Χριστόφορος Λιοντάκης (επιλ. κειμ.) – Μια πόλη στη λογοτεχνία. Ηράκλειο

 

Αποφεύγοντας τις μηχανές της ρητορείας και του μύθου

Κάθε τόσο οι δρόμοι ανοίγονταν σε δημοτικές πλατείες περιστοιχισμένες από τρελά κτίρια αφιερωμένα στο νόμο, τη διοίκηση, την εκκλησία, την εκπαίδευση, τους άρρωστους και τους τρελούς. Στο εκτυφλωτικό ηλιόφως μια λεπτομέρεια, όπως μια καγκελωτή πόρτα ή μια έπαλξη που μένει χωρίς υπερασπιστή, τονίζεται με θαυμαστή ακρίβεια τέτοια που βρίσκει κανείς μόνο στα ζωγραφικά έργα είτε των πολύ μεγάλων είτε των τρελών… Είναι μια πόλη σε σύγχυση, εφιαλτική, ολότελα ανώμαλη, ολότελα ετερογενής, ένας τόπος ονείρου που αιωρείται στο κενό ανάμεσα Ευρώπης και Αφρικής…

… έγραφε για το Ηράκλειο ο Χένρυ Μίλερ στον Κολοσσό του Μαρουσιού, στο ένα από τα δυο κείμενα ξένων λογοτεχνών που ανθολογούνται εδώ. Αν όμως ο Μίλερ απολαμβάνει έκπληκτος τις αντιφάσεις του τόπου αλλά και την σχεδόν μεσσιανική του αποδοχή από τους εντόπιους (άλλοτε λόγω του γεγονότος ότι έφτασε με αεροπλάνο, άλλοτε λόγω της αμερικανικής, δημοσιογραφικής ή συγγραφικής ταυτότητας), ο Ζαν Κοκτώ στο Ελληνικό του Ημερολόγιο περιορίζεται σε αποκλειστικά αρνητικές εντυπώσεις από μια πόλη «όπου τα πάντα είναι χυδαία, και περήφανα που είναι έτσι».

Πόλη παλίμψηστη και πολυώνυμη, με τους χυμούς των αιώνων να κυκλοφορούν υπόγεια και με τον Μινώταυρο πάντα ανάμεσά μας ή στα όνειρά μας, πόλη που αντιστέκεται στους βιαστικούς και κρύβεται στις περίκλειστες αυλές, σύμφωνα με τον ανθολόγο της σε «Είκοσι τέσσερις ψηφίδες για τον Χάνδακα» Χριστόφορο Λιοντάκη, το Ηράκλειο του κεντρόφυγου αεροδρομίου, της θεωρητικής ευρυχωρίας και της εδαφικής στενότητας κατά την Κλαίρη Μιτσοτάκη είναι …

Μια πόλη πιο δυνατή απ’ τους ανθρώπους της. Έχει ένα τρόπο να επιβάλλει τη δική της προσωπικότητα και αφήνει τα πράγματα και τα πρόσωπα στη σκιά. Κανένας δεν μπορεί να την εκπροσωπήσει, κανένας δεν μπορεί να την καταχραστεί. Έχει τόσους πολιτισμούς και χρόνια πίσω της, τόσα ονόματα και τόσες εξαρτήσεις, τόσες εκτινάξεις, που πάντα μ’ έναν τρόπο θα παραμένει απόρθητη, πόλη πολλών πόλεων, πολλών προσωπείων, πολλών μεταμφιέσεων….Γι’ αυτό δεν είναι παράξενο που περισσότερο από λογοτεχνία ή πόλη αυτή παράγει ζωγραφική… αποφεύγοντας τις μηχανές της ρητορείας και του μύθου.

Από την παλαιότερη λογοτεχνία ανθολογούνται φυσικά σπουδαίες μορφές του τόπου όπως οι Έλλη Αλεξίου, Λεφτέρης Αλεξίου, Μηνάς Δημάκης, Λιλή Ζωγράφου, Γαλάτεια Καζαντζάκη, και ακόμα οι Ιωάννης Δαμβέργης, Άγγελος Σικελιανός, Γιάννης Σφακιανάκης, Διονύσιος Ρώμας, Οδυσσέας Ελύτης, Άρης Δικταίος, ενώ η σύγχρονη γραφή περιορίζεται, εκτός από τους προαναφερθέντες, στους Γιώργη Γιατρομανωλάκη, Ρέα Γαλανάκη, Γιώργο Ξενάριο και Άρη Σφακιανάκη, που με το γνωστό του απολαυστικό ταξιδιωτικό κειμενο-ύφος συνδέει την τουριστική περιήγηση με το ερωτικό ημερολόγιο.

