Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 173-174 (χειμώνας 2009 – 2010)

Χαμένοι στη μετάφραση

Δεν υπάρχει απόλυτη αξία σε μια εικόνα. Οι εικόνες και οι ήχοι νοηματοδοτούνται μόνο με τη χρήση, για την οποία εσύ τα προορίζεις. / Οι θόρυβοι πρέπει να γίνονται μουσική / Το κοινό δεν ξέρει τι θέλει. Επίβαλλέ του τις επιθυμίες σου, τις ανάγκες σου… (Ρομπέρ Μπρεσόν, Σημειώσεις για τον κινηματογράφο).

Πώς φτάνει σήμερα σ’ εμάς η ξένη λογοτεχνία; Σε τι είδους ελληνικά μεταφράζονται τα αξιανάγνωστα κείμενα της παγκόσμιας γραφής; Τι δείγματα πρωτότυπων, νέων, δύσκολων ή αναμενόμενων μεταφράσεων παρουσιάζουν οι έγκυροι διάκονοι του είδους; Πώς αντιμετωπίζουν το ορθάνοιχτο ζήτημα της μεταφοράς μιας ξένης γλώσσας στο δικό τους γλωσσικό ήθος; Μια απάντηση επιχειρούν να δώσουν εδώ μια ευρεία γκάμα δειγμάτων γραφής και μια συζήτηση με κάποιους εξ αυτών στο σχετικό αφιέρωμα.

Ξεκινώντας από το μνημειακό Περί μαγείας του συναρπαστικότερου φιλοσόφου της ύστερης Αναγέννησης Τζορντάνο Μπρούνο και καταλήγοντας στους μπρεσονικούς αφορισμούς μπορούμε να πάρουμε μια ιδέα για το πώς υποδέχτηκαν δύσκολα, δύσβατα ή απλώς διαρκή κείμενα των Ίταλο Σβέβο, Ιβάν Μπούνιν, Ζιλιέν Γκριν, Ν.Χ. Λόρενς, Ίταλο Καλβίνο, Γκιγιέρμο Αράγια, Γκεόργκ Τρακλ, Ρεϊμόν Κενό, Ρολάν Μπαρτ, Εδουάρδο Γκαλεάνο, Τζόν Μπέργκερ, Λόρενς Ντάρελ, Ιρέν Νεμιρόβσκι, Ρεϊνάλντο Μοντέρο και άλλων οι Φίλιππος Δρακονταειδής, Σεσίλ Ιγγλέση – Μαργέλλου, Μίλτος Φραγκόπουλος, Γιώργος Δεπάστας, Έφη Καλλιφατίδη, Γιώργος Μπλάνας, Θωμάς Σκάσσης, Μπερλής, Αλέξης Καλοφωλιάς, Χίλντα Παπαδημητρίου, Νάννα Παπανικολάου, Οντέτ Βαρών Βασάρ, Άννα Παπασταύρου κ.ά.

Απόλαυσα ιδιαίτερα τον διάλογο μεταξύ Ε. Σάμπατο – Χ.Λ. Μπόρχες πάνω σε αιώνια λογοτεχνικά θέματα, το εφιαλτικό διήγημα του Γκιγιέρμο Αράγια (σεναριογράφου των ταινιών «Σκυλίσιοι έρωτες», «Βαβέλ», «21 γραμμάρια» και «Οι τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα», που αρχίζει το βιογραφικό του λέγοντας: Δεν καπνίζω ούτε πίνω. Απεχθάνομαι όσους λένε: «Δεν εμπιστεύομαι αυτούς που δεν πίνουν αλκοόλ») και το περί διαδικτυακού έρωτα κομμάτι του Μισέλ Φέιμπερ, εμπνευσμένο απ’ το ταξίδι του στην Ουκρανία με τους «Γιατρούς χωρίς Σύνορα». Και κράτησα τη φράση του εξόριστου στην Κεντρική Ευρώπη Βελιγραδιανού ήρωα του Ντράγκαν Βέλιτς: Ζούμε αόρατα, με το βήμα των δειχτών του ρολογιού. Βιτρίνες βιβλιοπωλείων με ημερολόγια, μπλοκάκια, τετράδια πολυτελείας, μια ολόκληρη βιομηχανία υπενθυμίσεων.

