Αρχείο για Ιουλίου 2014

29
Ιολ.
14

Μαρία Πoλυδούρη – Τα ποιήματα

τα μυστικά 1μου όλα σας λέω,/ τώρα που πια δε με μεθάνε

Φιλολογική επιμέλεια – επίμετρο: Χριστίνα Ντουνιά

Θα ενδιαφερόμασταν τόσο πολύ για την ποιήτρια, αν δεν μας συγκινούσε η ιστορία της; αναρωτιέται η Χριστίνα Ντουνιά και αμέσως σπεύδει να αντιστρέψει το ερώτημα: Θα μας απασχολούσε η ζωή της Πολυδούρη, αν δεν ήταν καλή ποιήτρια; Και προσθέτει: αν σήμερα είναι επιτέλους κοινή η πεποίθηση ότι ο Κώστας Καρυωτάκης διαβάστηκε και αγαπήθηκε όχι επειδή αυτοκτόνησε αλλά επειδή είναι καλός ποιητής, το ίδιο συμβαίνει, τηρουμένων των αναλογιών και με την περίπτωση της Πολυδούρη. Απλώς, η ζωή των δύο νέων τρέφει με τόσο συγκλονιστική ειλικρίνεια την ποίησή τους, ώστε δεν είναι εύκολο να απομονώσουμε το έργο τους, όσο και αν μπορεί κάλλιστα να σταθεί αυτόνομο και ανεξάρτητο. Εξάλλου γνωρίζουμε βιογραφίες συγγραφέων που έχουν σε τέτοιο βαθμό ταυτιστεί με το δημιουργικό τους έργο, που μετατρέπουν τα συμβάντα του βίου τους σε λογοτεχνικό γεγονός. [σ. 324]

2Η περίπτωση Πολυδούρη αποτελεί πράγματι εύστοχο παράδειγμα αυτού του φαινομένου: ο αναγνώστης προσλαμβάνει το έργο και τη ζωή της ως ενιαίο κείμενο, η δε σύγκριση με τον Καρυωτάκη αποβαίνει πολλές φορές εις βάρος της, καθώς το έργο της τοποθετείται στο δικό του πεδίο, αγνοώντας την δική της ξεχωριστή δημιουργία. Ιδού λοιπόν ένας πρώτος δείκτης προβληματισμού της ερευνήτριας: η αυτονόμηση της ποίησής της τόσο από ανάλογους παραλληλισμούς όσο και από την ίδια την ζωή της, όσο αυτό είναι δυνατόν, καθώς ο μύθος της μπορεί να μας φωτίσει με άλλους τρόπους στην νέα αυτή ανάγνωση των στίχων της. Αλλά η προβληματική της μελέτης πάνω στο έργο αυτής της τόσο ιδιαίτερης ποιήτριας δεν εξαντλείται εδώ: το ερώτημα που ακολουθεί είναι αν η ποίησή της μπορεί σήμερα να αποτελεί ζωντανό σώμα, κατά πόσο μας εγκαλεί απαιτώντας την ανταπόκρισή μας, αν η συνάντηση μαζί της μπορεί να έχει τα χαρακτηριστικά μιας αυθεντικής ποιητικής ερμηνείας.

3Εδώ λοιπόν συγκεντρώνονται τα ποιήματα της Πολυδούρη που έχουν εντοπιστεί από την φιλολογική έρευνα, δημοσιευμένα ή χειρόγραφα, ενώ παράλληλα δηλώνεται η πηγή τους. Περιλαμβάνονται συνεπώς οι εκδοθείσες ποιητικές συλλογές της – Οι τρίλλιες που σβήνουν [1928], Ηχώ στο χάος [1929] -, ποιήματα ανέκδοτα, ημιτελή και ποιητικές μεταφράσεις της από το Αρχείο της, που απόκειται στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ), και από το Αρχείο των ανιψιών της Νόρας και Ευγένιου Πολυδούρη αλλά και αθησαύριστα ποιήματά της δημοσιευμένα σε περιοδικά και εφημερίδες. Η περιπέτεια του αρχείου της ποιήτριας είναι γνωστή: η ίδια, την παραμονή του θανάτου της κατέστρεψε ένα μεγάλο μέρος της αλληλογραφίας της και παρέδωσε το μεγαλύτερο μέρος του στην φίλη της ποιήτρια Μυρτιώτισσα. Αργότερα το αρχείο της πέρασε στα χέρια της Τατιάνας Σταύρου και πλέον στο Ε.Λ.Ι.Α.

Η εισαγωγή της επιμελήτριας καλύπτει όλες τις διακλαδώσεις της πορείας των γραπτών της ποιήτριας. H έλλειψη συστηματικών μελετών για το έργο της αλλά και την σημασία του για τον σύγχρονο αναγνώστη οδήγησε στον εμπλουτισμό του τόμου με δυο εργασίες, μια με εργοβιογραφικά στοιχεία και μια εκτενή μελέτη για την γραφή της και τις περιπέτειες 4της πρόσληψής της. Εδώ αξιοποιείται και υλικό από ανολοκλήρωτο αυτοβιογραφικό κείμενό της και δύο ανέκδοτες βιογραφίες της συνταγμένες από την αδελφή της Βιργινία.

Πόσα δεν πέρασε η αναγνωστική διαδρομή αλλά και η φιλολογική πρόσληψη των ποιημάτων της! Μια σειρά από (θα τολμούσα να τα χαρακτηρίσω) πέπλα, λες και κάλυπταν κάθε καθαρή ματιά στον στιχουργημένο της κόσμο: πρώτα τα στερεότυπα περί εύθραυστης θηλυκότητας και γυναικείας γραφής εν γένει, περί απλοϊκών τετράστιχων και έντονου μελοδραματισμού, περί της εύκολης τέχνης του εξομολογητικού και του ευανάγνωστου στίχου· ύστερα η δημοσιογραφική – βιογραφική προσέγγιση μιας μυθιστορηματικής ζωής με αποκορυφώματα τον ματαιωμένο έρωτα, την σύντομη νεότητα και τον πρόωρο θάνατο, και τέλος η ίδια η σπάνια προσωπικότητά της, που θάμπωνε κι αυτή με τον τρόπο της την εκ μέρους μας απρόσκοπτη βίωση της γραφής της: όμορφη και ευαίσθητη, δημιουργική και δημοφιλής, ασυμβίβαστη, κοινωνικά ανήσυχη, φεμινίστρια. Ένα ένα αυτά τα πέπλα παραμερίζονται ή χρησιμοποιούνται μόνο όσο, όπως και όταν χρειάζεται – ώστε να φτάσουμε στον πυρήνα της ποίησής της.

