Ρίτσαρντ Φορντ – Η χώρα όπως είναι

Συναρπαστικό οδοιπορικό σε μια χώρα και έναν εαυτό

1. Προς την κοινότητα της μίας ημέρας. Ο Ρίτσαρντ Φορντ είναι ένας εθιστικός συγγραφέας και Η χώρα όπως είναι [πρωτ. τίτλος The lay of the land] δεν μπορεί παρά να εθίζει τον αναγνώστη, σε σημείο οι επτακόσιες τριάντα τέσσερις σελίδες να δημιουργούν την εντύπωση ότι θα μπορούσαν να συνεχίζονται επ’ άπειρον, χωρίς να τον εξαντλούν. Και να πεις ότι υπάρχει εδώ καμιά πλοκή που «σου κρατάει την ανάσα» και επιζητεί λύσεις μυστηρίων, ενόχους και τα λοιπά, όχι, εδώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: Ο 55χρονος αφηγητής Φρανκ Μπάσκομπ (στο εξής Φ.Μ.), είναι ένας μεσίτης στο [επινοημένο] παραθαλάσσιο θέρετρο Σι-Κλιφτ της πολιτείας του Νιού Τζέρσει, «στο τέρμα της ηπείρου», επιλογή νέου βίου ύστερα από μια γεμάτη ζωή στο Χάνταμ της ίδιας πολιτείας και ενόψει της μιας μεγάλης  οικογενειακής αλλά και ευρύτερης συγκέντρωσης την Ημέρα των Ευχαριστιών, ταξιδεύει για να μαζέψει ορισμένους τους επίλεκτους συνδαιτυμόνες. Κι όμως ακριβώς αυτό το οδοιπορικό δεν αποδεικνύεται μόνο μια απολαυστική ταξιδιωτική και περιπλανητική αφήγηση στα εσώτερα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής αλλά και μια εκτενής ψυχογραφία προσώπων και καταστάσεων, παράλληλα με ένα εσωτερικό ταξίδι του οδηγού.

2. Πιστοποιητικό Οικογενειακής Κατάστασης. Τι περιλαμβάνεται λοιπόν στο πραγματικό πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Φ.Μ.; Ένας πρώτος γάμος με την Ανν, ένας γιος, ο Ραλφ,  που χάθηκε στα εννιά του από σύνδρομο Ράυ, μια κόρη, η εικοσιπεντάχρονη Κλαρίσσα, και ένας γιος, ο εικοσιεπτάχρονος Πολ, δυο παιδιά με τα οποία τον χωρίζουν μερικές άβυσσοι. Ένας δεύτερος, ταχύρρυθμος γάμος με την Σάλλυ Κάλντγουελ, πραγματοποιημένος στο Ατλάντικ Σίτυ σε μια κωμική τελετή στο Παρεκκλήσι του Καλύτερου Μικρού Γάμου, έχει να αντιμετωπίσει την επανεμφάνιση του εδώ και τριάντα χρόνια αγνοούμενου συζύγου της. Ο ιδιόρρυθμος Πολ θα έρθει με την νέα του σύντροφο, ενώ η  Κλαρίσσα θα έρθει επειδή…

3. Δελτίο Υγείας και «Μόνιμη Περίοδος». … εδώ και λίγο καιρό ο Φ.Μ. έχει διαγνωστεί με καρκίνο του προστάτη, η κάπως άβολη θεραπεία του οποίου δεν του στερεί την αισιοδοξία και του εμπνέει διάφορες φιλοσοφικές σκέψεις με διάχυτη ειρωνεία. Έτσι η Κλαρίσσα σπεύδει να μείνει μαζί του, βρίσκοντας και αφορμή να εγκαταλείψει την σύντροφό της και να δοκιμάσει μια πρόσκαιρη ετεροφυλοφιλική σχέση. Είναι η φάση της ζωής που ο ίδιος ονομάζει «Μόνιμη Περίοδο» και η οποία είναι «το τέλος της αδιάκοπης πορείας να γίνεις κάτι, της σκέψης ότι η ζωή μηχανεύεται θαυμάσιες αλλαγές για τον ίδιο, ακόμη κι αν αυτό δεν ισχύει». Και είναι η περίοδος όπου τα περισσότερα πράγματα συμβαίνουν μόνο στο μυαλό του.

4. Έξοδος (: είσοδος).  Βγαίνει λοιπόν στον δρόμο με το ξεθωριασμένο κόκκινο οκταβάλβιδο στέισον βάγκον που ενίοτε θυμίζει τα σαραβαλάκια των κινουμένων σχεδίων, με αυτοκόλλητο κατά του Μπους (είναι η μεταιχμιακή εποχή του 2000) για να μαζέψει τους προσκεκλημένους, μεταξύ των οποίων και ένας φίλος από τα παλιά και πατέρας μιας παλιάς του αγάπης και δυο συνομήλικοι φίλοι, ιδρυτικά μέλη του Συλλόγου Διαζευγμένων Ανδρών, ενώ με διάφορες ευκαιρίες συναντά πελάτες που ενδιαφέρονται να αγοράσουν σπίτι. Και καθώς ήδη διαφαίνονται οι τρεις βασικοί άξονες του μυθιστορήματος, πραγματικά δεν μπορώ να διαλέξω ποιος είναι συναρπαστικότερος, οι ατέλειωτες διαδρομές στην Αμερική των προαστίων, των εναλλασσόμενων αστικών και περιαστικών τοπίων, οι συναντήσεις του Φ.Μ. με όλους αυτούς τους ανθρώπους (και αρκετούς άλλους), ή οι σκέψεις του πάνω σε αυτά που έχει ζήσει και σε αυτά που τώρα βλέπει να αλλάζουν οριστικά το φυσικό πρόσωπο της Αμερικής.

5. Τοπία σε χρήση. Σε ένα κατακόρυφα διαδεδομένο επάγγελμα, με την γη να μπορεί ανά πάσα στιγμή να γίνει διαθέσιμη σε οποιονδήποτε, κτηματομεσίτες μπορούν να γίνουν οι πάντες: πρώην πιλότοι σε Κονκόρντ, πρώην μελετητές του Τζακ Κέρουακ, πρώην σύζυγοι που οι άντρες τους το έσκασαν με Βιετναμέζες οικιακές βοηθούς, πρώην οτιδήποτε, επιβεβαιώνοντας πως όποιος έχει ένα κεφάλαιο, μια μπουλντόζα κι ένα κινητό τηλέφωνο μπορεί να πλουτίσει χωρίς καν να ξυπνάει το πρωί. «Αρκεί ένας στεγαστικός οργανισμός να σε ορίσει πρόεδρο και αυτόματα αποκτάς δικαίωμα σε μεγάλες ομοσπονδιακές επιδοτήσεις, συμπληρώνεις μερικά έγγραφα και μια χούφτα Μεξικανοί κάνουν όλη την δουλειά». Έτσι από την μία ημέρα στην άλλη χωράφια καλαμποκιού μετατρέπονται σε γιγάντια μέγαρα. Ο Φ.Μ. θυμάται πως εκεί κάποτε οι οικογένειες περιπλανιούνταν για να δουν την άφθαρτη ύπαιθρο, τώρα είναι θέμα χρόνου όλες αυτές οι περιοχές να θεωρηθούν φιλέτα, αν δεν έχει συμβεί ήδη, και σύντομα να καταφτάσουν κατασκευαστές και μηχανήματα.

6. Το τέλος της μεσιτείας μιας ηπείρου. Ο Φ.Μ. έχει διαβλέψει ότι όλη αυτή η έκρηξη θα κάψει τα ίδια της το λάφυρα. Η περίφημη «φούσκα των ακινήτων» ήταν θέμα χρόνου και τώρα από την μία βλέπει κατάφυτες ρεματιές και αναρωτιέται πως δεν βρέθηκε ακόμα κανείς να τις ισοπεδώσει και από την άλλη νεόκτιστα σπίτια που δεν κατοικήθηκαν ποτέ και εγκαταλείπονται στην τύχη τους, αρχοντικά σφραγισμένα με σανίδες ή βυθισμένα στα ξερόχορτα και την υγρασία, εμπορικά κέντρα όπου μόνο ένα μαγαζί λειτουργεί. Σε κάποια περιοχή ένα διάταγμα απαγορεύει να τοποθετούνται πινακίδες με πωλητήρια στις πρασιές, διότι σπέρνουν την ανησυχία της προσωρινότητας, ενώ οι άδειες προθήκες των καταστημάτων κηρύσσονται και αυτές παράνομες, οπότε όσοι ιδιοκτήτες είναι αναγκασμένοι να πουλήσουν οφείλουν να δείχνουν πως διατηρούν την επιχείρηση.

7. Στον δρόμο.  Οι περιπλανητικές σελίδες του μυθιστορήματος είναι από τις πλέον απολαυστικές. Τι βλέπει κανείς όταν βρίσκεται διαρκώς στο δρόμο σε όλες εκείνες τις περιφέρειες; Τσιμεντένια εργοστάσια καλλιέργειας ανθρώπινων κυττάρων, εργοστάσια προφυλακτικών σαουδαραβικής ιδιοκτησίας, ένα κέλυφος παλιού πυρηνικού εργοστασίου, «Διαλύσεις επίπλων» (Αν δεν το βρείτε σ’ εμάς, τότε δεν το θέλετε), σεξομάγαζα κρυμμένα πίσω από τα δέντρα ή σε περίοπτη θέση, ατσάλινους τροχούς εγκαταλειμμένων λούνα παρκ, κεραίες κινητής τηλεφωνίας καμουφλαρισμένες σε έλατα, συγκροτήματα κτιρίων με σελφ σέρβις καθαριστήρια, φοροτεχνικά γραφεία και πιτσαρίες, οικουμενικά κέντρα για τα δικαιώματα κάθε είδους θυμάτων, αίθουσες σουηδικού μασάζ, συνεργεία για προπέλες πλοίων, τουριστικά καλυβάκια για τα αφεντικά και τις γραμματείς τους και φυσικά εκκλησίες διαφόρων θρησκειών και δογμάτων. Οι διαφημιστικές πινακίδες μπορεί να αφορούν οτιδήποτε: λαχειοφόρο αγορά με βραβεία μια Κάντιλακ και μια βραδιά στο Λας Βέγκας, διαγωνισμό μίμων του Φρανκ Σινάτρα, αγώνες παζλ και κατ’ οίκον καθετηριασμούς. Σε μια γειτονιά δυο λάμπες φωτοβολταϊκού τόξου φωτίζουν τον δρόμο σα να γίνεται επιδρομή από το διάστημα.

8. Χορηγοί. Ο «Χορηγοί», στους οποίους ανήκει ο αφηγητής, αποτελούν ένα απολαυστικό εύρημα του μυθιστορήματος (που θα άξιζε να χρησιμοποιηθεί πολύ περισσότερο). Πρόκειται για ένα δίκτυο πολιτών με σκοπό την παροχή σε κάθε ενδιαφερόμενο πάσης φύσεως συνδρομή, κυρίως να ακουστεί, να συνομιλήσει, να τον συμβουλεύσουν. Οι Χορηγοί μπορούν να προσφέρουν μερικές λογικές συμβουλές για κάτι που κάποιος αδυνατεί μόνος του να κατανοήσει απόλυτα, ή απλώς θέλει να συζητήσει και να νοιώσει πολύ καλύτερα. Συνηθέστερα αντικείμενα συζήτησης είναι οι συνέπειες αστόχαστων παρορμητικών αγορών ή αποφάσεων για προσωπικά ή περιουσιακά ζητήματα. Το πλήθος των ανθρώπων που δεν έχουν φίλους για τους ζητήσουν μια σωστή συμβουλή ούτε την ικανότητα να εμπιστευτούν τον εαυτό τους είναι εκπληκτικό, σκέφτεται ο Φ.Μ., αλλά δεν αντέχει να μην κάνει και την διαπίστωση πως εκατό χρόνια πριν, στο περιβάλλον ενός χωριού τέτοιους είδους καλές πράξεις συνέβαιναν καθημερινά. Από την σκοπιά αυτή, η Ημέρα των Ευχαριστιών «δεν είναι ακριβώς μπάχαλο, μα πάνω απ’ όλα υπόμνηση μιας εποχής που δεν θα ξαναδούμε ποτέ».

