Θοδωρής Ρακόπουλος – Νυχτερίδα στην τσέπη

Ρακόπουλος Εξώφυλλο

Η ευρηματική ποιητική μιας εναλλακτικής πεζότητας

Η ανάγνωση αυτών των διηγημάτων είναι μια ιδιαίτερη εμπειρία. Πρώτα χτίζεται ένα ένα στέρεο, εικονοπλασμένο και συνάμα φευγαλέο, ρευστό περιβάλλον ή γκρεμίζεται κάθε σκηνικό, αφήνοντας τους χαρακτήρες έκθετους, έρμαια στην φαντασιώδη ευρηματικότητα του συγγραφέα. Οι χαρακτήρες αιχμαλωτίζουν την προσοχή σου, προσκαλώντας τις καταλληλότερες λέξεις για να εξιστορήσουν ό,τι αξίζει να εξιστορηθεί, ξεκινώντας από την μέση, την άκρη, ή οπουδήποτε αλλού. Δεν μπαίνεις οποιαδήποτε στιγμή σε αυτές τις ιστορίες, συνιστώ πολλαπλές αναγνώσεις σε διαφορετικούς χρόνους. Άλλωστε τα ίδια τα διηγήματα έχουν πολλαπλές αναγνώσεις: τουλάχιστον ως προς αυτό διαθέτεις την έσχατη ελευθερία να επιλέξεις ερμηνείες ρεαλιστικές ή υπερεαλιστικές· μπορείς να κρατήσεις την ψίχα μιας γλυκόπικρης καθημερινότητας που απλά τιμάται με πραγματική λογοτεχνία, μπορείς και να σκάψεις για όσα υποκρύπτονται και υπονοούνται.

pat

Θα επιχειρήσω να ξαναμπώ σ’ εκείνες που με προσκαλούν συχνά, μέσω του αφηγητή τους. Πρώτα κλείνομαι στο διαμέρισμα της εργατικής πολυκατοικίας κάπου πολύ μακριά από εδώ, για να μαντέψω παρέα με τον αφηγητή τις τρεις κοπέλες που μένουν δίπλα. Τις Κυριακές όπου όλοι ανασκουμπώνονται στην εθνικότητά τους εκείννες υποδέχονται έναν τεράστιο κύριο που κουβαλάει σακούλες, κι εμείς αναρωτιόμαστε τι κάνει εκείνος ο γίγαντας στα θολά τους σώματα σ’ αυτή την θαμπή πόλη, τι του μαγειρεύουν κι οι διάδρομοι είναι μονίμως σε μυρωδική καταχνιά και ποιες εικόνες καλύπτει η αιθάλη από τις κατσαρόλες. Μόνο μαντεύουμε μέσα από τους τοίχους από τσιγαρόχαρτο, όσα δεν λέγονται αλλά κάλλιστα γράφονται, για το τι συμβαίνει πίσω από την πόρτα που έχει το αυτοκόλλητο με τα χερουβίμ. Και κάποτε αυτός ο άντρας, που λέγεται πως είναι Αντβεντιστής της Εβδόμης Ημέρας αντιστρέφει τους όρους, αυτός είναι που ζηλεύει εμάς στην αιώνια Κυριακή μας, αυτός μαντεύει στους τοίχους το απολαυστικό μας κάπνισμα παρέα με τις τρεις γυναίκες και προσπαθεί να ξορκίσει τους ζηλευτούς καπνούς στα σώματά τους μαγειρεύοντας… (Το τάγμα των Σεραφείμ και Χερουβείμ προστατεύει αυτό το σπίτι).

