Αρχείο για Μαρτίου 2016

31
Μαρ.
16

Ρόμπερτ Βάλζερ – Ο περίπατος

R. Walser

«Αριστοκράτης αλήτης, εκλεπτυσμένος πλάνητας, αργόσχολος αλάνης»;

O περιπατητής συναντά πάντα κάτι αξιοπερίεργο, κάτι που τρέφει τη σκέψη του, κάτι φανταστικό, και θα ήταν ανόητος αν παρέβλεπε αυτή την πνευματική διάσταση, ή ακόμα την απέρριπτε. Όμως, δεν θα το κάνει. Αντιθέτως, καλοδέχεται κάθε αλλόκοτο και ασυνήθιστο φαινόμενο, αισθάνεται φίλος και αδελφός του, επειδή κάτι τέτοιο τον μαγεύει. Το μετατρέπει σε σώμα με σχήμα και ουσία, του προσδίδει δομή και ψυχή, όπως ακριβώς αυτό με τη σειρά του τον εμψυχώνει και τον εμπνέει. [σ. 183, 185]

Έχουμε ήδη απολαύσει το Κατά Βάλζερ Εγχειρίδιο της πρόθυμης υποταγής και έχουμε καταθέσει μια ταπεινή αναφορά περί Ύστατων Ημερολογίων και Φανταστικών Θανάτων στα περιοδικά (δε)κατα και Το Δέντρο αντίστοιχα (εδώ και εδώ αντίστοιχα). Προτού εισχωρήσουμε στην βασική γενεαλογία του βαλζερικού κόσμου οφείλουμε να διαβάσουμε το έργο που εκφράζει όσο κανένα άλλο την αυθεντική περιπλανητική ψυχή του: τον Περίπατο. Αλλά ας θυμηθούμε μερικές σκέψεις της Ελφρίντε Γέλινεκ για τον Βάλζερ, από το εξαιρετικό της βιβλίο των συνομιλιών της με την Κριστίν Λεσέρ.

R. Walser 1

Η Γέλινεκ ομολογεί ότι σε καθένα από τα βιβλία της κρύβει μια φράση του Βάλζερ, ενώ θεωρεί αδύνατο να καταφέρει ως συγγραφέας να επιτύχει όσα πέτυχε ο ίδιος: να πει τα πάντα με αυτήν την φαινομενική απλότητα. Πρόκειται για μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία της λογοτεχνίας. Στον Βάλζερ η αισθητικότητα της γλώσσας του είναι παρόμοια με όλα τα υπόλοιπα. Είναι σαν να χρειαζόταν διαρκώς να μαθαίνει τα πράγματα γράφοντάς τα. Ο Βάλζερ λέει πάντοτε «εγώ»αλλά πρόκειται για ένα «εγώ» που δεν είναι «εγώ». Πρόκειται για έναν μηχανισμό, ένα εγώ που σχίζεται στα δύο και μπορεί ακόμη και να επιμεριστεί περισσότερο. Άλλωστε οι μόνοι συγγραφείς που την ενδιαφέρουν είναι εκείνοι που γνωρίζουν την τρωσιμότητα του εγώ, ενώ οι άλλοι, που φωνάζουν διαρκώς «εγώ» κατονομάζοντας τον ίδιο τους τον εαυτό τής είναι πλήρως αδιάφοροι.

Κατά βάθος ο Βάλζερ, συνεχίζει η Γέλινεκ, δεν έχει γράψει παρά μόνο ένα μεγάλο κείμενο που διαχέεται αποσπασματικά σε μια πληθώρα κειμένων. Η γραφή του είναι ουσιαστικά αποσπασματική, όπως και στον Κάφκα ή τον Μπέρχαρντ. Ο Βάλζερ αναζητούσε μέσω της γραφής ένα σημείο καθήλωσης στην πραγματικότητα κι αυτό είναι ιδιαίτερα προφανές στον Περίπατο. Αυτός ο τρόπος να προσηλώνεται σε καθετί που βλέπει, σε καθετί που συναντά στο δρόμο είναι ίσως η απόλυτη μεταφορά της γραφής του. Και, πράγματι, ο Περίπατος αποτελεί μια καταγεγραμμένη αργή λεπτομερή ουσιαστική και ανούσια περιπλάνηση.

R. Walser 3

Ο περίπατος αρχινά από τις πρώτες αράδες. Ο συγγραφέας εγκαταλείπει τον χώρο όπου γράφει, «το δωμάτιο των φαντασμάτων», και βγαίνει βιαστικός στον δρόμο. Γρήγορα λησμονεί τον βασανισμό του πάνω από την άδεια σελίδα και νοιώθει ευδιάθετα αναστατωμένος από την προσδοκία όσων μπορεί να του συμβούν ή να συναντήσει στον περίπατό του. Διαισθάνεται την ύπαρξη κάποιου κοντινού βιβλιοπωλείο, παρατηρεί τις επιγραφές που επιζητούν προσοχή και αναγνώριση, σημειώνει παρουσίες: ένας ιερέας, ένας ποδηλάτης, ένας χημικός, ένας σκύλος, δυο κομψές κυρίες. Ένας ταπεινός διαβάτης δεν είναι σωστό να παραμείνει απαρατήρητος και άνευ καταγραφής, εφόσον του ζητά κι αυτός μια ευγενική αναφορά.

Αγόρια και κορίτσια τρέχουν τριγύρω στο ημίφως, ελεύθερα και ασυγκράτητα. «Ας τα αφήσουν να παραμείνουν έτσι ασυγκράτητα όπως είναι», σκέφτηκα. «Κάποια μέρα ο χρόνος, ούτως ή άλλως, θα τα τρομοκρατήσει και θα τα χαλιναγωγήσει. Δυστυχώς, πολύ σύντομα!» [σ. 23]

R. Walser 5

Σε όλη αυτό το διάστημα δεν παραλείπει να απευθύνεται στον αναγνώστη, εφόσον, μας λέει, μπήκαμε στον κόπο να τον συνοδεύσουμε υπομονετικά στον φωτεινό και φιλικό πρωινό κόσμο. Σύντομα εξοργίζει τον βιβλιοπώλη και ανταλλάσσει ευγενικές και ειρωνικές κουβέντες με τον τραπεζίτη· στην δε βεβαιότητα του τελευταίου, περί της φτώχειας του συγγραφέα, εκείνος του απαντά: Ποιος έντιμος άνθρωπος δεν βρέθηκε κάποια στιγμή στη ζωή του σε αδιέξοδο; Και ποια ανθρώπινη ύπαρξη είδε στο πέρασμα των χρόνων τις ελπίδες, τα σχέδια και τα όνειρά της να παραμένουν αλώβητες; Πού είναι αυτή η ψυχή που οι επιθυμίες και οι τολμηρές φιλοδοξίες της, οι γλυκές και ευγενείς φαντασιώσεις της ευτυχίας της εκπληρώθηκαν, χωρίς αυτή η ψυχή να αναγκαστεί να υποκύψει σε κάποιες εκπτώσεις; [σ. 43]

Η χρυσή επιγραφή του αρτοποιείου συνδέεται άμεσα με την θλιβερή παραμόρφωση του γλυκύτατου αγροτικού τοπίου. Τέτοιες εμπορικές επιγραφικές βαρβαρότητες χαράζουν στο τοπίο την σφραγίδα της ιδιοτέλειας, της απληστίας αλλά και της ψυχικής εκτράχυνσης. Μάλιστα! Ο συγγραφέας δεν φεύγει από το θέμα: βρίσκει ευκαιρία να μιλήσει για το αρμόζον ζύμωμα του ψωμιού, που εδώ όχι μόνο προσβάλλει τα αισθήματα κάλλους και κοινού νου αλλά και κραυγάζει σε απόσταση πολλών μέτρων· στο τέλος με μια υπερβολή θα εξομολογηθεί πως θα έδινε και το αριστερό του χέρι ή πόδι, αν μπορούσε να βοηθήσει «στην επαναφορά της παλιάς εκλεπτυσμένης αίσθησης περί αυθεντικότητας, της παλιάς καλής ολιγάρκειας», σε αντίθεση με την λάμψη και το θάμβος της σύγχρονης εποχής. Κι αν σπεύσουμε να τον χαρακτηρίσουμε αλαζόνα και υπερόπτη αριστοκράτη, μας προλαβαίνει ο ίδιος με ανάλογο χαρακτηρισμό για τον εαυτό του.

R. Walser 2

Παρακάτω στον εξοχικό δρόμο βρίσκεται ένα χυτήριο και αισθάνεται ντροπιασμένος που κάνει περίπατο ενώ τόσοι άλλοι μοχθούν. Όμως κι εκείνος μοχθεί όταν όλοι αυτοί οι εργάτες έχουν σχολάσει και απολαμβάνουν την ξεκούρασή τους. Έχουμε λοιπόν εδώ, αναρωτιέμαι, μια επίκληση για μια ισότιμη θεώρηση της χειρωνακτικής και της πνευματικής δουλειάς; Ο συγγραφέας βρίσκει ενδιαφέρον ακόμα και το πράσινο εξοχικό τοπίο με τις διάσπαρτες βιοτεχνίες, τα συνεργεία και τις αγροτικές καλλιέργειες. Θεωρεί αγαπητό οτιδήποτε εισχωρεί στο πεδίο της όρασής του. Πώς είναι δυνατόν, αναρωτιέται, να αποτελεί απόλαυση να προσπερνάς με ταχύτητα όλα τα σχήματα και τα αντικείμενα που μας επιδεικνύει η όμορφη γη μας, λες και κάποιος έχει τρελαθεί και πρέπει να αυξήσει την ταχύτητά του για να μην βυθιστεί σε ελεεινή απελπισία; [σ. 65]

Ο συγγραφέας, που ομολογεί ανοιχτά πλέον ότι του αρέσει εξίσου να γράφει και να περπατά δεν βρίσκεται διαρκώς σε αυτή την κατάσταση ευδαιμονίας. Αναδιοργανώνει τις δυνάμεις του σαν στρατηγός σε πεδίο μάχης. Είναι κι αυτή μια πολεμική τέχνη, που απαιτεί υπομονή όπως και η τέχνη της συγγραφής. Άλλωστε αργότερα παραδέχεται ότι δεν πέρασε πολύς καιρός που εγκατέλειψε πίσω του ψυχρές, θλιβερές και στενάχωρες συνθήκες, άρρωστος ψυχικά, έχοντας χάσει παντελώς την πίστη του, αποξενωμένος από τον κόσμο και τον εαυτό του. Καθώς συνεχίζει τον δρόμο του «σαν αριστοκράτης αλήτης, εκλεπτυσμένος πλάνητας και χασομέρης, ή σαν αργόσχολος και αλάνης» συναντάει ένα ιδιαίτερα αλλόκοτο τύπο, τον γίγαντα Τόμτσακ. Σα να μου φαίνεται ένα alter ego του, ένας κακός εαυτός που τον παρακολουθεί συνέχεια.

R. Walser 4

Ο Τόμτσακ δεν βρίσκει ηρεμία πουθενά· διαρκώς περιφέρεται στον κόσμο, χωρίς εστία ή δικαίωμα διαμονής. Δεν είναι νεκρός ούτε ζωντανός· δεν είναι γέρος ούτε νέος. Πεθαίνει κάθε στιγμή, και παρ’ όλα αυτά αδυνατεί να πεθάνει. Συχνά εύχεται έναν ήσυχο μικρό τάφο στον δρόμο – και τι ειρωνεία: αυτός θα είναι και ο θάνατος του Βάλζερ (βλ. τις παραπομπές της πρώτης φράσης της ανάρτησης). Πόσο τον επηρεάζει άραγε ο Τόμτσακ; Πάντως προσπερνάει ένα πανδοχείο, αρνείται να εισέλθει στον οίκο της χαράς και της αναζωογόνησης και συνεχίζει τον δρόμο του για να συναντήσει κι άλλους ανθρώπους και να συζητήσει μαζί τους με φιλικό ή εριστικό τόνο. Κάποτε ακούει νεαρές γυναίκες να τραγουδούν, εκφράζει τις σκέψεις του περί μουσικής, νομίζει πως βλέπει τον Ιησού περιπατητή.

