Στο αίθριο του Πανδοχείου, 1: Θεόδωρος Γρηγοριάδης

1. Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και πρόσφατοι συγγραφείς.

Διαχρονικά αγαπημένους θεωρώ τον Χέλμαν Μέλβιλ, τον Βαλντίμιρ Ναμπόκοφ, τον Τζόζεφ Κόνραντ για πάντα, την Βιρτζίνα Γουλφ, την Μιούριελ Σπαρκ την λατρεμένη, Πατρίτσια Χάισμιθ, τον Γιώργο Χειμωνά, τον Χουάν Γκοιτισόλο, τον Ντανίλο Κις.

Πρόσφατους: τον Ντον Ντε Λίλο, την Γιόκο Ογκάουα, τον Ίαν ΜανΓιούαν, τον Κάζουο Ισιγκούρο που τον βάζω πολύ ψηλότερα απ’ όλους, τον Ορχάν Παμούκ, τον Κολμ Τοϊμπίν, τον Άλαν Χόλινγκερστ, τον Πέρσιβαλ Έβερετ, τον Ντέιβ Έγγερς, τον Μισέλ Ουελμπέκ. Θεωρώ ευχάριστη αποκάλυψη τον σαραντάχρονο Βρετανό Τομ ΜακΚάρθυ.

2. Αγαπημένα σας διαχρονικά και πρόσφατα βιβλία.

Διαχρονικά αγαπημένα: Η καρδιά του σκότους (Κόνραντ), Ο φάρος (Γουλφ), Η Μεταμόρφωση (Κάφκα), Ακυβέρνητες Πολιτείες (Τσίρκας), Ο αιχμάλωτος του έρωτα (Ζενέ), Τα ονόματα (ΝτεΛίλο), Αδριανού απομνημονεύματα (Γιουρσενάρ), Ο πεθαμένος και η Ανάσταση (Πεντζίκης).
Πρόσφατα διαβασμένα με καλές εντυπώσεις: Το Μάταιο χθες (Ρόσα), Πουτάνες Φόνισσες (Μπολάνιο), DAY (Κένεντι), Οι πληγωμένοι (Έβερετ), Βίλα Αμαλία (Κινιάρ).

3. Αγαπημένα σας διηγήματα.

Οι νεκροί του Τζόις, διηγήματα του Πόε, Ο επιτάφιος θρήνος του Ιωάννου, άπαντα Τσέχοφ, της Λόρι Μουρ, του Κορτάσαρ, του Πωλ Μπόουλς μα πάνω απ’ όλα τακτικά ξαναδιαβάζω τον Μπόρχες.

4. Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Αναρωτιέμαι συχνά τι να απέγιναν αλλά σπανίως σκέφτομαι να τους ξαναβρώ μη και μ’ απογοητεύσουν.

5. Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Γράφω στο γραφείο μου, αρκεί να είναι απομονωμένο, όπου και αν μεταφερθεί. Μου είναι αδιανόητο να γράψω σε δημόσιους χώρους-έχω την αίσθηση ότι εκτίθεμαι. Άσε που γράφοντας βρίσκομαι πάντα σε ένα είδος transference που καλά θα είναι να παραμένει εντός των τειχών μου.

6. Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Κρατάω ασταμάτητα σημειώσεις και σχεδιάσματα σε δεμένα σημειωματάρια που θυμίζουν βιβλία. Είναι η προσωπική μου ιδιωτική βιβλιοθήκη αλλά και η πηγή όπου ανατρέχω. Ύστερα είναι η διαρκής σκέψη κάθε ιστορίας που με κατατρέχει καθημερινά. Παιδιά, σκυλιά δεν έχω, αλλά έχω μια ντουζίνα πρόσωπα και ιστορίες που κάθε μέρα πρέπει να φροντίσω με την σκέψη μου. Ποτέ δεν ξεκινάω να γράψω με μια «ωραία φράση». Αρχίζω με μια σκηνή, μια εικόνα, έναν χαρακτήρα. Άλλωστε γράφω ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ, δηλαδή αφηγηματική λογοτεχνία και όχι «ποιητική πρόζα» ένα ξεπερασμένο είδος που ανθίζει ακόμη στη χώρα μας.

7. Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η Κάθριν και ο Χήθλκιφ της Μπροντέ, ο Ρίπλεϋ της Χάϊσμιθ, ο Μάρλοου του Κόνραντ, ο Χάκμπλερι Φιν, τον λατρεύω αυτόν τον τύπο. Οι χαρακτήρες του Αλεξανδρινού Κουαρτέτου του Ντάρελ, κι αυτοί είναι τόσο χαρακτηριστικοί.

8. Θα δοκιμάσετε μια συνοπτική «εισαγωγή» στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (ή για όσα κρίνετε), είτε ως επιγραμματική παρουσίαση, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποίες συνθήκες και ποιούς πόθους συγγράφηκε; Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Το πρώτο μου μυθιστόρημα «Οι κρυμμένοι άνθρωποι» γράφτηκε στην Ξάνθη το 1990, το αγαπάω γιατί είναι εντελώς ανυποψίαστο για την τύχη του και βιωματικό: ήμουν τότε καθηγητής στα πομάκικα χωριά. Ο «Ναύτης» (1993) σχετίζεται με τα μέρη μου, στο Παγγαίο και την πεδιάδα των Φιλίππων. Διαβάστηκε, αγαπήθηκε, με στοιχειώνει ακόμη-θέλω να τον πνίξω κάποτε. Ο «Χορευτής στον ελαιώνα» (1996), μεταφυσικό και ερωτικό, διαδραματίζεται στις Σέρρες, διαβάστηκε πολύ και είναι το πιο ευπώλητό μου. Το 1998 έγραψα τα «Νερά της χερσονήσου» και έγινε στροφή στη θεματολογία και το ύφος της γραφής μου. Οι μισοί αναγνώστες μου λάκισαν. Τα «νερά» είναι ένα ιστορικό βιβλίο αλλά καμία σχέση δεν έχει σχέση με τον νέο-οριενταλισμό του μιναρέ και των χαμένων πατρίδων που, μαζί με τα ροζ βιβλία έχουν αποβλακώσει τον κόσμο. Ο χρόνος το δικαίωσε. Είναι το μόνο βιβλίο που μελετάται ακόμη και σε ξένα πανεπιστήμια. Μετά ήρθε το «Παρτάλι» βγήκε και στα γαλλικά και μελετήθηκε στα πλαίσια των gender studies. Το 2005 η «Αλούζα, χίλιοι κι ένας εραστές», το μεσανατολικό μυθιστόρημα της Αθήνας, και οι «Χάρτες» το 2007. Μπορεί να παρέλειψα καναδυό.

9. Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τις «Ευμενίδες». Πρόκειται για μια τρομακτική αναγνωστική εμπειρία. Αν μου αρέσει-δεν ξέρω ούτε έχει σημασία. Και για το λογοτεχνικό σεμινάριο Απριλίου στη Δημόσια Βιβλιοθήκη των Σερρών τον «Μάγο» του Φόουλς. 900 + 700 σελίδες = αυχενικό. Παίρνει σειρά το «Βάλτεμπεργκ» και το καινούργιο μυθιστόρημα του Ασουλίν.

10. Τι γράφετε τον ίδιο καιρό;

Διορθώνω το καινούργιο μου μυθιστόρημα και μια νουβέλα.

Υπο/Σημείωση: Στο αίθριο του Πανδοχείου φιλοξενούμενοι συγγραφείς και έτεροι δημιουργοί των λέξεων μοιράζονται τις αναγνωστικές τους προτιμήσεις, εκφράζουν σκέψεις για το έργο τους και μας ξεναγούν στις οδούς της συγγραφής.

Θεόδωρος Γρηγοριάδης – Χάρτες

Η ζωή μας είναι καταγραμμένη. Γι’ αυτό και διαβάζουμε σκόρπια, βιαστικά, γιατί ασυναίσθητα ψάχνουμε να βρούμε την αλήθεια μας, να την μαντέψουμε (σ. 233, Χάρτης αρ. 61: Σκορπισμένη βιβλιοθήκη).