9. … και χορηγούμενοι. Ήταν η Κοινωνική Υπηρεσία της Κομητείας, η οποία, καθώς πληροφορήθηκε την αυξανόμενη «επιδημία» έλλειψης φίλων μεταξύ των πολιτών, κατάφερε την έγκριση ακριβώς μιας «γραμμής χορηγίας» χωρίς χρέωση, μέσω της οποίας κάποιος μπορεί να δεχτεί την επίσκεψη ενός υπομονετικού, ανεκτικού προσώπου και να νοιώσει ανθρώπινα με την γνωριμία τους. Μετά από μερικές απαραίτητες εξακριβώσεις νομικής φύσεως (και ενώ το σύστημα διασφαλίζει ότι ο ίδιος Χορηγός δεν θα επισκεφτεί το ίδιος πρόσωπο πάνω από μια φορά, για ευνόητους λόγους), ο Χορηγός βρίσκεται εντός είκοσι τεσσάρων ωρών στο σπίτι τους. Ο αφηγητής διαπιστώνει ότι τελικά αποδεικνύεται πως το πιο δυσεύρετο πράγμα στο σύγχρονο κόσμο είναι οι λογικές, γενικές, αμερόληπτες συμβουλές. Σε μερικές από τις καλύτερες σελίδες του μυθιστορήματος επισκέπτεται μια μεσήλικα γυναίκα ονόματι Μαργκερίτ Περσέλ η οποία σταδιακά του μοιάζει με μια παλιά ερωτική περιπέτεια και η οποία τελικά αυτό που θέλει να εξομολογηθεί είναι πως δεν έχει τίποτα να εξομολογηθεί, ενώ ο ίδιος διαισθάνεται πως βλέπει το βλέμμα μιας γυναίκας που πέρασε είκοσι πέντε χρόνια δουλεύοντας στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών ενός καταστήματος και τώρα συνειδητοποιεί πως μπορούσε να ανταποκριθεί σε μεγαλύτερες προκλήσεις.

10. Η αναπάντεχη επιστροφή ενός αγνοούμενου. Φυσικά, το επίκεντρο του μυθιστορήματος παραμένει η πολύπλοκη οικογενειακή κατάσταση του Φ.Μ. και ιδίως μετά από δυο καθοριστικές περιστάσεις. Καταρχήν πρόκειται για την επανεμφάνιση του εδώ και τριάντα χρόνια αγνοούμενου, άρα θεωρούμενου νεκρού συζύγου της Σάλλυ, που είχε χτυπηθεί από οβίδα στο Βιετνάμ. Το τραύμα, ο φόβος και η επιλεκτική αμνησία τον οδήγησαν ως την Σκοτία, όπου «μπλέχτηκε με την υποκουλτούρα και τους ανθρώπους της που ζούσαν κοινοβιακά και αντιμετώπιζαν με θετικό αίσθημα τα πάντα, πειραματίζονταν με την κάνναβη και άλλα ψυχότροπα ναρκωτικά, πηδιόντουσαν σαν κουνέλια … και προσέβλεπαν ως κοινότητα σε μια πνευματική μα όχι συμβατικά θρησκευτική αποκάλυψη. Με άλλα λόγια, η οικογένεια Μάνσον με αρχηγούς τον Όζι και την Χάρριετ της ομώνυμης τηλεοπτικής σειράς». Κάποια στιγμή βολεύτηκε ως επιστάτης σε ένα κτήμα, μέχρι που ήρθε το Διαδίκτυο και ο κτηματίας, κάπως περίεργος για τον Αμερικανό του, διαπίστωσε ότι υπάρχει ολόκληρη ιστοσελίδα προς τιμήν και αναζήτησή του κυρίως από τους γέροντες γονείς του.

11. Η φυγή μιας γυναίκας, η αναμονή μιας άλλης γυναίκας. Έτσι ο Γουόλλυ, «οιονεί σύζυγος της γυναίκας του Φρανκ, πράος δενδροκόμος, παλαίμαχος του Βιετνάμ, επιλεκτικά αμνησιακός, άκλαυτος πρώην πεθαμένος και σπουδαίος πράκτορας του χάους» μπαίνει στο σπίτι τους. Οι σελίδες της συνάντησης των τριών τους αν και γλυκόπικρες είναι απολαυστικές. Δώσαμε τα χέρια χλιαρά, σαν να ανταλλάσσαμε κρατουμένους στη γέφυρα του Πότσνταμ την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Ο Φ.Μ. αναρωτιέται τι να τον ρωτήσει. Πώς τα περνούσε σαν πεθαμένος; Από την μία σκέφτεται ότι δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από έναν πρώην πεθαμένο, από την άλλη έχει πολλές φορές δει ότι ακόμα και τα πιο αλλόκοτα πράγματα μπορούν να φανούν λογικά αν επιμένεις πως είναι. Σε κάθε περίπτωση, σύντομα έρχεται αντιμέτωπος με το «μεγάλο απρόοπτο»: η Σάλλυ φεύγει με τον Γουόλλυ, για να ζήσει μαζί του όσο χρειάζεται, για να κλείσει τις εκκρεμότητες του παρελθόντος. Φυσικά ο Φ.Μ. σκέφτεται ότι μπορεί και να μην επιστρέψει ποτέ.

Από την άλλη πλευρά, και ξέχωρα από την αναπάντεχη επιλογή της Σάλλυ, συναντά την Ανν, με την οποία ακόμα τον συνδέει μια περίεργη αγάπη και το γεγονός πως ποτέ δεν βγήκαν ολότελα ο ένας από την τροχιά του άλλου. Εκείνο  που τον ελκύει, πλέον, ίσως σημάδι κι αυτό της Μόνιμης Περιόδου, είναι ότι εκείνη είναι και παραμένει ο εαυτός της. Η Ανν επιθυμεί να προσκληθεί στο τραπέζι, ο Φ. αμφιταλαντεύεται και η συνάντησή τους σε ένα έρημο αθλητικό κέντρο στη μέση του πουθενά, δίνει κι αυτή μερικές εξαιρετικές σελίδες.

12. Ευχαριστούμε, ευχαριστιόμαστε; Όλοι λοιπόν κινούνται στην πορεία του επερχόμενου δείπνου αλλά τι σηματοδοτεί η Ημέρα των Ευχαριστιών για τις συγκεντρωμένες οικογένειες; O Φρανκ ελπίζει σε ένα οικογενειακό δείπνο όπου «η γιορτή δεν θα καταντήσει ημέρα φόβου και οργής και ο κόσμος δεν θα την κοπανήσει πριν το ηλιοβασίλεμα». Φυσικά αυτή την μέρα δεν τιμάται από κανέναν η Μεγάλη Μητέρα Γη αλλά οι εκποιήσεις των καταστημάτων, ενώ ορίζεται και η αρχή της ζοφερής χριστουγεννιάτικης περιόδου, «αυτής της κοιλάδας των πονεμένων καρδιών και ανυπόστατων ελπίδων», κατά την οποία σημειώνονται οι περισσότεροι συζυγικοί ξυλοδαρμοί, αυτοκτονίες, και πλείστα ποινικά αδικήματα. Πολλοί αγοράζουν εισιτήρια για τυχαίους μακρινούς προορισμούς, απλά για να βρίσκονται σε κίνηση και λήθη. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι Αμερικανοί επιθυμούν σταθερά να έχουν κάτι στο οποίο να απευθύνουν τις ευχαριστίες τους καθώς το εθνικό τους πνεύμα ευδοκιμεί στο έδαφος της επινοημένης ευγνωμοσύνης.

13. Ο παλαιός των ημερών. Ο Φ.Μ. παραμένει ένας μεσίτης παλαιάς σχολής: η πινακίδα του έχει απλώς ένα ονοματεπώνυμο και ένα τηλεφωνικό νούμερο – ούτε δικτυακοί τόποι ούτε εικονικές περιηγήσεις, μόνο έμπιστοι άνθρωποι που καθοδηγούν άλλους ανθρώπους. Αντιλαμβάνεται ότι καλείται να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε επιθυμία ή τουλάχιστον να δείξει τον κατάλογό του. Οι σελίδες που αφορούν την συνάντησή του με κάποιον υποψήφιο αγοραστή, τον Κλαιρ Σάντραθ, είναι ενδεικτικές του τρόπου σκέψης των δυο: ο πελάτης θέλει να αγοράσει ένα ακριβό παραθαλάσσιο σπίτι αλλά μάλλον απλά νομίζει πως το θέλει, ενώ η ηθική του Φ.Μ. υπερτερεί της επαγγελματικής λύσσας. Το κλασικό «εμείς το φτιάχνουμε, εκείνοι έρχονται» συνεχίζει να ισχύει αλλά ο ήρωας δεν μπορεί να μην αντιδράσει όταν βλέπει πως κάποιοι που πληρώνουν αρκετά για να νοιώθουν όπως πρέπει μα για κάποιο λόγο δε νιώθουν έτσι.

14. Αμερικανική πινακοθήκη. Όμως ζει σε μια Αμερική όπου όλοι κινούνται στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Ανάμεσα στις ενδιαφέρουσες προσωπογραφίες του μυθιστορήματος που με τον τρόπο τους τυλίγονται στην ιστορία, ξεχωρίζει ο Θιβετιανός συνεταίρος του Μάικ Καχόνυ, ένας ψηφοφόρος του Μπους που ποντάρει τα επιτεύγματά του στην πλουτοκρατική αρχή πως ό,τι είναι καλό για εκείνον είναι πιθανότατα καλό και για όλους τους άλλους. Ο Μ.Μ. γνωρίζει καλά ότι το βασικό του προσόν δεν είναι τόσο η πλούσια εμπειρία στις τηλεφωνικές πωλήσεις ψηφιακών θερμομίξερ όσο το γεγονός ότι είναι εκπρόσωπος μιας αξιόπιστης και εκτιμητέας μειονότητας, και, από πνευματική άποψη, ότι είναι ένας πιστός του Δαλάι Λάμα. Φυσικά έχει και αυτός υποθηκεύσει ό,τι έχει και δεν έχει, ενώ ο Φ.Μ. στην πορεία βλέπει ότι ο συνέταιρός του δεν είναι πια ο αλλοτινός αυστηρός Θιβετιανός αλλά «ο κλασικός Αμερικανός ανθρωπάκος που στενάζει από το βάρος των δύσκολων επιλογών», συμμέτοχος και αυτός «στο πιο δυσνόητο εθνικό αίνιγμα: καλυτερεύουν τα πράγματα ή γίνονται ακόμα χειρότερα;».

15. Ηνωμένες Πολιτείες Αντιφάσεων. Σε αυτό τον πολύπλοκο, αντιφατικό και πάντα συντηρητικό μικρόκοσμο/μεγάκοσμο όπου οι Αμερικανοί μετακινούνται και αλλάζουν στέγη διαρκώς «απλά επειδή μπορούν», όπου συνυπάρχουν Συμμαχίες Δράσης Λευκών Πολιτών και αναρίθμητοι εργάτες πολλών εθνοτήτων, όπου σε διάφορες εκκλησίες και ιεροδιδασκαλεία ασκούνται ρητορικές δεξιότητες απέναντι σε πιστούς «που δεν είναι πραγματικά πιστοί και δεν νοιάζονται για όσα λες, φτάνει να καταφέρεις να απομακρύνεις την σκέψη τους από τα βάσανά τους», όπου σε κάποιο μέρος ένα διάταγμα απαιτεί την μετατροπή του Χαλογουίν σε «θετική» γιορτή, χωρίς φαντάσματα και διαβόλους, ενώ τα παιδιά πρέπει να βγαίνουν ντυμένα σαν οδηγοί του Κέντρου Άμεσης Βοήθειας παπάδες και βιβλιοθηκάριοι και όπου σε αναρίθμητα σπίτια ο σύζυγος επιστρέφει σπίτι το βράδυ και τον περιμένει το δείπνο με την μπίρα ήδη ανοιγμένη στο τραπέζι και την τηλεόραση να παίζει κάποιον αγώνα….

16. Ένας αισιόδοξος ασθενής. … ο Φ.Μ. παραμένει ένας ψύχραιμος παρατηρητής, ακόμα κι όταν θλίβεται από τις μεταλλαγές των τοπίων, τις επιδρομές της μπουλντόζας και του εκσκαφέα, τον άκρατο καταναλωτισμό των Αμερικανών, ακόμα κι όταν βλέπει τους τόπους που κάποτε ζούσε και σηματοδοτούσαν αυτό που κάποτε ο ίδιος ήταν, να αλλάζουν αναπότρεπτα, ακόμα κι αν λόγω της ασθένειας πρέπει κάθε λίγο και λιγάκι να αναζητά τουαλέτα, ακόμα κι όταν σκέφτεται για τον χαμένο του γιο. Σκέφτεται ότι μια μέρα που περνάει χωρίς απώλειες δεν είναι κάτι δεδομένο, βλέπει ότι «η ζωή ποτέ δεν σου πετάει την μπάλα ίσια και γρήγορα», διαπιστώνει ότι πάντα υπάρχουν μερικοί σκοτεινότεροι λόγοι που εμπλέκονται σε ό,τι κι αν κάνουμε. Αρκείται στα μοναχικά του γεύματα στο Νοσοκομείο των Γιατρών του Χαντάμ και συνεχίζει να εκπλήσσεται μπροστά στις επιλογές των άλλων – και τις δικές του. Σε κάθε περίπτωση διατηρεί το χιούμορ του, εμποτισμένο με ειρωνεία και αυτοσαρκασμό και παραμένει περίεργος για την επόμενη ημέρα. Όπως άλλωστε ακούει σε ένα από τα πολλά τηλεφωνικά μηνύματα της Ανν: «Το πιο παράξενο πράγμα που μαθαίνουμε ποτέ είναι η ίδια η ζωή, έτσι δεν είναι;».

Εκδ. Πατάκη, [Α΄ έκδ. 2010], 2η εκτύπωση: 2018 σελ. 734, μτφ. Σπ. Τσούγκος [Richard Ford – The lay of the land, 2006].

Στις εικόνες, φωτογραφίες των: 2. Brendon Burton, 3. Jonathan Cole [Abandoned America Series], 6. Brendon Burton, 8.  Ben Marcin [Camden, NJ, Series Last House Standing], 13.  Amanda Ulrich [Deserted Center]. Οι υπόλοιπες φωτογραφίες και οι αφίσες είναι αγνώστου πατρός ή μητρός. Οι με αρ. 5 και 10 είναι από το Camden, New Jersey.

Δημοσίευση σύντομα και σε: Μic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 251.

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 41. Οι ερημικές. Επιστολή στην Κατρίν Ντενέβ, Ι

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 61 (Ιανουάριος 2024), εδώ

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 41. Οι ερημικές. Επιστολή στην Κατρίν Ντενέβ,  Ι

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους

Πολυαγαπημένη μου Κατρίν

Όταν σε θυμάμαι ως Λίζα, με κατακλύζει η αρμύρα, με θερμαίνει ο ήλιος, με ξεραίνει ο αέρας και με τυλίγει η υγρασία, όλα περιέβαλλαν αρχικά εμένα, μετά εμάς. Είχα αποσυρθεί σε ένα από τα έρημα γρανιτένια νησιά του πελάγους ανάμεσα στην Κορσική και την Σαρδηνία. Έφτιαχνα σκίτσα, κόμικς και έργα ζωγραφικής σε ένα ήρεμο περιβάλλον, μακριά από τους θορύβους των ανθρώπων και την αβάσταχτη πραγματικότητά τους. Φυγάς των πόλεων, δραπέτης ενός αγέλαστου γάμου, αρνητής του κόσμου των ανέσεων. Είχα την εμφάνιση του Μαρτσέλο Μαστρογιάννι, με μούσι και μαλλιά αναμαλλιασμένα από τον παραθαλάσσιο αέρα, με πουκάμισο και παντελόνι σε σκούρο μπλε, στα χρώματα της περιρρέουσας θάλασσας.

Μαζί μου ήταν ο Μελάμπο, σκύλος κατάμαυρος, συντροφικός, και τρεφόμασταν με ψάρια που αλίευα και προμήθειες που έφερνα από απέναντι με μια φουσκωτή βάρκα. Κατοικούσα σε ένα μεγάλο ημισφαιρικό κτίσμα, έναν γκρίζο θόλο φυτεμένο στο έδαφος, ποιος ξέρει με τι είδους παλαιότερη χρήση, μάλλον πολεμικό καταφύγιο, αν κρίνω από τον τίτλο μιας σύνθεσης του υπέροχου σάουντρακ που μας ταίριαξε ο Philippe Sarde: Le bunker. Στο νησί υπήρχε κι ένα νεκροταφείο, με μια επιβλητική είσοδο δυο τριγωνικών στηλών. Είχα το σχεδιαστήριό μου, ένα κρεβάτι, έναν πάγκο κουζίνας, ένα πικάπ κι έναν δίσκο. Αυτός ήταν ο χώρος μου, ένα κουκούλι μακριά από τις φρενήρεις απαιτήσεις των άλλων. Αυτή ήταν η ζωή μου: καλλιτεχνίες, συνομιλίες με τον Μελάμπο, περίπατοι στις ακτές. Η ίδια η θάλασσα μου πρόσφερε όση δόση απρόοπτου χρειαζόμουν, έτσι όπως ξέβραζε οτιδήποτε μπορεί κανείς να φανταστεί, πρόσφορο για δημιουργία ή απλώς για την περιέργεια του αναπάντεχου.

Είπα «οτιδήποτε μπορεί κανείς να φανταστεί»; Όχι, δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι θα έβγαζε εσένα, μέχρι που σε είδα να περπατάς στα ρηχά, περίξανθη και λευκοντυμένη, κι ύστερα να στέκεσαι στην αμμουδιά, έτοιμη να διαβείς τα σύνορά μου. Είχες αφήσει την παρέα σου στο σκάφος και ήρθες οργισμένη στην στεριά μου με γινάτι θαλάσσιο, μια ανταπόδοση ακαριαία, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Όσο όμορφη κι αν ήσουν δεν έπαυες να είσαι μια παρείσακτη, μια ανεπιθύμητη εμβολή στην απομόνωσή μου. Αργότερα έφτασαν δυο φίλοι σου να σε αναζητήσουν. Αν δεν εμφανιστείς, φώναζαν, θα σου αφήσουν τις αποσκευές σου και θα φύγουν. Όπως κι έγινε. Σε παρακολουθούσα κρυμμένος στα κάτασπρα βράχια, ενώ θρηνούσες την έλλειψη χρημάτων και παπουτσιών. Για τα πρώτα, μάλλον δεν είχες ακόμα καταλάβει ότι εδώ ήταν άχρηστα. Για τα δεύτερα ίσως θα χρειαζόσουν λίγο χρόνο μέχρι να τα ξεσυνηθίσεις, κι έτσι εμφανίστηκα. Είχες ήδη τρυπηθεί από ένα ξυλαράκι και κλαψούριζες με τον τρόπο του κακομαθημένου κοριτσιού.

Τότε ήρθα να γονατίσω μπροστά σου. Με το αριστερό μου χέρι το έπιασα κάτω από την καμάρα σου, ευλαβικά, με την έκφραση του ψυχρού και αδιάφορου χειρούργου. Το παρατήρησα απ’ όλες τις πλευρές και σήκωσα ελαφρά το μεγάλο σου δάχτυλο. Μετά έβγαλα το καπέλο μου για να είμαι ακόμα πιο συγκεντρωμένος. Με τον δεξί αντίχειρα διέτρεξα τη μέση του πέλματος για να αναζητήσω την ακίδα. Πλησίασα το στόμα μου, σε κοίταξα με κόντρα τον ήλιο, δεν αντέδρασες. Τότε άνοιξα το στόμα μου και δάγκωσα την λευκή σου σάρκα, αναζητώντας τον λόγο του πόνου σου. Εσύ αύξανες την πονεμένη σου φωνή, κρατώντας το λευκό σου καπέλο. Τον εντόπισα, προχώρησα στην εξαγωγή και τον ακούμπησα στην άκρη του ποδιού σου, θριαμβευτής, ενώ συνέχισες να μορφάζεις, χωρίς ένα ευχαριστώ. Φυσικά αδυνατούσες να περπατήσεις και σε σήκωσα στους ώμους. Δεν μπορούσα να σε αφήσω έξω, βορά στους αέρηδες και την αφαγία, και με μισή καρδιά κίνησα για το καταφύγιό μου. Έπρεπε να έβλεπες την βλοσυρή μου έκφραση· έγραφε: έμπλεξα.

Τώρα οι ανυποψίαστοι θεατές θα περίμεναν μια ρομαντική ιστοριούλα με περιπτύξεις πίσω από τα παράλια βράχια, κυλίσματα στην άμμο, εμποτισμούς στα αλάτια, έναν Αδάμ και μια Εύα του 1972.  Ας έκαναν υπομονή και σύντομα θα τους κοβόταν η χαρά! Λοιπόν, συνέχισα να μιλάω μόνο στον Μελάμπο και να σε αγνοώ. Ήσουν και πλήρως αταίριαστη με τον χώρο· τον παρατηρούσες εξεταστικά, βημάτιζες αμήχανη, μάλλον αδυνατούσες να διανοηθείς μια ζωή με τα ελάχιστα απαραίτητα. Είμαι βέβαιος πως θα σκεφτόσουν: τι κάνει ο τρελός εδώ πέρα; – ή: μια χαρά περνάει ο τρελός εδώ μέσα. Σου κίνησα την περιέργεια ή κάποια ερωτική διάθεση; Τύλιξα το πέλμα σου με επίδεσμο και σε άφησα να ξεκουραστείς. Αργότερα βγήκες να με αναζητήσεις, προσπέρασες ένα μικρό εγκαταλειμμένο αεροσκάφος και με βρήκες να σου φτιάχνω πέδιλα.

Αλλάξαμε θέσεις – κάθισες στο πλαστικό κάθισμα που είχα προσαρμόσει στον βράχο και γονάτισα να σου τα δοκιμάσω. Μια λεπτή ξύλινη σόλα για τα πέλματά σου, μια υφασμάτινη λωρίδα για το πάνω μέρος. Εξοργίστηκες με την αντίφαση: ένας άντρας που νοιάζεται για τα πόδια σου αλλά δεν σου δίνει την παραμικρή σημασία. Μου φώναξες: Με λένε Λίζα και δεν είμαι ηλίθια! Κι εγώ είμαι ο Ροβινσώνας Κρούσος, σου απάντησα, μπερδεμένος και σκεφτικός, γιατί είχα φτάσει μόνος μου στην άκρη του κόσμου και τώρα μόνο μόνος δεν ήμουν. Το βράδυ φάγαμε αμίλητοι από το πιάτο μας, καθισμένοι στο κατώφλι. Είχες στα χέρια σου ένα φαλακρό λευκό κουκλάκι που έφτασε από την θάλασσα. Έτσι όπως το κρατούσες σφιχτά δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ πως θα ένοιωθες κάποια συγγένεια. Όταν μπήκαμε μέσα εμφανίστηκες με ένα άλλο άσπρο, μακρύ φόρεμα και ήταν αδύνατο να μην εκπλαγώ. Ίσως ήθελες να μου δηλώσεις πως είσαι ομορφότερη από τα κακότεχνα σκίτσα που πάσχιζα να σε αποδώσουν. «Τζιν Χάρλοου, κάνε την είσοδο ξανά. Ο καλλιτέχνης δεν αιχμαλώτισε την μαγική στιγμή». Σταθήκαμε απέναντι. Με προειδοποίησες πως το μετάξι γλιστράει και πράγματι γλίστρησε κάτω από το στήθος σου. Μετά όλα έλιωσαν στο γαλακτερό νεφέλωμα της λάμπας υγραερίου, στο ημίφως που αφήνεται ανάμεσα στα σώματα.

Την επόμενη μέρα σου θύμισα πως ήθελες να φύγεις και είχες τον εγωισμό να μην το αρνηθείς. Ίσως είχα κι εγώ τον εγωισμό να μη σου ζητήσω να μείνεις. Μπήκαμε στην βάρκα μαζί με τον Μελάμπο και πήγαμε απέναντι στον όρμο με τα διώροφα σπίτια και τα μικρά ξενοδοχεία. Ο καιρός ήταν νεφελώδης. Καθίσαμε στους ξύλινους πάγκους της προκυμαίας και σε αποχαιρετήσαμε. Σε βρήκε μια φίλη σου από το σκάφος αλλά αρνήθηκες να επιστρέψεις επειδή δεν σου ζητούσε συγνώμη εκείνος με τον οποίον τσακωθήκατε. Το βράδυ αδυνατούσα να συγκεντρωθώ, τα έργα μου έβγαιναν λάθος. Άνοιξε η πόρτα και εμφανίστηκες. Δεν σε ρώτησα ποτέ πώς έφτασες.

Οι επόμενες μέρες ήταν παράξενες. Ήθελες να φύγεις, δεν είχες την προσοχή που επιθυμούσες. Κάποια στιγμή στάθηκες μπροστά στη θάλασσα, ανεμοδαρμένη, χαμογελαστή. Σα να είχες αποδεχτεί τη νέα σου ζωή αλλά και σα να είχες κάποια έμπνευση. Βούτηξες στη θάλασσα ευδιάθετη, προσκάλεσες και τον Μελάμπο. Κολυμπούσατε χωρίς σταματημό. Αλλά αυτό ήταν το βδελυρό σου σχέδιο: να τον εξαντλήσεις μέχρι τελικής πτώσης, μέχρι τελευταίας αναπνοής. Πώς ήταν δυνατόν να κάνεις κάτι τέτοιο; Ήμουν συντετριμμένος. Έβαλα το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια μου και με την ανέκφραστη αποδοχή της πραγματικότητας έσκαψα να τον θάψω. Φορούσαμε κάτι γυαλιά ηλίου δικής μου κατασκευής, σαν ξύλινες μάσκες με δυο μικρές χαραμάδες για τα μάτια. Τα δικά σου τα είχες βάψει κόκκινα.

Πήγες προς την θάλασσα, έπλυνες κάτι και επέστρεψες – ήταν το μαύρο του κολάρο. Κάθισα σ’ ένα αυτοσχέδιο τραπέζι και αναρωτιόμουν «Με ποιον θα μιλάω τώρα;». Στήθηκες μπροστά μου και ομολόγησες ότι εσύ τον σκότωσες. Σήκωσα ένα ξύλο να σε χτυπήσω αλλά δεν το έκανα. Ήσουν ριγμένη στην άμμο, μπροστά στην παραλία, πάντα ξυπόλητη. Αρνήθηκες να σηκωθείς, γρύλλιζες. Πήγα να σε αγγίξω στα χείλη, δάγκωσες την γροθιά μου σαν σκύλος. Πέταξα το ξύλο μακριά και σου ζήτησα να μου το φέρεις πίσω. Το έριχνα στην θάλασσα και βουτούσες να το πάρεις. Ποιος διανοήθηκε πρώτος να κάνεις την σκύλα, εσύ ή εγώ; Όταν εξαντλήθηκες σε πήγα στο «σπίτι» και σε ξάπλωσα στο στρογγυλό πορφυρό χαλί. Σκεπασμένη μ’ ένα σεντόνι, έξω μόνο η πλάτη και τα πέλματά σου, αποκαμωμένη, δεχόσουν τις περιποιήσεις μου. Άρχισε η σχέση αφεντικού και πιστού, τη μία μου έγλειφες το χέρι και την άλλη γινόσουν ανυπάκουη, σου φώναζα να πας στη γωνιά σου, με σηκωμένο το ξύλο. Δεν σε χτύπησα ποτέ αλλά θυμάσαι σε τι άγνωστα βάθη κατρακυλούσαμε;

Μια μέρα κατέφτασε ο γιος μου για να με ενημερώσει ότι η μητέρα του επιχείρησε να αυτοκτονήσει. Με ρώτησε ποιος νομίζω ότι είμαι και τι παριστάνω μέσα σ’ αυτό το Πάνθεον, με τα παστά ψάρια και με τις λάμπες υγραερίου. Του θύμισα ότι τα έργα μου πωλούνται καλά κι έτσι έχει τα χρήματα που χρειάζεται. Έπρεπε να πάω μαζί του, χωρίς εσένα όμως. Δεν ήθελες να σε αφήσω εκεί, αλλά σου είπα πως αν ερχόσουν μετά φοβόμουν ότι δεν θα επέστρεφα ποτέ. Την επισκέφτηκα στο νοσοκομείο και μετά ήρθα στο σπίτι· τρώγαμε μαζί με την μικρή μας κόρη όταν χτύπησε η πόρτα κι ήσουν εκεί. Κάθισες σε μια γωνιακή καρέκλα στο σαλόνι και περίμενες υπομονετικά να σε ακολουθήσω που θα με ακολουθείς.

Νωρίς ένα πρωί ξυπνήσαμε από τον ήχο των θυελλωδών ανέμων και είδαμε την βάρκα να κλυδωνίζεται στα βαθιά, παρασυρμένη από τα κύματα. Απελπίστηκα και σου φώναζα ότι δεν σε θέλω εκεί, ότι διάλεξα να ζω ή και να πεθάνω στην ερημιά με τον σκύλο μου, αλλά σε κάθε περίπτωση έχω τους λόγους μου,  – μπορεί να είμαι τρελός, ενώ εσύ δεν είσαι. Μπορεί να ήταν και το μόνο που μας χώριζε και δεν ξέρω αν το χάσμα ήταν χαώδες ή μηδαμινό. Τότε αποσύρθηκες, πάντα ξυπόλητη, στο φυσικό καταφύγιο ανάμεσα σε δυο βράχους, σαν ζωάκι που αναζητά την ηρεμία. Στην επόμενη λιακάδα συμφιλιωθήκαμε, και σε θυμάμαι να κάθεσαι κάτω από την σκιά ενός κρεμαστού βράχου και να κοιτάζεις τα πόδια σου όπως απορροφούσαν τις σταλαγματιές, με τα μαλλιά σου τυλιγμένα με αυτοσχέδιο κόκκινο τουρμπάνι, με το αιώνιο λευκό σου φόρεμα, να χαμογελάς που δεν έμειναν άλλα ψάρια στη θάλασσα, να σηκώνεσαι να γλύψεις το νερό μιας πηγής που κυλούσε λίγο λίγο από τον βράχο. Στις καταρρακτώδεις βροχές ο τοίχος του «σπιτιού» γινόταν υγρός.  Ήταν η εποχή που όλα άρχισαν να γίνονται δύσκολα, η εύρεση τροφής, το νερό.

Τότε καταλάβαμε ότι ο κόσμος που έφτιαξα και ξανάφτιαξες έφτανε στο τέλος του. Επιδιόρθωσα το αεροσκάφος και το βάψαμε ροζ. Ντυθήκαμε με τα ρούχα των πόλεων, το ταγιέρ σου, το μαντίλι γύρω από τα μαλλιά σου, το τζάκετ μου. Κοιτάξαμε για τελευταία φορά τον θεόρατο τρούλο που μας κρατούσε ζεστούς στην σφαίρα του. Φορέσαμε παπούτσια, πήρα μαζί μου μια μικρή μπλε βαλίτσα. Όλα τα άλλα τα αφήσαμε πίσω. Προχωρήσαμε με σφιχτά χέρια στον χωμάτινο αεροδιάδρομο υπό την μαγική μουσική που ακούγατε εσείς και ακούω πλέον κι εγώ, ζώντας ξανά και ξανά την σκηνή, ενώ τότε στα αυτιά μας έφτανε μόνο ο αέρας, γιατί ήμασταν πραγματικοί, όχι καμιά ταινία. Ανεβήκαμε αγέλαστοι στην διθέσια καμπίνα και αφεθήκαμε στην μελωδία και στην σχεδόν αθόρυβη τροχοδρόμηση. Μετά η εικόνα πάγωσε, χωρίς να μάθετε αν το φιλμ τελείωσε ή φρενάραμε μετανιωμένοι.

Οι ελάχιστοι κριτικοί που ασχολήθηκαν μαζί μου έκριναν ότι έκανα αναίμακτη απόδραση από την αστική μου τάξη, ότι ήμουν ένας άντρας σε κρίση μέσης ηλικίας και πάντως αλλεργίας σε πολυετή δεσμά του γάμου· ένας αυτάρκης ή ακυρωμένος της ερωτικής επιθυμίας που έπεσε σαν ώριμο φρούτο μπροστά στην πρώτη ωραία ερημίτισσα. Δεν θα καταλάβουν ποτέ αυτό που ίσως κατάλαβες εσύ πιστή μου Λίζα: ότι, για ορισμένους από εμάς, το φορτίο της μοντέρνας ζωής, ξέχειλο από τσιμέντο σε κτίσματα και δρόμους, εργασία και γάμο στην καθημερινότητά μας και ακατάπαυστες λέξεις στο περιβάλλον μας, κάποια στιγμή το αποβάλλουμε ως ξένο σώμα. Εδώ ζούσαμε καθαροί και αποκαθαρμένοι. Αλλά ήμασταν και πλάσματα της ερωτικής δέσμευσης και των καθημερινών αναγκών, γυμνοί και ανυπεράσπιστοι απέναντι στο ενδεχόμενο μόνιμης φυσικής ζωής. Δεν μπορούν να υπάρξουν βιβλικοί εραστές, όσο σαλεμένοι κι αν είναι.

Βασίστηκες στο βιβλίο Melampus: La metamorfosi amorosa di una donna που έγραψε ο  Ennio Flaiano, συνεργάτης του Φεντερίκο Φελίνι στα σενάρια των Le notti di Campiria, La dolce vita και  8½, ενώ στο σενάριο συνέδραμε ο Jean-Claude Carrière, επί εικοσαετία συνεργάτης του παλαιού σου γνώριμου Λουίς Μπουνιουέλ,  συνεπώς γινόσουν (και πάλι) μια αδιάντροπη Σουρεαλίστρια, που τώρα ενσάρκωνες τον παραλογισμό, τον συμβολισμό και την σεξουαλικότητα που γίνεται εξουσία και την εξουσία που μεταμφιέζεται σε ερωτισμό.

Αλήθεια, τι σε οδήγησε σ’ εκείνη την ζωώδη μεταμόρφωση; Ήθελες να γίνεις γυναίκα μου αλλά ήμουν παντρεμένος, ήθελες να γίνεις σύντροφός μου αλλά ήμουν αφοσιωμένος στον σκύλο μου; Πήρες την θέση και των δυο, ανταλλάσσοντας την αξιοπρέπειά σου για χάρη ενός έρωτα. Γονάτισες οικειοθελώς και συμπεριφέρθηκες ως κατά κυριολεξία σκύλα. Αφέθηκες στα χέρια μου, στις προσταγές μου και στην απόλυτη κυριαρχία μου. Όμως γνωρίζαμε καλά πως ο έρωτας είναι ένα χρυσό νόμισμα διπλής όψεως και στην πίσω πλευρά κρύβεται πάντα η γελοιότητα. Έτσι θελήσαμε κι εμείς να την αποδεχτούμε, για να δούμε μέχρι πού φτάνει η εξιλέωση, η συγχώρεση και η ίδια του η φύση.

Λοιπόν, μέχρι πού φτάνει ο έρωτας, Κατρίν, Λίζα, Μελαμπία; Πόσο χώρο πιάνει ο ένας μέσα στον άλλον, μειώνοντας το αντίστοιχο κομμάτι; Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η ελάττωσή μας για την αντίστοιχη αύξηση του εραστή; Η αφίσα της ταινίας σε δείχνει να φοράς ένα κολάρο με χρυσή αλυσίδα, εμφανώς ζωγραφισμένο πάνω στη φωτογραφία, ενώ μου φιλάς το χέρι. Ψέματα! Ποτέ δεν είχες αλυσίδα, ποτέ δε μου φίλησες το χέρι λες και είμαι ιερωμένος. Δεν εξαρτήθηκες από μένα περισσότερο απ’ όσο εξαρτήθηκα εγώ από σένα. Ήμασταν απέναντι αλλά μαζί στην αέναη διελκυστίνδα του έρωτα. Κι αν επέμενες κάποιες φορές να συμπεριφέρεσαι ως πιστή οικόσιτη που δεν ζητάει κανένα αντάλλαγμα, εσύ ήσουν στην ουσία η βασίλισσα, η μόνη που θα μπορούσε να με κάνει να φύγω από το νησί μου, με την αμυδρή υποψία πως αλλού (ή οπουδήποτε αλλού) θα είμαστε ακόμα πιο κοντά. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: La cagna (Marco Ferreri, 1972). Άλλος τίτλος: Liza. Η γυναίκα: Catherine Deneuve.

Το μουσικό θέμα του Philippe Sarde: εδώ.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.