Μια αναμαλλιασμένη, καταπονημένη, εξασθενημένη και τρικλίζουσα εργάτρια, που περπατούσε εμφανώς κουρασμένη και αδύναμη, αν και παρ’ όλα αυτά βιαστική, επειδή μάλλον είχε πολλά ακόμα να κάνει και λίγο χρόνο στη διάθεσή της, μου θύμισε προς στιγμήν τις υπερβολικά περιποιημένες, παραχαϊδεμένες θυγατέρες ή κόρες των καλών οικογενειών, που συχνά δεν γνωρίζουν, ή δείχνουν να μη γνωρίζουν, με τι είδους ραφινάτη απασχόληση ή ψυχαγωγία να περάσουν τη μέρα τους, και που ίσως δεν έχουν νιώσει ποτέ στη ζωή τους τι θα πει πραγματικά τίμια κούραση, που σκέφτονται μέρες, εβδομάδες ολόκληρες, τι θα μπορούσαν να φορέσουν για να αυξήσουν την αίγλη της εμφάνισής τους, και που έχουν άφθονο χρόνο στη διάθεσή τους για μακροσκελείς στοχασμούς πάνω στο τι πρέπει να κάνουν ώστε να περιτυλίξουν περισσότερα, υπερβολικά αρρωστημένα, φινετσάτα στολίδια το άτομό τους και το γλυκό, ζαχαρένια κορμάκι τους. [σ. 231, 233]

spaziergang

Υμνητής του απλού, παρατηρητής του «μικρού» και λάτρης της καθημερινότητας, ο συγγραφέας δεν στέκει στην παρατήρηση και στην λογοτέχνηση της Περιπατητικής του. Ασκεί χαμηλόφωνη αλλά διαπεραστική σάτιρα, ξεχειλίζει από διακριτική ειρωνεία. Ρωτάει με προσποιητή αφέλεια, κριτικάρει την ματαιοδοξία. Εφευρετικός στυλίστας της γλώσσας, έχει ομολογήσει πως πειραματιζόταν με την γλώσσα, «με την ελπίδα ότι [αυτή] παρέχει μια άγνωστη ζωτικότητα, η αφύπνιση της οποίας προκαλεί αγαλλίαση». Η ιδιόμορφη ποιητική του πρόζα, που θεωρείται σήμερα κορυφαίο δείγμα μοντερνισμού, είχε προκαλέσει στην εποχή του τον θαυμασμό του Κανέτι, του Μπένγιαμιν, του Κάφκα και του Έσσε.

Σε κάποιο σημείο, μπροστά στην θέα ενός μικρού σπιτιού, εκφράζει την επιθυμία να καταλύσει και να ζήσει εκεί για πάντα. Όμως – διαπιστώνει πως τα πιο όμορφα σπίτια είναι συνήθως ήδη κατειλημμένα κι ένας άνθρωπος που αναζητά ενδιαίτημα να ταιριάζει με τα απαιτητικά γούστα του δυσκολεύεται πολύ, διότι όσα είναι άδεια και διαθέσιμα προκαλούν συνήθως δυσφορία και φρίκη. Και τελικά στις συνεχείς μετακινήσεις του λόγω των υπαλληλικών του εργασιών ο συγγραφέας έμενε σε καταθλιπτικά ενοικιαζόμενα δωμάτια. Η τελευταία του κατοικία ήταν ένα άσυλο φρενοβλαβών αλλά τουλάχιστο ο θάνατος τον βρήκε, σχεδόν προσκεκλημένος – πού αλλού; σ’ έναν από τους συνηθισμένους του περιπάτους.

Walser - Jakob_

Τα παιδιά είναι ουράνια όντα γιατί είναι σαν να βρίσκονται πάντα σε κάποιου είδους παράδεισο. Όταν μεγαλώνουν και ενηλικιώνονται, ο παράδεισός τους εξαφανίζεται και εκπίπτουν από την αθωότητά τους αποκτώντας τον στεγνό υπολογιστικό χαρακτήρα και τις πληκτικές αντιλήψεις των ενηλίκων. [σ. 61, 63]

Εκδ. Γαβριηλίδης, [«Μεταφορές» – Δίγλωσση έκδοση], 2011, εισαγωγή – μετάφραση Τέο Βότσος, Αγορίτσα Μπακοδήμου, 269 σελ. [Robert Walser, Des Spaziergang, 1917]

Advertisements
24
Μαρ.
16

Δελτιοθήκη νέων εκδόσεων – Σοφία Διονυσοπούλου

Σοφία Διονυσοπούλου – Ψυχές στην ερημιά του, εκδ. Το Ροδακιό, 2016

Σ.Δ. - Βιβλίο_

Γράψτε μας για το βιβλίο σας.

Ένας περιηγητής σε δέκα πέντε ποιητικά διηγήματα. Το καθένα στοιχειώνεται από μια γυναίκα-πεταλούδα. Είτε πραγματική εμπειρία του περιηγητή είτε φαντασίωσή του. Πόθος και χρώματα, πλάσματα του μυαλού και του κορμιού του, όλες τους έχουνε παράξενα ονόματα. Έτσι, η Papilio polymnestor είναι η νύχτα «κι εκείνος ξέρει. Ότι η νύχτα δεν αγγίζεται». Ή, όταν αγγιχτεί, στην Papillo machaon, «εκείνη μία βούλα της στο δείκτη του τυπώνει». Η Danaus gilippus είναι η κυρά του κήπου: «Σε ρόδο κίτρινο βασιλικά ανεμίζει, μαλλιά κι ενδύματα αξεχώριστα, πέταγμα ή περπάτημα ποιος ξέρει; –ονειροφαντασία ή του περιβολιού κυρά;»

Δέκα πέντε γυναίκες, λοιπόν, δέκα πέντε ψυχές για έναν περιηγητή-κυνηγό με τη δική του ψυχή στην ερημιά του. Μέχρι που. Μπαίνει μια βαθιά ερωτική, πολύχρωμη τελεία. Όπου τελεία δεν σημαίνει τέλος, αλλά σημείο. Ταύτισης. Ερωτικής. Πνευματικής. Όπως το ορίζει ο καθένας.

Σ.Δ. - Πρόσωπο

Μοιραστείτε μια ιδέα, έμπνευση και επιθυμία που σας έκαναν να το γράψετε.

Το βιβλίο αυτό γράφτηκε γιατί ήταν απόλυτη ανάγκη. Πριν από την πρώτη αράδα, για πρώτη φορά μου έκανε αίσθηση ένας πίνακας με πεταλούδες που είναι στον τοίχο του διαδρόμου, έξω ακριβώς από το γραφείο μου. Όταν μπήκε η περίφημη τελεία, μια λαχανί πεταλουδίτσα ήρθε και κάθισε ανάμεσα στο δικό μου γραφείο και στου αγαπημένου μου.

Αλλά την καλύτερη απάντηση τη δίνει το ίδιο το μότο: Οι γυναίκες πλάστηκαν για να περιγράψουν έναν άντρα.

Συστήστε μας σε έναν χαρακτήρα του.

Ο ήρωας του βιβλίου είναι ο περιηγητής. Είναι αυτός που ποτέ δεν περιγράφεται. Γιατί δεν γίνεται να περιγραφεί με λέξεις. Περιγράφεται όμως από τις προτιμήσεις του, από τις γυναίκες-πεταλούδες, τα τοπία που επιλέγει, τις μουσικές και τον διάχυτο ερωτισμό του κειμένου.

Σ.Δ. - Αφροί

Δώστε μας μια φωτογραφία, δική σας ή άλλων, αναλογική, ψηφιακή ή διαδικτυακή που θα ταίριαζε στο βιβλίο σας και γράψτε μας γιατί.

Για τη φωτογραφία που είμαι εγώ:

Σκίσε την κέρινή μου όψη σαν νυχτώσει

Σκάψε το λάκκο με τα νύχια σου βαθιά

Γίνε ο λύκος που στην κόλαση θα δώσει

Κάθε μου πόρο, σπόρο αέναης γητειάς

Κι άσε μακριά όλο αυτό το ανθρωποβρόχι

Που σεργιανάει στη γη με στέρφα αχαμνά.

Για την φωτογραφία του αφρού: Αφρός, σαν τα φτερά τους. Σαν την αχλή της ερημιάς του. Και σαν τις λέξεις που ηχούν όπως ο φλοίσβος.

Η συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

Το Πανδοχείο για την Κόρη του Ξενοδόχου εδώ.

20
Μαρ.
16

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης – Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής

TELIKO ARXITEKTONIKH

Πώς μπορεί η μνήμη να ’ναι πηγή και βρύση αισιοδοξίας;

Θα μ’ άρεζε η ιδέα ενός Μηνολογίου συναισθηματικού, όπου στην κάθε ημερομηνία θα αναγράφονταν μία σύντομη αλλά περιεκτική βιογραφία της γυναικός π’ αγαπήσαμε, ανάλογα με το πότε γιορτάζει τα γενέθλιά της. Αντίθετα προς ό,τι ζητεί η θρησκεία, ο έρωτας ενδιαφέρεται, όπως και η στρατολογία, για την ημερομηνία γεννήσεως και όχι του θανάτου. [σ. 80]

Ανάμεσα σε πλείστες φράσεις του απόλυτα αισθητικού και παραισθητικού βιβλίου του Πεντζίκη, ιδανικές να τιτλοφορήσουν την παρούσα παρουσίαση, διαλέγω εκείνη της σελίδας 70, γιατί το πνεύμα της ξεχειλίζει τις σελίδες και δικαιώνει την γραφή τους. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην αισιοδοξία που σφύζει εντός και εκτός του συγγραφέα κατά την περίοδο της συγγραφής, κατά την οποία η φρενήρης συγγραφική και εικαστική του δραστηριότητα αναπτύσσεται μέσα σε καθεστώς οικονομικής ανέχειας, καθώς μένει με την σύζυγό του με ενοίκιο σ’ ένα δωμάτιο στο προικώο σπίτι της δευτερότοκης αδελφής του, με οικονομικά διόλου ανθηρά, με το πατρικό φαρμακείο να αποδεικνύεται ζημιογόνο παρά κερδοφόρο. Αντιλαμβάνεστε ότι μιλάω για μια άλλου είδους κατακλυσμική αισιοδοξία.

Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης στο γραφείο του [Βασ. Όλγας 197]

Εδώ δεν υπάρχει αφηγηματική ραχοκοκαλιά· ο μύθος, όπως γράφει ο Γαβριήλ Πεντζίκης, πάντα πολύτιμος οδηγός μας με τα επίμετρα και τις σημειώσεις του, από μόνα τους αγλαά αναγνώσματα, καταργείται με έναν πρώιμα μινιμαλιστικό τρόπο και η αφήγηση μένει έρμαιο των κυμάτων μνήμης που προκαλεί η αναψηλάφηση του περιεχομένου ενός κουτιού. Καθώς ο συγγραφέας ανοίγει ένα χαρτονένιο κουτί γεμάτο λογής αναμνηστικά και κυρίως πολλές και διάφορες φωτογραφίες, σκέφτεται ότι με το υλικό αυτό θα μπορούσε να συνθέσει μια ενδιαφέρουσα πεζή αφήγηση – αυτά είναι ακριβώς τα λόγια του. Ας θυμηθούμε ότι στην αρχαιότητα το σύμπαν συχνά το αντιλαμβάνονταν και το απεικόνιζαν ως κιβωτιόσχημο, συνεπώς το άνοιγμα του κουτιού και η αναψηλάφηση του περιεχομένου του ισοδυναμούν με πράξη κοσμογονίας.

Πεντζίκης Χριστόψαρο, 1978

Πιστεύω ότι από τα δάκρυα των ανθρώπων είναι η θάλασσα αλμυρή.

