10
Μάι.
15

Τόποι άτοπων ερώτων [Θεσσαλονίκη, 1986 – 2001]

the-legs-sergey-bakir

Κείμενο δημοσιευμένο στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 41 (άνοιξη 2015), αφιέρωμα στην Θεσσαλονίκη, σ. 26 – 35.

Οι τόποι ορίζουν τους έρωτες αλλά και οι έρωτες δίνουν καθοριστικό περιεχόμενο στους τόπους. Ξενοδοχεία, μπουγατσάδικα, φαγάδικα, δρόμοι, ναοί, ταπεινά καταστήματα, φοιτητικές γκαρσονιέρες, αστικά και υπεραστικά λεωφορεία, ζαχαροπλαστεία, βιοτεχνίες, τραίνα, βιβλιοπωλεία, μπαλκόνια κουζίνας, αποθήκες, κυλικεία, ταξιδιωτικά γραφεία, αποκτούν μια ιδιαίτερη ερωτικότητα που διαχυμένη ή ματαιωμένη τους δίνει μια άλλη μορφή, που μόνο οι αυτουργοί της μπορούν να αντιληφθούν.

Αφιερώθηκα λοιπόν πρώτα στα κορίτσια που με έθρεφαν με τα ίδια τους τα χέρια, στα μπουγατσάδικα και τα σαντουιτσάδικα της πόλης. Καθόμουν διακριτικά σε κάποιον απόμερο πάγκο και παρατηρούσα εκείνες τις εργάτριες στην υπογάστρια πλευρά της πόλης, τις επιτετραμμένες τροφούς των διαβατών που ξεχνιούνταν αμέσως από τους πελάτες μόλις εκπλήρωναν το καθήκον τους, σα να γλιστρούσαν σε μια άδικη ανυπαρξία. Όμως η δική μου στοργή ολοένα και μεγάλωνε, καθώς η διατροφή μου ήταν παραδομένη στα χέρια τους. Johannes Hüppi, Untitled, 2004

Προσπαθούσα να διακρίνω τις σκέψεις τους μέσα στην απειροστή επανάληψη των ίδιων κινήσεων μέσα στην ατέλειωτη βάρδια. Διέγραφα το βουητό του δρόμου έξω, την παρεμβολή των ανυπόμονων πελατών και τον ήχο ενός ραδιοφώνου που μπορεί να αλάφρωνε τις ώρες τους ή να ζάλιζε ακόμα περισσότερο το κεφάλι τους, ώστε να μείνει μόνο η εικόνα τους, σιωπηλή και διαθέσιμη. Ήταν θέμα χρόνου να απομονωθούμε και με το μαχαίρι που περιέκοβε το γλυκύ σώμα της μπουγάτσας να χαράξουμε τα σώματά μας σε τμήματα που θα πασπαλίσουμε με φιλήματα αντί ζάχαρης και ανάσες αντί κανέλλας, θα βγάλουμε ένα ένα τα φύλλα τους κι ύστερα θα τα μασήσουμε αργά και βουλιμικά, πρώτα τις αλμυρές και ύστερα τις γλυκές γεύσεις που τους αναλογούν, κάθε μπουκιά με την αυταξία της.

Θυμάμαι μια τέτοια γυναίκα στον «Θείο Βάνια», γωνία Αγίας Σοφίας και Εγνατία· πίσω από τα λευκά της τσόκαρα διέκρινα τις γυμνές της φτέρνες, ένα τρυφερό κομμάτι που υπέθαλπε μια αίσθηση θαλπωρής μέσα σ’ ένα παράταιρο περιβάλλον, σε μια πόλη που έξω από το τζάμι ψυχόταν και υγραινόταν. Την άφηνα να γείρει πάνω μου καθώς περίμενε στην στάση το λεωφορείο για τις δυτικές συνοικίες. Έμπαινα μαζί της σ’ εκείνον τον κινούμενο σκοτεινό θάλαμο και καθόμουν δίπλα της, καθώς εξουθενωμένη προσπαθούσε να κρατηθεί ακοίμιστη, να μην γλιστρήσει πριν την ώρα της άλλη μια ημέρα στη χοάνη των ατέλειωτων ημερών, να μην την πάρει ο ύπνος γιατί και στα όνειρά της επέστρεφε στο πόστο της, με ατέλειωτες παραγγελίες στην σειρά.

Otto Mueller

Ακολούθησε το κορίτσι στον παλιό Χατζή, όπου καθόμουν αργά το βράδυ στο ημίφωτο βάθος, δίπλα σε χαρτόκουτα και στοιβαγμένες καρέκλες, προφασιζόμενος πως παρακολουθούσα την βουβή τηλεόραση. Όταν έμπαινε στο μαγαζί κάποια παρέα σε βραδινή έξοδο, εκείνο αισθανόταν αμήχανα, ντυμένο με το γαλάζιο κοντομάνικο πουκάμισο της δουλειάς· ντρεπόταν να κοιτάξει τους άντρες και προσπαθούσε να αποφύγει τα υποτιμητικά βλέμματα των γυναικών· πιθανώς αισθανόταν απεριποίητη, χωρίς να γνωρίζει ότι η γυναικότητα είναι αυθύπαρκτη, ανεπηρέαστη από καλλυντικούς καλλωπισμούς. Την βοηθούσα να μαζέψει το μαγαζί κι ύστερα, αφού σβήναμε τα φώτα, καθόμασταν σ’ ένα παράμερο τραπέζι και μοιραζόμασταν σιωπηλοί το γλυκό που είχε κρατήσει στα βάθη του ψυγείου.

