς συνειδητοποιεί πως η ευγνωμοσύνη τον συνδέει με τη ζωή περισσότερο απ’ όσο η αγάπη που μπόρεσε να προσφέρει ο ίδιος στον εαυτό του. Στα ατέλειωτα δειλινά των πρώτων ημερών του θέρους, η σιωπή συντρόφευε το συναίσθημα κι η βεβαιότητα πως ο βιωμένος χρόνος είχε χαθεί οριστικά, του πρόσδιδε μια σχεδόν σωματική διάσταση. Χωρίς απόγνωση, η παραίτηση ήταν ανώδυνη: θα μπορούσε κανείς να πεθάνει απλά, όσο και μια απλή μέρα που φεύγει, συμφιλιωμένος με τον εαυτό του και με τον κόσμο. Μόνο σε τέτοιες στιγμές ένιωθε απελευθερωμένος από την ψυχαναγκαστική προσκόλληση σ’ αυτή τη δεκαετία και στις αναμνήσεις του, που τις κουβαλούσε πάντα, σαν βαρίδια. [σ. 452]

Εκδ. Καστανιώτη, 2013, μτφ. Έμη Βαϊκούση, σελ. 574 με τετρασέλιδη εισαγωγή της μεταφράστριας και τετρασέλιδο χρονολόγιο του συγγραφέα [Manès Sperber, Der Verbrannte Dornbusch, 1949].

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 153. Θοδωρής Ρακόπουλος

ΘΡΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Η “Συνωμοσία της Πυρίτιδας” είναι το πρώτο μου πεζογραφικό βιβλίο. Πρόκειται για έναν μικρό τόμο που περιέχει είκοσι πέντε υβριδικές πρόζες, με εννοιολογικό κέντρο. Είναι ένα βιβλίο-κόνσεπτ για την συνωμοσιολογία, μια σατιρική αναφορά στον εξωλογικό πολιτικό λόγο, τον μεσσιανισμό, την παραφιλολογία, το παράδοξο. Το βιβλίο έχει τρείς ενότητες αλλά ο τρόπος που αυτές το οργανώνουν είναι η μέθοδος της “ανακατεμένης τράπουλας”: κάτω από το κάθε κείμενο υπάρχει η αναφορά (ως οιονεί επεξήγηση) της ενότητας στην οποία ανήκει. Όλα τα κομμάτια είναι τρυφερά, οι περισσότερες ιστορίες έχουν να κάνουν με σπάνια ζώα και ευάλωτους ανθρώπους. Δεν υπάρχει πρόθεση οίησης και κατάκρισης.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

sep-rakopoulos-synomosia-_Ευχαρίστως. Το Φαγιούμ (εκδ. Μανδραγόρας) είναι ένα βιβλίο ποιήσης που γράφτηκε την περίοδο 2002-2009 περίπου. Καμιά φορά σκέφτομαι πως η θερμή υποδοχή που του έτυχε έχει να κάνει με την μακρά παραγωγή του. Το βιβλίο έχει άξονα αναφοράς την εικόνα και τον χρόνο που εγκλωβίζεται σε αυτήν (εξ ου ο τίτλος). Όλα σχεδόν τα (μόλις 23) ποιήματα έχουν αναφορά σε μια φωτογραφία, ή άλλου είδους οπτικοποίηση μιας ανθρώπινης μορφής – και στη μνήμη που αυτές οι εικόνες αναμοχλεύουν.

Το Ορυκτό Δάσος (εκδ. Νεφέλη) ήρθε τρία χρόνια μετά, το 2013, και είναι ένα βιβλίο πιο “δεμένο”. Το πρώτο μέρος του, “Κοράλλια”, είναι ποίηση σε πρόζα, με αναφορά στην έννοια του μύθου, με μικρές αδρές ιστορίες και το δεύτερο (“Πυρομαχικά”) είναι και πάλι αφηγηματικό αλλά διατηρεί μια περισσότερο πολιτική αναφορα, ενώ έχει πιο ‘κλασικά’ ποιήματα σε ύφος γραφής.

Η συλλογή διηγημάτων “Νυχτερίδα στην Τσέπη” έχει ολοκληρωθεί και θα εκδοθεί εν ευθέτω από τη Νεφέλη – δεν βιαζόμαστε.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σε αρb186871κετούς: αεροπλάνα, αεροδρόμια, τραίνα, πάρκα, ξένα σπίτια, πολύ ξένα σπίτια. Έγραψα ένα ποίημα ονόματι “ανελκυστήρ” σε ένα σταματημένο ασανσέρ. Δε νομίζω να το δημοσιεύσω, σε τέτοιες περιπτώσεις ο ενθουσιασμός της στιγμής σε καθιστά αδίκως ιπτάμενο.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Σχεδόν πάντα στο χέρι, στο τετράδιό μου. Στη συνέχεια, μεταγραφή στην οθόνη, αφού ‘καθήσει’ λίγο το κείμενο, και εφαρμόζοντας συνεχείς αναπροσαρμογές στον ορίζοντα ενός αφηρημένου αναγνώστη.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Το “γενικότερες” είναι δύσκολο να απαντηθεί: δεν θα έγραφα -ενδεικτικά- με Toolή Στράτο Διονυσίου, μολονότι αγαπώ και τους δύο. Η μπαρόκ είναι ίσως η μόνη μουσική που αγαπώ και εν γένει και ως μουσική εργασίας. Θεωρώ τον Βιβάλντι και τον Πάρσελ παρεξηγημένες περιπτώσεις, εφάμιλλες των κλασσικών. Ο Μπαχ. Επίσης, μεγάλο τμήμα της τζαζ, όχι όμως η free jazz. Ο Eric Dolphy, o Mingus, ο Τρελόνιους Monk… Μεγάλο μέρος αυτού που αποκαλούμε ηλεκτρονική μουσική το παρακολουθώ πάντα με την αμηχανία και τον ενθουσιασμό του παρθένου.

b161273Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα Νομικά στο ΑΠΘ. Μετά πήγα στο Λονδίνο -όπου έζησα οκτώ χρόνια- και κατέληξα να κάνω διδακτορικό στην Κοινωνική Ανθρωπολογία, στο Goldsmiths. Στην αρχή έκανα διάφορες δουλειές: από χειριστή σε call centre (από τις πιο αλλοτριωτικές δουλειές του κόσμου) μέχρι σερβιτόρο και δημοσκόπο. Όταν η τύχη μου γύρισε -έχει κάποια χρόνια-, εθίστηκα στον βιοπορισμό εξ υποτροφίας και ακαδημαϊκής διδασκαλίας. Εδώ και καιρό βιοπορίζομαι ερευνητικά – προς το παρόν στο τμήμα Ανθρωπολογίας του πανεπιστήμιου της Πρετόρια, στη Νότια Αφρική, μια χώρα που αγκαλιάζει την ακαδημαϊκή έρευνα όσο λίγες άλλες, δυστυχώς.

ΓονατάςΣτην ουσία γράφω επαγγελματικά, στα αγγλικά – και γράφω λογοτεχνία, στα ελληνικά. Πάντως ναι, νομίζω έχει περάσει η ανθρωπολογική και γενικότερα θεωρητική σκευή στο ύφος μου, αλλά και σε ορισμένα θέματα και μεθόδους που με απασχολούν στα λογοτεχνικά μου γραπτά (για παράδειγμα: μαγεία, παράδοξο, μύθος, σκώμμα).

Έχετε γράψει ποίηση και τώρα πεζογραφία. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο ή βλέπετε κάποιο να επικρατεί;

Είναι η μόνη ερώτηση στην οποία μπορώ να απαντήσω με απόλυτη βεβαιότητα. Θα γράφω πάντα και στα δύο “είδη”. Προσοχή: το “σ” πριν το άρθρο “τα” κάνει τη διαφορά, νομίζω.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Τι εξαιρετική ερώτηση… Νομίζω μια μονογραφία για τον Παπαδημητρακόπουλο ή τον Γονατά – και ίσως θα είχα την αγάπη και την ενάργεια για κάτι τέτοιο. Ίσως. Μπορεί να λέω μεγάλα λόγια. Επίσης, εφόσον είμαι ο μόνος οπαδός της γραφής του που γνωρίζω, του άδικα παραγνωρισμένου Νάσου Θεοφίλου. Ως αναλυτική βάση, στην συγκεκριμένες περιπτώσεις θα έπρεπε να είναι κεντρικές οι έννοιες της μαγείας και του μινιμαλισμού στις δύο πρώτες και ενός μεθυσμένου μαξιμαλισμού στην τελευταία.

primo leviΤι γράφετε τώρα;

Έγραψα ένα ποίημα προ μηνός και παλεύω ένα διήγημα, αλλά κυρίως μεταφράζω βρετανική ποίηση: Don Patterson, Ted Hughes. Απορώ με ανθρώπους που λεν ‘τώρα δουλεύω δύο μυθιστορήματα’.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Σαπφώ, Αλκμάν, Όμηρος, Παλατινή Ανθολογία.

Lewis Carol, Jonathan Swift, Robert Louis Stevenson.

Larkin, Borges. Καβάφης, Καρυωτάκης.

Πετρόπουλος, Pasolini. Calvino, Primo Levi.

Γκόγκολ, Kafka. Ενδεικτικά όλα αυτά, εννοείται.

Θα στενοχωρηθώ όταν καταλάβω πως δεν είπα κάποιους άλλους.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

lewis-carrol_Κάποια του Γονατά, του Χάκκα. Από τους παλιούς, του Βιζυηνού, του Ροῒδη, και του Μιχαήλ Μητσάκη, που τον λατρεύω – είναι ίσως ο έλληνας πεζογράφος που αγαπά περισσότερο τα ζώα (για παράδειγμα: Το Γατί, Η Αρκούδα). Katherine Mansfield, βέβαια. Edgar Allan Poe. Το καλό διήγημα είναι κορυφαίο λογοτεχνικό είδος για μένα: ανάμεσα στην ποίηση και τη νουβέλα, είναι τίποτα από τα δύο και ταυτόχρονα και τα δύο.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Σχεδόν όλα. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιο. Φανατικός αναγνώστης περιοδικών – αλλά και γραφιάς σε περιοδικά. Θεωρώ το λογοτεχνικό περιοδικό την αρτηρία που πάει αίμα στην καρδιά της λογοτεχνίας (κι έχω γράψει ένα μικρό δοκίμιο όπου υποστηρίζω την θέση αυτή με επιχειρήματα, κι όχι αξιωματικά, όπως εδώ). Είμαστε πρωτοποριακοί στα περιοδικά, στην Ελλάδα.

Philip Larkin, poet and author. Camera Press, LondonΤα αγαπημένα μου, από αυτά στα οποία έχω δημοσιεύσει: Εντευκτήριο (πρώτη δημοσίευση, παλιά αγάπη), Ποιητική (το πιο “παγκόσμιο”). Το Πλανόδιον, από τα “παλιά”. Το Οροπέδιο, ως συνέχιση αυτής της αισθητικής. Οι Σημειώσεις, για λόγους και πολιτικούς. Εμβόλιμον, Παρέμβαση και Πόρφυρας, όπως έχω ξαναγράψει, είναι οι ήρωες της περιφέρειας. Το Φρμκ έχει τον καλύτερο υπότιτλο (“για την διερεύνηση…”).

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Μόλις τελείωσα τον “Αγάθο” του Νίκου Βασιλειάδη, ένα αριστούργημα, όπως και τα άλλα του βιβλία. Διαβάζω τους λίβελους του Γιώργη Ζάρκου, γελώντας. Και ξεκίνησα το μόνο ως τώρα βιβλίο του Binyavanga Wainaina.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Οι λογοτεχνικές παρουσιάσεις είναι ένα πρόβλημα της λογοτεχνίας στην Ελλάδα, καθότι κατατρώγουν την λογοτεχνική κριτική, το τολμηρότερο άθλημα διανόησης που υπάρχει. Όλοι γράφουν για το πόσο απίθανο είναι το βιβλίο του φίλου τους, κατατάσσοντάς το κάπου λίγο χαμηλότερα της Βίβλου. Το θέμα είναι η γραμματολογία. Κι αυτή λείπει. Διαβάζω κριτική, λοιπόν, και γράφω, όταν μπορώ, κυρίως στο περιοδικό ‘Τα Ποιητικά’.

jonathan swiftΘα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Πάντα γράφω και διαβάζω σε μέσα, επειδή ταξιδεύω πολύ, για επαγγελματικούς κυρίως λόγους. Δεν είμαι τουρίστας πουθενά.

Μία έντονη εμπειρία ήταν νομίζω το Boyhood του Coetzee σε υπεραστικό λεωφορείο στη Νότια Αφρική, από την Πρετόρια ως το Κέιπ Τάουν. 22 ώρες. Διασχίσαμε την Karoo, την μικρή έρημο στα Δυτικά της χώρας. Στις παρυφές της γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Coetzee.

Θυμάμαι και συγγραφές. Έγραψα στο τραίνο Αθήνα-Σαλονίκη, ένα ταξίδι που έχω κάνει εκατοντάδες φορές, όλη την ενότητα “Χιλιαστές” του τελευταίου μου βιβλίου, διαμιάς. Είναι το ένα τρίτο του βιβλίου. Δεν έκανα σχεδόν καμία αλλαγή έκτοτε.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Pasolini-set-Teorema-1968Βέβαια. Mike Leigh, Kiarostami, Αγγελόπουλος, Pasolini, Rosi, Tarkovsky, κι ορισμένοι άλλοι. Από θέατρο δεν πολυξέρω. Μεγάλωσα σε χωριό, πρωτοπήγα θέατρο στα 18 μου, ακόμη να ξεπεράσω το δέος της σκηνής. Όταν μεγαλώσω, θα δω.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Παθητικά, το μένος, το θυμικό και η σιγουριά της κατοχής της Απολύτου Αληθείας, στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον ελληνικό διαδικτυακό κόσμο, αποτέλεσαν έμπνευση για το Η Συνωμοσία της Πυρίτιδας. Άρα είναι ευεργετική η επίδραση του διαδικτυώνεσθαι. Χρειάζεται χιούμορ και να μην παίρνουμε σοβαρά τον εαυτό μας, νομίζω.

Ενεργητικά, διατηρώ ένα μπλογκ όπου ανεβάζω μεταφράσεις και δοκίμια κάθε 2-3 μέρες.

LislSteiner-Jorge-Luis-Borges1Διαδραστικά, μου είναι απαραίτητη η σχέση με το μέσο, διότι ζω εκτός χώρας εδώ και μια δεκαετία και χρειάζομαι επαφή με φίλους, κι ενημέρωση.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Νομίζω θα ήταν το ίδιο πράγμα σε άλλη κλίμακα, σαν να αλλάζει ένας οινόφιλος ένα Chenin Blanc με ένα Pinot Gris.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δεν με απογοητεύσατε, αλλά η απάντηση είναι: η Κούβα. Κι η ερώτηση δεν είναι “ποιο το σύστημα στο οποίο θα θέλατε να ζήσετε”;

Στις εικόνες: Ε.Χ. Γονατάς, Primo Levi, Lewis Carroll, Philip Larkin, Jonathan Swift, Pier Paolo Pasolini, Jorge Luis Borges.