Έχουν λοιπόν οι μνήμες υλική υπόσταση; αναρωτιέται στην πρώτη σελίδα του τέταρτου κεφαλαίου. Μπορούν να οικοδομούν σαν πλίνθοι, κεραμίδια και ξύλα; Η γραφή αρχινά ταυτόχρονα με την μνήμη· ο Πεντζίκης θυμάται και γράφει, γράφει και θυμάται. Θυμάται ένα φθινόπωρο, στο τέλος της Κατοχής, την επίσκεψη μαζί με φίλους στο στρατιωτικό νεκροταφείο του Ζεϊτενλίκ [όπου κείνται οι πεσόντες του Γαλλικού Στρατού στο μακεδονικό μέτωπο κατά τον Μεγάλο Πόλεμο]. Αργότερα ζωγράφισε μια άποψη της νεκρούπολης αλλά ήταν αδύνατο τα λαδιά χρώματα της βλάστησης να αποδώσουν εκείνο που είχε νοιώσει. «Οι ανεκτέλεστες επιθυμίες είναι ένα υλικό που η ψυχή αποθηκεύει». Θυμάται στο οστεοφυλάκιο της Αγίας Παρασκευής, στο Β΄ νεκροταφείο της πόλης, σε τάξη τα οστά των κεκοιμημένων σε ισομεγέθη μαβιά ή καφετιά ή μαύρα κασάκια με τα στοιχεία και την φωτογραφία του μεταστάντος. Και σε άλλα χωριά και πόλεις «απέκαμε» το μάτι του βλέποντας «ευτελισμένο τον θησαυρό, σκόρπια σε σωρούς, σα να’ ναι τίποτα τα κόκαλα όσων μας γέννησαν».

Άνθρωπος με τα χέρια στις τσέπες, 1958_

Σε εποχές που η ψυχή του παραμένει σκοτεινιασμένη, αναζητά την ηρεμία περιπλανώμενος στα απόσκια του Χορτιάτη. Πέρα απ’ όλα τα εμπόδια διακρίνει ένα γαλήνιο φως, ένα μυστικό καντήλι που φέγγει γλυκά σαν μέλι. Το ίδιο φως διέκρινε επιστρέφοντας το ίδιο βράδυ με το αυτοκίνητο από το Ασβεστοχώρι, σαν ανατολή μέσα από κουτί των αναμνηστικών. Αλλά δεν θα είναι διόλου εύκολη η εντρύφηση εντός του· πολλές φορές που ερευνούσε εκεί μέσα αισθανόταν πως περιπλανιόταν ανάμεσα σε ερείπια ή μέσα σε κοιμητήριο.

Κι εκεί αρχίζει το ξετύλιγμα των αναμνήσεων, από την ταινία Ζουντέξ που προβαλλόταν το 1917 στον κινηματογράφο Γκωμόν, το μετέπειτα Βασιλικό Θέατρο. Το βιβλίο αρχίζει και τελειώνει (σχεδόν, γιατί όλα έχουν αρχίσει πριν ανοίξουμε το βιβλίο και τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμα) σε μια αίθουσα κινηματογράφου, στον χώρο που, μαζεύονται οι ζωντανοί και βλέπουν σκιές ανθρώπων να αναπαριστούν την ζωή, όπως κάποτε άφησε να εννοηθεί σε πρώιμη συνέντευξη ο συγγραφέας. Με τον ήρωά της, που είχε αναλάβει την υποστήριξη των δικαίων μιας αδικημένης αστικής οικογένειας, καυχιόταν ότι έμοιαζε ο εξάδελφός του Αλέκος. Τώρα η μια ενθύμηση οδηγεί στην άλλη και κάθε περιπλάνηση αποτελεί αφορμή ή καλύτερα αφετηρία για τις πιο βαθιές σκέψεις.

Α. ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ_

Σε μια ξενάγηση ξένων στην εκκλησία των Αγίων Δώδεκα Αποστόλων βλέπει τον υψιπετή τρούλο κι από μέσα τους δέκα Προφήτες σάμπως αιωρούμενους στο κενό, καθώς γύρω τους όλοι η επιφάνεια έχει γυμνωθεί από την χρυσή της αίγλη. Με τα σφαιρικά τρίγωνα οι Βυζαντινοί συνδύαζαν τη σφαίρα με τον κύβο, και κατ’ ακολουθία το τετράγωνο με τον κύκλο κι εδώ η παράσταση και η ιδέα της οδηγούν σε πλείστες παρεκβάσεις. Τον ίδιο ναό, που χαρακτηρίζει ως την ωραιότερη ίσως εκκλησία της Θεσσαλονίκης [συμφωνώ μαζί του τόσο στον χαρακτηρισμό όσο και στο ίσως] ο συγγραφέας ζωγράφισε για το ημερολόγιο της ΑΓΕΤ Όλυμπος – Ηρακλής το 1966. Η τέχνη του Πεντζίκη ήταν καθολική, διαχεόταν παντού.

Είδα επίσης κάποιον εγκαταστημένο σε μια τρύπα των κάστρων, που ’χε σιάξει με παλιοσύρματα και σκουριασμένα φύλλα τενεκέ έναν ωραιότατο περίβολο τριγύρω στη διαμονή του, σωστό παιχνίδι φαντασίας παιδιάτικης. Ξαναπέρασα πέρυσι πάλι έξω από την τρωγλοδυτική εκείνη κατοικία, αλλά ο άνθρωπος είχε πεθάνει και η ομορφοφτιαγμένη μικρή αυλή ήταν έρημη. [σ. 59]

Κάρτα Άνω Πόλη_

Περιπλανιέται στην Τούμπα του Λεμπέτ – στην στερεμένη βρύση πιο κάτω όπου ένιωσε να τον καίει δίψα ακόρεστη, στο προικοδοτημένο από το σχέδιο Μάρσαλ εργοστάσιο αναγομώσεως ελαστικών παρά την οδό προς τον Λαγκαδά, στην ασυνήθιστη Εκκλησία στην Νέα Ευκαρπία, στα παραπήγματα του συνοικισμού Σταυρουπόλεως, στους σκουπιδότοπους γύρω από την Θεσσαλονίκη και καθώς κατακλύζεται από σκέψεις, μνήμες και ιδέες, ξεδιαλέγει τα δικά του απορρίματα, για να βρει το υλικό να φράξει τον δικό του περίβολο «όπου βγαίνει από την τρύπα της και παίζει η μοναχική του ψυχή».

Και ψάχνει να αποθέσει το βάρος της παντελούς ήττας. Μπορεί ο κάθε σωρός των αποτυχιών, των χαμένων, σκευών, των τσακισμένων, συντριμμένων ευθειών να ολοκληρώσει ένα ταξίδι; Είναι δυνατό η τεθλασμένη να γίνει ευθεία ταξιδιού γαλανή; Ποιο είναι λοιπόν το νόημα από τόσα νιάτα, τόση ένταση και ζωή; Από την άλλη χρειάζεται κάπως η μνήμη του να αλαφρώσει από τον υλικό φόρτο. Να γίνει ένα είδος εξάτμισης, και τα πράγματα να υψωθούν σαν καπνός θυμιάματος στον ουρανό. Ίσως «τελικά και συνολικά η ιδέα να μην είναι παρά η φυσική ακολουθία της καλλιέργειας του αντικειμενικού κόσμου μέσα στην υποκειμενική ψυχή».

Εκδρομή με τη σύζυγο του Νίκη, στο δάσος Κουρίτο 1949. Τη στάση του Ν. Γ. Πεντζίκη υπαγόρευσε η επιθυμία του να αποτυπωθεί στη φωτογραφία το σακκίδιό του

Πρέπει η ύπαρξη απαραιτήτως να είναι κίνηση;

Ο Πεντζίκης γράφει με ασκητική πειθαρχία σε αυτή την δουλειά – «άντληση και εξάντληση των ζείδωρων ναμάτων», καταρτίζει λίστες και αρχεία των φίλων και των εικονιζομένων στις φωτογραφίες, τους κατατάσσει με πλείστους ευρηματικούς τρόπους, συλλογίζεται πάνω στην αυτοχειρία του εξάδελφού του Κίμωνα, που «δεν μπορούσε ν’ ανθέξει την πραγματικότητα ύστερ’ από τα μεγάλα όνειρα που είχε κάνει», σκέφτεται τον μυθιστοριογράφο κύριο Στέφο, που δεν θέλει να φτάσει στο τέλος του βιβλίου του, γιατί φοβάται πως γράφοντας την τελευταία σελίδα θα υπόγραφε και τον θάνατό του.

Πόσα πράγματα παλιά χρησιμεύουν για κάτι καινούργιο που κάνουμε, γράφει με ενθουσιασμό. Καθώς ψάχνει υλικό για τις αφίσες της έκθεσης ζωγραφικής που ετοιμάζει, διαλέγει την ρεκλάμα ενός φάρμακου και μια έγχρωμη φωτογραφία από το Μπουένος Άιρες, Avenida de Mayo. «Παρορμούμενος» θυσιάζει κι άλλες ρεκλάμες κι έντυπα και στέκεται σε ένα δροσερό πρόσωπο χαμογελαστού κοριτσιού ή, αλλού, στο ξαπλωμένο της σώμα με το νυχτικό, πριν τον ύπνο. Χαμογελάω καθώς σκέφτομαι την ευφορία του συγγραφέα και όλων μας μπροστά στις αρχαίες εκείνες διαφημίσεις, σε σχέση με σήμερα.

«Θεσσαλονίκη, όπισθεν κατοικιών». Ακουαρέλλα, 1949. Συλλογή Γ. Ν. Πεντζίκη (φωτ. Φ. Σαρρή)

Όλα τα αισθάνομαι σαν μια τερπνή άσκηση, περίπου όπως νιώθουν τα παιδιά που παίζουν, εκφέροντας λέξεις εύηχες που έχασαν πια το συγκεκριμένο τους νόημα

Η Αρχιτεκτονική χτίστηκε ανάμεσα στο 1953 που σχεδιάστηκε, δηλαδή γράφτηκε, και στο 1963 που είδε το φως του τυπογραφείου, δηλαδή εκδόθηκε. Τότε ξεκίνησε και η σχετικά ευρύτερη αναγνώριση του συγγραφέα. Η συγγραφή της καλύπτει τους τελευταίους δυο μήνες της εγκυμοσύνης της συζύγου του και τους τέσσερις πρώτους μήνες της πατρότητας. Έχουν προηγηθεί τα μείζονα έργα Πραγματογνωσία (1950) και Το Μυθιστόρημα της Κυρίας Έρσης (1952) – η πρώτη αποτελεί κατάθεση της ανταπόκρισης του συγγραφέα τον γάμο και το δεύτερο στον έγγαμο βίο. Τώρα είναι σειρά της πατρότητας. Η επιμέλεια αυτής της τρίτης έκδοσης από τον άνθρωπο που υπήρξε ο καρπός εκείνης της πατρότητας αποτελεί πράγματι, όπως γράφει ο ίδιος, μια ένδειξη της δραστικότητας εκείνης της υπέρ υιού προσευχής.

Στρασβούργο, Σεπτέμβριος 1986. Ο Ν. Γ. Πεντζίκης μπροστά στην Πανσιόν Ελίζα, όπου έμενε ως φοιτητής κι όπου τοποθετείται το δωμάτιο του Αντρέα Δημακούδη

Η έκδοση περιλαμβάνει τα κεφάλαια της Αρχιτεκτονικής, το Ιστορικό της (Πρώτες δημοσιεύσεις, Σημείωμα του συγγραφέα, Χειρόγραφο / Εκδόσεις), την Ανάδραση (Επιστολές, Κριτικές / Παρουσιάσεις), Σχόλια, Επίμετρο του επιμελητή, συντομογραφίες και εργοβιογραφικό χρονολόγιο. Σε γυαλιστερό, έγχρωμο δεκαεξασέλιδο είκοσι μία φωτογραφίες εικονίζουν χειρόγραφα, σχέδια και εξώφυλλα εκδόσεων, οικογενειακές φωτογραφίες και έργα του συγγραφέα.

Σε μια από τις επιστολές του (πρωί Μεγάλης Παρασκευής του 1955) ο Τάκης Σινόπουλος του γράφει για την ανεξήγητη ψυχική ευφορία που την απέδωσε σε μερικές φράσεις του βιβλίου, οι οποίες επενεργούσαν μέσα του σαν την παλιά μουσική του 16ου – 17ου αιώνα, ενώ οι πρώτες σελίδες του θύμισαν «τον χρόνο που ξαναβρέθηκε» του Μαρσέλ Προυστ. Αλλά η γοητεία ορισμένων φράσεων χαρακτηρίζεται από τον Σινόπουλο μοναδική ή μυστική και απευθύνεται σε μια αποδεσμευμένη από το λογικό ενδοχώρα. Ο ίδιος ποιητής σε κριτικό του σημείωμα στο περιοδικό Εποχές το 1964, με τίτλο Ελληνική Αντιλογοτεχνία, τον χαρακτηρίζει χιμαιροκυνηγό της αισιοδοξίας.

Ο κήπος μας στην Θεσσαλονίκη

Αν στην συλλογή δοκιμίων Προς εκκλησιασμό, ο αναγνώστης οδηγείται στην επίγνωση ότι η μνήμη μπορεί σε κάποιο επίπεδο να ταυτίζεται με την λήθη, εδώ ο Πεντζίκης ακροβατεί πάνω στα δυο ύστατα ακραία, της ζωής και του θανάτου, σε μια προσπάθεια μνημικής ταύτισης ζώντων και νεκρών. Σε αυτή την ακροβασία πιστά ασκούμαι τόσα χρόνια, διαβάζοντας ξανά και ξανά τα γραπτά αυτού του Συναξαριστή του δικού μου βίου, μέχρι σήμερα που, ορφανός και εξόριστος από την Μητέρα Θεσσαλονίκη, συνεχίζω να ψάχνω στους έρημους δρόμους της τον Αντρέα Δημακούδη, προσπαθώ να συγκρατήσω Ομιλήματα που δεν πρέπει να χαθούν, έρχομαι Προς εκκλησιασμό στις δικές μου εμμονές, περιπλανιέμαι ασκούμενος σε αυτοσχέδια προσωπική Πραγματογνωσία, κρατώ για τα πάντα Σημειώσεις εκατό ημερών και πασχίζω να οργανώσω τον βίο μου σε Αρχείο, μήπως και σχηματιστεί έστω σαν σκαρίφημα κάτι που θα μπορούσε να είναι η Αρχιτεκτονική της δικής μου σκόρπιας ζωής.

Εκδ. Άγρα, 2008, Γ΄ έκδ., [Α΄ έκδ. Ίκαρος, 1963, Β΄ έκδ. Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, 1978] σελ. 323.

ΝΓΠ, 1946

Στις εικόνες: Στις εικόνες: Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης στο γραφείο του [Βασ. Όλγας 197]. Χριστόψαρο [1978], Άνθρωπος με τα χέρια στις τσέπες [1958], Ναός Δώδεκα Αποστόλων, Εκδρομή με τη σύζυγο του Νίκη στο δάσος Κουρίτο· την στάση του υπαγόρευσε η επιθυμία του να αποτυπωθεί στη φωτογραφία το σακίδιό του [1949], Θεσσαλονίκη, όπισθεν κατοικιών [1949, φωτ. Φ. Σαρρή], Στρασβούργο, μπροστά στην Πανσιόν Ελίζα, όπου έμενε ως φοιτητής κι όπου τοποθετείται το δωμάτιο του Αντρέα Δημακούδη [Σεπτέμβριος 1986], Ο κήπος μας στην Θεσσαλονίκη, ΝΓΠ [1946].

15
Μαρ.
16

Φρέαρ, τεύχος 14 (Φεβρουάριος 2016)

Frear 14

Πατρίδα μου δεν είναι κάποιος πύργος ή κάποια στέγη / Ολόκληρη η γη είναι πολιτεία και οικία / έτοιμη να στεγάσει την ζωή μας…έλεγε ο Κράτης από την Θήβα, όπως διαβάζω στην καθιερωμένη «στήλη» του παλαιού μου δασκάλου στην Νομική, του Μαριάνου Δ. Καράση, για τις Ουτοπίες της αρχαιότητας. Μαθητής του Διογένη από την Σινώπη, έδωσε έναν πιο ήπιο και μειλίχιο τόνο στον Κυνισμό και ακολούθησε τον δρόμο του «κοσμοπολίτη», αποστρεφόταν την πολυτέλεια και ζούσε ζωή λιτή χωρίς να είναι δούλος κανενός. Δεν είχε κτήμα ή σπίτι ούτε έπιπλα και μη έχοντας δικό του τόπο διαμονής περνούσε όλη την ημέρα στα δημόσια οικήματα, στην Αθήνα, και διανυκτέρευε με την γυναίκα του. Πηγές αναφέρουν ότι ο γάμος του συνοδεύτηκε από δημόσια συνουσία, πιθανώς για να δείξει την ανωτερότητα της φύσης απέναντι στον πολιτισμό. Η κυνική ουτοπία του είναι η Πήρα, καταμεσίς σε μία θάλασσα· ποτέ δεν πλέει προς τα εκεί άνθρωπος μωρός, παράσιτος, λαίμαργος ή ξελιγωμένος από τους γλουτούς μιας πόρνης και κανείς εκεί δεν έχει πάρει τα όπλα για την δόξα ή το χρήμα.

Φρέαρ Βυζαντινόν_

Μικροδιηγήματα από τον διαγωνισμό που διοργάνωσε το Φρέαρ, με όριο λέξεων τις εκατόν πενήντα και μόνη προϋπόθεση την χρήση της λέξης «φρέαρ». Το αποτέλεσμα είναι απολαυστικό και περιλαμβάνει όλη την πολυμορφία του σχετικού είδους, όπως την έχουμε παρουσιάσει και εδώ με αφορμή σχετικά αφιερώματα και εκδόσεις. Ο Π. Ένιγουεϊ διατυπώνει σε τρεις γραμμές την επανάσταση του Δον Κιχώτη κατά του συγγραφέα του, ο Βασίλης Γόνης περιγράφει κλιμακωτά μια αστική αυτοχειρία, η Λίλια Κυρίτση δίνει ανθηρό λόγο σε μια αντρική ερωτική ενηλικίωση, ο Ηλίας Κεφάλας ψάχνει το έαρ στο φρέαρ αλλά δεν αποφεύγει το σημαίνον πηγάδι, μια Έλλα προσκαλείται έστω και μεταφυσικά ως επιθυμητή κοπέλα δια χειρός Νατάσας Κεσμέτη. Η Μαρία Κουγιουμτζή συνοψίζει έναν ερωτικό φόνο σε μια παράγραφο και μια ντουλάπα, ο Ντίνος Σιώτης «φωτογραφίζει» μια όμορφη γυναίκα ξαπλωμένη που όλοι βλέπουν κι υποκρίνονται πως δεν και ο Παναγιώτης Ράμμης, στο πιο φορτισμένο των μικροκειμένων επιστρέφει στο πηγάδι των παιδικών του χρόνων. Και πολλοί άλλοι πυκνώνουν σε ελάχιστες λέξεις ολόκληρα σύμπαντα.

Tobias Wolff, Californie, 2009, φωτ. Jean Luc Bertini

Οι εκπλήξεις συνεχίζονται, για εμάς που ξεφυλλίζουμε τα περιοδικά από το τέλος, και η επόμενη αναπάντεχη συνάντηση είναι με τον Τομπάϊας Γουλφ, έναν από τους κορυφαίους σύγχρονους Αμερικανούς διηγηματογράφους, που η κριτική συγκαταλέγει με τους Ρέιμοντ Κάρβερ και Ρίτσαρντ Φορντ. Λέει μεταξύ άλλων ο Γουλφ: Δεν θέλω να υποβαθμίσω την σημασία της πρόθεσης και της συνειδητότητας κατά την συγγραφική διαδικασία. Προφανώς και πρέπει να λειτουργείς συνειδητά. Ωστόσο, σε μεγάλο βαθμό, το ύφος του έργου σου ορίζεται από τον τρόπο που βλέπεις τη ζωή, από την προσωπική σου οπτική. Και δεν έχεις πάντοτε επίγνωση αυτής της οπτικής. Είναι σαν εκείνο το ρητό που λέει ότι «το ψάρι δεν ξέρει ότι ζει μες στο νερό»… [σ. 64]. Το τεύχος δημοσιεύει και διήγημα του συγγραφέα.

Σε μια άλλη εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνομιλία ο Μαρσέλ Γκωσέ, συγγραφέας μιας περίφημης πολιτικής ιστορίας της θρησκείας (Η απομάγευση του κόσμου) μας καλεί να σκεφτούμε το Ισλάμ υπό το πρίσμα όλων των ιστορικών, κοινωνικών και πολιτικών δεδομένων. Ιστορικά η θρησκεία οργάνωσε την ζωή των κοινωνιών και η νεωτερική πρωτοτυπία έγκειται στην έξοδο από αυτή την οργάνωση. Η έξοδος αυτή διαχέεται σε πλανητικό επίπεδο και είναι η έσχατη σημασία της παγκοσμιοποίησης. Η ρήξη με την θρησκευτική οργάνωση του κόσμου είναι πλέον δεδομένη. Συνεπώς δεν πρέπει να εκπλησσόμαστε που σε κάποιους χώρους η διείσδυση αυτής της νεωτερικότητας βιώνεται σαν μια πολιτιστική επίθεση.

Κατασκευή Ιησού_

Ένας άλλος σημαντικός ερευνητής, ο Μάικλ Γουόλτσερ, συγγραφέας του κορυφαίου έργου Δίκαιοι και άδικοι πόλεμοι, συνομιλεί με τον Θεοφάνη Τάση για την πολιτική σκέψη σήμερα και, μεταξύ άλλων, για την πολεμικά εγκλήματα, τα σχετικά αντίποινα, την τρομοκρατία και την άνοδο του ισλαμικού χαλιφάτου. Ο Γουόλτσερ παραδέχεται τις προγενέστερες πλάνες του, όπως για παράδειγμα την πεποίθηση ότι ο θρησκευτικός πόλεμος ήταν ένα καθαρά ιστορικό θέμα. Η θεωρία της αναπόφευκτης εκκοσμίκευσης ήταν θεμελιωδώς λανθασμένη. Όμως και πάλι, απευθυνόμενος στους ανά τον κόσμο πιστούς, υπενθυμίζει: Την στιγμή της Δημιουργίας δεν υπήρχαν εβραίοι, χριστιανοί ή μουσουλμάνοι παρά μόνο άνθρωποι κα ο φυσικός νόμος που ίσχυε γι’ αυτούς προηγείται από κάθε αποκάλυψη θεϊκού νόμου και εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα. Η απαγόρευση της δολοφονίας των αθώων είναι μέρος αυτού του νόμου, την οποία καμία ομάδα ζηλωτών δεν μπορεί να καταργήσει.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΟι πολυτιμότερες σελίδες του τεύχους αφιερώνονται στον Γιάννη Κιουρτσάκη και σε μια εκτενή συνομιλία με τον Διονύση Σκλήρη. Όσοι δεν γνωρίζουν το έργο του ας σπεύσουν να διαβάσουν τις σκέψεις του για όλα όσα τον έχουν απασχολήσει όλα αυτά τα χρόνια: την εξορία ως συνθήκη του σύγχρονου ανθρώπου, την αναζήτηση της εξορίας μέσα στην ίδια την πατρίδα, τις εσωτερικές αυτοεξορίες, την «ελληνικότητα», την γλώσσα, τον ατέρμονα κύκλο ταυτότητας και ετερότητας. Στα άλλα κείμενα, ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος ονειρεύεται γραπτώς Όνειρον του δια βίου μεταφραστού Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ο π. Βασίλειος Θερμός συλλογίζεται πάνω στην κρίση ως σύμπτωμα ενός βαριά άρρωστου λαού, η Ελένη Μαρινάκη δοκιμάζει τρία (εξαιρετικά) μικρά κείμενα, οι Στρατής Πασχάλης, Τάσος Γαλάτης, Χρίστος Ρουμελιωτάκης κ.ά. καταθέτουν ποίηματά τους κ.ά.

[234 σελ.]

Στις εικόνες: Βυζαντινό φρέαρ, Tobias Wolff , κατασκευή Ιησού και έργο του Κώστα Σιαφάκα, σχέδια του οποίου κοσμούν το τεύχος.

11
Μαρ.
16

Antonio Tabucchi – Οι τρεις τελευταίες μέρες του Φερνάντο Πεσσόα. Ένα παραλήρημα

TABUCCHI-FERNANDO PESSOA

Η τελευταία παρέλαση των εαυτών

Ένας άντρας ετοιμάζεται να πάει στο νοσοκομείο· ξυρίζεται, διαβάζει τα ποιήματα του Σα – Καρνέιρο. Στην μέση της σκάλας τον περιμένουν δυο φίλοι του και μαζί με τον προϊστάμενό του μπαίνουν στο ταξί. Στην διαδρομή ο άντρας κοιτάζει για ώρα πολλή από το παράθυρο τον μεγάλο μπαρόκ τρούλο της βασιλικής της Εστρέλα· ήταν εκεί μπροστά, στον κήπο, όπου πριν χρόνια έδινε ραντεβού στην Οφέλια Κεϊρός, τον μοναδικό του μεγάλο έρωτα. Συγχώρεσέ με Οφέλια, αλλά εγώ έπρεπε να γράφω, έπρεπε μονάχα να γράφω, δεν μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο… ψιθυρίζει, ο άντρας που είναι ο Φερνάντο Πεσσόα. Περνάει ακόμα κι από τα μέρη όπου κατοικούσε σ’ ένα νοικιασμένο δωμάτιο, όπου η ιδιοκτήτρια τον προσκαλούσε τα βράδια να λάβει μέρος στις πνευματιστικές της συνεδρίες. Εκείνα τα βράδια είχε επαφή με τον Μπερνάντο Σοάρες κι έγραφε για λογαριασμό του το Βιβλίο της ανησυχίας.

Στην υποδοχή του νοσοκομείου ο Πεσσόα κάθισε σε μια πολυθρόνα και άρχισε να ονειρεύεται την παιδική του ηλικία και την φωνή της γιαγιάς του Ντιονίζια, που είχε πεθάνει στο φρενοκομείο – του έλεγε, θα μ’ έχεις σ’ όλη σου τη ζωή να σου κάνω παρέα, διότι η ζωή είναι μια τρέλα κι εσύ θα μάθεις πώς να ζεις με την τρέλα. Στο δωμάτιο, που ήταν μια ταπεινή καμαρούλα με ένα σιδερένιο κρεβάτι, ένα λευκό ντουλάπι κι ένα μικρό τραπέζι, τον επισκέφτηκε ο Άλβαρο ντε Κάμπος.

Fernando Pessoa 1

Γιατί ήρθες; ρώτησε ο Πεσσόα. Γιατί αν είναι να φύγεις, έχουμε μερικά πράγματα να πούμε, του απάντησε ο Κάμπος· εγώ δεν θα ζήσω μετά από σένα, θα φύγω μαζί σου. O Πεσσόα του θυμίζει πως εκείνος ήταν που μπήκε στην ζωή του, τον αντικατέστησε, και τον έκανε να βάλει ένα τέλος στη σχέση του με την Οφέλια. Ο Κάμπος του εξομολογείται πόσο νοσταλγεί την εποχή που ταξίδευε στις θάλασσες της Ανατολής· μια εποχή που δεν ήξερε να χαρεί την ζωή που του είχε δοθεί, κι έτσι έχασε την ευκαιρία, η ζωή του ξέφυγε από τα χέρια. Ύστερα άρχισα να θέλω να αποκωδικοποιήσω την πραγματικότητα, λες και η πραγματικότητα μπορεί να αποκωδικοποιηθεί…

Νοέμβριος 1935. Ο Φερνάντο Πεσσόα βρίσκεται ετοιμοθάνατος σ’ ένα νοσοκομείο της Λισσαβώνας. Στις τρεις μέρες της επιθανάτιας αγωνίας του δέχεται την επίσκεψη των ετερωνύμων του, των ποιητών που ο ίδιος έπλασε με τη φαντασία του χαρίζοντάς τους μια «πραγματική» ζωή. Τα περίφημα ετερώνυμα του Πεσσόα δεν ήταν μια σειρά από απλά ψευδώνυμα, από αυτά που χρησιμοποιούν οι λογοτέχνες για να διαχωρίσουν την λογοτεχνική τους ιδιότητα από την κοινωνική τους (ή άλλη) υπόσταση. Ήταν υπαρκτά και αυθύπαρκτα πρόσωπα, με τη δική τους ζωή, τις δικές τους σκέψεις, τα δικά τους ενδιαφέροντα, τον δικό τους διαφορετικό τρόπο γραφής. Σε μια επιστολή προς κάποιον (υπαρκτό) φίλο του, ο Πεσσόα περιέγραψε τον πρώτο του ετερώνυμο ως τον «πρώτο ανύπαρκτο γνωστό» του. Ακολούθησαν πολλοί άλλοι, που ο μεταφραστής μας παρουσιάζει εν τάχει στο επίμετρό του, προσθέτοντας ότι, δίπλα τους, ο αληθινός Πεσσόα, το ορθώνυμο, ήταν κι αυτός ένα είδος ετερώνυμου του ίδιου του εαυτού του.

Fernando Pessoa III_

Η νοητική γέννηση των ετερωνύμων μου μπορεί να εντοπιστεί στην οργανική και σταθερή τάση που έχω απώλειας της προσωπικότητάς μου και στην κλίση μου προς την προσποίηση. Τα φαινόμενα αυτά, ευτυχώς για μένα και τους άλλους, πήραν έναν νοητικό χαρακτήρα· δεν εκδηλώνονται στην καθημερινή, εξωτερική μου ζωή ή στην επαφή μου με τους άλλους· ξεσπάνε προς το εσωτερικό και εγώ τα ζω μόνος με τον εαυτό μου. [σ. 77]

Στο έργο του Ένα μπαούλο γεμάτο κόσμο ο Ταμπούκι δεν δημιούργησε τέσσερις ποιητές (για να αναφερθούμε μόνο στα σπουδαιότερα πρόσωπα) απλώς για να ερμηνεύσει την μοναξιά του. Στην πραγματικότητα ο καθένας τους στέκεται μπροστά στα μεγάλα θέματα της σκέψης του αιώνα μας· στις εσωτερικές λογοτεχνικές συγκρούσεις που δεν θα μπορούσαν να συνυπάρξουν σ’ ένα μόνο άτομο, γιατί δεν θα γίνονταν πιστευτές. Ο Πεσσόα ένιωθε γοητευμένος από όλα τα φιλολογικά και φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής του και αντί να προσχωρήσει σε ένα μόνο ρεύμα προτίμησε να γίνει εκφραστής και ποιητής πολλών ρευμάτων και πολλών λεκτικών και υφολογικών παιχνιδιών. Τώρα, σε αυτό το πεζογράφημα, ο Ταμπούκι συνεχίζει με κάποιο τρόπο το ονειρικό κλίμα του αμέσως προηγούμενου βιβλίου του, τού Όνειρα ονείρων. Οι ετερώνυμοι του Πεσσόα συνομιλούν ισότιμα, στην ανθρώπινή τους διάσταση, με τον δημιουργό τους.

Fernando Pessoa II_

Ο Αλμπέρτο Καέιρο ήρθε λίγο μετά την αναχώρηση του Κάμπος και έσπευσε πρώτα να του ζητήσει συγνώμη που του προκάλεσε τόσες αγρύπνιες, για τις ατέλειωτες νύχτες που δεν κοιμόταν παρά έγραφε σε έκσταση. Ο Πεσσόα τον καθησυχάζει: εσείς συνεισφέρατε στο έργο μου, για μένα εκείνες οι νύχτες ήταν γόνιμες, το λογοτεχνικό μου έργο είναι ένα νυχτερινό έργο. Την επόμενη μέρα καταφτάνει ο Ρικάρντο Ρέις, άρτι αφιχθείς από την Βραζιλία όπου τον πίστωσε ο δημιουργός του, αλλά εξομολογούμενος τώρα ότι στην πραγματικότητα δεν έφυγε ποτέ από ένα μικρό χωριό της Πορτογαλίας· κι έζησε όλα αυτά τα χρόνια σ’ ένα εξοχικό σπίτι και εκεί, κάτω από μια αιωνόβια μουριά, έγραψε όλες τις πινδαρικές ωδές του και τα ορατιακά ποιήματά του. Προτού φύγει ο Πεσσόα τον χαιρετά και του λέει: σας προσκαλώ να γράφετε ποιήματα ακόμα κι όταν εγώ δεν θα υπάρχω πια.

Έμαθα λίγα ουζμπέκικα, έτσι για την χαρά του πράγματος, αν και δεν θα μπορέσω ποτέ να πάω στη Σαμαρκάνδη, η γνώση όμως της γλώσσας εκείνων των περιοχών με κάνει να αισθάνομαι πιο κοντά στην πόλη που ονειρεύτηκα όλη μου τη ζωή… Τώρα μιλάει ο ο  Μπερνάντο Σοάρες που έχει πάρει την σειρά του στις αφίξεις κι έχουν πολλά να πούνε αλλά τι να πρωτοπούνε. Ο Σοάρες μιλάει για τις αϋπνίες που τον έκαναν να κάθεται όλες τις αυγές στο παράθυρο για να παρατηρεί τις διαβαθμίσεις του φωτός πάνω από την πόλη, για τις ζωγραφιές που κατάφερε τελικά να φτιάξει με τις λέξεις

Tabucchi 1d_

Την άλλη μέρα τον επισκέπτεται ο Αντόνιο Μόρα, που κάποτε μιλούσε για την επιστροφή των θεών, έγραψε κι ένα σχετικό βιβλίο αλλά δεν γνωρίζει αν θα μπορέσει να το εκδώσει, γιατί ποιος θα τολμούσε να εκδώσει τα βιβλία ενός τρελού; Τουλάχιστον αυτός ο συγγραφέας βρίσκει κατανόηση στο πρόσωπο του δόκτορος Γκάμα, που ισχυρίζεται ότι η τρέλα είναι μια συνθήκη που εφηύραν οι άνθρωποι για να απομονώσουν όσους ενοχλούν την κοινωνία. Ο Μόρα πάντως έχει ξεχάσει τον θάνατο και δεν τον φοβάται, γιατί διάβασε τον Λουκρήτιο, που διδάσκει την επιστροφή της ζωής στην Τάξη της Φύσης, στον αιώνιο κύκλο του νερού, του χώματος, των γόνιμων άνθεων.

Ο Πεσσόα δεν μένει σιωπηλός. Αγαπητέ Αντόνιο Μόρα, η Περσεφόνη με καλεί στο βασίλειό της, ήρθε η ώρα να εγκαταλείψω αυτό το θέατρο εικόνων που ονομάζουμε ζωή μας [….] να ξέρατε πόσα πράγματα είδα [….] υπήρξα άντρας, γυναίκα, γέρος κοριτσάκι, υπήρξα ο όχλος των μεγάλων μπουλβάρ στις πρωτεύουσες της Δύσης, υπήρξα ο πράος Βούδας της Ανατολής του οποίου ζηλεύουμε την ηρεμία και τη σοφία, υπήρξα ο εαυτός μου και πολλοί άλλοι, όλοι οι άλλοι που μπορούσα να είμαι, γνώρισα τιμές και ατιμίες, ενθουσιασμούς και καταρρεύσεις [….] κι όλα αυτά γιατί η ζωή δεν είναι ποτέ αρκετή. [σ. 66]

Fernando Pessoa IV

Εκδ. Άγρα, 1999, μτφ. Ανταίος Χρυστοστομίδης, σχέδια Júlio Pomar, σελ. 91 [Antonio Tabucchi – I tre ultimi giorni de Fernando Pessoa. Un delirio, 1994]. Περιλαμβάνονται σημείωμα του μεταφραστή και βιογραφικά σημειώματα του συγγραφέα και του καλλιτέχνη. Τα πορτρέτα του Πεσσόα αποτελούν μέρος ενός συνόλου 233 σχεδίων του Pomar που έγιναν για την διακόσμηση του σταθμού του μετρό Alto dos Moinhos της Λισσαβώνας.