Πάντα αναρωτιόμουν πώς θα ήταν η προσωπική μου βιο-γεωγραφία: ποια μέρη θα συμπεριελάμβανε, ποιοι τόποι θα μαρκάρονταν, ποια περάσματα θα υποδείκνυε το βέλος της γραφίδας, ποιο θα ήταν το τελικό της σχήμα της χώρας των χώρων μου. Ένα τέτοιο οικείο σε όλους μας ερώτημα χρησιμοποιεί ευφυώς ως εύρημα o Γρηγοριάδης στους Χάρτες του. Εβδομήντα στιγμιοτυπο-βιογραφήματα μοιρασμένα σε τέσσερες περιφέρειες (χωριά και κωμοπόλεις / πόλεις και συνοικίες / ξενιτιές και εξορίες / ουτοπίες και δυστοπίες) συναρμολογούν ένα τεράστιο α/Χαρτο-γράφητο κομμάτι της περιφέρειας, των κωμοπόλεων και των πόλεων. Δεν υπάρχουν δημόσια γεγονότα εδώ, ή καθοριστικές ιστορικές συγκυρίες, παρά προσωπικά γεγονότα (τα περισσότερα βασισμένα σε πραγματικά περιστατικά, αλλά λίγη σημασία έχει αυτό) που άλλωστε φτιάχνουν τις βιογραφίες των γενιών που ανήκουμε, όσοι συναντιόμαστε εδώ μέσα, ένας πάνω μία κάτω.

Ένας συγγραφέας που έχει λογογραφήσει όσο λίγοι το σήμερα, την καθημερινότητα και το ανθρώπινο σώμα, τώρα ανυψώνεται και απομακρύνεται, και τα παρατηρεί – πάντοτε τρυφερά – από ψηλά ή από μεσαία απόσταση. Οι ιστορίες εναλλάσσονται από μια φιλική παρέα διηγητών, με γλώσσα απλούστατη και υπαινίσουσα και με ματιά ευθύβολη και τολμηρή. Αν ο καθένας μας έπρεπε να διηγηθεί μια καίρια στιγμή της ζωής του – όχι οπωσδήποτε καθοριστική αλλά μόνιμη κάτοικο της μνήμη – ποια θα επιλέγαμε; Τι θα ζυγίσει περισσότερο, μια πράξη ή κάποια σκέψη; Ή μήπως το αρνητικό τους, οι ερωτικές ιστορίες που δεν γεννήθηκαν αλλά τις πλησιάσαμε σύρριζα, η επιλογή του διλήμματος που δεν προκρίναμε, οι κινήσεις που έμειναν ανολοκλήρωτες;

Φαντάσου λοιπόν…πως είσαι ποιητής και δίνουν τ’ όνομά σου σ’ έναν ανηφορικό δρόμο μιας κωμόπολης ή ψάχνεις τρόπους ώστε η παρουσίαση του βιβλίου σου ν’ αφήσει εποχή, ηθοποιός που θέλει να συρράψει σ’ έναν μονόλογο όλα όσα έχει να πει, παρατηρητής νυχτερινών τρένων που ακούει Orbital διασχίζοντας τα τενάγη των Φιλίππων, Λολίτα με μέλλον που θέλει να εξομοιώσει στιγμές με χρόνια. Ας φανταστούμε πως είμαστε Εραστές Ανοιχτών Χώρων και βροχερής Θράκης, Τούρκοι ή Έλληνες σ’ ένα καφενείο εκτός ανταλλαγής πληθυσμών, αγνοούμενοι του σήμερα – μήπως είναι ευτυχία να μη σ’ αναζητάει κανείς; – πως μας έμεινε η μυρωδιά του σπέρματος ως μοναδική ανάμνηση μιας ερωτικής σχέσης ή βρεθήκαμε σε μια παρτουζίτσα που εξελίχτηκε απρόσμενα.