Σε μια μελλοντική επανέκδοση θα πρότεινα στον εκλεκτό ποιητή να συμπεριλάβει και αποσπάσματα από την πληθώρα των βιβλίων εντόπιων και εν γένει Κρητών (έστω και λιγότερο «προβεβλημένων») λογοτεχνών και όσων έγραψαν με λογοτεχνικές αξιώσεις για την πόλη – αναφέρω ενδεικτικά: Μανόλης Δερμιτζάκης, Από όσα θυμούμαι: Το παλιό κάστρο. Μια βόλτα στο Ηράκλειο των αρχών του 20ού αιώνα, Α΄ – Β΄ (Ηράκλειο, 1962-1963), Νικόδημος Κριτσωτάκης, Σημαδιακά χρόνια (εκδ. Δωρικός, 1979), Μαρίκα Φρέρη, Το κάστρο μας. Κρητικό ηθογραφικό χρονικό, εκδ. Καστανιώτη, 1979, Στέλιος Παπαδομιχελάκης – Θ’ ανθρωπέψει ο άνθρωπος (εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1985), Κώστας Αρβανιτάκης – Τάξις τρίτη. Σχολικόν ενθύμιον (εκδ. Η Τόλμη, χ.χ.), Μανόλης Καρέλλης – Το βιβλίο των επιτηδευμάτων (εκδ. Κάκτος, 2001) – έστω και κατ’ ανάγκη με μείωση των 40 σελίδων (σε σύνολο 219, δηλαδή σχεδόν το ένα πέμπτο του βιβλίου) που αφιερώνονται στον Νίκο Καζαντζάκη με ανθολόγηση των ούτως ή άλλως κλασικών «Καπετάν Μιχάλης» και «Αναφορά στον Γκρέκο» ή των ταξιδιωτικών των «ογκόλιθων» της Γενιάς του Τριάντα (Μυριβήλη, Θεοτοκά, Βενέζη).

Ας φύγουμε με τον Αντώνη Σανουδάκη: Αιφνίδια ανατολή των Νεωρίων. Επί πώλου εισέρχεται ισόβιος γαμπρός εντός σου ο Κορνάρος κομίζων μες στο στόμα του το Ερωτικόν Έπος της φυλής. Αναδυομένη η ποίηση του Χορτάτζη, ξεκαρδιστή ή κλαίουσα, στον κόλπο του Δερματά, κραυγή πολιορκημένων εορταστών του Φώσκολου ο Φορτουνάτος, μια πεταλούδα ο χρωστήρας του Θεοτοκόπουλου, αναγγέλλων την Ανατολή της Εσπερίας, ύδραυλος παλμική στον Άγιο Τίτο ο Λεονταρίτης… Προώρως επέλεξα το θόλο σου, όπως ο εραστής τη χαίτη της νεάνιδος που ορχούται στην ιερή σκιά του Γιούχτα. Καλημερίζω την ηχώ των ερειπίων σου, μαργαριτάρια που μέλπουν στα χαλάσματα…

Εκδ. Μεταίχμιο, 2001, 219 σελ.

Σήλα Στήβενσον – Δρόμος μακρύς

Θέατρο Ορφέας. Σκηνή Ανδρέας Βουτσινάς

Σ’ ένα διήγημα του Κάρλος Φουέντες απ’ το Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μια μητέρα αλληλογραφεί με τον δολοφόνο της κόρης της, με την επιθυμία να του γνωρίσει ποια πραγματικά ήταν. Τόσο εκείνη όσο και ο φυλακισμένος συναντήθηκαν στον κοινό δρόμο προς μια νέα ζωή. Εδώ είναι ο γιος της οικογένειας εκείνος που δολοφονήθηκε από μια νεαρή γυναίκα και ήδη από την έναρξη – που κατακλύζεται από μια επαναληπτική, βιομηχανική μουσική – τα τρία εναπομείναντα μέλη (μητέρα – πατέρας – δεύτερος γιος) και η αυτουργός μονολογούν για την δραματική μεταλλαγή της ζωής τους.

Πώς χειρίζεται κανείς κάτι τέτοιο; Η μητέρα είναι σαστισμένη και οργισμένη, θέλει να εξαφανίσει από προσώπου γης την γυναίκα. Διατηρεί την στάχτη του νεκρού, βλέπει ανταύγειες μέσα της, βέβαιη πως εκείνος λάμπει ακόμα κι έτσι. Κρατάει τα ρούχα του γιατί δεν αποκλείει την επιστροφή του. Ο πατέρας εκπλήσσεται με την χολή που βγαίνει απ’ το στόμα του, αισθάνεται παγιδευμένος στον εαυτό του, δεν τον αναγνωρίζει. Ήλπιζε πως υπάρχει κάποιο κατάλληλο χάπι για την περίσταση αλλά τίποτα…η μόνη λύση είναι να τρέχει συνεχώς. Πρώτα σαν άσκηση, μετά σαν λαχανιαστή πανικόβλητη φυγή απ’ τις σκέψεις, μέχρι να στραφεί εξαντλημένος στο ποτό. Δεκάδες ερωτήματα τρυπούν την σκέψη τους. Τι γίνεται όταν σε μαχαιρώνουν; εκκρίνεται αδρεναλίνη όπως λένε, σαρώνουν οι ορμόνες; Αν είναι τώρα με τον Θεό, όπως του λένε, γιατί ο Θεός δεν τον προστάτεψε προηγουμένως; Γιατί ο κόσμος αλλάζει πεζοδρόμιο και κανείς δεν ξέρει τι να σου πει, μόνο ρίχνει κλεφτές ματιές οίκτου; Και οι ειδικοί που καλούνται να βοηθήσουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις; Μαλάκες που πίνουν το τσάι τους και σε ρωτάνε πώς νοιώθεις. Ζουν από τη θλίψη σου.

