Αρχείο για Ιουνίου 2014

28
Ιον.
14

Κωνσταντίνος Χρηστομάνος – Η κερένια κούκλα

ΠεριλαμβChristomanos_Coverάνει τη μελέτη της Αγγέλας Καστρινάκη «Σαν τις μυγδαλιές». Ιδέες και σύμβολα στην Κερένια Κούκλα.

Ένα μεσημέρι χρυσό και γαλάζιο, που ο ήλιος είχε μπει όλος, μεθυσμένος, μέσα στην κάμαρη και κυ­λιότανε στα σανίδια του πατώματος κι έπαιζε με τις αράχνες στις γωνιές του ταβανιού κι ακόμα και με τη χλωμάδα της Βεργινίας, που κιτρίνιζε σα φλουρί παλιό σβησμένο, κι έπαιζε και μέσα στα μαλλιά της Λιόλιας, που ζεστοφέγγανε σαν το πυρόχρυσο μέλι μέσα στο κουτάλι, και στου Νίκου το λαιμό, που έδειχνε αχνός και μουντός σαν αραποσίτι ώριμο γαλα­τερό – μόλις αποφάγανε -, νά σου κι ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα η θεια Ελέγκω, βαλαντωμένη απ’ το δρόμο, ξαναμμένη, με τη μπελερίνα ξεκούμπωτη… [σ. 116]

Πεζoγράφoς, πoιητής, θεατρικόςKostas-Christomanos συγγρα­φέας, σκηνoθέτης, σκηνoγράφoς, ενδυματoλό­γος, επιχειρηματίας του θεάτρoυ, καθηγητής απαγγελίας κ.ά., ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος υπήρξε μια σπάνια περίπτωση πολυπράγμονος και δημιουργικότατου λογίου της εποχής του. Αλλά είναι μια σχεδόν μυθιστορηματική αντίθεση που αυλακώνει τον βίο του και καθορίζει μεγάλο μέρος του έργου του: παραμορφώθηκε στο πρόσωπο εξαιτίας ενός ατυχήματος αλλά υπήρξε και δάσκαλος, φίλος και συνομιλητής της πανέμορφης αυτοκράτειρας Ελισάβετ [Σίσυ] της Αυστρίας, στην ηλικία των είκοσι τεσσάρων ενώ εκείνη ήταν τριάντα χρόνια μεγαλύτερη. Υπήρξε λέκτορας της νεοελληνικής γλώσσας στο Πανεπιστήμιο της Βιένης, συνεκδότης πρωτοποριακου περιοδικού, αρθογράφος εφημερίδας. Με τον θάνατο της αυτοκράτειρας ήταν πλέον ανεπιθύμητος στην αυλή της και επέστρεψε στην Ελλάδα, για να δοκιμαστεί για πρώτη φορά στο θέατρο, ιδρύοντας την πρωτοποριακή Νέα Σκηνή και γράφοντας μια σειρά από θεατρικά και λογοτεχνικά έργα

1kn18dΕίναι φανερό ότι πρόκειται για μια ασίγαστη δημιουργική προσωπικότητα, που υπήρξε μάλιστα ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη. Πρόκειται σε κάθε περίπτωση για ένα σχεδόν μυθιστορηματικό πρόσωπο αλλά και έναν ιδιαίτερο και πρωτότυπο συγγραφέα. Και εδώ έρχεται το πλούσιο, πολυσέλιδο επίμετρο – με έκταση κανονικής μελέτης – της Αγγέλας Καστρινάκη, που μας συστήνει όχι μόνο σε αυτόν τον ιδιαίτερο και εν πολλοίς άγνωστο λογοτέχνη αλλά και στα ιδιότυπα συστατικά του έργου του και βέβαια της Κερένιας Κούκλας. Το βιβλίο άρχισε να δημοσιεύεται ως επιφυλλίδα στην εφημερίδα Πατρίς και ο συγγραφέας δεν ευτύχησε να το δει σε τυπωμένο βιβλίο. Διασκευάστηκε το 1915 από τον μοναδικό Παντελή Χορν, επηρεάζοντας την κατοπινή θεατρική μικροαστική ηθογραφία, διαβάστηκε στο ραδιόφωνο έγινε κινηματογραφική ταινία και τηλεοπτική σειρά.

José Rodríguez _Jose Rodriguez_paintings_El_Salvador_Artodyssey (3)Ο Νίκος παντρεύεται την μεγαλύτερή του Βεργινία, εκείνη αρρωσταίνει μετά από μια αποτυχημένη εγκυμοσύνη, στο σπίτι έρχεται η δεκαεξάχρονη Λιόλια, με την οποία θα σμίξει ο Νίκος και αργότερα, με τον θάνατο της Βεργινίας, θα παντρευτεί. Το ζευγάρι αδυνατεί να χαρεί τον έρωτά του: το βρέφος της Λιόλιας μοιάζει με την Βεργινία και είναι νεκρό, χλωμό σαν μια κερένια κούκλα. Το έργο έχει χαρακτηριστικά τραγωδίας, όχι μόνο για την τραγική του κατάληξη αλλά και επειδή διατηρεί την βασική ισορροπία του αρχαίου δράματος: το δίκιο βρίσκεται σε όλες τις πλευρές. Έχει όμως και μια σειρά ξεχωριστά στοιχεία που η Καστρινάκη παρουσιάζει αναλυτικά και με ιδιαίτερο αφηγηματικό ενδιαφέρον.

Και πάλι πήρε αλλιώς το σκοπό το μουντωμένο τραγούδι της ζωής της: πιο βαθιά κρυμμένο ακόμα, σαν κάτω από νερά στον ήλιο, κάτω από στάχυα θημωνιές αψηλοστοιβαγμένες, που πνίγουν τη φωνή του γρύλου από κάτω τους, που ρίχνουν ίσκιο φωτει­νό και πέφτει το ξανθό το μεσημέρι και κοιμάται – έτσι καθώς έμενε τώρα η Λιόλια, ώρες αλάκερες, καθιστή στην καρέκλα με τα χέρια λυτά στην ποδιά της, ασάλευτη, λες και κοιμότανε μ’ ανοιχτά τα μάτια καθώς σταματούσε άξαφνα εκεί που δούλευε και στύλωνε τα μάτια μπρος της, με τη ματιά της κατά μέσα της,  σα να κρυφόβλεπε στα βάθη τού είναι της κάποιο μυ­στήριο που βλάσταινε, που την τρόμαζε η σιγαλινή ζωή του, μα και που φοβότανε μην το ξυπνήσει από τ’ άνθισμα του το τρομαχτικό … [σ. 194]

Η ΚΕΡΕΝΙΑ ΚΟΥΚΛΑ1Η Κερένια Κούκλα υπήρξε το πρώτο ελληνικό μυθιστόρημα που προσπαθεί να κατανοήσει το ερωτικό φαινόμενο πέρα από στερεότυπα, τον έρωτα ως ατομικό ζήτημα. Εδώ γίνεται σύγκριση με τις προϋπάρχουσες ή παράλληλες αναφορές του Ξενόπουλου, του Καρκαβίτσα της Καλλιρόης Παρέν, του Παπαδιαμάντη, του Θεοτόκη και ελάχιστων άλλων, αλλά και λόγος για την απουσία ενός θεωρητικού λόγου πάνω στον έρωτα (σε αντίθεση με την Δυτική Ευρώπη και το πρώιμο παράδειγμα του Σταντάλ). «Ο τρόπος πάντως με τον οποίο χειρίζεται ο Χρηστομάνος το ερωτικό θέμα, η πλήρης επικέν­τρωση σε αυτό και η απουσία παράπλευρων κοινωνικών προβληματισμών, το γεγονός δηλαδή ότι το απομονώνει και το μελετά καθεαυτό, τον καθιστούν τον πρώτο και τον κατεξοχήν ερωτικό συγγραφέα της Ελλάδας. Ίσως ήταν εκείνος που φαντάστηκε τον έρωτα, γιατί του ήταν αδύνατο να τον πραγματώσει», γράφει η ερευνήτρια [σ. 339]

Σε μια χώρα όπου το εθνικό και το κοινωνικό – εν γένει κάθε είδους συλλογικότητα – επικαθορί­ζουν και επισκιάζουν τόσο πολύ το ιδιωτικό πεδίο, ώστε να θεωρείται «αποκοτιά» η κατασκευή ενός αμιγώς ερωτικού πεζού κειμένου, η Κερένια Κούκλα όχι απλώς θέτει τον έρωτα στο επίκεντρο αλλά και αποκλίνει τόσο από τα πριν όσο και τα μετά από αυτήν ερωτικά μυθιστορήματα, καθώς είναι ένα έργο όπου σώμα και ψυχή δεν παρουσιάζονται αντιμαχόμενα. Περιλαμβάνει μάλιστα μια από τις πρώτες σεξουαλικές σκηνές στην ελληνική πεζογραφία.

3e2debafe9ef4fb457f826176c711d99Η Καστρινάκη προβαίνει σε ενδιαφέρουσες συσχετίσεις και διαφοροποιήσεις από σύγχρονα έργα της εποχής, όπως και την Μεταφυσική του έρωτα του Σοπενάουερ, ιδίως όσον αφορά τον έρωτα ως τέχνασμα της φύσης για την διαιώνισή της τον μικρό κυνικό διάλογο ανάμεσα στον Δάφνη και τη Χλόη, για τα ρομαντικά ψεύδη του έρωτα, με το De Profundis του Όσκαρ Ουάιλντ αλλά με την «θεωρία» του καρναβαλιού που απέδωσε ιδανικά ο Γιάννης Κιουρτσάκης (για το ίδιο το φύλο ως καθολική φανέρωση της ζωής και ορμητική αφύπνιση της φύσης, ως μυστηριακή ζωική δύναμη, γονιμική και αναστάσιμη). Από μια άλλη οπτική, ο έρωτας μες στις αμυγδαλιές, θυμίζει το μυθιστόρημα του Ζολά Το αμάρτημα του αββά Μουρέ και τους καλλιτέχνες της Παρακμής, και εδώ υπάρχει μια ακόμα ευκαιρία για σύγκριση με την εκάστοτε βίωση της ύψιστης ευδαιμονίας και κατόπιν της ντροπής και την γενικότερη σύνδεση ηδονής και οδύνης.

Luce_sui_corpiΗ φύση στο έργο του Χρηστομάνου είναι πλήρως εμψυχωμένη, γεμάτη Πνεύμα· είναι ένα τόπος όπου καταργείται η τομή μεταξύ ανθρώπου και θεού αλλά και μεταξύ ύλης και πνεύματος, απηχώντας βασικές αντιλήψεις της γερμανικής Naturphilosophie και της «φιλοσοφίας της φύσης»· στην ίδια αυτή φύση υμνείται ο πανθεϊσμός και ο θεοσοφισμός. Ο πόθος, έννοια – κλειδί στο μυθιστόρημα, βιώνεται από λαϊκούς ανθρώπους που ακριβώς επέλεξε ο συγγραφέας ώστε να τον βιώνουν βαθιά, χωρίς να επεξεργάζονται κάθε τι με τον νου τους. Αν με την Αυτοκρατειρα Ελισάβετ είχε εξαντλήσει όλους τους αναβαθμούς της αυτoσυνείδησης και της αναλυτικής σκέψης εδώ θέλησε να αφήσει μεγάλο περιθώριο στο άρρητο αλλά και στην εντός του αντήχηση του ιερού.

Elisabeth with her greek teacher - reader Constantin Christomanos, I think in front of the Deák-'Hotel' in Bártfa-FürdőΤο έργο καταχωρήθηκε κάποτε στο ρεύμα του αισθητισμού λόγω της «ωραιολατρείας» της και του φορτωμένου ύφους που θυμίζει Ντ’ Αννούντσιο, μια ανάγνωση που δεν αρνείται η Καστρινάκη αλλά την θέτει σε δεύτερη μοίρα, ύστερα από τον συμβολισμό. Πράγματι, από τις τρεις πλευρές του μεσοπολεμικού ευρωπαϊκού νεορομαντισμού, τον αισθητισμό, τον συμβολισμό και την παρακμή, είναι η πλευρά του συμβολισμού που διαπνέει τις σελίδες του μυθιστορήματος. Είναι και η σύζευξη πρόζας και ποιητικών τρόπων, που ούτως ή άλλως σχετίζεται με τον συμβολισμό.