Κι ακόμα, πρόσωπα που τρώγονται με τα σαράκια τους, στρατιώτες, επαρχιώτισσες, άστεγοι, ξένοι, άρρωστοι, ιδιότητες που όλοι υπήρξαμε ή μας περιμένουν πιο κάτω, η δέσποινα που αφήνει λυτά τα ένστικτά της, δυο αποκλεισμένοι σ’ ένα τσοντοσινεμά, μια μοδίστρα που προσαρμόζει τα νυφικά στις ψυχές των νυφών, η ταχυδρομική υπάλληλος ταξιδεύτρια απ’ τον Παγκράτι στον Ατλαντικό (ακριβώς έτσι). Δεν είναι, άλλωστε, ο απόδημος κόσμος μας ένας τηλεφωνικός θάλαμος, ένα καρναβαλικό ντύσιμο που περνάει τόσο φευγαλέα πια, ένα σπίτι σχεδόν σύρριζα στη νέα Εγνατία ή μια χέστρα στην άκρη μιας ρεματιάς; Θα σωθούμε άραγε αναβαπτιζόμενοι στον κάμπο της Καβάλας ή τα ρέιβ της Σαμοθράκης ή αν θεραπεύσουμε δαιμονισμένες κορασίδες στο θέατρο των Φιλίππων;

Ας έπρεπε να προτείνω ένα αγαπημένο από κάθε ενότητα, θα ήταν τα Αναστενάρισσα (νεαρή ενδίδουσα σε δυο πολιορκητές, μέσω του ερωτισμού των πελμάτων και της άχνης του ζαχαροπλαστείου), Ο μασέρ (ο πρώην βιαστής πλέον εισβολέας ως μασέρ στην Σάλλυ με τις δυο τηλεοράσεις δίπλα δίπλα), Δεκατρείς γυναίκες (η αποψίλωση ενός μακεδονικού χωριού από τις όμορφες κοπέλες του – η πίσω όψη της μικροϊστορίας) και Ο ήλιος της ερήμου, με την πολλαπλασιασμένη ακοή ολόκληρου του παρελθόντος – «Τίποτα δεν πάει χαμένο στον κόσμο μας», ομολογεί και κλείνει τα μάτια. «Κάθε μόριο, κάθε πληροφορία, κάθε χτύπος περιμένουν να τα περισυλλέξεις και να τα σμίξεις με νόημα». (σ. 252).

Στη δεύτερη ανάγνωση οι ιστορίες μοιάζουν συρτάρια για ξεκλείδωμα, ασκήσεις επί χάρτου (ή να πω επί Χαρτών;), γρίφοι προς επίλυση. Κι ενώ, όπως είναι αναμενόμενο, η πλειοψηφία των «ιστοριοστιγμών» δεν είναι ευδαιμονικές και γελαστές, η αίσθηση που αφήνουν είναι ενός γεμίσματος, μιας ανακούφισης πως όλοι μέσα στα ίδια λάθη, τα ίδια διλήμματα και τις ίδιες ματαιώσεις παραδέρνουμε – άλλωστε το τέλος μένει πάντα άνοιχτό, μισάνοιχτο, εναλλασσόμενο ή τέλος πάντων ατελές. Στο τέλος οι περισσότεροι χαρακτήρες συγκεντρώνονται υπό έναν Παράδεισο όπου μοιάζουν λιγότερο βεβαρημένοι: μήπως επειδή οι ιστορίες τους έχουν γραφτεί, συνεπώς θα ζουν μέσα από αυτές;

Φάκελος φιλοξενούμενου: Παλαιοχώρι Παγγαίου, 1956, Αγγλική Φιλολογία, διδασκαλία στις σχολικές αίθουσες του Έβρου, της Ξάνθης και του Διδυμότειχου, συγγραφή επτά μυθιστορημάτων και μιας συλλογής διηγημάτων, κριτική λογοτεχνίας, συντονισμός ομάδων δημιουργικής ανάγνωσης και σεμιναρίων στην Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών (με το πλουσιότερο, κατά τη γνώμη μου, βιβλιοφιλικό σάιτ – http://www.serrelib.gr/).

Eπισκεπτήρια: http://teogrigoriadis.blogspot.com/), grigori@otenet.gr.

Συντεταγμένες: Εκδόσεις Πατάκης, 2007, σελ. 267                                                

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου: εδώ.