Μόνο ο γιος προσπαθεί να κρατηθεί την επιφάνεια, αντιλαμβανόμενος πως δεν μπορεί για πολύ να συνεχιστεί η ζωή σ’ αυτό το καταθλιπτικό μαυσωλείο. Προσπαθεί να τους ξυπνήσει, φωνάζει πως η ζωή πρέπει να συνεχιστεί, να μην κάνει ένας νεκρός κουμάντο στη ζωή μας! Πως η αυτουργός λες κι έχει πάρει τη θέση του, έγινε κομμάτι απ’ την ζωή τους, μόνο που δεν έχει μετακομίσει σπίτι τους. Όταν η μητέρα συνειδητοποιήσει πως είναι πλέον αναπόσπαστα δεμένη με εκείνη, τολμάει το ατόλμητο. Αν εκείνος είναι περισσότερο παρών από ποτέ – και εντελώς απών, τότε ίσως εκείνη πρέπει να μετατραπεί σε κάτι άλλο. Ο δρόμος προς την συνάντησή τους θα είναι μακρύς και δύσβατος.

Η Βρετανίδα συγγραφέας (που ξεκίνησε με θεατρικά έργα για το ραδιόφωνο του BBC και συνέχισε προς το σανίδι το 1996 με το επιτυχές The memory of water/Η μνήμη του νερού κ.ά.) βεβαιώθηκε πως οι περισσότεροι από τους κρατούμενους είχαν υποστεί σημαντική ζημιά πολύ προτού καταλήξουν τελικά στη φυλακή (προερχόμενοι συνήθως από ένα χαοτικό και δηλητηριώδες κοκτέιλ δραματικών συγκυριών) και συμμετείχε στον αγώνα ορισμένων να κατανοήσουν και να αντιληφθούν τα εγκλήματά τους. Ο Μακρύς Δρόμος γράφτηκε μετά από πολύχρονη έρευνα στις φυλακές του Λονδίνου και σε συνεργασία με το Πρόγραμμα της Συγχώρεσης του αγγλικού Υπουργείου Δικαιοσύνης (άσχετο με θρησκείες και εκκλησίες) που λειτουργεί σε φυλακές, σχολεία, κοινότητες επανένταξης, ενδιαφερόμενες ομάδες κ.λπ. και επικεντρώνεται στην πρακτική, όχι θεωρητική, συγχώρηση, συμφιλίωση και επίλυση διαφορών. Στο σχετικό σάιτ περιλαμβάνονται οι ιστορίες που ακούγονται στις εκδηλώσεις τους ή εξομολογούνται οι ίδιοι οι κρατούμενοι.

Σ’ ένα τέτοιο έργο, που γράφτηκε για να παιχτεί και στις φυλακές, εξ ου και η συχνή κι επιτατική στροφή προς το κοινό, όπου καίει συνεχώς το ερώτημα πώς μπορεί τελικά να λειτουργήσει η συγχώρεση για τους κρατούμενους και πώς να ξεκινήσει μια νέα ζωή για «θύτες» και «θύματα», το σκηνικό ενός απλού τραπεζιού ήταν αρκετό, καθώς το έργο εναλλασσόταν ανάμεσα στο σπίτι τους και στη φυλακή της (οι όροι μπορούν και να αντιστραφούν), οι ηθοποιοί υπήρξαν ως την άκρη πειστικοί και το κείμενο μοίραζε γερές μαχαιριές στο μυαλό.

Σκηνοθ. Χρήστος Καρχαδάκης, μτφ.: Δημήτρης Μοθωναίος – Βάσια Παναγοπούλου, σκην. – κοστ.: Μυρτώ Αναστασοπούλου, φωτ.: Κατερίνα Μαραγκουδάκη, βοηθ. σκηνοθ. Αρσένης Γρίμμας. / Παίζουν (αλφαβ.): Κατερίνα Διδασκάλου, Χρήστος Καρτέρης, Μέλπω Κωστή, Αγγελική Λάμπρη, Χριστόδουλος Στυλιανού. / Θέατρο Ορφέας, Σκηνή Ανδρέας Βουτσινάς / Δευτ – Τρ. 21:15 / 90΄ / (Sheilagh Stephenson, The Long Road, 2008).

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.