Μπουραζοπούλου Ιωάννα – Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;

Φανταστείτε μια μεταλλαγμένη Νέα Ευρώπη, κατόπιν υπερχείλισης της Νεκράς Θάλασσας, με λιμάνια την Μαδρίτη, το Παρίσι και την Βιέννη, με ατμόσφαιρα δηλητηριώδη κι αναθυμιάζουσα. Φανταστείτε τους νέους της Κυρίαρχους, την «Κοινοπραξία των 75», ως πολλαπλασιασμένη δικτατορία και ως επιχείρηση οικονομικού ολοκληρωτισμού συγχρόνως, καθώς εκμεταλλεύεται ανά τον κόσμο το θαυματουργό παραισθησιογόνο αλάτι του υποθαλάσσιου ρήγματος. Οι υπήκοοι της νέας Αποικίας δεν είναι παρά φοβισμένοι και πειθήνιοι υπάλληλοι, όπως και η διοικούσα πολυεθνική εξάδα ιδιαίτερων χαρακτήρων, που χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια της όταν ο ανώτατος κυβερνήτης πεθαίνει κι ένας παράξενος αντικαταστάτης παίρνει τη θέση του. Μέχρι εδώ η φαντασία σας – γιατί τα επόμενα, κυριολεκτικά δεν γίνεται να τα φανταστείτε, μόνο να τα διαβάσετε.

Η Ελευθερία είναι πάντα δυσβάσταχτη, πόσοι θα προτιμούσαν τον ετεροκαθορισμό…Οι έξι γράφουν μακροσκελείς επιστολές στους Εβδομήκοντα Πέντε περιγράφοντας την πορεία προς το Χάος, εκείνοι αδυνατούν να τις «αναγνώσουν» ως πρέπει (σχόλιο για την αναπόφευκτη αναγκαιότητα της ερμηνείας των κειμένων;) κι εδώ καλείται ο κεντρικός χαρακτήρας κύριος Φιλέας Μπουκ, ειδικός των επιστολόλεξων (σταυρόλεξων εξ επιστολών). Κάπως έτσι θα είναι ο θετικότερος ήρωας της νέας εποχής: πνευματώδης και καλόψυχος αλλά κυνικός και απαισιόδοξος.

Ιούλιος Βερν, Φίλιπ Ντικ, Η Πόλη των Χαμένων Παιδιών, Η Πλημμύρα του Τζ.Κ. Μπάλλαντ, Μπάρροους και Κάφκα υπό υγρασία αλλά με πλοκή, η Γκρίζα του Πλασκοβίτη, η Dark City, Φανταστικό, Ψυχολογία των Υποτελών και της Ομαδικής Παραίσθησης, πολιτικοί θρησκευτικοί και οικονομικοί συμβολισμοί και αλληγορίες σε καταιγισμό, το τρίτο μυθιστόρημα της Ι.Μ. (Αθήνα 1968, σπουδές ξενοδοχειακού μάνατζμεντ και Διοίκησης Μονάδων Υγείας), η αφανής συνέχεια της προγενέστερης γραφής της (Το Μυστικό Νερό, Το Μπουντουάρ του Ναδίρ) και μια περίτεχνη γραφή, όλα συνυπάρχουν σε αυτό το συνεχώς ανατρεπόμενο αφήγημα, γεμάτο κινηματογραφικές εικόνες που όμως δεν γίνεται να κινηματογραφηθούν και εικαστικές περιγραφές που θα ήταν αδύνατο να αποδοθούν ζωγραφικά. Η λογοτεχνικότερη περιγραφή μιας Μεταπολιτικής Κοινωνίας όπου η Επιχείρηση θα είναι η Νέα Θρησκεία (με τα γνωστά παλαιά μέσα), οι γνώριμοι σύγχρονοι κοινωνικοί «θεσμοί» θα γίνονται υφιστάμενοί της, οι πρώην παραβάτες νυν αρχηγοί, οι εργασιακές κάστες αλληλοαναιρούμενες αρχισυντεχνίες και οι γεωπολιτικές μεταβολές θα αφανίζουν τους πολιτισμούς.

Απόσπασμα: Το αλάτι δραπέτευε από την έρημο. Μπορεί να ήμουν κλεισμένη στο Κυβερνείο, αλλά το ένοιωσα να φεύγει απ’ το σώμα μου, γιατί τα σώματά μας σ’ αυτήν τη γήινη φλούδα γίνανε ηχεία, δεν υπάρχει χλωρίδα και πανίδα για να εμποδίσει την επικοινωνία με το υπέδαφος, δεν υπάρχει πολιτισμός για να διαθλώνται τα μηνύματα και να ατονούνε, η επαφή είναι ξερή και άμεση. Η βροχή των κόκκων άλλαζε πορεία και ανερχόταν τον καταρράχτη αντί να πέφτει. Δεν έβγαινε απ’ το λιμάνι, αλλά απ’ την έρημο. Η πύλη της ερήμου δεν θεωρείται έξοδος, αλλά είσοδος για τη χώρα των λησμονημένων, των λεπρών και των ληστών. Όποιος έζησε στην Αποικία έμαθε να σέβεται την έρημο, την ευθύτητά της, τους απόλυτους νόμους της, το ένα και μοναδικό της πρόσωπο. Η έρημος δεν κοροϊδεύει ποτέ και δεν δέχεται να την κοροϊδέψουν. (σ. 325- 326).

Εκδόσεις Καστανιώτη, 2007, σελ. 482.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Παράλληλοι Φωτισμοί: εδώ κι εκεί.

Λογοτεχνείο, αρ. 26

Τζουζέππε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα, Η Σειρήνα και άλλα διηγήματα, Μετάφραση-εισαγωγή-σχόλια: Μαρία Σπυριδοπούλου, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1993, σελ. 123.

Γι’ αυτή την περίοδο της απομόνωσης δεν μπορούσε να βρεθεί πιο κατάλληλο μέρος από κείνο το καφενείο της οδού Πάδου όπου εκεί τώρα, μόνος σαν το σκυλί, περνούσα όλες τις ελεύθερες ώρες μου και πήγαινα όλα τα βράδια, μετά τη δουλειά μου στην εφημερίδα. Ήταν ένα είδος Άδη, γεμάτου από τις αναιμικές σκιές συνταξιούχων αντισυνταγματαρχών, δικαστικών και καθηγητών. Αυτές οι άυλες μορφές έπαιζαν ντάμα ή ντόμινο, βυθισμένες σ’ ένα φως που τη μέρα το σκοτείνιαζαν οι στοές και τα σύννεφα, και το βράδυ τα τεράστια πράσινα αμπαζούρ των πολυελαίων· και δεν ύψωναν ποτέ τη φωνή τους φοβούμενες πως ένας πολύ δυνατός ήχος θα μπορούσε να διαλύσει την αδύναμη υφή της μορφής τους. Ένα τέλειο Έρεβος.

Στον Γιώργο Σκαμπαρδώνη