Stan VanDerBeek- A La Mode ,1958

Άλλοτε συνοδεύω τον αφηγητή εκεί που στου Ζωγράφου έχει μια τεράστια ανηφόρα που καβαλάνε τα αργά λεωφορεία [Οι λύκοι μιλούσαν τη γλώσσα της]. Τις πρώτες φορές του έμοιαζε κομμάτι από σκηνικό που δεν ανήκε σε κανέναν και κάποιος απλώς ξέχασε να ξεμοντάρει. Τώρα διασχίζει και πάλι τα καυτά πεζοδρόμια, προφανώς στο μέσο του καλοκαιριού, με τα ψώνια της λαϊκής για την γυναίκα που τον περιμένει στο σπίτι· κάποτε και περισσότερα από όσα του ζητάει, για να χαμογελάσει ο μανάβης, να μην γεμίσει η άσφαλτος λαχανικά. Στην άκρη της διαδρομής, εκείνη τον περιμένει φορώντας τα σεντόνια, κι αφού την ξετυλίγει στάζει πάνω της αμίλητος, για ώρα. Αν μπορώ να δω καθαρά, μετά από την τελετουργία των σωμάτων ακολουθεί εκείνη των αφηγήσεων· τότε είναι που ξεκινάει ακόμη μια ιστορία, με την ζέστη της μαγειρικής να θεριεύει την κάψα της αφήγησης. Σύντομα η ανεπάρκεια των αφηγήσεών του θα τον στείλει στον δρόμο κι ύστερα πάλι πίσω, σπίτι της, για το αφηγηματικό του κρεσέντο. Εκτός αν εκείνη τον έχει και πάλι προλάβει…

Profilkopf Selbstbildnis (1930)

Κι ύστερα μπλέκομαι σε ιστορίες των φορτηγατζήδων όπου μια Δανάη γίνεται ολοένα και πιο όμορφη και περιμένει πάντα στο τέλος του δρομολογίου. Στο ξενοδοχείο το κρεβάτι τρίζει σε κάθε κίνηση κι εμείς τους ακούμε στο διπλανό δωμάτιο, την στιγμή που τελειώνουν και αντί για βογγητό, στα τελευταία χτυπήματα στον τοίχο, η φωνή του ακούγεται καθαρά: Το όνομά μου είναι λεγεών. Είναι άραγε ο ίδιος αυτοκινητιστής που θα διηγείται στα βενζινάδικα πως οι τοίχοι στα επαρχιακά ξενοδοχεία είναι μπουκωμένοι μέχρι την στιγμή που ένας τύπος λερός χτυπάει μια πιτσιρίκα στον τοίχο κραυγάζοντας εκείνες τις λέξεις, κι ύστερα θα φεύγει, μονολογώντας «αφού με πιστεύουν, έτσι θα έγινε»; (Το όνομά μου είναι λεγεών).

DSC04173 β

Κάποτε μπαίνω σε δυο ναούς· στον πρώτο για να παρακολουθήσω μαζί του την ακίνητη και υπνωτισμένη γυναίκα στον γυναικωνίτη κι ύστερα να τους ακολουθήσω ως τον Κολωνό, να αδειάσουν το σπίτι πριν κλείσουν τα σαράντα. Η τηλεόραση μένει στο κέντρο του σαλονιού κι αυτός με αγκαλιασμένος με το ψυγείο μέσα στο ασανσέρ, μόνος του στο ένα σπίτι, μαζί της στο άλλο. Κι είναι χάρη στο ψυγείο που ο χαμένος τους προσκαλεί σ’ ένα ύστατο δείπνο, οι τρεις τους (Ψυγείο). Στον δεύτερο, για να σταθώ διακριτικά ανάμεσα στον αφηγητή και την Σωτηρία, που ξένοι στην πολιτεία που τους διαβάζει, ανακαλύπτουν μια μικρή, απομονωμένη σαν σε κέντρο κυκλώνα πλατεία και εισχωρούν εντός του, σε μια ατμόσφαιρα που περιγράφεται με μοναδικό τρόπο και που υπό την καθοδήγηση ενός νεωκόρου, που ακούγεται σαν τηλεφωνητής σε υπερπόντια κλήση και αργότερα σαν κήρυγμα σε κασσέτα, αγγίζουν φιλήματα άλλων ανθρώπων και εμβάσματα άλλων κόσμων (Νεκροκεφαλή).

Κούκλα από κρατούμενες φυλακών Θήβας

Και αγνοώ όσα αδιανόητα έχουν ήδη συμβεί και θα συμβούν αργότερα από την στιγμή που απαθανατίζεται στους Μεγάλους θηρευτές. Μόνο κρατώ πολύτιμο φυλαχτό τα λόγια του προσώπου που απευθύνεται στον αφηγητή: Να σκέφτεσαι λίγο και τους έρωτες που σε σκέφτονται, κι όσο κοντεύουνε οι μέρες, να κεντράρεις με το μικροσκόπιο στον πιο πολύχρωμο, αποκλείοντας τους άλλους που πεταρίζουν γύρω. Ανοίγοντάς τον σε προοπτική, σπάει ρόδι με αυτόν ένας κόσμος ολόκληρος, και παίρνει το σχήμα του ματιού σου, το βαθύ μαύρο που αγορίστικα σαν γελάς. Θέλει κι η αγάπη πότισμα, άγριο φυτό στις διακλαδώσεις του που χάνονται πουλιά, για εποχές ολόκληρες, δεν φτάνουν στα απέναντι φυλλώματα βουβοί κελαηδισμοί, θρόμβοι σφιχτοί στα σύρματα. Αποδημούν μονάχα, απορημένα. Ξανανταμώνουν με τα πρώτα σκάγια. [σ. 119]

thorodis rakopoulos

Σε αυτούς τους ευφάνταστους εναγκαλισμούς του συνηθισμένου και του παράδοξου, σε ιστορίες τόσο απλές και τόσο ευρηματικές, η ποιητική γραφή αποτολμά να πεζογραφήσει εκείνα που πράγματι συμβαίνουν αλλά δεν βρίσκουν τις λέξεις, τα άλλα που θα μπορούσαν να συμβούν, και τα τρίτα, που, όσο απίθανα κι αν μοιάζουν, για φανταστείτε αν συνέβαιναν… Ορισμένα από τα είκοσι κείμενα δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Εντευκτήριο, Το Δέντρο, unfollow, στά ηλεκτρονικά περιοδικά Μπονζάι και diastixo.gr, στα ιστολόγια του Εντευκτηρίου και του ΕΚΕΒΙ και στον συλλογικό τόμο Συντηρητές Μνήμης.

Εκδ. Νεφέλη, 2015, σελ. 121

Δημοσίευση και σε: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 193, με τίτλο Release the bats.

Η τελευταία φωτογραφία: Κούκλα από κρατούμενες φυλακών Θήβας.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

Τζιόρτζιο ντε Κίρικο – Αναμνήσεις από τη ζωή μου

de Chirico cover

Η «ωραία χρωματιστή ύλη» της μνήμης

Εκτός απ’ αυτές τις πράξεις της αλητείας και της φτηνής εγκληματικότητας, οι σουρεαλιστές έκαναν και πράγματα πολύ αστεία και διασκεδαστικά. Ένα αριστούργημα κωμικότητας ήταν οι συγκεντρώσεις στο σπίτι του Μπρετόν… Οι σουρεαλιστές πρέσβευαν γνησιότατα κομουνιστικά και αντιαστικά αισθήματα, επιδίωκαν πάντα να ζουν όσο γινόταν πιο άνετα, να ντύνονται πολύ καλά, να τρώνε φαγητά εκλεκτά, συνοδευόμενα από εξαιρετικά κρασιά, να μην δίνουν ποτέ ούτε μια δεκάρα ελεημοσύνη σε φτωχό, να μην κουνάνε ποτέ ούτε το δαχτυλάκι τους για τη βοήθεια κανενός που είχε ανάγκη υλική ή ηθική, για την ακρίβεια μάλιστα να μην εργάζονται καθόλου. Σ’ αυτή την ατμόσφαιρα του ψευτοστοχασμού και της εξεζητημένης αυτοσυγκέντρωσης, ο Μπρετόν διάβαζε με θανατερή φωνή, βηματίζοντας πάνω κάτω στο στούντιο, αποσπάσματα από τον Λωτρεαμόν. Απάγγελνε το ανοητάρι του Ισιδώρου Ντυκάς με ύφος σοβαρό… [σ. 123]

