Αρχείο για Ιουλίου 2014

29
Ιολ.
14

Μαρία Πoλυδούρη – Τα ποιήματα

τα μυστικά 1μου όλα σας λέω,/ τώρα που πια δε με μεθάνε

Φιλολογική επιμέλεια – επίμετρο: Χριστίνα Ντουνιά

Θα ενδιαφερόμασταν τόσο πολύ για την ποιήτρια, αν δεν μας συγκινούσε η ιστορία της; αναρωτιέται η Χριστίνα Ντουνιά και αμέσως σπεύδει να αντιστρέψει το ερώτημα: Θα μας απασχολούσε η ζωή της Πολυδούρη, αν δεν ήταν καλή ποιήτρια; Και προσθέτει: αν σήμερα είναι επιτέλους κοινή η πεποίθηση ότι ο Κώστας Καρυωτάκης διαβάστηκε και αγαπήθηκε όχι επειδή αυτοκτόνησε αλλά επειδή είναι καλός ποιητής, το ίδιο συμβαίνει, τηρουμένων των αναλογιών και με την περίπτωση της Πολυδούρη. Απλώς, η ζωή των δύο νέων τρέφει με τόσο συγκλονιστική ειλικρίνεια την ποίησή τους, ώστε δεν είναι εύκολο να απομονώσουμε το έργο τους, όσο και αν μπορεί κάλλιστα να σταθεί αυτόνομο και ανεξάρτητο. Εξάλλου γνωρίζουμε βιογραφίες συγγραφέων που έχουν σε τέτοιο βαθμό ταυτιστεί με το δημιουργικό τους έργο, που μετατρέπουν τα συμβάντα του βίου τους σε λογοτεχνικό γεγονός. [σ. 324]

2Η περίπτωση Πολυδούρη αποτελεί πράγματι εύστοχο παράδειγμα αυτού του φαινομένου: ο αναγνώστης προσλαμβάνει το έργο και τη ζωή της ως ενιαίο κείμενο, η δε σύγκριση με τον Καρυωτάκη αποβαίνει πολλές φορές εις βάρος της, καθώς το έργο της τοποθετείται στο δικό του πεδίο, αγνοώντας την δική της ξεχωριστή δημιουργία. Ιδού λοιπόν ένας πρώτος δείκτης προβληματισμού της ερευνήτριας: η αυτονόμηση της ποίησής της τόσο από ανάλογους παραλληλισμούς όσο και από την ίδια την ζωή της, όσο αυτό είναι δυνατόν, καθώς ο μύθος της μπορεί να μας φωτίσει με άλλους τρόπους στην νέα αυτή ανάγνωση των στίχων της. Αλλά η προβληματική της μελέτης πάνω στο έργο αυτής της τόσο ιδιαίτερης ποιήτριας δεν εξαντλείται εδώ: το ερώτημα που ακολουθεί είναι αν η ποίησή της μπορεί σήμερα να αποτελεί ζωντανό σώμα, κατά πόσο μας εγκαλεί απαιτώντας την ανταπόκρισή μας, αν η συνάντηση μαζί της μπορεί να έχει τα χαρακτηριστικά μιας αυθεντικής ποιητικής ερμηνείας.

3Εδώ λοιπόν συγκεντρώνονται τα ποιήματα της Πολυδούρη που έχουν εντοπιστεί από την φιλολογική έρευνα, δημοσιευμένα ή χειρόγραφα, ενώ παράλληλα δηλώνεται η πηγή τους. Περιλαμβάνονται συνεπώς οι εκδοθείσες ποιητικές συλλογές της – Οι τρίλλιες που σβήνουν [1928], Ηχώ στο χάος [1929] -, ποιήματα ανέκδοτα, ημιτελή και ποιητικές μεταφράσεις της από το Αρχείο της, που απόκειται στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ), και από το Αρχείο των ανιψιών της Νόρας και Ευγένιου Πολυδούρη αλλά και αθησαύριστα ποιήματά της δημοσιευμένα σε περιοδικά και εφημερίδες. Η περιπέτεια του αρχείου της ποιήτριας είναι γνωστή: η ίδια, την παραμονή του θανάτου της κατέστρεψε ένα μεγάλο μέρος της αλληλογραφίας της και παρέδωσε το μεγαλύτερο μέρος του στην φίλη της ποιήτρια Μυρτιώτισσα. Αργότερα το αρχείο της πέρασε στα χέρια της Τατιάνας Σταύρου και πλέον στο Ε.Λ.Ι.Α.

Η εισαγωγή της επιμελήτριας καλύπτει όλες τις διακλαδώσεις της πορείας των γραπτών της ποιήτριας. H έλλειψη συστηματικών μελετών για το έργο της αλλά και την σημασία του για τον σύγχρονο αναγνώστη οδήγησε στον εμπλουτισμό του τόμου με δυο εργασίες, μια με εργοβιογραφικά στοιχεία και μια εκτενή μελέτη για την γραφή της και τις περιπέτειες 4της πρόσληψής της. Εδώ αξιοποιείται και υλικό από ανολοκλήρωτο αυτοβιογραφικό κείμενό της και δύο ανέκδοτες βιογραφίες της συνταγμένες από την αδελφή της Βιργινία.

Πόσα δεν πέρασε η αναγνωστική διαδρομή αλλά και η φιλολογική πρόσληψη των ποιημάτων της! Μια σειρά από (θα τολμούσα να τα χαρακτηρίσω) πέπλα, λες και κάλυπταν κάθε καθαρή ματιά στον στιχουργημένο της κόσμο: πρώτα τα στερεότυπα περί εύθραυστης θηλυκότητας και γυναικείας γραφής εν γένει, περί απλοϊκών τετράστιχων και έντονου μελοδραματισμού, περί της εύκολης τέχνης του εξομολογητικού και του ευανάγνωστου στίχου· ύστερα η δημοσιογραφική – βιογραφική προσέγγιση μιας μυθιστορηματικής ζωής με αποκορυφώματα τον ματαιωμένο έρωτα, την σύντομη νεότητα και τον πρόωρο θάνατο, και τέλος η ίδια η σπάνια προσωπικότητά της, που θάμπωνε κι αυτή με τον τρόπο της την εκ μέρους μας απρόσκοπτη βίωση της γραφής της: όμορφη και ευαίσθητη, δημιουργική και δημοφιλής, ασυμβίβαστη, κοινωνικά ανήσυχη, φεμινίστρια. Ένα ένα αυτά τα πέπλα παραμερίζονται ή χρησιμοποιούνται μόνο όσο, όπως και όταν χρειάζεται – ώστε να φτάσουμε στον πυρήνα της ποίησής της.

9Σε μια τέτοια διαφορετική οπτική, ένα από τα εννιά κεφάλαια της μελέτης αφιερώνεται στην ζωή της ποιήτριας στην τρίτη θέση του σανατόριου «Σωτηρία», όπου η Πολυδούρη αφέθηκε στην δραματική πορεία της ασθένειάς της ύστερα από έναν αυτοκαταστροφικό παρισινό χειμώνα. Το μικρό της δωματιάκι από θάλαμος μελλοθανάτων μεταβλήθηκε σε εργαστήριο συγγραφής όλων της σχεδόν των ποιημάτων, σπουδαστήριο, σαλόνι υποδοχής φίλων και συγγραφέων. Εκείνη αντιμετώπιζε με αμφιθυμία όλο αυτό το προσκύνημα ετερόκλητων προσωπικοτήτων, ενώ απευχόταν και την δημοσιοποίηση της τραγικής της κατάστασης, που τελικά δεν απέφυγε. Ενέπνευσε τον άσημο τότε Γιάννη Ρίτσο σε ποιητικές και ημερολογιακές καταγραφές, την Γα­λά­τεια Κα­ζα­ντζά­κη στο μυθιστόρημα Γυ­ναί­κες αλλά και τον Κοσμά Πολίτη στην Εκάτη. Η ποιήτρια προβλήθηκε και αγαπήθηκε μέσω του μύθου της Σωτηρίας αλλά και εδώ η αξιολόγηση του έργου της έμεινε για πολύ καιρό σε ένα ιδιότυπο περιθώριο.

8Αυτή ακριβώς η αποτίμηση γίνεται εδώ και εκτιμά ότι η Μαρία Πολυδούρη υπήρξε όχι μόνο η πιο συναρπα­στι­κή ποιή­τρια του με­σο­πο­λέ­μου αλλά και μία α­πό τις πιο εν­δια­φέ­ρου­σες ποιη­τι­κές φω­νές της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας του ει­κο­στού αιώ­να. Η ποίησή της χαρακτηρίζεται από μια σπάνια συναισθηματικότητα που αγνοεί τους μελοδραματισμούς, έντονο στοχαστικό και αναστοχαστικό στοιχείο, συνύπαρξη του πνευματικού με το συγκινησιακό, ιδιαίτερη μουσικότητα, αντικομφορμιστική αδιαφορία για μέτρα και μορφές, ποικίλες επιρροές – από τον Σολωμό και τον Καρυωτάκη μέχρι τους Γάλλους καταραμένους, αλλά και μια ξεχωριστή εκλεκτική συγγένεια με την Marceline Desbordes-Valmore. Κατέθεσε το δικό της, απόλυτα προσωπικό όραμα για τον κόσμο και έγραψε με τολμηρή ερωτική εκφραστικότητα. Είδε το ερωτικό πάθος ως μέσο και σκοπό και τον έρωτα ως τρόπο απελευθέρωσης στην τέχνη και την ζωή, σχετιζόμενο με το στανταλικό amour – passion.

7Η μελέτη της Χ. Ντουνιά καλύπτει όλες τις παραμέτρους του θέματος: την κριτική από τους κρι­τι­κούς και τους ι­στο­ρι­κούς της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας αλλά και τους σύγχρονούς της λογοτέχνες (από την υποτίμηση εκ μέρους των Δη­μα­ρά, Βίτ­τι, Πολίτη μέχρι τη θετική άποψη των Κ. Πα­ρά­σχου, Τ. Άγρα, Κ. Ου­ρά­νη, Α. Κα­ρα­ντώ­νη, Β. Λεοντάρη κ.ά.). Η μεταπολεμική κριτική υπήρξε δύσπιστη στο βιωματικό και βιογραφικό στοιχείο και εστίαζε αποκλειστικά στο έργο και στα «εσωτερικά στοιχεία». Ένα ακόμα στοιχείο της μεταπολεμικής συγκυρίας,  η έντονη ανάγκη για συλλογικότητες, δεν συμβιβαζόταν με τον έντονα προσωπικό της λόγο.

6 Μαρία Πολυδούρη 1920 ΕΛΙΑΗ ερευνήτρια θα συνεχίσει να εργάζεται πάνω στη γραφή της Πολυδούρη, συνεχίζοντας με την έκδοση των πεζών της, μεταξύ των οποίων και μια «αφηγηματικά πρωτοποριακή» νουβέλα. Ίσως, με την φροντίδα της να επαληθεύεται εκείνος ο στίχος από τα χάη της ποιήτριας: τώρα που είναι αμέθυστη από τα μυστικά της, όλα να μας αποκαλύπτονται ένα ένα… Και να μας οδηγούν σε μια νέα ανάγνωση εκείνης της «διανοούμενης που την κυβερνά το ένστικτο» αλλά και την χαρακτηρίζει η κριτική στάση απέναντι στην υποκριτική ηθική και τις κοινωνικές ανισότητες, εκείνης της εξεγερμένης συνείδησης που ύμνησε τον έρωτα και έγραφε σε επιστολή σε φίλο της το 1927: Το να μπορώ να γράψω είναι η υπέρτατη ευτυχία μου και η μοναδική.

Εκδ. Εστία, 2014, σελ. 398.

24
Ιολ.
14

Ρεϊμόν Ραντιγκέ – Ο διάβολος στο κορμί

1Ο πόλεμος ως προϋπόθεση ευτυχίας

«Οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή θα ήταν παιδική χίμαιρα να εύχομαι το θάνατο του άντρα της, αλλά τώρα αυτή η ευχή γινόταν τόσο ένοχη όσο αν τον είχα σκοτώσει. Χρωστούσα στον πόλεμο την ευτυχία που μόλις άρχιζε· περίμενα χάρη σ’ αυτόν ν’ αποκορυφωθεί. Ήλπιζα πως ο πόλεμος θα διευκόλυνε το μίσος μου, όπως ένας άγνωστος που διαπράττει το έγκλημα στη θέση μας». [σ. 67]

