Αρχείο για Απρίλιος 2016

29
Απρ.
16

Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος – Υποκείμενα

ΗΧΠ_

Χάρηκα ιδιαίτερα με την έκδοση των Υποκειμένων, την ανεπίσημα καθιερωμένη ανά δεκαπενταετία περίπου συλλογή του αξιανάγνωστου συγγραφέα με κριτικά, δοκιμιακά και άλλα κείμενα, δημοσιευμένα σε εφημερίδες και περιοδικά, γραμμένα πάντα με την απλή, ακαριαία και απολαυστική γραφή του. Έχω ήδη διαβάσει και ξαναδιαβάσει τα περίφημα Αποκείμενα (εκδ. Νεφέλη, 2000), με τα αντίστοιχα κείμενα των ετών 1984 – 2000 (με σελίδες αφιερωμένες, μεταξύ άλλων, στους Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, Γιάννη Σκαρίμπα, Όμηρο Πέλλα, Νάσο Θεοφίλου, Μέντη Μποσταντζόγλου, Φώτη Πρασίνη κ.ά.), ενώ δυστυχώς δεν έχω τα Παρακείμενα (εκδ. Κέδρος, 1983) με τα αντίστοιχα κείμενα των ετών 1962 – 1983. Ας ευχηθώ λοιπόν στον συγγραφέα, μιας και απομένει η συγκομιδή των κειμένων του από τα τελευταία δεκαπέντε έτη, σύντομα και την επόμενη συλλογή του, που κάλλιστα θα μπορούσε να ονομάζεται Διακείμενα!

Στο πρώτο από τα δυο μεγάλα μέρη του βιβλίου [Συγγραφείς και κείμενα] διαβάζουμε τις πάντα σύντομες πλην διεισδυτικές κριτικές του Η.Χ.Π., που πάντα επιλέγει ιδιαίτερα βιβλία. Έτσι κι εδώ, υπό τον τίτλο Βόρειον σέλας σκέπει το κείμενό του για το βιβλίο του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου Ο πιο σύντομος δρόμος (που και ο ίδιος πολύ αγάπησα και παρουσίασα εδώ), και παραδέχεται πόσο βαθιά τον θέλγει η περιήγηση στους εσωτερικούς λειμώνες που τον οδηγεί ο συγγραφέας. Ξεφλουδίζοντας τα μυστικά στρώματα της πολιτείας, αποκαλύπτοντας ένα προς ένα τα λείψανα και τα ερείπια των ανθρώπων της, ο Κοσματόπουλος μας πείθει πόσο «η Θεσσαλονίκη είναι πιο σύντομη οδός σε τόπο και χρόνο».

Καρκαβίτσας_το_1900 με στολή ανθυπιάτρου_

Πιο κάτω παρουσιάζει ένα ακόμα βιβλίο για το οποίο έχω γράψει πως αποτελεί ένα από τα σπάνια κομψοτεχνήματα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας: Το ελάχιστον της ζωής του, του Διαμαντή Αξιώτη. Ο Παπαδημητρακόπουλος απορεί πώς ένα τόσο από τα πιο συγκροτημένα και ευφρόσυνα βιβλία παρέμεινε εκτός διακρίσεων και εστιάζει στην πολύτιμη ξενάγηση στον μακεδονικό χώρο, όπου ο τόπος, τα προϊόντα και οι άνθρωποί του μπλέκονται σε χορό απόκοσμο αλλά περιέργως άκρως ζωντανό, ενώ επί πάντων επικρέμαται μια άλλη βούληση. Άλλους βάσκανους βίους σμιλεύει ο «ακραίος και απρόβλεπτος» Γιώργος Σκαμπαρδώνης στο Γερνάω επιτυχώς, όπου…

… τα καθημερινά, και εκ πρώτης όψεως ασήμαντα συμβάντα, αποκτούν κατά την πορεία της αφήγησης μιαν ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς αποδεικνύουν (με έναν μινιμαλισμό που συγκινεί), πόσο οι λαχτάρες του ανθρώπου θεραπεύονται με πράγματα ελάχιστα, ξεχασμένα και περιφρονημένα πια (αποδιωγμένα στον καιάδα της μεγάλης καταναλωτικής απάτης) – όπως ένας χορός, ένα παγωτό, ένα γεύμα στο εξοχικό δέντρο κάτω από τα αιωνόβια πλατάνια, ή ένα γυναικείο κίτρινο φουστάνι. [σ. 35]

Σκαρίμπας

Ο συγγραφέας βέβαια πάντα εντοπίζει και μας προτείνει αξιανάγνωστα βιβλία άσημα και αφανή, με το σχετικό κείμενο αυτή τη φορά να διατρέχεται από την γνωστή και ευπρόσδεκτη λεπτεπίλεπτη ειρωνεία του, καθώς σχολιάζει μια γνωστή κατάσταση, κατά την οποία ο συγγραφέας των μικρών κειμένων, των μικρών οίκων, των περιφερειακών εκδόσεων, ο μη ανήκων στους ευνοούμενους των μέσων, ο μη γνωρίζων τα εμπορικά τερτίπια του αθηναϊκού τετραγώνου, ο μη διαθέτων «επικοινωνιακές ικανότητες» (τις πιο πολλές φορές επειδή απλώς τις περιφρονεί βαθύτατα), ο συγγραφέας που αρνείται να καταστεί κλόουν των επικοινωνιακών τακτικών, βλέπει το βιβλίο που έγραψε μετά κόπων και βασάνων να κυκλοφορεί (τρόπος του λέγειν) συνήθως για να εξαφανιστεί στα τάρταρα των βιβλιοπωλείων, πεθαίνοντας «πριν προφθάσει να ανθίσει». Αυτή τη φορά εστιάζει στις χάρες των βιβλίων των Άρι Αλεβίζου, Ραλλούς Γιαννουσοπούλου, Οδυσσέα Ιωάννου.

Ο Παπαδημητρακόπουλος παραμένει πιστός αναγνώστης της ταξιδευτικής και ποντοπόρου λογοτεχνίας, όπως το Τόξο Μεγίστου Κύκλου του Νίκου Α. Παπανάστου, αλλά και των πάσης φύσεως αγροτικών, φυσιολατρικών και φυσιογνωστικών κειμένων, ακόμα κι αν πρόκειται για πρακτικά επιστημονικών συμποσίων, όπως εδώ Το Αγροτικό Τοπίο (Το παλίμψηστο αιώνων γεωργικού μόχθου). Η συνέχεια αφιερώνεται σε έτερους διηγηματογράφους αλλά και περισσότερο άγνωστες μορφές των γραμμάτων, όπως ο Θεόδωρος Στεφανίδης, ακτινολόγος – ιατρός αλλά και συγγραφέας αρκετών βιβλίων, μεταξύ των οποίων και τα Γράμματα στον Λώρενς Ντάρελ με υπόγειες αφηγηματικές αρετές και εκείνη την κρυμμένη σαγήνη της επιστολιμιαίας πεζογραφίας. Και μιας και το έφερε η κουβέντα, δεν λησμονιέται ο τελευταίος επιστολογράφος της σύγχρονης γραμματείας μας Νίκος Καχτίτσης.

Πετρόπουλος - Πεντζίκης - Φαρμακείο_

Στο κείμενό για τον Ηλία Πετρόπουλο αναζητά τον …άλλο Πετρόπουλο και εστιάζει σ’ ένα από τα πρώτα του βιβλία, το Ελύτης Μόραλης Τσαρούχης (1966(,ένα βιβλίο εξ ολοκλήρου χειρόγραφο και εν συνεχεία λιθογραφημένο, με μια τυπογραφική μορφή που ανταποκρίνεται ιδεωδώς στο περιεχόμενο, καθώς, άλλωστε, όπως σημειώνει ο συγγραφέας του, «είναι και πρέπει να διαβάζεται σαν σειρά ερωτικών επιστολών. Συχνά εις επίρρωσιν των ισχυρισμών του καταφεύγει σε γραφικές παραστάσεις και με την σειρά του ο Παπαδημητρακόπουλος σε επίρρωση των δικών του ισχυρισμών μας μεταφέρει στις σελίδες ένα μέρος του ιδιαίτερου αυτού βιβλίου. Αυτός ο άλλος Πετρόπουλος, με το απαραίτητο ξύσιμο της επιφάνειας των κειμένων, είναι «εντόνως ερωτικός, πλην πεισιθάνατος, αρεσκόμενος σε γλώσσα λογία και, κατά βάσιν, υπογείως ποιητική», όπως αποκαλύπτει και Το Μανιφέστο των Εντροπαλών.

Ένα δεύτερο κείμενο για τον Πετρόπουλο αφορά το βιβλίο του Ελλάδος Κοιμητήρια, μια Σπουδή θανάτου που περιελάμβανε και το βιβλίο Ελλάδος Τάφοι αλλά και ένα δοκίμιο με τις προσωπικές του απόψεις για τον θάνατο, το οποίο δεν πρόλαβε να εκδοθεί. Εδώ ο συγγραφέας του με την αποδεικτική αλλά και υπαινικτική μέθοδο της φωτογραφίας θίγει πολλά θέματα (τοπογραφίας, λατρείας, καύσεως των νεκρών, ανακομιδής) και αντιμετωπίζει τον θάνατο με ηρεμία και δέος.

Λυγερή_

Φυσικά οι μείζονες αναγνωστικές προτιμήσεις του Παπαδημητρακόπουλου είναι γνωστές και επαναλαμβάνονται χωρίς όμως ο συγγραφέας να …επαναλαμβάνεται. Αντίθετα, κάθε φορά μας προσθέτει και νέες ψηφίδες τόσο ως προς τα λογοτεχνικά δεδομένα όσο και ως προς την δική του αναγνωστική πρόσληψη. Στην ενότητα Οδοδείκτες αφιερώνει κείμενά του στον αυτοχαρακτηριζόμενο ως «οδίτη της ζωής» Ανδρέα Καρκαβίτσα. Ο Παπαδημητρακόπουλος εκτιμά βαθύτατα αυτόν τον «καθαρόαιμο πεζογράφο» και τον θεωρεί ως έναν εκ των πατέρων της πεζογραφικής μας παράδοσης, πιστεύοντας πως η νουβέλα του Η Λυγερή, το μυθιστόρημά του Ο Ζητιάνος και Τα ταξιδιωτικά είναι αριστουργήματα – πραγματικά κειμήλια των γραμμάτων μας. Ο Καρκαβίτσας σεβόταν τα δημοτικά τραγούδια και τα κατέγραφε συστηματικά, όπως και τα τραγούδια του περιθωρίου, γνωρίζοντας πολύ καλά τι βάρος κουβαλάνε όλα αυτά.

Στο κείμενό του Κοινοί τόποι στον Σκαρίμπα και τον Καρκαβίτσα εστιάζει τόσο στο γεγονός ότι αμφότεροι ανατράφηκαν με το δημοτικό τραγούδι  αλλά και στην άκρως καταλυτική και υποδειγματική γλώσσα τους (για το πώς, δηλαδή, μπορεί κανείς να υπερβαίνει τα όρια χωρίς να τα παραβαίνει), την μουσικότητα και τον ρυθμό της αλλά και τους ήρωες στον Ζητιάνο και στο Θείο Τραγί, που ενσαρκώνουν το κακό, το οποίο υπηρετούν ενσυνείδητα και με πάθος. Εδώ ο συγγραφέας διόλου τυχαία θυμάται και το αυθυρόστομο και υπογείως βωμολοχικό από τον Μαριάμπα η σεμνοπρεπής μουναχοκόρη, ηρυθρίασε αλλά και διαπιστώνει την μίμηση των γλωσσικών παιχνιδιών και των εννοιολογικών ακροβατισμών στον μοναχικό κληρονόμο Νάσο Θεοφίλου.

Μποστ Ντωφίν

Η οδός συνεχίζει προς τον Πεντζίκη, που εκτιμούσε τον Καρκαβίτσα ακριβώς επειδή αντλούσε από τους λαϊκούς θρύλους και τις δοξασίες και χρησιμοποίησε την περιγραφή ως το κατ’ εξοχήν αφηγηματικό ισοδύναμο. Ο ίδιος ο Πεντζίκης δεν έπαυε να διακηρύσσει συνεχώς την σημασία της περιγραφής, της καταγραφής και (αργότερα) της αντιγραφής: με μια λέξη της πανταχού παρούσης στο έργο του πραγματογνωσίας. Σε άλλες σελίδες, ο Η.Χ.Π. προβαίνει σε ένα «εγκώμιον του διηγηματογράφου» Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, μια ποιητική καταχώρηση σε έναν παλαιότατο τόμο της Νέας Εστίας αποτελεί αφορμή για να του δίνει την ευκαιρία για να ξαναγράψει για τον αγαπημένο του Γεώργιο Βιζυηνό, ενώ αφιερώνει κείμενα στους συντοπίτες του ποιητές Τάκη Σινόπουλο και Γιώργη Παυλόπουλο αλλά στον Κώστα Καρκαβίτσα, Αλέξανδρο Κοτζιά, Μίμη Σουλιώτη, Γιάννη Δουβίτσα, Νίκο Μητσόπουλο, στον Επαρχιακό Τύπο του Πύργου, σε επιστολές αναγνωστών κ.ά.

Μιλώντας περί γλώσσας, ο Παπαδημητρακόπουλος αφιερώνει και σε αυτό τον τόμο ένα κείμενο στον μείζονα σατιρικό Μέντη Μποσταντζόγλου. Ο Μποστ, αυτή η μεγαλειώδης μετεξέλιξη των λαμπρών Ελλήνων ευθυμογράφων, από των κλασικών μέχρι και του Καραγκιόζη), αυτονομήθηκε ταχύτατα από τα κείμενα του Τσιφόρου, που αρχικά εικονογραφούσε στον Ταχυδρόμο, και κατέληξε να το χρησιμοποιεί απλώς ως πρόσχημα, προκειμένου να σχολιάζει την τρέχουσα επικαιρότητα, ασκώντας μια ανελέητη πολιτική κριτική. Ο Μποστ είχε την σοφία και την ικανότητα να θέσει στο επίκεντρο του γελοιογραφικού του σύμπαντος την γλώσσα: υπό τον μανδύα της (δήθεν!) ανορθογραφίας του, δημιούργησε μια άλλη, προσωπική ορθογραφία, μέσω της οποίας επετύγχανε την αναγωγή λέξεων και φράσεων σε έννοιες επέκεινα των κατεστημένων.

ΛΙΒΟΣ _

Δυο πολύτιμα κείμενα, τέλος, αφιερώνονται στην συγγραφική τέχνη. Αναρωτιέται ο συγγραφέας στον «βραχύτατο λόγο υπέρ του μυθιστορήματος», καθώς διαβάζει «τα σημερινά άκωλα μυθιστορήματα»: Μπήκαν οι συγγραφείς τους στον κόπο να διαβάσουν δυο τουλάχιστον από τα πάμπολλα πρότυπα που διαθέτει η Γραμματεία μας και τους παληότερους τεχνίτες της πεζογραφίας μας που γνώριζαν τις ανένδοτες ιδιότητες της γλώσσας; Πώς μπορεί να υπάρξει χλωρός μυθιστοριογράφος χωρίς να εγκύψει, με ταπείνωση, στα σπουδαία βιβλία των παληών; Και στο Γράφοντας ένα διήγημα, ο συγγραφέας αναστοχάζεται πάνω στην συγγραφική και κριτική του δουλειά, ομολογεί ότι τα κριτήρια των παρουσιάσεών του υπήρξαν απολύτως υποκειμενικά (επιτέλους! και κάποιος που αρνείται την δήθεν αντικειμενικότητα της κριτικής!) και εστιάζει στην σπουδαιότητα της αναγνωστικής εμπειρίας, στον θαυμασμό, στην αναγνωστική ευφορία που το κάθε βιβλίο ασκούσε πάνω του.

Πόσο εκείνος ο κριτικός ενθουσιασμός με επηρέασε ως πεζογράφο; Νομίζω: καθόλου – ή, για να το πω αλλιώς, όσο και κάθε άλλο βιβλίο από τα πολλά που διαβάσαμε και αγαπήσαμε, κι οι χάρες τους στοιβάζονται και επικάθονται μέσα μας, αναδυόμενες αργότερα δίπλα (ή και πάνω) από αυτά που ζούμε, μέσω μυστικών ρευμάτων υποχθόνιων αλληλοδιεισδύσεων. [σ. 307]

Εκδ. Γαβριηλίδη, 2014, σελ. 334, με εξασέλιδο ευρετήριο ονομάτων.

Στις εικόνες: Ανδρέας Καρκαβίτσας το 1900 με στολή ανθυπιάτρου, Γιάννης Σκαρίμπας ορχούμενος, Ηλίας Πετρόπουλος και Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκη στο Φαρμακείο, ο Μποστ περί Τσόρτσιλ και Ρενώ Ντωφίν, αγρότες στην Μονή του Λιβός στην Κωνσταντινούπολη – μια φωτογραφία που πιστεύω θα άρεσε στον συγγραφέα, λόγω του αγροτικού της στοιχείου, αλλά και σχετική με την καλλιέργεια του γόνιμου υπεδάφους της παληάς ελληνικής λογοτεχνίας, που αγνοούν οι σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς.

26
Απρ.
16

Richard Sennett – Ο ξένος. Δυο δοκίμια για την εξορία

sennett_

Μπορεί ένα βιβλίο μόλις εκατόν σαράντα τριών σελίδων να περιλαμβάνει με πυκνή, δοκιμιακή πλην εύληπτη και σαφή γλώσσα του δυο όψεις της ξενότητας, που εκκινούν από παλαιότερες ιστορικές καταστάσεις, εφαρμόζουν όμως πλήρως στις σύγχρονες συγκυρίες της μετανάστευσης, της εξορίας και της ετερότητας; Στην προκείμενη περίπτωση μπορεί. Ξεκινώ με το δεύτερο και εκτενέστερο δοκίμιο του βιβλίου, που τιτλοφορείται Ο ξένος. Ο συγγραφέας μας αιφνιδιάζει καθώς αρχίζει και τελειώνει το δοκίμιό του με δυο εικαστικά παραδείγματα. Το πρώτο έργο τέχνης είναι Το μπαρ στα Φολί – Μπερζέρ [1881 – 1882] του Εντουάρ Μανέ.

Τα Φολί – Μπερζέρ ήταν ένας χώρος αισθησιακής ελευθεριότητας, όπου χόρευαν γυναίκες χωρίς εσώρουχο, με αποτέλεσμα, όποτε σήκωναν τα πόδια τους, να εκτίθεται το εφηβαίο τους σε κοινή θέα. Ήταν ένας χώρος κακόφημος, δημόσιος εντούτοις (και οπωσδήποτε όχι πορνείο), που τον κατέκλυζαν θορυβώδη πλήθη που έπιναν και ερωτοτροπούσαν σε μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, μακριά από τις έγνοιες της οικογενειακής εστίας. Μια τέτοια σκηνή θα αποδομήσει ο Μανέ. Βλέπουμε μια γυναίκα να στέκεται πίσω από τον πάγκο ενός μπαρ, σκεπτική, θλιμμένη και αγέλαστη, απομονωμένη, σε απόλυτα μετωπική στάση. Καθώς η μορφή της αντανακλάται μέσα στον καθρέφτη, εστιάζουμε την προσοχή μας στην μόνη σημαντική εμπειρία βάθος και προοπτικής σμίκρυνσης μέσα σε αυτόν. Ιδού το δράμα που εξυφαίνει ο καλλιτέχνης: κοιτάζω σε έναν καθρέφτη και αντικρίζω κάποιον που δεν είναι ο εαυτός μου.

Edouard_Manet_

Την ίδια στιγμή ένας άντρας που στέκει παράπλευρα μοιάζει να κάνει μια ανήθικη πρόταση σε μια νεαρή σερβιτόρα, η οποία αντιδρά με ανείπωτη θλίψη στο βλέμμα της. Δεν είναι η πρώτη φορά που απεικονίζει η μοναχική νεαρή γυναίκα σε έναν ανήθικο δημόσιο χώρο· είναι ένα ηθικολογικό θέμα που ο Ντεγκά είχε ζωγραφίσει στο Αψέντι [1876]. Τώρα η πραγματική ιστορία εκτυλίσσεται κάπου αλλού, έξω από τον καμβά. Αν ο Μανέ ήταν φιλόσοφος θα υποδείκνυε ως πραγματικό θέμα του πίνακά του το εξής: η στερεότητα των μη εκτοπισμένων πραγμάτων, όπως και του εαυτού όσων δεν έχουν βιώσει τον εκτοπισμό, αποτελεί στην πραγματικότητα την μέγιστη ψευδαίσθηση.

Το να είσαι ξένος σημαίνει να ζεις σαστισμένος σε έναν ξένο τόπο: ο μετανάστης βιώνει ένα πολιτισμικό σοκ και κλείνεται στον εαυτό του: ο εξόριστος ζει μια ζωή αδρανή, αδιάφορη, σε μια πόλη που παραμένει ξένη· ο εκπατρισμένος γρήγορα αρχίζει να ονειρεύεται την επιστροφή του… [σ. 76]

Degas - Absinthe

Μια αρχετυπική μορφή εξόριστου του 19ου αιώνα είναι ο Αλεξάντρερ Χέρτσεν, που αιχμαλώτισε σε μια αλησμόνητη πρόζα την καταραμένη σχέση ανάμεσα στον εθνικισμό και την κατάσταση του να είσαι ξένος. Ο ενταγμένος στις τάξεις του ρωσικού ριζοσπαστισμού Χέρτσεν εκδιώχθηκε από την Ρωσική Αυτοκρατορία και όταν τελικά του επιτράπηκε να επιστρέψει στην πατρίδα του έκανε πίσω. Εξακολούθησε να τρέφει παθιασμένο ενδιαφέρον για τις εξελίξεις στην πατρίδα του αλλά δεν μπορούσε πλέον να ζήσει εκεί.

Ο ξένος έχει μια πιο ευφυή και πιο ανθρώπινη σχέση με την κουλτούρα του απ’ ότι αυτός που δεν έχει μετακινηθεί ποτέ και δεν έχει υποχρεωθεί να σταθμίσει τις διαφορές της μιας κουλτούρας από την άλλη. Η διαδικασία του να γίνεται κανείς ξένος είναι κάτι που επεξεργάζεται κανείς δημιουργικά, όταν μεταχειρίζεται τα υλικά της ταυτότητας με τον τρόπο που μεταχειρίζεται ο καλλιτέχνης τα βουβά δεδομένα που πρέπει να αποτυπωθούν στο έργο του. Στην ουσία φτιάχνεις τον εαυτό σου. Και ο Χέρτσεν έπρεπε να βρει ένα νέο τρόπο να είναι Ρώσος.

Alexander_Herzen_

Αν το τραύμα της καταγωγής είναι το πρώτο τραύμα που χαρακτηρίζει τον Οιδίποδα, το τραύμα του πλάνητα αποτελεί το δεύτερο, αγιάτρευτο τραύμα του. Ο Σοφοκλής όμως, στον Οιδίποδα επί Κολωνώ, εισάγει μια ηθική διάσταση στην ίδιαν την πράξη της μετανάστευσης, απεικονίζοντας τον Οιδίποδα ως μια μορφή που το ξερίζωμά της την έχει εξευγενίσει. Το ξερίζωμα έχει ανάλογη αξία και κεντρική θέση στην ιουδαιοχριστιανική παράδοση. Οι Εβραίοι της Παλιάς Διαθήκης θεωρούσαν τους εαυτούς τους ξεριζωμένους πλάνητες και ο θεός τους Γιαχβέ τους υποσχόταν ότι τα θλιβερά ταξίδια τους είχαν κάποιο νόημα. Έτσι και οι πρώτοι χριστιανοί βίωναν έντονα την περιπλάνηση και την έκθεση ως επακόλουθα της πίστης. Η ιουδαιοχριστιανική θρησκεία συνδέεται, ήδη από τις καταβολές της, με εμπειρίες εκτοπισμού. Η θρησκευτική μας κουλτούρα είναι μια κουλτούρα του δεύτερου τραύματος.

Ο λόγος που αποδίδεται τόσο μεγάλη αξία στον ξεριζωμό απορρέει από ένα βαθύ αίσθημα δυσπιστίας απέναντι στην ανθρωπολογία της καθημερινής ζωής. Τα καθημερινά πράγματα, καθαυτά, είναι μια ψευδαίσθηση – για τους Ορφικούς, τον Πλάτωνα, τον Οιδίποδα επί Κολωνώ, τον Άγιο Αυγουστίνο. Το σημάδι του ξένου αποτελεί ένα ηθικό στίγμα ακριβώς επειδή είναι αγιάτρευτο. Τόσο στην ελληνορωμαϊκή όσο και στην ιουδαιοχριστιανική σκέψη όποιος ζει σαν ξεριζωμένος μπορεί να γίνει κανονικό ανθρώπινο ον. Περιπλανώμενος στον κόσμο μεταμορφώνεται ο ίδιος. Απελευθερώνεται από την τυφλή συμμετοχή και η αναζήτησή του γίνεται πιο βαθιά. Τα δυο τραύματα στο σώμα του Οιδίποδα αντιπροσωπεύουν μια θεμελιώδη σύγκρουση στον πολιτισμό μας, ανάμεσα στις αξιώσεις αλήθειας του τόπου από τη μια, και τις αλήθειες που ανακαλύπτει κανείς όταν γίνεται ξένος, από την άλλη. [σ. 113]

Οιδίπους επί Κολωνώ, 1989, Αλέξης Μινωτής

Τα πάθη του νεώτερου εθνικισμού συνηγορούν υπέρ της κοινότητας εις βάρος της αυτομεταμόρφωσης. Από τους ομηρικούς μύθους μέχρι τους αρχαίους τραγικούς, από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης μέχρι τους πρώτους χριστιανικούς πατέρες, υπήρχε ένα πάθος για εκτοπισμό, εις βάρος της κοινότητας. Ο Χέρτσεν άρχισε σύντομα να αντιλαμβάνεται ότι «δεν είχε πουθενά απολύτως να πάει και δεν είχε και λόγο να πάει οπουδήποτε». Συνειδητοποίησε την εσωτερική του δύναμη, την αίσθηση της ανεξαρτησίας, κι έτσι άρχισε να αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο έβλεπε τον κόσμο που τον περιέβαλλε: τώρα η μασκαράτα είχε τελειώσει, οι μασκαράδες είχαν βγάλει τις στολές, οι γιρλάντες είχαν πέσει από τα κεφάλια, οι μάσκες από τα πρόσωπα…

Παρέμεινε προσγειωμένος, προσπαθώντας να κατανοήσει πώς μπορεί ένας ξένος να τα βγάλει πέρα με την ίδια του την εθνικότητα. Για έναν άνθρωπο που έχει γίνει ξένος το έθνος εγκυμονούσε δυο κινδύνους: τον κίνδυνο της λήθης και τον κίνδυνο της μνήμης: αφενός την ταπείνωση λόγω της επιθυμίας του να αφομοιωθεί, αφετέρου την καταστροφή του από τη νοσταλγία. Πολλοί ξένοι από φόβο μήπως αποξενωθούν ή μήπως γίνουν βαρετοί στους άλλους, συμπεριφέρονταν σαν να μην υπήρξε ο κόσμος τους. Αυτούς τους ανθρώπους ο Χέτρσεν τους αντιμετώπιζε σα να περιέρχονταν σε ένα είδος εκούσιας αμνησίας. Στον πίνακα που ζωγραφίζει για την ζωή του ο ξένος μεγάλα κομμάτια είναι καλυμμένα με λευκό χρώμα. Η επιθυμία κάποιου για αφομοίωση μπορεί να βιωθεί ως μια δύναμη που δημιουργεί ένα αίσθημα ντροπής για τον εαυτό του, εξασθενίζοντας έτσι τη δύναμη του εγώ του. Συμπεριφέρεται ως λογοκριτής του εαυτού του, σα να υπάρχει κάτι επονείδιστο που πρέπει να μείνει κρυφό από τους άλλους.

RS3

Όμως ο Χέρτσεν, σοσιαλιστής εκ πεποιθήσεως, επέκτεινε τις σκέψεις του: ο ίδιος ο εκτοπισμός των ξένων τους παρείχε την πείρα να βλέπουν πέρα από τον εαυτό, να έρχονται σε επαφή με άλλους παρόμοια εκτοπισμένους με ένα πνεύμα συνεργασίας. Μόνο η γνώση της διαφοράς και η εμπειρία του εκτοπισμού μπορούν να ορθώσουν ένα φράγμα εμπειρίας ενάντια στις ορέξεις του κτητικού ατομικισμού. Ο εξόριστος μπορεί να υποδουλωθεί και από τις δυνάμεις της ίδιας του της μνήμης, που συνθέτουν μια καταπιεστική, δεσμευτική παράδοση.

Καθώς ο ξένος δεν μπορεί να γίνει πολίτης του κόσμου, καθώς δεν μπορεί να αποτινάξει τον μανδύα του εθνικισμού, ο μόνος τρόπος για να αντέξει το βαρύ φορτίο της κουλτούρας είναι να την υποβάλει σε κάποια είδη εκτοπισμού που κάνουν πιο υποφερτό τούτο το βάρος. Και σε αυτή την προσπάθειά του να εκτοπίσει την εικονοποιία της κουλτούρας και των παραδόσεων ο ξένος καταπιάνεται με ένα έργο παρόμοιο με αυτό του σύγχρονου καλλιτέχνη, του οποίου η δραστηριότητα κατά τον τελευταίο αιώνα αποσκοπεί όχι τόσο στην αναπαράσταση των αντικειμένων όσο στον εκτοπισμό τους.

marcel-duchamp-the-large-glass_

Ο Σένετ ολοκληρώνει το δοκίμιό του με ένα έργο τέχνης του Μαρσέλ Ντυσάν, το Μεγάλο γυαλί: Η νύφη που τη γδύνουν οι μνηστήρες (1927). Με την χρήση του γυαλιού ο καλλιτέχνης επιδίωκε να θέσει υπό αμφισβήτηση «τη συνήθη αισθητηριακή μαρτυρία που μας επιτρέπει να έχουμε μια κανονική αντίληψη ενός αντικειμένου». Τα αντικείμενα παύουν να υφίστανται ως υλικές εμπειρίες και τα αντιλαμβάνεται κανείς μέσα στα όρια της πραγματικότητας που ορίζει το γυαλί. Ο Ντυσάν ήθελε να βοηθήσει το νου να «δει» χωρίς να εξαρτάται από αυτό που βλέπει το μάτι. Το να μπορέσεις να συλλάβεις εκ νέου τους άλλους και τον εαυτό σου ως απτά, συγκεκριμένα ανθρώπινα όντα και όχι ως πολιτισμικούς τύπους μπορεί επίσης να εξαρτάται από τέτοιες αναπάντεχες τροπές· μια από αυτές είναι ο ίδιος ο εκτοπισμός.

Το δεύτερο δοκίμιο του συγγραφέα αφορά το ειδικότερο θέμα του εβραϊκού γκέτο στη Βενετία που επεκτείνεται στην ευρύτερη θεματική του τρόπου με τον οποίο «οι εξόριστοι φτιάχνουν μια πατρίδα». O εβραϊκός λαός έχει εξοικειωθεί με διάφορες μορφές εξορίες και επιβίωσε σε μικρούς θυλάκους εν μέσω ξένων, καταπιεστικών λαών. Οι Εβραίοι βίωσαν πολλές φορές τον εκτοπισμό, αλλά διατήρησαν την πίστη τους ανεξάρτητα από το πού ζούσαν· δημιούργησαν επίσης (συνήθως μικρές και απομονωμένες) κοινότητες όπου κι αν εγκαταστάθηκαν, αντιλαμβανόμενοι ακριβώς τον εαυτό τους μέσω του διαχωρισμού. Η περίπτωση του εβραϊκού γκέτο στην αναγεννησιακή Βενετία είναι περισσότερο πολύπλοκη: είναι η ιστορία μιας ομάδας εξορίστων που υπέστησαν τον διαχωρισμό παρά την θέλησή τους αλλά έπειτα αξιοποίησαν ακριβώς την κατάσταση του διαχωρισμού τους και διαμόρφωσαν νέες κοινοτικές μορφές.

map_

Η Βενετία ήταν αναμφίβολα η πόλη με τον πιο διεθνή χαρακτήρα την εποχή της Αναγέννησης αλλά σε αντίθεση με την αρχαία Ρώμη οι ξένοι που πηγαινοέρχονταν κατά πλήθη δεν ανήκαν σε μια κοινή αυτοκρατορία ή ένα κοινό έθνος· ήταν μόνιμοι μετανάστες. Από την μια πλευρά τα ανθρώπινα δικαιώματα εκλαμβάνονταν ως ανεξάρτητα τοπικής αναφοράς: επρόκειτο για δικαιώματα σύναψης συμβολαίου που ίσχυαν για όλους τους συμβαλλομένους, ανεξάρτητα από τον τόπο προέλευσης ή διαμονής. Η ιερότητα του συμβολαίου ήταν δεδομένη, ενώ η προφορικότητά του σχετιζόταν με το αφορολόγητο. Σε κάθε περίπτωση τα προφορικά αυτά συμβόλαια συνέδεσαν τα οικονομικά δικαιώματα με τα δικαιώματα ελευθερίας του λόγου.

Ο διαχωρισμός ενέτεινε την Ετερότητά τους, καθώς έπαψαν να κινούνται στον αστικό χώρο, ενώ προφανώς έθρεψε φαντασιώσεις που κατέκλυσαν το γκέτο. Η ίδια η εβραϊκότητά τους έμοιαζε να απειλείται όταν αποφάσιζαν να βγουν έξω. Η έκθεση στους άλλους συνιστούσε απειλή για την ταυτότητά τους. Η σχετική εμπειρία τους υπέδειξε έναν βιώσιμο τρόπο σύνδεσης της κουλτούρας και των πολιτικών δικαιωμάτων.

Map of Venice Ghetto, 1775

Η δημιουργία χώρων γκέτο στη Βενετία, για Εβραίους και άλλους ξένους, συνέδεσε τον τόπο με τα δικαιώματα και κατά έναν άλλο τρόπο. Η πόλη παρείχε προστασία στους ξένους μόνο αν βρίσκονταν στο δικό τους μέρος. Έτσι ο τόπος και το σώμα συνδέθηκαν άρρηκτα.  Το να είσαι Εβραίος έγινε πλέον μια χωρική εμπειρία. Η ακεραιότητα του ανθρώπινου σώματος ήταν εγγυημένη μόνο σε έναν απομονωμένο χώρο και προφανώς ενίσχυσε τον κοινοτικό δεσμό. Ο διαχωρισμός των περιθωριοποιημένων μετεξελίχθηκε σε μια θετική ανθρώπινη αξίας, ωσάν οι διαχωρισμένοι να είχαν προστατευτεί από μια μόλυνση. Ο χώρος του γκέτο εξιδανικεύτηκε ως «πραγματική» κοινότητα, ως οργανικός χώρος. Και πρώτοι οι Εβραίοι της αναγεννησιακής Βενετίας σκέφτηκαν ότι αυτός ο διαχωρισμός ενείχε, ειρωνικά, αυτή τη θετική αξία.

Ο συγγραφέας παρεμβάλλει ένα ενδιαφέρον υποκεφάλαιο σχετικά με την Ιστορία της πορνείας κατά την Αναγέννηση. Τι σχέση έχουν όμως οι Εταίρες και οι Εβραίοι; Οι δεύτεροι κλήθηκαν να φορέσουν ένα κίτρινο διακριτικό το 1397, ενώ το 1416 οι πόρνες και οι μαστροποί έλαβαν εντολή να φορούν κίτρινα μαντίλια. Ο εξαναγκασμός του κράτους σκόπευε στην επιβολή ελέγχου αλλά απέτυχε, καθώς το κίτρινο ένδυμα λειτουργούσε περισσότερο ως κράχτης παρά ως προειδοποίηση.

merchant of venice

Σε αντιστάθμισμα για τον διαχωρισμό και την απομόνωσή τους οι Εβραίοι εξασφάλισαν την προστασία της ζωής τους εντός των τειχών του γκέτο για όσο θα παρέμεναν εκεί. Η πόλη – κράτος ήταν πρόθυμη να διώκει τα βίαια εγκλήματα κατά των ξένων κοινοτήτων εφόσον οι ξένοι περιορίζονταν στις συνοικίες τους. Ένα δεύτερο αντάλλαγμα από την πολιτεία για τον εγκλεισμό τους ήταν η άδεια να χτίσουν συναγωγές. Τα κτίρια αυτά πλέον γίνονται το καθοριστικό δημόσιο ίδρυμα της εβραϊκής κοινοτικής ζωής και επηρέασαν βαθιά την έννοια της ιουδαϊκής ταυτότητας.

Ένα δεύτερο παρεκβατικό κεφάλαιο εστιάζει στον γραφέα, ποιητή, ραβίνο, μουσικό και πολιτικό ηγέτη Λεόν Μόντενα, τα κηρύγματα του οποίου προσέλκυσαν και Χριστιανούς, με αποτέλεσμα την γεφύρωση της πολιτισμικής απόστασης Εβραίων και Χριστιανών. Η συναρπαστική ιστορία του καταδεικνύει μεταξύ άλλων και πώς ένας κατεξοχήν κοσμοπολίτης και περιπλανώμενος Ιουδαίος έγινε Εβραίος με την πίστη του να έχει τα ίδια όρια με τον τόπο του.

Gisèle L'Épicier - L’étranger_

Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2015, μτφ. Παναγιώτης Σουλτάνης, επιμ. Γιώργος Διαμαντής, σελ. 143, [σειρά minima, 7] [The foreigner. Two essays on exile, 2011]

Στις εικόνες: Edouard Manet – Un bar aux Folies Bergère, Edgard Degas – Absinthe, Οιδίπους επί Κολωνώ [Εθνικό Θέατρο, 1989, Αλέξης Μινωτής], Alexander Herzen, Richard Sennett, Marchel Duchamp – La mariée mise à nu par ses célibataires, même (Le Grand Verre), , Κάτοψη και Χάρτης του Εβραϊκού Γκέτο στην Βενετία [1775] και γκραβούρα από τον Έμπορο της Βενετίας του Σαίξπιρ, που επίσης εντάσσει στο δοκίμιό του ο συγγραφέας, Gisèle L’Épicier – L’étranger.




Απρίλιος 2016
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930  

Blog Stats

  • 1.128.343 hits

Αρχείο