Το μοτίβο της μοιχείας, του ερωτικού τριγώνου, της αυτοκτονίας, οι ποικίλες γλώσσες και οι ήχοι της πόλης, η συμπάθεια προς τους χαρακτήρες του και τη σημασία του βλέμματος, οι συνεχείς αμφισημίες, η διαρκής μετακίνηση απόMagnus Zeller, Loving Couple, 1919 τον χώρο της πόλης σε εκείνο της φύσης και πολλά άλλα στοιχεία δημιουργούν ένα απρόσμενα γοητευτικό λογοτέχνημα που ενώ καθρεφτίζει με μαγεία μια άλλη εποχή, αποτελεί ιδιαίτερα ελκυστικό ανάγνωσμα σήμερα.

Σε αυτό το τυπικό κείμενο δύο επιπέδων – μια απλή ερωτική ιστορία για τους κοινούς αναγνώστες κι ένα ταξίδι στις απαρχές του χρόνου για τους «μυημένους» – συνυπάρχουν το καθημερινό και το υπερβατικό, το ρεαλιστικό και το συμβολικό, το χιουμοριστικό και το υψηλό, η «γλύκα» του έρωτα και η πίκρα για την σύντομη διάρκεια της ζωής, oαισθητισμός και το θρησκευτικό συναίσθημα. Σε κάθε περίπτωση, σε αυτό «το θαύμα της συνάντησης σωμάτων και ψυχών» υπάρχει η κυριαρχία της λέξης «γλύκα» σε διάφορες εκδοχές, η «αλάλητη» ευτυχία και το «ανείπωτο» και η παθιασμένη συνηγορία υπέρ της ζωής παρά και την παράλληλη αποδοχή του θανάτου.

Όταpolychromeν έβαλαν την Κερένια Κούκλα μες στο χώμα, στα πόδια του τάφου της Βεργινίας, ο μαύρος ο σταυρός που τον είχανε δει καθώς έρχονταν από μακριά να τους κοιτάζει με ματιάν ασάλευτη, άγρια κι απελπισμένα, σα να μαλάκωσε στις κόψες των  γραμμών του, σα να γλύκανε λιγάκι η φρίκη του. Ο ήλιος έπεφτε τώρα επάνω του και τόσο γυάλιζε η μαυρίλα του που δε φαινόταν πια μαύρος το φρεσκοσκαμμένο χώμα μύριζε όπως όταν τσαπίζουν τ’ αμπέλια τα κίτρινα αγριολούλουδα στη ρίζα του σταυρού άνθιζαν ήρεμα και χρυσίζανε σαν άστρα … Σα να ευχαριστήθηκε η νεκρή μέσα στον τάφο της, σα να χαμογέλασε ο ίσκιος της και το χαμόγελο αυτό περιχύθηκε ολόγυρα. [σ. 225]

Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2014, σελ. 442, με κείμενο για τα «εκδοτικά» της Κερένιας Κούκλας και γλωσσάρι.

Η Αγγέλα Καστρινάκη για την Κερένια Κούκλα αλλά και το σύνολο του συγγραφικού και ερευνητικού της έργου στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

Στις εικόνες: φωτογραφίες από την θεατρική παράσταση της Ομάδας 8, Θέατρο Θεμέλιο, σκηνοθ. Ιουλία Σιάμου, 2010.  Στην τρίτη φωτογραφία από το τέλος αναγνωρίζονται η αυτοκράτειρα και ο συγγραφέας.

Advertisements
24
Ιον.
14

Κάθρην Μάνσφηλντ – Το Γκάρντεν πάρτι

Garden PartyO Τσέχοφ έκανε λάθος που νόμιζε πως, αν του είχε δοθεί περισσό­τερος χρόνος, θα είχε γράψει πιο ολοκληρωμένα, θα περιέγραφε τη βροχή και τη μαμή και τον γιατρό να πίνουν τσάι. Η αλήθεια είναι πως μόνο τόσα μπορείς να βάλεις μέσα σε μια ιστορία. Πάντα θυσιάζεις κάτι. Υποχρεώνεσαι ν’ αφήσεις έξω αυτό που ξέρεις και ποθείς να το συμπεριλάβεις. Γιατί; Δεν έχω ιδέα, αλλά έτσι γίνε­ται. Σαν να τρέχεις να μαζέψεις όσο πιο πολλά μπορείς προτού χαθούν. Αλλά δεν πιάνεται έτσι ο χρόνος. […]

….έγραφε στο ημερολόγιό της η Κάθρην Μάνσφηλντ στις 1 Ιανουαρίου του 1922. Είναι η χρονιά που εκδόθηκε ετούτη η τρίτη συλλογή διηγημάτων αλλά και το προτελευταίο έτος της σύντομης ζωής της νεοζηλανδής συγγραφέως (γεν. 1888). Η διηγηματογραφία της εστιάζει στο απλό και καθημερινό, με μια σπάνια αμεσότητα αλλά και βαθειά διεισδυτικότητα· οι χαρακτήρες βιώνουν την καθημερινότητά τους μέσα στα αυστηρά καθορισμένα πλαίσια ενός μικρόκοσμου δοτού και καθορισμένου.

Υπάρχει μια ιδιαίτερη γοητεία στην σχεδόν εικαστική απόδοσή των περιστατικών – περισσότερο ζωγραφική, όχι με την έννοια της αποκλειστικά πιστής αναπαράστασης αλλά της απόδοσης ορισμένων παστέλ χρωματισμών που χρειάζονται ιδιαίτερη παρατηρητικότητα γιKMα να γίνουν αντιληπτοί. Η Μάνσφηλντ δεν περιορίζεται στην εξωτερική περιγραφή καταστάσεων και χειρονομιών, αλλά αφήνει και μικρά διαφράγματα προς τον ψυχισμό και τις σκέψεις των σκιαγραφημένων της ηρώων.

Ένα έξοχο δείγμα ενός τέτοιου παράλληλου σκοπεύτρου αποτελεί το διήγημα Μια ιδανική οικογένεια. Εδώ ο πατέρας και σύζυγος περιφέρει το εξαντλημένο του σαρκίο ανάμεσα στην πεισματική του επιθυμία να συνεχίσει να εργάζεται και στην πιεστική προτροπή της οικογένειάς του να αποσυρθεί και να ξεκουραστεί. Η αδυναμία του μπροστά στην επερχόμενη άνοιξη, τα βλέμματα οίκτου από τον περίγυρό του τη στιγμή που η σκέψη του πάντα λέει είμαι ίδιος και καλύτερός σας, η έλλειψη κατανόησης από τις γυναίκες της οικογένειάς του, ο προβληματισμός για την απόσυρση των γηρατειών, όλα καλύπτουν την μορφή του στον βασανιστικό του περίπατο.

Εδώ αναδύεται ένα από τα διαχρονικά θέματα που αγγίζει η Μάνσφηλντ: να αφήσει κανείς το έργο της ζωής του σε έναν αμφίβολης πίστης κληρονόμο, ακόμα κι αν πρόκειται για τον γιο του ή να συνεχίσει προστατευτικά να το υπηρετεί; Μπορούν να αντιληφθούν οι τρυφερές του δεσποσύνες πως χωρίς αυτό το έργο δεν θα ζούσαν την τρυφηλή τους ζωή; Ας μου συγχωρεθεί η παρορμητική συσχέτιση αλλά αυτός ο χαραKatherine Mansfieldκτήρας μου θύμισε – τηρουμένων πάντα των αναλογιών – τους δυσκίνητους, εξαντλημένους ήρωες με τον πλούσιο εσωτερικό κόσμο που έχει πλάσει τόσο ο Αντόνιο Ταμπούκι όσο και ο Χουάν Κάρλος Ονέτι, ακόμα και στον τρόπο με τον οποίο βυθίζονται στο όνειρο.

Στην Παλιά Αποβάθρα ήταν σκοτεινά, θεοσκότεινα· τα υπόστεγα για το μαλλί, τα βαγόνια για την μεταφορά των ζώων, οι γερανοί που στέκονταν εκεί τόσο ψηλά, η μικρή κοντοστούπα ατμομηχανή, όλα θαρρείς λαξεμένα από πηχτό σκοτάδι. Εδώ κι εκεί, από κάποιον στρογγυλεμένο σωρό, που έμοιαζε μίσχος τεράστιου μαύρου μανιταριού, κρεμόταν ένα φανάρι, αλλά σαν να φοβόταν να ξεδιπλώσει το δειλό, τρεμουλιαστό του φως μέσα σ’ όλη αυτή τη σκοτεινάδα· φώτιζε απαλά, σάμπως μόνο γι’ αυτό. Είναι άραγε τα λόγια της συγγραφέως ή οι σκέψεις της μικρής Φενέλλα που βρίσκεται μπροστά στο παρθενικό της ταξίδι με πλοίο; Το ταξίδι δεν σκιαγραφεί μόνο με ιδιαίτερη τρυφερότητα την σχέση ανάμεσα σε ένα μικρό κορίτσι και στη γιαγιά του αλλά και την σταδιακή είσοδο σε νέες εμπειρίες: η αστερόεσσα νύχτα, ο αποχαιρετισμός με τον πατέρα της, η απώλεια της μητέρας της, η μετανάστευση. Η ωριμότερη αυτή ζωή αρχίζει ευτυχώς χωρίς προφανείς συγκινησιακές εκφράσεις και αποδίδεται περισσότερο με την διαδοχή των στιγμών και τις σιωπές.

km4Σ’ ένα ακόμα πιο μικρό κομψοτέχνημα, η Υπηρέτρια μονολογεί και εξομολογείται στην κυρία της για την άλλη κυρία που υπηρετεί – την ιδιαίτερή τους σχέση, τις τελευταίες της λέξεις, την απώλεια της παιδικότητας και, την εθελουσία θυσία του γάμου της για να παραμείνει δίπλα της, πάντα υπηρέτρια. Στα λιγότερο πυκνά διηγήματα περιγράφονται αρώματα, αντικείμενα, φωτισμοί, στιγμές που φεύγουν, εικόνες που μένουν, συναισθήματα που μένουν ανέκφραστα ή σπαταλιούνται άδικα, ταπεινές εκδηλώσεις της ζωής που όμως αποτελούν ακριβώς τα βασικότερα συστατικά της…

… ή όπως μας μαρτυρά η ημερολογιακή καταγραφή της 13ης Μαρτίου 1922: Ναι, αυτό προσπάθησα να μεταδώσω στο Γκάρντεν πάρτι. Την ποικιλία της ζωής και πως εκεί προσπαθούμε να τα ταιριάξουμε όλα. Και το θάνατο. […]Η Λάουρα πιστεύει ότι τα πράγματα οφείλουν να συμ­βαίνουν αλλιώς: πρώτα το ένα και μετά το άλλο. Αλλά η ζωή δεν είναι έτσι. Δεν δέχεται να τη διευθετήσουμε. Η Λάουρα λέει: «Ήταν ανάγκη να συμβούν όλα μαζί;» Και η ζωή απαντάει: «Γιατί όχι; Πώς δηλαδή απομονώνονται;». Και συμβαίνουν όλα μαζί. Είναι αναπόφευκτο. Και σ’ αυτό το αναπόφευκτο υπάρχει, έτσι μου φαίνεται, ομορφιά…

Εκδ. ΣμίDANIELLE CORMAC as KMλη, 2006, μτφ. Μαρία Λαϊνά, σελ. [Katherine Mansfield, The Garden Party, 1922], με βιογραφικό σημείωμα της συγγραφέως, τετρασέλιδο επίμετρο με αποσπάσματα από το Ημερολόγιο και την Αλληλογραφία της, από το οποίο προέρχονται το δυο παραθέματα [σ. 267 – 268] και εισαγωγικό σημείωμα της μεταφράστριας.

Ας σημειωθεί ότι ελάχιστες είναι οι ελληνικές εκδόσεις της ιδιαίτερης αυτής συγγραφέως. Το Γκάρντεν πάρτι πέρασε και σχετικά απαρατήρητο από την κριτική, ενώ κατά ωραία σύμπτωση πριν δυο ημέρες παρουσιάστηκε από το εξαιρετικό ιστολόγιο Ο δαίμων της λογοτεχνίας εδώ.

Στην τελευταία φωτογραφία η Danielle Cormac ως Κάθρην Μάνσφηλντ στο θεατρικό έργο The Case of Katherine Mansfield [2006 – 2007].

23
Ιον.
14

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 162. Σταυρούλα Πετρέλλη

IMG_0258 - (2)Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Οι «Μήδειες και Κλυταιμνήστρες» είναι το δεύτερο βιβλίο μου, κατά κύριο λόγο ποιητικό και συνοδευόμενο με κείμενα, όπως και το πρώτο. Αυτή τη φορά τα κείμενα είναι αφιερωμένα στις γυναίκες που διεκδίκησαν και διεκδικούν ακόμα, το δικαίωμά τους στην αυτοδιάθεση. Η αυτοδιάθεση του ατόμου, αίτημα της Γαλλικής επανάστασης και του διαφωτισμού, μοιάζει αυτονόητη για το μέσο πολίτη του δυτικού κόσμου. Όμως είναι; Για την πλειοψηφία των γυναικών στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη, δεν είναι.

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

cebcceaeceb4ceb5ceb9ceb5cf82Όλα τα ποιήματα του βιβλίου χρονολογούνται μετά το 2000. Η επεξεργασία τους όμως για να μπούνε σ’ αυτό το βιβλίο έγινε την ίδια περίοδο που γράφτηκαν και τα κείμενα, από το καλοκαίρι μέχρι και το χειμώνα του 2007. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 2008 από τις εκδόσεις «Πολύχρωμος Πλανήτης» . Στόχος μου ήταν να αντιπαραθέσω την ελεύθερη προσωπική μου σκέψη και έκφραση, (δε μου επέτρεψα ποτέ την αυτολογοκρισία), με κάποια κείμενα που θα έδιναν χώρο σ’ αυτές τις γυναίκες, τις αρχέγονες, τις μυθικές αλλά και τις σύγχρονες σιωπηλές, να μιλήσουν γι’ αυτά που τους συνέβησαν, να πουν τις ιστορίες τους, όχι όμως όπως επικράτησαν σε έναν κόσμο φτιαγμένο από άντρες για άντρες να λέγονται, αλλά όπως πραγματικά οι ίδιες θα ήθελαν να τις πουν. Ο πόθος μου και ο στόχος μου ήταν να γίνω η φωνή τους, που να μπερδέψω με τη δική μου προσωπική φωνή, μήπως έτσι αποτελέσει αυτό μιαν ελπίδα. Ελπίζω το «μείγμα» να πέτυχε.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Στο γρσάρωση0001αφείο της δουλειάς μου. Όταν δεν είχα δουλειά εννοείται. Τα γραφεία γενικά είναι χώροι που εμένα με βοηθάνε στη συγκέντρωση και μπορώ να δουλέψω, αγνοώντας το υπόλοιπο περιβάλλον. Κάποια ιδέα ή κάποια φράση που έρχεται στο μυαλό ξαφνικά, μπορεί να την κρατήσω με τη μορφή σημείωσης για να μην την ξεχάσω και αυτό μπορεί να συμβεί οπουδήποτε, την οποιαδήποτε στιγμή. Όμως η κυρίως «δουλειά» απαιτεί, για μένα, γραφείο.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Στην ποίηση ο «ήρωας» που σε ακολουθεί είναι ο εαυτός σου. Αυτή η βασανιστική σκιά που δεν μπορείς να απαλλαγείς ποτέ από την αβάστακτη ελαφρότητά της. (Δανείζομαι τη φράση από τον Κούντερα.) Θέλω δε θέλω, μαθαίνω τα νέα μου.

Πέρα από την ποίηση όμως, ναι, με ακολουθούν ήρωες μεταγενέστεροι αυτού του βιβλίου, που επισκέφτηκαν πιο πρόσφατα το μυαλό και τα γραπτά μου, αλλά δεν έχουν τυπωθεί σε βιβλίο. Όπως και με ακολουθούσαν γι’ αρκετό καιρό αυτές οι γυναίκες. Όμως δε με ακολουθούν με τα «νέα» τους, όπως με ρωτάτε. Με ακολουθούνε, ή μάλλον πιο σωστά εγώ τους ακολουθώ, γιατί τους έχω έγνοια, αφού τους έπλασα. Αν είχαν «νέα», φαντάζομαι ότι θα έπρεπε να ξαναγράψω γι’ αυτούς. Δε θα είχα τελειώσει με τις ιστορίες τους. Θα είχαν να πούνε κι άλλα. Οι παλιοί ήρωες κάποια στιγμή πρέπει να σωπαίνουν στο μυαλό σου, για να μπορέσεις να ασχοληθείς με τους επόμενους. Όπως ακριβώς και με τους έρωτες…

Virginia003Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Η αλήθεια είναι πως δεν καταλαβαίνω πολύ αυτήν την ερώτηση. Οι ιδέες δεν «παγιδεύονται» και τη γνώμη μου. Μάλλον σε παγιδεύουν. Κι αυτό γίνετε συνήθως απρόσμενα, και οπουδήποτε. Αν έρθει λοιπόν μια ιδέα απλά τη σημειώνω μέχρι να βρω το χρόνο να δουλέψω γι’ αυτήν. Να της αφοσιωθώ δηλαδή και να την επεξεργαστώ.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Επειδή η μουσική με επηρεάζει πάρα πολύ στη διάθεση και είναι σε θέση να με παρεκκλίνει από το μονοπάτι της σκέψης που θα ήθελα να είμαι, αποφεύγω να ακούω μουσική όταν γράφω. Η μουσική με εμπνέει, την χρησιμοποιώ στις παρουσιάσεις των βιβλίων μου όταν κάνω, αλλά όταν γράφω και όταν διαβάζω θέλω να είμαι συγκεντρωμένη. Γενικά ραδιόφωνα, τηλεοράσεις, κίνηση, κόσμος, μου αποσπούν την προσοχή. Ένα σιωπηλό δωμάτιο για μένα είναι ο ιδανικός χώρος και για να γράψω και για να διαβάσω. Άλλο τελετουργικό δεν υπάρχει. Ανοίγω το υπολογιστή, αραδιάζω τις σημειώσεις μου και δουλεύω.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

beckett_greyΈχω σπουδάσει Στατιστική. Στην ουσία μαθηματικά. Και ίσως αυτό τελικά να με «σώζει» από μία φιλολογική προσέγγιση των πραγμάτων. Ίσως να με κάνει πιο τολμηρή στον τρόπο και στη σκέψη. Ίσως να με βοηθάει σε πειραματισμούς. Ίσως…

Ξεκινήσατε με ποίηση ενώ στο πρόσφατο βιβλίο σας συνδυάζετε πεζογραφία και ποίηση. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε στα δύο είδη;

Και στο πρώτο βιβλίο μου υπάρχουν πεζά. Εμένα γενικά μου αρέσουν οι ισορροπίες. Και οι συνδυασμοί. Όμως δεν θεωρώ ότι γράφω πεζογραφία. Δεν είμαι πεζογράφος. Μπορώ να γράψω μικρά κείμενα και ίσως διηγήματα, αλλά όχι μυθιστορήματα. Με την έννοια του μυθιστορήματος λοιπόν, του κειμένου δηλαδή των πολλών σελίδων που απαιτούν και πολύ μεγάλη ανάπτυξη και μία μορφή καλώς εννοούμενης φλυαρίας, δεν είμαι πεζογράφος. Κάποια από τα κείμενα που συνοδεύουν τα ποιήματά μου, όπως αυτό της Μήδειας και της Κλυταιμνήστρας, είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο και αποτελούν μικρούς θεατρικούς μονολόγους. Ούτε το θέατρο είναι πεζογραφία. Αντίθετα είναι πολύ κοντινό με την ποίηση στη δομή. Μαζεύει κι αυτό το λόγο, δεν τον απλώνει και έχει κι εκεί όπως στην ποίηση μεγάλη σημασία η λέξη και η θέση της μέσα στο κείμενο. Δεν σπαταλάς τις λέξεις. Για ν’ απαντήσω όμως στην ερώτησή σας, ναι, θα συνεχίσω άλλοτε να ισορροπώ και άλλοτε να αφήνομαι να χάνω την ισορροπία μου ανάμεσα στην ποίηση και στο θέατρο, στους μονολόγους και στους διαλόγους, σε κείμενα, σε ρίμες και σε πρόζα και σε ό,τι άλλο ήθελε προκύψει.

ESchnatzEmilyΑν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Νομίζω ότι θα επέλεγα την πολύ ιδιάζουσα και εξαιρετικά ποιητική μορφή της Έμιλυ Ντίκινσον.

Τι γράφετε τώρα;

Θέατρο. Και ποίηση, αλλά λιγότερο από παλιά.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Βιρτζίνια Γουλφ, Φραντς Κάφκα, Άλμπερτ Καμύ, Μαρκές, Άμος Οζ, Ντοστογιέφκι, Σάμιουελ Μπέκετ, Ίψεν. Πολλοί. Και πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους. Ο κατάλογος είναι μακρύς.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Πολλά. Κι εδώ ο κατάλογος είναι μακρύς. Για να μην κουράσω θα πω μόνο ένα, το πιο ξεχωριστό μέσα στην καρδιά μου. «Ορλάντο» της Βιρτζίνια Γουλφ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Δυστυχώς δεν θυμάμαι ακριβώς τίτλους αυτή τη στιγμή. Θυμάμαι μόνο κάτι συλλογές διηγημάτων του Μπόρχες, που με την ευκαιρία που μου τα θυμίσατε, θα ψάξω να τα βρω, για να τα ξαναδιαβάσω.

opere_5Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Θα διάλεγα να αναφέρω δύο κυρίες. Τη Ζυράννα Ζατέλη και τη Μαρία Φακίνου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Έχω αγαπήσει βαθειά τους χωμάτινους και ονειρικούς ήρωες του Μαρκές, που δεν κοιμούνται ποτέ και αγαπάνε για πάντα. Με γοητεύουν οι αγωνιώδεις και υπερρεαλιστικοί χαρακτήρες του αγαπημένου μου Κάφκα. Που χάνονται σε δαιδαλώδης διαδρομές είτε μέσα σε Πύργους, είτε μέσα στο ίδιο τους το σώμα, καθώς αυτό μεταμορφώνεται. Έχω σταθεί με ευλάβεια μπροστά στα θεόρατα γυναικεία πορτρέτα που έχει δημιουργήσει το παγκόσμιο θέατρο. Από την Αντιγόνη, τη Μήδεια και την Κλυταιμνήστρα μέχρι τη Νόρα και την Έντα του Ίψεν και την Μπλάνς του Τεννεσσί Ουίλιαμς. Εδώ ο κατάλογος είναι πραγματικά ατελείωτος. Όμως αν έπρεπε να ξεχωρίσω μόνο έναν χαρακτήρα, θα κατέληγα πάλι στον Ορλάντο και στη Γουλφ. Η ορμητικότητα και η σοφία του Ορλάντο, που σπάει όλα τα στερεότυπα, καταργώντας το φύλο, το χρόνο και το χώρο, είναι για μένα ο απόλυτος λογοτεχνικός χαρακτήρας, υπερρεαλιστικός και ονειρικός και βαθειά γυναικείος ταυτόχρονα. Είναι απλά όλα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δε διαβάζω λογοτεχνικά περιοδικά.

Henrik Ibsen og Knud Knudsen_2 320Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Θέατρο. Συγκεκριμένα το «Η δολοφονία του Μαρά» του Πέτερ Βάϊς.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Αν πέσω πάνω σε κάποια, ειδικά στο διαδίκτυο θα τη διαβάσω. Δεν τις αναζητώ πάντως.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεν διαβάζω σε μέσα μεταφοράς. Καμιά φορά σε πλοίο μόνο, ειδικά σ’ αυτά τα 10ωρα ταξίδια που με επιστρέφουν στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, αλλά κι εκεί συχνά δυσκολεύομαι. Όπως είπα και σε προηγούμενη ερώτηση δεν μπορώ γενικά να διαβάσω μέσα σε κίνηση και κόσμο. Έπειτα… ζαλίζομαι όταν διαβάζω εν κινήσει, επομένως έχω αναγάγει σε χόμπι να παρατηρώ αυτές τις ώρες γύρω μου ότι συμβαίνει. Τη διαδρομή, την κίνηση, αλλά κυρίως τους ανθρώπους.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Woolf - OrlandoΛατρεύω το θέατρο και τον κινηματογράφο. Γοητεύομαι και εμπνέομαι από πράγματα που βλέπω στις σκηνές και στις οθόνες, πολύ συχνά. Για να ξεχωρίσω όμως κάποιες στιγμές, είχα την τύχη να δω ν’ ανεβαίνει στο θέατρο ο αγαπημένος μου ήρωας «Ορλάντο» με την εξαιρετική Μαριάνθη Σοντάκη, σε σκηνοθεσία Σταύρου Τσακίρη το 2008 και το Νοέμβριο του 2013 ξανά. Είχα επίσης την τύχη να δω το «Κουκλόσπιτο» του Ίψεν σε μια πολύ ξεχωριστή διασκευή από τον Λι Μπρούερ, όπου τους γυναικείους ρόλους τους υποδύονταν πολύ ψηλές γυναίκες που έφταναν και τα δύο μέτρα, ενώ τους αντρικούς τους υποδύονταν νάνοι. Κανένας άντρας δεν ξεπερνούσε το 1,30. Ο συμβολισμός είναι προφανής για όσους ξέρουν το «Κουκλόσπιτο». Το ύψος συμβολίζει το ήθος. Όσο για τον κινηματογράφο, μία ταινία που αγάπησα πολύ τελευταία είναι η «Η ζωή της Αντέλ».