9Σε μια τέτοια διαφορετική οπτική, ένα από τα εννιά κεφάλαια της μελέτης αφιερώνεται στην ζωή της ποιήτριας στην τρίτη θέση του σανατόριου «Σωτηρία», όπου η Πολυδούρη αφέθηκε στην δραματική πορεία της ασθένειάς της ύστερα από έναν αυτοκαταστροφικό παρισινό χειμώνα. Το μικρό της δωματιάκι από θάλαμος μελλοθανάτων μεταβλήθηκε σε εργαστήριο συγγραφής όλων της σχεδόν των ποιημάτων, σπουδαστήριο, σαλόνι υποδοχής φίλων και συγγραφέων. Εκείνη αντιμετώπιζε με αμφιθυμία όλο αυτό το προσκύνημα ετερόκλητων προσωπικοτήτων, ενώ απευχόταν και την δημοσιοποίηση της τραγικής της κατάστασης, που τελικά δεν απέφυγε. Ενέπνευσε τον άσημο τότε Γιάννη Ρίτσο σε ποιητικές και ημερολογιακές καταγραφές, την Γα­λά­τεια Κα­ζα­ντζά­κη στο μυθιστόρημα Γυ­ναί­κες αλλά και τον Κοσμά Πολίτη στην Εκάτη. Η ποιήτρια προβλήθηκε και αγαπήθηκε μέσω του μύθου της Σωτηρίας αλλά και εδώ η αξιολόγηση του έργου της έμεινε για πολύ καιρό σε ένα ιδιότυπο περιθώριο.

8Αυτή ακριβώς η αποτίμηση γίνεται εδώ και εκτιμά ότι η Μαρία Πολυδούρη υπήρξε όχι μόνο η πιο συναρπα­στι­κή ποιή­τρια του με­σο­πο­λέ­μου αλλά και μία α­πό τις πιο εν­δια­φέ­ρου­σες ποιη­τι­κές φω­νές της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας του ει­κο­στού αιώ­να. Η ποίησή της χαρακτηρίζεται από μια σπάνια συναισθηματικότητα που αγνοεί τους μελοδραματισμούς, έντονο στοχαστικό και αναστοχαστικό στοιχείο, συνύπαρξη του πνευματικού με το συγκινησιακό, ιδιαίτερη μουσικότητα, αντικομφορμιστική αδιαφορία για μέτρα και μορφές, ποικίλες επιρροές – από τον Σολωμό και τον Καρυωτάκη μέχρι τους Γάλλους καταραμένους, αλλά και μια ξεχωριστή εκλεκτική συγγένεια με την Marceline Desbordes-Valmore. Κατέθεσε το δικό της, απόλυτα προσωπικό όραμα για τον κόσμο και έγραψε με τολμηρή ερωτική εκφραστικότητα. Είδε το ερωτικό πάθος ως μέσο και σκοπό και τον έρωτα ως τρόπο απελευθέρωσης στην τέχνη και την ζωή, σχετιζόμενο με το στανταλικό amour – passion.

7Η μελέτη της Χ. Ντουνιά καλύπτει όλες τις παραμέτρους του θέματος: την κριτική από τους κρι­τι­κούς και τους ι­στο­ρι­κούς της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας αλλά και τους σύγχρονούς της λογοτέχνες (από την υποτίμηση εκ μέρους των Δη­μα­ρά, Βίτ­τι, Πολίτη μέχρι τη θετική άποψη των Κ. Πα­ρά­σχου, Τ. Άγρα, Κ. Ου­ρά­νη, Α. Κα­ρα­ντώ­νη, Β. Λεοντάρη κ.ά.). Η μεταπολεμική κριτική υπήρξε δύσπιστη στο βιωματικό και βιογραφικό στοιχείο και εστίαζε αποκλειστικά στο έργο και στα «εσωτερικά στοιχεία». Ένα ακόμα στοιχείο της μεταπολεμικής συγκυρίας,  η έντονη ανάγκη για συλλογικότητες, δεν συμβιβαζόταν με τον έντονα προσωπικό της λόγο.

6 Μαρία Πολυδούρη 1920 ΕΛΙΑΗ ερευνήτρια θα συνεχίσει να εργάζεται πάνω στη γραφή της Πολυδούρη, συνεχίζοντας με την έκδοση των πεζών της, μεταξύ των οποίων και μια «αφηγηματικά πρωτοποριακή» νουβέλα. Ίσως, με την φροντίδα της να επαληθεύεται εκείνος ο στίχος από τα χάη της ποιήτριας: τώρα που είναι αμέθυστη από τα μυστικά της, όλα να μας αποκαλύπτονται ένα ένα… Και να μας οδηγούν σε μια νέα ανάγνωση εκείνης της «διανοούμενης που την κυβερνά το ένστικτο» αλλά και την χαρακτηρίζει η κριτική στάση απέναντι στην υποκριτική ηθική και τις κοινωνικές ανισότητες, εκείνης της εξεγερμένης συνείδησης που ύμνησε τον έρωτα και έγραφε σε επιστολή σε φίλο της το 1927: Το να μπορώ να γράψω είναι η υπέρτατη ευτυχία μου και η μοναδική.

Εκδ. Εστία, 2014, σελ. 398.

