Colm Toibin – Η διαθήκη της Μαρίας

H διήγηση ξεκινάει από ένα μεταγενέστερο των γεγονότων παρόν. Δυο άνθρωποι επισκέπτονται την Μαρία όλο και πιο συχνά τελευταία, τώρα που δεν την κυνηγάει κανείς· ένας μαθητής του κι ένας μεταγενέστερος πιστός, πιθανώς ο Ιωάννης και ο Παύλος, προστάτες και δεσμοφύλακές της. Μοιάζουν ακόμα εγκλωβισμένοι στα κατάλοιπα του τρόπου που τότε όλοι τους νιώσανε· αλλά αυτό ακριβώς τους συνδέει, η ιστορία που όλοι τους ζήσανε. Ο ένας γράφει λέξεις που εκείνη δεν μπορεί να τις διαβάσει, αλλά είναι βέβαιη ότι γράφει πράγματα που ούτε εκείνος είδε ούτε εκείνη. Αλλά συνεχίζει να γράφει, φροντίζοντας να έχουν βάρος οι λέξεις, να καθηλώνουν όσους τις ακούνε. Και ο δεύτερος γράφει και είναι υποχρεωμένος να την ακούει, γι’ αυτό βρίσκεται εδώ. Εκείνη ζώντας πια στην Έφεσο νοιώθει μεγάλη και δεν της κολλάει ύπνος. Μπορεί να μην έχω πια την ανάγκη να ονειρευτώ ή να ξεκουραστώ.

Η Μαρία αδυνατεί να ξεστομίσει το όνομα του, νοιώθει πως θα σπάσει κάτι αν το προφέρει. Τον αποκαλεί «εκείνος», «αυτός που ήταν εδώ», «ο γιος μου». Θυμάται όταν τον παρατηρούσε που μπορούσε άνετα να περνάει ώρες μόνος του ή να κοιτάζει μια γυναίκα σαν να ήταν ισότιμή του. Μετανιώνει γιατί θα έπρεπε να έχει δώσει μεγαλύτερη προσοχή το διάστημα προτού φύγει από το σπίτι, στο ποιος έμπαινε στο σπίτι και τι συζητιόταν στο τραπέζι της. Αλλά συχνά βαριόταν εκείνες τις κουβέντες και αποτραβιόταν στην κουζίνα. Τώρα στο δωμάτιο υπάρχει μια καρέκλα όπου δεν έχει καθίσει ποτέ κανείς. Ανήκει στη μνήμη, σ’ έναν άνθρωπο που δεν θα γυρίσει, που το σώμα του είναι πια χώμα αλλά που κάποτε διαφέντευε το σύμπαν.

Μέχρι τότε δεν είχα ακούσει κανέναν  να μιλάει για το μέλλον, εκτός κι αν μιλούσαν για την επαύριον ή για κάποιο γλέντι όπου πήγαιναν κάθε χρόνο. Πάντως όχι για κάποια εποχή που θα έρθει, όπου όλα θα είναι διαφορετικά και καλύτερα. Αυτή η ιδέα σάρωνε εκείνα τα χρόνια τα χωριά σαν το λίβα κι έπαιρνε μαζί του όποιον είχε κάποια αξία, πήρε και τον γιό μου… [σ. 21] / Εκείνες τις ημέρες του Σαββάτου, όταν πια οι προσευχές είχαν αναπεμφθεί αργά και μονότονα, περίσσευε πάντα χρόνος για να αναρωτηθεί κανείς τι υπάρχει πέρα και πάνω από εμάς στον ουρανό ή τι κόσμος βρίσκεται θαμμένος στις τρύπες της γης. [σ. 29]

Στον γάμο της Κανά πήγε για να δει αν θα μπορέσει να τον φέρει πίσω στο σπίτι. Είχε ετοιμάσει προειδοποιήσεις και απειλές σε περίπτωση που δεν έφταναν οι υποσχέσεις. είχε ξεγελάσει τον αυτό της ότι θα γύριζε κοντά της, ότι περιπλανήθηκε όσο ήταν να πρειπλανηθεί. Όταν έφτασε στην Κανά, οι μόνες κουβέντες που άκουγε ήταν γι’ αυτόν, και το γεγονός ότι αυτή ήταν η μητέρα του σήμαινε ότι και την πρόσεξαν και θέλησαν να την πλησιάσουν. Οι δρόμοι ήταν ανεξήγητα άδειοι, με μια σιγαλιά παντού, σαν να κρατούσαν όλοι την αναπνοή τους. Άλλη κουβέντα δεν άκουγες εξόν για τη δύναμη και τα θαύματα. Κανείς όμως δεν πίστευε ότι γίνεται να αναστηθεί νεκρός. Οι περισσότεροι πίστευαν ότι εν έπρεπε καν να επιχειρηθεί κάτι τέτοιο,  ότι ήταν σαν να κορόιδευες τους ουρανούς. Ο θάνατος χρειάζεται χρόνο και σιωπή. Οι νεκροί πρέπει να μένουν μόνοι με το καινούργιο δώρο τους, με την καινούργια απαλλαγή από τη στέρηση.

Όταν κατέφθανε «το τσούρμο, κάτι σαν καρνάβαλος με τον κάθε πικραμένο και μισότρελο προφήτη στην σειρά» η Μάρθα πήρε τους δρόμους να τον βρει και να του πει ότι ο αδελφός της Λάζαρος πέθανε. Η ίδια του τόνισε ό,τι του έλεγαν και οι άλλοι, ότι δεν είναι θνητός αλλά ο γιος του Θεού. Μόλις φάνηκε ο νεκρός σώπασαν τα πουλιά και αποτραβήχτηκαν. Η Μάρθα μάλιστα πίστεψε ότι ακόμα και ο χρόνος έμεινε μετέωρος, ότι μέσα σ’ αυτές τις δυο ώρες τίποτα δεν μεγάλωσε, τίποτα δεν γεννήθηκε. Ήτανε λες κι η γη έσπρωχνε προς τα επάνω τον Λάζαρο, κι εκείνος, φασκιωμένος με τα σάβανα, έκανε μια στροφή σαν το παιδί στην υγρή μήτρα, ξέροντας ότι ο χρόνος του εκεί τελείωσε και πρέπει να παλέψει να βρει τον δρόμο του για τον κόσμο. Μαζί με την οικογένειά του χάθηκαν στο εσωτερικό του σπιτιού κι  έκλεισαν τα παντζούρια να μην μπαίνει ο καυτός ήλιος. Τώρα κανείς πια δεν περνούσε ούτε απέξω από το σπίτι του.

Η Μαρία σκέφτεται πως ο Λάζαρος ζει με ένα μυστικό που κανείς τους δεν γνωρίζει. Το πνεύμα του πρόφτασε να ρίξει ρίζες στον άλλο κόσμο κι οι άνθρωποι φοβούνται ν’ ακούσουν αυτά που μπορεί να βγουν απ’ το στόμα του. Βλέπει ότι την έχουν πια συνδέσει με αυτό που συνέβη και επιθυμούν να την αγκαλιάσουν και να την ευχαριστήσουν, σαν να έχει παίξει κι εκείνη κάποιο ρόλο στο γεγονός ότι ο αδελφός τους ήταν ζωντανός. Όταν τον συναντάει θέλει να τον ρωτήσει γι’ αυτό το σπήλαιο με τις ψυχές απ’ όπου είχε περάσει. Ήταν βυθισμένο στο σκοτάδι που τα καταπίνει όλα, ή μήπως υπήρχε φως; Άκουγε φωνές ή υπήρχε απόλυτη σιγή ή ίσως κάποιος άλλος ήχος, όπως νερό που στάζει, αναστεναγμοί ή αντίλαλοι; Συνάντησε την μητέρα του, θυμόταν όσους άφησε, υπήρχε πόνος, υπήρχε φόβος; Αλλά η ευκαιρία γλιστράει από τα χέρια της, για να μην ξανάρθει ίσως ποτέ. Έβλεπε πως ο Λάζαρος πέθαινε κι αν ξαναγύρισε στη ζωή, το έκανε μόνο και μόνο να τους πει ένα τελευταίο αντίο. Κατείχε πια μια γνώση που φαινόταν ότι τον είχε πτοήσει, κάτι που του προκαλούσε άκρατη οδύνη. Ήταν μια γνώση που δεν μπορούσε να τη μοιραστεί με κανέναν, ίσως γιατί δεν υπήρχαν λέξεις γι’ αυτήν.

Θυμάται πως την ορδή πλέον ακολουθούσε ένα ακόμα μεγαλύτερο καραβάνι από πραματευτάδες, νερουλάδες, έμπορους τροφίμων, μέχρι και πυροφάγους. Πολλοί έσπευδαν για να είναι οι πρώτοι που θα διαδώσουν το μαντάτο ενός καινούργιου θαύματος, μιας νέα παραβίασης της ρωμαϊκής τάξης. Εκείνη ήταν έτοιμη να κλείσει τον γιο της σε μια πίσω κάμαρα, ώσπου να καταλαγιάσουν τα πράγματα, να βρούνε όλοι κάτι καινούργιο ν’ ασχοληθούνε. Η Μαριάμ έλεγε ότι μπορεί να γίνει μια επανάσταση ενάντια σε όλα όσα ξέρουμε από παλιά, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του θανάτου, γι’ αυτό είχε μαζευτεί τόσος κόσμος εκεί και τους άκουγαν να φωνάζουν μες στη νύχτα.

Όταν κατέφτασε το πλήθος ο γιος της φορούσε βαρύτιμα ρούχα, έναν μπλε χιτώνα που δεν είχε ξαναδεί· σηκώθηκε να τον σφίξει στην αγκαλιά της αλλά ήταν σαν ξένος, επιβλητικός, με μια τυπικότητα ασυνήθιστη. Τον προειδοποίησε πως διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο, πως τον παρακολουθούσαν αλλά αυτός την αποπήρε κι έπιασε με άλλους κουβέντες βαρύγδουπες και γριφώδεις. Και μετά ο χρόνος έπλασε τον άντρα που δεν με πήρε στα σοβαρά, που δεν άκουγε κουβέντα από κανέναν, τον άντρα που ήταν γεμάτος δύναμη, μια δύναμη χωρίς μνήμη, που δεν θυμόταν  τα χρόνια που είχαν περάσει, τότε που είχε ανάγκη το γάλα από το στήθος μου, το χέρι μου για στήριγμα τότε που μάθαινε να περπατάει… [σ. 58]

Πίσω στο σπίτι της η Μαρία προτιμούσε τις σκιερές γωνιές του σπιτιού. Πλέον γνώριζαν πού μένει και την παρακολουθούν ακόμα και την ώρα που φρόντιζε τα ζώα. Εκείνες οι μέρες ήταν ημέρες τέλους και αρχής. Ήταν σα να ζούσαν μια καινούργια εποχή, μια διαρκή φρενίτιδα υπήρχε στον αέρα, στον ίδιο αέρα όπου οι νεκροί ζωντάνευαν και το νερό γινόταν κρασί. Η μεγάλη αναταραχή τρύπωνε σαν την υγρασία στα δωμάτια όπου ζούσε. Ο κόσμος ήθελε σαν τρελός να τους ακολουθήσει ή έστω να μάθει πού βρίσκονταν. Υπήρχε η αίσθηση πως όλα τα αστέρια θα σταματήσουν να λάμπουν, ότι στον κόσμο θα γίνει τεράστια αλλαγή αλλά σύντομα συνειδητοποίησε ότι μπορεί η αλλαγή να γινόταν μόνο σ’ εκείνη.

Δεν τον έβλεπε πια σαν παιδί αλλά σαν μια δύναμη παγιωμένη, γνήσια, κάτι που έδειχνε να μην έχει πίσω του ιστορία, να μην προέρχεται από κάπου. Όσο εκείνος μιλούσε, τόσο εκείνη ονειρευόταν ότι δραπέτευαν μαζί για κάπου, οπουδήποτε. Οι Ρωμαίοι και οι Πρεσβύτες τον ήθελαν νεκρό αλλά και οι μεν και οι δε φοβούνταν να το δηλώσουν ανοιχτά.  Μετά την σύλληψή του, στις ώρες που πέρασε με τους μαθητές του σχημάτισε την εντύπωση πως οι πάντες πίστευαν ότι αυτό ήταν μέρος ενός σχεδίου, της μεγάλης απελευθέρωσης που θα βίωνε η ανθρωπότητα. Αλλά μιλούσαν και πάλι με έναν κυκεώνα γρίφων. Είχα γυρίσει ξανά στον κόσμο των ζαβών, των σπαστικών, των στενόκαρδων και των τραυλών, που όλοι τους τώρα σε κατάσταση υστερίας κοντοανάσαιναν από την έξαψη προτού καν ανοίξουν το στόμα τους [σ. 70-71]

Ένας μαθητής του την οδήγησε μέσα από στενά δρομάκια σε έναν τεράστιο υπαίθριο χώρο γεμάτο κόσμο. Όταν τον είδε να κοιτάζει τον κόσμο με φόβο και απορία, κατάλαβε πως ήταν η μόνη που συντηρούσε την ελπίδα να αφεθεί ελεύθερος. Όλοι οι υπόλοιποι γνώριζαν ότι αυτό που παιζόταν θα παιζόταν μέχρι τέλους εν ονόματι του μέλλοντος. Αργότερα καθώς το ίδιο πλήθος άνοιγε δρόμο για την ζοφερή πομπή, πάσχιζε να μην χαθεί από τους μαθητές του, αγωνιώντας μην τους ξεφύγει κάποια λέξη, μην γίνουν κι αυτοί θύμα τους. Όταν αντίκρισε τον σταυρό στον δρόμο για τον Γολγοθά της κόπηκε η ανάσα. Εκείνος σήκωσε προς στιγμήν το κεφάλι του τα μάτια του έσμιξαν με τα δικά της. Ήταν το παιδί που είχε βγει από τα σπλάχνα μου και τώρα ήταν πιο ανυπεράσπιστος από ποτέ. Ήθελε να ουρλιάξει αλλά της ψιθύρισαν πως έπρεπε να συγκρατηθεί, αλλιώς θα την αναγνώριζαν. Διατηρούσε την κρυφή ελπίδα ότι είχαν καταστρώσει ένα σχέδιο σωτηρίας και διαφυγής. Τον προσπέρασαν και περίμεναν στην κορυφή παραπάνω από μια ώρα.

Το σταύρωμα, το πρόσωπό του παραμορφωμένο, ματωμένο, αγνώριστο. Τριγύρω το πλήθος χασκογελούσε, φρόντιζε τα άλογά του, έπινε. Ήταν σαν κανονικό παζάρι. Άναβαν φωτιές για να μαγειρέψουν κι ο καπνός μπούκωνε τον λόφο κι έκανε τα μάτια να τσούζουν. Δεν γύρισε να κοιτάξει την μορφή του σταυρωμένου και ξεγλίστρησε από την πίσω μεριά του λόφου για να σωθεί, κάνοντας ότι ψάχνει κάποιον. Όταν αργότερα την φυγάδευσαν πανικόβλητοι στις ερημιές διαπίστωσε πως δεν υπήρχε κανένα σχέδιο διαφυγής, πως όλα ήταν τυχαία και αβέβαια.

Αυτή είναι η φωνή της άφωνης ως σήμερα Μαρίας, ένας μονόλογος μιας θεϊκής μορφής που γίνεται ανθρώπινη γιατί ποτέ δεν ένοιωσε θεϊκή. Όπως κάθε γυναίκα και κάθε μητέρα που θα είχε ζήσει αυτά που έζησε, είναι γεμάτη οργή, αδυνατεί να ξεχάσει τον φόβο, παραμένει καχύποπτη και απείρως τεθλιμμένη. Μπορεί ακόμα και να φτάσει μέχρι τον σαρκασμό και την μνησικακία. Ύστερα πάλι, να πετρώνει από τα βαριά συναισθήματα, να ανακτά την ψυχραιμία της και να αποστασιοποιείται. Και δεν παύει να δυσπιστεί όταν της λένε πως όσα καταγραφούν θα αλλάξουν τον κόσμο. όταν την διαβεβαιώνουν πως ήταν ο γιος του Θεού.

Μεγάλος μέρος όσων διηγείται είναι από άλλων διηγήσεις· είναι ακριβώς η μυθιστορία μιας εποχής αλλεπάλληλων και αντιφατικών αφηγήσεων· μιας ταραγμένης εποχής που η λιτή και ποιητική πρόζα του συγγραφέα (μεταπλασμένη και σε θεατρικές διασκευές και παραστάσεις) αποδίδει με τρόπο έξοχο, χαραγμένο με σιωπές, όσες και της Μαρίας μπροστά στον λεκτικό καταιγισμό του περιβάλλοντός της. Μεγαλωμένος σε σπίτι γεμάτος σιωπή, λόγω της εμπλοκής μελών της οικογένειάς του στον IRA, ο συγγραφέας γνωρίζει καλά ότι αυτός ο λόγος ταιριάζει σε οποιαδήποτε μητέρα χάνει τον μαχητή γιο της για έναν ευρύτερο σκοπό, όπως επίσης γνωρίζει πως ακριβώς αυτή τη σιωπή οφείλει να σπάει η λογοτεχνία και να δραματοποιεί το διάστημα ανάμεσα σε κάτι που έχει ειπωθεί κατ’ επανάληψη και σε κάτι που δεν έχει αρθρωθεί ποτέ, όπως έχει δηλώσει.

Υπάρχουν τόσες συγκλονιστικές στιγμές σε αυτό το υπέροχο κατά Μαρίαν Ευαγγέλιο. Όταν η Μαρία σταδιακά διαπιστώνει την αδυναμία της να τον προστατεύσει· όταν από την αίσθηση ότι μπορεί να κάνει κάτι περνάει στην συνειδητοποίηση ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Ήταν παράξενο που μπορέσαμε να μείνουμε ως απλοί παρατηρητές. […] Πώς μπόρεσα να παρακολουθώ βουβή και ασάλευτη. Όταν την ώρα «της δημόσιας έκθεσης της ήττας του» ενώ ως τότε λαχταρούσε απελπισμένα να έρθει γρήγορα το τέλος, τώρα δεν θέλει να τελειώσει, να χαθεί. Μετά, η ντροπή και η ενοχή της όταν άφησε να θάψουν άλλοι τον γιό της, χωρίς μάλιστα να γνωρίζει αν τελικά τον έθαψαν. Κι ύστερα η σφοδρή επιθυμία της αυτά που συνέβησαν να μην είχαν συμβεί, να είχαν πάρει άλλη πορεία· εκείνος να τους κοιτούσε και να αποφάσιζε όχι τώρα, όχι σ’ αυτούς. Ήταν εύκολο να τον βοηθήσει, έπρεπε να είχε προσπαθήσει περισσότερο. Η απόλυτη πεποίθησή της πως δεν άξιζε τον κόπο.

Θέλω να ζήσω πάλι στα χρόνια πριν από το θάνατο του γιου μου ή πριν φύγει από το σπίτι […] Θέλω μία από εκείνες τις χρυσές ημέρες του Σαββάτου, τις ημέρες χωρίς ανέμους, τότε που […] πήγαινα και έψαλλα τα λόγια της ικεσίας προς το Θεό για να απονείμει δικαιοσύνη στον αδύνατο, να υπερασπιστεί τον ταπεινό […]. Τότε που έλεγα αυτά τα λόγια στο Θεό, είχε σημασία ότι ο άντρας μου και ο γιος μου βρίσκονταν κάπου εκεί κοντά και ότι σε λίγο, θα άκουγα τα βήματά τους να πλησιάζουν […] ύστερα από μια ημέρα στην διάρκεια της οποίας είχαμε ανανεωθεί ως άνθρωποι και η αγάπη του ενός για τον άλλον, για τον Θεό και για τον κόσμο είχε γίνει ακόμα πιο μεγάλη, ακόμα πιο βαθιά. [σ.100-101]

Εκδ. Ίκαρος, 2014, μτφ. Αθηνά Δημητριάδου, σελ. 115. Περιλαμβάνεται επτασέλιδο επίμετρο της μεταφράστριας [The testament of Mary, 2014]

Στις εικόνες έργα των: 1. Henry Ossawa Tanner [The Annunciation], 2. Αγνώστου, Ο γάμος στην Κανά, 4. Pedro de Mena [Dolorosa Mater], 5. Παιδική ζωγραφιά [Stewart School.org], 6. Patricia Boyer σε μια από τις θεατρικές παραστάσεις του έργου, 7. Theodore Gericault [Mater dolorosa], 8. Μιχάλης Βασιλάκης [Σταύρωση], 9. John Scott [Annunciation], 10. Moise Madon [Mater Dolorosa]

Θανάσης Λάμπρου – Κάτω απ’ τον ανοιχτό ουρανό. Εισαγωγή στον Γκαίτε. Η τραγωδία του Φάουστ. Η αγαλλιαστική περιπλάνηση του Βίλχελμ Μάιστερ

Μπορούμε να φτάσουμε στην αληθινή και ουσιαστική γνώση; Ή μήπως αυτό που θεωρούμε γνώση δεν είναι παρά μια αυταπάτη που μας κάνει να πλανιόμαστε στην επιφάνεια των πραγμάτων; αναρωτιέται ο Φάουστ που δεν πιστεύει ούτε στην χριστιανική θρησκεία ούτε στην Ανάσταση του Χριστού αλλά σε μια ακαριαία μέθεξη στην θεϊκή μακαριότητα με το βίαιο μέσον της αυτοκτονίας. Χάρη σ’ ένα όραμα πριν την αυτοκτονία του διαπιστώνει πως η αγάπη αποτελεί την μεγαλύτερη δοκιμασία που αν την περάσει κανείς θα οδηγηθεί στην ίδια την ανάσταση. Η αγάπη είναι η δύναμη που όλα τα δημιουργεί, όλα τα συνέχει και τα συγκρατεί. Αυτό το χαρμόσυνο άγγελμα τον έκανε να νιώσει ότι γύρισε πίσω στα χρόνια που ήταν παιδί, τότε που ακόμη ψηλαφούσε και μάντευε τον κόσμο. Αυτό που του έσωσε την ζωή δεν ήταν η πίστη αλλά η ανάμνηση. Η καταφυγή στα παιδικά χρόνια, στην παιδική ηλικία: η κρυφή και ανεξάντλητη πηγή από την οποία τρέφεται ολοένα και πιο πολύ η τέχνη του ποιητή όσο περνούν τα χρόνια.

Όμως πριν από την εμφάνιση του Φάουστ στο μυθιστόρημα προηγείται ένας Πρόλογος στον ουρανό, όπου ο Μεφιστοφελής συναντά τον ίδιο τον Κύριο. Ο χώρος του Μεφίστο είναι ο κόσμος των ανθρώπων· οι άνθρωποι και τα βάσανά τους είναι το ιδιαίτερο έργο του (εδώ ο Γκαίτε ακολουθεί στην χριστιανική θρησκεία σύμφωνα με την οποία ο Διάβολος είναι ο άρχων του κόσμου τούτου). Μολονότι ο άνθρωπος είναι κάτοχος του ουράνιου φωτός, έχει καταφέρει από την αρχή της εμφάνισής του επάνω στη γη μέχρι σήμερα, να είναι χειρότερος, αγριότερος και από το πιο άγριο ζώο. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει ο Μεφίστο ύστερα από μακρόχρονη σπουδή του ανθρώπινου είδους. Ο Λόγος είναι η σωτηρία του ανθρώπου αλλά, επειδή ακριβώς δεν τον χρησιμοποιεί  οδηγείται αργά ή γρήγορα στην καταστροφή και στην αυτοκαταστροφή. Στον διάλογο που διαμείβεται στον ουρανό ανάμεσα στον Κύριο και στον Μεφιστοφελή, εν αγνοία του Φάουστ, ο Μεφιστοφελής επιθυμεί να στοιχηματίσει με τον ίδιο τον Κύριο πάνω στον ίδιο τον Φάουστ. Ο Μεφίστο θεωρεί πως ο Κύριος θα απωλέσει τον Φάουστ, φτάνει ο Κύριος να επιτρέψει στον Μεφίστο να οδηγήσει τον Φάουστ στον δικό το δρόμο. Θρασύς και πανούργος προτείνει ένα στοίχημα στον ίδιο τον Κύριο, ο οποίος τελικά του δίνει την άδεια υπό τον όρο όλα αυτά να συμβούν μόνο για όσο καιρό ζει ο Φάουστ στη γη.

Ο Μεφιστοφελής με την όψη ενός περιπλανώμενου φοιτητή εμφανίζεται στον Σπουδαστήριο όπου μελετά ο Φάουστ, στον τόπο που τον απομονώνει από τον έξω κόσμο αλλά την ίδια στιγμή είναι σαν να τον εγκαθιστά στο κέντρο του κόσμου. Η άρνηση είναι το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα του Μεφίστο – Είμαι το πνεύμα που διαρκώς αρνείται! Η συμφωνία τους είναι θέμα χρόνου· αυτός θα τον κάνει να καταλάβει τι είναι η ζωή, να του επιστραφεί η χαμένη νεότητα, τα τριάντα ολόκληρα χρόνια που έχασε μελετώντας, να ελευθερωθεί απ’ όλα και προπαντός από την μέχρι τώρα έγκλειστη ζωή του, να του δώσει όλα όσα δεν είδε κανένας άνθρωπος μέχρι τώρα. Στον πρώτο του έρωτα με την δεκατετράχρονη παιδίσκη Μαργαρίτα (Γκρέτχεν) ο Φάουστ παρακαλεί και ικετεύει να μπορέσει να βρει καταφυγή στην αγκαλιά της, αυτός που έζησε μέχρι τώρα σαν άστεγος πάνω στη γη, ένας μη άνθρωπος. Φυσικά το τραγικό τέλος αυτού του έρωτα είναι δεδομένο.

Όμως ο απόλυτος έρωτας έρχεται στην Τρίτη Πράξη του Δεύτερου Μέρους η οποία συμπυκνώνει τον ιστορικό χρόνο τριών χιλιάδων χρόνων και αποτελεί έναν οριστικό αποχαιρετισμό στον παλαιό κόσμο. Αν για τον Φάουστ όσο πιο αδύνατο είναι κάτι, τόσο περισσότερο ζητά να το φτάσει, τότε η επιθυμία του να κερδίσει την ίδια την Ωραία Ελένη, το αρχέτυπο σύμβολο της γυναικείας ομορφιάς, είναι απόλυτη και επιτακτική. Ο Γκαίτε διάλεξε την Ελένη όχι μόνο επειδή ήθελε να διατηρήσει ένα από τα σταθερά στοιχεία του θρύλου, ούτε γιατί απέβλεπε στο «πάντρεμα» του αρχαίου και του μεσαιωνικού κόσμου. Οι λόγοι ήταν πολύ βαθύτεροι, όπως βαθύτερος είναι ο συμβολισμός που φέρνει στο φως η μορφή της Ωραίας Ελένης, όπου σμίγει όλη η λαχτάρα και η νοσταλγία του αρχαίου κόσμου. Ο δρόμος προς την Ελένη είναι ο δρόμος που διανύει ο κάθε δημιουργός αναζητώντας την ομορφιά. Η ομορφιά του έρωτα και ο έρωτας της ομορφιάς μεταμορφώνουν τον άνθρωπο εσωτερικά. Όλα είναι παρόν, δεν υπάρχει ούτε το παρελθόν ούτε το μέλλον. Η Ελένη είναι η ενσάρκωση της ωραιότητας, το άχρονο, αιώνιο σύμβολο τόσο του ωραίου όσο και του έρωτα. Όταν στο τέλος της Πράξης ο Φάουστ μένει να κρατά στα χέρια του μόνο το πέπλο της, η ίδια η ομορφιά έχει χαθεί για πάντα. Το έργο τέχνης ως φορέας της ομορφιάς, γίνεται πλέον ένα άσαρκο σχήμα, ένα άδειο ρούχο για το οποίο θα ερίζουν εσαεί οι «καλλιτέχνες».

Ακολουθεί η βαθιά λαχτάρα για εξουσία, ιδιοκτησία και πλούτο η οποία δεν αποτελεί μια αόριστη επιθυμία που ποθεί ο Φάουστ αλλά ένα συγκεκριμένο σχέδιο για την πραγματοποίηση του οποίου δεν ορρωδεί προ ουδενός. Αναρωτιέμαι πώς μπορεί κανείς να μείνει ασυγκίνητος στην Πέμπτη Πράξη με τον νέο που οδηγείται στην  ταπεινή καλύβα όπου ένα γεροντικό ζευγάρι, ο Φιλήμων και η Βαυκίς, έχει περάσει όλη του τη ζωή με βαθιά απλότητα, μη ζητώντας παρά τα λίγα που χρειάζεται ο άνθρωπος για να ζήσει πάνω σ’ ένα ελάχιστο κομμάτι γης; Η καλύβα, ένα μικρό ξωκλήσι και μια παραλία βρίσκονται σε κίνδυνο καθώς εκεί κοντά έχει εγκατασταθεί ο Φάουστ με το παλάτι του, τα αποξηραντικά έργα κι ένα τεράστιο τεχνητό λιμάνι που έχουν αλλάξει ολότελα την φυσιογνωμία του τόπου. Ό,τι χαρίζει δύναμη και ανάπαυση στο γεροντικό ζευγάρι τον εξοργίζει· οι γέροι, λέει κοφτά, πρέπει να βγουν από την μέση· τα μέρη τους του χαλάνε την παγκόσμια επικράτηση.

Σε αυτά τα λίγα λόγια (και δεν είναι τυχαίο που τα εξομολογείται στον Μεφιστοφελή) εντοπίζεται το αθέατο κέντρο όλου του έργου. Εδώ εκφράζεται η βαθύτερη λαχτάρα του Φάουστ που μέχρι τώρα διάλεγε μόνο πλάγιους δρόμους. Μπορεί η επικράτειά του να είναι απέραντη αλλά τώρα θέλει να μπορεί, λέει, να κοιτάζει από εκεί ψηλά όλα όσα έφτιαξε μέχρι τώρα. Όποιος προβάλλει αντίσταση στην ισχυρότατη θέλησή του, θέληση η οποία αποβλέπει στο καλό όλων, καθώς τα μεγαλεπήβολα έργα του είναι κέρδος για όλους, τον εξοργίζει και θεωρείται εχθρός του. Το ζευγάρι βγαίνει από την μέση με τρόπο βίαιο, απάνθρωπο και ανίερο.

Αλλά στο απέραντο παλάτι του, κυρίαρχος πια όλου του κόσμου, κι ενώ δε νιώθει να του λείπει τίποτα, ο Φάουστ έχει μια βαριά έγνοια: δεν έφτασε σ’ εκείνον τον ελεύθερο, ανοιχτό χώρο, στην εσωτερική ελευθερία που απελευθερώνει τα πράγματα και φέρνει στο φως την αλήθεια τους. Όλες οι κινήσεις του τείνουν προς έναν και μοναδικό σκοπό: την παγκόσμια κυριαρχία, μια επιδίωξη που θεμελιώνεται στην πεποίθησή του πως με τον τρόπο αυτόν η ανθρωπότητα οδηγείται σε νέους κόσμους και διανοίγονται ορίζοντες που πριν κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί. Αλλά ο Φάουστ δεν θέτει ποτέ στον εαυτό του το ερώτημα εάν η ανθρωπότητα, για την οποία τόσο πασχίζει και κόπτεται, επιθυμεί να ζήσει σε αυτό τον νέο κόσμο.

Φτάσαμε σε μια διατομή των καιρών, γράφει ο συγγραφέας, όπου ο άνθρωπος φυλακίστηκε εκούσια σε έναν ανθρώπινο, πάρα πολύ ανθρώπινο κόσμο με απάνθρωπα χαρακτηριστικά που αναιρούν την ανθρώπινη ουσία του. Η πανταχού παρουσία του θεϊκού, ανήκει πια στο παρελθόν. Πανταχού παρόν είναι πλέον το ανθρώπινο είδος που επεμβαίνει με βιαιότητα παντού. Ο Φάουστ κατέληξε να γίνει εν ζωή ένας μη άνθρωπος, χωρίς σκοπό και ησυχία. Είναι ακριβώς όπως ο σημερινός άνθρωπος, που δεν βρίσκει ησυχία πουθενά, που όλες οι επιθυμίες του γεννούν άλλες με τις επιθυμίες και αυτές με την σειρά τους άλλες επιθυμίες. ο άνθρωπος που είναι ακόρεστος, εγωπαθής και αχαλίνωτος, όλο πλεονεξία και απληστία, διψώντας, επιθυμώντας με μανία την άβυσσο και, τέλος χιμώντας ίσια κατά την άβυσσο. Η τραγωδία του Φάουστ είναι ακριβώς η τραγωδία του σύγχρονου πολιτισμού μας.

Το τελευταίο μέρος του βιβλίου αφορά το τέταρτο μυθιστόρημα του Γκαίτε Τα χρόνια περιπλάνησης του Βίλχελμ Μάιστερ, που, σε αντίθεση με το πρώτο του, Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου, που τον έκανε γνωστό σε μια νύχτα σε ολόκληρο τον γερμανόφωνο κόσμο, πέρασε σχεδόν απαρατήρητο. Είναι το μυθιστόρημα που θα μπορούσε να ιδωθεί ως η άλλη όψη της τραγωδίας του Φάουστ, ως η άλλη, διαφορετική δυνατότητα στην αδιέξοδη μεγαλομανία του Φάουστ, μια προσπάθεια να φανεί ένας άλλος δρόμος. Σε αυτό το αντι-μυθιστόρημα δεν κυριαρχούν η πλοκή ή τα πρόσωπα αλλά τρεις έννοιες: η περιπλάνηση, η αποταγή και απάρνηση του εαυτού και ο σεβασμός.

Ο Βίλχελμ Μάιστερ ανήκει στην κοινότητα των περιπλανώμενων, των οδοιπορούντων, που ακολουθούν μια θεμελιώδη αρχή: Να μη μένουν στον ίδιο τόπο πάνω από τρεις μέρες και ο επόμενος να βρίσκεται μίλια μακριά από τον προηγούμενο. Ο άνθρωπος είναι κατά βάθος ένας περιπλανώμενος αυτού του κόσμου, και ολόκληρη η ζωή δεν είναι παρά μια οδοιπορία, όπου τίποτα δεν γίνεται δυο φορές· όλα συμβαίνουν μια και μοναδική φορά. Η περιπλάνηση αποτελεί για όλους τους περιπλανώμενους το μέσον εποπτείας του εαυτού τους και μια αγχιβασίη, μια προσέγγιση της κίνησης του κόσμου. Όσον αφορά την αποταγή, εδώ δεν σημαίνει τη απάρνηση των εγκοσμίων, αλλά, αντίθετα, την πλήρη και ενθουσιαστική τους κατάφαση. Η αποταγή σημαίνει περιορισμό και αυτοπεριορισμό, χάραξη ορίων, τιθάσευση και χαλιναγώγηση της σφοδρότητας του Εγώ, που οδηγούν στην αυτογνωσία. Αρνούμενος τον εαυτό του ο Βίλχελμ Μάιστερ πηγαίνει πέρα από τον εαυτό του και βλέπει καθαρά τον κόσμο.

Πρόκειται για ένα συναρπαστικό βιβλίο που δεν αναλύει ούτε σχολιάζει φιλολογικά τα δυο έργα του Γκαίτε αλλά εμβαθύνει στην πολύπλευρη θεματολογία τους, προβληματίζεται πάνω στην φιλοσοφία τους και στοχάζεται πάνω στις αλήθειες τους· μια πραγματεία που μας χαρίζει μια διπλή απόλαυση: αφενός μας παραμερίζει το βαρύ παραπέτασμα που μας κρατά αμήχανους και φοβισμένους μπροστά στα κλασικά έργα του μακρινού (;) παρελθόντος και μας προσκαλεί να εξοικειωθούμε και να οικειωθούμε με τα δυο μείζονα λογοτεχνικά έργα του Γκαίτε, και αφετέρου, μας προσφέρει ένα σπάνιο κείμενο, αυτό καθεαυτό, γραμμένο με υπέροχη γλώσσα και μια έξοχη δοκιμιακή πλοκή. Μια κατάβαση και ανάβαση μαζί, σ’ ένα συναρπαστικό λογοτεχνικό και εξωλογοτεχνικό σύμπαν.

Εκδ. Περισπωμένη, 2014, σελ. 428. Περιλαμβάνεται εξασέλιδη βιβλιογραφία.

Στις εικόνες: έργα των Georg Melchior Kraus, Harry Clarke [Εικονογράφηση για το Faust], Ary Scheffe [Faust and Marguerite in the Garden], Johann Heinrich Wilhelm Tischbein, 2 έργα αγνώστου, Harry Clarke [Εικονογράφηση για το Faust], Karl Bauer.