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

amos oz by siegfried_woldhekΓενικά το διαδίκτυο είναι ένα εξαιρετικό εργαλείο. Βρίσκεις τεράστιο όγκο πληροφοριών, για οτιδήποτε μπορεί να σ’ ενδιαφέρει και είναι μία τρομερή πηγή ενημέρωσης. Τώρα για την κοινωνική δικτύωση, άλλοτε με εκνευρίζει και άλλοτε με χαλαρώνει. Είναι μια καλή άσκηση στην πολυφωνία, νομίζω. Στην ανοχή της πολυφωνίας. Και επιπλέον σε φέρνει σε επαφή με ανθρώπους, που διαφορετικά, πιθανά δε θα είχες την ευκαιρία να γνωρίσεις ποτέ. Άρα, όλα καλά.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όχι βέβαια! Κι όχι μόνο για το αντίτιμο της απώλειας που λέτε, αλλά γενικά. Τι νόημα έχει να παραμένεις εσύ πίσω, μόνος, συντροφιά με την εγωιστική σου νεότητα, όταν όλοι όσοι αγάπησες και σε συντρόφευσαν γερνάνε και φεύγουν; Κι έπειτα, τι να την κάνεις την αιώνια νεότητα σ’ έναν κόσμο τόσο σκληρό;

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δε με ρωτήσατε για ποίηση! Δεν πειράζει, δεν χρειαζόταν. Θα σας πω μόνο αυτό. Ότι είμαι βαθειά περήφανη που μοιράζομαι την ίδια πατρίδα, τη Λέσβο, με τη Σαπφώ και τον Οδυσσέα Ελύτη. Σας ευχαριστώ για το βήμα που μου δώσατε.

Σημ.: Παρουσίαση του βιβλίου Μήδειες και Κλυταιμνήστρες από το Πανδοχείο εδώ.

 Στις εικόνες: Virginia Woolf, Samuel Beckett, Emily Dickinson, Garbriel Garcia Marquez, Henrik Ibsen, Orlando, Amos Oz.

22
Ιον.
14

Nancy Huston – Ίχνη ρήγματος

Τέσσ1ερις εξάχρονοι αφηγητές με μοιρασμένα φύλα και διαφορά είκοσι ετών ο ένας από τον άλλον, με ευθεία κληρονομική διαδοχή μεταξύ τους και αντίστροφη χρονική πορεία [2004, 1982, 1962, 1944 – 1945]: ιδού ο ευρηματικός καμβάς όπου η εξαιρετική καναδή συγγραφέας πλέκει το αριστουργηματικό της μυθιστόρημα και εμπλέκει την Ιστορία μέσα στα πόδια και τις [α]συνειδήσεις τους. Ο λόγος τους διαφέρει αλλά έχουν ένα κοινό σημείο: είναι ανελέητοι παρατηρητές, με την κυνικότητα των παιδιών που γνωρίζουμε και την ειρωνεία με την οποία μας ακτινογραφούν και την οποία καθόλου δεν γνωρίζουμε.

 Σολ, 2004: Ο εξάχρονος αφηγητής είναι ευτυχής που ο Θεός τον ευνόησε: γεννήθηκε στην πλουσιότερη πολιτεία της πλουσιότερης χώρας του κόσμου, που είναι εξοπλισμένη με το τελειότερο οπλικό σύστημα, ο Μπους είναι φίλος αυτού του Θεού και μάλλον κυκλοφορούν μαζί με καουμπόικες μπότες σε κανένα παραδείσιο ράντσο. Οι τριαντάρηδες γονείς του μικρού έχουν, όπως παρατηρεί ο ίδιος, περισσότερα αυτοκίνητα απ’ ό,τι παιδιά, και συμβίβασαν τις θρησκευτικές τους διαφορές με κοινή επιλογή τον προτεσταντισμό, που δέχεται και το χάπι που τον κράτησε μοναχογιό. Εφόσον ο μπαμπάς βρίζει τους Ιρακινούς στην τηλεόραση, ο μικρός ανακάλυψε το anafilito.net, που είναι γεμάτο βιασμούς κοριτσιών και αγοριών από το Ιράκ. Για να μην είναι μόνος του οι γονείς του αγόρασαν ωραία ηλεκτρονικά παιχνίδια, αλλά ο ίδιος όταν κλείνεται στο δωμάτιό του καταβροχθίζει το Google για μια ιδέα του κόσμου. Όλα τα έχει εκεί: καρτούν, σεξ, τρόπους να κάνουμε τους Ιρακινούς να πιστέψουν στον Ιησού, εικόνες της βασιλείας του Μπους και του Σβαρτζενέγκερ. Όταν βαρεθεί παίρνει τα Playmobil, τα στοιβάζει σε πυραμίδες όπως στο Αμπού Γκράιμπ, τα κρεμά από το ρεύμα και τα υποχρεώνει να συνουσιάζονται.

Author Nancy Huston at the Melbourne Writers' Festival.Friday 31 August 2007.Ο μικρός, βέβαιος για την ανωτερότητά του ανάμεσα σε ανήλικους και ενήλικους, δέχεται διαρκώς τις διαβεβαιώσεις του πατέρα του πως ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας περιλαμβάνει θανάτωση όλων των κατοίκων εκείνης της μακρινής χώρας. Ευτυχώς ο ίδιος δεν χρειάζεται να πολεμήσει: η εταιρεία του έχει επαρκή συμμετοχή στην εξολόθρευσή τους. Ήδη από το πρώτο αυτό μέρος ανοίγει ένα πρώτο βαθύ ρήγμα που δεν βρίσκεται μόνο κάτω από την ήρεμη επιφάνεια αμέτρητων οικογενειακών ζωών αλλά και μαυρίζει ένα μεγάλο κομμάτι συλλογικής ιστορίας: η εκ μέρους της γιαγιάς Σέιντι αναφορά στην Πηγή Ζωής, το ναζιστικό πρόγραμμα «γερμανοποίησης» παιδιών από Πολωνία, Ουκρανία και τις βαλτικές χώρες και ανατροφής τους από γερμανικές οικογένειας προς αναπλήρωση των νεκρών της νέας γενιάς. Η οικογένεια πηγαίνει να την συναντήσει στην Νέα Υόρκη – άλλη μια ευκαιρία για τον νεαρό μεγαλομανή να παρατηρήσει νέους τόπους και την αινιγματική φυσιογνωμία της Σέιντι.

2491287902_e6ef4d15c9Ράνταλ, 1982: Όπως κάθε ενήλικος, έτσι και ο πολεμοχαρής πατέρας του Σολ υπήρξε κάποτε παιδί, και είναι τώρα η σειρά της δικής του αφήγησης, ως εξάχρονου βλαστού των αρχών της δεκαετίας του ’80. Η μητέρα του Σέιντι δίνει διαλέξεις ανά τον κόσμο με θέμα το Κακό, έχει ασπαστεί τον εβραϊσμό και έχει αφιερωθεί σε σημείο εμμονής στην έρευνα της σχέσης της μητέρας της με την Πηγή Ζωής. Στα εσωτερικά της, αγωνίζεται να είναι όμορφη κάθε ώρα και στιγμή, είναι σκληρή με τον εαυτό της και είναι διαρκώς φευγάτη από το σπίτι. Ο πατέρας του είναι άνεργος συγγραφέας και αντίθετος με την σύγχρονη εβραϊκή πολιτική. Δεν μπορούμε να χτίσουμε το μέλλον μας αν δεν γνωρίζουμε την αλήθεια για το παρελθόν μας λέει εκείνη, φτάνουν τα δάκρυα και οι στεναγμοί, δυο χιλιάδες χρόνια, φτάνει! Θα γράψω ένα έργο με τίτλο Το Τείχος των Τρελών Γέλιων, ένα ιερό μέρος όπου οι άνθρωποι θα μπορούν να παρηγορούνται λέγοντας αστεία και γελώντας. Η Εκκλησία της ιλαρότητας και της ευθυμίας, λέει εκείνος.

nancy-hustonΗ οικογένεια μετακομίζει στην Χάιφα – ακολουθούν εξαιρετικές σελίδες περιγραφής της πόλης και του ευρύτερου κλίματος. Είναι η εποχή της ισραηλινής επέμβασης στο Λίβανο, μπροστά στην οποία ο πατέρας του συγκλονίζεται ενώ η μητέρα του εθελοτυφλεί. Ο μικρός Ράνταλ ερωτεύεται μια μικρή Παλαιστίνια που τον απορρίπτει ακριβώς λόγω της καταγωγής του και εκείνος στο πρόσωπό της πλέον εχθρεύεται ολόκληρο τον αραβικό κόσμο. Τα λόγια της: Εβραίοι τέλος. Και εσύ τέλος. Η μητέρα σου τέλος, ο πατέρας σου τέλος, όλοι είσαστε ένοχοι και θα είστε για πάντα εχθροί μου. Δεκαεννιά μέλη της οικογένειάς μου ζούσαν στη Σατίλα.

tumblr_lak21rvsF01qalq4so1_400Σέιντυ, 1962: άλλο ένα εξάχρονο παιδί που είναι εκ γενετής καταδικασμένο να ζει στη σκιά των γονέων του, αυτή τη φορά υπό την ακτινοβόλο παρουσία της τραγουδίστριας Έρρα που ακολουθεί το ελευθέριο ρεύμα της εποχής, προτιμάει τους τους μπίντικς από την εκκλησία και φεύγει την Κυριακή του Πάσχα για πρόβα. Η μικρή αναρωτιέται αν το όνομα Sadie αναφέρεται στον σαδισμό ή στη λύπη και καταλήγει στο δεύτερο, καθώς «κάθε μέρα έχει το δικό της άρωμα θλίψης»· αγωνίζεται να μην γίνει βάρος στην μητέρα της, την ακολουθεί στο διαμέρισμά της όπου έξι άγνωστοι καπνίζουν, φλυαρούν και γελούν, υποφέρει μέσα στον ασφυκτικό κόσμο του πιάνου και του χορού, ζει κι αυτή μια οριακή μετακόμιση, από το Τορόντο στη Νέα Υόρκη, καλείται να αποδεχτεί ένα νέο πατέρα και ακόμα περισσότερους φίλους του ζεύγους των καλλιτεχνών, πιέζεται να ενηλικιωθεί. Έξω η Μαίριλυν αυτοκτονεί, ο Ψυχρός Πόλεμος θερμαίνεται και το σκοτεινό παρελθόν της γιαγιάς της Έρρα βρίσκεται όλο και πιο κοντά στο φως αι ξεχύνεται στο ολόδικό της τέταρτο κεφάλαιο, Κριστίνα, 1944 – 1945 και στην ανατροφή της από την Πηγή Ζωής.

nancy_huston_2Είναι απίστευτα καθαρός ο τρόπος με τον οποίο οι «μικροί» αφηγητές βλέπουν τις αθλιότητες των γονέων τους, τις οποίες φυσικά ως ενήλικοι αναπαράγουν ή τροποποιούν. Ο λόγος αυτών των παιδιών της εποχής τους είναι εκτός από απολαυστικός και σοκαριστικός, με μια δηλητηριώδη ευφυΐα που βασίζεται στην απόλυτη λογική σκέψη που διδάχτηκαν – και που βλέπουν βήμα βήμα να διαλύεται από τους «μεγάλους». Βέβαια, για να λέμε και του στραβού το δίκαιον, δεν μπορούμε τους μισούς συγγραφείς να τους κατηγορούμε ότι η γλώσσα που χρησιμοποιούν για τους χαρακτήρες τους – ιδίως όταν πρόκειται για παιδιά – δεν ταιριάζει με την ηλικία τους, και σε άλλους να το αποδεχόμαστε. Όπως και στο υπέροχο Paradiso του Χοσέ Λεσάμα Λίμα, έτσι κι εδώ, ο διεισδυτικός αυτός λόγος αποδεκτός ως εξαιρετικό συγγραφικό εύρημα και όχι ως μια αληθοφανής συνθήκη.

nancy_huston_5Οι άγνωστες παρενέργειας της Ιστορίας και των «συμβάντων» εκείνων που δεν καθόρισαν μόνο τις ζωές των λαών που ενεπλάκησαν άμεσα αλλά και των απογόνων τους, που ζουν γεμάτοι από τα θραύσματά τους, τα φέρουν στο σώμα τους, κάποτε δεν διακρίνονται με γυμνό μάτι, αλλά βρίσκονται πάντα εκεί – ιδού τα ίχνη του ρήγματος. Οι όψεις της οικογενειακής ζωής, οι αυταπάτες της παιδικής ηλικίας, η μαθητεία στον σκληρό κόσμο, η προτίμηση του ψέματος από την αλήθεια, ο διχασμός ανάμεσα στην εθελοτυφλία και τον κυνισμό, η ευκολία στην κατασκευή των πάσης φύσεως ταυτοτήτων μας, το δίλημμα αν προχωρούμε μπροστά στη ζωή που συνεχίζεται ή οφείλουμε να ανακαλύπτουμε το παρελθόν, όλα τίθενται στο έξοχο αυτό μυθιστόρημα.

Εκδ. Άγρα, 2008, μτφ. Ειρήνη Τσολακέλλη, σελ. 365 με δισέλιδο σημείωμα της συγγραφέως [Nancy Houston – Lignes de faille, 2006].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, σε: Βιβλιοπανδοχείο, 158 / Suffer little children.

18
Ιον.
14

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 161. Χλόη Κουτσουμπέλη

X.K.Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Είναι μία ποιητική συλλογή με τίτλο ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ, εκδόσεις Γαβριηλίδη 2014, που αποτελεί ουσιαστικά μία προσπάθεια να κρατήσω ζωντανές έστω και με φιάλη οξυγόνου, έστω και σε καταστολή τις τελευταίες μου αυταπάτες γύρω από τις ανθρώπινες σχέσεις. Νομίζω ότι φλερτάρω επίσης επικίνδυνα με τον θάνατο, όχι τόσο τον βιολογικό, όσο αυτούς τους καθημερινούς μικρούς θανάτους που εμπεριέχει κάθε τέλος στην ζωή μας.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ναι έχω γράψει σε όλα τα πιθανά και τα απίθανα μέρη, αφού το ποιήματα είναι ιπτάμενα και απρόβλεπτα, δεν ακολουθούν ώρες γραφείου και πρέπει κανείς πάντα να είναι σε ετοιμότητα με μία απόχη στο χέρι

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

b194845Αυτό συνέβη με τους ήρωες του μυθιστορήματος που εξέδωσα το 2002 με τίτλο ΨΙΘΥΡΙΣΤΑ, εκδόσεις Παρατηρητής. Αν και έχουν περάσει δώδεκα χρόνια από τότε, μιλάω τακτικά μαζί τους, η ζωή τους ανατρέπεται συνέχεια και πάντα επαναλαμβάνουν σταθερά τα ίδια λάθη με μία συνέπεια που με τρομάζει.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Τα κείμενα κάποιας έκτασης τα γράφω στον υπολογιστή, γιατί εκεί θεωρώ πιο εύκολη την διαδικασία διόρθωσης και αποθήκευσής τους, τα ποιήματα όμως σε πακέτα τσιγάρων, σε χαρτοπετσέτες, σπάνια σε ένα μπλοκάκι που συνήθως όμως το ξεχνώ.

b182039Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Τελετουργία είναι η ίδια η γραφή, είναι για μένα κάθε φορά μία γέννηση και ως τέτοια περιλαμβάνει και τις οδύνες του τοκετού. Συχνά όταν υπάρχει κάτι μέσα μου που διαμορφώνεται ως ξενιστής και με στραγγίζει για να δυναμώσει, όλες τις προηγούμενες μέρες έχω μία περίεργη νευρικότητα και ανησυχία, όταν επιτέλους βγει από μέσα μου στο χαρτί, νιώθω λύτρωση και ανακούφιση. Δεν επιλέγω συγκεκριμένη μουσική, πολλές φορές όμως με επιλέγει αυτή.

Έχετε γράψει ποίηση και πεζογραφία, με το βάρος να πέφτει στην ποίηση. Για ποιο λόγο προκρίθηκε η ποίηση; Θα επανέλθετε στην πεζογραφία;

b76435Υπήρξε μία περίοδος της ζωής μου που προσπάθησα να απαρνηθώ την ποίηση και να στραφώ στην πεζογραφία, τότε έγραψα το μυθιστόρημα και τρία θεατρικά εκ των οποίων ένα μόνο έχει εκδοθεί. Η ποίηση ωστόσο ξαναγύρισε πολύ πιο άγρια και ορμητική τιμωρώντας με που την εγκατέλειψα και υποσκέλισε εντελώς την πεζογραφία. Πριν τρία χρόνια περίπου προέκυψαν κάποια διηγήματα που δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά. Τον τελευταίο καιρό όμως προκύπτουν μόνο ποιήματα ή πολύ μικρά ποιητικά πεζά. Δεν ξέρω αν θα επανέλθω στην πεζογραφία, έχω καταλάβει ότι αυτό δεν εξαρτάται ούτε καθορίζεται από εμένα. Εγώ απλώς αφήνομαι σ’ αυτό που κάθε φορά με βρίσκει.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

b146479Με συναρπάζει η Φρίντα Κάλο, την νιώθω συγγενή και αδελφή, θα έγραφα γι αυτήν, ένα ποίημα για κάθε της πίνακα.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Όλοι οι κλασικοί, τους ξαναδιαβάζω και τους ξαναανακαλύπτω διαρκώς.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Πάρα πολλά. Ενδεικτικά: Το μαγικό βουνό του Τόμας Μαν, Κάτω από το Ηφαίστειο του Μάλκολμ Λόουρυ, Μόμπυ Ντικ του Χέρμαν Μέλβιλ

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Ενδεικτικά αναφέρω: Σταντάλ, Μπαλζάκ, Φλωμπέρ, Τσέχωφ, Ρέιμοντ Κάρβερ,Έλσα Μοράντε, τελευταία Μονρό. Και πολλών άλλων βέβαια. Από Έλληνες Παπαδιαμάντη και Βιζυηνό…

b120279Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Μαντάμ ντε Μποβαρύ «δεν έψαχνε άντρες για να αγαπήσει, κυνηγούσε την χαμένη της ψυχή»( στίχος από ποίημά μου)

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Πολλά! Γενικά θαυμάζω όλους τους εκδότες των περιοδικών που συνεχίζουν την ηρωική τους προσπάθεια κόντρα στο πνεύμα των καιρών. Θα επέλεγα την Πάροδο αν και δεν είναι πια ενεργό περιοδικό, θα το επέλεγα ωστόσο για την ανιδιοτέλεια και ευσυνειδησία του εκδότη του, Κώστα Ριζάκη που παρόλο που ζει απομονωμένος στην Λαμία, έξω από κυκλώματα, συγκέντρωσε αξιόλογους λογοτέχνες από όλη την Ελλάδα και έκανε μερικά πολύ σημαντικά αφιερώματα ενώ φιλοξένησε στις σελίδες του και εξαιρετικές λογοτεχνικές μεταφράσεις και δοκίμια.

Η αποχώρηση της Λαίδης ΚάπαΤι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Ένα πολύ γοητευτικό και συγκλονιστικό βιβλίο το Αουστερλιτς του Ζέμπαλντ

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Είναι δύο μορφές τέχνης που θεωρώ απόλυτα συνυφασμένες με την ποίηση, νομίζω ότι και η ποίηση μου περιέχει στοιχεία κινηματογραφικά και θεατρικά. Παρακολουθώ πολύ λοιπόν και κινηματογράφο και θέατρο χωρίς να μπορώ αυτή την στιγμή να διαλέξω μία συγκεκριμένη ταινία ή παράσταση.

Η νύχτα είναι μια φάλαιναΟι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Πρέπει κανείς να έχει πάντα επίγνωση ότι είναι ένας φανταστικός κόσμος σκιών, ότι μπορεί να ενημερωθεί και να επικοινωνήσει, ότι μπορεί να οργανώσει μία πορεία ή μία διαδήλωση, αλλά στα σοβαρά θέματα του έρωτα και του θανάτου δεν παύει να αποτελεί μία ανεπαρκή εικονική πραγματικότητα με πολλές παγίδες και ψευδαισθήσεις.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Σχέσεις ΣιωπήςΘα έβρισκα πολύ πληκτικό να ήμουν αιώνια νέα, περιμένω με ανυπομονησία το επόμενο στάδιο κάθε φορά, επομένως δεν είναι δέλεαρ η αιώνια νιότη για μένα. Όμως θα πρότεινα μία άλλη συναλλαγή. Απώλεια συγγραφικής ή αναγνωστικής ιδιότητας με αντίτιμο μία πιο έντονη και πλούσια ζωή, όπου ποίημα να είναι η καθημερινότητά μας, αυτήν να ξεφυλλίζουμε και να διαβάζουμε διαρκώς.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δεν με απογοητεύσατε καθόλου. Ελπίζω αυτό να είναι αμφίδρομο. Ευχαριστώ πολύ!

Ιστολόγιο της συγγραφέως: εδώ. Φωτ. της συγγραφέως: Ειρήνη Ρυσάκη.

17
Ιον.
14

Μαρκήσιος ντε Σαντ – Ζυστίν ή οι δυστυχίες της αρετής

Οι deSade-justine-coverPRπολλαπλές αναγνώσεις του σαδισμού

Αποδείξαμε ότι οι μοναχικές αποκλίνουσες ηδο­νές είναι εξίσου απολαυστικές με τις άλλες και, μά­λιστα, πολύ πιο εξασφαλισμένες. Επομένως, η από­λαυση, αν την εξετάσουμε ανεξάρτητα από το αντι­κείμενο που μας χρησιμεύει, όχι μόνον απέχει πολύ απ’ οτιδήποτε μπορεί να αρέσει στο αντικείμενο, αλλά είναι και αντίθετη προς τις δικές του ηδονές. Προχωρώ ένα βήμα παραπέρα: η απόλαυση μπορεί να αντληθεί κατ’ εξοχήν μέσω της πρόκλησης πό­νου στον άλλο, μέσω της κακομεταχείρισής του και της υποβολής του σε μαρτύρια – μη σου φαίνεται παράξενο-, με μόνο σκοπό την αύξηση της ηδονής του αφέντη που προστάζει τέτοιες πρακτικές. Ας προ­σπαθήσουμε τώρα να το αποδείξουμε. [σ. 272]

DesadeJustine1Μπορεί σήμερα να διαβαστεί το έργο του ντε Σαντ και με ποιους τρόπους μας αφορά; Είναι δυνατόν η ανάγνωσή του να μας προσφέρει μια πλήρη εικόνα του κόσμου την εποχή κατά την οποία γράφτηκε; Συνομιλεί καθόλου με την σύγχρονη συγκυρία ή αποτελεί απλώς ένα μνημειωμένο έργο αναφοράς; Τι είδους αναγνωστικό ενδιαφέρον και τι πνευματικό νόημα μπορεί να έχει η ιστορία της Ιουστίνης, μιας νεαρής γυναίκας που εκτίθεται ανυπεράσπιστη στην κοινωνία, γίνεται υποχείριο εκμετάλλευσης και εξευτελισμών και καταλήγει σ’ ένα μοναστήρι όπου υφίσταται πάσης φύσεως βιασμούς, σεξουαλικά βασανιστήρια και ψυχολογικές ταπεινώσεις, που υποβάλλεται σε κάθε είδους διαστροφές και «διαστροφές»; Κι όμως, είναι ακριβώς σήμερα όπου η Ιουστίνη είναι ανοιχτή σε πολλαπλές αναγνώσεις. Μπορεί λοιπόν ο αναγνώστης…

Marquis_De_Sade_by_ScreetownGhost…να διαβάσει το βιβλίο ως οργανικό μέρος του προ- και νεωτερικού διαλόγου για την ανθρώπινη φύση· ενός διαλόγου που μέχρι σήμερα ταλανίζει την ερμηνεία του κακού· να διχαστεί ανάμεσα στο κατά Χομπς έμφυτο του κακού στην ανθρώπινη φύση και στην ακριβώς αντίθετη θέση του Ρουσσώ. Να ανοίξει τα μάτια του απέναντι στο φοβερό ενδεχόμενο της επιλογής του κακού από αμέτρητους ανθρώπους, στην οποία σήμερα συνεχίζουμε να εθελοτυφλούμε. Να συλλογιστεί πάνω στα μη- όρια της ανθρώπινης φύσης και στην απόλυτη σχετικότητα θεμελιωδών εννοιών όπως η αρετή, η απόκλιση, η διαστροφή, ο έρωτας, η ευχαρίστηση, η υποταγή. Να τεθεί στο μέσο της διαμάχης ανάμεσα στην επικράτηση του ενστίκτου ή του ορθού λόγου, στην υπηρέτηση του πάθους ή την υπηρεσία του ιδανικού, ανάμεσα στις δυο αντιδιαμετρικά αντίθετες στάσεις ζωής, ανάμεσα στην αρετή και την ακολασία, την εγκαρτέρηση και την έκλυση.