Advertisements
24
Ιολ.
14

Ρεϊμόν Ραντιγκέ – Ο διάβολος στο κορμί

1Ο πόλεμος ως προϋπόθεση ευτυχίας

«Οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή θα ήταν παιδική χίμαιρα να εύχομαι το θάνατο του άντρα της, αλλά τώρα αυτή η ευχή γινόταν τόσο ένοχη όσο αν τον είχα σκοτώσει. Χρωστούσα στον πόλεμο την ευτυχία που μόλις άρχιζε· περίμενα χάρη σ’ αυτόν ν’ αποκορυφωθεί. Ήλπιζα πως ο πόλεμος θα διευκόλυνε το μίσος μου, όπως ένας άγνωστος που διαπράττει το έγκλημα στη θέση μας». [σ. 67]

Ιδού ο αντίποδας της μυθολογίας του πολέμου, το αντίθετο άκρο του ηρωισμού, η μέγιστη απομάκρυνση από τις εθνικές εξάρσεις και το πατριωτικό χρέος: η απροκάλυπτη εξομολόγηση ενός μυθιστορηματικού ήρωα για την οφειλή του στον πόλεμο ως πρωταρχικού παράγοντα για την ευτυχία του. Πρόκειται για την ευτυχία του έρωτα, που ο πρωτοπρόσωπος δεκαεξάχρονος αφηγητής ζει με την δεκαεννιάχρονη Μάρθα, σύζυγο ενός στρατιώτη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Πέρα από το «σκανδαλώδες» και «ανεπίτρεπτο» της ερωτικής σχέσης μεταξύ ενός μαθητή και μιας παντρεμένης γυναίκας, που προφανώς προκάλεσε στην εποχή του ιδιαίτερο σάλο, το έργο απερίφραστα θέτει τον έρωτα πάνω από οποιαδήποτε άλλη αξία, ακόμα κι εκείνη frontτην ανθρώπινης ζωής. Οι εραστές δεν βρίσκουν απλώς την ιδανική ευκαιρία να ευτυχήσουν χάρη στην απουσία του συζύγου στον πόλεμο αλλά και απερίφραστα επιθυμούν την παράτασή της· ο μαινόμενος πόλεμος αποτελεί προαπαταιούμενο για την ανεμπόδιστη ερωτική τους σχέση. Η βίωσή της περιφρονεί την κοινή γνώμη και αδιαφορεί για τις συνέπειες της κοινωνικής απομόνωσης· η μόνη ηθική που αναγνωρίζεται είναι αυτή του έρωτα.

Μόνος αντίπαλος είναι ο χρόνος σε όλες του τις κλίμακες, από την μικρότερη (η ακύρωση των στρατιωτικών αδειών συνεπάγεται ακόμα περισσότερες κοινές στιγμές) έως την μεγαλύτερη (η λήξη του πολέμου θα σημάνει το τέλος της σχέσης) – και εδώ χάσκει ένα προαιώνιο ζήτημα. Αντίστροφα, από το τέλος του χρόνου ξεκινάει η πρώτη κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος [Claude Autant – Larra, 1947]: ο αφηγητής περιπλανιέται με διάχυτη θλίψη στο Παρίσι που μόλις απελευθερώνεται και ξεχειλίζει από κλίμα ευφορίας και πανηγυρισμών. Η ανελέητη καταδίωξη του χρόνου και από τον χρόνο εμπνέει τον συγγραφέα για μια σειρά σχετικών συλλογισμών πάνω στην διάρκεια της ευτυχίας και της ηδονής.

diavolo_in_corpo_g_rard_philipe_claude_autant_lara_007_jpg_mvmtΈχουμε άραγε εδώ έναν μέχρις εσχάτων ερωτικό ιδεαλισμό; Μα όχι, ο αφηγητής γνωρίζει τις αυταπάτες του έρωτα και φροντίζει να τις θυμάται συχνά, κάποτε με ιδιαίτερη ειρωνεία: «Ξέραμε ότι ο έρωτας είναι σαν την ποίηση και ότι όλοι οι εραστές, ακόμα και οι μετριότεροι, νομίζουν ότι καινοτομούν». «Ο έρωτας είναι ο εγωισμός που μοιράζονται δυο άνθρωποι, γι’ αυτό και θυσιάζει τα πάντα στο βωμό του και ζει με το ψέμα». Ούτως ή άλλως, καθημερινά μάχεται στο δικό του πολεμικό πεδίο με όλες οι αγωνίες ενός ερωτευμένου ανθρώπου: την επιθυμία της υποταγής, τον ανταγωνισμό της εξουσίας, την αγωνία της διάρκειας.

Raymond Radiguet endormi, dessin de Jean Cocteau 1922Το βιβλίο εκδόθηκε το 1923, το έτος που ο συγγραφέας πέθανε σε ηλικία είκοσι τριών ετών, έχοντας ήδη εξομολογηθεί ότι έζησε μια ανάλογη προσωπική ιστορία. Έγραψε ποίηση, θέατρο κι ένα ακόμα μυθιστόρημα, υπήρξε θερμός αναγνώστης του Λοτρεαμόν, του Μαλλαρμέ, του Ρεμπώ, του Σταντάλ και του Προυστ, έζησε για πέντε χρόνια το μποέμικο μεσοπολεμικό Παρίσι, συνδέθηκε με τον Ζαν Κοκτό, έγραψαν μαζί ένα λιμπρέτο. Η γραφή του εδώ αγνοεί τους νεωτερισμούς της εποχής και επιλέγει με τον πιο απλό και ρεαλιστικό τρόπο να γράψει ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης και μαθητείας, κάποτε με ιδιαίτερη αποφθεγματική διάθεση: «Τις πιο μεγάλες απολαύσεις δεν τις αντλούμε από το καινούργιο αλλά από αυτό που μας έχει γίνει συνήθεια». «Άρχισα να απελπίζομαι γιατί κατάλαβα πως μόνο ο έρωτας μας δίνει δικαιώματα πάνω σε μια γυναίκα». «Καμιά ηλικία δεν ξεφεύγει από την αφέλεια, ούτε καν τα γηρατειά».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει μια άλλAmadeo-Modigliani-Portrait-of-Beatrice-Hastings-and-Portrait-of-Raymond-Radiguetη, εξίσου παράπλευρη οπτική της ζωής πίσω από τον πόλεμο, πέρα και από την παιδική οπτική («Κι όσοι ήδη με αντιπαθούν, ας θυμηθούν τι σήμαινε ο πόλεμος για πάρα πολλά μικρά αγόρια: τέσσερα χρόνια μεγάλων διακοπών»). Ο αφηγητής αναφέρει ένα δραματικό περιστατικό: μια νεαρή υπηρέτρια έχει βρεθεί στη στέγη του σπιτιού όπου εργάζεται, διαμαρτυρόμενη για την κακομεταχείριση από τους κυρίους της, ενώ εκείνοι παριστάνουν τους απόντες στο εσωτερικό του σπιτιού. Η γυναίκα «βηματίζει πέρα δώθε σαν να κάνει βόλτα στη γέφυρα ενός σημαιοστολισμένου πλοίου», ενώ «οι φωτεινές λυχνίες μπροστά της σχημάτιζαν μια πραγματική ράμπα». Αργότερα, όταν οι βιαστικοί περαστικοί δεν της αφιερώνουν παρά ένα λεπτό, εκείνη μοιάζει «με μοναχική καπετάνισσα κουρσάρων που έχει μείνει ολομόναχη σ’ ένα καράβι που βουλιάζει». Ο αφηγητής τονίζει πως αν επιμένει σ’ ένα τέτοιο επεισόδιο είναι γιατί βοηθάει να καταλάβει κανείς καλύτερα την παράξενη εποχή του πολέμου αλλά και πόσο αναζητούσε σε κάθε περίσταση «την ποίηση των πραγμάτων».

Εκδ. Ροές, 2014, Β΄ έκδοση μτφ. Χρύσα Κοντογεωργοπούλου, επιμ. Σοφία Κορνάρου – Βιργινία Γαλανοπούλου, 191 σελ. [Α΄έκδ: εκδ. Printa, 2003], [Raymond Radiguet, Le Diable au corps, 1923].

Πρώτη δphoto-Le-Diable-au-corps-Il-Diavolo-in-corpo-1985-3ημοσίευση: Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 199-200 (Ιούλιος 2014)

Στις εικόνες: Το σχέδιο του κοιμώμενου συγγραφέα είναι του Jean Cocteau (1922). Το πορτραίτο της Βεατρίκης και του Ραντιγκέ είναι του Amadeo Modigliani [Portrait of Beatrice Hastings and Portrait of Raymond Radiguet]. Η αφίσα είναι από την πρώτη κινηματογραφική μεταφορά της ταινίας (βλ. παραπάνω), ενώ η τελευταία είναι από την δεύτερη, σε σκηνοθεσία του Marco Belocchio (1986).

23
Ιολ.
14

Κινηματογραφημένα κείμενα και κινηματογραφικά μετακείμενα

taviani1

[6] Πόσο απρόσμενη η εξέγερση κατά του δυνάστη ως κορύφωση μιας τέτοιας κωμικοτραγικής αφήγησης; Πώς σχετίζεται ένα «επαναστατικό» σημαινόμενο με έναν συγγραφέα ο οποίος υπήρξε υπέρ του δέοντος συντηρητικός στις πολιτικές του απόψεις; Πέρα από τα σχετικά κείμενα – την σχετική νουβέλα, το σενάριο, αλλά και το μυθιστόρημα του Giovanni Verga I. Malavoglia, στοιχεία του οποίου ενσωματώθηκαν στο σχετικό επεισόδιο – συνηθίζουμε να αναζητούμε απαντήσεις σε κριτικές αναλύσεις, στα γραπτά των σκηνοθετών, σε κείμενα περί αυτών, στις απόψεις των θεατών που πλημμυρίζουν το διαδίκτυο – σε όλα αυτά τα μετακείμενα του κινηματογράφου, που μοιάζουν με μια σειρά, θαρρείς, από πολλαπλά κάτοπτρα μιας ταινίας.

7

Κάποτε η κύρια πηγή τους ήταν οι λιγοστές ειδικές εκδόσεις και τα κινηματογραφικά περιοδικά. Θυμάμαι την σειρά «Κινηματογραφικό Αρχείο» των εκδόσεων Αιγόκερως, μ’ ένα τευχίδιο ανά σκηνοθέτη. Αγόρασα πρώτα τους Ιταλούς (Παζολίνι, Φελίνι, Βισκόντι, Αντονιόνι) και διάβαζα από ένα σε κάθε ταξίδι Αθήνα – Θεσσαλονίκη. Είχα ήδη μαγευτεί από το Χάος και το Λιβάδι και σκέφτηκα την ιδανικότητα της αναγνωστικής περίστασης: ένα μεγάλο σιδηροδρομικό ταξίδι μέσα από την φύση. Με αφορμή ετούτο το σημείωμα ανέσυρα το σχετικό βιβλίο [Τάσος Γουδέλης – Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι. Ουτοπία και χάος, 1986] από τον σκοτεινό του θάλαμο, την πίσω σειρά ενός ισόγειου ραφιού μιας βιβλιοθήκης, και διαβάζω τις υπογραμμισμένες φράσεις:

I-Malavoglia-di-Giovanni-Verga

«…κάτω από το βλέμμα της σελήνης στην αυλή του αγροκτήματος, χορογραφείται μια παράξενη επίκληση των φτωχών στα στοιχεία της φύσης εναντίον της αδικίας, με μια λυτρωτική – ανατρεπτική έξοδο του χορού». «Ο παγανιστικός χορός του τέλους ανατρέπει τα ρεαλιστικά δεδομένα και δημιουργεί μια παράδοξη όσο και υποβλητική ατμόσφαιρα, με τον τρόπο που επενέβαινε στα καθέκαστα το μαρς του Μορρικόνε στο Αλλοζανφάν και έτρεπε τα συναισθήματα και τις εντυπώσεις σε δικούς του δρόμους». «Ο Πιραντελλικός λόγος βρίσκει μέσα από τη φιλμική εικόνα την συμπαντική του διάσταση, εμβαπτισμένος στο Σικελικό φως που το εκτινάσσει συμβολικά πέρα από την χρονική διάσταση, ανάγοντας τα χοϊκά στοιχεία σε μαγικά σημεία». [σ. 83-84]

kaos048049fyg0

Διαπιστώνω ότι τις ίδιες φράσεις θα σημείωνα και σήμερα· έμεινα άραγε δραματικά ανάλλακτος όλα αυτά τα χρόνια ή η προσωπικότητά μου διατήρησε παροιμιώδη σταθερότητα; Οι Ταβιάνι με έκαναν να διαβάσω τον Πιραντέλλο διατηρώντας πάντα την επίγνωση πως οι κινηματογραφικές γραφές αποτελούν ανεξάρτητες και αυτόνομες εγγραφές πάνω στο έργο του λογοτέχνη.Τι είδους βιβλία θα έφτιαχναν άραγε οι συλλογές όλων των σχετικών υποκειμενικοτήτων;

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 199-200 (Ιούλιος 2014)

kaos7

Συνεχίζει, κατά κάποιο τρόπο μνημονικών συνειρμών, από εδώ, εδώ, εδώ και εδώ και εδώ και μόλις ολοκληρώθηκε.

Στα χαοϊκά καρέ, η έξοδος από το φεουδαρχικό υποστατικό, ένα από τα αξέχαστα χωριά  της ταινίας, η εσωτερική αυλή της πρώτης ιστορίας, το παλιό μου ταβιανικό αντίτυπο και η δεύτερη λογοτεχνική έμπνευση των σκηνοθετών.

23
Ιολ.
14

W. G. Sebald – Αίσθημα ιλίγγου

All’estero 0951 SEBALD-AISTHIMAσημαίνει «στα ξένα». Σε πόσα ξένα βρέθηκε αυτός ο συγγραφέας και για πόσους διαφορετικούς λόγους; Η Βιέννη του 1980 είναι για τον Ζέμπαλντ η αλλαγή τόπου ως ελπίδα ξεπερασμού μιας κακής περιόδου. Η «ανικανότητά του να υπερβεί κάποια αόρατα όρια» τον ωθεί σε διαρκή περιπλάνηση στη Βιέννη, σε ατέρμονο περπάτημα· ανταλλάσσει κουβέντες μόνο με τα γκαρσόνια και τις σερβιτόρες, κάπου νομίζει ότι αναγνώρισε τον ποιητή Δάντη, εξόριστο από την πόλη του. Αυτές οι ξεθεωτικές περιπλανήσεις μέσα στη νύχτα είναι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσει το αίσθημα δυσφορίας η ιλίγγου. Της μνήμης άραγε; Γιατί δεν τολμάει να το γράψει; Μα ούτε σε αυτή μπορεί να σταθεί: η μνήμη δεν σε διαβεβαιώνει για τίποτα, συχνά σε κοροϊδεύει, σε παραπλανεί. Σου μιλάει με τη φωνή μιας δασκάλας, με μια σερβιτόρα που μοιάζει να μεταφέρει μυστικά μηνύματα μεταξύ των πελατών, με την εικόνα των ασθενών ενός γηροκομείου καθώς στηρίζονται στο μπράτσο του νοσηλευτεί…έτσι είναι όταν γέρνεις πάνω στο ρεύμα του χρόνου.

Casanova_ritrattoΝέα φυγή για την Βενετία, διαφορετικά διωκόμενος από τον άλλοτε διωκόμενο από τις αρχές Τζάκομο Καζανόβα, που δεν σταμάτησε να συλλογίζεται τα όρια της ανθρώπινης λογικής και διαπίστωσε ότι…είναι μεν σπάνιο να τρελαθεί ο άνθρωπος, ωστόσο συνήθως δεν χρειάζονται πολλά για να φτάσει ως εκεί. Αρκεί μόνο μια ελάχιστη μετατόπιση και τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Ο περιπλανητής συλλογίζεται πάνω στη νομολογία της εποχής, επί το πλείστον επικεντρωμένη στη ρύθμιση του ερωτικού πάθους. Βλέποντας στο ξενοδοχείο τον νυχτοφύλακα να έχει κι αυτός αποκοιμηθεί, με ανοιχτή την τηλεόραση, σκέφτεται πως μόνο οι μηχανές έχουν καταλάβει ότι δεν επιτρέπεται πια να κοιμόμαστε….Τα έργα του Πιζανέλλο τού ωθούν την επιθυμία να καταφέρει να τα παρατήσει όλα εκτός από το να βλέπει…

a postcard which Kafka wrote to Ottla from Riva del Garda.Το ταξίδι του Δρα Κ. στα Λουτρά της Ρίβα δεν του είναι διόλου ευχάριστο. Βασανισμένος από μια ιστορία που δεν μπορεί να φύγει από το μυαλό του, αγοραφοβισμένος, ο Δρ Κ. αναζητά την επιστροφή στο δωμάτιό του. στέκει για ώρα στο παράθυρο, κοιτάζει κάτω το δρομάκι. Είναι αδύνατον, σημειώνει την επόμενη μέρα, να ζήσεις τη μόνη δυνατή ζωή, να ζήσεις μαζί με μια γυναίκα, ο καθένας ελεύθερος, ο καθένας για τον εαυτό του… Βιέννη – Βενετία – Ρίβα – Τεργέστη. Στο δωμάτιο του ξενοδοχείου Sandwirt περιμένει να εμφανιστεί ο μπρούτζινος άγγελος που επισκέπτεται τους ταξιδιώτες. Και πράγματι εκείνος έρχεται αλλά όταν ο Κ. σηκώνει πάλι τα μάτια του βλέπει μια βαμμένη ξύλινη φιγούρα από ακρόπρωρο καραβιού, σαν αυτές που είναι κρεμασμένες στο μπαρ των ναυτικών. Η καταρρακτώδης βροχή την άλλη μέρα δεν τον αποτρέπει από την έξοδο, το αντίθετο μάλιστα, επιθυμεί να ξεπλυθούν από πάνω του οι προηγούμενες μέρες. Αλλά αντί να βγει, αρχίζει στο ημίφως της σάλας του ξενοδοχείου να γράφει στην Φελίτσε, να της γράφει ατέλειωτα. Γιατί αυτός ο δύσφορος, μοναχικός αλληλογράφος δεν είναι άλλος από τον Φραντς Κάφκα και τις αληθινές ημερολογιακές του καταγραφές…

wg-sebaldΙl ritorno in patria αρχίζει από το Ίνσμπρουκ και τον σιδηροδρομικό του σταθμό, με τους άστεγους που με την μεγαλύτερη δυνατή θεατρικότητα υπογραμμίζουν τις απόψεις τους για το εκάστοτε θέμα, με κινήσεις από το ρεπερτόριο μιας ιδιαίτερης υποκριτικής τέχνης, παντελώς άγνωστης στις δικές μας σκηνές. Ο ταξιδιώτης συγγραφέας διαφέρει από οποιονδήποτε άλλο…κάθεται σ’ ένα μίζερο εστιατόριο του σταθμού, υπομένει την αγένεια της σερβιτόρας, επισκέπτεται μια εκκλησία βαθιά σ’ ένα φαράγγι, παρατηρεί την ζωγραφισμένη Οδό του Μαρτυρίου: Τα σκούρα ρούχα είχαν ενωθεί με τον εξίσου σκούρο φόντο έτσι που δεν ξεχώριζες τίποτα. Νόμιζες ότι έβλεπες απ’ ό,τι είχε απομείνει να δεις, κάτι σαν μάχη φαντασμάτων, πρόσωπα κα χέρια που αιωρούνταν ελεύθερα στο ζόφο της αποσύνθεσης. Ο δρόμος της επιστροφής είναι ένας δρόμος διαρκώς ανοιχτός.

stendhalΕίναι ακριβώς η γνώριμη γραφή του Ζέμπαλντ, που και εδώ εναλλάσσεται με εικόνες με γεωγραφικούς χάρτες, έργα τέχνης, φωτογραφίες σπιτιών, προσωπογραφίες, εσώφυλλα βιβλίων, ex libris, επισκεπτήρια και κάρτες, επίσημες εκθέσεις, ταξιδιωτικά έγγραφα, κουπόνια εστιατορίων, ημερολόγια, αποκόμματα εισιτηρίων, μια σελίδα από καλεντάρι του 1980… Είναι τα εικονιστικά αντίστοιχα της γραφής, οι ιδιόμορφοι διάλογοι ανάμεσα στις λέξεις και στα εικονίσματα της μνήμης. Και ήδη από τις πρώτες σελίδες, αυτές που άφησα τελευταίες (Μπελ ή Το παράξενο γεγονός του έρωτα), ο Σαντάλ, επιστρέφοντας στα πεδία των μαχών καιρό αργότερα, σκηνικά πια στο βιβλίο του Περί έρωτος, γνωρίζει ότι η εικόνα του παρελθόντος άλλοτε αποτελείται μονάχα από γκρίζα χωράφια και άλλοτε του έρχονται εικόνες με τέτοια ασυνήθιστη σαφήνεια, που δεν πιστεύει ότι μπορεί να τις εμπιστευτεί.

sebaldΌσο εξουθενωτικές είναι αυτές οι ιστορίες του, άλλο τόσο επιθυμείς την εξουθένωσή τους, να σε σύρουν ταυτόχρονα σε παρόν και παρελθόν, ακολουθώντας τις περιπλανήσεις δικές του και άλλων. Ο συγγραφέας επιζητά τον χώρο γιατί δεν αντέχει τον χώρο, γράφει σε ένα είδος που περικλείει πολλά είδη γιατί μόνο με αυτό τον τρόπο μπορεί να τακτοποιεί όλα όσα θυμάται και βλέπει, ή, τουλάχιστο να έχει την αυταπάτη ότι το κάνει. Ο Ζέμπαλντ ξεκίνησε να γράφει στα 47 και έχασε την ζωή του στον δρόμο, εκεί δηλαδή που έβρισκε την ζωή του, μια ζωή περιπλανώμενος, οδικός αναζητητής εκείνου που με τεράστια υπομονή μας περιμένει να ταξιδέψουμε για να μας συναντήσει.

Άλλωστε, κατά τα λόγια του Μπελ / Σταντάλ, στην πραγματικότητα, όπως ξέρουμε, όλα είναι πάντα διαφορετικά.

Εκδ. Άγρα, 2009, μτφ. από τα γερμανικά: Ιωάννα Μεϊτάνη, 221 σελ., με μεταφράσεις ξενόγλωσσων χωρίων και σημειώσεις της μεταφράστριας [Schwindel Gefühle, 1990].

Στις εικόνες: Τζάκομο Καζανόβα, καρτ ποστάλ του Κάφκα από την Ρίβα, και ο Σταντάλ ανάμεσα στον συγγραφέα.

22
Ιολ.
14

Η μουσική του χάους

8

[5] Όλοι εμείς οι ταπεινοί θεατές της κινηματογραφημένης ζωής των άλλων άπραγοι παρόντες και παθητικοί συμπαριστάμενοι μα ποτέ συμπαραστάτες, έχουμε τουλάχιστο ένα προνόμιο απέναντι στους χαρακτήρες του σελλιλόιντ: την μουσική που ενίοτε αγκαλιάζει τις σκέψεις και τις πράξεις τους – μια συνθήκη που συνειδητοποίησα καιρό αργότερα. Αλλά στο ταβιανικό Χάος η σιωπή των σικελικών βουνών δεν μπορούσε να γεμίσει μόνο από το βουητό του αέρα ή τα καμπανίσματα των κοπαδιών. Οι χαρακτήρες έπρεπε να επινοήσουν την μουσική κι ένας απλός βοσκός έδεσε σ’ ένα κοράκι το μικρό του καμπανάκι για να σκορπίσει στους αιθέρες την ευφορία μιας μελωδίας.

4

Η μουσική ως στιγμιαία διαφυγή από την καθημερινότητα του μόχθου ζωγράφισε την έκπληξη και το μάγεμα στα πρόσωπα των χωρικών – όπως αργότερα ο ήχος του τεράστιου πιθαριού θύμισε σε κάποιον έκπληκτο εργάτη «την καμπάνα του Πάσχα». Στο ίδιο εκείνο αίθριο του φεουδαρχικού υποστατικού ο ερχομός του καμπούρη που ερχόταν με την θαυματουργή κόλλα να ενώσει τα δυο σπασμένα μισά του τεράστιου πιθαριού – δείγματος επίδειξης του μεγαλοκτηματία – συνοδεύτηκε από ένα έγχορδο θέμα ανάλογης μεγαλοπρέπειας (ή ειρωνείας). Το ίδιο αυτό θέμα [La Jarre: Don Lolo] αποκορύφωσε το ύψωμα του μαγικού φιαλιδίου μπροστά στη σιωπή των εργατών που ανατράφηκαν με τον μύθο – μόνο ένας ψιθύρισε: il mastice!

giara

Αν υπήρχε μια στιγμή όπου το Χάος έμοιαζε να φωτίζει – παρά τη νυχτερινή λήψη – ένα μέλλον ελπιδοφόρο, αυτή ήταν η στιγμή της συγκέντρωσης εκείνων των εργατών γύρω από το πιθάρι όπου είχε εγκλωβιστεί ο τεχνίτης, μπροστά στην άρνηση του ιδιοκτήτη να το σπάσει για να τον ελευθερώσει. Στο φωτισμένο από το φεγγάρι αίθριο οι σύγχρονοι δουλοπάροικοι κυκλώνουν το αιχμάλωτο της giara με τελετουργικό χορό πανσέληνης κατάνυξης, χτυπώντας τις πέτρες – κρόταλα στον ρυθμό μια μουσικής που μόνο εμείς ακούμε αλλά εκείνοι έχουν ήδη μέσα τους. Το μεθυστικό μαρς διακόπτεται από τον μαινόμενο γαιοκτήμονα που συντρίβει το πιθάρι, από το οποίο βγαίνει με αργές, σχεδόν ειρωνικές κινήσεις ο τεχνίτης, και συνεχίζεται, καθώς οι χωρικοί τον σηκώνουν στα χέρια και βγαίνουν από την αυλή, σε μια έξοδο που αγνοεί εκείνον που παύει να αποτελεί κτήτορά τους.

6

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 199-200 (Ιούλιος 2014)

Συνεχίζει, κατά κάποιο τρόπο μνημονικών συνειρμών, από εδώ, εδώ, εδώ και εδώ και ολοκληρώνεται εδώ.

21
Ιολ.
14

Ο κοινός λόγος

kaos pirandello

[4] Το Χάος είναι ακριβώς από τις ταινίες όπου η σκηνοθεσία των Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι βρίσκεται σε τέτοια διαλεκτική με την μουσική του Νικόλα Πιοβάνι ώστε τελικά δημιουργείται ένας απόλυτα κοινός λόγος. Θα ήθελα να έχω δει την ταινία στα ανοιχτά στάδια της έβδομης τέχνης και όχι σε χειμέρια σκοτεινή αίθουσα· όμως ακόμα διατηρώ την εντύπωση της πρώτης φοράς, σε οικιακή προβολή. Η τηλεοπτική συσκευή είχε στραφεί προς την βεράντα, στην καθιερωμένη βραδινή ψυχαγωγία των αθηναϊκών κυψελών. Θυμάμαι τα αερόβια πλάνα των σικελικών χωριών όπως κρέμονταν στις άκρες απότομων υψωμάτων· ήταν τέτοια η αίσθηση του ιλίγγου, που πίσω μου ένοιωθα στην άκρη του ρετιρέ να χάσκουν οι άβυσσοι μιας φύσης αχανούς και ολόφωτης. Είχα εκπλαγεί από την ποιητικότητα των εικόνων που αγκάλιαζαν τις σκληρές ιστορίες· ακόμα και η αναζήτηση της ταφής ενός μικρού παιδιού από τον πατέρα του θαρρείς και αναζητούσε την ποιητική της μετάπλαση: ένα τυλιγμένο δέμα γλίστρησε από τα χέρια του αλαφιασμένου χωρικού που έτρεχε στα κακοτράχαλα βουνά και κατέληξε στην άκρη ενός μικρού λάκκου με στάσιμα νερά, αποκαλύπτοντας ένα μικρό ξύλινο κουτί – φέρετρο με ανάγλυφο σταυρό.

kaos 2

Παρά την, έστω και ψευδαισθητική, ελευθερία της δικής μου θέασης, όπως «εν πτήσει» έβλεπα τα σπίτια από ψηλά, μπορούσα να αντιληφθώ τον εγκλεισμό των κατοίκων τους, που τους έλαχε να αντικρίζουν τη ζωή από εκείνα τα μικρά, σχεδόν αρχαία παράθυρα. Ακόμα και στο κυκλωτικό στροβίλισμα της κάμερας πάνω από έναν περίπτερο ναό, που μου φάνηκε πως γνώριζα από τις σικελικές σελίδες της εγκυκλοπαίδειας Δομή, αισθάνθηκα πως η ποθητή αυτή γη περιείχε εντός της ένα ανελέητο χάος…Ήταν άραγε το ίδιο μ’ εκείνο που όριζε ως καταγωγή του ο Λουίτζι Πιραντέλο στην «προμετωπίδα» της ταινίας που βασίστηκε στις δικές του Νουβέλες για ένα χρόνο; Το συγγραφικό επίγραμμα και οι πανοραμικές λήψεις των τίτλων της αρχής ενδύονταν με μια μαγευτική μουσική, προετοιμάζοντας την εμπλοκή του θυμικού.

91S29vCXtoL

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 199-200 (Ιούλιος 2014)

Συνεχίζει, κατά κάποιο τρόπο μνημονικών συνειρμών, από εδώ και εδώ και εκεί και συνεχίζεται  εκεί και πιο μακριά.

21
Ιολ.
14

Αντόνιο Ταμπούκι – Το παιχνίδι της αντιστροφής

t1Επειδή η πραγματικότητα δεν είναι ποτέ αρκετή

Μια μέρα συνειδητοποίησα, λόγω κάποιων απρόβλεπτων γεγονότων της ζωής, πως ένα πράγμα που ήταν «έτσι» ήταν παράλληλα και αλλιώς. [Αντόνιο Ταμπούκι]

Αναζητώντας όλα όσα γράφτηκαν το πρώτο και οριστικό σημαδιακό μου καλοκαίρι, αυτό του 1978, βρέθηκα πάλι πρόσωπο με πρόσωπο με τον διαρκή μου συνομιλητή Αντόνιο Ταμπούκι. Κι εσύ εδώ; ακούστηκε αλλά δεν μπόρεσα να διακρίνω ποιος από τους δυο μας το είπε. Εκείνο το καλοκαίρι λοιπόν ο συγγραφέας έγραψε το πρώτο του διήγημα, το παιχνίδι της αντιστροφής. Μέχρι το καλοκαίρι του 1981, που συνέπεσε και αυτό με το τέλος της παιδικότερης ζωής μου, ο Ταμπούκι είχε γράψει και τα υπόλοιπα, και η συλλογή αυτή είναι θρέμμα εκείνης της τριετίας.

Robert Bluj (1)Διάβασα το βιβλίο σαν σε παραίσθηση, όπως όλα τα βιβλία του Ταμπούκι, έξω σε περιπλανήσεις, μέσα σε συρμούς, μπροστά σε ανοιχτό παράθυρο, πλάι σε περαστικούς που προσπαθούσα να μαντέψω την ιστορία τους, πλάγια σε περαστικές προσπαθώντας να μαντέψω μια ανικανοποίητη επιθυμία τους. Σκεφτόμουν, αν του την διηγούνταν, θα μπορούσε να την κάνει ιστορία ο συγγραφέας. Συνομίλησα με τους χαρακτήρες του, τις περισσότερες φορές σιώπησα δίπλα τους, στις καλύτερες περιπτώσεις σιώπησα μαζί τους.