Αργότερα φρόντισα το κορίτσι που εργαζόταν στο μπουγατσατσίζικο «Σέρρες», στην Εγνατία, απέναντι από τα παλιά λουτρά «Ο Παράδεισος»· την περίμενα στο διάλειμμα του μεσημεριού ή μετά το κλείσιμο και με τα κλειδιά που μου είχε παράνομα δανείσει η έφορος των σχετικών αρχαιοτήτων άνοιγα το χαμάμ ενώ έξω μόλις ακουγόταν η βροχερή λεωφόρος. Κάτω από τις γυμνές λάμπες της στεγνής δεξαμενής με άφηνε να τρίψω την γλυκερή κρούστα του ζαχαροπλαστείου από πάνω της, να αφαιρέσω την αόρατη ζελατίνη του εργαστηρίου κι ύστερα να την μαλάξω μέχρι την στιγμή που θα ήταν έτοιμη ταυτόχρονα να αποκοιμηθεί και να ηδονιστεί.

Robert Bluj - Nokturn

Κι ύστερα αποζητούσα την γλυκύτητα στις δέσποινες των ζαχαροπλαστείων, όπως το Ροδίνι, στο στραβό στενάκι πίσω από την Αγία Σοφία· γοητευόμουν από τον λευκό τους λαιμό, λευκότερο κι από τις μαρέγκες που σωρεύονταν αδάγκωτες στις βιτρίνες ενώ τα λεπτά τους δάχτυλα περιτύλιγαν τα κουτιά με τα γλυκά αμέτρητων τυπικών επισκέψεων, ενώ τα μεγάλα μάτια της κοπέλας στην Μασκωτίτσα στην Νεάπολη μου φαίνονταν τόσο ταιριαστά με το όνομα του Βυζαντινού Αθλητικού Ομίλου που κρεμόταν στην ανηφόρα πιο πάνω. Ήθελα να τις κλέψω από εκείνη την φωταγωγημένη παράσταση, να τις απομακρύνω από το σκηνικό πλαστού παραμυθιού με τους καθρέφτες, τα σκονισμένα μπουκάλια κονιάκ και τα παστάκια στο ασημόχαρτο, ψεύτικες βασίλισσες αλλά μάλλον εργάτριες σε κυψέλη γλυκισμάτων, στερημένες από το μέλι που έσταζε κάπου έξω από εδώ. Όχι λοιπόν, το έβαζα σκοπό να μελωθούμε αλλού και αλλιώς, μέχρι να καταλήξουμε κολλώδεις και καραμελωμένοι.

Sahin Demir - Şahin Demir_paintings_Turkey_artodyssey (3)

Αφιερώνει άραγε κανείς μια σκέψη στα κορίτσια που ορθοστατούν ατέλειωτες ώρες στα πρόχειρα φαγάδικα, στους φούρνους, στα κυλικεία; Ανταλλάζουμε βλέμματα, στεκόμαστε απέναντι, τα δάχτυλά μας εφάπτονται στην ανταλλαγή των χρημάτων κι ύστερα τις αφήνουμε κατάκοπες και ανεπιθύμητες, με σκέψεις κουρασμένες και σώμα εξαντλημένο, προσβεβλημένες από τους αγενείς, βραχυκυκλωμένες σε μια διαρκή βιομηχανία εξυπηρέτησης.

Έμενα στα ξενοδοχεία στα πέριξ της Εγνατίας, στις οδούς που έβλεπαν ή κρύβονταν από την ασίγαστο αχό της – Αντιγονιδών, Κολόμβου, Συγγρού, Ίωνος Δραγούμη, Ολύμπου – σε άδειους ορόφους, με γείτονες τις επαγγελματίες περαστικούς των πόλεων: εμπορικές αντιπροσώπους, πωλήτριες ιατρικών μηχανημάτων, επισκέπτριες υγείας, γυναίκες πολιτογραφημένες σ’ έναν κόσμο περιφερόμενο, διαρκώς πρόσκαιρο στην πόλη αλλά και ζωντανό σώμα των δρόμων της. Γνώρισα τέτοιες γυναίκες, που περίμενα αργά το βράδυ να επιστρέψουν από την ολοήμερη εργασία τους για να τις συντροφεύσω σε παρακείμενα ταβερνεία, όπου εξαντλημένες από την κούραση, φορώντας πάντα το παλτό τους εξαιτίας της υγρασίας που τις είχε καταβρέξει ως βαθιά, μπορούσαν να μου μιλήσουν για την ανία των επαγγελματικών γευμάτων με άντρες αδιάφορους, που με λαίμαργο βλέμμα και χωρίς κανένα πρόσχημα τους πρότειναν επέκταση της συνεργασίας τους με συνηθέστατα υπονοούμενα. Τις άκουγα υπομονετικά, περιμένοντας την δύσκολη εκείνη στιγμή που η πείνα είχε καταλαγιάσει, η αναμονή του γεύματος ήταν πια παρελθόν και το μόνο που μας κρατούσε στον θλιβερό χώρο ήταν το άθλιο κρασί, που ήταν όμως επιτετραμμένο να λύσει τα χέρια μας, να παραμερίσουν τα πιάτα και να αγγιχτούν δίπλα στις λαδωμένες χαρτοπετσέτες και τα τρίμματα του ψωμιού.  Γ. Ρόρρης 1