05
Μαρ.
16

Συλλογικό – Ιωάννης Ζεμενός

Ζε

Η ενσάρκωση του ανυπαρξισμού

Πριν από έναν περίπου χρόνο, τον χιονισμένο Φεβρουάριο του 2015, έλαβε χώρα μια ημερίδα, ή, μάλλον, νυχτερίδα, για να συζητηθεί και να σχολιαστεί ο διάσημος αλλά μάλλον άγνωστος Έλληνας συγγραφέας Ιωάννης Ανδρέας Ζεμενός [1911 – 1970;], με τ’ όνομα. Η Εταιρεία Συγγραφέων (ό,τι και να σημαίνει αυτό) προκάλεσε την σχετική συνάντηση φαντασιακής λογοτεχνίας, τα πορίσματα της οποίας λαμβάνω με τρέμουλο στα χέρια, έντυπα και συλλογικά. Ο Δημήτρης Καλοκύρης που διαθέτει το περιβραχιόνιου του αρχηγού δίνει το εναρκτήριο λάκτισμα, προφανώς κατόπιν σχετικού σφυρίγματος, και μας θυμίζει ότι έχουν άπειρες συζητήσεις, διατριβές, συνέδρια και λοιπά για λογοτεχνικά πρόσωπα, αναγνωρισμένα (μεν) ως καθαρά φαντασιακά προϊόντα (δε): Οδυσσέας, Οιδίπους, Γιλγαμές, Θεοί, θεότητες… Άλλωστε ολόκληρη η λογοτεχνία από κτίσεως λόγου προϋποθέτει προσωπικότητες που δεν είναι παρά τέτοια προϊόντα φαντασίας, η οποία μαζί με τον λόγο αποτελεί τα βασικά εργαλεία του συγγραφέα. Συμφωνήστε για να συνεχίσω.

Ζεμενοί

Ωραία. Ένας Γιώργος Σκαμπαρδώνης διαδραμάτισε δραματικό ρόλο στην σύλληψη της όλης ιδέας, κοινώς της μελέτης του δημοσιευμένου και αδημοσίευτου έργου του Ιωάννη Ζεμενού, πιθανώς και της ίδιας του της προσωπικότητας. Στην πρώτη κατηγορία βλέπω βλέπω τρεις ποιητικές συλλογές (οι δυο εκδοθείσες στο Σουδάν, η μια από τις εκδόσεις Μερόη) και μια συλλογή διηγημάτων. Στην δεύτερη υπάρχουν τα παραπάνω είδη, μαζί με ένα μυθιστόρημα, ένα δοκίμιο φιλοσοφικής απώλειας, συνταγές, αλληλογραφία και ανεξεπέργαστα χειρόγραφα 14 έργων. Υπάρχουν τέλος και κάποια αποδιδόμενα έργα.

Τι συμβαίνει εδώ; Για να δούμε ποιοι γράφουν τι. Πρώτος εμφανίζεται ο ποιητής Τάκης Γραμμένος, που ευτυχώς εμπιστεύομαι, καθότι και δεινός ανασκαφεύς, ιδιότητα που, όπως γράφει, μοιράστηκε με τον ίδιο τον Ζεμενό, ο οποίος αφιέρωσε δυο καλοκαίρια του στην Τούμπα Τάμπα, την πόλη που μάλλον ίδρυσε ο μετατρωικός Αινείας. Ήταν μάλιστα παρών όταν ανοίχτηκε μεγάλος κιβωτιόσχημος τάφος με ζωγραφισμένη προτομή γυναίκας η θεάς εκπάγλου και τα λοιπά και τα λοιπά. Φαίνεται επίσης ότι ο Ζεμενός διάβαζε ανελλιπώς τον Κήπο Χαρίτων του Καισαρίου Δαπόντε, το βιογραφικό αυτό ποταμώδες ποίημα παρηγορίας για κάθε ταλαίπωρο.

Zemen Kitap_

Κατόπιν έρχεται με τα κιτάπια του ο Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής, που ανακαλύπτει σε ρουμανικά αρχεία δυο ανέκδοτα κείμενα του πατέρα του Ζεμενού, Ρωμύλου, το ένα εκ των οποίων τιτλοφορείται Περί της αποκτήσεως αρρένος. Για να δούμε λοιπόν υπό ποίες εντολές προέκυψε ο ίδιος ο συγγραφέας. Κατά πρώτον, ορίζεται ως άριστον μέτρον η άπαξ της εβδομάδος συνομιλία μεταξύ των συζύγων. Η παραμέληση του μέτρου «οδηγεί ταχέως τους φιληδόνους και σαρκικώς ασώτους εις την τύφλωσιν…και παραληρήματα των αισθήσεων, δια να μην αναφέρωμεν τους ισχυρούς πονοκεφάλους και την ροπήν προς την μέθην, την χαρτοπαιξίαν και τα Σόδομμα και Γόμμορα». Απαριθμούνται λοιπόν τα απαραίτητα, σημαντικότερο εκ των οποίων κρίνω το …

Τρίτον, η μόνη στάσις οργώματος και σποράς, πάντοτε δια την απόκτησιν υιού, είναι εκείνη όπου ο αγρός παραμένει ανάσκελα και επί αυτού εισέρχεται νικητής και τροπαιούχος ο σπείρων τον σπόρον. Κάθε σκέψις οφείλει να έχη άρρεν περιεχόμενον…. Προσοχή όμως, Χριστιανοί! Λόγω της σφοδρότητος του έργου και της αναταραχής που δημιουργείται πλειστάκις, ιατροί του διαμετρήματος του Γαληνού και του Ιπποκράτους εφιστούν την προσοχήν εις την αποφυγήν παρεκκλίσεων των σκέψεων Διότι γυνή η οποία είχε εκείνας τα στιγμάς κατά νουν μορφήν Αιθίοπως, εγέννησεν άρρεν μαυροτσούκαλον, όπως ετέρα ευλαβής δέσποινα έτεκεν πύρρον υιόν, επειδή εσκέφθη την μπακιρένιαν κατσαρόλαν της, την οποίαν λόγω του επείγοντος του έργου είχε λησμονήσει επί της εστίας. [σ. 31 – 32]

Ζεμενή

Ο Μιχάλης Μοδινός διηγείται με πρώτο χέρι την γνωριμία του με τον Ζεμενό, ήδη από το Χαρτούμ το 1946, όπου φυτοζωούσε (ο Ζεμενός) εις βάρος της ελληνικής κοινότητας και δήλωνε ποιητής από τον Βόλο. Κρίθηκε ακατάλληλος για δουλειά γραφείου αλλά τον συνόδευε σε βόλτες στην όχθη του Νείλου για να αποθαυμάσουν το αποσυναρμολογούμενο ατμόπλοιο τάδε, που σκούριαζε ζωσμένο από παπύρους και λωτούς. Ο Ζεμενός γοητεύθηκε από τις πυραμίδες της Μερόης και εξεπλάγη με τα ξεχασμένα βυζαντινά βασίλεια καταμεσής της ερήμου (άρα, σκέφτομαι, θα του άρεσε και αυτό το βιβλίο). Για την Ελλάδα δεν έβγαλε ούτε λέξη όλα αυτά τα χρόνια, κι όταν τον ρώτησε σχετικά την δεκαετία του ’70, η απάντηση ήταν: «Α! η Ελλάδα […]– αφηγούμαστε διαρκώς την ίδια ιστορία».

Ο Ντίνος Σιώτης αποκαλύπτει την σύσταση μυστικής εταιρείας – κατ’ άλλους συμμορίας – από τους Ανδρέα Εμπειρίκο, Νίκο Εγγονόπουλο, Νικόλαο Κάλας και Ιωάννη – Ανδρέα Ζεμενό, με σκοπό την ανατομή της λογοτεχνικής πραγματικότητας δια σουρεαλιστικών μεθόδων, η Ηρώ Νικοπούλου μελετά την ποιητική του συλλογή Η αθερίνα και ο Μόμπι Ντικ, η Παυλίνα Παμπούδη αλιεύει άγνωστα ερωτικά του γράμματα. Ο Πάνος Θεοδωρίδης τον χαρακτηρίζει με επαρκείς αποδείξεις «ποιητή των ορέων», ο Μάκης Πανώριος διαπιστώνει διπλογραφία δικού του διηγήματος και του Ιππότη του Ζεμενού, ο Γιάννης Πατίλης μας κοινοποιεί μέιλ προς την Ηρώ Νικοπούλου σχετικά με ένα άγνωστο επιτύμβιο επίγραμμα του συγγραφέα.

Dianne Arbus - Anagnostria Zemenou_

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης καταθέτει μνήμη μικρή από κάμπινγκ εις μνήμη του συγγραφέα και ο Γιώργος Χουλιάρας συνοψίζοντας την ζωή και το έργο του Ζ. θυμάται την σχετική εκδήλωση στον Ιανό με τα τέσσερα μάγουλα, διαπιστώνει την παρουσία των αχιονόφοβων Θεσσαλονικέων σε σχέση με τους Αθηναίους που παρακολούθησαν μέσω του ΕσύΣωλήνας, σκέπτεται περί της ομηρίας του συγγραφέα από Σομαλούς πειρατές (ούτως ή άλλως η Σωμαλλία αποτελεί χώρα όπου αλλού είναι το σώμα) και καταλήγει ότι ο Ζεμενός είναι η ενσάρκωση του ανυπαρξισμού. Παρεμβαίνουν η Κλαίτη Σωτηριάδου και η Λίνα Κομίνη, συμμετέχουν οι Λίλα Κονομάρα, Αμάντα Μιχαλοπούλου κ.ά., ενώ ο … Βαγγέλης Γερμανός λέει κι ένα τραγούδι. Περιλαμβάνονται πολλές φωτογραφίες, τέσσερις σελίδες με σκέψεις και ιδέες του Ζεμενού (αλλά στο δικό μου αντίτυπο είναι λευκές) και βιογραφικά (ζεμένια λέει) σημειώματα των γραφόντων, και καλώς, για να ξέρουμε και τι καπνό φουμάρει ο καθένας.

Εταιρεία Συγγραφέων και Εκδόσεις Αίολος, 2015, σελ. 159.

Στις εικόνες, φωτογραφίες από την συλλογή του Ζεμενού [Φίλοι, αρχεία και αναγνώστριες του Ζεμενού], αλιευμένες από τα δικά μου αρχεία. Δεν με συμβουλεύτηκε κανείς, αλλά ζεμέν φου.

03
Μαρ.
16

Patti Smith – Πάτι και Ρόμπερτ

Patti Smith 0 cover

Some Patti to Love

Είναι ένα βιβλίο αξιανάγνωστο από την αρχή ως το τέλος, γραμμένο με μια απρόσμενη λογοτεχνική διάθεση ίσως αναπάντεχη για τους περισσότερους, όχι όμως για όλους εμάς που γνωρίζουμε καλά ότι η Πάτι Σμιθ πρώτα ξεκίνησε από την ποίηση και την εικαστική δημιουργία, και πολύ αργότερα βρήκε τον δρόμο της στην μουσική. Και αυτές οι τέχνες εισχωρούν στην γραφή της, που κατά τα άλλα ρέει σαν διήγηση ημερολογιακή και εξομολογητική.

Ως προς το περιεχόμενο, η έκπληξή μου ήταν μεγάλη: δεν πρόκειται για αφήγηση των μουσικών της περιπετειών, το αντίθετο! Πρόκειται για την εξιστόρηση ενός έρωτα, της ζωής των δυο εραστών στην Νέα Υόρκη από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και του τρόπου με τον οποίο αμφότεροι αναζητούσαν τρόπους έκφρασης και δημιουργίας. Η μουσική ήταν μόνο το τελευταίο σκαλοπάτι σε όλες αυτές τις αναζητήσεις της Σμιθ. Αυτή η αφήγηση ενός απόλυτα ρομαντικού έρωτα είναι παράλληλα και μια ιστορία της μαθητείας στο ροκ εν ρολ, στην ουσία όλων όσα προηγήθηκαν. Και βέβαια είναι κι ένα χρονικό ενός τόπου και μιας εποχής, συνεπώς ξεχειλίζει από αμέτρητες αναφορές σε καλλιτέχνες, μπάντες, τραγούδια, κινηματογραφικές ταινίες και σκηνές, ηθοποιούς και υποκριτές, προσωπικότητες και ασημότητες που τριγύριζαν σ’ όλους εκείνους τους χώρους.

