Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 16 (χειμώνας 2009). Ψηφιακός λόγος

 

Κυβερνήτες του βιομηχανικού κόσμου, κουρασμένοι γίγαντες της σάρκας και του ατσαλιού, έρχομαι από το κυβερνοχώρο, το καινούργιο σπίτι του πνεύματος. Εκ μέρους του μέλλοντος, ζητώ από εσάς που ανήκετε στο παρελθόν να μας αφήσετε ήσυχους. Δεν είστε ευπρόσδεκτοι ανάμεσά μας. Δεν έχετε καμία ισχύ εκεί που συχνάζουμε….

Με τις φράσεις του John Perry Barlow από την περίφημη «διακήρυξη της ανεξαρτησίας του κυβερνοχώρου» (1996) ξεκίνησε ο συνεργάτης τού Reality-Tape την παρουσίαση του τεύχους στη σχετική εκδήλωση.

Επιτέλους, ένα ζήτημα που όλοι συζητούσαν και κανείς δεν έκανε το βήμα να εκθέσει, αγγίζεται σε ένα ευρύ αφιέρωμα: λογοτεχνία και ηλεκτρονικά μέσα. Με ποιο τρόπο οι νέοι δρόμοι του άυλου επηρεάζουν την σύγχρονη λογοτεχνία; Η εξειδικευμένη στο θέμα Τιτίκα Δημητρούλια (που έχει την επιμέλεια του Φακέλου, μαζί με την Μπέκη Μπλουμ) εξετάζει το θέμα από την πλευρά του συγγραφέα, του αναγνώστη και του ίδιου του κειμένου, καθώς και την ψηφιοποιημένη λογοτεχνία.

Ακολουθούν κείμενα για την ηλεκτρονική λογοτεχνία, τις ψηφιακές βιβλιοθήκες, την πνευματική ιδιοκτησία, το μυθιστόρημα του κινητού (που ανθεί στη Ιαπωνία), αυτοπαρουσιάσεις ηλεκτρονικών (λογοτεχνικών) περιοδικών και βιβλιοφιλικών ιστολόγίων, μια έρευνα του Δημήτρη Αθηνάκη για τις σελίδες των ελλήνων λογοτεχνών στο διαδίκτυο (βάσεις δεδομένων, fan clubs ή στεγνή πληροφορία;), συζητήσεις και σελίδες από bloggers.

Στέκομαι ενδεικτικά σε δύο: στο εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο του προαναφερθέντα συνεργάτη με τίτλο The Internet Pastoral. Μαθαίνουμε για τον Barlow, πρώην στιχουργό των Grateful Dead, κτηνοτρόφο από το Wyoming, παιδί των αυθεντικών 60’s, που έγκαιρα είδε το διαδίκτυο ως ένα λειτουργικότατο άναρχο οικοσύστημα και σκάρωσε το EEF, μια ταχείας δικαστικής επέμβασης για την προάσπιση των «θεμελιωδών δικαιωμάτων του κυβερνοχώρου», ενώ από άλλη κατεύθυνση μας έρχεται ο Larry Lesig (Code and Other Laws of Cyberspace), δημιουργός του Creative Commons, ενός εναλλακτικού συστήματος διαχείρισης πνευματικής ιδιοκτησίας.

Από την άλλη, οι Ρόμπερτ Λόουελ, Σάλμαν Ράσντι, Ζέιντι Σμιθ, Τζόναθαν Φρέινζεν, Μάργαρετ Άτγουντ, Τι Σι Μπόιλ και άλλοι λογοτέχνες ή μη μας αποκαλύπτουν πώς διαχειρίζονται τις ηλεκτρονικές επιστολές των αναγνωστών τους («Λογοτεχνικές επιστολές χαμένες στον κυβερνοχώρο»). Σχετικά διηγήματα προσφέρουν οι Δημήτρης Σωτάκης (Ηλεκτρονικός πατέρας) Δημήτρης Μαμαλούκας (Solo has no friend), Δημήτρης Γκενεράλης (Μπλογκ Νουάρ), Ξενοφών Μπρουντζάκης (Αμερικάνικα Χριστούγεννα), Ηρώ Νικοπούλου (Η τελευταία εντολή) κ.ά. Στο τέλος, τα (δε)κατα μας εύχονται ευτυχισμένο το 2019. Τι άλλο να περιμέναμε από ένα περιοδικό που θέλει να μας πηγαίνει δέκα χρόνια μπροστά;

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Φωτογραφία: John Perry Barlow. Η περίφημη διακήρυξη εδώ.  Πανδοχείο ευχαριστεί Reality Tape. 

 

Portugal. The Man – Censored colors (Equal Vision, 2008)

 

Για τρίβιαλ: καταγωγή από Wasilla, Alaska (από εκεί δεν είναι η ημίχαζη διοπτροφόρος με τις καραμπίνες που ονειρευόταν να κυβερνήσει τις ΗΠΑ;), βάση σε Portland, Oregon, σχηματισμός από πρώην μέλη των Anatomy of a Ghost, τρίτος δίσκος μετά τα Waiter! «Your vultures» (2006), Church Mouth (2007), απομάκρυνση από την Fearless και δημιουργία του δικού τους label Approaching Air Balloons, υπό τη στέγη της Equal Vision.

Σε γενικές γραμμές: Ενδιαφέρουσα πολυτροπική ειδολογική ακροβασία.

Σε 25 γραμμές: Ο John Gourley διαθέτει φωνητική γκάμα αρκετών ειδών με αποτέλεσμα να φτάνει στο σημειο να την υπερχρησιμοποιεί. Για παράδειγμα, είναι στο στοιχείο του στο Lay Me Back Down (δύο μέρη γκόσπελ, ένα μέρος ροκ) ή στα σημεία που τραγουδάει σα να συμμετέχει σε ροκ όπερα ή μοντέρνο μιούζικαλ, αλλά μας εκνευρίζει στις soul ακροβασίες του, γιατί απλούστατα τραγουδάει μοταουνίστικο φαλτσέτο ως λευκός (Created, New Orleans). Στo επικό 1989 δυσκολεύεται φωνητικώς να επιλέξει μεταξύ T. Rex, Jeff Lynne και Roger Waters, ενώ το καταληκτήριο Our Way δεν έχει τέτοια διλήμματα: George Harrison shows the way.

To Colors είναι απ’ τα καλύτερα τραγούδια του 2008: ένα ψυχεδελικό αριστούργημα που ολισθαίνει σε freak – folk έπος ή απλώς ένα κομμάτι να το χορέψεις «μπλουζ» με τον εφηβικό σου έρωτα (ή, τώρα που το σκέφτομαι, με όλα αυτά τα ατρόμητα λόγια του τύπου «τώρα δεν φοβάμαι να πεθάνω», φανταστείτε τι ύμνος μπορεί να γίνει αυτό για εκείνες τις αμερικάνικες αιρέσεις…) Ορισμένες φορές πραγματικά μοιάζουν να ξεπορτίζουν από το παρελθόν: όπως το απόλυτα Ζεππελινικό Out And In And In And Out ή το Never Pleased με κήμπορντς που να παίζεται από έναν Μάνζαρεκ στα νιάτα του.

Οι Portugal. The Man σαφώς παίρνουν από την παλέτα του 69-73 μεταιχμίου, τότε που η ψυχεδέλεια φλέρταρε με τον προγκρεσσιβισμό (προτού καταφέρει στο τέλος την αποπλανήσει), δεν κομπλεξάρονται με ομαδικά φωνητικά, πνευστά και έγχορδα, κρατάνε την ποπ τύπου Zombies, προσθέτουν σε μικρές δόσεις πειραματικά στοιχεία και δημιουργούν τέλος πάντων ένα μάγμα που οι ίδιοι αποκάλεσαν heavy mellow.

Για συλλέκτες άχρηστων πληροφοριών: Το πλήρες όνομά τους ήταν Portugal. The Man and the Approaching Air Balloons, επηρεασμένο από κάποιες φράσεις του David Bowie για την διάρκεια της φήμης που ξεπερνά εκείνη της ζωής.

Πρώτη δημοσίευση: κάπου εκεί.