Ιδού ο αντίποδας της μυθολογίας του πολέμου, το αντίθετο άκρο του ηρωισμού, η μέγιστη απομάκρυνση από τις εθνικές εξάρσεις και το πατριωτικό χρέος: η απροκάλυπτη εξομολόγηση ενός μυθιστορηματικού ήρωα για την οφειλή του στον πόλεμο ως πρωταρχικού παράγοντα για την ευτυχία του. Πρόκειται για την ευτυχία του έρωτα, που ο πρωτοπρόσωπος δεκαεξάχρονος αφηγητής ζει με την δεκαεννιάχρονη Μάρθα, σύζυγο ενός στρατιώτη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Πέρα από το «σκανδαλώδες» και «ανεπίτρεπτο» της ερωτικής σχέσης μεταξύ ενός μαθητή και μιας παντρεμένης γυναίκας, που προφανώς προκάλεσε στην εποχή του ιδιαίτερο σάλο, το έργο απερίφραστα θέτει τον έρωτα πάνω από οποιαδήποτε άλλη αξία, ακόμα κι εκείνη frontτην ανθρώπινης ζωής. Οι εραστές δεν βρίσκουν απλώς την ιδανική ευκαιρία να ευτυχήσουν χάρη στην απουσία του συζύγου στον πόλεμο αλλά και απερίφραστα επιθυμούν την παράτασή της· ο μαινόμενος πόλεμος αποτελεί προαπαταιούμενο για την ανεμπόδιστη ερωτική τους σχέση. Η βίωσή της περιφρονεί την κοινή γνώμη και αδιαφορεί για τις συνέπειες της κοινωνικής απομόνωσης· η μόνη ηθική που αναγνωρίζεται είναι αυτή του έρωτα.

Μόνος αντίπαλος είναι ο χρόνος σε όλες του τις κλίμακες, από την μικρότερη (η ακύρωση των στρατιωτικών αδειών συνεπάγεται ακόμα περισσότερες κοινές στιγμές) έως την μεγαλύτερη (η λήξη του πολέμου θα σημάνει το τέλος της σχέσης) – και εδώ χάσκει ένα προαιώνιο ζήτημα. Αντίστροφα, από το τέλος του χρόνου ξεκινάει η πρώτη κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος [Claude Autant – Larra, 1947]: ο αφηγητής περιπλανιέται με διάχυτη θλίψη στο Παρίσι που μόλις απελευθερώνεται και ξεχειλίζει από κλίμα ευφορίας και πανηγυρισμών. Η ανελέητη καταδίωξη του χρόνου και από τον χρόνο εμπνέει τον συγγραφέα για μια σειρά σχετικών συλλογισμών πάνω στην διάρκεια της ευτυχίας και της ηδονής.

diavolo_in_corpo_g_rard_philipe_claude_autant_lara_007_jpg_mvmtΈχουμε άραγε εδώ έναν μέχρις εσχάτων ερωτικό ιδεαλισμό; Μα όχι, ο αφηγητής γνωρίζει τις αυταπάτες του έρωτα και φροντίζει να τις θυμάται συχνά, κάποτε με ιδιαίτερη ειρωνεία: «Ξέραμε ότι ο έρωτας είναι σαν την ποίηση και ότι όλοι οι εραστές, ακόμα και οι μετριότεροι, νομίζουν ότι καινοτομούν». «Ο έρωτας είναι ο εγωισμός που μοιράζονται δυο άνθρωποι, γι’ αυτό και θυσιάζει τα πάντα στο βωμό του και ζει με το ψέμα». Ούτως ή άλλως, καθημερινά μάχεται στο δικό του πολεμικό πεδίο με όλες οι αγωνίες ενός ερωτευμένου ανθρώπου: την επιθυμία της υποταγής, τον ανταγωνισμό της εξουσίας, την αγωνία της διάρκειας.