Στην γαλαρία, ο Αμίν Μααλούφ δοκιμιο-γράφοντας Έναν Κόσμο Χωρίς Κανόνες επικρίνει τις περίφημες θέσεις για τις ημερομηνίες 9-11 και 11-9 (Τείχος Βερολίνου – Δίδυμοι Πύργοι) ως Τέλους της Ιστορίας και ως Πολιτισμικής Σύγκρουσης αντίστοιχα ως δημοσιογραφικές απλουστεύσεις και εστιάζει στην ανικανότητα της Δύσης να δημιουργήσει κανόνες αξιών, δημοκρατίας και ευημερίας παρά την επιβολή του μοντέλου της. Πιο δίπλα ο Μάρτιν Βάλζερ προτιμάει να αντλεί από το ανεξάντλητο υλικό του απώτερου παρελθόντος: ξαναγράφει τις επιστολές του Γκέτε για μια νεαρή, ζώντας ο ίδιος εκ νέου τον έρωτά τους, θέμα που…χμ…κατέχει καλά κι έχει λογοτεχνήσει ακόμα καλύτερα.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. Στην φωτ. ο Γάλλος Σκηνοπλάστης.

Χόρχε Βόλπι – Το τέλος της τρέλας

Συσσώρευε από νέος μια επίμονη έλλειψη ύπνου η οποία στην αρχή όχι μόνο δεν τον στενοχωρούσε, αλλά και του έδινε ένα πλεονέκτημα έναντι των αντιπάλων του. Στη διάρκεια πρώτα της φυλάκισής του στην Ίσλα ντε Πίνιος, ύστερα της εξορίας του στο Μεξικό, όπου προετοίμαζε την εξέγερση κατά του Μπατίστα, και τέλος των μαχών του στη Σιέρρα Μαέστρα, η ικανότητά του να μένει ξάγρυπνος δεκαεννιά και είκοσι ώρες την ημέρα είχε αποβεί πολύ χρήσιμη και σε όφελός του. Όταν ωστόσο ήρθε η πολυπόθητη νίκη, εκείνος δεν μπόρεσε ν’ απαλλαγεί από αυτή τη συνήθεια. Αν τους πρώτους μήνες της ανόδου του στην εξουσία ήταν απλό να περνάει τον πλεονάζοντα χρόνο του διαβάζοντας αναφορές – πάνω από πενήντα τη μέρα -, καλώντας σε συσκέψεις τους συνεργάτες του τις πιο απίθανες ώρες ή ακόμα και ξεφυλλίζοντας ρομαντικά μυθιστορήματα, αργότερα ο βρόχος τόσων ωρών αγρύπνιας είχε αρχίσει να τον στραγγαλίζει. Όπως ο Μακμπέθ, έτσι κι αυτός είχε σκοτώσει τον ύπνο, τον αθώον ύπνο. (σ. 209)

Είναι φανερό πως το φιλοδοξότατο σχέδιο του Βόλπι (πόλη του Μεξικού, 1968) ήταν ένα πεζογράφημα όπου θέση θα έχουν όλοι οι κάτοικοι του προσωπικού του πνευματικού σύμπαντος, όλες οι προσωπικότητες που καθόρισαν την δική του διά-νοια αλλά κι ένα αντίστοιχο κομμάτι της Ιστορίας εκείνων που άναψαν τις ιδεολογίες, θέρμαναν με τις ανάσες τους τις πολιτικές αναταραχές, έγραψαν και κατέγραψαν τέχνες και αισθητικές. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν γίνεται ο κεντρικός ήρωας (εδώ ο μεξικανός ψυχαναλυτής Ανίμπαλ Κεβέδο) να μην πλάθεται από πλήθος πραγματικών και φανταστικών στοιχείων, να μην περιπλανιέται στα κέντρα των μεγάλων στιγμών – εξ ου και η αφετηρία του Παρισινού Μαΐου, να μην κινηθεί στους τόπους που έρευσαν επαναστατικές θερμάνσεις.