MessenoireΝα το διαβάσει ως κείμενο που βρίσκεται στον αντίποδα της θρησκείας, που συνάμα την παρωδεί με ανελέητο τρόπο, ακόμα και με την ίδια την μορφή της γραφής: ως ένα χριστιανικό μαρτυρολόγιο (το μοναστήρι ως τόπος, οι βασανιστές ως διάβολοι, τα μαρτύρια ως δοκιμασία, οι εξαντλητικές περιγραφές τους ως θεμελίωση της διδασκαλίας) αλλά και ως μια ειρωνική αγιολογία της Ζυστίν που ακριβώς λόγω της καρτερίας και της καθαρότητάς της παρά την υποταγή της εμπνέει για ιδιαίτερη λατρεία – άλλη μια ομοιότητα με την αγιογραφίες των μαρτύρων των περισσότερων θρησκειών. Και πάνω απ’ όλα ως καυστική κριτική για την υποτίμηση και τον εξευτελισμό του σώματος στην χριστιανική κοσμοθεωρία αλλά και τον μισογυνισμό της χριστιανικής εκκλησίας.

Η συγκίνηση της λαγνείας δεν είναι τίποτε άλλο πα2875417_bukobjectρά ένα είδος δόνησης που παράγεται στην ψυχή μας μέσω των παλμών τους οποίους η φαντασία προκαλεί στις αισθήσεις μας με την ανάμνηση του αντικειμένου της λαγνείας…Έτσι, η λαγνεία μας, αυτό το ανεξήγητο γαργαλητό που μας οδηγεί σε παρεκτροπές, που μας με­ταφέρει στην ψηλότερη κορυφή ευτυχία; όπου μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος, μπορεί να προκληθεί με δύο τρόπους. Είτε όταν αντιληφθούμε ότι το αντικείμενο που χρησιμοποιούμε διαθέτει πραγματικά ή στη φαντασία μας το είδος της ομορφιάς που μας ευφραίνει περισσότερο, είτε όταν δούμε αυτό το αντικεί­μενο να βιώνει την ισχυρότερη δυνατή αίσθηση. Κι όμως, αίσθηση πιο ζωηρή από τον πόνο δεν υπάρχει. Οι εντυπώσεις που προκαλεί ο πόνος είναι βέβαιες, δεν είναι καθόλου παραπλανητικές όπως οι εντυπώσεις της ηδονής, που μονίμως τις υποκρίνονται …[σ. 273]

Justine_ou_les_Malheurs_de_la_vertu_(ménage_à_trois)Να αντιληφθεί τους τρόπους με τους οποίους διαμορφώνεται ο ερωτισμός και οι πρότυπες συμπεριφορές του· να δει ξεκάθαρα την σκοτεινή δίοδο που συνδέει τον ερωτισμό με την βία αλλά και το ενδεχόμενο της αδυναμίας της απόλαυσης της σάρκας εξαιτίας των αιωνόβιων απαγορεύσεων και καταπιέσεων. Να αποδεχτεί, ανεξάρτητα από την δική του θέση, την σεξουαλικότητα ως μια απόλυτη αλήθεια σε κάθε άνθρωπο· να αντιληφθεί το ανθρώπινο σώμα ως τόπο όπου δεν χωρεί ο ορθός λόγος και οι ηθικές επιταγές.

Να συλλογιστεί πάνω στην φιλοσοφία του Ντε Σαντ ως απόλυτη κατάφαση της προσωπικής ηδονής του κάθε ανθρώπου, μιας ηδονής που δεν γνωρίζει άλλη ηθική από την δική της και δεν λογοδοτεί πουθενά, προτείνοντας ακόμα – σε αντίθεση με ό,τι συχνά φαίνεται και παρά τις εμφανείς αντιφάσεις– ακόμα και την πλήρη ισότητα και αμοιβαιότητα ανάμεσα στην επικράτηση των ατομικών επιθυμιών. Να επεκτείνει την παραπάνω φιλοσοφική παραδοχή ως μόνη και απόλυτη tumblr_m3bmdt1W981r62zy2προϋπόθεση πλήρους ελευθερίας, που αγνοεί κάθε είδους κοινωνικό θεσμό και κάθε μορφή εξουσίας και καταναγκασμού, ως το ενδεχόμενο της ανυπακοής σε κάθε εκτός σώματος επιταγή.

Να το διαβάσει ως ανάγνωσμα που επανήλθε στα ελευθέρια τέλη της δεκαετίας του ’60, όπου η σεξουαλική απελευθέρωση είτε στους δρόμους του επαναστατημένου Παρισιού, είτε στα κοινόβια των απανταχού χίππις και ψυχεδελιστών αναζητούσε ανάλογα έργα. Να αναζητήσει τα κείμενα των διανοητών που την ίδια εποχή αλλά και προγενέστερα θεωρητικοποίησαν τα διονυσιασμένα πάθη και τις μύριες παρεκτροπές τους, από τον Φουκό και τον Λακάν, μέχρι τον Μπλανσό και τον Μπατάιγ, τον Κλοσόφσκι και τον Ονφρέ.

Να το διαβάσει ως απόλυτα καλλιγJustineραφημένο λογοτέχνημα, αναζητώντας εντός του και τους κανόνες της ερωτικής λογοτεχνίας, της ψυχολογίας, του γοτθικού μυθιστορήματος ή του μυθιστορήματος τρόμου, της φιλοσοφικής πραγματείας, της πολιτικής καταγγελίας, της πορνογραφίας, της αισθησιακής αισθητικής. Να το απολαύσει ως εξαιρετικό λογοτέχνημα, που τηρεί μια σειρά τεχνικών ώστε να ελκύει διαρκώς το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Να το διαβάσει ως δική του αναγνωστική, ψυχολογική και συνειδησιακή δοκιμασία, δοκιμάζοντας τις αντοχές του απέναντι στα ίδια τα γραφόμενα αλλά και στην απόλαυση των περιγραφομένων από τους ίδιους τους φορείς.

quillsΝα το διασχίσει ως μια ιστορία του σώματος, των παθών της σάρκας και των βασάνων που υφίσταται σε όλη την ανθρώπινη Ιστορία. Ή ως μια απροκάλυπτη πρόκληση στα ήθη και στα πρέποντα, ακόμα και ως εγχειρίδιο πάνω στο ακρότατο είδος ηδονής, εκείνο που αφορά την καταστροφή της ίδιας της ζωής και την τελετουργία του θανάτου. Να συμπαθήσει την Ιουστίνη ως υποκείμενο απόλυτης ψυχικής αντίστασης σε κάθε είδους βιασμό και εξαχρείωση, ακόμα και όταν – ή κυρίως όταν – η άρνηση της υποταγής της ακριβώς αυξάνει τους βασανισμούς και την κακομεταχείριση.

tumblr_mji7g6d9251s4pbxso1_1280Να επιστρέψει στην περίοδο που γράφτηκε και να το διαβάσει ως ένα μνημείο λόγου μιας εποχής όπου η Ιστορία ετοιμαζόταν να αλλάξει οριστικά την οπίσθια πορεία της, ως ένα λογοτέχνημα που γράφτηκε λίγο πριν την Γαλλική Επανάσταση, υπονοώντας εκείνα που την προκάλεσαν και προοιωνίζοντας εκείνα που θα αλλάξουν. Να μην αγνοήσει την εντός του έργου αντανάκλαση του συγγραφέα, ως ένα κάτοπτρο των δικών του διώξεων, εξευτελισμών και φυλακίσεων που αποτέλεσαν το τίμημα του ελεύθερου λόγου του και της επιθυμία για συνέπεια λόγων και πράξεων· ως το ύστατο μέσο έκφρασης της αλήθειας ενός συγγραφέα που έζησε κυνηγημένος, καταδικασμένος σε θάνατο, έγκλειστος σε άσυλα, μισητός τοις πάσι.

Η Ζυστίν/Ιουστίνη αποτελεί την τελική εκδοχή ενός έργου που άρχισε να γράφεται το 1787 στην Βαστίλη και ολοκληρώθηκε ως Νέα Ιουστίνη το 1791. Η έκδοση του βιβλίου οδήγησε οδηγώντας τον συγγραφέα ξανά στη φυλακή και το βιβλίο στην καταστροφή. Η έκδοση περιλαμβάνει τις γκραβούρες του 1797.

«Σας 1041129426ξαναρωτώ: είμαστε μήπως κύριοι των γού­στων μας; Δεν οφείλουμε να υποκύπτουμε στις ορέ­ξεις που μας έχει δώσει η φύση, όπως το περήφανο κεφάλι της βαλανιδιάς λυγίζει στη μανία της θύελ­λας; Αν η φύση προσβαλλόταν από αυτά τα γούστα, δεν θα μας τα ενέπνεε. Είναι αδύνατον να μας έχει δώσει ένα συναίσθημα φτιαγμένο για να την προ­σβάλλει. Και με την ίδια απόλυτη βεβαιότητα μπο­ρούμε να αφεθούμε στα πάθη μας, όποια κι αν είναι, όσο βίαια κι αν είναι, σίγουροι ότι κάθε ατυχής αντίκτυπός τους ανήκει αναπόφευκτα στα σχέδια της φύσης, της οποίας δεν είμαστε παρά άβουλα όργανα. Και τι μας αφορούν οι επιπτώσεις; Όταν κάνεις κάτι και θέλεις να το χαρείς, δεν τίθεται ζή­τημα επιπτώσεων» [σ. 274 – 275]

Εκδ. Νεφέλη [Ερωτική λογοτεχνία], 2011, μτφ. Δημήτρης Γκινοσάτης, 544 σελ. [Μarquis de Sade, Justineou les Malheurs de la vertu, 1791]

06
Ιον.
14

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 160. Νίκος Σταμπάκης

b193032Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Η θύρα είναι μάλλον κατάλληλο μέσο εισόδου σε ένα βιβλίο που λέγεται Το Διπλό δωμάτιο (εκδόσεις Φαρφουλάς). Πρόκειται βέβαια για ένα μονό δωμάτιο, που πρέπει όμως κανείς να το φανταστεί διπλασιαζόμενο σε έναν καθρέφτη (με τον ανάλογο, ίσως, διπλασιασμό θυρών). Είναι το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας που άρχισε με τους Αναπόφευκτους (2012) κι ελπίζω να ολοκληρωθεί στην προσεχή διετία. Κατά βάση πρόκειται για ένα αφήγημα που αναπτύσσεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ενήλικης ζωής μου και στο οποίο δεν μπόρεσα να μην δώσω τη μορφή ενός ψευδο-αστυνομικού πολυ-αινίγματος, του οποίου τη λύση εξακολουθώ να αγνοώ.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση-εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

b175189Τα βιβλία που έχω εκδώσει, καθώς και τα δύο που παραμένουν ανέκδοτα (το ένα μάλλον έτοιμο, το πρώτο μόνο σε μορφή προσχεδίου), με συνοδεύουν χρόνια μέχρι που τείνουν να ωριμάσουν σε γεωλογικούς σχηματισμούς. Βέβαια, για την τελική μορφή παίζουν ρόλο ο χρόνος και η τύχη. Το πρώτο ποιητικό μου βιβλίο (Το Μπαούλο με τις μπίλιες) επρόκειτο να εκδοθεί πολύ παλιότερα απ’ όσο βγήκε τελικά, και αν είχε γίνει έτσι θα ήταν ένα πολύ διαφορετικό βιβλίο. Με ανάλογο τρόπο διαμορφώθηκε σε διάστημα 16 ετών Η Νύχτα των αποκρίσεων, μια σειρά παιγνίων πάνω σε πεζό και έμμετρο λόγο. Από την άλλη, η δεύτερη συλλογή ποιημάτων, Το Άλας των ηφαιστείων, απαρτίζεται από δυο ενότητες, η βασική από τις οποίες γράφτηκε λίγο-πολύ παροξυσμικά, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα. Μια τρίτη συλλογή, ανέκδοτη ακόμη, υπήρξε η πιο δύσκολη στην τελική (;) διαμόρφωσή της, από το 1998 μέχρι πέρυσι, μολονότι έτρεφα άλλοτε την αυταπάτη ότι είχε ολοκληρωθεί μέσα σε μερικούς μήνες. Γενικά είναι γραφή δύο ταχυτήτων, ακαριαία στη σύλληψη των ψηφίδων της αλλά συνήθως αργή στην τελική συγκόλληση.

b161338Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Το βασικό είναι οι ιδέες να παγιδεύσουν εμένα, οπότε ο τρόπος δεν εναπόκειται στον έλεγχό μου. Βέβαια, έχει συμβεί και το συμμετρικό αντίθετο, αφού η εκκρεμής ακόμη τριλογία μου προέκυψε από σκαριφήματα στο γόνατο, που έγιναν σε μιαν εποχή κατά την οποία κατατρυχόμουν από τις αλληλοαντικρουόμενες πεποιθήσεις ότι πρέπει να γράψω και ότι δεν μπορώ να γράψω. Δεκαετίες αργότερα, ακόμη ανακαλύπτω τις άγνωστές μου σχέσεις και προϊστορίες των βεβιασμένων φαντασμάτων που δημιούργησα σε μια στιγμή ριζικής αβεβαιότητας.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις; Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

b143812Η πρώτη γραφή, είτε μου επιβάλλεται είτε προκύπτει από έναν ελαφρό καταναγκασμό, δεν γνωρίζει εργασιακούς κανόνες, εκτός από την απουσία παραγόντων που θα με αποσπούσαν. Στους παράγοντες αυτούς δεν περιλαμβάνεται η παρουσία ανθρώπων, τους οποίους μπορώ να αγνοήσω, περιλαμβάνεται όμως η μουσική. Κατά τα άλλα, έχω γράψει σε καφετέριες, τραίνα, σκόρπια χαρτιά πάνω στο κρεβάτι… Στη φάση αναδιάταξης παλιού υλικού για έκδοση, όπως είναι η περίπτωση στα εκτενέστερα πεζογραφήματα, λειτουργώ με τη μεθοδικότητα ενός editorή scriptdoctorπαλιών διαδοχικών εαυτών μου, σε μια διαδικασία δημιουργίας κειμένων-παλιμψήστων. Εκεί το γραφείο κρίνεται απαραίτητο.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

b128932Έχω ήδη γράψει μια μελέτη για τον Buñuel, που ήταν η διδακτορική μου διατριβή. Δεν είναι βέβαια πρόσωπο της λογοτεχνίας, άρα τον εντάσσω στα «γενικότερα». Είναι περίπτωση ανθρώπου που έπιασε ένα νέο σχετικά μέσο, κατάλαβε αμέσως τη γλώσσα και τον ορίζοντά του, το αποδόμησε αδίστακτα χωρίς να εγκαταλείπει τις λαϊκές του ρίζες, το πήγε εκεί που είχε έννοια να πάει, έπαιξε με όλες τις αμφισημίες του, είδε τις φαντασιακές του δυνατότητες αλλά αρνήθηκε συστηματικά τον εγκλεισμό στη φόρμα ή στο τελικό νόημα, άγγιξε την ανησυχία του αιώνα του, και, παρ’ ότι για 30 χρόνια αδυνατούσε να λειτουργήσει ελεύθερα κι έπεφτε στην ανάγκη της ρουτίνας, δεν ξέχασε την κατεύθυνση της επιθυμίας του, και μέχρι τέλους, με κάθε ευκαιρία, επανερχόταν σε αυτήν. Κρίμα που δεν γύρισε την τελευταία ταινία που ονειρευόταν, για την τρομοκρατία της πληροφορίας. Οπότε, αν μου γινόταν σήμερα η πρόταση, μάλλον θα ετοίμαζα για έκδοση αυτήν τη μελέτη, που την έχω λίγο-πολύ αφήσει πίσω (εκτός από κάποια παραλλαγμένα κεφάλαια που δημοσιεύτηκαν εδώ κι εκεί).

Έχετε γράψει ποίηση και πεζογραφία. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί;

b161255Η λειτουργία της αέναης περιπλάνησης στο δάσος των σημάτων, που αποτελεί τον μόνο τρόπο με τον οποίο μπορώ να δω τη γραφή, είναι στη βάση της ποιητική. Όταν παίρνει τη μορφή αφήγησης (την οποία, καθώς είπα, δεν μπορώ να δω διαφορετικά από μια παρωδία αστυνομικής αναζήτησης, όπου ο λαβύρινθος πάντα βγαίνει κερδισμένος και ο μπάτσος πάντα, και οικτρά, ηττημένος), προσαρμόζω την άσκησή της στην απαιτούμενη πειθαρχία, αλλά αυτό αφορά μάλλον τη δική μου πρακτική παρά κάποιο είδος διπλής οπτικής.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Lautréamont, Εγγονόπουλος, Edward Lear, Alfred Jarry, Raymond Roussel, Benjamin Péret.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

b162539Εκτός από έργα των παραπάνω, οι Εκλάμψεις (Rimbaud), η Μελαγχολία του Παρισιού (Baudelaire),η Αυρηλία (Nerval), το Passagen-Werk (WalterBenjamin), τα βιβλία της Αλίκης (Carroll), ο Φαντομάς (Allain-Souvestre), ο Σωσίας (Ντοστογιέφσκυ), οι Εξομολογήσεις Άγγλου οπιοφάγου (de Quincey), η Οδός των κροκοδείλων (Bruno Schulz), η Ζαζί στο μετρό (Queneau), η Ζωή, Οδηγίες χρήσεως (Perec). Βιβλία αστικών/δασικών/ονειρικών λαβυρίνθων.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Γουέικφιλντ» (Hawthorne), «Το Βιβλίο της άμμου» (Borges), «Μανταλένια» (Εμπειρίκος), «Ο Μαύρος γάτος» (Poe), «Σφύρα και θα έρθω» (M.R. James), «Η Μουσική του Έριχ Ζαν» (Lovecraft), «Η Βαμπίρισσα» (Κουτρουμπούσης). Kafka, Γονατάς.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος/νέος έλληνας λογοτέχνης;

Χάρηκα με τις δυο συλλογές ποιημάτων που έβγαλε τα τελευταία χρόνια ο Κοστ Σιγαρέτ στις εκδόσεις «Απόπειρα». Σκέφτηκα ότι καιρός ήταν.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Θα έλεγα τον Λέβιν από την Άννα Καρένινα, εν μέρει επb185038ειδή συνήθως αγνοείται απ’ όσους γνωρίζουν το έργο από διασκευές, μολονότι είναι ο ουσιαστικός πρωταγωνιστής του βιβλίου. Παρ’ ότι alter egoτου Τολστόι (μεγάλη παγίδα), καταφέρνει να εντυπώνεται πιο επίμονα στη μνήμη (τη δική μου τουλάχιστον) απ’ ό,τι η πρωταγωνίστρια, γιατί στοχάζεται με ενδιαφέροντα και αποδεικτικό τρόπο το δράμα του ενώ το ζει, ανάγοντάς το σε βασικά θέματα της ύπαρξης, τη σχέση επιθυμίας και πραγματικότητας, την ψευδαίσθηση της ευτυχίας, το ερώτημα της αυτοκτονίας. Πολύ προβληματικά (αφού ο σεξισμός ελλοχεύει σε έναν τέτοιο διαχωρισμό), η Άννα στοχάζεται (κατ’ αντίστιξη/ανταπόδειξη) τα ίδια θέματα με τρόπο αποσπασματικό και παραληρηματικό, καταλήγοντας μάλλον αξιωματικά στο δίπτυχο αυτοκτονία-τρέλα (ο Λέβιν πάντα σώζεται παρά τρίχα, και όχι πάντα τόσο πειστικά, χάρη στη στιβαρή παρά τα πάθη της και τα διαρκή της αδιέξοδα σκέψη του). Σε πείσμα των επιφυλάξεών μου, η αντίθεση των δυο ηρώων (που συναντώνται μία και μόνη φορά στο βιβλίο) είναι αξέχαστη.

Στο χώρο του φανταστικού, ο Πήτερ Ίμπετσον, πρωτb149223αγωνιστής του ομώνυμου βιβλίου του George du Maurier που μετέφρασα στα ελληνικά πριν από κάμποσα χρόνια, αποτελεί έναν άλλον alter ego ήρωα, ο οποίος αντιμετωπίζει την καταστροφή μιας υπόσχεσης ευτυχίας που επιζεί στις παιδικές του αναμνήσεις με την απόδραση στο όνειρο, όπου η αμφιταλάντευση μεταξύ εκπληρωμένης επιθυμίας και συντριπτικής ματαιότητας είναι επίσης διαρκώς παρούσα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Μάλλον, λόγω του εμβληματικού του χαρακτήρα, και παρά τα πολλά του προβλήματα, το Πάλι, στο οποίο και αφιέρωσα ένα κεφάλαιο σε μιαν αγγλόφωνη ανθολογία ελληνικού υπερρεαλισμού που είχα μεταφράσει και επιμεληθεί πριν από χρόνια.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Θυμάμαι διαδρομές με τον ηλεκτρικό ενώ διάβαζb173971α το Hearing Trumpet της Leonora Carrington, ένα από τα πρώτα αγγλόφωνα βιβλία που αγόρασα (στου Κάουφμαν) και, μάλλον γοητευμένος από την πρωτόγνωρη εμπειρία της ανάγνωσης ξενόγλωσσου πρωτοτύπου, προσπαθούσα να βρω μεταφραστικές λύσεις για τα έμμετρα στιχουργήματα-γρίφους που περιέχονται στο μυθιστόρημα, χωρίς βέβαια, εννοείται, να έχω κάνει ακόμη την παραμικρή μετάφραση στη ζωή μου. Μου έχουν διατηρηθεί στη μνήμη κάποιοι πρόχειροι δεκαπεντασύλλαβοι που είχα σκαρώσει τότε. Η μετάφραση βέβαια παραμένει εκκρεμότητα μετά από 26 χρόνια.

 Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Ο μb192903εταφραστής είναι ένα είδος ηθοποιού, με την έννοια ότι υποδύεται κάποιον άλλον δανείζοντάς του τη δική του γλώσσα και φωνή. Αυτό που προκύπτει είναι βέβαια μια τρίτη φωνή, κάτι που ο Borges τράβηξε στα άκρα με τη σύλληψη του «τρίτου ποιητή» που δεν είναι ούτε ο Fitzgerald ούτε ο Ομάρ Καγιάμ. Η δοσολογία προφανώς πρέπει να ευνοεί τον συγγραφέα, κι έτσι η γλώσσα οφείλει να ρέει κατά τον τρόπο που βλέπω να επιθυμεί εκείνος (ή «εκείνη», η ίδια η γλώσσα), και όχι βέβαια κατά τον τρόπο του εγωπαθούς λογοτέχνη που οικειοποιείται το έργο, δηλαδή με την αυθαίρετη μεταγραφή στο τοπικό ή προσωπικό ιδίωμα του μεταφραστή. Επειδή όμως η μετάφραση είναι και ακροβασία, τα ατυχήματα είναι πολύ εύκολα, είτε με τη μορφή ενός γλιστρήματος προς την αυθαιρεσία, είτε ενός νηπιακά γελοίου σφάλματος, στο οποίο μπορεί κάλλιστα να υποπέσει κανείς μετά από ένα δύσκολο «νούμερο». Με τον καιρό, έχω μάθει να συγχωρώ στον εαυτό μου τέτοιους είδους ολισθήματα, γνωρίζοντας ότι αποτελούν παρεπόμενα μιας σκληρής πειθαρχίας. Ωστόσο, κάθε πειθαρχίας προηγείται η προδιάθεση να ακούσεις διαλεκτικά την άλλη φωνή, ικανότητα που δεν εκμαθαίνεται.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Αναμφίβολα η πιο δύσκολη ήταν η μετάφb161254ραση του Φαουστρόλλ του Jarry, που είναι και η τελευταία μου υπό μορφή βιβλίου μέχρι στιγμής. Η πιο απολαυστική ήταν η μετάφρασή μου στα αγγλικά του περίφημου παρωδιακού δοκιμίου του Ελευθερίου Δούγια (Άλεκ Σχινά) για τον Υπερλεξισμό (από το περιοδικό Πάλι — στην προαναφερθείσα ανθολογία που κυκλοφόρησε από το University of Texas Press), ένα κείμενο που θεωρείτο μη μεταφράσιμο αλλά που προσωπικά διασκέδασα παίζοντας δημιουργικά με τις λεξιπλαστικές δυνατότητες που μου προσφέρονταν (και χάρηκα που το αποτέλεσμα άρεσε και στον συγγραφέα του). Στο ίδιο βιβλίο, ευχαριστήθηκα επίσης τις μεταφράσεις του Εγγονόπουλου στα αγγλικά.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Έχω b142177ιδιαίτερη αγάπη για το πρώτο τομίδιο που μετέφρασα, εντελώς ερασιτεχνικά, και που δημοσιεύτηκε ξανακοιταγμένο 15 χρόνια αφού ολοκλήρωσα την πρώτη μορφή του, τη μικρή ανθολογία Τα Γραπτά της α-νοησίας του Lear, που ήταν και από τα πρώτα-πρώτα βιβλία των εκδόσεων Φαρφουλάς (2007). Στις ίδιες εκδόσεις, ο Αιρεσιάρχης και Σία του Apollinaire, ο Φαουστρόλλ του Jarry, τα υπερρεαλιστικά δοκίμια του René Crevel, τα σπαράγματα των Arthur Cravan και Jacques Vaché. Και ο Πήτερ Ίμπετσον στις εκδόσεις «Αρχέτυπο», εξαντλημένο πια, όπως και ο Ναπολέων του Νότινγκ Χιλ στις πάλαι ποτέ εκδόσεις «Κατάρτι», ένα βιβλίο του Chesterton, συγγραφέα εντελώς ξένου σε μένα ιδεολογικά, αλλά που συχνά αγγίζει θέματα που με απασχολούν συστηματικά (εν προκειμένω το αστικό τοπίο ως λαβύρινθο), και το απόλαυσα ως πρόκληση, καθ’ ότι σπαρταριστό κείμενο, τουλάχιστον κατά τα πρώτα δύο τρίτα.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Θα ήθελb136780α πιο πολύ να μιλήσω για ένα βιβλίο που έμεινε στη σκιά, και που μολονότι ούτε επέλεξα ούτε και λάτρεψα μου έδωσε την αίσθηση ενός σήματος. Μου ανατέθηκε προ ετών να μεταφράσω ένα βιβλίο που δεν είχα διαβάσει, το Point/Counter Point του Huxley, που στα ελληνικά υπάρχει μόνο σε μια κακή και εξαντλημένη πια μετάφραση, ως Κοντραπούντο. Μολονότι βρήκα πολλά συζητήσιμα στοιχεία στο κείμενο, με αιφνιδίασε η εικόνα ενός ολοζώντανου Λονδίνου της δεκαετίας του ’20, τόσο αναγνωρίσιμου όσο και μακρινού. Για διάφορους λόγους, η περιπλάνηση στο Λονδίνο παίζει κεντρικό ρόλο σε δικά μου πεζογραφήματα όπως και σε αγαπημένα μου κείμενα (de Quincey, du Maurier, Machen, Chesterton). Δυστυχώς, ο οίκος έκλεισε και η μετάφραση παραμένει ανέκδοτη, αλλά έχω προσπαθήσει έκτοτε να φανταστώ το χώρο στον οποίο τοποθετεί ο Huxley το ιταλικό εστιατόριο-στέκι των πρωταγωνιστών του στη σημερινή πλατεία του Σόχο.

b128935Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Τίποτε το ιδιαίτερο, αν και είναι πολύ πιθανό να παίζει μουσική, γιατί ζω σε ένα σπίτι γεμάτο δίσκους και CD. Επειδή συνήθως μεταφράζω νύχτα, ίσως κάτι που δεν χρειάζεται πολλή ένταση (π.χ. ένα κομμάτι από τη folk συλλογή μου).

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

b107217Για το άμεσο μέλλον, σκέφτομαι μιαν ανθολογία κειμένων του Robert Desnos (πεζά, ποιήματα και κριτικές) για την αδικοχαμένη τραγουδίστρια Yvonne George, την οποία είχε ερωτευτεί χωρίς ανταπόκριση. Η υλοποίησή της εξαρτάται και από τον δικό μου χρόνο και από την αγορά του βιβλίου, τώρα με την κρίση, αλλά ο Desnos είναι μια εκκρεμότητα για μένα.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δεν ξέρω κατά πόσον ισχύει αυτό. Όσο σημαντικότερο το κείμενο τόσο βαρύτερη η ευθύνη του μεταφραστή, κάτι που αναγνωρίζεται στις όποιες σοβαρές κριτικές. Όταν η δυσκολία του κειμένου απαιτεί κρίσιμες επιλογές, αυτό εν γένει δεν μένει ασχολίαστο. Αν μια μετάφραση περάσει απαρατήρητη ως τέτοια, ίσως και να b125427συμβαίνει επειδή ο μεταφραστής έχει απλώς κάνει σεμνά τη δουλειά του. Ούτως ή άλλως, δεν βλέπω γιατί πρέπει να είναι αυτή η έγνοια μου. Είναι καλό να έχεις ένα corpus μεταφράσεων που σε εκφράζουν και που ίσως συνομιλούν με το όποιο άλλο έργο σου (προσωπικά διακρίνω αυτές που ανέλαβα ως εργασία από εκείνες που επέλεξα και στις οποίες θέτω με λίγο-πολύ σαφή τρόπο τη σφραγίδα μου), όμως το ενδεχόμενο να υποταχθούν τα κείμενα στις εκάστοτε φιλοδοξίες ή εμμονές του μεταφραστή (όταν εκείνος θέλει να τα μετατρέψει διά της βίας σε «φτερό» στον συγγραφικό/θεωρητικό του σκούφο) πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

b136779Έχω υπάρξει επανειλημμένα επιμελητής/διορθωτής. Δύο προφανή προβλήματα είναι η αδαής «διόρθωση» που εκθέτει τον μεταφραστή, και αντίστροφα η υποχρεωτική διόρθωση που τον διασώζει μεν αλλά μπορεί και να τον ενοχλήσει. Μου έχει συμβεί να προκύψουν στην επιμέλεια σοβαρά λάθη που δεν υπήρχαν στη μετάφρασή μου, όπως και ως επιμελητής έχω κάνει συχνά σιωπηρές μεταφράσεις για να αποκαταστήσω συστηματικές αστοχίες. Ενώ, από την άλλη, έχω αποδεχθεί ταπεινά τις όχι λίγες δίκαιες διορθώσεις που μου έχουν γίνει κατά καιρούς, αλλά και έχω αναλάβει την ευθύνη για λάθη μου που πέρασαν αδιόρθωτα. Το θέμα της «αφάνειας», σε όλο αυτό το πλέγμα πιθανών προβλημάτων, τίθεται όταν ο επιμελητής/διορθωτής αισθάνεται ότι αδικείται (όχι κατ’ ανάγκην σε επίπεδο αναγνωρισιμότητας, αλλά μάλλον από επαγγελματική άποψη) σώζοντας π.χ. μια κακή μετάφραση που τελικά θα πιστωθεί σε άλλον, δηλαδή όταν η ποιότητα της δευτερεύουσας εργασίας είναι καλύτερη από της ευνοημένης πρωτεύουσας. Ιδανική μορφή, εννοείται, θα ήταν μια καλόπιστη συνεννόηση και διασταύρωση, διεπόμενη από αμοιβαία εμπιστοσύνη, κάτι όχι πάντα δυνατό.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφρb83411άσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ο Πήτερ Ίμπετσον, ναι, συχνά-πυκνά, αλλά αυτό συνέβαινε και πριν τον μεταφράσω.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ. στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Κυρίως κινηματογραφικές (θεωρητικές, όχι πρακτικές). Ναι, ο κινηματογράφος υπάρχει παντού στη γραφή μου, αλλά αυτό το στοιχείο προηγείται των σπουδών.

Πώς βιοπορίζεστε;

Ως μεb133045ταφραστής. Τα τελευταία χρόνια υποτιτλιστής.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το Confound the Wise του Νικόλαου Κάλας, ένα βιβλίο-φάντασμα που κατάφερα επιτέλους να αποκτήσω πριν από λίγο καιρό. Κλασικό κείμενο αναφοράς της υπερρεαλιστικής αισθητικής θεωρίας, αλλά ταυτόχρονα και ένα βιβλίο που ελάχιστοι έχουν διαβάσει, λόγω μη διαθεσιμότητας. Ανακαλύπτω ότι χρειαζόταν έναν καλό επιμελητή για τα αγγλικά του — αμήχανο να διορθώνεις νοερά τα γλωσσικά ολισθήματα ενός βιβλίου που εκδόθηκε εδώ και πάνω από 70 χρόνια. Και που βέβαια δεν έχει επανεκδοθεί, όπως και παραμένει απρόσιτο το μεγαλύτερο μέρος του θεωρητικού έργου του Κάλας, παρά τις κατά καιρούς υποσχέσεις για αποκατάσταση της έλλειψης.

b148255Κι αυτή η αίσθηση του τυχαία σημαίνοντος, του Unheimliche, ανακαλύπτοντας κατά την ανάγνωση ότι στο βιβλίο ο Κάλας κάνει ιδιαίτερη μνεία στον Φοιτητή της Πράγας, ταινία που παίζει βασικό ρόλο στο τελευταίο βιβλίο μου, ξεκινώντας από το εξώφυλλο.

Κατά τα άλλα, προετοιμάζομαι για να ολοκληρώσω επιτέλους την τριλογία των, ας τα πούμε έτσι, «μυθιστορημάτων» μου.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Έχω παρακολουθήσει άπειρο κινηματογράφο στη ζωή μου, αλλά όχι ιδιαίτερα σύγχρονο. Με ενδιαφέρει ο κινηματογράφος ως απόγονος των μαγικών θεαμάτων περασμένων αιώνων και έχω την αίσθηση ότι η εξέλιξη, παρά τις απεριόριστες εικονοπλαστικές δυνατότητες της τεχνολογίας, οδήγησε στην απομάγευση. Μπορεί και να κάνω λάθος. Πάντως νιώθω ότι μετά το θάνατο του Buñuel δεν μπορούμε να περιμένουμε και πολλά από το μέσο. Αγαπώ τις ταινίες των Powell/Pressburger, την κινηματογραφική μεταφορά του Πήτερ Ίμπετσον από τον Hathaway, τα ποιήματα τρελού έρωτα του Borzage, τις ταινίες των Carnet/Prévert, το Vertib138478go του Hitchcock, το Some Came Running του Minnelli, το Πορτραίτο της Τζέννυ του Dieterle, τον Chaplin, τους αδελφούς Marx, και πάρα πολλά άλλα. Κινηματογραφικές αναφορές υπάρχουν διάσπαρτες στα κείμενά μου, αλλά προέρχονται κυρίως από το προπολεμικό ή πρώιμο μεταπολεμικό Χόλιγουντ. Από πιο σύγχρονους, βλέπω πάντα με ενδιαφέρον τις ταινίες του Lynch, του Švankmajer, ή (όταν τις βρω) του Guy Maddin. Του Gilliam επίσης. Και των Coen (αν και δεν μου αρέσουν πάντα). Ίσως και μερικούς ακόμη. Με ενδιέφερε το σκοτεινό φαντασιακό στοιχείο στον Tim Burton(στο Edward Scissorhands και όχι μόνο) μέχρι τον πραγματικό βιασμό της Αλίκης, πριν από λίγα χρόνια.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Μάλb144055λον ναι, σε αυτό το στάδιο, με την προϋπόθεση ότι δεν θα μου αφαιρούσε τη μνήμη και ότι θα μπορούσα να βλέπω πού και πού καμιά ταινία και να ακούω δίσκους. Ωστόσο θα ήθελα να έχω προλάβει να γράψω το βιβλίο που συμπληρώνει την τριλογία μου, τουλάχιστον για να μάθω πώς τελειώνει.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Περιμένω κάποτε να μου κάνουν τη μόνιμη ανόητη ερώτηση που γίνεται στο γνωστό ερωτηματολόγιο: τι θα θέλατε να σας πει ο Θεός αν τον συναντούσατε. Προσωπικά θα ήθελα να μου πει: «Είχες δίκιο τελικά: δεν υπάρχω». Κι εγώ να απαντήσω: «Εμ, τα ’λεγα».




Ιουνίου 2014
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μάι.   Ιολ. »
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30  

Blog Stats

  • 980.859 hits

Αρχείο

Advertisements