Raymond Radiguet endormi, dessin de Jean Cocteau 1922Το βιβλίο εκδόθηκε το 1923, το έτος που ο συγγραφέας πέθανε σε ηλικία είκοσι τριών ετών, έχοντας ήδη εξομολογηθεί ότι έζησε μια ανάλογη προσωπική ιστορία. Έγραψε ποίηση, θέατρο κι ένα ακόμα μυθιστόρημα, υπήρξε θερμός αναγνώστης του Λοτρεαμόν, του Μαλλαρμέ, του Ρεμπώ, του Σταντάλ και του Προυστ, έζησε για πέντε χρόνια το μποέμικο μεσοπολεμικό Παρίσι, συνδέθηκε με τον Ζαν Κοκτό, έγραψαν μαζί ένα λιμπρέτο. Η γραφή του εδώ αγνοεί τους νεωτερισμούς της εποχής και επιλέγει με τον πιο απλό και ρεαλιστικό τρόπο να γράψει ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης και μαθητείας, κάποτε με ιδιαίτερη αποφθεγματική διάθεση: «Τις πιο μεγάλες απολαύσεις δεν τις αντλούμε από το καινούργιο αλλά από αυτό που μας έχει γίνει συνήθεια». «Άρχισα να απελπίζομαι γιατί κατάλαβα πως μόνο ο έρωτας μας δίνει δικαιώματα πάνω σε μια γυναίκα». «Καμιά ηλικία δεν ξεφεύγει από την αφέλεια, ούτε καν τα γηρατειά».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει μια άλλAmadeo-Modigliani-Portrait-of-Beatrice-Hastings-and-Portrait-of-Raymond-Radiguetη, εξίσου παράπλευρη οπτική της ζωής πίσω από τον πόλεμο, πέρα και από την παιδική οπτική («Κι όσοι ήδη με αντιπαθούν, ας θυμηθούν τι σήμαινε ο πόλεμος για πάρα πολλά μικρά αγόρια: τέσσερα χρόνια μεγάλων διακοπών»). Ο αφηγητής αναφέρει ένα δραματικό περιστατικό: μια νεαρή υπηρέτρια έχει βρεθεί στη στέγη του σπιτιού όπου εργάζεται, διαμαρτυρόμενη για την κακομεταχείριση από τους κυρίους της, ενώ εκείνοι παριστάνουν τους απόντες στο εσωτερικό του σπιτιού. Η γυναίκα «βηματίζει πέρα δώθε σαν να κάνει βόλτα στη γέφυρα ενός σημαιοστολισμένου πλοίου», ενώ «οι φωτεινές λυχνίες μπροστά της σχημάτιζαν μια πραγματική ράμπα». Αργότερα, όταν οι βιαστικοί περαστικοί δεν της αφιερώνουν παρά ένα λεπτό, εκείνη μοιάζει «με μοναχική καπετάνισσα κουρσάρων που έχει μείνει ολομόναχη σ’ ένα καράβι που βουλιάζει». Ο αφηγητής τονίζει πως αν επιμένει σ’ ένα τέτοιο επεισόδιο είναι γιατί βοηθάει να καταλάβει κανείς καλύτερα την παράξενη εποχή του πολέμου αλλά και πόσο αναζητούσε σε κάθε περίσταση «την ποίηση των πραγμάτων».

Εκδ. Ροές, 2014, Β΄ έκδοση μτφ. Χρύσα Κοντογεωργοπούλου, επιμ. Σοφία Κορνάρου – Βιργινία Γαλανοπούλου, 191 σελ. [Α΄έκδ: εκδ. Printa, 2003], [Raymond Radiguet, Le Diable au corps, 1923].

Πρώτη δphoto-Le-Diable-au-corps-Il-Diavolo-in-corpo-1985-3ημοσίευση: Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 199-200 (Ιούλιος 2014)

Στις εικόνες: Το σχέδιο του κοιμώμενου συγγραφέα είναι του Jean Cocteau (1922). Το πορτραίτο της Βεατρίκης και του Ραντιγκέ είναι του Amadeo Modigliani [Portrait of Beatrice Hastings and Portrait of Raymond Radiguet]. Η αφίσα είναι από την πρώτη κινηματογραφική μεταφορά της ταινίας (βλ. παραπάνω), ενώ η τελευταία είναι από την δεύτερη, σε σκηνοθεσία του Marco Belocchio (1986).




Ιουλίου 2014
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 1.128.343 hits

Αρχείο