de chirico 2

… γράφει ο Τζιόρτζιο ντε Κίρικο κατά το ξεφύλλισμα των αναμνήσεών του από το Παρίσι και τους κύκλους των σουρεαλιστών, που έζησε από κοντά αλλά και συγχρόνως πάντα από κάποια απόσταση. Και το απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό πολλών σελίδων αυτής της πυκνής αυτοβιογραφίας: ο συγγραφέας εκφράζεται αυθόρμητα και ρεαλιστικά για όλα όσα έζησε αυτοπροσώπως, χωρίς να διστάζει να εκφραστεί με δηλητηριώδη ευθύτητα. Γράφοντας για το Παρίσι στο οποίο έφτασε το 1925 ο ζωγράφος περιγράφει την «πραγματική δικτατορία» που έχουν εγκαθιδρύσει οι έμποροι τέχνης, που μπορούν κατά βούληση να δώσουν αξία σε οποιονδήποτε ζωγράφο αλλά και αντίστροφα να εξαφανίσουν ακόμα και κάποιον καλλιτέχνη μεγάλης αξίας. Ένας δεύτερος κύκλος «εκφυλισμένων τραμπούκων, βουτυρόπαιδων, ακαμάτηδων και αυνανιστών» μιλάει για ένα σουρεαλιστικό κίνημα, υποταγμένος σ’ έναν αρχηγό που έχει αυτοχειροτονηθεί ποιητής και ονομάζεται Αντρέ Μπρετόν…

Giorgio de Chirico - The Silent Statue

Τα πρώτα κεφάλαια με τις πρώιμες αναμνήσεις του συγγραφέα έχουν το δικό τους ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τι συγκρατεί τότε από τα πράγματα εκείνος που αργότερα θα τα ζωγραφίζει με τον εντελώς δικό του τρόπο; Η πιο μακρινή στο χρόνο εικόνα του είναι μια κάμαρα μεγάλη και ψηλοτάβανη· κι ύστερα δυο στρογγυλά δισκάρια, τρύπια στη μέση, από την ανατολίτικη μαντίλα της μητέρας του – ένα σύμβολο τελειότητας. Στον Βόλο, σ’ ένα σπίτι πελώριο και θλιβερό σαν μοναστήρι, άρχισαν σύντομα να έρχονται τα πρώτα καλέσματα του δαίμονα της τέχνης. Και πρώτη εκδήλωσή τους υπήρξε η χαρά να ξεπατικώνει ζωγραφιές τοποθετώντας τις πάνω στο τζάμι του παραθύρου μ’ ένα φύλλο χαρτιού από πάνω.

de Chirico self-portrait-in-the-studio-1935

Η οικογένειά του βρέθηκε στον Βόλο λόγω της δουλειάς του πατέρα του, ο οποίος είχε αναλάβει την επίβλεψη της κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής που προχωρούσε στο εσωτερικό της Θεσσαλίας. Ο ντε Κίρικο θαύμαζε εκείνον τον άνθρωπο του δέκατου ένατου αιώνα, που ήταν ταυτόχρονα μηχανικός και άρχοντας από άλλες εποχές. ιππέας και ιπποτικός μαζί. Σύντομα θα ερχόταν και η πρώτη αξέχαστη επαφή με το βιβλίο: οι γελωτοποιοί νάνοι, γεμάτοι έξοχες εικόνες, ιδιαίτερα με καλοσχεδιασμένους και χρωματιστούς γάτους, του προκάλεσαν την έντονη επιθυμία της δικής του ζωγραφικής.

Η ζωή στην κωμόπολη του Βόλου ήταν βέβαια γεμάτη από γεγονότα μεταφυσικά και επαρχιώτικα. Ο εκκολαπτόμενος καλλιτέχνης κατασκευάζει χαρταετούς με χρωματιστά χαρτιά και παρατηρεί τα γκρίζα χρώματα των γεγονότων της εποχής και ιδίως τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1987. Η μετοίκηση στην Αθήνα σηματοδοτεί και το τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, εκείνου του αιώνα που ήταν «τόσο πλούσιος σε τέχνη, σε σκέψη, σε ιδεαλισμό, σε ρομαντισμό, σε ανδρισμό και ανθρωπισμό και προπαντός σε ταλέντο».

de-chirico foto-de-irving-penn-fundacion-giorgio-de-chirico

Ακολουθεί το Πανεπιστήμιο, οι δάσκαλοι Γεώργιος Ροϊλός και Γεώργιος Ιακωβίδης, για λίγο και ο Βολανάκης, και η γνωριμία με τον συμφοιτητή Δημήτριο Πικιώνης που μαζί με την σύζυγό του Ιζαμπέλλα Φαρ και τον αδελφό του Αλμπέρτο Σαβίνιο υπήρξε ένας από τους τρεις ευφυέστερους ανθρώπους που γνώρισε ποτέ. Το σπίτι τους στην Κηφισιά αφήνει μνήμες θλιβερές, εξαιτίας της υγείας του πατέρα του, που αποκτά όψη όλο και πιο χλωμή και εξαντλημένη. Ακολουθεί το Μόναχο, η Φλωρεντία, το μυθιστόρημά του Εβδόμερος, το Παρίσι, τα καφενεία της Μονμάρτρ και το μοιραίο 1914. Γνωρίζει τον Απολλιναίρ, που αργότερα σπεύδει να καταταγεί αλλά όχι τόσο από αγάπη για την Ιταλία, όπως πολλοί αφελώς πιστεύουν, παρά εξαιτίας της πολωνικής του καταγωγής, συνεπώς και της επιθυμίας του να ανήκει σε κάποιο κράτος. Και τελικά αυτή η επιθυμία του στοίχισε την ζωή του ακριβώς την ημέρα της ανακωχής. Ακολουθούν οι αναμνήσεις από τους στρατώνες, τα νοσοκομεία και τα λοιμοκαθαρτήρια.

giorgio_de_chirico_1Κι έρχεται η εποχή με τους περίφημους ρατσιστικούς νόμους της Ιταλίας, τα αποκαλούμενα «ψηφίσματα για την προστασία της φυλής», που έκαναν να βγουν στηνεπιφάνεια πολλά σκοτεινά συναισθήματα, μικροπρέπεια και δουλοπρέπεια, που καλλιεργήθηκαν με τα χρόνια της δικτατορίας και «λαγοκοιμόνταν ακόμα στο βάθος της ψυχής των Ιταλών». Κι έτσι μπορούσε η δασκάλα ενός δημοτικού σχολείου να διασύρει μερικά δύστυχα Εβραιόπουλα της τάξης λέγοντας πως δεν πλένονταν ποτέ και πως ανέδιναν μια φοβερή μπόχα. Πολλές σελίδες αφιερώνονται ακριβώς στην περιγραφή εκείνου του σκοτεινού κλίματος που δημιούργησε ο Μουσολίνι, ένας αποτυχημένος διανοούμενος και ανίκανος συγγραφέας.

Ήταν η εποχή του βρασμού της αποκαλούμενης φασιστικής «επανάστασης». Μια ανάμνηση παραμένει χαρακτηριστική: Ένα βράδυ στον κινηματογράφο δεν βρήκε θέση κι έμεινε όρθιος στο βάθος της αίθουσας. Κάποια στιγμή εμφανίστηκαν πέντε οπλισμένοι νεαροί με μαύρα πουκάμισα και διέταξαν να διακοπή η προβολή, να ανάψουν τα φώτα και να παιχτούν όλοι οι πολεμικοί ύμνοι των φασιστών. Οι θεατές όφειλαν να σηκωθούν όρθιοι – κι ο ίδιος ευτυχώς δεν χρειάστηκε να σηκωθεί, επειδή ήταν ήδη όρθιος. Στο τέλος επέτρεψαν να συνεχιστεί η προβολή, αφού πρώτα κεραυνοβόλησαν με το βλέμμα τους θεατές

portrait-of-isa-with-black-dress-1935

Με κάθε ευκαιρία ο συγγραφέας απομυθοποιεί διάφορες αποκρυσταλλωμένες βεβαιότητες· ακόμα και τους οίκους ανοχής, τους τόπους δηλαδή για τους οποίους τόσο στην Ιταλία όσο και οπουδήποτε αλλού δημιουργήθηκαν ένα σωρό μύθοι, ο ένας πιο ψεύτικος και πιο παράλογος από τον άλλον. Δεν συνάντησε, γράφει, καμία τρομοκράτηση των γυναικών από πατρόνες ή αφεντικά· οι γυναίκες στα σπίτια αυτά ήταν ελεύθεροι πολίτες, όπως ακριβώς οι υπάλληλοι των γραφείων. Οι υποχρεώσεις μεταξύ των μελών του οίκου ήταν αμοιβαίες αλλά εκείνες ήταν τελείως ελεύθερες να φύγουν και να αλλάξουν ζωή. Πολλές από αυτές μετά από καιρό, κι αφού είχαν  μαζέψει κάποιες οικονομίες, παντρεύονταν και γίνονταν εξαιρετικές σύζυγοι και μητέρες.

Alice Marot, French prostitute, 30s

Εξάλλου, οι γυναίκες που φιλοξενούνταν στους οίκους ανοχής δεν ήταν καθόλου κυνικές και αναίσχυντες, «όπως μερικοί πίστευαν αφελώς και βλακωδώς». Εδώ ο ντε Κίρικο θυμάται μια σχετική διήγηση του Τόμας ντε Κουίνσι, που στα απομνημονεύματά του περιέγραψε έναν αγνότατο έρωτα που ένοιωσε για ένα κορίτσι στο Λονδίνο, την Ανν, με τον «υπέροχο ευφημισμό» ότι ακούσαν την περιπατητική: συχνά μέσα στην προχωρημένη νύχτα έκανε περιπάτους με την μικρή Ανν κατά μήκος του Τάμεση και μιλούσαν για πολλά υψηλά θέματα του πνεύματος και των ανθρωπίνων αισθημάτων.

C-Giorgio-de-Chirico-PAR387602

Όμως είναι ευνόητο, μεγάλο μέρος των αναμνήσεών του αφορά την συναρπαστική του πορεία προς την καλλιτεχνική δημιουργία. Στο τέλος των αναμνήσεών του μοιράζεται σε ειδικό κείμενο ακόμα και τις σκέψεις του για την τεχνική της ζωγραφικής. Αλλά είναι μια στιγμή σε όλη αυτή την πορεία που μοιάζει με εκείνη την έκλαμψη που αλλάζει τα πάντα και την οποία περιγράφει κάπου στο μέσο του βιβλίου [σ. 153]. Ένα απόγευμα στο Μουσείο του Λούβρου βρέθηκε μαζί με την αγαπημένη του σύντροφο Ιζαμπέλλα Φορ μπροστά σ’ ένα πορτρέτο του Βελάσκεθ και συζητούσαν για το μυστηριώδες υλικό των παλιών δασκάλων. Η Ιζαμπέλλα, που παρατηρούσε για πολλή ώρα τον πίνακα είπε: Αυτό δεν είναι χρώμα στεγνωμένο, αλλά ωραία χρωματιστή ύλη. Τα λόγια της υπήρξαν αποκάλυψη για τον ζωγράφο, που ήδη έβλεπε μπροστά του έναν νέο ορίζοντα με απεριόριστες δυνατότητες.

Εκδ. Ύψιλον / βιβλία, 2009, μεφ. Έμμυ Λαμπίδου – Βαρουξάκη, επιμ. Πέτρος Λεκαπηνός, σελ. 284, με πρόλογο του επιμελητή, εισαγωγή της μεταφράστριας, χρονολογικό πίνακα, σημειώσεις, ευρετήριο ονομάτων και τίτλων και φωτογραφίες.

Στις εικόνες: αυτοπροσωπογραφίες και έργα του ζωγράφου και η Γαλλίδα πόρνη Alice Marot (δεκαετία του 1930),