Στο αίθριο του Πανδοχείου, 60. Χρήστος Χαρτοματσίδης

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς

Έχω μεγαλώσει με την κλασική Ρωσική λογοτεχνία. Αγαπημένοι είναι οι περισσότεροι μεγάλοι Ρώσοι – ο Γκόγκολ – προπομπός της  σουρεαλιστικής γραφής – με το διήγημα «Η μύτη», όπου ένας κουρέας κατά λάθος κόβει την μύτη του πελάτη και η μύτη του αρχίζει την δική της αυτόνομη ζωή, σαν κανονικός κύριος!!! Ο Λεβ Τολστόι, ο μεγάλος Ντοστογιέφσκι, μετά  ο Τσέχοφ, ο Γκόρκι, ο Σόλοχοβ, κι ο Βασίλη Σούκσιν. Υπάρχουν και ποιητές που έχουν γράψει σπουδαία πεζογραφία – ο Πούσκιν (διηγήματα του Μπέλκιν) και το μυθιστόρημα του σε στίχους Ευγένιος Ονέγκιν κι ο Λέρμοντοβ –  με  τον «Ηρωας της εποχής μας».

Η άλλη μεγάλη σχολή του 19του αιώνα είναι η Γαλλική – βεβαίως, με τον Μπαλζάκ, Στενδάλ, Ουγκό, Φλομπέρ, Ζολά, Μοπασάν («Ο Φιλαράκος»!!!) Κι ο κάπως παρεξηγημένος Αλέξανδρος Ντουμά – που όλοι τον θυμούνται μοναχά με τους «Τρεις σωματοφύλακες» και τον «Κόμη Μοντεχρίστο», που όμως έχει κάνει μια από τις καλύτερες περιγραφές της Γαλλικής Επανάστασης με το πολύτομο μυθιστόρημά του «Ο Ιππότης του Μεζόν Ρουζ» Βέβαια, πάντα παραμένει εκπρόσωπος του ρομαντισμού, οι χαρακτήρες του είναι συνήθως σε άσπρο/μαύρο και ποτέ δεν θα πει πως η βασίλισσα είχε εραστή! Θα τον ονομάσει «αφοσιωμένο θαυμαστή» και την σχέση τους – «σχέση αμοιβαίου σεβασμού». Άλλωστε, έχει καταφέρει μια υπόθεση μοιχείας (της βασίλισσας) κι εσχάτης προδοσίας – που ουσιαστικά διαπράττουν οι τρεις σωματοφύλακες, να την παρουσιάσει σαν προσπάθεια υπονόμευσης του θρόνου από τον καρδινάλιο  Ρισελιέ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Το μπάνιο του Αλιόσα Μπεζκονβόϊνη» του Βασίλη Σούκσιν, που το μετέφρασα στα ελληνικά για το «Δέντρο».

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Ο Φάλσταφ, με όλες του τις αντιθέσεις. που ίσως είναι από τους πιο ολοκληρωμένους χαρακτήρες του Σαίξπηρ. Νομίζω, όπως στους ηθοποιούς αρέσει να υποδύονται τους πολύπλοκους κι αρνητικούς χαρακτήρες, τους «κακούς», έτσι και στους συγγραφείς αρέσει να τους πλάθουν. Εκεί, μπορούν να μεγαλουργήσουν.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι συγγραφείς αναγκαστικά «αντιγράφουν» από την ζωή. Π.χ. πρότυπο του χαρακτήρα του γέρου κόμη Μπεζουχόβ, που αναγνωρίζει το νόθο γιο του Πιέρ, στο «Πόλεμος και Ειρήνη» του Τολστόι,  ήταν ο Μέγας Καγκελάριος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, ο κόμης Μπεζμπορόντκο!!! Η μικρότερη αδερφή της γυναίκας του Τολστόι η Τατιάνα Αντρέεβνα Μπερς, ήταν το πρότυπο για την Νατάσσα  Ροστόβα. Συνήθως οι αντιδράσεις των πραγματικών ηρώων για τον τρόπο που τους έχουν απεικονίσει είναι αρνητικές. Θυμάμαι μια αφήγηση του Χάσεκ για το πρότυπο του στρατιωτικού ιερέα – μεθύστακα Ότο Κατς, που όταν αναγνώρισε τον εαυτό του, πήγε οργισμένος στο σπίτι του συγγραφέα, απειλώντας να τον  σύρει στα δικαστήρια.  Ο Χάσεκ κατάφερε να τον μεθύσει κι έτσι  λύθηκε η παρεξήγηση. Ναι, έχω δει πως μεγαλώνουν ή γερνάνε κάποιοι «ήρωές» μου. Πάντα υπάρχει ενδιαφέρον, όταν ξεφεύγουν από τα αρχικά χαρακτηριστικά τους, προσφέροντας εκπλήξεις – γι’ αυτό και τα πιο απίθανα σενάρια τα δημιουργεί η ίδια η ζωή.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έτυχε,  δεν με πειράζει αρκεί εκείνη τη στιγμή να είμαι απομονωμένος.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις

Την ώρα του γραψίματος η μουσική με αποδιοργανώνει. Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ, ακριβώς επειδή ακούω την μουσική. Συνήθως η μουσική με αναστατώνει. Π.χ. αν οδηγώ κι ακούω το Speed king ή το  Highway star των  Deep purple, ασυνήθιστα πατάω περισσότερο γκάζι.  Η μουσική δεν είναι ηχητική ταπετσαρία, ώστε σε αυτό τον φόντο να κάνεις κάτι άλλο κι όμως, για πολλούς λειτουργεί ακριβώς έτσι. Μου φαίνεται περίεργο όταν ακούω, πως χειρουργούν ακούγοντας μουσική. Παραξενεύτηκα επίσης όταν διάβασα ότι υπάρχει σαν είδος η «μουσική των αεροδρομίων», ή των «σουπερμάρκετ», ή των «ασανσέρ». Οι μουσικές μου προτιμήσεις  είναι ανάλογα με την διάθεση μου – ποικίλουν από την κλασική μέχρι την ραπ ή την τσιγάνικη ή κάποια  δημοτικά – γενικά  όλα τα είδη.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Η πρώτη μου συλλογή διηγημάτων είναι: «Το παλιό κτίριο» από τις εκδόσεις «Νεφέλη». Στο πρώτο μέρος περιέχει ιστορίες με Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες στην Βουλγαρία. Είναι ρεαλιστική αφήγηση, χωρίς ηρωισμούς και εγκώμια. Η πραγματική ζωή, στον υπαρκτό σοσιαλισμό.

Ακολουθεί το μυθιστόρημα «Κιθαρίστας σε ταβέρνα» που είχε βραβευθεί στον διαγωνισμό διηγήματος του Δήμου της Φιλιππούπολης και του εκδοτικού οίκου «Χ.Γ. Δάνοβ» το 1990 στην Φιλιππούπολη. Το βιβλίο έπρεπε να εκδοθεί τον επόμενο χρόνο, κάτι που δεν έγινε για οικονομικούς λόγους. Εκδόθηκε στην Ελλάδα από τις εκδόσεις «Πατάκη». Στην Βουλγαρία εκδόθηκε μόλις το 2007 από τις εκδόσεις «Balkani» Βρήκε θερμή υποδοχή από την κριτική στις δύο χώρες. Οι Βούλγαροι το θεωρούν Το βουλγάρικο μυθιστόρημα γραμμένο από Έλληνα. Πρόκειται για τα βιώματα  ενός νεαρού κιθαρίστα στην Σόφια την δεκαετία του 70, τα χρόνια δηλαδή που αρχίζει η παρακμή του Συστήματος.

Μετά είναι «Οι περιπέτειες του Μπρέγκα» – πάλι από τις εκδόσεις «Πατάκη» και πάλι για του Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες, όμως της δεύτερης γενιάς, που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν εκεί. Με χιούμορ και ρεαλισμό παρουσιάζονται τα γεγονότα που φέρανε την διάλυση του Ανατολικού μπλοκ. Το σπουδαίο είναι πως πρόκειται για προσωπικές μαρτυρίες  κι ίσως αυτή να είναι η ιδιαίτερη συμβολή του βιβλίου, είναι η ματιά από μέσα, οι εκτιμήσεις  Ελλήνων που μπόρεσαν να βιώσουν αυτές τις εμπειρίες. Προτάθηκε για το βραβείο μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω»

Ακολουθούν η συλλογή με διηγήματα «Φώτο Βέριτας» εμπνευσμένη από την σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα – που κι αυτή προτάθηκε για το βραβείο συλλογής διηγημάτων του «Διαβάζω»

Το θεατρικό «Οι εφιάλτες του δήμιου Σανσόν»  εκδόσεις «Μανδραγόρας» – θεατρικό – με θέμα τη σύγκρουση του ατόμου με την εξουσία.

Το τελευταίο μου βιβλίο «Μια εταίρα θυμάται» – από τα «Ελληνικά γράμματα» ένα μη ηρωικό μυθιστόρημα, για την στρατοκρατούμενη Σπάρτη και την Κρυπτεία  κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου. Η προσέγγιση του θέματος είναι εντελώς διαφορετική από την συνηθισμένη ηρωική ή μεγαλοπρεπή παρουσίαση στα σχολικά βιβλία και στα διάφορα ιστορικά μυθιστορήματα. Το βιβλίο διαβάζεται «με κομμένη την ανάσα», έχει αγωνία, χιούμορ και γρήγορο ρυθμό.

Πώς βιοπορίζεστε;

Είμαι ιατρός – μικροβιολόγος – Δ/ντης Μικροβιολογικού τμήματος στο Γ.Ν. Κομοτηνής.

Τι διαβάζετε;

Το περίεργο είναι ότι διαβάζω περισσότερο ιστορικά κείμενα, ή απομνημονεύματα, παρά λογοτεχνικά

Τι γράφετε τώρα;

Περιμένω, αν όλα πάνε καλά, το Νοέμβρη να βγει το  μυθιστόρημά μου «Κάπου αλλού είναι η γιορτή»  από τις εκδόσεις «Τόπος» με ήρωες -νέους από τα εργατικά προάστια της Θεσσαλονίκης της δεκαετίας του 80. Παιδιά που αναζητούν τον δρόμο τους στη ζωή, μα βλέπουν πως πάντα κάπου αλλού είναι η γιορτή, εκεί που δεν έτυχε να γεννηθούν οι ίδιοι.

Ετοιμάζω και μια συλλογή διηγημάτων τα περισσότερα από τα οποία έχουν εκδοθεί στο περιοδικό «Μανδραγόρας»

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ο «Μανδραγόρας».  Με τον εκδότη του, τον Κώστα Κρεμμύδα εδώ και αρκετά  χρόνια είμαστε φίλοι κι έχω την τιμή να συνεργάζομαι με το περιοδικό του.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Οι περισσότεροι γράφοντες αρχίζουν με ποίηση, μετά περνάνε στα άλλα είδη. Συνεχίζω που και που να γράφω ποίηση. Τώρα με την ραπ μουσική η ρυθμική ποίηση με ομοιοκαταληξία, πήρε επιτέλους την ρεβάνς της. Τόλμησα να γράψω ραπ και να το παρουσιάσω σε ποιητική εκδήλωση στο Ωδείο Αθηνών. Ο πιανίστας που συνόδευε τα ποιήματα των άλλων κατενθουσιάστηκε και ζήτησε να επαναλάβω το ποίημα  ενώ ο ίδιος αυτοσχεδίαζε. Αργότερα αυτό το  ποίημα – ραπ βγήκε στον «Μανδραγόρα», πρόκειται για το «Ραπ του Κόκκινου στρατού» και σχολιάστηκε αρκετά.  Έγραψα ραπ και στα βουλγάρικα το «Ραπ για το μούτρο και το πρωινό» Η λέξη «μούτρο» πρόσφατα απέκτησε νέα έννοια στην βουλγαρική. Χαρακτηρίζει τους πρώην παλαιστές, σωματοφυλακές κ. λπ.  με τις βαριές χρυσές καδένες στο λαιμό και τα τζιπ πολλών κυβικών, που έχουν εξελιχθεί  σε επιχειρηματίες, με τις γνωστές τους μεθόδους. Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ορφέας» – του μεγαλύτερου εν ζωή Βούλγαρου ποιητή – Λιουμπομήρ Λέβτσεβ κι άρεσε πολύ.

Ναι, αν ήμουν τώρα δεκαοχτώ χρονών θα ήθελα να είμαι ράπερ!

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Ευχαρίστως θα έγραφα για τον Νίκο Καζαντζάκη. Είναι πολύ μεγάλος συγγραφέας – παγκόσμιας κλάσης. Με την συνεχή αναζήτηση του θείου, μοιάζει με τους μεγάλους Ρώσους, έχει Δυτική κουλτούρα κι ανήσυχη Ελληνική ψυχή.

Πλήρης εργογραφία και κριτικογραφία εδώ.

Μισέλ Ουελμπέκ & Μπερνάρ – Ανρί Λεβύ – Δημόσιος Κίνδυνος

Α.Α.: Οι απολαυστικότεροι «αντιπαθείς»

Η Γαλλία της δεκαετίας του ’50 δεχόταν χωρίς να δειλιάζει ανθρώπους σαν τον Καμύ, τον Σαρτρ, τον Ιονέσκο ή τον Μπέκετ. Η Γαλλία της δεκαετίας του 2000 δυσκολεύεται να υποφέρει ανθρώπους σαν εμένα. (Ουελμπέκ, σ. 67)

Εμείς οι καταφρονημένοι

Τα πάντα, όπως λένε, μας χωρίζουν εκτός από ένα σημείο: είμαστε κι οι δυο αξιοκαταφρόνητοι, γράφει ο Ουελμπέκ στην πρώτη του επιστολή στον Λεβύ, υπενθυμίζοντας μερικές από τις «κατηγορίες» που τους στιγματίζουν ως τους πλέον αμφιλεγόμενους έως και ανεπιθύμητους των γαλλικών γραμμάτων. Πρώτα για τον Λεβύ: συναγελάζεστε με τους ισχυρούς, κολυμπάτε από παιδί σε χυδαίο πλούτο, ανήκετε στην «αριστερά του χαβιαριού», φτιάξατε την γελοιωδέστερη ταινία όλων των εποχών. Αλλά και για το πρόσωπό του οι χαρακτηρισμοί τού είναι γνωστοί:  μηδενιστής, αντιδραστικός, κυνικός, ρατσιστής, μισογύνης, μητροκτόνος, ισλαμόφοβος, αναρχικός της δεξιάς, μικροαστός κόπανος, επίπεδος συγγραφέας. Έχουμε κι οι δυο αναζητήσει τις απολαύσεις της εξαθλίωσης, της ταπείνωσης και της γελοιότητας· και το λιγότερο που θα μπορούσαμε να πούμε είναι ότι σημειώσαμε αξιοθαύμαστη επιτυχία. Αμφότεροι εκφράζουν για πολλούς την κατάντια της γαλλικής κουλτούρας και διανόησης. Οι προϋποθέσεις της συζήτησης έχουν ήδη μαζευτεί! Κι ένα ολόκληρο βιβλίο θα βασιστεί στην ανταλλαγή ηλεκτρονικών επιστολών που κράτησε ένα εξάμηνο, από τις 26 Ιανουαρίου μέχρι τις 11 Ιουλίου 2008.

Αλώβητοι ή ευάλωτοι;

Τι τους ωθεί όμως να συνεργαστούν σε μια τέτοια «άσκηση αυτοδιασυρμού»; Ο Ουελμπέκ παραδέχεται πως είναι από τους πλέον ειδήμονες του ντεπρεσιονισμού. Του είναι επίπονο, αλλά το ομολογεί: είχε κι έχει την επιθυμία να αγαπηθεί όπως όλοι, να παραμείνει στο μαγικό χώρο της λογοτεχνίας χωρίς κατηγορίες, άδικα χτυπήματα ή πολεμικές. Αλλά γνωρίζει πως η ζωή είναι περιορισμένη και πιθανώς ισχύει η ρήση του Βολταίρου, πως είμαστε σε ένα κόσμο όπου ζούμε και πεθαίνουμε «με το όπλο στο χέρι». Η επιθυμία μου να μην αρέσω υποκρύπτει μια παράλογη επιθυμία να αρέσω. Θέλω όμως να αρέσω «για μένα τον ίδιο», χωρίς να αποπλανώ, χωρίς να αποκρύπτω ό,τι επονείδιστο μπορεί να έχω. Δεν επιθυμώ να αγαπηθώ παρά τα χειρότερά μου στοιχεία, αλλά εξαιτίας των χειρότερων στοιχείων μου, καταλήγω να επιθυμώ να είναι το χειρότερό μου στοιχείο αυτό που προτιμούν σε μένα.

Ο Λεβύ προβληματίζεται σχετικά με την εβραϊκή του ταυτότητα, την ειδική της σχέση με το ζήτημα του διωγμού, την εγγενή της ιδιότητα με την προσβολή. Μήπως αποτελεί διαβατήριο για την αντίληψη του εαυτού ως ευάλωτου και αβέβαιου; Όχι: αυτός αισθάνεται ένας ευτυχισμένος εβραίος, ένας εβραίος της κατάφασης – το φαντασιακό της καταδίωξης τού είναι απόλυτα ξένο. Αν αδιαφορεί για τις «φρικαλεότητες» που γράφονται γι’ αυτόν, δεν είναι επειδή έχει ένα εγώ αλεξίπυρο, υπερτεθωρακισμένο, άτρωτο στις επιθέσεις αλλά γιατί ένα κομμάτι του εαυτού του βρίσκει ευχαρίστηση σ’ αυτές!

Στρατεύσιμοι και λιποτάκτες…

Οι συνομιλητές διαφωνούν ριζικά στο ζήτημα της στράτευσης του συγγραφέα. Ο Λεβύ αναρωτιέται γιατί ενώ θα μπορούσε να κάτσει ήσυχα σπίτι του να χαίρεται τη ζωή και να γράφει μυθιστορήματα, πέρασε ένα τόσο μεγάλο μέρος της ύπαρξής του να τρέχει ανά τον κόσμο, να καταγγέλλει τις αδικίες και τις αταξίες του, ενώ κανείς δεν του ζήτησε τίποτα, και να καταθέτει τη λογία του άποψη σχετικά με το πώς θα μπορούν αυτές να διορθωθούν… Για ποιο λόγο διέτρεχε τον τεράστιο κόσμο σε αναζήτηση σφαλμάτων προς επανόρθωση και αγώνων προς υπεράσπιση, συνήθεια που απέκτησε απ’ την επανάσταση του Μπαγκλαντές (1971), γιατί ένοιωσε ευτυχισμένος σε Σεράγεβο, Χουάμπο, Λουάντα, Αγκόλα, Νταρφούρ, Σουδάν, Νουβία. Πιθανολογούμενες απαντήσεις: η συμπάθεια για τα θύματα της Ιστορίας, η αγάπη για την περιπέτεια, η υπέρβαση του εαυτού: να ζήσει πέρα από τις ικανότητές του, να ψάξει τη μεγαλειώδη ζωή, να γίνει λίγο μεγαλύτερος από τον εαυτό του – τις δυο τελευταίες εκφράσεις τις ζήλεψε απ’ τον Μαλρώ. Κάπως έτσι έτρεξε σε πολέμους χωρίς όνομα, αρχεία και ιστορία, κάπως έτσι άρχισε ν’ αναζητά στην άκρη του κόσμου λόγους να μάχεται και να γράφει. Ίσως πάλι η στράτευση είναι ένας τρόπος να τακτοποιεί κανείς τα φαντάσματά του, ακόμα και να τους ξεφεύγει. Θα μπορούσε όμως και να στρατευτεί ενάντια στην αναγκαιότητα της «στράτευσης»!

Ο Ουελμπέκ προφέρει εύκολα τις αιτίες της μη στράτευσής του: α) Μια ιδεολογική μετριοφροσύνη που προσεγγίζει την αθεΐα, β) ποτέ η συμπάθεια ή εκτίμηση που νοιώθει για κάποιον για κάποιον δεν κηλιδώνεται από τις πολιτικές του απόψεις, γ) η απάρνηση της σωματικής βίας ως βασικής μεθόδου για την επίλυση συγκρούσεων, η οργανική του ανικανότητα να υπακούσει οποιονδήποτε, άρα και να διατάξει. Αισθάνεται βαθύτατη καχυποψία για κείνους που παίρνουν τα όπλα για οποιονδήποτε σκοπό, πιστεύει πως οι υποκινητές των πολέμων, των επαναστάσεων και των ταραχών έχουν κάτι το βαθιά αρρωστημένο. Στη ρίζα της στράτευσης βλέπει μια χριστιανική παράδοση περισσότερη απ’ ότι υποψιάζονται οι στρατευμένοι.

και …ξενοδοχειακοί πελάτες. 

Επέκταση του πεδίου πάλης: Όσο ζούσε στη Γαλλία ο Ουελμπέκ αδιαφορούσε για το δικαίωμα ψήφου – το άσκησε ελάχιστες φορές. Δεν είχε ποτέ την αίσθηση ότι ζει σε δημοκρατία αλλά σε ένα είδος τεχνοκρατίας. «Ο δημόσιος χώρος είναι εχθρικό έδαφος, αυλακωμένο με παράλογες και ταπεινωτικές απαγορεύσεις κι όπου τίποτα ενδιαφέρον ή ευχάριστο δεν μπορεί ποτέ να του συμβεί». Τον διασχίζει γρήγορα, για να πάει από την μια ιδιωτική κατοικία στην άλλη. Ως προς τη Γαλλία αλλά και οποιαδήποτε άλλη χώρα όπου θα αποφάσιζε να ζήσει δεν νοιώθει πολίτης αλλά χρήστης. Εδώ και μερικά χρόνια «χρησιμοποιεί» την Ιρλανδία, όπου η φορολογία είναι χαμηλότατη και τουλάχιστο επενδύεται σε δρόμους και ασφάλεια.

Η καλλιέργεια υπερβολικής εθνικής υπερηφάνειας είναι πάντοτε το σημάδι, μου φαίνεται, ότι δεν έχει κανείς και πολλά μέσα του για τα οποία μπορεί να υπερηφανευτεί. // Ποτέ δεν έχω νιώσει ούτε καθήκον, ούτε υποχρέωση απέναντι στη Γαλλία και η επιλογή μιας χώρας διαμονής για μένα έχει σχεδόν τόση συγκινησιακή απήχηση όση και η επιλογή ενός ξενοδοχείου. Είμαστε περαστικοί σ’ αυτή τη Γη, το έχω πλέον κατανοήσει πλήρως· δεν έχουμε ρίζες, δεν παράγουμε καρπούς. Είμαστε μάλλον πέτρες πεταμένες στο κενό και ελεύθεροι όσο αυτές. (σ. 103, 111)

Ο Λεβύ σηκώνει το γάντι: η εικόνα με τις πέτρες τις «πεταμένες στο κενό» είναι κομμάτι μιας ολόκληρης σχολής ελληνικής σκέψης (Δημόκριτος, Επίκουρος), είναι η εικόνα του Λουκρητίου, που συνάρπασε τον Οβίδιο και τον Μονταίν, τον Ρεμπώ και τον Λωτεραμόν και που διαμορφώθηκε ως θεωρία του clinamen, της εκτροπής των ατόμων που αποκλίνουν ελαφρά από την πορεία τους για να σχηματίσουν όντα μοναδικά. Την αντικρούει βασισμένος στον Ρουσώ αλλά και σειρά άλλων φιλοσόφων, από τον Σπινόζα και τον Λαίμπνιτς στον Σαρτρ και τον Λεβινάς. Ο Ουελμπέκ σηκώνει το φρύδι: δεν έχει διαβάσει Λεβινάς, δεν έχει καταφέρει να πάρει τον Σαρτρ στα σοβαρά, δεν είναι σίγουρος ότι έχει καταλάβει απόλυτα τους Νίτσε, Καντ, Σπινόζα, βαριέται αφόρητα την ψυχανάλυση και τους ψυχαναλυτές

Θεέ μου (αν υπάρχεις)!

Με εμένα έχουμε φτάσει ήδη στη δεύτερη γενιά απόλυτων άθεων – άθεων όχι μόνο θρησκευτικών αλλά και πολιτικών. Σε αυτό το στάδιο ο αθεϊσμός δεν έχει τίποτα το χαρούμενο, το ηρωικό ή το απελευθερωτικό· δεν συνοδεύεται από κανένα αίσθημα εναντίον του κλήρου, ούτε κι έχει κανένα χαρακτηριστικό στράτευσης. Είναι κάτι ψυχρό, απελπισμένο, βιωμένο με τον τρόπο της καθαρής ανικανότητας, είναι ένας χώρος λευκός, αδιαφανής, στον οποίο προχωρούμε επίπονα, ένας τελειωτικός χειμώνας. Δεν υπάρχει διονυσιακό γέλιο για να προσδώσει ποικιλία στο ζήτημα αυτό· η φιλοσοφία του Νίτσε μου φαίνεται σήμερα σαν άχρηστη πρόκληση, ένα κακόγουστο αστείο. (Ουελμπέκ σ. 156)

Στην πραγματικότητα ένας κόσμος χωρίς Θεό, χωρίς πνευματικότητα, χωρίς τίποτα, μπορεί να μας κάνει να φλιπάρουμε φρικτά, γράφει ο Ουελμπέκ, επιλέγοντας να μείνει άπιστος ο ίδιος, όχι μόνο όσον αφορά τον Θεό, αλλά και την ίδια την πίστη και να αντιμετωπίσει με θετικιστικό – ελαφρά περιφρονητικό – χαμόγελο τις διάφορες υλιστικές ή πνευματιστικές μεταφυσικές που νέμονται τις αγορά της πίστης. Αντ’ αυτών, προτιμά να εργαστεί σε ένα εκτός θρύλων κύκλο αποδείξιμων και διαψεύσιμων προτάσεων. Αυτή η ύποπτη πίστη στην αιώνια ζωή αποτελεί για όλες τις μονοθεϊστικές θρησκείες ένα «καταπληκτικό προϊόν» και κάνει τα πάντα να φαίνονται δυνατά – μπροστά της καμιά θυσία δε μοιάζει υπερβολική – βλ. τους ισλαμιστές καμικάζι. Ως μυθιστοριογράφος μάλιστα έχει διαπιστώσει πως οι εντελώς άθεοι άνθρωποι και εξ αυτού του γεγονότος πεπεισμένοι για την απόλυτη οντολογική τους μοναξιά και θνητότητα, εξακολουθούν να πιστεύουν στον έρωτα και στον ηθικό νόμο.

Ο Λεβύ συμφωνεί εν μέρει – δεν ένοιωσε ποτέ ούτε χριστιανός ούτε εβραίος – και ελίσσεται: δεν βλέπει τον εβραϊσμό ως θρησκεία αλλά ως αλήθειες που δεν αφορούν τη σχέση των ανθρώπων με τον Θεό αλλά τη σχέση τους με τους άλλους ανθρώπους. Αναρωτιέται τι είναι αυτό που χαρακτηρίζει περισσότερο έναν άνθρωπο, αυτό που δείχνει ή αυτό που κρύβει, αυτό που λέει ή αυτό που δεν λέει, επιμένει πως σε κάποιες περιοχές της ψυχής ο θετικισμός χάνει έδαφος. Σε κάθε περίπτωση η Γαλλία είναι μια χώρα λιγότερο ουδετερόθρησκη από όσο λένε.

Οι άλλοι και οι πολλοί άλλοι

Στις δυτικές μας κοινωνίες, ένα άτομο μπορεί κάλλιστα να θέσει εαυτό εκτός ομάδας, για μερικά χρόνια, και να αποπειραθεί να καλπάσει σχεδόν ελεύθερο. Όμως αργά ή γρήγορα ο όχλος ξυπνά, αρχίζει το κυνήγι και τελικά τον πιάνει. Τότε ο όχλος εκδικείται και η εκδίκησή του είναι τρομερή. Διότι φοβήθηκε και αυτό ίσως να προκαλεί έκπληξη, δεδομένου ότι είναι πολυπληθής· αποτελείται, όμως, από μέτρια άτομα, τα οποία έχουν συναίσθηση και ντρέπονται που είναι έτσι και τους εξοργίζει το γεγονός ότι η μετριότητά τους θα μπορούσε, μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, να φανεί στο φως της ημέρας. (Ουελμπέκ, σ. 182).

Η συζήτηση φτάνει στο πλέον κοινό τους και φλέγον ζήτημα: στις συνεχείς επιθέσεις, στα χτυπήματα και στη χολή που αντιμετωπίζουν από κάθε (γραπτή) πλευρά: Ο Λεβύ είναι απαισιόδοξος: Λέμε: «Θα περάσει, η μια εικόνα διώχνει την άλλη, η μια πληροφορία διώχνει την προηγούμενη». Όμως όχι. Μένουν. Γίνονται κρούστα. Είναι σαν ένας υπόκωφος θόρυβος…Ποτέ δεν υποβάλλω μήνυση, ποτέ δε ζητώ αποζημίωση για τις μαλακίες που τυπώνονται σχετικά με το άτομό μου… Ένα κομμάτι του εαυτού μου τελικά δε δίνει δεκάρα για όλα αυτά και είναι σε μεγάλο βαθμό «αλεξίπυρο». Κυρίως όμως είναι γιατί δεν ωφελεί σε τίποτα.  Η φημολογία είναι, στις παράλογες κοινωνίες μας, ένα από τα πρόσωπα του μοιραίου. Κι έχω πληρώσει ακριβά για να μάθω ότι, ενάντια στη φημολογία, το κουτσομπολιό, τη λανθασμένη πληροφορία που διαδίδεται σαν ιός, δεν μπορούμε, στην πραγματικότητα, να κάνουμε τίποτα. Δεν υπάρχει δεύτερη ευκαιρία, ποτέ, όταν σου στέλνουν ένα τηλεκατευθυνόμενο βλήμα στο κεφάλι.

Ο Λεβύ γνωρίζει καλά το κυνήγι του ανθρώπου που κρύβει τον συγγραφέα και γνωρίζω πως κερδίζει πάντοτε ο όχλος, γιατί, πρώτον, φοβάται, πολύ περισσότερο από εμάς, κινητοποιείται από έναν εγγενή, ανεξέλεγκτο, ζωώδη φόβο (βλ. θέση του Μπερνανός για τους ναζί, βλ. σκηνή του Μαλαπάρτε στο Καπούτ, με τον Χίμλερ στο χαμάμ). Η κακία είναι πάντοτε κόρη ενός πανικόβλητου φόβου. Δεύτερον είναι αδύναμος, τρίτον είναι προβλέψιμα ηλίθιος, ένα μεγαλόσωμο, αδέξιο ζώο που δεν βλέπει μακρύτερα από την άκρη της μουσούδας του.

Σαρτρ, Καμύ, όλοι οι κυνηγημένοι μισητοί συγγραφείς κατάφεραν σαν καλοί πολεμιστές να παραπλανήσουν τους διώκτες τους, φροντίζοντας κάθε φορά να βρίσκονται εκεί όπου ο όχλος δεν τους περιμένει. Παρόμοια όπλα επιλέγει κι ο ίδιος: δολώματα, μάσκες, ψεύτικες ταυτότητες, την τέχνη να κρύβεσαι επιδεικνυόμενος ή να επιδεικνύεσαι κρυπτόμενος. Δυο δικαιώματα πρότεινε ο Μπωντλαίρ στον κατάλογο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων – το δικαίωμα να αντιφάσκεις και το δικαίωμα να φεύγεις… Άλλωστε έχει κι αυτός τη στρατιά των υποστηρικτών του: «ανώνυμοι» επιστολογράφοι που επικοινωνούν μαζί του, φίλοι, companeros, ενθαρρυντές, αναγνώστες, μπλόγκερς, αποδελτιωτές, φοιτητές, ενδιαφερόμενοι. Και σε κάθε περίπτωση σκέφτεται πως οι συγγραφείς θα συνεχίσουν να γράφουν και να διαβάζονται ενώ οι δηλητηριώδεις κακοί θα ξεχαστούν.

Οι πλανητικοί βλάχοι

Κάποιος ιστορικός του μέλλοντος σίγουρα θα βγάλει μεγάλα διδάγματα από το γεγονός ότι και ο ένας και ο άλλος είχαμε παίξει με αρκετή άνεση τον ρόλο του δημόσιου κινδύνου. Εκείνος που θα καταφέρει να καταλάβει γιατί εμείς, που είμαστε τόσο διαφορετικοί, έχουμε γίνει οι βασικοί αποδιοπομπαίοι τράγοι της εποχής μας στη Γαλλία, θα καταλάβει συγχρόνως πολλά πράγματα για την ιστορία της Γαλλίας αυτής της εποχής, γράφει ο Ουελμπέκ. Τονίζει την γελοιότητα να παρουσιάζονται οι Βαν Γκογκ και Αρτώ ως θύματα της αστικής κοινωνίας της εποχής τους, της στενομυαλιάς και του σκοταδισμού, υπονοώντας ότι αυτό σήμερα δεν θα ήταν δυνατό, αφού είμαστε τόσο ευφυέστεροι και ανοιχτοί. Μέχρι το τέλος παραμένουμε πάντοτε κάπως σαν άγρια παιδιά: ποτέ απολύτως γαλήνια ή εξημερωμένα, πάντοτε έτοιμα να δαγκώσουν. Αυτό φαίνεται καθαρότερα στο ίντερνετ όπου οι άνθρωποι αποχαλινώνονται χωρίς την παραμικρή αιδώ, όπου όλα είναι υπερβολικά, προσβλητικά και χυδαία. Αν το ίντερνετ δημιουργεί τις συνθήκες του «παγκόσμιου χωριού», τότε ξαναφέρνει μεταξύ μας και κάτι από τη χαρωπή βαναυσότητα των χωριάτικων ηθών.

Ο Ουελμπέκ παρατηρεί τον «πολλαπλασιασμό των ακροαριστερών δικτυακών τόπων που δεν απέχουν και πολύ από την προτροπή σε δολοφονία» και την «παρά φύση συμπαιγνία μεταξύ της άκρας αριστεράς και του ριζοσπαστικού ισλαμισμού».  Δεν θα πατούσε ποτέ το πόδι του σε τηλεοπτικό πλατό, η διασημότητα δεν τον ενδιέφερε ποτέ, απορεί που οι εκδότες συνδέουν την πολιτιστική (τους) αναγνώριση με τα ΜΜΕ παρά, για παράδειγμα, με τις πανεπιστημιακές μελέτες.

Δεν σταματούσαν να διαπιστώνουν ότι τα βιβλία μου δεν ήταν καθόλου η έκφραση μιας γενικής ανθρώπινης αλήθειας, αλλά ενός προσωπικού τραύματος … Πρωτόγονη απόπειρα συρρίκνωσης της λογοτεχνίας σε μαρτυρία όλα αυτά τα είχε πει, πολύ πριν από τον Νίτσε, ο Τοκβίλ. Διότι στις κοινωνίες μας είναι σημαντικό να ντρέπονται οι άνθρωποι να είναι ο εαυτός τους· ίσως μάλιστα η ντροπή να έχει γίνει το βασικό μέσο καθυπόταξης… // Κρατάω έναν καθρέφτη μπροστά στον κόσμο και αυτός βρίσκει ότι δεν είναι πολύ όμορφος. Επιστρέφει τον καθρέφτη και δηλώνει: «Δεν περιγράφετε τον κόσμο, τον εαυτό σας περιγράφετε». Τον επιστρέφω με τη σειρά μου δηλώνοντας: «Δεν μιλάτε ούτε για τα βιβλία μου ούτε για μένα στα αξιοθρήνητα άρθρα σας»

Περί συγγραφικών προτιμήσεων

Ο Ουελμπέκ ομολογεί πως «έχει κυλιστεί με ηδονή» στον Μονταίν και στον Ρουσώ. Θεωρεί τον Σελίν ιδιαίτερα υπερτιμημένο – προτιμά τις αρμονικές αναπτύξεις του Προυστ, το βιαστικό ροκ εντ ρολ του Πασκάλ στις Σκέψεις, τις συμφωνικές δομές των Σατωμπριάν και Λωτρεαμόν. Ο Λεβύ δεν αντέχει τους συγγραφείς που ήταν διπλωμάτες (ιδιότητα που ευτυχώς ξέχασε ο Κλωντέλ στη Γνώση της Ανατολής), προτιμά τους συγγραφείς – κατασκόπους; Κέσλερ, Όργουελ, Βολταίρο, Καζανόβα, Μπωμαρσέ, Μαλρώ, Μπλαντ: όλοι έχουν «εκπληκτικά κοιτάσματα πρόζας, λογοτεχνικά μεταλλεύματα στη φυσική τους μορφή». Συναρπάζεται εσαεί από τους μεγάλους ανένδοτους: Μπενύ Λεβύ, Ρομπέρ Λινάρ, Ζαν – Κλωντ Μιλνέρ, Ζακ – Αλαίν Μιλέρ, Συλβαίν Λαζαρύς. Και πάντα ο Μαλρώ: ο πιο υποτιμημένος – μαζί με τον Μαλαπάρτε – από τους συγγραφείς του 20ού αιώνα. Χωρίς αυτόν δεν θα πήγαινε στο Μπαγκλαντές ή τη Βοσνία. Και βέβαια, ο Σαρτρ, ο Καμύ, ο Μπωντλαίρ, ο Χεμινγουέι, ο Οβίδιος, οι ραβίνοι του, ο Γκαρύ.

Γράφουμε για να φυλακιστούμε δια βίου ή για να αποκολληθούμε;

Ο Λεβύ εξομολογείται πως είναι ένας από τους σπάνιους μυθιστοριογράφους της γενιάς του που καταγίνεται με την επινόηση προσώπων που δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να του μοιάζουν, εμμένοντας στην ιδέα του ύστερου Φουκώ: δεν γράφουμε για να μάθουμε ποιοί είμαστε και τι θα απογίνουμε. Το διακύβευμα ενός βιβλίου δεν είναι τόσο να είναι κανείς ο εαυτός του, να συμπέσει με την αλήθεια του ή το αιώνιο παιδί μέσα του κι άλλες τέτοιες ηλιθιότητες του σωρού, όσο για να αλλάξει, να γίνει κάποιος διαφορετικός από αυτό που είναι.

Όσο προχωρώ, τόσο περισσότερο η ζωή, οι χαρές της, οι καθημερινές της ευτυχίες, οι συναντήσεις της, δεν με ενδιαφέρουν παρά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι θα αποσυντεθούν μέσα σε ένα διάλυμα από λέξεις.(…) Τίποτα δεν με ενδιαφέρει αν δεν είναι πρόσχημα συγγραφής. (…) Αντιλαμβάνομαι με τρόμο ότι πάνε χρόνια που δεν έχω «θυσιάσει» ούτε μια μέρα, ούτε καν ένα βράδυ καλής συγγραφής αν δεν ξέρω ότι, αργά ή γρήγορα, θα τα χρειαστώ για κάποιο κείμενο. (…) Αντιλαμβάνομαι, όχι χωρίς κάποια ντροπή λοιπόν, ότι άπαξ και μπουν σε λέξεις και αποθησαυριστούν σε ένα βιβλίο ή τεθούν υπό εξακρίβωση με ένα άρθρο, τα πράγματα παύουν να με αφορούν. Παύω να επενδύω σε αυτά, απενεργοποιούνται…(Λεβύ, σ. 224)

Ο Ουελμπέκ αμφιβάλλει αν είναι όμορφη μια τέτοια ζωή, όπου δεν μπορούμε να κάνουμε βήματα χωρίς το σημειωματάριό μας! Αναπολεί όμως τα χρόνια της νεότητας όταν ήταν ποιητής, του λείπουν οι σεμνές εκδηλώσεις των τοπικών κοινοτήτων, προκρίνει την ανωτερότητα της ποίησης έναντι του μυθιστορήματος. Ο Λεβύ διαφωνεί: δεν υπάρχει ανώτερο είδος, η τέχνη είναι ενιαία: ένας στίχος, μια σελίδα πρόζας, μια πινελιά, κάποια κινηματογραφικά πλάνα, η γνώση που προσφέρει ένα μυθιστόρημα του Ροθ, μια φωτογραφία του Άβεντον, μια αυτοβιογραφική σελίδα του Γκρομπρόβις, μια σκηνή του Αισχύλου ή του Ρακίνα. Θα παίρνει τα «είδη» όπως παίρνει ένα ταξί, θα τα δανείζεται όπως παλιά τα άλογα μέχρι τον επόμενο σταθμό (Φουκώ και Ντελέζ έλεγαν κάτι παρόμοιο σε προ σαρακονταετίας συζήτηση στο περιοδικό L’ Arc).

Σε τέτοιους μονολογικούς διαλόγους το τελευταίο που έχει σημασία είναι αν διαφωνείς ή συμφωνείς. Προηγείται η πειστικότητα του λόγου και ακόμα περισσότερο η απόλαυσή του. / Εκδ. Εστία [Σειρά Μαρτυρίες & Μυθιστορηματικές Βιογραφίες], 2010, σελ. 284 (Michel Houellebecq, Bernard – Henri Lévy, Ennemis publics, 2008).

Πρώτη δημοσίευση σε πολύ συντομότερη μορφή: mic.gr.