Ήταν η στιγμή που αργούσε να έρθει, μα όταν έφτανε φαινόταν πάντα αδικαιολόγητα καθυστερημένη. Το βράδυ ανέβαινα μαζί τους τις σκάλες που πάντα έτριζαν με τον ίδιο τρόπο, υποκείμενος στο μοχθηρό βλέμμα του ρεσεψιονίστ της νυχτερινής βάρδιας, και έμπαινα μαζί τους, κάποτε με πιασμένα χέρια για να μοιραστεί ο πάγος γύρω μας και μέσα μας, σ’ εκείνα τα ημίφωτα δωμάτια που μύριζαν βρεγμένη μοκέτα ενώ ο βόμβος κάτω στον δρόμο μόλις άρχιζε να σιγάζει. Σ’ εκείνα τα δωμάτια με την πνιγηρές, καπνισμένες ταπετσαρίες και τις λάμπες χαμηλών βατ, τις ξάπλωνα στα κολλώδη σεντόνια για να απορροφήσω από το σώμα τους την εξάντληση και την καύση των διαδρομών σ’ έναν χάρτη που σταδιακά γνώριζαν καλύτερα από τους ντόπιους, ενώ απόδιωχνα από τα πέλματά τους τα περπατήματα μέχρι τις άκρες της πόλης. Εκεί, στα πρώτα αγκαλιάσματα που πάντα έχουν κάτι από υποκριτική, προσπαθούσα να μουσκέψω το ξεραμένο από τις συνεχείς κουβέντες προώθησης των προϊόντων στόμα τους, ενώ από κάποια ιδιόρρυθμη επιθυμία να γνωρίσω βαθύτερα την πόλη, προσπαθούσα να εντοπίσω στο σώμα τους σημάδια και οσμές της.

10153875_443230892474184_615417695_n

Αναπόφευκτα ενώθηκα με αυτά τα σώματα των γυναικών που την έτεμναν διαγωνίως στα περάσματά τους, χαράζοντας εγκάρσιες τομές στις συνήθεις, διαδρομές των γηγενών, τις περιορισμένες σε μια ορθογώνια κανονικότητα· τις αγκάλιαζα από πίσω έτσι όπως στρέφονταν κάθε φορά και σε άλλη κατεύθυνση, καθώς τα κρεβάτια των δωματίων τους είχαν όλους τους προσανατολισμούς, κατευθύνοντας εν αγνοία τους την πορεία των ονείρων τους ή έστω την εκκίνηση αυτών. Οι παρουσίες τους, γυμνές από το κουκούλι της εντοπιότητας αλλά προνομιούχες με εκείνα που δεν θα δουν ποτέ οι γηγενείς, μου έμοιαζαν με ακτίνες που χάραξαν την Θεσσαλονίκη. Στην άλλη άκρη της, οι υμνητές της πόλης την αναπολούσαν ως σταυροδρόμι κόσμων αλλά την άφηναν στο παρελθόν, πέτρινη και απολιθωμένη, αγνοώντας πως ακόμα την περπατούν οι ξένοι και οι ξένες, βηματιστές και βηματοδότες της, και πως αυτοί παραμένουν οι αντιπροσωπευτικοί της κάτοικοι, από τους φοιτητές μέχρι τους εμπόρους και τους ταξιδιώτες, και οπωσδήποτε εκείνες οι γυναίκες, που άφησαν τα ίχνη τους στην πόλη κι ίσως κι εγώ, που μερικές φορές τολμώ να σκέφτομαι πως άφησα δικά μου ίχνη μέσα τους.

Κι ύστερα, όταν τα ξενοδοχεία έμεναν άδεια, αναζητούσα τις μόνιμες παρουσίες στους ίδιους αυτούς δρόμους, τους γεμάτους ταπεινά εμπορικά μαγαζιά, βιοτεχνίες ενδυμάτων, αποθήκες υφασμάτων, ραφεία και φασωματάδικα. Πώς μπορούσα να αγνοήσω τις γυναίκες που ανέπνεαν σ’ εκείνο το κομμάτι της πόλης, που μελαγχολικό και ανεπιθύμητο είχε εκδιωχθεί από την τουριστική της μυθολογία, η οποία είχε ορίσει ως αυστηρά της όρια την πλατεία Δικαστηρίων κι έπειτα, αποστρέφοντας το βλέμμα της από την πλευρά των ΚΤΕΛ των βόρειων πόλεων και των σιδηροδρομικών σταθμών, παλιού και νέου. Τις αναζητούσα στις μπουτίκ ρούχων που έχουν παρατηθεί σε άλλη εποχή, όπως καταμαρτυρούσαν τα καλλιγραφικά στις πινακίδες, στα αγιογραφεία και τα κηροπλαστεία, στα ηλεκτρικάδικα της Δωδεκανήσου, στα κατάμαυρα μαγαζιά ανταλλακτικών στους απόδρομους του Βαρδαρίου.

Night Stories (2008). Sally Storch (American).

Στα ταξιδιωτικά γραφεία με τις σκονισμένες βιτρίνες όπου ανάμεσα στα ξεθωριασμένα διαφημιστικά μπορεί να βρισκόταν από χρόνια μια μεταλλική μινιατούρα ενός άλλοτε μοντέρνου αεροσκάφους, διάβαζα βαλκανικούς προορισμούς, όπου ανάμεσα σε άγνωστα τοπωνύμια έβρισκα με συγκίνηση μια μακρινή ανάμνηση από το ξεφύλλισμα παλιών γεωγραφικών τόμων στο παιδικό μου δωμάτιο, τότε που σημείωνα με περιέργεια ονόματα όπως Νοτιοσλαυΐα και Ναϊσσός. Έμπαινα να δω την γυναίκα που μεσίτευε τέτοια ταξίδια στη μέση του χειμώνα, ενδιαφερόμενος χωρίς καν να έχω τα χρήματα· κι αν στην δήλωση πως θα ταξίδευα μόνος, εκείνη μετά την πρώτη αμηχανία χαμογελούσε με κατανόηση, σαν να γνώριζε το είδος της μοναξιάς μου, έπαιρνα τα φυλλάδια κι έφευγα, για να επιστρέψω άλλη μέρα και να ρωτήσω για άλλο ταξίδι. Κι εκεί, μπροστά στο γραφείο της, κοιτάζοντας αμήχανα τα σημαιάκια των χωρών και τις ξεθωριασμένες αφίσες στους τοίχους, με τα περίκομψα εκκλησιαστικά μνημεία της Γιουγκοσλαβίας (τώρα χαρτογραφημένα σε χώρες με άλλα ονόματα και αγνώριστα από τους βομβαρδισμούς), ταξίδευε σιγά σιγά μια συνένοχη επικοινωνία.

Αναρωτιόμουν πώς ερωτοτροπούν οι κοπέλες που περνούν τις μέρες τους πίσω από τα θαμπά τζάμια και δεν σηκώνουν παρά για λίγο το βλέμμα προς τον δρόμο προτού το επαναφέρουν στην χειροτεχνία τους· πως ψηλαφούν το άλλο σώμα με τα κουρασμένα τους δάχτυλα, ποια μυρωδιά θησαυρίζει το σώμα τους από τις πολιτείες των υφασμάτων και των χαρτικών που εγκατοικούν, πώς υποδέχονται και πως φαντασιοκοπούν. Ένας ατέλειωτος θηλυκός κόσμος που δεν καταγράφτηκε σε καμία περιπλανητική γραφή, άξιζε την αγκάλη και το χάδι κι εγώ προσφερόμουν, πρόθυμος έξω από τις βιτρίνες τους.

Robert Bluj (24)

Στις περιπλανήσεις μου συχνά εστίαζα σε κάποια γυναίκα που έμπαινε στους βυζαντινούς ναούς της πόλης για να ανάψει ένα κερί ή στεκόταν απέξω, περιμένοντας κάποιον, ανυποψίαστη για το ταίριασμά της με την ωραιότητα των κτισμάτων ή την διαχρονικότητα που μόλις αποκτούσε η μορφή της δίπλα στο καλλιτέχνημα μιας απόμακρης αιωνόβιας εποχής αλλά και για το γεγονός ότι μόλις μετατρεπόταν η ίδια σε ναόσχημη δέσποινα. Την προσκαλούσα στο σπίτι μου και την ξάπλωνα ανάσκελα σε σχήμα σταυρού, έκπληκτη μα με κάποιο τρόπο περίεργη για την μελέτη της κάτοψης που μόλις αντιλαμβανόταν ότι ενσάρκωνε. Το σώμα της μετατρεπόταν σε επιμήκη βασιλική, με κεντρικό κλίτος τον κορμό της ενώ τα χέρια της απλωμένα σε οριζόντια στάση όριζαν δυο πλάγια κλίτη ή, σύμφωνα με άλλη άποψη, το σχήμα του ελεύθερου σταυρού, ενός σχετικά σπάνιου τύπου ναοδομίας.

Η ιδιαιτερότητα του σαρκικού της αρχιτεκτονήματος όφειλε πολλά στα στήθη της που ως δυο μαλακοί τρούλοι επιστέφονταν από τις ρώγες, που αντικαθιστούσαν επάξια τον σταυρό ως σύμβολα περίοπτα και λατρεύσιμα. Η είσοδος στον ναό της προφανώς γινόταν από την θύρα του φύλου της, ενώ το κεφάλι της ως μια σφαίρα εγκιβωτισμένου πνεύματος αποκτούσε θέση αψίδας του ιερού. Τα πόδια της ήταν οι μακριές στοές που οδηγούσαν στην πύλη, οι ώμοι της θολωτά ημισφαίρια, τα γόνατά της σταυροθόλια, οι αγκώνες της τεταρτοσφαίρια, ο αφαλός της άμβωνας, οι μασχάλες της «λιτές», οι κόγχες των μοναστηριακών ναών, όπου αντί για την εκεί ψαλλόμενη χορωδία, εδώ έθαλπε καλά φυλασσόμενη ευωδία.

Sarkis Muradyan

Η περιφορά μου στην πόλη μου συνεχώς πρόσφερε πρόσφορες γυναίκες, ψηφίδες μιας αχανούς τοιχογραφίας που δεν έμενε ποτέ στατική, καθώς ζωγράφιζε διαρκώς νέους τόπους και πρόσωπα. Τις αναζητούσα στα μπαλκόνια των παλιών πολυκατοικιών, που, ακάλυπτα στο χάος ή σκεπασμένα με τις τέντες με τα μπλε ή πράσινα υφάσματα, έμοιαζαν με κουπαστές σε καράβι όπου είχαν μπαρκάρει σε προδιαγεγραμμένο πλου. Εστίαζα στις νοικοκυρές έβγαιναν με τα σπιτικά τους ρούχα για να τινάξουν την σκόνη της καθημερινότητας· ποθούσα αυτές τις νέες γυναίκες που σπούδαζαν τα οικιακά ενώ ονειρεύτηκαν άλλου είδους ειδικότητες και που τώρα, τυλιγμένες με τις ρόμπες τους, τακτοποιούσαν στα παράπλευρα μπαλκόνια της κουζίνας ό,τι δεν χωρούσε στο εσωτερικό, ισόρροπες σε κρεμαστά νοικοκυριά. Κατάφερνα να με δεχτούν ως ένοικο σ’ ένα από τα δωμάτιά τους, όπου βηματίζαμε όλα τα στάδια της οικειότητας μέχρι να καταστούμε ένοικοι μιας ιδέας έρωτα, παραμερίζοντας για λίγο χρόνο την δεδομένη μας απόκλιση, αναγνωρίζοντας την πρόσκαιρο ενοικιοστάσιό του.

Ο δρόμος ήταν ούτως ή άλλως το απόλυτο σημείο συνάντησης. Κάποτε όριζα ένα κριτήριο τυχαίο, ή σύμφυτο με τις αισθητικές μου προτιμήσεις – ρούχα με αποχρώσεις πράσινου ή πορτοκαλοκίτρινου, ένα σχέδιο στην τσάντα ή μια κορδέλα στα μαλλιά· άλλοτε προεπέλεγα μια ιδιαίτερη ιδιότητα: μοναχική θεατής σε απογευματινή παράσταση συνοικιακού κινηματογράφου, σκεφτική περιπατήτρια σε έρημο κυριακάτικο δρόμο, προσηλωμένη για ώρα στην βιτρίνα κάποιου βιβλιοπωλείου, αναποφάσιστη μπροστά στις σοκολάτες ενός περιπτέρου, κάποια που βηματίζει αργά, για να ξεγελάσει την αόρατη μηχανή που την είχε ρυθμίσει σε ανώτερες ταχύτητες ή η πρώτη που θα γυμνώσει τα μπράτσα της ή φορέσει πέδιλα στις αρχές της κρύας άνοιξης που αργεί, πάντα αργεί σε αυτή την πόλη.

John Berger, Ways of seeing

Απολάμβανα εκείνο το παιχνίδι μιας ιδιότυπα κατευθυνόμενης τυχαιότητας και αφοσιωνόμουν στο εκάστοτε διαλεκτό κορίτσι· το ακολουθούσα σε ολόκληρη την διαδρομή του μέχρι το κυλικείο της σχολής ή το φροντιστήριο των ηλεκτρονικών υπολογιστών, τις αφετηρίες των λεωφορείων, τις πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες όπου αφοσιωνόμουν στην δική της αφοσίωση, τους πάγκους της φοιτητικής λέσχης όπου διάλεγε μεταχειρισμένα κόμικς (περίμενα να σκαλώσει το βλέμμα μας στην ίδια σελίδα με τα ερεθιστικά καρέ και να συμφωνήσουμε χωρίς λόγια να τα αναπαραστήσουμε), σε κινηματογραφικά αφιερώματα άγνωστων δημιουργών και ελάχιστων θεατών, στα φωτοτυπεία της Μελενίκου, στα καθαριστήρια της Ολύμπου, στα γαλακτοπωλεία της Φιλίππου, στα ψιλικατζίδικα της Αρμενοπούλου, στα υδραυλικάδικα της Αρριανού. Μπορούσα για μέρες να την παρακολουθώ, κάποτε και για μήνες, μέχρι να βρω την κατάλληλη στιγμή να της μιλήσω, πάντα με μια ανύποπτη αφορμή, χωρίς να μάθει ποτέ πως η γνωριμία μας έχει πολεοδομηθεί με χαρτογραφική ακρίβεια.

Άλλοτε έμπαινα στα χριστιανικά βιβλιοπωλεία, όπου χαμηλοβλεπούσες κοπέλες με μακριές φούστες και πλεγμένα μαλλιά, χρεωμένες σ’ έναν τρόπο ζωής που ταύτιζε την θεολογία με την στέρηση, αντάλλαζαν την νεότητα με την υποταγή σε κανόνες που ιεροκρυφίως ονομάστηκαν ιεροί από αμφίβολους μεσίτες του θείου. Έμπαινα μέσα και ξεφύλλιζα τα μικρά βιβλιαράκια με τους βίους των αγίων, αναζητώντας μάταια κάποια ξεχωριστή αφήγηση ανάμεσα στις δραματικά επαναλαμβανόμενες ιστορίες. Εκείνες απαντούσαν με υπομονή στις βιβλιογραφικές μου ανησυχίες αποφεύγοντας να με κοιτάξουν στα μάτια, ενώ στο αδιόρατο λακκάκι παραπλεύρως του άνω χείλους διέβλεπα ήδη την άφεσή τους στην εξίσου εξαγνιστική λειτουργία της σαρκικής ένωσης και την αναγνώριση πως το χρέος μας απέναντι στα αξέσπαστα σώματα της χορείας των αγνών αγίων είναι ακριβώς η ευφρόσυνη χρήση των δικών μας.

TAV5 - shawna

Σειρά είχε ένας από τους θηλυκούς πνεύμονες της πόλης, όπου ζούσε το κάθε κορίτσι που ήρθε να σπουδάσει. Το δωμάτιό της ήταν ένα τυπικό δείγμα της φοιτητικής οικογραφίας: στενό γραφείο, μονό κρεβάτι, πετρογκάζ στην κουζίνα· στις αφίσες μαυρόασπροι φωτογράφοι και Γάλλοι ιμπρεσιονιστές, Λωτρέκ και καμπαρέ, Μόρρισον και Τσε. Κάποια κουκλάκια υπενθύμιζαν το κορίτσι που δεν επιθυμούσε να αφήσει πίσω. Μια μικρή τηλεόραση μαρτυρούσε την αποδοχή της δεδομένης μοναξιάς. Σε μια παράξενη αντίφαση, εκείνα τα άδεια, άχρωμα σπίτια αντιστοιχούσαν στο μοναδικό διάλειμμα ελευθερίας που προβλεπόταν σε μια παραδοσιακή γραμμική αφήγηση οικογενειακών καταστάσεων· ένας κενός χώρος με τα απολύτως απαραίτητα μεσολαβούσε ανάμεσα στο βαρυφορτωμένο πατρικό και στο «σπιτικό» που την περίμενε αργότερα.

Θυμάσαι καλά τις κοινές σας ώρες: γυμνές λάμπες, κάποιες αντανακλάσεις από τον ακάλυπτο, ηχητική υπόκρουση από τις γειτονικές κουζίνες, τηγανισμένο κρεμμύδι στον φωταγωγό κι ένα άγουρο γυναικείο σώμα που δεν γνωρίζει τα κατατόπια αλλά αναγνωρίζει πως ο μέσος όρος των κατάλληλων στιγμών να αλωθεί καταλήγει σε αυτή την συγκυρία. Τότε η αμήχανη λογοδιάρροια του καθιστικού γίνεται σιωπή της κρεβατοκάμαρας. Ένας ψίθυρος χάνεται προτού σκορπίσει, ένα σώμα που περιμένει ανάσκελα και δεν θα ανοίξει περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται να υποδεχτεί έναν τυπικό καλεσμένο. Όφειλες να συνηθίσεις εκείνο το είδος κοριτσιού που ζει την καθημερινότητά του χωρίς εξάρσεις – το ραδιόφωνο κολλημένο σ’ έναν σταθμό, το βιβλίο της σχολής ανοιγμένο στη μέση, ένα μυθιστόρημα παρατημένο στην ίδια σελίδα, χρεωμένο για τις ώρες που δεν υπάρχει απολύτως τίποτε άλλο να κάνει.

Joe Velez - Carolina RecliningΤο βράδυ αφηνόταν παθητικά στο αγκάλιασμά σου, με την άγνοια των κινήσεων που υποτίθεται πως διαπλέκουν τα νήματα του ερωτικού πλαγιάσματος, ριγμένη σε μια ελευθερία πρωτόγνωρη, χωρίς οδηγίες χρήσεων. Η φοιτήτριά σου μπορεί και να άφηνε αναπάντητα τα ερωτήματα που της απευθύνονταν σε στιγμές ερεθισμού ή να ψέλλιζε κάποια συγκατάβαση, μάλλον συγκαλυμμένη με τον φόβο μην κριθεί υπερβολικά διαχυτική. Άλλοτε ντροπαλές μονολεκτικές απαντήσεις μπορεί να έβαφαν ιδιαίτερα την ατμόσφαιρα, υπό τον όρο ότι είχαν μια απόχρωση κατάφασης.

Θα σκέφτεσαι πως η «ερωτική Θεσσαλονίκη» μάλλον εγκλωβίστηκε στα φοιτητικά διαμερίσματα και πάγωσε από τις ανεπαρκείς σόμπες που άφηναν τα ενδότερα αθέρμαστα και μουχλιασμένα και πώς να ερωτιστούν οι μαθητευόμενοι εραστές με ξυλιασμένα δάχτυλα; Θα την βγάζετε με τριπλά ρούχα μες το σπίτι και θα συνηθίσεις ακόμα και την μυρωδιά του πετρελαίου στα αυλάκια των δαχτύλων της ενώ έξω στους δρόμους τρεμάμενοι θα τρέχετε να κρυφτείτε από τον βαρδάρειο δαρμό.

IslBG

Η ιστορία σας θα παλεύει διαρκώς με το τέρας της ανίας. Θα διαπιστώσεις ότι η συνύπαρξη των αγνώστων δυο δεν καταλαγιάζει τις πολλαπλάσιες ανησυχίες ενός. Εκείνη μπορεί να αρκείται παθητικά ή εξυπνότερα από σένα σε μια απλή καθημερινότητα που επαναλαμβάνεται με καθιερωμένη σειρά, όπως θα συμβεί και με τις ερωτικές σας στιγμές. Το μυαλό σου θα συγκρατήσει δυο τρεις εξάρσεις – το πρωινό που έφτασες από ταξίδι ξημερώματα και την αιφνιδίασες, σκεπασμένη κάτω από το κρύο πάπλωμα, επιδεικνύοντας μια βιαιότητα που επέτρεψε χάρη στο άλλοθι της νύστας ή τις αποχωρισμένες ημέρες.

Κάποτε θα διαπιστώσεις ότι εκείνο που έσμιγε δεν ήταν παρά δυο στελέχη με κενό ανάμεσά τους, όπου χυνόταν η ρευστή ενέργεια δυο σωμάτων που μένουν ασύμβατα. Θα αποχωρήσεις με μια δικαιολογία σε όλες τις διακυμάνσεις της ψευδομαρτυρίας. Θα σου κρατήσει μούτρα, πιστή σ’ ένα πρωτόκολλο που θεωρεί τους πρώην εραστές δεδηλωμένους αντιπάλους και την φιλία τους δείγμα γελοίου «ευρωπαϊκού» πολιτισμού. Θα την βλέπεις τυχαία και θα προσποιείστε τους αγνώστους, ή θα αποκτάτε εκείνο το επιτηδευμένο ύφος της αυτάρκειας. Ίσως κρυφά γράψετε και οι δυο στην πίσω σελίδα ενός ημερολογίου έναν αύξοντα αριθμό. tumblr_ndn86zv5J71qfbon7o1_1280

Κάποιες φορές θα την φαντασιώνεσαι, όπως φαντασιωνόμαστε ένα σώμα που κάποτε είχαμε διαθέσιμο δίπλα μας αλλά δεν γνωρίζαμε πώς να πλάσουμε την ζωή που μαντρώσαμε στα αμφιθέατρα και τα σπουδαστήρια, ενώ τα βράδια επιστρέφαμε ο καθένας στην γκαρσονιέρα του. Όσο μεγαλώνεις θα σκέφτεσαι πως σήμερα θα κινούσες διαφορετικά τα πράγματα. Άλλοτε πάλι, θα περιγελάς τις πρωθύστερες δοκιμές και θα επιθυμείς να επιστρέψεις σ’ εκείνη την λευκή κατάσταση της άγνοιας και της αδημονίας.

