Οι ξυπόλητες των ταινιών, 44. Οι μεταβυζαντινές

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 65 (Μάιος 2024), εδώ

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 44. Οι μεταβυζαντινές

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους

Προ-σημείωση: Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αφηγηθεί κανείς μια ιστορία και ένας από αυτούς είναι η μη γραμμική χρονική σειρά· συνεπώς, έτσι όπως η ιστορία χωρίζεται σε τρία μέρη, η σειρά της κινηματογραφικής αφήγησης είναι: 3, 1 και 2.

3. Ένας περίκομψος βυζαντινός ναός μπροστά από την λίμνη της Αχρίδας, που μοιάζει να κρέμεται πάνω από το νερό, μεταξύ ουρανού και γης. Ένα μικρό περιβόλι παράπλευρα της εκκλησίας όπου ως νεαρός μοναχός Κίριλ, δεσμευμένος με όρκους σιωπής, θαύμαζα τις κατακόκκινες ντομάτες. Η στιγμή που το πορτοκαλί φως του ήλιου υπεξαιρείται από τα γκρίζα σύννεφα. Μακρινές βροντές στην άλλη πλευρά της λίμνης. Η ατμόσφαιρα που βαραίνει, ακριβώς όπως πριν τη βροχή. Και τώρα που τα θυμάμαι και τα ξαναζώ σαν ταινία, η αξεπέραστη μουσική των Anastasia [Anastacuja]: βυζαντινοί ψαλμοί, βαλκανικές μελωδίες, παραδοσιακά όργανα, τελετουργικοί ήχοι, το ροκ που κάποιοι ονόμασαν σκοτεινό.

Το βράδυ αποσύρθηκα στο κελί μου να κοιμηθώ αλλά μόλις ξάπλωσα βρέθηκα πάνω σ’ ένα σώμα που τινάχτηκε ως την άλλη γωνία του δωματίου. Μέσα στο σκοτάδι υπόλευκο ξεχώρισε το πέλμα της. Το βλέμμα μου σκόνταψε και μελωμένο έπεσε πάνω του και εκείνη το κάλυψε αμέσως. Είχε τα μαλλιά της άγρια κομμένα και ήταν φοβισμένη σαν αγρίμι. Δεν μίλησε, δεν μίλησα. Μόνο ξάπλωσε λίγο παραπέρα και με κοίταξε με μάτια που γυάλιζαν στο σκοτάδι. Θα μάθαινα πως την έλεγαν Ζαμίρα.

Την επόμενη μέρα έφτασα με καθυστέρηση την ώρα της θείας λειτουργίας και ο ηγούμενος Μάρκος με κοίταξε ενοχλημένος. Λίγο αργότερα η στενή πόρτα του ναού, μοναδική πηγή φωτός στο εσωτερικό του ναού μαζί τα μικρά παράθυρα, σκοτείνιασε. Ένας ψηλός μαυροντυμένος άντρας με μια ακολουθία οπλισμένων αντρών στεκόταν έξω και περίμενε να τελειώσουμε. Ενημέρωσε τον ηγούμενο πως μια μουσουλμάνα Αλβανίδα σκότωσε έναν δικό «μας» Χριστιανό και, βέβαιος πως κρύβεται στο μοναστήρι, απαίτησε να την παραδώσουμε. Ένοιωσα να πνίγομαι από την αγωνία. Ο ηγούμενος τους είπε ότι δεν γνωρίζει κάτι και τους υπενθύμισε την χριστιανική προτροπή «να γυρίσουν και το άλλο μάγουλο», αλλά εκείνοι απάντησαν ότι το έχουν ήδη γυρίσει και επιλέγουν το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού». Είχε φτάσει, του είπαν, η στιγμή να εκδικηθούν για πέντε αιώνες αίματος. Έψαξαν παντού αλλά δεν την βρήκαν. Ένας από αυτούς στάθηκε στο παράθυρο και σημάδεψε έξω. Ταράχτηκα και του όρμησα αλλά τελικά στόχευε μια γάτα. Προδόθηκα αλλά οι μοναχοί τους εξήγησαν την υπερβολική μου ευαισθησία. Οι άντρες κύκλωσαν τη μονή ώστε να μη βγει κανείς.

Κάποια στιγμή ο ηγούμενος άνοιξε απότομα την πόρτα του κελιού μου και μας βρήκε με την Ζαμίρα όρθιους στη μέση του δωματίου. Δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά παρά να φύγουμε. Ο μοναχισμός τελείωσε για μένα. Άλλαξα το ράσο με μια μπλε μπλούζα και διέκοψα την σιωπή μου. Ο πατέρας Μάρκος με αγκάλιασε και με αποχαιρέτησε. Ξεγλιστρήσαμε την νύχτα ενώ οι φρουροί είχαν σωριαστεί μεθυσμένοι έξω από τις πύλες. Προχωρούσαμε στο σκοτάδι μέχρι την ανατολή και ήμασταν στα βουνά όταν ο ήλιος ήταν ψηλά. Της καθησύχαζα πως θα πάμε στον θείο μου τον Αλεξάνταρ κι ας μην καταλάβαινε τι της έλεγα. Όταν νοιώσαμε πως είμαστε ελεύθεροι και μόνοι στον κόσμο, βρεθήκαμε περικυκλωμένοι από τους συγγενείς της. Ο παππούς της την χτύπησε πολλές φορές για τον φόνο που «μπορεί να ξεκινήσει έναν πόλεμο», και ο αδελφός της με έδιωξε με την απειλή του όπλου. Σήκωσα την μικρή μου βαλίτσα και κίνησα να φύγω όταν η Ζαμίρα έτρεξε να με ακολουθήσει, λαχανιάζοντας μια λέξη που ίσως σήμαινε παράκληση ή αγάπη. Ο αδελφός της την πυροβόλησε πισώπλατα και σωριάστηκε στο έδαφος. Γονάτισα συντετριμμένος να της ζητήσω συγνώμη κι εκείνη, με μπλαβισμένο πρόσωπο μου έκανε το νεύμα της σιωπής. Οι λέξεις δεν είχαν πλέον καμία σημασία.

1. Ήταν κάποτε ένας άντρας που τον έλεγαν Αλεξάνταρ. Υπήρξε γέννημα και θρέμμα της γης της Βόρειας Μακεδονίας, ενός κομματιού μιας χώρας που κάποτε υπήρχε, αλλά ήταν πλέον πολίτης του κόσμου και φωτογράφος στα πεδία της Ιστορίας. Συνταραγμένος από τον πόλεμο της Βοσνίας εγκατέλειψε την δουλειά του, πεπεισμένος πως είναι η ειρήνη μια εξαίρεση στον κανόνα του πολέμου, και όχι το αντίστροφο. Ζήτησε από την παντρεμένη ερωμένη του Αν να τον ακολουθήσει στην επιστροφή του στα πάτρια εδάφη, δεκαέξι χρόνια μετά την φυγή του. Η Αν αρνήθηκε και η τελευταία τους ερωτική κατά κάποιο τρόπο πράξη έλαβε χώρα στο πίσω κάθισμα ενός ταξί. Εργαζόμενη στο ίδιο λονδρέζικο πρακτορείο, συνέχισε να φυλλομετρά εκατοντάδες φωτογραφίες, γιατί ολόκληρος ο κόσμος με αυτές ιστορείται, από μια γυμνόστηθη ποπ σταρ μέχρι τις τραγικές φιγούρες του πολέμου στα Βαλκάνια. Ο ίδιος αυτός πόλεμος όσο κι αν μαινόταν μακριά μπορούσε να εισχωρήσει παντού, από την παραμικρή γωνία ενός χαμόσπιτου στα βουνά έως το κοσμοπολίτικο εστιατόριο όπου γευμάτιζε με το σύζυγό της και το οποίο αιματοκυλίστηκε από κάποια αδιευκρίνιστη διαμάχη.

2. Ο Αλεξάνταρ επέστρεψε στην χώρα και στο χωριό του και βρήκε τα πάντα αλλαγμένα. Ο πόλεμος δεν είχε φτάσει ακόμα ως εκεί αλλά οι σχέσεις μεταξύ Χριστιανών Βορειομακεδόνων και Μουσουλμάνων Αλβανών ήταν τεταμένες. Οι συγχωριανοί του ήταν οπλισμένοι, οι συγγενείς καχύποπτοι απέναντί του, παλιοί φίλοι ήταν πλέον εχθροί. Η ταυτότητά του τον όριζε σε μια πλευρά και αυτόματα τον έκανε αυτόματα αντίπαλο της άλλης. Κατηφορίζοντας προς την γειτονιά του ένας νεαρός του ζήτησε τα στοιχεία του σημαδεύοντάς τον μ’ ένα όπλο. Ο Αλεξάνταρ του το άρπαξε και του έδωσε δυο τρεις πατρικές φάπες. Το σπίτι του όπως το θυμόταν δεν υπήρχε πια. Μισοκατεστραμμένο κι εγκαταλειμμένο, έστεκε ως κίτρινο ερείπιο στο φως του απογευματινού ήλιου. Το κρεβάτι του όμως ήταν ακόμα εκεί και αυτό του αρκούσε. Το βράδυ τρύπωσε μέσα στο σκονισμένο δωμάτιο η παλιά του αγαπημένη, χήρα πλέον, Χάνα. Έβγαλε τα παπούτσια της και ανέβηκε στο κρεβάτι αλλά η κουβέντα για το παρελθόν έσβησε μπροστά στο σκληρό παρόν: η κόρη της Ζαμίρα είχε σκοτώσει έναν ξάδελφο του Αλεξάνταρ επειδή προσπάθησε να την βιάσει και τώρα οι συγγενείς του την είχαν πιάσει. Η Χάνα ζήτησε από τον Αλεξάνταρ να την προστατεύσει σα να ήταν δικό του παιδί.

Το επόμενο μεσημέρι κοντινοί συγγενείς και γείτονες έστρωσαν τραπέζι στην αυλή για την επίσημη «υποδοχή» του Αλεξάνταρ· ανάμεσά τους και ο ψηλός άντρας που αναζητούσε την Ζαμίρα. Του έλεγαν πως λείπει χρόνια και δεν καταλαβαίνει. Φωτογραφήθηκαν σαν συντροφιά αλλά υπήρχε η αίσθηση πως η φωτογραφία σύντομα θα αποτελούσε μνημείο μιας κοινότητας που σύντομα θα χανόταν. Ο Αλεξάνταρ ξεκίνησε να επισκεφτεί το σπίτι της Χάνα στην άλλη πλευρά του χωριού. Κι εκεί περιπολίες, αυτή την φορά των άλλων, που τον άφησαν κατ’ εξαίρεση να περάσει. Κρατούσε πλαστικές με σακούλες δώρα για τα παιδιά της. Ο πατέρας της τον δέχτηκε και τον κέρασε αλλά μέσα από τις σιωπές αναδυόταν πλέον αναπότρεπτος ο πόλεμος. Αλλοτινοί γείτονες και αγαπημένοι, σημερινοί μισητοί αντίπαλοι. Επέστρεψε από τους κακοτράχαλους δρόμους απορημένος, σκεφτικός.

Ο Αλεξάνταρ θέλησε να μείνει ουδέτερος. Αδυνατούσε να αποδεχτεί την επιδημία εθνικού μίσους, αρνούνταν να κατανοήσει τον συλλογικό παραλογισμό. Δεν ήταν πια αποδεκτός, ήταν ένας ξένος, με μια ξενότητα εμφανή ακόμα και όταν του πρόσφεραν τσιγάρο, το απόλυτο προϊόν των εντόπιων καπνών, και αυτός το αρνιόταν, γιατί δεν κάπνιζε πια. Μόνο βλέπεις, του είχε πει η Χάνα εκείνο το βράδυ. Αλλά άνθρωποι σαν και αυτόν δεν μπορούσαν να παραμείνουν παθητικοί παρατηρητές και τώρα που το κορίτσι της παλιάς αγαπημένης του βρισκόταν αιχμάλωτο, κλήθηκε να πάρει θέση. Η επιθυμία του καπνού επέστρεψε, απεγνωσμένα αναζητούσε τσιγάρα, διέρρηξε την ουδετερότητα. Κατηφόρισε έναν χρυσαφένιο λόφο και πλησίασε την ετοιμόρροπη καλύβα όπου κρατούσαν την Ζαμίρα. Αγνόησε τους φρουρούς, μπήκε και την πήρε από το χέρι, ίσως προς μια νόμιμη απονομή δικαιοσύνης. Ο μεγάλος του ξάδελφος τον προειδοποίησε πως θα τον πυροβολήσει. Ο Αλεξάνταρ ανηφόριζε τον δρόμο, ο ψηλός άντρας με τα μαύρα αποκάλεσε τον ξάδελφο δειλό. Ο εξάδελφος τον προειδοποίησε ξανά και ο Αλεξάνταρ του απάντησε, πυροβόλα, ξάδελφε, πυροβόλα.

Ίσως η προσφώνηση ανάμεσα στις προτροπές να θέλησε να του θυμίσει πώς κάποτε μπορεί να έπαιζαν μαζί στα ίδια χώματα· πως το αίμα δεν είναι για να χύνεται αλλά για να ενώνει. Δεν θα μάθω ποτέ αν τον αψήφησε ή τον ειρωνεύτηκε, αν θέλησε με τις ίδιες λέξεις να του τονίσει τον απόλυτο παραλογισμό της απειλής, αν δήλωνε ότι αδυνατούσε να πράξει διαφορετικά ή αν αποδεχόταν ότι η μοίρα του είχε ήδη γραφτεί κι ο ίδιος είχε διαγραφεί. Η σφαίρα τον βρήκε στην πλάτη, το σώριασμα τον επέστρεψε στην γη. Το κορίτσι κατάφερε να διαφύγει και βρήκε καταφύγιο στον βυζαντινό ναό του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, που έτσι όπως έμοιαζε να ίπταται πάνω από την θάλασσα, έμοιαζε ασφαλές καταφύγιο, πάνω από τα εγκόσμια. Από εκεί πήγε και κρύφτηκε στο κελί μου ώστε να την βρω και να ανοίξει ξανά ο κύκλος.

⃝ Η κυκλική ιστορία αρχίζει, τελειώνει και ξαναρχίζει στον ίδιο ναό και εντός της ανακυκλώνεται η βία και το μίσος. Όσο τα κάρβουνα του αρχαίου μίσους καίνε ακόμα, οι πλευρές θα στέκουν απέναντι η μία από την άλλη, έτοιμες για την αιματοχυσία, γιατί σε τέτοιες περιστάσεις η εμμονή σε έθνη και εθνότητες, ενίοτε με εισαγωγικά, με όλες τις βεβαιότητες και τις προκαταλήψεις που σέρνουν πίσω τους, αποδεικνύεται ισχυρότερη από την αγάπη: ο μουσουλμάνος αδελφός της Ζαμίρα προτίμησε να την σκοτώσει παρά να την αφήσει να φύγει με έναν χριστιανό, ο χριστιανός εξάδελφος του Αλεξάνταρ προτίμησε να τον σκοτώσει παρά να τον αφήσει να σώσει την μουσουλμάνα κρατούμενη. Μέλη της ίδιας πλευράς σκοτώνουν δικούς τους για να την … προστατεύσουν, γιατί καταστροφή και αυτοκαταστροφή πολεμούν από την ίδια πλευρά. Κι έτσι ο κύκλος θα επιστρέφει πάντα στην αρχή, εκτός εάν …

… εκτός εάν κάποιοι τον σπάσουν. Είναι δυνατόν να μην είμαστε παγιδευμένοι στον κυκλικό αυτό χρόνο αλλά να υπάρχει ένα άνοιγμα, μια διαφυγή; Μια τέτοια δυνατότητα μαρτυρήθηκε σ’ εκείνα τα βαλκάνια εδάφη. Οι φωτογραφίες όπου εγώ ο Κίριλ και η Ζαμίρα βρισκόμαστε ενώπιον της οικογένειάς της, λίγο πριν την σκοτώσουν, βρίσκονται στα χέρια της Αν, η οποία τελικά επέστρεψε μετανιωμένη για την άρνησή της να ακολουθήσει τον Αλεξάνταρ, αλλά μόλις φτάσει παρακολουθεί συντετριμμένη από απόσταση την κηδεία του. Όμως εγώ τότε ήμουν ακόμα μοναχός στο μοναστήρι, άρα πώς εξηγείται ότι μας φωτογράφισε εκεί; Οι λογικότερες εξηγήσεις δεν είναι καθόλου πειστικές: είτε ο μοντέρ των ζωών μας ανακάτεψε τις λήψεις και τις πρόβαλε άναρχα στη μνήμη μας είτε η Αν επέστρεψε δυο φορές.

Όχι, ίσως πράγματι υπάρχει η δυνατότητα να διαρρήξουμε τον χρόνο και να ανοίξουμε τον κύκλο, αλλάζοντας το σχήμα του, αν κρίνουμε και από τους τίτλους του εξαίσιου ανοίγματος και κλεισίματος του αδιαμφισβήτητα κυκλικού δίσκου, είτε βινυλίου είτε ψηφιακού, με την μουσική της ταινίας, Time never dies και The circle is not round αντίστοιχα, φράσεις που ένωσε σε ένα επίγραμμα ο ηγούμενος όταν με καλούσε να μπω μέσα στη μονή, βλέποντας τα σύννεφα από μακριά πριν τη βροχή, καθώς οι ουρανοί εγκυμονούσαν την καταιγίδα που ερχόταν και προς εμάς, αφού κάπου απέναντι ο σπαραγμός είχε ήδη αρχίσει.

//\\  Όσες γλώσσες ή υποκατηγορίες γλωσσών και διαλέκτων και αν μιλιούνταν σε αυτή την ιστορία, καμία τους δεν οδήγησε σε συνεννόηση. Η αλβανική και η βορειομακεδονική των γηγενών, η αγγλική μεταξύ Αν και Αλεξάνταρ, η λειτουργική της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο μοναστήρι, η αντίστοιχη λατινική σε μια εκκλησία κάπου στο Λονδίνο, απ’ όπου πέρασε και στάθηκε η Αν, η βιβλική με τις ρήσεις που αντάλλαξε ο ηγούμενος με τον ψηλό άντρα, έμειναν όλες περίκλειστες στον μικρόκοσμο των ομιλητών. Όταν η Αν έπιασε γραμμή στο τοπικό τηλεφωνείο για να ενημερώσει τον Αλεξάνταρ να την περιμένει, δεν την καταλάβαιναν· δοκίμασε να μιλήσει σε δυο γλώσσες αλλά της αντιπρότειναν δυο άλλες. Ούτε και εκείνοι που μιλούσαν την ίδια γλώσσα μπορούσαν να πλησιαστούν μεταξύ τους – ο οπλισμένος νεαρός που απείλησε τον Αλεξάνταρ, εκείνοι που σκότωσαν τους δικούς τους.

Ούτε εγώ με την Ζαμίρα μπορούσαμε να συνομιλήσουμε αλλά αυτό δεν εμπόδισε την επικοινωνία μας – αρχίσαμε να αγαπάμε ο ένας τον άλλον, δεν είχαμε πλέον και κανέναν άλλον. Άλλωστε η ίδια η γλώσσα μας πρόδωσε. Όταν στο βουνό την διαβεβαίωσα έστω με λέξεις που μόνο εγώ γνώριζα ότι κανείς δεν θα μας βρει, διαψεύστηκα· μας βρήκαν αμέσως. Κι όταν έσκυψα πάνω της να της ζητήσω συγνώμη, δεν είχε κανένα νόημα: την είχαν ήδη πυροβολήσει. Γι’ αυτό και έκλεισε τα χείλη της με το δάχτυλό της, το σήμα της σιωπής ως ύστατο νεύμα, και αυτή ακριβώς η εικόνα αποτυπώθηκε ως μεταβυζαντινό εικόνισμα της ταινίας και του δίσκου. Η γλώσσα απέτυχε, δεν έμενε παρά η σιωπή.

\\// Όμως είμαι βέβαιος πως απόλυτος φορέας της σιωπής παραμένει το σώμα κι αυτό, μέσα από τα πόδια των δυο γυναικών, μίλησε. Και αν στην νυχτερινή επίσκεψη της Χάνα στον Αλεξάντερ η κάμερα εστίασε στα σκοτεινά, εκεί όπου τα πόδια της έβγαιναν από τα παπούτσια και ανέβαιναν στο κρεβάτι, ίσως θυμίζοντας τις άλλες φορές που ανηφόριζαν γυμνά για την ιερή ακολουθία του έρωτα, τώρα για να ζητήσει από την παλιά της αγάπη να σώσει την Ζαμίρα, καθορίζοντας την πορεία των πραγμάτων, ήταν το πέλμα της Ζαμίρα, γυμνό και λευκό στο μοναστικό σκοτάδι, που πρότεινε μια διαφορετική: την έλξη των σωμάτων, την έγερση του πόθου, τον έρωτα που κάποτε γράφαμε πως μόνος του αρκεί να νικήσει το μίσος, την αγάπη που σε αυτά τα μεταβυζαντινά εδάφη πρόλαβε έστω και για λίγο να ανθίσει. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Before the Rain (Milcho Manchevski, 1994). Η γυναίκα: Labina Mitevska.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

 

 

 

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 43. Οι ελευθέριες. Επιστολή στην Κατρίν Ντενέβ, ΙΙΙ

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 63 (Μάρτιος 2024), εδώ

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 43. Οι ελευθέριες. Επιστολή στην Κατρίν Ντενέβ,  ΙΙΙ

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Αγαπημένη μου Κατρίν, στο πρώτο μου γράμμα έγινα ο εραστής σου, και ζήσαμε στο καταφύγιό μου σ’ ένα ερημικό νησί· στο δεύτερο έγινα ο ηδονοβλεψίας των ημερών σου, ιδίως στο πορνείο όπου αφιέρωνες τρεις μεσημβρινές ώρες ημερησίως και τώρα, στο τρίτο και τελευταίο, δεν μένει παρά να επιστρέψω στην ταπεινή θέση του θεατή και να σε λατρεύσω σιωπηλά ενώ εσύ θα είσαι ξανά ελεύθερη να κάνεις ό,τι θέλεις. Νοίκιασα λοιπόν μερικές ημέρες από την ζωή σου σε βιντεοκασέτα και έσπευσα στο μοναχικό μου σπίτι να δω τι σήμαινε η φράση «Ζούσε τον έρωτα χωρίς δεσμεύσεις» που αναγραφόταν στο εξώφυλλο του πλαστικού κουτιού.

Σε είδα στο αεροδρόμιο, να αστράφτεις ανάμεσα στις ταξιδιωτικές διαφημιστικές πινακίδες, τα πολύχρωμα σημαιάκια και τα λογότυπα των αεροπορικών εταιριών, μαζί με τον σύντροφό σου, και όμως, όταν ο δημοσιογράφος του ραδιοφώνου Europe 1 Φρανσουά Τάδε, θαμπωμένος από την ομορφιά σου, άλλαξε την θέση του στο αεροπλάνο για να εισέλθει στο οπτικό σου πεδίο, κολακεύτηκες από το επίμονο βλέμμα και όταν φτάσατε προτίμησες να τον ακολουθήσεις, παρατώντας τον άλλον σύξυλο. Πώς; Απλώς σε προσκάλεσε να μπεις στο δικό του ταξί κι εσύ το έκανες. Ερωτευτήκατε, λέγατε, από την πρώτη ματιά και αμελλητί αρχίσατε μέλιτος ημέρες. Όμως άλλα έλεγε η έξη σου αλλά και ο αδελφός σου, που ωφελούνταν από τις πρότερες δοσοληψίες σου και τώρα δεν βολευόταν με την «στεγνή» σου μονιμότητα.

Παρά το γεγονός ότι το σενάριο του βίου σου έχει μακρινή καταγωγή από την Μανόν Λεσκώ του Αββά Πρεβώ, ενός μυθιστορήματος περασμένου αιώνα, τελικά ύφανες πάνω του μια δική σου προσωπικότητα, αναμφίβολα ταιριαστή στην εποχή του 1968, στην οποία αναφέρεται η ταινία. Χρησιμοποιείς λοιπόν την σαγήνη σου για να προσελκύσεις τους άντρες και προτείνεις την ερωτική σου διαθεσιμότητα για να απολαμβάνεις τις περιποιήσεις των ενδιαφερόμενων καταθετών. Όμως ο Φρανσουά ήταν ένας «απλός» ρεπόρτερ και δεν είχε άλλη λύση από τις προκαταβολές του μισθού του, ενώ εισέπραττε και χρήματα για ταξιδιωτικές αποστολές στις οποίες δεν πήγαινε παρά έγραφε τα άρθρα του με άλλες πηγές.

Κάθε ζεύγος υπογράφει την ιδρυτική πράξη του έρωτά του, αλλά εσείς δεν καταλήξατε ούτε στο προσύμφωνο. Καθώς παίρνατε το μπάνιο σας, πλάτη με πλάτη, και σαπούνιζες με φιλαρέσκεια το πόδι σου, διαφωνήσατε στα πάντα. Του είπες: «δεν έχει σημασία με πόσους έχω πάει αλλά πόσους έχω αγαπήσει», «είναι αδιάφορο για τις γυναίκες αν απατούν αλλά αν και πώς αγαπούν» και ότι, αν ο Φρανσουά δεν σε αγγίξει μετά κάποια απιστία σου, όπως είπε, «αυτό θα σημαίνει πως δεν σε αγαπά». Ρίχτηκε πάνω σου και σε βίασε παρά την αντίστασή σου. Τον έβαλες να ορκιστεί πως υπήρξες η πρώτη και θα είσαι η τελευταία γυναίκα που βιάζει, μεταμορφώνοντας την βία του σε ορκισμένη δέσμευση.

Ερωτεύτηκες λοιπόν, αν και κάπως γρήγορα, έναν άντρα, αυτό όμως δεν σε εμπόδισε με την πρώτη ευκαιρία να τον αφήσεις και μάλιστα κρυφά, αποχωρώντας από μια επίδειξη μόδας, στέλνοντας μια άλλη γυναίκα να τον ενημερώσει πως ήδη ταξιδεύεις προς τις Νότιες Θάλασσες, ίσως και να τον παρηγορήσει. Αυτός ήταν ανένδοτος και μέσα στο γιοτ όπου απολάμβανες το αλατισμένο φως της απόδρασης πληροφορήθηκες ότι διακαώς απαιτούσε την επιστροφή σου όχι χωρίς κάποιες απειλές οριστικής φυγής. Όταν έφυγες λοιπόν να τον βρεις, ο απαγωγέας σου απλά δήλωνε πως «η Μανόν είναι απρόβλεπτα γοητευτική και στις δυο εκδοχές της: όταν είναι τριγύρω και όταν δεν είναι».

Μου φάνηκε, πάντως, πως δυσαρεστήθηκες όταν πήγες να του κάνεις έκπληξη στην Στοκχόλμη, και διαπίστωσες ότι μια άλλη γυναίκα βρισκόταν μαζί του στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Ήταν πρωί και προφανώς είχαν κάνει έρωτα και την νύχτα και λίγο νωρίτερα. Περίμενες στο χολ να ακούσεις την κουβέντα τους και εμφανίστηκες χωρίς να εκπλαγεί κανείς. Προτού φύγει, η νέα σου είπε ότι καταλαβαίνει γιατί τον αναζήτησες, καθώς είναι υπέροχος εραστής, σε ευχαρίστησε που δεν τους διέκοψες (συνεπώς μάλλον άκουσε την αναπνοή σου στο χολ), και σας αποχαιρέτησε για να γιορτάσει την επέτειο του ενός χρόνου με τον φίλο της. Χωρίς ίχνος μεταμέλειας ο Φρανσουά σου εξήγησε πως είναι και εκείνη ελευθέρια και του ζήτησε να την αποκαλεί mon amour κι ας είχαν ιστορία διάρκειας είκοσι τεσσάρων ωρών. Επανήλθες στην κοσμοθεωρία σου και του υπενθύμισες πως τίποτα δεν σας κρατά από το να είστε ευτυχισμένοι, ενώ εκείνος επέμεινε πως τα πάντα σας εμποδίζουν.

Σε κάποιο μπαρ ο αδελφός σου τα έπινε με τον Φρανσουά και τον έδειξε σε μια γυναίκα δίπλα: «δείτε αυτόν, ζηλεύει την αγαπημένη του!». Κι εκείνη ρώτησε: «τι σημαίνει αυτό;». Ο αδελφός σου του θύμισε το γνωστό επίγραμμα «Κάντε έρωτα όχι πόλεμο», του φόρεσε ένα λουλούδι στο αυτί και του έδειξε τους νέους που χόρευαν σ’ ένα οργιώδες ψυχεδελικό φανκ του Serge Gainsbourg: «Κοίταξέ τους, ο καθένας έχει απατήσει τον άλλον και θα συνεχίσουν να το κάνουν, αλλά εσύ είσαι τυχερός, o μόνος που δεν θα απατηθεί». Νέοι καιροί και νέα ήθη ή αρχαιότατοι καιροί και παμπάλαια ήθη;

Υπήρξαν και άλλες στιγμές ενδεικτικές του χάσματος ανάμεσά σας, όπως όταν δακτυλογράφησε μια πρόταση γάμου αλλά του απάντησες ότι τον αγαπάς πολύ για να τον παντρευτείς ή όταν σε είδε υπό βροχή να ξεπροβάλλεις από το παράθυρο ενός αυτοκινήτου, γλίστρησε ανάμεσα στους διαδρόμους του μποτιλιαρίσματος, στάθηκε μπροστά στο καπό και σου ζήτησε να επιλέξεις μέχρι να μετρήσει ως το πέντε – με χρονόμετρο τους υαλοκαθαριστήρες! Βγήκες και πήγες δίπλα του, αν και ο μέχρι πρότινος οδηγός σου είπε πως ένας άντρας δεν θα είναι ποτέ αρκετός για την Μανόν. Φυσικά χτυπήθηκαν στη μέση του δρόμου, ενώ εσύ μάλλον αδιαφόρησες για το τετριμμένο θέαμα.

Το θέμα είναι ότι ο Φρανσουά απολύθηκε επειδή επινόησε μια ψεύτικη ανταπόκριση από την Βολιβία, τα χρήματα τελείωσαν και έπρεπε να αποδεχτείς την συντροφιά ενός πλούσιου επιχειρηματία. Περνούσες μαζί του τον χρόνο σου, ενώ διαβεβαίωνες τον απεγνωσμένο σου Φρανσουά πως, όπως και με τους άλλους χορηγούς, ποτέ δεν κάνατε έρωτα, μόνο του αρκούσε να σε συντροφεύει και φυσικά να κυκλοφορεί μαζί σου. Άλλος ένας δηλαδή που δεν του έμενε παρά να χαζεύει την ωραιότητά σου και να σε περιφέρει ως τρόπαιο. Ζούσες, άλλωστε, στην Κοινωνία του Ματιού: η ομορφιά σου δεν υπήρχε χωρίς αυτό· ακόμα και στους τίτλους της αρχής δεκάδες γυναίκες εικονίζονταν να αλλάζουν φορέματα και κάλτσες, έτοιμες να καταβροχθιστούν από βλέμματα. Όταν κανονίσατε να σε συνοδεύσει στον οίκο μόδας για να δοκιμάσεις το ρούχο που θα σου χάριζε, τηλεφώνησες στον Φρανσουά να σε περιμένει σε κάποιο δοκιμαστήριο στα ενδότερα. Εκεί ερωτοτροπήσατε με την ησυχία σας, ενώ ο πλουσιοπάροχος συνοδός περίμενε ανήσυχος και εμείς οι θεατές σας βλέπαμε σαν ηδονοβλεψίες, ώμους και μισόκλειστα μάτια μόλις να διακρίνονται ανάμεσα στα κρεμασμένα υφάσματα. Μετά τον διαβεβαίωσες πως δουλεύεις για τους δυο σας (δεν του άρεσε, σε χαστούκισε, γιατί αυτό μόνο γνώριζε να κάνει απέναντι στην ρητορική της αγάπης, να επιβάλλει την ύλη της σάρκας) και τον ικέτευσες να σε αγαπά.

Στο τέλος, σε μια θεαματική έξοδο από την παθητικότητα, ήρθε και σε άρπαξε από το παραθαλάσσιο σπίτι του αγοραστή. Αποδράσατε μ’ ένα μηχανοκίνητο σκάφος και ανεβήκατε λαθραία σ’ ένα τραίνο. Ήσουν ξυπόλητη, όπως έφυγες από το σπίτι. Διαμαρτυρήθηκες, οργίστηκες, αρνήθηκες να τον ακούσεις. Εμφανώς σε ανησυχούσε ότι αν του δώσεις την πολυπόθητη αποκλειστικότητα, αυτό θα ήταν η αρχή του τέλους του έρωτά σας, ίσως και κάθε έρωτα. Όμως ήδη τον ακολουθούσες και το πείσμα στο πρόσωπό σου έδειχνε ότι είχες ήδη αρχίσει να αποδέχεσαι την φυγή σας. Πηδήξατε από το βαγόνι και προχωρούσες στις μυτερές πέτρες βγάζοντας μικρές κραυγές και κοιτάζοντας τις κοπές στα πέλματά σου. Στην τελευταία εικόνα σου, κάθισες σ’ ένα σωρό από σκουροκίτρινους σωλήνες, με το ναυτικό σου πηλίκιο, πάντα ανυπόδητη, έτοιμη πλέον να μπεις οριστικά στον κόσμο του πραγματικού έρωτα και όλων των ανεχειών που υπόσχεται.

Προς στιγμήν σκέφτηκα, τι ολική μεταστροφή! Να οφειλόταν άραγε στην θεαματική αποφασιστική διεκδίκηση του Φρανσουά ή στην δική σου συνειδητοποίηση πως ο έρωτας δεν επιδέχεται διαλείμματα, συμφέροντα ή δόλια μοιράσματα; Όμως και πάλι έκανα λάθος: καθώς κάνατε οτοστόπ στον αυτοκινητόδρομο, κι ενώ τα αυτοκίνητα σας προσπερνούσαν, σταμάτησε ένα σπορ αμάξι με οδηγό πρόθυμο, μόνο και πολλά υποσχόμενο. Του χαμογέλασες και τώρα το έβλεπα καθαρά: θα συνεχίζατε στο δικό σου μοντέλο. Τελικά ήταν ο Φρανσουά που αποδέχτηκε ότι οι επιθυμίες μιας γυναίκας δεν φυλακίζονται κι εκείνη θα παραμένει ελεύθερη, με αυτόν ή χωρίς αυτόν.

Αν η παλαιά Μανόν, που ενέπνευσε ταινίες, θεατρικά έργα, όπερες, μπαλέτα, μυθιστορήματα και κόμικς, είχε να σπάσει τόσα «ταμπού» στην εποχή της, εσύ τι θα κατάφερνες το 1968 της σεξουαλικής επανάστασης; Ίσως να συνεισφέρεις στο ζήτημα του έρωτα που θεωρεί ότι δεν είναι έρωτας αν δεν είναι αποκλειστικός; Αναμφίβολα η σχέση ερωτικής ελευθεριότητας και δεσμευτικού ερωτικού συναισθήματος προκαλεί αναταράξεις άξιες κινηματογράφησης αλλά τι ταινία ήταν αυτή που καταδέχτηκες να συμμετάσχεις; Ελαφριά και κάπως αδιάφορη, διασώζει μόνο την μορφή σου, με την διακαή επιθυμία να αρέσει παντού και να ωφελείται από αυτήν ακριβώς την αρέσκεια, σε ένα σενάριο όπου τίποτε άλλο δεν είναι πειστικό. Όμως μη νοιάζεσαι, έχω αγαπήσει τις ταινίες που ταιριάζουν στη φόρμα της βιντεοκασέτας, αυτές που τις λένε δεύτερες, βήτα ποιότητας και λοιπά, επειδή ακόμα και σε αυτές, η γυναίκα που με ενδιαφέρει βρίσκει τον τρόπο, έστω και αν δεν συμφωνεί με όσα την βάζουν να κάνει πως κάνει, να μιλήσει με μια καίρια φράση, με τα χείλη της ή με τα πόδια της.

Και, πράγματι, τα πόδια σου δεν μίλησαν μόνο στην σκηνή της μπανιέρας στην αρχή ή της ξυπόλητης φυγής στο τέλος αλλά και σε μια άλλη, φευγαλέα στιγμή. Βρισκόσουν στο καθιστικό του δυστυχούς ευκατάστατου, φορώντας ένα μακρύ μπλε σπιτικό φόρεμα. Τηλεφώνησες στον Φρανσουά, που είχες παρουσιάσει ως αδελφό σου, και του έδωσες ραντεβού στον οίκο μόδας. Εκείνος σε κοίταζε καχύποπτα, κι ας επρόκειτο να σε συνοδεύσει. Μετά κάθισες σαν σε ανάκλιντρο και τον κοίταξες με την γνωστή σου φιλαρέσκεια. Το βλέμμα του πήγε στα γυμνά σου πόδια κι εσύ κυμάτισες ελαφρά τα δάχτυλά σου, επίτηδες ή ασυναίσθητα. Όχι: επίτηδες. Ήρθε μπροστά τους, γονάτισε, τα πήρε στα χέρια του και τα φίλησε περιπαθώς, με τρόπο απελπισμένο, γνωρίζοντας πως αρκεί μια κίνησή τους για να τον μαλακώσει (ή να τον σκληρύνει, εξαρτάται από την οπτική), πως θα κυματίζουν για πολλούς άλλους, θα περπατάνε προς νέους εραστές και δεν γίνουν ποτέ δικά του. Ίσως προειδοποιούσες και όλους εμάς, ότι τα πόδια που θα θαυμάσουμε ή θα λατρεύσουμε, θα ανήκουν σε γυναίκες που από την φύση τους είναι φευγαλέες και ελεύθερες.

Θυμάμαι που στις αυθόρμητες εξαφανίσεις σου έλεγες «Τώρα κάνω κάτι τρελό, αλλά θα το σκεφτώ αύριο ή σε μια εβδομάδα». Σε κάποια άλλη στιγμή ανέσυρες το απόφθεγμα ενός πρίγκιπα που έλεγε ότι στον έρωτα μόνο η αρχή είναι ωραία. Πρότεινες έναν νέο τρόπο ερωτικής ζωής, την σεξουαλική διαθεσιμότητα και την πνευματική μονογαμία. Τι έμεινε από αυτά, σήμερα, εκτός από μερικές ταινίες που σκονίζονται στα κλειστά πια βιντεοκλάμπ; Ίσως μια φράση που δήλωσες σε κάποια συνέντευξη: «Ο έρωτας είναι να υποφέρεις. Πάντα κάποιος αγαπά περισσότερο».

Η ταινία: Manon 70 (Jean Aurel, 1970). Η γυναίκα: Catherine Deneuve.

Σημείωση: Ο πλήρης τίτλος του μυθιστορήματος του Abbé Prévost είναι Histoire du chevalier des Grieux et de Manon Lescaut [1731]. Ενδιαφέρουσες συγκρίσεις ανάμεσα στην Μανόν του Λεσκώ και την Μανόν της Ντενέβ, διαβάζονται στο: Jeffrey M. Leichman, Deneuve’s Manon, The French Review, τ. 91 [αρ.1] (Οκτώβριος 2017), σ. 93-104.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.