Με διαδρομές μπροστά και πίσω στον αιώνα του, ο Κεβέδο θα αναπνεύσει στο σύμπαν όπου διασκορπιζόταν η σκέψη των Λακάν, Αλτουσέρ, Φουκώ, Μπαρτ και θα συνυπάρξει με μορφές όπως ο Κάστρο, ο Αγιέντε κι ο Ραφαέλ Γκιγιέν (ο σημερινός υποδιοικητής Μάρκος), καταλήγοντας σε μια πρώτη κορυφή, εκείνη της συνύπαρξης έρωτα, επανάστασης και περιπλάνησης. Όταν αυτά ολοκληρώσουν ένα κύκλο που δεν γίνεται να είναι αέναος, επιστρέφει στο Μεξικό με το όραμα της εφαρμογής τους στην πατρίδα του. Η αναζήτηση ενός νέου κέντρου τους στην ζούγκλα της Τσιάπας όπου βρίσκεται ως «εμπειρογνώμονας της κοινωνίας των πολιτών στη διερεύνηση ενός εγκλήματος των παραστρατιωτικών», θα αποτελέσει τον πρώτο κρίκο μιας αλυσίδας που καταλήγει στην δύναμη της δύναμης, στους νεοφιλελεύθερους εξουσιαστές, στην συνεννόηση πνεύματος και εξουσίας, σε αυτό που όλοι βλέπουν ως προδοσία, ενώ ο φορέας του αδυνατεί.

Φυσικά όλες αυτές οι προσωπικότητες που εδώ συναρμονίζονται με τις ιδέες και τα αληθή λεγόμενά τους δεν παύουν να είναι άνθρωποι αδύναμοι και ανασφαλείς, κι εδώ ο συγγραφέας μοιάζει να απολαμβάνει σε φαρσικές μεταφορές και ποικίλες μορφές των κεφαλαίων όλη αυτή την απομυθοποιητική αποκαθήλωση των επαναστατών του είδους τους, όπως και την μετατροπή του λάτρη τεχνών και λογοτεχνιών σε περίβλεπτο κριτικό, έχοντας πλέον απέναντί του εκείνους τους δημιουργούς. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Βόλπι (νομικός, δρ. Ισπανικής Λογοτεχνίας) συνθέτει ένα τέτοιο βαθύπνευστο εγχείρημα. Στην ουσία πρόκειται για μέρος μιας τριλογίας, που ξεκίνησε από το Αναζητώντας τον Κλίνγκσορ (Ωκεανίδα 2001) και τελείωσε στο No sera la tierra (2006), που κάλυψαν αντίστοιχα τον Μεγάλο Πόλεμο και την Σοσιαλιστική Κατάρρευση. Κοινό σημείο, το τέλος πασών των ουτοπιών. Δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα συνυπέγραψε μαζί με άλλους Μεξικανούς συγγραφείς ένα μανιφέστο ρήξης με τον μαγικό ρεαλισμό της εγχώριας πεζογραφίας των Μαρκές, Φουέντες και σία. Ίσως κάτι μου διαφεύγει, αλλά απορώ για το όνομα του Φουέντες, που έχει γράψει σκληρά, αμιγώς πολιτικά και καθόλου μαγικά έργα για τη χώρα του.

… η μοναξιά, αυτή η αποτρόπαιη συντροφιά που μερικές φορές έως μ’ αποναρκώνει (δεν ξέρεις πόση γαλήνη βρήκα όταν έμαθα επιτέλους, σαν σε αποκάλυψη, ότι θα ήμουν πάντα μόνος), η μοναξιά που επιβάλλεται ως ίδιον του ανθρώπου, που είναι η κλίση του και η ανταμοιβή του, προπάντων όταν κάποιος γράφει και κατανοεί ότι δεν υπάρχει ποτέ κανείς, κανείς, ανάμεσα στη σελίδα και στην πένα, ανάμεσα στο μάτι και στη σελίδα, ανάμεσα στο εγώ που σου γράφει και στο εσύ που με διαβάζει…. (σ. 173).

Η βιβλιογραφία με τίτλους των Roland Barthes, Maurice Blanchot, Guy Debord, Gilles Deleuze, Carlos Fuentes, Adolfo Garcia Ortega, Gustavo Gerrero, Anselm Jappe, Julia Kristeva, Greil Marcus – Lipstick Traces, Octavio Paz, Anibal Quevedo, Philippe Sollers, Susan Sontag, Tzvetan Todorov, Raul Vaneigem υπονοεί το αχανές διάβασμα που απαιτούσε ένα τέτοιο μυθιστόρημα. / Eκδ. Αλεξάνδρεια, 2008, μτφ. Μελίνα Παναγιωτίδου, σελ. 447 (Jorge Wolpi, El fin de la locura, 2003).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr