Albert Schweitzer – Ιστορία της έρευνας του βίου του Ιησού

Βιβλία περί του ιερού, 1 (2024)

To εν λόγω βιβλίο μου πρόσφερε μέγιστη αναγνωστική απόλαυση χωρίς να με εξαντλήσει με τις οκτακόσιες και παραπάνω σελίδες του. Καταρχήν, πώς να μην έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ένα έργο στο οποίο συγκεντρώνονται και ερευνώνται όλοι οι μυθιστορηματικοί βίοι του Ιησού μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, από έναν συγγραφέα  ο οποίος έχει διαβάσει όλα τα σχετικά συγγράμματα σημαντικών θεολόγων, φιλοσόφων και συγγραφέων, παρουσιάζει όλες τις θέσεις τους και κατόπιν αντιπαραθέτει την δική του κριτική; Είναι, όμως, κυρίως το περιεχόμενό του αυτό καθεαυτό που ανανεώνει ακατάπαυστα το ενδιαφέρον, καθώς οι απόψεις των δεκάδων συγγραφέων αποτελούν μια συνεχή ωδή στο πνεύμα και μια διαρκή πρόκληση στην σκέψη. Από όποια θρησκευτική πίστη, δυσπιστία ή απιστία και αν ερχόμαστε, είναι αδύνατο να μην σαγηνευτούμε από ετούτη την ατέλειωτη σειρά των συλλογισμών που διαβάζονται, ανάλογα με την περίπτωση, ως φιλοσοφικά δοκίμια, θεολογικές πραγματείες, ιστορίες πίστης, μυθολογικά κείμενα, ιστορικές μελέτες, μυθιστορήματα που βασίστηκαν σε πηγές ή δοξασίες, καταγραφές προφορικών δοξασιών, επιστημονικές ερμηνείες. Ακόμα κι αν τα διαβάσουμε ως παραμύθια ή λογοτεχνία του φανταστικού, ή, στον αντίποδα, ως ορθολογικές ερμηνείες κατά τις οποίες αναζητείται ένα σημείο όπου ο λόγος και η θρησκεία μπορούν να συνυπάρξουν και να συνομιλήσουν, και πάλι μιλάμε για συναρπαστικές αφηγήσεις αυτού που κάποτε ονομάστηκε (και παραμένει) η ωραιότερη ιστορία του κόσμου, ο βίος του ιστορικού ή μη Ιησού.

Αποτελεί βεβαίως πρόσθετη έκπληξη το γεγονός ότι ο συγγραφέας αυτού του αδιανόητου πονήματος είναι ο Άλμπερτ Σβάιτσερ, που στα καθ’ ημάς έχει συνδεθεί με την δράση του ως γιατρού στην Αφρική και για τους αγώνες του για την παγκόσμια ειρήνη, ενώ αγνοείται το γεγονός ότι υπήρξε μεγάλος θεολόγος και συγγραφέας ενός από τα κυριότερα και επιδραστικότερα θεολογικά βιβλία του 20ού αιώνα, το οποίο, λοιπόν, επανεκδίδεται ύστερα από την εξαντλημένη πρώτη ελληνική έκδοση (Άρτος Ζωής, 1982) σε νέα διορθωμένη και συμπληρωμένη μορφή. Ακόμα και αν έχει περάσει παραπάνω από ένας αιώνας και η έρευνα έχει σαφώς διανύσει αναρίθμητους νέους δρόμους, ένα αφετηριακό έργο σαν κι αυτό μένει πάντα απροσπέραστο και συνεχίζει να αποτελεί πολύτιμη πηγή μιας αστείρευτης θεολογικής, φιλοσοφικής αλλά και λογοτεχνικής σκέψης. Θα προσπαθήσω εδώ να εστιάσω σε κάποια εξαιρετικά ενδιαφέροντα σημεία ορισμένων κεφαλαίων, τονίζοντας όμως ότι δεν πρόκειται παρά ένα πολύ μικρό μέρος, ελάχιστα αποσπάσματα από ένα ογκώδες έργο που μου διήγειραν την σκέψη. Οι τίτλοι των μικρών ενοτήτων με τα έντονα γράμματα αποτελούν και τίτλους των αντίστοιχων κεφαλαίων του βιβλίου.

Το πρόβλημα. Στο σχετικό πρώτο κεφάλαιο ο συγγραφέας εξαίρει την γερμανική θεολογία ως ένα από τα ύψιστα και μοναδικά φαινόμενα της πνευματικής ζωής της εποχής του, καθώς χαρακτηρίζεται από την συνύπαρξη και αλληλεπίδραση φιλοσοφικής σκέψης, κριτικής αίσθησης, ιστορικής εποπτείας και θρησκευτικού συναισθήματος, ενώ το μέγιστο κατόρθωμά της είναι ακριβώς η έρευνα του βίου του Ιησού.  Αδιαφορώντας για τον ιστορικό Ιησού, ο αρχέγονος χριστιανισμός έζησε αποκλειστικά στον μέλλοντα κόσμο με την προσδοκία της έλευσης του Χριστού, ενώ από τον ιστορικό Ιησού κράτησε μόνο τα αποφθέγματα, μερικές θαυματουργικές πράξεις, τον θάνατο και την ανάσταση. Η συνέχιση όμως της ύπαρξης του κόσμου διέλυσε αυτή την ενότητα και ταύτισε βίαια τον υπερκόσμιο Ιησού με τον ιστορικό Ιησού από την Ναζαρέτ. Στις πηγές ο Ιησούς μάς παρουσιάζεται αδιαμεσολάβητα, καθώς περιγράφεται από χριστιανούς χωρίς λογοτεχνικό ταλέντο. Ο ιστορικός όμως θα βρεθεί μπροστά σε μια πλήρη ασυμφωνία των ιστορικών δεδομένων, ιδίως των τριών πρώτων ευαγγελίων που είναι γραμμένα από την ιουδαϊκή σκοπιά και του τέταρτου, που είναι γραμμένο από ελληνική. Επιπρόσθετα οι πηγές χαρακτηρίζονται από έλλειψη συνοχής του υλικού, μια σειρά επιλογές από γεγονότα και λόγους, με κραυγαλέα κενά. Κάθε υπόθεση εργασίας οδηγεί αναπόφευκτα στην απόρριψη κάποιων μαρτυριών των πηγών.


Χέρμαν Σάμουελ Ραϊμάρους. Ο Χέρμαν Σάμουελ Ραϊμάρους [Hermann Samuel Reimarus] ήταν ο πρώτος που προσπάθησε να καταπιαστεί ιστορικά με την Ιησού. Ορισμένα αποσπάσματα από το έργο του αποτελούν αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και σπάνια το μίσος έχει υπάρξει τόσο εύγλωττο και σπάνια η ειρωνεία τόσο μεγαλοπρεπής, γράφει ο Σβάιτσερ. Κατά τον Ραϊμάρους η βασιλεία των ουρανών πρέπει να νοηθεί ως «μια ιουδαϊκή έκφραση», καθώς ούτε ο Ιωάννης ο Βαπτιστής ούτε ο Ιησούς δεν εξηγούν πουθενά την εν λόγω έννοια, αφού την θεωρούν γνωστή και δεδομένη. Έτσι ο Ιησούς στέκεται απολύτως εντός της ιουδαϊκής θρησκείας και προϋποθέτει τις μεσσιανικές προσδοκίες χωρίς να τις διορθώνει. Περαιτέρω αναμορφωτής της θρησκείας γίνεται μόνο όταν διακηρύσσει την εγγύς πραγματικότητα εκείνου του κόσμου των ιδεών που αποτελούσε ζωντανό στοιχείο για χιλιάδες ανθρώπους.

Ο Ιησούς ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι, αν ο λαός πίστευε τους απεσταλμένους του, θα γύρευε έναν επίγειο λυτρωτή και με αυτήν την βλέψη θα στρεφόταν σε αυτό. Δεν θέλησε λοιπόν να καταργήσει σε κανένα σημείο την ιουδαϊκή θρησκεία και να βάλει στην θέση της μια νέα. Το νέο στοιχείο της διακήρυξής του είναι η δικαιοσύνη στη βασιλεία του Θεού· ότι η δικαιοσύνη του Νόμου δεν αρκεί, αλλά πρέπει να φανερωθεί μια βαθύτερη ηθικότητα. Πρόκειται για το μοναδικό σημείο της διδασκαλίας του που υπερβαίνει τις αντιλήψεις της εποχής. Η νέα αυτή ηθικότητα παρουσιάζεται ως μια συμπλήρωση των παλαιών εντολών. Οι μαθητές τους αργότερα διέρρηξαν κάθε σχέση με τον Νόμο, αυτό όμως δεν έγινε κατ’ εντολήν του Ιησού, αλλά υπό την πίεση των περιστάσεων, όταν υποχρεώθηκαν να κινηθούν έξω από το ιουδαϊκό περιβάλλον και να θεμελιώσουν μια νέα θρησκεία.

Ο Ιησούς έκανε θεραπείες οι οποίες κατά την αντίληψη των συγχρόνων του ήταν θαύματα, ενώ άλλα θαύματα δεν στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα αλλά εμφανίζονται στα κείμενα επειδή ορισμένες παλαιοδιαθηκικές ιστορίες περί θαυμάτων έπρεπε να επαναληφθούν στο πρόσωπο του Χριστού. Ο Ιησούς πίστεψε στην έκρηξη ενός λαϊκού κινήματος που όμως μάταια περίμενε. Στην Ιερουσαλήμ, ιδίως, θεώρησε πως μπορούσε να αψηφήσει τις εντολές των αρχών, στον Ναό σφετερίστηκε την εξουσία και κάλεσε σε ανοιχτή εξέγερση εναντίον του Μεγάλου Συνεδρίου. Ο λαός όμως της Ιερουσαλήμ τήρησε αρνητική στάση απέναντι σε αυτό, όπως είχαν κάνει οι Γαλιλαίοι με την αποστολή των Δώδεκα. Επομένως σκοπός του δεν ήταν να πάθει και να πεθάνει, αλλά να ιδρύσει ένα εγκόσμιο βασίλειο και να λυτρώσει τους Εβραίους από την υποδούλωση.

Για τους μαθητές η τροπή που πήραν τα πράγματα σήμαινε την διάψευση των ονείρων για χάρη των οποίων τον ακολουθούσαν – ήταν προετοιμασμένοι για όλα εκτός από αυτό που έγινε. Για τον θάνατο και την ανάσταση ο Ιησούς δεν τους είχε πει ούτε λέξη. Αν τους είχε προετοιμάσει δεν θα έδειχναν τόση δειλία απέναντι στον θάνατό του ούτε τόση κατάπληξη απέναντι στην «ανάσταση». Τα τρία τέσσερα λόγια που αναφέρονται σε αυτά τα γεγονότα τα έβαλαν στο στόμα του αργότερα, με σκοπό να υποδείξουν ότι αυτά τα συμβάντα είχαν προβλεφθεί στο αρχικό του σχέδιο. Οι μαθητές έκλεψαν το σώμα του Ιησού και διέδωσαν σε όλο τον κόσμο ότι αναστήθηκε, είχαν όμως τη σύνεση να μην προβούν σε αυτή την αναγγελία προτού περάσουν πενήντα μέρες, προκειμένου το σώμα του να μην μπορεί να αναγνωριστεί πλέον από την σήψη, σε περίπτωση που κάποιος θα το εντόπιζε. Σε κάθε περίπτωση, η Δευτέρα Παρουσία είναι η θεμελιώδης ελπίδα του αρχέγονου χριστιανισμού, ο οποίος είναι προϊόν αυτής της προσδοκίας και όχι τόσο της διδασκαλίας του Ιησού.


Ο βίος του Ιησού στον παλαιότερο ορθολογισμό. Για τον Ράινχαρντ [Franz Volkmar Reinhard] o Ιησούς ήταν ένας κοινωνικός αναμορφωτής που ένωσε για πάντα θρησκεία και ηθική και επιθύμησε να καταρρίψει τις δεισιδαιμονίες και να εγγράψει την θρησκεία στο πεδίο του Λόγου, ο οποίος εντός της πρέπει να διατηρεί την ελευθερία του. Κανένας μεγάλος άνδρας της αρχαιότητας πριν από τον Ιησού δεν παρουσίασε ένα τόσο ευεργετικό σχέδιο για ολόκληρο το ανθρώπινο γένος· κανείς δεν σεβάστηκε και δεν προστάτευσε τα δικαιώματα του ανθρώπινου Λόγου περισσότερο από τον Ιησού, που θέλησε να επικρατήσει βασιζόμενος αποκλειστικά στη λογική. Σύμφωνα με τον Χέρντερ [Johann Gottfried Herder] το τέταρτο ευαγγέλιο δεν αποτελεί μια πρωτογενή ιστορική πηγή αλλά μια διαμαρτυρία εναντίον της στενότητας του «παλαιστινιακού ευαγγελίου». Στο ευαγγέλιο αυτό εκφράζονται οι ελληνικές ιδέες και η περιγραφή του Ιησού όχι ως Εβραίου Μεσσία αλλά ως λυτρωτή του κόσμου. Από  το σχετικό κείμενο απουσιάζουν οι θεραπείες δαιμονισμένων, καθώς δεν παρουσίαζαν κανένα ενδιαφέρον για τον ελληνορωμαϊκό κόσμο.

Οι πρώτοι μυθιστορηματικοί βίοι του Ιησού. Οι μυθιστορηματικοί βίοι των Μπαρτ και Βεντουρίνι [Karl Friedrich Bahrdt, Karl Heinrich Venturini] στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν οι πρώτοι που επιχείρησαν μια αφήγηση της ιστορίας των θαυμάτων που παρουσιάζονται στα ευαγγέλια η οποία απέκλειε κάθε υπερφυσικό στοιχείο. O Μπαρτ εστιάζει στο τάγμα των Εσσαίων και στον ρόλο που διαδραμάτισε, ιδίως μέσω του Νικόδημου και του Ιωσήφ από την Αριμαθαία στ ην ζωή του Ιησού.  Για να απελευθερώσει τον λαό από μια πίστη που περιοριζόταν στην εθνικότητα και η οποία τον παρέσυρε σε στάσεις και εξεγέρσεις, έπρεπε να βρει έναν Μεσσία ο οποίος θα ανασκεύαζε την ψευδή μεσσιανική προσδοκία. Έτσι μυστικά μέλη του τάγματος εξηγούν στον Ιησού την απάτη του ιερατείου και τις αιματηρές θυσίες στο Ναό και τον φέρνουν σε επαφή με την σκέψη του Σωκράτη και του Πλάτωνα.

Ο ιατρός Λουκάς έθεσε στην διάθεσή του όλες του τις γνώσεις, ενώ η κοινότητα των Εσσαίων ανέλαβε την υποχρέωση να σκηνοθετήσει τα θαύματα, έτσι ώστε ο Ιησούς να παρουσιαστεί στο ρόλο του Μεσσία τον οποίο ανέμενε ο λαός. Οι απόστολοι δεν υποψιάστηκαν τα παραμικρό από τους μυστικούς μηχανισμούς· ήταν απλώς ενθουσιώδεις κομπάρσοι. Ο Ιησούς είχε δυο τρόπους διδασκαλίας: ένα εξωτερικό και απλό, προορισμένο για τον λαό και έναν εσωτερικό και μυστικό, προορισμένο για τους μυημένους. Τα μέλη του τάγματος συναντιούνταν σε καθορισμένες ημέρες στις σπηλιές των βουνών, γι’ αυτό και στο Κατά Ιωάννην ευαγγέλιο αναφέρονται συχνές επισκέψεις του Ιησού σε κάποιο βουνό για να προσευχηθεί. Μετά τον Σταυρό αναζωογονήθηκε από τον Λουκά και συνέχισε αθέατος να κατευθύνει τις τύχες της κοινότητες μέχρι το τέλος του.

Ο Βεντουρίνι εστιάζει, μεταξύ άλλων, στην επένδυση της πνευματικής διδασκαλίας του Ιησού με αισθητές παρατάσεις ικανές να κεντρίσουν την φαντασία του Ανατολίτη. Ο Ιησούς ποτέ δεν θεράπευσε κανέναν χωρίς φάρμακα καθώς είχε πάντοτε μαζί του ένα «φορητό φαρμακείο». Οι Εσσαίοι γνώριζαν πως μόνο μέσα από μια πνευματική αναγέννηση μπορούσε ο λαός να φτάσει στην εξέγερση. Το σχέδιό τους για μετάβαση του Ιησού στην Ιερουσαλήμ, ώστε να παρουσιαστεί δημόσια ως Μεσσίας, αρχικά φαινόταν να ευοδώνεται, αν κρίνει κανείς από την υποδοχή του, αλλά όταν θέλησε να αντικαταστήσει την σχετική εικόνα που είχαν τα πλήθη με μια άλλη, τότε άρχισαν να τον αμφισβητούν, με αποτέλεσμα την απρόσμενη σύλληψη και την καταδίκη του σε θάνατο, ο οποίος τελικά υπήρξε απατηλός, καθώς «παρέδωσε νωρίς το πνεύμα του» και ανένηψε μετά στον ταφικό κτίσμα.


Ο διαμορφωμένος ορθολογισμός. Πάουλους. Σύμφωνα με τον Πάουλους [Heinrich Eberhard Gottlob Paulus] ο Ιησούς στις διάφορες θεραπείες του ενήργησε με την δύναμη του πνεύματος στο νευρικό σύστημα των ασθενών, ενώ για την θεραπεία των δαιμονισμένων χρησιμοποιούσε διάφορα καταπραϋντικά μέσα. Από την άλλη, τα θαύματα που σχετίζονται με τα φυσικά φαινόμενα έχουν πάντα κάποια προφανή εξήγηση. Το περπάτημα του Ιησού στα νερά της λίμνης, για παράδειγμα, ήταν ένα όραμα των μαθητών, καθώς ο Ιησούς βάδιζε κατά μήκος της ακτής και μέσα στην ομίχλη. Ως προς τον θάνατό του ενισχύει την προαναφερθείσα άποψη περί νεκροφάνειας ή μιας ακαμψίας που έμοιαζε με θάνατο και υποστηρίζει ότι υπήρχαν ενέργειες που σκόπευαν να αποτρέψουν έναν πρόωρο ενταφιασμό.

Ο Ιησούς συνέχισε αδύναμος να ζει και φανερωνόταν λίγες στιγμές στον κύκλο των οικείων του. Ποτέ δεν έμαθαν πότε ακριβώς πέθανε, γι’ αυτό αφηγούνται τον αποχαιρετισμό τους ως μια ανάληψη στους ουρανούς. Και πώς έγινε ο Ιούδας προδότης; Πίστευε στην μεσσιανικότητα του Ιησού και ήθελε να τον υποχρεώσει να φανερωθεί ως Μεσσίας. Πίστευε, επίσης, ότι η σύλληψή του θα ήταν το καλύτερο μέσο για να ξεσηκώσει τον λαό που είχε εκφραστεί υπέρ του. Όλα όμως έγιναν πολύ γρήγορα, η είδηση διαδόθηκε πολύ αργά εξαιτίας της γιορτής και το πρωί προτού ξυπνήσουν οδηγήθηκε στον σταυρό, έτσι ο Ιούδας απελπισμένος κρεμάστηκε.


Ντάβιντ Φρήντριχ Στράους. Ο Στράους [David Friedrich Strauss] έγραψε ένα έργο που προκάλεσε μεγάλη πολεμική εναντίον του και τον κατέστρεψε για πάντα. Δεν επρόκειτο για ένα σχέδιο του βίου του Ιησού όσο για ένα σχέδιο μιας ιστορίας των ιδεών του αρχέγονου χριστιανισμού, ως μέτρου για την εκκλησιαστική διδασκαλία. Επρόκειτο για μια αρνητική εγελιανή θεολογία σύμφωνα με τον πυρήνα της οποίας. η θρησκεία δεν αφορά εξωκοσμικά όντα ή κάποιο θεϊκό μέλλον, αλλά παρούσες πνευματικές πραγματικότητες. Ο πρώτος Βίος του Ιησού από τον Στράους αποτελεί ένα από τα «αρτιότερα δημιουργήματα της παγκόσμιας επιστημονικής γραμματείας», έκτασης χιλίων τετρακοσίων σελίδων. Η έλλειψη τεκμηρίων που να πιστοποιούν ότι κάποιος από τους ευαγγελιστές ήταν όντως αυτόπτης μάρτυρας ή είχε στενή σχέση με αυτόπτες μάρτυρες είχε ως αποτέλεσμα την κορύφωση ενός θρύλου, όπως πάντα συμβαίνει μετά τον θάνατο των μεγάλων προσωπικοτήτων. Άλλωστε ο μύθος δεν είναι τίποτε άλλο παρά η επένδυση των θρησκευτικών ιδεών με ένα είδος ιστορίας. Είναι, λοιπόν. αδιαμφισβήτητο ότι θα συναντήσουμε τον ιστορικό Ιησού υπό το ένδυμα των παλιαοδιαθηκικών μεσσιανικών ιδεών και των πρωτοχριστιανικών προσδοκιών. Η μυθική του ερμηνεία γεννιέται μέσα από την αντιπαράθεση υπερφυσικής και ορθολογικής ερμηνείας, από την, σύμφωνα με την εγελιανή μέθοδο, σύνθεση μιας θέσης και μιας αντίθεσης.

Ας δούμε την εφαρμογή της παραπάνω ερμηνείας σε ενδεικτικά παραδείγματα. Οι αφηγήσεις για την παιδική ηλικίας του Ιησού είναι στο σύνολό τους μυθικές· υπήρξε μια περίοδος της ευαγγελικής Ιστορίας κατά την οποία ο Ιησούς θεωρείτο ακόμα απλώς γιος του Ιωσήφ και της Μαρίας, γιατί αλλιώς δεν θα καταπιανόταν κανείς με τέτοιες γενεαλογικές μελέτες. Παρομοίως στην αφήγηση της βάπτισης δεν έχει ιστορικό χαρακτήρα η αποκάλυψη του μεσσιανικού αξιώματος στον Βαπτιστή, διαφορετικά ο τελευταίος δεν θα αμφέβαλλε αργότερα γι’ αυτό. Μένει ως ιστορικός πυρήνας το γεγονός ότι ο Ιησούς βαφτίστηκε από αυτόν και, όταν στην συνέχεια απέκτησε μεγαλύτερη φήμη από τον Πρόδρομο, δεν έπαψε ποτέ να τον αντιμετωπίζει με ειλικρινή σεβασμό. Με ανάλογα επιχειρήματα ο Στράους θεωρεί ως μυθικές αφηγήσεις τα θαύματα, την ανάληψη κ.ά.

Όπως οι ιωάννειοι έτσι και οι συνοπτικοί λόγοι (ενν. των άλλων τριών ευαγγελίων) αποτελούν συνθέσεις τις οποίες δημιούργησε η μεταγενέστερη παράδοση από λόγια που απέχουν χρονικά και θεματολογικά, συγκροτώντας μεγαλύτερες ενότητες ώστε να αποτελέσουν λόγους, ενώ δεν μπορεί να καθοριστεί επακριβώς σε ποιον βαθμό οι λόγοι αυτοί που αποδίδονται στον Ιησού είναι στην πραγματικότητα επηρεασμένοι από την πρωτοχριστιανική προσδοκία. Η ιστορική προσωπικότητα που αναδύεται μέσα από τον μύθο φέρεται να είναι ένας Ιουδαίος που ζούσε σε έναν κόσμο αμιγώς εσχατολογικών αντιλήψεων πιστεύοντας για τον εαυτό του ότι ήταν ο Μεσσίας.


Μπρούνο Μπάουερ. Ο πρώτος βίος του Ιησού από τη σκοπιά του σκεπτικισμού. O Μπάουερ [Bruno Bauer] αναρωτιέται μήπως σε τελική ανάλυση τα πάντα αποτελούν μόνο μια φιλολογική επινόηση, όχι απλώς τα γεγονότα και οι λόγοι, αλλά και η ίδια η προσωπικότητα που αποτελεί την αφετηρία του όλου κινήματος. Μήπως η ευαγγελική ιστορία δεν είναι παρά η μεγάλη αφήγηση μιας υψηλής ιδέας, και αυτή η τελευταία είναι το μοναδικό ιστορικό στοιχείο; Για παράδειγμα, η αποστολή των δώδεκα είναι ως ιστορικό γεγονός τελείως ακατανόητη. Ο μαθητές δεν μαθαίνουν ποτέ τι έπρεπε να διδάξουν και με ποιον τρόπο. Ο λόγος με τις οδηγίες είναι στην ουσία ο λόγος για τον αγώνα της κοινότητας εναντίον του κόσμου και για τις οδύνες τις οποίες θα υπομείνει. Έτσι εξηγείται το μοτίβο του πάθους που επανέρχεται σε όλους τους λόγους, ενώ βέβαια είναι αποδεδειγμένο πως οι οπαδοί του δεν υπέφεραν τίποτα κατά την αποστολή τους και φυσικά, όταν τους έστειλε ο Ιησούς στις γύρω περιοχές, δεν μπορούσαν να βρεθούν αντιμέτωποι με ηγεμόνες και βασιλιάδες. Ορισμένοι λόγοι δεν είναι παρά δέσμες ετερογενών λογίων και δεν διαρθρώνονται κινούμενοι με βάση την λογική ανάπτυξη μιας ιδέας αλλά πρόκειται για σκέψεις που απλώς συρράπτονται μεταξύ τους. Οι παραβολές από την άλλη αποτελούν πνευματικές ασκήσεις προορισμένες μόνο για τους μαθητές, τις οποίες δεν καταλάβαινε ο λαός. Ο Ιησούς είναι σε κάθε περίπτωση το προϊόν των ιδεών της αρχέγονης κοινότητας.

Ποιο ήταν όμως το υπόβαθρο αυτών των ιδεών;  Καταρχήν ο στωικισμός, που προσπάθησε να μεταμορφώσει τον κόσμο αλλά απέτυχε, καταλήγοντας στο πνεύμα της αποξένωσης και της παραίτησης. Όταν όμως στην συνέχεια απέκτησε βάθος με την εισαγωγή των νεοπλατωνικών ιδεών ήταν έτοιμος να μετατραπεί σε ευαγγέλιο. Στον στωικισμό ήρθε να προστεθεί ο ιουδαϊσμός που απομακρύνθηκε από τους περιορισμούς του εθνικού εδάφους. Τυπικό δείγμα αυτού του νέου ρωμαϊκού ιουδαϊσμού υπήρξε ο Ιώσηπος και ο προηγηθείς Φίλωνας, ο οποίος δεν επιχείρησε απλώς να συγκεράσει τις ιουδαϊκές ιδέες με τον ελληνικό στοχασμό αλλά αξιοποίησε συγχρόνως και την ενότητα του κόσμου την οποία εγκαθίδρυσαν οι Ρωμαίοι, για να θεμελιώσει σε αυτήν τον πνευματικό του κόσμο. Έτσι προέκυψε η νέα θρησκεία. Το πνεύμα της καταγόταν από την Δύση, το εξωτερικό της περίγραμμα το πρόσφερε ο ιουδαϊσμός. Κανείς ως τότε, γράφει ο Σβάιτσερ, δεν είχε συλλάβει με τέτοια πληρότητα την ιδέα ότι ο αρχέγονος χριστιανισμός και πρώτη Εκκλησία δεν ήταν άμεσο αποτέλεσμα του κηρύγματος του Ιησού, ούτε απλώς η πρακτική εφαρμογή μιας διδασκαλίας, αλλά πολύ περισσότερο «μια αντανάκλαση του βιώματος της ψυχής του κόσμο κατά τις πρώτες γενιές της χριστιανικής χρονολογίας».


Νέοι μυθιστορηματικοί βίοι του Ιησού. Ο Γκφαίρερ [August Friedrich Gfroerer] χαρακτηρίζει τον χριστιανισμό φαινόμενο που επιβιώνει σήμερα μόνο χάρη στη δύναμη της συνήθειας, αφού συγκροτήθηκε στην αρχαιότητα με βάση «την ελπίδα στη μυστική βασιλεία του μέλλοντος κόσμου και κυριάρχησε κατά τον Μεσαίωνα με τον φόβο αυτής ακριβώς της βασιλείας». Η ιστορία του Λαζάρου είναι συνυφασμένη από μια αληθινή υπόθεση νεκροφάνειας και μια πολεμική μεγαλοποίησή της, ώστε να εμφανιστεί ως θαύμα απέναντι στους Ιουδαίους. O Ιησούς υπηρέτησε χωρίς να το ξέρει τους σκοπούς του τάγματος των Εσσαίων, από τους οποίους ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία δωροδόκησε τους Ρωμαίους να εκτελέσουν μια φαινομενική σταύρωση, μαζί με δυο άλλους ώστε να αποσπάσουν την προσοχή από αυτόν. Στην συνέχεια τον τοποθέτησε σε ένα τάφο κοντά στον σταυρό, λαξευμένο ειδικά γι’ αυτό τον σκοπό, όπου τον επανέφερε στην ζωή. Η χριστιανική Εκκλησία γεννήθηκε από την κοινότητα των Εσσαίων, τις ιδέες της οποίας ανέπτυξε περαιτέρω χωρίς τους κανόνες της οποίας θα ήταν ανεξήγητη η οργάνωσή της.

Ο Γκιλλάνυ [Friedrich Willhelm Ghillany] έκρινε ότι ο Χριστιανισμός πρέπει να κατανοηθεί από την σκοπιά ενός ιουδαϊσμού που έχει δεχτεί ανατολικές επιδράσεις. Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε την επίδραση της μιθραϊκής λατρείας, στην οποία υπάρχουν η εκ παρθένου γέννηση, το άστρο, οι μάγοι, ο σταυρός και η ανάσταση. Όλος ο κόσμος της Ανατολής συγκλονιζόταν εκείνο τον καιρό από γνωστικιστικές ιδέες με επίκεντρο την αποκάλυψη του θείου στο ανθρώπινο. Ο ίδιος ο χριστιανισμός είναι μια τάση του γενικότερου εκείνου γνωστικιστικού ρεύματος. Ο Ιησούς ήταν το όργανο μιας συγγενικής με τους Εσσαίους μυστικής κοινότητας, της οποίας αρχηγός ήταν ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία, που τόσο ξαφνικά και εντυπωσιακά εμφανίζεται στην ιστορία των παθών. Η κοινότητα αυτή ήθελε να «επισπεύσει» την έλευση της βασιλείας των ουρανών με μυστικιστικά μέσα και ανακάλυψη στον κήρυκα της πνευματικής βασιλείας των ουρανών, που ήταν αποφασισμένος να πεθάνει για την υπόθεσή του, τον γιό του Ιωσήφ και θεώρησε τον θάνατό του αναγκαίο, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εμφάνιση του επουράνιου διανιήλειου Μεσσία. Φαίνεται ότι ακόμα και στον σταυρό, ο Ιησούς ήλπιζε σε ένα θαύμα· η κραυγή Θεέ μου, Θεέ μου ινατί με εγκατέλιπες; συνηγορεί υπέρ αυτού. Ο Ιησούς τελικά δικαιώθηκε απέναντι στη «μυστική κοινότητα» που τον χρειαζόταν ως πρώτο Μεσσία.

Ο συγγραφέας αφιερώνει εκτενή κεφάλαια και στον Ερνέστ Ρενάν, στους φιλελεύθερους βίους του Ιησού, στο εσχατολογικό ζήτημα, στις αραμαϊκές, ραββινικές και βουδιστικές πηγές, στην έρευνα του βίου του Ιησού στις αρχές του 20ού αιώνα, στην κριτική στη σύγχρονη-ιστορική θεώρηση από τον Βρέντε και τη συνεπή εσχατολογία, στην παρουσίαση και κριτική της θεωρίας του Βρέντε, στην νεότερη διαμάχη σχετικά με την ιστορικότητα του Ιησού, στην συζήτηση για την ιστορικότητα του προσώπου του Ιησού, αλλά και στα έργα που εκδόθηκαν κατά την πενταετία ανάμεσα στην πρώτη και την δεύτερη έκδοση του βιβλίου του.

Εκδ. Άρτος Ζωής, 2022, σελ. 820, μτφ. Παναγιώτης Ανδριόπουλος, Ιωάννης Γαλάνης, Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος, Βασίλης Στογιάννος, Πολυξένη Αντωνοπούλου, Θοδωρής Δρίτσας, Κώστας Σπαθαράκης [Geschichte der Leben-Jesu-Forschung, 1906/1984]. Περιλαμβάνονται: Εκδοτικό σημείωμα για την παρούσα πλήρη και αναθεωρημένη ελληνική έκδοση, πρόλογος στην πρώτη έκδοση της ελληνικής μετάφρασης, εισαγωγή του Τζέιμς Μ. Ρόμπινσον, οι πρόλογοι του συγγραφέα στην πρώτη [1906], δεύτερη [1913] και έκτη έκδοση [1950], βιβλιογραφία, συντομογραφίες και ευρετήριο.

Στις εικόνες, έργα των: 1. Albert Decaris, 3. Oleksandr Antoniuk, 4. Αγνώστου, 6. Bruno Bramanti, 8 Αγνώστου, 9. Hans Erni, 10. Nikolai Nikolajewitsch, 11. Γιάννη Κονταράτου, 12-13. Αγνώστου. Στην κινηματογραφική φωτογραφία (αρ. 5) Ο κατά Pier Paolo Pasolini Ιησούς (Il Vangelo second Matteo, 1964). Η τοιχογραφία (αρ. 7): Η Θεραπεία της Αιμορροούσας [από την Κατακόμβη των Μαρκελλίνου και Πέτρου, Ρώμη].

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 42. Οι φαντασιώδεις. Επιστολή στην Κατρίν Ντενέβ, ΙΙ

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 62 (Φεβρουάριος 2024), εδώ

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 42. Οι φαντασιώδεις. Επιστολή στην Κατρίν Ντενέβ,  ΙΙ

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους

Πολυαγαπημένη μου Κατρίν

Όταν σε θυμάμαι ως Σεβερίν, με κατακλύζει η μυρωδιά της παλιάς παρισινής πολυκατοικίας, των ξύλινων δαπέδων, των σεντονιών που τσαλακώθηκαν κάτω από την λευκή σου σάρκα, του μυρωμένου σου σώματος που άλλαξε οσμή από τα ύδατα των αντρών. Δεν υπήρξα εραστής σου αλλά ένας ηδονοβλεψίας όσων εσύ μου επέτρεψες να παρακολουθήσω από το κατεξοχήν παράθυρο των ηδονών, που μένει πάντα ανοιχτό στις σκοτεινές κινηματογραφικές αίθουσες, γιατί άλλα τόσα κράτησες απόκρυφα, δικά σου και μόνο δικά σου.

Ήσουν τόσο βαριεστημένη, τόσο κρυωμένη από την ανιαρή σου ζωή. Ο σύζυγός σου ο Πιερ ήταν ένας νεαρός χειρούργος, αφοσιωμένος στην δουλειά του κι εσύ όφειλες να συμβιβαστείς με την ιδιότητα της νεόκοπης συζύγου που υπομονετικά τον περιμένει τα βράδια. Όμως σ’ εμάς που σε βλέπαμε από την φαντασιακή όψη της ζωής σου, η πρώτη σου εικόνα ήταν άλλη. Βρισκόσουν αγκαλιασμένη με τον Πιερ πάνω σε μια άμαξα που έτρεχε σε έναν ερημικό επαρχιακό δρόμο. Τους διέταξε να σταματήσουν, σε κατέβασαν βίαια, σε έσυραν στο δάσος, σε έδεσαν σε ένα κλαδί, γύμνωσαν την πλάτη σου και σε μαστίγωσαν ενώ παρακαλούσες τον άντρα σου να σε σώσει. Εκείνος τους είχε προστάξει να αρχίσουν, εκείνος και τους σταμάτησε και απομακρύνθηκε, προτρέποντάς τους «να σου κάνουν οτιδήποτε θέλουν». Θυμάμαι την εικόνα των ποδιών σου όπως σέρνονταν στα φύλλα (οι κάλτσες σου κατεβασμένες ως τις γόβες λέρωναν την ευπρέπειά σου), τα βουλιμικά φιλήματα των αμαξάδων, τα αξύριστα πρόσωπά τους όπως έγδερναν τα ρόδινά σου μάγουλα. Η έκφρασή σου ήταν παράξενη, δεν πρόδιδε περισσότερο πόνο από ευχαρίστηση. Μετά επανήλθες στην πραγματικότητα. Είχες και μια δεύτερη, φαντασιακή ζωή, λοιπόν, Σεβερίν;

Στην «κανονική» σου ζωή, ήσουν η πανέμορφη και «αξιοσέβαστη» νέα με το λευκό δέρμα και τα ξανθά μαλλιά, που με διάφορες προφάσεις δεν προσφερόταν στον Πιερ, εντείνοντας περισσότερο τον θαυμασμό της αρετής σου. Του ζητούσες συγχώρεση, του έλεγες πόσο τον αγαπάς και μετά ξάπλωνες σε χωριστό κρεβάτι. Άλλωστε σου ήταν ιδιαιτέρως αδιάφορος, σε αντίθεση με τον διονυσιακό φίλο του Ανρί, που σε απωθούσε έτσι όπως σε ξεγύμνωνε με το διεστραμμένο του βλέμμα. Εκείνος δεν ήταν που, όταν σε βρήκε μόνη, σου ανέφερε τυχαία ένα ειδικό πορνείο όπου νοικοκυρές εργάζονται τα απογεύματα ενώ οι σύζυγοι βρίσκονται στα γραφεία τους; Σου είπε πόσο τον συναρπάζει η ατμόσφαιρα των παραδομένων γυναικών και μπροστά στην έκπληξή σου πρόσθεσε με φυσικότητα πως πρόκειται για την αρχαιότερη εργασία στον κόσμο. Ίσως σκέφτηκες: ποιος μπορεί να αρνηθεί την Ιστορία, το ανθρώπινο παρελθόν, την ανάγκη της επιβίωσης;

Σεβερίν, όσο ψυχρή κι αν έδειχνες μέσα στην κομψότητά σου, εγώ κατάλαβα τι σου συνέβαινε καθώς έβγαινες από το μαύρο ταξί Σιτροέν μοντέλο «Βάτραχος» και έμπαινες στην σκοτεινή αψιδωτή είσοδο του κτίσματος όπου βρισκόταν το διαμέρισμά σας. Είδα από κάτω τα ψηλά παράθυρα με τα περίτεχνα κάγκελα της φυλακής σου και αντιλήφθηκα ότι η ζωή σου είχε αλλάξει· ήταν αδύνατο να μη σκεφτείς εκείνο το «σπίτι»· σχεδόν μύριζα την κρυφή σου αναστάτωση. Μετά από πόση ώρα εμφανίστηκες στην είσοδό του, φορώντας το σκούρο καφέ μαντώ με δυο σειρές κουμπιών, σα να ήθελες να καθυστερήσει η αφαίρεσή του, και γυαλιά ηλίου, παρά την συννεφιά, λες και μπορούσε να κρυφτεί η ομορφιά σου; Ίσως ένοιωσες αναγούλα γιατί είδα την ριπή της μνήμης σου, την θεία κοινωνία που σε αηδίαζε όταν ήσουν μικρό κορίτσι ή δεν ένοιωθες άξιά της. Η κάμερα με κατέβασε στα πόδια σου όπως ανέβαιναν στο κλιμακοστάσιο· είδα το σκούρο καλσόν, τις μαύρες γόβες με την μεγάλη αγκράφα, το καφέ χαλί με την μπορντό γραμμή, την αίσθηση ενός σπιτιού στο οποίο δεν έπρεπε να βρίσκεσαι αλλά πάντα σε περίμενε. Είδαμε μαζί τις κλειστές πόρτες του ορόφου, την πλαστική μαύρη πινακίδα Madame Anais, MODES. Χτύπησες την πόρτα και μετά έτρεξες μακριά αλλά επέστρεψες.

Η κομψότατη Μαντάμ σε κατανόησε αμέσως με ένα άγγιγμα στο πηγούνι, ένα δυνατό ποτό κι ένα αέρινο φιλί στα χείλη. Αφέθηκες στο γδύσιμο του πρώτου άντρα, ενός ευτραφή βιομήχανου γλυκών από το Μπορντώ και μόλις άλλαξες γνώμη αυτός σε ρώτησε ποια νομίζεις ότι είσαι και σε χαστούκισε. Τότε τον αγκάλιασες, ελεύθερη πλέον, εφόσον είχες τουλάχιστον επιδείξει την επιβαλλόμενη άρνηση. Αρχικά, όπως κάθε άπειρη του είδους, θέλησες να διαλέγεις εσύ τους άντρες αλλά αυτά έπρεπε να τα ξεχάσεις. Όταν διανοήθηκες να ζητήσεις συγνώμη και να φύγεις, η Μαντάμ σε μάλωσε και μόνο μετά το σπρώξιμο προς τα ενδοτερα απάντησες ευγενικά: Μάλιστα Κυρία. Ήταν, βλέπεις, η επισφράγιση της υποταγής που είχες ανάγκη. Στο σαλόνι οι άλλες δυο γυναίκες μοιράζονταν μαζί της την θαλπωρή της οικογενειακής ατμόσφαιρας: άκουγαν ραδιόφωνο ή τηλεόραση, έπαιζαν χαρτιά, έπλεκαν, κάπνιζαν, έπιναν, διάβαζαν. Βγήκες στο δρόμο ανέκφραστη και στο σπίτι μπήκες στο μπάνιο και έτριψες το δέρμα σου να βγει η μυρωδιά ενός άλλου και μετά έριξες τα εσώρουχα στο τζάκι.

Ένα ερημικό ξύλινο παράπηγμα σε κάποιο βαλτότοπο. Ντυμένη στα λευκά, δεμένη σε ένα δοκάρι κι ένα πάγκο. Ήρθαν ο άντρας σου και ο γνωστός φίλος του και σε έβρισαν με τις χειρότερες λέξεις – spermentress, sodomite! Σου έριχναν λάσπες στα ρούχα, στα μαλλιά, στο πρόσωπο. //// Ένα μεγάλο αναψυκτήριο στη μέση ενός πάρκου, ένας άντρας που κάθεται στο διπλανό τραπέζι και σε ρωτά αν έρχεσαι συχνά εκεί, η απάντησή σου πως με την σκέψη σου πηγαίνεις καθημερινά. Σε προσκάλεσε στο σπίτι του για μια καλά αμειβόμενη εξυπηρέτηση, στάθηκε πάνω από το … φέρετρό σου και όταν θέλησε σε έδιωξε κακήν κακώς, ντυμένη μόνο με διάφανο μαύρο ένδυμα. //// Μεταλλικά δεσμά που μοιάζουν με κορσέ σε κρατούν δεμένη σ’ ένα δέντρο. Φοράς σκούρο κόκκινο αμάνικο φόρεμα και η ματωμένη πληγή στο πρόσωπό σου δέχεται το φίλημα του Πιερ. Σε όλες τις φαντασίες σου το πρόσωπό σου, αν και ταπεινωμένο, εξέπεμπε μια σχεδόν περίλευκη ευχαρίστηση.

Πήγαινες πλέον στο «σπίτι» 2 με 5 το απόγευμα, γι’ αυτό και σε ονόμασαν Belle De Jour – Η ωραία της ημέρας. Εκεί γνώρισες και ικανοποίησες όλη την ποικιλία των σεξουαλικών φαντασιώσεων. Όταν στις αρχές αρνήθηκες κάποιον πελάτη, η Αναΐς του έστειλε μια άλλη γυναίκα και σε πήρε στο διπλανό δωμάτιο για να δεις μέσα από μια τρύπα που κρυβόταν πίσω από κάποιο κάδρο. Είναι αηδιαστικό, είπες, αλλά αμέσως μετά γύρισες και ξανακοίταξες. Ο ερωτισμός σου διεγειρόταν όχι από το πρόσωπο που σε επέλεγε αλλά από το γεγονός ότι έμπαινες στο δωμάτιο όπου σε περίμενε. Το σεξ ήταν δικό σου – αφορούσε εσένα την ίδια και μόνο. Ήσουν ταυτόχρονα το υποκείμενο και το αντικείμενο του πάθους. Θα μου πεις ποτέ τι είχε το μικρό κουτί εκείνου του τερατώδους Ασιάτη που μόλις το άνοιγε μπροστά στις άλλες γυναίκες εκείνες αρνούνταν να πάνε μαζί του στο δωμάτιο; Δεν το αποκάλυψες γιατί για σένα το μείζον δεν ήταν το περιεχόμενο αλλά εκείνο που συμβόλιζε – η μέγιστη ερωτική σημασία του για κάποιον. Ούτε, πιστεύω, θα μάθω τι σκεφτόσουν όταν στάθηκες απέναντι στο παλιό έργο τέχνης με το ζωγραφισμένο γυμνό – σα να θέλησες να σκεφτείς και το ίδιο σου το σώμα σαν ανάλογο έργο.

Ήταν θέμα χρόνου να έρθει στο «σπίτι» ο Ανρί. Έκανε πως δεν σε γνωρίζει και, φυσικά, σε επέλεξε. Μπήκατε στο δωμάτιο και τον παρακάλεσες να μην μιλήσει στον σύζυγό σου. Του είπες πως αυτός ευθυνόταν, καθώς σου έδωσε την διεύθυνση, πως όλα αυτά συμβαίνουν παρά την θέλησή σου και δεν μπορείς να αντισταθείς, πως κάποτε θα πληρώσεις τις αμαρτίες σου αλλά πλέον δεν μπορείς να ζήσεις. Τον προέτρεψες να κάνει ό,τι θέλει μαζί σου. Και εκεί που περίμενα ότι αυτός ο αχρείος θα σε τρυγούσε με τον πλέον βάναυσο τρόπο, σου γύρισε την πλάτη. Γιατί εκείνο, είπε, που τον τραβούσε σ’ εσένα ήταν η αρετή σου – τώρα χωρίς αυτήν ήσουν σαν όλες τις άλλες. Σε ταπείνωσε με το να μη σε ταπεινώσει.

Κάποτε ήρθε ένας νεαρός άσχημος κακοποιός ονόματι Μαρσέλ που σύντομα θα νόμιζε πως βρήκε την ιδανική γυναίκα. Ήταν εκείνος που κοιτώντας στα στήθη σου είπε «κρίμα που έχεις μόνο δυο». Άρχισε να γίνεται εμμονικός μαζί σου· απορούσε που εργαζόσουν μόνο τα μεσημέρια και όταν δεν σε έβρισκε στο «σπίτι» έβγαινε εκτός εαυτού. Σου πρότεινε ακόμα και να φύγετε μακριά. Δεν το περίμενες ότι κάποτε θα συνέβαινε και αυτό; Προθυμοποιήθηκες να μην του χρεώνεις τις υπηρεσίες σου, πιθανώς επειδή σου άρεσε τρόπος με τον οποίο η άξεστη συμπεριφορά του θρυμμάτιζε την ευγένειά σου. Δεν θα μπορούσατε να γίνετε εραστές γιατί σε ενδιέφερε μόνο εκείνο που εκπροσωπούσε – και άλλωστε πως θα μπορούσες με αυτόν να ικανοποιείς τους άλλους άντρες; Σε ακολούθησε και είδε πού μένεις. Εισέβαλε στο σπίτι σου και σε εξεβίασε να τον ακολουθήσεις, διαφορετικά… Επέστρεψε με ένα περίστροφο, παραφύλαξε τον Πιερ και τον πυροβόλησε, ενώ ο ίδιος σκοτώθηκε κατά την καταδίωξη από την αστυνομία.

Ο Πιερ έμεινε παράλυτος, χωρίς όραση και φωνή, καθηλωμένος σε αμαξίδιο, κρυμμένος πίσω από μαύρα γυαλιά. Ο Ανρί υποστήριξε ότι, για να ξαλαφρώσει από την δυστυχία πως αιχμαλωτίζει μια ενάρετη σύζυγο, όφειλε να μάθει τα πάντα για την «άλλη» της ζωή. Χαμήλωσες το κεφάλι. παραμένοντας γεμάτη ενοχές ως το τέλος, καθώς τους είχες όλους προδώσει: ήσουν υπεύθυνη για την αναπηρία του Πιερ και τον θάνατο του Μαρσέλ, είχες παρατήσει την Μαντάμ Αναΐς, τώρα ο Πιερ θα πληγωνόταν βαθιά. Λίγο ανάψουν τα φώτα και χαθείς, αυτός σηκώθηκε, έβγαλε τα μαύρα γυαλιά και σου πρότεινε ένα σαββατοκύριακο στην εξοχή. Τον κάλεσες προς το παράθυρο κι εκείνος σε πλησίασε υγιέστατος και χαμογελαστός. Έξω στο δρόμο άκουσες τα καμπανάκια μιας άμαξας – τον ήχο εκείνων των αμαξάδων. Η άμαξα έφευγε άδεια.

Τι ήταν φαντασία και τι πραγματικότητα σε όλα αυτά, Σεβερίν; Ποιος θα μπορούσε να καταλάβει αν φαντάστηκες τον Πιερ καθηλωμένο, ώστε να ζεις ελεύθερα, μέχρι που σε επανέφερε στο παρόν, ή, αν ήταν πράγματι ανήμπορος και ονειρεύτηκες πως επέστρεψε στην πρότερη ζωή σας; Η αναχώρηση της άμαξας σήμανε την «θεραπεία» σου ή το γεγονός ότι οι ανομολόγητες επιθυμίες σου θα εγείρονταν κάθε φορά που θα άκουγες το «σήμα» τους; Μήπως και η ίδια η παρουσία σου στο «σπίτι» υπήρξε μια κατασκευή της φαντασίας σου; Συνέβησαν όλα όπως τα είδα και με το τέλος της ταινίας επέστρεφες στην ζωή που άρμοζε στο φύλο, την κοινωνική τάξη και την κοινωνία σου; Εσύ που έβλεπες τις ενοχές σου ως ευτυχία και τις υποταγές σου ως εξιλέωση, υποτάχτηκες τώρα στην άγραφη εντολή που διατάζει τα σώματα να σκέφτονται στα κρυφά οτιδήποτε επιθυμούν αλλά ποτέ να μην διανοηθούν να το πράξουν;

Υποταγή στην κοινωνία, Σεβερίν! Υπάρχουν νόμοι κοινωνικοί, ερωτικοί, σεξουαλικοί: οιοσδήποτε κύριος επισκέπτεται τα «σπίτια» σας, γίνεται δεκτός με τιμές και θέρμες, χωρίς να χρειάζεται να κρύβεται, και χάρη στο βαλάντιό του καλείστε να τον ικανοποιήσετε. Εσείς οι γυναίκες όμως μην διανοηθείτε να εκφράσετε οποιαδήποτε ερωτική επιθυμία. Αρκεστείτε στην αγάπη, κατά προτίμηση την συζυγική, και ξεριζώστε τον αισθησιασμό σας! Επιθυμία και συμπεριφορά δεν πάνε μαζί: κρατείστε την δεύτερη και διώξτε την πρώτη!

Τα γνώριζες όλα αυτά γι’ αυτό και κράτησες τα πάντα κρυφά, περιορισμένα στο πνεύμα. Ομολόγησες τον μαζοχισμό σου αλλά κράτησες για σένα τις πολλαπλές μορφές του γιατί είναι απολύτως δικές σου. Είχες επίγνωση πως οι φαντασιώσεις και τα φετίχ δεν έχουν καμία σημασία εκτός από την ίδια την φύση τους ως φαντασιώσεων και φετίχ. Περιορίστηκες στις πράξεις, χωρίς ερμηνείες, με μόνο ημιφωτισμό κάποιες θολές παιδικές μνήμες, γιατί ο ανδαλουσιανός θεός της ύπαρξής σου πίστευε ότι αναρίθμητοι άνθρωποι είναι πιστοί ή πιστωμένοι σε συγκεκριμένες σεξουαλικές επιθυμίες και συμπεριφορές εγγεγραμμένες εντός τους από πρώιμες ηλικίες και ήταν συνεπαρμένος από την ιδέα ότι ακριβώς αυτός ο βαθύς προγραμματισμός της λιβιδούς είναι ισχυρότερος από οποιαδήποτε εκδήλωση ελεύθερης επιλογής.

Ο ίδιος αυτός σκηνοθέτης ήταν σεσημασμένος φετιχιστής των παπουτσιών και των (κυρίως καλυμμένων) ποδιών, τα οποία και σου κάδραρε σε πλείστα πλάνα, να περπατούν με αποφασιστικότητα, να σταματούν με δισταγμό, να κείνται μόνα ή με άλλα ζεύγη, αλλά δεν επιφύλαξε λήψεις για την γύμνια τους εκτός από μία: στεκόταν πίσω σου και σε συνέλαβε την στιγμή που έβγαζες τις κάλτσες σου, συνταιριάζοντας στην ίδια εικόνα την πλάτη και τα δάχτυλά σου. Δεν θυμάμαι άλλη τέτοια σκηνοθετική λήψη,  να ξεκλέβει το ξέντυμα των ποδιών από πίσω.

Σεβερίν, ακόμα κι αν δεχτούμε ότι τελικά αποφάσισες να υποτάξεις τον υποκτακτικό σου ερωτισμό, μην ανησυχείς: ήσουν τυχερή γιατί σε περίμεναν και άλλες ζωές από άλλους θεούς, και σε μια από αυτές, ως Μανόν στην ταινία Manon 70, απόλαυσες τις ερωτικές σου επιθυμίες φανερά και απροκάλυπτα, αδιαφορώντας για τους πάντες. Δεν τελειώσαμε λοιπόν, Κατρίν· συνεχίζεσαι.

Η ταινία: Belle du Jour (Luis Bunuel, 1967). Η γυναίκα: Catherine Deneuve.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.