tumblr_lkwrobJQKz1qi6qk8o1_500Θα ήθελα να ξαναβρώ την γυναίκα που μου διηγείται τις «Φωνές», μια τηλεφωνήτρια σε γραμμή εξομολογήσεων, μια ακροάτρια ανώνυμων πόνων. Να μου ξαναμιλήσει για τις κλήσεις που την αναζητούν, για τις δικές της ανταποκρίσεις: άλλοτε να φροντίζει να βρει κάτι που ενδιαφέρει τους απελπισμένους, να τους πει ότι το ότι τώρα βρέθηκαν να συνομιλούν ανάμεσα σ’ έναν αναρίθμητο αριθμό ανθρώπων δε πρέπει να χαραμιστεί· και κάποτε να αρκείται σε αυτό που ακούει: ούτε μια ανάσα, παρά την απόλυτη σιωπή. Ακόμα και να μου παραδεχτεί:

Έχω ακούσει στη ζωή μου πολλά τηλεφωνήματα, κάθε είδους, με τις πιο παράλογες καταστάσεις, κι όμως εκείνη ήταν ίσως η στιγμή όπου η συνηθισμένη μου ικανότητα άρχισε να κλονίζεται, ένιωσα κι εγώ με τη σειρά μου χαμένα, σαν να είχα ανάγκη από ένα άλλο άτομο, να με ακούσει και να μου πει καλές κουβέντες.

real-telephone-mural-painting-manΌταν τηλεφώνησε ο Φερνάντο, που την διαβεβαίωσε πως δεν είναι γερούνδιο και της μίλησε για τα πράγματα που άφησε εκείνη στο σπίτι του, μαζί μ’ ένα γράμμα για το πόσο τον μίσησε όλα αυτά τα χρόνια, εκείνη άρχισε να του μιλάει τις σωτήριες μικροπροσδοκίες. Ένα modus vivendi να συγκεντρώσει κανείς όλη την προσοχή του σε μια μικρή λεπτομέρεια της ζωής, στο πάρε – δώσε της καθημερινότητας, λες και αυτή η λεπτομέρεια είναι το σημαντικότερο πράγμα αυτού του κόσμου· αλλά με ειρωνεία, ξέροντας ότι δεν πρόκειται για το σημαντικότερο πράγμα του κόσμου, και ότι όλα είναι σχετικά. Κάτι που βοηθάει είναι να φτιάχνει κανείς λίστες, να κρατάει σημειώσεις, να επιβάλλει στον εαυτό του αυστηρά ωράρια τα οποία δεν θα παραβιάζει. Η μικροπροσδοκία είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος να δένεται κανείς με συγκεκριμένα πράγματα. Μήπως αυτό είναι η λύση που ψάχνω; Μήπως αυτό είναι ό,τι εφαρμόζω εδώ και ανυπολόγιστο καιρό;

alexaMeadeNaturaMorta.stΎστερα να βρω την Ντολόρες Ιμπαρούρι που χύνει πικρά δάκρυα. Να μου ξαναμιλήσει για κάποιον χαρούμενο και τρυφερό που δεν ξεχνούσε ποτέ τα γενέθλιά της και της έστελνε πάντα κάτι, ένα τριαντάφυλλο με την Ιντερφλόρα, ένα τηλεγράφημα, που όλα τα κρατάει από το ’70 σ’ ένα κουτί κακάο Ντρόστε. Να μου πει πάλι τις σκέψεις της για την προέλευση των ονομάτων μας, πως δεν μπορεί να καταλάβει κανείς τι σημαίνει για μας ένα όνομα, ότι στα ονόματα υπάρχει ο χρόνος που έχουμε περάσει μαζί, οι φίλοι που χάθηκαν, τα πράγματα που μοιραστήκαμε, οι τόποι, άλλα και άλλα ονόματα· κι ύστερα για τον Ροντόλφο, που έλεγε ότι μέσα σε κάθε βιβλίο κρύβεται πάντα ένας άνθρωπος αλλά και για το παιχνίδι που εκείνος έκανε με τον γιο τους, να διαβάζουν βιβλία και ύστερα να γράφουν ο ένας στον άλλο γράμματα σαν να ήταν ο καθένας τους ένα πρόσωπο από τα βιβλία που είχαν διαβάσει…

Και να ξαναζήσω Τα απογεύματα του Σαββάτου μαζί με την μικρή Νένα και τον γάτο Μπελαφόντε στον κήπο καταφύγιό της, σε θερινά απογεύματα ζεστά και μονότονα, φορτωμένα μελαγχολία και σιωπή, ακόμα και ο μακρινός βόμβος της πόλης καταλάγιαζε, λες και το σπίτι με τον κήπο είχαν μπει σε μια θαμπή γυάλα, μέσα στην οποία οι μόνοι επιζώντες ήταν τα τζιτζίκJosé Rodríguez _Jose Rodriguez_paintings_El_Salvador_Artodyssey (23)ια. Να την ακολουθήσω μέχρι την καγκελόπορτα του μαντρότοιχου, να νομίσω πως ο ψίθυρός της προς τον γάτο «πάμε να γνωρίσουμε λιγάκι τον κόσμο αγαπημένε μου» – λες και μπροστά από το σπίτι υπήρχε ποιος ξέρει τι – απευθύνεται σ’ εμένα. Ή να ακούσω τον ήχο των σανδαλιών της στα χαλίκια της αυλής και να πλησιάσω στο παράθυρό μου, γιατί πραγματικά έχει να μου πει μια ιστορία.

Και στο τέλος να χαθώ στην καρδιά της Αφρικής με την αποστολή μιας απογραφής και να συναντήσω εκείνον τον μεγάλο ηθοποιό που υποδύεται και σκηνοθετεί Σαίξπηρ στα βάθη του κόσμου, στη δική του απόδραση μακριά από τους πάντες, μόνος μαζί με το πάθος του, για να καταλάβω ότι η απογραφή που ανέλαβα είναι της δικής μου ζωής. Να ξαναδιαβάσω το Γράμμα από την Καζαμπλάνκα που δεν είναι ποτέ το ίδιο, να ψάξω τον Μικρό Γκάτσμπυ που έχει πάντα κάτι να μου πει, να δω μια εκδοχή για τον Ουράνιο παράδεισο και να παίξω για άλλη μια φορά Το παιχνίδι της αντιστροφής. Γιατί, όπως εξομολογήθηκε ο συγγραφέας στον μεταφραστή του, η πραγματικότητα δεν είναι ποτέ αρκετή.

Εκδ. Άγρα, 2005, μτφ. Ανταίος Χρυστοστομίδης, σελ. 213 [Antonio Tabucchi, Il gioco del rovescio, 1988].




Ιουλίου 2014
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιον.   Αυγ. »
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 991.015 hits

Αρχείο

Advertisements