Οι πρώτοι τόποι ερωτικής αναζήτησης ήταν οι σταθμοί των τραίνων· οι αποβάθρες τους αντιπροσωπευτικά δειγματολόγια της ταξιδεύουσας θηλυκότητας. Διέσχιζα με γρήγορο βήμα τους χώρους αναμονής και τις πλατφόρμες μέχρι να εντοπίσω το κορίτσι στο οποίο θα επικέντρωνα το ταξίδι. Ένα συλλογισμένο πρόσωπο, μια αλλοπαρμένη έκφραση, ένα φευγαλέο χαμόγελο αποτελούσαν μερικά από τα κριτήρια που έδιναν ένα παιγνιώδες ξαλάφρωμα στην κρίσιμη στρατηγική. Η επόμενη κίνηση απαιτούσε ιδιαίτερη μεθοδικότητα: την στιγμή που έφτανε ο συρμός και όλοι κοιτούσαν τα μικρά χαρτονένια εισιτήρια για να εντοπίσουν τον αριθμό του βαγονιού τους σκάλωνα τα μάτια μου στην επίλεκτη παρουσία. Γνωρίζοντας πλέον το κουπέ της μπορούσα να περιμένω υπομονετικά την έξοδό της προς τον διάδρομο ή την κουζίνα, έτοιμος για αυτοσχέδια τετριμμένη συζήτηση. Lucian Freud, Girl with a White Dog, 1951

Στην πρόζα της γνωριμίας των πρώην αγνώστων οι αρχικές σελίδες είναι ίδιες και απαράλλαχτες. Οι πρώτες λέξεις, τυπικές και προβλέψιμες, πιθανώς είναι η αρχή μιας ακόμα παραλλαγής του μυθιστορήματος που λέγεται έρωτας· είναι αδιάφορο αν είναι οι λιγότερο ενδιαφέρουσες του κειμένου· είναι απαραίτητες και αυτό τις καθαγιάζει. Με τον τρόπο αυτό συνήψα ερωτικές σχέσεις ελάχιστης διάρκειας οκτώ σιδηρόδρομων ωρών. Οι επιβάτισσες τροχοδρομούσαν την χαμένη αίγλη του απρόβλεπτου και του περιπετειώδους. Η λίκνιση στα βαγόνια έμοιαζε με προοίμιο του χορού μας στα αθλήματα της κλινοπάλης. Διαπιστώναμε πως οι εναγκαλισμοί στις τουαλέτες διαφέρουν από τον κινηματογράφο, ο οποίος κρύβει τα ακανόνιστα τραντάγματα που διαταράσσουν την συμμετρική κίνηση της ερωτικής πράξης, ενώ αποσιωπάται η έντονη οσμή του κάτουρου. Την συνήθισα όμως κι έκτοτε η μυρωδιά της αμμωνίας μού προκαλεί ιδιαίτερους συνειρμούς.

Ανοιγόμασταν δίπλα στα ανοίγματα των παραθύρων – μπροστά μας πεδιάδες εξομολογήσεων και δάση υπονοούμενων – και καταφεύγαμε στο τέρμα του βαγονιού, που, έτσι που ηχούσε σαν τα πιατίνια των κρουστών, κάλυπτε κάποιες λέξεις των προγραμματικών μας δηλώσεων, φυτεύοντας στην συνομιλία μας μυστηριώδη χάσματα. Στους μικρούς σταθμούς «στην μέση του πουθενά» χυνόμασταν έξω ακριβώς για να δούμε πώς ακριβώς είναι αυτό το «πουθενά» και τι είδους σταθμαρχεία μπορούμε να διασπείρουμε σε προσωπικές διαδρομές· κάποτε σπεύδαμε να πάρουμε καφέ για να καθυστερήσουμε την υποταγή στο εφιαλτικό ρόφημα της τραπεζαρίας του συρμού. Ξοδεύαμε μέχρι και το τελευταίο δευτερόλεπτο· το τραίνο σφύριζε έτοιμο να φύγει κι εμείς μόλις το προλαβαίναμε, μούσκεμα στην αδρεναλίνη, απαραίτητο καύσιμο στο δικό μας ταξίδι πάνω στο ταξίδι. Irvig Herrera_Mexico_artodyssey (20)

Η τυχαιότητα της συνύπαρξης γινόταν σαφώς δυσκολότερη στο ταξίδι με λεωφορείο, καθώς το σώμα περιοριζόταν σ’ ένα κάθισμα και αντιστοιχούσε σ’ έναν επιβάτη, που σύμφωνα με τους αλάνθαστους νόμους της ειρωνείας προέκυπτε πάντα αδιάφορος και ασύμβατος. Οι δυο μοναδικές ευκαιρίες επέμβασης στο πεπρωμένο που όριζαν τα αριθμημένα εισιτήρια συμπιέζονταν στις δυο ημίωρες στάσεις, όπου η συμπυκνωμένη σκέψη μετατρεπόταν σε ενορχηστρωμένη δράση. Ο τόπος της δοκιμασίας δεν ήταν άλλος από τα εστιατόρια και τα καφέ της εθνικής οδού, εκείνες τις νησίδες που έμοιαζαν εκτός γεωγραφίας, στην άκρη μιας παράλληλης ζωής. Βγαίναμε νυσταγμένοι στους αέρηδες της νύχτας και σερνόμασταν σ’ εκείνα τα απαρχαιωμένα κτίσματα, όπου μας περίμεναν κουρασμένοι μάγειρες μπροστά από φαγητά βουτηγμένα σε πηχτό λάδι που ζάρωνε σαν υποκίτρινο σεντόνι.

Τότε πλησίαζα το κορίτσι, που ήταν σχεδόν έτοιμο να αιωρηθεί από τα ψυχρά ρεύματα και μοιραζόμασταν τετριμμένα τρίμματα φράσεων έξω από το αναψυκτήριο προτού το αφήσουμε πίσω μας σαν παροπλισμένο πλοίο σε σκοτεινή ξέρα και αναχωρήσουμε με το νυχτερινό όχημα που έμοιαζε ακίνητο ενώ έξω χάνονταν δεξιά κι αριστερά μας κινούμενα φώτα. Κι εκεί, όταν οι λέξεις σιγά σιγά έφθιναν, εκείνη εμπιστευόταν την αποκοίμισή της στον ώμο μου, μια από τις τρυφερότερες περιστάσεις που μπορούν να μοιραστούν δυο άγνωστοι.

Paula Rego; Funda‹o; Casa das Hist—rias Paula Rego; Carlos Pombo; fotografo@carlospombo.pt

Ακόμα και σήμερα που ταξιδεύω πλέον στην αφόρητη μοναξιά του αυτοκινήτου, κάθε φορά που σταματώ σ’ αυτά τα μέρη, από συνήθεια ή από κάποια υπογείως νοσταλγημένη διάθεση, αναζητώ κάποιο πρόσωπο που υποκρίνομαι πως συνταξιδεύουμε στο ίδιο λεωφορείο και ενορχηστρώνω για άλλη μια φορά την αλάνθαστη προσέγγιση. Δεν καταφέρνω τίποτα όμως, γιατί οι εποχές έχουν αλλάξει και οι βεβιασμένες στάσεις των άλλων αφιερώνονται εξολοκλήρου σε κάτι ηλεκτρονικά μαραφέτια που απορροφούν όλη την προσοχή τους.

Υποθέτω είναι αδιάφορο αν όλα αυτά συνέβησαν πραγματικά ή επινοήθηκαν με την έμπνευση που μόνο η μοναξιά μπορεί να εκπνεύσει. Τι σημασία έχει αν έζησα κάποια από αυτές τις ιστορίες ή τις έπλεξα σε αυθαίρετες πλοκές εσωτερικής δράσης και μονολογικής ενορχήστρωσης; Κάποτε η ίδια η σφοδρότητα με την οποία τις επιθυμείς τις ζωντανεύει σε σημείο πραγματοποίησης. Αναρωτιέμαι μάλιστα αν υπήρξα ποτέ και ο ίδιος ένας κατά φαντασία εραστής στο μυαλό κάποιας γυναίκας με την οποία διασταυρωθήκαμε σε κάποιο από αυτά τα μέρη. Ακόμα και τώρα, που αποδιώχνω όσες περισσότερες ψευδαισθήσεις μπορώ, τολμώ να σκέφτομαι πως μπορεί να αφέθηκα κι εγώ στη βούληση μιας αλλότριας έμπνευσης και πως ανυποψίαστος προσκλήθηκα σε τέτοιους αυτοσχέδιους έρωτες.

Freud, Lucian - Ib And Her Husband (detail)

Τότε θα γινόμουν ταυτόχρονα συγγραφέας και ήρωας δυο μυθιστορημάτων, σ’ εκείνο που επινόησα και σ’ εκείνο που με επινόησαν, χαρακτήρας σε δυο κείμενα που δεν γράφτηκαν ποτέ αλλά κατασκευάστηκαν με τις ασύλληπτες ταχύτητες των συνειρμών και με το άλεκτο υλικό της φαντασίας. Κι έτσι για λίγο, έστω ανέκφραστα και ανομολόγητα, δημιουργός και δημιούργημα, θα ξεπερνούσαμε την ίδια την λογοτεχνία, ως χαρακτήρες υπαρκτοί, σε αναπαράσταση που θα μπορούσε να γίνει ζωντανή παράσταση και αληθινή περίσταση, ιστορημένοι σε ατέλειωτο ιστό ιστοριών που όχι μόνο διηγούμαστε αλλά και πλεκόμαστε εντός του, ιστοριών που είναι το μόνο ανθεκτικό μας υλικό.

Καλλιτέχνες: Sergey Bakir, Johannes Hüppi, Otto Mueller, Robert Bluj, Sahin Demir, Γιώργος Ρόρρης, Philip Pearlstein, Sally Storch, Robert Bluj, Sarkis Muradyan, John Berger, Carl Dobsky, Joe Velez, Robert Bluj, Erik Thor Sandberg, Lucian Freud, Irvig Herrera, Paula Rego, Lucian Freud.

Copyright: Περιοδικό (δε)κατα και ο υπογράφων.

Advertisements

3 Responses to “Τόποι άτοπων ερώτων [Θεσσαλονίκη, 1986 – 2001]”


  1. 2 homopoliticus
    Μαΐου 11, 2015 στο 6:33 μμ

    Υπέροχο κείμενο


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Μαΐου 2015
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ.   Ιον. »
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 976.820 hits

Αρχείο

Advertisements

Αρέσει σε %d bloggers: