Στα πρώτα δύο δοκίμια του βιβλίου, «Το νόημα της ελευθερίας, δηλαδή το νόημα της γλώσσας» (1984) και «Το νόημα του παρελθόντος, δηλαδή το νόημα της ηθικής» (1995) ο Ζαν-Κλωντ Μισεά προσπαθεί πριν και πέρα από τα όρια του 1984 να εισχωρήσει στην ουσία της σκέψης του «διεισδυτικότερου πολιτικού συγγραφέα της αγγλικής γλώσσας από την εποχή του Τζόναθαν Σουίφτ» αλλά και στους λόγους που το συγγραφικό του έργο υποτιμήθηκε, ιδίως στην Γαλλία, και η πολιτική του φιλοσοφία δεν προσέλκυσε το ενδιαφέρον των στοχαστών.
Ο Όργουελ δεν ένοιωσε ποτέ την παραμικρή έλξη για τον μύθο της Σοβιετικής Ένωσης, πράγμα που τον διακρίνει ξεκάθαρα από ένα μεγάλο μέρος των διανοούμενων της εποχής του. Η μεταστροφή του στον σοσιαλισμό συνιστά συνέπεια της διαμονής του στις αποβάθρες του Γουίγκαν κατά το 1936 οπότε και γνωρίζει από κοντά τις συνθήκες διαβίωσης της εργατικής τάξης. Η προσχώρηση του Άγγλου συγγραφέα και δοκιμιογράφου στην Αριστερά ελάχιστα χρωστά στη σαγήνη της γλώσσας, αντίθετα αποτελεί προϊόν κάποοιου είδους πρωταρχικής ενσυναίσθησης. Στα γεγονότα της Βαρκελώνης του 1937 του δόθηκε η σπάνια ευκαιρία να μελετήσει από κοντά και υπό τις πιο καθαρές πειραματικές συνθήκες την ουσία του «πραγματικού σοσιαλισμού».
Είναι προφανές ότι τα δυο μυθιστορήματα στα οποία οφείλει την παγκόσμια φήμη του, η Φάρμα των ζώων και το 1984, συνιστούν μια ανυποχώρητη υπεράσπιση της ατομικής ελευθερίας και μια έκκληση για την απόρριψη της ολοκληρωτικού τύπου κυριαρχίας σε κάθε της μορφή· πρόκειται για το κύριο και προφανέστερό νόημά τους. Εδώ όμως εντοπίζεται η πηγή μιας από τις παρανοήσεις που καθορίζουν την πρόσληψη των έργων του. Η επίδραση του Σαρτρ σύμφωνα με τον οποίο τείνουμε να αντιλαμβανόμαστε την ελευθερία ως δυνατότητα του ανθρώπου να αρνείται, να υπερβαίνει και να αποκόπτεται από το εκάστοτε υπάρχον – μια οπτική που κατάγεται από τον Ρουσσώ και τον Καντ, της ιδέας πως το θεμέλιο του αγώνα για την ελευθερία είναι η ανθρώπινη ικανότητα διαρκούς «εκρίζωσης». Όμως η οργουελιανή αντίληψη περί ελευθερίας είναι αρκετά διαφορετική, καθώς η προβληματική του αρθρώνεται γύρω από έννοιες όπως «δεσμός» και «πρόσδεση». Παράλληλα απέρριπτε όλες τις πιθανές εκδοχές ντετερμινισμού και οιοδήποτε υποτιθέμενο «νόημα της ιστορίας», αποσυνδέοντας την σοσιαλιστική στράτευση από την μεταφυσική της «Προόδου», καθώς τίποτα δεν του εγγυόταν πως η απεριόριστη ανάπτυξη της επιστήμης, της τεχνικής και της βιομηχανίας συνιστά απαραιτήτως το κλειδί της ανθρώπινης ευτυχίας – υπήρξε άλλωστε ένας από τους πρωτοπόρους της οικολογικής κριτικής).
Μικρότερο σε έκταση αλλά ακόμα πιο γοητευτικό, το τρίτο και τελευταίο δοκίμιο του βιβλίου με τίτλο «Σχετικά με το 1984» (1996) εκκινεί από την διαπίστωση ότι η φιλοσοφία του Όργουελ βρίσκεται πολύ κοντά στην αναρχική κοσμοαντίληψη – το ομολογεί και ο ίδιος ανοιχτά στον Φόρο τιμής στην Καταλωνία, θα ήταν όμως λάθος να θεωρήσουμε τον συγγραφέα του 1984 αναρχικό καθώς πουθενά στα γραπτά του δεν θεωρεί δυνατή ή επιθυμητή την ύπαρξη μιας κοινωνίας χωρίς κράτος. Στην πραγματικότητα ήταν ένας ριζοσπάστης δημοκράτης που υποστήριζε την ύπαρξη ενός κράτους δικαίου ικανού να διασφαλίζει τις λειτουργίας του με τον ελάχιστο δυνατό καταναγκασμό. Υπό αυτή την έννοια, το γεγονός ότι συστηνόταν συχνά ως «συντηρητικός αναρχικός» συνιστά ένδειξη της πολυπλοκότητας της πολιτικής του σκέψης.
Το 1984 είναι καταρχήν η ιστορία της εξέγερσης ενός ατόμου η οποία στο τέλος καταπνίγεται κι έτσι το μυθιστόρημα μπορεί να θεωρηθεί ως η εξιστόρηση μιας αποτυχίας – αποτυχίας όμως που δεν οφείλεται στο γεγονός ότι τέτοια εξέγερση ήταν εξ ορισμού αντίθετη αλλά στον λανθασμένο τρόπο με τον οποίο επέλεξε ο ήρωας να εξεγερθεί. Δεν έψαξε στήριγμα στους προλετάριους των οποίων η μαζική και σιωπηρή παρουσία στοιχειώνει ολόκληρο το βιβλίο και όταν αποφάσισε να δράσει προσχώρησε στην μυστηριώδη «Αδελφότητα» που εν τέλει αποδείχτηκε μια ψεύτικη αντιπολιτευτική κίνηση σκηνοθετημένη από το ίδιο το Κόμμα. Έχουμε εδώ το φαινόμενο των αλλιτριωμένων εξεγέσεων, δηλαδή εκείνων που συμβαδίζουν απόλυτα με την λογική των συστημάτων εξουσίας που καμώνονται πως αντιμάχονται και οι οποίες καταλήγουν τελικά να τα ενδυναμώνουν. Ένα δεύτερο πολιτικό δίδαγμα του μυθιστορήματος έγκειται στην διαπίστωση ότι η αγάπη για τη εξουσία συνιστά συνήθως το βασικό εμπόδιο που απομακρύνει τους ανθρώπους από τον στόχο μιας δίκαιης κοινωνίας. Το μανιφέστο του Ο’ Μπράιεν φωτίζει την ψυχική δομή του ανθρώπου της εξουσίας αλλά και ειδικότερα, του διανοούμενου που προσχωρεί στα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Η ικανότητα για αγάπη, φιλία, χαρά της ζωής, γέλιο, περιέργεια, θάρρος ή τιμιότητα, λείπει από τους ανθρώπους της εξουσίας, ενώ αυτά αποτελούν την common decency, την καθημερινή έκφραση φιλοφροσύνης, πνεύματος αλληλοβοήθειας και άδολης αμοιβαιότητας, που αποτελεί τον αναγκαίο πυρήνα κάθε αξιοβίωτης ζωής αλλά και την απαραίτητη προϋπόθεση κάθε εξέγερσης.
Όλο αυτό το σύνολο μορφών προσφοράς, αποδοχής και ανταπόδοσης αποτελούν την ψυχολογική βάση του σοσιαλισμού και εντός αυτού του πλαισίου το οδοιπορικό του Όργουελ γύρω από την ζωή των εργατών στις αποβάθρες του Γουίγκαν και φυσικά οι εμπειρίες του στην Ισπανία ενστάλαξαν οριστικά την σχετική πεποίθηση. Αλλά εκεί που αντιτίθεται είναι η «ολική υπέρβαση του παρελθόντος» που κήρυξαν τόσοι και τόσοι. Ο μόνος τρόπος για να αλλάξουμε ζωή είναι να αποδεχτούμε πως χρειάζεται να στηριχτούμε σε μια τεράστια ανθρωπολογική, ηθική και γλωσσική κληρονομιά της οποίας η παράβλεψη ή η απόρριψη οδήγησε τους «επαναστάτες» διανοούμενους στην οικοδόμηση των πιο διεστραμμένων και αποπνικτικών πολιτικών συστημάτων. Είναι προφανές ότι το πρόταγμα της σκέψης και της φιλοσοφίας του Όργουελ διατηρεί ζωντανή μια συζήτηση που παραμένει θερμή στην ούτως ή άλλως κοχλάζουσα αν όχι φλέγουσα πραγματικότητα.
Εκδ. Μάγμα, 2018, [Πολιτικό δοκίμιο, αρ. 2], 156 σελ., μτφ. Νίκος Ν. Μάλλιαρης [Jean-Claude Michéa, Orwell. Anarchiste Tory. Suivi de À propos de 1984, 2008]
Στις μαυρόασπρες φωτογραφίες: 1. Wigan κατά την εποχή της έρευνας του Όργουελ και 2. Καταλονία, 1936.