Patti Smith 7

Οι πρώτες σελίδες γεμίζουν με υπέροχες περιγραφές των πρώτων της χρόνων. Όταν μάθαινε από την μητέρα της να προσεύχεται στον Κύριο να κρατήσει την ψυχή της άρχισε να αναρωτιέται: πώς είναι αυτή η ψυχή και τι χρώμα έχει; Φοβόταν κιόλας μήπως η δική της ξεγλιστρήσει από μέσα της και δεν ξαναγυρίσει. Σταδιακά άρχισε ένα διαφορετικό είδος προσευχής, σιωπηλής αυτή τη φορά: περισσότερο αφουγκραζόταν, παρά μιλούσε. Σύντομα θα λαχταρούσε να διαβάσει και όλα τα βιβλία του κόσμου, ενώ δεν μπόρεσε να ξεπεράσει την ενοχή για την κλοπή ενός παιχνιδιού από μια φίλη της. Όλες αυτές τις ιστορίες τις μοιραζόταν με τον Ρόμπερτ, προσπαθώντας να αποδεχτούν την διττή τους φύση. Ήμαστε γεμάτοι αντιφάσεις: φως και σκοτάδι μαζί. Εκείνη ήταν ένα κακό κορίτσι που προσπαθούσε να γίνει καλό και εκείνος ένα καλό αγόρι που προσπαθούσε να γίνει κακό.

patti_smith_by_mad3-d6t1owv

Το κορίτσι μεγάλωνε, μια ξινή δωδεκάχρονη με μακριά, άχαρα άκρα. Μέσα της όμως είχε ήδη συγκλονιστεί με την αποκάλυψη ότι οι άνθρωποι δημιουργούν τέχνη και ότι αν είσαι καλλιτέχνης βλέπεις πράγματα που δεν βλέπουν οι άλλοι. Ψήλωνε ολοένα και περισσότερο, σχεδόν ένα ογδόντα πέντε, αλλά δεν ζύγιζε ούτε πενήντα κιλά. Το 1961 ήταν μια κοκαλιάρα απόβλητη στο χαμηλότερο σκαλί της γυμνασιακής καταξίωσης και αποτελούσε μόνιμο στόχο κοροϊδίας. Έτσι βυθίστηκε στην εφηβική σωτηρία, στα βιβλία και στο ροκ εν ρολ. Στα δέκατα έκτα της γενέθλια έλαβε για δώρο μια μονογραφία για την θαυμαστή ζωή του Ντιέγκο Ριβιέρα κι άρχισε να φαντάζεται τον εαυτό της σαν την Φρίντα – μούσα και δημιουργό μαζί. Ονειρευόταν να γνωρίσει έναν καλλιτέχνη, να τον αγαπήσει, να τον στηρίξει και να δημιουργήσει στο πλάι του.

Αλλά το 1966 έμεινε έγκυος κι έτσι εκείνη που δεν ήθελε ποτέ να μεγαλώσει βρέθηκε στην απέναντι πλευρά, «ταπεινωμένη από την φύση». Αποβλήθηκε από τις διδασκαλικές της σπουδές και έπιασε δουλειά σε εργοστάσιο σχολικών βιβλίων. Η παρηγοριά της ήταν ο Ρεμπώ και τον υποδέχτηκε ως συγγενή και μυστικό εραστή. Η κοινωνία που δεν σταμάτησε να την κοροϊδεύει για την «μπίτνικ» εμφάνισή της, τώρα αντιδρά και στα «κομμουνιστικά» της διαβάσματα (!). Εκείνη έριξε το αντίτυπο των Εκλάμψεων σε μια βαλίτσα και ετοιμαζόταν να δραπετεύσει.

Patti Smith 8

Άραγε ποιος μπορεί να ξέρει τι κρύβει η καρδιά της νεότητας εκτός από την ίδια τη νεότητα; [σ. 171]

Λίγο πριν την αναχώρηση έριξε ένα κέρμα στο τζουκ μποξ ενός καταστήματος πρόχειρου φαγητού για να ακούσει ένα σαρανταπεντάρι της Nina Simone κι έφυγε για την Νέα Υόρκη με τριάντα δύο δολάρια. Στην διεύθυνση που είχε στα χέρια της οι φίλοι της είχαν μετακομίσει αλλά βρήκε ένα χλωμό και αδύνατο αγόρι που την οδήγησε στο νέο σπίτι. Κι έτσι το Σέντραλ Παρκ την φιλοξένησε στον πρώτο ύπνο της νέας της ζωής. Αλλά βρισκόταν στην ύποπτη και ερωτική πόλη, με τις σειρές των πορνοσινεμά, τα ξεδιάντροπα ντυσίματα, τους ουρανοξύστες, αυτά τα «μνημεία αλαζονικού αλλά ανθρωποκεντρικού πνεύματος της Αμερικής». Ήταν μια ανοιχτή ατμόσφαιρα που δεν είχε αισθανθεί ξανά. Όλη την επόμενη νύχτα ταξίδευε μπρος πίσω με τον υπόγειο, για να ξεκλέψει λίγο ύπνο.

Patti Smith 4 Chelsea

Περπατώντας στην Δεύτερη Λεωφόρο, την επικράτεια του Frank O’ Hara, την ημέρα του θανάτου του John Coltrane, με τα πλήθη να μαζεύονται στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου και την κραυγή της αγάπης του Albert Ayler να αντηχεί στην σχεδόν πνευματική ατμόσφαιρα, η Σμιθ λούστηκε το φως της Νέας Υόρκης, που ήταν ίδιο με των ζωγράφων του αφηρημένου εξπρεσιονισμού. Το White Rabbit ακουγόταν στην διαπασών από τις ανοιχτές πόρτες του Electric Circus, φέιγ βολάν στους δρόμους ανήγγελλαν συναυλίες των Country Joe and the Fish, μια περιφερόμενη κοινότητα νέων κοιμόταν σε πρόχειρες σκηνές στα πάρκα. Ένοιωσε ελεύθερη να αλητεύει, να εξερευνά την πόλη την μέρα και να κοιμάται όπου έβρισκε τη νύχτα: σε κάποια είσοδο πολυκατοικίας, κάποιο βαγόνι του υπόγειου, ακόμα και κάποιο νεκροταφείο.

Τα βιβλία την είχαν προετοιμάσει για όλα, αλλά όχι για την πείνα. Έπιασε δουλειά σ’ ένα βιβλιοπωλείο στο Άνω Μανχάταν, όπου και άρχισε να κοιμάται κρυφά, όταν άδειαζε το μαγαζί. Σ’ εκείνα τα μέρη ξαναβρήκε τον αδύνατο νέο που την είχε υποδεχτεί σ’ εκείνο το σπίτι, με τα κρεμαστά του χαϊμαλιά, «μια διασταύρωση χίπι και βοσκόπουλου». Βρήκαν δανεικό μέρος για να μείνουν, άρχισαν να μιλάνε για την τέχνη, παρέδωσαν ο ένας στον άλλον τη μοναξιά του. Αποκοιμήθηκαν αγκαλιασμένοι κι εκείνη ήξερε πως «από εκείνη την στιγμή ήταν ο ιππότης της». Αυτός ήταν ο Robert Mapplethorpe, που αγαπούσε από μικρός να χρωματίζει τα πάντα.

Patti and Robert

Τώρα μαζί μαζεύουν από τα σκουπίδια όλα όσα χρειάζονται για το μικρό τους διαμέρισμα: στρώμα, βιβλιοθήκη, φωτιστικά, χριστιανικά κάδρα, χαλί. Τα τραγούδια του Tim Hardin έγιναν το πρώτο σάουντρακ του νεανικού τους έρωτα. Λότε Λένια, Ζαν Ζενέ, Ρεμπώ και Ντίλαν κόσμησαν τους τοίχους. Δεν είχαμε πολλά λεφτά αλλά ήμαστε ευτυχισμένοι. Δεν μπορούσαν να αγοράσουν αλλά έλιωναν όσους είχαν: εκείνη έφερε την όπερα Madame Butterfly, Rolling Stones, Joan Baez· εκείνος Vanilla Fudge, Tim Buckley, History of the Motown. Μια μέρα ένα ηλικιωμένο ζευγάρι σταμάτησε κι άρχισε να τους κοιτάζει επίμονα. Ο Ρόμπερτ τους έσφιξε το χέρι. «Βγάλε τους μια φωτογραφία, νομίζω είναι καλλιτέχνες», είπε η γυναίκα. «Δυο παιδιά είναι μόνο», είπε εκείνος. Just kids – αυτό τον τίτλο διάλεξε για το παρόν βιβλίο η Σμιθ.

Patti Smith 11

Για πολύ καιρό θα αδυνατούσαν να χαίρονται μαζί όσα τους ενδιέφεραν. Στα μουσεία είχαν λεφτά μόνο για ένα εισιτήριο, έμπαινε μόνο ο ένας και περιέγραφε τον άλλον αυτά που είχε δει. Ο Ρόμπερτ έκλεψε ένα βιβλίο του Ουίλιαμ Μπλέικ· εκείνη ξύστρες και ξυλομπογιές. Θεωρούσαν πως τους προστατεύει το πνεύμα του αγίου κλέφτη Ζενέ. Σταδιακά έφτιαχναν λευκώματα με την τέχνη που αγαπούσαν. Επινοούσαν παιχνίδια, έφτιαχναν χειροποίητες κάρτες. Τα βράδια ρύθμιζαν την βελόνα του πικάπ να παίζει χωρίς διακοπή, ακόμα και στον ύπνο τους.

Κάποιες μέρες, βροχερές γκρίζες μέρες, οι δρόμοι του Μπρούκλιν άξιζαν μια φωτογραφία και κάθε παράθυρο άξιζε το φακό μιας Leica για να αποτυπώσει το ακίνητο τοπίο με την κοκκώδη υφή. Μαζεύαμε τα χρωματιστά μολύβια και τα χαρτιά μας και αρχίζαμε να ζωγραφίζουμε σαν άγρια, πρωτόγονα παιδιά μέσα στη νύχτα, ώσπου πέφταμε εξουθενωμένοι στο κρεβάτι. Ξαπλώναμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, αμήχανοι ακόμα αλλά ευτυχισμένοι, ανταλλάσσοντας ξέπνοα φιλιά μέσα στον ύπνο μας. [σ. 81]

Patti Smith 9

Ο Ρόμπερτ ζωγράφιζε χωρίς σταματημό αλλά τίποτα δεν θεωρούσε τελειωμένο αν δεν το έβλεπε και εκείνη. Στην πρώιμη φάση του αντλούσε θέματα από τις εμπειρίες του με το LSD, που η Πάτι αρνιόταν να δοκιμάσει – αυτό θα συνέβαινε πολύ αργότερα και σε ειδική περίπτωση. Άλλες πηγές του ήταν ο σουρεαλισμός, η ταντρική τέχνη και αργότερα ο καθολικισμός: ο Χριστός, η Παρθένος, ο αμνός. Έβρισκαν κορνιζαρισμένα πορτρέτα αγίων στα σκουπίδια ή στα παραρτήματα του Στρατού της Σωτηρίας. Η επόμενη έμπνευσή του θα ήταν η σαδομαζοχιστική εικονογραφία, και δεν θα την εγκατέλειπε ποτέ.

Όσο οι δυο νέοι ωρίμαζαν οι ανάγκες τους διέφεραν. Ο Ρόμπερτ είχε ανάγκη να εξερευνήσει τον κόσμο μέσα του, η Πάτι είχε τον κόσμο πέρα από τον εαυτό της. Τότε είδε πρώτη φορά τον Morrison στην σκηνή και σκέφτηκε πως θα μπορούσε κι εκείνη να κάνει αυτό που έκανε εκείνος ο «Άγιος Σεβαστιανός της Δυτικής Ακτής». Αλλά αυτό θα αργούσε· προς το παρόν αμφότεροι προβληματίζονταν για την τέχνη τους: Για ποιον το κάνουμε; Δίνουμε ζωή στον Θεό; Μιλάμε με τον εαυτό μας; Ποιος είναι ο τελικός σκοπός; Να φυλακίσουμε το έργο μας στους μεγάλους ζωολογικούς κήπους της τέχνης, τα μουσεία;

Patti Smith - Amsterdam -1976 - kim - wang_

Λένε ότι τα παιδιά δεν μπορούν να διακρίνουν ανάμεσα στα ζωντανά και στα άψυχα αντικείμενα· πιστεύω πως αυτό είναι αλήθεια. Ένα παιδί χαρίζει σε μια κούκλα ή σε έναν μολυβένιο στρατιώτη την πνοή της ζωής. Έτσι και ο καλλιτέχνης εμφυσά ζωή στο έργο του, όπως κάνει ένα παιδί με τα παιχνίδια του. Ο Ρόμπερτ ενστάλαζε στα αντικείμενα τη δημιουργική του ώθηση, την ιερή σεξουαλική του ορμή, άσχετα αν το έκανε για χάρη της τέχνης ή της ίδιας της ζωής. Μετέτρεπε ένα μπρελόκ με κλειδιά, ένα κουζινομάχαιρο ή μια απλή ξύλινη κορνίζα σε έργο τέχνης. [σ. 172]

Έπιασαν ένα φτηνό ξενοδοχείο στην Όγδοη Λεωφόρο, γεμάτο άστεγους και πρεζάκια. Το μέρος έζεχνε κάτουρα και εντομοκτόνο. Ποτέ δεν είχαν ξαναδεί τόση μαζεμένη δυστυχία, τόσες ρημαγμένες ζωές. Σύντομα κατάλαβαν ότι θα έπρεπε το γρηγορότερο να φύγουν από εκεί. Η μοίρα τους κατέληγε στο περίφημο ξενοδοχείο Chelsea, όπου έπιασαν το μικρότερο δωμάτιο, το 1017. Έξω από το ξενοδοχείο η αναμνηστική πλακέτα για τον Ντίλαν Τόμας τους έδινε δύναμη. Εκεί είχε περάσει τις τελευταίους ώρες, βυθισμένος στην ποίηση και το αλκοόλ. Ο Ευγένιος Ο’ Νιλ, ο Τόμας Γουλφ, ο Τέρι Σάουθερν είχαν όλοι κάνει προπόσεις εκεί μέσα. «Το να μένεις σ’ εκείνο το ξενοδοχείο των εκκεντρικών και των καταραμένων πρόσφερε ένα αίσθημα ασφάλειας, όπως και εκπληκτική παιδεία».

Patti Smith 12

Είναι γνωστό το σύστημα που είχε καθιερώσει ο ιδιοκτήτης: οι ένοικοι μπορούσαν να δώσουν ως ενέχυρο ή αντί χρημάτων έργα τους. Το ξενοδοχείο έγινε το σπίτι τους, το El Quixote το μπαρ τους. Εκεί βρίσκονταν οι καλλιτέχνες για το Γούντστοκ. Ένοιωσε μια παράξενη εγγύτητα με εκείνους τους ανθρώπους αλλά δεν φανταζόταν ποτέ ότι ακολουθούσε τους ίδιους δρόμους. Η Sandy Daley από το παραδιπλανό δωμάτιο δάνεισε στον Ρόμπερτ την πρώτη του Polaroid. Θα ήταν η τέχνη που θα ασκούσε σε όλη του τη ζωή. Παράλληλα έκανε ασταμάτητα κολάζ με πάσης φύσεως θέματα και υλικά. Η Ντέιλι τους πήγε την πρώτη φορά στο περίφημο Max’s [Kansas City], όπου βρισκόταν το περίφημο στρογγυλό τραπέζι Άντι Γουόρχολ, το στέκι όπου περνούσαν εξοχότητες όπως οι Velvet, η Nico, ο Tim Buckley, ο Bob Dylan, ο Roy Lichtenstein, o Salvador Dali, ο Gerard Malanga. Κανείς όμως δεν μιλούσε για πολιτική στο Max, παρά μόνο για την πολιτική του Factory.

Patti with Bolex-1, 1969_

Το Chelsea ήταν μια ανοιχτή αγορά – όλοι είχαν κάποιο κομμάτι του εαυτού τους να πουλήσουν. Ήταν ακόμη σαν το Twilight Zone: είχε εκατό δωμάτιο που το καθένα τους αποτελούσε ένα μικρό σύμπαν. Σύντομα θα γνώριζε τον Γκίνσμπεργκ, τον Κόρσο και τον Μπάροουζ, που όλοι περνούσαν το λόμπι του ξενοδοχείου. Στο δωμάτιο μινιατούρα αισθάνονταν ως κρατούμενοι σε φιλόξενη φυλακή. Όταν ασφυκτιούσαν ή όταν ενοχλούνταν από τους συνεχείς επισκέπτες, πήγαιναν στο γειτονικό ντονατσάδικο που έμοιαζε βγαλμένο από τους πίνακες του Έντουαρντ Χόπερ. Ο καφές ήταν άθλιος και τα ντόνατς μπαγιάτικα αλλά έμενε ανοιχτό όλη τη νύχτα.

Όταν είχαν λεφτά απλώς δεν έτρωγαν. Αλλά όταν είχαν, φρόντιζαν να τρέφουν και το πνεύμα τους· χαρακτηριστική είναι η αγορά μιας εικοσιεξάτομης έκδοσης των απάντων του Χένρι Τζέιμς για πενταροδεκάρες. Το γέλιο έγινε το απαραίτητο συστατικό της επιβίωσής τους. Σύντομα ανέβηκαν όροφο, κι έπιασαν το περίφημο δωμάτιο 204. Η δεκαετία του ’60 πλησίαζε στο τέλος της και οι δυο τους ένοιωθαν έτοιμοι για τα σέβεντις. Ήταν βέβαιοι πως θα είναι η δεκαετία τους. Ο ένας είχε γίνει ο καλλιτέχνης της ζωής του άλλου. Τέτοια ελεύθερα πνεύματα αδυνατούσαν να μείνουν αποκλειστικά μαζί. Παρέμειναν συντροφικοί αλλά άλλαξαν συντρόφους. Ο Ρόμπερτ αποδέχτηκε την ομοφυλοφιλία του, η Πάτι γνώρισε τον Σαμ Σέπαρντ, που την έβαλε να γράψουν μαζί ένα θεατρικό έργο, και τον Άλεν Λανίερ των Blue Oyster Cult.

Patti Smith 1

Παρέμενε όμως μια ποιήτρια· αυτό ήθελε να είναι, ακόμα κι όταν άρχισαν να της προτείνουν την μουσική. Είχε διασταυρωθεί με τον Χέντριξ, την Τζόπλιν, τον Γουίντερ, ήταν παρούσα σε σημαντικές στιγμές του ροκ εν ρολ αλλά πολύ νέα και απορροφημένη στις σκέψεις της για να εκτιμήσει την σημασία τους. Δεν έπαψε να αναζητεί τους δρόμους της. Δοκίμασε την ηθοποιία αλλά της ήταν αδύνατο να θυσιάσει ένα τόσο μεγάλο κομμάτι του εαυτού της για την υποκριτική. Άρχισε να γράφει κριτικές και άρθρα για ροκ περιοδικά – Crawdaddy, Circus, Rolling Stone. Ένα άρθρο του Λένι Κέι για την α καπέλα μουσική την συγκίνησε σε τέτοιο βαθμό ώστε να τον αναζητήσει. Πού να γνώριζε ότι θα γινόταν ο κομπανιέρο της στην μουσική….

Όλα έτρεχαν ταχύτατα. Το ζευγάρι πήρε χωριστούς δρόμους αλλά δεν έπαψαν να υποστηρίζουν ο ένας τον άλλον και να βρίσκονται στις ευτυχισμένες και στις δύσκολες στιγμές τους. Η αποχώρηση από το ξενοδοχείο ήταν στο έπακρο φορτισμένη· όπως και το ταξίδι της στο Παρίσι για προσκύνημα στον Μπωντλαίρ, όπως και το όνειρο να ταξιδέψει στην Αιθιοπία του Ρεμπώ.

Patti Smith 3_

Μπορεί η ποίηση να σμίξει με το ροκ εν ρόλ; Η επιρροή του Μόρισον της είχε δώσει μια πρώτη θετική απάντηση. Στις τελευταίες πενήντα σελίδες με μια συγκρατημένη σεμνότητα επιτέλους διηγείται την βουτιά της στην δική της μουσική. Εμφανίσεις με απαγγελίες συνοδεία ηλεκτρικών οργάνων, μπροστά σε συχνά επιθετικό κοινό, κι ύστερα χιονοστιβάδα: CBGB, Horses, η Ιστορία όπως την ξέρουμε αλλά στο βάθος ποτέ δεν θα την μάθουμε. Τότε ήταν που ένοιωθε ευγνωμοσύνη στην μουσική που την βοήθησε να τα βγάλει πέρα με μια δύσκολη εφηβεία, μαζί με μια αίσθηση συνέχειας από όλους τους σπουδαίους προηγούμενους.

Patti Smith 10

Εκείνο που ίσως εκπλήσσει περισσότερο τον αναγνώστη είναι η εμμονή της στην καταγραφή των ρούχων που φορούσαν σε κάθε περίσταση. Είναι πραγματικά εξαντλητικές και συχνά εκνευριστικές οι συνεχείς αναφορές: τι φορούσε στο τάδε μέρος, σ’ εκείνη την έξοδο, στις μετακομίσεις, ακόμα και στην κηδεία του Ρόμπερτ. Κάθε ιστορία και τα ρούχα τους. Υποθέτω ότι δεν πρόκειται για μια κενή ματαιοδοξία· μάλλον το ζευγάρι είχε οξυμένη την εικαστική του αίσθηση, αλλά και την έγνοια για το πώς παρουσιάζουν την περσόνα τους που θεωρούσε τα ενδύματα μείζονα κώδικα έκφρασης, ένα συμπλήρωμα στην τέχνη τους – και φυσικά στην επιθυμία να ορίσουν την ταυτότητά τους σ’ εκείνο τον χαοτικό κόσμο.

Patti Smith Room 204

Μια άλλου είδους έκπληξη αφορά την επιφύλαξή της ως προς τα κοσμογονικά πολιτικά κινήματα του καιρού της. Η Σμιθ συγκλονίζεται από την μουσική αλλά όχι από την επαναστατική διάθεση των νέων της εποχής· στην ουσία συμβαδίζει με τον σκεπτικισμό της Νέας Υόρκης ως προς την χίπικη παλίρροια της Δυτικής Ακτής. Αυτό όμως είναι μια μεγάλη συζήτηση και σε κάθε περίπτωση τα γραπτά της δεν την ανοίγουν. Περισσότερο βάρος πάντως δίνεται στην θρησκευτική της πίστη, σε πολλές περιστάσεις.

Οι τελευταίες σελίδες αποκορυφώνουν ιδανικά την πολύτιμη αφήγησή της. Ο Ρόμπερτ σβήνει σιγά σιγά από το AIDS ενώ εκείνη έχει φτιάξει πια οικογένεια και παιδιά στο Ντιτρόιτ. Πρόλαβε όμως να της χαρίσει για άλλη μια φορά την φωτογραφική του ματιά: την έβγαλε για το εξώφυλλο του Dream of Life, όπως άλλωστε την είχε βγάλει για το εξώφυλλο του Horses – οι σχετικές διηγήσεις είναι από τις πλέον συγκινητικές.

Patti Smith 5

Φανταζόμαστε τους εαυτούς μας σαν τους Γιούς της Ελευθερίας, που είχαν αποστολή να διασώσουν, να προστατεύσουν και να προβάλουν το επαναστατικό πνεύμα του ροκ εν ρολ. Φοβόμαστε ότι η μουσική που μας είχε θρέψει κινδύνευε να πεθάνει από πνευματική ασιτία. Φοβόμαστε ότι έχανε το αίσθημα σκοπού της, ότι έπεφτε σε άπληστα χέρια, ότι παράδερνε βουλιάζοντας στο τέλμα του θεάματος, της οικονομικής διαχείρισης και της ανούσιας τεχνικής περιπλοκότητας. Επαναφέραμε στο μυαλό μας την εικόνα του επαναστάτη Πολ Ριβίαρ ενώ κάλπαζε μέσα στην αμερικανική νύχτα καλώντας το λαό να αφυπνιστεί και να πάρει τα όπλα. Θέλαμε κι εμείς να πάρουμε τα όπλα, τα όπλα της γενιάς μας, την ηλεκτρική κιθάρα και το μικρόφωνο. [σ. 301]

Εκδ. Κέδρος, 2015, μτφ. Αλέξης Καλοφωλιάς, σελ. 337 με πολλές ασπρόμαυρες φωτογραφίες και με παράρτημα με ποιήματα και πρόσθετα σημειώματα [Patti Smith – Just kids, 2010].

Δημοσίευση και στο Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 203.

Ο τίτλος θα μπορούσε να είναι και: Some Patti put something in my drink, Some Patti up there likes me, To Love Some Patti, Everybody needs some Patti. Άλλωστε σίγουρα τριγυρνούσε κάπου δίπλα από τα παραφραζόμενα τραγούδια.




Μαρτίου 2016
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Φεβ.   Απρ. »
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 980.580 hits

Αρχείο

Advertisements